Monthly Archives: Δεκέμβριος 2010

3 σενάρια του Lex στους FT για το 2011

Τα τρία σενάρια του 2011 για οικονομία και αγορές

By Lex
Δημοσιεύθηκε: FINANCIAL TIMES 31/12/10
http://www.euro2day.gr/ftcom_gr/194/articles/620497/ArticleFTgr.aspx

Οι προβλέψεις που διατυπώνονται στα τέλη του έτους δίνουν συχνά την παραπλανητική εντύπωση της ακρίβειας. Οι αναλυτές βάζουν στα μοντέλα τους τα καθιερωμένα στοιχεία και εξάγουν μία πρόβλεψη για τους δείκτες σε βάθος 12μήνου. Δεν περιλαμβάνουν ούτε καν περιθώριο λάθους σε αυτές τις προβλέψεις, πόσο μάλλον να αναγνωρίσουν ότι υπάρχουν και εναλλακτικά σενάρια από το δικό τους. 

Η κρίση αποκάλυψε πως τέτοιες μέθοδοι οδηγούν σε αλαζονεία. Είναι προτιμότερο να αναγνωρίζει κανείς την αβεβαιότητα. Είναι πιο λογικό να εξετάζει τα διάφορα πιθανά σενάρια και τις αντίστοιχες πιθανότητες στις οποίες ενδεχομένως να οδηγήσουν. Ιδού λοιπόν τρία πιθανά σενάρια για το 2011.

1. Το σενάριο της γκρίνιας: Οι αγορές συνεχίζουν στο ίδιο μοτίβο με το 2010, αντιδρώντας κάθε φορά στα οικονομικά μακροοικονομικά μεγέθη που ανακοινώνονται. Τα έκτακτα μέτρα στήριξης από τις κυβερνήσεις και η ανθεκτική ζήτηση της Κίνας επιτρέπουν μία συνεχιζόμενη βραδεία και δύσκολη ανάκαμψη από την κρίση.

Το βάρος της συνεχιζόμενης απομόχλευσης στις επιχειρήσεις αλλά και στα νοικοκυριά, η αδύναμη αγορά κατοικιών στις ΗΠΑ και, επιπλέον, η απειλή σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής, στην περίπτωση όπου φανεί στον ορίζοντα πιθανότητα βιώσιμης ανάπτυξης, περιορίζουν τα κέρδη για τις αγορές. Πιθανότητες υλοποίησης του σεναρίου 70%.

2. Το σενάριο της καταστροφής: Οι αγορές ομολόγων αρνούνται να χρηματοδοτήσουν το αμερικανικό έλλειμμα και οδηγούν την ευρωζώνη σε υπαρξιακή κρίση. Η πιστοληπτική αξιολόγηση των κυβερνήσεων δεν είναι πλέον τόσο αποτελεσματική ώστε να στηρίξει και την πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζών στις ΗΠΑ και στην ευρωζώνη, με αποτέλεσμα οι τοποθετήσεις των επενδυτών να βυθίζονται στα επίπεδα του 2008. Η κινεζική οικονομία προσγειώνεται ανώμαλα. Πιθανότητες υλοποίησης του σεναρίου ίσως ακόμη και 20%. 

3. Το σενάριο της ανάκαμψης: Οι Αμερικανοί καταναλωτές αυξάνουν τις δαπάνες τους. Η κινεζική οικονομία κινείται ομαλά και οι επενδυτές επιστρέφουν στις αγορές. Οι επιχειρήσεις αποφασίζουν να επενδύσουν τη ρευστότητά τους και οι μετοχές απολαμβάνουν ένα σημαντικό ράλι. Όλοι είναι χαρούμενοι εκτός από τους επενδυτές στην αγορά ομολόγων. Πιθανότητες υλοποίησης του σεναρίου περίπου 10%.

Τα σημεία-κλειδιά που θα κρίνουν τις εξελίξεις είναι η αμερικανική αγορά ομολόγων και η κινεζική οικονομία. Εάν αποφευχθούν τα προβλήματα και στις δύο περιπτώσεις, τότε αποφεύγεται και το σενάριο της καταστροφής. Ενδεχόμενη ανάκαμψη στις αξίες των deals και στις τιμές των κατοικιών θα οδηγήσει στο σενάριο της ανάκαμψης.

Εάν δεν γίνει τίποτε από αυτά, τότε θα πρέπει να περιμένετε το σενάριο της γκρίνιας, που πρακτικά σημαίνει πως για έναν ακόμη χρόνο κάθε νέα πληροφορία ως προς τη διεθνή αναπτυξιακή πορεία θα μεταβάλλει αντίστοιχα και το κλίμα στις διαφορετικές αγορές.


ΠΗΓΗ: FT.com

Advertisement

Τι γίνεται με το χρέος των ΗΠΑ; άρθρο του INDEPENDENT

Relief for US as bond auction restores calm

By Stephen Foley in New York

INDEPENDENT

http://www.independent.co.uk/news/business/news/relief-for-us-as-bond-auction-restores-calm-2171717.html

Thursday, 30 December 2010

Investors scrambled to buy US government debt at an auction of new Treasury bonds yesterday, helping to assuage fears that the markets are running out of patience with the country’s enormous deficits. The US Treasury sold $29bn (£19bn) of seven-year bonds at an interest rate at the bottom end of the day’s trading range, despite the continuing shockwaves of a disastrous auction of a similar size a day earlier.

Debt auctions have assumed outsize importance to the mood of the markets, because US politicians have promised to tackle the country’s rising national debt but continued to pass legislation that keeps tax rates low and pumps more borrowed money into the economy. At the same time, the Federal Reserve has been battling to keep market interest rates low with its programme of quantitative easing, its promise to purchase $600bn of Treasury debt – but rates have risen, not fallen, since the programme was instituted in November.

Yesterday’s better than expected bond auction helped reverse Tuesday’s sharp jump in interest rates. In the minutes after the results of the sale were announced, benchmark 10-year Treasury notes were trading higher in price to yield 3.4 per cent, down from 3.49 per cent at the end of the previous day.

The $29bn of seven-year notes were sold at an interest rate of 2.83 per cent, compared with the average forecast of 2.86 per cent in a Bloomberg News survey of dealers.

The results of the sale prompted a private sigh of relief among Treasury officials, rendering Tuesday’s auction of $35bn in five-year debt as an aberration. The lack of demand from buyers meant that the price the bonds fetched was lower and, therefore, the interest rate was higher than anyone on Wall Street had expected. US taxpayers will be paying 2.149 per centinterest on the new five-year debt, compared with 2.103 per cent that was the market rate before the auction.

The sale was so poorly received – with a bid-to-cover ratio of 2.61 – that bond investor Bill Gross, co-chief investment officer at fund manager Pimco and known as the «bond king» for his expertise, labelled it «a stinker».

And it triggered a new debate over the extent to which investors will be willing to finance US government debt that has now reached $13.8trillion. The annual budget deficit is $1.3tr and it is not forecast to ever fall below the 3 per cent of GDP level that economists have historically argued is sustainable over the long-term.

Yesterday’s return to normalcy suggested that the poor showing of the earlier auction was related more to the thin volume of trading, with market players absent because of the Christmas holiday and snow storms in the north-east.

A bond market sell-off earlier in the month had pushed the interest rate on 10-year debt over 3.5 per cent, frustrating the Fed’s efforts to keep rates low. Treasury rates, particularly the rate on the benchmark 10-year bond, are used as the reference point for many other kinds of debt, including mortgage rates.

Η Ισλανδία γελά, η Ιρλανδία κλαίει, του Γ. Δελαστίκ

Η Ισλανδία γελά, η Ιρλανδία κλαίει, του Γ. Δελαστίκ

 

Θεαματική είναι η ανάκαμψη της ισλανδικής οικονομίας μετά την επιβλητική αντίσταση του λαού της, ο οποίος με δημοψήφισμα συνέτριψε την ψοφοδεή πολιτική της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης που είχε υποκύψει στους ξένους δανειστές και την εξανάγκασε να μην πληρώσει στους ξένους καταθέτες τις οφειλές των ιδιωτικών ισλανδικών τραπεζών, αφήνοντας τες να χρεοκοπήσουν. «Η ύφεση αποδείχθηκε λιγότερο βαθιά από όσο προβλεπόταν», ομολογεί ο Μαρκ Φλάνιγκαν, επικεφαλής της αποστολής του ΔΝΤ στην Ισλανδία, δηλώνοντας εντυπωσιασμένος από το γεγονός ότι οι Ισλανδοί κατόρθωσαν να διαφυλάξουν «το πολύτιμο σκανδιναβικό μοντέλο κοινωνικής προστασίας».

Η Ισλανδία, η οποία δεν ανήκει στην ευρωζώνη, αντιμετώπισε τη χρεοκοπία της χώρας με μια συνολική πολιτική.

Πρώτον, υποτίμησε το εθνικό νόμισμα, την ισλανδική κορώνα, και επέβαλε ελέγχους και περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων. Αρχικά η κορώνα υποτιμήθηκε έναντι του δολαρίου κατά 50%, αλλά ήδη η υποτίμηση έχει περιοριστεί στο 30% και συρρικνώνεται. Η χαμηλότερη ισοτιμία της κορώνας οδηγεί αμέσως στην αύξηση των εξαγωγών και στη μείωση των εισαγωγών, αντικαθιστώντας ένα τμήμα τους με τοπικά προϊόντα, με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο της Ισλανδίας να παρουσιάζει ήδη πλεόνασμα από ελλειμματικό που ήταν.

Το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 1,2% το τρίτο τρίμηνο του 2010. Ο πληθωρισμός, ο οποίος είχε εκτιναχθεί στο 18,6%, έπεσε ήδη κοντά στο 2,5%, που είναι ο στόχος της ισλανδικής κεντρικής τράπεζας. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα είναι 6,3% φέτος, και ταχύτατα, ίσως και μέσα στο 2011, θα οδηγηθεί σε πλεόνασμα. Το δημόσιο χρέος, το οποίο έχει εκτιναχθεί στο 115% του ΑΕΠ, θα μειωθεί σταδιακά στο 80% του ΑΕΠ μέχρι το 2015.

Το δεύτερο μέτρο που πήραν οι Ισλανδοί ήταν ότι άφησαν τις ιδιωτικές τράπεζες να χρεοκοπήσουν. Κατόπιν τις εθνικοποίησαν, αλλά υπό τους εξής όρους:

Πρώτον, οι εθνικοποιημένες τράπεζες αναγνώρισαν όλες τις καταθέσεις των Ισλανδών πολιτών ώστε κανένας Ισλανδός να μη χάσει ούτε μία κορώνα από τις καταθέσεις του.

Δεύτερον, τα δάνεια που είχαν πάρει οι Ισλανδοί μεταφέρθηκαν στις εθνικοποιημένες τράπεζες, αλλά επειδή το νόμισμα είχε υποτιμηθεί, μειώθηκε και το ονομαστικό ύψος των δανείων, πέρα από τις σοβαρές άλλες διευκολύνσεις αποπληρωμής που έκανε το κράτος στους Ισλανδούς οφειλέτες για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που προκάλεσε η κρίση, ιδίως τον πρώτο καιρό (πάγωμα της πληρωμής δόσεων για μήνες κ.λπ.).

Τρίτον, οι εθνικοποιημένες τράπεζες δεν αναγνώρισαν καμιά υποχρέωση των ιδιωτικών χρεοκοπημένων τραπεζών σε χώρες του εξωτερικού. Ετσι οι Ισλανδοί φορολογούμενοι φορτώθηκαν τα βάρη διάσωσης των καταθέσεων των δικών τους και των συμπατριωτών τους, ενώ φόρτωσαν στους ξένους επενδυτές και καταθέτες τον λογαριασμό των συναλλαγών τους με τις ιδιωτικές ισλανδικές τράπεζες που χρεοκόπησαν. Απολύτως σωστό.

Η ανάκαμψη της ισλανδικής οικονομίας, γράφει το βρετανικό περιοδικό «Εκόνομιστ», δείχνει ότι «το έξτρα κόστος για μια χώρα που δεν στηρίζει τις τράπεζές της μπορεί να είναι εκπληκτικά μικρό. Η Ισλανδία άφησε τις τράπεζές της να χρεοκοπήσουν και το ΑΕΠ της έπεσε αθροιστικά κατά 15% από το ανώτατο στο κατώτατο σημείο πριν αρχίσει να ανακάμπτει. Η Ιρλανδία ”έσωσε” τις τράπεζές της και είδε το ΑΕΠ της να πέφτει 14%».

Αν συνυπολογίσει κανείς ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ιρλανδίας απογειώθηκε στο ασύλληπτο 32% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος της εκτινάχθηκε από το 25% του ΑΕΠ το 2007 στο 100% φέτος και θα φτάσει στο 120% του ΑΕΠ το 2013, με την ανεργία να ανέρχεται στην Ιρλανδία στο 14,1% έναντι 7,3% στην Ισλανδία, βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η «υπάκουη» Ιρλανδία βρίσκεται σε πολύ χειρότερη μοίρα από την «απείθαρχη» Ισλανδία.

«Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι αν το σοκ μιας υποτίμησης μπορεί να πυροδοτήσει μια βίαιη κρίση και πολύ επώδυνη, μια πολιτική λιτότητας και αποπληθωρισμού εξαιτίας του χρέους καταλήγει να προκαλεί περισσότερες ζημιές» συμπεραίνει η βρετανική εφημερίδα «Ντέιλι Τέλεγκραφ».

«ΕΚΟΝΟΜΙΣΤ»
Οταν το ευρώ γίνεται παγίδα

Ενα μάθημα των αντίθετων επιλογών Ισλανδίας και Ιρλανδίας είναι ότι «τα οφέλη τού να ανήκει μια μικρή χώρα σε μια μεγάλη νομισματική ένωση δεν είναι καθόλου αυτά που κάποτε εκθειάζονταν ότι είναι» γράφει το περιοδικό «Εκόνομιστ» και συνεχίζει: «Οταν πανικόβλητοι επενδυτές εγκατέλειπαν τα μικρά νομίσματα το φθινόπωρο του 2008, το ευρώ φαινόταν καταφύγιο. Δύο χρόνια μετά, το ευρώ μοιάζει περισσότερο με παγίδα για χώρες που αγωνίζονται να ξανακερδίσουν εξαγωγική ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα και η Ιρλανδία έχασαν την εμπιστοσύνη των αγορών, παρόλο που και οι δύο εκδίδουν ομόλογα σε ευρώ». Οσο για τους Ισλανδούς, που αρχικά θεώρησαν το ευρώ σωτηρία, τώρα δεν θέλουν ούτε να το ακούσουν!

Του Γιώργου Δελαστίκ από το Έθνος, 27.12.2010

ECONOMIST – Πιθανότητες διάλυσης του ευρώ

Breaking up the euro area

How to resign from the club

The barriers to leaving are high but could still be crawled over by a country determined to leave

Dec 2nd 2010

ECONOMIST

http://www.economist.com/node/17629757?story_id=17629757%5D

 

MEMBERSHIP of the euro is meant to be for keeps. Europe’s currency union is supposed to be immune from the sort of speculative attack that cracked the exchange-rate mechanism, the system of currency pegs that preceded it, in 1992-93. A lesson from that time is that when the foreign-exchange markets are far keener on one currency than another, even the stoutest official defence of a peg between the two can be broken. Inside the euro zone, no one can be forced to devalue because no one has a currency to mark down.

The strains in euro-zone bond markets this year show that there are other ways for markets to drive a wedge between the strong and the weak. Concerted selling of their government bonds has forced Greece and now Ireland to seek emergency loans from other European Union countries and the IMF. Portugal may soon join them in intensive care. Spain is in the markets’ sights and the trouble is spreading to Italy, home of the world’s third-largest market for public debt.

 

The convergence of government-bond yields that was spurred by the euro’s launch has thus been sharply reversed. The idea that the euro itself might also be reversible and that one or more countries might revert to national currencies is no longer unthinkable. This would be costly and cause huge financial shocks for both leavers and those left behind. But the bar to exit, though high, would be surmountable.


The idea of breaking up the currency zone raises at least three questions. First, why would a country choose to leave? Second, how would a country manage the switch to a new currency? Third—and perhaps most important—would leavers be better off outside the euro than inside it?

The main reason why a country might choose to leave the euro is to regain the monetary independence it sacrificed on joining and to set monetary policy to suit its own economic conditions. This could apply to the strong as well as the weak. Germans may long to have the Bundesbank in charge again. It would surely not take risks with long-term inflation, by keeping liquidity lines open to weak foreign banks, or with its political independence, by buying government bonds. And given the strength of the German economy, it might raise interest rates soon.

As it is, the European Central Bank (ECB), though based in Germany and modelled on the pre-euro Bundesbank, has had to react to the economic and financial weaknesses of the rest of the euro zone in ways that Germans do not like. Add to this taxpayers’ disgust at having to stand behind the public debts of less thrifty countries, and the idea of abandoning the euro looks enticing to some Germans. That appeal might extend to countries, such as Austria and Netherlands, with strong economic ties to Germany. They might prefer to join a new D-mark block than to stay with the euro, were Germany to leave.

Weak economies might also hanker for a monetary policy tailored to their own needs. The euro may have abolished market-based nominal exchange rates but it has led to marked divergences in real exchange rates (see chart). Consumer prices in peripheral countries have risen at a faster rate than in Germany since the start of the euro in 1999. So have wages, making it hard for firms in those countries to compete with Germany in foreign markets and with low-cost imports from Asia in their home markets. Leaving the euro would allow Italy, Spain and the rest to devalue and bring their wage costs into line with workers’ productivity.

How could this be done? Introducing a new currency would be difficult but not impossible. A government could simply pass a law saying that the wages of public workers, welfare cheques and government debts would henceforth be paid in a new currency, converted at an official fixed rate. Such legislation would also require all other financial dealings—private-sector pay, mortgages, stock prices, bank loans and so on—to be switched to the new currency.

The changeover would have to be swift and complete to limit financial chaos. Bank deposits would have to be converted at the same time, and the same rate, as overdrafts and mortgages to keep the value of banks’ debts in line with their assets. When Argentina broke its peg with the dollar in 2001, it decreed that bank deposits should be switched at a more favourable exchange rate than loans, in an effort to appease savers. This imposed losses on an already crippled banking system, and led to a sharp contraction in domestic credit.

The central bank would have to distribute new notes and coins fast. It would also have to set interest rates, and would need a lodestar, probably an inflation target, to guide it. Whatever the official exchange rate at a changeover, the new currency would quickly find a market level against the euro and other currencies. A new D-mark would be expected to rise against the now-abandoned euro; a new drachma or punt would trade at a big discount to its official changeover rate—a devaluation, in effect.

The switch to the euro was smooth, but it was planned for years in great detail and in co-operation among countries. The reverse operation would be far messier. The mere prospect of euro break-up could cause bank runs in weak economies as depositors scrambled to move savings abroad to avoid forced conversion. If Germany were the leaver, it would face an inward flood.

To prevent such a drain, a weak country thinking of leaving the euro would have to impose caps on bank withdrawals, other forms of capital controls, and perhaps even restrictions on foreign travel. That might not work in a region as integrated as Europe—and if it did it would depress the economy by limiting the circulation of cash for commerce. It would also cut the country off from foreign credit, because foreign firms and banks would fear that their money would be trapped. Trade would suffer badly, at least for a while.

A departing country would also have to prepare for legal challenges. A change in the currency in both weak and strong countries would impose devastating losses on businesses and depositors at home and abroad. Savers who could not get their money out of banks before its forced conversion would not be happy to be paid in a devalued currency. Many would sue, as happened in Argentina. The legal uncertainty would further hamper the banks, which would be loth to extend credit for fear they might yet be forced to make depositors whole.

Foreign banks and pension funds holding weak economies’ euro-denominated government bonds would suffer an effective default. They might sue, too. A sovereign might expect to win its legal battles if it drafted its conversion laws well and if it could assert the primacy of its law over European law. But the European dimension would at the very least mean that costly legal battles would drag on.

All the while a government seeking to replace the euro with a devalued currency could scarcely rely on bond sales to finance its operations. But such a country would have long been cut off from capital markets anyway. The prospect of monetary independence would give it new options. In the run-up to passing a conversion law, the government could pay some of its bills, including wages, by issuing small-denomination IOUs, which could be traded for goods and services. These would form a proto-currency that would trade at a discount to the remaining euros in circulation—a shadow price of the devaluation to come. Since the money supply would be shrinking fast, as euro deposits fled the country, this sort of paper would be accepted readily. Scrip issued by the province of Buenos Aires circulated freely months before Argentina’s dollar peg broke.

Germany would be in a happier position. Should it opt to leave, it would have an incentive not to convert its stock of euro-denominated debts to claims in a new, stronger currency. It could instead choose to repay those depreciating debts over time. Rather than invite legal disputes, however, it might instead go for a comprehensive conversion and keep balance-sheets straight. Germany would in any case be able to issue cheap debt in the run-up to conversion. A rush out of euros into German assets in anticipation of revaluation would drive up the prices of Bunds—conceivably to a point where the interest rates on them were negative.

Even so, Germany would face costs it could not control. A new D-mark would surely rise steeply, harming the country’s exporters. Exit from the euro area would deplete its customers in the rest of the zone of the cash and credit needed to buy German goods. As a big creditor, it holds lots of assets elsewhere in the zone. The value of these would plummet in new D-marks, and a contraction in credit in the rump of the euro zone would mean that the value of assets, including businesses that might otherwise have survived, would be destroyed. Germany would no longer be able to influence the euro area’s monetary policy. It could not prevent the ECB from stoking inflation, which would undermine the real value of German loans made to euro-zone banks, businesses and governments.

A determined country could leave the euro and establish its own currency again: nothing is truly irreversible for a sovereign nation. But even the most wilful and powerful state could not fully control the banking chaos and social unrest that a forced currency conversion would unleash. It would be a curious decision for Germany to seek to abandon the euro in search of greater monetary and fiscal stability. It would first have to endure a long period of financial disarray.


Is it worth it?

Countries at the euro zone’s periphery that face years of austerity and high unemployment inside the euro may find it harder to believe that things could be much worse if they left. A devaluation would spare them the grinding wage deflation needed to price the unemployed back into work (though it would not address the economic weaknesses that lie behind poor competitiveness). The spectre of bank runs, high funding costs, default and social unrest might not seem so scary in today’s conditions: some countries are already vulnerable to these. Efforts to ameliorate these problems have so far proved inadequate (see article).

Therein lies the danger for the euro. The cost of breaking up the single currency would be enormous. In the ensuing chaos and recrimination, the survival of the EU and its single market would be in jeopardy. But by believing that a break-up cannot happen, the euro zone’s authorities will always tend to stop short of the radical measures needed to hold the project together. Given the likely and devastating chaos, it would be a mistake for a country to choose to leave. But mistakes occur in times of stress. That is why some are beginning to contemplate the unthinkable.

RELATIONS BETWEEN THE TWO DEPARTMENTS OF PRODUCTION AND THE PROBLEM OF THE SO-CALLED «MOTIVE IMPULSES» – Spoudai vol.42 no.2

RELATIONS BETWEEN THE TWO DEPARTMENTS OF PRODUCTION AND THE PROBLEM OF THE SO-CALLED «MOTIVE IMPULSES»

By

Stavros D. Mavroudeas

University of London

Spoudai vol.42 no.2

Abstract

Certain growth and macroeconomic theories support the popular perception that there is a primacy of the Dept. I over the Dept. II, both in actual historical reality as well as in the Marxian theory. Among the never theories, the Regulation Approach is a well known representative of this case. The paper reviews the theoretical foundations of this thesis and argues that it is erroneous both on theoretical and empirical grounds.

1. Introduction

One of the fundamental theoretical tenets of the Regulation Approach is based on the misty dictum that the «motive impulses» in the transformation of the forces of production derive from Dept. I. Aglietta advanced, in his first work (Aglietta (1979)) the initial theorisation which was constructed around the con­cept of the norm of consumption’. It is the only detailed analysis of this area provided by Regulation. And, although it lays the background for the construc­tion of its major concepts, it does not belong to the set of articles of faith of Regulation usually repeated in every paper. Nevertheless, this limits neither its content nor its importance.

He begins with the law of accumulation (organised through the wage-relation), which he defines as based on the increasing significance of relative surplus-value2. The latter is mainly effected via the transformation of the condi­tions of production (and, fundamentally, through technological changes affect­ing the levels of labour productivity). He combines this process with the valori­sation process, which is defined as:

C + VA = VE

where:

C = constant capital

VA = total abstract labour

VE = total value of product

This leads him to distinguish between the combination of production pro­cesses that forms the departments producing means of production (Dept. I) and hence those commodities that are elements of constant capital, and the combina­tion of production processes that produces means of consumption (Dept. II)3. He argues that this distinction is of fundamental importance since the motive impulses in the transformation of the forces of production derive from Dept. I (Aglietta (1979), p. 56). There is, therefore, a tendency for the two departments to develop unevenly as a result of the internal accumulation of Dept. I, which is inscribed into the structure of social capital via the increase in the organic composition of capital (OCC). However, because relatively surplus-value is effected through a reduction in the time needed to reconstitute social labour-power, it can only be produced by transforming the conditions of production of the commodities produced in Dept. II. This requires that Dept. II must be able to absorb the commodities produced in Dept. I and incorporate them as con­stant capital in those production processes that lower the value of means of consumption. If this condition is not met then the uneven development of Dept. II exercises a depressing influence on the accumulation of capital. It is only by revolutionising the conditions of existence of the wage-earning class that this barrier, which is always latent, can be raised and, hence, a harmonious develop­ment of the two departments can be achieved, at least tendentially4. This requires both a domination of commodity goods over non-commodity goods in wage-earners’ consumption and the mass production of these commodities to lower their value and, hence, to lower the cost of reproduction of labour power. The growing social demand for consumer goods, previously considered as luxur­ies, assures that these can now be produced by capital and, therefore, move from sub-Dept. IIa to Dept. II as a whole (Aglietta (1979), p. 88). This leads to a qualitative change: all technological progress can now be deployed in the trans­formation of the social conditions of production, advances in productivity in Dept. I find their outlets in the expansion of Dept. II, and the fall in unit exchange-value of Dept. II sufficiently increases the production of relative surplus-value to enable real wage to rise. Accumulation can, thus, proceed rapidly in both departments and commodity production invades the entire life of society (all social relations become commodity relations).

The predominantly extensive regime of accumulation is that in which the two departments are not organically integrated. By contrary, in the regime of intensive accumulation, the mode of life of the wage-earning class comes under the absolute control of capitalism and the co-ordinated development of the two departments is accomplished. Actually, the whole passage from the extensive to the intensive regime is effected when the accumulation of capital finds its content no longer simply in a transformation of the reproduction of the labour process, but above all in a transformation of the reproduction of labour-power (Aglietta (1979), p. 80).

It is evident that all this thesis is based on a very vague assumption since no one has been bothered to elaborate on what exactly is meant by those «motive impulses» and furthermore to explain why these are the driving force. It is something usually taken for granted by both the regulationists and many of their critics5. This is not inexplicable since it is a very popular assumption. Notwith­standing, it is an erroneous hypothesis on both theoretical and empirical grounds. With regards to the former, it lays claim to a certain Marxian pedigree; however, Marx did not made that assumption. On the empirical ground, many of the industries that were instrumental in the birth, and for the first steps, of capitalism belonged to Dept. II and many of the crucial technological changes thereafter originated in it. Despite these criticisms, it is indeed a very widespread hypothesis and has, though in different forms and contexts, a quite a long history behind it.

2. The debate of the’20s

Luxemburg (1971, p. 127) has given a wider version of this argument by suggesting that Marx’s schemes of reproduction implied that «accumulation in Department II is completely determined and dominated by accumulation in Department I… that Department I has taken the initiative and actively carries out the whole process of accumulation while Department II is merely a passive appendage». She begins by examining the first scheme of expanded reproduction where she maintains that:

Accumulation in Department II appears only as a consequence of accumulation in Department I: absorbing, in the first place, the other’s surplus means of production and supplying it, secondly, with the neces­sary surplus of consumer goods for its additional labour. Department I retains the initiative all the time. Department II being merely a passive follower.

(Luxemburg (1971), p. 122)

As a result, accumulation in Dept. II takes an erratic course, without maintaining a constant ratio. In any case, Luxemburg argues, accumulation in Dept. II lags behind that in Dept. I. She even disputes Marx’s (1978, p. 588) pointing out at some stage of the first scheme that «if things are to proceed normally, accumulation in department II must take place quicker that in department I, since the part of I (v+s) that has to be exchanged for commodities IIc would otherwise grow more quickly than IIc, which is all that it can be exchanged for». So, she concludes that «those precise logical rules that lay down the relations of accumulation in Department I, seem to have been gained at the cost of any kind of principle in construing these relations for Department II» (Luxemburg (1971), p. 122). Then she goes over to the second scheme where she admits that «in contrast to the previous example, the capital of both departments is here seen to have the same composition, i.e. constant and variable capital are in a ratio of 5 to 1» (Luxemburg (1971), p. 123). Hence, she is obliged to accept that:

Accumulation in both departments here proceeds uniformly, in marked difference from the first example. From the second year onw­ards, both departments capitalise half their surplus value and consume the other half. A bad choice of figures in the first example thus seems to be responsible for its arbitrary appearance.

(Luxemburg (1971), p. 124-5)

But then she returns by widening her argument and insisting that what matters is not the arithmetic but the structure of the models. So the fact that, for her, Marx’s general rule of accumulation is that Dept. II must always enlarge its constant capital by precisely the amount by which Dept. I increases (a) the proportion of surplus value for consumption and (b) its variable capital proves that accumulation in Dept. II is always subservient to that in Dept. I (Luxem­burg (1971), p. 127) justifies her accusation of Dept. II being sacrificed to Dept. I.

Rosdolsky (1977, p. 448)’, answering Luxemburg’s criticism, has correctly pointed out that there is no reason why the impulse to accumulation should come primarily from Dept. I and also that Marx had not suggested so. Robin­son, in her introduction to Luxemburg’s «Accumulation of Capital» (Luxemburg (1971), p. 19) argues that the arithmetic in Marx’s second scheme of reproduc­tion is perfectly meutral between the two departments. Rosdolsky (1977, p. 448-9) goes further and shows that even her criticism of the first paradigm is unjustified and based on a mathematical error. He proves that accumulation is not so erratic as Luxemburg maintained. If the first year is disregarded, it can be

seen that Dept. I constantly accumulates 50% of the surplus-value and Dept. II 30%. This divergence in the rates of accumulation is the necessary result of the difference in the OCC in each of the departments. However, it can be algebrai­cally shown that – if the rate of surplus-value is the same in both departments and does not change in the course of reproduction – the necessary condition for equilibrium in expanded reproduction

ell + bell = vl + al + bvl

where:

c: constant capital v: variable capital

bv: part of s-v capitalised as variable capital . be: part of s-v capitalised as constant capital a: part of s-v for personal consumption of capitalists s: surplus-value

requires a strict correlation between the rate of accumulation and the OCC. Moreover, if it is assumed – following Marx – that the OCC and the rate of accumulation remain the same in succeeding periods of production, then the rates of accumulation in both departments must move in inverse proportion to the rates of OCC:

bl/sl: bll/sll = vll/ (ell + vll): vl/ (cl + vl)

Then he shows that this condition is being upheld in the first scheme (Rosdolsky (1977), p. 449). Therefore, accumulation in Dept. II is not variable nor completely dominated by accumulation in Dept. I, but it follows a regular pattern7.

Luxemburg’s assertions on this subject are only one of many versions of the popular belief of the dominance of accumulation in Dept. I over that in Dept. II. Many of her critics, either from the «neo-harmonist» reformist or from the Bolshevik side resorted to some formula based on this belief. For example. Otto Bauer but also Bukharin (following Lenin) made that error. There was, however, a significant change in the underlying assumptions. Whereas Marx’s schemes of reproduction are based on the assumption of constant conditions of production and constant OCC, rate of surplus-value and rate of accumulation -hence, consciously abstracting from technical changes and increases in labour produc­tivity — almost all the subsequent formulations presuppose the changeability of these conditions. However, since Marx’s strict assumptions are relaxed it is

obvious, as Rosdolsky (1977, p. 495) argues that the formula cll+bcll = vl+al+bvl does no longer hold and the conditions of equilibrium are disturbed.

Otto Bauer, setting out to prove the possibility of an undisturbed process of accumulation even with a constantly rising OCC, allows Dept. II, which is left with an undisposable remainder of commodities as a result of the technical changes caused by the rising OCC, to «invest» each year a sum of money corres­ponding to the value of this remainder in Dept. I. In order to accomplish this, he drops (like Tugan-Baranovsky) one of the basic underlying assumptions of the Marxian schemes: namely the one that the only relation between the two departments is the mutual exchange of their respective commodities. This leads him to assume —contrary to Marx— that the rate of growth of constant capital is much higher than that of variable capital and that accumulation in Dept. I grows faster than Dept. II, which moreover subsidises and depends upon the former. Henryk Grossmann has shown that an extension of his scheme after the initial time horizon of four years results in a breakdown in the 35th year, since the relation of surplus-value to capital employed would have fallen so much that capitalists could no longer accumulate.

Bukharin (1972), on the other hand, in his wide-ranging critique of Luxem­burg not only fails to confront her position about the relations between the two departments but even reasserts it by referring to an excerpt from Lenin (1968, p. 58-59):

In actual fact, the analysis of realization showed that the formation of a home market for capitalism owes less to articles of consumption than to means of production. From this it follows that Dept. I of social production (the production of means of production) can and must develop more rapidly than Dept. II (the production of articles of con­sumption). Obviously, it does not follow from this that the production of means of production can develop in complete independence of the production of articles of consumption and outside of all connection with it.

Lenin, aiming to prove the possibility of the realisation of surplus-value (as analysed in Vol. II), connects it with the law of the increasing composition of capital (as expounded in Vol. Ill): «… according to the general law of capitalist production constant capital grows faster than variable… Consequently the department of social production which makes the means of production must grow faster than the one which produces the means of consumption. Thus, for capitalism, the growth of the internal market is to a certain extent «independent»

of the growth of individual consumption» (Lenin (1960-70, vol. 3, p. 56). Rosdolsky proved that Marx has not made this assumption and he attributes Lenin’s fault to two factors:

a) The fact that his views were formed in the context of the specific situation in Russia during the early period of capitalism in which the industrialisation of the still semi-feudal country seemed to provide an unlimited market for the means of production, since it was building its industrial base. In the case of such countries, passing the stage of initial industrialisation, Lenin’s conception is correct (Rosdolsky (1977), p. 476).

b) When Lenin formulated his position on the realisation problem neither the Theories of Surplus-Value» nor the «Grundrisse» were known to him. Con­sequently, he ignored important methodological aspects of Marx’s theory and tended to consider the analysis of the schemes of reproduction (the Part III of Vol. II) as Marx’s final word on the reproduction of capitalism. However, we now know that Marx planned the first two volumes as the analysis of «capital in general» and that their conclusions had to be concretised and supplemented at a later stage by the analysis of «capital in concrete reality». The confusion between these two levels of analysis leads him to attempt to incorporate within the schemes of reproduction —i.e. Marx’s investigation of the relations of equili­brium of capitalist reproduction under constant conditions of production, and, therefore, in abstraction from all the elements which alter these conditions-factors that introduce changes in these conditions. Marx’s schemes were not supposed to be a «true reflection» of the concrete capitalist world. If one attempts to incorporate within Marx’s model of expanded reproduction as many factors as possible from capitalist reality, he will very soon come up against the barriers which are set to capitalist production by the nature of capitalism itself and, therefore, the possibility of unhindered reproduction will be refuted in the long-run since capitalism is a crisis-ridden system. In this sense, technical change and the increase in the OCC cannot be integrated within these schemes. A misunderstanding of this Marxian position and its methodological pre­suppositions and implications lies behind Luxemburg’s critique, the «neo-Harmonist» formulations but also Lenin’s position.

3. Mandel on the relations between the two departments of production

More recently, Mandel (1978, p. 62-69) adopted an eclecticist and but equally erroneous position. On the one hand, he accepts Bauer’s analysis, which he also attributes to Marx:

It follows that the reproduction schemas which imply competition assume as a rule the existence of different, rather than equal rates of accumulation in the two departments, only occasionally leading to equalization of the rate of profit. This corresponds to the real modus operand! of the capitalist system. It also points the way to a solution of the technical problem seen by Luxemburg in the fact that the «unsalea­ble» portion of commodities of department II embodies part of the surplus-value created in that department. As a matter of fact, Luxem­burg dismissed out of hand Marx’s convincing solution, which was later developed in length by Otto Bauer. Part of the surplus-value produced in department II is periodically transferred to department I, precisely when (and because) department exhibits, over a considerable length of time, a higher organic composition of capital than that of department II.

(Mandel (1978), p. 64-65)

In order to facilitate this formulation, he maintains wrongly that while Marx assumed an equal rate of exploitation in both departments, he did not assume either that the OCC will remain the same or that the rate of surplus-value will stay the same (Mandel (1978), p. 68). Rosdolsky proved that this a misconception of Marx’s position. Therefore, for Mandel —and despite his admission of the fact that Marx’s equilibrium formula of expanded reproduction (vl+al+bvl = cll+bcll) implies an identity of the rate of growth of demand for consumer goods generated by Dept. I and the rate of growth of constant capital in Dept. II— the rise in the OCC entails that the demand for consumer good generated in Dept. I will normally grow more slowly than constant capital in that sector. As a result, the precondition of equilibrium is a rate of growth of constant capital in Dept. II lower than that in Dept. I (Mandel (1978), p. 67).

On the other hand, he maintains that «it does not follow at all from the evident truth that department I is the primum movens of the accumulation process, that department II is somehow «sacrificed to» or «dependent upon» department I, in contradiction to the laws of private property and competition» (Mandel (1978), p. 64). A rate of growth of constant capital in Dept. II which is permanently lower than that in Dept. I is incompatible with these mysterious «laws», since there is no reason why the capitalists of Dep. II should forever abstain from employing modernised technology and machinery and reducing their costs of production (Mandel (1978), p. 67). He is at least cavalier in the way he introduces those «laws of private property and competition» as a deus ex machina which brings his assertions closer to reality. However, the Marxian

schemes are constructed at the level of «capital in general» and in abstraction from the competition among capitals. Furthermore, this should take into account the evolution of the rate of profit in each department. Why should the capitalists of Dept. II invest (i.e. transfer) a part of their surplus-value in Dept. I, since its higher OCC implies a lower rate of profit? The only possible explana­tion is that the fall in the rate of profit is compensated for by the increase in relative surplus-value (a factor not considered in Bauer’s model). However, there are two objections. First, that there is no reason why the increase in relative surplus-value cannot take place also in Dept. II and therefore nullify any differ­ential with Dept. I. Second, as Rosdolsky argues for Bauer’s scheme (Rosdolsky (1977), p. 503), Marx in the «Grundrisse» showed that the increase of relative surplus-value cannot extend indefinitely, since technical progress implies a fall of the paid portion of the working day and of the relation of total living labour to the labour objectified in the means of production and, therefore, a fall in the rate of profit is inevitable:

The larger the surplus-value of capital before the increase of produc­tive force, the larger the amount of presupposed surplus labour, or surplus-value of capital; or the smaller the fractional part of the work­ing day which forms the equivalent of the worker, which expresses necessary labour, the smaller is the increase in surplus-value which capital obtains from the increase of productive force. Its surplus-value rises, but in an ever smaller relation to the development of productive force. Thus the more developed capital already is … the more terribly must it develop the productive force in order to valorise itself, i.e. to add surplus-value to itself, even to a slight degree — because its barrier always remains the relation between the fractional part of the day which expresses necessary labour, and the entire working day. It can move only within these boundaries.

(Marx (1981), p. 340)

It is difficult to see how expanded reproduction can be sustained, under Mandel’s contradictory assumptions; although he somehow transforms the con­text of the problem from that of the Marxian schemes (the ability of capitalism to reproduce itself under unchanged conditions of production) to that of actual realisation of capital within concrete historical reality. Obviously, Bauer’s scheme does not hold. Furthermore, if Mandel wanted to incorporate these periodic transfers of surplus-value from Dept. II to Dept. I and the consequent erratic movement of the rate of accumulation in each department as an integral element, and not as an exogenous (?) variable, in a model of unhindered and

sustained reproduction of capitalism he should have proposed a regulating mechanism (perhaps the rate of profit?). However, he does not do so and also Grossmann has proved that Bauer’s model results in a breakdown of capitalism because of the collapse in the rate of profit. Instead of this, Mandel patches together his argument by saying that because of these periodic transfers of surplus-value from Dept.II to Dept. I and the consequent fluctuations in the rate of accumulation in each department it is impossible to avoid periodic crises (Mandel (1978), p. 67-68). Of course; but this is no longer a scheme of reproduc­tion. Essentially, his errors derive from the same methodological misconceptions-that characterised many of his predecessors. He understands Marx’s method as a «successive approximation to the ‘appearances’ of day-to-day capitalist econ­omy» (Mandel (1978), p. 68); a view that differs very little (only for this reference to «appearances» and hence a hint of dialectics of form and essence) from Sweezy’s identification of the Marxian dialectical method with the successive approximation method of orthodox economics8. He, therefore, understands the Marxian schemes of reproduction not as an identical reflection of actual capital­ist reality but as an abstraction from it. So far, so good. But he is not clear at all with regards to the level of this abstraction. Consequently, he commits the same mistake for which he correctly accuses Luxemburg: he confuses the levels of abstraction. Their difference lays in the specific form of their misconceptions. Luxemburg rejects the Marxian schemes as a poor and erroneous representation of actual capitalist reality, whereas Mandel believes that, although they do not incorporate the «laws of motion» of capital (i.e. the rising OCC, technological change etc.), they could be made to incorporate them (Mandel (1978), p. 63). The result is a highly eclecticist mix which neither represents a scheme of repro­duction (in the sense of the Marxian analysis) nor solves the problem of realisa­tion and responds to Luxemburg’s incorrect formulations.

4. Again on Regulation and the «motive impulses»

Confronted with the theoretical grandeur and structural coherence of the contributions of those implicated in the debates around the Marxian schemes of reproduction, despite their shortcomings, Regulation Approach shows a poor record. Not only it is a «middle-range» tehory9, its performance is also of a middle-brow rating. If a central problem of most of the older contributors was the misconception of the methodological aspect of the problem Marx set out to solve with his schemes, Aglietta makes a mess of it. If his predecessors have ill-defined levels of abstraction, he is almost totally unable to distinguish and define these levels properly. It is, therefore, not clear at all at what level he constructs his theory of departments of production and their interrelationship.

Obviously, it is not that highly abstract level of the Marxian schemes. Is it then the actual, concrete historical reality of capitalist development? His «middle-range» method points to some middle-of-the-road methodological choice, the constitutive assumptions of which are not clear at all. He introduces technical change, increase in the OCC and relative surplus-value and bases all these on the dominance of Dept. I over Dept. II, during the regimes of accumulation prior to Fordism. His position in a nutshell is the following:

The Marxist theory of accumulation is thus indeed a theory of the contradictory development of capitalist relations of production. It is quite contrary to any dialectical procedure to seek a general formal law of evolution of the rate of return10. Capitalist accumulation necessarily comes up against obstacles. It derives its impulse from the uneven development of Department I. But this uneven development meets a barrier in the course of accumulation. This barrier, which is always latent, can only be raised if capitalist production revolutionizes the conditions of existence of the wage-earning class. It is only by this social transformation that commodity production can achieve a rhythm of expansion which permits at least a tendential realization of that har­monious development of the two departments which is a necessary condition for a regular rhythm of accumulation. As we shall show later on, this gives us a theoretical basis for characterizing the historical epoch that has arisen since the First World War as a new stage in the development of capitalism. It also gives us an analytical instrument for interpreting the cyclical crises of capitalist accumulation.

(Aglietta (1979), p. 60-1)

Aglietta begins with a caricature of the Marxist theory of accumulation, which at that initial stage was supposed to provide the general theory behind Regulation Approach’s intermediate formulations. It is trivial to say that the Marxist theory of accumulation is a theory of the contradictory development of capitalist relations of production. However, it is not at all contrary to dialectics to formulate an analysis of the general tendency of the rate of profit. On the contrary, Marx provides such an analysis with his theory of the Tendency of the Rate of Profit to Pall (TRPF). On the other hand, we have shown that Marx does not assume that the uneven development of capitalism is based on the faster development of Dept. I (and especially at the expence of Dept. II). Then, Aglietta constructs a model which claims to represent, at the same time and at the same level of abstraction, a general theory of capitalist accumulation and a characterisation of the historical trends and development of capitalism. How­ever, it is difficult to see how oh this ground can be justified the hypothesis of the

dominance of Dept. I over Dept. II. If this is not correct within the highly abstract and very strict framework of the Marxian schemes of reproduction, obviously it does not hold at all in concrete historical reality. The actual day-to­day workings of capitalism, even for the «pre-Fordist» periods, do not show any proof of subservience of the department producing means of consumption to that producing means of production nor a faster development of the former (apart from periods of initial industrialisation).

Moreover, Aglietta advances a milder, but even more questionable and erroneous, version of Luxemburg’s thesis: the motive impulses for the transfor­mation of the productive forces derive from Dept. I. In other words, technical innovation and the employment of the extraction of relative surplus-value take place primarily and exclusively in Dept. I. This is a unsustainable hypothesis. However, Aglietta does not bother to justify it and treats it as self-evident. We have already shown that Mandel. who subscribed to a more flexible and quali­fied version of this hypothesis (namely that although accumulation and technical change proceed faster in Dept. I in general, there are periodic variations of this pattern in favour of Dept. II and also capitalists in Dept. II will not abstain forever from innovating and employing relative surplus-value extraction), is wrong. The same reasons hold for the regulationist version; and more forcefully since the latter does not allow even for Mandel’s periodic variations in the rates of growth and the interrelationship of the two departments. It seems there is a simplistic and linear identification, on behalf of the Regulation Approach, of the transformation of the productive forces (i.e. changes in the organisation of the labour-process, technological innovation etc.). with the production of new mod­ernised means of production. Obviously, this is not the case. Relative surplus-value can increase with the re-organisation of the labour-process and the latter does not always require new machinery, but rather a re-arrangement of previous technological systems. Furthermore, if this is the justification for the regulation­ist thesis, then there is no reason why it should hold only for the «pre-Fordist» regimes and not for Fordism as well. But then Regulation Approach’s very concept of Fordism breaks into smithereens, since its major representative, the automobile industry from which it takes its name and where the alleged radical change in the labour-process took place belongs to Dept. II (to the extent that it produces vehicles for mass consumption and not means of transport for the production of commodities).

Concluding, Regulation Approach’s foundation on the primacy of the Dept. I is completely unfounded on both theoretical (its Marxist credentials) and empirical (its relevance to reality) grounds. Moreover, the methodology and the underlying assumptions of the regulationist argument are profoundly wrong.

Notes

1. For a critique of Regulation’s theory of consumption see Mavroudeas (1990, ch. III).

2. The restatement of Regulation’s definition of certain terms is necessary here:

Absolute surplus-value is the effect in the homogeneous field of value of the wage relation as a general process of separation between individuals, and separation of the power of disposal over the means of producing their conditions of existence (Aglietta (1979), p. 69). The distinction between absolute and relative surplus-value denotes an articulation of social relations that induce different but complementary practices (Aglietta (1979), p. 68) and, therefore, these are inseparable from one another.

The regime of accumulation is a form of social transformation that increases relative surplus-value under the stable constraints of the most general norms that define absolute surplus-value (Aglietta (1979), p. 68).

3. Dept. II is further divided in two sub-departments. Subdepartment IIa produces means of consumption (mainly luxury goods) for the capitalists and sub-department IIb produces means of consumption for the wage-earning class.

4. Aglietta maintains, also, that the uneven development of the two departments has a significant effect on the devalorisation of capital. According to Aglietta capitalist production is founded on the transformation of conditions of production, whose origin is the creation of new means of production and the lowering of the value of those means that replace those that have been consumed (Aglietta (1979), p. 102). However, there is no reason why the pace of transformation of the productive forces should be adapted to the pace of replacement of fixed capital which satisfies the conservation of the value of constant capital. This is an irreconcilable contradiction. On the one hand capitalism, as a commodity-producing society, in order to reproduce the conditions of pro­duction has to conserve the value of all commodities in exchange. On the other hand, because capitalism is founded on the antagonism of the wage relation, it cannot reproduce its constitutive relation except by revolutionising the conditions of productions. There results a devalorisation of capital (Aglietta (1979), p. 103). Inasmuch as the tendency towards the uneven development of the two departments is not offset by the general penetration of capitalist production into Dept. II, then the devalorisation of capital is expressed as a recurrent movement formed by successive phases of massive increase in gross fixed capital formation and phases of deep depression (Aglietta (1979), p. 104). If the transformation of the conditions of existence of the wage-earning class contributes to the harmonious development of the two departments, then the devalorisation of capital becomes a permanent process, structurally incorporated into the rhythm of capital formation.

5. For example Clarke (1988), despite complaining about the vague character of Aglietta’s assertion on this matter, does not question its overall validity.

6. Joan Robinson (1971), also, in her introduction to Luxemburg’s book has raised a similar objection.

7. Rosdolsky (o.p.p. 449) points out that the cause of this confusion in the mathematical aspect of Marx’s schemes is the fact that in both schemes accumulation in the initial year does not

follow the rule which guides it in the succeeding years. He attributes this shortcoming to a possible preliminary attempt which Marx found no time to correct.

8. For a critique of this method see Rosdolosky (1977, p. 453) and Fine (1980, ch. 1).

9. We suggest that Regulation belongs to this breed of theories that neglect or oppose to the «grand theoretical» methodology (i.e. a theory covering the whole spectrum from the more abstract laws and concepts to the empirical analysis) and substitute it with intermediate concepts with an almost immediate identification with the most concrete phenomena or with empirical perceptions believed to be self-evident. A vocal supporter of this methodology was Merton (1968). For a critique of this methodology, with reference to the Flexible Specialisation thesis and Regulation see Fine (1987) and Mavroudeas (1990).

10. He refers to the rate of profit: s/(c+v). His assertion amounts, essentially, to a denial of the existence in capitalism of a tendency of the rate of profit to fall (co-existing with its counter-acting forces).

References

Aglietta M. (1979), «A Theory of Capitalist Regulation», New Left Books.

Bukharin N. (1972), «Imperialism and the Accumulation of Capital» in Buharin N. -Luxemburg R. (1972) «Imperialism and the Accumulation of Capital», Penguin.

ClarkeS. (1988), «Overaccumulation, Class Struggle and the Regulation Approach», mimeo.

Fine B. (1980), «Ideology and Economic Theory».

Fine B. (1987), «Segmented Labour Market theory; a critical assesment», Birkbeck College Discus­sion Paper. Fine B. – Harris L. (1979), «Rereading Capital», Columbia University Press.

Lenin V. I. (1968), «A note on the Question of the Market Theory» in Collected Works vol. 4, Lawrence and Wishart.

Luxembrug R. (1971), «The Accumulation of Capital», Routledge.

MandelE. (1978), Introduction to Vol. II of Capital, Penguin.

Mavroudeas S. (1990), «Regulation Approach: A Critical Appraisal», Ph. D. thesis, Univ. of London,

Merton K. (1968), «Social Theory and Social Structure», The Free Press.

Robinson J. (1971), «Introduction» in Luxemburg (1971), «The Accumulation of Capital», RKP.

Rosdolsky R. (1977), «The Making of Marx’s «Capital», Pluto.

——————————————————

 

Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μία επισκόπηση – Ουτοπία νο.28, 1998

Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μία επισκόπηση

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

Ουτοπία νο.28, 1998

Ι. Εισαγωγή

Η Αξιακή θεωρία αποτέλεσε την βάση συγκρότησης της πρώτης εκδοχής μίας αυτοτελούς επιστήμης των οικονομικών σχέσεων στα τέλη του 18ου αιώνα με την μορφή του θεωρητικού παραδείγματος της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, έτσι όπως αυτό διατυπώθηκε κυρίως μέσα από τα έργα των Adam Smith και David Ricardo. Ο ρόλος της αυτός εκπήγαζε από την βαθιά εδραιωμένη πεποίθηση των κλασικών ότι πίσω από την διαδικασία ανταλλαγής εμπορευμάτων – που διεξάγεται με βάση ανταλλακτικές ισοδυναμίες μεταξύ τους και τιμές – υποκρύπτεται μία διαδικασία παραγωγής όπου τον πρώτο και καθοριστικό ρόλο έχει η ανθρώπινη εργασία. Τα υπόλοιπα στοιχεία που υπεισέρχονται στην παραγωγική διαδικασία – συνήθως η γη, οι μηχανές και οι πρώτες ύλες – δεν έχουν έναν ισότιμο και, πολύ περισσότερο, αυτοτελή ρόλο στην παραγωγή αλλά κινητοποιούνται υπό τον έλεγχο της ανθρώπινης εργασίας. Άλλωστε όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν δημιουργήματα ανθρώπινης εργασίας προηγούμενων περιόδων. Κατά συνέπεια τα προϊόντα κάθε παραγωγικής διαδικασίας, πριν αποτιμηθούν σε όρους εγχρήματων τιμών πρέπει να αποτιμηθούν σε όρους εργασίας. Ο χρόνος εργασίας αποτελεί το μέτρο της τελευταίας. Επομένως, κατά την κλασική Πολιτική Οικονομία, πριν και πίσω από τις τιμές (που εκφράζουν ανταλλακτικές ισοδυναμίες μεταξύ εμπορευμάτων που τελικά λαμβάνουν την μορφή των χρηματικών τιμών) βρίσκονται εργασιακά μεγέθη, δηλαδή ποσότητες χρόνου (ανθρώπινης) εργασίας. Τα μεγέθη αυτά αποτελούν  τις αξίες των εμπορευμάτων. Η οικονομική ανάλυση δεν πρέπει, επομένως, να περιορισθεί στην μορφή εμφάνισης των πραγμάτων αλλά πρέπει να ανακαλύψει τις υποκρυπτόμενες ουσιακές σχέσεις, γιατί με βάση τις τελευταίες επιτυγχάνεται ο συντονισμός και η ρύθμιση των οικονομικών σχέσεων.

Αυτή η εν πολλοίς κοινή προβληματική των κλασικών οδήγησε στην εγκαθίδρυση της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας ως του πλαισίου οικονομικής ανάλυσης της Πολιτικής Οικονομίας και αποτέλεσε κατά τον Marx ένα από τα πιο λαμπρά αλλά και αντιφατικά επιτεύγματα της αστικής σκέψης. Στην συνέχεια, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, η Πολιτική Οικονομία και ιδιαίτερα η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας εκτοπίζονται από το κέντρο της οικονομικής ανάλυσης και ως νέα ορθοδοξία συγκροτήθηκαν πλέον τα Οικονομικά. Τα τελευταία εγκαταλείπουν τόσο την Αξιακή θεωρία όσο και την συνυφασμένη με αυτήν πρωτοκαθεδρία στης σφαίρας της παραγωγής και στρέφονται στην μελέτη της σφαίρας της ανταλλαγής και των τιμών. Στην πρώτη φάση η απόρριψη του πλαισίου ανάλυσης της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας βασίσθηκε στην προβολή μίας υποκειμενικής Αξιακής Θεωρίας, σε αντιπαράθεση με την αντικειμενική Εργασιακή Θεωρία της Αξίας. Το ρεύμα εκείνο που ο Marx χαρακτήρισε “χυδαία Πολιτική Οικονομία” υποστήριξε ότι εάν υπάρχουν κάποιες υπολανθάνουσες αξίες πίσω από τις τιμές, αυτές δεν εκφράζουν εργασιακά παραγωγικά μεγέθη αλλά υποκειμενικές καταναλωτικές προτιμήσεις. Με τον τρόπο αυτό συγκροτήθηκε το πρώτο θεμελιακό στοιχείο της Οριακής θεωρίας, δηλαδή η έννοια της οριακής χρησιμότητας. Στην συνέχεια, με την συγκρότηση και της δεύτερης βασικής έννοιας της Οριακής ανάλυσης, της οριακής παραγωγικότητας, και την θεωρία των παραγωγικών συντελεστών  – δηλαδή με την αυτονόμηση των υπόλοιπων παραγωγικών στοιχείων από την ανθρώπινη εργασία και την εξομοίωση τους όσον αφορά την συνεισφορά τους στην παραγωγή – καταργήθηκε η ανάγκη οποιασδήποτε μορφής Αξιακής Θεωρίας και κατασκευάσθηκαν τα Οικονομικά, ως το νέο κυρίαρχο θεωρητικό παράδειγμα[1].

Η προβληματική της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας συνεχίσθηκε, ως ετεροδοξία πλέον μέσα στην οικονομική σκέψη, μέσα από την Μαρξιστική παράδοση της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (επί μίας ριζικά διαφοροποιημένης βάσης) αλλά και την επανανακάλυψη της κλασικής προβληματικής από μία σειρά άλλα ρεύματα, όπως την μετα-Κεϋνσιανή και την νεο-Ρικαρδιανή παράδοση. Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτέλεσε το βασικό θεμέλιο όλων αυτών των αναλύσεων και συνεχίζει να αποτελεί την ένα εξαιρετικά γόνιμο και παραγωγικό πλαίσιο οικονομικής ανάλυσης.

Το δεύτερο μέρος της μελέτης αυτής αναλύει τον ρόλο της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας στην συγκρότηση της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και ιδιαίτερα την πιο συνεκτική διατύπωση της στην Αξιακή Θεωρία της Ενσωματωμένης Εργασίας του D.Ricardo. Το τρίτο μέρος μελετά την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του K.Marx, την συνδεόμενη με αυτή Αξιακή Θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας καθώς και τις πρώτες κριτικές της (ιδιαίτερα από τον Bohm-Bawerk) αλλά και την διατύπωση του λεγόμενου προβλήματος του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές (από τους Bortkiewicz και Dmitriev).  Το τέταρτο τμήμα επισκοπεί την κατάσταση πραγμάτων στο πεδίο της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας στην “ενδιάμεση περίοδο”, που σηματοδοτήθηκε από το έργο των Sweezy, Dobb και Meek αλλά και την σημαίνουσα συνεισφορά του Sraffa, που οδήγησε στην συγκρότηση του νεο-Ρικαρδιανού ρεύματος. Το πέμπτο τμήμα παρουσιάζει την Συζήτηση για την Αξία (Value Debate) της δεκαετίας του 1970 ανάμεσα στους νεο-ρικαρδιανούς και τις μαρξιστικές θεωρήσεις, που σημάδεψαν όλη την σύγχρονη προβληματική. Το έκτο μέρος μελετά τα σύγχρονα ρεύματα καθώς και τα νέα πεδία έρευνας που έχουν εμφανισθεί τις τελευταίες δεκαετίες στο έδαφος της Αξιακής Θεωρίας.

ΙΙ. Η εργασιακή αξία, θεμελιακή κατηγορία της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας

Η άνοδος του καπιταλιστικού συστήματος βασίσθηκε αφενός στην αποξένωση των άμεσων παραγωγών από τα μέσα παραγωγής και την συνακόλουθη μετατροπή της ικανότητας τους προς εργασία (εργασιακής δύναμης) σε εμπόρευμα και αφετέρου στην απελευθέρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων από τις φεουδαλικές ρυθμίσεις και περιορισμούς. Η εμπορευματοποίηση των βασικών όρων παραγωγής[2] συνοδεύθηκε με την γενίκευση της εμπορευματικής ανταλλαγής ως της βασικής διαδικασίας κυκλοφορίας των παραγόμενων προϊόντων. Με την κατάργηση των αυταρχικών φεουδαλικών κανόνων που, με αυστηρό και περιοριστικό τρόπο, εξασφάλιζαν στο προηγούμενο σύστημα τον συντονισμό των οικονομικών (παραγωγικών και μη) δραστηριοτήτων η αγορά και η εμπορευματική ανταλλαγή κατέλαβε τον ρόλο αυτό.

Οι μετασχηματισμοί αυτοί οδήγησαν σε κρίσιμες κοινωνικές αλλαγές. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η φετιχιστική διάσπαση στο επίπεδο της μορφής των ενιαίων κοινωνικών σχέσεων στις διακριτές επιμέρους σφαίρες της οικονομίας και της πολιτικής. Για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας η οικονομία αναδείχθηκε σε ένα ξεχωριστό και αυτοτελές πεδίο κοινωνικών δραστηριοτήτων, όπου η αγορά αποτελούσε τον πιο προφανή τρόπο έκφρασης του. Ταυτόχρονα η απελευθέρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων από τις βασισμένες σε αυστηρούς ταξικούς διαχωρισμούς ρυθμίσεις οδήγησε στην εμφάνιση της αγοράς ως ενός χώρου ελευθερίας, αλλά όχι φυσικά ισότητας. Από την άλλη, η σφαίρα της πολιτικής – δηλαδή η διαχείριση της κοινωνίας – βασίσθηκε όχι μόνο στην απελευθέρωση από μία σειρά απαγορεύσεις και περιορισμούς που αφορούσαν τις κατώτερες τάξεις αλλά και στην -σταδιακή και μετά από έντονες συγκρούσεις – εισαγωγή της τυπικής ισότητας, με την γενίκευση των πολιτικών δικαιωμάτων για όλες τις κοινωνικές τάξεις. Το αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών ήταν η φετιχιστική (στο επίπεδο της μορφής) διάσπαση της ενότητας των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν το καπιταλιστικό σύστημα, οι οποίες βασίζονται στην θεμελιακή διαίρεση της κοινωνίας σε δύο βασικές κοινωνικές τάξεις, το κεφάλαιο και την εργασία, και στην εκμετάλλευση της δεύτερης από την πρώτη. Οι κοινωνικές σχέσεις αυτές εμφανίζονται στο μεν πεδίο της οικονομίας ως σχέση μεταξύ ελεύθερα συμβαλλόμενων (αν και άνισων) ατόμων, στο δε πολιτικό πεδίο ως σχέσεις μεταξύ ίσων πολιτών. Με τον τρόπο αυτό η προφανής σε άλλα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα ενότητα των κοινωνικών σχέσεων διασπάσθηκε σε επιμέρους πεδία και ανέκυψε η ανάγκη διακριτών επιστημονικών κλάδων για την μελέτη τους.

Το θεωρητικό πρόγραμμα της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, ως της πρώτης εκδοχής μίας διακριτής επιστήμης των οικονομικών σχέσεων, συγκροτήθηκε επάνω σε δύο θεμελιώδεις άξονες. Ο πρώτος άξονας μελετούσε τις οικονομικές σχέσεις ως διακριτό πεδίο των γενικότερων κοινωνικών σχέσεων αλλά σε συνάφεια με τις δεύτερες. Ο προσδιορισμός “πολιτική” (δηλαδή συνολική κοινωνική) απηχεί αυτή την διάσταση του θεωρητικού παραδείγματος της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Η αναγνώριση τού ρόλου των κοινωνικών τάξεων καθώς και των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων και θεσμών αποτελεί περίτρανο δείγμα αυτής της λογικής, που εξοβελίσθηκε στην συνέχεια από τα Οικονομικά. Ο δεύτερος άξονας αφορούσε την αναζήτηση των βαθύτερων σχέσεων που εξασφαλίζουν την ενότητα και τον συντονισμό μίας καπιταλιστικής εμπορευματικής οικονομίας, όπου η κοινωνική παραγωγή διενεργείται από ανεξάρτητες επιχειρήσεις. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό επιδιώχθηκε να δοθεί ακριβώς με την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

Στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής η σφαίρα της παραγωγής συγκροτείται από αυτόνομες επιχειρήσεις,  που η κάθε μία αποτελεί ένα ιδιωτικό εγχείρημα με στόχο την ανταλλαγή για κέρδος και που οι παραγωγικές διαδικασίες τους δεν διέπονται από κανένα εκ των προτέρων συντονισμό. Όμως τόσο οι προϋποθέσεις όσο και τα αποτελέσματα κάθε μίας από αυτές τις ανεξάρτητες δραστηριότητες προαπαιτούν την ύπαρξη των υπόλοιπων, και μάλιστα ότι θα λάβουν χώρα στον κατάλληλο χρόνο και στις σωστές αναλογίες. Συνεπώς κάθε ιδιωτική και αυτόνομη διαδικασία παραγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Επιπλέον, για να μπορεί αυτή η προϋπόθεση να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει στο τέλος οι ιδιωτικές και αυτόνομες αυτές παραγωγικές διαδικασίες να ενοποιούνται μέσα σε αυτό τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Η διαδικασία αυτή όμως επιτελείται σε μία άλλη σφαίρα, αυτή της ανταλλαγής, καθώς εκεί η φαινομενική ανεξαρτησία κάθε ιδιωτικής παραγωγικής διαδικασίας συσχετίζεται με την ουσιακή αλληλεξάρτηση που είναι εγγενής στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Συνεπώς, ο κοινωνικός δεσμός εμφανίζεται μόνο στην σφαίρα της ανταλλαγής, όπου τα αποτελέσματα της παραγωγής (εμπορεύματα) ανταλλάσσονται μεταξύ τους και οι αντιφάσεις της εμπορευματικής παραγωγής εμφανίζονται και ταυτόχρονα επιλύονται. Εάν η ανταλλαγή εμπορευμάτων – βάσει ανταλλακτικών ισοδυναμιών ή σχετικών τιμών μεταξύ τους – είναι αυτή η οποία επιτελεί το έργο του συντονισμού της κοινωνικής παραγωγής, είναι φανερό ότι αυτές οι ανταλλακτικές ισοδυναμίες δεν μπορεί να είναι οποιοσδήποτε αλλά οφείλουν να είναι σαφώς καθορισμένες. Εν ολίγοις, οι προδήλως ευμετάβλητες ανταλλακτικές ισοδυναμίες θα πρέπει να κυβερνώνται από κάποιους θεμελιώδεις νόμους-σχέσεις. Η κλασική Πολιτική Οικονομία, σε αντίθεση με την προηγηθείσα Εμποροκρατία, αποπειράθηκε ορθά να ανακαλύψει τους νόμους αυτούς στην σφαίρα της παραγωγής και όχι στην ανταλλαγή. Επιπλέον, υποστήριξε ότι ο κρίσιμος παράγων της παραγωγής – αυτός που αποτελεί το sine qua non στοιχείο για την δημιουργία του κοινωνικού πλούτου – είναι η ανθρώπινη εργασία. Κατά συνέπεια, οι νόμοι που διέπουν την σφαίρα της παραγωγής αφορούν πρωτίστως την εργασία. Ήταν, επομένως, η απάντηση στο ερώτημα περί της πηγής δημιουργίας του κοινωνικού πλούτου αυτή που οδήγησε την κλασική Πολιτική Οικονομία στην παραγωγή και στην εργασία.

Ο A.Smith – οικοδομώντας επάνω σε προϋπάρχουσες υβριδικές αντιλήψεις όπως αυτή του W.Petty (“η εργασία είναι ο πατέρας και η ενεργός αρχή του πλούτου και η γη η μητέρα του”), που είχαν υπερκεράσει τις Φυσιοκρατικές προκαταλήψεις με την αγροτική εργασία – διατύπωσε μία εκδοχή της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας. Έχοντας διακρίνει μεταξύ της αξίας χρήσης και της αξίας ανταλλαγής ενός εμπορεύματος και υποστηρίζοντας ότι η οικονομική ανάλυση πρέπει να εστιάσει στην δεύτερη, αναγνώρισε ως περιεχόμενο της την εργασία:

η αναλογία ανάμεσα στις ποσότητες της εργασίας που χρειάζεται για την απόκτηση διαφόρων αντικειμένων… είναι η μόνη ρύθμιση, που μπορεί να προσφέρει κάποιο κανόνα γιά την ανταλλαγή του ενός εμπορεύματος με το άλλο… Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων, όλο το προϊόν της εργασίας ανήκει στον εργάτη, και η ποσότητα της εργασίας που απασχολείται συνήθως γιά την απόκτηση ή παραγωγή κάθε εμπορεύματος είναι το μόνο δεδομένο που μπορεί να καθορίσει την ποσότητα της εργασίας που πρέπει, συνήθως, να αγορασθεί, να απαιτηθεί ή να ανταλλαχθεί με αυτήν».

(Smith (1986), σ.150-1)

Συνεπώς, η ενσωματωμένη εργασία σε ένα εμπόρευμα ορίζει μία “φυσική τιμή” (όπως ονομάζει την αξία ο Smith) που αποτελεί τον πυρήνα γύρω από τον οποίο κυμαίνονται συνεχώς οι τιμές όλων των εμπορευμάτων. Oμως η διατύπωση της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας από τον Smith δεν ήταν άμοιρη προβλημάτων. Η ισχύς της περιορίσθηκε σε κάποιο (μυθικό) προκαπιταλιστικό στάδιο όπου ο κάθε παραγωγός κατείχε τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής του και αντάλλασε το προϊόν του. Ομως, όπως βιάσθηκε να πανηγυρίσει ο Samuelson (1971, σ.404), «μόλις συσσωρευθεί κάποιο απόθεμα στα χέρια ιδιαίτερων προσώπων, είναι φυσικό ορισμένα από αυτά να το χρησιμοποιήσουν βάζοντας εργατικούς ανθρώπους να δουλέψουν, κι εφοδιάζοντας τους με υλικά και μέσα συντήρησης, ώστε να πραγματοποιήσουν κέρδος με την πώληση της εργασίας τους ή με όσα η εργασία τους προσθέτει στην αξία των υλικών». Υπό αυτές τις συνθήκες η αξία που προσθέτει ο εργάτης στα υλικά αναλύεται σε δύο μέρη, στους μισθούς και στο κέρδος. «Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων το συνολικό προϊόν δεν ανήκει πάντα στον εργάτη. Aυτός πρέπει στις περισσότερες περιπτώσεις να το μοιράζεται με τον κάτοχο του αποθέματος που τον απασχολεί». Συνεπώς, «στην τιμή των εμπορεύματων… το κέρδος του αποθέματος αποτελεί συστατικό μέρος απόλυτα διαφορετικό από τους μισθούς εργασίας, και καθορίζεται από εντελώς διαφορετικές αρχές» (Smith (1986, σ.152-3). Με τον τρόπο αυτό o Smith μετακινήθηκε από την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας προς μία προσθετική θεωρία της αξίας βασισμένη στα εισοδηματικά μερίδια. Η αξία δεν καθοριζόταν πλέον από την εργασία αλλά από την γαιοπρόσοδο, το κέρδος και τον μισθό εργασίας.

Ενα άλλο πρόβλημα, δείγμα των αντιφατικών και ανεπεξέργαστων πολλές φορές απόψεων του Smith, είναι ότι σε άλλα μέρη του έργου του συγχέει την αξία ως έκφραση της ξοδευμένης για να παραχθεί ένα εμπόρευμα εργασίας με την ποσότητα εργασίας που μπορεί να αγοράσει το εμπόρευμα αυτό όταν ανταλλαχθεί (δηλαδή με την εξουσιαζόμενη εργασία [labour commanded] στην ανταλλαγή). Οπως έδειξε όμως ο Ricardo, οι δύο αυτές ποσότητες εργασίας μόνον υπό ειδικές συνθήκες είναι ταυτόσιμες.

Με τον D.Ricardo η Πολιτική Οικονομία ολοκληρώθηκε ως θεωρητικό παράδειγμα με αυστηρή συνοχή και μεθοδολογία και η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτέλεσε την βάση της οικονομικής της ανάλυσης. Θεωρόντας ότι η επιστήμη δεν μπορεί να λειτουργήσει πλέον μόνον με την «περιγραφή» αφενός και την «ανάλυση» αφετέρου, αναζήτησε γενικούς νόμους κίνησης του καπιταλισμού. Αναγνώρισε ως την βασική αρχή λειτουργίας του συστήματος τον προσδιορισμό της αξίας από την ενσωματωμένη εργασία και επιδίωξε να ανάγει όλες τις εξωτερικές εμφανίσεις σε αυτήν, θέση την οποία ο Μarx χαρακτήρισε ως την «μεγάλη συνεισφορά του Ricardo στην επιστήμη». Ομως, η μέθοδος του χαρακτηρίσθηκε από τον εμπειρισμό καθώς, ενώ ξεκίνησε ορθά από τον προσδιορισμό της αξίας (και των τιμών) από την εργασία, μετά προσπάθησε να ανάγει άμεσα όλα τα φαινόμενα σε αυτόν, ακόμη και αυτά που αντιφάσκουν. Ετσι οι αφαιρέσεις του ήταν λανθασμένες, «βίαιες» όπως τις χαρακτηρίζει ο Μarx. Ενώ διέκρινε μεταξύ εμπειρικής επιφάνειας και ουσίας, κατανοούσε την τελευταία ως κάτι σταθερό και αμετάβλητο και την πρώτη ως απλές και άμεσες φαινομενικές μορφές της δεύτερης. Επομένως αδυνατούσε να συλλάβει τον δυναμικό και ιστορικό χαρακτήρα τους, τους μετασχηματισμούς αλλά και την ενότητα τους. Αυτός ο κληροδοτημένος από τον Locke εμπειρισμός τον οδήγησε αφενός να θεωρήσει τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής ως υπεριστορική μορφή, αφετέρου να αποπειραθεί να αντιμετωπίσει άμεσα, αδιαμεσολάβητα όλα τα φαινόμενα που αντίκεινται στον προσδιορισμό των τιμών από τις αξίες και την ενσωματωμένη εργασία.

Οπως είναι γνωστό, το ενδιαφέρον του Ricardo – ξεκινώντας με μία, αντίστοιχη με την Σμιθιανή, πεποίθηση ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα αποτελεί μία φυσική τάξη πραγμάτων που προσιδιάζει στην ανθρώπινη φύση και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αλλαγής του παρά τα όποια προβλήματα του – επικεντρώθηκε στην ποσοτική διάσταση της αξίας. Αυτό τον διαφοροποίησε τόσο από τον Smith όσο και με τον Marx, Ο πρώτος εστίαζε το ενδιαφέρον του στην κατάδειξη της προέλευσης του κοινωνικού πλούτου από την εργασία και σαφώς λιγότερο στην κατάδειξη της ποσοτικής αντιστοιχίας και του καθορισμού των τιμών από τις αξίες. Οι αντιφάσεις της Σμιθιανής προσέγγισης προήλθαν εν πολλοίς ακριβώς από την in passim αντιμετώπιση της δεύτερης διάστασης. Αντιθέτως ο Ricardo, έχοντας δεδομένες τις απαντήσεις αλλά και τις αντιφάσεις του Smith, επεδίωξε να δείξει πως οι εργασιακές αξίες αποτελούν τον βασικό οδηγό λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Δηλαδή ότι οι σχετικές τιμές των εμπορευμάτων είναι αναλογική έκφραση της ενσωματωμένης εργασίας σε αυτά.

Αναιρώντας την Σμιθιανή σύγχυση ενσωματωμένης και ελεγχόμενης εργασίας, ο Ricardo διευκρίνισε ότι είναι η πρώτη που προσδιορίζει την αξία. Επιπλέον, κατανοούσε πληρέστερα τον προσδιορισμό της σφαίρας της ανταλλαγής από την παραγωγή και. μάλιστα από την εργασία υπό συνθήκες παρουσίας του κεφαλαίου, του «συσσωρευμένου αποθέματος» που εκτροχίασε την εργασιακή θεωρία της αξίας του Α.Smith. «Οχι μόνον η εργασία η εφαρμοσμένη άμεσα στα εμπορεύματα επηρεάζει την αξία τους, αλλά επίσης η εργασία η οποία είναι εναποθετημένη στα μέσα, τα εργαλεία, και τα κτίρια, με τα οποία μία τέτοια εργασία υποβοηθείται». Ομως, παρόλο που αναγνώριζε τα μέσα παραγωγής ως συσσωρευμένη παρελθούσα εργασία, περιοριζόταν να τα θεωρεί ως φυσικά αντικείμενα και όχι ως κεφάλαιο, δηλαδή μία κοινωνική σχέση. Βέβαια δεν κάνει αυτό το σφάλμα στην θεωρία του περί διανομής (η οποία όμως είναι διαχωρισμένη από την θεωρία της αξίας του (βλέπε Gerstein Ι. (1986, σ.50)).

Η πρώτη προσπάθεια του – με το περίφημο δοκίμιο του 1815 (‘Ενα Δοκίμιο πάνω στην επίδραση μίας χαμηλής τιμής του σίτου πάνω στα κέρδη του αποθέματος’) – περιστράφηκε γύρω από την ανεύρεση ενός αμετάβλητου μέτρου της αξίας συνδέοντας την αξία της εργασίας (της εργασιακής δύναμης, ορθότερα κατα τον Marx) με τον αγροτικό τομέα και την Μαλθουσιανή θεωρία περί πληθυσμού. Θεώρησε ότι η η εργατική τάξη δεν είναι ενεργός κοινωνικά – δεν έχει μία κοινωνική και πολιτική βαρύτητα – και αποτελεί απλά έναν ζωικό πληθυσμό που η αναπαραγωγή του (και το κόστος της) ρυθμίζονται από φυσικά δεδομένα και διασφαλίζουν μόνιμη ισορροπία. Τότε η εργασιακή θεωρία της αξίας γίνεται ταυτόσημη με μία θεωρία όπου το μέτρο της αξίας είναι τα μέσα διατροφής του ζωικού αυτού πληθυσμού: όπου «εργασία» μπορούμε να βάλουμε τον όρο «αναγκαία μέσα διατροφής». Αν ένα γεωργικό προϊόν (τα δημητριακά) αποτελεί το βασικό είδος διατροφής του εργατικού πληθυσμού, τότε συνδέεται η εργασία [εργασιακή δύναμη], σαν μία ποσότητα πόρων που αναπαράγεται σε συνθήκες ισορροπίας, με την παραγωγή σε φυσικές μονάδες ενός τομέα της οικονομίας, του αγροτικού. Ο πληθυσμός που απασχολείται σε αυτόν παράγει δημητριακά, ο δε αγροτικός τομέας που παράγει δημητριακά αναπαράγει τον πληθυσμό. Εάν ακολούθως υποτεθεί ότι ο τομέας αυτός έχει σαν εισροή μόνον εργασία και σπόρους δημητριακών (προϊόντα πρηγούμενης παραγωγής του ίδιου τομέα) τότε – με δεδομένη την αξία της εργασίας σε δημητριακά (από την Μαλθουσιανή θεωρία και τον «σιδηρούν νόμο των μισθών») – η εκροή του αγροτικού τομέα διαιρούμενη με το άθροισμα των δύο εισροών (εργασίας και σπόρων δημητριακών) μετρά την απόδοση του τομέα ανεξάρτητα από τις φυσικές διαστάσεις του προϊόντος. Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό κέρδους στον αγροτικό τομέα – δηλαδή η σχέση μεταξύ τμήματος του συνολικού αγροτικού προϊόντος που πλεονάζει και εκείνου που καταναλώνεται για να συντηρηθεί  ο εργαζόμενος πληθυσμός – μπορούσε να υπολογισθεί άμεσα, χωρίς παρέκβαση στις τιμές των αγαθών, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτής της σχέσης ήταν φυσικά ομοιογενείς. Συνεπώς, στον αγροτικό τομέα το ποσοστό κέρδους δεν κυμαινόταν ως αποτέλεσμα αλλαγών στους πραγματικούς μισθούς. Επειδή το ποσοστό κέρδους πρέπει να εξισωθεί μεταξύ των διαφόρων τομέων παραγωγής, το σύστημα τιμών όφειλε να είναι τέτοιο ώστε να επιβάλει την εξίσωση των ποσοστών κέρδους των υπόλοιπων τομέων με αυτό του βασικού τομέα, δηλαδή του αγροτικού. Στην επακολουθείσασα συζήτηση ο Malthus εξέθεσε μία σημαντική αδυναμία της Ρικαρδιανής επιχειρηματολογίας δείχνοντας ότι δεν υπάρχει τομέας της οικονομίας όπου τόσο το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο όσο και τα παραγώμενα προϊόντα είναι ομογενή. Οι εργάτες καταναλώνουν και προϊόντα του δευτερογενούς τομέα και συνεπώς ο υπολογισμός του ποσοστού κέρδους εμπλέκει την σύγκριση ενός αθροίσματος ετερογενών αγαθών και απαιτεί την ύπαρξη μίας κοινής μονάδας μέτρησης.

Αποδεχόμενος το πρόβλημα αυτό ο Ricardo επεδίωξε να ανακαλύψει μία τέτοια μονάδα μέτρησης της ετερογενούς μάζας των παραγώμενων προϊόντων που να τα μετατρέπει σε μία ομογενή διάσταση και να εκφράζεται στην ανταλλαγή μεταξύ τους στην αγορά διαμέσου των σχετικών τιμών. Βασικό στοιχείο αυτής της δεύτερης και γενικότερης προσέγγισης υπήρξε η αναζήτηση ενός αμετάβλητου μέτρου της αξίας, με την  μορφή είτε ενός πραγματικού εμπορεύματος είτε ενός σταθμισμένου καλαθιού πραγματικών εμπορευμάτων. Απαραίτητο στοιχείο αυτού του αμετάβλητου μέτρου έπρεπε να ήταν το ότι δεν θα απέκλινε η τιμή του από την αξία του εξαιτίας διανεμητικών επιδράσεων. Η προσπάθεια αυτή συγκεφαλαιώθηκε στην διατύπωση μίας Αξιακής Θεωρίας της Ενσωματωμένης Εργασίας. Ομως στο σημείο αυτό ανέκυψε ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα καθώς οι τιμές εξαρτώνται από το ποσοστό κέρδους αλλά επίσης γιατί δεν αντανακλούν επακριβώς τις αξίες. Τα προβλήματα αυτά ήταν γνωστά στον Ricardo, ο οποίος τελικά αναγνώρισε ότι ‘ένα τέτοιο [αμετάβλητο] μέτρο είναι αδύνατον να αποκτηθεί, επειδή δεν υπάρχει κανένα εμπόρευμα το οποίο δεν είναι εκτεθειμένο στις ίδιες διακυμάνσεις όπως τα πράγματα των οποίων την αξία πρέπει να επιβεβαιώσει* δηλαδή, δεν υπάρχει κανένα το οποίο δεν υπόκειται στο να απαιτήσει περισσότερη ή λιγότερη εργασία για την παραγωγή του’ (Ricardo (1972, σ.27)).

Οπως έδειξε ο Marx αργότερα, η Ρικαρδιανή θεωρία – εν πολλοίς εξαιτίας της εσφαλμένης μεθοδολογίας της αλλά και της περιορισμένης κοινωνικής οπτικής της – υποπίπτει σε μία σειρά καθοριστικά σφάλματα. Πρώτον, συγχέει την υπεραξία με μία από τις μορφές εμφάνισης της, το κέρδος. Αυτό προκύπτει από την λανθασμένη αντίληψη της για τα μέσα παραγωγής τα οποία βλέπει μόνο στην άμεση μορφή τους ως «συσσωρευμένη εργασία». Καταλήγει συνεπώς σε μία θεωρία του πλεονάσματος. Στο ερώτημα από που προέρχεται το κέρδος (η πρόσοδος που εισπράττουν οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής), τελικά, δεν δίνεται καμμία απάντηση. Το κέρδος είναι η διαφορά μεταξύ της συνολικής εργασίας και της εργασίας που απαιτείται γιά να αναπαραχθεί αυτή η συνολική εργασία. Αυτό εξαρτάται από τον λόγο παραγωγής προς κατανάλωση. Η πηγή του πλεονάσματος δεν είναι λοιπόν συνδεδεμένη με την θεωρία της αξίας. Το πλεόνασμα είναι ένα καθαρό υπόλοιπο, που περιέρχεται στα χέρια των κεφαλαιοκρατών αφού αφαιρεθούν τα τρέχοντα έξοδα τους γιά την παραγωγή. Δεύτερον, δεν κατανοεί ότι οι τιμές ποτέ δεν ταυτίζονται με τις αξίες αλλά μετασχηματίζονται σε τιμές παραγωγής γύρω από τις οποίες κυμαίνονται οι τιμές, ανάλογα με την προσφορά και την ζήτηση. Τρίτον, έχει μία αδύναμη θεωρία του ανταγωνισμού, που καταλήγει να θεωρεί την διαμόρφωση του – κατά Marx – γενικού μέσου ποσοστού κέρδους ως μία περίπου αυτόματη διαδικασία.

Στο θεωρητικό πεδίο η Αξιακή Θεωρία της Ενσωματωμένης Εργασίας του Ricardo σκόνταψε ακριβώς στον βασικό της στόχο, δηλαδή στην ανάλυση της ποσοτικής διάστασης της αξίας. Ομως η υποχώρηση της από το επιστημονικό προσκήνιο δεν οφείλεται στις θεωρητικές της αδυναμίες αλλά στην προϊούσα πλέον ασυμβατότητα της με τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις. Η ωρίμανση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και η ανάδυση των εγγενών αντιφάσεων του, και ιδιαίτερα της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, την κατέστησε εξαιρετικά απρόσφορη καθώς εύκολα μπορούσε να οδηγήσει στην ανακάλυψη των κεφαλαιοκρατικών εκμεταλλευτικών σχέσεων. Η Οριακή θεωρία ξεκίνησε από την αδυναμία της Ρικαρδιανής ανάλυσης να ερμηνεύσει την σχέση αξιών-τιμών αλλά το κύριο κέντρο βάρους της ήταν στην αμφισβήτηση του ιδιαίτερου ρόλου της εργασίας και στην αντικατάσταση του από την θεωρία των παραγωγικών συντελεστών. Η συνέχεια είναι γνωστή. Στα χέρια των Walras, Menger, Jevons, και J.B.Clark ο προσδιορισμός “Πολιτική” (που υποδήλωνε την συνολική κοινωνική και σε συνάρτηση με τις πολιτικές σχέσεις θεώρηση της οικονομίας) εξαλείφθηκε και το νέο επιστημονικό παράδειγμα που δημιουργήθηκε από τους επιγόνους τους – τα Οικονομικά – επικεντρώθηκαν στην μελέτη ατομιστικώς δρώντων υποκειμένων. Μόνον εκ των υστέρων και αθροίζοντας με έναν εξαιρετικά προβληματικό τρόπο τα υποκείμενα αυτά θεωρείται η οικονομία ως σύνολο. Φυσικά απουσιάζουν οι κοινωνικές τάξεις και οτιδήποτε (εργασιακές σχέσεις, πολιτικές σχέσεις, θεσμοί κλπ.) μπορεί να παραπέμπει σε αυτές. Εκτοτε η Αξιακή θεωρία είναι ένα ανύπαρκτο ζήτημα για τα Οικονομικά που περιορίζονται απλά και μόνο στην θεωρία των τιμών.

ΙΙΙ. Η Αξιακή Θεωρία του Marx και οι πρώτες αντιπαραθέσεις

Με την κατάρρευση της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και την εκθρόνιση της από τα Οικονομικά συγκροτήθηκε και ένα άλλο θεωρητικό ρεύμα, η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του Marx. Εάν η κλασική Πολιτική Οικονομία αποτέλεσε ένα από τα πιο λαμπρά θεωρητικά επιτεύγματα της αστικής σκέψης, η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας βασίσθηκε ακριβώς στον άλλο – αλλά και ανταγωνιστικό – πόλο της αστικής κοινωνίας, την εργατική τάξη. Δεν είναι παράξενο επομένως το ότι η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτέλεσε επίσης το πλαίσιο οικονομικής ανάλυσης και του ρεύματος αυτού. Για το οικονομικό θεωρητικό παράδειγμα της ανερχόμενης αστικής τάξης πραγμάτων, την κλασική Πολιτική Οικονομία, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα παραδοχής ότι η εργασία έχει έναν ιδιαίτερο και αναντικατάστατο ρόλο στην δημιουργία του κοινωνικού πλούτου. Η τελευταία καθορίσθηκε από την πεποίθηση ότι οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις αποτελούν μία φυσική τάξη πραγμάτων που επανόρθωνε τις προηγηθείσες παρά φύσει καταστάσεις – ιδιαίτερα του φεουδαλισμού – απελευθερώνοντας την ανθρώπινη δράση από αυταρχικούς περιορισμούς και οδηγώντας σε μία ραγδαία και πρωτόγνωρη αύξηση του κοινωνικού πλούτου. Επομένως η κλασική Πολιτική Οικονομία, ενώ είχε πλήρη επίγνωση των κοινωνικών αντιθέσεων και της ταξικής πάλης (ιδιαίτερα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας), υπέθετε ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα αποτελεί κάποιου τύπου “τέλος της ιστορίας” εφόσον δεν μπορεί να υπάρξει υπέρβαση της φυσικής τάξης πραγμάτων. Η εργασία, υπό την αναγκαία όμως καθοδήγηση του κεφαλαίου, δημιουργεί τον πλούτο αυτό και, συνεπώς, οι βασικοί νόμοι συντονισμού και ρύθμισης των οικονομικών σχέσεων αναφέρονται σε αυτήν. Η ωρίμανση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και η εκρηκτική ανάδειξη των εγγενών αντιθέσεων και προβλημάτων του οδήγησε στην ανάγκη θεωρητικής συγκάλυψης των θεμελιακών σχέσεων του και του θεωρητικού πρίσματος που μπορεί να τα αποκαλύψει και να τα μελετήσει. Για τον ίδιο όμως λόγο αλλά και με ριζικά διαφορετικό σκοπό η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας υιοθέτησε την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

Ο Marx, ξεπερνώντας την αγκύλωση της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας με την υποτιθέμενα φυσική τάξη πραγμάτων, έθεσε το πρόβλημα των κοινωνικών σχέσεων με ένα πολύ πιο καθαρό τρόπο: οι κοινωνικές αντιφάσεις παραμένουν πάντα εν λειτουργία, η Ιστορία παραμένει ανοικτή, η ανθρωπότητα μπορεί – και πρέπει – να βαδίσει στην κατάργηση των ταξικών κοινωνιών (που αποτελούν την Προϊστορία της) και στην συγκρότηση της αταξικής κοινωνίας (που με αυτήν θα αρχίσει η πραγματική Ιστορία της). Επομένως η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας δεν αποτελεί απλά μία θεωρητική κριτική του προϋπάρχοντος θεωρητικού πλαισίου αλλά επιπλέον συνδέεται με ένα κοινωνικό ρεύμα και αποσκοπεί σε πρακτικά κοινωνικά αποτελέσματα[3]. Δεν πρόκειται γιά την επιστήμη της υποστηριζόμενης μέλλουσας αταξικής κοινωνίας, γιατί αυτή η επιστήμη δεν μπορεί παρά να είναι δημιούργημα της ίδιας εκείνης της κοινωνίας. Είναι όμως η ριζική κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας και της πιό διεισδυτικής θεωρίας της και η σύνδεση αυτής της κριτικής με αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις που μέσα στην υπάρχουσα κοινωνική πραγματικότητα αγωνίζονται γιά την δημιουργία της νέας κοινωνίας. Η καθοριστική θεωρητική τομή της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας σε σχέση με την προκάτοχο της  – και πολύ δε περισσότερο με τα Οικονομικά – είναι διπλή. Πρώτον, αποκαλύπτει την κυρίαρχη – αλλά και ταυτόχρονα συσκοτιζόμενη – κοινωνική σχέση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και το ότι αυτή είναι μία σχέση εκμετάλλευσης. Την ύπαρξη και την ουσία της σχέσης αυτής είχε ψηλαφήσει η Κλασική Πολιτική Οικονομία αλλά δεν ήταν μέσα στην κοινωνική οπτική της – δεν μπορούσε και δεν ήθελε – η αναγνώριση της. Δεύτερον, δεν ανακαλύπτει μόνο πίσω από τις επιφανειακές μορφές τις κρυμμένες ουσίες αλλά και επιδιώκει να καταδείξει γιατί και με ποιό τρόπο αυτές οι ουσίες εκφράζονται με εκείνες τις μορφές.

Γιά όλους τους παραπάνω λόγους, το θεωρητικό έργο του Marx δεν αποτελεί την θεμελίωση της Πολιτικής Οικονομίας ως προλεταριακής επιστήμης (όπως, γιά παράδειγμα, ισχυρίζεται ο Hilferding (1993, σ.288) αλλά την κριτική ανατροπή της και την τοποθέτηση των βάσεων γιά τον μελλοντικό σχηματισμό από την αταξική κοινωνία της δικής της αυτοτελούς κοινωνικής επιστήμης και όχι τον θεωρητικό μετασχηματισμό της επιστήμης της προηγούμενης αστικής κοινωνίας. Από αυτή την άποψη ο υπότιτλος του «Κεφαλαίου» («Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας») είναι σαφής και κατηγορηματικός.

Στα πλαίσια της Μαρξικής Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας απόκτησε έναν αναντικατάστατο αλλά και σαφώς διαφορετικό από ότι στα πλαίσια της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας ρόλο. Βασικός στόχος της είναι η κατάδειξη των κοινωνικών σχέσεων του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, της εκμεταλλευτικής φύσης τους και του ιστορικά δυνάμενου να υπερκερασθεί χαρακτήρα τους. Εάν για τον Smith η ποιοτική διάσταση της αξίας περιοριζόταν στο ερώτημα περί της πηγής δημιουργίας του κοινωνικού πλούτου – σε διάκριση με την έμφαση του Ricardo στον ποσοτικό προσδιορισμό των αξιών – για τον Marx επεκτείνεται σε όλα τα προαναφερθέντα ζητήματα. Επιπλέον ο τελευταίος, έχοντας ένα υπέρτερο φιλοσοφικό υπόβαθρο, αντιμετώπισε με έναν αρτιότερο τρόπο μία σειρά σημαντικά μεθοδολογικά ζητήματα. Ιδιαίτερης σημασίας, όσον αφορά την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, είναι η κατανόηση από τον Marx όχι μόνο της διαφοράς μορφής-περιεχομένου αλλά και των διαλεκτικών σχέσεων ανάδρασης μεταξύ της δεύτερης (καθορίζουσας) και της πρώτης (καθοριζόμενης) πλευράς, σε αντίθεση με τις “βίαιες αφαιρέσεις” του Ricardo (βλέπε Zeleny (1980, σ.23)).

Στην θέση της Αξιακής Θεωρίας της Ενσωματωμένης Εργασίας, που περιοριζόταν στην θεώρηση των τεχνικών όρων εργασίας, ο Marx διατύπωσε αυτήν της Αφηρημένης Εργασίας με ένα διπλό σκοπό. Αφενός να συλλάβει την κοινωνική διάσταση της παραγωγικής διαδικασίας και των όρων εργασίας και συνεπώς τις ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Αφετέρου να εξηγήσει με αρτιότερο τρόπο την σχέση παραγωγής-κυκλοφορίας-ανταλλαγής-διανομής, δηλαδή τις διαδικασίες ανταγωνισμού μεταξύ των επιμέρους κεφαλαίων. Aξιοποιόντας την υπέρτερη διαλεκτική μεθοδολογία του, προχώρησε στην διατύπωση της ανάλυσης της μορφής της αξίας (value-form) και μέσω αυτής στην παραγωγή της εννοίας της υπεραξίας, που αποτυπώνει πως η παραγωγή αξίας από την εργασία οδηγεί στην εκμεταλλευτική ιδιοποίηση της από το κεφάλαιο. Με τον τρόπο αυτό υπερκέρασε την θολή Ρικαρδιανή κατηγορία του πλεονάσματος, που αδυνατούσε να αποκαλύψει την πηγή προέλευσης του:

Μιά από τις βασικές ελλείψεις της κλασικής πολιτικής οικονομίας είναι ότι δεν κατάφερε ποτέ από την ανάλυση του εμπορεύματος και ειδικότερα της αξίας του εμπορεύματος να βρεί τη μορφή εκείνη της αξίας που τη μετατρέπει ακριβώς σε ανταλλακτική αξία. Ισα-ισα οι καλύτεροι εκπρόσωποι της, όπως ο Α.Σμιθ και ο Ρικάρντο, πραγματεύονται τη μορφή της αξίας σαν κάτι τελείως το αδιάφορο ή σαν κάτι το εξωτερικό γιά την ίδια τη φύση του εμπορεύματος. Η αιτία γι΄ αυτό δε βρίσκεται μόνο στο ότι την προσοχή τους την απόρροφά ολότελα η ανάλυση του μεγέθους της αξίας. Η αιτία βρίσκεται βαθύτερα. Η μορφή αξίας του προϊόντος της εργασίας είναι η πιο αφηρημένη, μα και η πιό γενική μορφή του αστικού τρόπου παραγωγής, που έτσι χαρακτηρίζεται σαν ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικής παραγωγής κι επομένως χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα και ιστορικά. Οταν λοιπόν την πάρει κανείς κατά λάθος γιά την αιώνια φυσική μορφή της κοινωνικής παραγωγής, παραβλέπει αναγκαστικά και το ειδικό της μορφής του εμπορεύματος, και την παραπέρα εξέλιξη, της μορφής του χρήματος, της μορφής του κεφαλαίου κλπ. Γιαυτό βρίσκουμε στους οικονομολόγους που συμφωνούν απόλυτα ότι ο χρόνος εργασίας είναι το μέτρο του μεγέθους της αξίας, τις πιό παρδαλές και πιό αντιφατικές αντιλήψεις γιά το χρήμα, δηλ. γιά την ολοκληρωμένη μορφή του γενικού ισοδυνάμου.

(Μarx (1978), τομ.Ι σ.94)

Μέσα από αυτό το θεωρητικό πρίσμα, ο Μarx ξεπέρασε και μία σειρά άλλες αδυναμίες της Ρικαρδιανής θεώρησης. Η τελευταία ποτέ δεν κατόρθωσε να ενοποιήσει την εργασιακή θεωρία της αξίας με την θεωρία χρήματος της, καθώς αποδεχόταν την ποσοτική θεωρία του χρήματος (που διχοτομεί την οικονομία σε έναν «πραγματικό» και έναν «ονομαστικό» τομέα). Aντιθέτως, ο Μarx απέρριψε την τελευταία και πρότεινε μία ενιαία θεωρία της εργασίας, της αξίας και του χρήματος όπου η πρώτη αποτελεί το περιεχόμενο της αξίας (και το μέτρο της, ο χρόνος εργασίας, το ενδοφυές μέτρο της αξίας) ενώ το δεύτερο είναι η εξωτερική της έκφραση (και το μέτρο του είναι το εξωτερικό μέτρο της αξίας). Επίσης, διευκρίνησε ότι η αξία ενός εμπορεύματος δεν καθορίζεται απλά από την ξοδευμένη για να παραχθεί εργασία αλλά από την κοινωνικά αναγκαία εργασία[4].

Οσον αφορά το πρόβλημα της έκφρασης των αξιών σε τιμές, η Μαρξική ανάλυση εισήγαγε ένα πολύ πιο σύνθετο θεωρητικό πλαίσιο. Σύμφωνα με την Ρικαρδιανή πεποίθηση οι τιμές απλά κυμαίνονται γύρω από τις εργασιακές αξίες, που αποτελούν το «κέντρο βάρους» τους[5]. Αντιθέτως ο Μarx έδειξε ότι αναγκαστικά οι τιμές, παρόλο που καθορίζονται, θα διαφέρουν από τις αξίες. Πρόκειται, συνεπώς, όχι απλά για μία διαδικασία καθορισμού αλλά για μία διαδικασία μετασχηματισμού σε αρκετά στάδια όπου το αποτέλεσμα της αναγκαία διαφέρει από την αιτία δημιουργίας του. Την διαδικασία αυτή μελέτησε, σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης – και κατά συνέπεια με διαφορετικές αφετηριακές υποθέσεις – ιδιαίτερα στον πρώτο και στον τρίτο τόμο του κεφαλαίου[6]. Η βασική ιδέα του Μarx ήταν ότι ο κεφαλαιοκρατικός ανταγωνισμός αναδιανέμει την παραχθείσα αξία από τον ένα κλάδο και παραγωγό στον άλλο χωρίς όμως να αλλάζει ούτε την συνολικά παραχθείσα αξία (δηλαδή το άθροισμα των τιμών ισούται με το άθροισμα των αξιών) ούτε το επίπεδο εκμετάλλευσης (δηλαδή το άθροισμα της υπεραξίας ισούται με το άθροισμα των κερδών)[7]. Η διαδικασία αυτή ξεκινά από τις εργασιακές αξίες (δηλαδή την ξοδευμένη κοινωνικά αναγκαία εργασία), περνά στις τιμές παραγωγής (δηλαδή σε «μετασχηματισμένες αξίες» που εξασφαλίζουν την εξίσωση των ποσοστών κέρδους) και καταλήγει στις τιμές αγοράς (που είναι οι τελικές παρατηρήσιμες εγχρήματες τιμές).

Μία πρώτη, και ίσως η πιο ισχυρή μέχρι σήμερα, επίθεση ενάντια στην Μαρξική θεωρία εξαπολύθηκε από τον Bohm-Bawerk (1975). Κατά τον Kay (1979) η ανωτερότητα της, σε σχέση με άλλες κριτικές, έγκειται σε δύο παράγοντες

(α) στην στενή προσοχή που έδωσε ο Bohm-Bawerk στο κείμενο του “Κεφαλαίου”, δείχνοντας μία συστηματική προσπάθεια όχι για μία πολεμική αλλά για την αντιμετώπιση του Marx στο ίδιο το έδαφος του

(β) στην ρητή σύνδεση της κριτικής του με την θετικιστική απόρριψη της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου: “ο Marx δεν εξήγαγε από γεγονότα τις θεμελιώδεις αρχές του συστήματος του, είτε μέσω ενός ορθού εμπειρισμού είτε μέσω μίας συμπαγούς οικονομικο-φυσιολογικής ανάλυσης* τις θεμελιώνει σε κανένα περισσότερο σταθερό έδαφος από την μορφική διαλεκτική. Αυτό είναι το μεγάλο ριζικό σφάλμα του Μαρξικού συστήματος από την γέννηση του: από αυτό όλα τα υπόλοιπα απορρέουν αναγκαία” (Bohm-Bawerk (1975), σ.101).

Η κριτική του βασιζόταν στην Οριακή θεωρία, δηλαδή σε ένα θεωρητικό πλαίσιο τελείως διαφορετικό από αυτό της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας αλλά και του Marx. Οι τελευταίοι θεωρούσαν ότι η οικονομική διαδικασία βασίζεται πρωταρχικά επάνω στην ανθρώπινη εργασία και οδηγεί στην δημιουργία ενός υπερπροϊόντος (υπεραξίας) που ιδιοποιείται με την μορφή του κέρδους, του τόκου και της γαιοπροσόδου. Οι Οριακοί αντιθέτως θεωρούσαν ότι η διαδικασία αυτή αφορά την παραγωγή διαμέσου της αμοιβαίας συνεργασίας διαφόρων “συντελεστών παραγωγής”, ο καθένας από τους οποίους εισπράττει την ανάλογη με την συνεισφορά του πρόσοδο, δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ασυμμετρίας μεταξύ της εργασίας και των λοιπών “συντελεστών”. Ξεκινώντας από μία θετικιστική-εμπειριστική οπτική, ο Bohm-Bawerk επέκρινε την Μαρξική μέθοδο της ανακάλυψης της φύσης της αξίας ως “μία καθαρά λογική απόδειξη” χωρίς κανένα δόκιμο και απτό περιεχόμενο. Απεύθυνε τρεις επικρίσεις εναντίον του Marx.

Πρώτον, ότι ο Marx αγνόησε σημαντικούς συντελεστές, όπως τα “δώρα της φύσης” (γη, φυσικοί πόροι, ορυκτά, δένδρα κλπ.). Υπό αυτή την έννοια, το Μαρξικό “εμπόρευμα” (ως δημιούργημα της εργασίας) δεν είναι αντιπροσωπευτικό των εμπορευμάτων που στην πράξη ανταλλάσσονται στην αγορά. Οπως έδειξε, ήδη από πολύ νωρίς και εξαιρετικά εύστοχα, ο Hilferding (1975, σ.156), “το λάθος του Bohm-Bawerk είναι ότι συγχέει την αξία με την τιμή, και οδηγείται στην σύγχυση αυτή από την ίδια την θεωρία του. Πολλά πράγματα έχουν μία τιμή όμως δεν έχουν όλα μία αξία. Ο Marx αλλά και η κλασική Πολιτική Οικονομία διευκρίνισαν από την αρχή ότι ο δημιουργός του ανθρώπινου κοινωνικού πλούτου είναι η εργασία και, κατά συνέπεια, μόνο τα πράγματα που έχουν δημιουργηθεί από την εργασία έχουν αξία. Επιπρόσθετα, σε κάθε ταξική κοινωνία είναι η εργασία που υπόκειται σε εκμετάλλευση. Σε αυτές τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες οι κατέχουσες (κοινωνικό πλούτο) τάξεις ιδιοποιούνται τον πλούτο αυτό διαμέσου της εκμετάλλευσης του δημιουργού του (δηλαδή της ιδιοποίησης υπερ-εργασίας). Στον καπιταλισμό η διαδικασία αυτή λαμβάνει την μορφή της εκμετάλλευσης της εργασίας μέσα στην καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή. Γι’ αυτό τον λόγο για τον Marx τα πράγματα τα οποία “αξίζουν” (δηλαδή έχουν αξία) είναι αυτά που δημιουργούνται από την εργασία.

Η δεύτερη επίκριση του Bohm-Bawerk (1975, σ.75) αναφερόταν σε αυτούς τους παραγνωρισμένους συντελεστές που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την εργασία ως κοινός παράγων:

εάν απορριφθεί η αξία χρήσης των εμπορευμάτων τότε απομένει μόνο μία άλλη ιδιότητα, αυτή του ότι είναι προϊόντα της εργασίας… Είναι έτσι;… Υπάρχει μόνο μία άλλη ιδιότητα; Δεν είναι η ιδιότητα του να σπανίζουν σε σχέση με την ζήτηση επίσης κοινή σε όλα τα ανταλλάξιμα αγαθά; ‘Η ότι είναι υποκείμενα της προσφοράς και της ζήτησης; ‘Η ότι τα ιδιοποιούνται; ‘Η ότι είναι φυσικά προϊόντα;… ‘Η είναι η ιδιότητα ότι κοστίζουν στους παραγωγούς τους … κοινή σε όλα τα ανταλλάξιμα αγαθά; … δεν μπορεί η αρχή της αξίας να κατοικεί σε οποιαδήποτε από αυτές τις κοινές ιδιότητες όπως στην ιδιότητα του να είναι προϊόντα της εργασίας;

Η τρίτη κατηγορία είναι ότι η αξία χρήσης μπορεί να αντικαταστήσει την εργασία. Όμως, αυτό που αποτελεί την σπονδυλική στήλη της κριτικής του Bohm-Bawerk είναι η επίκληση του λεγόμενου προβλήματος του μετασχηματισμού. Υποστήριξε ότι υπάρχει ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του πρώτου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου» καθώς «η θεωρία του μέσου ποσοστού κέρδους και των τιμών παραγωγής δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με την θεωρία της αξίας (Bohm-Bawerk (1975), σ.30).

Η κανονική εκκίνηση των αντιπαραθέσεων πάνω στην Μαρξική Αξιακή θεωρία και το ζήτημα του μετασχηματισμού δόθηκε το 1907 με το γνωστό άρθρο του Bortkiewicz (1952, 1975). Ο τελευταίος, ακολουθώντας ένα διαφορετικό δρόμο από αυτόν του Bohm-Bawerk, την θεώρηση του πλεονάσματος της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας – και με παραπλήσια επιχειρηματολογία με εκείνη του λιγότερο γνωστού V.K.Dmitriev (1974) – επεσήμανε μία ασυνέπεια στα αριθμητικά παραδείγματα μετασχηματισμού αξιών σε τιμές που έδινε ο Marx. Συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι ενώ οι εισροές στην παραγωγή υπολογίζονταν σε αξιακά μεγέθη, οι εκροές υπολογίζονταν σε όρους τιμών παραγωγής. Ειρήσθω εν παρόδω ότι φαίνεται ότι ο Marx (1978, τομ.ΙΙΙ, κεφ.9) είχε επίγνωση του προβλήματος αλλά το θεωρούσε απλά τεχνικό ζήτημα που δεν έθιγε την ουσία της άποψης του. Ο ίδιος πρότεινε μία μαθηματική διόρθωση βάσει ενός συστήματος ταυτόχρονων εξισώσεων (και όχι αριθμητικών πινάκων), όπου και οι εισροές υπολογίζονται σε όρους τιμών παραγωγής. Όμως η διόρθωση αυτή έχει μία σειρά σημαντικές παρενέργειες. Πρώτον, σε αντίθεση με τον Marx, το ενιαίο ποσοστό κέρδους σχηματίζεται μόνο από τους τομείς παραγωγής μέσων παραγωγής και κατανάλωσης (δηλαδή εξαιρείται ο τομέας των ειδών πολυτελείας). Δεύτερον, στο σύστημα τιμών παραγωγής δεν υφίσταται κανένα λόγος ώστε να ισχύουν γενικά οι δύο Μαρξικές ισότητες (δηλαδή η ισότητα μεταξύ του συνόλου των τιμών και του συνόλου των αξιών και η ισότητα μεταξύ του συνόλου της υπεραξίας και του συνόλου των κερδών). Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τιμές παραγωγής αποστοιχίζονται από τις αξίες και μπορούν πλέον να υπολογισθούν ανεξάρτητα από αυτές.

ΙV. Η ενδιάμεση περίοδος: Sweezy, Dobb, Meek και Sraffa

Το θεωρητικό ενδιαφέρον για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας παρουσίασε μία έντονη κάμψη στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, μετά τις πρώτες αντιπαραθέσεις γύρω από την Μαρξική Κριτική της. Σε αυτό που μπορεί να αποκληθεί ως ενδιάμεση περίοδο – μετά τους κλασικούς και πριν στην σύγχρονη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος – οι Sweezy (1968), Dobb (1968, 1973) και Meek (1973, 1977) ήταν οι μοναχικές φωνές που διατήρησαν ζωντανή την παράδοση της Μαρξιστικής θεωρίας και την μελέτη της Αξιακής Θεωρίας. Άλλωστε η τελευταία είχε πλέον γίνει αποκλειστικό χαρακτηριστικό της Μαρξιστικής παράδοσης καθώς τα ορθόδοξα Οικονομικά είχαν χάσει κάθε ενδιαφέρον γι’ αυτή.

Όμως αυτή η υπεράσπιση του Μαρξισμού και της Αξιακής θεωρίας δεν ήταν άμοιρη προβλημάτων. Στην πραγματικότητα, μέχρι την δεκαετία του 1960 η Αξιακή θεωρία της Ενσωματωμένης Εργασίας κυριαρχούσε μέσα στην Μαρξιστική οικονομική θεωρία. Λίγο-πολύ όλοι αυτοί οι συγγραφείς ταύτιζαν την Μαρξική Αξιακή θεωρία με την Ρικαρδιανή. Η ταύτιση αυτή ήταν ρητή στην περίπτωση του Dobb, ο οποίος μιλούσε για μία κοινή προσέγγιση Ricardo-Marx. Ηταν μερική στην περίπτωση του Meek, καθώς ο τελευταίος διαφοροποιούσε την Μαρξική από την Ρικαρδιανή άποψη. Παρόλα αυτά η διαφοροποίηση του υπήρξε αδύναμη και μη-ουσιαστική καθώς η όλη θεώρηση του χαρακτηριζόταν από τεχνικισμό. Η αξία συνδεόταν με την δυσκολία παραγωγής και το αντικείμενο της θεωρίας ήταν η οικονομία θεωρούμενη ως ένα τεχνικό και όχι κοινωνικό σύστημα παραγωγής. Παρά την αναγνώριση της διαφοροποίησης του Marx από τον Ricardo, τα δύο βασικά στοιχεία της – δηλαδή η μορφή της αξίας και η αφηρημένη εργασία (ως περιεχόμενο της αξίας) – ήταν εμφανώς υποβαθμισμένα. Η μορφή της αξίας ήταν κενή οποιουδήποτε ουσιαστικού περιεχομένου καθώς η σφαίρα της κυκλοφορίας και το χρήμα απουσίαζαν. Αφετέρου, η ουσία της αξίας παραγνωριζόταν καθώς η αφηρημένη εργασία γινόταν κατανοητή – με έναν αδύνατο τρόπο – απλά ως εργασία εν γένει (δηλαδή σε αφαίρεση από τους διαφορετικούς ειδικούς τύπους συγκεκριμένης εργασίας) και όχι – με την ισχυρότερη έννοια – των κοινωνικών σχέσεων μέσω των οποίων η εργασία κατανέμεται και ελέγχεται.

Όσον αφορά το ζήτημα του μετασχηματισμού, η οπτική του Bortkiewicz αναπτύχθηκε από τον Sweezy (1968) και αργότερα από τους Winternitz (1948), Seton (1957) και Meek (1956), οι οποίοι πρότειναν παραλλαγές της επεκτείνοντας την ανάλυση από το τριτομεακό μοντέλο (μέσα παραγωγής, μέσα κατανάλωσης, είδη πολυτελείας) σε πολυτομεακά μοντέλα μέσω της χρήσης πινάκων εισροών-εκροών και γραμμικής άλγεβρας.

Μία καθοριστική καμπή σημειώθηκε στην δεκαετία του 1960 με το έργο του Sraffa (1960). Ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας την ανάλυση εισροών-εκροών συγκρότησε μία κριτική της νεο-κλασικής οριακής θεωρίας και έδειξε ότι η θεωρία κεφαλαίου της είναι μη-συνεκτική. Η κριτική αυτή συνδυάστηκε με την επιστροφή στην προβληματική της Πολιτικής Οικονομίας – κυρίως στην Ρικαρδιανή εκδοχή της, καθώς ο Sraffa ήταν επιμελητής της επανέκδοσης των έργων του Ricardo. Οι κοινωνικές τάξεις αναγνωρίσθηκαν ως οι βασικοί φορείς, αν και η Σραφιανή κατανόηση τους (ως διαχωρισμό στην σφαίρα της διανομής του εισοδήματος κυρίως) απέχει από την Μαρξική έννοια (που το κέντρο βάρους της είναι στην σφαίρα της παραγωγής). Αυτή η επιστροφή στην Πολιτική Οικονομία είχε εξαιρετικά σημαντικές επιδράσεις, παρόλο ότι ο Sraffa δεν αναφέρθηκε ρητά στην Μαρξική Αξιακή θεωρία. Ξεκίνησε από τις φυσικές ποσότητες της παραγωγής και την αλληλοσυσχέτιση τους και κατασκεύασε ένα μοντέλο εξισώσεων εισροών-εκροών όπου η σχέση των τιμών με τα φυσικά μεγέθη ήταν τελείως ανεξάρτητη των αξιών (μία θεώρηση που είχε ήδη υποδειχθεί από τον Seton (1957)). Ουσιαστικά ξαναδοκίμασε την άγονη Ρικαρδιανή αναζήτηση ενός αμετάβλητου μέτρου της αξίας μέσω ενός τυπικού εμπορεύματος (standard commodity). Το τελευταίο εκλαμβανόταν ως ένα σύνθετο αγαθό και στην συνέχεια χρησιμοποιούνταν για να μετρήσει την διανομή εισοδήματος σε μία οικονομία που παρήγαγε αναπαραγόμενα αγαθά. Ακολούθως ανέλυσε τις επιπτώσεις μίας διακύμανσης των μισθών επάνω στις τιμές και στο ποσοστό κέρδους, έχοντας προϋποθέσει ότι έχει υπάρξει εξίσωση των ποσοστών κέρδους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το τυπικό εμπόρευμα παίζει τον ίδιο ρόλο με τον Ρικαρδιανό σίτο, και με την βοήθεια του ο Sraffa επέλυσε τμήμα του προβλήματος του Ricardo. Όμως, ενώ ο τελευταίος αναζητούσε ένα μέτρο ανεπηρέαστο τόσο από τις αλλαγές στις συνθήκες παραγωγής όσο και από αυτές στις συνθήκες διανομής (υπό σταθερές συνθήκες παραγωγής) και γι’ αυτό η αναζήτηση του ακόμη και για ένα σύνθετο εμπόρευμα απέτυχε, ο Sraffa εγκατέλειψε τον πρώτο περιορισμό και διατήρησε μόνο τον δεύτερο.

Στο μεθοδολογικό επίπεδο, παρά την κυρίως εξωτερική κριτική της νέο-κλασικής θεωρίας γενικής ισορροπίας, ο Sraffa (και οι Σραφιανοί) κατέφυγαν στο ίδιο στατικό πλαίσιο γενικής ισορροπίας[8]. Βασισμένες επάνω στο έργο του Sraffa ακολούθησαν μία σειρά συνεισφορών με κυριότερες αυτές των A.Garegnani, A.Medio και M.Morishima. Γενικά, η Σραφιανή θεωρία συνδέθηκε με μία ευρύτερη τάση μέσα στην τότε κυρίαρχη Κεϋνσιανή θεωρία που στόχευε στην επανανακάλυψη της προβληματικής της Πολιτικής Οικονομίας. Η τάση αυτή υπαγορευόταν εν μέρει από το γεγονός ότι η αποκατάσταση από τον Keynes του προβλήματος της κρίσης (δηλαδή η αποτυχία των υποτιθέμενα τέλειων ρυθμιστικών μηχανισμών του συστήματος αλλά βέβαια λόγω υποκατανάλωσης) δεν διέθετε ένα βαθύτερο θεωρητικό πλαίσιο. Επομένως, οι υποστηρικτές του – και ιδιαίτερα αυτό που αργότερα ονομάσθηκε μετα-Κεϋνσιανό ρεύμα – προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο πλαίσιο. Εάν στο έργο του Keynes η οπτική της Πολιτικής Οικονομίας επαναναδύθηκε – αλλά με μία λανθάνουσα και συγκεκαλυμμένη μορφή, υπό τα ενδύματα της ορθόδοξης θεωρίας – με τους μετα-Κεϋνσιανούς παρουσιάσθηκε μία πραγματική αναγέννηση. Οι συνεισφορές του Sraffa (1960), Kalecki (1971) και Robinson (1969) παρείχαν την βάση για την σύνδεση του Κεϋνσιανισμού με την κλασική Πολιτική Οικονομία[9]. Εξαιρετικής σημασίας ήταν τα δοκίμια των Garegnani (1983) και Eatwell (1983), που επιτέθηκαν στην νεο-κλασική ορθοδοξία στις θεωρίες του προϊόντος και της απασχόλησης. Επικεντρώθηκαν στην σχέση μεταξύ των θεωριών αυτών και της θεμελίωσης τους στις νεο-κλασικές αντιλήψεις για την αξία και την διανομή και ανέπτυξαν μία κριτική τους που αναφερόταν κυρίως στην ανεπαρκή αντιμετώπιση του κεφαλαίου. Αυτή ήταν η βάση της Αντιπαράθεσης για το Κεφάλαιο μεταξύ των δύο Καίμπριτζ (της Αγγλίας και των ΗΠΑ).

Οι μέχρι τότε κυρίαρχες απόψεις μέσα στον Δυτικό Μαρξισμό (και ιδιαίτερα οι Dobb και Meek) πρόσφεραν την υποστήριξη τους στον Sraffa. Ο Dobb (1973) χαιρέτισε την αποκατάσταση του Marx από τον Sraffa, καθώς άλλωστε συμπεριλάμβανε ρητά τον πρώτο στις τάξεις της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Ο Meek (1973, σ.256) επίσης εξέφρασε την ίδια υποστήριξη ισχυριζόμενος ότι δεν έβλεπε κανένα ιδεολογικό αμάρτημα στο να πάρουμε τα μοντέλα του Sraffa ως στοιχεία μίας γενικής τεχνικής βάσης για την ανάλυση μας στην οποία χρειάζεται μόνο να προσδιορίσουμε ότι επιπλέον θεσμικά στοιχεία είναι αναγκαία. Κατέληγε δε ότι η διαδικασία του Sraffa αντανακλούσε την βασική Μαρξική ιδέα – δηλαδή ότι τιμές και εισοδήματα καθορίζονται, σε τελική ανάλυση, από τις σχέσεις παραγωγής – με μεγαλύτερη ακρίβεια και περισσότερο αποτελεσματικά από ότι ο Marx.

V. Η Συζήτηση για την Αξία

Στην δεκαετία του ’60, με την έκρηξη του ριζοσπαστισμού στα πανεπιστήμια, υπηρξε μία αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Αξιακή θεωρία που οδήγησε σε αυτό που έγινε γνωστό ως η σύγχρονη Συζήτηση για την Αξία (Value Debate) του ‘70. Οι εμφάνιση μίας σειράς νέων ρευμάτων έθεσε το έδαφος της συζήτησης αυτής.

Η πρώτη τάση που εμφανίσθηκε οδηγήθηκε από τον Steedman (1977) και εμπνεύσθηκε από το έργο του Sraffa. Οι βάσεις της μπορούν να βρεθούν στους Bortkiewicz και Dmitriev και κατέληξε στην θεώρηση της Αξιακής θεωρίας ως περιττής. Ο Steedman (1981, σ.12-13) υποστήριξε ότι «η συχνή ταύτιση της αντίθεσης σε μία «εργασιακή θεωρία της αξίας» με την αντίθεση σε μία θεωρία της οικονομικής διαδικασίας με βάση την «ιδιοποίηση πλεονάσματος» – μία ταύτιση που ξεπήδησε αρκετά φυσικά από το έργο των Bohm-Bawerk και Wicksteed – μπορεί τώρα να δειχθεί ότι είναι εσφαλμένη. Απόρριψη κάθε είδους «εργασιακής θεωρίας της αξίας» μπορεί, ακολουθόντας το έργο των Dmitriev, Bortkiewicz και Sraffa, να ριζώσει σταθερά μέσα στην προσέγγιση πλεονάσματος καθ’ εαυτή».

Το ρεύμα αυτό ονομάσθηκε νεο-Ρικαρδιανισμός επειδή κατανοούσε την αξία μέσα από την θεωρία της Ενσωματωμένης Εργασίας του Ricardo[10], αν και έθεσε και μία ισχυρή βάση στην Μαρξιστική θεωρία (συχνά επονομαζόμενο ως Σραφιανός Μαρξισμός). Οι νεο-Ρικαρδιανοί υποστήριζαν ότι παρόλο ότι ο Μαρξισμός είναι μία δόκιμη θεωρία για κοινωνική και πολιτική ανάλυση, στην οικονομική θεωρία έχει ξεπερασθεί από εξελίξεις στις μαθηματικές τεχνικές και στα ορθόδοξα οικονομικά και γι΄αυτό χρειάζεται ριζική ανανέωση. Ακολουθόντας την τεχνικιστική οπτική της ενσωματωμένης εργασίας αποδέχθηκαν ότι η αξία ενός εμπορεύματος είναι, εξ ορισμού, η άμεση και έμμεση εργασία που ξοδεύθηκε για να παραχθεί υπό τις τρέχουσες παραγωγικές συνθήκες. Με βάση αυτήν κατέληξαν ότι η αξία είναι περιττή καθώς οι τιμές παραγωγής (καθοριζόμενες από τα φυσικά-τεχνικά δεδομένα της παραγωγικής διαδικασίας) προσδιορίζουν το σύστημα χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή στις αξίες. Μαζί με την απόρριψη της αξίας συμπέραναν ότι μία σειρά άλλων Μαρξικών επιχειρημάτων (όπως η διάκριση παραγωγικής-μη παραγωγικής εργασίας, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους κλπ.) είναι επίσης άστοχα και θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Το υπόλοιπο μέρος της Μαρξικής ανάλυσης υποτίθεται ότι αποτελεί την ουσία της θεωρίας του και μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί μέσα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο στην υποτιθέμενα κοινή παράδοση Ricardo-Marx-Sraffa-Keynes-Kalecki (Steedman (1977), σ.205-7). Πιό συγκεκριμένα, προώθησαν δύο θεμελιακές θέσεις:

1) Ο κεντρικός στόχος των Μαρξικών οικονομικών είναι, πάνω από όλα, η συγκρότηση μίας προσδιορισμένης θεωρίας των τιμών. Συνεπώς, η Μαρξιστική Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας θα πρέπει να μετασχηματισθεί σε μία θεωρία γενικής ισορροπίας εκφρασμένη σε ένα επιλύσιμο σύνολο ταυτόχρονων εξισώσεων.

2) Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η αξία είναι μία περιττή τεχνική παράμετρος. Η μόνη χρησιμότητα της είναι ότι αποκαλύπτει την πηγή προέλευσης της υπεραξίας και τον ταξικό-εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, αν και ακόμη και αυτός ο ρόλος της δεν είναι άνευ προβλημάτων.

Ο πυρήνας του νεο-Ρικαρδιανού επιχειρήματος είναι ο ακόλουθος. Το κόστος παραγωγής κάθε εμπορεύματος ισούται με το σύνολο των τιμών των αναγκαίων υλικών εισροών συν τους απαιτούμενους μισθούς. Οταν αυτό το κόστος πολλαπλασιασθεί επί το ενιαίο ποσοστό κέρδους δίνει την μάζα των κερδών. Το άθροισμα του συνολικού κόστους και του συνολικού κέρδους δίνει την τιμή του συνολικού προϊόντος. Εάν είναι δεδομένη η ποσότητα υλικών εισροών και εργασίας που χρησιμοποιείται σε κάθε διαδικασία παραγωγής, μπορεί να διατυπωθεί ένας αριθμός εξισώσεων ίσος με τον αριθμό των διαδικασιών παραγωγής. Για να μπορεί να επιλυθεί το σύστημα πρέπει ο αριθμός των διαδικασιών παραγωγής (εκφρασμένος στις αντίστοιχες εξισώσεις) να είναι ίσος με τον αριθμό των προϊόντων. Στο σύστημα εξισώσεων αυτό οι άγνωστοι είναι οι τιμές, το ποσοστό των μισθών και το ποσοστό κέρδους. Εάν ορισθεί άλλη μία εξίσωση που να προσδιορίζει ένα ειδικό εμπόρευμα ή ένα καλάθι εμπορευμάτων ως αποτιμητή (numeraire) τότε έχουμε έναν άγνωστο περισσότερο από τις εξισώσεις. Ενας τρόπος επίλυσης του προβλήματος, που μπορεί να έχει οικονομικό νόημα, είναι να απαλειφθούν όλες οι τιμές και να κρατηθεί μόνο μία εξίσωση η οποία να συνδέει το ποσοστό κέρδους με το ποσοστό των μισθών εκφρασμένα στον επιλεγμένο αποτιμητή. Η αποδοχή είτε ενός δεδομένου ποσοστού μισθών είτε ενός δεδομένου ποσοστού κέρδους επιτρέπει, τότε, τον υπολογισμό της άλλης παραμέτρου.

Η κρίσιμη ιδέα, πίσω από τις νεο-Ρικαρδιανές θέσεις, είναι μία ειδικού τύπου κατανόηση της σχέσης μεταξύ των σφαιρών οικονομικής δραστηριότητας (παραγωγή-κυκλοφορία-ανταλλαγή-διανομή). Η σφαίρα της παραγωγής κατανοείται ως η περιοχή όπου η εργασία τίθεται σε δράση με την χρήση μέσων παραγωγής και με σκοπό την δημιουργία προϊόντων. Οι σχέσεις διανομής καθορίζουν την κατανόμη του προϊόντος μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών τάξεων. Οι σχέσεις αυτές επομένως υπερκαθορίζουν την παραγωγή ως το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η υλική παραγωγή λαμβάνει χώρα. Ομως η παραγωγή καθ΄εαυτή δεν είναι μία κοινωνική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι πράγματι η προαναφερθείσα προσέγγιση πλεονάσματος του Ricardo, σε αντίθεση με την προσέγγιση υπεραξίας του Marx.

Στις Σραφιανές θέσεις εναντιώθηκε μία ομάδα συγγραφέων (όπως οι Pilling (1986), Fine-Harris (1979), Fine (1986), Elson (1979), Gerstein (1986), Weeks (1981), Himmelweit-Mohun (1978), Shaikh (1977) κλπ.) που υποστήριξαν την Μαρξιστική Αξιακή θεωρία[11]. Στην κατεύθυνση αυτή αμφισβήτησαν πολλά από τα βασικά σημεία της Μαρξιστικής ορθοδοξίας της ενδιάμεσης περιόδου[12]. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη, από την δεκαετία του ΄70, μίας προσέγγισης που ασπαζόταν την Αξιακή θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας. Η τελευταία αποτελεί την κοινωνική υπόσταση που εκφράζεται στις αξίες των εμπορευμάτων. Επειδή αυτή η εργασία είναι πάνω από όλα μία ιδιόμορφη κοινωνική διαδικασία, όχι απλά μία τεχνολογική προϋπόθεση. η εργασία που αντανακλάται σε ένα εμπόρευμα δεν είναι απαραίτητα ίση με την εργασία που ξοδεύθηκε για την παραγωγή του. Αντί επομένως να εξάγεται αναλυτικά από τις τρέχουσες τεχνικές συνθήκες παραγωγής, η αξία συλλαμβάνεται ως “μία αυτο-κινούμενη υπόσταση… αξία-εν-διαδικασία”, εξαγόμενη σε ιστορικό χρόνο μέσω της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Κατά τον Fine (1986) η τάση αυτή, ξεκινόντας με την απόρριψη της φιλο-Ρικαρδιανής θέσης των Dobb-Meek – που βασίσθηκε στην κριτική του Pilling (1986) (βλέπε την συζήτηση μεταξύ Pilling (1973) και Meek (1973b)) – και της φιλο-Κεϋνσιανής άποψης του Sweezy (βλέπε Weeks (1982)), βασίσθηκε στους εξής άξονες:

1) Μία ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ της Αξιακής θεωρίας της Ενσωματωμένης Εργασίας του Ricardo και αυτής της Αφηρημένης Εργασίας του Marx.

2) Την απόδοση ειδικής έμφασης στην σημαντικότητα της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου του Marx και ιδιαίτερα στην σχέση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, ουσίας και εμφάνισης, ιστορικά συγκεκριμένου και αφηρημένου (δηλαδή μία έμφαση στα Εγελιανά στοιχεία του Marx).

3) Την αναγνώριση της κεντρικότητας της Αξιακής θεωρίας – και των ζητημάτων που απορρέουν από αυτήν (την διαδικασία μετασχηματισμού, την διάκριση παραγωγικής-μη παραγωγικής εργασίας, την θεωρία κρίσης και την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους) – για την ανάλυση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αλλά και την αντιπαράθεση με τα ορθόδοξα Οικονομικά.

4) Την επιστροφή στα Μαρξικά κείμενα και ιδιαίτερα σε ορισμένα έργα (όπως τα Grudrisse και το μετέπειτα ανέκδοτο κεφάλαιο για την Αξιακή Μορφή της πρώτης έκδοσης του “Κεφαλαίου”) καθώς και στην επανανακάλυψη ορισμένων παραγνωρισμένων συγγραφέων (όπως του Rubin (1973, 1978) και του Rosdolsky (1977)).

Οι νεο-Ρικαρδιανοί κατηγορήθηκαν ότι αποτυγχάνουν να συλλάβουν την αφηρημένη εργασία ως κοινωνική εργασία και το μέγεθος της αξίας ως κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Αντίθετα, τοποθετήθηκαν σε ένα πιό χαμηλό επίπεδο αφαίρεσης καθώς ασχολήθηκαν μόνο με τις τιμές παραγωγής, υποθέτοντας ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαίων λειτουργεί περίπου αυτόματα επιβάλλοντας ένα ενιαίο ποσοστό κέρδους. Αγνόησαν ότι την διαλεκτική μέθοδο του Marx και ότι ο τελευταίος ξεκίνησε από το υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης – αυτό του κεφαλαίου εν γένει, στον πρώτο τόμο – στοχεύοντας να δείξει τις γενικές τάσεις του συστήματος που βασίζονται στην θεμελιακή σχέση του (την σχέση κεφαλαίου-εργασίας) και ακολούθως, στην βάση των προηγούμενων, προχώρησε στην μελέτη του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Αναφορικά με το ζήτημα της εκμετάλλευσης, η νεο-Ρικαρδιανή άποψη αποδείχθηκε επίσης εσφαλμένη καθώς υποστήριζε ότι η απόδειξη της εκμετάλλευσης της εργασίας στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία δεν προκύπτει από την Αξιακή θεωρία αλλά από την έννοια του πλεονάσματος, το οποίο κατανοείται ως φυσικο-τεχνικό αποτέλεσμα. Η διαδικασία παραγωγής (και τα συναφή ζητήματα της επιλογής τεχνολογίας, του τρόπου και της έντασης της εργασίας κλπ.) θεωρείται ότι οργανώνεται χωρίς κοινωνικές επιρροές και περίπου εν απουσία ταξικής πάλης. Το αποτέλεσμα της είναι η παραγωγή ενός πλεονάσματος το οποίο στην συνέχεια διανέμεται μεταξύ κοινωνικών τάξεων και πλέον εκεί αναφύεται η εκμετάλλευση καθώς η κοινωνική παραγωγή (και το πλεονάζον τμήμα της) δημιουργούνται από την εργασία αλλά διανέμονται μεταξύ αυτής και του κεφαλαίου. Συνεπώς, η εκμετάλλευση ορίζεται στο έδαφος της διανομής και όχι, όπως για την Μαρξική θεωρία, στο έδαφος της παραγωγής. Γι’ αυτό άλλωστε αποτυγχάνουν να κατανοήσουν ότι η Μαρξική Αξιακή θεωρία δεν αποτελεί πρωτίστως ένα μέσο προσδιορισμού των τιμών ισορροπίας αλλά μία θεώρηση σχεδιασμένη για να ερμηνεύσει την ιστορική ιδιαιτερότητα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Όμως η αντίδραση στον νεο-Ρικαρδιανό τεχνικισμό δεν δημιούργησε ένα ενιαίο ρεύμα αλλά μάλλον άνοιξε τον δρόμο για μία σειρά νέες συζητήσεις σχετικά με την κατασκευή ενός κοινωνικού αξιο-θεωρητικού παραδείγματος. Παραδείγματος χάριν, ενώ η ανάλυση της αξιακής μορφής αποτέλεσε θεμελιακό στοιχείο κάθε σχεδόν άποψης που υποστηρίζει την Αξιακή θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας, τα τελευταία χρόνια προβλήθηκε ως μία ιδιαίτερη τάση από ορισμένους συγγραφείς (όπως οι Backhaus (1990, 1993), Eldred-Hanlon (1981), Eldred-Hanlon-Kleiber-Roth (1982, 1983, 1984, 1985), και Hansen-Pedersen-Stenderup (1984). Η αρχική πηγή έμπνευσης τους ήταν μία σημαντική εργασία του Backhaus (1969), ο οποίος προσπάθησε να απομακρύνει πλήρως την Μαρξική Αξιακή θεωρία από αυτή του Ricardo. Σύμφωνα με τον Backhaus (1969), ο Marx στοχευε σε πολλά από τα γραπτά του (1859 «Κριτική», 1867 «Κεφάλαιο», κεφ.1ο και σε διάφορα μέρη στα Grundrisse και στις «Θεωρίες της Υπεραξίας») να αποστασιοποιηθεί από την Ρικαρδιανή Αξιακή θεωρία. Βέβαια, κατά τον Backhaus, ένα  μεγάλο μέρος της θεωρίας των τριών τόμων του «Κεφαλαίου» επιστρέφει στον Ρικαρδιανισμό. Η θέση αυτή υιοθετήθηκε από τους Eldred, Hanlon, Kleiber και Roth που προσπάθησαν να ανακαλύψουν μία απόκλιση όσον αφορά την ανάλυση της αξιακής μορφής μεταξύ Marx και Engels (που υπήρξε ο επιμελητής του δεύτερου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου»). Η τελική κατάληξη ήταν η πλήρης άρνηση κάθε εργασιακής θεωρίας της αξίας[13].

VI. Σύγχρονες προβληματικές για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας

Χρήμα και Αφηρημένη Εργασία

Οι νεώτερες συζητήσεις για την Αξιακή θεωρία έχουν σημαδευθεί από τις αντιπαραθέσεις σχετικά με την φύση και την μορφή ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας. Μία εξαιρετικά δημοφιλής γραμμή απάντησης στο ερώτημα αυτό ορίζει το χρήμα ως την ενσάρκωση και το μοναδικό μέτρο της αφηρημένης εργασίας και καταλήγει σε μία βασισμένη στην αγορά και στην κυκλοφορία αντίληψη της αξίας. Μία άλλη άποψη προσπαθεί να ανακαλύψει μία αδιαμεσολάβητη και απτή ύπαρξη της (δηλαδή υπάρχουσα χωρίς να χρήζει διαμεσολαβούμενης εμφάνισης) μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Δηλαδή θεωρεί ότι στον σύγχρονο καπιταλισμό ολοένα και περισσότερο επικρατεί μία γενικά κοινή μορφή αδιαφοροποίητης εργασίας. Και οι δύο θεωρήσεις αυτές είναι προβληματικές καθώς πάσχουν από ένα λανθάνοντα εμπειρισμό και αδυνατούν να κατανοήσουν ορθά την διαλεκτική μορφής και περιεχομένου. Θεωρούν ότι περιεχόμενο πρέπει να είναι αυτοτελώς απτό, αλλιώς δεν υφίσταται. Όμως για τον Marx  το αφηρημένο δεν είναι αναγκαία και αυτοτελώς απτό, αλλά συνήθως χρειάζεται να έχει μία διαμεσολαβημένη μορφή έκφρασης. Αυτό όμως δεν το καθιστά λιγότερο πραγματικό.

Η πρώτη άποψη αναφέρεται συνήθως ως «σχολή Rubin», αν και η σχέση της με τον Ρώσο θεωρητικό είναι το λιγότερο προβληματική[14]. Eνα τυπικό δείγμα της αποτελεί το έργο συγγραφέων όπως οι Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), Cartelier (1976) και De Vroey (1982) που προσπάθησαν να επεξεργασθούν μια θεωρία της αφηρημένης εργασίας στη βάση ενός κοινωνικού παραδείγματος, εν αντιθέσει με το τεχνολογικό Σραφιανό. Για το σκοπό αυτό τόνιζαν εμφατικά την αναγκαιότητα σύνδεσης της φυσικο-τεχνικής διάστασης με την κοινωνική διάσταση των οικονομικών δραστηριοτήτων. Tο χρήμα θεωρήθηκε ως η έκφραση του μετασχηματισμού του ιδιωτικού σε κοινωνικό κεφάλαιο και ως η κοινωνική ενσωμάτωση της αξίας-εν-διαδικασία (value-in-process) και συνεπώς ότι μόνο διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα η ιδιωτική εργασία αξιοποιείται και γίνεται αφηρημένη κοινωνική εργασία.  Kατ’ αυτούς η αξία αντί να συνδέεται με μια απλή ενσωμάτωση εργασίας – ένα τεχνικό προτσές – αναφέρεται σε αυτή την αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα.  Eπομένως αποδέχθηκαν ότι η ανάλυση της μορφής-αξίας (value-form) είναι θεμελιακή για την οικοδόμηση ενός κοινωνικού παραδείγματος. Yποστήριξαν ότι σκοπός της Aξιακής θεωρίας θα έπρεπε να είναι να ερμηνεύσει την ειδική λειτουργία μιας αποκεντρωμένης οικονομίας στην οποία δεν είναι νοητή μια a priori κοινωνική συνοχή, παρά ο προσδιορισμός της ισορροπίας των μεγεθών ανταλλαγής.  Ως συνεπακόλουθο, η ποιοτική πλευρά της Aξιακής θεωρίας διαχωρίζεται από την ποσοτική και, ενώ η πρώτη αναβαθμίζεται, η σημασία της δεύτερης μειώνεται.  Στο πλαίσιο αυτό οι Benetti και Cartelier υποστήριξαν ότι οι αξίες και οι τιμές είναι «μη-σύμμετροι» (incommensurable) παράγοντες και επιτέθηκαν στο Marx για την προσπάθειά του να κατασκευάσει σχέσεις του τύπου «το σύνολο των τιμών ισούται με το σύνολο των αξιών», εφόσον αυτές συνδέουν αυτούς τους «μη σύμμετρους» παράγοντες.

Tα προβλήματα της θεώρησης αυτής είναι σημαντικά και τα αποτελέσματά τους φάνηκαν στη μετέπειτα εξέλιξή της η οποία κατέληξε για πολλούς από τους υποστηρικτές της στην ολοκληρωτική ανατροπή των αρχικών θέσεών τους, την απόρριψη της αξίας και την αντικατάστασή τους με το χρήμα ως την καθοριστική παράμετρο του θεωρητικού συστήματός τους.  Παραδείγματος χάριν, οι Benetti και Cartelier (1980) όπως και ο Deleplace (1981), ενώ εξακολουθούν να υποστηρίζουν το κοινωνικό παράδειγμα, απορρίπτουν κάθε αναφορά στην αξία.  Απορρίπτουν το εμπόρευμα ως το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης της σύνδεσης των φυσικών και κοινωνικών πλευρών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και κρατούν μόνο την κοινωνική πλευρά υποστηρίζοντας ότι τα οικονομικά δεν μπορούν να πουν τίποτα για τη φυσική διάσταση.  Tο νέο σημείο εκκίνησης είναι το χρήμα επειδή είναι η μόνη κοινωνική σχέση η οποία στο αποκεντρωμένο σύστημα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι άμεσα κοινωνική. Όμως το χρήμα δεν συνδέεται πλεόν με την αφηρημένη εργασία και την αξία. Μετακινήθηκαν επομένως από μια θεωρία που συνδέει τις φυσικές και κοινωνικές διαστάσεις σε μια που θεωρεί μόνο τις τελευταίες καθώς υποστηρίζουν ότι οι κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούν να αναλύσουν τη συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία αλλά μόνο τις μορφές κοινωνικοποίησης. Tο χρήμα λειτουργεί ταυτόχρονα ως η ουσία και η μορφή της κοινωνικοποίησης. H αξιακή αποτίμηση των εμπορευμάτων είναι απλά η χρηματική ισοδυναμία τους.

Tο καθοριστικό σφάλμα των αρχικών θεωριών των συγγραφέων αυτών είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των θεωριών της λεγόμενης «σχολής Rubin»[15]. H όχι αδικαιολόγητη έμφαση τους με την κοινωνική διάσταση, σε αντίθεση με τις τεχνικιστικές και φυσικιστικές παρεκκλίσεις, καταλήγει σε μια απόπειρα να θεμελιωθεί ένας εκπρόσωπος της διάστασης αυτής ως η απόλυτη ενσάρκωση της. Aυτός ανακαλύπτεται στο χρήμα, το οποίο ως γενικό ισοδύναμο κάθε εμπορεύματος και επομένως ως ο γενικός διαμεσολαβητής όλων των εμπορευματικών ανταλλαγών, έχει έναν προφανή κοινωνικό χαρακτήρα.  Όμως η θεοποίηση του γενικού ισοδύναμου ως της αποκλειστικής και απόλυτης έκφρασης της κοινωνικής διάστασης αποτελεί μια υπεραπλοποίηση και, επιπλέον, έχει τις δικές της φετιχιστικές προεκτάσεις.  Yποβαθμίζει βέβαια τον ενδοφυή κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής σε ένα κατακερματισμένο σύνολο ιδιωτικών προτσές, κατανοητών από μία βασικά τεχνική οπτική γωνία και συνδεομένων μόνο μέσω της ανταλλαγής.  Aυτό είναι μια καρικατούρα της θεωρίας του Marx για τον αναρχικό χαρακτήρα του καπιταλισμού γιατί αγνοεί τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (ή τον κατανοεί με μια κυκλοφοριακή έννοια) και έχει ισχυρές ομοιότητες με τα ορθόδοξα οικονομικά της ανταλλαγής.  Kατά το Marx, στην ανταλλαγή γίνεται ορατή η αντίθεση που είναι εσωτερική στην παραγωγή καθ’ εαυτή, δηλαδή η αντίθεση μεταξύ της ιδιωτικής εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. H αντίθεση αυτή είναι εσωτερική, ενδοφυής στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας καθ’ εαυτό. Eπομένως, η κοινωνική διάσταση προκύπτει και υπάρχει πρώτα και κύρια στην παραγωγή. Eπιπρόσθετα στο Mαρξικό πλαίσιο η αξία, η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα των κοινωνικών σχέσεων, δημιουργείται στην παραγωγή και ορίζεται πριν και ανεξάρτητα από το χρήμα[16].  Φυσικά, για το Marx το χρήμα είναι αναπόσπαστο στοιχείο του καπιταλισμού, σε αντίθεση με την κλασική Πολιτική Οικονομία που τον θεωρούσε ουσιαστικά ως σύστημα εμπράγματης ανταλλαγής. Όμως η εμπορευματική ανταλλαγή προηγείται λογικά της κατηγορίας του χρήματος και η ανταλλακτική ισοδυναμία μεταξύ των εμπορευμάτων προκύπτει πρώτα και κύρια από τον κοινό ενδοφυή χαρακτήρα τους, δηλαδή το ότι είναι προϊόντα εργασίας.  Aυτό κάνει τα εμπορεύματα σύμμετρα καθ’ εαυτά.  Tο χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαμεσολαβούν την ισοδυναμία αυτή, αλλά δεν είναι οι πρωταρχικοί προσδιοριστικοί παράγοντες[17]. Tο χρήμα δεν προηγείται του εμπορεύματος αλλά γεννάται από τη διαφοροποίηση μέσα στην εμπορευματική ανταλλαγή. H αξία, επομένως, δημιουργείται στην παραγωγή και αξιοποιείται στην ανταλλαγή. H κρίσιμη διάκριση είναι αυτή μεταξύ αξίας χρήσης (εκφράζουσας την υλική θεμελίωση της παραγωγής) και αξίας (της κοινωνικής μορφής). H παραγωγή και η κυκλοφορία αξιών χρήσης δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: μια συγκεκριμένη προσδιορισμένη ποσότητα αξιών χρήσης πρώτα παράγεται και μετά ανταλλάσεται. Eπιπλέον η παραγωγή και η κυκλοφορία της αξίας δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: ο χρόνος εργασίας ξοδεύεται στην παραγωγή αλλά αξιοποιείται κοινωνικά στην ανταλλαγή.  Συνεπώς η αφηρημένη εργασία και η αξία προηγούνται του χρήματος. H αφηρημένη εργασία δημιουργεί αξία στο άμεσο προτσές παραγωγής, πριν την ανταλλαγή. H κατηγορία του χρήματος εξάγεται από την κατηγορία του εμπορεύματος μόνο όταν η κατηγορία της αξίας έχει επαρκώς αναπτυχθεί.

Mια κοινή συνέπεια αυτών των θέσεων της σχολής «Rubin» είναι η εκφυγή στον κυκλοφορισμό και η υποβάθμιση της πρωτοκαθεδρίας της στιγμής της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου (total circuit of capital).  Tα σφάλματα αυτά διάνοιξαν το δρόμο για την εκθρόνιση, σε ένα μετέπειτα στάδιο, της αξίας από το χρήμα. O υπερκριτικισμός και της αρχικής περιόδου και ο απολυτοποιημένος διαχωρισμός μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών πλευρών της αξίας (με στόχο την εδραίωση της σημαντικότητας της κοινωνικής διάστασης) οδήγησαν αργότερα σε ένα συνεπακόλουθο πλήρες διαζύγιο μεταξύ της φυσικής και της κοινωνικής διάστασης. Tο χρήμα τότε αποτέλεσε μια εύκολη, αλλά επίσης εξαιρετικά στενή και αδόμητη, λύση στο δίλημμα αυτό.  Aφενός, δεν μπορεί να του προσαφθεί η κατηγορία του τεχνικισμού εφόσον τοποθετείται άμεσα στο επίπεδο του κοινωνικού (συνήθως μέσω της εξαγωγής του από τις λειτουργίες του κράτους, εν αντιθέσει με τη Mαρξική εξαγωγή του από το εμπόρευμα. Aφετέρου, έχει μια άμεση και αδιαμεσολάβητη φυσική παρουσία.  Eπομένως, η διασπασμένη σχέση κοινωνικού και φυσικού επανεδραιώνεται, κατά κάποιο τρόπο, μέσω μιας αυθαίρετης μορφοποίησης γύρω από το χρήμα και με κόστος την αχρήσευση της αξίας.  H αρχική βύθιση στο κοινωνικό και το βασίλειο της ουσίας κατέληξε σε μια συγκεκαλυμμένη επιστροφή στο φυσικά παρατηρήσιμο και στο επίπεδο της εμφάνισης.

Αντίθετα με την λεγόμενη «σχολή Rubin», μία άλλη άποψη υποστήριξε ότι η αφηρημένη εργασία προκύπτει με έναν άμεσα ορατό τρόπο μέσα στην άμεση διαδικασία παραγωγής. Η άποψη του Gleicher (1983, 1985, 1985-6) είναι αντιπροσωπευτική αυτής της οπτικής. Ο τελευταίος προσπάθησε «να σχεδιάσει μία εναλλακτική οντολογία της αξίας ως αφηρημένης εργασίας… η οποία να περιλαμβάνει ταυτόχρονα παραδοσικά Μαρξιστικά, όπως και Σραφιανά στοιχεία, ενώ επίσης απορρίπτει στοιχεία και από τις δύο αυτές προσεγγίσεις». Συνέδεσε την αντίληψη του Uno (1980) για την αξία (η οποία βασίζεται στην ανάλυση του «εμπορεύματος καθ΄εαυτού», δηλαδή χωρίς να συνδέεται η εμπορευματική ανταλλαγή με κάποιον κοινωνικό τρόπο παραγωγής) καθώς και την ανάλυση της καπιταλιστικής εργασικακής διαδικασίας των Braverman (1974) και Aglietta (1979).

Στην ουσία ο Gleicher υιοθέτησε μία ενδιάμεση θέση, υποστηρίζοντας ότι οι όροι που χρησιμοποιούν οι Σραφιανοί – οι τεχνικές παράμετροι και το ποσοστό των μισθών – προσδιορίζουν τις τιμές παραγωγής μόνο πρώτον, μέσω της ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας ως ενός πραγματικού κοινωνικού φαινομένου το οποίο στοιχειοθετεί τις εμπορευματικές αξίες και, δεύτερον, του σχηματισμού της υπεραξίας. Ανακάλυψε δε αυτή την μορφή ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας ως απτή-φυσική παρουσία μέσα στην διαδικασία παραγωγής επειδή – κατά τον Babbage και τον Braverman – ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει την τάση να αποειδικεύει την εργασία[18]. Συνεπώς, ο εργάτης-μάζα (δηλαδή μία γενική και αδιαφοροποίητη μορφή συγκεκριμένης εργασίας) τείνει να γίνει η κυρίαρχη φιγούρα της κοινωνικής παραγωγής. Αρα η καπιταλιστική ανάπτυξη καταλήγει στην ιστορική αφαίρεση της εργασίας, όπου η αφηρημένη εργασία είναι πλέον πραγματική (συγκεκριμένη) εργασία η οποία ανεξαρτητοποιείται από διάφορες αξίες χρήσης και είναι ομογενής σε ολο το φάσμα τους[19]. Όταν αντιμετώπισε δικαιολογημένες επικρίσεις, καθώς η θέση περί αποειδίκευσης έχει εμπειρικά απορριφθεί και αντιθέτως ο σύγχρονος καπιταλισμός εμφανίζει συνδυασμούς ειδίκευσης-αποειδίκευσης, ο Gleicher (1985-6, σ.466) μετακίνησε το επιχείρημα του από την οργάνωση της παραγωγής στο σύστημα ιεραρχίας. Υποστήριξε ότι η τάση αποειδίκευσης ισχύει αλλά ταυτόχρονα η ιεραρχία των ειδικεύσεων δεν έχει εξαλειφθεί. Όμως έχει αλλάξει χαρακτήρα καθώς δεν προκύπτει από την άμεση αλληλεπίδραση του εργάτη με το παραγόμενο εμπόρευμα αλλά από διαφοροποιήσεις στην λειτουργία, συντήρηση και σχεδιασμό μηχανημάτων. Οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι κοινές για ένα ευρύ φάσμα κλάδων. Επομένως ακόμη και εξαιρετικά εξειδικευμένες εργασίες γίνονται αφηρημένες. Κατέληξε δε ότι η ιεραρχία των ειδικεύσεων δεν απηχεί την σχετική παραγωγικότητα (μονάδες αξίας χρήσης ανά ώρα εργασίας) των επιμέρους εργατών και ο καθένας από τους τελευταίους – ασχέτως της θέσης που κατέχει στην ιεραρχία των ειδικεύσεων, δεν είναι παραγωγός μίας αξίας χρήσης αλλά η εργασία του είναι αφηρημένη (Gleicher (1983), p.115-6). Tο επιχείρημα αυτό είναι ακατανόητο καθώς ακόμη και οι πιο απλοϊκές απόψεις δεν υποστηρίζουν ότι η ιεραρχία των ειδικεύσεων αντιστοιχεί στην ιεράρχηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Όμως το πρόβλημα με την θέση περί αποειδίκευσης δεν προκύπτει επειδή εξακολουθεί να υπάρχει η ιεραρχία των ειδικεύσεων αλλά επειδή η διαφοροποίηση των εργασιακών καθηκόντων (πολλές φορές άσχετα από την διοικητική θεσμοθέτηση της) παραμένει ένα χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Η διαφοροποίηση αυτή συμπεριλαμβάνει άλλες διαδικασίες παραγωγής που ο εσωτερικός καταμερισμός εργασίας γίνεται πιο απλός και άλλες που αντιθέτως γίνεται πιο σύνθετος. Επίσης, δεν υπάρχει μία ορατή τάση όλες αυτές οι αντιφατικές διαφοροποιήσεις να είναι ομοιόμορφες σε όλους τους κλάδους αλλά αντίθετα παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές.

Ένα τελευταίο λάθος του Gleicher είναι ότι συμπεριλαμβάνει αδιάκριτα και αδικαιολόγητα, υπό τον τίτλο «σχολή Rubin» σχεδόν κάθε συγγραφέα που υποστηρίζει την ανάλυση της αξιακής μορφής (όπως τους Pilling, Rowthorn, Arthur, Gerstein, Kay, Fine, Harris, Himmelweit, Mohun, Elson, Eldred, Hanlon, De Vroey, Foley, Lipietz) ασχέτως των διαφορών τους και εάν αποδέχονται το χρήμα ως την ενσάρκωση και το μοναδικό μέτρο της αξίας. Παραδείγματος χάριν, οι Foley, De Vroey και Lipietz εμπίπτουν δικαιολογημένα στην κατηγορία αυτή. Οι Eldred και Hanlon υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές και επίσης απορρίπτουν κάθε εργασιακό περιεχόμενο της αξίας* όμως αναγνωρίζουν ότι ο Rubin διαφωνούσε ρητά με την άποψη αυτή. Οι Himmelweit και Mohun κρατούν μία ενδιάμεση θέση, καθώς υποστηρίζουν ότι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας προσδιορίζεται στην σφαίρα της ανταλλαγής. Όμως, από την άλλη πλευρά, οι Elson[20], Fine, Harris, Pilling και Gerstein. δεν αποδέχονται ότι το χρήμα είναι η μοναδική και άμεση ενσάρκωση της αφηρημένης εργασίας και διακρίνουν ρητά – ακολουθόντας τον Marx – μεταξύ του ενδοφυούς (χρόνος εργασίας) και του εξωτερικού (χρήμα) μέτρου της αξίας.

Οι σημερινές συζητήσεις σχετικά με την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας κινούνται σε συναφές έδαφος. Η μεν προσέγγιση τύπου Gleicher έχει σαφώς περιθωριοποιηθεί εξαιτίας των εμφανών αδυναμιών της. Αντιθέτως μία σειρά θεωρίες δοκιμάζουν να αναδιατυπώσουν την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας γύρω από την έννοια του χρήματος -όχι απαραίτητα ταυτιζόμενες με την «σχολή Rubin». Η «Νέα Λύση» στο πρόβλημα του μετασχηματισμού αποτελεί τον πιο επιφανή εκπρόσωπο της κατεύθυνσης αυτής. Επίσης, μία σειρά άλλες προσεγγίσεις όπως η επονομαζόμενη “υπερκαθοριστική” (overdeterminist) λύση (Wolff-Roberts-Callari (1982)) και το Προσωρινό Ενιαίο Σύστημα (Carchedi-Freeman (1996)) ακολουθούν παραπλήσιους δρόμους.

Η “Νέα Λύση” στο πρόβλημα του μετασχηματισμού

Η «Νέα Λύση» (Dumenil (1980), (1983-84), Foley (1982)) έχει ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω της απήχησης της αλλά και γιατί δείχνει με τον πιο συνεκτικό ίσως τρόπο τα θετικά αλλά και τα αρνητικά στοιχεία μίας αντιμετώπισης του προβλήματος της αξίας με την προσφυγή στο χρήμα. Κατ’ αρχήν υποστηρίζει ότι η αφηρημένη εργασία εκφράζεται άμεσα και αποκλειστικά στο χρήμα. Η συσχέτιση αυτή τοποθετείται άμεσα στο επίπεδο των συνολικών μεγεθών μίας καπιταλιστικής οικονομίας. Το καθαρό προϊόν θεωρείται το κατάλληλο πεδίο εφαρμογής της συσχέτισης – καθώς το ακαθάριστο προϊόν παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα – και, επομένως, εξισώνεται η συνολική αξία του με την συνολική ζωντανή εργασία.

Οι τεχνικές συνθήκες παραγωγής συγκεφαλαιώνονται από το διάνυσμα του ακαθάριστου προϊόντος x, του καθαρού προϊόντος y, και της τεχνολογίας παραγωγής που δίνεται από την μήτρα των εισροών A.

(1)                          y = x – Ax

Το διάνυσμα των αξιών λ, εξαρτάται από την μήτρα των εισοών A, και το διάνυσμα της ζωντανής εργασίας l.

(2)                          λ = λA + l

Από τις δύο προηγούμενες σχέσεις έπεται ότι η αξία του καθαρού προϊόντος ισούται με την συνολική ζωντανή εργασία που ξοδεύθηκε στην διαδικασία παραγωγής.

(3)                          λy = lx

Οι σχέσεις (1)-(3), είναι εν γένει αποδεκτές από κάθε εκδοχή της Εργασιακής θεωρίας της Αξίας. Δεδομένου ενός οποιουδήποτε διανύσματος τιμών p, το καθαρό προϊόν σε όρους τιμών είναι py.

Το επόμενο βήμα της ανάλυσης είναι να χρησιμοποιηθεί η αδιαμφισβήτητη, σε Μαρξιστικά πλαίσια συσχέτιση της τιμής με την αξία για να ορισθεί ένας μετασχηματιστής των μονάδων χρόνου εργασίας (το ενδογενές μέτρο της αξίας) σε μονάδες χρήματος (το εξωτερικό μέτρο της αξίας) ή αντίθετα. Αυτός ορίζεται είτε ως η Νομισματική Εκφραση της Εργασίας – ΝΕΕ (Monetary Εxpression of Labour – MEL)  είτε ως η Εργασιακή Εκφραση του Χρήματος-ΕΕΧ (Labour Expression of Money-LEM) ή “αξία του χρήματος” (αναφερόμενη σε μία πιό κλασική Μαρξική έννοια). Για την υπόλοιπη ανάλυση θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο l* που υποδηλώνει δολλάρια/ώρα. Επομένως,

(4)                          λyl* = py                            ή             l* = py / λy

Στο σημείο αυτό η “Νέα Λύση” διαχωρίζεται ριζικά από την Μαρξική θεωρία χρησιμοποιόντας το l* (την ΝΕΕ) για να μεταφράσει τα αξιακά μεγέθη σε χρηματικά. Η βασική θέση της είναι ότι η έκφραση της αξίας του καθαρού προϊόντος στην τιμή του λαμβάνει χώρα άμεσα μέσω της ΝΕΕ.

Επεται άμεσα από τις εξισώσεις (3) και (4) ότι,

(5)                          l* = py / lx           ΝΕΕ

Συνεπώς η ΝΕΕ υπολογίζεται άμεσα εφόσον το lx μπορεί να προσεγγισθεί μέσω του μεγέθους του εργατικού δυναμικού και του μήκους της εργάσιμης ημέρας, και το py είναι η λογιστική αποτίμηση της προστιθέμενης αξίας από τις στατιστικές των Εθνικών Λογαριασμών.

Το πρόβλημα του μετασχηματισμού, ως γνωστόν, ανακύπτει μετά την εξίσωση (3), όταν το διάνυσμα των τιμών παραγωγής P, εξάγεται από τις τεχνικές συνθήκες παραγωγής A, x, l, υπό την συνθήκη της εξίσωσης του ποσοστού κέρδους για όλα τα ανταγωνιζόμενα κεφάλαια. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να συσχετισθεί το διάνυσμα P με το διάνυσμα των αξιών, με τέτοιο τρόπο ώστε να ικανοποιούνται οι δύο Μαρξικές “συνθήκες αμεταβλητότητας”.

Η “Νέα Λύση” ουσιαστικά παραγνωρίζει το πρόβλημα υποστηρίζοντας ότι και οι δύο συνθήκες αμεταβλητότητας ισχύουν μέσω της ΝΕΕ. Οσον αφορά την ισότητα συνολικών τιμών με συνολικές αξίες, αυτή θεωρείται ότι ισχύει μονο για το καθαρό προϊόν (δηλαδή αναγνωρίζεται μόνο η ισότητα της συνολικής τιμής του καθαρού προϊόντος με την συνολική αξία του αλλά όχι του ακαθάριστου προϊόντος). Ταυτόχρονα το μοντέλο της δεν καθορίζει το επίπεδο τιμών αλλά είναι συμβατό με οποιοδήποτε τέτοιο επίπεδο. Για να εξασφαλισθεί η δεύτερη συνθήκη αμεταβλητότητας πρέπει να καθορισθεί η αξία της εργασιακής δύναμης VLP, η πηγή της αξίας και της υπεραξίας. Εδώ η “Νέα Λύση” διαχωρίζεται επίσης από τον κλασικό καθορισμό της (τόσο για τον Marx όσο και για τον Ricardo) ως ίσης με την αξία ενός καλαθιού μισθιακών αγαθών b. Αντιθετα ορίζεται ως:

(6)                          VLP = w(1 / l*)

Επομένως η αξία της εργασιακής δύναμης είναι απλά η μετάφραση του ονομαστικού μισθού w σε αξιακούς όρους μέσω του ΕΕΧ, δηλαδή του αντίστροφου του ΝΕΕ (της εξουσιαζόμενης εργασίας από το χρήμα). Από την (5) προκύπτει ότι η αξία της εργασιακής δύναμης ισούται με το μερίδιο των μισθών στο καθαρό προϊόν:

(7)                          VLP = wlx / py

Τα κέρδη (σε όρους τιμών) και η συνολική υπεραξία δίνονται αντίστοιχα από τις (8) και (9):

(8)                          P = py – wlx

(9)                          S = (1 – VLP)lx

Πολλαπλασιάζοντας την (8) επί (1 / l*) προκύπτει ότι:

(10)                       P(1 / l*) = S

Με τον τρόπο αυτό το πρόβλημα του μετασχηματισμού αντί να επιλυθεί μάλλον ξεπερνιέται.

Το πρόβλημα με την «Νέα Λύση» δεν βρίσκεται τόσο στον μαθηματικό φορμαλισμό όσο στα θεωρητικά της θεμέλια (βλέπε Lapavitsas-Mavroudeas (1997)). Αφήνοντας στην άκρη το ζήτημα του καθαρού προϊόντος, οι δύο βασικοί πυλώνες της – η ΝΕΕ (ή η αξία του χρήματος) και η αντίληψη της για την αξία της εργασιακής δύναμης – είναι εξαιρετικά προβληματικοί. Κατ’ αρχήν η ΝΕΕ είναι απλά μία εξ ορισμού σχέση που δεν έχει κανένα αιτιακό περιεχόμενο. Για να εξαχθεί θα πρέπει να γνωρίζουμε την συνολική τιμή. Η «Νέα Λύση» θεωρεί τις τιμές δεδομένες (συνήθως μέσω θεσμικών και ιστορικο-συγκυριακών παραγόντων), εν αντιθέσει με τον Marx που καθόριζε τις τιμές μέσω της αξίας του εμπορευματικού χρήματος. Όμως για την «Νέα Λύση» στον σύγχρονο καπιταλισμό η αξία του χρήματος δεν εξάγεται έστω και έμμεσα από το εμπορευματικό χρήμα. Επιπλέον, ενώ η ΝΕΕ μπορεί να ορισθεί μόνον ex post, χρησιμοποιείται ex ante για να συσχετισθούν οι αξίες με τις τιμές.  Mέσω της ΝΕΕ το χρήμα αντιπροσωπεύει την αξία άμεσα και αδιαμεσολάβητα. Όμως τόσο στην Μαρξική θεωρία όσο και στην καπιταλιστική οικονομία ισχύει το αντίθετο. Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας (η ουσία της αξίας) εκφράζεται σε χρηματικές μονάδες (την τιμιακή μορφή της αξίας) μέσω μίας σειράς διαμεσολαβήσεων, οι οποίες περιέχουν ενδογενώς την δυνατότητα ανισορροπίας. Η ισοπέδωση της διαμεσολαβημένης έκφρασης της αξίας στην τιμή στον λόγο της ΝΕΕ χάνει τόσο την πολυπλοκότητα της διαδικασίας αυτής όσο και την δυνατότητα πρόκλησης ανισορροπίας. Μία σειρά προβλήματα ανακύπτουν από τα παραπάνω που συνδέονται άμεσα με τον δεύτερο πυλώνα της, την αξία της εργασιακής δύναμης. Πρώτον, η εμπορευματική φύση της εργασιακής δύναμης απορρίπτεται. Δεύτερον, ο ορισμός της αξίας της από την «Νέα Λύση» παραπέμπει στην Σμιθιανή ελεγχόμενη εργασία. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να συλλάβει τις επιπτώσεις των διαφοροποιήσεων της παραγωγικότητας της εργασίας πάνω στην αξία της εργασιακής δύναμης.

Tο χαρακτηριστικό στοιχείο του καπιταλισμού είναι ότι μετατρέπει το χρήμα και την εργασιακή δύναμη σε ιδιόμορφα εμπορεύματα. Ο Marx (αλλά και ο Ricardo) προσπάθησαν να αναπτύξουν μία Εργασιακή Θεωρία της Αξίας βασισμένη στην αντίληψη ότι η αξία δημιουργείται στην παραγωγή και ενσωματώνεται στα εμπορεύματα η οποία αφορά και τα δύο αυτά ιδιόμορφα εμπορεύματα. Φυσικά λόγω της ιδιομορφίας τους η εφαρμογή της σε αυτά παρουσιάζει μία σειρά ειδικές πλευρές. Όμως το να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα αυτό με την προσφυγή στην οπτική της ελεγχόμενης εργασίας αδυνατίζει την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

Επίλογος

Το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, με όλα τα συναφή προβλήματα και αντιπαραθέσεις, αποτελεί ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο της ανάγκης ύπαρξης μίας θεώρησης των οικονομικών σχέσεων που να ξεπερνά την μυωπική αντίληψη των ορθόδοξων Οικονομικών. Ο αδιαμφισβήτητος ρόλος της εργασίας στην δημιουργία του κοινωνικού πλούτου – παρά τις νέο-κλασικές αλλά και τις σύγχρονες μετα-μοντερνίζουσες συγκαλύψεις – την καθιστά το πιο δόκιμο θεωρητικό πρίσμα.

Βιβλιογραφία

Βackhaus H.G. (1969), “Zur Dialektik der Wertform” in “Beitrage zur marxschen Erkenntnistheorie”, hrsg. von A.Schmidt, Frankfurt – [English translation Eldred-Roth (1980), “On the Dialectics of the Value-form”, Thesis Eleven no.1]

Βackhaus H.G. (1990), “Για την διαλεκτική της αξιακής μορφής”, Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας νο.7 – greek translation of Backhaus (1969)

Βackhaus H.G. (1993), “Το μαρξικό σχέδιο για μια “διαλεκτική μέθοδο ανάπτυξης” ως θεματοποίηση του εσωτερικού στοιχείου της πολιτικής οικονομίας”,  Αξιολογικά νο.5

Baran P.-Sweezy P. (1968), “Monopoly Capital”, Penguin

Benetti C. (1974), «Valeur et Repartition», Presses Universiterais de Grenoble-Maspero

Benetti C.-Berthomieu C.-Cartelier J. (1975), «Economie classique, economie vulgaire», Presses Universitaires de Grenoble-Maspero

Benetti C.-Cartelier J. (1980), «Marchands, salaries et capitalistes», Presses   Universiterais de Grenoble-Maspero

Bohm-Bawerk E. (1891), “The Positive Theory of Capital”, Macmillan

Bohm-Bawerk E. (1975), “Karl Marx and the Close of his System”, Merlin Press [edited by P.Sweezy and including R.Hilferding’s reply, entitled “Bohm-Bawerk’s Criticism of Marx” and L.Bortkievicz’s solution]

Bortkievicz L. (1952), “Value and Price in the Marxian System”, International Economic Papers no.2

Bortkievicz L. (1975), “On the Correction of the Fundamentals of Marx’s Theoretical Construction in Volume 3 of Capital”, in von Bohm-Bawerk E. (1975), “Karl Marx    and the Close of his System”, Merlin Press [von Bortkievicz L. (1907), “Zur      Berichtigung der grundlegenden theoritischen Konstruktion von Marx im dritten Band des Kapitals”, Jahrbucher fur Nationalokonomie and Statistik, July]

Βullock P. (1973),’Categories of Labour Power for Capital’, CSEB τομ.ΙΙ

Βullock P. (1974),’Defining Productive Labour for Capital’, CSEB τομ.ΙΙΙ

Βullock P. – Yaffe D. (1975),’Inflation, Crisis and the post-war boom’, Revolutionary Communist νο.3-4

Cartelier J. (1976), «Surproduit et reproduction sociale», Presses Universiterais de Grenoble-Maspero

De Vroey M. (1981), “Value, Production and Exchange” in Steedman-Sweezy eds.   (1981), “The Value Controversy”, Verso

De Vroey M. (1982), “On the Obsolescence of the Marxian Theory of Value: A Critical Review”, Capital & Class no.17

De Vroey M. (1984), “Inflation: a non-monetarist monetary interpretation”, Cambridge Journal of Economics vol.8

Dmitriev V.K. (1974), “Economic Essays”, Cambridge

Dobb M. (1968), “Political Economy and Capitalism: some essays in economic tradition”, Routledge

Dobb M. (1973), “Theories of value and distribution since Adam Smith: Ideology and economic theory”, Cambridge University Press

Dumenil G. (1980), “De la valeur aux prix de production”, Economica

Eatwell J. (1983), Theories of value, output and employment”, in Eatwell -Milgate (1983), “Keynes’s Economics and the Theory of Value and Distribution”, Duckworth

Eatwell J.-Milgate M. (1983), “Keynes’s Economics and the Theory of Value and Distribution”, Duckworth

Eldred M.-Hanlon M. (1981), Reconstructing Value-Form Analysis”, Capital & Class no.13

Eldred M.-Hanlon M.-Kleiber L.-Roth M. (1982-85), “Reconstructing Value-Form Analysis”, Thesis Eleven, nos. 4 (1982), 7 (1983), 9 (1984), 11 (1985)

Eldred M. (1984), “A reply to Gleicher; history: universal concept dissolves any concept!”, Capital & Class no.23

Elson D. ed. (1979), “Value: The Representation of Labour in Capitalism”, CSE Books

Elson D. (1979), “The Value Theory of Labour” in Elson ed. (1979), “Value: The Representation of Labour in Capitalism”, CSE Books

Faccarello G. (1982), “Sraffa versus Ricardo: the Historical Irrelevance of the “corn- profit” model”, Economy & Society vol.11 no.2

Fine B.-Harris L. (1986), “Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο”, Gutenberg

Fine B. ed. (1986), “The Value Dimension”, Routledge

Foley D. (1982), “The value of money, the value of labour-power and the Marxian Transformation Problem”, Review of Radical Political Economics vol.14 no.2

Foley D. (1997), ‘Recent developments in the Labor Theory of Value’, paper presented at the Eastern Economic Association, Washington DC

Garegnani P. (1982), “On Hollander’s Interpretation of Ricardo’s Early Theory of Profits”, Cambridge Journal of Economics, vol.6 no.1

Garegnani P. (1983), “Ricardo’s Early Theory of Profits and its “Rational Foundation”: a Reply to Professor Hollander”, Cambridge Journal of Economics vol.7 no.2

Garegnani P. (1983b), “Notes on consumption, investment and effective demand”, in Eatwell-Milgate eds. (1983), “Keynes’s Economics and the Theory of Value and Distribution”, Duckworth

Gerstein I. (1986), “Production, circulation and value” in Fine ed. (1986), “The Value Dimension”, Routledge

Gleicher D. (1983), “A historical approach to the question of abstract labour “, Capital & Class no.21

Gleicher D. (1985), “A rejoinder to Eldred: Abstract Labour, the Rubin School and the Marxist Theory of Value”, Capital & Class no.24

Gleicher D. (1985-6), “The ontology of labor values: remarks on the Science & Society value symposium”, Science & Society vol.XLIV no.4

Gramm W. (1988), “The movement from real to abstract value theory, 1817-1959”, Cambridge Journal of Economics vol.12

Hansen L.-Pedersen K.-Stenderup T. (1984), “On methodological problems in economic theory: a critique of aprioristic value theory”, Institut for Socialvidenskab Roskilde Universitetscenter, Instituttets skriftserie no.15

Hilferding R. (1975), “Bohm-Bawerk’s Criticism of Marx” in von Bohm-Bawerk E. (1975), “Karl Marx and the Close of his System”, Merlin Press

Himmelweit S.-Mohun S. (1978), “The Anomalies of Capital”, Capital & Class no.6

Himmelweit S.-Mohun S. (1981), “Real Abstractions and Anomalous Assumptions” in Steedman I.-Sweezy P. (1981), “The Value Controversy”, Verso

Hollander S. (1979), “The Economics of David Ricardo”, Heinemann

Hollander S. (1983), “Professor Garegnani’s Defence of Sraffa on the Material Rate of Profit”, Cambridge Journal of Economics vol.7 no.2

Kalecki M. (1971), “Essays on the dynamics of the Capitalist Economy”, Cambridge University Press

Kay G. (1979), “Why Labour is the starting point of capital”, in Elson ed. (1979), “Value: The Representation of Labour in Capitalism”, CSE Books

Kliman A.-McGlone T. (1988), «The transformation non-problem and the non-transformation problem», Capital & Class no.35

Lapavitsas C.-Mavroudeas S. (1997), ‘The ‘New Solution’ of the transformation problem: some issues regarding the treatment of value’, paper presented at the Eastern Economic Association, Washington DC

Lipietz A. (1982), “The So-Called “Transformation Problem” Revisited”, Journal of Economic Theory no.26

Mandel E.-Freeman A. eds. (1984), “Ricardo, Marx, Sraffa”, Verso

Marx K. (1859), “Zur Kritik der Politischen Okonomie”, MEW 13, Dietz Verlag, Berlin 1974 – English edn. Dobb (1971) -translation S.W.Ryazanskaya, “A Contribution to the Critique of Political Economy”, Lawrence & Wishart

Marx K. (1867), “Das Kapital, Kritik der politischen Okonomie”, Band I, “Die Wertform” (pp. 764-784, dropped in subsequent editions) – English translation Roth-Suchting (1978), “The Value-form”, Capital & Class no.4

Marx Κ. (1978), «Κεφάλαιο», τομ.Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Σύγχρονη Εποχή

Mavroudeas S. (1990), “Regulation Approach: a Critical Appraisal”, Ph.D. thesis, Birkbeck College, University of London

Μαυρουδέας Σ. (1992), “Η Θεωρία της Αξίας και η Ρύθμιση”, Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών νο.9

Μαυρουδέας Σ. (1993), “Ο I.I.Rubin και η συνεισφορά του στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία”, Θέσεις νο.44

Medio A. (1977), “Neo-classiques, neo-Ricardiens et Marx”, in Faccarello G.-de Lavergne P. eds. (1977), “Une Nouvelle Approche en Economie Politique?”, Economica, Paris

Meek R. (1956), “Some Notes on the Transformation Problem”, The Economic Journal, March [also in Meek R. (1967), “Economics and Ideology and Other Essays”, London]

Meek R. (1973), “Studies in the Labour Theory of Value”, Lawrence & Wishart

Meek R. (1973b), “Reply to Pilling”, Economy & Society vol.2

Meek R. (1977), “Value in the History of Economic Thought” in Meek (1977), “Smith, Marx and After: Ten Essays in the Development of Economic Thought”, Chapman & Hall

Morishima M. (1973), “Marx’s Economics”, Cambridge

Pilling G. (1973), “Reply to Meek”, Economy & Economy vol.2

Pilling G. (1986), “The law of value in Ricardo and Marx” in Fine B. (1986), “The Value Dimension”, Routledge

Reuten G.-Williams M. (1989), “Value-Form and the State”, Routledge

Ricardo D. (1972), “Principles of Political Economy and Taxation”, London

Rosdolsky R. (1977), “The making of Marx’s “Capital”, Pluto Press

Rubin I.I. (1973), “Essays on Marx’s theory of value”, Black & Rose

Rubin I.I. (1978), “Abstract labour and value in Marx’s system”, Capital & Class no.5

Samuelson P. (1971), ‘Understanding the Marxian Notion of Exploitation: A Summary of the So-Called Transformation Problem between Marxian Values and Competitive Prices’, Journal of Economic Literature, vol.9 June. p.404

Seton F. (1957), “The Transformation Problem”, Review of Economic Studies, June

Shaikh A. (1977), “Marx’s Theory of Value and the “Transformation Problem””, in Schwartz J. (1977), “The Subtle Anatomy of Capitalism”, Santa Monica, California

Smith A. (1986), ‘The Wealth of Nations’, Penguin

Sraffa P. (1960), “Production of Commodities by Means of Commodities: Prelude to a Critique of Economic Theory”, Cambridge University Press

Steedman I. (1977), “Marx after Sraffa”, New Left Books

Steedman I.-Sweezy P. eds. (1981), “The Value Controversy”, Verso

Sweezy P. (1968), “The Theory of Capitalist Development”, Modern Reader Paperbacks [first edn. 1942]

Sweezy P. (1981), “Marxian Value Theory and Crises”, in Steedman-Sweezy eds. (1981), “The Value Controversy”, Verso

Uno K. (1980), “The Principles of Political Economy”, London

Weeks J. (1981), “Capital and Exploitation”, Edward Arnold

Weeks J. (1982), “A Note on the Underconsumptionist Theory and the Labour Theory of Value”, Science & Society vol.XLVI

Winternitz J. (1948), “Values and Prices: A Solution of the So-called Transformation Problem”, The Economic Journal, June

Wolff R. – Roberts B. – Callari  (1982), «Marx’s (not Ricardo’s) «Transformation Problem»: A Radical Reconceptualization», History of Political Economy vol.14 no.4

Yaffe D. (1972), ‘The Marxian theory of Crisis, Capital and the State’, CSEB τομ.II νο.2

Yaffe D. (1973), ‘The crisis of profitability: A critique of the Glyn-Sutcliffe thesis’, New Left Review νο.80

Yaffe D. (1975), ‘Value and Price in Marx’s Capital’, Revolutionary Communist τομ.I

Zeleny J. (1980), ‘The logic of Marx’, Blackwel


[1] Ο Gramm (1988) διακρίνει -από μία Κεϋνσιανή και φιλο-νεορικαρδιανή σκοπιά – δύο φάσεις στην απάλειψη του ενδιαφέροντος για την Αξιακή θεωρία. Η πρώτη (1870-1920) καλύπτεται από τις Υποκειμενικές θεωρίας της Αξίας και την χαρακτηρίζει ως το ενδιάμεσο στάδιο της νέο-κλασικής μετάβασης. Κατά την δεύτερη φάση (1920-1959) κυριαρχεί η θεωρία της γενικής ισορροπίας και εξαλείφεται πλήρως κάθε Αξιακή θεωρία.

Πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι ο Gramm χρησιμοποιεί τους παραπλανητικούς όρους πραγματική και αφηρημένη αξία. Σε αυτή την κατανόηση της δεύτερης ως κάτι ουσιαστικά μεταφυσικό ακολουθεί την Robinson (1962, σ.26): «Όπως όλες οι μεταφυσικές έννοιες, όταν προσπαθείς να την εντοπίσεις αποδεικνύεται απλά μία λέξη… Παρόλα αυτά προβλήματα που ανέκυψαν κατά την αναζήτηση των αιτιών της αξίας δεν είναι καθόλου κενά περιεχομένου». Αποστασιοποιείται μόνον εν μέρει καθώς υποστηρίζει ότι τα προβλήματα αυτά είναι μεστά σημασίας: «πέραν της βασικής επιβίωσης, τα πιο σημαντικά στοιχεία της ανθρώπινης ευημερίας (πχ. αγάπη, εξουσία, φόβος, φθόνος) είναι μεταφυσικά στον χαρακτήρα τους αλλά πλήρη από αξία». Η θεώρηση αυτή είναι σχεδόν τυπικά θετικιστική-εμπειριστική αλλά με έναν ανεστραμμένο τρόπο. Στην κλασική της έκφραση το μη-απτό δεν υφίσταται και είναι μη-σημαντικό. Στην εκδοχή του Gramm εξακολουθεί να παραμένει μεταφυσικό αλλά είναι σημαντικό στο ηθικό κυρίως επίπεδο.

[2] Στο καπιταλιστικό σύστημα εμπορευματοποιήθηκαν δύο βασικές παραγωγικές δυνάμεις, η εργασιακή δύναμη και η γη, που στην φεουδαλική οικονομία παρέμεναν εκτός της εμπορευματικής σφαίρας.

[3] Κατά την γνωστή ρήση του Marx, η πραγμάτωση της φιλοσοφίας είναι η ενοποίηση της με την κοινωνική δράση του εργατικού κινήματος, σε μία οργανική ενότητα, με στόχο την κοινωνική αλλαγή.

[4] Ο καθορισμός της αξίας απλά από την πρώτη οδηγεί στο παράλογο συμπέρασμα ότι όταν το συγκεκριμένο εμπόρευμα παραχθεί με παρωχυμένες παραγωγικές διαδικασίες (που δεν εξοικονομούν επαρκώς την εργασιακή δύναμη) θα αξίζει περισσότερο. Αντιθέτως, ο Μarx υποστήριξε ότι η αξία του καθορίζεται από την εργασία που απαιτείται για την παραγωγή του υπό τις μέσες συνθήκες παραγωγής που κυριαρχούν στον κλάδο.

[5] Κατά τον Smith ο ανταγωνισμός οδηγεί στην μετακίνηση κεφαλαίων από τους λιγότερο στους περισσότερο κερδοφόρους κλάδους. Η κίνηση αυτή, διαμέσου της αυξομοίωσης της προσφοράς και της ζήτησης, αυξάνει τις τιμές (και κατ’ επέκταση τα κέρδη) στους λιγότερο κερδοφόρους κλάδους και αντιστοίχως τις μειώνει στους περισσότερο κερδοφόρους. Η κίνηση αυτή οδηγεί στην τάση εξίσωση των ποσοστών κέρδους, η οποία βέβαια ποτέ δεν πραγματοποιείται πλήρως. Επομένως, οι τιμές αγοράς διακυμαίνονται γύρω από τις «φυσικές τιμές» που αποτελούν τον μακροχρόνιο μέσο όρο τους. Όπως είναι προφανές, το σύστημα τιμών που εξασφαλίζει την εξίσωση των ποσοστών κέρδους θα είναι αντίστοιχο των αξιών μόνον εάν όλοι οι κλάδοι έχουν την ίδια οργανική σύνθεση κεφαλαίου (δηλαδή αναλογία σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο). Τον γρίφο αυτό προσπάθησε, αποτυχημένα, να λύσει ο Ricardo μέσω του αμετάβλητου μέτρου της αξίας. Παρά την αποτυχία του θεωρούσε ότι το πρόβλημα αυτό είναι απλά ένα ζήτημα σταδιακής προσέγγισης των τιμών στις υπολανθάνουσες αξίες.

[6] Μία πειστική ερμηνεία των επιπέδων αφαίρεσης του πρώτου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου» προτάθηκε από τον Rosdolsky (1977). Μία ακριβής παρουσίαση των διαφορετικών απόψεων πάνω στο θέμα αυτό, καθώς και η υποστήριξη μίας άλλης άποψης από αυτή του Rosdolsky, δίνεται από τον Foley (1997).

[7] Οι υποθέσεις αυτές χαρακτηρίσθηκαν αργότερα ως συνθήκες αμεταβλητότητας.

[8] Ο Medio (1977) παρουσιάζει μία αυτοκριτική του Σραφιανού ρεύματος στο ζήτημα αυτό.

[9] Παρόλα αυτά οι Fine-Harris (1979) διακρίνουν τους μετα-Κεϋνσιανούς από τους μετα-Ρικαρδιανούς όσον αφορά την Αξιακή θεωρία, καθώς οι πρώτοι διατηρούσαν ένα (σχετικά αδύναμο) ρόλο για αυτήν ενώ οι δεύτεροι κατέληγαν να την θεωρούν περιττή.

[10] Είναι αλήθεια ότι οι Σραφιανοί, λόγω της επιμέλειας της επανέκδοσης των έργων του Ricardo από τον Sraffa, είχαν κάτι σαν επικυριαρχία επάνω στην Ρικαρδιανή παράδοση. Όμως υπάρχουν ισχυρές αμφισβητήσεις της τόσο από την Μαρξιστική όσο και από την νέο-κλασική σκοπιά. Από την πλευρά της πρώτης, ο Faccarello (1982) αμφισβήτησε την πιστότητα της σραφιανής ερμηνείας πριν από την προσήλωση της σε μία αξιακή θεωρία βασισμένη στον χρόνο εργασίας. Επισης, ο Fine (1983, 1986, σ.13) επέκτεινε την αμφισβήτηση αυτή στην σραφιανή ερμηνεία του προβληματος της Ρικαρδιανής Αξιακής θεωρίας και στην λύση του. Από την νέο-κλασική πλευρά, ο Hollander (1979) αμφισβήτησε την σχέση Ricardo-Sraffa και ακολούθησε μία έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Garegnani (1982, 1983) και Hollander (1983).

[11] Η πρώτη φάση της βρατανικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους νέο-Ρικαρδιανούς, τους Φονταμενταλιστές (Yaffe (1972, 1973, 1975), Bullock (1973, 1974) Bullock-Yaffe (1975)) και την προσέγγιση του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου των Fine-Harris παρουσιάζεται διεξοδικά από τους Fine-Harris (1986).

[12] Η υπόκλιση αυτής της Μαρξιστικής ορθοδοξίας στον νεο-Ρικαρδιανισμό ήταν εμφανής ακόμη και στην πιό επιφυλακτική στάση του Sweezy απέναντι στον Sraffa. Παρόλο ότι δεν εκθείασε τις θέσεις του, ήταν ο πρώτος που προώθησε την άποψη του Bortkiewicz και πρότεινε – μαζί με τον Baran (Baran-Sweezy (1968)) – την προσέγγιση του πλεονάσματος. Ταυτόχρονα όμως προχώρησε σε μία μετριασμένη κριτική του Steedman. Ο Sweezy (1981, σ.23) υποστήριξε ότι “είναι μέσω του παντρέματος της ποιοτικής με την ποσοτική αξιακή θεωρία που ο Marx κατόρθωσε να φωτίσει την ιστορία του καπιταλισμού” και επομένως η Μαρξική θεωρία δεν είναι κυρίως μία θεωρία του προσδιορισμού των τιμών. Δεύτερον, υποστήριξε ότι – αντίθετα με την άποψη του Steedman – υπάρχει ένας τρόπος να συνδεθούν οι αξίες με τις τιμές παραγωγής είτε μέσω του δρόμου του Bortkiewicz είτε μέσω της επαναληπτικής λύσης του Shaikh’s (1977). Τρίτον, “ότι η κρίσιμη έννοια και μεταβλητή της ανάλυσης, το κέντρο βάρους που κρατά τα πάντα στην θέση τους, είναι το ποσοστό υπεραξίας, και είναι ακριβώς τ ποσοστό υπεραξίας που εξαφανίζεται, χάνεται χωρίς ίχνη, από μία ανάλυση που γίνεται σε όρους τιμών” (Sweezy (1981), σ.26). Στο σημείο αυτό ο Sweezy (1981, σ.26 υπ.8) παραδέχθηκε ότι οι προηγούμενες μελέτες του στο θέμα αυτό – ιδιαίτερα το 5ο (“Η Σημασία του Υπολογισμού της Τιμής”) και 6ο τμήμα (“Γιατί δεν αρχίζουμε με τον υπολογισμό της τιμής;”) του κεφαλαίου πάνω στο πρόβλημα του μετασχηματισμού της “Θεωρίας της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης” – “ενώ δεν ήταν εσφαλμένες, δεν έφθαναν στην καρδιά του θέματος, η οποία είναι ο κρίσιμος ρόλος του ποσοστού υπεραξίας για όλη την Μαρξική θεωρία του καπιταλισμού”. Τέλος, υποστήριξε ότι αντίθετα με τους επικριτές του καθώς και αυτούς του Baran, η ανάλυση των μονοπωλιακών τιμών δεν υπονοεί την απώθηση της θεωρίας της αξίας επειδή αυτές είναι μετασχηματισμένες τιμές παραγωγής με την ίδια ακριβώς έννοια που οι τιμές παραγωγής είναι μετασχηματισμένες αξίες (Sweezy (1981), σ.27 και υπ.9).

[13] Μία ενδιάμεση θεωρία – δηλαδή μία ανάλυση της αξιακής μορφής κατά τους Eldred κ.α. (1982-85) αλλά χωρίς να απορρίπτει την Εργασιακή θεωρία της Αξίας – προτάθηκε από τους Reuten-Williams (1989).

[14] Ο Ι.Ι. Rubin κάθε άλλο παρά συμφωνούσε με τις απόψεις των σύγχρονων υποστηρικτών του (βλέπε Μαυρουδέας (1993)). Σε πολλά σημεία επιβεβαίωσε ότι η αξία μπορεί να μελετηθεί χωρίς να έχει προϋποτεθεί το χρήμα (Rubin (1978), σ.36) και επίσης απέρριψε την άποψη ότι η πρώτη δημιουργείται στην κυκλοφορία. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι η αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργούνται στην διαδικασίας της άμεσης παραγωγής και μόνο πραγματώνονται στην διαδικασία της ανταλλαγής (Rubin (1978), σ.125). Επίσης, αναφερόμενος στον ποσοτικό προσδιορισμό της αφηρημένης εργασίας, διευκρίνησε ότι θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η κοινωνική εξισοποίηση της εργασίας στην διαδικασία της ανταλλαγής διεξάγεται σε απομόνωση από την εξάρτηση της από την παραγωγή (πχ. μήκος, ένταση, βαθμός εκπαίδευσης κλπ.) καθώς θα χανόταν κάθε κανονικότητα και το μόνο που θα απέμενε θα ήταν η άναρχη κίνηση της αγοράς (Rubin (1973, σ.154).

[15] Αντίστοιχη είναι η προσέγγιση του De Vroey και των Ρυθμιστών (Lipietz κλπ.), βλέπε Μαυρουδέας (1992).

[16] Mε αυτή την έννοια ο Marx χρησιμοποιεί την Aξιακή θεωρία, στον πρώτο τόμο του «Kεφαλαίου», για να αναλύσει την παραγωγή ενώ κάνει αφαίρεση της ανταλλαγής και της διανομής.  H ανταλλαγή θεωρείται μόνο στην απλή μορφή της σχέσης εργάτη-καπιταλιστή.  Tο γεγονός ότι η ανταλλαγή, η οποία στην αναπτυγμένη μορφή της συνεπάγεται το επίπεδο των «πολλών κεφαλαίων», δεν είναι παρούσα δεν εμποδίζει το Marx από του να χρησιμοποιήσει την Aξιακή θεωρία στην ανάλυση της παραγωγής σε αφαίρεση από τις άλλες σφαίρες.

[17] Ο Marx επικρίνει διεξοδικά τον Bailey για αυτό το σφάλμα.

[18] Ο Babbage υποστήριξε ότι υπάρχει μία τάση απλοποίησης του συλλογικού εργάτη. Ο Braverman (1974, p.81) υιοθέτησε την άποψη αυτή για να τεκμηριώσει την θέση του περί από-ειδίκευσης της εργασίας στον καπιταλισμό. Οι περισσότερες δε αναλύσεις της δεκαετίας του ’70 για την διαδικασία εργασίας – και ανάμεσα σε αυτές η Ρύθμιση και ο Aglietta – ασπάσθηκαν την άποψη αυτή για να θεμελιώσουν τις έννοιες του Ταιηλορισμού και του Φορντισμού.

[19] Η θέση αυτή βασίζεται επάνω στον εξαιρετικά προβληματικό ορισμό της αφηρημένης εργασίας ως «η υποκειμενική δραστηριότητα παραγωγής αξίας χρήσης η οποιά δεν είναι ειδική για μία συγκεκριμένη αξία χρήσης αλλά αντιπροσωπεύει την δυνατότητα παραγωγής μίας ευρείας ποικιλίας αξιών χρήσης» (Gleicher (1983), p.107). Ο ορισμός αυτός συμπλέκει αδόκιμα την αφηρημένη με την συγκεκριμένη εργασία.

[20] Η Elson (1979), ιδιαίτερα, όχι μόνο αποστασιοποιείται από τον Rubin αλά τον κατηγορεί επίσης για την ίδια τεχνικιστική παρέκκλιση όπως αυτή των Sweezy, Dobb, Meek, Althusser etc. Για έναν σχολιασμό της κριτικής της βλέπε Μαυρουδέας (1993).

———————————————————————-

 

Wall Street Journal: Τι γίνεται στην Ουγγαρία (για τα οποία υπάρχει μία μυστήρια σιγή ασυρμάτου στον τύπο)

  • EUROPE NEWS
  • DECEMBER 21, 2010

Hungary Raises Rates Again

 

By GORDON FAIRCLOUGH And MARGIT FEHER

http://online.wsj.com/article/SB10001424052748704610904576031651182098230.html?mod=djemITPE_h

 

BUDAPEST—Hungary’s central bank raised interest rates for the second month in a row, deepening the rift between it and the country’s government, which is trying to jump-start a flagging nationaleconomy.

After announcing another quarter-point increase in the National Bank of Hungary’s policy rate Monday, the central bank’s governor, Andras Simor, said the step was necessary to keep inflation in check.

«Further tightening may not be necessary if future wage and price increases turn out to be moderate,» Mr. Simor said. But, he said, the bank will not «tolerate divergence» from its inflation target of 3%. Inflation was 4.2% last month.

The administration of Prime Minister Viktor Orban issued a sharply worded statement, saying the bank’s rate decision «was hasty, hard to justify and could lead to a halt in Hungary’s economic consolidation.»

The government has called on its critics to give its policies time to work.

On Monday, a senior economy ministry official promised to unveil a new round of «reforms» in February designed to «ensure the stability of the budget.» He said the measures would revamp education, health care, public-works programs and government administration.

The International Monetary Fund and the European Union, which bailed out the heavily indebted country two years ago, have urged Mr. Orban to adopt long-term spending cuts. Moody’s Investors Service this month downgraded Hungary’s sovereign-credit rating two notches to just above junk levels, and the cost of insuring government bonds against default has risen.

Mr. Orban, who has pledged to avoid any new austerity measures, is moving to cut taxes on personal incomes as well as on small and midsize enterprises in an effort to speed Hungary’s recovery from its worst recession since the end of communism in 1989.

In order to keep the state budget deficit from ballooning as a result, the government has levied hefty temporary taxes on banks, large retailers and telecommunications and energy companies. It is also moving a large chunk of money from private pension funds back to government coffers.

Mr. Simor has criticized these measures, which he has termed «unconventional.»

In an interview last week, Mr. Simor said the government’s measures risked discouraging bank lending and slowing the recovery and could also contribute to a worsening long-term debt outlook.

Neil Shearing, a senior emerging-markets economist with Capital Economics in London, said that, «given the weakness of the economic backdrop, it’s hard to believe Hungary will have an inflation problem 12 to 18 months down the road.»

Mr. Orban’s Fidesz party has been taking steps to increase government control of economic policy. Fidesz lawmakers have introduced legislation that would give Parliament the power to appoint and recall four members of the central bank’s seven-member rate-setting committee. Mr. Simor has said the proposed law is «unnecessary.»

In addition to inflation worries, Mr. Simor has said Hungary’s economy remains vulnerable to shifts in investors’ assessments of the riskiness of Hungarian assets.

Sofokleous10: Διπλωματικό μίνι φιάσκο με την επιμήκυνση!

Διπλωματικό μίνι φιάσκο με την επιμήκυνση!

Τρίτη, 21 Δεκέμβριος 2010

http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2010-12-21-00-13-11-2010122131706/

 

Την αρχική βεβαιότητα που μετέδιδε η κυβέρνηση, ότι η επιμήκυνση του δανείου των 110 δις. ευρώ ήταν σίγουρο πως θα εγκρινόταν μέσα στον Ιανουάριο, εξανέμισε το διπλωματικό μίνι φιάσκο για την Ελλάδα στη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης εβδομάδας: η καγκελάριος Μέρκελ, που είδαμε σε τηλεοπτικά πλάνα να συνομιλεί με τον Πρωθυπουργό κατ’ ιδίαν πριν αρχίσει η Σύνοδος την Πέμπτη, επέμεινε μέχρι τέλους στη σκληρή στάση της, αφήνοντας για αργότερα τις αποφάσεις.

Μιλώντας χθες στο υπουργικό συμβούλιο, ο Πρωθυπουργός προσπάθησε να «χρυσώσει το χάπι», δηλώνοντας στους παριστάμενους υπουργούς τη βεβαιότητά του, ότι τον Φεβρουάριο, πριν εγκριθεί η εκταμίευση της τέταρτης δόσης του δανείου, θα «ανάψει πράσινο» και για την επιμήκυνση.

«Μπροστά μας έχουμε ενδεχόμενες εξελίξεις που είναι σημαντικές, όπως το θέμα της επιμήκυνσης, που θα είναι ένα θετικό γεγονός για τη χώρα μας. Είχα την ευκαιρία να μιλήσω με πολλούς για το θέμα αυτό στη Σύνοδο Κορυφής και όλοι είναι θετικοί. Πιστεύω ότι δεν θα έχουμε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Υπάρχουν κάποια τεχνικά θέματα, αλλά τουλάχιστον δεν αναμένουμε σοβαρά προβλήματα. Θα είναι νομίζω μια θετική εξέλιξη», δήλωσε στο χθεσινό άτυπο Υπουργικό Συμβούλιο ο κ. Γ. Παπανδρέου.

Όμως, αυτή η φαινομενικά μικρή χρονική διαφορά, ανάμεσα στον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, όπως και ανάμεσα σε μια «καθαρή» έγκριση από σήμερα και σε «τεχνικές λεπτομέρειες» που μένουν να διευθετηθούν, σηματοδοτούν μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις επιδιώξεις της κυβέρνησης και σε αυτά που πραγματικά επιτεύχθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής:

n  Ανοίγοντας τη συζήτηση για την επιμήκυνση ήδη πριν από την έγκριση εκταμίευσης της τρίτης δόσης, η κυβέρνηση επεδίωκε να έχει κλείσει το θέμα τον Ιανουάριο, δηλαδή πριν οριστικοποιηθούν τα στοιχεία για την εκτέλεση του φετινού προϋπολογισμού και πριν τεθεί η οικονομία στη βάσανο της αξιολόγησης για την εκταμίευση της τέταρτης δόσης του δανείου. Γι’ αυτό και ο Πρωθυπουργός προσπάθησε αρκετά, χωρίς επιτυχία όμως, όπως φαίνεται από το τελικό αποτέλεσμα, να εκμαιεύσει από τη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης εβδομάδας την έγκριση της Μέρκελ, ώστε η υπόθεση της τελικής έγκρισης από το Eurogroup μέσα στον Ιανουάριο να έχει τυπικό χαρακτήρα.

n  Αντ’ αυτού, η Γερμανίδα καγκελάριος φαίνεται ότι επέμεινε στη θέση της, πως η Ελλάδα δεν έχει πείσει με τις επιδόσεις της το 2010 και με τα πρόσθετα μέτρα που εξήγγειλε και ήδη λαμβάνει για το 2011, ότι παραμένει σε τροχιά εκπλήρωσης των στόχων του μνημονίου για τον επόμενο χρόνο. Στα μάτια των Γερμανών, η Ελλάδα εμφανίζεται «άστοχη» κατά 3,8 δις. ευρώ, σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν και της ΕΚΤ που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα, στην εκτέλεση των συμπεφωνημένων με το μνημόνιο για το 2011, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρξουν και αρνητικές εκπλήξεις στα τελικά στοιχεία για το 2010, που θα οριστικοποιηθούν από την Eurostat τον Φεβρουάριο.

n  Έτσι, η συζήτηση για την επιμήκυνση μετατίθεται σε χρόνο εξαιρετικά «άβολο» για την κυβέρνηση, καθώς τον Φεβρουάριο αναμένεται να αποκαλυφθεί ότι το έλλειμμα του 2010 ήταν αρκετά υψηλότερο ακόμη και από τον αναθεωρημένο στόχο του υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα ξεπεράσει το 10%, ίσως και κατά μισή μονάδα. Οι επιτηρητές έχουν διαπιστώσει ορισμένες νέες λογιστικές «αλχημείες» της κυβέρνησης, με σοβαρότερη την εμφάνιση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου, που από την Κομισιόν και την ΕΚΤ προσδιορίζονται σε 1,7 δις. ευρώ για το 9μηνο και από το ΔΝΤ το ποσό ανεβαίνει στα 2,2 δις. ευρώ. Σε αυτό το πλαίσιο διαπραγμάτευσης, η επιμήκυνση θα εμφανισθεί περισσότερο σαν «χάρη» των πιστωτών προς την Ελλάδα, παρά σαν απονομή επαίνου για τις καλές επιδόσεις της χώρας, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο να ασκηθούν νέες πιέσεις για πρόσθετα διορθωτικά μέτρα, πριν εγκριθεί η επιμήκυνση.

n  Επιπλέον, τα «τεχνικά θέματα» της επιμήκυνσης, στα οποία αναφέρθηκε ο Πρωθυπουργός, ίσως αποδειχθεί ότι δεν είναι λεπτομέρειες, αλλά αρκετά ουσιαστικά προβλήματα. Για παράδειγμα, η Γερμανία επιμένει στις παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, ότι η Ελλάδα δεν θα πρέπει να κερδίσει μια επιμήκυνση για όλο το ποσό του δανείου, αλλά για το ποσό από την τέταρτη δόση και μετά. Για τις πρώτες τρεις δόσεις του δανείου, ζητεί να αναχρηματοδοτηθούν με νέα δάνεια, αρχικά από τον προσωρινό μηχανισμό στήριξης, που αργότερα (μετά το 2013) θα κληροδοτηθούν στον μόνιμο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Αυτό, όμως, θα σημαίνει ότι η χώρα θα έχει λάβει πιστώσεις από το μηχανισμό, η ύπαρξη του οποίου συνδέεται με τις αναδιαρθρώσεις χρέους. Επιπλέον, για ένα σημαντικό ποσό του συνολικού δανείου θα επιβληθούν επιτόκια αρκετά υψηλότερα, από το 5,8% που διεκδικεί η Αθήνα για το συνολικό ποσό, ώστε να υπάρξει πλήρης ευθυγράμμιση με τους όρους του αντίστοιχου ιρλανδικού δανείου.

Ακόμη και αν καταφέρει, όμως, η Ελλάδα να εξασφαλίσει την επιμήκυνση, αυτό δεν λύνει παρά μόνο ένα από τα πολλά προβλήματα που θα εμφανισθούν στο μέλλον, δηλαδή τη συσσώρευση τεράστιων ποσών χρεολυσίων, την περίοδο 2014-2015. Το πρόβλημα της πιθανής αδυναμίας επιστροφής της χώρας στις αγορές το 2012 θα παραμείνει στον ορίζοντα ανεπίλυτο, όπως και το συνολικότερο πρόβλημα του εξαιρετικά υψηλού χρέους, που σε συνδυασμό με τον κίνδυνο αναδιάρθρωσης μετά το 2013 θα καθιστά απαγορευτική για τους περισσότερους επενδυτές την τοποθέτηση κεφαλαίων σε ελληνικά ομόλογα.

Επιπλέον, η αναδιάρθρωση δημιουργεί σοβαρό θέμα πρόσθετων τόκων που θα «φορτωθούν» στο Δημόσιο τα επόμενα χρόνια -όλοι γνωρίζουν, ότι ένα απλό τοκοχρεολυτικό δάνειο, ο συνδυασμός μεγάλης επιμήκυνσης της διάρκειας και αύξησης επιτοκίου οδηγεί σε διπλάσιους ή και περισσότερους τόκους.  Πώς θα εξυπηρετηθούν αυτοί οι πρόσθετοι τόκοι, από ένα κράτος που θα πασχίζει μετά το 2012 να κατεβάσει το χρέος από το 158% του ΑΕΠ, μένει να απαντηθεί στο μέλλον. Το βέβαιο είναι, ότι τίποτε από όλα αυτά δεν προδιαθέτει οποιοδήποτε σοβαρό επενδυτή να τοποθετήσει κεφάλαια σε ελληνικά ομόλογα, αλλά αντίθετα όλοι οι οιωνοί «δείχνουν» στην κατεύθυνση του παρατεταμένου αποκλεισμού της χώρας από τις αγορές, παρά την «τραυματική» εμπειρία της χώρας με το σκληρότερο πρόγραμμα σταθεροποίησης όλων των εποχών…

Το αίσχος της Δανειακής Σύμβασης

Το αίσχος της Δανειακής Σύμβασης

 

Η δανειακή σύμβαση Ελλάδας – κρατών ευρωζώνης συνιστά αποικιοκρατική σύμβαση με σημαντικές πολιτικε’ς, οικονομικές, κοινωνικές και λοιπές επιπτώσεις για τη χώρα. Υπογράφτηκε από την Ελλάδα και τις χώρες – μέλη της ευρωζώνης πλην της Γερμανίας. Αντί για τη Γερμανία τη σύμβαση υπέγραψε η τράπεζα KfW «που υπόκειται στις οδηγίες, τελεί υπό την εγγύηση και ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον της Γερμανίας».
Η δανειακή σύμβαση υπόκειται στους όρους και τις προϋποθέσεις του μνημονίου αλλά και των σχετικών αποφάσεων των χωρών της ευρωζώνης για το μηχανισμό στήριξης της Ελλάδας μέσω κοινά οργανωμένων διμερών δανείων.

Τα δεκαπέντε κράτη της ευρωζώνης υπέγραψαν επίσης σχετική Συμφωνία Πιστωτών, με την οποία ανέθεσαν στην Επιτροπή καθήκοντα συντονισμού και διαχείρισης των διμερών δανείων που θα χορηγήσουν στην Ελλάδα συνολικού ποσού 80 δισ. ευρώ.

Η δανειακή σύμβαση προβλέπει ότι τα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο θα βασιστούν στο 3μηνο Euribor που σήμερα ανέρχεται σε 1,03%. Στα εν λόγω επιτόκια αποφασίστηκε να προστεθεί επιπλέον επιτόκιο 3% για δάνεια τριετούς διάρκειας ή επιτόκιο 4% για δάνεια άνω των τριών ετών. Επίσης αποφασίστηκε να προστεθεί και 0,5% ως εφάπαξ ποσό αμοιβής για υπηρεσίες και κάλυψη λειτουργικών δαπανών των δανειστών! Το ποσό αυτό στο σύνολο των 80 δισ. ευρώ ανέρχεται στο όχι ευκαταφρόνητο ποσό των 400 εκατομμυρίων ευρώ!

Έτσι με τη σύναψη της δανειακής σύμβασης και την κύρωση του μνημονίου η χώρα απώλεσε σημαντικό μέρος της εθνικής της κυριαρχίας προκειμένου να λάβει, εάν λάβει, ποσό 80 δισ. ευρώ με τοκογλυφικό επιτόκιο.

Περισσότερο δε που η Ελλάδα θα μπορούσε ήδη μέχρι 31 Μαρτίου 2010, να έχει δανειστεί άνετα από τις διεθνείς αγορές τουλάχιστον το ποσό των 53,4 δισ. ευρώ που χρειαζόταν για το 2010 και μάλιστα με μέσο επιτόκιο περί το 6,2% χωρίς να έχει παραιτηθεί από την άσκηση της εθνικής της κυριαρχίας σε σημαντικούς τομείς και χωρίς να έχει μετατραπεί σε οικονομικό προτεκτοράτο του ΔΝΤ και της ευρωζώνης υπό τον έλεγχο της τρόικας.

Αν και κανένας από τους δανειστές δεν εφαρμόζει το αγγλικό δίκαιο αφού πρόκειται για χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης όπου ισχύει το δίκαιο των κωδίκων, η δανειακή σύμβαση επιβάλλει ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό δίκαιο, δηλαδή ένα κλάδο δικαίου που δεν ανήκει στο ηπειρωτικό δίκαιο αλλά στο σύστημα του κοινού δικαίου. Η λύση αυτή επιβλήθηκε από τους δανειστές διότι το αγγλικό δίκαιο εφαρμόζει το δίκαιο των δικαστικών αποφάσεων των αγγλικών δικαστηρίων που έχουν διαμορφώσει μια νομολογία επί εκατονταετίες, η οποία είναι ιδιαίτερα σκληρή έναντι του οφειλέτη και υπερασπίζεται κυρίως τα δικαιώματα του δανειστή.

Οι δανειστές μπορούν να εκχωρήσουν ή να μεταβιβάσουν με κάθε άλλο τρόπο οποιαδήποτε από τα δικαιώματα τους υπό την προϋπόθεση προηγούμενης γραπτής συναίνεσης όλων των δανειστών. Ο δανειολήπτης (δηλαδή η Ελλάδα) δεν μπορεί να αντιτάξει αντιρρήσεις στο ζήτημα αυτό. Επίσης κατ’ εξαίρεση ένας δανειστής έχει δικαίωμα μονομερώς να εκχωρήσει ή και να μεταβιβάσει είτε μέρος των δικαιωμάτων του στο πλαίσιο ανακατανομής των συμμετοχών των δανειστών είτε οποιοδήποτε από τα δικαιώματα του στο κράτος – μέλος που είναι ο εγγυητής του.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι υπό όρους είναι δυνατό το ελληνικό χρέος δυνάμει της εν λόγω σύμβασης να εκχωρηθεί ή να «πουληθεί» στην Τουρκία ή σε άλλες ενδιαφερόμενες χώρες.
Δεδομένου ότι στους δανειστές συμπεριλαμβάνεται και η γερμανική κρατική τράπεζα KfW, η οποία θα δανειοδοτήσει την Ελλάδα με 22,3 δισ. ευρώ το ελληνικό χρέος είναι δυνατό να τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του δικαίου της ΕΕ και να αποτελέσει αντικείμενο διεθνών συναλλαγών καταλήγοντας στα χέρια κερδοσκόπων και άλλων τρίτων χωρών.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 οι δανειστές μπορούν να καταγγείλουν τη δανειακή σύμβαση για ορισμένους λόγους που αναλύονται παρακάτω.
Στην περίπτωση αυτή οι δανειστές με γραπτή ειδοποίηση μπορούν «να ακυρώσουν τη Δανειακή Διευκόλυνση και /ή να απαιτήσουν το ανεξόφλητο κεφάλαιο των Δανείων ως άμεσα απαιτητό και πληρωτέο μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους».

Λόγοι καταγγελίας είναι: Πρώτο, αδυναμία εκ μέρους της Ελλάδας καταβολής οποιουδήποτε ποσού σε κάποιον από τους ως άνω δανειστές. Επομένως εάν έστω και ένας από τους δανειστές δεν εξοφληθεί οι υπόλοιποι δικαιούνται να καταγγείλουν τη σύμβαση.
Δεύτερο, αδυναμία τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από το μνημόνιο. Δηλαδή σε περίπτωση μη εφαρμογής των διαφόρων αντιασφαλιστικών και αντιεργασιακών νόμων.
Τρίτο, για οποιεσδήποτε παράνομες ή παραπλανητικές ενέργειες των ελληνικών αρχών.
Τέταρτο, όταν η Ελλάδα δεν εξοφλήσει εμπρόθεσμα τις οφειλές της προς το ΔΝΤ!
Πέμπτο, αν η δανειακή σύμβαση κριθεί παράνομη και άκυρη από το Δικαστήριο της ΕΕ!
Έκτο, αν η Ελλάδα προχωρήσει σε αναστολή πληρωμών για ποσό κεφαλαίου που υπερβαίνει τα 250 εκατομμύρια ευρώ.

Σύμφωνα με το άρθρο 14.5 «ο Δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά στον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά στην άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, κατάσχεση, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή προσωρινή διαταγή και όσον αφορά στην εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος».

Μάλιστα σύμφωνα με το σημείο 10 του υποδείγματος της νομικής γνωμοδότησης «ούτε ο δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας ή διαφορετικά λόγω της δικαιοδοσίας, κατάσχεσης -συντηρητικής ή αναγκαστικής- ή αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια ή διαδικασία σχετικά με τη Σύμβαση».

*Ο Νότης Μαρίας είναι αναπληρωτής καθηγητής Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης, και το κείμενο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Πριν” 19/12.

Η ελληνική κρίση, η ΕΕ και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις

Η ελληνική κρίση, η ΕΕ

και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

Δεν έχει κλείσει χρόνος από την υπαγωγή της χώρας μας στα δεσμά του Μνημονίου που συνομολόγησε η ελληνική αστική τάξη με το ΔΝΤ και την ΕΕ και η οικονομία βυθίζεται σε ολοένα και βαθύτερη κρίση ενώ τα εργασιακά δικαιώματα και οι μισθοί έχουν ήδη πληγεί σοβαρά. Όμως παρόλη αυτή την από κοινού επίθεση του ελληνικού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου δεν φαίνεται διέξοδος για την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού. Το πρώτο Μνημόνιο έχει ήδη αποτύχει καθώς απέτυχαν ήδη οι ποσοτικοί στόχοι του, αλλά έχει επίσης αποτύχει και το δεύτερο (που προέκυψε κρυφίως μέσω της «επικαιροποίησης» του πρώτου) ενώ στον ίδιο δρόμο βαδίζει και το τρίτο που εφαρμόζεται σήμερα (με επίκεντρο τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις). Ο κίνδυνος της χρεοκοπίας όχι μόνο δεν εξαλείφεται αλλά εντείνεται και ήδη αρχίζουν τα σχέδια για επιμήκυνση του χρέους (φυσικά με νέα ανώτερα επιτόκια), για ελεγχόμενες χρεοκοπίες και φυσικά όχι για 4ετή αλλά για πολυετή μετατροπή της χώρας σε οικονομικό και εν τέλει πολιτικό προτεκτοράτο. Πως εξηγείται αυτή η συστηματική αποτυχία των αστικών σχεδιασμών παρόλη την προς το παρόν προφανή αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος να τους ανατρέψει;

Η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού είναι μια βαθειά δίδυμη κρίση. Αποτελεί τον συνδυασμό (α) της δομικής κρίσης του καπιταλισμού (όπως αυτή εκδηλώνονται τόσο διεθνώς όσο και εθνικά) με (β) τα ιδιαίτερα ελληνικά διαρθρωτικά προβλήματα που το μεγαλύτερο μέρος τους προκύπτει ακριβώς από την συμμετοχή του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Η σημερινή κρίση του καπιταλισμού δεν είναι αυτοτελής αλλά είναι συνέχεια της κρίσης του 1973-75 (δηλαδή της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου λόγω πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους) που σηματοδότησε την λειτουργική εξάντληση της προηγούμενης «αρχιτεκτονικής» του συστήματος (δομή της διαδικασίας παραγωγής, ειδικός τρόπος διασύνδεσης των καπιταλιστικών μερίδων, συγκεκριμένη οργάνωση του διεθνούς συστήματος κλπ.). Τα κύματα καπιταλιστικών  αναδιαρθρώσεων απάλυναν μεν την κρίση (ιδιαίτερα αυξάνοντας δραματικά την εκμετάλλευση της εργασίας) αλλά απέτυχαν να επιλύσουν το συστημικό πρόβλημα και απλά το μετέθεσαν πιο πίσω. Με αποτέλεσμα η τρέχουσα οικονομική κρίση – που και αυτή (αντίθετα με τις αστικές αλλά και ριζοσπαστικές απόψεις περί «χρηματιστικοποίησης») αποτελεί μία κρίση πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους – να είναι ακόμη πιο βαθειά και έντονη.

Η ελληνική παράμετρος της κρίσης έχει να κάνει αφενός με την καθυστέρηση εφαρμογής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (λόγω της ριζοσπαστικής έκρηξης της μεταπολίτευσης) και αφετέρου με τα προβλήματα που δημιουργεί στην ίδια την ελληνική αστική τάξη η «Μεγάλη Ιδέα» του τελευταίου τρίτου του 20ου αι., η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα» βοήθησε το ελληνικό κεφάλαιο να ξεπεράσει τον επικίνδυνο μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό, στη συνέχεια να προωθήσει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και τέλος να εκμεταλλευθεί ιμπεριαλιστικά άλλες χώρες (με πρώτο το Βαλκανικό Ελντοράντο του ελληνικού κεφαλαίου). Ταυτόχρονα όμως το άνοιγμα της οικονομίας και ο ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς» ενώ η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης οδήγησε στην εκχώρηση κρίσιμων πολιτικών αλλά και οικονομικών εξουσιών στα κέντρα της ΕΕ, που υπηρετούν τον σκληρό δυτικο-ευρωπαϊκό πυρήνα της, στερούν βαθμούς ελευθερίας του ελληνικού κεφαλαίου και υπάγουν τα συμφέροντα του σε αυτά των πρώτων. Ιδιαίτερα, μετά την ΟΝΕ ο εσωτερικός νεομερκαντιλιστικός χαρακτήρας της ΕΕ εκφράσθηκε καθαρότερα και ενισχύθηκε με αποτέλεσμα την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής ηγεμονίας του δυτικο-ευρωπαϊκού μητροπολιτικού κέντρου έναντι των περιφερειακών χωρών.

Το ξέσπασμα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης επιδείνωσε όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα. Τυπικά, η κρίση όξυνε τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των βασικών πόλων του διεθνούς συστήματος για το ποιος θα ισχυροποιηθεί μεταφέροντας δικά του βάρη σε άλλους πόλους και φυσικά σε πιο αδύναμες χώρες. Καθώς όλες σχεδόν οι καπιταλιστικές οικονομίες – εγκαταλείποντας τα νεοφιλελεύθερα θέσφατα – προσέφυγαν μαζικά σε κρατικά προγράμματα (νομισματικής αλλά και δημοσιονομικής πολιτικής) για την στήριξη του κεφαλαίου (τόσο του χρηματοπιστωτικού όσο και του παραγωγικού) τα δημοσιονομικά ελλείμματα σχεδόν όλων των χωρών εκτινάχθηκαν στα ύψη (με πρώτες και καλύτερες τις ΗΠΑ). Για να καλυφθεί το κόστος αυτών των προγραμμάτων χρειάζονται ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, πράγμα απίθανο καθώς η κρίση της πραγματικής οικονομίας όχι μόνο δεν φεύγει αλλά βαθαίνει (διπλή βουτιά) – και αυτό διαψεύδει ακόμη μία φορά τους οπαδούς της «χρηματιστικοποίησης». Εναλλακτικά, πρέπει να φορτωθούν άλλοι τα κόστη απάλυνσης της κρίσης (δηλαδή άλλοι ιμπεριαλισμοί και οι αδύναμες χώρες).

Για την ΕΕ (και τις ηγεμονικές δυνάμεις της) αυτή η όξυνση της κρίσης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών βάζει σε κίνδυνο το βασικό όχημα της για την διεκδίκηση παγκόσμιας ηγεμονίας, το ευρώ. Και αυτό βάζει σε κίνδυνο εν τέλει την ίδια την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Γι’ αυτό εσπευσμένα προωθείται ένας προκρούστειος μηχανισμός εκμετάλλευσης των περιφερειακών χωρών. Ξαφνικά, με πραγματικά blitzkriegs, ακόμη και χώρες-θαύματα αναδεικνύονται σε «κλέφτρες» και χρεοκοπούσες και μετατρέπονται σε οικονομικά και πολιτικά προτεκτοράτα. Με αστραπιαία ταχύτητα επιβάλλονται αντιλαϊκά μέτρα και αδιανόητες προηγουμένως δομικές αλλαγές που τις βυθίζουν στην ύφεση και στην υπερχρέωση. Ταυτόχρονα, ο ηγεμονικός πυρήνας της ΕΕ αντλεί σημαντικά κέρδη από την υπερχρέωση τους (μόνο από το γεγονός ότι δανείζεται φθηνότερα από ότι τις δανείζει).

Η χώρα μας είναι από τα πρώτα θύματα αυτού του βρώμικου παιχνιδιού και ο λαός μας πληρώνει ήδη ένα βαρύτατο τίμημα που ήδη μεγαλώνει ανεξέλεγκτα. Η ελληνική αστική τάξη έχει συναινέσει σ’ αυτό αφενός γιατί από την μείωση των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων ωφελείται και η δική της κερδοφορία και αφετέρου γιατί δεν τολμά να αντιταχθεί στους ευρωπαίους ηγεμόνες. Όμως κινδυνεύει ταυτόχρονα από την στρατηγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού (σε χώρα υπό κηδεμονία) αλλά και την εξαγορά των επιχειρήσεων της από ξένα κεφάλαια κυριολεκτικά για ένα ξεροκόμματο (γι’ αυτό οι κλαυθμηρισμοί περί αφελληνισμού του τραπεζικού συστήματος).

Απέναντι στην καπιταλιστική κρίση και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ο κόσμος της εργασίας πρέπει να αντιτάξει την δική του προοπτική. Ο στρατηγικός ορίζοντας της δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν της ανατροπής του καπιταλισμού και της σοσιαλιστικής μετάβασης. Όσο και εάν λιδορείται από σύγχρονους «από καθέδρας σοσιαλιστές», η σημερινή κρίση δείχνει την εξάντληση των ιστορικών ορίων του συστήματος καθώς κάθε εφικτή παράταση ζωής του μόνο μία παλινόρθωση στην πρωτο-καπιταλιστική βαρβαρότητα μπορεί να φέρει.

Όμως η σοσιαλιστική προοπτική δεν γίνεται αυτόματα αλλά έχει αυστηρές προϋποθέσεις και προαπαιτήσεις που συγκροτούν ένα μεταβατικό πρόγραμμα. Ο κεντρικός πυλώνας ενός τέτοιου προγράμματος είναι η έξοδος από την ΕΕ καθώς αυτή η ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία μόνο αντιδραστικές λύσεις μπορεί να προσφέρει και, επιπλέον, αντιμάχεται ενεργά μία ριζοσπαστική προοπτική. Ακόμη και τεχνικά μία έξοδος από την ΟΝΕ, ιδιαίτερα για μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα σαν την Ελλάδα, είναι ατελέσφορη καθώς θα συνεχίσει να δεσμεύεται από την κοινή αγορά. Η θέση αυτή αποτελεί, στην σημερινή συγκυρία, «κόκκινη γραμμή» για το σύστημα και διαχωρίζει την οικόσιτη από την πραγματικά επαναστατική Αριστερά.

Η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ θα ξαναδώσει στη χώρα αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική κλπ.) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ. Η υποτίμηση του νέου νομίσματος μπορεί να γίνει με τρόπους που θα έχει πολύ χαμηλότερο κόστος για τους εργαζομένους και τα μικρο-μεσαία στρώματα από ότι η πολιτική του Μνημονίου. Η άρνηση του εξωτερικού χρέους (ακόμη και με μία μετέπειτα επαναδιαπραγμάτευση του) θα απελευθερώσει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του (όπως δεν πρόκειται να κάνει η συζητούμενη στην ΕΕ αναδιάρθρωση του προς όφελος όμως των πιστωτών). Τα μέτρα αυτά οφείλουν να συνδυασθούν με (α) τον έλεγχο στη κίνηση των κεφαλαίων για να αποτραπεί η φυγή στο εξωτερικό, (β) την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος για να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του και η φιλολαϊκή λειτουργία του και (γ) την φορολόγηση του κεφαλαίου για να εξασφαλισθούν οικονομικοί πόροι. Τέλος, το επιστέγασμα ενός τέτοιου προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας σε μία σοσιαλιστική κατεύθυνση (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών ο