«Η τακτική του γατόπαρδου σε σύγχρονη έκδοση – Stiglitz vs Dornbusch: ένα σύντομο σχόλιο»

Η τακτική του γατόπαρδου σε σύγχρονη έκδοση

– Stiglitz vs Dornbusch: ένα σύντομο σχόλιο

Σταύρος  Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα

ΗΜΕΡΗΣΙΑ 23-9-2000

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον τόσο το άρθρο του J.Stiglitz όσο και η κυριολεκτικά οργισμένη απάντηση του R.Dornbusch ακριβώς γιατί δίνει – κυρίως το πρώτο αλλά και η δεύτερη άθελα της – μία εικόνα της «κατάστασης πνευμάτων» μέσα στους κρίσιμους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Παγκόσμια Τράπεζα) αλλά και ευρύτερα σε κύκλους και μηχανισμούς (Υπουργείο Οικονομικών των Η.Π.Α., Συμβούλιο Οικονομικών Συμβούλων κλπ.) που διαμορφώνουν καθοριστικά την παγκόσμια οικονομία.

Κατ’ αρχήν το άρθρο του Stiglitz προσφέρει μία εξαιρετικά εναργή εικόνα -ενός «από τα μέσα» όπως λέει και ο τίτλος του και ο Joe Stiglitz έχει περισσότερο από σχεδόν κάθε άλλο τα προσόντα αυτά – για το τι σκέφτονται και πως λειτουργούν οι οργανισμοί και οι κύκλοι αυτοί. Και το σημαντικότερο, επιχειρηματολογεί γιατί αυτός ο τρόπος λειτουργίας και σκέψης είναι βαθύτατα προβληματικός και οδηγεί σε συστηματικά σφάλματα με ανυπολόγιστες συνέπειες. Αξίζει να επισημανθούν ορισμένα κρίσιμα επιχειρήματα του.

Πρώτον, δείχνει την συμπόρευση των μεγάλων διεθνών οικονομικών οργανισμών με τις ΗΠΑ, που εξυπηρετεί και ιδιαίτερες πλευρές τόσο της αμερικανικής ηγεμονίας αλλά και των άλλων ισχυρών οικονομιών. Επίσης παρουσιάζει τις εγγενείς γραφειοκρατικές αδυναμίες τους (από την στελέχωση τους μέχρι την διαμόρφωση πολιτικής), την αδιαφάνεια και η έλλειψη ανοικτής και δημόσιας αντιπαράθεσης. Είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό και επακριβές το σημείο που περιγράφει την λογική οδοστρωτήρα με την οποία λειτουργούν οι ομάδες τους σε άλλες χώρες, αγνοώντας βασικά ειδικά χαρακτηριστικά και αντιγράφοντας ένα τυπικό «πατρόν». Απέναντι σ’ αυτά η απάντηση του Dornbusch φαίνεται κυριολεκτικά σαν η οργίλη αντίδραση μίας ομάδας θιγμένων τεχνοκρατών που χωρίς να απαντά επί της ουσίας υπερασπίζεται τα προνόμια και τον ρόλο της.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η αποκάλυψη στο ευρύτερο κοινό των τριβών μεταξύ ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας καθώς και συγκεκριμένων απόψεων και αντιπαραθέσεων μεταξύ κρίσιμων προσώπων (όπως του L.Summers) στους εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς. Οι αντιπαραθέσεις αυτές οδήγησαν άλλωστε και στην ουσιαστική εκπαραθύρωση του Stiglitz από την Παγκόσμια Τράπεζα.

Όμως τα βασικότερα σημεία βρίσκονται στην κριτική των ακολουθούμενων οικονομικών πολιτικών (που σε άλλα κείμενα του έχει χαρακτηρίσει ως πολιτικές της «συναίνεσης της Ουάσινγκτον»). Κατ’ αρχήν επισημαίνει ορθά ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών έχουν οδηγήσει σε μία επικίνδυνη χρηματο-οικονομική ευφορία και «φούσκες» (χρηματιστηριακές και άλλες), που οδηγούν σε σοβαρά κρισιακά φαινόμενα. Η γενική συνταγή αντιμετώπισης τους μέσω της νομισματικής αυστηρότητας και της εισοδηματικής λιτότητας είναι προβληματική. Όμως ο Stiglitz είναι ένας «ντροπαλός κεϋνσιανός»: δεν υποστηρίζει την γενική απόρριψη των νεο-φιλελεύθερων συνταγών αλλά την συγκεκριμένη συνταγή για συγκεκριμένες καταστάσεις. Επικρίνει εξαιρετικά εύστοχα τον φορμαλισμό των ορθόδοξων μαθηματικών μοντέλων και την παραγνώριση του ευρύτερου κοινωνικού (και ιδιαίτερα του θεσμικού) πλαισίου. Όμως η απάντηση για τον Stiglitz βρίσκεται στην στροφή στο μίκρο επίπεδο: στις συγκεκριμένες πλευρές της λειτουργίας της επιχείρησης και όχι στην λειτουργία της κοινωνίας. Βέβαια η πρώτη ενσωματώνει – αλλά παραμορφωμένα και συγκαλυπτικά – την δεύτερη. Μέσα στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου χάνονται οι μεγάλες διαιρέσεις και συγκρούσεις που συγκροτούν το γενικό (την κοινωνία). Πάνω από όλα, χάνεται ή παραμορφώνεται η διαίρεση και η σύγκρουση ανάμεσα σε μεγάλες κοινωνικές συλλογικότητες (τις κοινωνικές τάξεις).

Η οργίλη απάντηση του Dornbusch είναι επίσης έμμεσα αποκαλυπτική. Αφήνοντας στην άκρη τα σημεία που παίρνει προσωπικό τόνο και εκφεύγει σε προσβλητικούς προσωπικούς χαρακτηρισμούς και υπονοούμενα, δεν έχει να προσφέρει τίποτα σε αναλυτικό και πολιτικό επίπεδο. Επαναλαμβάνει μονότονα και δογματικά τα ορθόδοξα θέσφατα: «για τα τελευταία 100 χρόνια (sic!), ο κανόνας δεν είχε αποτυχίες: η σταθεροποίηση αρχίζει με την ισοτιμία και τα δημόσια οικονομικά.» – πόσες κρίσεις αλήθεια διαψεύδουν αυτή την συνταγή «διά πάσα νόσο και πάσα μαλακία»; Όσο για τα συγκεκριμένα παραδείγματα που προβάλλει ο Stiglitz, απαντά με υπεκφυγές: για την δήθεν ανάρρωση της Κορέας λόγω ανόδου μερικών οικονομικών δεικτών και ενώ το οικονομικό και κοινωνικό τοπίο βράζει κυριολεκτικά, καμία λέξη για την Ινδονησία και την Ρωσία και υπονοούμενα περί σύμπλευσης του Stiglitz  με τον απεχθή Μαλαισιανό δικτάτορα Mahathir (που μέχρι πρότινος ήταν στα χαϊδεμένα παιδιά του ΔΝΤ). Η παρουσίαση δε του ΔΝΤ ως περιζήτητου διασώστη οικονομιών είναι το λιγότερο αστεία δεδομένης της φήμης του (συνήθως η επίκληση της προσφυγής σε αυτό χρησιμοποιείται σαν «μπαμπούλας») αλλά και των μέχρι τώρα επιδόσεων του. Συνολικά, είναι μία ατυχής απάντηση γιατί αν κάτι καταφέρνει είναι ακριβώς να επιβεβαιώσει τις κατηγορίες για δογματισμό, γραφειοκρατικές κλίκες αλληλοστήριξης και αναποτελεσματικότητας.

‘Ομως, πέρα από τις συγκεκριμένες πλευρές αυτής της αντιπαράθεσης έχει ευρύτερο ενδιαφέρον το πραγματικά επίδικο αντικείμενο της: η κρίση (οι φοβερές r και d λέξεις). Αρκετά χρόνια μετά την κατάρρευση του διπολισμού και τον θρίαμβο του συστήματος της αγοράς απέναντι σε έναν αντίπαλο (που λίγη σχέση είχε με μία σοσιαλιστική οικονομία) και παρά τον συστηματικό εξορκισμό της (αυτή την φορά με τις ψαλμωδίες περί «νέας οικονομίας» όπως πάρα πολλές φορές στο παρελθόν με άλλα παραπλήσια «θρησκευτικού τύπου» κηρύγματα), ο φόβος της οικονομικής κρίσης κατατρέχει το θριαμβεύον καπιταλιστικό σύστημα. Είναι φανερό ότι παρά τις συστηματικές δομικές αλλαγές και την ενίσχυση της καπιταλιστικής κερδοφορίας των τελευταίων χρόνων, η δομική κρίση που ξέσπασε το 1973 δεν έχει ξεπερασθεί.

Η κυρίαρχη γραμμή απάντησης στο πρόβλημα – η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία – έχει εμφανή προβλήματα και έχει πλέον εξαντλήσει τα καύσιμα της αλλά εξακολουθεί να παραμένει ισχυρή. Από την άλλη, μία ενισχυόμενη διαφορετική προσέγγιση – με σοσιαλφιλελεύθερα χαρακτηριστικά – τόσο θεωρητικά (η οικονομία της αγοράς δεν είναι πανάκεια και έχει συστηματικές αποτυχίες γι’ αυτό χρειάζεται ένα θεσμικό πλαίσιο) όσο και στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής πιέζει για μία τροποποίηση της πορείας. Είναι ενδιαφέρον ότι μία σειρά επιφανείς οικονομολόγοι και πολιτικοί (όπως οι Martin Feldstein, George Shultz, Jeff Sachs, Paul Krugman  που αναφέρει ο Stiglitz), διαφορετικών μάλιστα πολιτικών και ιδεολογικών κατευθύνσεων αμφισβήτησαν πλευρές ή το σύνολο των νεοφιλελεύθερων συνταγών. Βασικό στοιχείο αυτής της τροποποίησης – που επιδιώκει να οικοδομήσει πάνω στο κεκτημένο του νεοφιλελευθερισμού – είναι η δημουργία νέων θεσμών ρύθμισης και ένας νέος οικονομικός ρόλος για το κράτος. Παρεπιπτόντως, συχνά υποστηρίζει την απάλυνση των πολιτικών λιτότητας – χωρίς όμως τα πράγματα να γίνουν και ανεξέλεγκτα (όπως παραδείγματος χάριν, με το να καλυφθούν οι εισοδηματικές απώλειες των εργαζομένων για τις τελευταίες δεκαετίες) – καθώς δεν φαίνεται να υπάρχουν άλλα μεγάλα περιθώρια απομύζησης ενώ ο κίνδυνος σοβαρών εκρήξεων προβάλλει στον ορίζοντα.

Είναι εφικτή μία τέτοια τροποποίηση; Γενικά ναι, όμως – όπως εύστοχα επισημαίνει ο Stiglitz – το πρόβλημα των χρονικών υστερήσεων είναι κρίσιμο και όλοι οι κατεστημένοι μηχανισμοί χαρακτηρίζονται από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Θα οδηγήσει μία ενδεχόμενη τροποποίηση σε μία πιο δίκαιη διανομή εισοδήματος (μετά από δύο δεκαετίες ακραίων ανισοτήτων); Μάλλον όχι, γιατί μία νέα «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού δεν μπορεί να πυροδοτηθεί παρά με μία δραστική ανάκαμψη της κερδοφορίας. Η ανάκαμψη αυτή μπορεί να προέλθει με μία πιό λειτουργική ρύθμιση του χρόνου εργασίας (που είναι πολύ πιο αποδοτική και λιγότερο συγκρουσιακή) και όχι με τον βίαιο τρόπο της εισοδηματικής λιτότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι οικονομικές ανισότητες δεν θα αμβλυνθούν – τουλάχιστον δραστικά – αλλά απλά θα απαλυνθούν και θα συγκαλυφθούν οι διαδικασίες δημιουργίας τους.

Το κλείσιμο του άρθρου του Stiglitz είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό. Με αφορμή τις διαδηλώσεις του Seattle, κάνει μία καταιγιστική κριτική της  αναποτελεσματικότητας των κέντρων που διαμορφώνουν την παγκόσμια οικονομία και της εξυπηρέτησης από μέρους τους ιδιαίτερων συμφερόντων. Όμως κλείνει ότι ενώ μπορεί οι διαδηλώσεις εναντίον τους να έχουν δίκιο αλλά αυτά τα πράγματα δεν λύνονται στους δρόμους αλλά σε αυτούς ακριβώς τους ιθύνοντες κύκλους με μία αναγκαία αλλαγή πορείας. Ίσως αξίζει κανείς να επισημάνει ότι η προηγούμενη τροποποίηση πορείας (ο Κεϋνσιανισμός) χρειάσθηκε δύο παγκόσμιους πολέμους για να εισακουσθεί και βέβαια εάν δεν υπήρχε η αύξηση της εργατικής παραγωγικότητας και η πειθάρχηση λόγω πολέμων είναι αμφίβολο εάν θα είχε οδηγήσει στην προηγούμενη «χρυσή εποχή». Και βέβαια οι παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου πλήρωσαν πάρα πολύ ακριβά τα σχετικά περιορισμένα οφέλη της τροποποίησης αυτής.  Ίσως, για άλλη μία φορά, οι «παλατιανές αλλαγές» να λύσουν το πρόβλημα πολύ αργά, με μεγάλο κόστος και φυσικά με την Βισκόντια τακτική του γατοπαρδισμού (να αλλάξουν επιμέρους στοιχεία για να διατηρηθούν απρόσβλητα τα κέντρα εξουσίας). Μία ριζική «τροποποίηση» όμως μπορεί να υπάρξει μόνο από αυτές τις φωνές στους δρόμους, που άλλωστε χωρίς αυτές οι μεταρρυθμιστικές φωνές στους χρυσελεφάντινους πύργους της εξουσίας είναι συνήθως εξαιρετικά αδύναμες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s