Ο χρόνος εργασίας στην οικονομική σκέψη

5ο Πανελλήνιο Συνέδριο

Ιστορίας της Οικονομικής Σκέψης

Πανεπιστήμιο Πειραιώς

16-17 Μαϊου 2003

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

Ιωαννίδης Αλέξης

Μαυρουδέας Σταύρος

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

Περίληψη

Ο χρόνος εργασίας είναι ένας παράγων που συνήθως παραγνωρίζεται στην ορθόδοξη οικονομική σκέψη. Αν και είναι ουσιαστικά ο βασικός οικονομικός παράγων για την Πολιτική Οικονομία (τόσο την Κλασική όσο και την Μαρξιστική), στην συνέχεια με την επικράτηση της Οριακής Προσέγγισης και την μετέπειτα συγκρότηση των Νεοκλασικών Οικονομικών παραμερίζεται. Αυτό οφείλεται στο ότι τα Νεοκλασικά Οικονομικά θεωρούν ότι η έκταση του χρόνου εργασίας είναι μία οικειοθελής ατομική επιλογή και ότι, υπό συνθήκες ισορροπίας, δεν υπάρχει περίπτωση να μην είναι δίκαια αμειβόμενος. Γι’ αυτό δεν υπάρχει περίπτωση εκμετάλλευσης και μάλιστα χωρίς την συναίνεση του εργαζόμενου. Συνεπώς, δεν προκύπτουν από αυτό προβλήματα διανομής εισοδήματος, ποιότητας των εργασιακών σχέσεων και φυσικά εκμετάλλευσης, και συνεπώς δεν νομιμοποιείται καμία σχεδόν ουσιαστική παρεμβατική πολιτική στο πεδίο αυτό. Αντίθετα για τα διάφορα ρεύματα της Πολιτικής Οικονομίας, ο χρόνος εργασίας όχι μόνο είναι κεντρικής σημασίας αλλά επίσης προσδιορίζεται κοινωνικά και όχι βάσει ατομιστικών επιλογών.

Η εργασία αυτή μελετά την εξέλιξη των απόψεων για τον χρόνο εργασίας μέσα στην Οικονομική Σκέψη και ιδιαίτερα τις διαφορετικές προσεγγίσεις του από την Πολιτική Οικονομία (Κλασική, Μαρξιστική και Ριζοσπαστική) και τα ορθόδοξα Οικονομικά. Η ανάλυση του χρόνου εργασίας είναι ακόμη πιο σημαντική στην σημερινή οικονομική συγκυρία καθώς υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ο πραγματικός χρόνος εργασίας αυξάνει σε πολλές χώρες τόσο αναπτυγμένες (π.χ. ΗΠΑ) όσο και αναπτυσσόμενες.

Ι. Χρόνος εργασίας και οικονομική θεωρία: γενικές αρχές

Ο χρόνος εργασίας είναι ένα από τα σημαντικότερα και ταυτόχρονα τα περισσότερο αγνοημένα ζητήματα μέσα στην ορθόδοξη οικονομική θεωρία. Είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα γιατί όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες βασίζονται κατ’ εξοχήν στην ανθρώπινη δημιουργικότητα που εκδηλώνεται μέσω των διάφορων μορφών εργασίας και που το πιο θεμελιακό μέτρο της είναι η χρονική της διάρκεια (συνυπολογιζομένων και μίας σειράς άλλων παραγόντων). Παρόλα αυτά, εάν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά την δομή ενός τυπικού νεοκλασικού εγχειριδίου, ακόμη και στην περισσότερο εστιασμένη περιοχή των Οικονομικών της Εργασίας, εύκολα θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει ο εργάσιμος χρόνος και τα ζητήματα που τον αφορούν ως αυτοτελής ενότητα ενώ ακόμη και όπου αναφέρεται αποτελεί έναν ήσσονος σημασίας παράγοντα που δεν διαδραματίζει κανέναν σημαντικό ρόλο.

Αυτό οφείλεται, κατ’ αρχήν, στο ότι η κυρίαρχη οικονομική σκέψη θεωρεί ότι, πρώτον, η ανθρώπινη εργασία είναι ένας παράγων ισότιμος με μία σειρά άλλους (μέσω της θεωρίας των παραγωγικών συντελεστών) και, δεύτερον, ότι η έκταση του χρόνου εργασίας είναι μία οικειοθελής ατομική επιλογή που καθορίζεται ισότιμα από τις επιλογές των εργοδοτών και τις επιθυμίες των εργαζομένων και ότι, υπό συνθήκες ισορροπίας, δεν υπάρχει περίπτωση να μην είναι δίκαια αμειβόμενος. Γι’ αυτό δεν υπάρχει περίπτωση εκμετάλλευσης (απλήρωτης εργασίας) ή ανεπιθύμητης διάρκειας του εργάσιμου χρόνου και μάλιστα χωρίς την συναίνεση του εργαζόμενου. Συνεπώς, δεν προκύπτουν από αυτό προβλήματα διανομής εισοδήματος, ποιότητας των εργασιακών σχέσεων και φυσικά εκμετάλλευσης, και επομένως δεν νομιμοποιείται καμία σχεδόν ουσιαστική παρεμβατική πολιτική στο πεδίο αυτό[i]. Εν ολίγοις, ο εργάσιμος χρόνος θεωρείται μία δεύτερης τάξης παράμετρος που καθορίζεται – σχετικά απροβλημάτιστα – από άλλες σημαντικότερες.

Υπάρχει και ένας δεύτερος, εμπειρικός, λόγος υποβάθμισης της αναλυτικής σημασίας του εργάσιμου χρόνου: ακόμη και πέραν της κυρίαρχης οικονομικής σκέψης υπάρχει μία βαθιά εδραιωμένη πεποίθηση ότι ο χρόνος εργασίας, από τις αρχές του 20ο αιώνα και μετά, βαίνει συνεχώς μειούμενος. Η τάση αυτή θεωρείται σχεδόν μόνιμη αν όχι συνεχής, έτσι όπως αποτυπώνεται σε σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις.

Και οι δύο αυτές θέσεις είναι εξαιρετικά προβληματικές. Όσον αφορά την αναλυτική διάσταση, η νεοκλασική θεωρία έχει σοβαρότατες θεωρητικές και εμπειρικές αδυναμίες καθώς παραγνωρίζει τις κοινωνικές διαστάσεις του ζητήματος και αδυνατεί να συλλάβει σημαντικές πλευρές του (όπως τις κανονικότητες του εργάσιμου χρόνου και τους προσδιοριστικούς τους παράγοντες, τον ρόλο της εντατικοποίησης της εργασίας και της τεχνολογικής αλλαγής και εν τέλει τις συνολικές μακρο-οικονομικές συνέπειες). Αντίθετα άλλες προσεγγίσεις, και ιδιαίτερα η Μαρξιστική, είναι πολύ καλύτερα εφοδιασμένες για να κατανοήσουν το ζήτημα αυτό. Επιπλέον, όπως πολλές σύγχρονες μελέτες για σημαντικές οικονομίες του κόσμου (π.χ. ΗΠΑ) έχουν δείξει, από την δεκαετία του ’80 παρουσιάζεται μία τάση αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας (ο οποίος μπορεί να διαφέρει σημαντικά από τον συμβατικά ορισμένο χρόνο εργασίας) ακόμη και όταν υπάρχουν μειώσεις του συμβατικού χρόνου εργασίας[ii]. Αυτό έχει σοβαρές συνέπειες, εκτός από τις εργασιακές σχέσεις αυτές καθ’ εαυτές, και στα περισσότερα πεδία της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Η ποιότητα της εργασίας, το ζήτημα της απασχόλησης, τα θέματα της διανομής εισοδήματος επηρεάζονται κρίσιμα από τον χρόνο εργασίας.

Η Πολιτική Οικονομία, και ιδιαίτερα το Μαρξιστικό ρεύμα της, προσφέρει μία ρεαλιστική εναλλακτική προσέγγιση που υπερβαίνει τις προβληματικές διαιρέσεις και αποσιωπήσεις της νεοκλασικής ορθοδοξίας. Μία τέτοια θεώρηση οφείλει να ξεκινήσει από τον ίδιο τον χαρακτήρα του ζητήματος του εργάσιμου χρόνου.

Οι ορθόδοξες προσεγγίσεις θεωρούν ότι το ζήτημα του χρόνου εργασίας είναι ένα στενά οικονομικό ζήτημα (δηλαδή αφορά μόνο την συμφωνία μεταξύ μισθωτού και εργοδότη) και μάλιστα στην πιο ατομιστική του διάσταση (δηλαδή ο κάθε μισθωτός επιλέγει με βάση τα ιδιαίτερα προσωπικά του κριτήρια μεταξύ χρονικής διάρκειας της εργασίας και της σχόλης). Επομένως ο χρόνος εργασίας αφορά μία στενά εννοούμενη οικονομική πολιτική και μάλιστα δεν παίζει και κάποιο βαρύνοντα ρόλο.

Διάφορες ετερόδοξες προσεγγίσεις επισημαίνουν ορθά ότι ο χρόνος εργασίας έχει ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις καθώς είναι τμήμα του συνολικού κοινωνικού χρόνου (π.χ. Αλεξανδρόπουλος (1999), σ.312). Γι’ αυτό υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα του χρόνου εργασίας, εκτός από την οικονομική σημασία του, έχει και μία ευρύτερη κοινωνική διάσταση.

Πέρα από τους επίσημους τυπικούς διαχωρισμούς οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής – που σε μεγάλο βαθμό είναι κοινά αποδεκτοί τόσο από τις ορθόδοξες όσο και τις ετερόδοξες θεωρήσεις – θα υποστηρίξουμε ότι η διάκριση οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής πάνω στην οποία στηρίζονται και οι δύο προσεγγίσεις είναι εσφαλμένη και παραπλανητική. Αντίθετα, η Πολιτική Οικονομία μπορεί και αναγνωρίζει την ουσιαστική ενότητα μεταξύ οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής και, συνεπώς, και στην περίπτωση του χρόνου εργασίας αποτελεί ένα προσφορότερο αναλυτικό πρίσμα.

Η Μαρξιστική διαλεκτική ανάλυση υποστηρίζει ότι ένα βασικό διακριτικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος είναι η φετιχιστική (μυθοπλαστική αλλά με υλικά αποτελέσματα) διάσπαση της ολότητας των κοινωνικών σχέσεων σε τρεις κυρίως φαινομενικά ξεχωριστές περιοχές: τις οικονομικές, τις κοινωνικές και τις πολιτικές σχέσεις. Από αυτήν άλλωστε διάσπαση στο επίπεδο του φαίνεσθαι (της μορφής) προκύπτει και η κλασική ακαδημαϊκή διαίρεση των κοινωνικών επιστημών σε Οικονομικά, Κοινωνιολογία και Πολιτική Επιστήμη[iii]. Στο καπιταλιστικό σύστημα οι εμπορευματικές σχέσεις αναπτύσσονται πολύ περισσότερο και αποκτούν πολύ μεγαλύτερη σημαντικότητα από ότι στα προκαπιταλιστικά συστήματα. Ταυτόχρονα, αντικαθίστανται οι συγκεντρωτικές και αυταρχικές διαδικασίες οικονομικού συντονισμού των προκαπιταλιστικών συστημάτων από την αποκεντρωμένη και βασισμένη στην ελεύθερη συμφωνία διαδικασία της καπιταλιστικής αγοράς. Με τον τρόπο αυτό η οικονομία – κατανοητή κυρίως σαν ανταλλαγή – φαίνεται να αποσπάται από τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Ταυτόχρονα ο κοινωνικός χαρακτήρας των οικονομικών σχέσεων εμφανίζεται μόνο εκ των υστέρων (μετά την παραγωγική διαδικασία) στην σφαίρα της ανταλλαγής όπου όλα τα παραγόμενα προϊόντα ανταγωνίζονται το ένα το άλλο (άμεσα μέσω του ενδοκλαδικού ανταγωνισμού και έμμεσα μέσω του διακλαδικού ανταγωνισμού). Αντίθετα η βασικότερη στιγμή των οικονομικών σχέσεων (η παραγωγική διαδικασία) εμφανίζεται σαν ατομική δραστηριότητα, καθώς οργανώνεται και διεξάγεται ιδιωτικά με βάση την άναρχη ατομική καπιταλιστική βούληση (το τι, πως και σε ποιες ποσότητες θα παραχθεί επαφίεται στο ατομικό επιχειρηματικό «δαιμόνιο» σε αντίθεση με τις αυστηρές κεντρικές ρυθμίσεις των προκαπιταλιστικών συστημάτων). Μέσα από την αγοραία ανταγωνιστική διαδικασία προκύπτει ο οικονομικός συντονισμός του συστήματος και αποκαλύπτεται – αλλά παραμορφωμένος – ο κοινωνικός χαρακτήρας του[iv].

Επιπρόσθετα, οι μη-οικονομικές (εκτός παραγωγής και ανταλλαγής) κοινωνικές σχέσεις και οι πολιτικές σχέσεις (τα νομικά και διοικητικά συστήματα της κοινωνίας) εμφανίζονται επίσης σαν αυτοτελείς και ανεξάρτητες περιοχές. Στη βάση αυτής της διπλής διάσπασης της ολότητας του κοινωνικο-οικονομικού πεδίου εμφανίζεται – και επιδιώκεται να δικαιολογηθεί και να γεφυρωθεί – η αντίφαση μεταξύ της τυπικής ισότητας και της ουσιαστικής ανισότητας των μελών της αστικής κοινωνίας. Στα προκαπιταλιστικά ταξικά συστήματα η ταξική θέση – έτσι όπως προκύπτει κυρίως από την θέση στην παραγωγή – αντιστοιχούσε άμεσα σε ανάλογα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις (π.χ. απαγορεύσεις χρήσης ορισμένων ειδών για κάποιες κοινωνικές τάξεις, διαφορετικά συστήματα δικαίου από τάξη σε τάξη κλπ.) και έτσι η ενότητα των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων – και η ύπαρξη ανισοτήτων – ήταν ρητή και προφανής. Αντίθετα στο καπιταλιστικό σύστημα η ανισότητα υπάρχει στην οικονομία και στην κοινωνία (βασισμένη στις άνισες οικονομικές και κοινωνικές δυνατότητες των μελών διαφορετικών τάξεων και όχι στην βίαια επιβολή των προκαπιταλιστικών συστημάτων) αλλά αναιρείται – τουλάχιστον τυπικά – στις πολιτικές σχέσεις, όπου όλοι οι πολίτες ασχέτως ταξικής θέσης εμφανίζονται ως ίσοι[v].

Σύμφωνα με τα παραπάνω οι οικονομικές σχέσεις είναι εξ ορισμού κοινωνικές σχέσεις και μάλιστα στο «σκληρό πυρήνα» τους (την διαδικασία παραγωγής) καθώς με βάση αυτές συγκροτούνται οι κοινωνικές σχέσεις και οι ταξικοί διαχωρισμοί. Με βάση αυτές τις εξ ορισμού κοινωνικές οικονομικές σχέσεις (παραγωγής, κυκλοφορίας και διανομής) οργανώνονται οι εξω-οικονομικές κοινωνικές σχέσεις και οι πολιτικές σχέσεις. Μία τέτοια θεώρηση είναι πιο εύστοχη αναλυτική και πιο αποτελεσματική όσον αφορά τις προτάσεις της. Ιδιαίτερα αποφεύγει μία παραπλανητική σχιζοειδή διχοτόμηση μεταξύ οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που αδυνατεί να προσφέρει επαρκείς αναλύσεις και αποτελεσματικές προτάσεις. Όπως θα φανεί και στο θέμα του χρόνου εργασίας δεν μπορούν να υπάρξουν ουσιαστικές διαιρέσεις μεταξύ της «οικονομικής» και της «κοινωνικής» διάστασης του καθώς αυτές είναι αδιάσπαστα ενιαίες.

Για την Πολιτική Οικονομία, κλασική και Μαρξιστική, ο χρόνος εργασίας είναι κεντρικό στοιχείο της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος καθώς αυτή βασίζεται στην δημιουργία αξιών, και οι τελευταίες εκφράζουν ξοδευμένη εργασία (που μέτρο της είναι η χρονική διάρκεια της).

Βέβαια κυρίαρχη στην κλασική Πολιτική Οικονομία είναι η πεποίθηση ότι η εργατική τάξη είναι – και πρέπει να παραμείνει – μία παθητική κοινωνική δύναμη γιατί αλλιώς τυχόν μισθολογικές και εργασιακές διεκδικήσεις της (όπως για τον εργάσιμο χρόνο) θα διαταράξουν την απρόσκοπτη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος χωρίς εν τέλει να επιτύχουν μία μακροχρόνια βελτίωση της θέσης των εργαζομένων. Τυπικό δείγμα της αντίληψης αυτής είναι η Ρικαρδιανή θέση για καθήλωση των μισθών στο επίπεδο της επιβίωσης καθώς οποιεσδήποτε μισθολογικές βελτιώσεις δεν πρόκειται – με βάση τα πορίσματα της Μαλθουσιανής θεωρίας πληθυσμού που αποδεχόταν ο Ρικάρντο – να μακροημερεύσουν και μόνο προβλήματα θα δημιουργήσουν. Αντίστοιχα, όσον αφορά τον χρόνο εργασίας θεωρούσαν ότι το κύριο λόγο έχουν οι επιλογές των καπιταλιστών και ότι οι εργάτες θα προσαρμοσθούν σε αυτές χωρίς ιδιαίτερες περιπλοκές καθώς ούτε την ισχύ έχουν αλλά ακόμη και εάν την είχαν το τελικό αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.

Αντίθετα, για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η εργατική τάξη είναι μία δρώσα κοινωνική δύναμη. Έτσι – όπως και στο ζήτημα της αξίας της εργασιακής δύναμης και του μισθού[vi] – μπορεί να υπάρχουν αντικειμενικοί περιορισμοί που τίθενται από το σύστημα και που μπορεί να αλλάξουν είτε με τους μετασχηματισμούς του είτε με την ριζική ανατροπή του, αλλά ταυτόχρονα παίζει κρίσιμο ρόλο και η διεκδικητική πάλη της εργατικής τάξης (που επίσης εξαρτάται από τον βαθμό συνείδησης της, το επίπεδο οργάνωσης της, το βαθμό δυνητικού ελέγχου που έχει πάνω στην διαδικασία παραγωγής κλπ.). Πιο συγκεκριμένα, υπό κανονικές συνθήκες – δηλαδή όταν οι κυρίαρχες επιλογές του καπιταλιστικού συστήματος διατηρούν μία περισσότερο ή λιγότερο απρόσκοπτη ηγεμονία στις κοινωνικές εξελίξεις – τότε είναι αυτές οι επιλογές που διαμορφώνουν τις κυρίαρχες τάσεις όσον αφορά τον χρόνο εργασίας. Ταυτόχρονα όμως η διεκδικητική πάλη της εργατικής τάξης, ακόμη και όταν διεξάγεται με τελείως στοιχειακό τρόπο και υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες, επιδρά επίσης αλλά δευτερευόντως στις τάσεις του εργάσιμου χρόνου. Αντίθετα, υπό μη-κανονικές συνθήκες – δηλαδή όταν οι κυρίαρχες επιλογές αμφισβητούνται και συνεπώς η λειτουργία του συστήματος τίθεται μακροπρόθεσμα υπό αμφισβήτηση – τότε μπορεί η πάλη της εργατικής τάξης να δώσει τον κύριο τόνο στις τάσεις του χρόνου εργασίας. Φυσικά, η κατάσταση αυτή δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα καθώς αργά ή γρήγορα θα πρέπει είτε να επαναεπιβληθεί η αστική κυριαρχία είτε να πυροδοτηθεί μία διαδικασία υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος. Συνεπώς, για την Μαρξιστική θεώρηση, οι τάσεις του χρόνου εργασίας διαμορφώνονται, υπό κανονικές συνθήκες, πρωτευόντως από τις επιλογές του κεφαλαίου που όμως συνυπολογίζουν την πάλη της εργατικής τάξης. Στο σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα εύστοχη – όπως θα δειχθεί παρακάτω – η κριτική του Nyland (1986) σε απόψεις που θεωρούν την πάλη για τον εργάσιμο χρόνο σαν ένα «μαύρο κουτί» όπου το μόνο που μετρά είναι οι κοινωνικοί συσχετισμοί με ένα απλοϊκό τρόπο και όπου δεν παίζουν ρόλο οι αντικειμενικές συνθήκες.

Η κρίσιμη διαφορά της Πολιτικής Οικονομίας, κλασικής και Μαρξιστικής, από την νεοκλασική ορθοδοξία είναι ότι εξ ορισμού υπερβαίνει την παραπλανητική νεοκλασική διάσταση «οικονομικού» και «κοινωνικού». Ακολούθως, η κρίσιμη διαφορά της Μαρξιστικής από την κλασική θεώρηση είναι ότι η πρώτη θεωρεί ότι η υπέρβαση του καπιταλιστικού συστήματος όχι μόνον είναι εφικτή αλλά και ευκταία ενώ η δεύτερη αρνείται και τα δύο. Επιπλέον, για την πρώτη η εργατική τάξη δεν είναι ανίσχυρη κοινωνικά όπως θεωρεί η δεύτερη. Συνεπώς, ακόμη και υπό συνθήκες περισσότερο ή λιγότερο απρόσκοπτης αστικής κυριαρχίας, η διαμόρφωση των τάσεων του εργασίμου χρόνου (όπως και στην περίπτωση του μισθού) συνυπολογίζει την εργατική πάλη.

II. Ο χρόνος εργασίας στην οικονομική ανάλυση

Ο χρόνος εργασίας προσεγγίζεται με διαφορετικό τρόπο και ως εκ τούτου έχει τελείως διαφορετικό βάρος στα νεοκλασικά Οικονομικά και στην Πολιτική Οικονομία, κλασική και Μαρξιστική. Η διαφορετική οπτική ξεκινάει από την αντιμετώπιση της εργασίας, διευρύνεται από τις διαφορές στο μεθοδολογικό επίπεδο και καταλήγει σε αποκλίνοντα συμπεράσματα.

Η πρώτη θεμελιακή διαφορά είναι ότι τα νεοκλασικά Οικονομικά θεωρούν ότι η οικονομία αποτελείται από ιδιοτελώς δρώντα άτομα που ακολουθούν μάλιστα όλα το ίδιο μοντέλο συμπεριφοράς: την ατομιστική μεγιστοποίηση των οφελών και ελαχιστοποίηση του κόστους. Συνεπώς, ασχέτως κοινωνικής τάξης που παραμένει κατά τους νεοκλασικούς εκτός οικονομίας, τα άτομα αυτά είτε είναι εργάτες είτε κεφαλαιοκράτες, ακολουθούν το ίδιο συμπεριφορικό πρότυπο. Αντίθετα, για την Πολιτική Οικονομία με βάση τις οικονομικές σχέσεις (έτσι όπως κατανοούνται παραπάνω) συγκροτούνται διαφορετικές και ανταγωνιστικές κοινωνικές τάξεις που έχουν διαφορετικά συμφέροντα και ακολουθούν διαφορετικά συλλογικά συμπεριφορικά πρότυπα.

Η δεύτερη θεμελιώδης διαφορά είναι ότι οι νεοκλασικοί θεωρούν την εργασία σαν ένα συντελεστή παραγωγής, ισότιμο με τους άλλους δύο (το κεφάλαιο και τη γη). Το προϊόν το οποίο παράγουν από κοινού οι συντελεστές αυτοί δεν μπορεί να μοιραστεί αλλιώς, παρά μόνο αν ο καθένας πάρει το οριακό προϊόν του. Η αμοιβή του κάθε συντελεστή άρα και της εργασίας είναι έτσι δίκαιη. Η προσφερόμενη εργασία πληρώνεται σε αυτόν που την προσφέρει από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή της, στο σύνολό της. Έτσι συνδέεται ο χρόνος εργασίας με το συνολικό μισθό: για μεγαλύτερο χρόνο εργασίας αντιστοιχεί μεγαλύτερος μισθός. Δεν τίθεται επομένως θέμα πληρωμένης και απλήρωτης εργασίας, άρα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν ο εργαζόμενος εργαστεί μία ή δέκα ώρες την ημέρα, αφού θα πληρωθεί ακριβώς για την ποσότητα της εργασίας που έχει προσφέρει.

Σύμφωνα τόσο με την κλασική όσο και την Μαρξιστική θεώρηση, η ανθρώπινη εργασία δεν είναι ισότιμη με τα άλλα στοιχεία της παραγωγικής διαδικασίας αλλά παίζει πρωτεύοντα ρόλο: είναι η ανθρώπινη βούληση και ικανότητα που σχηματίζει και θέτει σε κίνηση όλα τα υπόλοιπα στοιχεία. Όπως εύκολα μπορεί να κατανοηθεί είναι η ανθρώπινη εργασία που κατασκευάζει τις μηχανές, που σχεδιάζει και οργανώνει τις διαδικασίες παραγωγής και που διαμορφώνει κατάλληλα ακόμη και το έδαφος). Επομένως η καθοριστική παραγωγική δύναμη είναι η εργασία ενώ όλες οι άλλες παραγωγικές δυνάμεις είναι εν πολλοίς παραγόμενες και καθοριζόμενες από αυτή. Κατά συνέπεια «αξίζει» ότι έχει ξοδευθεί γι’ αυτό ανθρώπινη εργασία ενώ τα αγαθά που υπάρχουν χωρίς αυτή μπορεί να έχουν τιμή (αν κάποιος ελέγχει την χρήση τους) αλλά δεν έχουν αξία και οφείλουν να μην παίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομία αλλιώς δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα αναπαραγωγής της. Συνεπώς για την Πολιτική Οικονομία η αξία ενός προϊόντος καθορίζεται από την εργασία που ξοδεύθηκε για να παραχθεί και αυτή η αξία καθορίζει εν τέλει, μέσω μίας σειράς διαμεσολαβητικών διαδικασιών, την τιμή πώλησης του ως εμπορεύματος.

Ειδικότερα για την Μαρξιστική παράδοση ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή κάθε προϊόντος[vii] – κάτι που ο Ρικάρντο υποτιμούσε σχετικά – καθορίζει την αξία του. Ο Μαρξ ξεκινάει από την επισήμανση ότι ενώ ο εργάτης χρειάζεται μόνο ένα μέρος της εργάσιμης μέρας για να καλύψει τις φθορές του από την καθημερινή δουλειά, η εργασία στον καπιταλισμό πρέπει να συνεχιστεί πέρα από αυτό το σημείο, αλλιώς ο κεφαλαιοκράτης δεν έχει κανένα όφελος και δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσει και να συγκροτήσει καμία διαδικασία παραγωγής. Έτσι προκύπτει ο αναγκαίος χρόνος εργασίας (ο χρόνος παραγωγής των προϊόντων που καλύπτουν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης) και ο πρόσθετος χρόνος εργασίας ή υπερεργασία. Το συμπέρασμα αυτό διαφοροποιεί την Μαρξιστική από την κλασική προσέγγιση καθώς η πρώτη εστιάζει πάνω στο ζήτημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ενώ η δεύτερη το προσπερνά. Η βάση αυτής της διαφοράς είναι ότι ο Μαρξ παίρνει υπ’ όψη του αυτό που συχνά στα Νομικά χαρακτηρίζεται σαν «ανοικτός» (μη-προσδιορίσιμος αυστηρά) χαρακτήρας του εργασιακού συμβολαίου (δηλαδή της συμφωνίας μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη). Ο Μαρξ υποστηρίζει ορθά ότι αυτό που ο πρώτος πωλεί είναι η εργατική δύναμη του (δηλαδή η ικανότητα του να εργασθεί για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα) και όχι η εργασία που τελικά θα επιτελεσθεί από αυτόν στην διάρκεια του χρόνου εργασίας του. Η τελευταία καθορίζεται από τον εργοδότη, που διαθέτει το διευθυντικό δικαίωμα στην παραγωγή.

Ας υποθέσουμε, ακολουθώντας τον Μαρξ, ότι ο εργατικός μισθός κυμαίνεται γύρω από την αξία της εργατικής του δύναμης (δηλαδή τον αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή των εμπορευμάτων που θα καταναλώσει ο εργάτης για να καλύψει τις φθορές του από την δουλειά)[viii]. Έστω ότι αυτός ο αναγκαίος χρόνος εργασίας είναι 4 ώρες. Αν η ημερήσια εργασία διαρκέσει μόνο τόσο συν όσο επιπλέον χρόνο χρειάζεται για την απόσβεση του σταθερού κεφαλαίου (δηλαδή των δαπανών για μηχανές και πρώτες ύλες) τότε ουσιαστικά ο εργοδότης δεν αποκομίζει κανένα όφελος. Γι΄ αυτό η εργάσιμη ημέρα πρέπει να διαρκέσει περισσότερο από τον αναγκαίο χρόνο εργασίας – έστω 8 ώρες. Αυτές οι υπόλοιπες 4 ώρες του 8ωρου αποτελούν τον πρόσθετο χρόνο εργασίας, για τον οποίο δεν αμείβεται ο εργάτης αλλά τον καρπώνεται δωρεάν ο καπιταλιστής.

Επομένως, για την Μαρξιστική θεωρία ο χρόνος εργασίας βρίσκεται στην καρδιά της λειτουργίας του οικονομικού συστήματος ιδιαίτερα στον καπιταλισμό. Γι’ αυτό οι κοινωνικές συγκρούσεις γύρω από την διάρκεια και την ένταση του χρόνου εργασίας παίζουν καθοριστικό ρόλο. Ο Μαρξ έδειξε εύστοχα ότι οι δύο βασικές διαδικασίες άντλησης υπερεργασίας (δηλαδή υπεραξίας) αφορούν άμεσα τον χρόνο εργασίας: (1) η απόλυτη υπεραξία σημαίνει την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας ενώ ο αναγκαίος χρόνος εργασίας παραμένει ο ίδιος (ή αυξάνει σε μικρότερο ποσοστό από ότι ο πρόσθετος) και, (2) η σχετική υπεραξία όπου η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας παραμένει η ίδια αλλά μειώνεται (λόγω τεχνολογικών αλλαγών και εντατικοποίησης της εργασίας που βελτιώνουν την παραγωγικότητα της εργασίας) ο αναγκαίος χρόνος εργασίας.

Η νεοκλασική οριακή θεωρία ακολουθεί ένα τελείως διαφορετικό δρόμο. Κατ’ αρχήν υιοθετεί τον μεθοδολογικό ατομισμό και δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων και συγκρούσεων. Κάθε άτομο κάνει τις επιλογές του για το τι θα αγοράσει, τι θα επενδύσει, αλλά και πόσες ώρες θα δουλέψει, σύμφωνα με τις προτιμήσεις του, μεγιστοποιώντας μια συνάρτηση (προσωπικής) ωφέλειας κάτω από συγκεκριμένους περιορισμούς. Έχει την ελευθερία να επιλέξει ο ίδιος τις ώρες που θα εργαστεί κάθε μέρα και αυτό το κάνει μεγιστοποιώντας την ατομική του ωφέλεια. Κάθε ώρα εργασίας έχει ένα προσωπικό κόστος, γιατί θεωρείται σαν αρνητική χρησιμότητα, αλλά από την άλλη προσφέρει ένα εισόδημα το οποίο αντιστοιχεί σε κάποια αγαθά τα οποία προσφέρουν θετική χρησιμότητα. Αν η ωφέλεια από κάθε ώρα εργασίας είναι μεγαλύτερη από το κόστος τότε θα επιλεχθεί η εργασία. Αυτή η διαδικασία θα οδηγήσει στην επιλογή εκείνου του χρόνου εργασίας για τον οποίο η οριακή ωφέλεια και το οριακό κόστος εξισώνονται. Με αυτόν τον τρόπο καθορίζεται ατομικά ο βέλτιστος χρόνος εργασίας και γι αυτό περιμένουμε να είναι και διαφορετικός για κάθε εργαζόμενο, αφού οι προτιμήσεις διαφέρουν. Με το μοντέλο αυτό ο χρόνος εργασίας συνδέεται άμεσα με το εισόδημα και θεωρείται απόλυτα ελαστικός και στην επιλογή του κάθε εργαζόμενου. Ο γενικός χρόνος εργασίας είναι απλά ο μέσος όρος των διαφορετικών ατομικών προτιμήσεων, χωρίς άλλους προσδιοριστικούς παράγοντες και χωρίς ιδιαίτερη κοινωνική σημασία. Αυτός ο μέσος όρος αυξάνεται ή μειώνεται ανάλογα με τις προτιμήσεις μεταξύ εισοδήματος και σχόλης του κάθε οικονομικού πράκτορα χωριστά. Το κάθε άτομο καθορίζει το συνολικό, μέσα από μια διαδικασία άθροισης και όχι το συνολικό τις δυνατότητες και τη συμπεριφορά του κάθε ατόμου μέσα από μια διαδικασία αποάθροισης.

Οι διαφορές στα συμπεράσματα των παραπάνω προσεγγίσεων είναι αγεφύρωτες. Για τους νεοκλασικούς ο χρόνος εργασίας παύει να έχει ιδιαίτερη σημασία. Επηρεάζει απλά, σε κάποιο βαθμό, την συνολικά προσφερόμενη ποσότητα εργασίας. Δεν συνδέεται με τα κέρδη των επιχειρήσεων και το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στην αμοιβή της εργασίας (στο ζήτημα της διανομής), η οποία και αυτή είναι ακριβώς καθορισμένη από το οριακό προϊόν της εργασίας. Για τον Μαρξ ο χρόνος εργασίας (και συγκεκριμένα ο απλήρωτος) είναι η πηγή των κερδών και της εκμετάλλευσης των εργατών. Η διάκριση πληρωμένου και απλήρωτου χρόνου εργασίας είναι η βάση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και συγκροτείται στο επίπεδο της παραγωγής, που είναι πιο πρωταρχικό από αυτό της διανομής (Fine & Harris (1986)). Αυτή η διάκριση καθορίζει και τα όρια της διανομής και όχι το αντίστροφο. Οι κεφαλαιοκράτες είναι τέτοιοι όχι γιατί παίρνουν μεγαλύτερα εισοδήματα από τους εργάτες, αλλά γιατί αγοράζοντας την εργατική δύναμη αποκτούν το δικαίωμα να χωρίσουν το χρόνο εργασίας σε πληρωμένο και απλήρωτο.

Υπάρχουν μία σειρά ζητήματα που κάνουν εμφανή την αναλυτική και εμπειρική ανωτερότητα της Μαρξιστικής θεωρίας έναντι των νεοκλασικών Οικονομικών. Κατ’ αρχήν τα τελευταία αδυνατούν να κατανοήσουν την συστηματική πάλη της εργατικής τάξης για μείωση του χρόνου εργασίας. Εάν οι ρυθμίσεις του εργάσιμου χρόνου προκύπτουν ως απλές αθροίσεις των μέσων ατομικών εργατικών προτιμήσεων έτσι όπως αυτές εξισορροπούνται με την άθροιση των ατομικών εργοδοτικών επιλογών τότε δεν ερμηνεύεται ούτε η συστηματική συλλογική πάλη των εργαζομένων για μείωση του ούτε η εξίσου συστηματική αντίδραση των κεφαλαιοκρατών (Μαρξ 1963, σ.240-314). Οι πρώτοι έχουν κάθε συμφέρον να αρνούνται την αύξηση του γιατί ακόμη και εάν συμβαδίζει με μισθολογικές αυξήσεις αυτές υπολείπονται της αύξησης της απλήρωτης εργασίας αλλιώς δεν έχουν καπιταλιστικά νόημα (εξαιρούμενης της εξαιρετικά σπάνιας περίπτωσης όπου βραχυχρόνιες κυκλικές διακυμάνσεις συνδυάζονται με πλήρη απασχόληση).

Επίσης τα νεοκλασικά Οικονομικά αδυνατούν να ερμηνεύσουν ρεαλιστικά τις κανονικότητες που χαρακτηρίζουν τον εργάσιμο χρόνο. Ως γνωστόν τόσο στο παρελθόν – ιδιαίτερα με την επιβολή νομοθετικού πλαισίου στο ωράριο – η εργάσιμη ημέρα χαρακτηρίζεται από κανονικότητες. Ακόμη και σήμερα, με την προώθηση σχεδίων ευελιξίας της εργασίας και πολλαπλών ωραρίων εργασίας, η εργάσιμη ημέρα χαρακτηρίζεται πάλι από όχι μία πλέον αλλά μερικές διακριτές κανονικότητες. Οι μετρήσεις του πραγματικού χρόνου εργασίας δείχνουν καθαρά την κυριαρχία, αν όχι ενός μόνο, μερικών συγκεκριμένων χρόνων εργασίας κάθε εποχή. Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν έντονες διακυμάνσεις, είναι γύρω από τις τιμές αυτών των κανονικοτήτων. Έτσι, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο πραγματικός χρόνος εργασίας δεν παρουσιάζει κατανομή τέτοια, ώστε να δικαιολογείται η άποψη για προσδιορισμό του με βάση τις ατομικές προτιμήσεις του κάθε επιμέρους εργάτη και εργοδότη. Αν ίσχυε το τελευταίο, θα περιμέναμε μια πολύ μεγαλύτερη διασπορά σύμφωνη με τη διασπορά των ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Αντίθετα, η σχετική ομοιομορφία στο χρόνο εργασίας είναι ισχυρή ένδειξη για τον καθορισμό του με κοινωνικούς όρους (ταξική πάλη και ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας). Εξάλλου, η περίοδος από το 1890 ως το 1965 χαρακτηρίζεται από ασυνέχεια στις αλλαγές στις ώρες εργασίας και αυτό απαιτεί εξήγηση από την καμπύλη αδιαφορίας εργασίας-σχόλης των νεοκλασικών. Επίσης αλλαγές στις ώρες έγιναν ταυτόχρονα σε διαφορετικούς τομείς και όλα αυτά δείχνουν ότι η προσέγγιση του Μαρξ είναι πιο ακριβής από την ατομική μεγιστοποίηση (Philp 2001)[ix].

Επιπλέον, όλα τα παραπάνω είναι αποτέλεσμα κοινωνικο-πολιτικών συγκρούσεων και ισορροπιών, στις οποίες εμπλέκονται συλλογικοί κοινωνικοί φορείς (συνδικάτα, εργοδοτικές ενώσεις κλπ.) και που επικυρώνονται από την κρατική ρύθμιση και τις οποίες η νεοκλασική ατομιστική οπτική αδυνατεί να εξηγήσει ρεαλιστικά καθώς δεν μπορεί να κατανοήσει την συλλογική δράση. Αντίθετα, η κοινωνική οπτική της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας (αλλά ακόμη και της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας στις σύγχρονες αναδιατυπώσεις της) είναι πολύ πιο εύστοχη. Οι αλλαγές στην κοινωνία (όπως η μείωση του χρόνου εργασίας) είναι αποτελέσματα των κοινωνικών συγκρούσεων. Οι συγκρούσεις αυτές δεν διεξάγονται στο κενό αλλά στην βάση των κοινών συμφερόντων των δυο βασικών τάξεων της κοινωνίας και μέσα στα περιθώρια που η παραγωγική διαδικασία θέτει. Το κοινωνικό περιβάλλον καθορίζει τα πλαίσια μέσα στα οποία κινείται το κάθε άτομο, ακόμα και τις προτιμήσεις του (Schor 1991), ανάλογα με την τάξη στην οποία ανήκει και όχι το αντίστροφο όπως ισχυρίζονται οι νεοκλασικοί. Αυτό προφανώς οδηγεί τους εργάτες και τους κεφαλαιοκράτες σε διαφορετικό μοντέλο λήψης αποφάσεων από αυτό της ατομικής μεγιστοποίησης υπό περιορισμούς. Οι εργάτες δεν έχουν πολλές επιλογές για τις κρίσιμες αποφάσεις τους, γι αυτό αντικαθιστούν την ατομική από τη συλλογική ορθολογικότητα. Ατομικά δεν μπορούν να βελτιώσουν τη θέση τους (μη επαρκές σετ επιλογών) και έτσι στρέφονται στη συλλογική δράση, μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία συνειδητοποίησης. Το ίδιο και οι κεφαλαιοκράτες, οι οποίοι έχουν μεν επαρκές σύνολο επιλογών, αλλά και τη δύναμη συνασπισμένοι να αλλάζουν τους περιορισμούς προς όφελός τους. Μπορεί βέβαια μικρές καθημερινές αποφάσεις να παίρνονται με το μοντέλο της ατομικής μεγιστοποίησης υπό περιορισμούς (τι θα αγοράσει ο εργάτης, πώς θα διευθύνει την επιχείρηση ο βιομήχανος), αλλά οι κρίσιμες αποφάσεις (όπως για το χρόνο εργασίας) παίρνονται με το μοντέλο της συλλογικής ορθολογικότητας. Συνεπώς ο χρόνος εργασίας καθορίζεται κοινωνικά (μέσα από την ταξική πάλη) και όχι σαν μέσος όρος ατομικών προτιμήσεων.

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαία μία παρέκβαση. Για πολλούς, ιδιαίτερα μέσα στην σημερινή Ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία, ο καθορισμός του εργάσιμου χρόνου μέσα από την ταξική πάλη θεωρείται, όπως προαναφέρθηκε, σαν μία διαδικασία «μαύρου κουτιού» που δεν υπόκειται ουσιαστικά σε αντικειμενικούς περιορισμούς και μπορεί εν τέλει να παράγει περίπου οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Ο Nyland (1986) έδειξε ότι ο Μαρξ κάθε άλλο παρά συμφωνούσε με μία τόσο απλοποιητική προσέγγιση. Για τον Μαρξ η ταξική πάλη διεξάγεται βάσει των υλικών συνθηκών που επικρατούν στην διαδικασία παραγωγής. Είναι χαρακτηριστική η ανάλυση του για τις τάσεις μείωσης του εργάσιμου χρόνου στα τέλη του 19ου αιώνα. Έχοντας τονίσει ότι γενικά οι εργάτες αγωνίζονται να μειώσουν τον εργάσιμο χρόνο τους και οι καπιταλιστές το αντίθετο, προχωρά να επισημάνει ότι αυτή η σύγκρουση υπόκειται σε συγκεκριμένους αντικειμενικούς περιορισμούς. Έτσι, ακόμη και εάν οι εργάτες δεν διέθεταν αρκετή συλλογική ισχύ ώστε να επιβάλλουν την μείωση υπάρχει μία αντίρροπη τάση μέσα στις τάξεις των ίδιων των καπιταλιστών ενάντια στην εξουθενωτική επέκταση του. Η τελευταία (η υπερκατανάλωση της εργασιακής δύναμης) θα οδηγούσε στην εξάντληση των αποθεμάτων εργασιακής δύναμης και στην αναγκαστική αύξηση του μισθού έτσι ώστε να καλύψει αυτή την αύξηση της βιολογικής φθοράς. Επομένως, το κράτος συγκεφαλαιώνοντας τα συνολικά καπιταλιστικά συμφέροντα και υπερβαίνοντας την μυωπική οπτική του κάθε ατομικού καπιταλιστή – που θεωρεί ενδεχομένως ότι ο ίδιος μπορεί να υπερκαταναλώσει την εργασιακή δύναμη υπό τον έλεγχο του ενώ οι υπόλοιποι θα πρέπει να επωμισθούν το κόστος των συλλογικών συμφερόντων της τάξης τους – επεμβαίνει και επιβάλλει ρυθμίσεις. Επιπλέον, η εντατικοποίηση της εργασίας θέτει επίσης αντικειμενικά όρια στην διάρκεια του χρόνου εργασίας. Η εγγενής τάση των καπιταλιστών για εντατικοποίηση της εργασίας επαναφέρει το πρόβλημα της μείωσης του χρόνου εργασίας (Μαρξ 1978, τομ.1, σ. 433). Η τάση αυτή επιτείνεται καθώς κάθε μείωση του εργάσιμου χρόνου αναπληρώνεται συνήθως από το κεφάλαιο με τεχνολογικές αλλαγές και εντατικοποίηση της εργασίας. Φυσικά η ένταση της εργασίας είναι επίσης ένα πεδίο ταξικής σύγκρουσης που υπόκειται όμως και αυτό σε αντικειμενικούς περιορισμούς (με βάση την συγκεκριμένη τεχνολογία, οργάνωση της διαδικασίας παραγωγής κλπ.).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bell D. – Hart  R. – Hubler O. – Schwerdt W. (2000), ‚Paid and unpaid overtime working in

Germany and in the UK’, IZA Discussion Paper No. 133

Bluestone B. – Rose S. (2000), ‘The enigma of working time trends’ in Golden – Figart

(2000a)

Carchedi G. (1999), ‘The euro and Europe’s labour’ in Bellofiore R. ed. (1999), ‘Global

Money, Capital Restructuring and the Changing Patterns of Labour’, Edward Elgar

Golden L. – Figart D. eds. (2000a), ‘Working Time: International trends, theory and policy

perspectives’, Routledge

Golden L. – Figart D. (2000b), ‘Doing something about long hours’, Challenge, vol.43 no.6

Hetrick R. (2000), ‘Analyzing the Upward Surge in Overtime Hours’, Monthly Labor Review

no.123

ILO-International Labour Organization (1999), ‘Key Indicators of the Labour Market-KILM’,

ILO, Geneva

Marx K. (1867), ‘Capital’, Vol. I, Penguin Books, 1976

Mavroudeas S. – Ioannides A. (2002), ‘Stages of Capitalist Development: Is there a new

stage in process?’ European Society for the History of Economic Thought (ESHET) 6th Annual Conference University of Crete, Rethymno, 14-17 March 2002

METRON ANALYSIS (2000), ‘Survey for employment in Greece’, METRON ANALYSIS

Mishel L. – Bernstein J. – Schmitt J. (1999), ‘The State of Working America, 1998-99’,

Economic Policy Institute, ILR Press

Mutari E. – Figart D. (2000), ‘The social implications of European work time policies:

promoting gender equity?’ in Golden – Figart (2000a)

Robinson J. – Godbey G. (1997), ‘Time for Life: The Surprising Ways Americans

Use Their Time’, Pennsylvania State University Press

Schor J. (1991), ‘The overworked American’, Basic Books


[i] Υπάρχουν βέβαια και αιρετικές απόψεις που προσπαθούν να συμβιβάσουν μέσα στο νεοκλασικό πλαίσιο κάποιο ρόλο για ρυθμιστικές πολιτικές (βλέπε π.χ. Chapman 1909).

[ii] Η αμερικανική συζήτηση πυροδοτήθηκε από την σημαντική μελέτη της Schor (1991), η οποία χρησιμοποιώντας την έρευνα ωρών των νοικοκυριών από την Τρέχουσα Έρευνα Πληθυσμού (Current Population Survey – CPS) βρήκε ότι οι ετήσιες ώρες εργασίας (πληρωμένες και απλήρωτες) έχουν αυξηθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και οιBluestone &Rose (2000) που συμπλήρωσαν τα δεδομένα της CPS με της Επαναλαμβανόμενης Μελέτης Εισοδηματικής Δυναμικής (Panel Study of Income Dynamics – PSID) και επέκτειναν την τάση μέχρι τα μέσα του ’90. Έδειξαν ότι οι μέσες ώρες εργασίας (εβδομαδιαίες και ετήσιες) άρχισαν να αυξάνουν από το 1982 και ότι αυτή η αύξηση επηρεάζει κατ τα δύο φύλλα ενώ είναι εντονότερη για τους πιο μορφωμένους εργάτες. Επίσης άλλες αναλύσεις των δεδομένων της CPS έδωσαν παρόμοια αποτελέσματα (π.χ. Mishel, Bernstein & Schmitt (1999)).

[iii] Οι Ψυχοπαίδης – Αγγελίδης (1999) δίνουν μία διεξοδικότερη ανάλυση τόσο της φετιχιστικής διάσπασης της ολότητας των κοινωνικών σχέσεων όσο και της θεωρητικής της συγκρότησης σε διακριτές επιστήμες ξεκινώντας – με σημαντικές ιδιομορφίες και αντιφάσεις – από τον Αστικό Διαφωτισμό.

[iv] Ο Marx (1978, τομ.1, σ.188-9) περιγράφει εξαιρετικά γλαφυρά τόσο τον αβίαστο χαρακτήρα των ανταλλακτικών σχέσεων όσο και την συγκάλυψη του κοινωνικού χαρακτήρα και της εκμεταλλευτικής διάστασης των παραγωγικών σχέσεων:

Η σφαίρα της κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής εμπορευμάτων, που μέσα στα πλαίσια της κινείται η αγορά και η πούληση της εργατικής δύναμης, ήταν στην πραγματικότητα η αληθινή Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ κυριαρχούν μόνο η ελευθερία, η ισότητα, η ιδιοχτησία και ο Μπένθαμ. Ελευθερία! Επειδή ο αγοραστής και ο πουλητής ενός εμπορεύματος, λχ. Της εργατικής δύναμης, υποτάσσονται μόνο στην ελεύθερη θέληση τους. Συμβάλλονται σαν ελεύθερα, νομικώς ισότιμα πρόσωπα. Το συμβόλαιο είναι το τελικό αποτέλεσμα σο οποίο οι θελήσεις τους βρίσκουν μία κοινή νομική έκφραση. Ισότητα! Επειδή σχετίζονται μεταξύ τους σαν κάτοχοι εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμο με ισοδύναμο. Ιδιοχτησία! Επειδή ο καθένας εξουσιάζει μόνο αυτό που είναι δικό του. Μπένθαμ! Επειδή ο καθένας νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του. Η μόνη δύναμη που τους συνδέει και τους σχετίζει είναι η δύναμη της ιδιοτελείας, του προσωπικού κέρδους, των ατομικών τους συμφερόντων. Και ακριβώς επειδή ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κανένας για τον άλλο, επιτελούν όλοι εξαιτίας μίας προκαθορισμένης αρμονίας των πραγμάτων, ή κάτω από τα κελεύσματα μιάς παμπόνηρης πρόνοιας, μόνο το έργο του αμοιβαίου τους οφέλους, της κοινής ωφέλειας, του γενικού συμφέροντος.

Αποχωρώντας απ’ αυτή τη σφαίρα της απλής κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής εμπορευμάτων, απ’ την οποία ο vulgaris [κοινός] οπαδός του ελεύθερου εμπορίου δανείζεται έννοιες και κανόνες για την κρίση του σχετικά με την κοινωνία του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας, όπως φαίνεται, μεταβάλλεται κιόλας η φυσιογνωμία των dramatis personae [δρώντων προσώπων] μας. Ο πρώην κάτοχος χρήματος προπορεύεται ως κεφαλαιοκράτης και ο κάτοχος της εργατικής δύναμης τον ακολουθεί σαν εργάτης του. Ο πρώτος μ’ ένα πολυσήμαντο μειδίαμα και πολυάσχολος, ο δεύτερος συνεσταλμένος, δισταχτικός, σαν τον άνθρωπο που φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο το δικό του τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το γδάρσιμο.

[v] Ο Marx (1978, τομ.3, σ.9) διατυπώνει επίσης εξαιρετικά επακριβώς την θέση του για την σχέση οικονομίας και πολιτικής:

Η ειδική οικονομική μορφή με την οποία αντλείται απλήρωτη εργασία από τους άμεσους παραγωγούς, καθορίζει τη σχέση κυριαρχίας και υποδούλωσης, όπως αναφύεται άμεσα από την ίδια την παραγωγή και που με τη σειρά της αντεπιδράει καθοριστικά πάνω της. Πάνω σ’ αυτήν βασίζεται, όμως, όλη η διαμόρφωση της οικονομικής κοινότητας, που αναφύεται από τις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής και που ταυτόχρονα αναφύεται μαζί της η ειδική πολιτική μορφή. Πάντως στην άμεση σχέση των ιδιοτήτων των όρων παραγωγής με τους άμεσους παραγωγούς – μία σχέση, η κάθε φορά μορφή της οποίας ανταποκρίνεται με φυσικότητα, σε μία καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης του τρόπου δουλειάς, επομένως και στην κοινωνική παραγωγική της δύναμη – βρίσκουμε το ενδότατο μυστικό, την κρυμμένη βάση όλης της κοινωνικής συγκρότησης, επομένως και της πολιτικής μορφής της σχέσης κυριαρχίας και εξάρτησης, κοντολογίς της κάθε φορά ειδικής κρατικής μορφής.

[vi] O Μαρξ, σε αντίθεση με τον Ρικάρντο, υποστηρίζει ότι την αξία της εργατικής δύναμης (και εν τέλει την τιμή της, τον μισθό) συνδιαμορφώνουν όχι μόνο οι φυσικές ανάγκες διαβίωσης αλλά και το κοινωνικό κεκτημένο (που διαμορφώνεται πολύ πιο έντονα από τις πρώτες από την ταξική πάλη).

[vii] Δηλαδή οι επικρατούσες μέσες συνθήκες παραγωγής ενός προϊόντος και όχι ο συγκεκριμένος δαπανημένος χρόνος εργασίας σε κάθε επιμέρους μονάδα παραγωγής.

[viii] Μία αναλυτική παρουσία των ζητημάτων αυτών δίνεται στο Παράρτημα.

[ix] Στο ζήτημα αυτό ο West (1983) κάνει μία εντελώς άστοχη προσπάθεια να δείξει την ανωτερότητα της νεοκλασικής προσέγγισης έναντι του Μαρξισμού. Βάση της προσπάθειας του είναι η θέση ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ένα ενιαίο ποσοστό εκμετάλλευσης όπως υποθέτει ο Μαρξ και ότι εάν υπάρχουν πολλά διαφορετικά ποσοστά εκμετάλλευσης τότε δεν υπάρχει κανονικότητα της εργάσιμης ημέρας. Οπότε ο προσδιορισμός του χρόνου εργασίας γίνεται με βάση την οριακή θεωρία των ατομικών προτιμήσεων του Jevons. Πρόκειται για εξ ορισμού εσφαλμένη άποψη καθώς ο Μαρξ έκανε την αφαιρετική υπόθεση ενός ενιαίου ποσοστού εκμετάλλευσης για λόγους απλοποίησης. Εύκολα μπορεί κανείς να υποθέσει διαφορετικά ποσοστά εκμετάλλευσης (που άλλωστε δεν εξαρτώνται μόνο από την διάρκεια αλλά και την ένταση της εργασίας). Το κρίσιμο στοιχείο είναι η άνιση σχέση μεταξύ εργατών και καπιταλιστών – κάτι που ο Bohm-Bawerk αναγνώριζε έναντι του Jevons – και συνεπώς ότι οι δεύτεροι είναι αυτοί που επιβάλλουν κυρίως την διάρκεια του εργάσιμου χρόνου. Όσον δε αφορά τους πρώτους η κρίσιμη επιλογή δεν είναι μεταξύ ωρών εργασίας και μισθού αλλά μεταξύ μεγαλύτερης ή μικρότερης εκμετάλλευσης. Τέλος, η ύπαρξη πολλών ωραρίων δεν αναιρεί την υπόθεση της κανονικότητας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s