Η σχέση χρόνου και έντασης της εργασίας στην οικονομική σκέψη

Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο Ελλήνων Ιστορικών της Οικονομικής Σκέψης

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αθήνα 27-28 Μαϊου

Η σχέση χρόνου και έντασης της εργασίας στην οικονομική σκέψη

Αλέξης Ιωαννίδης

&

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

1. Εισαγωγή

Η διαδικασία της εργασίας, σαν η σκόπιμη ανθρώπινη δραστηριότητα για την παραγωγή αξιών χρήσης, είναι μία διαδικασία ξοδέματος δύναμης όσο και μυαλού από την πλευρά του εργαζόμενου. Η ποσότητα εργασίας που παρέχει ο εργαζόμενος, ή αλλιώς ο βαθμός κατανάλωσης της εργατικής του δύναμης, επιδρά αποφασιστικά στην ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος, αν και δεν είναι ο μόνος παράγοντας που την επηρεάζει. Επιδρά επίσης καθοριστικά στη διαδικασία δημιουργίας αξίας, τουλάχιστον για τις θεωρητικές προσεγγίσεις που υιοθετούν τη θεωρία της αξίας. Δύο είναι τα μέτρα με τη βοήθεια των οποίων μπορεί να μετρηθεί η κατανάλωση της εργατικής δύναμης. Είναι ο χρόνος που διαρκεί η εργασία και η ένταση με την οποία εκτελείται. Και τα δύο αυτά μεγέθη απασχόλησαν από νωρίς τους οικονομολόγους, τόσο ξεχωριστά όσο και στη μεταξύ τους σχέση. Αυτό που ενδιέφερε από την αρχή ήταν τόσο η περιγραφή και ο προσδιορισμός αυτής της σχέσης όσο και οι οικονομικές επιπτώσεις από τη μεταβολή των μεγεθών αυτών. Ωστόσο, αν και κάποια οικονομικά ρεύματα εξέτασαν αναλυτικά τις επιπτώσεις του χρόνου και της έντασης της εργασίας ξεχωριστά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι υποτιμήθηκε η εξέταση των οικονομικών επιπτώσεων που προκύπτουν από την αποδοχή της συσχέτισης που υπάρχει μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών.

Τα τελευταία χρόνια το θέμα του χρόνου εργασίας επανήλθε στο προσκήνιο της ιδεολογικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης. Η συσχέτιση του χρόνου με την ένταση της εργασίας μπορεί να δώσει σημαντικές απαντήσεις για τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται ο χρόνος εργασίας αλλά και για τις οικονομικές του επιπτώσεις. Μία αναδρομή στην εξέλιξη των απόψεων των οικονομολόγων γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη.

Στη συνέχεια θα περιγραφεί η εξέλιξη της οπτικής των οικονομολόγων για τη σχέση του χρόνου με την ένταση της εργασίας και τις οικονομικές της επιπτώσεις. Συγκεκριμένα θα παρουσιασθεί η ιστορική εξέλιξη των θέσεων για το είδος της συσχέτισης που υπάρχει μεταξύ του χρόνου και της έντασης της εργασίας και ταυτόχρονα θα γίνει μία αναφορά τόσο στη βαρύτητα η οποία κατά καιρούς αποδόθηκε στη συσχέτιση αυτή όσο και στα οικονομικά συμπεράσματα που προέκυψαν από την εισαγωγή της στα οικονομικά υποδείγματα.

2. Οι απόψεις του Α.Σμιθ

Μία από τις πρώτες αναφορές για τη σχέση μεταξύ του χρόνου και της έντασης της εργασίας παρουσιάζεται στον Smith (1966). Σημειώνει ότι η εξάντληση κατά τις τέσσερεις ημέρες της εβδομάδας είναι η αιτία για την τεμπελιά που επικρατεί τις επόμενες τρεις και όπως χαρακτηριστικά σημειώνει είναι η φύση του ανθρώπου που οδηγεί εκεί και γι’ αυτό το λόγο είναι σχεδόν ακαταμάχητο. Όπως σημειώνει ο Nyland (1986), ο Σμιθ αναγνώρισε τους υλικούς περιορισμούς στους οποίους υπόκεινται οι άνθρωποι και ότι εξαιτίας τους δημιουργείται μία αντίστροφη σχέση μεταξύ των εκτατικών και των εντατικών χαρακτηριστικών της εργασίας. Πρότεινε λοιπόν στους βιομήχανους να βρουν τη χρυσή τομή των δύο αυτών μεγεθών και να μην εξαντλούν τους εργάτες τους. Η ιδέα της ύπαρξης χρυσής τομής στο συνδυασμό των δύο μεγεθών είναι σημαντική, αν και δε διερευνήθηκε ποσοτικά από τον Σμιθ. Ένα ακόμη σημαντικό σημείο είναι η αναγνώριση ότι η υπερβολική εργασία μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή της υγείας των εργατών σε μερικά χρόνια, διαχώρισε δηλαδή τις βραχυχρόνιες από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της κόπωσης από την εργασία στην ικανότητα προς εργασία.

Ωστόσο η βασική προσέγγιση του Σμιθ σε σχέση με το χρόνο εργασίας ήταν ανεξάρτητη από τη σχέση του με την ένταση και συνδεδεμένη περισσότερο με τη σχέση της εργασίας με την αμοιβή της. Αποδεχόμενος ότι η προσφορά καθορίζει το χρόνο εργασίας ο Σμιθ στήριξε την προσέγγισή του για το χρόνο και την ποσότητα της πραγματοποιούμενης εργασίας στη σχέση της με το μισθό της εργασίας, αποδεχόμενος ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι θα δούλευαν περισσότερο εάν αυτό τους εξασφάλιζε μεγαλύτερο εισόδημα. Αυτή η προσέγγιση μετατόπιζε το ενδιαφέρον στην προσφορά εργασίας από τη μία, και αφαιρούσε κάθε δυνατότητα από την, παρατηρημένη και από τον ίδιο, σχέση του χρόνου με την ένταση της εργασίας να επιδράσει στον καθορισμό του χρόνου εργασίας. Μετατόπιζε το ενδιαφέρον από την υλική σχέση των δυνατοτήτων στην υποκειμενική θέληση του εργαζόμενου. Ως εκ τούτου, πέρα από την προαναφερθείσα προτροπή προς τους βιομήχανους για εύρεση της χρυσής τομής μεταξύ της έντασης και του χρόνου εργασίας, δεν προέκυψε κάποιο βαρύνον οικονομικό συμπέρασμα από την αντιμετώπιση της σχέσης του χρόνου με την ένταση της εργασίας.

3. Οι θέσεις του Κ.Μαρξ

Ο Μαρξ θεμελίωσε το οικονομικό του υπόδειγμα στη θεωρία της αξίας, η οποία (αξία) προσδιορίζεται από το χρόνο εργασίας, αλλά και από την ένταση της εργασίας. Στην ανάλυση της απόλυτης υπεραξίας είναι ο χρόνος εργασίας που παίρνει τον καθοριστικό ρόλο, ενώ στη σχετική υπεραξία είναι (μεταξύ άλλων παραγόντων) η ένταση της εργασίας που καθορίζει την υπεραξία και το ποσοστό της. Όμως και στις δύο περιπτώσεις υπέθεσε ότι η μεταβολή του ενός μεγέθους δεν επηρεάζει το άλλο. Αυτή ήταν μία υπόθεση την οποία σε πολλά σημεία του «Κεφαλαίου» αμφισβήτησε. Αναφέρεται αναλυτικά και εκτεταμένα στη συσχέτιση που υπάρχει μεταξύ του χρόνου και της έντασης της εργασίας. Μερικά σημεία ξεχωρίζουν ιδιαίτερα και βοηθούν στην περιγραφή της σχέσης αυτής.

Το πρώτο σημείο είναι ότι η μεταβολή του χρόνου εργασίας και της έντασης της εργασίας έχει παρατηρηθεί εμπειρικά ότι είναι ιστορικά συσχετισμένη και ότι τα δύο μεγέθη κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση. Δεν προσδιορίζεται όμως σχέση αιτίου και αποτελέσματος ανάμεσα στα μεγέθη αυτά. Η λογική του Μαρξ είναι ότι η τιμή του ενός ορίζει κάποια ανώτατα όρια που μπορεί να πάρει η τιμή του άλλου. Θα μπορούσε ο χρόνος εργασίας να γίνει αίτιο για την μεταβολή της έντασης της εργασίας, αλλά και αντίστροφα η ένταση της εργασίας να γίνει η αιτία για τον προσδιορισμό ενός χρόνου εργασίας. Τα δύο μεγέθη είναι μάλλον ισοδύναμα ως προς την αιτιακή σχέση που μπορεί να ορίζουν, αφού είναι οι δύο διαφορετικές μορφές κατανάλωσης της εργατικής δύναμης. Αυτό δεν αποκλείει την περίπτωση ιστορικά κάποιο από τα δύο να έχει υπάρξει αίτιο για την μεταβολή του άλλου. Όμως οι λόγοι που μπορεί να μετατρέψουν κάποιο από τα δύο μεγέθη σε αίτιο είναι εξωτερικοί και ανεξάρτητοι από την εσωτερική τους σχέση[1].

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η εξεταζόμενη σχέση μεταξύ του χρόνου και της έντασης της εργασίας είναι σχέση μεταξύ των μέγιστων δυνατών και όχι των πραγματικών τιμών των μεγεθών αυτών. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Μαρξ, όσο περιορίζεται η εργάσιμη ημέρα, τόσο περισσότερο μπορεί να αυξηθεί η ένταση της εργασίας. Το ότι μπορεί να αυξηθεί δεν συνεπάγεται ότι θα αυξηθεί υποχρεωτικά. Επομένως η σχέση που ορίζεται μεταξύ των δυο μεγεθών είναι η σχέση μεταξύ των μέγιστων δυνατών τιμών που μπορούν ταυτόχρονα τα μεγέθη αυτά να λάβουν.

Το τρίτο σημείο είναι ότι η σχέση που μόλις αναφέρθηκε μεταξύ των μέγιστων δυνατών τιμών του χρόνου και της έντασης της εργασίας είναι τέτοια γιατί ορίζεται όχι από υποκειμενικούς αλλά αντικειμενικούς όρους της διαδικασίας παραγωγής και των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Η ικανότητα δράσης της εργατικής δύναμης είναι αντιστρόφως ανάλογη με τον χρόνο δράσης της, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, (Μαρξ (1978, σ.426), περιγράφοντας με τα λόγια αυτά μία σχέση που προσδιορίζεται από την υλική φύση του ανθρώπινου οργανισμού και τις περιορισμένες δυνατότητες δράσης και κατανάλωσης ενέργειας που έχει, σε συνδυασμό με τις συνθήκες στην παραγωγή οι οποίες απαιτούν την κατανάλωση της ανθρώπινης ενέργειας. Στο σημείο αυτό η προσέγγιση είναι παραπλήσια με αυτή του Σμιθ. Η σχέση πηγάζει από αντικειμενικούς περιορισμούς που προέρχονται από τη φύση του ανθρώπου, παρόλο που η συγκεκριμένη αναλογία μεταξύ του χρόνου και της έντασης της εργασίας μπορεί να καθοριστεί από εξωτερικούς παράγοντες, πολλές φορές υποκειμενικού χαρακτήρα. Ακριβώς επειδή η σχέση μεταξύ του χρόνου και της έντασης της εργασίας προκύπτει από την υλική διάσταση των ανθρώπινων δυνατοτήτων, γι’ αυτό πρόκειται για μια σχέση των μέγιστων δυνατών τιμών των δύο μεγεθών, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Υπάρχει όμως στην πράξη η δυνατότητα τα δύο μεγέθη να μην λαμβάνουν τιμές που να αντιστοιχούν σε ένα ζεύγος μέγιστων δυνατών τιμών, αλλά μικρότερες από αυτές. Το ότι υπάρχει η αντικειμενική δυνατότητα δεν σημαίνει ότι απαραίτητα θα αξιοποιηθεί. Χρειάζεται και η εκπλήρωση κάποιων ακόμη όρων, όπως η δυνατότητα ελέγχου της εργασίας από το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να καθορίζει την επιθυμητή για αυτό ένταση της εργασίας, περιορίζοντας την δυνατότητα των εργατών για σιωπηλή μείωσή της. Ο Μαρξ, αναφερόμενος στην χρήση των μηχανών, τονίζει τον καίριο ρόλο που έπαιξαν (και παίζουν) στην δυνατότητα του κεφαλαίου να ελέγξει την εργασία και άρα να μπορεί να την εντατικοποιήσει. Στην σύγχρονη βιβλιογραφία εκτός από την χρήση των διαφόρων μηχανών προς την κατεύθυνση αυτή, αναφέρονται επιπλέον διάφορες διοικητικές μέθοδοι με στόχο την επίτευξη μεγαλύτερης έντασης της εργασίας.

Μία ακόμη σημαντική τοποθέτηση που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι η οπτική του Μαρξ για τις επιπτώσεις του χρόνου εργασίας στην παραγωγικότητα της εργασίας δεν αφορά τη μεταβολή της παραγωγικότητας κατά τη διάρκεια της μίας ημέρας, αλλά τη σωρευτική επίδραση του χρόνου εργασίας στην παραγωγικότητα. Σε κανένα σημείο του «Κεφαλαίου» δεν αναφέρει ότι υπάρχει μεταβαλλόμενη καμπύλη παραγωγικότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αντίθετα αντιμετωπίζει την εντατικότητα της εργασίας σαν ένα σταθερό μέγεθος μέσα στην εργάσιμη ημέρα και αντιμετωπίζει τις μεταβολές της εντατικότητας σαν σωρευτικές μεταβολές από ημέρα σε ημέρα. Αυτό δε σημαίνει πως άποψή του ήταν ότι δεν υπάρχει μεταβολή της έντασης της εργασίας και μέσα στη διάρκεια της μίας ημέρας. Εμφανίζεται όμως να αγνοεί αυτή τη διακύμανση, καθώς δεν είναι αυτό το ουσιαστικό στοιχείο της επίδρασης του χρόνου εργασίας στην εντατικότητα. Το γεγονός ότι εστίασε μόνο στη σωρευτική επίδραση του χρόνου εργασίας στην εντατικότητα της εργασίας φαίνεται χαρακτηριστικά σε ένα χωρίο (Μαρξ (1978, σ.425)), στο οποίο αναφέρεται στην καθημερινά επαναλαμβανόμενη εργασία που δεν έχει χαρακτήρα παροδικού παροξυσμού. Ο επαναλαμβανόμενος κάθε ημέρα χαρακτήρας της εργασίας την κάνει να μην μπορεί να συνδυάσει την αύξηση του χρόνου εργασίας με την ίδια εντατικότητα. Το ίδιο φαίνεται επίσης χαρακτηριστικά στο χωρίο στο οποίο υπολογίζει την αξία της εργατικής δύναμης με βάση τη μέση διάρκεια της ζωής του εργάτη και την αντίστοιχη με αυτή μετατροπή ζωικής ουσίας σε κίνηση (Μαρξ (1978, σ.542)). Συνδέει σε αυτή την περίπτωση τη μετατροπή ζωικής ουσίας σε κίνηση, δηλαδή την φθορά και την παραγωγικότητα του εργάτη με όλο τον κύκλο της εργασιακής ζωής του.

Ένα τελικό σημείο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής είναι ακριβώς η διαφοροποίηση των βραχυχρόνιων και των μακροχρόνιων επιπτώσεων του χρόνου εργασίας στην ένταση της εργασίας. Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις συνδέονται με την έννοια της φθοράς της υγείας των εργατών και της υπόσκαψης των χαρακτηριστικών του ανθρώπινου είδους, μια φθορά που ήταν πολύ εμφανής για τους χρόνους εργασίας που επικρατούσαν την εποχή που γράφτηκε το «Κεφάλαιο». Είναι χαρακτηριστικές οι αναφορές του Μαρξ για τη μείωση του μέσου όρου ζωής, αλλά ακόμη και του ύψους των γενιών των εργοστασιακών εργατών, σε βαθμό τέτοιο που οι εθνικοί στρατοί μείωναν το αποδεκτό όριο ύψους για να μπορέσουν να βρουν στρατιώτες για να υπηρετήσουν σε αυτούς. Αυτό το γεγονός είναι ενδεικτικό της φθοράς των ανθρώπινων χαρακτηριστικών που επέφεραν οι περίοδοι εκείνες στην εργατική τάξη. Ωστόσο, αν και σε μικρότερο βαθμό, οι μακροχρόνιες αυτές φθορές που υποσκάπτουν (ανάμεσα στα άλλα) τη δυνατότητα για εργασία, εμφανίζονται ακόμη και σήμερα όπως οι αναφορές που θα παρουσιασθούν στη συνέχεια φανερώνουν. Και στο σημείο αυτό υπάρχει μεγάλη ομοιότητα με την αντίστοιχη παρατήρηση του Σμιθ.

Μπορεί να ειπωθεί ότι ο Μαρξ, αποδεχόμενος τη βασική αντίθεση μεταξύ των εκτατικών και των εντατικών χαρακτηριστικών της εργασίας που περιέγραψε ο Σμιθ, διερεύνησε με μεγαλύτερη ακρίβεια (και με τη βοήθεια και εμπειρικών δεδομένων για την εντατικοποίηση της εργασίας) τη σχέση αυτή και περιέγραψε τις πιο σημαντικές πλευρές της. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι επεφύλαξε στην αλληλεπίδραση αυτή πολύ πιο σημαντικό ρόλο στα πλαίσια του δικού του οικονομικού υποδείγματος.

Στο κεφάλαιο 15 του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» ((Μαρξ (1978, σ.536-546)) ο Μαρξ εξετάζει τις οικονομικές επιπτώσεις από τη συνδυασμένη μεταβολή του χρόνου και της έντασης της εργασίας, σύμφωνα με την αντίστροφη σχέση που περιέγραψε για τα δύο αυτά μεγέθη. Ωστόσο η διερεύνηση της σχέση δεν έλαβε ποσοτική διάσταση και γι’ αυτό τα συμπεράσματα στο συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι ποιοτικά και περιορισμένης έκτασης. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μαρξ αντιλαμβανόταν τις οικονομικές επιπτώσεις από τη συσχέτιση του χρόνου με την ένταση της εργασίας φαίνονται πολύ χαρακτηριστικά στο ακόλουθο απόσπασμα:

Δε χωράει και η παραμικρότερη αμφιβολία, πως από τη στιγμή που κόπηκε μια για πάντα με το νόμο η δυνατότητα για το κεφάλαιο να παρατείνει την εργάσιμη μέρα, η τάση του ν’ αποζημιωθεί με ένα συστηματικό ανέβασμα του βαθμού έντασης της εργασίας και ν’ αντιστρέψει σε μέσο μεγαλύτερης απομύζησης της εργατικής δύναμης κάθε τελειοποίηση των μηχανών πρέπει σύντομα να οδηγήσει πάλι σε ένα σημείο στροφής, όπου θα γίνει αναπόφευκτη μια καινούργια ελάττωση των ωρών εργασίας.

(Μαρξ (1978, σ.433))

Τονίζει ότι με την με νόμο μείωση του χρόνου εργασίας το πεδίο αντιπαράθεσης μεταφερόταν εν μέρει στην ένταση της εργασίας. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαιοκρατών θα τους ωθούσε στην αύξηση του ρυθμού εντατικοποίησης. Αυτό με τη σειρά του θα έκανε αναγκαία μια ακόμη μεγαλύτερη μείωση του χρόνου εργασίας. Αν και η προσέγγιση έχει μόνο ποιοτικά χαρακτηριστικά, ωστόσο είναι φανερό πως ο Μαρξ θεωρούσε ότι η σχέση μεταξύ του χρόνου και της έντασης της εργασίας δημιουργούσε τις υλικές προϋποθέσεις στην παραγωγή, οι οποίες σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στο επίπεδο της ταξικής πάλης οδηγούσαν το χρόνο εργασίας στο να λάβει μία συγκεκριμένη τιμή. Η διαδικασία αυτή αν και επηρεαζόμενη από τις πολιτικές συνθήκες πηγάζει και στηρίζεται σε μία συσχέτιση η οποία εμφανίζεται στη σφαίρα της παραγωγής και έχει καθαρά υλικά – αντικειμενικά αίτια.

Ο Nyland (1986) κριτικάρει έντονα μερικούς από τους Μαρξιστές που δεν στάθηκαν στο ύψος αυτής της τοποθέτησης. Περιόρισαν το ζήτημα του χρόνου εργασίας μόνο στο συσχετισμό ταξικής και πολιτικής δύναμης, αγνοώντας την υλική βάση του, που δεν είναι άλλη από τα όρια του εργάτη και τις επιπτώσεις του χρόνου εργασίας  στην παραγωγικότητα. Πράγματι, μία ποσοτική περιγραφή της σχέσης αυτής οδηγεί στην εξαγωγή του άνω συμπεράσματος. Είναι δυνατό η μείωση του χρόνου εργασίας να οδηγήσει σε αύξηση του προϊόντος, της υπεραξίας και του κέρδους, εάν συνδυαστεί με αύξηση της έντασης της εργασίας, εντός ορισμένων ορίων. Γενικότερα, ο συγκεκριμένος προσδιορισμός της σχέσης αυτής μπορεί να οδηγήσει σε μία θεωρία προσέγγισης του τρόπου καθορισμού του χρόνου εργασίας, τουλάχιστον στα πλαίσια του Μαρξιστικού υποδείγματος[2].

4. Οι Νεοκλασικοί οικονομολόγοι

Η πρόταση για τη σχέση χρόνου εργασίας και εντατικοποίησης βρήκε ανταπόκριση και σε οικονομολόγους του νεοκλασικού ρεύματος. Είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω αποσπάσματα:

Ένας επίσης βασικός παράγοντας είναι το είδος της εργασίας που συντελείται. Οι μεγάλες ώρες βαριάς μυϊκής εξάντλησης και διανοητικής ή νευρικής έντασης είναι πολύ πιο επιζήμιες στην αποτελεσματικότητα από ότι οι μεγάλες ώρες μιας μέσης έντασης. … για κάθε διαφορετικό κλάδο, για κάθε τάξη εργατών υπάρχει ένα μήκος της εργάσιμης μέρας το ξεπέρασμα του οποίου θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο εθνικό εισόδημα.

(Pigou (1920, σ. 463-4))

Καθώς η βιομηχανία αναπτύσσεται, η πίεση στην οποία οι άνθρωποι της εργασίας εκτίθενται πιθανώς αυξάνει. Η ξεκούραση και αναψυχή γίνονται πιο σημαντικές και γι’ αυτό το βέλτιστο μήκος της εργάσιμης ημέρας πιθανόν να πέφτει. Αν το προϊόν πρέπει να διατηρηθεί στο μέγιστο δυνατό, οι ώρες πρέπει να μειωθούν.

(Hicks (1932, σ. 106))

Αξιοσημείωτη έως και εντυπωσιακή ομοιότητα με τις θέσεις του Μαρξ για το είδος της συσχέτισης μεταξύ του χρόνου και της έντασης της εργασίας συναντούμε σε δύο οικονομολόγους με μεγάλη επιρροή σε εργασιακά θέματα, στα πλαίσια του νεοκλασικού ρεύματος.

Ο Chapman (1909) ξεκινάει από το γεγονός ότι η εργασία έχει γίνει συνεχής και με έναν κανονικό ρυθμό και φαίνεται να γίνεται πιο σκληρή στη μονάδα του χρόνου. Μάλιστα, όπως και ο Μαρξ, συνδυάζει αυτή τη σκληρότητα με την επέκταση των μηχανών. Τονίζει το γεγονός της μείωσης του ελεύθερου χρόνου κατά τη διάρκεια της εργασίας και την αντίφαση του συνδυασμού των μηχανών με την διαδικασία εντατικοποίησης της εργασίας:

Δεκαετία με τη δεκαετία, με την επιτάχυνση των μηχανών πρέπει να περιμένουμε να βρούμε περισσότερη νευρική υπερένταση να συνοδεύει την διαδικασία της παραγωγής.

(Chapman (1909, σ.355))

Με βάση αυτά ισχυρίζεται πως υπάρχει κάθε λόγος να δεχτούμε ότι η παραγωγή σε μικρότερο χρόνο σπάνια ήταν μικρότερη από την παραγωγή σε μεγαλύτερο χρόνο και σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις ήταν ακόμη και μεγαλύτερη. Με ένα υποθετικό παράδειγμα δείχνει ότι η αύξηση του χρόνου εργασίας στην αρχή αυξάνει την αξία της εργασίας αλλά άνω ενός σημείου, το οποίο το θέτει στις εννέα ώρες, περαιτέρω αύξηση του χρόνου εργασίας μειώνει την αξία της εργασίας (Chapman (1909, σ.359)). Η πτώση της αξίας της εργασίας σημαίνει ότι η μείωση της παραγωγικότητας υπερτερεί της αύξησης του χρόνου εργασίας. Σημειώνει επίσης ότι η ζημιά στην παραγωγικότητα μπορεί να είναι άμεση αλλά και έμμεση μέσω των επιπτώσεων στην υγεία και σε άλλους τομείς της ζωής του εργαζόμενου και άρα πιο μακροχρόνια. Κι αυτό γιατί η μείωση της αξίας του προϊόντος με την αύξηση του χρόνου εργασίας δεν συμβαίνει άμεσα. Η κάθε πρόσθετη ώρα δεν έχει αρνητικό προϊόν, γιατί αλλιώς δε θα δουλευόταν. Έχει όμως επίπτωση στην παραγωγικότητα των επόμενων ημερών και αυτό οδηγεί τελικά στη μείωση του προϊόντος. Ωστόσο έτσι τίθεται το ερώτημα, πόσο καιρό μετά τη μεταβολή του χρόνου εργασίας εμφανίζεται αυτή η επίπτωση στην παραγωγικότητα. Όσο πιο μεγάλο είναι αυτό το χρονικό διάστημα, τόσο ο μεμονωμένος εργοδότης δε θα έχει συμφέρον να μειώσει αυτός το χρόνο εργασίας και να καρπωθούν πιθανόν άλλοι τα οφέλη. Γι’ αυτό τονίζει ότι χρειάζεται είτε συμφωνία μεταξύ των εργοδοτών ή παρέμβαση του κράτους.

Με τη λογική του Chapman (1909) που αναπτύχθηκε μόλις, συμφώνησε λίγο αργότερα και ο Robbins (1929), με σημαντική επιρροή στο συγκεκριμένο πεδίο. Δεν ισχύει πλέον η απλοϊκή εκτίμηση, σημειώνει, ότι όσο μεγαλώνει ο χρόνος εργασίας αυξάνεται και το προϊόν. Φυσικά στα πλαίσια της μίας ημέρας όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος εργασίας τόσο μεγαλώνει και το προϊόν. Επειδή όμως η εργασία είναι επαναλαμβανόμενη από μέρα σε μέρα, έχει αποδειχθεί από έρευνες το, όχι και τόσο απρόσμενο, συμπέρασμα ότι εάν ένας εργάτης δουλεύει πάνω από ένα όριο χρόνου, η πυκνότητα της δουλειάς του θα μειωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε το κέρδος στο προϊόν των παραπάνω ωρών θα εξουδετερωθεί από την μεγαλύτερη μείωση της ωριαίας παραγωγικότητας και έτσι ο εργάτης αυτός θα είχε παράγει περισσότερο μέσο προϊόν αν είχε δουλέψει λιγότερο. Αν και η λέξη που χρησιμοποιεί είναι μέσο προϊόν, η συνολική του θέση είναι ότι μετά από κάποιο σημείο θα μειωθεί και το συνολικό προϊόν. Και προσθέτει ότι, αν και το συμπέρασμα αυτό έχει αποδειχθεί για τη χειρονακτική εργασία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ισχύει και για τη διανοητική. Όπως και ο Chapman (και πιο πριν ο Μαρξ), έτσι και αυτός συνδέει την πτώση της παραγωγικότητας με την επίδραση στις επόμενες ημέρες εργασίας και όχι στην ίδια την ημέρα που αυξάνεται ο χρόνος εργασίας. Γι’ αυτό τονίζει ότι θα είναι διαφορετική η βέλτιστη διάρκεια του χρόνου εργασίας εάν ενδιαφερόμαστε να μεγιστοποιήσουμε το εβδομαδιαίο, μηνιαίο ή ετήσιο προϊόν. Σαν γενικό συμπέρασμα προκύπτει ότι υπάρχει μία ημέρα (ημερήσιος χρόνος εργασίας) μέγιστης παραγωγικότητας και όσο πιο κοντά πλησιάζει ο χρόνος εργασίας προς αυτή την ημέρα είτε από πάνω είτε από κάτω, τόσο θα μεγαλώνει το προϊόν. Και προσθέτει ότι αυτή η ημέρα μέγιστης παραγωγικότητας βέβαια διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και από βιομηχανία σε βιομηχανία.

Είναι φανερή η σχεδόν ταύτιση των απόψεων των Chapman και Robbins με αυτές του Μαρξ σχεδόν σε όλες τις πλευρές της σχέσης που περιγράφεται.

Όσον αφορά τα συμπεράσματα που εξήγαγαν από τη σχέση αυτή, ο Chapman, παραμένει στην λογική του από την προσφορά καθοριζόμενου χρόνου εργασίας, τονίζοντας όμως και την ανάγκη για θεσμική παρέμβαση, αφού ούτε οι εργοδότες (οι οποίοι δεν μπορούν να σκεφτούν μακροχρόνια, αφού δεν είναι σίγουροι ότι θα απασχολούν τους ίδιους εργάτες), ούτε οι εργάτες (οι οποίοι δεν υπολογίζουν την βλαβερή επίπτωση στην υγεία τους) είναι διορατικοί όσον αφορά τον υπολογισμό των επιπτώσεων από το χρόνο εργασίας.

Η ανάλυση του Robbins (1929) στρέφεται στις επιπτώσεις στο συνολικό εισόδημα ενός έθνους και στα εισοδήματα των διαφόρων κοινωνικών τάξεων από τη συνδυασμένη μεταβολή του χρόνου και της έντασης της εργασίας, με τέτοιο όμως τρόπο που δεν επιτρέπει εξαγωγή συμπερασμάτων για τις κινητήριες δυνάμεις που μπορεί να οδηγήσουν σε μεταβολή του χρόνου εργασίας.

Οι προβληματισμοί αυτοί για τη σχέση του χρόνου με την ένταση της εργασίας δεν ενσωματώθηκαν στη νεοκλασική συνάρτηση παραγωγής, η οποία αντιμετωπίζει την εργασία ενιαία και ανεξάρτητα από την εντατική της διάσταση. Η υπόθεση αυτή αμφισβητήθηκε από μία σειρά σύγχρονους οικονομολόγους, οι οποίοι επανέφεραν στην επιφάνεια τη συσχέτιση του χρόνου με την ένταση της εργασίας, αν και με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αναφέρθηκε προηγουμένως.

Η ημερήσια καμπύλη παραγωγικότητας της εργασίας

Αντίθετα με τις απόψεις που μόλις παρουσιάσθηκαν και περιγράφουν την επίπτωση του χρόνου εργασίας στην παραγωγικότητα της εργασίας κυρίως για τις επόμενες ημέρες και όχι τόσο την ίδια ημέρα κατά την οποία γίνεται η μεταβολή, ακολούθησε μία μεγάλη σειρά από άρθρα, με πρώτο του Barzel (1973), που περιορίζουν τη σύνδεση του χρόνου εργασίας με την παραγωγικότητα στη διάρκεια της μίας μόνο ημέρας. Η γενική συμφωνία είναι ότι η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει κατά τις πρώτες ώρες της εργασίας, φτάνει σε ένα μέγιστο και στη συνέχεια μειώνεται.

Ο Barzel (1973) υποθέτει ότι η παραγωγικότητα είναι μηδέν στην αρχή της εργασίας (μέχρι να εγκατασταθεί ο εργάτης) και μετά από δώδεκα ή δεκατέσσερεις ώρες γίνεται και πάλι μηδέν. Στο ενδιάμεσο μεταβάλλεται ομαλά φθάνοντας σε ένα μέγιστο. Η διαγραμματική παρουσίαση που παραθέτει είναι η εξής:

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2.1

Ημερήσια καμπύλη παραγωγικότητας της εργασίας

Η καμπύλη παραγωγικότητας που παρουσιάζει αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας μέσα στην ίδια ημέρα και δεν υπάρχει σχέση που να συνδέει την παραγωγικότητα της κάθε ημέρας με τις επόμενες. Με βάση αυτή τη μορφή της καμπύλης παραγωγικότητας είναι φανερό ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος εργασίας τόσο μεγαλώνει και το προϊόν, μέχρι να φθάσει σε ένα σημείο όπου γίνεται μέγιστο και δεν μπορεί να αυξηθεί περισσότερο. Δεν υπάρχει κάποιο σημείο στο χρόνο εργασίας πέραν του οποίου το προϊόν θα μειωνόταν κι αυτό γιατί με βάση την ημερήσια καμπύλη παραγωγικότητας αυτό θα σήμαινε ότι η παραγωγικότητα γίνεται αρνητική, υπόθεση που δικαιολογημένα κατά πολλούς δεν αποδέχεται ο Barzel (1973).

Στο πνεύμα του Barzel (1973) αναπτύχθηκε μια πλούσια βιβλιογραφία για την μορφή της ημερήσιας καμπύλης παραγωγικότητας και με στόχο την εισαγωγή της στη νεοκλασική συνάρτηση παραγωγής. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως ο Ehrenberg (1971) προτείνει την g(h), που είναι η ατομική συνεισφορά του κάθε εργάτη ή συνάρτηση αποτελεσματικότητας (effectiveness function). Γενικά υποτίθεται ότι g(0) = 0 και g´(h)>0. Η δεύτερη παράγωγος, g΄΄(h), είναι μεγαλύτερη του μηδενός μέχρι κάποιο σημείο, h0, που συνεπάγεται αύξηση του προϊόντος με αύξοντα ρυθμό, το οποίο ονομάζεται συνήθως «αποτέλεσμα προθέρμανσης» (warming up effect). Πάνω από αυτήν την τιμή η δεύτερη παράγωγος, g΄΄(h), γίνεται μικρότερη του μηδενός και αρχίζει η αύξηση με φθίνοντα ρυθμό του προϊόντος ως προς τον χρόνο εργασίας, το «αποτέλεσμα εξάντλησης» (exertion effect) (Hart (1987)).

Ανάλογη συνάρτηση αποτελεσματικών ωρών εργασίας χρησιμοποιούν και οι Booth & Ravallion (1993, σελ. 430) θεωρώντας ότι το προϊόν δίνεται από την εξής συνάρτηση:

, όπου f΄ >0 και f΄΄<0

όπου το φ(h) είναι ο δείκτης αποτελεσματικότητας. Οι Booth & Ravallion (1993) στηρίζουν αυτή τη μορφή της συνάρτησης παραγωγικότητας σε κάποια εμπειρικά δεδομένα και παλαιότερες μελέτες. Αναφέρονται στη Βρετανική εμπειρία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο όπου η αύξηση του χρόνου εργασίας για τις πολεμικές ανάγκες οδήγησε σε μείωση του προϊόντος (Ghiselli & Brown, (1955)). Αναφέρονται επίσης σε μια εκτεταμένη έρευνα την δεκαετία του ‘80 στην Αυστραλία που έδειξε ότι οι επιχειρήσεις περίμεναν ή είχαν αύξηση της παραγωγικότητας από μια μείωση του χρόνου εργασίας (Bureau of Industry Economics (1984)). Στηρίζονται επίσης στην επισήμανση των Ghiselli & Brown (1955)  ότι το ωριαίο προϊόν μειώνεται δραματικά προς το τέλος της εργάσιμης μέρας και προς το τέλος της εβδομάδας.

Η ανωτέρω μορφή της σχέσης του χρόνου με την ένταση της εργασίας περιορίζει τη συσχέτιση μόνο στα πλαίσια της μίας ημέρας. Χάνει επομένως το βασικό χαρακτηριστικό που περιέγραψαν οι παλαιότεροι οικονομολόγοι, σε σχέση με τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα της εργασίας και την επίδραση της κάθε ημέρας στην επόμενη. Η πιο σημαντική διαφορά που προκύπτει από τις δύο διαφορετικές τυποποιήσεις είναι ότι η ημερήσια καμπύλη δεν παρέχει τη δυνατότητα για μείωση του παραγόμενου προϊόντος εάν αυξηθεί ο χρόνος εργασίας, κάτι που ήταν βασική παραδοχή για την περιγραφή της σχέσης του χρόνου με την ένταση της εργασίας.

Αν και δεν ενσωματώνει βασικές πλευρές της σχέσης του χρόνου με την ένταση της εργασίας, η ημερήσια καμπύλη παραγωγικότητας είναι ικανή να αναταράξει το νεοκλασικό μοντέλο της αγοράς εργασίας. Η εισαγωγή της στη νεοκλασική συνάρτηση παραγωγής οδηγεί σε άρση της αδιαφορίας των επιχειρήσεων για το χρόνο εργασίας και σε δημιουργία δύο αγορών (αριθμού εργατών και χρόνου εργασίας)  τις οποίες καλείται να ισορροπήσει μία μόνο μεταβλητή, το χρονομίσθιο. Αυτό οδηγεί το σύστημα σε απροσδιοριστία. Σε αυτή την περίπτωση φαίνεται αναγκαία η απόδοση πρωταρχικού ρόλου στον καθορισμό του χρόνου εργασίας στις επιχειρήσεις (Contensou & Vranceanu (2000)).

Ωστόσο δεν είναι μόνο η αδυναμία της αγοράς να ρυθμίσει ταυτόχρονα και τα δύο αυτά μεγέθη, που κάνει αναγκαία την υιοθέτηση ενός σημαντικότερου ρόλου για την πλευρά της ζήτησης. Η σχέση της έντασης με το χρόνο εργασίας μπορεί να ενσωματωθεί εύκολα στις παραμέτρους που καθορίζουν τη ζήτηση εργασίας, είτε σε νεοκλασικό είτε σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, είναι όμως πολύ δύσκολο να ενσωματωθεί στις προτιμήσεις των εργαζομένων, αφού ο εργάτης ενδιαφέρεται για το χρόνο σχόλης και την αμοιβή του και όχι για την παραγωγικότητά του και επομένως η δική του βελτιστοποίηση πραγματοποιείται χωρίς να υπολογίσει αυτό τον παράγοντα. Ίσως αυτός είναι και ο πιο σημαντικός λόγος για τον οποίο οι υποστηρικτές του βαρύνοντος ρόλου της προσφοράς στον καθορισμό του χρόνου εργασίας αποφεύγουν την απόδοση ιδιαίτερης σημασίας στη συσχέτιση του χρόνου με την ένταση της εργασίας.

5. Σύγχρονες προσεγγίσεις

Στην πιο σύγχρονη βιβλιογραφία υπάρχουν αρκετές αναφορές που επιβεβαιώνουν την αποδοχή της αντίστροφης σχέσης που είχε περιγραφεί και παλαιότερα, εμπλουτίζοντάς την με κάποια, όχι πάντα εκτεταμένα και σύγχρονα, στατιστικά στοιχεία και πειραματικά δεδομένα.

Έρευνες που έγιναν στην Βρετανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξαν ότι η αύξηση της παραγωγής μετά από μια αύξηση του χρόνου εργασίας ήταν εφήμερη και το προϊόν επέστρεφε σε ένα επίπεδο ισορροπίας. Όπως τονίζει ο White (1987), μία μεγαλύτερη διάρκεια της εργασίας τείνει να οδηγεί σε μακροχρόνια χαμηλότερα επίπεδα προϊόντος. Οι Bourdieu & Reynaud (2000) αναφέρονται στις αρνητικές επιπτώσεις του μεγάλου χρόνου εργασίας στην Γαλλία το 19ου αιώνα. Η φυσική εξάντληση, οι επαγγελματικές ασθένειες και τα βιομηχανικά ατυχήματα ήταν πολύ συχνά. Οι εργάτες ήταν «φθαρμένοι» σε τέτοιο σημείο ώστε να επηρεάζονται αρνητικά και οι επόμενες γενιές. Η εξάντληση των εργατών είχε ένα βραχυχρόνιο αποτέλεσμα, την άμεση εξάντλησή τους και ένα μακροπρόθεσμο, την γενική υποβάθμιση της υγείας τους. Σε αυτό το σημείο η άποψή τους ταυτίζεται τόσο με αυτήν του Μαρξ όσο και του Chapman, που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Οι Bourdieu & Reynaud (2000) προσθέτουν έναν ακόμη λόγο για τον μακρύ χρόνο εργασίας. Για να εξασφαλίσουν οι εργοδότες ότι οι εργάτες τους δε θα μπορούν να κάνουν και δεύτερη δουλειά, ή να επιδοθούν σε ευρύτερες κοινωνικές δραστηριότητες.

Η αρνητική επίπτωση στην υγεία από τον μεγάλο χρόνο εργασίας δεν ίσχυε μόνο για τις παλιές εποχές του δωδεκάωρου και του δεκαεξάωρου. Αν και είναι διαδεδομένη αυτή η άποψη, ότι οι αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και την παραγωγικότητα ισχύουν για χρόνους εργασίας πολύ μεγαλύτερους από αυτούς που συναντάμε σήμερα, ο Philp (2001) ισχυρίζεται ότι η ρήση του Μαρξ ότι οι εργάτες καταναλώνονται αλόγιστα είναι ακόμη εν ισχύ. Οι Buell & Breslow (1960) βρήκαν ότι οι άνδρες που δουλεύουν πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα είχαν διπλάσια περιστατικά στεφανιαίας νόσου σε σύγκριση με αυτούς που δουλεύουν λιγότερο. Οι Barton & Folkard (1993) επίσης βρήκαν ότι οι εργάτες που δουλεύουν με βάρδιες πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα έχουν σε μεγαλύτερο βαθμό φυσικά η διανοητικά προβλήματα από τους υπόλοιπους συναδέλφους τους. Ανάλογες μελέτες υπάρχουν και για την Ιαπωνία, όπου η λέξη karoshi περιγράφει τον θάνατο από υπερεργασία. Η έρευνα των Sparks et al. (1997) παρέχει περισσότερα ακόμη στοιχεία για τη συσχέτιση που υπάρχει μεταξύ μεγάλου χρόνου εργασίας και κακής υγείας. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι εργάτες δουλεύουν λιγότερες ώρες από ότι παλαιότερα, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι κάποιοι εργάτες, που δουλεύουν μέσα στο σύγχρονο φάσμα του χρόνου εργασίας, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας εξ’ αιτίας της δουλειάς τους.

Ο Bosch (2000) παρατηρεί ότι όταν οι επιχειρήσεις έχουν επενδύσει σε εκπαίδευση του προσωπικού, εξαντλούν περισσότερο τους εργάτες της σκέψης, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να δουλέψουν για όλη τους τη ζωή αλλά ίσως για δέκα – είκοσι χρόνια. Επίσης ότι όταν οι διανοητικά εργαζόμενοι δουλεύουν για υπερβολικά μεγάλες περιόδους, παύουν να δουλεύουν αποτελεσματικά. Τη σημασία των αντικειμενικών συνθηκών τονίζει και ο Blyton (1993). Αφού παρατηρεί ότι υπάρχει μία περιοδικότητα κατά την οποία η συζήτηση για το χρόνο εργασίας έρχεται στην επικαιρότητα, σημειώνει ότι οι απόψεις για αυτή την περιοδικότητα διαφέρουν. Πολλοί αναλυτές την αποδίδουν στην εισαγωγή πιο εντατικών συστημάτων παραγωγής που κάνουν αναγκαίες μεγαλύτερες περιόδους ξεκούρασης για την εργατική δύναμη. Ταυτόχρονα όμως τονίζει και την αντίστροφη φορά που μπορεί να πάρει η αιτιότητα. Οι περισσότεροι εργοδότες για να αντισταθμίσουν το κόστος της μείωσης του χρόνου εργασίας την εντατικοποίησαν μειώνοντας ή αφαιρώντας τα διαλείμματα κατά την εργασία. Και προσθέτει ότι, παραδόξως, η απαίτηση των εργοδοτών για ελαστικότητα δεν βρήκε εφαρμογή από τους ίδιους, όπως οι στατιστικές φανερώνουν. Μία πιθανή εξήγηση για την υποτίμηση αυτού του παράγοντα από τη διεύθυνση είναι ότι η αύξηση της παραγωγικότητας είναι πιο άμεση μέσω της εντατικοποίησης παρά μέσω της ελαστικοποίησης (Blyton (1993, σ.533)).

Οι Cette & Taddei (1993) συμφωνούν ότι η μείωση του χρόνου εργασίας έχει επίδραση στο μοναδιαίο κόστος της παραγωγής επειδή επιδρά στην παραγωγικότητα, τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργασίας με την νεοκλασική ορολογία. Η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει για δυο λόγους προσθέτουν. Ο πρώτος είναι ότι κάθε μείωση του χρόνου εργασίας συνοδεύεται και από μείωση στο χρόνο των διαλειμμάτων, δηλαδή της διακοπής της παραγωγικής διαδικασίας. Ο δεύτερος είναι ότι η μείωση του χρόνου εργασίας οδηγεί πολλές φορές σε εντατικοποίηση του ρυθμού παραγωγής, δηλαδή της εργασίας. Αυτοί οι δύο παράγοντες μαζί, όπως οι Cette & Taddei (1993, σ.562) ισχυρίζονται αντιστοιχούν στο 50% περίπου της συνολικής μείωσης του χρόνου εργασίας, υπολογισμένο μακροοικονομικά και αρκετά προσεγγιστικά.

Στα πλαίσια της ανίχνευσης της υλικής διάστασης της σχέσης του χρόνου με την ένταση της εργασίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν πειράματα εργομετρικού χαρακτήρα, τα οποία επιχειρούν ακολουθώντας μία πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα μεθοδολογία να περιγράψουν τη συσχέτιση. Ο Bonjer (1968) είναι από τους πρώτους που παρατηρεί την ύπαρξη μιας ημιλογαριθμικής σχέσης μεταξύ της διατηρήσιμης σωματικής προσπάθειας και της διάρκειας αυτής της προσπάθειας[3].

Στη σύγχρονη βιβλιογραφία δεν λείπουν και οι προσπάθειες ανίχνευσης των υποκειμενικών στοιχείων που συνθέτουν τη σχέση του χρόνου με την ένταση της εργασίας. Κάποιοι συγγραφείς τονίζουν τη δυσκολία του ελέγχου της έντασης της εργασίας και έτσι δίνουν μια διαφορετική συσχέτιση του χρόνου εργασίας με την εντατικότητα. Σύμφωνα με μία σχολή οικονομικής και κοινωνιολογικής σκέψης, ο καθοριστικός παράγοντας της προσπάθειας των εργατών είναι η νόρμα της ομάδας εργασίας, όπως αναφέρει ο Akerlof (1982). Η ομάδα εργασίας σαν σύνολο καθορίζει το προϊόν του κάθε εργάτη σε σχέση με ένα πρότυπο ακριβώς προσδιορισμένο και ο καθορισμός αυτός αντανακλά την άποψη της ομάδας για τη δίκαια ημέρα εργασίας. Σπάνια το πρότυπο της ομάδας συμφωνούσε με αυτό των μηχανικών. Έτσι, πέρα από κάποιες τυπικές κατώτερες υποχρεώσεις, η εργατική προσπάθεια καθορίζεται ελεύθερα από τους εργάτες. Η νόρμα για την «κανονική προσπάθεια» είναι σαν τη διαδικασία της ανταλλαγής δώρων τα Χριστούγεννα. Είναι μια σχέση ανταλλαγής: αν κάποιος δεν ανταποκριθεί, τότε και ο άλλος θα πράξει ανάλογα (Akerlof (1982, σ.549-50)).

Το ίδιο πλαίσιο μιας κατά βάση υποκειμενικής προσέγγισης βρίσκουμε στην Golden (1996). Θέτει και αυτή το ζήτημα της συλλογικά καθοριζόμενης νόρμας στο χώρο εργασίας από τους εργάτες. Η νόρμα αυτή έχει σχέση με την εντατικότητα. Όταν ο χρόνος εργασίας μεγαλώνει, η νόρμα μειώνεται με στόχο τη δίκαια δουλειά, δηλαδή την αυτοσυντήρηση του εργάτη. Αυτό στηρίζεται στην ψυχολογία της σύγκρισης με ομοειδείς ομάδες και καθορίζει πότε κάποιος είναι ευχαριστημένος. Έτσι, εάν ο χρόνος εργασίας σε μια δουλειά αυξηθεί, μπορεί να μειωθεί η απόδοση γιατί οι εργάτες θα νοιώθουν αδικημένοι. Αν και στηρίζεται κυρίως στον υποκειμενικό παράγοντα, υπάρχει σαφώς μια σχέση της καθοριζόμενης νόρμας με το συνδυασμό της έντασης με το χρόνο εργασίας και την αντικειμενική φθορά που προξενεί στον εργάτη.

Μία προσέγγιση που συνδυάζει το αντικειμενικό με το υποκειμενικό στοιχείο είναι και αυτή του Lajeunesse (1999). Η μείωση του χρόνου εργασίας παρέχει στον εργάτη τη δυνατότητα να βελτιώσει τον παραγωγικό εαυτό του. Από την άλλη, όπως ακριβώς και στη θεωρία του «αποτελεσματικού μισθού» ισχύει το επιχείρημα του φόβου του εργάτη να πιαστεί να αποφεύγει την εκτέλεση των καθηκόντων του (λουφάρει). Αν αυτό συμβεί σε μία δουλειά με λιγότερο χρόνο εργασίας θα έχει περισσότερα να χάσει και αυτός είναι ένας καλός λόγος για να εντείνει την προσπάθειά του κατά τη διάρκεια της εργασίας.

Σαν σύνοψη των σύγχρονων απόψεων γύρω από την σχέση του χρόνου με την ένταση της εργασίας μπορεί να υποστηριχθεί ότι κατ’ αρχήν επιβεβαιώνονται οι κλασικές απόψεις που αναπτύχθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια. Επιβεβαιώνεται συγκεκριμένα η αρνητική συσχέτιση του χρόνου με την ένταση της εργασίας που οφείλεται στην κόπωση του εργαζόμενου από την εργασία, δηλαδή η αντικειμενική πλευρά αυτής της σχέσης και μάλιστα ανιχνεύονται και η βραχυχρόνια και η μακροχρόνια διαδικασία που την καθορίζει. Τεκμηριώνεται επίσης η άποψη ότι η αντίστροφη αυτή σχέση λειτουργεί και στους χρόνους εργασίας που ισχύουν σήμερα και επομένως είναι εφαρμόσιμη στα σημερινά δεδομένα της εργασίας. Αυτό το επιχείρημα ενισχύεται από μία σχετικά νέα μεθοδολογική προσέγγιση, η οποία προσπαθεί να προσδιορίσει ποσοτικά τη σχέση του χρόνου με την ένταση της εργασίας με τη βοήθεια εργομετρικών πειραμάτων σε συνθήκες εργαστηρίου. Με βάση την προσέγγιση αυτή αποδεικνύεται ότι υπάρχει η δυνατότητα η αύξηση του χρόνου εργασίας να οδηγήσει σε μείωση του παραγόμενου προϊόντος, ενισχύοντας έτσι, την κλασσική προσέγγιση σε αντίθεση με την πιο σύγχρονη ημερήσια καμπύλη παραγωγικότητας.

Τέλος, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και στα υποκειμενικά στοιχεία αυτής της σχέσης, συνδυάζοντας τη δυνατότητα των εργατών να ρυθμίζουν σιωπηλά την ένταση της εργασίας τους με την έννοια της κοινωνικά καθορισμένης έντασης. Μάλιστα κάποιοι συνδέουν την αντικειμενική με την υποκειμενική διάσταση της σχέσης του χρόνου με την ένταση της εργασίας, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη επηρεάζει τη δεύτερη.

6. Συμπεράσματα

Η εξέλιξη της σκέψης των οικονομολόγων σχετικά με τη συσχέτιση του χρόνου με την ένταση της εργασίας μπορεί να υποστηριχθεί ότι έχει αντιφατικά χαρακτηριστικά. Όσον αφορά αυτή καθεαυτή τη  σχέση, η αρχική προσέγγιση του Σμιθ και η αναλυτική αντιμετώπισή της από τον Μαρξ δεν εμπλουτίσθηκε ιδιαίτερα τα χρόνια που ακολούθησαν. Είναι αξιοσημείωτη πάντως η συμφωνία μεταξύ οικονομολόγων από διαφορετικά θεωρητικά ρεύματα γύρω από την περιγραφή της. Παρά ταύτα, η σύγχρονη αντιμετώπιση της σχέσης αυτής είναι αρκετά προβληματική, αφού περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της στο ημερήσιο επίπεδο και χάνει με αυτό τον τρόπο κάποια βασικά στοιχεία που συνθέτουν την αλληλεπίδραση του χρόνου με την ένταση της εργασίας, με πιο βασικό τη δυνατότητα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, η αύξηση του χρόνου εργασίας να οδηγήσει σε μείωση του παραγόμενου προϊόντος και το αντίστροφο. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται μία πειραματική μεθοδολογία για την προσέγγιση της συσχέτισης που εξετάζουμε, η οποία επιβεβαιώνει τις θέσεις των κλασσικών οικονομολόγων σε αντίθεση με αυτές των πιο σύγχρονων, αφού προβλέπει ότι μπορεί να υπάρξει κίνηση σε αντίστροφη κατεύθυνση των μεγεθών χρόνος εργασίας και παραγόμενο προϊόν.

Όσον αφορά την εφαρμογή και τις επιπτώσεις από την υιοθέτηση της σχέσης αυτής, η βιβλιογραφία είναι αρκετά περιορισμένη. Η υιοθέτηση έστω της ημερήσιας καμπύλης στα πλαίσια του νεοκλασικού μοντέλου οδηγεί στην ανάγκη υιοθέτησης ενός πιο σημαντικού ρόλου της ζήτησης για τον καθορισμό του χρόνου εργασίας. Ίσως γι’ αυτό το λόγο οι υποστηρικτές του ρόλου της προσφοράς δεν έδωσαν ποτέ ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη αλληλεπίδραση. Για το Μαρξιστικό υπόδειγμα ο ρόλος της ζήτησης ήταν ούτως ή άλλως καθοριστικός για τον προσδιορισμό του χρόνου εργασίας. όμως ούτε και στο Μαρξιστικό ρεύμα υπήρξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των θεωρητικών επιπτώσεων που προκύπτουν από τη σχέση αυτή, αν και είναι πολύ σημαντικές, αφού οδηγούν στον καθορισμό μίας αντικειμενικής – υλικής βάσης για τον καθορισμό του χρόνου εργασίας.

Η συζήτηση και η αντιπαράθεση για το χρόνο εργασίας εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο της  κοινωνικής διαμάχης. Η μελέτη, ο συγκεκριμένος προσδιορισμός και η εξέταση των οικονομικών επιπτώσεων από τη σχέση μεταξύ του χρόνου, της έντασης της εργασίας και του παραγόμενου προϊόντος είναι μία σημαντική συμβολή στις εξελίξεις αυτές και η ιστορική μελέτη των απόψεων γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί να φωτίσει τους σύγχρονους δρόμους.

Βιβλιογραφία

Akerlof, G. (1982), “Labour Contracts as a Partial Gift Exchange”, Quarterly Journal of Economics vol.97.

Barton, J. & Folkard, S. (1993), “Advancing  Versus Delaying Shift Systems”, Ergonomics vol.36.

Barzel, Y. (1973), “The Determination of Daily Hours and Wages”, The Quarterly Journal of Economics vol. LXXXVII, no.2.

Bienefeld, M. (1972), Working Hours in British Industry: an economic history, London Schoοl of Economics and Political Science, London.

Birk, B., Bonjer, F., Von der Sluys H. (1961), „Het physiek arbeidsvermogen van de mens“, Tijdschrift voor efficientie en documenatie vol.31.

Blyton, P. (1993), “Recent Working Time Developments in the UK.: Insights from the Engineering Industry”, Futures vol.25, no.5.

Bonjer, F.H. (1968), “Relationship Between Working Time, Physical Working Capacity and Allowable Caloric Expenditure”, In W. Rohmert (ed.): Muskelarbeit und Muskeltraining, Stuttgart: Gentner Verlag.

Booth, A. & Ravallion, M. (1993), “Employment and Length of the Working Week in a Unionized Economy in which Hours of Work Influence Productivity”, The Economic Record,  pp. 428-436.

Bosch, G. (2000), “Working Time Reductions, Employment Consequences and Lessons from Europe: Defusing a Quasi-religious Controversy”, In Lonnie Golden and Deborah Figart (eds): Working Time: International Trends, Theory and Policy Perspectives,  Routledge: London and New York.

Bourdieu, J. & Reynaud, B. (2000), “Externalities and Institutions: The Decrease in Working Hours in Nineteenth Century France”, Document de Travail LEA.

Buell, P. & Breslow, L. (1960), “Mortality from Coronary Heart Disease in California Men Who Work Long Hours”, Journal of Chronic Diseases vol.11.

Bureau of Industry Economics (1984), “Reducing Standard Hours of Work: Analysis of Australia’s Recent Experience”, Research Report no.15, AGPS, Canberra.

Cette, G. & Taddei, D. (1993), “The Economic Effects of Reducing and Reorganizing Working Time”, Futures vol.25, no.5.

Chapman, S.J. (1909), “Hours of Labour”, Economic Journal vol.19, no.75.

Contensou, F. & Vranceanu, R. (2000), Working Time: Theory and Policy Implications, Cheltenham, UK ; Northampton, MA, USA : E. Elgar Pub.

Ehrenberg, R. (1971), “Heterogeneous Labor, the Internal Labor Market and the Dynamics of the Employment-Hours Decision”, Journal of Economic Theory vol.3.

Ghiselli, E. & Brown,    C. (1955), Personel and Industrial Psychology, McGraw-Hill, 2nd edition.

Golden, L. (1996), “The Economics of Working Time Length, Adjustment and Flexibility”, Review of Social Economy vol.54, no.1.

Hart, R (1987), Working Time and Employment, London: Allen and Unwin.

Hicks, J.R. (1932), The Theory of Wages, London: Macmillan.

Hsin, C.W. & Mao, J.W. (2002), “Relationship Between Maximum Acceptable Work Time and Physical Workload”, Ergonomics vol.45, no.4.

Ιωαννίδης, Α. (2005), Ο Χρόνος Εργασίας στην Οικονομική Ανάλυση. Οικονομική σημασία, τρόπος καθορισμού και σύγχρονες τάσεις στην εξέλιξή του, Διδακτορική Διατριβή.

Lajeunesse, R. (1999), “Toward an Efficiency Week”, Challenge, Jan-Feb 1999.

Μαρξ, Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Nyland, C. (1986), “Capitalism and the History of Worktime Thought”, The British Journal of Sociology vol.37, no.4.

Philp, B. (2001), “Marxism, Neoclassical Economics and the Length of the Working Day”, Review of Political Economy vol.13, no.1.

Pigou, A.C. (1920), The Economics of Welfare, London: Macmillan.

Robbins, L. (1929), “The Economic Effects of Variations of Hours of Labour”, The Economic Journal vol.39.

Rodgers, S., Kenworth,  D. & Eggleton, E. (1986), Ergonomic Design for People at Work, vol. 2, New York: Van Nostrand Reinhold.

Smith, A. (1966), The Wealth of Nations, London: Everymans Library.

Sparks, K., Cooper, C., Fried Y. & Shirom, A. (1997), “The Effect of Hours of Work on Health: A Meta-analytic Review”, Journal of Occupational and Organizational Psychology vol.70.


[1] Στη συσχέτιση των δύο αυτών μεγεθών αναφέρθηκε ο Bienefeld (1972), που παρατήρησε ότι η μείωση του χρόνου εργασίας προηγούταν και δεν ακολουθούσε χρονικά την αύξηση της παραγωγικότητας στην Βρετανική οικονομική ιστορία. Ωστόσο ήταν πολύ προσεκτικός στην απόδοση αιτιακής σχέσης ανάμεσα στα δυο μεγέθη.

[2] Βλέπε Ιωαννίδης (2005).

[3] Περισσότερα για την ποσοτική προσέγγιση της σχέσης χρόνου – έντασης υπάρχουν στους Birk, Bonjer & Von der Sluys (1961)  και Bonjer (1968) και πιο σύγχρονα στους Rodgers et al (1986) και Hsin & Mao (2002).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s