“Κοινωνικές ανισότητες και σύγχρονος καπιταλισμός: το τέλος των τάξεων; Κριτική επισκόπηση των θεωριών της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας”

“Κοινωνικές ανισότητες και σύγχρονος καπιταλισμός: το τέλος των τάξεων;

Κριτική επισκόπηση των θεωριών της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας”

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

τόμος πρακτικών του συνεδρίου του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα

με θέμα «Κοινωνικές Ανισότητες και Κοινωνικός Αποκλεισμός»

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 27-29 Νοεμβρίου 1996, Θεσσαλονίκη

Περίληψη

Το πρόβλημα των κοινωνικών ανισοτήτων αποτέλεσε ένα απο τα βασικά συστατικά μέρη της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας καθώς και της Μαρξιστικής Κριτικής της. Οι θεωρήσεις αυτές εδράσθηκαν πάνω στην έννοια των κοινωνικών τάξεων. Αντιθέτως, σήμερα στα παραδείγματα της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας (Radical Political Economy) και του μετα-Μαρξισμού (post-Marxism), η έννοια αυτή χάνει την κεντρικότητα της ή/και εξαλείφεται πλήρως, υποκαθιστούμενη απο ελλάσσονες κοινωνικές συλλογικότητες (πχ. “νέα κοινωνικά κινήματα”) ή και ατομιστικά δρώντα υποκείμενα (που εκ των υστέρων αθροίζονται σε ήσσονος σημασίας συλλογικότητες). Η, κατά βάση κοινή, οικονομική θεωρία που υποστηρίζει τις προσεγγίσεις αυτές βασίζεται στον υποτιθέμενο δομικό κατακερματισμό της αγοράς εργασίας (segmented labour market) – ιδιαίτερα με βάση διαχωρισμούς κατά φύλο (gender) και γένος (race) – και στις συνακόλουθες έννοιες της ευλύγιστης εργασίας (flexible labour) και του μετα-Φορντισμού (post-Fordism).

Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η κριτική των θέσεων αυτών έτσι όπως συγκροτούνται μέσα στα πλαίσια των νεώτερων θεωριών μεσαίου βεληνεκούς (newer middle-range theories) – όπως η Ρύθμιση και οι Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης (Regulation, Social Structures of Accumulation) – καθώς και συγκοινωνούντων με αυτές των μετα-μαρξιστικών και μετα-μοντερνιζουσών προσεγγίσεων (αποδιοργανωμένος καπιταλισμός – disorganised capitalism κλπ.).

Ιδιαίτερα όσον αφορά την θεωρία της αγοράς εργασίας, αναλύεται η σύνδεση της παλαιότερης θεωρίας της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας (segmented labour market) με τις νεότερες προσεγγίσεις. Επιπρόσθετα, επιχειρηματολογείται τόσο η εμπειρική αβασιμότητα όσο και η θεωρητική ανεπάρκεια των θεωριών αυτών. Τέλος, υποστηρίζεται η παραμένουσα κεντρικότητα των κοινωνικών τάξεων καθώς και η θεωρητική ανωτερότητα του Μαρξιστικού πλαισίου ανάλυσης.

I. ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι κοινωνικές τάξεις αποτέλεσαν την έννοια με την οποία η Κλασική Πολιτική Οικονομία ((Smith, Ricardo) μελέτησε την συγκρότηση μίας κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, τις βασικές σχέσεις που την διέπουν καθώς και τις συνακόλουθες κοινωνικές διαφοροποιήσεις, ανισοτιμίες και την υποβάθμιση τμημάτων της κοινωνίας. Τα φαινόμενα αυτά χαρακτηρίζουν κάθε διαφοροποιημένη στο εσωτερικό της κοινωνία, δηλαδή κάθε κοινωνία που διαιρείται σε επιμέρους ομάδες και επιπλεόν μεταξύ των ομάδων αυτών επικρατούν σχέσεις εκμετάλλευσης. Η Κλασική Πολιτική Οικονομία  αναγνωρίζοντας αυτήν την πραγματικότητα όριζε σαφώς ότι οι κοινωνικές τάξεις αποτελούν τους βασικούς κοινωνικο-οικονομικούς φορείς και συνεπώς με βάση αυτές ανέλυσε τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις και συνακόλουθα φαινόμενα ανεργίας, φτώχειας κλπ. Για την Πολιτική Οικονομία άλλωστε οι κοινωνικές τάξεις είχαν ήδη μία προϊστορία καθώς είχαν ορισθεί εξίσου σαφώς στο έργο των Γάλλων Φυσιοκρατών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κοινωνικές τάξεις ορίσθηκαν σε σχέση με την κατοχή/νομή βασικών παραγωγικών δυνάμεων και μέσων παραγωγής. Συνεπώς οι κοινωνικές τάξεις ορίζονταν με βάση σχέσεις μέσα στην σφαίρα της παραγωγής, καθώς είναι στην τελευταία που – τόσο κατά τους Φυσιοκράτες όσο και για την Κλασική Πολιτική Οικονομία, και σε αντίθεση με την Εμποροκρατική παράδοση – δημιουργείται ο κοινωνικός πλούτος. Ταυτόχρονα όμως αυτός ο ορισμός των κοινωνικών τάξεων με βάση τις (κοινωνικές) σχέσεις παραγωγής είναι σχετικά αδόμητος καθώς δευτερεύουσες αντιθέσεις πρυτάνευαν στην αντίληψη τόσο των Φυσιοκρατών όσο και της Πολιτικής Οικονομίας. Οι μεν πρώτοι στόχευαν στην στήριξη της ιδιόμορφης αγροτικής κεφαλαιοκρατικής τάξης της εποχής τους στην Γαλλία και συνεπώς ενοποιούσαν την αγροτική κεφαλαιοκρατία με την αγροτική μισθωτή εργασία ως την τάξη των Γεωργών, την οποία όριζαν ως την μόνη παραγωγική – παράγουσα κοινωνικό πλούτο – τάξη. Το αποτέλεσμα της ανάλυσης τους ήταν μία τριπλή ταξική διαίρεση παραγωγικής τάξης (αγροτικοί κεφαλαιοκράτες και μισθωτοί εργάτες γης), στείρας τάξης (κεφαλαιοκράτες και μισθωτοί εργάτες της μεταποίησης) και τάξης της γαιοκτησίας (που εκμίσθωναν τα κτήματα τους στους αγροτικούς κεφαλαιοκράτες). Η ταξική αυτή διαίρεση ενώ οριζόταν με βάση σχέσεις παραγωγής, τις αντιλαμβανόταν ως απλά ιδιοκτησιακά δικαιώματα από τα οποία απόρρεαν αντίστοιχα εισοδήματα και όχι ως σχέσεις ανταγωνισμού μέσα στην ίδια την σφαίρα της παραγωγής για την παραγωγή και την διανομή του κοινωνικού προϊόντος[1]. Αντίστοιχα, η Πολιτική Οικονομία αναγνώριζε τρείς τάξεις – γαιοκτήμονες, κεφαλαιοκράτες, εργάτες – και υποστήριζε την υποβάθμιση της πρώτης καθώς ο ρόλος τους ήταν αντι-παραγωγικός. Και στην Φυσιοκρατική και στην αντίληψη της Πολιτικής Οικονομίας ενώ οι τάξεις ορίζονται με βάση σχέσεις παραγωγής, η ταξική πάλη ορίζεται κυρίως με όρους διανομής εισοδήματος και όχι σύγκρουσης μέσα στην ίδια την σφαίρα της παραγωγής. Στους μεν Φυσιοκράτες η βασική σύγκρουση είναι μεταξύ της παραγωγικής τάξης και των υπόλοιπων – και ήταν μία σύγκρουση που αφορούσε κυρίως κρατικές φιρολογικές και προστατευτικές (αναδιανεμητικές του εισοδήματος) πολιτικές. Στην δε Κλασική Πολιτική Οικονομία η βασική σύγκρουση ήταν μεταξύ κεφαλαιοκρατών και γαιοκτησίας, όπου η τελευταία χωρίς να έχει οποιονδήποτε ρόλο στην παραγωγή αντλεί εισοδήματα τα οποία επιπλέον καταναλώνει αντιπαραγωγικά. Συνεπώς πρόκειται πάλι για μία ταξική αντιπαράθεση βασισμένη σε σχέσεις κατοχής μέσων παραγωγής αλλά διεξαγόμενη στο έδαφος της διανομής του εισοδήματος, καθώς καμμία από τις δύο αυτές τάξεις δεν παράγει κοινωνικό πλούτο[2].

Αντίθετα, για την Οριακή Θεωρία (Μarginalism) και τα νεοκλασικά Οικονομικά τα ιδιωτικώς δρώντα άτομα – τόσο σαν επιχειρηματίες (επιχειρήσεις) όσο και σαν καταναλωτές (νοικοκυριά) – αποτελούν τους πρωταρχικούς κοινονικο-οικονομικούς φορείς. Οι κοινωνικές τάξεις είναι απούσες. Οι όποιες κοινωνικές διαφοροποιήσεις υπάρξουν οφείλονται σε μεσοπρόθεσμα αίτια (πχ. μη-ελεύθερη λειτουργία των αγορών και συνεπώς μη-αποτελεσματική κατανομή των πόρων). Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται σε φαινόμενα όπως ομάδες που έχουν μία μονοπωλιακή θέση σε σχέση με καποιους πόρους και ως εκ τούτου εισπράττουν προσόδους, παραμορφώνοντας έτσι την τέλεια εκκαθάριση των αγορών και τον ανταγωνιστικό προσδιορισμό των τιμών. Οι ομάδες αυτές δεν είναι κοινωνικές τάξεις καθώς δεν ορίζονται ως ουσιακά χαρακτηριστικά του συστήματος αλλά ως ιστορικο-συγκυριακά δημιουργήματα τα οποία μπορούν να εξαλειφθούν χωρίς να ανατρέπονται οι βασικές σχέσεις λειτουργίας του συστήματος. Επιπλέον, αυτή η προσπορίζουσα προσόδους [αναζητούσα προσόδους – rent-seeking] δραστηριότητα κατανοείται αποκλειστικά και μόνο στο πεδίο των αγοραίων σχέσεων και της ανταλλαγής και όχι στην παραγωγή. Αναγνωρίζεται η περιστασιακή δυνατότητα εκμετάλλευσης λόγω άνισης ανταλλαγής αλλά όχι η δυνατότητα εκμετάλλευσης λόγω υπεραξίας μέσα στην παραγωγή. Φαινόμενα όπως η αδυναμία σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας να επιβιώσουν σε ανεκτά επίπεδα (φτώχεια) και η ανεργία αναλύονται ως περιστασιακές καταστάσεις . Σε πιό σκληρές νεο-φιλελεύθερες παραλλαγές δε η ανεργία – και η συνακόλουθη αδυναμία αυτοσυντήρησης – επιρρίπτονται στους ίδιους τους παθόντες (φυσικό ποσοστό ανεργίας).

Για την Μαρξιστική Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας οι κοινωνικές τάξεις ορίζονται με ακόμη μεγαλύτερη αυστηρότητα και συνεκτικότητα, από ότι στην Κλασική Πολιτική Οικονομία, ως οι πρωταρχικοί κοινωνικο-οικονομικοί φορείς. Υπάρχουν δύο καθοριστικά σημεία διαφορισμού της Μαρξιστικής θεώρησης από αυτήν της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας.

Πρώτον, οι κοινωνικές τάξεις ορίζονται αυστηρότερα σε σχέση με τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, δηλαδή την σχέση ιδιοκτησίας και ελέγχου των μέσων παραγωγής και του συνακόλουθου ελέγχου της διαδικασίας εργασίας (labour-process). Απόρροια της σχέσης αυτής είναι η κεφαλαιοκρατική εκμετάλλευση των άμεσων παραγωγών, δηλαδή η ιδιοποίηση του πλεονάσματος ως υπεραξίας. Για την Μαρξιστική θεώρηση η πρωτοκαθεδρία της στιγμής της παραγωγής – και των σχέσεων μέσα στην σφαίρα της παραγωγής – σε σχέση με τις υπόλοιπες στιγμές-σφαίρες του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου (total circuit of capital) (κυκλοφορία, ανταλλαγή, διανομή) αποκτά μία σαφήνεια και αδρότητα άγνωστη για την Κλασική Πολιτική Οικονομία* παρόλο που και η τελευταία – σε καταφανή αντίθεση με τα νεοκλασικά Οικονομικά, που αποτελούν κυριολεκτικά οικονομικά της ανταλλαγής (economics of exchange) – αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία της σφαίρας της παραγωγής. Αυτή η σαφήνεια και η έμφαση της Μαρξιστικής παράδοσης στηνσφαίρα της παραγωγής της προσδίδει την ικανότητα ανάλυσης των δρωμένων μέσα σε αυτήν. Η μελέτη της διαδικασίας εργασίας έχει μία ιδιαίτερη βαρύτητα για την Μαρξιστική θεωρία, σε αντίθεση τόσο με την Κλασική Πολιτική Οικονομία όσο και με τα νεοκλασικά Οικονομικά. Ιδιαίτερα για τα τελευταία αυτή εκχωρείται σε επιστημονικούς κλάδους παρεμφερείς αλλά εκτός Οικονομικών (Βιομηχανική Οργάνωση, Διοίκηση Επιχειρήσεων κλπ.)

Δεύτερον, το σύστημα των κοινωνικών τάξεων έχει έναν ιστορικά δυναμικό χαρακτήρα. Σε αντίθεση με την πεποίθηση της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας για τον υπερ-ιστορικό χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας (η “σύγχρονη” κοινωνία κατά Smith, που προσιδιάζει στην ανθρώπινη φύση σε αντίθεση με παλαιότερες “πρωτόγονες και χυδαίες” μορφές κοινωνικής οργάνωσης που παραβίαζαν την ανθρώπινη φύση), που από την στιγμή εγκαθίδρυσης της θα “κλείσει” την ιστορία. Δηλαδή δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Η ταξική πάλη υφίσταται – εφόσον οι σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών τάξεων στο εσωτερικό της αστικής κοινωνίας είναι ανταγωνιστικές – αλλά οι αντιθέσεις αυτές δεν πρόκειται να δημιουργήσουν μία νέα κοινωνικο-οικονομική οργάνωση[3]. Αντιθέτως, για την Μαρξιστική παράδοση η ιστορία παραμένει ανοικτή και η ταξική πάλη μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα μπορεί να δημιουργήσει τους όρους και τις δυνατότητες υπέρβασης του και επομένως και της κατάργησης των ίδιων των αντιμαχομένων τάξεων.

Η κεφαλαιοκρατική ανασυγκρότηση από την δεκαετία του ‘70 μέχρι σήμερα – ως απάντηση στην κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου – επέτεινε δραστικά την ανεργία και συνακόλουθα φαινόμενα αδυναμίας αυτοσυντήρησης μεγάλων μερίδων του πληθυσμού. Στο έδαφος αυτό αναπτύχθηκαν μία σειρά θεωρίες που μελετούν την όξυνση των φαινομένων αυτών: θεωρίες περί “κοινωνίας των δύο τρίτων”, κοινωνικού αποκλεισμού, “νέας φτώχειας”. Οι θεωρίες αυτές είναι αποτελούν μία ισχυρή κριτική της κεφαλαιοκρατικής ανασυγκρότησης και ιδιαίτερα των νεο-φιλελεύθερων πολιτικών. Ταυτόχρονα όμως είναι κυρίως κοινωνιολογικού χαρακτήρα και επιπλέον αποφεύγουν συστηματικά να αναγνωρίσουν τις κοινωνικές τάξεις ως το έδαφος των φαινομένων αυτών. Αντιθέτως, συνήθως προσφεύγουν σε μεσοπρόθεσμες κοινωνικές συλλογικότητες που συνήθως ορίζονται εκτός της σφαίρας των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Στον βαθμό που αναφέρονται σε κάποια οικονομική θεωρία, οι συνηθέστερες είναι αυτές που εντάσσονται στο ρεύμα της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας (Radical Political Economy).

Η Ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία εμφανίσθηκε στην δεκαετία του ‘70. Αποτελείται από ετερόδοξες θεωρίες που αμφισβητούν την ορθόδοξη οριακή και νεο-κλασική παράδοση χωρίς όμως να εντάσσονται στην Μαρξιστική παράδοση καθ’ εαυτή. Κατά βαση αναφέρονται σην τελευταία ή δανείζονται βασικές έννοιες ή/και προβληματικές αλλά ταυτόχρονα αμφισβητούν θεμελιακές πλευρές της. Ταυτόχρονα αντλούν αναφορές από μία σειρά άλλες θεωρητικές παραδόσεις, όπως τον Κεϋνσιανισμό και την Θεσμιστική προσέγγιση του Veblen. Aυτός ο παραπεμπτικός πλουραλισμός (referential pluralism) όσον αφορά την “γενική θεωρία” – αλλά και τα πεδία ενασχόλησης τους – δίνουν στις περισσότερες θεωρίες της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας τον χαρακτήρα – και τα ελλατώματα – θεωριών “μεσαίου βεληνεκούς”.

Στις θεωρίες της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας (Radical Political Economy) η έννοια των κοινωνικών τάξεων χάνει την κεντρικότητα της ή/και εξαλείφεται πλήρως, υποκαθιστούμενη απο ελλάσσονες κοινωνικές συλλογικότητες (πχ. “νέα κοινωνικά κινήματα”) ή και ατομιστικά δρώντα υποκείμενα (που εκ των υστέρων αθροίζονται σε ήσσονος σημασίας ομάδες). Η, κατά βάση κοινή, οικονομική θεωρία που υποστηρίζει τις προσεγγίσεις αυτές βασίζεται στον υποτιθέμενο δομικό κατακερματισμό της αγοράς εργασίας (segmented labour market) – ιδιαίτερα με βάση διαχωρισμούς κατά φύλο (gender) και γένος (race) – και στις συνακόλουθες έννοιες της ευλύγιστης εργασίας (flexible labour) και του μετα-Φορντισμού (post-Fordism).

ΙΙ. Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ

ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΕΣΑΙΟΥ ΒΕΛΗΝΕΚΟΥΣ

Εν πολλοίς οι θεωρίες που εντάσσονται στο ρεύμα της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας υιοθετούν την μεθοδολογία της θεωρίας “μεσαίου βεληνεκούς”[4]. Οι θεωρίες “μεσαίου βεληνεκούς” – σε αντίθεση με τις γενικές θεωρίες – συγκροτούνται σε ένα καθαρά εμπειρικό επίπεδο και με βάση αυτό παράγουν μία προ-θεωρητική ανάλυση την οποία ακολούθως προτείνουν ως θεωρία[5]. Aποσκοπούν στο να ερμηνεύσουν μεσο-πρόθεσμες καταστάσεις πραγμάτων και ισχυρίζονται ότι αυτό είναι δυνατόν χωρίς μία γενική θεωρία και συνεπώς χωρίς η ανάλυση των μεσο-πρόθεσμων καταστάσεων να συνδέεται οργανικά με την συνολική μακροπρόθεσμη εξέλιξη. Η τελευταία καταλήγει να θεωρείται ένα άθροισμα μεσο-πρόθεσμων καταστάσεων. Συνακόλουθα, η γενική θεωρία είτε θεωρείται άχρηστη είτε θεωρείται ότι θα προκύψει από ένα άθροισμα θεωριων “μεσαίου βεληνεκούς” είτε αντιμετωπίζεται σχετικιστικά και αγνωσττικιστικά. Δηλαδή επιδιώκεται η συμφωνία στην θεωρία “μεσαίου βεληνεκούς” και από εκεί και πέρα κάθε συγγραφέας μπορεί να επιλέξει την γενική θεωρία με την οποία θα την συνδέσει – φυσικά με ένα αδύναμο και μη-συνεκτικό τρόπο. Οι θεωρίες “μεσαίου βεληνεκούς” ξεκινούν από ένα σύνολο εμπειρικών πεποιθήσεων, τις οποίες θεωρούν ως προφανή και αυταπόδεικτη πραγματικότητα. Συνήθως οι εμπειρικές αυτές πεποιθήσεις προκύπτουν από κάποια εμπειρική – και συνηθως ποσοτική – ανάλυση, ενώ εξίσου συνήθως υποκρύπτονται οι θεωρίες που οργανώνουν το πλαίσιο της ανάλυσης αυτής. Οι εμπειρικές αυτές πεποιθήσεις τυποποιούνται σε κωδικοποιημένα  γεγονότα (stylised facts). Από τα τελευταία συγκροτείται ένα σύνολο ενδιάμεσων εννοιών (intermediate terms) που είναι ουσιαστικά προ-θεωρητικής υφής εφόσον έχουν μία άμεση – και ταυτόχρονα αυθαίρετα επιλεκτική – ταύτιση με συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες. Σύμφωνα με την Μαρξική διαλεκτική αφηρημένου-συγκεκριμένου η αφαίρεση από τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες της μορφής εμφάνισης (appearance) των πραγμάτων οδηγεί στην αναγνώριση της ουσίας (essence). Από την τελευταία παράγονται οι βασικές έννοιες και αναλύεται η διαλεκτική σχέση ουσίας-εμφάνισης και αφηρημένου-συγκεκριμένου, μέσα στα πλαίσια μίας γενικής θεωρίας. Επομένως, μεσο-πρόθεσμες καταστάσεις οφείλουν να εντάσσονται και να αναλύονται μέσα στα πλαίσια της γενικής θεωρίας. Οι όποιες επιπρόσθετες θεωρητικές έννοιες είναι αναγκαίες πρέπει να συνδέονται οργανικά με τις γενικές θεωρητικές έρννοιες. Αντιθέτως, οι θεωρίες “μεσαίου βεληνεκούς” υποκαθιστούν  την οργανική ενότητα αφηρημένου-συγκεκριμένου με αυθαίρετες ενδιάμεσες έννοιες που προκύπτουν από εμεπιριστικές τυποποιήσεις και ποσοστικούς φορμαλισμούς. Με τον τρόπο αυτό οι θεωρητικές κατασκευές που προκύπτουν έχουν ένα κυκλικό και ταυτολογικό χαρακτήρα, εφόσον αφενός αυτοεπιβεβαιώνονται αδόκιμα αλλά αφετέρου αδυνατούν να έχουν οποιαδήποτε ουσιαστική ερμηνευτική ικανότητα.

Η κρίση του Δυτικού Μαρξισμού (Western Marxism) και των επιγόνων του – αλλά και των ετερόδοξων αστικών θεωριών – στην δεκαετία του ‘70 οδήγησε στην ανάπτυξη μίας χωρείας προσεγγίσεων που έχουν χαρακτηρισθεί ως νεώτερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς (newer radical middle-range theories)[6]. Η Ρύθμιση, οι Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης, η Ευλύγιστη Εξειδίκευση – αλλά και θεωρίες της Κατακερματισμένης Αγοράς Εργασίας λίγο παλαιότερα – αποτελούν τα βασικά μέλη αυτής της χωρείας θεωριών. Βασικό κοινό χαρακτηριστικό τους είναι το γεγονός ότι συγκροτούνται μέσω μίας άμεσης προσφυγής στο συγκεκριμένο – επί του προκειμένου στην μεσοπολεμική και μεταπολεμική πραγματικότητα – και η επικέντρωση τους σε εμπειρικούς και ιστορικο-συγκυριακούς (historically contigent) παράγοντες. Η ερμηνευτική τους αδυναμία συγκαλύπτεται πίσω από την εισαγωγή στην ανάλυση πολυ-αιτιακών σχέσεων – που συγκαλύπτουν την έλλειψη θεωρητικής συνοχής – και ιδιαίτερα θεσμιστικών (institutionalist) θεωρήσεων.

Οι νεώτερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς ξεκίνησαν σχετικοποιόντας κάποια προϋπάρχουσα γενική θεωρία – συνήθως τον Μαρξισμό[7]. Βασικός ισχυρισμός τους ήταν ότι είχαν λάβει χώρα ρηξικέλευθες αλλαγές στην κοινωνική πραγματικότητα που απαιτούσαν την αναγνώριση διαφορετικών σταδίων μέσα σε ένα κοινωνικό τρόπο παραγωγής και, επιπρόσθετα, διαφορετικών θεωρητικών εργαλείων για την ανάλυση κάθε σταδίου. Συνεπώς αφενός σχετικοποιούσαν – και υποβάθμιζαν άρρητα – έννοιες που αφορούσαν τον κοινωνικό τρόπο παραγωγής εν γένει, αφετέρου την ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία αναλάμβαναν – άρρητα επίσης στην αρχή – οι ενδιάμεσες έννοιες. Σε μετέπειτα φάσεις τα κατάλοιπα των γενικών θεωριών εξοβελίσθηκαν πλήρως και οι ενδιάμεσες έννοιες κυριάρχησαν πλήρως. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η γενική θεωρία του κοινωνικού τρόπου παραγωγής έχανε οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία και εάν δεν απουσίαζε τελείως – οπως στην θεωρία της Ευλύγιστης Εξειδίκευσης – κατέληγε σε τυπολογικούς φορμαλισμούς χωρίς ουσιαστική αξία – όπως οι έννοιες του Φορντισμού και του μετα-Φορντισμού στην Ρύθμιση και στις Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης. Τα στάδια του τρόπου παραγωγής αποκτούσαν μία περισσότερο από “σχετική” αυτονομία και ουσιαστικά αποτελούσαν αυτοτελή σχεδόν κοινωνικά συστήματα που έχρηζαν ιδιαίτερης – μεσαίου βεληνεκούς – θεωρίας. Μέσα σε αυτό το εμπειριστικό και ιστοριστικό πλαίσιο κάποιες ιστορικές περίοδοι, σιωπηρώς, βάραιναν περισσότερο από άλλες και συνεπώς σημάδευαν την γενική θεωρητική τυπολογία. Η περίοδος του ‘20 – κυοφορία του Φορντισμού – και η μεταπολεμική περίοδος – εγκαθίδρυση του Φορντισμού – διαδραματίζουν το ρόλο αυτό στην Ρύθμιση και στις Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης. Συνακόλουθα, το θεωρούμενο ως μετέπειτα στάδιο του μετα-Φορντισμού δεν ορίζεται αυτοτελώς αλλά σαν αδύναμο παράγωγο της καθοριστικής περιόδου. Αντίστοιχα, οι προηγούμενες περίοδοι είτε παραγνωρίζονται είτε ερμηνεύονται σαν απλές φάσης προλείανσης του εδάφους γιά την καθοριστική περίοδο[8].

Ενα σημαντικό παράγωγο των θεωρήσεων αυτών ήταν ότι οι κοινωνικές τάξεις – βασικό συστατικό στοιχείο του κοινωνικού τρόπου παραγωγής – χάνουν σταδιακά την ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία τους. Στα πλαίσια της αναζήτησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους σε κάθε στάδιο, διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό τους αποκτούν αύξουσα σημασία. Καθώς οι νεώτερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς έλκουν μεγάλο μέρος της έμπνευσης τους από την Συζήτηση για τη Διαδικασία Εργασίας, οι μετασχηματισμοί και οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της εργασίας αποκτούν βαρύνουσα σημασία. Συνεπώς κατακερματισμοί και μερίδες της εργασίας αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο. Αυτό σε συνδυασμό με τον θεσμισμό που χαρακτηρίζει τις νεώτερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς, αλλά και την κρίση στην θεωρία της Διαδικασίας Εργασίας[9], οδήγησε στην υποβάθμιση των σχέσεων μέσα στην σφαίρα της παραγωγής, σαν παραγωγών των μετασχηματισμών και των διαφοροποιήσεων, και στην προϊούσα υποβάθμιση – έως και απόρριψη – των κοινωνικών τάξεων. Σχέσεις εξουσίας και διαιρέσεις με βάση το φύλο και το γένος αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα και αυτοτέλεια στην αναγνώριση και την ερμηνεία των κατακερματισμών της εργασίας.

ΙΙΙ. ΜΑΡΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΤΑΞΕΩΝ;

Μέσα στα πλαίσια της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας έχουν διατυπωθεί δύο δρόμοι αποκαθήλωσης της πρωταρχικότητας των κοινωνικών τάξεων[10]. Ο πρώτος ξεκινά από μία υπερπλειοδοσία της πρωτοκαθεδρίας της σφαίρας της παραγωγής, που καταλήγει να την αποσυνδέει σε καθοριστικά σημεία από τις υπόλοιπες στιγμές του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου. Συνεπώς παραγνωρίζει ότι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή είναι πάντα κεφαλαιοκρατική εμπορευματική παραγωγή. Καταλήγει να μελετά την διαδικασία εργασίας πρώτα και κύρια ως διαδικασία σχέσεων εξουσίας (power relations), χάνοντας έτσι τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σε σχέση με άλλους τρόπου ταξικής κυριαρχίας. Ο θεσμισμός αποτελεί το όχημα αυτής της προσέγγισης. Κατακερματίζεται η εργασία μέσα από θεσμοποιημένες διαιρέσεις και προκύπτουν παραλλαγές της θεωρίας των κατακερματισμένων αγορών εργασίας (segmented labour markets). Οι θεωρίες αυτές, επίσης, καταλήγουν στην απόρριψη της Αξιακής Θεωρίας της Αφηρημένης Εργασίας καθώς αμφισβητούν τον εμπορευματικό χαρακτήρα της εργασιακής δύναμης[11]. Εάν η  εργασιακή δύναμη δεν είναι εμπόρευμα, τότε η εκμετάλλευση της οφείλει να ορισθεί σε μη-εμπορευματικούς όρους σαν απόρροια (α) σχέσεων εξουσίας μέσα στην παραγωγή και (β) θεσμικών και πολιτισμικών ιεραρχιών εκτός παραγωγής (κράτος, οικογένεια, γένος και φύλο). Επιπρόσθετα, οι δεύτερες ολοένα και περισσότερο επικαθορίζουν τις πρώτες.        Συνεπώς, ενώ δεν αναιρείται η κεντρικότητα της εργασίας – και συνεπώς της σφαίρας της παραγωγής – για τις σύγχρονες κοινωνίες, η εργασία (και η εργατική τάξη) κατακερματίζονται σε βαθμό που χάνουν οποιαδήποτε ουσιαστική ενιαία υπόσταση. Από πρωταρχικός παράγων χάνει οποιαδήποτε ουσιώδη σημασία και την ουσιαστική ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία αναλαμβάνουν επιμέρους κατηγορίες της εργασίας, οι οποίες ολοένα και περισσότερο οριζονται με εξω-εργασιακά κριτήρια (πολιτισμικά, ιστορικο-συγκυριακά κλπ.). Μέσω του θεσμισμού και των σχέσεων εξουσίας εισάγονται δε νέα υποκείμενα ως πρωταρχικά – τα λεγόμενα νέα κοινωνικά κινήματα.

Ενα άλλο παράγωγο της προσέγγισης αυτής είναι η υιοθέτηση άλλων θεωριών περί εκμετάλλευσης – βασισμένων σε θεσμικές ανισότητες και σχέσεις εξουσίας – και όχι η Μαρξική θεωρία της υπεραξίας.

Ο άλλος δρόμος είναι μία κυρίως πολιτισμική θεώρηση, με σαφώς μικρότερη γείωση στην οικονομία. Oσον αφορά την μεθοδολογία, στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για θεωρίες “μεσαίου βεληνεκούς” αλλά για suis generis γενικές θεωρίες μετα-μοντέρνου τύπου. Ενώ αποτάσσονται την “γενική θεωρία” αποτελούν ουσιαστικά σχετικιστικές και θεωρητικά αδόμητες γενικές θεωρίες (βλέπε Callinicos (1989)).

Ο δρόμος αυτός – άμεσα συνδεόμενος με τις μετα-μοντέρνες προβληματικές – υποστηρίζει ότι στην σύγχρονη κοινωνία επικρατεί μία πλήρης αποδόμηση (deconstruction) των κοινωνικο-οικονομικών δομών και των αντίστοιχων υποκειμένων. Η αποδόμηση αυτή εντοπίζεται κυρίως στο τέλος της βιομηχανικής παραγωγής και της εργασίας (μέσω θεωριών της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας) λόγω αλλαγών στην σφαίρα της κοινωνικής αναπαραγωγής – και ιδιαίτερα στην ιδεολογία και στο Λόγο (discourse). H αδύναμη σχέση που υπάρχει με την οικονομία, εκφράζεται συνήθως μέσω της πλευράς της ζήτησης και των αξιών χρήσης. Θεωρείται – απηχόντας επιπόλαιες κεϋνσιανές αναγνώσεις  αλλά και εξίσου επιπόλαιες αναστροφές του Marx – ότι η ζήτηση είναι καθοριστική και ότι έχει επέλθει σε αυτή μία ριζική διαφοροποίηση: έχει τελειώσει ανεπιστρεπτί η ιστορική περίοδος της μαζικής παραγωγής – μαζικής κατανάλωσης (συνήθως οριζόμενης ως Φορντισμού). Πραγματοποιείται δηλαδή μία αλλαγή του θεωρητικού επίκεντρου από τις διαφοροποιήσεις στην διαδικασία και στις αγορές εργασίας στις διαφοροποίησεις των γούστων (tastes) με βάση ιδεολογικούς και σημειολογικούς-λεκτικούς παράγοντες. Αποτέλεσμα είναι ο κατακερματισμός των αγορών προϊόντων. Η μορφή παραγωγής που έπεται είναι συνήθως η μικρής κλίμακας μετα-Φορντική (post-Fordist) παραγωγή. Στην περίπτωση αυτή η ύπαρξη οριοθετημένων αγορών εργασίας υποβαθμίζεται ριζικά – εάν δεν εξαλείφεται πλήρως – καθώς ο υποτιθέμενος νέος μετα-Φορντικός τύπος εργασίας είναι ευλύγιστος (μπορεί να επιτελέσει διαφορετικές εργασίες), κοινωνικά αλληλέγγυος κλπ.

Στην θέση της απόρριψης της υπόθεσης Braverman για το Διαδικασία εργασίας, οι μετα-μοντέρνες και μετα-μοντερνίζουσες προβληματικές (με τυπικό δείγμα τον μετα-Μαρξισμό) θέτουν είτε την πλήρη αμφισβήτηση της κεντρικότητας της εργασίας είτε την αποδόμηση της με βάση όμως κυρίως ιδεολογικούς-λεκτικούς παράγοντες και λιγότερο – εάν όχι καθόλου – τον κατακερματισμό της διαδικασίας εργασίας.

Ο Lash (1990) αλλά και οι τελευταίες θεωρίες του Aglietta-Brender (1984). O Lash προτείνει μία πολιτική οικονομία του μετα-μοντερνισμού όπου ένα “καθεστώς σήμαννσης” (regime of signification) συναρθρώνεται με ένα “καθεστώς συσσώρευσης” κασι από τα οποία προκύπτει η σημερινή ανασυγκροτημένη κεφαλαιακή συσσώρευση, την οποία χαρακτηρίζει ως μετα-Φορντισμό ή “ανοργάνωτο καπιταλισμό” (disorganised capitalism). Ο μετα-Φορντισμός στρέφεται από την μαζική παραγωγή και κατανάλωση (του Φορντισμού) προς τις υπηρεσίες και την πληροφορία, την ευλύγιστη παραγωγή και την εξειδικευμένη κατανάλωση. Συνεπώς η εργατική τάξη συρρικνώνεται και κατακερματίζεται και η αντίσταση στον καπιταλισμό επιμερίζεται σε αποκεντρωμένα κοινωνικά κινήματα. Η εργασία χάνει σταδιακά την κεντρικότητα της καθώς όχι μόνο διασπάται αλλά ταυτόχρονα περιορίζεται. Το νέο καθεστώς συσσώρευσης μετετρέπεται σε ένα κυρίως καθεστώς σήμανσης, καθώς τα μέσα παραγωγής και οι παραγωγικές σχέσεις γίνονται ολοένα και περισσότερο πολιτισμικής-λεκτικής υφής. Κατά τον Lash, οι παραγωγικές σχέσεις δεν διαμεσολαβούνται πλέον τόσο από τα υλικά μέσα παραγωγής αλλά είναι θέματα λόγου και επικοινωνίας μεταξύ της διεύθυνσης και των εργατών  (κύκλοι ποιότητας, ομαδικές ενημερώσης, ιαπωνικές μέθοδοι διεύθυνσης κλπ.).

Επίσης κατά τους Aglietta-Brender (1984) το κεφάλαιο δεν είναι παρά ένας τρόπος επικοινωνίας (mode of communication) μεταξύ των πιο διαφορετικών τρόπων παραγωγής και εκφράζεται ως χρήμα. Διακρίνουν τρεις κοινωνίες: το παλαιό καθεστώς, την αστική κοινωνία και την σημερινή μισθωτή κοινωνία (wage society). Η τελευταία δεν είναι μία ταξική κοινωνία αλλά μία μαζική κοινωνία (mass society) καθώς η μισθωτή σχέση έχει βγει από το εργοστάσιο και καλύπτει όλη την κοινωνική ζωή. Η εργατική τάξη έχει διαλυθεί μέσα στην μάζα των μισθοσυντήρητων, που είναι μία τεράστια ασαφής μάζα που διαφοροποιείται μέσω σχέσεων εξουσίας (κατά Foulcaut) και διαφορετικών καρταναλωτικών προτύπων που όμως καθορίζονται από πολιτιστικές-λεκτικές σημάνσεις.

Οι δύο προαναφερθείσες προσεγγίσεις πολλές φορές επικοινωνούν εάν δεν συγκλίνουν. Η προσωπική πορεία του Aglietta είναι χαρακτηριστική

IV. ΘΕΩΡΙΕΣ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Οι μετα-μοντερνίζουσες προσεγγίσεις έχουν περιορισμένο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν ουσιαστικά “ιχνογραφίες του μέλλοντος” με μικρή θεωρητική και εμπειρική τεκμηρίωση και συνοχή. Αντιθέτως, οι θεωρίες εκείνες που προβληματίζονται για τον κατακερματισμό της εργασίας παρουσιάζουν σαφώς μεγαλύτερο ενδιαφέρον, εφόσον αφενός παρουσιάζουν μεγαλύτερη θεωρητική και εμπειρική συνοχή και αφετέρου άπτονται ενός πραγματικού φαινομένου. Δύο – επικοινωνούντα εν πολλοίς – ρεύματα καλύπτουν τον χώρο αυτό: η θεωρία των Κοινωνικών Δομών Συσσώρευσης (Reich-Edwards-Gordon (1982)) και η θεωρία της Ευλύγιστης Εξειδίκευσης (Piore-Sabel (1984))[12].

Και οι δύο αυτές θεωρίες ξεκινούν από την παλαιότερη θεωρία της Δυϊστικής Αγοράς Εργασίας (dual labour market). Η παραδοσιακή εκδοχή της δόθηκε από τους Doeringer-Piore (1971), ενώ μία πιό ριζοσπαστική εκδοχή προτάθηκε από τους Reich-Edwards-Gordon (1975). Η βασική κοινή τους θέση ήταν ότι η αγορά εργασίας δεν λειτουργεί με τον τέλειο τρόπο που υποθέτει η νεοκλασική θεωρία και αυτό γιατί η εργασία διαφέρει από τα άλλα εμπορεύματα καθώς έχει δική της βούληση και αποσκοπεί στην εργασιακή ασφάλεια (job security) και στις ευκαιρίες προώθησης (advancement opportunities), σε αντίθεση με την διεύθυνση που ενδιαφέρεται για την αποτελεσματικότητα. Με βάση τα παραπάνω διακρίνουν δύο αγορές εργασίας:

(1) ένα πρωταρχικό τομέα – τον πυρήνα (core) – που χαρακτηρίζεται από σταθερή απασχόληση, αναπτυγμένη διαίρεση της εργασίας, υψηλά κίνητρα, προοπτικές και μισθούς και βρίσκεται σε μεγάλες, έντασης-εργασίας και προχωρημένες διαδικασίες παραγωγής

(2) ένα δευτερεύοντα τομέα – την περιφέρεια (periphery) – με ανασφαλή απασχόληση, χωρίς προοπτικές και με χαμηλούς μισθούς σε μικρής κλίμακας επιχειρήσεις.

Η βάση του δυϊσμού αυτού βρίσκεται στον δυϊσμό της αγοράς προϊόντων, μεταξύ (α) μεγάλων επιχειρήσεων με μειούμενα μέσα κόστη, που ενός σταθερού που καλύπτουν με μαζικά παραγόμενα τυποποιημένα προϊόντα το σταθερό τμήμα της ζήτησης και (β) μικρών επιχειρήσεων που καλύπτουν το ασταθές (κυκλικό και εποχιακό) τμήμα της ζήτησης. Στο εσωτερικό των πρώτων δημιουργούνται εσωτερικές αγορές εργασίας (internal labour markets) καθώς η αναπτυγμένη διαίρεση της εργασίας τυποποιείται σε εργασιακές κατηγορίες με τυπικά προαπαιτούμενα.

Η διαφοροποίηση των Reich-Edwards-Gordon (1975) είναι ότι, σε αντίθεση με την απουσία μακροοικονομικού πλαισίου – για την ακρίβεια τον μικρο-οικονομικό χαρακτήρα – της θεωρίας των Doeringer-Piore (1971) – βασίζουν την αγορά εργασίας στην σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όχι μόνο σχετικά με μισθούς και συνθήκες εργασίας αλλά και σχετικά με τον έλλεγχο της διαδικασίας παραγωγής καθ’ εαυτής. Επιπλέον, κάνουν πιό έντονο το ρήγμα με την νεοκλασική θεωρία – σε σχέση με τις άτολμες θέσεις των Doeringer-Piore (1971) – και ιδιαίτερα με την θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Ενα βασικό εμπειρικό στοιχείο στις αναλύσεις και των δύο αυτών προσεγγίσεων  ήταν η ύπαρξη της φτώχειας των μαύρων αστικών ghettos. Kατά τον Piore (1970, σ.60), η δυϊστική αγορά εργασίας ερμηνεύει την πραγματικότητα των ghettos αυτών.

Aπό τις Δυϊστικές θεωρίες το επόμενο βήμα ήταν σε πιό συστηματοποιημένες θεωρίες του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας, όπως η θεωρία των Koινωνικών Δομών Συσσώρευσης (Reich-Edwards-Gordon (1982)) αλλά και μετέπειτα εργασίες των Piore και Sabel [13]. Μία πρώτη κοινή διαφοροποίηση είναι ότι, μετά από εμπειρικές μελέτες που απέρριπταν την αρχική δυϊστική διαίρεση, ο πυρήνας διακρίνεται σε δύο υπο-τομείς:

(α) έναν “ανεξάρτητο πρωταρχικό” υπο-τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει διευθυντικές και τεχνικές εργασίες που χαρακτηρίζονται από υψηλότερους μισθούς, μεγαλύτερες δυνατότητες προαγωγής και εργασία που δεν υπόκειται σε τυποποιημένους κανόνες δουλειάς και ελέγχου και που αφήνουν μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλιών.

(β) έναν “υποταγμένο πρωταρχικό” (subordinate) υπο-τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει ημι-ειδικευμένες εργασίας μπλε και λευκού κολλάρου που βασίζονται σε τυποποιημένους κανόνες δουλειάς και υπόκεινται σε συγκεκριμένο έλεγχο και επίβλεψη.

Αυτή η 2+1 διαίρεση της αγοράς εργασίας διαπλέκεται με προϋπάρχουσες διαφορές φύλου και γένους και παράγει μόνιμες αντικειμενικές διαιρέσεις του κόσμου της εργασίας.

Με βάση τα παραπάνω, ο Piore (Berger-Piore (1980), Piore (1979)) προτείνει μία γενική θεωρία του κατακερματισμού, άσχετα από τον αριθμό των τμημάτων καθώς και μία θεσμιστικού τύπου ερμηνεία της σχέσης ανεργίας-πληθωρισμού. Eνα στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η έμφαση που δίνεται στον δευτερεύοντα τομέα – της μικρής κλίμακας παραγωγής και των ευλύγιστων μορφών εργασίας. Η έμφαση αυτή κορυφώνεται στην θεωρία της Ευλύγιστης Εξειδίκευσης των Piore-Sabel (1984), όπου η μαζική, μεγάλης κλίμακας παραγωγή θεωρείται ένα ατυχές ιστορικό συμβάν – καθόλου αναγκαστικά επιβεβλημένο, αλλά απότοκο ιδιαίτερων ιστορικών περιστάσεων. Περιγράφεται δε η σημερινή εποχή ως η πάλη μεταξύ δύο τομέων:

(1) Ενός τομέα μικρής κλίμακας παραγωγής με ευλύγιστη εργασία και μη-αποξενωτικές εργασιακές συνθήκες, o oποίος στηρίζεται σε τοπικές κοινωνίες και διαδικασίες και δίκτυα κοινωνικής και οικονομικής αλληλεγγύης, που με την σειρά τους βασίζονται σε ενδιάμεσες κοινωνικές συλλογικότητες όπως τοπικές ομάδες, διαιρέσεις κατά γένος και φύλο (εκφρασμένες από νέα κοινωνικά κινήματα και αντίστοιχους θεσμούς).

(2) Του παραδοσιακού τομέα της μεγάλης κλίμακας παραγωγής με την αυστηρή διαίρεση διεύθυνσης-εργασίας, κεφαλαίου και εργατικής τάξης και τις αποξενωτικές διαδικασίες εργασίας.

Οι Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης  ακολουθούν ένα διαφορετικό δρόμο. Με ήδη διατυπωμένα τα ευρύτερα θεωρητικά πεδία των θεωρητικών τους, προχωρούν σε μία πλήρη μακρο-οικονομική θεωρία. Ξεκινόντας από την θεωρία των μακρών κύκλων και με βάση εμπειρικές μελέτες, προτείνουν μία θεωρία περιοδολόγησης του καπιταλισμού. Η θεωρία αυτή, όπως και η αντίστοιχη της Ρύθμισης, προκύπτει  από την μεθοδολογία “μεσαίου βεληνεκούς”, και έχει επικριθεί βάσιμα ως εμπειριστική και αβάσιμη. Κάθε περίοδος  αναγνωρίζεται ως μία κοινωνική δομή συσσώρευσης. Θεωρείται ότι στην πρώτη περίοδο του καπιταλισμού (ανταγωνιστικός καπιταλισμός) η εργασία έτεινε να ομογενοποιηθεί με διαδικασίες όπως αυτές που υποθέτει η θέση Braverman περί αποειδίκευσης. Αντιθέτως, στις μετέπειτα περιόδους η βιομηχανική δομή – και συνακόλουθα η διαδικασία εργασίας – διαιρείται σε δύο τμήματα: (1) το μονοπωλιακό τμήμα των μεγάλων επιχειρήσεων και, (2) ένα επιβιώνον ανταγωνιστικό τμήμα. Η διαδικασία εργασίας πλέον παρουσιάζει αντιφατικές τάσεις ειδίκευσης και αποειδίκευσης διαφορετικών μερίδων της εργατικής τάξης, που καθορίζονται όχι μόνον από τεχνικά χαρακτηριστικά αλλά από διευθυντικές στρατηγικές ελέγχου και γραφειοκρατικά συστήματα σχεδιασμού θέσεων εργασίας και ορισμού προαπαιτουμένων για την πρόσληψη ή την προαγωγή σε αυτές . Συνεπακόλουθο αυτής της διαφοροποίησης της βιομηχανικής δομής είναι η διαφοροποίηση των αγορών εργασίας στα προαναφερθέντα 2+1 τμήματα. Ο κατακερματισμός αυτός συνδέεται – μέσω του γνωστού, και προβληματικού,  πολυ-αιτιακού πλαισίου των νεώτερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς – με διαιρέσεις κατά φύλο και γένος.

Η θεωρία των Κοινωνικών Δομών Συσσώρευσης καταλήγει να διασπά τον κόσμο της εργασίας σε μονίμως αποσυνδεμένα τμήματα με διαφορετικούς ρόλους και διαφορετικά συμφέροντα. Επιπρόσθετα, ο ολοένα και εντονότερος επικαθορισμός αυτών των διασπάσεων από εξω-παραγωγικούς παράγοντες επιτείνει την μονιμότητα αυτής της διαφοροποίησης. Η ανάλυση αυτή βασίζεται, επιπλέον, σε μία εξαιρετικά προβληματική ιστορικο-συγκυριακή υπόθεση: τo σύμφωνο κεφαλαίου-εργασίας (capital-labour accord) της Φορντικής περιόδου. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, στην περίοδο του Φορντισμού, οι εργάτες στον συνδικαλισμένο τομέα – κατά βάση στον πυρήνα και από τις κυρίαρχες κατηγορίες γένους και φύλου  – εγκατέλειψαν την πάλη γιά μεγαλύτερο έλεγχο επάνω στην διαδικασία εργασίας με αντάλλαγμα την σύνδεση μισθών-παραγωγικότητας, εξασφάλιση απασχόλησης, κοινωνικά βοηθήματα και καλύτερες εργασιακές συνθήκες. Συνεπώς ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας της εργατικής πάλης αλλά και η υπεράσπιση πιό αδύνατων τμημάτων της εργασίας (μη-συνδικαλισμένων) εγκαταλείφθηκε. Οσον δε αφορά τα τελευταία έγιναν πραγματικοί κοινωνικοί απόκληροι.

Η θέση περί συμφώνου κεφαλαίου-εργασίας υπέχει μία ειδική σημασία. Η μεν διάσπαση της βιομηχανικής δομής σε ολιγοπωλιακό και ανταγωνιστικό τομέα προέρχεται από την αυτοτελή κίνηση του κεφαλαίου και τις τάσεις συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής. Ομως το σύμφωνο κεφαλαίου-εργασίας εξυπονοεί ότι το ηγετικό τμήμα της εργασίας συνειδητά γίνεται λειτουργικό εξάρτημα του συστήματος, έναντι ανταλλαγμάτων. Αυτοί που αποκλείονται από το σύμφωνο έχουν μία αμφίβολη εργασιακή θέση και σε μεγάλο βαθμό εκπίπτουν εκτός μισθωτής εργασίας: είτε αποτελούν μία μάζα περιστασιακά απασχολούμενων (βασικό τμήμα του εφεδρικού στρατού εργασίας) είτε αποκόπτονται πλήρως και επιβιώνουν μέσω αυτο-απασχόλησης και “μαύρων δραστηριοτήτων”[14].

V. ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΟΙ ΤΑΞΕΙΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ…

Μέσα στα πλαίσια της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας υπάρχει μία τάση προϊούσας αποκαθήλωσης της πραγματικής και ερμηνευτικής κεντρικότητας των κοινωνικών τάξεων. Στην περίπτωση των μετα-μοντερνιζουσών προσεγγίσεων οι κοινωνικές τάξεις καταργούνται σχεδόν ρητά. Ομως η κατάργηση αυτή είναι θεωρητικά αδόμητη και εμπειρικά εικοτολογική. Στην περίπτωση των θεωριών του κατακερματισμού της εργασίας η υποβάθμιση των κοινωνικών τάξεων προς όφελος ενδιάμεσων οικονομικών και κυρίως πολιτισμικών συλλογικοτήτων είναι εξαιρετικά προβληματική. Κατ’ αρχήν, η εμπειρική της τεκμηρίωση παρουσιάζει σοβαρότατα προβληματα[15]. Εμπρός στα προβλήματα αυτά επιλέγεται η διαφυγή προς τα εμπρός. Οσο οι παλαιότερες διαιρέσεις διαψεύδονται ή αποδεικνύονται εξαιρετικά βραχύβιες – και συνεπώς ελάχιστα δομικές – αναγνωρίζονται ολοένα και νεώτερες και περισσότερες διακρίσεις. Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει το πρόβλημα που αναγνωρίζει ο Piore (1979, σ.xii), ότι έαν τα τμήματα είναι πολλά θα τείνουν να δημιουργήσουν την συνεχή διάταξη που αποδίδει στο ενιαίο κοινωνικό μοντέλο τόσο του νεοκλασικισμού όσο και του Μαρξισμού.

Οσον αφορά την θεωρία της Ευλύγιστης Εξειδίκευσης, ο “αγγελικά πλασμένος” κόσμος των Piore-Sabel έχει μάλλον γκρίζο χρώμα, καθώς η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας κάθε άλλο παρά εξαλείφεται, οι δε μορφές ευλύγιστης εργασίας σημαίνουν “μαύρη εργασία” και υπερεκμετάλλευση. Στα προβαλλόμενα πρότυπα της Τρίτης Ιταλίας και της Ιαπωνίας η κριτική που έχει ασκηθεί είναι όντως αποκαλυπτική[16].

Oι Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης επιλέγουν ένα πιό προσεκτικό δρόμο, που όμως δεν αποφεύγει τα προβλήματα. Πρώτον, όσον αφορά τα τμήματα διαίρεσης της εργατικής τάξης έχει το γενικότερο πρόβλημα όλων των θεωριών κατακερματισμού, δηλαδή την αναντιστοιχία πραγματικότητας και θεωρίας. Δευτερον, σχετικά με το σύμφωνο κεφαλαίου-εργασίας, είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν υπήρξε. Ο Fairris (1994), μέσα στα πλαίσια των Κοινωνικών Δομών Συσσώρευσης, αμφισβητεί την ύπαρξη και την βασιμότητα του. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι οι μεταπολεμικές βιομηχανικές σχέσεις στις ΗΠΑ μπορεί να πρόσφεραν ένα σχετικά σταθερό θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης μισθών, ωρών εργασίας και κοινωνικών βοηθημάτων αλλά δεν κάλυπταν τις σχέσεις εργασίας και ελέγχου μέσα στο ίδιο το εργαστήριο. Επιπλέον, οι κεντρικές συμφωνίες των ηγεσιών των συνδικάτων κάθε άλλο παρά κάλυπταν την εργατική βάση. Εάν δε προχωρήσει κανείς πέρα από την ιδιόμορφη αμερικανική συνδικαλιστική πραγματικότητα – όπου η σύμπλευση συνδικαλιστικών μηχανισμών και εργοδοσίας είναι σχεδόν άμεση – στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, τότε η ιστορική εμπειρία διαφέρει ακόμη περισσότερο. Τρίτον, η ενδιάμεση θέση τους μεταξύ εργασίας και νέων κοινωνικών μορφωμάτων είναι εξαιρετικά ασταθής. Παραδείγματος χάριν, οι Albelda-Tilly (1994) τις επικρίνουν για παραγνώριση των διαιρέσεων γένους και φύλου υπέρ των τάξεων[17].

Οι κοινωνικές τάξεις εξακολουθούν να αποτελούν τους βασικούς κοινωνικούς φορείς. Ταυτόχρονα όμως έχουν πολύ πιο σύνθετες μορφές ύπαρξης από ότι σε παλαιότερες φάσεις του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Η ύπαρξη επιμέρους μερίδων – ένα γεγονός αναγνωρισμένο εξαιρετικά νωρίς από την Μαρξιστική θεωρία, όσον αφορά το κεφάλαιο – αφορά και την εργασία. Συνεπώς, η σημασία της μελέτης των διαφοροποιήσεων του κόσμου της εργασίας είναι αναντίρρητη. Ταυτόχρονα όμως οφείλει να αναγνωρίζει (α) ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν καταργούν την ενότητα της κοινωνικής τάξης – με τον ίδιο τρόπο που αντίστοιχες διαφοροποιήσεις μερίδων του κεφαλαίου δεν καταργούν την τελική ενότητα του ως τάξης με την μορφή του κοινωνικού κεφαλαίου και (β) ότι ένα από τα βασικά ειδοποιά χαρακτηριστικά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής – σε αντίθεση με άλλα ταξικά συστήματα-είναι ότι δεν ορίζει τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις με βάση εξω-οικονομικές σχέσεις καταναγκασμού και εξουσίας. Συνεπώς οι διαφοροποιήσεις της εργασίας που παράγει το κεφάλαιο προκύπτουν με βάση την επιδίωξη της κεφαλαιοκρατικής κερδοφορίας και συσσώρευσης και σε καμμία περίπτωση δεν είναι μόνιμες, έτσι ώστε να δημιουργούν στεγανά διαφοροποιημένα τμήματα της εργασίας – πολύ δε περισσότερο όταν αυτές οι διαφοροποιήσεις υλοποιούνται με βάση εξω-παραγωγικά κριτήρια.

Συνεπώς, στην μελέτη των εσωτερικών διαφοροποιήσεων του κόσμου της εργασίας – και συνακόλουθων φαινομένων υποβάθμισης, φτώχειας κλπ. – η συζήτηση για την σύνθεση της εργατικής τάξης μέσα στα πλαίσια της Συζήτησης για την Διαδικασία Εργασίας[18] και η έννοια της εργατικής αριστοκρατίας είναι πολύ πιό πρόσφοροι δρόμοι από τις θεωρίες του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Η Θεωρία της Διαδικασία Εργασίας

Η Συζήτηση για την Διαδικασία Εργασίας (Labour-Process Debate) αποτέλεσε μια σημαντική συνεισφορά μέσα στα πλαίσια της Μαρξιστικής θεωρίας, εφόσον επανέφερε στο προσκήνιο ένα σημαντικό πλην όμως παραγνωρισμένο πεδίο μελέτης. Σήμερα η συζήτηση αυτή φαίνεται να έχει καταλήξει σε ένα αδιέξοδο. Η Θεωρία της Διαδικασίας Εργασίας έχει αποστασιοποιηθεί σχεδόν πλήρως απο την γενική Μαρξιστική θεωρία και έχει περιορισθεί σε μια πλειάδα ρευμάτων που παραμένουν στο επίπεδο της ενδιάμεσης θεωρητικοποίησης (ιστορικά συγκεκριμένο και επιμέρους) και ιδιαίτερα σε εμπειρικές μελέτες χωρίς ένα συνακόλουθο θεωρητικό πλαίσιο. Ιδιαίτερα απουσιάζει η σύνδεση με την θεωρία του κοινωνικού τρόπου παραγωγής και των τάξεων, η οποία συνήθως υποκαθίσταται απο Βεμπεριανές προσεγγίσεις ή/και θεωρίες περί ελέγχου και εξουσίας. Αυτή η κρίση περιεχομένου και ταυτότητας προέκυψε απο αδυναμίες στην θεματική διάρθρωση της ίδιας της αρχικής Συζήτησης για την Διαδικασία Εργασίας και ιδιαίτερα στον εγκλωβισμό της σε τρία θέματα: 1) αποειδίκευση (deskilling), 2) κατακερματισμός της αγοράς εργασίας, 3) διευθυντικές στρατηγικές και έλεγχος (managerial strategies and control). Επιπλέον, αυτή η θεματική διάρθρωση σε συνδυασμό με τις γενικότερες εξελίξεις μέσα στην κριτική κοινωνική θεωρία – και ιδιαίτερα την κρίση του Δυτικού Μαρξισμού – οδήγησε σε διαδοχικές μεταλλαγές του επικέντρου της θεωρίας της Διαδικασίας Εργασίας.

Στην πρώτη φάση της, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, τo επίκεντρο, ακολουθόντας την πρωτοπόρα συνεισφορά του Braverman (1974), εστιάσθηκε στην Διαδικασία Εργασίας ως τμήμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Κατά συνέπεια μελέτησε, ορθά, την Κεφαλαιοκρατική Διαδικασία Εργασίας (Capitalist Labour-Process), αλλά επίσης με σοβαρές αδυναμίες στην θεματική διάρθρωση αυτής της μελέτης. Συγκεκριμένα, η προσοχή στράφηκε στο πως η κεφαλαιοκρατική οργάνωση της διαδικασίας εργασίας και η πάλη κεφαλαίου-εργασίας για τον μισθό, τον έλεγχο και την εργασιακή προσπάθεια πάνω στο έδαφος της υποταγής της μισθωτής εργασίας συμβάλλουν στην σταθεροποίηση ή στην κρίση των κεφαλαιοκρατικών ταξικών σχέσεων. Η φάση αυτή σημαδεύθηκε απο την θέση του Braverman περί μόνιμης και αύξουσας τάσης του καπιταλισμού να αποειδικεύει την εργασία.

Η επόμενη φάση, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, χαρακτηρίσθηκε απο μια εντεινόμενη στροφή στα επιμέρους δεδομένα της σφαίρας της άμεσης παραγωγής και σε θέματα όπως ο κατακερματισμός, η εξουσία και ο έλεγχος, η εκμαίευση συναίνεσης (consent) και ο σχεδιασμός εργασιακών καθηκόντων (job design) κλπ. Αυτή η γραμμή ανάλυσης αμφισβήτησε πολλές απο τις υποθέσεις της θέσης του Braverman, που όντως αποδείχθηκε ότι δεν ευσταθούσαν. Ταυτόχρονα όμως σημαδεύθηκε απο μια συγκεκαλυμμένη τάση να παραγνωρισθεί η συνολική δυναμική της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και να αναλυθεί ο χώρος εργασίας (workplace) απομονωμένα απο το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Η τρίτη φάση, περί τα τέλη του 1980, χαρακτηρίσθηκε απο μια γενίκευση των προβληματικών και των εννοιών της Διαδικασίας Εργασίας και την προβολή τους στο σύνολο της οικονομίας. Οροι και έννοιες όπως ο Φορντισμός και η Ευλύγιστη Εξειδίκευση υπερβαίνουν τα όρια της Διαδικασίας Εργασίας και προτείνονται ως γενικά οικονομικά υποδείγματα. Συνήθως, πίσω απο αυτή την προβολή υποκρυπτόταν – όπως επισήμαναν εύστοχα οι Brenner-Glick (1991, σ.58) για την Προσέγγιση της Ρύθμισης – μια αδικαιολόγητη προνομιοποίηση της ταξικής πάλης μέσα στην άμεση διαδικασία παραγωγής έναντι των άλλων φάσεων αυτής της πάλης κεφαλαίου-εργασίας. Με βάση αυτή την προνομιοποίηση συγκροτήθηκαν θεωρίες και έννοιες όπως αυτές του “καθεστώτος συσσώρευσης” (της Προσέγγισης της Ρύθμισης) και των ”Kοινωνικών Δομών Συσσώρευσης”. Η γενίκευση αυτή αποδείχθηκε ατυχής και αδόκιμη.

Το συνεπακόλουθο υπήρξε η σημερινή τέταρτη φάση αυτών των μεταλλαγών επικέντρου. Αυτή χαρακτηρίζεται απο μία διπλή αποστασιοποίηση. Αφενός, οι πιο δημοφιλείς απο εκείνες τις θεωρίες που πρόβαλλαν την Διαδικασία Εργασίας στο σύνολο της οικονομίας – και συγκρότησαν με βάση αυτή την προβολή μακρο-οικονομικές θεωρίες – αποστασιοποιούνται απο την αρχική έμφαση στην πρωτοκαθεδρία της στιγμής (moment) της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου (total circuit of capital) και μεταθέτουν τον πρωταρχικά καθοριστικό ρόλο στην στιγμή της κατανάλωσης. Είναι ενδεικτικό ότι οι περισσότεροι σύγχρονοι ορισμοί της κρίσης του Φορντισμού και της έλευσης του μετα-Φορντισμού βασίζονται στην υποτιθέμενη αναντιστοιχία μεταξύ νέων κανόνων κατανάλωσης (βασισμένων σε ποιοτικά και εξειδικευμένα προϊόντα έναντι των μαζικών και τυποποιημένων Φορντικών προϊόντων) που απαιτούν μορφές μικρής και ευέλικτης παραγωγής και της παλιάς Φορντικής μαζικής παραγωγής. Και στις δύο περιπτώσεις το βασικό αναλυτικό πλαίσιο είναι η συσχέτιση παραγωγής και κατανάλωσης. Ομως στην περίπτωση της κρίσης που οδήγησε στην δημιουργία του Φορντικού καθεστώτος συσσώρευσης θεωρείται ότι αυτή προέκυψε απο την πλευρά της παραγωγής (την πλευρά της προσφοράς σε νεοκλασικούς όρους) και οδήγησε στην δημιουργία των αντίστοιχων καταναλωτικών κανόνων (consumption norm)* δηλαδή η ζήτηση προσαρμόσθηκε στη προσφορά. Αντιθέτως, σήμερα θεωρείται ότι η κρίση του Φορντικού συστήματος δημιουργείται στην σφαίρα της ζήτησης – με την γένεση της μετα-βιομηχανικής καταναλωτικής κοινωνίας και την πρωτοκαθεδρία πλέον της σφαίρας της κατανάλωσης – και επιτάσσει την συνακόλουθη προσαρμογή της προσφοράς. Τα νέα μετα-βιομηχανικά καταναλωτικά πρότυπα προσανατολίζονται προς εξειδικευμένα προϊόντα ποιότητας και συνεπώς σηματοδοτούν την κρίση της μαζικής παραγωγής. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι άσχετη απο την σύγχρονη μόδα του μετα-μοντερνισμού, που – με βάση τον μεθοδολογικό ατομισμό που τον διακρίνει – προνομιοποιεί την σφαίρα της κατανάλωσης[19].

Η δεύτερη αποστασιοποίηση αφορά εκείνες τις θεωρητικές προσεγγίσεις που, ήδη απο την προηγούμενη φάση, παρέμειναν στο έδαφος της Διαδικασίας Εργασίας και δεν προεκτάθηκαν στο σύνολο της οικονομίας. Στην περίπτωση αυτή, αντί να υπάρξει μια εσφαλμένη προβολή στο σύνολο της οικονομίας, υπήρξε μια αποκοπή απο την υπόλοιπη οικονομία και η Διαδικασία Εργασίας τείνει να μελετάται εμπειριστικά και επιπλέον με άγνοια – ή παραγνώριση – του συνολικού κοινωνικού χαρακτήρα της πρώτης. Ολοένα και περισσότερο η Διαδικασία Εργασίας ερευνάται άσχετα απο τον κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα της.

Συνεπώς, η τέταρτη φάση της συζήτησης – που αποτελεί και την φάση κρίσης περιεχομένου και ταυτότητας – χαρακτηρίζεται, και στις δύο εκδοχές της, απο την αποκοπή τόσο απο την Μαρξιστική θεωρία του κοινωνικού τρόπου παραγωγής και των τάξεων όσο και απο την Αξιακή Θεωρία.

Βιβλιογραφία

Aglietta M. (1984), “Les metamorphoses de la societe salariale”, Calman-Levy

Albelda R.-Tilly C. (1994), “Towards a broader vision: race, gender and labor market

segmentation in the social structures of accumulation framework” σε Kotz D.-McDonough T.-Reich M.(1994), “Social Structures of Accumulation”, Cambridge University Press

Berger S.-Piore M. (1980), “Dualism and Discontinuity in Industrial Societies”,              Cambridge University Press

Bologna S. (1976), «Class composition and the theory of the party at the origin of the                 workers council movement» σε Conference of Socialist Economists (1976), «The            Labour Process and Class Strategies»

Bowles S.-Gintis H. (1981), “Structure and Practice in the Labour Theory of Value”,   Review of Radical Political Economics vol.12 no.4

Braverman H. (1974), «Labor and Monopoly Capital», Monthly Review Press

Brenner R.-Glick M. (1991), «The Regulation School and the West’s Economic Impasse»,       New Left Review no.188

Callinicos A. (1989), “Against Postmodernism”, Polity Press

Craig C. (1982), “Labour Market Structure, Industrial Organisation and Low Pay”,     Cambridge University Press

Doeringer P.- Piore M. (1971), “Internal Labor Markets and Manpower Analysis”, Heath         Lexington Books

Fairris D. (1994), “Shopfloor relations in the postwar capital-accord” σε Kotz D.-         McDonough T.-Reich M. (1994), “Social Structures of Accumulation”,    Cambridge University Press

Fine B. (1987), “Segmented Labour Market Theory: A Critical Assessment”, Discussion          Paper in Economics, Birkbeck College, University of London

Fine B.-Leopold E. (1993), “The World of Consumption”, Routledge

Lash S. (1990), “Sociology of Postmodernism”, Routledge

Mavroudeas S. (1990), «Regulation Approach: A Critical Appraisal», PhD thesis, Birkbeck College, University of London

Μαυρουδέας Στ. (1992), «Η Θεωρία της Αξίας και η Ρύθμιση», Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών νο.9

Μαυρουδέας Στ. (1993), «Η Προσέγγιση της Ρύθμισης: Προβλήματα μεθοδολογίας, κατεύθυνσης και ταυτότητας», Θέσεις νο.43

Μαυρουδέας Στ. (1994), «Η Προσέγγιση της Ρύθμισης: Θεωρία της Κρίσης ή Κρίση της Θεωρίας», Αξιολογικά νο.5

Kotz D.-McDonough T.-Reich M. (1994), “Social Structures of Accumulation”,  Cambridge University Press

Piore M. (1970), “Jobs and training” σε Beer S.-Barringer R. eds (1970), “The state and  the poor”, Winthrop

Piore M. (1979), “Unemplyment and Inflation: An Alternative View” σε Piore M. ed (1979), “Unemployment and Inflation: Institutionalist and Structuralist Views”, Sharpe

Piore M.-Sabel C. (1984), “The second industrial divide: possibilities for prosperity”, Basic Books

Pollert Α. (1988), “Dismantling flexibility”, Capital & Class no.34

Reich M. -Edwards R. – Gordon D. (1975), “Labor Market Segmentation”, Heath

Reich M. -Edwards R. – Gordon D. (1982), “Segmented Work, Divided Workers: the Historical Transformation of Labor in the United States”, Cambridge University Press

Sayer A. (1995), “Radical Political Economy: a critique”, Blackwell

Tomaney J. (1990), “The reality of workplace flexibility”, Capital & Class no.40

Wilkinson F. eds (1981), “The Dynamics of Labour Market Segmentation”, Athlone Press


[1] Στο έργο του Tyrgot, όμως, το αρχικό Φυσιοκρατικό σχήμα των τριών τάξεων μετασχηματίζεται σε μία πενταπλή ταξική διαίρεση, καθώς διαχωρίζει τους εργάτες γης από τους αγροτικούς κεφαλαιοκράτες και τους κεφαλαιοκράτες της μεταποίησης από τους εργάτες μεταποίησης. Ομως και στην περίπτωση αυτή η ταξική διαίρεση ενώ  ορίζεται με βάση τις σχέσεις παραγωγής δεν αναγνωρίζεται ως ταξικός ανταγωνισμός που διαπερνά την ίδια την σφαίρα της παραγωγής και δημιουργεί σχέσεις εκμετάλλευσης.

[2] Βέβαια οι κεφαλαιοκράτες χωρίς να εργάζονται οι ίδιοι – άρα σύμφωνα μ,ε την Κλασική αντίληψη να παράγουν πλούτο – ήταν εμπλεγμένοι στην παραγωγή εξασκόντας το διευθυντικό δικαίωμα. Αντίθετα, οι γαιοκτήμονες δεν είχαν καμμία ανάμιξη σε δραστηριότητες της παραγωγής.

[3] Για τα νεοκλασικά Οικονομικά δεν υπάρχουν θεμελιακές αντιφάσεις στο αστικό σύστημα παρά μόνο δευτερεύουσας σημασίας αντιθέσεις θεωρημένες με την μορφή του ανταγωνισμού μέσα στις διάφορες αγορές. Στην καλύτερη περίπτωση – πχ. της αυτο-αποκαλούμενης Νέας Πολιτικής Οικονομίας και του νεοκλασικού θεσμισμού – αναγνωρίζονται μεσοπρόθεσμες κοινωνικές αντιθέσεις (συγκροτούμενες πάντα ατομιστικά) – με την μορφή κοινωνικών ομάδων πίεσης. Οι αντιθέσεις αυτές είναι μη-θεμελιακές καθώς μπορούν εξ ορισμού να επιλυθούν μέσα στα πλαίσια του συστήματος.

[4] Ο Sayer (1995, ch.2) δίνει μία εικόνα της κατάστασης αυτής. Αναγνωρίζοντας επιπλέον τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν προσπαθεί – χωρίς όμως να απορρίπτει την προσέγγιση “μεσαίου βεληνεκούς” – να προτείνει μία γέφυρα μεταξύ αυτής και της “αφηρημένης” (γενικής) θεωρίας. Ομως η απο-αθροιστική (disaggregative) προσέγγιση του κάθε άλλο παρά συνεκτική είναι.

[5] Για μία αναλυτικότερη κριτική των θεωριών “μεσαίου βεληνεκούς” και ιδιαίτερα της Ρύθμισης ως μίας θεωρίας αυτού του τύπου βλέπε Μαυρουδέας (1994).

[6] Μία πιό διεξοδική ανάλυση των παραπάνω δίνεται σε Μαυρουδέας (1993).

[7] Η θεωρία της Κατακερματισμένης Αγοράς Εργασίας αποτελεί την πιό βάσιμη εξαίρεση, καθώς προήλθε από την αμφισβήτηση της νεοκλασικής θεωρίας της αγοράς εργασίας καθώς και από επιρροές της κεϋνσιανής παράδοσης (ιδιαίτερα στην εκδοχή της σχολής του Cambridge). Συνδέθηκε με τον Μαρξισμό εκ των υστέρων μέσω κυρίως της υιοθέτησης της από τις Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης και δευτερευόντως μέσω των νεώτερων εργασιών των Piore και Sabel. Ως εκ τούτου δεν ξεκίνησε με την σχετικοποίηση κάποιας γενικής θεωρίας αλλά ευθύς εξ αρχής ήταν μία θεωρία μεσαίου βεληνεκούς. Για περισσότερα επ’ αυτού βλέπε Fine (1987).

[8] Είναι χαρακτηριστικό πως μεγάλα χρονικά διαστήματα εντάσσονται συλλήβδην στην προ-Φορντική φάση χωρίς οποιαδήποτε συστηματική μελέτη. Αντίθετα, η Φορντική και η μετα-Φορντική φάση καλύπτουν εξαιρετικά σύντομα χρονικά διαστήματα.

[9] Στο σχετικό παράρτημα στο τέλος του κειμένου αναλύεται διεξοδικότερα η κατάσταση στην θεωρία του Προτσες Εργασίας.

[10] Ο Sayer (1995) έχει προτείνει έναν ιδιόμορφο τρίτο δρόμο. Κατακρίνει την Ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία για υπερβολική έμφαση στις κοινωνικές τάξεις και για παραγνώριση των αναγκαιοτήτων – και των συνακόλουθων διαιρέσεων – μίας αναπτυγμένης διαίρεσης της εργασίας (division of labour) καθώς και του ρόλου της γνώσης-πληροφορίας και των σχέσεων εξουσίας. Στην κατεύθυνση αυτή προσφεύγει τόσο στο έργο του A.Smith όσο και του Hayek. Διακρίνει την διαίρεση της εργασίας από τις ταξικές και λοιπές κοινωνικές διαιρέσεις και την μελετά με βάση (1) τα αποτελέσματα των οικονομιών κλίμακος και σκοπού επάνω στην οικονομική εξουσία, και (2) την κατά Hayek διαίρεση της γνώσης. Συμπεραίνει ότι με βάση τα παραπάνω οφείλει να διακριθεί η τεχνική από την κοινωνική διαίρεση της εργασίας και επίσης διαγιγνώσκει ότι υπάρχει ένας αναπόφευκτος κατακερματισμός και διάχυση της εξουσίας στις αναπτυγμένες οικονομίες. Συνεπώς τρόποι συντονισμού (modes of coordination) της διαίρεσης της εργασίας είναι απαραίτητοι. Τέτοιοι τρόποι είναι η αγορά, τα δίκτυα και ο δημοκρατικός έλεγχος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει – επικρίνοντας αντίστοιχα την Ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία – σε μορφές αγοράς που προάγουν εξισωτικές διαδικασίες.

Οσον αφορά τις τάξεις ισχυρίζεται ότι δεν μπορούν να εξηγήσουν σχέσεις εξουσίας που απορρέουθν από την διαίρεση της εργασίας (διαφορές μεταξύ κατηγοριών εργασίας) καθώς και μη-ταξικές μορφές κοινωνικής διαίρεσης και κυριαρχίας που προέρχονται από διαφορές γένους , φύλου κλπ.

[11] Η αμφισβήτηση του κατά Marx ιδιόμορφα εμπορευματικού χαρακτήρα της εργασιακής δύναμης διατυπώθηκε, μέσα στα πλαίσια της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας, από τους Bowles-Gintis (1981, σ.7-8) και έκτοτε αποτελεί μία κοινή θέση των περισσότερων θεωριών της. Για την κριτική της θέσης αυτής καθώς και της επαναδιατύπωσης της από την Ρύθμιση βλέπε Μαυρουδέας (1992, σ.114-116).

[12] Η Ρύθμιση έχει μία ανάλογη, με τις Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης, υπόθεση για το μεταπολεμικό συμβόλαιο μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας χωρίς όμως να ασχολείται συστηματικά με τον κατακερματισμό της εργασίας. Στις τελευταίες φάσεις της βαδίζει κατ’ ευθείαν στην αναίρεση της κεντρικότητας της εργασίας και στα μετα-μοντερνίζοντα νέα κοινωνικά κινήματα, χωρίς να περνά από τον κατακερματισμό της.

[13] Ενα τρίτο ρεύμα είναι η σχολή του Cambridge (Craig (1982), Wilkinson (1981)), που επέκριναν τα άλλα δύο ρεύματα ότι παραγνώριζαν την πλευρά της προσφοράς εργασίας. Πρόκειται επίσης για μία προσέγγιση “μεσαίου βεληνεκούς”, που όμως αντίθετα με τις άλλες δύο αντί να προχωρήσει από την αγορά εργασίας στην μακρο-οικονομική προβολή στράφηκε σε εμπειρικές έρευνες. Για περισσότερα βλέπε Fine(1987).

[14] Η τελευταία περίπτωση εξιδανικεύθηκε – μέσα στην θεωρία της Ιταλικής Αυτονομίας – από τον T.Negri στην φιγούρα του “κοινωνικού προλετάριου” σε αντίθεση με τον συμβιβασμένο κλασικό προλετάριο.

[15] Ο Fine(1987, σ.33-42, 50-51) δείχνει διεξοδικά τόσο τα αναλυτικά όσο και τα οικονομετρικά προβλήματα των εμπειρικών μελετών των θεωριών του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας.

[16] Για περισσότερα βλέπε Pollert (1988), Tomaney (1990).

[17] Εχει ενδιαφέρον ότι οι Albelda-Tilly (1994), με βάση τα στοιχεία τους, υποστηρίζουν ότι στον βαθμό που συνυπολογισθούν οι διαφορές φύλου και γένους, τότε αντί κατακερματισμού εμφανίζονται τάσεις ενσωμάτωσης στην κλασική κεφαλαικρατική παραγωγική διαδικασία.

[18] Βλέπε Bologna (1976).

[19] Για περισσότερα επ΄αυτού βλέπε Μavroudeas (1990), Fine-Leopold (1993).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s