Χρηματοπιστωτική κρίση ή συνολική οικονομική κρίση;

Χρηματοπιστωτική κρίση ή συνολική οικονομική κρίση;

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ  7-10-2007

Από τα μέσα Αυγούστου το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι σε κατάσταση αναταραχής. Η θρυαλλίδα που την πυροδότησε ήταν η ξαφνική ανακάλυψη ότι έχουν αυξηθεί σημαντικά τα προβλήματα πληρωμής των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης στις ΗΠΑ. Τα δάνεια αυτά – τα λεγόμενα και δάνεια των φτωχών – τα παίρνουν άτομα με μικρό εισόδημα έχοντας προκαταβάλει πολύ μικρό ποσοστό της αξίας του ακινήτου που αγόρασαν (5% ή και λιγότερο). Τα δάνεια αυτά δίνονται με εγγύηση την αξία του ίδιου του ακινήτου και επίσης με υψηλότερα (και συνήθως κυμαινόμενα) επιτόκια λόγω χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας των δανειζομένων.

Μέχρι πρόσφατα τα φτωχότερα στρώματα στις ΗΠΑ μπορούσαν να χρηματοδοτούν την αποπληρωμή τέτοιων ακριβώς στεγαστικών δανείων για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί μέσω της αύξησης των ωρών εργασίας τους (οι ΗΠΑ είναι πρωταγωνιστής στην κούρσα αυτή τα τελευταία χρόνια), μπορούσαν να συμπληρώνουν το εισόδημά τους με επιπλέον εργασία. Φυσικά, για το κεφάλαιο αυτό είναι προσοδοφόρο καθώς οι επιπλέον ώρες εργασίας σε συνδυασμό με τη γενικότερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (που υπήρχε μέχρι πρόσφατα στην αμερικανική οικονομία και που όμως πρόσφατα δείχνει σημεία κάμψης) συμβάλλουν στην αύξηση της απλήρωτης σε σχέση με την πληρωμένη εργασία και συνεπώς δημιουργούν επιπλέον υπεραξία. Δεύτερον, μέχρι πρόσφατα οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν με αποτέλεσμα η εξυπηρέτηση των δανείων αυτών να γίνεται πιο εύκολη (καθώς έτσι λαμβάνονταν νέα δάνεια με καλύτερους όρους) και ακόμη και πολλοί να τα πωλούν και να αντλούν ποσά μεγαλύτερα από τα δάνεια τα οποία καταβάλλουν. Βέβαια, ακόμη και στην περίπτωση αυτή οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που τους είχαν δανείσει δε χάνουν καθώς τα δάνεια αυτά αποφέρουν πολύ υψηλούς τόκους και προμήθειες.

Το πρόβλημα στην αμερικανική αγορά αρχίζει να εμφανίζεται επίσης για δύο λόγους. Συνήθως οι επίσημοι αναλυτές εστιάζουν μόνο στον πρώτο, δηλαδή στην αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων από την FED όλο το προηγούμενο διάστημα που κάνει την αποπληρωμή των δανείων αυτών πιο δύσκολη. Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος που αφορά αυτό που στα αστικά Οικονομικά ονομάζεται «πραγματική οικονομία» ή για τον μαρξισμό αποτελεί το παραγωγικό κεφάλαιο. Φαίνεται ότι μετά από μία μακρά περίοδο καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που αύξησαν το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας δραματικά (με τη γρηγορότερη αύξηση του απλήρωτου σε σχέση με τον πληρωμένο χρόνο εργασίας), παρουσιάζονται σημεία κόπωσης. Είναι γεγονός ότι υπό δεδομένες κοινωνικές και τεχνολογικές συνθήκες, υπάρχουν σαφή όρια στο πόσο μπορεί να αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας χωρίς να διακινδυνεύει η ίδια η αναπαραγωγή της και εν τέλει η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Μάλιστα, αρκετοί Αμερικανοί μαρξιστές οικονομολόγοι, σε διάφορες πρόσφατες εμπειρικές μελέτες, υποστηρίζουν ότι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ξαναρχίζει να ενισχύεται σε σχέση με τις αντίρροπες δυνάμεις της που κινητοποιήθηκαν από τις αναδιαρθρώσεις. Αυτό σε συνδυασμό με τα υψηλότερα επιτόκια – που ενώ ωφελούν το χρηματικό κεφάλαιο κάνουν πιο ακριβό το κόστος των επενδύσεων του παραγωγικού κεφαλαίου, το οποίο όμως δημιουργεί την υπεραξία και που μέρος της αναδιανέμεται στο χρηματικό κεφάλαιο – ενίσχυσαν τις τάσεις ύφεσης στην αμερικανική οικονομία με αποτέλεσμα τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της φετινής χρονιάς. Δηλαδή, το πρόβλημα στην κτηματαγορά προκύπτει γιατί συνολικά ο αμερικανικός καπιταλισμός ασθμαίνει και επομένως η εργατική τάξη και τα λαϊκά και μεσαία στρώματα δεν έχουν επαρκή εισοδήματα. Αυτό με τη σειρά του μείωσε τη ζήτηση για κατοικίες με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών τους, πράγμα που δυσκόλεψε τη φθηνή αναχρηματοδότηση των στεγαστικών δανείων.

Μέχρι εδώ τα πράγματα θα ήταν σχετικά απλά. Αλλωστε, κρίσεις σε κτηματαγορές έχουν υπάρξει ξανά και δεν επεκτάθηκαν στην υπόλοιπη οικονομία. Ομως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι έτσι. Στην τρέχουσα περίοδο η αμερικανική οικονομία βασίζεται ιδιαίτερα στην κατανάλωση (που βασικό της τμήμα είναι οι δαπάνες των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων). Οι στεγαστικές δαπάνες αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικότατο μερίδιο της κατανάλωσης. Συγχρόνως, η αμερικανική οικονομία αποτελεί σήμερα την ατμομηχανή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας καθώς οι εξαγωγές της Ευρώπης και της Απω Ανατολής απορροφούνται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ και χρηματοδοτούνται μέσω του φθηνού δανεισμού των ΗΠΑ κυρίως από τις χώρες της Απω Ανατολής (δηλαδή, με την αγορά αμερικανικών χρεογράφων ιδιαίτερα από τις κεντρικές τράπεζες των χωρών αυτών). Στο βαθμό που η αμερικανική κατανάλωση παρουσιάσει σημεία κάμψης, τότε θα παρουσιάσουν προβλήματα οι ευρωπαϊκές και απω-ανατολικές εξαγωγές και στη συνέχεια θα υπάρξουν ενδεχομένως προβλήματα και στη φθηνή δανειοδότηση των ΗΠΑ από τις χώρες της Απω Ανατολής. Σε μία τέτοια περίπτωση όλη η σημερινή παγκόσμια αρχιτεκτονική του καπιταλιστικού συστήματος θα κινδυνεύσει σοβαρά.

Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο επισφαλής και περίπλοκη από τη βαρύτητα που έχει αποκτήσει σήμερα το χρηματικό κεφάλαιο. Είναι σαφές ότι η κρίση στην αμερικανική κτηματαγορά έχει γίνει κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτό έγινε όχι μόνο γιατί κινδυνεύουν οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που έχουν δώσει τέτοια επισφαλή στεγαστικά δάνεια, τα οποία σημειωτέον είναι περίπου το 14% των στεγαστικών δανείων, αλλά γιατί με βάση αυτά τα δάνεια – και όχι μόνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει ανοίξει πολλαπλασιαστικά μία σειρά από άλλες δραστηριότητες κερδοφορίας που τώρα με τη σειρά τους κινδυνεύουν. Πρόκειται δηλαδή για μία κατάσταση ντόμινο. Οι τράπεζες που εκδίδουν τα στεγαστικά δάνεια στη συνέχεια τα κάνουν ομόλογα και τα πωλούν σε κερδοσκοπικά κεφάλαια (και ιδιαίτερα τα λεγόμενα ταμεία αντιστάθμισης κινδύνου, τα γνωστά hedge funds). Τα δεύτερα τα αγοράζουν προσδοκώντας – μέσα από τους τίτλους αυτούς και τις αγοραπωλησίες τους ακόμη μεγαλύτερες αποδόσεις από τις αρχικές των στεγαστικών δανείων. Από την άλλη οι τράπεζες, με την πώληση των τίτλων αυτών αντλούν ρευστό με το οποίο εκδίδουν ακόμη περισσότερα στεγαστικά δάνεια. Με αυτό το γαϊτανάκι το χρηματικό κεφάλαιο κυνηγά ακόμη μεγαλύτερες αποδόσεις που όμως πιέζουν και τα λαϊκά εισοδήματα αλλά και το μερίδιο της υπεραξίας που καρπώνεται το παραγωγικό κεφάλαιο.

Από τη στιγμή όμως που παρουσιάστηκαν προβλήματα στα στεγαστικά δάνεια μειωμένης εξασφάλισης μία σειρά από τράπεζες έπαψαν να ρευστοποιούν τους τίτλους που είχαν πουλήσει στα κερδοσκοπικά κεφάλαια. Επιπλέον, προέκυψαν ανησυχίες και για την οικονομική κατάσταση όχι μόνο των κερδοσκοπικών οργανισμών αλλά και αρκετών τραπεζών (με πρόσφατη περίπτωση αυτή της αγγλικής Barclays). Αυτό είχε αποτέλεσμα οι τράπεζες να μη δανείζουν ούτε η μία την άλλη – όπως γίνεται όταν αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας – γεγονός που επιδείνωσε τα πράγματα. Ταυτόχρονα, έχουν επηρεαστεί σοβαρά οι διεθνείς κεφαλαιαγορές για δύο λόγους. Πρώτον, οι περισσότερες τράπεζες είναι εισηγμένες σε αυτές και μάλιστα με σημαντική βαρύτητα. Εάν όμως μία τράπεζα αντιμετωπίσει προβλήματα τότε ενδεχομένως κινδυνεύουν και μία σειρά από επιχειρήσεις (πολλές εκ των οποίων είναι επίσης εισηγμένες στα χρηματιστήρια) που αυτή έχει δανειοδοτήσει, ακόμη και εάν από μόνες τους δεν είχαν προβλήματα. Δεύτερον, το τελευταίο χρονικό διάστημα είχε υπάρξει μία άνοδος των χρηματιστηρίων λόγω ενός κύματος εξαγορών επιχειρήσεων τις οποίες πραγματοποιούσαν κερδοσκοπικοί οργανισμοί (και ιδιαίτερα τα hedge funds). Η χρηματοδότηση των τελευταίων είναι ανάλογη με αυτή των επισφαλών στεγαστικών δανείων, δηλαδή οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί δανείζονται από τις τράπεζες για να κάνουν εξαγορές και οι τράπεζες τιτλοποιούν και πωλούν τα δάνεια για να αντλήσουν ρευστό και να κάνουν επιπλέον δάνεια. Καθώς αυξάνεται η ανησυχία για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας το κύμα εξαγορών αναστέλλεται και οι τράπεζες γίνονται πιο επιφυλακτικές στις χρηματοδοτήσεις τους ενώ οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί, που αυτοτροφοδοτούνταν μέσω των εξαγορών, αντιμετωπίζουν ένα επιπλέον πρόβλημα εκτός των επισφαλών στεγαστικών δανείων. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα είναι η αναταραχή και η νευρικότητα στα χρηματιστήρια.

Στο σημείο αυτό παρενέβησαν οι κεντρικές τράπεζες – ακριβώς στο ρόλο του κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή – μειώνοντας τα επιτόκια δανεισμού των τραπεζών που βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Είναι οξύμωρο το πώς όλοι αυτοί οι διαπρύσιοι κήρυκες της τέλειας και απρόσκοπτης λειτουργίας της αγοράς, μόλις η τελευταία διαψευστεί, επιδίδονται σε ανερυθρίαστες «κρατικιστικές» παρεμβάσεις. Ο κύριος λόγος ανησυχίας (παρά τις δημόσιες διαψεύσεις με πρόσφατες αυτές της FED) είναι μήπως η κρίση περάσει στην «πραγματική οικονομία» ή για τον μαρξισμό στο παραγωγικό κεφάλαιο. Δηλαδή, μήπως η χρηματοπιστωτική κρίση καταλήξει σε συνολική οικονομική κρίση. Η πιθανότητα αυτή είναι όντως υπαρκτή γιατί όπως δείχνει η μαρξιστική Πολιτική Οικονομία και αδυνατεί να δει η παρωπιδική οπτική των αστικών Οικονομικών – η κρίση έχει ήδη ξεκινήσει από το παραγωγικό κεφάλαιο καθώς η δυνατότητά του να αντλεί διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό και μάζα υπεραξίας παρουσιάζει κόπωση. Συνεπώς η δυνατότητά του να μοιράζεται το ποσοστό και τη μάζα της υπεραξίας με τις ολοένα και αυξανόμενες απαιτήσεις του χρηματικού κεφαλαίου έχει μειωθεί με αποτέλεσμα το δεύτερο να είναι σε επισφαλή θέση. Αυτό όμως βάζει σε επιπλέον κίνδυνο το παραγωγικό κεφάλαιο γιατί κάνει ακόμη πιο δύσκολη την αναγκαία χρηματοδότησή του. Ολα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα μπαίνει σε μία περίοδο προβλημάτων με μη εύκολα προβλέψιμες συνέπειες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s