Αυταρχισμός και νέες οικονομικές σχέσεις

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας
άρθρο στην εφημερίδα
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 8-5-2001
Η προώθηση του νέου υποτιθέμενα «αντι-τρομοκρατικού» νόμου, το κυοφορούμενο νομοσχέδιο για τον ασφυκτικό περιορισμό των διαδηλώσεων καθώς και μια σειρά άλλα αυταρχικά μέτρα που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προωθεί – ουσιαστικά σε αγαστή συνεργασία με την αξιωματική αντιπολίτευση- έχουν δίκαια πυροδοτήσει τη συζήτηση για το πού βαδίζει το δημοκρατικό σύστημα. Και αυτό γιατί είναι ίσως προφανές ακόμη και για τους πιο αφελείς ότι μια σειρά παραδοσιακές δημοκρατικές ελευθερίες αλλά και κατακτημένα λαϊκά δικαιώματα ουσιαστικά φαλκιδεύονται.

Μπροστά σε αυτά τα άκρως ανησυχητικά φαινόμενα είναι ίσως χρήσιμο να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις. Πολλοί ερμηνεύουν αυτή την ένταση του αυταρχισμού, τη δημιουργία μιας ουσιαστικά αυταρχικής δημοκρατίας, ως αποτέλεσμα κάποιων σημαντικών αλλά συγκυριακών γεγονότων (π.χ. Ολυμπιάδα) ή και στην παρέμβαση ισχυρών ξένων κέντρων (ΗΠΑ, Ε.Ε. κ.λπ.). Παρ’ όλο που αναμφισβήτητα τέτοια στοιχεία έχουν παίξει έναν κρίσιμο ρόλο, τουλάχιστον στη χρονική στιγμή και στη μορφή των σχετικών ρυθμίσεων, οι τελευταίες δεν είναι συγκυριακές ενέργειες, αλλά απηχούν πολύ βαθύτερα συμφέροντα και τάσεις.

Η ιστορική περίοδος που διανύουμε είναι μια μεταβατική εποχή, όπου το καπιταλιστικό σύστημα -έχοντας ήδη πίσω του σχεδόν μια τριακονταετία από το ξέσπασμα της μεγάλης δομικής κρίσης του 1973- δοκιμάζει να εγκαινιάσει μια νέα σελίδα στην πορεία του. Βασικό στοιχείο αυτής της νέας εποχής του κεφαλαίου είναι η προσπάθεια υπέρβασης των δομικών προβλημάτων της προηγούμενης περιόδου και ιδιαίτερα η ριζική ανάταξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Η τελευταία περνά κυρίως μέσα από την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Στην κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα, τις δύο προηγούμενες δεκαετίες, ιδιαίτερα σε ορισμένα κρίσιμα πεδία. Είναι σχεδόν κοινή διαπίστωση σήμερα ότι έχει ουσιαστικά αυξηθεί ο πραγματικός χρόνος εργασίας του μέσου εργαζόμενου -υπερβαίνοντας ακόμη και τυχόν μειώσεις του νόμιμου χρόνου εργασίας- και ότι ταυτόχρονα έχει εντατικοποιηθεί δραστικά η εργασία του· και όλα αυτά σε συνδυασμό με την περιστολή των μισθών. Ολα αυτά, που έγιναν εφικτά χάρη στην ήττα του εργατικού κινήματος, έχουν συμβάλει δραστικά στην ανάκαμψη της καπιταλιστικής συσσώρευσης, χωρίς όμως ακόμη να έχουν επιτύχει την επίλυση όλων των δομικών προβλημάτων που τη διαπερνούν και φυσικά χωρίς να έχουν κατορθώσει να εγκαινιάσουν μια νέα «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού (όπως πολύ ανάγλυφα δείχνει η κατάρρευση της ιδεολογικής φούσκας της λεγόμενης «νέας οικονομίας»).

Χρειάζονται ακόμη πολλές δομικές αλλαγές (ιδιαίτερα όσον αφορά τη ρύθμιση του χρόνου εργασίας αλλά και ορισμένα άλλα κρίσιμα ζητήματα, όπως το νέο ρόλο του κράτους, όπου ο νεοφιλελευθερισμός έχει αποτύχει δραματικά) για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

Είναι φανερό στους κυρίαρχους κύκλους ότι αυτό το νέο τοπίο στις σχέσεις εργασίας – κεφαλαίου εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την καθεστηκυία τάξη. Η δραματική επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας μπορεί να αποτελέσει εστία γένεσης ισχυρών κοινωνικών εκρήξεων, ιδιαίτερα όταν οι πολιτικοί διαχειριστές τους τείνουν να χάσουν οποιαδήποτε σημαντική διαφορά μεταξύ τους και συνεπώς η ικανότητα ενσωμάτωσης των λαϊκών αντιδράσεων μπορεί να διακυβευθεί επικίνδυνα.

Η ένταση των κρατικών αυταρχικών ρυθμίσεων και της καταστολής έχει να κάνει κυρίως με αυτά παρά με το φόβο κάποιων «άγριων» μειοψηφιών.

Η κατεύθυνση αυτή υπαγορεύεται τόσο από εσωτερικά συμφέροντα και κέντρα όσο και από διεθνείς σχέσεις. Η ελληνική καθεστηκυία τάξη επέλεξε συνειδητά να ενταχθεί σε διεθνείς αυταρχικούς μηχανισμούς, όπως το Σένγκεν, ακόμη και εάν αυτό συνεπαγόταν τη μερική ενίσχυση του ρόλου ξένων κέντρων. Και αυτό γιατί μπορεί να έχει εκχωρήσει κάποιους βαθμούς ελευθερίας κίνησης σε ξένα κέντρα, αλλά ταυτόχρονα έχει αναβαθμίσει ριζικά τη δυνατότητα ελέγχου και καταστολής του μεγαλύτερου αντιπάλου της, του δικού της «εσωτερικού εχθρού», δηλαδή των εκμεταλλευόμενων τάξεων και στρωμάτων.

Ορισμένοι εναντιώνονται στα μέτρα αυτά από τη σκοπιά της προάσπισης των δικαιωμάτων κάποιων εξεγερμένων μειοψηφιών («συνήθεις ύποπτοι» κ.λπ.) και περιορίζονται να υπερασπίζονται τα δημοκρατικά δικαιώματα των μειοψηφιών αυτών υποστηρίζοντας ότι η περιστολή τους θα θίξει ίσως και τα δικαιώματα του υπόλοιπου πληθυσμού. Πρόκειται για μια ατελέσφορη στάση. Οι εξεγερμένες μειοψηφίες -όσο έντιμες και εάν είναι μερικές φορές οι προθέσεις και οι ενέργειές τους – δεν αποτελούν το βασικό κίνδυνο για το νεο-εγκαθιδρυόμενο πλαίσιο σχέσεων κεφαλαίου – εργασίας. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι περιπτώσεις που ουσιαστικά χρησιμοποιούνται από γνωστά κέντρα του συστήματος ακριβώς για να δικαιολογήσουν την επιβολή αυταρχικών ρυθμίσεων. Ο κύριος κίνδυνος είναι η μεγάλη εργαζόμενη πλειονότητα και γι’ αυτό όλα αυτά τα μέτρα έχουν ουσιαστικά προληπτικό παρά κατασταλτικό χαρακτήρα: να «συνετίσουν», να απαγορεύσουν και να απομονώσουν επικίνδυνες τάσεις. Πάνω απ’ όλα να προλάβουν οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει στην αμφισβήτηση του νέου δεσποτισμού του κεφαλαίου μέσα στο εργοστάσιο και στην παραγωγή.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους είναι μάλλον μυωπικό να εστιαστεί η αντιπαράθεση στο νέο κύμα αυταρχισμού, στη διατήρηση του προϋπάρχοντος θεσμικού πλαισίου και στις δημοκρατικές εγγυήσεις που αυτό τουλάχιστον παρείχε. Το καπιταλιστικό σύστημα δεν εγκαταλείπει τη δημοκρατική μορφή, που το ίδιο δημιούργησε στην αυγή των μεγάλων επαναστάσεών του αλλά και κάτω από την πίεση των διεκδικήσεων του εργατικού κινήματος, αλλά σίγουρα περιστέλλει σημαντικές πλευρές. Οταν το ίδιο το σύστημα που το γέννησε αλλάζει βασικές πλευρές του πολιτικού και δικαιικού συστήματός του είναι ουτοπικό κάποιος -ιδιαίτερα ο κόσμος της εργασίας- να προσπαθήσει να τις διασώσει. Αντιθέτως, αυτό το οποίο προβάλλει πλέον ολοένα και πιο καθαρά ως ουσία του σύγχρονου προβλήματος δημοκρατίας είναι αυτό που ήδη κάποιες μειοψηφικές ριζοσπαστικές φωνές είχαν επισημάνει στο απόγειο των αστικών επαναστάσεων: το κοινωνικό ζήτημα, το ότι δεν μπορείς να είσαι πολιτικά ελεύθερος εάν δεν είσαι πολιτικά ίσος, αλλά και ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πολιτική ισότητα εάν δεν υπάρχει κοινωνική και οικονομική ισότητα. Αυτή η μεγάλη αλλά και μη επιλύσιμη αντίφαση διαπερνά τα θεμέλια της αστικής δημοκρατίας – τόσο στις λαμπρές δημοκρατικές όσο και στις μαύρες αυταρχικές περιόδους της. Το πρόβλημα της δημοκρατίας υπερβαίνει ολοένα και πιο φανερά τις κοινοβουλευτικές αίθουσες και περνά τις πόρτες του εργοστασίου. Γι’ αυτό άλλωστε και η ανατροπή των σημερινών αυταρχικών ρυθμίσεων δεν μπορεί να τελεσφορήσει παρά μόνο εάν γίνει κατανοητό ότι αφορά την εργαζόμενη πλειονότητα και αποτελέσει ζήτημα των δικών της διεκδικήσεων.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s