ΟΝΕ και πραγματική σύγκλιση

ΟΝΕ και πραγματική σύγκλιση

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο  στην εφημερίδα

ΠΡΙΝ 20-3-2001

Η έλευση του ευρώ αποδεικνύεται σαν κάτι παρόμοιο με γύρο «στημένου» χαρτοπαιγνίου. Η κυρίαρχη τάξη και το κάθε λογής υπηρετικό προσωπικό της προσέλκυσε τα επίδοξα θύματα – εν προκειμένω την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα – σε αυτό το «στημένο» παιχνίδι υποσχόμενη παχυλά κέρδη με την έλευση του ευρώ. Έτσι διεκδικήσεις περιορίσθηκαν, αγώνες ξεπουλήθηκαν, φωνές διαμαρτυρίας καταπνίχθηκαν και το βιοτικό επίπεδο και οι συνθήκες εργασίας χειροτέρευσαν στο όνομα του.

Τώρα όμως που το ευρώ επιτέλους έφθασε μία ανησυχία φαίνεται να καταλαμβάνει τους πάντες. Για τους ηγεμονευόμενους γίνεται πλέον φανερό – και μάλιστα με τον επώδυνο τρόπο της απαίτησης νέων θυσιών – ότι τίποτα από ότι τους υποσχέθηκαν δεν βγαίνει αληθινό. Οι λόγοι ανησυχίας δεν είναι λίγοι. Αρχίζουν από τα μικρά προβλήματα της προσαρμογής σε νέες λογιστικές μονάδες και υποδιαιρέσεις, που είναι κατάλληλες για την γερμανική και γαλλική πραγματικότητα αλλά όχι για την ελληνική. Περνούν στο κύμα κερδοσκοπικών ανατιμήσεων που έχει ήδη αρχίσει να «δαγκώνει» τα λαϊκά εισοδήματα και που ήταν γνωστό εκ των πρότέρων, άλλο αν κυβερνώντες και ΜΜΕ τόσο φιλότιμα προσπάθησαν να το αποκρύψουν. Μάλιστα μόλις ανακοινώθηκαν τα πρόσφατα στοιχεία για την σημαντική αύξηση του πληθωρισμού τα γνωστά δημοσιογραφικά «παπαγαλάκια» έσπευσαν κατ’ εντολήν να την αποδώσουν «στην αύξηση της τιμής των οπωροκηπευτικών λόγω της πρόσφατης αναπάντεχης κακοκαιρίας». Και εν τέλει – γι’ αυτούς που βλέπουν πιο μακριά – οι λόγοι ανησυχίας συγκεφαλαιώνονται στην απαίτηση νέων θυσιών και μακρόχρονης λιτότητας για να διατηρηθεί και βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα και να ακολουθηθούν οι δεσμεύσεις του Συμφώνου Σταθερότητας.

Αντίστοιχη όμως ανησυχία φαίνεται να καταλαμβάνει και τους ηγεμόνες καθώς ένας εξαιρετικά πολύτιμος μύθος – το «θα γίνουμε ευρωπαίοι» και «θα έχουμε ισχυρό νόμισμα» (και ας έχει κατρακυλήσει το ευρώ έναντι του δολαρίου δραματικά για μία μακρά περίοδο) – πλέον τελειώνει. Μάλιστα, η απώλεια αυτού του χρησιμότατου εργαλείου πειθαναγκασμού των εργαζόμενων έρχεται σε μία περίοδο που οξύνεται η καπιταλιστική κρίση και οι ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί και το μέλλον αρχίζει να γίνεται ζοφερό όχι μόνο για αδύναμα αλλά ακόμη και για μεσαία και δυναμικά κεφάλαια. Ένας νέος μύθος χρειάζεται κατεπειγόντως που να μπορεί να κάνει τους «κάτω» να ελπίζουν σε μία νέα ανάσταση. Έτσι, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι απολογητές του συστήματος εξαγγέλουν – οι πρώτοι θετικά, οι δεύτεροι σαν αντικείμενο «αγωνιστικής διεκδίκησης» – την πραγματική σύγκλιση με τις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ.

Έτσι, ο κ.Χριστοδουλάκης προβλέπει ότι το 2006 θα φθάσουμε στο 80-85% του μέσου εισοδήματος της ΕΕ, αντί του 100% που έταζε στις εκλογές του 2000 η κυβέρνηση του (και τα αντίστοιχα μυθοπλαστικά μοντελάκια διάφορων κυβερνητικών ομοτράπεζων και συμβουλατόρων). Βέβαια υπάρχουν ορισμένα κρίσιμα προαπαιτούμενα για αυτή την σύγκλιση που ακολούθως «ανάλαφρα» πετιούνται στο τραπέζι: η παραγωγικότητα της εργασίας πρέπει να αυξάνει 2% παραπάνω από την αντίστοιχη της ΕΕ. Και φυσικά αυτή η μάλλον εξωφρενική αύξηση δεν πρέπει να διασπαθίζεται σε μισθολογικές αυξήσεις αλλά να υποστηρίζει την άνοδο της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού κεφαλαίου. Δηλαδή, σε απλά ελληνικά, ακόμη και αν παίρνουν οι εργαζόμενοι ένα μέρος αυτής της αύξησης μέσω μισθολογικών αυξήσεων αυτό πρέπει να υπολείπεται σημαντικά του συνόλου.

Πριν προχωρήσει κανείς να εξετάσει όλα αυτά τα επιχειρήματα είναι χρήσιμο να συζητήσει την ίδια την υπόθεση της «σύγκλισης». Τα ορθόδοξα Οικονομικά υποστηρίζουν – με βάση κάποιες θεμελιακές ιδιότητες του βασικού νεοκλασικού μονοτομεακού μοντέλου μεγέθυνσης – ότι οι φτωχότερες οικονομίες αναπτύσσονται ταχύτερα από τις πλουσιότερες και συνεπώς προκύπτει μία διαδικασία σύγκλισης των επιπέδων ανάπτυξης τους. Αυτό το μέχρι πρότινος μάλλον ξεχασμένο θεωρητικό πόρισμα έχει γίνει προσφάτως εξαιρετικά δημοφιλές στην επιστημονική έρευνα και με βάση αυτό διάφοροι τύποι θεωριών και μοντέλων προτείνονται, άλλοτε αφορώντας μόνο την λεγόμενη πραγματική οικονομία και άλλοτε εμπλεκόμενα και με διεθνοποιημένα νομισματικά συστήματα. Βέβαια οι περισσότερες εμπειρικές έρευνες έχουν διαψεύσει την υπόθεση της σύγκλισης όχι μόνο μεταξύ χωρών αλλά ακόμη και μεταξύ περιοχών ή περιφερειών της ίδιας χώρας. Βέβαια ο Μαρξισμός – και μαζί του η καπιταλιστική πραγματικότητα – έχουν δείξει ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι οργανικό στοιχείο του καπιταλισμού. Απορρέει από την ίδια την «γενετική κλίμακα» του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού καθώς η επιδίωξη πρόσθετου κέρδους οδηγεί σε διαφορικούς ρυθμούς παραγωγικής ανάπτυξης και αυτοί εκφράζονται σε χωρικό επίπεδο με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης μεταξύ όχι μόνο κρατών αλλά και περιφερειών του ίδιου κράτους. Βέβαια, για το σύστημα όλα αυτά τα μυθοπλαστικά μοντελάκια σύγκλισης – εκτός της παραγωγής ακαδημαϊκής χαρτούρας – έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να αποτελέσουν ισχυρά ιδεολογικά όπλα.

Όμως, αφήνοντας κανείς στην άκρη την υπόθεση της συνολικής σύγκλισης, αξίζει να εξετάσει τους όρους υπό τους οποίους η ελληνική οικονομία μπορεί να προσεγγίσει τους βασικούς μέσους όρους της ΕΕ. Όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η αλματώδης αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και μάλιστα χωρίς αυτή να καλύπτεται, τουλάχιστον πλήρως, από μισθολογικές αυξήσεις. Αυτή υστέρηση σημαίνει ήδη μία κλοπή από τους εργαζόμενους.

Όμως αυτή η κλοπή είναι μεγαλύτερη από ότι φαίνεται στα εισοδηματικά μερίδια γιατί η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας σχεδόν πάντα συμβαδίζει με την εντατικοποίηση της εργασίας. Υπάρχουν ορισμένοι κυρίως ρεφορμιστές θεωρητικοί που υποστηρίζουν ότι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας δεν σημαίνει απαραίτητα και αύξηση της εκμετάλλευσης της. Θεωρητικά μπορεί να διαχωρισθεί η συμβολή της βελτίωση της παραγωγικότητας του εργάτη (το να επιτελεί αποτελεσματικότερα την δουλειά του) στην αύξηση της παραγωγής από αυτή της εντατικοποίησης της εργασίας. Όμως πρακτικά κανένας καπιταλιστής δεν είναι διατεθειμένος να αφήνει τους εργάτες του να «χαζολογάνε» από την στιγμή που θα επιτελέσουν ένα ορισμένο όγκο παραγωγής ούτε φυσικά θα μειώσει το ωράριο τους. Αντίθετα θα επιδιώξει να αυξήσει την παραγωγή του εντατικοποιώντας την εργασία τους. Συνήθως άλλωστε η αύξηση της παραγωγικότητας συμβαδίζει με αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας ή/και τεχνολογική αλλαγή. Στην περίπτωση αυτή αλλάζουν οι θέσεις εργασίας και τα εργασιακά καθήκοντα κάθε μίας. Σε αυτό το ανεξερεύνητο νέο έδαφος ο καπιταλιστής έχει ασύγκριτα περισσότερα πλεονεκτήματα να επιβάλλει μία εντατικότερη νόρμα δουλειάς.

Για όλους αυτούς τους λόγους δεν είναι καθόλου περίεργο ότι όχι μόνο οι εγχώριοι ιθύνοντες αλλά και τα διεθνή κέντρα προωθούν σαν αναγκαία βάση στήριξης του ευρώ την χειροτέρευση των εργασιακών σχέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών εκτίμησε ότι για να ενισχυθεί το ευρώ έναντι του δολαρίου πρέπει να απελευθερωθεί η αγορά εργασίας.

Για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά που θέλει να σέβεται το όνομα και τον εαυτό της δεν πρέπει να υπάρχει καμία ψευδαίσθηση: η «σύγκλιση» τους σημαίνει την ακόμη μεγαλύτερη ουσιαστική «απόκλιση» των εργαζομένων από τα επίπεδα εργασίας και διαβίωσης που ο μόχθος τους δημιουργεί και επιτρέπει να μπορούν να απολαμβάνουν. Γι’ αυτό δεν πρέπει να εγγράψει στις σημαίες της το όραμα μίας ψευδεπίγραφης και αλλότριας «πραγματικής σύγκλισης» αλλά τους αγωνιστικούς στόχους μίας ανατρεπτικής εργατικής απόκλισης από τα καπιταλιστικά κελεύσματα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s