Η Θεωρία Κατανάλωσης της Σχολής της Ρύθμισης: Αναλυτικά και Εμπειρικά Προβλήματα

4η Συνάντηση Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης

Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης

Παρασκευή 24 Μαϊου 2002

Η Θεωρία Κατανάλωσης της Σχολής της Ρύθμισης:

Αναλυτικά και Εμπειρικά Προβλήματα

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

Ι. Εισαγωγή

Η Προσέγγιση της Ρύθμισης εγκαινιάσθηκε στην Γαλλία στην δεκαετία του 1970 όταν μία ομάδα οικονομολόγων (Aglietta (1979), Lipietz (1985), Boyer (1990) κλπ.) προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την μακροπρόθεσμη δυναμική αλλαγής και σταθερότητας του καπιταλιστικού συστήματος. Η Ρύθμιση απέκτησε σημαντική διεθνή επιρροή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 που η επιρροή αυτή άρχισε να υποχωρεί. Παρόλα αυτά συνεχίζει να έχει αρκετούς οπαδούς μέσα στην Ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία και ιδιαίτερα σε ορισμένους επιμέρους κλάδους (π.χ. Περιφερειακά Οικονομικά). Μάλιστα μία σειρά έννοιες που προτάθηκαν από την Ρύθμιση – ο Φορντισμός και ο μετα-Φορντισμός είναι οι πιο δημοφιλείς – απέκτησαν την δική τους αυτοτελή ύπαρξη και υιοθετήθηκαν από άλλα θεωρητικά ρεύματα, πολλά από τα οποία ανήκουν σε επιστημονικά πεδία που δεν εντάσσονται αυστηρά στην Οικονομική Θεωρία (όπως τα διεπιστημονικά και κοινωνιολογικά πεδία της Θεωρίας Κατανάλωσης ή οι μετα-μοντέρνες φιλοσοφικές αναζητήσεις). Σε όλες αυτές τις περιοχές ο Φορντισμός συνδέεται με την καταναλωτική κοινωνία (δηλ. την άποψη ότι στα μέσα του 20ου αι. η στάση της κοινωνίας έναντι της ατομικής, ιδιωτικής κατανάλωσης άλλαξε προς όφελος του καταναλωτισμού). Αντίστοιχα, ο μετα-Φορντισμός συνδέεται με την πεποίθηση ότι στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αι. υπήρξε ένας κορεσμός των μαζικών τυποποιημένων αγορών καταναλωτικών προϊόντων και μία στροφή σε μικρότερες αγορές διαφοροποιημένων αγαθών.

Η εργασία αυτή αναλύει κριτικά την θεωρία Κατανάλωσης της Ρύθμισης η οποία, παρόλο ότι συνιστά ένα κρίσιμο και αναντικατάστατο στοιχείο του θεωρητικού οικοδομήματος της Ρύθμισης, συνήθως παραγνωρίζεται. Επειδή η έννοια του Φορντισμού γεννήθηκε μέσα από την Συζήτηση για την Εργασιακή Διαδικασία (Labour Process Debate), συνήθως παραγνωρίζεται ότι κατά την Ρύθμιση δηλώνει την σύζευξη μαζικής παραγωγής (ένα δημιούργημα που αποδίδεται στον Ταιηλορισμό) και της μαζικής κατανάλωσης. Η δεύτερη είναι ένα sine qua non στοιχείο του όρου. Η Ρύθμιση επικεντρώνει πάνω στην κατανάλωση της εργατικής τάξης, τις αλλαγές και τις μακροοικονομικές επιπτώσεις της. Ενστερνίζεται ένα επιχείρημα το οποίο ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στις δεκαετίες του 1960 και 1970 αλλά και σήμερα, ιδιαίτερα στην θεωρία κατανάλωσης: ότι μετά τον 2ο Παγκ. Πόλεμο έλαβαν χώρα μία σειρά δομικές αλλαγές που μετέτρεψαν τους εργάτες σε σημαντικούς καταναλωτές μαζικών προϊόντων και έτσι προήλθαν οι αναγκαίες αγορές που εξασφάλισαν την μετα-πολεμική «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού. Ακολούθως η κρίση του 1973 ερμηνεύεται σαν αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, του κορεσμού των μαζικών αγορών και την δημιουργίας διαδικασιών διαφοροποίησης των καταναλωτικών προτιμήσεων που οδηγούν προς μικρές εξειδικευμένες αγορές. Η δημοτικότητα αυτού του κομψού σεναρίου ξεπερνά τα όρια της Πολιτικής Οικονομίας και διαχέεται σε μία σειρά άλλες επιστημονικές περιοχές και ιδιαίτερα στις πολιτιστικές σπουδές (cultural studies), στις θεωρίες του χώρου, στις αναλύσεις των συστημάτων διατροφής και των καταναλωτικών προτύπων.

Η παρούσα μελέτη αμφισβητεί την εμπειρική και αναλυτική αξιοπιστία του σεναρίου της Ρύθμισης. Πρώτον, δείχνεται ότι η εργατική κατανάλωση αποτελούσε μία μαζική αγορά για καπιταλιστικά προϊόντα πολύ πριν την υποτιθέμενη Φορντική εποχή. Επιπλέον αποδεικνύεται ότι δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει μαζική παραγωγή πριν από την μαζική κατανάλωση. Επίσης, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Ρύθμισης, η μαζική παραγωγή και η ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο έλαβε χώρα πριν από τις αρχές του 20ου αι. Κατά συνέπεια το 1929 δεν ήταν κρίση υποκατανάλωσης καθώς το βασικό πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη μαζικής κατανάλωσης έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί η μαζική παραγωγή.

Δεύτερον, υποστηρίζεται ότι το αναλυτικό πλαίσιο της Ρύθμισης είναι εξαιρετικά προβληματικό. Συγκεκριμένα, η θεωρία προσδιορισμού του μισθού της είναι αναλυτική και εμπειρικά αβάσιμη καθώς προσφεύγει σε μία αμφιλεγόμενη θεσμιστική και πολιτικιστική οπτική, η οποία είναι υποδεέστερη της Μαρξικής θεωρίας της αξίας της εργασιακής δύναμης. Επιπρόσθετα, οι έννοιες του Καθεστώτος Συσσώρευσης και του Τρόπου Ρύθμισης έχουν περιορισμένη ερμηνευτική αξία και αδυνατούν να συλλάβουν ορθά τόσο τον συντονισμό παραγωγής – ζήτησης όσο και τις κοινωνικές λειτουργίες που τον στηρίζουν. Τέλος, η προσπάθεια να αναλυθεί η ιστορική δυναμική του καπιταλισμού μέσα από ένα σχήμα αναπαραγωγής – όπως κάνει η Ρύθμιση και ιδιαίτερα ο Aglietta (1979) – είναι προβληματική και δεν συμφωνεί ούτε με τις προθέσεις του Marx για τα δικά του σχήματα αναπαραγωγής ούτε με την πραγματική λειτουργία του καπιταλισμού. Τα σχήματα αναπαραγωγής εστιάζουν εξ ορισμού πάνω στον συντονισμό προσφοράς και ζήτησης και στην εξασφάλιση ισορροπίας και κάνουν αφαίρεση άλλων κρίσιμων διαστάσεων του καπιταλιστικού συστήματος. Υπό αυτό το πρίσμα υποστηρίζεται ότι η υπόθεση του Aglietta (1979) ότι υπάρχει πρωτοκαθεδρία του τμήματος παραγωγής αγαθών κεφαλαίου έναντι του τμήματος παραγωγής μισθιακών αγαθών είναι αυθαίρετη και εσφαλμένη.

II. Η Θεωρία κατανάλωσης της Ρύθμισης

Η θεωρία κατανάλωσης της Ρύθμισης βασίζεται σε μία απλή και κομψή ιδέα. Στα προ-Φορντιστικά στάδια οι εργάτες εμπλέκονταν στο καπιταλιστικό σύστημα μέσω κυρίως της παραγωγής, ενώ η κατανάλωση τους παρέμενε προσανατολισμένη σε μη-καπιταλιστικά προϊόντα. Ταυτόχρονα κυριαρχούσε η εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας (η εξαγωγή σχετικής υπεραξίας είχε πολύ περιορισμένο ρόλο), η αξία της εργασιακής δύναμης καθοριζόταν ατομικά και μέσω της αγοράς και η παραγωγή κοινωνικοποιούνταν (δηλαδή τα ατομικά κεφάλαια συσχετίζονταν μεταξύ τους) μόνο μέσω της αγοράς καθώς το κράτος είχε ένα περιορισμένο οικονομικό ρόλο. Οι βασικοί αγοραστές των καπιταλιστικών προϊόντων ήταν οι ίδιοι οι καπιταλιστές και τα μεσαία στρώματα. Επιπλέον δεν υπήρχε η ανάγκη μίας εκτός παραγωγής κοινωνικής ρύθμισης της διαδικασίας καπιταλιστικής αναπαραγωγής (μέσω της τυποποίησης των καταναλωτικών προτύπων) καθώς οι καπιταλιστές και τα μεσαία στρώματα διαμόρφωναν την κατανάλωση τους με βάση τα καπιταλιστικά πρότυπα και αναγκαιότητες. Όμως οι εργατικές διεκδικήσεις και ο ενδο-καπιταλιστικός ανταγωνισμός περιόριζαν την εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας και οδήγησαν στην υπερίσχυση της σχετικής υπεραξίας (που είναι πιο ευέλικτη) μέσω της υιοθέτησης της Ταιηλορικής μαζικής παραγωγής τυποποιημένων εμπορευμάτων. Αυτή η φθηνά παραγόμενη (ανά μονάδα) μάζα τυποποιημένων καπιταλιστικών εμπορευμάτων χρειαζόταν μία εξίσου μαζική αγορά, καθώς οι καπιταλιστές και τα μεσαία στρώματα δεν επαρκούσαν για να την απορροφήσουν. Για να επιτευχθεί αυτό καταστράφηκε ο παραδοσιακός τρόπος ζωής της εργατικής τάξης και έτσι η εργατική κατανάλωση (και η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης) ωθήθηκε προς τα καπιταλιστικά εμπορεύματα.

Οι αλλαγές αυτές, κατά το σενάριο της Ρύθμισης, επηρέασαν καθοριστικά την διαδικασία προσδιορισμού του μισθού. Στα προ-Φορντικά στάδια η εργασιακή δύναμη ήταν ένα εμπόρευμα που η αξία του καθοριζόταν ανταγωνιστικά στην αγορά σύμφωνα με την αξία του καλαθιού εμπορευμάτων που παραδοσιακά κατανάλωναν οι εργάτες (και τα οποία, πάντα κατά το σενάριο της Ρύθμισης, δεν ήταν καπιταλιστικά προϊόντα). Ο μισθός ήταν η τιμή αυτής της αξίας, σύμφωνα με την κλασική Μαρξική διαδικασία προσδιορισμού της. Οι μειώσεις μισθών δεν είχαν αρνητικές επιπτώσεις για την καπιταλιστική αναπαραγωγή γιατί αύξαναν τα κέρδη ενώ ο περιορισμός της εργατικής κατανάλωσης επηρέαζε μόνο τους ανεξάρτητους μη-καπιταλιστές παραγωγούς και, μέσω αυτών, τους εισοδηματίες. Αντίθετα, στον Φορντισμό οι μισθοί δεν αντιπροσωπεύουν μόνο ένα κόστος αλλά ταυτόχρονα και μία αγορά για την καπιταλιστική παραγωγή. Επιπλέον, η εργασιακή δύναμη παύει να είναι ένα εμπόρευμα (ή γίνεται ένα εξαιρετικά ιδιόμορφο τέτοιο) και η αξία της δεν καθορίζεται πλέον σύμφωνα με την ταξική πάλη στην παραγωγή (που αφορά κυρίως την διαίρεση του εργάσιμου χρόνου) αλλά σύμφωνα με (α) τους αγώνες για την διανομή εισοδήματος και (β) την διαχείριση της ενεργούς ζήτησης για την καπιταλιστική μαζική παραγωγή. Κατά συνέπεια οι μισθοί δεν καθορίζονται σύμφωνα με την Μαρξική σχέση αξίας – τιμής αλλά σύμφωνα με εκτός παραγωγής προσδιορισμούς και αγώνες που οδηγούν σε θεσμοποιημένους συμβιβασμούς. Οι τελευταίοι έχουν μόνο μία αδύναμη και εξωτερική συσχέτιση με την σφαίρα της παραγωγής καθώς υποτίθεται ότι αυτοί οι θεσμοποιημένοι συμβιβασμοί γύρω από την διανομή εισοδήματος συνδέουν τον μισθό με την παραγωγικότητα της εργασίας. Η κοινωνικοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής δεν πραγματοποιείται μέσω των κλασικών μηχανισμών της αγοράς αλλά μέσω συλλογικών εποπτικών μηχανισμών και θεσμών. Οι τελευταίοι συνυπολογίζουν τόσο τα συλλογικά συμφέροντα των καπιταλιστών όσο και την πίεση της εργατικής τάξης και διαμορφώνουν ιστορικά συγκεκριμένους συμβιβασμούς που υποστηρίζουν την αναπαραγωγή του καπιταλισμού. Επομένως, η οικονομική αναπαραγωγή θεωρείται ότι όχι μόνο απλά βασίζεται κρίσιμα αλλά δεν μπορεί να επιτευχθεί καθόλου χωρίς εξω-οικονομικά θεσμικά υποστηρίγματα.

Η έννοια του κανόνα κατανάλωσης (κατανάλωση norm) –  που πρωτοεισαγάγει ο Aglietta (1979) με βάση το δικό του μοντέλο αναπαραγωγής – αποτελεί την πληρέστερη εκδοχή αυτής της θέσης. Υποστηρίζει ότι οι κινητήριες ωθήσεις (motive impulses) για τον μετασχηματισμό των παραγωγικών δυνάμεων γεννιούνται στο Τμήμα Ι (παραγωγή μέσων παραγωγής). Υπάρχει επομένως μία εγγενής τάση άνισης ανάπτυξης μεταξύ του Τμήματος Ι και του Τμήματος ΙΙ (παραγωγή μέσων κατανάλωσης), η οποία εγγράφεται στη δομή του κοινωνικού κεφαλαίου μέσω της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Όμως, επειδή η σχετική υπεραξία εξάγεται μέσω της μείωσης του χρόνου εργασίας που χρειάζεται για την αποκατάσταση της εργασιακής δύναμης, μπορεί μόνο να προκύψει μέσω του μετασχηματισμού σων συνθηκών παραγωγής των εμπορευμάτων του Τμήματος ΙΙ. Αυτό απαιτεί το Τμήμα ΙΙ να μπορεί να απορροφήσει τα εμπορεύματα που παράγονται από το Τμήμα Ι και να τα ενσωματώσει σαν σταθερό κεφάλαιο σε εκείνες τις διαδικασίες παραγωγής που μειώνουν την αξία των μέσων κατανάλωσης. Εάν αυτή η προϋπόθεση δεν επιτευχθεί τότε η άνιση ανάπτυξη του Τμήματος ΙΙ θα εξασκήσει μία φθοροποιά επίδραση στην κεφαλαιακή συσσώρευση. Μόνο μέσω της επαναστατικοποίησης των συνθηκών διαβίωσης της τάξης των μισθωτών μπορεί αυτός ο φραγμός, ο οποίος υπολανθάνει μονίμως, να αναιρεθεί και συνεπώς να επιτευχθεί η αρμονική ανάπτυξη των δύο τμημάτων παραγωγής, τουλάχιστον κατά τάση. Αυτό απαιτεί ταυτόχρονα και την ηγεμονία των εμπορευματοποιημένων αγαθών έναντι των μη-εμπορευματοποιημένων στην κατανάλωση των μισθωτών και την μαζική παραγωγή των πρώτων έτσι ώστε να μειωθεί η ανά μονάδα αξία τους και συνεπώς να μειωθεί το κόστος της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Η αυξανόμενη κοινωνική ζήτηση για καταναλωτικά αγαθά, που προηγουμένως θεωρούνταν είδη πολυτελείας, εξασφαλίζει ότι αυτά μπορούν να παραχθούν κερδοφόρα από τους καπιταλιστές και επομένως να μετακινηθούν από το υπο-Τμήμα ΙΙβ (παραγωγή καταναλωτικών ειδών πολυτελείας) στο υπό-Τμήμα ΙΙα (παραγωγή βασικών καταναλωτικών ειδών). Τότε η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως και οι αυξήσεις της παραγωγικότητας στο Τμήμα Ι βρίσκουν τις απαιτούμενες διεξόδους τους στο Τμήμα ΙΙ. Αυτές οι ανεμπόδιστες αυξήσεις της παραγωγικότητας στο Τμήμα ΙΙ μειώνουν την ανά μονάδα αξία των προϊόντων του και συνεπώς αυξάνουν την εξαγωγή σχετικής υπεραξίας. Η αύξηση της τελευταίας επιτρέπει αυξήσεις του πραγματικού μισθού. Αυτή η οργανική σύνδεση των δύο τμημάτων παραγωγής επιτυγχάνεται μόνο στο εντατικό ΚΣ, όπου η εμπορευματική κυκλοφορία οργανώνεται σύμφωνα με γενικά πρότυπα καθώς έχει δημιουργηθεί ο κοινωνικός κανόνας κατανάλωσης των μισθωτών.

IΙΙ. Πότε και πως εμπορευματοποιήθηκε η κατανάλωση της εργατικής τάξης;

Η ιδιαίτερη μαρξίζουσα χροιά της Ρύθμισης – που την διαφοροποιεί από τις περισσότερες μεταμοντέρνες προσεγγίσεις – έγκειται στην υπόθεση ότι η κατανάλωση της εργατικής τάξης θεωρείται μη-καπιταλιστική πριν από τον Φορντισμό.

Όμως η εμπορευματοποίηση εν γένει δεν είναι ταυτόσημη με την καπιταλιστική εμπορευματοποίηση. Η ουσιαστική αυτή διάκριση αυτή αντιμετωπίζεται επιπόλαια από πολλούς οπαδούς και συμπαθούντες της Ρύθμισης, όπως ο De Vroey (1984). Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι η κατανάλωση των εργατών κατά την διάρκεια του καθεστώτος της εκτατικής συσσώρευσης χαρακτηριζόταν από: α) την κυριαρχία των μη-εμπορευματικών σχέσεων πάνω στις εμπορευματικές. β) την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης κυρίως μέσω οικιακών δραστηριοτήτων, γ) το ότι ο μισθός έπαιζε μόνο συμπληρωματικό ρόλο σ’ αυτή την αναπαραγωγή και δ) ότι ο μεγαλύτερος όγκος των εμπορευμάτων που αγόραζαν οι εργάτες ήταν μη-καπιταλιστικά. Αυτή είναι η ισχυρή εκδοχή, ενώ ο Lipietz (1984a:96) υιοθετεί μία πιο ήπια, υποστηρίζοντας ότι κατά την διάρκεια της εκτατικής συσσώρευσης οι μισθωτοί εργάτες «δεν είχαν πρακτικά καμία πρόσβαση σε καπιταλιστικά προϊόντα». Στην ισχυρή εκδοχή η διάκριση μεταξύ εμπορευμάτων εν γένει και καπιταλιστικών εμπορευμάτων δεν είναι σημαντική, εφόσον υποτίθεται ότι η κατανάλωση της εργατικής τάξης συνολικά ήταν εκτός της σφαίρας της εμπορευματοποίησης και στο μικρό βαθμό που εμπορευματοποιούνταν απαρτιζόταν από μη-καπιταλιστικά εμπορεύματα. Δηλαδή η οικιακή παραγωγή, η μικρή εμπορευματική παραγωγή και γεωργία απομένουν οι βασικοί προμηθευτές των μέσων συντήρησης των εργατών. Από την άλλη πλευρά, η ήπια εκδοχή παρακάμπτει το ερώτημα της έκτασης της εμπορευματοποίησης της κατανάλωσης της εργατικής τάξης (δηλαδή αν είχε εμπορευματοποιηθεί κατά πλειοψηφία ή όχι) και υποστηρίζει μόνο ότι στο βαθμό που είχε εμπορευματοποιηθεί δεν περιλάμβανε κυρίως καπιταλιστικά εμπορεύματα. Στην περίπτωση αυτή η διάκριση μεταξύ καπιταλιστικών και μη-καπιταλιστικών εμπορευμάτων είναι καθοριστική, γιατί μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η κατανάλωση των εργατών είχε εμπορευματοποιηθεί αλλά τα αγαθά αυτά ήταν μη-καπιταλιστικά εμπορεύματα.

Η ισχυρή εκδοχή συναντά ανυπέρβλητα προβλήματα όταν αντιμετωπίζει την ιστορική πραγματικότητα. Η κατανάλωση της εργατικής τάξης είχε εμπορευματοποιηθεί από τα πρώτα βήματα του καπιταλισμού. Μάλιστα αυτή η εμπορευματοποίηση ήταν ακόμη πιο έντονη αν αναφερθεί κανείς – όπως κάνουν πολλοί Ρυθμιστές – σε όλους όσους ΄λαμβάνουν εισόδημα με την μορφή του μισθού (τους μισθωτούς.

Η ήπια εκδοχή προτείνει μία ευφυέστερη αλλά εξίσου προβληματική άποψη. Η κατανάλωση των εργατών μπορεί vα ηγεμονεύθηκε από τις εμπορευματικές σχέσεις, αλλά αυτές ήταν κυρίως μη-καπιταλιστικές μέχρι την δεκαετία του 1920. Το εσφαλμένο και αυτής της άποψης πηγάζει από την αδυναμία της να κατανοήσει:

(1) πως ο καπιταλισμός μπορεί να αφομοιώσει λειτουργικά τα στοιχεία προ-καπιταλιστικών συστημάτων χωρίς να τους αφήνει ούτε καν κατάλοιπα μίας ανεξάρτητης και αυτόνομης ύπαρξης αλλά και χωρίς να παρεμποδίζεται από αυτά.

(2) ότι οι μαζικές αγορές μπορούν να υπάρξουν και χωρίς την συγκέντρωση και την συγκεντροποίηση του λιανικού εμπορίου.

(3) ότι η μαζική κατανάλωση μπορεί να υπάρχει πριν από την μαζική παραγωγή.

IV. Ήταν ένας θεσμικά εξασφαλισμένος μισθός απαραίτητος για την μαζική κατανάλωση;

Για την Ρύθμιση η δεκαετία του 1920 μαστιζόταν από ανεπάρκεια της εργατικής κατανάλωσης, η οποία ξεπεράσθηκε μόνο αργότερα με την δημιουργία του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης από τον Φορντισμό. Ο τελευταίος υποτίθεται ότι διασφάλιζε την σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα και συνεπώς την ομαλή εξέλιξη της καπιταλιστικής συσσώρευσης (εφόσον η ζήτηση μπορούσε να συντονισθεί λειτουργικά με την προσφορά). Πίσω από αυτή την εμπειρική πεποίθηση βρίσκεται μία θεωρία καθορισμού του μισθού που είναι ριζικά διαφορετική από αυτή της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας αλλά και αυτή του Marx.

Η Μαρξική προσέγγιση υποστηρίζει ότι ο μισθός είναι η χρηματική τιμή της αξίας της εργασιακής δύναμης. Η τελευταία αντιπροσωπεύει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του καλαθιού εμπορευμάτων που χρειάζεται να καταναλώσουν οι εργάτες, υπό τις επικρατούσες παραγωγικές και κοινωνικές συνθήκες, για να αναπληρώσουν την κούραση τους από την εργασία. Ο μισθός, δηλαδή η τιμιακή έκφραση αυτής της αξίας, πρέπει να καλύπτει το κόστος απόκτησης αυτού του καλαθιού εμπορευμάτων. Επομένως για τον Marx η αξία του ιδιόμορφου (suis generis) εμπορεύματος «εργασιακή δύναμη» εκφράζεται στην χρηματική τιμή του (μισθός) με την διαμεσολάβηση ενός συνόλου αξιών-χρήσης (του καλαθιού των μισθιακών αγαθών). Η προσέγγιση αυτή έχει σημαντικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, μπορεί να συλλάβει ορθά την ασύμμετρη βαρύτητα της εργατικής και της αστικής τάξης. Η τελευταία έχει μία άμεση εικόνα των αξιακών σχέσεων ενώ η πρώτη έχει μία έμμεση μόνο (η οποία διαμεσολαβείται κρίσιμα από τις αξίες-χρήσης). Δεύτερον, μπορεί, κατά συνέπεια, να ερμηνεύσει τα δομικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν οι καπιταλιστές έναντι των εργατών σε μία καπιταλιστική οικονομία. Τρίτον, μπορεί να συλλάβει την πρωταρχικότητα της ταξικής πάλης στην παραγωγή σχετικά με τις συνθήκες εργασίας και τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται με την ταξική πάλη στη διανομή* αντίθετα με τις προσεγγίσεις του μεριδίου μισθών (wage share approaches) που εστιάζουν μόνο στην τελευταία. Έτσι, για τον Marx είναι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας – διαμεσολαβούμενος από το καλάθι μισθιακών εμπορευμάτων – που λειτουργεί σαν άξονας καθορισμού του κονδυλίου μισθών και επομένως της έκτασης της εργατικής κατανάλωσης. Συνεπώς, ο προσδιορισμός της αξίας της εργασιακής δύναμης είναι όμοιος με αυτόν όλων των άλλων εμπορευμάτων. Όμως ταυτόχρονα η εργασιακή δύναμη είναι ένα εμπόρευμα διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα εφόσον υφίσταται μόνο σαν μία ικανότητα ενός ζώντος ατόμου και είναι αχώριστη από τον φορέα της. Με αυτή την έννοια η αξία της εργασιακής δύναμης καθορίζεται από την αξία των αναγκαίων μέσων επιβίωσης του εργάτη ως εργάτη. Αυτό εισάγει ένα δυναμικό στοιχείο που διαφοροποιεί την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης από αυτή όλων των υπόλοιπων εμπορευμάτων. Η αξία της εργασιακής δύναμης συναποτελείται από δύο μέρη (βλέπε Marx (1968:222 και 1982:275): α) ένα φυσικό τμήμα, που καλύπτει τις «φυσικές ανάγκες» (τροφή, ένδυση, καύσιμα, στέγαση κλπ.) και, β) ένα ιστορικό και κοινωνικό τμήμα, που αντανακλα το επίπεδο πολιτισμού κάθε κοινωνίας και ιδιαίτερα τις συνθήκες υπό τις οποίες – και κατά συνέπεια τις συνήθειες και τις προσδοκίες με τις οποίες – η τάξη των ελεύθερων εργατών διαμορφώνεται.

Από την άλλη πλευρά, η Μαρξική θεωρία μισθού δεν ταυτίζει απλοϊκά τον αναγκαίο χρόνο εργασίας με τον μισθό. Το φυσικό τμήμα θέτει μόνο το ελάχιστο όριο. Η αξία της εργασιακής δύναμης και ο μισθός συνήθως είναι υψηλότερα. Υπάρχει όμως ένα ανώτερο όριο το οποίο δίνεται από το ποσοστό κέρδους. Όπως εύστοχα υποστηρίζει ο Rosdolsky (1977:284): «… η εργασία υπόκειται στην οικονομική ισχύ του κεφαλαίου στον καπιταλισμό από την αρχή , και το «μερίδιο» της πρέπει φυσικά πάντα να εξαρτάται από το «μερίδιο» του κεφαλαίου. Υπάρχει επομένως ένα πραγματικό ανώτατο όριο του μισθού που δίνεται από το μέγεθος του κέρδους, και, ακριβέστερα, από την κίνηση του ποσοστού κέρδους».

Η Ρύθμιση ακολουθεί μία διαφορετική και εξαιρετικά προβληματική λογική. Ο Μαρξικός προσδιορισμός του μισθού γίνεται αποδεκτός μόνο για τις προ-Φορντιστικές περιόδους. Εξαιρετικά περίεργα όμως, η σύνδεση της αξίας της εργασιακής δύναμης με τον μισθό – μέσω της διαμεσολάβησης του καλαθιού μισθιακών αγαθών – γίνεται αποδεκτή μόνο όταν τα αγαθά αυτά είτε δεν είναι εμπορεύματα είτε δεν είναι καπιταλιστικά εμπορεύματα. Εάν η Ρύθμιση ήταν πιο προσεκτική θα αναγνώριζε ότι αυτό θέτει σοβαρά προβλήματα στην επιπόλαιη υποστήριξη εκ μέρους της της Μαρξικής προσέγγισης για τις προ-Φορντιστικές περιόδους. Από την άλλη πλευρά, η Μαρξική θεώρηση απορρίπτεται στην περίπτωση του Φορντισμού. Μόλις η εργατική κατανάλωση υποτίθεται ότι εμπορευματοποιείται (καπιταλιστικά), η συσχέτιση μεταξύ κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας και μισθού διαρυγνύεται. Τότε ο μισθός θεωρείται ότι είναι απλά ένα ποσό χρήματος (το μερίδιο μισθών) που αποκτάται μέσω της ταξικής πάλης στην διανομή. Η μόνη σχέση του με την παραγωγή είναι μέσω της υπόθεσης ότι η ταξική πάλη στην διανομή αφορά το μοίρασμα των αυξήσεων της παραγωγικότητας. Όχι μόνο αυτό αλλά επιπλέον υποστηρίζεται ότι ο καπιταλισμός συνολικά (το κεφάλαιο εν γένει, ξεπερνώντας τα μυωπικά συμφέροντα των ατομικών καπιταλιστών) προωθεί αυτό το μοίρασμα ακριβώς επειδή διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ του Τμήματος Ι και του Τμήματος ΙΙ και συνεπώς την ομαλή πρόοδο της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Αυτή η σύνδεση του μισθού με την παραγωγικότητα – που υποτίθεται ότι αποτέλεσε την συνταγή επιτυχίας του Φορντισμού – εξαρτάται καθοριστικά από θεσμικούς διακανονισμούς (συλλογικές διαπραγματεύσεις, κρατικό παρεμβατισμό στις μισθολογικές διαπραγματεύσεις, την συγκρότηση των απαραίτητων χρηματοπιστωτικών μηχανισμών κλπ.). Κατά την Ρύθμιση, σ’ αυτή την διαδικασία τα θεσμικά, ιδεολογικά και πολιτιστικά στοιχεία είναι εξίσου σημαντικά – αν όχι σημαντικότερα – με τα οικονομικά στοιχεία. Αντιθέτως, η κλασική Μαρξική προσέγγιση προνομοποιεί ορθά την σφαίρα της οικονομίας (και ιδιαίτερα την παραγωγή) και ακολούθως – σε ένα χαμηλότερο επίπεδο αφαίρεσης – συνυπολογίζει τις πολιτικές, ιδεολογικές και πολιτιστικές σχέσεις.

Τα επιχειρήματα της Ρύθμισης έχουν σοβαρά προβλήματα εμπειρικής επιβεβαίωσης. Η υποτιθέμενη σύνδεση πραγματικών μισθών και αυξήσεων της παραγωγικότητας – και φυσικά το βασιζόμενο πάνω σ΄ αυτήν υποτιθέμενο κοινωνικό συμβόλαιο κεφαλαίου – εργασίας – έχει διαψευσθεί πειστικά από πολλές μελέτες (π.χ. Brenner & Glick 1991:93). Συγκεκριμένα, οι Brenner & Glick (1991:82-3) αποδεικνύουν ότι δεν υπήρξε υστέρηση της εργατικής κατανάλωσης στην δεκαετία του 1920: το μερίδιο μισθών αυξήθηκε στην περίοδο 1850-1914 ενώ επίσης αυξήθηκε δραματικά ο πραγματικός μισθός στον βιομηχανικό τομέα στην περίοδο από τα τέλη του 1ου Παγκ. Πολέμου. Συνεπώς, οι Brenner & Glick (1991:50,54) επικρίνουν ορθά την θέση της Ρύθμισης σε τρία επίπεδα. Πρώτον, δεν μπορεί να υπάρχει μία μορφή καπιταλισμού όπου να κυριαρχεί μακροχρόνια η απόλυτη υπεραξία. Δεύτερον, αμφισβητούν την Ρυθμιστική αντίληψη ότι για μία ολόκληρη μακρά καπιταλιστική εποχή (το εκτατικό ΚΣ) η καπιταλιστική συσσώρευση λάμβανε χώρα χωρίς σημαντικές αυξήσεις τόσο στον πραγματικό μισθό όσο και στην συνολική κατανάλωση. Τρίτον, αντικρούουν το Ρυθμιστικό επιχείρημα ότι η έλλειψη θεσμικά διασφαλισμένων επιπέδων κατανάλωσης (δηλαδή ο Φορντιστικός κοινωνικός συμβιβασμός) είναι ένα εμπόδιο για τους σκοπούς και την ένταση της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Οι Brenner & Glick (1991:54) υποστηρίζουν ορθά ότι «όπου έχουν πλήρως εγκαθιδρυθεί οι καπιταλιστικές κοινωνικές – περιουσιακές σχέσεις, μπορούμε να αναμένουμε, με όλα τα υπόλοιπα παραμένοντα ίσα: ανάπτυξη στη βάση της σχετικής υπεραξίας* μακροχρόνια καπιταλιστική συσσώρευση που φέρνει αυξήσεις σε μισθούς και συνολική κατανάλωση* και επενδύσεις και μειώνουσα τα κόστη τεχνική αλλαγή που οδηγεί σε, αλλά δεν περιορίζεται αναγκαία από, μεγέθυνση της μαζικής αγοράς».

Επίσης οι Dumenil & Levy (1988:4) έχουν προσφέρει μία ακριβή κριτική του Ρυθμιστικού σεναρίου. Παίρνοντας σαν βάση σύγκρισης την περίοδο πριν τον 1ο Παγκ. Πόλεμο, ελέγχουν ορισμένες καθοριστικές Ρυθμιστικές υποθέσεις όσον αφορά την περίπτωση των ΗΠΑ και της Γαλλίας. Σχετικά με την κατανάλωση, ελέγχουν τις Ρυθμιστικές υποθέσεις ότι η μετά τον 2ο Παγκ. Πόλεμο περίοδος – συγκρινόμενη με την δεκαετία του 1920 και την περίοδο πριν τον 1ο Παγκ. Πόλεμο – χαρακτηριζόταν από (α) ένα υψηλότερο ποσοστό αύξησης των μισθών και, (2) ένα υψηλότερο μερίδιο κατανάλωσης. Συμπεραίνουν ότι ενώ τα Γαλλικά δεδομένα επιβεβαιώνουν τις υποθέσεις αυτές, τα Αμερικανικά τις διαψεύδουν καταφανώς. Από την άλλη, η έρευνα των Dumenil & Levy ανατρέπει τις Ρυθμιστικές υποθέσεις όχι μόνο για την περίοδο του μεσοπολέμου αλλά και για αυτή μετά τον 2ο Παγκ. Πόλεμο, όπου μόνο μία από όλες τις υποθέσεις (αυτή για ένα υψηλότερο ποσοστό αύξησης των μισθών) επιβεβαιώνεται ανεπιφύλακτα. Η άλλη για ένα υψηλότερο μερίδιο κατανάλωσης απορρίπτεται αδιαμφισβήτητα. Συνεπώς, υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε αλλαγή στο επίπεδο κατανάλωσης της εργατικής τάξης μεταξύ της «προ-Φορντιστικής» περιόδου της δεκαετίας του 1920 και της Φορντιστικής περιόδου. Οι Dumenil & Levy (1993:236-9) αποδεικνύουν ότι, στην περίπτωση της Αμερικανικής οικονομίας, το μερίδιο της ακαθάριστης κατανάλωσης στο Εγχώριο Καθαρό Προϊόν δεν ήταν ιδιαίτερα χαμηλό. Αντιθέτως, το μερίδιο της κατανάλωσης στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν κατά την διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης ήταν 20% χαμηλότερο από αυτό της υποτιθέμενης υποκαταναλωτικής δεκαετίας του 1920.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Ρυθμιστική ερμηνεία της Μεγάλης Ύφεσης σαν κρίσης υποκατανάλωσης είναι επίσης αμφισβητήσιμη, εφόσον δεν επιβεβαιώνεται η υπόθεση της περί ελλειπούς ζήτησης συνδυασμένης με αυξημένη κατανάλωση στην δεκαετία του 1920. Όχι μόνο δεν ευσταθεί η θέση περί ανεπαρκούς καταναλωτικής ζήτησης στην δεκαετία του 1920 αλλά επίσης δεν τεκμηριώνεται η ανεπαρκής ζήτηση κεφαλαιακών αγαθών από το Τμήμα ΙΙ. Άλλωστε, όπως επισημαίνουν οι Brenner & Glick (1991:80), ακόμη και εάν ίσχυε το τελευταίο, γιατί δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί από την ζήτηση για κεφαλαιακά αγαθά από επιχειρήσεις που επιζητούσαν να παραμείνουν ανταγωνιστικές μέσω τεχνολογικής καινοτομίας (η οποία θα μπορούσε να αυξάνει την απασχόληση και συνεπώς και την καταναλωτική ζήτηση); Εξάλλου η αύξηση της ζήτησης και της κατανάλωσης μπορεί γενικά να μεγαλώσει γρηγορότερα μέσω μίας αύξησης της επένδυσης που οδηγεί στην πρόσληψη περισσότερων εργατών παρά μέσω μίας αύξησης του μισθού ανά εργάτη.

V. Υπάρχει μία υλική ανεπάρκεια στην συσσώρευση στο τμήμα παραγωγής μέσων κατανάλωσης;

Ένας από τους βασικούς πυλώνες της Ρυθμιστικής θεωρίας κατανάλωσης είναι η θολή διατύπωση ότι «οι κινητήριες ωθήσεις» (‘motive impulses’) για τον μετασχηματισμό των παραγωγικών δυνάμεων γεννιούνται στο Τμήμα Ι. Αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχει μία δομικά εγχαραγμένη πιθανότητα η συσσώρευση στο τμήμα που παράγει μέσα κατανάλωσης να υστερεί έναντι αυτής του τμήματος που παράγει μέσα παραγωγής. Συνεπώς, κάθε ΚΣ – και οι κοινωνικο-οικονομικοί θεσμοί του συνοδεύοντως το ΤΡ – πρέπει να επινοήσουν μία ιστορικά συγκεκριμένη λύση στο πρόβλημα αυτό. Ξανά ο Aglietta (1979) προσφέρει την πληρέστερη εκδοχή αυτής της άποψης με την υπόθεση του περί «κινητήριων ωθήσεων». Ο Mavroudeas (1992) έχει δείξει αναλυτικά ότι αυτή είναι μία αστήρικτη θέση.

Στην πραγματικότητα, ο Aglietta υποστηρίζει ότι οι κινητήριες ωθήσεις για τον μετασχηματισμό των παραγωγικών δυνάμεων προκύπτουν από το Τμήμα.I. Με άλλα λόγια, η τεχνολογική καινοτομία λαμβάνει χώρα πρωταρχικά και, για μακρές ιστορικές περιόδους, αποκλειστικά σχεδόν στο Τμήμα I. Αυτή είναι μία αστήρικτη υπόθεση. Όπως επισημαίνουν επίσης οι Brenner & Glick 1991:62), το προ-Φορντιστικό σχήμα του Aglietta περιγράφει μία εξαιρετικά περίεργη οικονομία στην οποία οι καπιταλιστές παράγουν μηχανές για άλλους καπιταλιστές με μικρή ή ανύπαρκτη διέξοδο σε καταναλωτικά αγαθά. Ουσιαστικά δηλαδή μία οικονομία αποτελούμενη ολοκληρωτικά από το Τμήμα I, στην οποία οι καπιταλιστές μεταφορικά τρώνε ο ένας τις μηχανές του άλλου. Επιπλέον, οι καπιταλιστές του Τμήματος ΙΙ – παράλογα και φυσικά εμπειρικά αναπόδεικτα – αυτοπεριορίζονται από το να εισαγάγουν μειώνουσες το κόστος καινοτομίες. Οι Brenner & Glick (1991:72-3) δείχνουν ότι η βάση της αμερικανικής εκβιομηχάνισης ήταν η ικανότητα του τομέα κεφαλαιακών αγαθών να λύνει μία σειρά περίπου παραπλήσιων προβλημάτων που προέκυπταν σε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανιών καταναλωτικών αγαθών. Συνεπώς η τεχνολογική καινοτομία στο Τμήμα I έλαβε χώρα κυρίως για να διευκολύνει την παραγωγή των βιομηχανιών καταναλωτικών αγαθών* και αυτό μάλιστα πολύ πριν την υποτιθέμενη έλευση του Φορντισμού. Εξάλλου εάν το όλο πρόβλημα συζητηθεί (εσφαλμένα) στο πλαίσιο ενός σχήματος αναπαραγωγής – όπως κάνει ο Aglietta – τότε πως μπορεί να επιτευχθεί ένα γενικό μέσο ποσοστό κέρδους που να διασφαλίζει σχέσεις ισορροπίας;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Aglietta, M. (1979). A Theory of Capitalist Regulation. London: New Left Books.

Boyer, R. (1989). The eighties: the search for alternatives to Fordism, CEPREMAP 8909.

Boyer, R. (1990). The Regulation School, New York: Columbia University Press.

Brenner, R., & Glick, M. (1991). The Regulation Approach: Theory and History, New Left

Review 188.

De Vroey, M. (1984). A Regulation Approach interpretation of the contemporary crisis,

Capital & Class 23.

Dumenil, G., & Levy, D. (1988). What can we learn from a century of history of the U.S.

economy, paper presented at the Barcelona Conference on Regulation, 1988.

Dumenil, G. & Levy, D. (1993), The Economics of the Profit Rate. Aldershot: Edward Elgar.

Dumenil, G., & Levy, D. (1999). The Regulation School in the light of one century of the

U.S. economy. CEPREMAP/ Larea-Cedra.

Lipietz, A. (1984a). Imperialism or the beast of the apocalypse, Capital and Class 22.

Lipietz, A. (1984b). La mondialisation de la crise generale du Fordisme, Les Temps

Modernes 459.

Lipietz, A. (1985). The Enchanted World. London: Verso.

Marx, K. (1968). Wages, Price and Profit. In K. Marx, Selected Works in One Volume.

London: Lawrence & Wishart.

Marx, K. (1982). Capital, Vol.I, London: Penguin.

Mavroudeas, S. (1992). Relations between the Two Departments of Production and the

Problem of the So-called ‘Motive Impulses. Spoudai 42:2.

Rosdolsky, R. (1977). The Making of Marx’s ‘Capital’. London: Pluto.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s