Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2011

Εύστοχο άρθρο του Π.Λαφαζάνη για τα κυβερνητικά σχέδια για ένα «εσωτερικό νόμισμα»

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΚΔΙΔΕΙ, ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΜΕ ΤΟ ΕΥΡΩ, ΔΕΥΤΕΡΟ «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ»!

http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2468:2011-02-23-09-27-58&catid=58:oikonomiki-politiki&Itemid=182

ΜΕ (ΥΠΟΤΙΜΗΜΕΝΑ) ΟΜΟΛΟΓΑ ΘΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ!

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ!

του ΠΑΝΑΓ. ΛΑΦΑΖΑΝΗ

Πρωτοφανής ρύθμιση αλλά αληθινή! Με την παράγραφο 12 του άρθρου 45 του φορολογικού νομοσχεδίου το δημόσιο θα μπορεί και μάλιστα αναδρομικά από την 12.12.2010, «να εξοφλεί «παντός είδους» (!!!) υποχρεώσεις του, σε εθνικό (από πότε υπάρχει εθνικό νόμισμα;) ή αλλοδαπό νόμισμα, προς όλους τους φορείς του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, με τη σύμφωνη γνώμη τους, με έκδοση κρατικών χρεογράφων, ή εντόκων γραμματίων ή ομολόγων ή άλλων τίτλων δανεισμού (!!!), στο πλαίσιο του εκάστοτε εκτελούμενου προϋπολογισμού»!!! Αυτά γράφονται επί λέξει, στην εν λόγω διάταξη του φορολογικού νομοσχεδίου που κατέθεσε η κυβέρνηση!

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι από δω και μπρος το δημόσιο θα σταματήσει περίπου να πληρώνει μετρητά αλλά θα εκδίδει για την αντίστοιχη εκπλήρωση της υποχρέωσης ομόλογα ή και οποιοδήποτε άλλο τίτλο δανεισμού (ποιους άραγε;)! Το ότι η λήψη ομολόγων για την εξόφληση της υποχρέωσης του δημοσίου, θα χρειάζεται τη «σύμφωνη γνώμη» του παραλήπτη, είναι μάλλον τυπικό γεγονός, αφού το δημόσιο μπορεί κάλλιστα να εκβιάζει, και μάλιστα επιτυχώς, προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η κυβέρνηση με αυτήν την πρωτοφανή ρύθμιση:
• Πραγματοποιεί μια ιδιόμορφη στάση πληρωμών στην εκτέλεση των υποχρεώσεων του δημοσίου

• Εκδίδει στην πραγματικότητα, δίπλα στο ευρώ, ένα νέο, περίπου αναγκαστικό, γενικευμένο μέσο πληρωμής υποχρεώσεων, τα ομόλογα του δημοσίου! Αυτά τα ομόλογα θα χρησιμοποιούνται, έτσι, στην πράξη, ως παράλληλο υποβαθμισμένο «εσωτερικό νόμισμα», μέσω του οποίου το κράτος θα αποπληρώνει τις »υποχρεώσεις» του και θα πραγματοποιεί, ταυτόχρονα, ενός είδους εσωτερική υποτίμηση!

• Προχωρά ή τουλάχιστον επιχειρεί να προχωρήσει, σε μια αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων του δημοσίου, με «κούρεμα» των οφειλών προς τρίτους, που μπορεί να φτάνει μέχρι και 30%, ανάλογα με την περίπτωση και τη σχετική Υπουργική απόφαση!

• Μεταφέρει υποχρεώσεις του Δημοσίου, που θα έπρεπε να πληρωθούν σήμερα, στο απώτερο μέλλον και με άγνωστους όρους, που θα αποφασίζονται με πλήρη αδιαφάνεια από τον εκάστοτε Υπουργό Οικονομίας

• Προχωρά σε νέες πρωτοφανείς λογιστικές αλχημείες, αφού στους προϋπολογισμούς θα εγγράφονται ως δαπάνες μόνο οι δεδουλευμένοι τόκοι των εκδιδόμενων ομολόγων, πράγμα που θα επιφέρει τη λογιστική, και μόνο, μείωση των ελλειμμάτων, μεταφέροντας στο μέλλον τα μεγάλα βάρη και αυξάνοντας, φυσικά, ακόμα πιο πολύ το δημόσιο χρέος!

Η κυβέρνηση με αυτήν την απίστευτη ρύθμιση, της οποίας περιγράψαμε μόλις κάποιες από τις πολλές δυσμενέστατες συνέπειες, στην ουσία αναγνωρίζει τη χρεοκοπία της χώρας, ενώ, ταυτόχρονα, προκαλεί μια μεγάλη παράλυση και αποδιοργάνωση των δημοσίων συναλλαγών και της οικονομίας!
Από δω και μπρος οι προμηθευτές του δημοσίου θα χρεώνουν με ένα «μεγάλο καπέλο» τις υπηρεσίες τους, τινάζοντας τον πληθωρισμό σε νέα ύψη, αφού θα γνωρίζουν ότι είναι πολύ πιθανόν να εξοφληθούν με υποτιμημένα ομόλογα!
Άραγε θα πλημμυρίσουμε με νέα ομολογιακά περιφερόμενα χαρτιά, που θα υποβαθμίζονται και θα υποτιμώνται συνεχώς;
Είναι η αναγνώριση αποτυχίας και αδιεξόδου!
Αυτή η ώρα είναι ώρα μιας μεγάλης προοδευτικής ανατροπής που θα αντιμετωπίσει με ένα νέο ριζοσπαστικό τρόπο το δημόσιο χρέος, (βλέπε πρόταση εδώ), πριν ο τόπος ζήσει μια ολική καταστροφή που θα είναι ανεπίστρεπτη!

Μάλλον η αντιπαράθεση ΕΕ-ΗΠΑ στο νομισματικό πόλεμο αγριεύει

Ε.Ε. και ΗΠΑ με συνταγές…του 1930

http://thenetwar.com/2010/06/e-e-ke-ipa-me-sintages-tou-1930/

 

Οταν ο Αμερικανός Γερουσιαστής Τζον Κέρι ρώτησε τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Τίμοθι Γκάιτνερ την προηγούμενη εβδομάδα για το τι πρέπει να κάνει η Κίνα για να στηρίξει την παγκόσμια οικονομία, έλαβε αντ΄αυτού ως απάντηση για το τί θα πρέπει να κάνει η Ευρώπη.

Η συνομιλία ανάμεσα στον Γερουσιαστή και τον Γκάιτνερ είναι χαρακτηριστική του ολοένα και βαθύτερου χάσματος που ανοίγεται ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη με σημείο αιχμής τη διασφάλιση όσον το δυνατόν καλύτερα της οικονομικής ανάκαμψης.

dfgt6677 xl Ε.Ε. και ΗΠΑ με συνταγές...του 1930Μετά από δύο περίπου χρόνια συναφών οικονομικών πολιτικών, οι δύο περιοχές αρχίζουν να ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους, με τη Γερμανία να πιέζει για άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών και τις ΗΠΑ να συστήνουν υπομονή, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters. Και εν όψει τη συνόδου κορυφής του G20 στο Τορόντο την προσεχή εβδομάδα, οι διχογνωμίες γίνονται ολοένα και πιο συχνές.

Για πολλούς Αμερικανούς αξιωματούχους, η γραμμή της Γερμανίας θυμίζει το 1937 όταν οι ΗΠΑ έκαναν ξαφνική στροφή σε πιο αυστηρά μέτρα ενώ για τη Γερμανία η παλαιά «πληγή» είναι ο υπερπληθωρισμός.

Οπως η Κίνα, η Γερμανία και η Ιαπωνία εξάγουν τυπικά περισσότερα από αυτά που εισάγουν, κατά συνέπεια είναι επόμενο να αναφέρεται ο Γκάιτνερ και στις τρεις χώρες κάθε φορά που κάνει λόγο για εξισορρόπηση της παγκόσμιας οικονομίας.

Το Σεπτέμβριο, όταν ο Γκάιτνερ πρωτοστάτησε της αμερικανικής πρωτοβουλίας για εξισορρόπηση της παγκόσμιας οικονομίας, η Κίνα αποτελούσε το κατεξοχήν σημείο συζήτησης και δεν γινόταν ειδική αναφορά στην Ευρώπη.

Μόνο όμως τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, ο Γκάιτνερ φέρεται να έχει κάνει 44 αναφορές στις «ευρωπαϊκές πλεονασματικές χώρες».

Στο διάστημα αυτό, ο Γκάιτνερ επισκέφθηκε το Βερολίνο για να προειδοποιήσει ότι μία πιο περιοριστική πολιτική ενέχει κινδύνους για την ανάκαμψη, έστειλε επιστολή στους υπουργούς Οικονομικών του G20 εκφράζοντας τις ανησυχίες του για εξασθενημένη ζήτηση σε Ευρώπη και Ιαπωνία και υπενθύμισε στις χώρες του G20 για τη «σημασία των οικονομικών πολιτικών που λειτουργούν προς το κοινό συμφέρον».

Παρά τις παρεμβολές του Γκάιτνερ, το τελικό ανακοινωθέν του G20 αποτύπωσε τις ανησυχίες για τα δημοσιονομικά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ορισμένες χώρες να επιταχύνουν το ρυθμό εξυγίανσης.

Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι συμφωνούν μεν ότι τα σημερινά επίπεδα χρέους είναι ιδιαίτερα υψηλά, όμως οι απόψεις τους ως προς τον τρόπο και τον χρόνο αντιμετώπισή τους επηρεάζονται από τις μνήμες της Μεγάλης Υφεσης τη δεκαετία του 1930.

Η γνήσια Δανία, το haircut της και τα 11 λουκέτα

FMVOICE

Η γνήσια Δανία, το haircut της και τα 11 λουκέτα

17 Φεβρουαρίου 2011 – 10:12

http://www.fmvoice.gr/Opinions/Opinions/%CE%97-%CE%B3%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%B1-%CE%94%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1,-%CF%84%CE%BF-haircut-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-11-%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AD%CF%84%CE%B1/11-3099.html

 

Η γνήσια Δανία, το haircut της και τα 11 λουκέτα Η γνήσια Δανία, το haircut της και τα 11 λουκέτα

Μετά την Ισλανδία, η Δανία. Ναι, η Δανία, που ήθελε να της μοιάσουμε ο Πρωθυπουργός της τροικανής κατοχής, αφήνει τις καταχρεωμένες τράπεζες της να κλείσουν. Το «κούρεμα» το πληρώνουν οι ομολογιούχοι.

Κανένας πανικός δεν… επιβλήθηκε στην Δανέζικη αγορά και στην κοινωνία από την απόφαση της Moody’s να υποβαθμίσει τις τράπεζες της Δανίας. Κανένας Δανός δεν πήρε τα λεφτά του από τις τράπεζες της χώρας για να τα μεταφέρει στην Σουηδία, στην Ελβετία ή στις Παρθένους Νήσους. Στην Δανία του κ. Τόμσεν η οποία έκλεισε έως ώρας ένδεκα τράπεζες της (τελευταία η μικρή Amagerbanken). ΄Ενδεκα τράπεζες έβαλαν λουκέτο μετά την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων της χώρας.

Όμως, το Δανέζικο Κράτος δεν προσέφερε πακτωλό δις για να τις σώσει. Δεν προσφέρει εγγυήσεις του Δημοσίου για να δανείζονται με επιτόκιο 1% από την ΕΚΤ. Δεν μετέτρεψε την κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της σε δημοσιονομική κρίση της χώρας. Δεν μετέφερε τα βάρη της εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος στην πραγματική οικονομία (προκαλώντας ύφεση 4,5%) και στο κοινωνικό σύνολο (μειώνοντας μισθούς, συντάξεις και αυξάνοντας στο 13,8% την ανεργία).

Αντιθέτως, η Δανία επιβάλλει τις ζημίες επιχειρήσεων και τραπεζών και το κόστος της ανάκαμψης τους να το πληρώσουν οι μεγαλο-καταθέτες και οι senior ομολογιούχοι των τραπεζών της. Το δικό τους ενεργητικό «κουρεύει». Αυτοί θα χάσουν μόνο από  την χρεοκοπία της Amagerbanken περίπου 41% των καταθέσεων και των ομολόγων τους.
Δυστυχώς ο Γιώργος δεν μας έκανε Δανία…

Άρθρο στο ΒΗΜΑ με τίτλο ‘Η συνέχεια στα δικαστήρια μεταξύ Πανάρετου και πανεπιστημιακών’

Η συνέχεια στα δικαστήρια μεταξύ Πανάρετου και πανεπιστημιακών

ΜΑΡΝΥ ΠΑΠΑΜΑΤΘΑΙΟΥ | Αθήνα – Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Στα δικαστήρια θα δοθεί η συνέχεια της αντιπαράθεσης των πανεπιστημιακών με τον υφυπουργό Παιδείας κ. Γιάννη Πανάρετο. Στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας, από το οποίο ο υφυπουργός ζήτησε την πειθαρχική δίωξη όλων των μελών του προηγούμενου πρυτανικού συμβουλίου, οι καθηγητές απειλούν να προσφύγουν ενάντιον του στη Δικαιοσύνη.

«Ας μου κάνουν αγωγή» απαντάει, με δήλωσή του στο «Βήμα» ο κ. Πανάρετος, εξηγώντας ότι το αίτημά του για άσκηση πειθαρχικών διώξεων βασίζεται στις εκθέσεις των αρμοδίων ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, που διαπίστωσαν μη σύννομη ανάθεση υπηρεσιών καθαριότητας αλλά και τη μη συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση.

«Η κατηγορία εναντίον μας είναι ότι καθυστερήσαμε να εφαρμόσουμε δικαστική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έφτασε με τρεις μήνες καθυστέρηση στο πανεπιστήμιο και στη συνέχεια μεσολάβησαν οι διακοπές του καλοκαιριού», λέει στο «Βήμα» ο πρώην αντιπρύτανης του Ιδρύματος κ. Στ. Κατρανίδης.

«Γιατί οδηγούμαστε σε μια αντιμετώπιση με έντονα στοιχεία διαπόμπευσης χωρίς μια προσπάθεια να ζητηθούν από μεριάς του υπουργείου Παιδείας περαιτέρω εξηγήσεις, είτε από την παρελθούσα είτε από την παρούσα πανεπιστημιακή αρχή;» αναρωτιέται ο κ. Κατρανίδης. «Και τι απομένει στα μέλη του πρώην πρυτανικού συμβουλίου του πανεπιστημίου Μακεδονίας, από την άσκηση κάθε ένδικου μέσου για την προάσπιση της τιμής και της αξιοπρέπειάς τους;» καταλήγει.

Αλλωστε, όπως παρατηρεί ο πρώην αντιπρύτανης, «από την υπόθεση αυτή δεν ζημιώθηκε το δημόσιο· αντίθετα επωφελήθηκε, καθώς με την νέα σύμβαση που έγινε εξοικονομήθηκαν πολλές χιλιάδες ευρώ».

Η δικαστική απόφαση για το θέμα υποχρέωνε την προηγούμενη διοίκηση του Ιδρύματος να ακυρώσει το αποτέλεσμα διαγωνισμού για την ανάθεση του έργου της καθαριότητας, καθώς ο ένας από τους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό είχε προσφύγει στην δικαισύνη. Ωστόσο οι πρυτανικές αρχές έχουν προσφύγει κατά του πορίσματος αυτού στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Ο νυν πρύτανης του Ιδρύματος κ. Ι. Χατζηδημητρίου δηλώνει για το θέμα, ότι δεν θα προβεί σε καμία κίνηση προτού εκδοθεί η τελική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. «Το σχετικό έγγραφο για την πειθαρχική δίωξη δεν έχει σταλεί ακόμη από το υπουργείο Παιδείας στο πανεπιστήμιό μας» δηλώνει. «Φυσικά δεν μπορούμε να αρνηθούμε ένα αίτημα του υπουργείου Παιδείας, αλλά κατά την γνώμη μου δεν υφίσταται θέμα παρατυπίας»…

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=32&artId=378080&dt=14/01/2011#ixzz1B1QZoPit

Σχόλιο μου στην ΟΥΤΟΠΙΑ νο.92 με τίτλο «Η ελληνική κρίση, η ΕΕ και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις»

Η ελληνική κρίση, η ΕΕ

και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ, νο.92, 2010

 

Δεν έχει κλείσει χρόνος από την υπαγωγή της χώρας μας στα δεσμά του Μνημονίου που συνομολόγησε η ελληνική αστική τάξη με το ΔΝΤ και την ΕΕ και η οικονομία βυθίζεται σε ολοένα και βαθύτερη κρίση ενώ τα εργασιακά δικαιώματα και οι μισθοί έχουν ήδη πληγεί σοβαρά. Όμως παρόλη αυτή την από κοινού επίθεση του ελληνικού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου δεν φαίνεται διέξοδος για την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού. Το πρώτο Μνημόνιο έχει ήδη αποτύχει καθώς απέτυχαν ήδη οι ποσοτικοί στόχοι του, αλλά έχει επίσης αποτύχει και το δεύτερο (που προέκυψε κρυφίως μέσω της «επικαιροποίησης» του πρώτου) ενώ στον ίδιο δρόμο βαδίζει και το τρίτο που εφαρμόζεται σήμερα (με επίκεντρο τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις). Ο κίνδυνος της χρεοκοπίας όχι μόνο δεν εξαλείφεται αλλά εντείνεται και ήδη αρχίζουν τα σχέδια για επιμήκυνση του χρέους (φυσικά με νέα ανώτερα επιτόκια), για ελεγχόμενες χρεοκοπίες και φυσικά όχι για 4ετή αλλά για πολυετή μετατροπή της χώρας σε οικονομικό και εν τέλει πολιτικό προτεκτοράτο. Πως εξηγείται αυτή η συστηματική αποτυχία των αστικών σχεδιασμών παρόλη την προς το παρόν προφανή αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος να τους ανατρέψει;

Η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού είναι μια βαθειά δίδυμη κρίση. Αποτελεί τον συνδυασμό (α) της δομικής κρίσης του καπιταλισμού (όπως αυτή εκδηλώνονται τόσο διεθνώς όσο και εθνικά) με (β) τα ιδιαίτερα ελληνικά διαρθρωτικά προβλήματα που το μεγαλύτερο μέρος τους προκύπτει ακριβώς από την συμμετοχή του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Η σημερινή κρίση του καπιταλισμού δεν είναι αυτοτελής αλλά είναι συνέχεια της κρίσης του 1973-75 (δηλαδή της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου λόγω πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους) που σηματοδότησε την λειτουργική εξάντληση της προηγούμενης «αρχιτεκτονικής» του συστήματος (δομή της διαδικασίας παραγωγής, ειδικός τρόπος διασύνδεσης των καπιταλιστικών μερίδων, συγκεκριμένη οργάνωση του διεθνούς συστήματος κλπ.). Τα κύματα καπιταλιστικών  αναδιαρθρώσεων απάλυναν μεν την κρίση (ιδιαίτερα αυξάνοντας δραματικά την εκμετάλλευση της εργασίας) αλλά απέτυχαν να επιλύσουν το συστημικό πρόβλημα και απλά το μετέθεσαν πιο πίσω. Με αποτέλεσμα η τρέχουσα οικονομική κρίση – που και αυτή (αντίθετα με τις αστικές αλλά και ριζοσπαστικές απόψεις περί «χρηματιστικοποίησης») αποτελεί μία κρίση πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους – να είναι ακόμη πιο βαθειά και έντονη.

Η ελληνική παράμετρος της κρίσης έχει να κάνει αφενός με την καθυστέρηση εφαρμογής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (λόγω της ριζοσπαστικής έκρηξης της μεταπολίτευσης) και αφετέρου με τα προβλήματα που δημιουργεί στην ίδια την ελληνική αστική τάξη η «Μεγάλη Ιδέα» του τελευταίου τρίτου του 20ου αι., η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα» βοήθησε το ελληνικό κεφάλαιο να ξεπεράσει τον επικίνδυνο μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό, στη συνέχεια να προωθήσει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και τέλος να εκμεταλλευθεί ιμπεριαλιστικά άλλες χώρες (με πρώτο το Βαλκανικό Ελντοράντο του ελληνικού κεφαλαίου). Ταυτόχρονα όμως το άνοιγμα της οικονομίας και ο ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς» ενώ η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης οδήγησε στην εκχώρηση κρίσιμων πολιτικών αλλά και οικονομικών εξουσιών στα κέντρα της ΕΕ, που υπηρετούν τον σκληρό δυτικο-ευρωπαϊκό πυρήνα της, στερούν βαθμούς ελευθερίας του ελληνικού κεφαλαίου και υπάγουν τα συμφέροντα του σε αυτά των πρώτων. Ιδιαίτερα, μετά την ΟΝΕ ο εσωτερικός νεομερκαντιλιστικός χαρακτήρας της ΕΕ εκφράσθηκε καθαρότερα και ενισχύθηκε με αποτέλεσμα την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής ηγεμονίας του δυτικο-ευρωπαϊκού μητροπολιτικού κέντρου έναντι των περιφερειακών χωρών.

Το ξέσπασμα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης επιδείνωσε όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα. Τυπικά, η κρίση όξυνε τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των βασικών πόλων του διεθνούς συστήματος για το ποιος θα ισχυροποιηθεί μεταφέροντας δικά του βάρη σε άλλους πόλους και φυσικά σε πιο αδύναμες χώρες. Καθώς όλες σχεδόν οι καπιταλιστικές οικονομίες – εγκαταλείποντας τα νεοφιλελεύθερα θέσφατα – προσέφυγαν μαζικά σε κρατικά προγράμματα (νομισματικής αλλά και δημοσιονομικής πολιτικής) για την στήριξη του κεφαλαίου (τόσο του χρηματοπιστωτικού όσο και του παραγωγικού) τα δημοσιονομικά ελλείμματα σχεδόν όλων των χωρών εκτινάχθηκαν στα ύψη (με πρώτες και καλύτερες τις ΗΠΑ). Για να καλυφθεί το κόστος αυτών των προγραμμάτων χρειάζονται ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, πράγμα απίθανο καθώς η κρίση της πραγματικής οικονομίας όχι μόνο δεν φεύγει αλλά βαθαίνει (διπλή βουτιά) – και αυτό διαψεύδει ακόμη μία φορά τους οπαδούς της «χρηματιστικοποίησης». Εναλλακτικά, πρέπει να φορτωθούν άλλοι τα κόστη απάλυνσης της κρίσης (δηλαδή άλλοι ιμπεριαλισμοί και οι αδύναμες χώρες).

Για την ΕΕ (και τις ηγεμονικές δυνάμεις της) αυτή η όξυνση της κρίσης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών βάζει σε κίνδυνο το βασικό όχημα της για την διεκδίκηση παγκόσμιας ηγεμονίας, το ευρώ. Και αυτό βάζει σε κίνδυνο εν τέλει την ίδια την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Γι’ αυτό εσπευσμένα προωθείται ένας προκρούστειος μηχανισμός εκμετάλλευσης των περιφερειακών χωρών. Ξαφνικά, με πραγματικά blitzkriegs, ακόμη και χώρες-θαύματα αναδεικνύονται σε «κλέφτρες» και χρεοκοπούσες και μετατρέπονται σε οικονομικά και πολιτικά προτεκτοράτα. Με αστραπιαία ταχύτητα επιβάλλονται αντιλαϊκά μέτρα και αδιανόητες προηγουμένως δομικές αλλαγές που τις βυθίζουν στην ύφεση και στην υπερχρέωση. Ταυτόχρονα, ο ηγεμονικός πυρήνας της ΕΕ αντλεί σημαντικά κέρδη από την υπερχρέωση τους (μόνο από το γεγονός ότι δανείζεται φθηνότερα από ότι τις δανείζει).

Η χώρα μας είναι από τα πρώτα θύματα αυτού του βρώμικου παιχνιδιού και ο λαός μας πληρώνει ήδη ένα βαρύτατο τίμημα που ήδη μεγαλώνει ανεξέλεγκτα. Η ελληνική αστική τάξη έχει συναινέσει σ’ αυτό αφενός γιατί από την μείωση των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων ωφελείται και η δική της κερδοφορία και αφετέρου γιατί δεν τολμά να αντιταχθεί στους ευρωπαίους ηγεμόνες. Όμως κινδυνεύει ταυτόχρονα από την στρατηγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού (σε χώρα υπό κηδεμονία) αλλά και την εξαγορά των επιχειρήσεων της από ξένα κεφάλαια κυριολεκτικά για ένα ξεροκόμματο (γι’ αυτό οι κλαυθμηρισμοί περί αφελληνισμού του τραπεζικού συστήματος).

Απέναντι στην καπιταλιστική κρίση και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ο κόσμος της εργασίας πρέπει να αντιτάξει την δική του προοπτική. Ο στρατηγικός ορίζοντας της δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν της ανατροπής του καπιταλισμού και της σοσιαλιστικής μετάβασης. Όσο και εάν λιδορείται από σύγχρονους «από καθέδρας σοσιαλιστές», η σημερινή κρίση δείχνει την εξάντληση των ιστορικών ορίων του συστήματος καθώς κάθε εφικτή παράταση ζωής του μόνο μία παλινόρθωση στην πρωτο-καπιταλιστική βαρβαρότητα μπορεί να φέρει.

Όμως η σοσιαλιστική προοπτική δεν γίνεται αυτόματα αλλά έχει αυστηρές προϋποθέσεις και προαπαιτήσεις που συγκροτούν ένα μεταβατικό πρόγραμμα. Ο κεντρικός πυλώνας ενός τέτοιου προγράμματος είναι η έξοδος από την ΕΕ καθώς αυτή η ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία μόνο αντιδραστικές λύσεις μπορεί να προσφέρει και, επιπλέον, αντιμάχεται ενεργά μία ριζοσπαστική προοπτική. Ακόμη και τεχνικά μία έξοδος από την ΟΝΕ, ιδιαίτερα για μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα σαν την Ελλάδα, είναι ατελέσφορη καθώς θα συνεχίσει να δεσμεύεται από την κοινή αγορά. Η θέση αυτή αποτελεί, στην σημερινή συγκυρία, «κόκκινη γραμμή» για το σύστημα και διαχωρίζει την οικόσιτη από την πραγματικά επαναστατική Αριστερά.

Η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ θα ξαναδώσει στη χώρα αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική κλπ.) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ. Η υποτίμηση του νέου νομίσματος μπορεί να γίνει με τρόπους που θα έχει πολύ χαμηλότερο κόστος για τους εργαζομένους και τα μικρο-μεσαία στρώματα από ότι η πολιτική του Μνημονίου. Η άρνηση του εξωτερικού χρέους (ακόμη και με μία μετέπειτα επαναδιαπραγμάτευση του) θα απελευθερώσει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του (όπως δεν πρόκειται να κάνει η συζητούμενη στην ΕΕ αναδιάρθρωση του προς όφελος όμως των πιστωτών). Τα μέτρα αυτά οφείλουν να συνδυασθούν με (α) τον έλεγχο στη κίνηση των κεφαλαίων για να αποτραπεί η φυγή στο εξωτερικό, (β) την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος για να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του και η φιλολαϊκή λειτουργία του και (γ) την φορολόγηση του κεφαλαίου για να εξασφαλισθούν οικονομικοί πόροι. Τέλος, το επιστέγασμα ενός τέτοιου προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας σε μία σοσιαλιστική κατεύθυνση (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών οικονομικών κλάδων).

Άρθρο μου στο euro2day.gr με θέμα την έξοδο από την ΕΕ

Eξοδος από ΕΕ:

 

Η μόνη λύση στο αδιέξοδο

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα (*)
Δημοσιεύθηκε: 07:51 – 16/02/11
Οι πρόσφατες αντιπαραθέσεις σχετικά με τις δια στόματος τρόϊκας εξαγγελίες για ένα κολοσσιαίο πακέτο εκποίησης δημόσιας περιουσίας είναι μία ακόμη ένδειξη του αδιεξόδου της στρατηγικής με την οποία η σημερινή κυβέρνηση αλλά και οι ιθύνοντες κύκλοι του συστήματος δοκιμάζουν να αντιμετωπίσουν την κρίση στη χώρα μας.

Η στρατηγική αυτή απορρέει από την προσπάθεια να παραμείνει η Ελλάδα πάση θυσία μέσα στην ΕΕ ακόμη και σαν ένα απλό προτεκτοράτο. Έτσι, όταν η Ουγγαρία έχει κάνει ήδη την «εξέγερση» της, η Ιρλανδία ετοιμάζεται να απαιτήσει τουλάχιστον την ευνοϊκότερη επαναδιαπραγμάτευση του δικού της προγράμματος «σωτηρίας» και η Πορτογαλία ανθίσταται στις πιέσεις να μπει οικειοθελώς στον Γολγοθά ενός δικού της Μνημονίου, η ελληνική κυβέρνηση υπερθεματίζει – παρ’ όλες τις επικοινωνιακές υποκρισίες και τα κροκοδείλια δάκρυα – στις επιταγές των ΕΕ-ΔΝΤ.

Φυσικά, με τον τρόπο αυτό εξωθεί στα όρια τους τις αντοχές της μεγάλης πλειοψηφίας των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων αλλά ακόμη και τμημάτων του κεφαλαίου.

Η στρατηγική της υπό οποιουσδήποτε όρους συμμόρφωσης με τις επιταγές των ηγεμονικών δυνάμεων της ΕΕ αποτελεί το αναγκαίο συνεπακόλουθο της σύγχρονης «Μεγάλης Ιδέας» του ελληνικού κεφαλαίου που ήταν η αναβάθμιση του μέσα στο διεθνές πολιτικο-οικονομικό σύστημα μέσω του συνεταιρισμού του με άλλα ισχυρότερα και πιο αναπτυγμένα κεφάλαια στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η σύγχρονη αυτή «Μεγάλη Ιδέα» – όμοια με την παλιότερη – προβλήθηκε στις υπόλοιπες μερίδες της ελληνικής κοινωνίας ως επωφελής, περίπου σαν την αλήστου μνήμης έκφραση «θα φάμε με χρυσά κουτάλια».

Μόνο με τον τρόπο αυτό θα γινόταν αποδεκτή σε μία εποχή έντονου ριζοσπαστισμού της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, η σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα» αποδεικνύεται ότι έχει σοβαρά κόστη και πιθανά οδηγεί σε μία νέα καταστροφή της χώρας, αντίστοιχης με την παλαιότερη της.

Στα πλαίσια της η ελληνική οικονομία αποβιομηχανοποιήθηκε και έχασε την ανταγωνιστικότητα της τόσο έναντι των ευρωπαίων όσο όμως και έναντι των άλλων βασικών ανταγωνιστών της. Το μόνο προσωρινό αντίδοτο ήταν η με τις πλάτες της ΕΕ επέλαση του ελληνικού κεφαλαίου στο Βαλκανικό Ελντοράντο του, που για ένα διάστημα στήριξε σημαντικά την κερδοφορία του αλλά τελείωσε με το ξέσπασμα της σημερινής οικονομικής κρίσης.

Με την ένταξη στην ΟΝΕ η κατάσταση επιδεινώθηκε περισσότερο καθώς εκχωρήθηκαν εργαλεία οικονομικής πολιτικής (π.χ. η νομισματική πολιτική) ενώ η Ελλάδα δέθηκε ακόμη πιο στενά στο νέο-μερκαντιλιστικό οικοδόμημα της ΕΕ όπου τα εμπορικά ελλείμματα των περιφερειακών χωρών αποτελούν τα πλεονάσματα του ηγεμονικού πυρήνα γύρω από την Γερμανία.

Μάλιστα η «σκληρότητα» του ευρώ (στα πλαίσια της μάλλον ατυχήσασας πλέον προσπάθειας του να ανταγωνιστεί το δολάριο) επιδείνωσε ακόμη περισσότερο το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων όχι μόνο στο εσωτερικό της ΕΕ αλλά και στις άλλες αγορές.

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια όλα αυτά τα προβλήματα με τον πιο έντονο τρόπο. Τα κρατικά προγράμματα στήριξης της ιδιωτικής κερδοφορίας μετέτρεψαν ειδικά για την ΕΕ την κρίση σε δημοσιονομική (καθώς η ΕΕ αποτελεί μία βολονταριστική μη-βέλτιστη νομισματική περιοχή).

Ο ηγεμονικός πυρήνας της, παρόλα τα πλούσια οικονομικά οφέλη που αποκόμισε όλα τα προηγούμενα χρόνια, αποδεικνύεται εξαιρετικά φειδωλός στο να διαθέσει σημαντικά κεφάλαια για την σωτηρία του δικού του δημιουργήματος.

Αντίθετα, μηχανεύεται μηχανισμούς οικονομικού ξεζουμίσματος των περιφερειακών χωρών. Η προ-κυκλική συνταγή της εσωτερικής υποτίμησης (δηλαδή της άγριας αφαίμαξης των μισθοσυντήρητων στρωμάτων) και του ανταγωνιστικού αποπληθωρισμού (δηλαδή της απαξίωσης των περιουσιακών στοιχείων και της αντί πινακίου φακής εξαγοράς τους από ξένα κεφάλαια) βυθίζει την χώρα μας σε μία παρατεταμένη ύφεση ενώ το βιοτικό επίπεδο της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών καταβαραθρώνεται με άδηλες προοπτικές ανάκαμψης.

Όλες σχεδόν οι μέχρι τώρα οικονομικές προβλέψεις του Μνημονίου έχουν διαψευσθεί ενώ η επιδείνωση του διεθνούς πολιτικού και οικονομικού κλίματος, τόσο μέσα στην ΕΕ όσο και διεθνώς, κάνει ακόμη ζοφερότερες τις προοπτικές.

Είναι πλέον σαφές ότι το πρόγραμμα του Μνημονίου είναι αδιέξοδο και ακόμη και οι υποστηρικτές του ελπίζουν σε έναν από μηχανής θεό που όμως δεν φαίνεται στον ορίζοντα όπως δείχνουν οι τρέχουσες ευρωπαϊκές αντιπαραθέσεις. αλλά και αυτοί που προτείνονται (επιμήκυνση, ευρω-ομόλογο, οικονομική διακυβέρνηση κλ.π) είναι συνολικά απεχθέστεροι για την Ελλάδα, ακόμη και από αυτό το Μνημόνιο.

Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, απαιτείται μία ριζοσπαστική επανεξέταση στρατηγικής. Ιδιαίτερα απαιτείται να επανεξετασθεί αυτό που αποτελεί ανάθεμα για τους κατεστημένους κύκλους: η έξοδος από την ΕΕ.

Είναι σαφές ότι μία τέτοια στρατηγική θα έχει κόστος, όμως το κόστος αυτό μπορεί να είναι μικρότερο από τα κολοσσιαία και αδιέξοδα κόστη της μνημονιακής στρατηγικής και ταυτόχρονα η χώρα να ξαναποκτήσει την εθνική της κυριαρχία που πλέον χάνει με ραγδαίους ρυθμούς. Με τον τρόπο αυτό θα ξαναποκτήσει αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική κλπ.) που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.

Μία απλή έξοδος από την ΟΝΕ, ιδιαίτερα για μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα σαν την Ελλάδα, είναι ατελέσφορη καθώς θα συνεχίσει να δεσμεύεται από τους κανόνες της κοινής αγοράς έχοντας απλά ένα αδύναμο νόμισμα.

Η αποδέσμευση από την ΕΕ πρέπει να συνοδευθεί από:

(1) Την άρνηση του εξωτερικού χρέους που θα απαλλάξει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του εξωτερικού χρέους. Άλλωστε, όπως έδειξε και η περίπτωση της Αργεντινής, οι περισσότεροι ξένοι δανειστές θα τρέξουν γρήγορα να διαπραγματευθούν την διευθέτηση των χρεών.

(2) Την εισαγωγή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων έτσι ώστε να αποφευχθεί η φυγή στο εξωτερικό

(3) Την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (που ούτως ή άλλως στηρίζεται σκανδαλωδώς από το δημόσιο) έτσι ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του και να χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση της οικονομίας

(4) Την δημιουργία ενός πραγματικού συστήματος προοδευτικής φορολογίας έτσι ώστε να τονωθεί η ζήτηση των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων και να ενισχυθεί έτσι η οικονομία με το ταυτόχρονο κυνήγι της φοροδιαφυγής και ιδιαίτερα αυτής που καμία κυβέρνηση δεν αγγίζει (των μεγάλων επιχειρήσεων και των ευκατάστατων στρωμάτων) για να εξευρεθούν πόροι για την αναπτυξιακή ενίσχυση της οικονομίας.

(5) Την για περιορισμένο χρονικό διάστημα ελεγχόμενη διολίσθηση της ισοτιμίας του νομίσματος, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εμπορική ανταγωνιστικότητα σε συνδυασμό με ένα σύστημα ελέγχου των τιμών έτσι ώστε να μην υπάρξουν αδικαιολόγητες πληθωριστικές αυξήσεις ιδιαίτερα στα είδη μαζικής κατανάλωσης. Η πολιτική αυτή θα διευκολύνει επίσης την βιομηχανική και παραγωγική αναγέννηση της οικονομίας.

Τέλος, μία τέτοια στρατηγική πρέπει να συνοδεύεται από ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας που θα στηρίξει υπάρχοντες, θα ξαναγεννήσει παλιούς και θα δημιουργήσει νέους κλάδους παραγωγής.

Η στρατηγική αυτή δεν είναι καν καινοφανής αλλά αποτελεί περίπου εγχειριδιακή λύση. Μπροστά στα καταφανή αδιέξοδα της εναλλακτικής της (αυτής του Μνημονίου) αξίζει τουλάχιστον μία σοβαρή συζήτηση.

Το ότι συνειδητά αποσιωπείται είναι μία απόδειξη των ισχυρών συμφερόντων και δεσμεύσεων που υπάρχουν πίσω από την μνημονιακή στρατηγική. Όμως, όπως αποδεικνύεται πλέον ολοένα και περισσότερο, τα ισχυρά αυτά συμφέροντα αντίκεινται στα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού της χώρας μας. Και, όπως έλεγαν και οι παλιότεροι, κάποτε πρέπει αυτός ο λαός να γίνει αφέντης στη χώρα του.

 

* Ο κ. Σταύρος Δ. Μαυρουδέας είναι Αν.Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


** Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με τον αρθρογράφο; Τι γνώμη έχετε;

To Εuro2day.gr ενθαρρύνει τον διάλογο και την έκφραση απόψεων από τους αναγνώστες. Σχολιάστε το άρθρο και πείτε την άποψή σας δημόσια για όσα συμβαίνουν και μας αφορούν όλους. Αν θεωρείτε το άρθρο σημαντικό, διαδώστε το με τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης.

Άλλο ένα ενδιαφέρον άρθρο στη Sofokleous10 για το ζήτημα της εκποίησης δημόσιας περιουσίας

Δημοσία περιουσία: αξιοποίηση ή ενέχυρο;

http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2011-02-14-23-45-46-2011021433621/

Τρίτη, 15 Φεβρουάριος 2011

Συγχυτικό… σύνδρομο δημιουργούν οι ανακοινώσεις κυβέρνησης-τρόικας για κολοσσιαίο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, με εισπρακτικό στόχο 50 δις. ευρώ. Η κυβέρνηση δεσμεύεται να εξασφαλίσει το κολοσσιαίο ποσό χωρίς να εκποιήσει περιουσία (!), ενώ ορισμένες πληροφορίες αναφέρουν ότι στην πραγματικότητα το πρόγραμμα δεν θα είναι τίποτε άλλο από μια κολοσσιαία… σύσταση ενεχύρου, για να λάβει η Ελλάδα δάνειο για την ελάφρυνση του χρέους.

Αίσθηση προκάλεσαν χθες τα σχόλια του κυβερνητικού εκπροσώπου Γ. Πεταλωτή, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, καθώς ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ισχυρίσθηκε, ότι το σχέδιο αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας θα αποδώσει το τεράστιο ποσό των 50 δις. ευρώ, χωρίς όμως να… πουληθεί δημόσια περιουσία!

Ειδικότερα, ερωτηθείς γιατί δεν ζητήθηκε έγκριση του υπουργικού συμβουλίου πριν ανακοινωθεί το σχέδιο, κάτι που υπογραμμίζεται στο παρασκήνιο από πολλούς υπουργούς, οι οποίοι επικρίνουν δριμύτατα τον υπουργό Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, ο κ. Πεταλωτής έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «δεν επρόκειτο περί πώλησης για να απαιτείται μία διευρυμένη νομιμοποίηση και ποτέ δεν θα το κάναμε αυτό. Εμείς, αυτή η παράταξη, αυτή η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ποτέ να μιλάει για πώληση δημόσιας περιουσίας 50 δις ευρώ. Θέτουμε ένα στόχο για αξιοποίηση».

Τα απλά… μαθηματικά για ιδιωτικοποιήσεις και αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, που δεν περιλαμβάνουν πολιτικές ακροβασίες, υποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση θα καταφέρει να συγκεντρώσει 50 δις. ευρώ από αξιοποίηση περιουσίας μόνο αν… τετραγωνίσει τον κύκλο: όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, από το 1990 όλα τα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης περιουσίας είναι ζήτημα αν έχουν αποφέρει στο Δημόσιο περισσότερα από 20 δις. ευρώ, ενώ τώρα τίθεται εισπρακτικός στόχος 50 δις. ευρώ για μια τετραετία, στη διάρκεια της οποίας μάλιστα η οικονομία θα λειτουργεί σε περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης και με υπό τη συνεχή απειλή του δυσβάστακτου δημόσιου χρέους.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και πληροφορίες, η κυβέρνηση προκάλεσε τις τελευταίες ημέρες όλη αυτή τη σύγχυση, φθάνοντας στο σημείο να επιτεθεί δημόσια για πρώτη φορά και στην τρόικα, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα «προπέτασμα καπνού», που θα κρύψει τα πραγματικά στοιχεία της διαπραγμάτευσης για την «ήπια αναδιάρθρωση» του δημοσίου χρέους:

n  Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται ήδη ως αφερέγγυα, δηλαδή θεωρείται ότι έχει εξαντλήσει κάθε δυνατότητα ήπιας αναδιάρθρωσης του χρέους. Το ινστιτούτο Bruegel, που εδρεύει στις Βρυξέλλες και χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, δημοσιοποίησε πριν από λίγες ημέρες τεστ φερεγγυότητας της χώρας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, ότι τα πλεονάσματα που θα χρειασθεί να εμφανίζει η Ελλάδα για να εξυπηρετήσει το χρέος της ξεπερνούν κατά πολύ κάθε ιστορικό προηγούμενο –μόνο η Νορβηγία τα έχει πετύχει παγκοσμίως, αλλά χάρη στα κοιτάσματα πετρελαίου της Β. Θάλασσας.

n  Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται εξαιρετικά δύσκολη η συζήτηση για επαναγορά από την Ελλάδα των ομολόγων της που κατέχει η ΕΚΤ, με ένα δάνειο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Οικονομικής Σταθερότητας. Το σχέδιο προέβλεπε ότι θα χορηγηθεί ένα χαμηλότοκο δάνειο από το EFSF, ώστε να αγοράσει η Ελλάδα τα ομόλογα στη χαμηλή τιμή που η ΕΚΤ τα αγόρασε από ιδιώτες επενδυτές και να διαγραφεί με τον τρόπο αυτό ένα μέρος του εθνικού χρέους. Το σημαντικότερο, όμως, για τους Ευρωπαίους ήταν ότι, με τον τρόπο αυτό θα ικανοποιηθεί το πιεστικό αίτημα της ΕΚΤ να «ξεφορτωθεί» τα ελληνικά ομόλογα, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο διαγραφής «τοξικών» στοιχείων από τον ισολογισμό της, σε περίπτωση που προωθηθεί τελικά μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

n  Έτσι, το πραγματικό πρόβλημα που έχει τεθεί στο παρασκήνιο είναι πώς η αφερέγγυα Ελλάδα θα χρηματοδοτηθεί για να «απαλλάξει» την ΕΚΤ από το βάρος των ομολόγων της. Η ιδέα που φαίνεται ότι κερδίζει έδαφος και έχει ήδη περιληφθεί στην έκθεση του Bruegel, αλλά και σε δηλώσεις πολλών Γερμανών αναλυτών και αξιωματούχων, είναι να δανεισθεί η Ελλάδα με ενέχυρο στοιχεία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου. Το δάνειο θα μπορούσε να δοθεί με αυτές τις εγγυήσεις από το EFSF, ενώ από τη γερμανική πλευρά, που εμφανίζεται «σφιχτή» σχετικά με τις χορηγήσεις του Μηχανισμού, έχει προταθεί και η ιδέα της λήψης του δανείου από την αγορά, αφού οι εμπράγματες διασφαλίσεις θα επέτρεπαν μια συμφωνία με σχετικά ευνοϊκούς όρους.

n  Η ιδέα της «αξιοποίησης» της περιουσίας του Δημοσίου εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο της συζήτησης: το Δημόσιο θα ξεχωρίσει σε μια εταιρεία – ειδικό όχημα όλα τα ακίνητα που είναι «καθαρά» από αμφισβητήσεις τίτλων και καταπατήσεις και μπορούν άμεσα να αξιοποιηθούν εμπορικά. Στη συνέχεια, αυτή η εταιρεία ειδικού σκοπού θα δεσμεύσει αυτό το κομμάτι της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου ως εγγύηση για τη χορήγηση νέου δανείου.

Φαίνεται, όμως, ότι ένα τέτοιο σχέδιο είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτό από το κυβερνών κόμμα, τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη, την αντιπολίτευση και ευρύτερα την ελληνική κοινή γνώμη. Γι’ αυτό και ο υπουργός Οικονομικών επιχείρησε, χρησιμοποιώντας σαν… εμπροσθοφυλακή για τις ανακοινώσεις τα στελέχη της τρόικας, να «καμουφλάρει» τη δέσμευση δημόσιας ακίνητης περιουσίας, εμφανίζοντας την σαν ένα σχέδιο «ιδιωτικοποιήσεων/αξιοποίησης», ελπίζοντας ίσως ότι αν ανακοινωθεί μια θετική απόφαση για την Ελλάδα στις 25 Μαρτίου το θέμα θα περάσει σε δεύτερη μοίρα και θα αποφευχθούν ακραίες αντιδράσεις.

Πίσω από τη σύγχυση που έχουν δημιουργήσει οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης, κρύβονται λοιπόν αρκετές οδυνηρές αλήθειες: το μνημόνιο και το δάνειο των 110 δις. ευρώ δεν οδηγούν την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση χρέους, αλλά στην αφερεγγυότητα. Στο εξής, η χώρα φαίνεται ότι θα λάβει τις αναγκαίες για την «ήπια» αναδιάρθρωση του χρέους της χρηματοδοτήσεις, μόνο δεσμεύοντας ως ενέχυρο τη δημόσια ακίνητη περιουσία. Μόνο που αν η κυβέρνηση παραδεχθεί αυτές τις απλές αλήθειες, θα πρέπει ταυτόχρονα να υποβάλει και την παραίτησή της…

Ένα ενδιαφέρον άρθρο στο Sofokleous10 για το τι μπορεί να κρύβεται σχετικά με τα δημόσια ακίνητα πίσω από το πρόγραμμα εκποίησης της δημόσιας περιουσίας

Ελλάδα όπως…Αργεντινή;

http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2011-02-14-00-36-38-2011021433554/

 

Το αμύθητης αξίας χαρτοφυλάκιο ακινήτων της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου, που με βάση τις αντικειμενικές αξίες της εφορίας αποτιμάται σε 272 δις. ευρώ και αποτελεί δέλεαρ για τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες στον πλανήτη, βρίσκεται στο επίκεντρο του θηριώδους προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, που ανακοίνωσαν η τρόικα και το υπουργείο Οικονομικών την Παρασκευή, λίγες μόλις ημέρες μετά τη μυστηριώδη επίσκεψη στην Αθήνα του δεύτερου στην ιεραρχία τραπεζίτη της Goldman Sachs.

Τα γεγονότα αυτά φαίνονται εκ πρώτης όψεως ασύνδετα μεταξύ τους, αλλά πολλοί στην τραπεζική αγορά εκτιμούν ότι δεν είναι. Όπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, που παρακολουθούν στενά τη δραστηριότητα των μεγάλων διεθνών επενδυτικών τραπεζών στα ελληνικά πράγματα, η Goldman Sachs έχει την πατρότητα σχεδίου, που είχε παρουσιασθεί στην ελληνική κυβέρνηση από τις πρώτες ημέρες που ανέλαβε την εξουσία και μπήκε στη θύελλα της κρίσης, για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, κυρίως ακίνητης, με σύγχρονες τεχνικές χρηματοοικονομικής μηχανικής και τελικό στόχο την απόσβεση μέρους του δημόσιου χρέους.

Τα σχέδια αυτά είχαν ξεχασθεί για αρκετό καιρό, ενώ η κυβέρνηση είχε υιοθετήσει τον περασμένο Ιούνιο ένα μάλλον μετριοπαθές πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Στο μεταξύ, από τις αρχές του 2010 η Goldman Sachs είχε κηρυχθεί… ανεπιθύμητη τράπεζα στην Αθήνα, με παρέμβαση και της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία δημόσια είχε επικρίνει δριμύτατα την αμερικανική επενδυτική τράπεζα για τα χρηματοοικονομικά εργαλεία που είχε προσφέρει στο παρελθόν στις ελληνικές κυβερνήσεις, προκειμένου να αλλοιώνουν τα στοιχεία για το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα. Από τότε η Goldman Sachs έμεινε αποκλεισμένη ακόμη και από τα κοινοπρακτικά δάνεια που είχε εκδώσει το Δημόσιο πριν τη «διάσωση» με τα 110 δις. ευρώ, παραμένοντας σταθερά σε δυσμένεια.

Στα τέλη Ιανουαρίου, ο δεύτερος στην ιεραρχία της Goldman, Γκάρι Κον, είχε επισκεφθεί την Αθήνα χωρίς πολλή δημοσιότητα και είχε συναντήσεις, όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, με κορυφαίους κυβερνητικούς παράγοντες από το οικονομικό επιτελείο. Οι επαφές αυτές δεν διευκρινίσθηκε αν πράγματι έγιναν, ή ποιο αντικείμενο είχαν, παρότι η κυβέρνηση έχει καθιερώσει κατά τα άλλα ένα καθεστώς διαφάνειας στις επαφές της με διεθνείς οικονομικούς παράγοντες.

Σε μια εξέλιξη που μόνο ως συμπτωματική δεν εκλαμβάνεται από τους παράγοντες της αγοράς, που τη συσχετίζουν ευθέως με όσα πιθανόν συζητήθηκαν πίσω από κλειστές πόρτες με τον κ. Κον, την Παρασκευή επανήλθαν στο προσκήνιο με… πάταγο ακριβώς τα ίδια σχέδια δυναμικών ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης περιουσίας, που συζητούσε η κυβέρνηση με την Goldman από το φθινόπωρο του 2009!

Η τρόικα ανακοίνωσε πρώτη το σχέδιο ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, προκαλώντας και μια μίνι κρίση στις σχέσεις της με την κυβέρνηση το Σαββατοκύριακο, τοποθετώντας τον εισπρακτικό στόχο στο ύψος των 50 δις. ευρώ. Λίγα λεπτά μετά τη συνέντευξη τύπου των στελεχών της τρόικας, το υπουργείο Οικονομικών έδινε στους δημοσιογράφους τις δικές του εξηγήσεις για το σχέδιο. Τόσο αυτές οι εξηγήσεις, όσο και μια ανακοίνωση του κ. Παπακωνσταντίνου μέσα στο Σαββατοκύριακο, παραπέμπουν σε μια σύνθετη διαδικασία αξιοποίησης της ακίνητης, κυρίως, περιουσίας του Δημοσίου και όχι σε μια απλοϊκή εκποίηση που οι περισσότεροι φαντάζονται.

Αναφερόμενο στην «πολιτική αποκρατικοποιήσεων, αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και αναδιαρθρώσεων», το υπουργείο Οικονομικών κάνει λόγο σε ενημερωτικό σημείωμα που διένειμε στους δημοσιογράφους για «ενίσχυση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας για την περίοδο 2012-2015» και εξηγεί ότι προγραμματίζεται «ολοκλήρωση της καταγραφής και της δημιουργίας ενός χαρτοφυλακίου συμμετοχών και εμπορικά αξιοποιήσιμων ακινήτων ύψους τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ. Στόχος είναι η συνολική είσπραξη εσόδων τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2015 εκ των οποίων τα 15 δισ. έως το 2012». Σε δήλωσή του, ο κ. Παπακωνσταντίνου σχηματοποίησε το σχέδιο ως εξής: «Αξιοποιούμε ακίνητη περιουσία του Δημοσίου, δεν εκποιούμε δημόσια γη».

Ουσιαστικά, πρόκειται για επαναφορά του σχεδίου που είχε προτείνει η Goldman Sachs, σύμφωνα με το οποίο θα δημιουργηθούν δύο μεγάλες εταιρείες συμμετοχών, μία για την κινητή και μία για την ακίνητη περιουσία του Δημοσίου. Η πρώτη θα δημιουργήσει «μπουκέτα» μετοχών κρατικών εταιρειών, με τη λογική των Exchange Traded Funds (ETF), δηλαδή των διαπραγματεύσιμων σε χρηματιστήρια αμοιβαίων κεφαλαίων. Η δεύτερη θα προχωρήσει σε ένα είδος τιτλοποίησης της κρατικής ακίνητης περιουσίας, εκδίδοντας καλυμμένα ομόλογα του Δημοσίου, τα οποία θα διασφαλίζονται με ακίνητα μεγαλύτερης αξίας. Μια εκδοχή για το επόμενο σκέλος αυτού του σχεδίου είναι οι επαναγορές ομολόγων του Δημοσίου με τα έσοδα από αυτές τις εκδόσεις, σε τιμές χαμηλότερες της ονομαστικής αξίας έκδοσης, ώστε με αυτό τον τρόπο να «κουρεύεται» έμμεσα το δημόσιο χρέος. Αυτονόητο είναι, ότι για αυτές τις σύνθετες χρηματοοικονομικές διαδικασίες θα χρειασθεί η συνδρομή αδρά αμειβόμενων επενδυτικών τραπεζών και μεγάλων γραφείων οικονομικών συμβούλων. Για το σκέλος που αφορά τα ακίνητα, πρώτη υποψήφια ανάδοχος θεωρείται ότι είναι η Goldman, που έκανε και την πρώτη σχετική πρόταση στην ελληνική κυβέρνηση.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο χρόνος εκδήλωσης όλων αυτών των πρωτοβουλιών δεν είναι καθόλου τυχαίος. Πρόσφατα, η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου ολοκλήρωσε μια πρώτη συνολική καταγραφή της ακίνητης περιουσίας που κατέχει και διαχειρίζεται για λογαριασμό του κράτους, με αποτελέσματα εντυπωσιακά: τα 71.000 ακίνητα της ΚΕΔ εκτιμήθηκαν με βάση τις αντικειμενικές αξίες στα 272 δις. ευρώ. Σε αυτό το ποσό δεν υπολογίζεται το ένα δέκατο της συνολικής ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, που κατέχεται από άλλες κρατικές εταιρείες. Πρέπει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι αρκετά από τα ακίνητα, λόγω της ιδιαιτερότητάς τους (π.χ.: αιγιαλοί και παραλίες), φωτογραφήθηκαν και από δορυφόρους, ώστε να υπάρχει μια σημερινή καταγραφή της εικόνας τους και να διαπιστώνονται ενδεχόμενες καταπατήσεις, παράνομη δόμηση και άλλες νεοελληνικές αυθαιρεσίες.

Συνολικά υπολογίζεται ότι με τις αντικειμενικές τιμές, η αξία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου υπερβαίνει τα 300 δις. ευρώ, ποσό στο οποίο έχει αναφερθεί δημόσια σε ανύποπτο χρόνο και ο υπουργός Οικονομικών. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που είναι ενήμερο για αυτές τις εκτιμήσεις, κατεβάζει με μια πιο συντηρητική προσέγγιση στα 100 δις. ευρώ τη συνολική αξία των ακινήτων. Σε κάθε περίπτωση, διεθνείς αναλυτές, όπως αυτοί του ινστιτούτου Bruegel, που δημοσιοποίησε σχετική έκθεση την περασμένη εβδομάδα, θεωρούν ότι η ακίνητη περιουσία του Δημοσίου θα έχει καίριο ρόλο σε όποιο σχήμα «ελάφρυνσης» της χώρας από το δημόσιο χρέος και αν επιλεγεί.

Από την οπτική των επενδυτικών τραπεζών του Λονδίνου, το project «swap χρέους με δημόσια περιουσία» έχει μεγάλο ενδιαφέρον, ενώ και η κυβέρνηση γνωρίζει, ότι με το ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο που έχει, για να προχωρήσει σε αποκρατικοποιήσεις και αξιοποίηση ακινήτων, δεν μπορεί παρά να προσφύγει στα τεχνάσματα των «μάγων» του Σίτι, καθώς οποιαδήποτε άλλη «ορθόδοξη» διαδικασία θα έπαιρνε χρόνια, αν όχι δεκαετίες, και στο μεταξύ θα ήταν πολύ πιθανό να πέσει σε τέλμα, λόγω πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων. «Μόνο ένα σχέδιο-αστραπή μπορεί να οδηγήσει σε αποκρατικοποιήσεις μέσα στο χρονικό ορίζοντα που δίνεται και με το στόχο εσόδων που έχει τεθεί», τονίζουν τραπεζικά στελέχη.

Όλα αυτά, βέβαια, θυμίζουν σε πολλούς παράγοντες της αγοράς και τις ουκ ολίγες σκοτεινές περιπτώσεις αντίστοιχων σχεδίων ελάφρυνσης χρεών κρατών που «διασώζονται» από το ΔΝΤ, με ευρύτατα προγράμματα αξιοποίησης-εκποίησης περιουσίας. Ποιος ξεχνά, άλλωστε, ότι το αντίστοιχο πρόγραμμα που εφαρμόσθηκε τη δεκαετία ’89-’99 στην Αργεντινή, με κεντρικό σύνθημα «τίποτα στο κράτος», αποψίλωσε μια από τις πλουσιότερες χώρες της Λ. Αμερικής από τα περιουσιακά της στοιχεία, αλλά τελικά η χώρα κατέληξε στη χρεοκοπία;

Η σημερινή κατάσταση της Θεωρίας της Ανάπτυξης

 

Η σημερινή κατάσταση της Θεωρίας της Ανάπτυξης

Στ. Δ. Μαυρουδέας

 

τμήμα του προλόγου στo βιβλίο του John Martinussen «Κοινωνία, Κράτος και Αγορά», ΣΑΒΒΑΛΑΣ, 2007

 

 

Ποια είναι όμως σήμερα τα κρίσιμα ζητήματα στην Θεωρία της Ανάπτυξης; Ως γνωστόν, το επιστημονικό πεδίο αυτό συγκροτήθηκε για να μελετήσει τα ιδιαίτερα προβλήματα ανάπτυξης τους που αντιμετωπίζουν μία σειρά χώρες όπου το καπιταλιστικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα εγκαθιδρύθηκε αργότερα από ότι στις χώρες εκείνες που πρώτες προχώρησαν στον δρόμο αυτό. Συγκεκριμένα, το καπιταλιστικό σύστημα εδραιώθηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Βόρεια Αμερική. Με βάση τις ιστορικές διαδρομές και τις εμπειρίες των περιοχών αυτών συγκροτήθηκε ουσιαστικά η οικονομική – και όχι μόνο – ανάλυση της διαδικασίας ανάπτυξης μίας χώρας μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Φυσικά, μέσα σε αυτές τις γεωγραφικές περιοχές εμφανίζονται σημαντικές διαφορές καθώς υπάρχουν ομάδες χωρών που και σε διαφορετικούς ιστορικούς χρόνους και με διαφορετικούς τρόπους μπήκαν στην τροχιά της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παραδείγματος χάριν, είναι διαφορετική η ιστορική διαδρομή των χωρών στις οποίες εγκαθιδρύθηκε πρώτα το καπιταλιστικό σύστημα (Αγγλία, Γαλλία κλπ.) από αυτή χωρών που ακολούθησαν αργότερα (η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία αυτή). Γενικά όμως, θεωρήθηκε ότι τα προβλήματα ανάπτυξης που αντιμετωπίζουν οι υπόλοιπες χώρες, όπου καθυστέρησε ακόμη περισσότερο να εγκαθιδρυθεί το καπιταλιστικό σύστημα, έχουν ιδιαίτερες πτυχές και επομένως απαιτούν ένα ιδιαίτερο πεδίο μελέτης. Πολύ απλά, αποτέλεσε λίγο – πολύ κοινή πεποίθηση των περισσότερων ρευμάτων τόσο μέσα στα Οικονομικά όσο και γενικότερα στις κοινωνικές επιστήμες ότι υπάρχουν σοβαρές ιδιαιτερότητες που εμποδίζουν τις χώρες αυτές να ακολουθήσουν τα βήματα των εκείνων που προηγήθηκαν. Έτσι οι χώρες αυτές συνήθως υπό τον τίτλο Τρίτος Κόσμος – με όλα τα ερωτήματα και τα προβλήματα έχουν οι διάφοροι ορισμοί του και που τα παρουσιάζει άλλωστε εξαιρετικά ο Martinussen – ορίσθηκαν ως το πεδίο μελέτης της θεωρίας της Ανάπτυξης. Το κεντρικό ερευνητικό πρόβλημα ήταν με ποιο τρόπο θα αναπτυχθούν οι χώρες αυτές. Εδώ και πάλι διαπιστώθηκε, από διαφοερικές σκοπιές και με διαφορετικές ερμηνείες, ότι οι πολιτικές ανάπτυξης που εφαρμόσθηκαν στις αναπτυγμένες χώρες δεν είναι κατάλληλες – τουλάχιστον χωρίς δραστικές αλλαγές – για να εφαρμοσθούν στις υπανάπτυκτες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Επιπλέον όμως, χρειάζονται και διαφορετικές, ειδικού τύπου αναπτυξιακές πολιτικές. Όχι αδικαιολόγητα επομένως, η Θεωρία της Ανάπτυξης γνώρισε ιδιαίτερη δημοτικότητα και είχε βαρύνουσα πολιτική σημασία ιδιαίτερα στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο με το τελευταίο μεγάλο κύμα ανεξαρτητοποιήσεων χωρών. Το πρακτικό ερώτημα που ετίθετο ήταν αν θα κατόρθωναν οι νεο-ανεξαρτητοποιούμενες χώρες εκτός από πολιτικά να είναι και οικονομικά ανεξάρτητες από τις παλιές αποικιοκρατικές δυνάμεις. Βασική προϋπόθεση για το τελευταίο αποτελούσε η εκκίνηση της διαδικασίας ανάπτυξης των σχετικά καθυστερημένων οικονομιών τους.

Υπάρχει ένα επιπλέον στοιχείο που σημάδεψε την ανάπτυξη της Θεωρίας της Ανάπτυξης. Αποτέλεσε κοινή πεποίθηση σχεδόν όλων των θεωρητικών προσεγγίσεων (ακόμη και των περισσότερο ορθόδοξων μέσα στα Οικονομικά) ότι το πρόβλημα της ανάπτυξης των χωρών του Τρίτου Κόσμου δεν είναι απλά «οικονομικό» – με τον στενό τρόπο που κατανοούν αυτή την διάσταση τα ορθόδοξα, νεοκλασσικά Οικονομικά – αλλά έχει άμεσες και ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές προκείμενες και συνεπακόλουθα.

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαία μία παρέκβαση. Στα πρώτα βήματα της συγκρότησης των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, στην εποχή του Διαφωτισμού – που δεν συνέπεσε τυχαία με την εποχή συγκρότησης του καπιταλιστικού συστήματος – ουσιαστικά υπήρχε μία ενιαία επιστήμη των κοινωνικών σχέσεων, κυρίως με την μορφή της φιλοσοφίας. Στην συνέχεια αυτή διασπάσθηκε σε τρία κατ’ αρχήν βασικά ¨επιστημονικά πεδία, αυτά της οικονομίας, της πολιτικής και της κοινωνίας. Έτσι συγκροτήθηκε ο παραδοσιακός ακαδημαϊκός διαχωρισμός των κοινωνικών επιστημών σε επιστήμη της οικονομίας, της κοινωνίας (Κοινωνιολογία) και της πολιτικής (Πολιτική Επιστήμη). Ο διαχωρισμός αυτός έχει, μεταξύ άλλων, δύο κρίσιμες συνεπαγωγές. Αφενός, αποκρύπτει το γεγονός ότι το κοινωνικό σύστημα είναι ενιαίο και οι επιμέρους διαστάσεις του συνδέονται στενά μεταξύ τους. Η συσκότιση αυτή – δηλαδή ο φαινομενικός διαχωρισμός οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής – είναι αναγκαίος για την εύρυθμη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος καθώς το τελευταίο γεννήθηκε με την επίκληση της ελευθερίας (κυρίως της οικονομικής δραστηριότητας), της ισότητας (κυρίως των πολιτικών δικαιωμάτων) και της αδελφότητας (της κοινωνικής αλληλεγγύης). Όμως, γρήγορα έγινε προφανές ότι η πολιτική ισότητα και ακόμη και η κοινωνική αλληλεγγύη φαλκιδεύονται από τις ανισότητες που παράγει η οικονομική ελευθερία μίας ταξικής κοινωνίας διαιρεμένης μεταξύ καπιταλιστών και μισθωτών εργατών, όπου μάλιστα κυριαρχούν οι πρώτοι. Η αποσύνδεση, επομένως, των τριών αυτών θεμελιακών διαστάσεων των κοινωνικών σχέσεων και η μελέτη τους ως ξεχωριστά επιστημονικά αντικείμενα βοηθούσε στην κατ’ αρχήν αποφυγή προβληματικών για την καθεστηκυία τάξη ερωτημάτων και συμπερασμάτων, όπως επισημαίνουν και οι Ψυχοπαίδης & Αγγελίδης (1993). Φυσικά, στα πρώτα τους βήματα, οι τρεις αυτοί παραδοσιακοί κλάδοι των κοινωνικών επιστημών διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τις μεταξύ τους συνδέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη εκδοχή μίας επιστήμης των οικονομικών σχέσεων, η Πολιτική Οικονομία, εγκαθιδρύεται εξ ορισμού στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων ξεκινώντας την μελέτη της από κοινωνικές σχέσεις και φυσικά συνδέοντας την στενά με την σφαίρα της πολιτικής. Είναι μόνο στα τέλη του 19ου με τις αρχές του 20ου αιώνα που η νέα κυρίαρχη επιστημονική προσέγγιση, τα νεοκλασσικά Οικονομικά, αφαιρούν εντελώς τις κοινωνικές διαστάσεις (που μελετούν την συμπεριφορά οικονομούντων ατόμων) και επιπλέον υπάγει όλη την μελέτη των οικονομικών σχέσεων στις ανταλλακτικές δραστηριότητες (παραγνωρίζοντας την σφαίρα της παραγωγής). Έτσι, σήμερα μέσα στην οικονομική θεωρία υπάρχει ένα κυρίαρχο, ορθόδοξο ρεύμα που συγκροτείται με βάση την νεοκλασσική προσέγγιση και που ορίζει το περιεχόμενο της οικονομικής θεωρίας ως στενά Οικονομικά, δηλαδή τις ανταλλακτικές σχέσεις ατομικιστικά δρώντων υποκειμένων. Ταυτόχρονα, υπάρχει πάντα ένα μειοψηφικό ρεύμα που συγκροτείται με βάση είτε την παράδοση των A.Smith και D.Ricardo (και σε στενή συνάφεια με Κεϋνσιανές προσεγγίσεις) είτε την παράδοση του K.Marx και που ορίζει το περιεχόμενο της οικονομικής θεωρίας ως Πολιτική Οικονομία, δηλαδή το σύνολο των οικονομικών σχέσεων κοινωνικών τάξεων.

Η διαίρεση αυτή έχει σοβαρές επιπτώσεις για την Θεωρία της Ανάπτυξης. Η τελευταία είναι ένα πεδίο που, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτή την πορεία ηγεμόνευσης της οικονομικής θεωρίας από τα Οικονομικά. Όπως προαναφέρθηκε, ακόμη και ορθόδοξες προσεγγίσεις αναγνώριζαν ότι για να μελετηθούν τα προβλήματα των λιγότερο αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών δεν αρκούσε το στενό νεοκλασσικό πλαίσιο αλλά θα έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψη και πολλοί άλλοι κοινωνικο-πολιτικοί παράγοντες. Οι αντιπαραθέσεις για το πως ορίζεται η Ανάπτυξη – και με τι δείκτες πρέπει να αποτιμηθεί – δείχνει ότι ακόμη και οι πιο στενές θεωρήσεις της αναγνώριζαν την ανάγκη εισαγωγής κοινωνικών διαστάσεων και δεικτών. Με αυτή την έννοια, η Θεωρία της Ανάπτυξης παρέμεινε μέχρι σήμερα ένα αιρετικό πεδίο μέσα στην οικονομική θεωρία αλλά και γενικότερα στις κοινωνικές επιστήμες καθώς, ρητά είτε άρρητα, αμφισβητούσε πλευρές του παραδοσιακού ακαδημαϊκού διαχωρισμού των κοινωνικών επιστημών αλλά και την ηγεμονία της νεοκλασσικής προσέγγισης μέσα στην οικονομική θεωρία.

 

 

Ο ιμπεριαλισμός των Οικονομικών και η Θεωρία της Ανάπτυξης

 

Σήμερα, από πολλές πλευρές αναγνωρίζεται ότι βρισκόμαστε εμπρός σε μία καμπή. Τα ορθόδοξα Οικονομικά εμφανίζουν μία τάση ιμπεριαλιστικής επέκτασης σε πεδία και αντικείμενα που μέχρι πρότινος παρέμεναν εκτός ή στο περιθώριο της εμβέλειας τους. Παραδείγματος χάριν, ο Ε.Lazear (2000), σε ένα επετειακό τεύχος του Quarterly Journal of Economics για την κατάσταση των Οικονομικών εμπρός στον 21ο αιώνα, επισημαίνει και επικροτεί την τάση αυτή. Από την πλευρά της Πολιτικής Οικονομίας, ο Β.Fine (2002) – αναφερόμενος μεταξύ άλλων και ειδικά στην Θεωρία της Ανάπτυξης – συμφωνεί μεν με την διάγνωση αλλά αντιτίθεται στην τάση αυτή θεωρώντας την αρνητική. Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της ιμπεριαλιστικής τάσης των Οικονομικών είναι ότι τα τελευταία διαθέτουν ένα καλύτερο αναλυτικό και μεθοδολογικό οπλοστάσιο σε σύγκριση με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες ή τις ανταγωνιστικές σε αυτά προσεγγίσεις. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η έμφαση στο έλλογο άτομο και στην συμπεριφορά του, στις ορθολογικές επιλογές του μεταξύ κόστους και οφέλους, προσπάθειας και απόλαυσης και η σχετικά εύκολη συνακόλουθη μαθηματική μοντελοποίηση τους με βάση την οριακή ανάλυση κάνουν τα Οικονομικά μία «σκληρή επιστήμη» (hard science) – περίπου κατά το πρότυπο των φυσικών επιστημών – όπου προτάσεις και επιχειρήματα μπορούν να αξιολογηθούν εμπειρικά χωρίς περιθώρια αμφισημιών και διαφορετικών ερμηνειών. Κατά συνέπεια, θεωρείται ότι η υιοθέτηση της προσέγγισης και των αναλυτικών και ποσοτικών τεχνικών των Οικονομικών θα δώσει και σε άλλα επιστημονικά πεδία έναν τέτοιο υπέρτερο χαρακτήρα και θα τα βοηθήσει να ξεφύγουν από γενικόλογες, αμφιλεγόμενες «κοινωνιολογίζουσες» διατυπώσεις.

Ο Fine (2002) επισημαίνει δύο βασικά οχήματα αυτού του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών. Το πρώτο ξεκινά από την δουλειά του βραβευμένου με Νόμπελ G.Becker, ο οποίος με την θεωρία του περί ανθρωπίνου κεφαλαίου ουσιαστικά επεκτείνει το πεδίο των Οικονομικών σε μέχρι πρότινος ξένες επιστημονικές περιοχές. Ουσιαστικά προτείνει ότι διαδικασίες και θεσμικά συστήματα (όπως η εκπαίδευση), όπου δεν υπάρχουν ή είναι πολύ περιορισμένες οι αγορές, μπορούν να αναλυθούν ως οιωνεί αγορές προϊόντων με παραγωγούς και καταναλωτές και αντίστοιχα κόστη και τιμές αγοράς. Με τον τρόπο αυτό παραμερίζεται κάθε κοινωνικο-πολιτική διάσταση και η τυπική ατομικιστική ανάλυση των Οικονομικών μπορεί εύκολα να εισαχθεί στα πεδία αυτά. Είναι ενδεικτικό ότι ο ίδιος ο Becker (1990, σ: 39) αναγνωρίζει ότι «ο οικονομικός ιμπεριαλισμός είναι πιθανά μία καλή περιγραφή του τι κάνει». Το πρώτο αυτό όχημα διείσδυσης έχει πράγματι επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα, εισάγοντας πράγματι τα Οικονομικά σε νέες περιοχές. Ταυτόχρονα όμως συναντά και ισχυρές αντιστάσεις καθώς, μετατρέποντας τα πάντα σχεδόν σε οιωνεί αγορές, χάνει κάθε συλλογική και κοινωνική διάσταση και εύλογα καταλήγει σε αναλυτικά προβλήματα και αδιέξοδα. Επιπλέον, συγκρούεται μετωπικά με τις μεθοδολογικές και αναλυτικές παραδόσεις των επιστημονικών αυτών περιοχών με αποτέλεσμα να συναντά ισχυρές αντιστάσεις από μακρόχρονα εδραιωμένες θεωρίες και προσεγγίσεις.

Το δεύτερο όχημα διείσδυσης που επισημαίνει ο Fine (2002) είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένο και ευέλικτο. Σηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την δουλειά του επίσης βραβευμένου με Νόμπελ J.Stiglitz, που αφενός αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της πληροφορίας και αφετέρου αμφισβητεί την κυρίαρχη στα Οικονομικά θέση περί τέλειων αγορών. Η ύπαρξη ατελούς και ασύμμετρης πληροφόρησης μεταξύ των οικονομικά δρώντων υποκειμένων οδηγεί σε ατελείς αγορές. Συνεπώς, είναι αναγκαία η ύπαρξη κοινωνικών θεσμών και ενός ενεργητικότερου ρόλου του κράτους (πάντα βέβαια απλά ως αρωγού, επιδιορθωτή και επιτελείου της αγοράς). Η προσέγγιση αυτή μαζί με τα ευδοκιμούντα σήμερα ρεύματα του νεοκλασσικού θεσμισμού (North (1995) κα.) έχουν το προσόν ότι αποφεύγουν ένα φονταμενταλισμό της αγοράς και δίνουν κάποια περιθώρια αποδοχής της ύπαρξης και μελέτης κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγουν πολλά από τα αναλυτικά προβλήματα και αδιέξοδα του πρώτου οχήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως οι βασικές αδυναμίες της νεοκλασσικής προσέγγισης (ο μεθοδολογικός ατομισμός και η εστίαση στις αγοραίες σχέσεις), έστω και τροποποιημένες, παραμένουν.

Η Θεωρία της Ανάπτυξης είναι, όπως επισημαίνει ο Fine (2002), ένα από τα κατ’ εξοχήν πεδία που δοκιμάζεται αυτή η διείσδυση του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών. Η διείσδυση αυτή παίρνει ταυτόχρονα την μορφή αναλυτικών προσεγγίσεων στο πρόβλημα της ανάπτυξης και συνεπακόλουθων αναπτυξιακών πολιτικών. Έτσι, την προηγούμενη εικοσαετία υπήρξε μία ριζική αλλαγή τόσο του περιεχομένου της αναπτυξιακής ανάλυσης όσο και των αναπτυξιακών πολιτικών. Υπό την επήρεια των νεοφιλελεύθερων ρευμάτων παραμερίσθηκαν οι κοινωνικο – πολιτικές διαστάσεις της ανάπτυξης και επικράτησε η πεποίθηση ότι η απλή – και συχνά απότομη – εισαγωγή αγοραίων διαδικασιών θα έλυνε τα όποια προβλήματα. Έτσι κυριάρχησαν η στρατηγική και οι πολιτικές που ονομάσθηκαν Συναίνεση της Ουάσινγκτον (Washington Consensus): αναίρεση των ελέγχων και των περιορισμών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων, ιδιωτικοποιήσεις, περιοριστικές νομισματικές, δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές, απόσυρση του κράτους από την οικονομία κλπ. Οι σκληρές αυτές οικονομικές πολιτικές θα επέβαλλαν εν ευθέτω χρόνω και τις ανάλογες τροποποιήσεις στην κοινωνία και στην πολιτική. Τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα από τα αναμενόμενα καθώς οι χώρες που υιοθέτησαν τις πολιτικές αυτές – συχνά υπό την πίεση των διεθνών οργανισμών που εδρεύουν στην Ουάσινγκτον (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα) – κατέληξαν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Το χάσμα μεταξύ αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών διευρύνθηκε. Επίσης επιδεινώθηκε, στις περισσότερες περιπτώσεις η εσωτερική διανομή του πλούτου καθώς η εισοδηματική κατάσταση ακόμη μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού χειροτέρευσε. Η κατάσταση των χωρών της υπο-Σαχάριας Αφρικής αλλά και η χρεοκοπία μιας σχετικά αναπτυγμένης χώρας όπως η Αργεντινή είναι μερικά μόνο παραδείγματα της αποτυχία των πολιτικών της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον. Την χαριστική βολή στην δημοτικότητα των πολιτικών αυτών έδωσαν μία σειρά εθνικές και περιφερειακές οικονομικές κρίσεις, όπως η Ασιατική.

Στα προβλήματα και τα αδιέξοδα της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον προσπαθεί να απαντήσει ένα ολοένα και πιο δημοφιλές ρεύμα σήμερα, η μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεση. Το ρεύμα σηματοδοτείται από τον J.Stiglitz και αρκετές φορές ονομάζεται και Νέα Οικονομικά της Ανάπτυξης, όπως χαρακτηρίζονται στην αιτιολόγηση της απονομής του βραβείου Νόμπελ στον Stiglitz (Nobel (2001), σ.10). Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον αποτυγχάνουν γιατί αδυνατούν να κατανοήσουν ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες χαρακτηρίζονται από σημαντικές ατέλειες των αγορών και από ελλειπή θεσμικά συστήματα που αδυνατούν να διορθώσουν τις ατέλειες αυτές. Χαρακτηριστικά, οι Stiglitz & Hoff (2001) υποστηρίζουν ότι «αφήνοντας έξω την ιστορία, τους θεσμούς και τα ζητήματα που άπτονται της διανομής εισοδήματος τα νεοκλασσικά οικονομικά άφηναν εκτός την καρδιά των οικονομικών της ανάπτυξης». Αντιθέτως, η νέα προσέγγιση υποστηρίζει ότι η αναπτυξιακή πολιτική δεν πρέπει να στοχεύει μόνο στις αγορές αλλά και στους θεσμούς. Στην θέση της νεοφιλελεύθερης απόσυρσης του κράτους από την οικονομία προτείνεται ένας συμπληρωματικός ως προς την οικονομία ρόλος για το κράτος και τονίζεται – συχνά με αναφορές κυρίως στις ιστορικές εμπειρίες των οικονομιών της Άπω Ανατολής – ότι χωρίς αυτόν δεν μπορεί να πυροδοτηθεί η αναπτυξιακή διαδικασία. Σε καμία όμως περίπτωση το κράτος αυτό δεν πρέπει να είναι το παρεμβατικό κράτος προηγούμενων περιόδων. Επί της ουσίας, η ατζέντα πολιτικών που προωθούσε η Συναίνεση της Ουάσινγκτον παραμένει εν πολλοίς η ίδια αλλά με ορισμένες κρίσιμες τροποποιήσεις. Η άρση των περιορισμών και των ελέγχων στις αγορές και στις διεθνείς κεφαλαιακές κινήσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις φιλελευθεροποίηση των αγορών κλπ. δεν πρέπει να πραγματοποιούνται με ένα βίαιο τρόπο που να αγνοεί τα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα. Αντιθέτως, επιβάλλεται μία σταδιακή προσαρμογή και η συγκρότηση θεσμικών και κρατικών μηχανισμών που να καθοδηγούν, να διορθώνουν (όπου υπάρχουν ατέλειες) και να ελέγχουν (για φαλκιδεύσεις και παράνομες πρακτικές) την αγορά. Επιπλέον, μειώνεται η έμφαση στις περιοριστικές νομισματικές, δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές και αφήνονται κάποια περιθώρια για πιο διακριτικές (με την έννοια της στόχευσης σε συγκεκριμένους στρατηγικούς κλάδους και προβλήματα) και ενεργητικές πολιτικές.

Είναι γεγονός ότι η κριτική της μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεσης στην προκάτοχο της είναι σε πολλά σημεία εξαιρετικά εύστοχη. Το ερώτημα όμως είναι εάν αυτή αποτελεί μία πραγματική εναλλακτική διέξοδο. Στο αναλυτικό επίπεδο η Συναίνεση της Ουάσινγκτον βασίζεται στην στενή αντίληψη των Οικονομικών και αγνοεί τις κοινωνικο-πολιτικές διαστάσεις του αναπτυξιακού προβλήματος. Αυτή όμως η αδυναμία δεν μπορεί να επιλυθεί με μία Γκραμσιανή παθητική επανάσταση το έδαφος των Οικονομικών, όπως ουσιαστικά επαγγέλλεται η νέα προσέγγιση. Δεν αρκεί να προσθέσει κανείς ένα ρόλο για το κράτος και τους θεσμούς για να συλλάβει τις διαστάσεις αυτές. Πολύ δε περισσότερο είναι εξαιρετικά προβληματικό το να εισάγει κανείς το ρόλο του κράτους και των θεσμών μέσω απλά των πληροφοριακών ασυμμετριών και των ατελειών της αγοράς. Αν η προσέγγιση του Becker κατασκευάζει οιωνεί αγορές εκεί που δεν υπάρχουν αγορές, η κατά Stiglitz προσέγγιση φαίνεται να κατασκευάζει οιωνεί κοινωνίες ως συμπληρωματικά στοιχεία προς τις αγορές. Με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζει ότι οι θεσμοί και οι κρατικοί μηχανισμοί δεν δημιουργούνται απλά και μόνο για να λειτουργήσουν ως επόπτες και επιδιορθωτές των αγοραίων ατελειών αλλά επειδή υπάρχουν ισχυρά κοινωνικά συμφέροντα και διεργασίες, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις σχέσεις της αγοράς (τις σχέσεις ανταλλαγής κατά την Πολιτική Οικονομία). Αυτά τα κοινωνικά συμφέροντα και διεργασίες δημιουργούν θεσμικά και πολιτικά πλαίσια και κανόνες και όχι λίγες φορές δημιουργούν και τις αγορές. Επιπλέον, αυτή η διαίρεση σε διαφορετικά κοινωνικά συμφέροντα δεν είναι αποτελέσμα της δράσης ατόμων με διαφορετικά επίπεδα πληροφόρησης αλλά μεγάλων κοινωνικών συλλογικοτήτων, δηλαδή κοινωνικών ομάδων και τάξεων. Αυτές οι μεγάλες κοινωνικές συλλογικότητες δεν συγκροτούνται με βάση περισσότερο ή λιγότερο παροδικά επίπεδα πρόσβασης στην πληροφορία αλλά με βάση την δομική θέση τους μέσα στο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Με λίγα λόγια, είναι επιεικώς ανεπαρκής η εισαγωγή της κοινωνικής διάστασης με το τρόπο που δοκιμάζει να το κάνει η νέα προσέγγιση.

Στο επίπεδο των αναπτυξιακών πολιτικών η μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεση δείχνει πράγματι μία μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στα προβλήματα των υπανάπτυκτων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και δεν προσπαθεί να επιβάλλει με τον τυποποιημένο και συχνά βίαιο τρόπο της προκατόχου της τις επιλογές – και τα συμφέροντα – των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η κατανόηση από μέρους της του ρόλου του κράτους και των ενεργητικών πολιτικών. Παρόλα αυτά όμως η γενική ατζέντα πολιτικών της σε πολύ λίγα ζητήματα διαφέρει από αυτή της προκατόχου της. Η πιο αξιοσημείωτη διαφορά ίσως είναι μόνον η έμφαση σε μία καλύτερη διανομή εισοδήματος και στην ενεργητικότερη καταπολέμηση της φτώχειας. Όμως ακόμη και αυτά θεωρείται ότι θα προκύψουν σαν αποτέλεσμα της δράσης της αγοράς που θα συνεπικουρείται, θα διορθώνεται και θα καθοδηγείται από το κράτος. Σε καμία περίπτωση δεν προβλέπονται πιο δραστικές μέθοδοι που θα υπερβαίνουν τα όρια και τους περιορισμούς της αγοράς, που όμως όπως έχει δειχθεί στην μέχρι σήμερα μακρόχρονη πορεία της Θεωρίας της Ανάπτυξης είναι τις περισσότερες φορές απαγορευτικοί.

 

 

Απέναντι στον ιμπεριαλισμό των Οικονομικών τι;

 

Πριν προχωρήσει περαιτέρω, αξίζει να μελετηθεί εάν αυτός ο ιμπεριαλισμός των Οικονομικών αποτελεί ένδειξη δύναμης ή υποκρύπτει ουσιαστικές αδυναμίες. Οι ορθόδοξοι υποστηρικτές του και αλλά και αρκετοί από τους αντιπάλους του από την πλευρά της Πολιτικής Οικονομίας αλλά και γενικότερα των κοινωνικών επιστημών υποστηρίζουν το πρώτο. Φυσικά, για διαφορετικούς λόγους οι μεν από τους δε. Για τους ορθόδοξους υποστηρικτές του είναι απόδειξη της αναλυτικής και μεθοδολογικής υπεροχής των Οικονομικών. Από τους αντιπάλους του δεν γίνεται αποδεκτή αυτή η υπεροχή αλλά θεωρείται ότι τα Οικονομικά έχουν κατορθώσει να ελέγξουν ασφυκτικά το πεδίο της οικονομικής θεωρίας ακριβώς γιατί δικαιολογούν και συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Γι’ αυτό τον λόγο δοκιμάζεται να επεκταθούν και σε άλλες «αντιστεκόμενες» περιοχές.

Είναι γεγονός ότι το επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο. Παρόλα αυτά όμως αξίζει να επισημανθεί ότι ενδεχομένως αυτή η ισχύς κρύβει βαθύτερες αδυναμίες. Αυτή η έξοδος των Οικονομικών σε άλλες επιστημονικές περιοχές επιβάλλεται σε μεγάλο βαθμό από τις αποτυχίες τους να αναλύσουν ορθά το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα και να προτείνουν πολιτικές που να επιλύουν βασικά προβλήματα του. Η αδυναμία των παραδοσιακών Οικονομικών να κατανοήσουν και να συμπεριλάβουν στην οικονομική τους ανάλυση μία σειρά κοινωνικές σχέσεις και διεργασίες (όπως την εκπαίδευση) τα οδήγησαν σε μία σειρά αποτυχίες, παρά την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία τους. Γι’ αυτό ακριβώς δοκιμάζουν να εισχωρήσουν σε αυτά τα προβληματικά πεδία. Όμως αυτή η εισχώρηση δημιουργεί ίσως περισσότερα αναλυτικά προβλήματα από όσα λύνει και ταυτόχρονα εισάγει επικίνδυνα θέματα και ερωτήματα. Δηλαδή η προσπάθεια κατάκτησης περιοχών και θεμάτων όπου το κοινωνικό ζήτημα τίθεται επί τάπητος εξ ορισμού αναγκάζει τα Οικονομικά να κάνουν παρακινδυνευμένες τροποποιήσεις στο αναλυτικό οπλοστάσιο τους, που θέτουν σε κίνδυνο την συνοχή του. Επιπλέον, από την στιγμή που θα τεθούν – έστω και μεταμφιεσμένα – κρίσιμα κοινωνικά ερωτήματα και ζητήματα, κινδυνεύουν πάντα να προκύψουν μη-αποδεκτές απαντήσεις. Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε ότι τα Οικονομικά θα κινδύνευαν να χάσουν ακριβώς αυτό που αποτέλεσε το πιο ισχυρό στοιχείο τους: την δικαιολόγηση και την εύρυθμη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Η απόλυση του J.Stiglitz από την Παγκόσμια Τράπεζα λόγω των διαφωνιών του είναι ίσως μία ένδειξη της διάστασης αυτής.

Πέρα όμως από όλα αυτά, είναι καταδικασμένη η Θεωρία της Ανάπτυξης να προσαρμοσθεί στις απαιτήσεις αυτού του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών, έτσι όπως αυτός εκφράζεται είτε από το ένα είτε από το άλλο ρεύμα του; Κάτι τέτοιο θα ήταν λυπηρό για έναν κλάδο που έχει δώσει μία πλούσια συνεισφορά στις κοινωνικές επιστήμες. Ο περιορισμός της προβληματικής του στα στενά πλαίσια των Οικονομικών στην καλύτερη περίπτωση θα τον μετέτρεπε σε ένα ακόμη παρακλάδι με αφυδατωμένη οπτική και τυποποιημένες θεωρήσεις και συμπεράσματα. Πολύ δε περισσότερο μάλλον θα επέτεινε τα προβλήματα ανάπτυξης των υπανάπτυκτων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών καθώς τόσο το ορθόδοξο όσο και το ετερόδοξο νεοκλασσικό ρεύμα δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να συνεισφέρουν σοβαρά στην επίλυση των προβλημάτων των χωρών αυτών.

Και όμως, – σε μία εποχή που οι αδυναμίες και τα προβλήματα των ορθόδοξων προσεγγίσεων επιστρέφουν ξανά στο προσκήνιο – αξίζει να δοκιμασθεί ένας άλλος δρόμος: η επαναφορά του κοινωνικού ζητήματος στο επίκεντρο και η καλλιέργεια και η ανάπτυξη προσεγγίσεων που να εστιάζουν σε αυτό χωρίς να υποτάσσονται σε καθεστηκυίες σκοπιμότητες. Βασική προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελεί η υπέρβαση των συσκοτιστικών κατακερματισμών των γνωστικών αντικειμένων των κοινωνικών επιστημών και η επανάκτηση της ενότητας και των διασυνδέσεων τους. Άλλωστε η ανάγκη γι’ αυτό είναι σήμερα ιδιαίτερα προφανής, έστω και στρεβλά, με την εμφάνιση ενός μεγάλου φάσματος νέων διεπιστημονικών αντικειμένων και προσεγγίσεων. Ιδιαίτερα στο πεδίο της Θεωρίας της Ανάπτυξης ένα τέτοιο εγχείρημα διαθέτει ήδη ισχυρά θεμέλια.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Becker, G. (1990), ‘Gary S. Becker’ σε Swedberg, R. (ed.) Economics and Sociology, Redefining Their Boundaries: Conversations with Economists and Sociologists, Πρίνστον: Princeton University Press, σ. 27-46.

 

Fine, B. (2002), ‘Economics Imperialism and the New Development Economics as Kuhnian Paradigm Shift?’, World Development τομ. 30, νο. 12, σ.2057–2070.

 

Lazear, E. (2000), ‘Economic imperialism’, Quarterly Journal of Economics, τομ. 115, νο. 1, σ.99–146.

 

Nobel (2001), ‘Markets with Asymmetric Information’, Advanced Information, http://www.nobel.se/economics/laureates/2001/public.html.

 

North, D. (1995), ‘The New Institutional Economics and Third World Development’, σε Harris et al (eds) The New Institutional Economics and Third World Development, Λονδίνο: Routledge.

 

Stiglitz, J. & Hoff, K. (2001), ‘Modern Economic Theory and Development’ σε Meier, G. & Stiglitz, J. (eds), Τhe Future of Development Economics in Perspective, Oξφόρδη: Oxford University Press, σ. 389-459, 2001.

 

Ψυχοπαίδης, Κ. & Αγγελίδης, Μ. (1993), Κείμενα Πολιτικής Οικονομίας και Θεωρίας της Πολιτικής, Αθήνα: Εξάντας.

 

 

Ο Henryk Grossmann και η Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους: Μία πρωτοπόρα προσέγγιση της οικονομικής κρίσης και της μακροοικονομικής δυναμικής

Ο Henryk Grossmann και η Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους:

Μία πρωτοπόρα προσέγγιση της οικονομικής κρίσης και της μακροοικονομικής δυναμικής

Στ. Δ. Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

Περίληψη

Ο H.Grossmann ήταν ο πρώτος Μαρξιστής οικονομολόγος που υποστήριξε ότι η ερμηνεία της οικονομικής κρίσης στο καπιταλιστικό σύστημα πρέπει να βασισθεί στον Μαρξικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους που προκύπτει από την άνοδο της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Έκτοτε η άποψη αυτή από μειοψηφική αρχικά απέκτησε πολύ μεγαλύτερη απήχηση. Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη ανάλυση του Grossmann δέχθηκε οξύτατες κριτικές από μία σειρά οικονομολόγων (όπως ο P.Sweezy, οι Howard & King κ.α.). Η εργασία αυτή παρουσιάζει την ανάλυση του Grossmann, την συγκρίνει με νεώτερες θεωρίες οικονομικής μεγέθυνσης και μελετά τόσο τις παλαιότερες όσο και τις νεώτερες κριτικές της.

1. Εισαγωγή

Ο Henryk Grossmann[1] είναι γνωστός ως ο Μαρξιστής οικονομολόγος που πρώτος, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, επεξεργάσθηκε μία θεωρία κρίσης βασισμένη στον περίφημο Μαρξικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους (ΠΤΠΚ) λόγω ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ΟΣΚ). Η προσέγγιση αυτή, που σήμερα είναι εξαιρετικά δημοφιλής, στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν εξαιρετικά μειοψηφική απέναντι στα άλλα δύο βασικά ρεύματα της Μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης, δηλαδή την θεωρία υποκατανάλωσης και την θεωρία δυσαναλογίας.

Ο Grossmann γεννήθηκε το 1881 στην Κρακοβία και προερχόταν από μία πλούσια εβραϊκή οικογένεια. Σπούδασε νομικά και οικονομικά στην Κρακοβία και στη Βιέννη με τον συντηρητικό οικονομολόγο Bohm-Bawerk και τον Μαρξιστή ιστορικό Karl Grunberg. Εντάχθηκε πολιτικά στην Αριστερά από τα φοιτητικά του χρόνια, υπήρξε ιδρυτικό μέλος του εβραϊκού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γαλικίας και τέλος, το 1918, προσχώρησε στο Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ταυτόχρονα εργαζόταν στην Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία και στο Ελεύθερο Πολωνικό Πανεπιστήμιο. Σαν επακόλουθο της πολιτικής δράσης του αντιμετώπισε διώξεις και συλλήψεις και γι’ αυτό αναγκάσθηκε, το 1925, να μεταναστεύσει στη Γερμανία όπου εργάσθηκε, μετά από πρόσκληση του παλιού καθηγητή του Grunberg, στο περίφημο Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας της Φραγκφούρτης, όπου και αναγορεύθηκε σε καθηγητή το 1930. Εγκατέλειψε την Γερμανία το 1933 με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία και πήγε πρώτα στο Παρίσι και μετά στο Λονδίνο. Το 1937 μετακινήθηκε στη Νέα Υόρκη μαζί με το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας. Μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο, το 1949, επέστρεψε στην Ανατολική Γερμανία και αναγορεύθηκε καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Πέθανε το 1950[2].

Το βασικό έργο του Grossmann είναι «Η Συσσώρευση και η Κατάρρευση του Καπιταλιστικού Συστήματος» («Das Akkumulations-und Zusammenbruchsgesetz des Kapitalistischen Systems») που εκδόθηκε στα γερμανικά το 1929 και μεταφράσθηκε στα Αγγλικά το 1992 (σε μία συντετμημένη έκδοση ως «Ο Νόμος της Συσσώρευσης και Κατάρρευσης του Καπιταλιστικού Συστήματος»). Έγραψε επίσης τα δοκίμια «Ο Sismonde de Sismondi και οι οικονομικές θεωρίες του», στα γαλλικά το 1924, και «Η Εξελικτική Εξέγερση ενάντια στα Κλασσικά Οικονομικά» στα αγγλικά επίσης το 1924. Ένα άλλο σημαντικό έργο του είναι «Η αλλαγή των αρχικών σχεδίων διάρθρωσης του Κεφαλαίου του Marx και τα αίτια τους» («Die Anderung des ursprüngliche Aufbauplans des Marxschen Kapital und ihre Ursachen») που γράφτηκε το 1929 και μελετά την δομή και την μεθοδολογία του Κεφαλαίου του Marx* ένα πεδίο στο οποίο ακολούθησε το περίφημο έργο του Roman Rosdolsky.

Το κείμενο αυτό μελετά την προσέγγιση του Grossmann στο νόμο της ΠΤΠΚ και την ανάλυση μακροοικονομικής δυναμικής που προκύπτει από αυτή. Το αμέσως επόμενο κεφάλαιο παρουσιάζει την ανάλυση του Marx για την ΠΤΠΚ και τις σύγχρονες αντιπαραθέσεις γύρω από αυτή την θέση. Το τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζει την συνεισφορά του Grossmann. Εστιάζει ιδιαίτερα στο πλαίσιο των αντιπαραθέσεων μέσα από τις οποίες προέκυψε η ανάλυση του καθώς επίσης και στην δομή, στις κρίσιμες υποθέσεις και στα πορίσματα της. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην σύγκριση της με νεώτερες θεωρίες οικονομικής μεγέθυνσης και ιδιαίτερα αυτή των Harrod (1939, 1948) και Dommar (1946). Το τέταρτο κεφάλαιο μελετά τόσο παλιότερες όσο και νεώτερες κριτικές στο μοντέλο του Grossmann. Το τελευταίο κεφάλαιο συγκεφαλαιώνει.

2. Ο Μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και οι σύγχρονες αντιπαραθέσεις

Η Μαρξική θέση για την Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους στοχεύει να δείξει ότι το καπιταλιστικό σύστημα διέπεται από κρίσεις που γεννιούνται από εγγενή, οργανικά αίτια. Μάλιστα, ότι παρά το ότι η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας είναι η θεμελιακή σχέση του καπιταλιστικού συστήματος (η σχέση μισθωτής εργασίας), οι κρισιακές τάσεις γεννιούνται στο έδαφος της αλλά ακόμη και όταν δεν υπάρχει μία ενεργητική αλλαγή των ταξικών συσχετισμών προς όφελος της εργασίας. Γι’ αυτό τον λόγο γίνεται συνειδητά αφαίρεση των κρισιακών επιπτώσεων που μπορεί να έχει η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και οι εισοδηματικές αναδιανομές προς όφελος της εργασίας. Κατά συνέπεια, γίνεται συνειδητά αφαίρεση όλων εκείνων του παραγόντων που θα οδηγούσαν σε τέτοιες αλλαγές – και ιδιαίτερα του πληθυσμιακού περιορισμού, δηλαδή της στενότητας ή μη της αγοράς εργασίας. Με βάση τα παραπάνω ο Marx θέλει να δείξει ότι είναι ακριβώς η υπερβολική επιτυχία του καπιταλιστικού συστήματος (η υπερβάλλουσα συσσώρευση, η υπερσυσσώρευση) που οδηγεί στην αποτυχία του (στην πτώση της κερδοφορίας, στην κρίση και τελικά στην απαξίωση κεφαλαίων).

Κατά τον Marx, η βασική κινητήρια δύναμη στο καπιταλιστικό σύστημα – η αναζήτηση κέρδους – υποχρεώνει κάθε ατομικό κεφάλαιο να αγωνίζεται (1) στην διαδικασία εργασίας ενάντια στην εργασία που έχει εκμισθώσει με σκοπό την εξαγωγή υπεραξίας, και (2) στην διαδικασία κυκλοφορίας ενάντια στα άλλα ατομικά κεφάλαια για την πραγματοποίηση της υπεραξίας με την μορφή του κέρδους[3]. Στην πάλη ενάντια στην εργασία ο εκμηχανισμός της παραγωγής είναι το βασικό όπλο του κεφαλαίου γιατί ενισχύει τον έλεγχο του καπιταλιστή επάνω στην διαδικασία εργασίας και την ικανότητα του να αλλάζει προς όφελος του την αναλογία αναγκαίου και πλεονάζοντος χρόνου εργασίας. Αυτό ενισχύει την παραγωγή υπεραξίας μέσω της υπεξαίρεσης κυρίως σχετικής υπεραξίας, η οποία κατά τον Marx είναι ο τύπος που προσιδιάζει περισσότερο στον καπιταλισμό – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και διαδικασίες υπεξαίρεσης απόλυτης υπεραξίας.

Στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, κάθε ατομικό κεφάλαιο αγωνίζεται να μειώσει τα μοναδιαία κόστη παραγωγής (τις μοναδιαίες τιμές κόστους). Αυτό υπαγορεύει την ταχεία εισαγωγή τεχνικών αλλαγών που είναι έντασης κεφαλαίου και εξοικονόμησης εργασίας. Για τον Marx, οι καινοτόμες μέθοδοι παραγωγής οδηγούν σε εργοστάσια μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου στα οποία, υπό συνθήκες κανονικού βαθμού χρησιμοποίησης παραγωγικού δυναμικού (capacity utilization), τα μοναδιαία κόστη παραγωγής θα είναι χαμηλότερα. Κι αυτό γιατί αυξάνοντας την ποσότητα του πάγιου κεφαλαίου (fixed capital) ανά μονάδα προϊόντος επιτυγχάνονται οικονομίες κλίμακας. Επειδή η μεγαλύτερης κλίμακας παραγωγή επιτρέπει σε ένα δεδομένο αριθμό εργατών να επεξεργάζονται μία μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντος, τόσο οι πρώτες ύλες όσο και το προϊόν ανά μονάδα τείνει να αυξηθεί. Ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη ποσότητα πάγιου κεφαλαίου ανά μονάδα προϊόντος συνεπάγεται μεγαλύτερα κόστη απόσβεσης και βοηθητικών υλικών (ηλεκτρισμός, καύσιμα κλπ.) ανά μονάδα προϊόντος. Κατά συνέπεια, για τις καινοτόμες μεθόδους παραγωγής, όσο μεγαλύτερο είναι το κεφάλαιο που προκαταβάλλεται ανά μονάδα προϊόντος τόσο μεγαλύτερο είναι το μοναδιαίο μη-εργασιακό κόστος (μοναδιαίο σταθερό κεφάλαιο) ενώ η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της εργασίας συνεπάγεται χαμηλότερα μοναδιαία εργασιακά κόστη (μοναδιαίο μεταβλητό κεφάλαιο). Για να είναι μία καινοτομούσα μέθοδος παραγωγής κερδοφόρα θα πρέπει η μείωση των τελευταίων να είναι μεγαλύτερη από την αύξηση των πρώτων έτσι ώστε η συνολική επίπτωση να είναι η μείωση του μοναδιαίου κόστους παραγωγής (του αθροίσματος μοναδιαίου σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου). Όμως, υπό δεδομένες τεχνικές συνθήκες, η υπάρχουσα τεχνολογία και γνώση έχει πεπερασμένα όρια. Όταν αυτά τα όρια ξεπερασθούν τυχόν περαιτέρω αυξήσεις της επένδυσης ανά μονάδα προϊόντος θα οδηγήσει σε μικρότερες μειώσεις των μοναδιαίων κοστών παραγωγής. Επομένως, τα πιο αναπτυγμένα ατομικά κεφάλαια θα τείνουν να επιτυγχάνουν ένα χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος παραγωγής αλλά με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Το χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος παραγωγής τα διευκολύνει να ελέγξουν ένα μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Ταυτόχρονα, επειδή η κυριαρχούσα τιμή αγοράς καθορίζεται από τις μέσες συνθήκες παραγωγής σε κάθε κλάδο και όχι από τα καινοτομούντα ατομικά κεφάλαια, τα τελευταία είναι σε θέση να αποκομίσουν πρόσθετα κέρδη. Τα πρόσθετα αυτά κέρδη αποτελούν μία αναδιανομή της υπεραξίας στο επίπεδο της κυκλοφορίας και προκύπτουν από μία καθαρή μεταφορά υπεραξίας από ατομικά κεφάλαια που λειτουργούν υπό μέσες ή και χαμηλότερες συνθήκες παραγωγής προς τα καινοτομούντα ατομικά κεφάλαια. Αυτά τα πρόσθετα κέρδη και η απώλεια μεριδίων της αγοράς οδηγεί είτε τα άλλα κεφάλαια να υιοθετήσουν τις νέες μεθόδους είτε να απορροφηθούν από τα περισσότερο αναπτυγμένα. Και στις δύο περιπτώσεις θα τείνει να επικρατήσει ένα νέο πρότυπο μέσων συνθηκών παραγωγής που θα χαρακτηρίζεται από μία αυξημένη αναλογία σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο (μεγαλύτερη ΟΣΚ) και ένα χαμηλότερο γενικό ποσοστό κέρδους. Τα αποτελέσματα της πτωτικής κερδοφορίας μπορεί να ανασταλούν προσωρινά από μία αύξηση της μάζας των κερδών, μέσω της αύξησης της παραγωγής. Τελικά όμως, νωρίτερα ή αργότερα, η πτώση της κερδοφορίας θα εξασθενίσει τα επενδυτικά κίνητρα και θα οδηγήσει σε μία στασιμότητα της μάζας των κερδών.

Κατά τον Marx η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους συνυπάρχει με μία σειρά αντεπιδρώσες τάσεις, όπως οικονομίες στην χρήση σταθερού κεφαλαίου, ανάδυση νέων σφαιρών παραγωγή όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι χαμηλότερη (π.χ. λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή νέοι κλάδοι), εντατικοποίηση της παραγωγής, εισαγωγές φθηνών εισροών και συμπίεση των μισθών κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης. Κατά τον Marx, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους είναι η κυρίαρχη πλευρά σε αυτή την ενότητα αντιθέσεων γιατί οι αντίρροπες τάσεις λειτουργούν μέσα σε αυστηρούς περιορισμούς. Έτσι, ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός προκαλεί ταχεία τεχνική αλλαγή, η οποία αυξάνει την ΟΣΚ καθώς απορροφά μηχανήματα ταχύτερα από ότι απασχολεί εργάτες. Αυτή η σχετική εκτόπιση εργατών από μηχανές όμως έχει δεδομένα όρια όσον αφορά την ικανότητα της να αυξήσει την εξαγωγή υπεραξίας, καθώς οι ανθρώπινες δυνατότητες – υπό δεδομένες παραγωγικές συνθήκες – είναι πεπερασμένες.

Διαγραμματικά η αντίστροφη συσχέτιση ποσοστού κέρδους και ΟΣΚ, κατά την Μαρξική θεωρία, δείχνεται εξαιρετικά απλά:

Ως γνωστόν το ποσοστό υπεραξίας ορίζεται ως o λόγος της υπεραξίας (s) προς το μεταβλητό κεφάλαιο (v): .

Αντίστοιχα, το ποσοστό κέρδους ορίζεται ως .

Η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου ορίζεται ως .

Εύκολα αποδεικνύεται ότι

δηλαδή ότι η αύξηση της ΟΣΚ προκαλεί μείωση του ποσοστού κέρδους.

Όπως φαίνεται στο ανωτέρω διάγραμμα κάθε καμπύλη ποσοστού υπεραξίας είναι συνάρτηση του ποσοστού κέρδους και της ΟΣΚ.

Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους βρέθηκε στο επίκεντρο νεώτερων συζητήσεων. Οι περισσότεροι από τους επικριτές του αναφέρονται στο περίφημο θεώρημα Okishio (1961), που υποστηρίζει ότι, υπό ορισμένες υποθέσεις (σταθερός πραγματικός μισθός, τέλειος ανταγωνισμός κλπ.), η βιώσιμη τεχνική αλλαγή αυξάνει το ποσοστό κέρδους. Συγκεκριμένα, το ποσοστό κέρδους θα αυξηθεί εάν ο πραγματικός μισθός διατηρηθεί σταθερός, δηλαδή εάν οι καπιταλιστές αποκομίσουν όλα τα οφέλη από τις νέες βελτιωμένες συνθήκες παραγωγής. Το ποσοστό κέρδους μπορεί να πέσει μόνο εάν οι εργάτες ωφεληθούν τουλάχιστον εν μέρει από την τεχνική πρόοδο. Συνεπώς, με την υπόθεση του σταθερού πραγματικού μισθού, το ποσοστό κέρδους δεν θα μειώνεται παρά μόνο εάν οι καπιταλιστές δεν επιλέγουν τεχνικές που μεγιστοποιούν το ποσοστό κέρδους. Η θέση αυτή έχει αμφισβητηθεί από διαφορετικές σκοπιές. Μία από αυτές τις σκοπιές είναι η αμφισβήτηση των υποθέσεων του θεωρήματος Okishio. Για παράδειγμα, ο Foley (1986) δείχνει ότι εάν ποσοστό των μισθών αυξάνει έτσι ώστε να διατηρηθεί ένα σταθερό μερίδιο των μισθών στο παραγόμενο προϊόν, τότε η τεχνολογική αλλαγή χρησιμοποίησης κεφαλαίου μειώνει το ποσοστό κέρδους. Ο Fine (1989) απορρίπτει το πλαίσιο στατικής ισορροπίας του Okishio και υποστηρίζει ότι ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους είναι η αντιφατική ενότητα της κεντρικής τάσης (που μεταφράζει μία αυξανόμενη τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου – ΤΣΚ σε μία αυξανόμενη ΟΣΚ) και των αντίρροπων τάσεων (που επηρεάζουν την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου – ΑΣΚ)[4]. Μία άλλη οπτική γωνία αποδέχεται τις υποθέσεις του Okishio αλλά απορρίπτει τους ορισμούς του. Για παράδειγμα, ο Shaikh (1978a) διακρίνει μεταξύ του ποσοστού κέρδους που υπολογίζεται για το συνολικό πάγιο και κυκλοφορούν κεφάλαιο (δηλαδή, καλύπτοντας την αξία των διαρκών παραγωγικών αγαθών που μεταβιβάζουν την αξία τους κατά την διάρκεια αρκετών περιόδων παραγωγής) και του περιθωρίου κερδών (margin of profits – που υπολογίζεται με βάση τα τρέχοντα κόστη). Υποστηρίζει ότι οι καπιταλιστές εισάγουν νέες τεχνικές οι οποίες – μειώνοντας τα τρέχοντα κόστη – αυξάνουν το περιθώριο κέρδους αλλά μειώνουν το ποσοστό κέρδους (λόγω αυξημένου εκμηχανισμού).

3. Η συνεισφορά του H.Grossmann

Το ενδιαφέρον του Grossmann για το ζήτημα της οικονομικής κρίσης στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία πυροδοτήθηκε – μεταξύ άλλων – από την συζήτηση που είχε ανοίξει στις αρχές του 20ου αιώνα μέσα στους κύκλους της Αριστεράς. Σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση αυτή πυροδοτήθηκε από την αιρετική, τότε, τοποθέτηση του Bernstein ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν κινδυνεύει από οικονομική κατάρρευση και συνεπώς το εργατικό κίνημα θα πρέπει να ασχοληθεί με την μεταρρύθμιση του. Η θέση αυτή αντιμετωπίσθηκε από πολλές και διαφορετικές πλευρές (μερικές από τις οποίες εν τέλει συμφώνησαν εν πολλοίς με τα πορίσματα του Bernstein). Κατ΄ αρχήν αντιμετωπίσθηκε από τον τότε μεγάλο πάπα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας Κ.Kautsky, ο οποίος όμως στην μετέπειτα πορεία συνέκλινε με τις απόψεις του Bernstein. Έτσι σχηματίσθηκε το ρεύμα των λεγόμενων «νέο-αρμονιστών» που υποστήριζαν ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν έχει ουσιαστικά προβλήματα οικονομικής βιωσιμότητας. Στην άποψη αυτή αντιπαρατέθηκε έντονα η Rosa Luxemburg υποστηρίζοντας ότι ο καπιταλισμός οδηγείται μέσω της κρίσης στην οικονομική κατάρρευση. Η προσέγγιση της, που σε πολλά σημεία διαφωνούσε ρητά με πλευρές τις θεωρίας του Marx, απέδωσε την οικονομική κρίση του συστήματος στην υποκατανάλωση, δηλαδή στην έλλειψη επαρκούς ζήτησης. Τα πολιτικά συμπεράσματα της Luxemburg τόνιζαν την ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Παραπλήσιες απόψεις διατυπώθηκαν επίσης από τον Sternberg, ο οποίος μέσω μίας οικονομικής ανάλυσης που υιοθετούσε τόσο στοιχεία της Luxemburg όσο και των «νέο-αρμονιστών», κατέληγε στην ανάγκη επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Η τελευταία, για τον Sternberg, προέκυπτε όχι από αναγκαίους οικονομικούς λόγους αλλά σαν ηθική, εν τέλει, απαίτηση που έτσι έπαιρνε ένα βολονταριστικό και κινηματιστικό χαρακτήρα.

Απέναντι στις απόψεις αυτές ο Grossmann θέλησε να τονίσει ότι η πολιτική πάλη για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος έχει ισχυρά αντικειμενικά θεμέλια στις εγγενείς κρισιακές τάσεις του συστήματος που τείνουν να το οδηγήσουν στην οικονομική κατάρρευση. Παρόλο ότι από πολλές πλευρές επικρίθηκε ότι υιοθετεί μία οικονομιστική και μηχανιστική προσέγγιση, ο Grossmann – βασιζόμενος άλλωστε στην έντονη πολιτική ενεργοποίηση του – ποτέ δεν παραγνώρισε τον σχετικά αυτοτελή ρόλο της πολιτικής ταξικής πάλης ούτε φυσικά κατέληξε στην προσμονή της ανατροπής του συστήματος μέσω μίας οικονομικής κατάρρευσης και εν απουσία ανατρεπτικής ταξικής πάλης. Γι’ αυτό αντιπαρατέθηκε τόσο στους «νεο-αρμονιστές» όσο και στην υποκαταναλωτική προσέγγιση της Luxemburg και στον υποκειμενισμό του Sternberg.

Κατά τον Grossmann η αιτία της οικονομικής κρίσης δεν πρέπει να αναζητηθεί στις δευτερεύουσες πλευρές της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας (δημιουργία μονοπωλίων, δομές του διεθνούς εμπορίου, έλεγχος πλουτοπαραγωγικών πόρων κλπ.) αλλά στην ίδια την ουσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Έτσι κάνει συνειδητά αφαίρεση όλων εκείνων των δευτερευόντων κρισιακών παραγόντων που απορρέουν ακριβώς από αυτές τις δευτερεύουσες πλευρές της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας (ανισορροπίες προσφοράς και ζήτησης, ρόλος του χρήματος και των χρηματοπιστωτικών λειτουργιών κλπ.). Κάνει επίσης συνειδητά αφαίρεση του ρόλου της ταξικής πάλης στην αλλαγή τόσο των εργασιακών συνθηκών όσο και της διανομής εισοδήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρεί ότι δεν παίζει ρόλο αλλά ουσιαστικά «παγώνει» την δράση της θέλοντας να δείξει ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς επιρρεπές σε κρίσεις ακόμη και όταν η εργατική τάξη δεν παρεμβαίνει ενεργητικά στους κοινωνικο-οικονομικούς συσχετισμούς.

Με βάση τα παραπάνω ο Grossmann στοχεύει στην συγκρότηση μίας γενικής θεωρίας της οικονομικής κρίσης –δηλαδή σε μία θεωρία που να αναλύει τα γενικά αφηρημένα και ουσιακά αίτια της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό, άσχετα από τις ιστορικά συγκεκριμένες μορφές εκδήλωσης που παίρνουν. Άλλωστε αυτή ήταν η κυρίαρχη τάση την εποχή εκείνη σε αντίθεση με πολλές σύγχρονες προσεγγίσεις που εσφαλμένα υιοθετούν αγνωστικιστικές και πολυσυλλεκτικές ερμηνείες που περιορίζονται – και συνήθως αναλυτικά αδύναμα και ερμηνευτικά ανεπαρκώς – στον ιστορικά συγκεκριμένο χαρακτήρα κάθε κρίσης. Υποθέτει ότι υπάρχει μία τάση αύξησης της ΟΣΚ – κάτι επίσης συνηθισμένο τόσο στην εποχή του όσο και σήμερα – και με βάση αυτή δείχνει την αντίστροφη συσχέτιση της με το ποσοστό κέρδους. Στο μοντέλο αυτό υποθέτει – με βάση όσα αναλύθηκαν προηγουμένως – ότι υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, ότι υπάρχουν σταθερές τιμές (που είναι ίσες με τις εργασιακές αξίες) και ότι η αξία του χρήματος είναι σταθερή.

Όλα τα παραπάνω τα εφαρμόζει στα πλαίσια του μοντέλου του Bauer (1913). Ο τελευταίος, θέλοντας να αντικρούσει την θεωρία κρίσης και κατάρρευσης της Luxemburg, είχε παρουσιάσει ένα μοντέλο που έδειχνε την ικανότητα οικονομικής επιβίωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Ο Grossmann επέκτεινε το μοντέλο αυτό για περισσότερα από τα 4 χρόνια που το είχε εφαρμόσει ο Bauer και έδειξε ότι η διαδικασία συσσώρευσης μετά το 20ο έτος αρχίζει να έχει προβλήματα και εν τέλει καταρρέει στο 36ο έτος.

 

 

Το μοντέλο Bauer – Grossmann

Ο Grossmann στοχεύει στη δημιουργία ενός μοντέλου υψηλής αφαίρεσης που να συλλαμβάνει τις τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος στην καθαρή μορφή τους. Για τον λόγο αυτό κάνει τις ακόλουθες απλοποιητικές υποθέσεις.

Πρώτον, δεν υπάρχει εξωτερικό εμπόριο. Δεύτερον, υπάρχουν μόνο καπιταλιστές και εργάτες, δηλαδή δεν υπάρχουν ενδιάμεσες τάξεις. Τρίτον, δεν υπάρχει γαιοκτησία και συνεπώς οι περιπλοκές που δημιουργεί η γαιοπρόσοδος. Τέταρτον, δεν υπάρχουν έμποροι και επομένως αφαιρούνται οι ιδιαιτερότητες που εισάγει η ύπαρξη αυτοτελούς εμπορικού κεφαλαίου. Πέμπτον, το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό (έστω 100%). Έκτον, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι σταθερός. Έβδομον, οι μισθοί δεν κυμαίνονται. Όγδοον, ο χρόνος περιστροφής του κεφαλαίου είναι ο ίδιος σε όλους τους τομείς (έστω ένας χρόνος).

Με βάση τα παραπάνω συγκροτεί ένα διτομεακό μοντέλο (Τομέας Ι [παραγωγή μέσων παραγωγής] και Τομέας ΙΙ [παραγωγή μέσων κατανάλωσης]) όμοιο με αυτό του Bauer και με βάση το πρότυπο των σχημάτων αναπαραγωγής του Marx. Επιπλέον υποθέτει ότι υπάρχει μακροχρόνια τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή ο ρυθμός αύξησης του σταθερού κεφαλαίου είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου. Στο συγκεκριμένο αριθμητικό παράδειγμα που κατασκευάζει ο Grossmann, στα βήματα πάντα του Bauer, υποθέτει ότι το σταθερό κεφάλαιο αυξάνει σε κάθε περίοδο κατά 10% ενώ το μεταβλητό κεφάλαιο κατά 5%. Επιπλέον, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι σταθερός και συνδέεται με τον ρυθμό αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα όμως – και σύμφωνα με τις υποθέσεις του Marx και αντιθέτως με την εσφαλμένη επιχειρηματολογία της Luxemburg[5] – ο ρυθμός μεγέθυνσης (το ποσοστό συσσώρευσης) των δύο τομέων παραγωγής είναι ο ίδιος (Grossmann (1992), σ.70). Δηλαδή υπάρχει συμμετρία μεταξύ των δύο τομέων παραγωγής καθώς συσσωρεύουν, σε κάθε περίοδο, το ίδιο ποσοστό από την υπεραξία:

ΑΙΙ – ΑΙΙΙΙ = Α/Μ              όπου Α το ποσοστό συσσώρευσης και Μ η υπεραξία.

Ακολούθως προχωρά να δείξει ότι υπό αυτές τις προϋποθέσεις, που αναγκαία συνεπάγονται μία πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω της αύξησης της ΟΣΚ, το σύστημα θα οδηγηθεί στην κρίση και την κατάρρευση (εάν δεν ενεργοποιηθούν οι αντεπιδρώσες στην πτωτική τάση της κερδοφορίας δυνάμεις).

Η μαθηματική μοντελοποίηση αυτής της ανάλυσης που δίνει ο ίδιος ο Grossmann είναι η ακόλουθη (ελαφρά τροποποιημένη).

Έστω c: σταθερό κεφάλαιο (c0:  αρχικό σταθερό κεφάλαιο,

ct:  αξία του σταθερού κεφαλαίου μετά t περιόδους συσσώρευσης)

(1)        ισχύει                                                  όπου

Έστω v: σταθερό κεφάλαιο (v0:  αρχικό μεταβλητό κεφάλαιο,

vt: αξία του μεταβλητού κεφαλαίου μετά t περιόδους συσσώρευσης)

(2)        ισχύει                                    όπου

Έστω     k: καταναλωτικό μερίδιο των καπιταλιστών

αc: ποσοστό συσσώρευσης σταθερού κεφαλαίου

αv: ποσοστό συσσώρευσης μεταβλητού κεφαλαίου

s: μάζα της υπεραξίας (όπου )

Ω: οργανική σύνθεση του κεφαλαίου (), όπου Ω0 η αρχική τιμή της

s¢: ποσοστό υπεραξίας

Το ποσοστό κέρδους είναι, σύμφωνα με τον Μαρξικό ορισμό ():

Η συνολική παραγόμενη αξία είναι:

Το ποσοστό του καταναλωτικού μεριδίου των καπιταλιστών σε σχέση με την συνολική υπεραξία δίνεται από τον λόγο  ενώ το ποσοστό του επένδυσης των καπιταλιστών (σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο) σε σχέση με την συνολική υπεραξία δίνεται από τον λόγο .

Η μάζα της υπεραξίας προκύπτει από τους ακόλουθους δύο τύπους:

(3)

και

(4)

Εξισώνοντας τις (3) και (4) καταλήγουμε:

(5)

Αντικαθιστώντας τις (1) και (2) στην (5) καταλήγουμε:

Στο μοντέλο αυτό – όπως άλλωστε και σε αυτό του Bauer – τα αρχικά επίπεδα σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου είναι δεδομένα. Επίσης οι ρυθμοί μεγέθυνσης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου είναι δεδομένοι και σταθεροί (με τον πρώτο να είναι μεγαλύτερος από τον δεύτερο). Επίσης, το ποσοστό υπεραξίας είναι δεδομένο και σταθερό. Συνεπώς, προκύπτει – από τα παραπάνω – η μάζα της υπεραξίας. Συνεπώς όλες σχεδόν οι σχέσεις και οι ρυθμοί του μοντέλου είναι δεδομένοι εκτός από την διανομή της υπεραξίας μεταξύ του τμήματος της που πηγαίνει για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών και του τμήματος της που επενδύεται σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο. Το δεύτερο τμήμα καθορίζεται με βάση τις επιταγές των ρυθμών αύξησης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου – που είναι δεδομένοι εξ υποθέσεως. Επομένως, η μόνη μεταβλητή του μοντέλου είναι το τμήμα της υπεραξίας που πηγαίνει για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Οι απαιτήσεις της συσσώρευσης κεφαλαίου αυξάνουν – με βάση τους ρυθμούς αύξησης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου – και ταυτόχρονα η παραγωγή υπεραξίας υστερεί σε σχέση με αυτούς – καθώς ο ρυθμός αύξησης της (με σταθερό το ποσοστό υπεραξίας) καθορίζεται από τον ρυθμό αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου (που υπολείπεται αυτού του σταθερού κεφαλαίου εξ ορισμού). Κατά συνέπεια, για να διατηρηθεί το επίπεδο συσσώρευσης πρέπει να μεταφέρονται κονδύλια από το μερίδιο της υπεραξίας που προορίζεται για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών σε αυτό που προορίζεται για την συσσώρευση του κεφαλαίου. Όπως θα δειχθεί και στον αριθμητικό πίνακα που ακολουθεί, η αφαίμαξη αυτή μηδενίζει το μερίδιο της προσωπικής κατανάλωσης των καπιταλιστών οπότε το σύστημα καταρρέει.

Στο μοντέλο του Grossmann όταν μηδενίζεται το καταναλωτικό μερίδιο των καπιταλιστών (δηλαδή k=0) ισχύει:

Παίρνοντας την λογαριθμική μορφή της τελευταίας, μπορούμε να υπολογίσουμε την χρονική περίοδο κατάρρευσης του συστήματος:

το οποίο είναι ένας πραγματικός αριθμός, υπό την προϋπόθεση ότι s¢> αv.

Από την εξίσωση αυτή φαίνεται ότι η χρονική περίοδος κατάρρευσης εξαρτάται από:

(α) το ύψος της αρχικής οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (Ω0)

(β) το ρυθμό συσσώρευσης σταθερού κεφαλαίου (αc)

(γ) το ρυθμό συσσώρευσης μεταβλητού κεφαλαίου (αv)

(δ) το ποσοστό υπεραξίας (s¢)

Όσο υψηλότερα είναι τα δύο πρώτα τόσο γρηγορότερα επέρχεται η κατάρρευση, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις δύο τελευταίες παραμέτρους. Από όλα τα παραπάνω προκύπτουν και οι τέσσερις εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι καπιταλιστές για να αναστείλουν την κατάρρευση. Είτε να μειώσουν το ρυθμό συσσώρευσης σταθερού κεφαλαίου, είτε να υποτιμήσουν την αξία του σταθερού κεφαλαίου, είτε να μειώσουν την αξία των μισθών είτε να εξάγουν κεφάλαιο στο εξωτερικό. Στις περιπτώσεις αυτές η τάση κατάρρευσης θα διακοπεί καθώς θα ενεργοποιηθούν αντεπιδρώσες δυνάμεις με αποτέλεσμα οι περιστασιακές κρίσεις που θα ξεσπάσουν να μην οδηγήσουν στην κατάρρευση του συστήματος αλλά σε κυκλικές διακυμάνσεις (δηλαδή στην κυκλική διαδοχή φάσεων ανόδου και φάσεων ύφεσης και κρίσης χωρίς όμως μία τελική κατάρρευση). Μεταξύ των αντεπιδρόντων παραγόντων σημαντική θέση – ιδιαίτερα στα πλαίσια της μαρξιστικής συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό που αναπτυσσόταν στην δεκαετία του 1920 – είναι η εξαγωγή κεφαλαίου καθώς στην περίπτωση αυτή ο ρυθμός συσσώρευσης του σταθερού κεφαλαίου (αc) στο εσωτερικό της χώρας μειώνεται και, στο βαθμό που οι επενδύσεις στο εξωτερικό γίνονται σε χώρες λιγότερο αναπτυγμένες (συνεπώς με χαμηλότερη ΟΣΚ) επιτυγχάνονται υψηλότερα ποσοστά κερδοφορίας.

Ο ακόλουθος αριθμητικός πίνακας από το βιβλίο του Grossmann – επίσης ελαφρά τροποποιημένος – δίνει μία προσομοίωση του μοντέλου. Ο Grossmann (1992, σ.69-70) ακολουθεί κατά γράμμα τις αντίστοιχες αριθμητικές υποθέσεις του Bauer υποθέτοντας 200000 αρχικού σταθερού κεφαλαίου και 100000 αρχικού μεταβλητού κεφαλαίου. Το πρώτο κατανέμεται σε 120000 στο Τμήμα Ι και 80000 στο Τμήμα ΙΙ, ενώ το δεύτερο κατανέμεται ισόποσα (50000) σε κάθε Τμήμα. Στον πίνακα αυτό τα δεδομένα των δύο Τμημάτων αθροίζονται.

Πίνακας 1. Το αριθμητικό παράδειγμα του Grossmann.

Έτος c v k αc αv

AV

k/s α/s R
1 200000 100000 75000 20000 5000 400000 75% 25% 33.3%
2 220000 105000 77750 22000 5250 430000 74.5% 25.95% 32.3%
3 242000 110250 80539 24200 5511 462500 73.04% 26.96% 31.2%
4 266000 115762 83374 26600 5788 497524 72.02% 27.98% 30.3%
5 292600 121500 86213 29260 6077 535700 70.9% 29.1% 29.3%
6 321860 127627 89060 32186 6381 577114 69.7% 30.3% 28.4%
7 354046 134008 91904 35404 6700 622062 68.6% 31.4% 27.4%
8 389450 140708 94728 38945 7035 670866 67.35% 32.7% 26.5%
9 428395 147743 97517 42839 7387 723881 66% 34% 25.6%
10 471234 155130 100251 47123 7756 781494 64.63% 35.37% 24.7%
15 758925 197988 112197 75892 9899 1154901 56.67% 43.23% 20.6%
20 1222252 252961 117832 122225 12634 1727634 46.6% 53.4% 16.4%
21 1344477 265325 117612 134447 13266 1875127 44.3% 55.7% 16.4%
25 1968446 322503 109534 196844 16125 2613452 33.9% 66.1% 14%
33 4219536 476480 30703 421953 23284 5172496 4.2% 95.8% 10.1%
34 4641489 500304 11141 464148 25015 5642097 0.45% 99.55% 9.7%
35 5105637 525319 0 510563 14756 6156275 0% 100% 9.3%
36 5616200 551584

Στον ανωτέρω αριθμητικό πίνακα ο Grossmann δείχνει ότι αν πάρει κανείς ακριβώς τα ίδια αριθμητικά δεδομένα με αυτά του Bauer και επεκτείνει την λειτουργία του συστήματος πέρα από τα 4 αρχικά χρόνια – όπως έκανε ο Bauer- η πτώση του ποσοστού κέρδους – που προκύπτει από την προϋποτιθέμενη άνοδο της ΟΣΚ – θα αρχίσει από ένα σημείο και μετά να επιδρά αρνητικά πάνω στους όρους αναπαραγωγής του συστήματος και τελικά θα το οδηγήσει στην κατάρρευση μετά το 35ο έτος (μέσω του μηχανισμού που περιγράφθηκε προηγουμένως). Προεκτείνοντας τους υπολογισμούς του Bauer δείχνει την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ( Όπως φαίνεται ευκρινώς από τον πίνακα το μερίδιο της υπεραξίας που πηγαίνει για συσσώρευση (α/s) αυξάνει συνεχώς σε βάρος του μεριδίου που πηγαίνει για προσωπική κατανάλωση (k/s) μέχρις ότου το τελευταίο μηδενίζεται. Σε απόλυτα μεγέθη, η προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών αυξάνει μέχρι το 20ο έτος (όπου φθάνει στο υψηλότερο επίπεδο) και μετά φθίνει τόσο απόλυτα όσο και σχετικά. Μάλιστα, ο Grossmann (1992, σ.71-2) επισημαίνει – σε ένα πρωτοπόρο για την εποχή του και εξαιρετικά οξυδερκές τμήμα, που αναλύει επίσης την αμφιλεγόμενη θέση του J.S.Mill για την πτώση του ποσοστού κέρδους – την Μαρξική συσχέτιση μεταξύ της πτώσης του ποσοστού κέρδους και της μάζας των κερδών που αναφέρθηκε στο κεφάλαιο 2. Συγκεκριμένα, δείχνει ότι η ΠΤΠΚ στα αρχικά στάδια συμβαδίζει με μία αυξανόμενη μάζα κερδών και μία αυξανόμενη προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Όμως από το 21ο έτος και μετά η ΠΤΠΚ οδηγεί σε μία απόλυτη πτώση της μάζας των κερδών.

Αυτή η μεταβαλλόμενη συσχέτιση μεταξύ ποσοστού κέρδους και μάζας κερδών αποτελεί κατά τον Grossmann (1992, σ.77) την βάση μίας Μαρξιστικής θεωρίας του οικονομικού κύκλου. Η αύξουσα αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου αποτελεί το βασικό αίτιο της φάσης ανόδου, ακόμη και με πτώση του ποσοστού κέρδους. Αντιθέτως, η ατελής αξιοποίηση του κεφαλαίου είναι η αιτία της στροφής στην ύφεση και εν τέλει στην κρίση. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πως ο Grossmann συνδέει την ατελή αξιοποίηση του κεφαλαίου συνδυάζεται με την υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου. Υποστηρίζει ότι στην φάση ανόδου θα εμφανισθεί ατελής αξιοποίηση του κεφαλαίου που οφείλεται στην υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, δηλαδή το κεφάλαιο θα αυξάνει γρηγορότερα από την υπεραξία που εξάγεται από τον δεδομένο πληθυσμό. της ύφεσης και της κρίσης. Αντιθέτως, στην φάση της ύφεσης και της κρίσης η μάζα των κερδών περιορίζεται τόσο απότομα που το επιπρόσθετο κεφάλαιο δεν επαρκεί για να διατηρήσει τον καθορισμένο ρυθμό συσσώρευσης. Αυτό έχει σαν συνέπεια την εμφάνιση (α) ανεργίας και, (β) μίας μάζας κεφαλαίου που δεν μπορεί να επενδυθεί και παραμένει ανενεργή. Και τα δύο αυτά συμπτώματα ακολουθούν πιστά την ανάλυση του Marx.

Όσον αφορά το σκέλος της ανεργίας, στο 36ο έτος το επιπλέον κεφάλαιο που συσσωρεύεται δεν επαρκεί για να απορροφήσει την αύξηση του πληθυσμού και συνεπώς δημιουργείται ένας εφεδρικός στρατός εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι μία υπόθεση του μοντέλου δεν μπορεί να εκπληρωθεί καθώς η συσσώρευση δεν μπορεί να ακολουθήσει την κανονική αύξηση του πληθυσμού. Συγκεκριμένα, στο 35ο έτος η υπεραξία που δημιουργείται είναι 14756 και χρησιμοποιείται για αύξηση του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου. Όμως το δεύτερο, σύμφωνα με τον εξ υπ΄ αρχής δεδομένο ρυθμό αύξησης του κατά 5%, θα έπρεπε να ανέλθει σε 551584, ενώ με βάση την διαθέσιμη υπεραξία καλύπτονται μόνο 540075 (οι 525319 θέσεις εργασίας του 35ου έτους συν οι 14756 που προέκυψαν το 35ο έτος), με αποτέλεσμα την εμφάνιση 11059 ανέργων. Αυτό το πόρισμα αμφισβητεί ευθέως τον μηχανισμό με τον οποίο ο Bauer απαντούσε στην κατάρρευση λόγω υποκατανάλωσης της Luxemburg. Συγκεκριμένα, ο πρώτος υποστήριζε ότι στο βαθμό που ρυθμός συσσώρευσης του κεφαλαίου αυξάνει αρκετά γρήγορα έτσι ώστε να παραμένει ανάλογος με την αύξηση του πληθυσμού – με δεδομένο το επίπεδο παραγωγικότητας – το καπιταλιστικό σύστημα δημιουργεί τις αγορές που χρειάζεται παρά την αυξανόμενη ΟΣΚ. Ο Grossmann δείχνει ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να διατηρήσει συνεχώς έναν τέτοιο ρυθμό. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η δημιουργία ενός εφεδρικού στρατού εργασίας εξαιτίας της ανεπαρκούς συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι διαφορετική διαδικασία από την εκτόπιση εργατών από μηχανήματα. Η δεύτερη είναι μία «κανονική» τάση του καπιταλιστικού συστήματος που προκύπτει από την διαδικασία τεχνικής αλλαγής και ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού και συμβαίνει ακόμη και όταν το σύστημα είναι σε φάση ανόδου. Αντιθέτως, η δημιουργία ανεργίας λόγω ανεπαρκούς συσσώρευσης – που βέβαια γεννάται από την ΠΤΠΚ λόγω αύξησης της ΟΣΚ – είναι μία ειδική, «μη κανονική» διαδικασία που λαμβάνει χώρα στην φάση της κρίσης.

Αντίστοιχα, επειδή μόνο ένα τμήμα του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού μπορεί πλέον να απασχοληθεί, μόνο ένα περιορισμένο ποσό σταθερού κεφαλαίου απαιτείται. Κατά τους υπολογισμούς του Grossmann, υπό κανονικές συνθήκες στο 36ο έτος θα έπρεπε να είναι διαθέσιμες 5616200 μονάδες σταθερού κεφαλαίου και 551584 θέσεις εργασίας. Όμως οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας είναι μόνο 540075. Με την υπόθεση ότι η ΟΣΚ είναι αυτή η οποία θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες (δηλαδή 5616200/551584=10.18), τότε το σταθερό κεφάλαιο που πραγματικά θα απασχοληθεί θα είναι 540075 * 10.18=5499015. Αυτό συνεπάγεται ότι περισσεύουν 117185 μονάδες σταθερού κεφαλαίου (5616200 – 5499015 =117185) που δεν είναι δυνατόν να επενδυθούν. Όπως επισημαίνει ο Grossmann, οι συνθήκες αυτές αντιστοιχούν στην ανάλυση του Marx στον Τρίτο Τόμο του Κεφαλαίου σχετικά με το πλεονάζον κεφάλαιο και τον πλεονάζοντα πληθυσμό.

Το μοντέλο των Bauer – Grossmann και οι νεώτερες θεωρίες μεγέθυνσης

Οι Orzech & Groll (1983) έχουν επισημάνει τις ομοιότητες του μοντέλου των Bauer – Grossmann με αυτό του Harrod. Αυτή την προσέγγιση ακολούθησαν και οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984) και Samuelson & Wolfson (1986)), που επέκτειναν την αρχική ανάλυση των Orzech & Groll. Όπως εύστοχα επισημαίνουν οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984, σ.180-1), όλη εκείνη η γενιά των Μαρξιστών πολιτικών οικονομολόγων του 1920 και 1930 (Luxemburg, Bauer, Grossmann κλπ.) έθεσε πρώτη – έστω με πρωτόλειο τρόπο και αρκετές αδεξιότητες – το πρόβλημα της μακροοικονομικής δυναμικής. Στον δρόμο αυτό τόσο τα ορθόδοξα (νεοκλασικά) όσο και τα ετερόδοξα (κεϋνσιανά) Οικονομικά ακολούθησαν αρκετά αργότερα και φυσικά από διαφορετικούς δρόμους. Φυσικά, σε αυτή την στροφή πρωτοστάτησε η κεϋνσιανή συμβολή των Harrod – Domar. Ουσιαστικά, σε τεχνικό επίπεδο, τα ερωτήματα που έθεσε η αντιπαράθεση του 1920 και 1930 μέσα στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία είναι τα ίδια με την επίσημη συζήτηση που ακολούθησε:

(α) εάν, με σταθερή αναλογική μεγέθυνση των βασικών μεταβλητών, επιτυγχάνεται μία ομαλή και σταθερή τροχιά μεγέθυνσης του συστήματος και,

(β) εάν παρουσιαστούν αποκλίσεις από αυτή, τότε εάν υπάρχουν ή όχι δυνάμεις που να το επαναφέρουν σε μία κατάσταση ομαλής αναπαραγωγής.

Φυσικά, τόσο το εννοιολογικό οπλοστάσιο όσο και η οπτική σκοπιά και προοπτική της ανάλυσης των Μαρξιστικών προσεγγίσεων διαφέρουν ριζικά, ιδιαίτερα με τις νεοκλασικές προσεγγίσεις.

Ακολούθως, θα παρουσιασθεί μία μορφοποίηση του μοντέλου των Bauer – Grossmann – που ακολουθεί την ανάλυση των Orzech, Groll, Bronfenbrenner, Wolfson και Samuelson – και αποσκοπεί στο να δείξει τις ομοιότητες και τις διαφορές με την ανάλυση των Harrod και Domar. Κατ’ αρχήν διαμορφώνεται σε ένα μονοτομεακό υπόδειγμα καθώς οι σχέσεις μεταξύ των δύο Μαρξικών τμημάτων παραγωγής δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στην δομή του. Σε αυτό είχε ουσιαστικά προχωρήσει και ο Grossmann, μετά τον Bauer, αθροίζοντας τα δεδομένα των δύο τμημάτων παραγωγής (βλέπε παραπάνω). Οι υποθέσεις και τα συμπεράσματα του μοντέλου είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πληθυσμού ταυτίζεται με τον ρυθμό μεγέθυνσης του εργατικού δυναμικού και κατά συνέπεια με τον ρυθμό μεγέθυνσης του μεταβλητού κεφαλαίου. Ορίζεται ότι ο τελευταίος είναι σταθερός σε ένα επίπεδο β. Συνεπώς, η αύξηση του μεταβλητού κεφαλαίου (ή αλλιώς το τμήμα της υπεραξίας που πηγαίνει για να χρηματοδοτήσει την αύξηση του μεταβλητού κεφαλαίου) είναι:

ΑVt = βVt Þ Vt = (1+β) Vt-1 (1)

Δεύτερον, το ποσοστό υπεραξίας () ορίζεται ως σταθερό s΄=μ.

Κατά συνέπεια, η μάζα της υπεραξίας (Μ) είναι: Μ = μV. Συνεπώς, ο ρυθμός μεγέθυνσης της υπεραξίας καθορίζεται από τον ρυθμό μεγέθυνσης του μεταβλητού κεφαλαίου:

Μt = μVt = μ (1+β) Vt-1 (2)

Η μάζα της υπεραξίας μοιράζεται μεταξύ της αύξησης του σταθερού κεφαλαίου (AC), της αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου (AV) και του κονδυλίου για την προσωπική κατανάλωσης των καπιταλιστών (Κ):

Μ = AC+ AV + Κ

Τρίτον, ο ρυθμός μεγέθυνσης του σταθερού κεφαλαίου ορίζεται επίσης σταθερός σε ένα επίπεδο α. Συνεπώς η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου είναι:

ΑCt = αCt Þ Ct = (1+α) Ct-1 (3)

Τέταρτον, το συνολικό εισόδημα ισούται, σύμφωνα με την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, με την προστιθέμενη νέα αξία:

Υt = Vt + Mt

που, μέσω των (1) και (2), μετατρέπεται σε:

Υt = (1+β) Vt-1 + μ (1+β) Vt-1 (4)

Οι χρονικές διαδρομές όλων των παραπάνω παραμέτρων είναι οι ακόλουθες:

Vt = V1(1+β)t-1 (1α)

Ct = C1(1+α)t-1 (2α)

Μt = μ V1 (1+β)t-1 (3α)

Υt = (1+μ) (1+β)t-1 V1 (4α)

και αντίστοιχα:

ΑCt = αC1(1+α)t-1 (5)

ΑVt = βV1(1+β)t-1 (6)

Πέμπτον, ορίζεται ότι η ΟΣΚ αυξάνει, συνεπώς α>β.

Έκτον, επειδή το μ είναι σταθερό και ταυτόχρονα η ΟΣΚ αυξάνει, για να επιτευχθεί η διευρυμένη αναπαραγωγή του συστήματος απαιτείται ένας συνεχώς αυξανόμενος ρυθμός συσσώρευσης. Δηλαδή ο λόγος της συνολικής επένδυσης Αt (σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο) προς την συνολική υπεραξία Mt πρέπει να αυξάνει ολοένα και γρηγορότερα. Ο ρυθμός συσσώρευσης ορίζεται ακολούθως:

(7)

Από την παραπάνω εξίσωση προκύπτει ότι ο ρυθμός συσσώρευσης αυξάνει σε μία σταθερή συσχέτιση με τα α και β: .

Έβδομον, το ποσοστό κέρδους μειώνεται, επειδή αυξάνει η ΟΣΚ (α>β):

Η τελευταία, μέσω των (1α) και (2α), μετατρέπεται σε:

(8)

Εφόσον το μ είναι σταθερό, τότε το ποσοστό κέρδους εξαρτάται από το τμήμα της εξίσωσης μέσα στην παρένθεση. Επειδή α>β, ο αριθμητής αυξάνει ταχύτερα από τον παρονομαστή και συνεπώς το Rt μειώνεται και τείνει στο 0. Αυτό αποδεικνύεται ως εξής:

Το όριο της (8) εξαρτάται από το όριο του κλάσματος μέσα στην παρένθεση, το οποίο – διαιρώντας με τον ταχύτερα αυξανόμενο όρο – γίνεται:

(8α)

Επειδή α>β, το  και συνεπώς τείνει προς το 0. Επομένως, η (8α) γίνεται . Αυτό σημαίνει ότι η (8) τείνει προς το 0 καθώς μηδενίζεται η παρένθεση[6].

Στο μοντέλο των Bauer – Grossmann εύκολα δείχνεται ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του καθαρού εισοδήματος κατά Harrod ακολουθεί τον ρυθμό μεγέθυνσης του πληθυσμού:

Αντίστοιχα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του ακαθάριστου εισοδήματος είναι:

Επειδή α>β και το εισόδημα (V+M) αυξάνει με τον ρυθμό β (καθώς και το V και το Μ ακολουθούν τον ρυθμό αυτό) ενώ το σταθερό κεφάλαιο αυξάνει με τον ρυθμό α, τότε στην πορεία του χρόνου το gG προσεγγίζει ασυμπτωτικά το α. Συνεπώς, υπάρχει απόκλιση από το μονοπάτι ισόρροπης μεγέθυνσης.

Ο μηχανισμός της απόκλισης από την ισόρροπη μεγέθυνση και εν τέλει της κατάρρευσης του συστήματος στο μοντέλο των Bauer – Grossmann φαίνεται επίσης καθαρά και με όρους της προσέγγισης του Harrod.

Ως γνωστόν, για να επιτευχθεί η ισορροπία στην ακμή του ξυραφιού του Harrod πρέπει ο επιθυμητός ρυθμός συσσώρευσης να ισούται με τον πραγματικό ρυθμό συσσώρευσης και επίσης και οι δύο να ισούνται με τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού.

Ο επιθυμητός ρυθμός μεγέθυνσης είναι:

GW = ΔΥ/Υ = sσ

όπου    Υ: εισόδημα

S: αποταμίευση

s: μέση (και οριακή) ροπή για αποταμίευση

σ: λόγος προϊόντος – κεφαλαίου

Γ: κεφαλαιακό απόθεμα

και όπου ισχύει:

S = sY

σ = ΔΥ/ΔΓ

Η αποταμίευση του Harrod (εισόδημα μείον κατανάλωση) είναι η επένδυση στο μοντέλο των Bauer – Grossmann:

St = Yt – (Vt + AVt + Kt) = (Vt + Mt) – (Vt + AVt + Kt) = (Vt + ACt + AVt + Kt) – (Vt + AVt + Kt) = ACt

Όπως φαίνεται από την παραπάνω σχέση, για την προσέγγιση του Harrod επένδυση αποτελεί μόνο η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου.

Η μέση ροπή για αποταμίευση κατά τον Harrod είναι ο λόγος της συνολικής αποταμίευσης προς το συνολικό εισόδημα. Σε όρους Bauer – Grossmann αυτό μεταφράζεται ως εξής:

st = St/Yt = It/Yt = ACt/(Vt + Mt) =              (9)

O λόγος προϊόντος – κεφαλαίου είναι:

σ = ΔΥ/ΔΓ = ΔΥ/ΑC =                            (10)

Από τις (9) και (10) προκύπτει ότι:

stσ = β

δηλαδή το μοντέλο των Bauer – Grossmann εκπληρώνει την συνθήκη ισόρροπης μεγέθυνσης του Harrod. Όμως, όπως δείχνουν οι Orzech & Groll, η ομοιότητα αυτή είναι επιφανειακή. Στο μοντέλο του Harrod τα σ και st είναι σταθερά. Αντίθετα, σε αυτό των Bauer – Grossmann η st αυξάνει (καθώς η συσσώρευση πρέπει να αυξάνει συνεχώς) ενώ ο σ μειώνεται. Απλά, οι μεταβολές της μίας παραμέτρου ακυρώνονται από τις αντίθετες μεταβολές της άλλης. Από την (9) φαίνεται ότι:

(11)

όπου, επειδή (1+α)/(1+β)>1 εξ υποθέσεως, η st αυξάνει χωρίς περιορισμούς.

Ομοίως, από την (6) έχουμε:

(12)

όπου, επειδή (1+β)/(1+α)<1, ο σ μειώνεται χωρίς περιορισμούς.

Μέχρι εδώ δεν θα υπήρχε πρόβλημα αναπαραγωγής του συστήματος παρόλο ότι το σύστημα γίνεται ολοένα και περισσότερο έντασης κεφαλαίου και ταυτόχρονα ο λόγος προϊόντος – κεφαλαίου μειώνεται συνεχώς. Αλλά το μοντέλο Bauer – Grossmann υποθέτει επιπλέον ένα σταθερό ρυθμό μεγέθυνσης που για να προκύψει πρέπει να αυξάνει συνεχώς η ροπή για αποταμίευση (ο ρυθμός μεγέθυνσης της επένδυσης) έτσι ώστε να αντιρροπεί τον μειούμενο λόγο προϊόντος – κεφαλαίου. Η επένδυση (άρα και η αποταμίευση) προέρχονται από την υπεραξία αλλά αυξάνουν πολύ πιο γρήγορα από την δεύτερη, καθώς ο ρυθμός αύξησης της επένδυσης αυξάνει ενώ το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό. Τελικά, για να διατηρηθεί ο ρυθμός συσσώρευσης μειώνεται διαρκώς το κονδύλι για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Όταν το τελευταίο θα εξανεμισθεί εντελώς το σύστημα καταρρέει.

Το παραπάνω σημείο το έχουν δείξει αναλυτικά οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984). Υποτίθεται στο μοντέλο Bauer – Grossmann ότι οι εργάτες δεν αποταμιεύουν. Οι καπιταλιστές αποταμιεύουν ένα μερίδιο από την συνολική υπεραξία της αντίστοιχης περιόδου. Οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984) ορίζουν ως το μαρξιστικό αντίστοιχο του ποσοστού αποταμίευσης του Harrod (st – δηλαδή την μέση ροπή για αποταμίευση από το συνολικό εισόδημα) το γινόμενο της ροπής για αποταμίευση από την υπεραξία ()επί την υπεραξία (μVt) διαιρούμενο με το συνολικό εισόδημα Yt. Η διάκριση μεταξύ ποσοστού αποταμίευσης και ροπής αποταμίευσης από την υπεραξία βασίζεται στην ακόλουθη λογική. Ένα μέρος της υπεραξίας χρησιμοποιείται για προσωπική κατανάλωση από τους καπιταλιστές και ένα άλλο μέρος επενδύεται. Από αυτό το δεύτερο μέρος, ένα τμήμα ξοδεύεται σε επιπρόσθετο μεταβλητό κεφάλαιο και διοχετεύεται έμμεσα στην κατανάλωση και ένα άλλο τμήμα ξοδεύεται σε επιπρόσθετο σταθερό κεφάλαιο. Κατά τον Harrod, όπως προαναφέρθηκε, μόνο το δεύτερο στοιχειοθετεί επένδυση. Συνεπώς:

(13)

Επιπλέον, η ροπή για αποταμίευση από την υπεραξία οφείλει να είναι μεγαλύτερη από μηδέν (δηλαδή μεγαλύτερη από κάποιο ε>0). Επειδή όμως οι καπιταλιστές τμήμα της συνολικής υπεραξίας το χρησιμοποιούν για την προσωπική κατανάλωση τους, η εξωγενώς προσδιορισμένη τάση για αποταμίευση των καπιταλιστών είναι μικρότερη της μονάδας.

0<ε<<1

Από τις (9) και (13) προκύπτει ότι:

(14)

Από την (14) φαίνεται ότι η ροπή για αποταμίευση από την υπεραξία εξαρτάται από μία σειρά παραμέτρους (α, β, μ και C1/V1 [δηλ. η αρχική ΟΣΚ]) που είναι όλες εξωγενώς προσδιορισμένες.

Το συμπέρασμα του μοντέλου είναι ότι για να διατηρηθεί ο ρυθμός συσσώρευσης, καθώς η αυξανόμενη ΟΣΚ προκαλεί τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, πρέπει να αυξάνει συνεχώς η ροπή αποταμίευσης των καπιταλιστών από την υπεραξία με αποτέλεσμα να περιορίζεται συνεχώς το απόθεμα για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Όταν εξαλειφθεί εντελώς το τελευταίο τότε επέρχεται η κατάρρευση. Η βάση του προβλήματος είναι ότι καθώς ο ρυθμός αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου δεν μπορεί να δημιουργήσει μία επαρκή αύξηση της υπεραξίας καθώς υστερεί σε σχέση με τον ρυθμό αύξησης του σταθερού κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα είναι ότι για να διατηρηθεί σταθερός ο ρυθμός συσσώρευσης πρέπει να περιορίζεται συνεχώς το τμήμα της (ούτως ή άλλως βραδυπορούσας) υπεραξίας που πηγαίνει για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών:

Το μερίδιο της υπεραξίας που προορίζεται για συσσώρευση ως επιπρόσθετο σταθερό κεφάλαιο … αυξάνει τόσο γρήγορα που καταβροχθίζει ένα προοδευτικά μεγαλύτερο μερίδιο της υπεραξίας. Καταβροχθίζει το μερίδιο που παρακρατείται για καπιταλιστική κατανάλωση …, καταπίνει ένα μεγάλο μέρος του μεριδίου που παρακρατείται για επιπρόσθετο μεταβλητό κεφάλαιο … και ακόμη δεν είναι επαρκές για να συνεχίσει την επέκταση του σταθερού κεφαλαίου στο προϋποτιθέμενο ποσοστό του 10% ανά έτος

(Grossmann (1992), σ.80)

Οι Samuelson & Wolfson (1986) επισημαίνουν ορθά ότι όλες οι παράμετροι του μοντέλου, εκτός από μία, είναι εξωγενώς προσδιορισμένες. Το ποσοστό υπεραξίας είναι ορισμένο στο 100%, ο ρυθμός μεγέθυνσης του σταθερού κεφαλαίου στο 10%, ο ρυθμός μεγέθυνσης του μεταβλητού κεφαλαίου στο 5% και τα αρχικά αποθέματα σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου είναι επίσης δεδομένα (200.000 και 100.000 μονάδες αντιστοίχως). Η μόνη μεταβλητή παράμετρος είναι η ροπή των καπιταλιστών για αποταμίευση από την υπεραξία: αυτή ξεκινά από 25% το 1ο έτος, φθάνει 35.37% στο 10ο έτος και καταλήγει 100% στο 35ο έτος. Εφόσον όλες οι άλλες παράμετροι είναι εξωγενώς ορισμένες ως σταθερές, με το σταθερό κεφάλαιο να αυξάνει περισσότερο από το μεταβλητό κεφάλαιο και με το ποσοστό υπεραξίας σταθερό, η ροπή των καπιταλιστών για αποταμίευση από την υπεραξία είναι η μόνη παράμετρος που μπορεί και πρέπει να μεταβληθεί για να εξισορροπηθεί το σύστημα. Συνεπώς, το υπόδειγμα είναι υπερπροσδιορισμένο, καθώς οι ανεξάρτητες εξωγενείς συναρτήσεις του είναι περισσότερες από τις ενδογενείς άγνωστες μεταβλητές. Επιπλέον, μετά από ένα χρονικό σημείο καταρρέει καθώς οι εσωτερικές αντιφάσεις του γίνονται εντελώς ασυμφιλίωτες. Αυτό για ένα Μαρξιστικής έμπνευσης υπόδειγμα – όπως επισημαίνουν και οι Samuelson & Wolfson – δεν είναι συνταρακτικό πρόβλημα καθώς η ύπαρξη και η διαπάλη αντιθέσεων είναι κομβικό στοιχείο της Μαρξιστικής διαλεκτικής ανάλυσης. Πολύ περισσότερο που, σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το καπιταλιστικό σύστημα διαπερνάται από εγγενείς και ανταγωνιστικές αντιφάσεις που μόνο περιστασιακά μπορούν να αμβλυνθούν. Εν τέλει, οι κρίσεις – όπως αναπτύχθηκε προηγουμένως – είναι ο μηχανισμός εκδήλωσης και πιθανής επίλυσης των αντιφάσεων αυτών. Και, όπως υποστηρίζει ο Grossmann, στο αντικειμενικό έδαφος αυτών των κρίσεων γεννάται η δυνατότητα της επαναστατικής ανατροπής του συστήματος.

Στα πλαίσια όμως πιο στενά «ακαδημαϊκών» προβληματισμών μπορεί να διερευνηθεί τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν, περισσότερο ή λιγότερο μέσα στα πλαίσια του μοντέλου Bauer – Grossmann, για να αφαιρεθεί ο υπερπροσδιορισμός και να εξασφαλισθεί η ομαλή αναπαραγωγή (η μη-κατάρρευση) του. Οι Samuelson & Wolfson (1986) παρουσιάζουν αναλυτικά μία σειρά εναλλακτικές δυνατότητες, που όμως όλες συνεπάγονται ριζικές (και όχι περιθωριακές) αλλαγές στις θεμελιακές υποθέσεις του υποδείγματος* κάτι που θέτει εν αμφιβόλω την σημασία του όλου εγχειρήματος.

Μία λύση είναι να εγκαταλειφθούν οι υποθέσεις περί πλήρους απασχόλησης του μεταβλητού και του σταθερού κεφαλαίου. Στην περίπτωση αυτή το μοντέλο Bauer – Grossmann θα προσέγγιζε αυτό του Harrod. Αυτό απαιτεί επίσης μία σειρά δευτερεύουσες τροποποιήσεις. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται ο υπερπροσδιορισμός αλλά παραμένει η πιθανότητα κατάρρευσης που χαρακτηρίζει το μοντέλο του Harrod (δηλαδή ότι μόνο κατά τύχη μπορεί να επιτευχθεί η αρμονική συμπόρευση των βασικών παραμέτρων του).

Μία άλλη εναλλακτική λύση που συζητούν οι Samuelson & Wolfson (1986) είναι να απαλυνθούν οι αυστηροί αρχικοί περιορισμοί και κάποια από τα στοιχεία τους να γίνουν ενδογενή. Για παράδειγμα, μπορεί να αναιρεθεί η υπόθεση περί αύξουσας ΟΣΚ οπότε προκύπτει ένα περίπου νεοκλασικό μοντέλο στο οποίο ο λόγος κεφαλαίου – εργασίας καθορίζεται ενδογενώς.

Μία τρίτη εναλλακτική λύση είναι η μετατροπή του υποδείγματος σε ένα ανοικτής οικονομίας, με βάση την προσέγγιση της Luxemburg. Κάτι τέτοιο όμως αντίκειται στις προθέσεις τόσο του Bauer όσο και του Grossmann, που είχαν απορρίψει – από διαφορετικές σκοπιές – την κεντρικότητα του προβλήματος της υποκατανάλωσης και την λουξεμπουργκιανή διέξοδο των μη-καπιταλιστικών οικονομιών.

Όπως είναι προφανές, όλες αυτές οι τροποποιήσεις ανατρέπουν θεμελιακά χαρακτηριστικά του υποδείγματος Bauer – Grossmann και συνεπώς δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν «νόμιμες» εναλλακτικές λύσεις. Άλλωστε τα προβλήματα της μαθηματικής μοντελοποίησης είναι δευτερεύουσας σημασίας εμπρός στα ουσιαστικά ζητήματα ανάλυσης. Με αυτή την έννοια, οι μαθηματικοί φορμαλισμοί του υποδείγματος Bauer – Grossmann δεν έχουν τόση σημασία όση έχουν η λογική δομή του, τα ερωτήματα που θέτει και τα βασικά συμπεράσματα του. Από αυτή την άποψη τα ακόλουθα σημεία είναι κρίσιμα.

Πρώτον, όσον αφορά το υπόδειγμα αυτό καθ’ εαυτό είναι σήμερα προφανές ότι ο Grossmann έχει δικαιωθεί σε δύο βασικά ζητήματα έναντι του Bauer. Αφενός, ότι το υπόδειγμα δεν είναι μία άμεσα ρεαλιστική απεικόνιση της λειτουργίας μίας καπιταλιστικής οικονομίας αλλά ένα υπόδειγμα υψηλής αφαίρεσης, που επιδιώκει να συλλάβει τις πιο αφηρημένες ουσιακές λειτουργίες του συστήματος και μάλιστα κάνοντας συνειδητά αφαίρεση ορισμένων σημαντικών παραγόντων. Αφετέρου, ότι – με βάση τις υποθέσεις του ίδιου του Bauer – το σύστημα καταλήγει να καταρρεύσει.

Δεύτερον, στο βαθμό που ευσταθεί αναλυτικά και εμπειρικά η υπόθεση περί ανόδου της ΟΣΚ – και υπάρχουν αρκετές πειστικές (τόσο παλαιότερες όσο και νεώτερες) μελέτες γι΄ αυτό – τότε είναι λογικός ο μηχανισμός κατάρρευσης που προτείνει ο Grossmann. Δηλαδή ότι ο αντιπροσωπευτικός καπιταλιστής λειτουργεί πρώτα και κύρια σαν καπιταλιστής (δηλαδή φροντίζει για την αυξανόμενη συσσώρευση του κεφαλαίου του) και δευτερευόντως σαν «ηδονιστής καταναλωτής». Συνεπώς, είναι λογικό να ορίζονται ως δεσμευτικές οι απαιτήσεις της κεφαλαιακής συσσώρευσης ενώ να αντιμετωπίζεται ως εξαρτημένη παράμετρος η προσωπική κατανάλωση του καπιταλιστή.

Τρίτον, είναι όντως ένα κρίσιμο ζήτημα το πως η τεχνική αλλαγή – που υπάρχει μέσα στο υπόδειγμα Bauer – Grossmann και που εκφράζεται στην άνοδο της ΟΣΚ – δεν συνεπάγεται αύξηση του ποσοστού υπεραξίας ή εάν το κάνει πως αυτό δεν ανατρέπει την τάση προς την κρίση. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτό είναι ένα από τα θέματα που προβλημάτιζαν και τον ίδιο τον Grossmann.

4. Η προσέγγιση του Grossmann και οι επικριτές της

Το έργο του Grossmann αντιμετώπισε, στην εποχή του, ιδιαίτερα έντονες κριτικές από όλες τις άλλες Μαρξιστικές προσεγγίσεις της θεωρίας της κρίσης. Σε πολλές από αυτές απάντησε ο ίδιος ιδιαίτερα πειστικά (π.χ. στην εντελώς αβάσιμη κριτική της Helene Bauer, παλιάς του συναγωνίστριας και αντιπάλου στο πολωνικό σοσιαλιστικό κίνημα και μετέπειτα συζύγου του Otto Bauer). Στο κεφάλαιο αυτό θα ασχοληθούμε με ορισμένες κριτικές, παλαιότερες και νεώτερες, που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής.

Κατ’ αρχήν είναι αναγκαία μία διευκρίνιση. Σε πολλές κριτικές υπολανθάνει ουσιαστικά μία πεποίθηση ότι ο Grossmann είχε μία μηχανιστική θεωρία κατάρρευσης του συστήματος* ουσιαστικά μία θεωρία καταστροφής. Πρόκειται για μία εντελώς εσφαλμένη άποψη. Ο Grossmann, σε ένα γράμμα στον Mattick, διευκρινίζει σαφώς:

Θα πρέπει να είναι εμφανές ότι η ιδέα ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει «αυτόματα» «από μόνος του» είναι ξένη σε μένα… Όμως ήθελα να δείξω ότι η ταξική πάλη μόνο δεν είναι επαρκής… Ως διαλεκτικός Μαρξιστής, γνωρίζω ότι και οι δύο πλευρές της διαδικασίας, αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, επηρεάζουν αμοιβαία το ένα το άλλο. Στην ταξική πάλη και οι δύο αυτοί παράγοντες αναμιγνύονται. Κανείς δεν μπορεί «να περιμένει» μέχρι πρώτα να εκπληρωθούν οι «αντικειμενικές» συνθήκες, και τότε μόνο να αφήσει τα «υποκειμενικά» στοιχεία να δουλέψουν. Αυτή θα ήταν μία ανεπαρκής και μηχανιστική ερμηνεία η οποία είναι ξένη προς εμένα… Η θεωρία κατάρρευσης μου δεν σκοπεύει να αποκλείσει την ενεργή παρέμβαση, αλλά μάλλον ελπίζει να δείξει πότε και υπό ποίες συνθήκες μία τέτοια αντικειμενικά επαναστατική κατάσταση μπορεί και θα προκύψει.

(Jacoby (1975), p.37)

Η απάντηση αυτή απευθυνόταν κατ’ αρχήν σε όσους τον κατηγορούσαν ότι θεωρεί ότι η ανατροπή του συστήματος θα προκύψει από μία οικονομική καταστροφή του και ουσιαστικά εν απουσία επαναστατικής ταξικής πάλης (π.χ. Bauer). Αντίστοιχα, σε όσους τον επέκριναν ουσιαστικά για οικονομικό φαταλισμό – δηλαδή ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να ανακάμψει από μία οικονομική κατάρρευση του (π.χ. Howard & King (1988) – ο Grossmann είχε ήδη εξηγήσει τόσο την ύπαρξη αντίρροπων τάσεων στην ΠΤΠΚ όσο και πρότεινε μία θεωρία κυκλικών διακυμάνσεων. Διευκρίνισε αρκετά νωρίς ότι οι κρίσεις λειτουργούν σαν μηχανισμός θεραπείας του συστήματος, που μέσω της απαξίωσης κεφαλαίων αποκαθιστούν τις συνθήκες αναπαραγωγής του συστήματος. Ακολούθως, κατά τον Grossmann, οι κυκλικές διακυμάνσεις μπορούν να ερμηνευθούν ως η κυκλική διαδοχή φάσεων κρίσης και ανάκαμψης, που εξαρτώνται από το ύψος της ΟΣΚ, το ποσοστό εκμετάλλευσης και τους ρυθμούς μεγέθυνσης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου.

Ο Sweezy ((α.χ.), σ.236-9) επέκρινε επίσης δριμύτατα και άδικα τον Grossmann. Μάλιστα η κριτική του είχε μάλλον μεγάλη επίδραση καθώς για πολλά χρόνια – εκτός από ορισμένα αγγλόφωνα κείμενα του Grossmann για θέματα ιστορίας της οικονομικής σκέψης – το έργο του τελευταίου ήταν άγνωστο στον αγγλόφωνο κόσμο και οι αναφορές και η κριτική του Sweezy ήταν ουσιαστικά η βασική πηγή πληροφόρησης. Ο Sweezy επικρίνει τον Grossmann από την σκοπιά της θεωρίας υποκατανάλωσης. Κατ΄ αρχήν τον κατηγορεί ότι αγνοεί το πρόβλημα πραγματοποίησης της αξίας (δηλαδή το πρόβλημα που είναι στην καρδιά του υποκαταναλωτικού επιχειρήματος). Όμως ο Grossmann διευκρίνισε αρκετά νωρίς ότι παρόλο ότι προβλήματα πραγματοποίησης υπάρχουν στο σύστημα, αυτά λειτουργούν σε ένα χαμηλότερο επίπεδο αφαίρεσης ενώ η ουσία της κρισιακής τάσης πρέπει να εντοπισθεί πριν από αυτά και ακόμη και εν απουσία τους. Στην συνέχεια ο Sweezy επιστρατεύει τον ρόλο του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού σαν παράγοντα που μπορεί να αναστείλει την άνοδο της ΟΣΚ. Αυτό είναι προφανές, όπως όμως είναι εξίσου γνωστό ότι ο Marx – ορθά άλλωστε –μελετώντας τον ουσιακό μηχανισμό της κρίσης κάνει κατ΄ αρχήν αφαίρεση του ρόλου του πληθυσμού (και κατ΄ επέκταση της στενότητας ή μη της αγοράς εργασίας). Ο Grossmann δεν πρωτοτυπεί – ούτε σφάλλει – όταν ακολουθεί αυτή την Μαρξική υπόθεση. Τέλος, ο Sweezy αποδίδει την άνοδο της ΟΣΚ στις αυξητικές τάσεις του μισθού (ιδιαίτερα σε συνθήκες στενότητας της αγοράς εργασίας). Αυτή είναι μία εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία, όπως φαίνεται και από το κεφάλαιο 2 παραπάνω. Και τέλος καταλήγει στο ότι ο ρυθμός συσσώρευσης είναι η ανεξάρτητη μεταβλητή. Όμως στην περίπτωση που ο ρυθμός συσσώρευσης μεταβάλλεται κατά το δοκούν τότε χάνει κάθε έννοια το υπόδειγμα ενός σχήματος αναπαραγωγής. Μάλιστα η σύγχυση αυτή επιτείνεται από το ότι κατηγορεί τον Grossmann ότι εκλαμβάνει το μοντέλο του σαν άμεσα ρεαλιστική απεικόνιση της καπιταλιστικής πραγματικότητας, κάτι απόλυτα εσφαλμένο. Ο Grossmann – βασισμένος άλλωστε στην σοβαρότατη μελέτη της Μαρξικής μεθοδολογίας που είχε κάνει προηγουμένως – είχε επικρίνει τόσο την Luxemburg όσο και τον Bauer ότι εσφαλμένα κατανοούν τα σχήματα αναπαραγωγής ως άμεσα ρεαλιστικές απεικονίσεις της λειτουργίας του καπιταλισμού. Αντίθετα, είχε σαφή επίγνωση ότι προσπαθούν να συλλάβουν την πραγματικότητα αλλά στις πιο γενικές και αφηρημένες (ουσιακές) διαστάσεις της.

Οι Howard & King (1988) παραθέτουν επίσης τις περισσότερες κριτικές από αυτές που έγιναν στον Grossmann. O Kuhn (1995) έχει απαντήσει αρκετά εύστοχα στις περισσότερες από αυτές. Υπάρχουν όμως δύο σημεία στις επικρίσεις που παραθέτουν οι Howard & King (1988) – και που επαναλήφθηκαν αργότερα από άλλους (π.χ. Trigg (2004)) – που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής.

To πρώτο σημείο είναι ότι ο Grossmann εμμέσως αποδέχεται τον νόμο του Say καθώς υποθέτει ότι η προσφορά εξισώνεται με την ζήτηση (καθώς η αποταμίευση ισούται με την επένδυση).

Το δεύτερο σημείο είναι ότι δεν μπορεί το ποσοστό υπεραξίας να μένει σταθερό γιατί έτσι παραγνωρίζεται η εξαγωγή σχετικής υπεραξίας. Εάν η τεχνική αλλαγή, που αυξάνει ταυτόχρονα την ΟΣΚ και την παραγωγικότητα της εργασίας, συνοδεύεται από σταθερό ή φθίνοντα πραγματικό μισθό τότε το ποσοστό υπεραξίας και – κατ’ επέκταση – το ποσοστό κέρδους θα αυξηθεί και η κρισιακή τάση θα ακυρωθεί.

Το πρώτο σημείο είναι εντελώς άστοχο και βασίζεται στην παρανόηση τόσο της Μαρξικής διαλεκτικής μεθοδολογίας όσο και του σκοπού των Μαρξικών σχημάτων αναπαραγωγής και των υποδειγμάτων αναπαραγωγής ευρύτερα. Η Shoul (1957) έχει δείξει εξαιρετικά εύστοχα με πιο τρόπο αντιμετωπίζει ο Marx τον νόμο του Say. Με δεδομένη την γενική του αντίθεση στον νόμο του Say, ο Marx σε διαστρωματωμένα επίπεδα αφαίρεσης (layered abstractions κατά την σημερινή ορολογία του ρεύματος της Νέας Διαλεκτικής) είτε απορρίπτει είτε χρησιμοποιεί την ισότητα προσφοράς και ζήτησης. Αυτό δεν αποτελεί αναλυτική ασυνέπεια αλλά συνεπή και μεθοδική χρήση της διαλεκτικής μεθοδολογίας. Έτσι στα σχήματα αναπαραγωγής υιοθετεί την ισότητα προσφοράς και ζήτησης καθώς θέλει ουσιαστικά να κάνει ανάλυση ισορροπίας και μάλιστα απαλλαγμένη από μεσοπρόθεσμες ή βραχυπρόθεσμες ανισορροπίες που προκύπτουν από αγοραίες διακυμάνσεις ή/και από αλλαγές στην διανομή εισοδήματος. Αντίστοιχα, στις Μαρξιστικές συζητήσεις για την οικονομική κρίση είναι «νόμιμη» η αφαίρεση τέτοιου τύπου ανισορροπιών καθώς οι κρισιακές τάσεις αναζητούνται στην κυρίαρχη σφαίρα της παραγωγής και στην αλληλεπίδραση τους με τα πιο ουσιακά στοιχεία της διαδικασίας του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού (δηλαδή τον ανταγωνισμό επί τη βάση της διαδικασίας παραγωγής που ελέγχει κάθε συγκεκριμένος ατομικός καπιταλιστής) και όχι τα ήσσονος τάξης – κατά την Μαρξική προβληματική – στοιχεία του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού (δηλαδή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που απορρέουν από την διαδικασίας κυκλοφορίας αυτή καθ’ εαυτή). Είναι βέβαια αυτονόητο ότι ένα Μαρξιστικό υπόδειγμα αναπαραγωγής και κρίσης – που έχει συγκροτηθεί με αυτή την μεθοδολογία – μπορεί και πρέπει, σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, να συμπεριλάβει ανισορροπίες (και επιδράσεις επάνω στα ουσιακά στοιχεία και σχέσεις) που προκύπτουν από την σφαίρα της κυκλοφορίας αυτή καθ’ εαυτή. Σε αυτά τα χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης οι διακυμάνσεις των τιμών από τις αξίες, η διαμόρφωση της αξίας της νομισματικής μονάδας, η ταξική πάλη για την διανομή του εισοδήματος, ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι εξωτερικές οικονομικές σχέσεις είναι κάποιες από τις βασικές διαδικασίες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν. Είναι λογικό ότι κάτι τέτοιο μάλλον οδηγεί σε ανάλυση ανισορροπίας ή καλύτερα δυναμικής ισορροπίας και ανισορροπίας. Συνεπώς, η ισότητα προσφοράς και ζήτησης εγκαταλείπεται. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι προβληματικό για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αλλά αντιθέτως είναι συνεπές με την έννοια της αντίθεσης που αποτελεί την βάση της διαλεκτικής μεθοδολογίας της.

Το δεύτερο σημείο είναι πιο περίπλοκο. Ο Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.268) πράγματι κάνει ρητά την  υπόθεση περί σταθερότητας του ποσοστού υπεραξίας όταν διατυπώνει τον νόμο της ΠΤΠΚ στην αρχή του 13ου κεφαλαίου του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου:

Πρέπει αυτή η βαθμιαία αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο, να έχει απαραίτητα σαν αποτέλεσμα μία βαθμιαία πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, όταν μένει αμετάβλητο το ποσοστό υπεραξίας ή όταν μένει αμετάβλητος ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο.

Με την ανάλυση αυτή ο Marx θέλει να δείξει ότι οι κρισιακές τάσεις στον καπιταλισμό προκύπτουν από τα ίδια τα εγγενή χαρακτηριστικά του – και ειδικότερα από τον χαρακτήρα που έχει η τεχνολογική αλλαγή λόγω του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού – ακόμη και όταν δεν υπάρχουν εργατικές μισθολογικές διεκδικήσεις. Δηλαδή η πτώση του ποσοστού κέρδους δεν οφείλεται σε υπερβολικούς μισθούς (δηλαδή σε συμπίεση των κερδών από τους μισθούς [profit squeeze]). Η ανάλυση αυτή είναι καταφανώς αντίθετη με αυτή του Ricardo που εντοπίζει την φθίνουσα κερδοφορία του κεφαλαίου στην άνοδο της σχετικής τιμής των σιτηρών και, συνεπώς, σε έναν αυξανόμενο ονομαστικό μισθό και μερίδιο μισθών. Ο Grossmann ακολουθεί αυτή την λογική.

Υπάρχει όμως πράγματι ένα ζήτημα ερμηνείας που αφορά το πως συνδέεται η άνοδος της ΟΣΚ – και συνεπώς η τεχνική αλλαγή – με το ποσοστό υπεραξίας.

Κατ’ αρχήν, ο Marx έχει πλήρη επίγνωση της συσχέτισης της αύξησης της παραγωγικότητας με το ποσοστό υπεραξίας. Όμως θεωρεί ότι ο νόμος της ΠΤΠΚ ισχύει ακόμη και με αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας:

Ο νόμος της πτώσης του ποσοστού κέρδους, με το οποίο εκφράζεται το ίδιο ή ακόμα και ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας, σημαίνει με άλλα λόγια ότι: αν πάρουμε κάποιο καθορισμένο ποσό του μέσου κοινωνικού κεφαλαίου, λ.χ. ένα κεφάλαιο 100, τότε ένα διαρκώς μεγαλύτερο μέρος του αντιπροσωπεύει μέσα εργασίας και ένα διαρκώς μικρότερο μέρος του αντιπροσωπεύει ζωντανή εργασία. Επειδή, όμως, η συνολική μάζα ζωντανής εργασίας, που προστίθεται στα μέσα παραγωγής, μειώνεται σε σχέση με την αξία αυτών των μέσων παραγωγής, μειώνεται σε σχέση με την αξία του προκαταβεβλημένου συνολικού κεφαλαίου και η απλήρωτη δουλιά και το μέρος εκείνο της αξίας με το οποίο εκφράζεται. Ή: ένα διαρκώς μικρότερο υποπολλαπλάσιο του επενδυόμενου συνολικού κεφαλαίου μετατρέπεται σε ζωντανή εργασία, και αυτός είναι ο λόγος που το συνολικό αυτό κεφάλαιο απομυζάει σε σχέση με το μέγεθος του, όλο και λιγότερη υπερεργασία, παρ΄ όλο που μπορεί να αυξάνει ταυτόχρονα η σχέση του απλήρωτου μέρους της χρησιμοποιούμενης εργασίας προς το πληρωμένο. Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου και η σχετική αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, μ’ όλο που και τα δύο αυξάνουν απόλυτα, είναι, όπως είπαμε, απλώς μία άλλη έκφραση της αυξανόμενης παραγωγικότητας της εργασίας.

(Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.272-3)

Ο Marx παίρνει αυτή την θέση γιατί υποστηρίζει ότι οι διαδικασίες που αυξάνουν το ποσοστό εκμετάλλευσης είναι οι ίδιες με αυτές που εκτοπίζουν ζωντανή εργασία (που εκφράζεται στο μεταβλητό κεφάλαιο) και την αντικαθιστούν με απονεκρωμένη εργασία (που εκφράζεται στο σταθερό κεφάλαιο), δηλαδή με αυτές που οδηγούν στην αύξηση της ΟΣΚ:

Επειδή όμως οι ίδιες αιτίες, που ανεβάζουν το ποσοστό υπεραξίας … τείνουν να μειώσουν την χρησιμοποιούμενη από ένα δοσμένο κεφάλαιο εργατική δύναμη, οι ίδιες αιτίες τείνουν ταυτόχρονα και στη μείωση του ποσοστού κέρδους, και στην επιβράδυνση της κίνησης της μείωσης αυτής.

(Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.296)

Μάλιστα η ώθηση για αύξηση της ΟΣΚ είναι πιο ισχυρή από αυτή της αύξησης του ποσοστού υπεραξίας, καθώς η δεύτερη «γίνεται μόνο μέσα σε καθορισμένα όρια» (Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.285).

Τα παραπάνω ισχύουν, κατά τον Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.294), ιδιαίτερα όσον αφορά την περίπτωση της σχετικής υπεραξίας – στην οποία εστιάζουν κυρίως οι επικριτές του Grossmann:

Κατά τα άλλα, έχει κιόλας αποδειχθεί – και αποτελεί το καθεαυτό μυστικό της τάσης του ποσοστού να πέφτει – ότι οι διαδικασίες για την παραγωγή σχετικής υπεραξίας οδηγούν γενικά στο εξής: από τη μία μεριά, στο να μετατρέπεται σε υπεραξία ένα όσο το δυνατό μεγαλύτερο μέρος μίας δοσμένης μάζας εργασίας, και, από την άλλη, στο να χρησιμοποιείται γενικά όσο το δυνατό λιγότερη εργασία σε σχέση με το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο, έτσι που οι ίδιοι λόγοι, που επιτρέπουν το ανέβασμα του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας, απαγορεύουν την εκμετάλλευση της ίδιας με προηγούμενα ποσότητας εργασίας από το ίδιο συνολικό κεφάλαιο. Αυτές είναι οι αντιμαχόμενες τάσεις, οι οποίες, ενώ τείνουν προς μία αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, τείνουν ταυτόχρονα και προς μία πτώση της μάζας της υπεραξίας, επομένως και του ποσοστού κέρδους, που παράγεται από ένα δοσμένο κεφάλαιο.

Αντίθετα, κατά τον (Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.295) «η τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους αδυνατίζει , ιδίως με την άνοδο του ποσοστού της απόλυτης υπεραξίας, που προέρχεται από την παράταση της εργάσιμης ημέρας» γιατί κατανοεί ορθά ότι στην περίπτωση αυτή οι τάσεις εκτόπισης ζωντανής εργασίας είναι πιο αδύναμες. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή το κεφάλαιο – εφόσον μπορεί να προχωρήσει σε παράταση του χρόνου εργασίας χωρίς αυξήσεις (ή με μικρότερης έκτασης αυξήσεις) του μισθού – θα επιλέξει τεχνολογίες έντασης εργασίας κυρίως.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.296) – και ο Grossmann – εντάσσει τις διαδικασίες αύξησης του ποσοστού υπεραξίας στις βασικές αντεπιδρώσες δυνάμεις στην ΠΤΠΚ:

Η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας … αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συγκαθορίζουν τη μάζα της υπεραξίας, επομένως και το ποσοστό του κέρδους. Ο παράγοντας αυτός δεν αναιρεί το γενικό νόμο. Τον κάνει όμως να δρα περισσότερο σαν τάση, δηλαδή σαν νόμος, που η απόλυτη πραγματοποίηση του παρεμποδίζεται, επιβραδύνεται, ατονεί από περιστατικά που αντιδρούν.

Γι΄ αυτό ο Grossmann, αμέσως μετά το βασικό του επιχείρημα, παρουσιάζει τέσσερα αριθμητικά παραδείγματα που καθένα εξετάζει τις επιδράσεις πάνω στην ΠΤΠΚ ενός παράγοντα. Μεταξύ των αυτών συγκαταλέγεται και η διαφοροποίηση του ποσοστού υπεραξίας[7]. Η συζήτηση αυτή για τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται η βασική τάση του νόμου της ΠΤΠΚ με τις αντίρροπες δυνάμεις του έχει συνεχισθεί μέχρι σήμερα (βλέπε Fine – Harris (1986)). Χωρίς να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες αυτής της συζήτησης, θα υποστηρίξουμε ότι ο Marx ορθά θεωρεί την ΠΤΠΚ ως την κύρια διαδικασία και τις δυνάμεις που λειτουργούν ανασχετικά ως δευτερεύουσες διαδικασίες. Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιεί και ο Kuhn (1995) που υποστηρίζει ορθά ότι για τον Grossmann η ισορροπία μεταξύ της ΠΤΠΚ και των αντίρροπων τάσεων ήταν απλά ένα βραχυχρόνιο εμπειρικό ερώτημα.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους ο Marx – και ο Grossmann ακολουθώντας τον – υποθέτουν για λόγους απλοποίησης της ανάλυσης ότι το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό παρά την άνοδο της ΟΣΚ.

Μπορεί όμως επίσης να δειχθεί, μέσα στα πλαίσια του μοντέλου Bauer – Grossmann, ότι ακόμη και ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας δεν ανατρέπει την τάση κατάρρευσης αλλά απλά την επιβραδύνει (όπως έδειξε με ένα αριθμητικό παράδειγμα ο Grossmann).

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και εάν το ποσοστό υπεραξίας αυξάνει, ο ρυθμός αύξησης του θα πρέπει να είναι σχεδόν εξωπραγματικά μεγάλος για να μπορεί να αναστρέφει την επίδραση της αυξανόμενης ΟΣΚ. Αυτό φαίνεται εύκολα από τον ορισμό του ποσοστού κέρδους: R = s/(c+v). Για να διατηρηθεί ή να αυξηθεί το ποσοστό κέρδους πρέπει ο ρυθμός αύξησης της υπεραξίας να ισούται ή να ξεπερνά το ρυθμό αύξησης του αθροίσματος του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου.

Κρατώντας την προηγούμενη επισήμανση, ας υποθέσουμε ότι η τεχνολογική αλλαγή οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και η τελευταία συνεπάγεται αύξηση της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας (καθώς χρειάζεται λιγότερη εργασία για να παραχθούν τα αναγκαία μέσα κατανάλωσης για την συντήρηση του εργατικού δυναμικού). Φυσικά, σε μία τέτοια περίπτωση πρέπει να αφαιρεθεί η υπόθεση περί σταθερού ποσοστού υπεραξίας και να αφεθεί το τελευταίο να αυξάνει. Έστω ότι το ποσοστό υπεραξίας αυξάνει με ένα σταθερό ρυθμό γ. Τότε η διαχρονική πορεία του δίνεται από την ακόλουθη συνάρτηση:

t = s΄1(1+γ)t-1 (15)

Επομένως, η μάζα της υπεραξίας προκύπτει ακολούθως:

Μt = s΄tVt = s΄1(1+γ)t-1 V1(1+β)t-1 (16)

Αντικαθιστώντας στην (9):

st = St/Yt = It/Yt = ACt/(Vt + Mt) = =            (17)

Το όριο που τείνει η (17), διαιρώντας με τον ταχύτερα αυξανόμενο όρο, είναι το ακόλουθο:

Το όριο της τελευταίας εξαρτάται από την σχέση μεταξύ 1+α και 1+β+γ+βγ ή, απλοποιούμενο, από την σχέση μεταξύ α και β+γ+βγ. Συγκεκριμένα, εάν:

1)      β+γ+βγ>α τότε το τείνει προς το άπειρο.

2)      β+γ+βγ<α τότε το τείνει προς το μηδέν.

3)      β+γ+βγ=α τότε το τείνει προς την μονάδα.

Στην πρώτη περίπτωση το st τείνει προς το μηδέν, καθώς .

Στην δεύτερη περίπτωση το st τείνει προς το άπειρο, καθώς .

Στην τρίτη περίπτωση το st τείνει προς ένα συγκεκριμένο αριθμό, καθώς .

Στις δύο πρώτες περιπτώσεις τα αποτελέσματα είναι οικονομικά παράλογα. Στην πρώτη περίπτωση με την ροπή των καπιταλιστών προς αποταμίευση να μηδενίζεται καταλήγουν να μην αποταμιεύουν καθόλου. Στην δεύτερη περίπτωση με την ροπή των καπιταλιστών προς αποταμίευση να τείνει στο άπειρο καταλήγουν να αποταμιεύουν όλο το εισόδημα τους. Μόνο στην τρίτη περίπτωση εξασφαλίζεται η συνεχής απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος με βάση ένα σταθερό ρυθμό μεγέθυνσης. Όμως, η προϋπόθεση γι’ αυτό είναι εξωπραγματική. Δεν υπάρχει καμία οικονομική αιτιολογία γιατί το σύστημα πρέπει να εκπληρώνει σταθερά αυτή την συσχέτιση μεταξύ α, β και γ και όχι οποιαδήποτε άλλη. Γιατί δηλαδή ο ρυθμός αύξησης του σταθερού κεφαλαίου θα πρέπει να ισούται με το άθροισμα του ρυθμού αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου, του ρυθμού αύξησης του ποσοστού υπεραξίας και του γινομένου τους[8].

Συνοψίζοντας, η άνοδος της ΟΣΚ πρέπει να οδηγεί και σε άνοδο του ποσοστού υπεραξίας. Επίσης, όμως, λογικά υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορεί η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας να αντεπιδράσει στην ΠΤΠΚ. Ο εργάτης, σαν ανθρώπινο όν, έχει πεπερασμένα όρια στο πόσο μπορεί να βελτιωθεί και να εντατικοποιηθεί μέσα στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου τεχνολογικού μοντέλου. Υπέρβαση αυτών των ορίων απαιτεί εν τέλει, μεταξύ των άλλων, και ένα νέο τεχνολογικό μοντέλο. Αν ξεπερασθούν τα όρια αυτά μέσα στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου τεχνολογικού μοντέλου, ιδιαίτερα όσον αφορά την εντατικοποίηση της εργασίας, τότε η αποδοτικότητα του θα μειωθεί αντί να αυξηθεί. Αντιθέτως, δεν υπάρχουν αντίστοιχα όρια στην αύξηση του μεγέθους του σταθερού κεφαλαίου. Γι’ αυτούς τους λόγους είναι λογικό, αν το ποσοστό υπεραξίας ορισθεί ως αυξανόμενο, να περιορισθεί ο ρυθμός αύξησης του έτσι ώστε να αντεπιδρά μεν αλλά να μην αναστρέφει την ΠΤΠΚ.

5. Αντί συμπερασμάτων

Το έργο του Henryk Grossmann δικαιολογημένα μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν μία πρωτοποριακή συμβολή στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αλλά και στην μακροοικονομική δυναμική ανάλυση.

Κατ΄ αρχήν είναι πρωτοπόρα η έμφαση που αποδίδει στην διαλεκτική Μαρξική μεθοδολογία, κάτι όχι πολύ συνηθισμένο στην εποχή του. Παρόλο ότι η ορολογία της διαλεκτικής μαρξιστικής μεθοδολογίας ήταν διαδεδομένη σε όλους τους σύγχρονους του μαρξιστές θεωρητικούς, ουσιαστικά αυτή πολύ λίγο εφαρμοζόταν στις οικονομικές αναλύσεις τους. Παραδείγματος χάριν, η ουσιαστική απουσία της είναι εμφανής στο έργο του Hilferding ενώ η εσφαλμένη κατανόηση της – ιδιαίτερα όσον αφορά τα σχήματα αναπαραγωγής – είναι παρούσα στο έργο της Luxemburg. Ο Grossmann έχει μία εξαιρετικά καλή γνώση της μεθοδολογίας της διαλεκτικής αφαίρεσης και του ρόλου της στις οικονομικές αναλύσεις του Marx – κάτι που έγινε ευρύτερα γνωστό και αποδεκτό μόνο μετά το σημαντικό έργο του Rosdolsky για την μεθοδολογία του Κεφαλαίου. Με βάση την διαλεκτική μεθοδολογία ο Grossmann συγκροτεί το μοντέλο του σε αυστηρά προσδιορισμένα – και αναλυτικά «νόμιμα» – επίπεδα αφαίρεσης. Ταυτόχρονα, αποφεύγει τα σφάλματα άλλων – σύγχρονων ή μεταγενέστερων του. Για παράδειγμα, κατανοεί ορθά – και επικρίνει αντιστοίχως την Luxemburg – ότι τα Μαρξικά σχήματα αναπαραγωγής δεν είναι η άμεση ρεαλιστική μοντελοποίηση της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας αλλά μοντέλα υψηλού επιπέδου αφαίρεσης που επιδιώκουν να δείξουν τις βασικές ουσιακές λειτουργίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εξωπραγματικά αλλά ότι επιδιώκουν να συλλάβουν την πραγματικότητα στις πιο βασικές, ουσιώδεις και συνεπώς αφηρημένες διαστάσεις της. Από εκεί και πέρα, για να δώσει κανείς ένα άμεσα ρεαλιστικό μοντέλο της λειτουργίας μίας καπιταλιστικής οικονομίας χρειάζεται να κινηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, δηλαδή να κινηθεί από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο μέσω διαδοχικών επιπέδων ανάλυσης. Για τους ίδιους λόγους επικρίνει και τον Bauer – που θεωρούσε ότι το μοντέλο του, που τροποποίηση άλλωστε και χρησιμοποίησε και ο Grossmann – είναι επίσης μία άμεση ρεαλιστική μοντελοποίηση της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας. Το ίδιο άλλωστε υποστήριξε και απέναντι σε δικούς του επικριτές.

Το έργο του είναι επίσης πρωτοπόρο για τα δεδομένα της εποχής του όσον αφορά την χρήση μαθηματικών εργαλείων στην οικονομική ανάλυση* πεδίο στο οποίο ο Grossmann είχε αναμφίβολα πείρα από την πρώτη δουλειά του στην στατιστική υπηρεσία της Πολωνίας.

Βέβαια η βασική πρωτοπόρα συμβολή του παραμένει η διατύπωση μία συνεκτικής – με όποιες αδυναμίες έχει – θεωρίας των κρίσεων με βάση αυτό που ο Marx θεωρούσε τον πιο σημαντικό νόμο της καπιταλιστικής οικονομίας – την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Η συμβολή του αυτή σήμερα αναγνωρίζεται από υποστηρικτές και επικριτές (π.χ. Shaikh (1978b), Trigg (2004)). Όμως και στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης είναι πρωτοπόρος ο τρόπος με τον οποίο ο Grossmann μελέτησε τις αντεπιδρώσες τάσεις στον νόμο της ΠΤΠΚ και επιπλέον ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να συνδυάσει την θεωρία κρίσης με μία ανάλυση οικονομικών κύκλων και διακυμάνσεων.

Για όλους τους παραπάνω λόγους η εξαιρετικά καθυστερημένη, έστω και τμηματική, δημοσιοποίηση του βασικού έργου του και στο αγγλόφωνο κοινό (πέραν του γερμανόφωνου) μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος τόσο για τις πολύτιμες και συχνά ξεχασμένες συνεισφορές των δεκαετιών του 1920 και 1930 όσο και για την μαρξιστική ανάλυση της μακροοικονομικής δυναμικής και της οικονομικής μεγέθυνσης.

Βιβλιογραφία

Bauer, O. (1913), ‘Die Akkumulation von Kapital’, Die Neue Zeit no.31, pp.831-7, 862-74. Translated in History of Political Economy, 1986, no.18, pp.87-11110.

Bronfenbrenner, M. & Wolfson, M. (1984), ‘Marxian macrodynamics and the Harrod growth model’, History of Political Economy vol.16, no.2, pp.175-186.

Dommar, E. (1946), ‘Capital expansion, rate of growth and employment’, Econometrica no.14, pp.137-47.

Fine, B. & Harris, L. (1986), Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο, Αθήνα: Gutenberg.

Fine, B. (1989), Marx’s ‘Capital’, London: Macmillan.

Foley, D. (1986), Understanding Capital, Cambridge MA: Harvard University Press.

Grossmann, H. (1929), Das Akkumulations – und Zusammenbruchsgesetz des Kapitalistichen Systems (Zugleich Eine Krisentheorie), Leipsig: Hirschfeld – abridged translation (1992), The Law of Accumulation and Breakdown of the Capitalist System, London: Pluto Press.

Harrod, R. (1939), ‘An essay in dynamic theory’, Economic Journal no.49, pp.14-33.

Harrod, R. (1948), Towards a dynamic economics, London.

Howard, M.C. & King, J.E. (1988), ‘Henryk Grossmann and the Breakdown of Capitalism’, Science & Society vol.52 no.3, pp.290-309.

Jacoby, R. (1975), ‘The Politics of the Crisis Theory: Towards the Critique of Automatic Marxism II’, Telos no.23.

Kuhn, R. (1995), ‘Capitalism’s Collapse: Henryk Grossmann’s Marxism’, Science & Society vol.59 no.2, pp.174-192.

Kuhn, R. (2004), ‘Economic crisis and socialist revolution: Henryk Grossman’s Law of accumulation, its first critics and his responses’, Research in Political Economy vol.21., http://eprints.anu.edu.au/archive/00002400/01/Economic_crisis_and_socialist_revolution_eprint_secure.pdf.

Μανιάτης, Θ., Τσαλίκη, Π. & Τσουλφίδης, Λ. (1999), Ζητήματα Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα.

Marx, K. (1978), Το Κεφάλαιο, τόμοι Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Mavroudeas, S. (1992), ‘Relations between the Two Departments of Production and the Problem of the So-called ‘Motive Impulses’, Spoudai vol.42 no.2, pp.116-129.

Okishio, N. (1961), ‘Technical Change and the Rate of Profit’, Kobe University Economic Review nο.7, pp.85-99.

Orzech, Z. & Groll, S. (1983), ‘Otto Bauer’s scheme of expanded reproduction: an early Harrodian growth model’, History of Political Economy vol.15, no.4, pp.529-548.

Rosdolsky, R. (1977), The Making of Marx’s ‘Capital’, London: Pluto Press.

Samuelson, L. & Wolfson, M. (1986), ‘Expository Marxism and comparative economic dynamics’, History of Political Economy vol.18, no.1, pp.65-85.

Shaikh, A. (1978a), ‘Political economy and capitalism: notes on Dobb’s theory of crisis’,

Cambridge Journal of Economics no.2.

Shaikh, A. (1978b), ‘An Introduction to the History of Crisis Theories’, in U.S. Capitalism in Crisis, New York: URPE, pp.219-241.

Shoul, B. (1957), ‘Karl Marx and Say’s Law’, Quarterly Journal of Economics vol.71, no.4, pp.611-626.

Sweezy, P. (α.χ.), Η Θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, Αθήνα: Gutenberg.

Trigg, Α. (2004), ‘Kalecki and the Grossmann Model of Economic Breakdown’, Science & Society vol.68 no.2, pp.167-205.


Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Νίκο Πετραλιά για τις πολύτιμες επισημάνσεις του, σε ανύποπτο χρόνο, επάνω σε θέματα Οικονομικής Μεγέθυνσης που άπτονται άμεσα και έμμεσα του θέματος της εργασίας αυτής. Επίσης, τον Αλέξη Ιωαννίδη για την πολύτιμη βοήθεια του στα μαθηματικά του κειμένου. Φυσικά η ικανότητα του να κάνει κανείς σφάλματα παραμένει δική μου.

[1] Ο Kuhn (2004) σημειώνει ότι η απόδοση του ονόματος του ως Grossmann είναι μετέπειτα εκγερμανισμός του από τον ίδιο και γι’ αυτό χρησιμοποιεί επίσης και την αρχική εκδοχή ως Grossman.

[2] Ο Kuhn (2004) παραθέτει, μεταξύ άλλων, αναλυτικά βιογραφικά στοιχεία καθώς και την ιστορική πορεία διαμόρφωσης της προβληματικής του Grossmann.

[3] Στην ελληνική βιβλιογραφία, μία διεξοδική παρουσίαση του νόμου της ΠΤΠΚ από μία παρόμοια σκοπιά δίνεται από τους Μανιάτη, Τσαλίκη & Τσουλφίδη (1999, κεφ.5).

[4] Κατά τον Fine (1989), η έννοια της ΟΣΚ συγκεφαλαιώνει δυνάμεις και τάσεις που ενδέχεται να κινούνται όχι μόνο αντίρροπα αλλά και με διαφορετικούς ρυθμούς. Γι’ αυτό χρήζει επιπρόσθετων αναλυτικών προσδιορισμών. Ο Marx διέκρινε μεταξύ της Τεχνικής Σύνθεσης του Κεφαλαίου (ΤΣΚ), της Αξιακής Σύνθεσης του Κεφαλαίου (ΑΣΚ) και της ΟΣΚ.

Η ΤΣΚ εκφράζει την αναλογία της μάζας των μέσων παραγωγής που καταναλώνεται σε μία χρονική περίοδο παραγωγής προς τη μάζα των μέσων κατανάλωσης που καταναλώνονται την ίδια περίοδο. Πρόκειται δηλαδή για έκφραση του λόγου του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο αλλά σε όρους φυσικών ποσοτήτων, που μάλιστα δεν είναι απαραίτητο να έχουν το ίδιο μέτρο. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας προκαλεί αύξηση και της ΤΣΚ, εφόσον οι ίδιοι εργάτες (και επομένως η ίδια μάζα μέσων κατανάλωσης) εργάζεται με μεγαλύτερη μάζα μέσων παραγωγής.

Η ΑΣΚ εκφράζει την αναλογία της μάζας των μέσων παραγωγής που καταναλώνεται σε μία χρονική περίοδο παραγωγής προς τη μάζα των μέσων κατανάλωσης που καταναλώνονται την ίδια περίοδο αλλά σε αξιακούς όρους. Δηλαδή είναι ο λόγος της αξίας των μέσων παραγωγής προς την αξία των μέσων κατανάλωσης. Στην περίπτωση της ΑΣΚ η άνοδος της παραγωγικότητας μεταβάλει τόσο την αξία των μέσων παραγωγής όσο και την αξία των μέσων κατανάλωσης. Όμως η μεταβολή των αξιών αυτών των δύο κατηγοριών δεν είναι αυτονόητο ότι θα είναι προς την ίδια κατεύθυνση και με τον ίδιο ρυθμό. Ο Marx ορίζει ότι

Την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου, στο βαθμό που καθορίζεται από την τεχνική σύνθεση και αντανακλά τις μεταβολές της τελευταίας ονομάζω: οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Κάθε φορά που γίνεται λόγος για την σύνθεση του κεφαλαίου, χωρίς άλλους προσδιορισμούς, εννοούμε πάντα την οργανική του σύνθεση.

(Marx (1978), τομ.Ι, σ.612)

[5] Η Luxemburg, όπως και πολλοί άλλοι μαρξιστές οικονομολόγοι στην συνέχεια, θεώρησε εσφαλμένα ότι στα σχήματα αναπαραγωγής στον 2ο τόμο του Κεφαλαίου του Marx ο ρυθμός συσσώρευσης του τμήματος παραγωγής μέσων παραγωγής (Τμήμα Ι) είναι ταχύτερος από τον ρυθμό συσσώρευσης του τμήματος παραγωγής μέσων κατανάλωσης (Τμήμα ΙΙ). Με βάση αυτή την πεποίθηση θεώρησε ότι ο Marx έσφαλε υποστηρίζοντας την δυνατότητα – μέσα σε κάποια πεπερασμένα πλαίσια – ομαλής αναπαραγωγής του συστήματος και πρότεινε την δική της θεωρία κατάρρευσης λόγω κρίσης υποκατανάλωσης. Μία διεξοδική κριτική αυτής της θέσης και ιδιαίτερα των σύγχρονων υποστηρικτών της δίνεται από τον Mavroudeas (1992).

[6] Όπως εύκολα δείχνεται επίσης ότι εάν α=β τότε το ποσοστό κέρδους μένει σταθερό:

.

[7] Βέβαια, τα παραδείγματα μελετούν συγκεκριμένες χρονικές στιγμές και όχι την συνεχή εξέλιξη. Έτσι, ο Grossmann βλέπει ότι ένα χαμηλότερο αρχικό ποσοστό υπεραξίας θα επιτάχυνε την χρονική στιγμή της κατάρρευσης.

[8] Οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984, σ.179) και Samuelson & Wolfson (1986, part ΙΙΙ) μελέτησαν την περίπτωση αυτή συζητώντας για τον ρόλο της τεχνικής αλλαγής μέσα στα πλαίσια του μοντέλου Bauer – Grossmann και κατέληξαν σε ανάλογα συμπεράσματα. Χρησιμοποιώντας εκθετικές συναρτήσεις κατέληξαν ότι εάν:

1)      α = β + γ, τότε το st αυξάνει χωρίς περιορισμούς

2)      α < β + γ, τότε το st μειώνεται τείνοντας προς το 0.

3)      α = β + γ, τότε το st μειώνεται μέχρι το όριο που διασφαλίζει ένα σταθερό ρυθμό μεγέθυνσης.

Όμως, αναγνωρίζουν οι Samuelson & Wolfson (1986, σ.76) ότι δεν υπάρχει κανένας οικονομικός λόγος που να δικαιολογεί μία τέτοια συσχέτιση.

———————————————————————-