Ο Henryk Grossmann και η Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους: Θεωρία κρίσης ή θεωρία καταστροφής;

7ο Συνέδριο

Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης

Πανεπιστήμιο Κρήτης

Τμήμα Οικονομικών

21-22 Μαϊου 2004

Ο Henryk Grossmann και η Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους:

Θεωρία κρίσης ή θεωρία καταστροφής;

Σταύρος  Δ.  Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

Περίληψη

Ο H.Grossmann ήταν ο πρώτος που, στα πλαίσια της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας, πρότεινε μία ολοκληρωμένη διατύπωση της θεωρίας της κρίσης λόγω πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους που προκύπτει από την άνοδο της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Έκτοτε η άποψη αυτή από μειοψηφική αρχικά απέκτησε πολύ μεγαλύτερη απήχηση. Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη ανάλυση του Grossmann δέχθηκε οξύτατες κριτικές από μία σειρά οικονομολόγων (όπως ο P.Sweezy, οι Howard & King κ.α.). Η εργασία αυτή παρουσιάζει την ανάλυση του Grossmann και μελετά τόσο τις παλαιότερες όσο και τις νεώτερες κριτικές της.

1. Εισαγωγή

Ο Henryk Grossmann[1] είναι γνωστός ως ο Μαρξιστής οικονομολόγος που πρώτος, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, επεξεργάσθηκε μία θεωρία κρίσης βασισμένη στον περίφημο Μαρξικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους (ΠΤΠΚ) λόγω ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ΟΣΚ). Η προσέγγιση αυτή, που σήμερα είναι εξαιρετικά δημοφιλής, στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν εξαιρετικά μειοψηφική απέναντι στα άλλα δύο βασικά ρεύματα της Μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης, δηλαδή την θεωρία υποκατανάλωσης και την θεωρία δυσαναλογίας.

Το βασικό έργο του Grossmann είναι «Η Συσσώρευση και η Κατάρρευση του Καπιταλιστικού Συστήματος» («Das Akkumulations-und Zusammenbruchsgesetz des Kapitalistischen Systems») που εκδόθηκε στα γερμανικά το 1929 και μεταφράσθηκε στα Αγγλικά το 1992 (σε μία συντετμημένη έκδοση ως «Ο Νόμος της Συσσώρευσης και Κατάρρευσης του Καπιταλιστικού Συστήματος»). Έγραψε επίσης τα δοκίμια «Ο Sismonde de Sismondi και οι οικονομικές θεωρίες του», στα γαλλικά το 1924, και «Η Εξελικτική Εξέγερση ενάντια στα Κλασσικά Οικονομικά» στα αγγλικά επίσης το 1924. Ένα άλλο σημαντικό έργο του «Η αλλαγή των αρχικών σχεδίων διάθρωσης του Κεφαλαίου του Marx και τα αίτια τους» («Die Anderung des ursprüngliche Aufbauplans des Marxschen Kapital und ihre Ursachen») που γράφθηκε το 1929 και μελετά την δομή και την μεθοδολογία του Κεφαλαίου του Marx* ένα πεδίο στο οποίο ακολούθησε το περίφημο έργο του Roman Rosdolsky (1977).

Το κείμενο αυτό μελετά την προσέγγιση του Grossmann στο νόμο της ΠΤΠΚ. Το επόμενο τμήμα παρουσιάζει την ανάλυση του Marx και τις σύγχρονες αντιπαραθέσεις γύρω από αυτή την θέση. Το τρίτο τμήμα παρουσιάζει την συνεισφορά του Grossmann. Το τέταρτο τμήμα μελετά τόσο παλιότερες όσο και νεώτερες κριτικές στο μοντέλο του Grossmann. Το τελευταίο τμήμα συγκεφαλαιώνει.

2. Ο Μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και οι σύγχρονες αντιπαραθέσεις

Η Μαρξική θέση για την Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους στοχεύει να δείξει ότι το καπιταλιστικό σύστημα διέπεται από κρίσεις που γεννιούνται από εγγενή, οργανικά αίτια. Μάλιστα, ότι παρά το ότι η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας είναι η θεμελιακή σχέση του καπιταλιστικού συστήματος (η σχέση μισθωτής εργασίας), οι κρισιακές τάσεις γεννιούνται στο έδαφος της αλλά ακόμη και όταν δεν υπάρχει μία ενεργητική αλλαγή των ταξικών συσχετισμών προς όφελος της εργασίας. Γι’ αυτό τον λόγο γίνεται συνειδητά αφαίρεση των κρισιακών επιπτώσεων που μπορεί να έχει η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και οι εισοδηματικές αναδιανομές προς όφελος της εργασίας. Κατά συνέπεια, γίνεται συνειδητά αφαίρεση όλων εκείνων του παραγόντων που θα οδηγούσαν σε τέτοιες αλλαγές – και ιδιαίτερα του πληθυσμιακού περιορισμού, δηλαδή της στενότητας ή μη της αγοράς εργασίας. Με βάση τα παραπάνω ο Marx θέλει να δείξει ότι είναι ακριβώς η υπερβολική επιτυχία του καπιταλιστικού συστήματος (η υπερβάλλουσα συσσώρευση, η υπερσυσσώρευση) που οδηγεί στην αποτυχία του (στην πτώση της κερδοφορίας, στην κρίση και τελικά στην απαξίωση κεφαλαίων).

Κατά τον Marx, η βασική κινητήρια δύναμη στο καπιταλιστικό σύστημα, η αναζήτηση κέρδους, υποχρεώνει κάθε ατομικό κεφάλαιο να αγωνίζεται (1) στην διαδικασία εργασίας ενάντια στην εργασία που έχει εκμισθώσει με σκοπό την εξαγωγή υπεραξίας, και (2) στην διαδικασία κυκλοφορίας ενάντια στα άλλα ατομικά κεφάλαια για την πραγματοποίηση της υπεραξίας με την μορφή του κέρδους. Στην πάλη ενάντια στην εργασία ο εκμηχανισμός της παραγωγής είναι το βασικό όπλο του κεφαλαίου γιατί ενισχύει τον έλεγχο του καπιταλιστή επάνω στην διαδικασία εργασίας και την ικανότητα του να αλλάζει προς όφελος του την αναλογία αναγκαίου και πλεονάζοντος χρόνου εργασίας. Αυτό ενισχύει την παραγωγή υπεραξίας μέσω της υπεξαίρεσης κυρίως σχετικής υπεραξίας, η οποία κατά τον Marx είναι ο τύπος που προσιδιάζει περισσότερο στον καπιταλισμό – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και διαδικασίες υπεξαίρεσης απόλυτης υπεραξίας.

Στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, κάθε ατομικό κεφάλαιο αγωνίζεται να μειώσει τα μοναδιαία κόστη παραγωγής (τις μοναδιαίες τιμές κόστους). Αυτό υπαγορεύει την ταχεία εισαγωγή τεχνικών αλλαγών που είναι έντασης κεφαλαίου και εξοικονόμησης εργασίας. Για τον Marx, οι καινοτόμες μέθοδοι παραγωγής οδηγούν σε εργοστάσια μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου στα οποία, υπό συνθήκες κανονικού βαθμού χρησιμοποίησης παραγωγικού δυναμικού (capacity utilization), τα μοναδιαία κόστη παραγωγής θα είναι χαμηλότερα. Κι αυτό γιατί αυξάνοντας την ποσότητα του πάγιου κεφαλαίου (fixed capital) ανά μονάδα προϊόντος επιτυγχάνονται οικονομίες κλίμακας. Επειδή η μεγαλύτερης κλίμακας παραγωγή επιτρέπει σε ένα δεδομένο αριθμό εργατών να επεξεργάζονται μία μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντος, τόσο οι πρώτες ύλες όσο και το προϊόν ανά μονάδα τείνει να αυξηθεί. Ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη ποσότητα πάγιου κεφαλαίου ανά μονάδα προϊόντος συνεπάγεται μεγαλύτερα κόστη απόσβεσης και βοηθητικών υλικών (ηλεκτρισμός, καύσιμα κλπ.) ανά μονάδα προϊόντος. Κατά συνέπεια, για τις καινοτόμες μεθόδους παραγωγής, όσο μεγαλύτερο είναι το κεφάλαιο που προκαταβάλλεται ανά μονάδα προϊόντος τόσο μεγαλύτερο είναι το μοναδιαίο μη-εργασιακό κόστος (μοναδιαίο σταθερό κεφάλαιο) ενώ η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της εργασίας συνεπάγεται χαμηλότερα μοναδιαία εργασιακά κόστη (μοναδιαίο μεταβλητό κεφάλαιο). Για να είναι μία καινοτομούσα μέθοδος παραγωγής κερδοφόρα θα πρέπει η μείωση των τελευταίων να είναι μεγαλύτερη από την αύξηση των πρώτων έτσι ώστε η συνολική επίπτωση να είναι η μείωση του μοναδιαίου κόστους παραγωγής (του αθροίσματος μοναδιαίου σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου). Όμως, υπό δεδομένες τεχνικές συνθήκες, η υπάρχουσα τεχνολογία και γνώση έχει πεπερασμένα όρια. Όταν αυτά τα όρια ξεπερασθούν τυχόν περαιτέρω αυξήσεις της επένδυσης ανά μονάδα προϊόντος θα οδηγήσει σε μικρότερες μειώσεις των μοναδιαίων κοστών παραγωγής. Επομένως, τα πιο αναπτυγμένα ατομικά κεφάλαια θα τείνουν να επιτυγχάνουν ένα χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος παραγωγής αλλά με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Το χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος παραγωγής τα διευκολύνει να ελέγξουν ένα μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Ταυτόχρονα, επειδή η κυριαρχούσα τιμή αγοράς καθορίζεται από τις μέσες συνθήκες παραγωγής σε κάθε κλάδο και όχι από τα καινοτομούντα ατομικά κεφάλαια, τα τελευταία είναι σε θέση να αποκομίσουν πρόσθετα κέρδη. Τα πρόσθετα αυτά κέρδη αποτελούν μία αναδιανομή της υπεραξίας στο επίπεδο της κυκλοφορίας και προκύπτουν από μία καθαρή μεταφορά υπεραξίας από ατομικά κεφάλαια που λειτουργούν υπό μέσες ή και χαμηλότερες συνθήκες παραγωγής προς τα καινοτομούντα ατομικά κεφάλαια. Αυτά τα πρόσθετα κέρδη και η απώλεια μεριδίων της αγοράς οδηγεί είτε τα άλλα κεφάλαια να υιοθετήσουν τις νέες μεθόδους είτε να απορροφηθούν από τα περισσότερο αναπτυγμένα. Και στις δύο περιπτώσεις θα τείνει να επικρατήσει ένα νέο πρότυπο μέσων συνθηκών παραγωγής που θα χαρακτηρίζεται από μία αυξημένη αναλογία σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο (μεγαλύτερη ΟΣΚ) και ένα χαμηλότερο γενικό ποσοστό κέρδους. Τα αποτελέσματα της πτωτικής κερδοφορίας μπορεί να ανασταλούν προσωρινά από μία αύξηση της μάζας των κερδών, μέσω της αύξησης της παραγωγής. Τελικά όμως, νωρίτερα ή αργότερα, η πτώση της κερδοφορίας θα εξασθενίσει τα επενδυτικά κίνητρα και θα οδηγήσει σε μία στασιμότητα της μάζας των κερδών.

Κατά τον Marx η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους συνυπάρχει με μία σειρά αντεπιδρώσες τάσεις, όπως οικονομίες στην χρήση σταθερού κεφαλαίου, ανάδυση νέων σφαιρών παραγωγή όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι χαμηλότερη (π.χ. λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή νέοι κλάδοι), εντατικοποίηση της παραγωγής, εισαγωγές φθηνών εισροών και συμπίεση των μισθών κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης. Κατά τον Marx, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους είναι η κυρίαρχη πλευρά σε αυτή την ενότητα αντιθέσεων γιατί οι αντίρροπες τάσεις λειτουργούν μέσα σε αυστηρούς περιορισμούς. Έτσι, ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός προκαλεί ταχεία τεχνική αλλαγή, η οποία αυξάνει την ΟΣΚ καθώς απορροφά μηχανήματα ταχύτερα από ότι απασχολεί εργάτες. Αυτή η σχετική εκτόπιση εργατών από μηχανές όμως έχει δεδομένα όρια όσον αφορά την ικανότητα της να αυξήσει την εξαγωγή υπεραξίας, καθώς οι ανθρώπινες δυνατότητες – υπό δεδομένες παραγωγικές συνθήκες – είναι πεπερασμένες.

3. Η συνεισφορά του H.Grossmann

Το ενδιαφέρον του Grossmann για το ζήτημα της οικονομικής κρίσης στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία πυροδοτήθηκε – μεταξύ άλλων – από την συζήτηση που είχε ανοίξει στις αρχές του 20ου αιώνα μέσα στους κύκλους της Αριστεράς. Σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση αυτή πυροδοτήθηκε από την αιρετική, τότε, τοποθέτηση του Bernstein ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν κινδυνεύει από οικονομική κατάρρευση και συνεπώς το εργατικό κίνημα θα πρέπει να ασχοληθεί με την μεταρρύθμιση του. Η θέση αυτή αντιμετωπίσθηκε από πολλές και διαφορετικές πλευρές (μερικές από τις οποίες εν τέλει συμφώνησαν εν πολλοίς με τα πορίσματα του Bernstein). Κατ΄ αρχήν αντιμετωπίσθηκε από τον τότε μεγάλο πάπα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας Κ.Kautsky, ο οποίος όμως στην μετέπειτα πορεία συνέκλινε με τις απόψεις του Bernstein. Έτσι σχηματίσθηκε το ρεύμα των λεγόμενων «νέο-αρμονιστών» που υποστήριζαν ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν έχει ουσιαστικά προβλήματα οικονομικής βιωσιμότητας. Στην άποψη αυτή αντιπαρατέθηκε έντονα η Luxembourg υποστηρίζοντας ότι ο καπιταλισμός οδηγείται μέσω της κρίσης στην οικονομική κατάρρευση. Η προσέγγιση της, που σε πολλά σημεία διαφωνούσε ρητά με πλευρές τις θεωρίας του Marx, απέδωσε την οικονομική κρίση του συστήματος στην υποκατανάλωση, δηλαδή στην έλλειψη επαρκούς ζήτησης. Τα πολιτικά συμπεράσματα της Luxembourg τόνιζαν την ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Παραπλήσιες απόψεις διατυπώθηκαν επίσης από τον Sternberg, ο οποίος μέσω μίας οικονομικής ανάλυσης που υιοθετούσε τόσο στοιχεία της Luxembourg όσο και των «νέο-αρμονιστών», κατέληγε στην ανάγκη επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Η τελευταία, για τον Sternberg, προέκυπτε όχι από αναγκαίους οικονομικούς λόγους αλλά σαν ηθική, εν τέλει, απαίτηση που έτσι έπαιρνε ένα βολονταριστικό και κινηματιστικό χαρακτήρα.

Απέναντι στις απόψεις αυτές ο Grossmann θέλησε να τονίσει ότι η πολιτική πάλη για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος έχει ισχυρά αντικειμενικά θεμέλια στις εγγενείς κρισιακές τάσεις του συστήματος που τείνουν να το οδηγήσουν στην οικονομική κατάρρευση. Παρόλο ότι από πολλές πλευρές επικρίθηκε ότι υιοθετεί μία οικονομιστική και μηχανιστική προσέγγιση, ο Grossmann – βασιζόμενος άλλωστε στην έντονη πολιτική ενεργοποίηση του – ποτέ δεν παραγνώρισε τον σχετικά αυτοτελή ρόλο της πολιτικής ταξικής πάλης ούτε φυσικά κατέληξε στην προσμονή της ανατροπής του συστήματος μέσω μίας οικονομικής κατάρρευσης και εν απουσία ανατρεπτικής ταξικής πάλης. Γι’ αυτό αντιπαρατέθηκε τόσο στους «νεο-αρμονιστές» όσο και στην υποκαταναλωτική προσέγγιση της Luxembourg και στον υποκειμενισμό του Sternberg.

Κατά τον Grossmann η αιτία της οικονομικής κρίσης δεν πρέπει να αναζητηθεί στις δευτερεύουσες πλευρές της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας (δημιουργία μονοπωλίων, δομές του διεθνούς εμπορίου, έλεγχος πλουτοπαραγωγικών πόρων κλπ.) αλλά στην ίδια την ουσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Έτσι κάνει συνειδητά αφαίρεση όλων εκείνων των δευτερευόντων κρισιακών παραγόντων που απορρέουν ακριβώς από αυτές τις δευτερεύουσες πλευρές της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας (ανισορροπίες προσφοράς και ζήτησης, ρόλος του χρήματος και των χρηματοπιστωτικών λειτουργιών κλπ.). Κάνει επίσης συνειδητά αφαίρεση του ρόλου της ταξικής πάλης στην αλλαγή τόσο των εργασιακών συνθηκών όσο και της διανομής εισοδήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρεί ότι δεν παίζει ρόλο αλλά ουσιαστικά «παγώνει» την δράση της θέλοντας να δείξει ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς επιρρεπές σε κρίσεις ακόμη και όταν η εργατική τάξη δεν παρεμβαίνει ενεργητικά στους κοινωνικο-οικονομικούς συσχετισμούς.

Με βάση τα παραπάνω ο Grossmann στοχεύει στην συγκρότηση μίας γενικής θεωρίας της οικονομικής κρίσης –δηλαδή σε μία θεωρία που να αναλύει τα γενικά και ουσιακά αίτια της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό, άσχετα από τις ιστορικά συγκεκριμένες μορφές εκδήλωσης που παίρνουν. Άλλωστε αυτή ήταν η κυρίαρχη τάση την εποχή εκείνη σε αντίθεση με πολλές σύγχρονες προσεγγίσεις που εσφαλμένα υιοθετούν αγνωστικιστικές και πολυσυλλεκτικές ερμηνείες που περιορίζονται – και συνήθως αναλυτικά αδύναμα και ερμηνευτικά ανεπαρκώς – στον ιστορικά συγκεκριμένο χαρακτήρα κάθε κρίσης. Υποθέτει ότι υπάρχει μία τάση αύξησης της ΟΣΚ – κάτι επίσης συνηθισμένο τόσο στην εποχή του όσο και σήμερα – και με βάση αυτή δείχνει την αντίστροφη συσχέτιση της με το ποσοστό κέρδους. Στο μοντέλο αυτό υποθέτει – με βάση όσα αναλύθηκαν προηγουμένως – ότι υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, ότι υπάρχουν σταθερές τιμές (που είναι ίσες με τις εργασιακές αξίες) και ότι η αξία του χρήματος είναι σταθερή. Επιπλέον υποθέτει ότι:

Πρώτον, δεν υπάρχει εξωτερικό εμπόριο. Δεύτερον, υπάρχουν μόνο καπιταλιστές και εργάτες, δηλαδή δεν υπάρχουν ενδιάμεσες τάξεις. Τρίτον, δεν υπάρχει γαιοκτησία και συνεπώς οι περιπλοκές που δημιουργεί η γαιοπρόσοδος. Τέταρτον, δεν υπάρχουν έμποροι και επομένως αφαιρούνται οι ιδιαιτερότητες που εισάγει η ύπαρξη αυτοτελούς εμπορικού κεφαλαίου. Πέμπτον, το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό (έστω 100%). Έκτον, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι σταθερός. Έβδομον, η αξία της εργασιακής δύναμης είναι σταθερή. Όγδοον, ο χρόνος περιστροφής του κεφαλαίου είναι ο ίδιος σε όλους τους τομείς (έστω ένας χρόνος).

Όλα τα παραπάνω τα εφαρμόζει στα πλαίσια του μοντέλου του Bauer (1913). Ο τελευταίος, θέλοντας να αντικρούσει την θεωρία κρίσης και κατάρρευσης της Luxembourg, είχε παρουσιάσει ένα μοντέλο που έδειχνε την ικανότητα οικονομικής επιβίωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Συγκεκριμένα, ο Bauer υποστήριζε ότι το ποσοστό κέρδους θα τείνει να μειώνεται διαρκώς χωρίς όμως ποτέ να εκμηδενίζεται. Ο Grossmann επέκτεινε το μοντέλο αυτό για περισσότερα από τα 4 χρόνια που το είχε εφαρμόσει ο Bauer και έδειξε ότι η διαδικασία συσσώρευσης μετά το 20ο έτος αρχίζει να έχει προβλήματα και εν τέλει καταρρέει στο 36ο έτος.

Πρόκειται για ένα διτομεακό μοντέλο (Τομέας Ι [παραγωγή μέσων παραγωγής] και Τομέας ΙΙ [παραγωγή μέσων κατανάλωσης]) με βάση το πρότυπο των σχημάτων αναπαραγωγής του Marx. Επιπλέον υποθέτει ότι υπάρχει μακροχρόνια τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή ο ρυθμός αύξησης του σταθερού κεφαλαίου είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου. Στο συγκεκριμένο αριθμητικό παράδειγμα που κατασκευάζει ο Grossmann, στα βήματα πάντα του Bauer, υποθέτει ότι το σταθερό κεφάλαιο αυξάνει σε κάθε περίοδο κατά 10% ενώ το μεταβλητό κεφάλαιο κατά 5%. Ταυτόχρονα όμως – και σύμφωνα με τις υποθέσεις του Marx και αντιθέτως με την επιχειρηματολογία της Luxemburg – ο ρυθμός μεγέθυνσης (το ποσοστό συσσώρευσης) των δύο τομέων παραγωγής είναι το ίδιο. Δηλαδή υπάρχει συμμετρία μεταξύ των δύο τομέων παραγωγής καθώς συσσωρεύουν, σε κάθε περίοδο, το ίδιο ποσοστό από την υπεραξία.

Ακολούθως προχωρά να δείξει ότι υπό αυτές τις προϋποθέσεις, που αναγκαία συνεπάγονται μία πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω της αύξησης της ΟΣΚ, το σύστημα θα οδηγηθεί στην κρίση και την κατάρρευση (εάν δεν ενεργοποιηθούν οι αντεπιδρώσες στην πτωτική τάση της κερδοφορίας δυνάμεις).

Tο μοντέλο των Bauer/Grossmann έχει μορφοποιηθεί από τους Bronfenbrenner & Wolfson (1984) και Samuelson & Wolfson (1986) έτσι ώστε να διευκολύνει την συγκριτική μελέτη με άλλα νεώτερα δυναμικά μοντέλα (και ιδιαίτερα με αυτό των Harrod – Domar). Βέβαια, σε όλες αυτές τις Χαρροντιανές παραλλαγές χρησιμοποιούνται μονοτομεακά μοντέλα που έχουν γνωστά προβλήματα, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανάλυση των σχέσεων ανταλλαγής.

Μία απλή παραλλαγή του αρχικού μοντέλου τους είναι η ακόλουθη:

Η εξίσωση (1) προσδιορίζει το καθαρό εισόδημα:

(1)

όπου  είναι το ποσοστό υπεραξίας, το οποίο ορίζεται ως σταθερό.

Η εξίσωση (2) προσδιορίζει το μεταβλητό κεφάλαιο, που αυξάνει κατά ένα εξωγενώς δεδομένο σταθερό ποσοστό β:

(2)

Στην προσομοίωση του μοντέλου η αρχική τιμή V1 είναι επίσης δεδομένη.

Από τις (1) και (2) έπεται:

(3)

Ορίζεται ακόμη ότι οι εργάτες δεν αποταμιεύουν. Αντιθέτως, οι καπιταλιστές αποταμιεύουν ένα μερίδιο από την συνολική υπεραξία της αντίστοιχης περιόδου. Συνεπώς, η μέση ροπή για αποταμίευση από το συνολικό εισόδημα είναι το γινόμενο της ροπής για αποταμίευση των καπιταλιστών επί το συνολικό τους εισόδημα () διαιρούμενο με το συνολικό εισόδημα . Η εξίσωση (4) προσδιορίζει την ροπή αποταμίευσης των καπιταλιστών από το εισόδημα:

(4)

Επιπλέον, η ροπή για αποταμίευση των καπιταλιστών οφείλει να είναι μεγαλύτερη από μηδέν (δηλαδή μεγαλύτερη από κάποιο ε>0). Επειδή όμως οι καπιταλιστές χρησιμοποιούν τμήμα της συνολικής υπεραξίας για την προσωπική κατανάλωση τους, η εξωγενώς προσδιορισμένη τάση για αποταμίευση των καπιταλιστών είναι μικρότερη της μονάδας.

0<ε<<1

Η εξίσωση (5) εξισώνει την επένδυση () με την αποταμίευση:

(5)

Η εξίσωση (6) προσδιορίζει το σταθερό κεφάλαιο:

(6)

όπου α είναι το ποσοστό αύξησης του σταθερού κεφαλαίου C. Ορίζεται επίσης εξ υποθέσεως ότι η ΟΣΚ αυξάνει διαρκώς σαν αποτέλεσμα της συνεχούς τεχνολογικής προόδου. Συνεπώς α>β. Επίσης, στην προσομοίωση του μοντέλου η αρχική τιμή C1 είναι δεδομένη.

Επειδή η συνολική επένδυση () είναι το άθροισμα της επένδυσης σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο, ισχύει (μέσω των (2) και (6)) ότι:

(7)

Από τις (5) και (7) έπεται:

(8)

Και τέλος, μέσω της (4), η (8) μετατρέπεται σε:

Η παραπάνω, μέσω της (3), μετατρέπεται σε:

και με τις κατάλληλες απλοποιήσεις καταλήγει στην:

(9)

Στην τελευταία αυτή εξίσωση φαίνεται καθαρά ότι το εξαρτάται από όλες τις άλλες παραμέτρους του μοντέλου α, β, s΄, V1 και C1) οι οποίες μάλιστα είναι εξ υποθέσεως δεδομένες.

Το συμπέρασμα του μοντέλου είναι ότι για να διατηρηθεί ο ρυθμός συσσώρευσης, καθώς η αυξανόμενη ΟΣΚ προκαλεί τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, αυξάνει συνεχώς η ροπή αποταμίευσης των καπιταλιστών από την υπεραξία με αποτέλεσμα να περιορίζεται συνεχώς το απόθεμα για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Όταν εξαλειφθεί εντελώς το τελευταίο τότε επέρχεται η κατάρρευση. Η βάση του προβλήματος είναι ότι καθώς ο ρυθμός αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου δεν μπορεί να δημιουργήσει μία επαρκή αύξηση της υπεραξίας καθώς υστερεί σε σχέση με τον ρυθμό αύξησης του σταθερού κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα είναι ότι για να διατηρηθεί σταθερός ο ρυθμός συσσώρευσης πρέπει να περιορίζεται συνεχώς το τμήμα της (ούτως ή άλλως βραδυπορούσας) υπεραξίας που πηγαίνει για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών:

Το μερίδιο της υπεραξίας που προορίζεται για συσσώρευση ως επιπρόσθετο σταθερό κεφάλαιο … αυξάνει τόσο γρήγορα που καταβροχθίζει ένα προοδευτικά μεγαλύτερο μερίδιο της υπεραξίας. Καταβροχθίζει το μερίδιο που παρακρατείται για καπιταλιστική κατανάλωση …, καταπίνει ένα μεγάλο μέρος του μεριδίου που παρακρατείται για επιπρόσθετο μεταβλητό κεφάλαιο … και ακόμη δεν είναι επαρκές για να συνεχίσει την επέκταση του σταθερού κεφαλαίου στο προϋποτιθέμενο ποσοστό του 10% ανά έτος

(Grossmann (1992), σ.80)

Οι Samuelson & Wolfson (1986) επισημαίνουν ορθά ότι όλες οι παράμετροι του μοντέλου, εκτός από μία, είναι εξωγενώς προσδιορισμένες. Το ποσοστό υπεραξίας είναι ορισμένο στο 100%, ο ρυθμός μεγέθυνσης του σταθερού κεφαλαίου στο 10%, ο ρυθμός μεγέθυνσης του μεταβλητού κεφαλαίου στο 5% και τα αρχικά αποθέματα σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου είναι επίσης δεδομένα (200.000 και 100.000 μονάδες αντιστοίχως). Η μόνη μεταβλητή παράμετρος είναι η ροπή των καπιταλιστών για αποταμίευση από την υπεραξία: αυτή ξεκινά από 25% το 1ο έτος, φθάνει 35.37% στο 10ο έτος και καταλήγει 100% στο 35ο έτος. Εφόσον όλες οι άλλες παράμετροι είναι εξωγενώς ορισμένες ως σταθερές, με το σταθερό κεφάλαιο να αυξάνει περισσότερο από το μεταβλητό κεφάλαιο και με το ποσοστό υπεραξίας σταθερό, η ροπή των καπιταλιστών για αποταμίευση από την υπεραξία είναι η μόνη παράμετρος που μπορεί και πρέπει να μεταβληθεί για να εξισορροπηθεί το σύστημα.

Στην συνέχεια ο Grossmann ανέλυσε συστηματικά τις αντεπιδρώσες τάσεις στην ΠΤΠΚ και πρότεινε μία θεωρία κύκλων.

4. Κριτικές στην προσέγγιση του Grossmann

Το έργο του Grossmann αντιμετώπισε, στην εποχή του, ιδιαίτερα έντονες κριτικές από όλες τις άλλες προσεγγίσεις. Σε πολλές από αυτές απάντησε ο ίδιος ιδιαίτερα πειστικά (π.χ. στην κριτική της Helene Bauer). Υπάρχουν ορισμένες κριτικές, που είτε είχαν διατυπωθεί εξ αρχής είτε διατυπώθηκαν αργότερα που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής.

Κατ’ αρχήν είναι αναγκαία μία διευκρίνιση. Σε πολλές κριτικές υπολανθάνει ουσιαστικά μία πεποίθηση ότι ο Grossmann είχε μία μηχανιστική θεωρία κατάρρευσης του συστήματος* ουσιαστικά μία θεωρία καταστροφής. Πρόκειται για μία εντελώς εσφαλμένη άποψη. Ο Grossmann, σε ένα γράμμα στον Mattick, διευκρινίζει σαφώς:

Θα πρέπει να είναι εμφανές ότι η ιδέα ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει «αυτόματα» «από μόνος του» είναι ξένη σε μένα… Όμως ήθελα να δείξω ότι η ταξική πάλη μόνο δεν είναι επαρκής… Ως διαλεκτικός Μαρξιστής, γνωρίζω ότι και οι δύο πλευρές της διαδικασίας, αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, επηρεάζουν αμοιβαία το ένα το άλλο. Στην ταξική πάλη και οι δύο αυτοί παράγοντες αναμιγνύονται. Κανείς δεν μπορεί «να περιμένει» μέχρι πρώτα να εκπληρωθούν οι «αντικειμενικές» συνθήκες, και τότε μόνο να αφήσει τα «υποκειμενικά» στοιχεία να δουλέψουν. Αυτή θα ήταν μία ανεπαρκής και μηχανιστική ερμηνεία η οποία είναι ξένη προς εμένα… Η θεωρία κατάρρευσης μου δεν σκοπεύει να αποκλείσει την ενεργή παρέμβαση, αλλά μάλλον ελπίζει να δείξει πότε και υπό ποίες συνθήκες μία τέτοια αντικειμενικά επαναστατική κατάσταση μπορεί και θα προκύψει.

(Jacoby (1975), p.37)

Η απάντηση αυτή απευθυνόταν κατ’ αρχήν σε όσους τον κατηγορούσαν ότι θεωρεί ότι η ανατροπή του συστήματος θα προκύψει από μία οικονομική καταστροφή του και ουσιαστικά εν απουσία επαναστατικής ταξικής πάλης (π.χ. Bauer). Αντίστοιχα, σε όσους τον επέκριναν ουσιαστικά για οικονομικό φαταλισμό – δηλαδή ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να ανακάμψει από μία οικονομική κατάρρευση του (π.χ. Howard & King (1988) – ο Grossmann είχε ήδη εξηγήσει τόσο την ύπαρξη αντιρρόπων τάσεων στην ΠΤΠΚ όσο και πρότεινε μία θεωρία κυκλικών διακυμάνσεων. Διευκρίνισε αρκετά νωρίς ότι οι κρίσεις λειτουργούν σαν μηχανισμός θεραπείας του συστήματος, που μέσω της απαξίωσης κεφαλαίων αποκαθιστούν τις συνθήκες αναπαραγωγής του συστήματος. Ακολούθως, κατά τον Grossmann, οι κυκλικές διακυμάνσεις μπορούν να ερμηνευθούν ως η κυκλική διαδοχή φάσεων κρίσης και ανάκαμψης, που εξαρτώνται από το ύψος της ΟΣΚ, το ποσοστό εκμετάλλευσης και τους ρυθμούς μεγέθυνσης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου.

Ο Sweezy ((α.χ.), σ.236-9) επέκρινε επίσης δριμύτατα και άδικα τον Grossmann. Μάλιστα η κριτική του είχε μάλλον μεγάλη επίδραση καθώς για πολλά χρόνια – εκτός από ορισμένα αγγλόφωνα κείμενα του Grossmann για θέματα ιστορίας της οικονομικής σκέψης – το έργο του τελευταίου ήταν άγνωστο στον αγγλόφωνο κόσμο και η κριτική του Sweezy ήταν ουσιαστικά η βασική πηγή αναφοράς. Ο Sweezy επικρίνει τον Grossmann από την σκοπιά της θεωρίας υποκατανάλωσης. Κατ΄ αρχήν τον κατηγορεί ότι αγνοεί το πρόβλημα πραγματοποίησης της αξίας (δηλαδή το πρόβλημα που είναι στην καρδιά του υποκαταναλωτικού επιχειρήματος). Όμως ο Grossmann διευκρίνισε αρκετά νωρίς ότι παρόλο ότι προβλήματα πραγματοποίησης υπάρχουν στο σύστημα, αυτά λειτουργούν σε ένα χαμηλότερο επίπεδο αφαίρεσης ενώ η ουσία της κρισιακής τάσης πρέπει να εντοπισθεί πριν από αυτά και ακόμη και εν απουσία τους. Στην συνέχεια επιστρατεύει τον ρόλο του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού σαν παράγοντα που μπορεί να αναστείλει την άνοδο της ΟΣΚ. Αυτό είναι προφανές, όπως όμως είναι εξίσου γνωστό ότι ο Marx – ορθά άλλωστε – και ο Grossmann ακολουθώντας τον  μελετώντας τον ουσιακό μηχανισμό της κρίσης κάνει κατ΄ αρχήν αφαίρεση του ρόλου του πληθυσμού (και κατ΄ επέκταση της στενότητας ή μη της αγοράς εργασίας). Τέλος, ο Sweezy αποδίδει επίσης εσφαλμένα την άνοδο της ΟΣΚ στις αυξητικές τάσεις του μισθού (ιδιαίτερα σε συνθήκες στενότητας της αγοράς εργασίας). Και τέλος καταλήγει στο ότι ο ρυθμός συσσώρευσης είναι η ανεξάρτητη μεταβλητή. Φυσικά έτσι καταλήγει βέβαια να μην μιλά για σχήμα αναπαραγωγής. Μάλιστα η σύγχυση αυτή επιτείνεται από το ότι κατηγορεί τον Grossmann ότι εκλαμβάνει το μοντέλο του σαν άμεσα ρεαλιστική απεικόνιση της καπιταλιστικής πραγματικότητας, κάτι απόλυτα εσφαλμένο. Ο Grossmann – βασισμένος άλλωστε στην σοβαρότατη μελέτη της Μαρξικής μεθοδολογίας που είχε κάνει προηγουμένως – είχε επικρίνει τόσο την Louxembourg όσο και τον Bauer ότι εσφαλμένα κατανοούν τα σχήματα αναπαραγωγής ως άμεσα ρεαλιστικές απεικονίσεις της λειτουργίας του καπιταλισμού. Αντίθετα, είχε σαφή επίγνωση ότι προσπαθούν να συλλάβουν την πραγματικότητα αλλά στις πιο γενικές και αφηρημένες (ουσιακές) διαστάσεις της.

Οι Howard & King (1988) παραθέτουν επίσης τις περισσότερες κριτικές από αυτές που έγιναν στον Grossmann. Μεταξύ άλλων όμως επισημαίνουν, ίσως αρκετά πρωτότυπα, δύο: πρώτον, ότι υποθέτει ότι το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό και, δεύτερον, ότι αποδέχεται τον νόμο του Say.

Σχετικά με το πρώτο υποστηρίζουν ότι ο Grossmann υποτιμά τα αποτελέσματα της τεχνικής αλλαγής όσον αφορά το φθήνεμα των στοιχείων του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου, που οδηγούν στην αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης και στην ανάσχεση της αύξησης της ΟΣΚ. Μάλιστα επισημαίνουν ότι το ποσοστό κέρδους θα αυξάνει εάν οι πραγματικοί μισθοί μένουν σταθεροί ή μειώνονται.

Όπως είναι γνωστό, ο Marx διατύπωσε το περίφημο νόμο της κατά τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους στην αρχή του κεφαλαίου 13 του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου. Κατά τον νόμο αυτό η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους προκύπτει από την άνοδο της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή της αναλογίας του σταθερού κεφαλαίου προς το μεταβλητό κεφάλαιο). Ο Marx αναλύει τον νόμο αυτό κάνοντας την κρίσιμη υπόθεση ότι το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό:

μία βαθμιαία πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, με δεδομένο ότι το ποσοστό υπεραξίας, ή το επίπεδο εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, παραμένει το ίδιο

(Marx (1981), σ.318).

Με την ανάλυση αυτή ο Marx θέλει να δείξει ότι οι κρισιακές τάσεις στον καπιταλισμό προκύπτουν από τα ίδια τα εγγενή χαρακτηριστικά του – και ειδικότερα από τον χαρακτήρα που έχει η τεχνολογική αλλαγή λόγω του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού – ακόμη και όταν δεν υπάρχουν εργατικές μισθολογικές διεκδικήσεις. Δηλαδή η πτώση του ποσοστού κέρδους δεν οφείλεται σε υπερβολικούς μισθούς (δηλαδή σε συμπίεση των κερδών από τους μισθούς [profit squeeze]). Η ανάλυση αυτή είναι καταφανώς αντίθετη με αυτή του Ricardo που εντοπίζει την φθίνουσα κερδοφορία του κεφαλαίου στην άνοδο της σχετικής τιμής των σιτηρών και, συνεπώς, σε έναν αυξανόμενο ονομαστικό μισθό και μερίδιο μισθών. Ο Grossmann ακολουθεί αυτή την λογική. Όσον αφορά τον ρόλο και τον χαρακτήρα της τεχνικής αλλαγής, αυτό είναι ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα. Τόσο ο Grossmann, όσο και πολύ περισσότερο ο Marx, γνώριζαν τον ρόλο της τεχνικής αλλαγής στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης και συνεπώς στην βελτίωση του ποσοστού κέρδους. Όμως όταν μελετούν την τεχνική αλλαγή που οδηγεί σε αύξηση της ΟΣΚ, χωρίς να επηρεάζεται το ποσοστό υπεραξίας, μάλλον αναφέρονται σε τεχνικές βελτιώσεις στα πλαίσια ενός δεδομένου τεχνολογικού προτύπου και επομένως χωρίς αλλαγή του ποσοστού εκμετάλλευσης.

Όσον αφορά την κριτική για τον νόμο του Say, είναι εντελώς άστοχη. Η Shoul (1957) έχει δείξει αρκετά νωρίς με πιο τρόπο αντιμετωπίζει ο Marx τον νόμο του Say. Με δεδομένη την γενική του αντίθεση στον νόμο του Say, ο Marx σε διάφορα επίπεδα αφαίρεσης (layered abstractions κατά την σημερινή ορολογία του ρεύματος της Νέας Διαλεκτικής) είτε απορρίπτει είτε χρησιμοποιεί την ισότητα προσφοράς και ζήτησης. Αυτό δεν αποτελεί αναλυτική ασυνέπεια αλλά συνεπή και μεθοδική χρήση της διαλεκτικής μεθοδολογίας.

5. Αντί συμπερασμάτων

Το έργο του Grossmann έχει πολλά βασικά προτερήματα που, ηθελημένα είτε αθέλητα, παραγνωρίσθηκαν από τους επικριτές του.

Το πρώτο κρίσιμο προτέρημα είναι η έμφαση που αποδίδει στην διαλεκτική Μαρξική μεθοδολογία, κάτι όχι πολύ συνηθισμένο στην εποχή του. Ο Grossmann έχει μία εξαιρετικά καλή γνώση της μεθοδολογίας της διαλεκτικής αφαίρεσης και του ρόλου της στο έργο του Marx – κάτι που έγινε ευρύτερα γνωστό και αποδεκτό μόνο μετά το σημαντικό έργο του Rosdolsky. Με βάση την διαλεκτική μεθοδολογία ο Grossmann συγκροτεί το μοντέλο του σε αυστηρά προσδιορισμένα – και αναλυτικά «νόμιμα» – επίπεδα αφαίρεσης. Ταυτόχρονα, αποφεύγει τα σφάλματα άλλων – σύγχρονων ή μεταγενέστερων του. Για παράδειγμα, κατανοεί ορθά – και επικρίνει αντιστοίχως την Luxembourg – ότι τα Μαρξικά σχήματα αναπαραγωγής δεν είναι η άμεση ρεαλιστική μοντελοποίηση της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας αλλά μοντέλα υψηλού επιπέδου αφαίρεσης που επιδιώκουν να δείξουν τις βασικές ουσιακές λειτουργίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εξωπραγματικά αλλά ότι επιδιώκουν να συλλάβουν την πραγματικότητα στις πιο βασικές, ουσιώδεις και συνεπώς αφηρημένες διαστάσεις της. Από εκεί και πέρα, για να δώσει κανείς ένα άμεσα ρεαλιστικό μοντέλο της λειτουργίας μίας καπιταλιστικής οικονομίας χρειάζεται να κινηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, δηλαδή να κινηθεί από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο μέσω διαδοχικών επιπέδων ανάλυσης. Για τους ίδιους λόγους επικρίνει και τον Bauer – που θεωρούσε ότι το μοντέλο του, που τροποποίηση άλλωστε και χρησιμοποίησε και ο Grossmann – είναι επίσης μία άμεση ρεαλιστική μοντελοποίηση της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας. Το ίδιο άλλωστε υποστήριξε και απέναντι σε δικούς του επικριτές.

Το δεύτερο κρίσιμο προτέρημα της προσέγγισης του Grossmann – που για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία δεν χρήζει περαιτέρω επεξηγήσεων – είναι ανάλυση της οικονομίας με βάση την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

Το τρίτο κρίσιμο προτέρημα της προσέγγισης του είναι το ότι αναλύει τον νόμο της ΠΤΠΚ σε συνδυασμό με την ύπαρξη και την λειτουργία αντεπιδρώντων δυνάμεων και, με τον τρόπο αυτό, προσπαθεί να προτείνει μία θεωρία οικονομικών κύκλων.

Για όλους αυτούς τους λόγους – και όχι μόνο – αξίζει να θεωρείται ο μοναχικός πρόγονος πολλών σύγχρονων εξαιρετικά γόνιμων προσεγγίσεων.

Βιβλιογραφία

Bauer, O. (1913), ‘Die Akkumulation von Kapital’, Die Neue Zeit no.31, pp.831-7, 862-74. Translated in History of Political Economy, 1986, no.18, pp.87-110.

Bronfenbrenner, M. & Wolfson, M. (1984), ‘Marxian macrodynamics and the Harrod growth model’, History of Political Economy vol.16, no.2, pp.175-186.

Fine, B. (1989) Marx’s ‘Capital’, London: Macmillan.

Foley, D. (1986) Understanding Capital, Cambridge MA: Harvard University Press.

Grossmann, H. (1929), Das Akkumulations – und Zusammenbruchsgesetz des Kapitalistichen Systems (Zugleich Eine Krisentheorie), Leipsig: Hirschfeld – abridged translation (1992), The Law of Accumulation and Breakdown of the Capitalist System, London: Pluto Press.

Howard, M.C. & King, J.E. (1988), ‘Henryk Grossmann and the Breakdown of Capitalism’, Science & Society vol.52, no.3, pp.290-309.

Jacoby, R. (1975), ‘The Politics of the Crisis Theory: Towards the Critique of Automatic Marxism II’, Telos no.23.

Kuhn, R. (2004), ‘Economic crisis and socialist revolution: Henryk Grossman’s Law of accumulation, its first critics and his responses’, Research in Political Economy vol.21., http://eprints.anu.edu.au/archive/00002400/01/Economic_crisis_and_socialist_revolution_eprint_secure.pdf.

Marx, K. (1978), Το Κεφάλαιο, τόμοι Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Marx, K., 1981. Capital, vol. III, New York: First Vintage.

Rosdolsky, R. (1977), The Making of Marx’s «Capital», London: Pluto Press.

Samuelson, L. & Wolfson, M. (1986), ‘Expository Marxism and comparative economic dynamics’, History of Political Economy vol.18, no.1, pp.65-85.

Shoul, B. (1957), ‘Karl Marx and Say’s Law’, Quarterly Journal of Economics vol.71, no.4, pp.611-626.

Sweezy, P. (α.χ.), Η Θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, Αθήνα: Gutenberg.


[1] Ο Kuhn (2004) σημειώνει ότι η απόδοση του ονόματος του ως Grossmann είναι μετέπειτα εκγερμανισμός του από τον ίδιο και γι’ αυτό χρησιμοποιεί επίσης και την αρχική εκδοχή ως Grossman.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s