Daily Archives: 08/02/2011

Ο μισός ελληνικός χρυσός βρίσκεται σε Λονδίνο, ΗΠΑ, Ελβετία

Ο μισός ελληνικός χρυσός βρίσκεται σε Λονδίνο, ΗΠΑ, Ελβετία

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11379&subid=2&pubid=53752951

Η απάντηση του υφυπουργού Οικονομικών σε δεύτερη σχετική επερώτηση του Κ.Αϊβαλιώτη του ΛΑΟΣ, έδωσε μία σαφή εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το κράτος τα αποθέματά του στο πολύτιμο μέταλλο.

 

Ο κ.Κουσελάς σημείωσε ότι «η χώρα μας είναι τριακοστή στον κόσμο, με βάση την κατάταξη του World Gold Council για τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού παγκοσμίως. Το ήμισυ, λοιπόν, σχεδόν απ’ αυτά τα αποθέματα χρυσού φυλάσσονται στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας της Ελλάδος, από το οποίο δεν έχουν μετακινηθεί εδώ και δεκαετίες. Το υπόλοιπο φυλάσσεται σε τράπεζες του εξωτερικού ήδη από τις πρώτες δεκαετίες που ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος. Την τακτική αυτή της κατανομής των αποθεμάτων χρυσού δεν την ακολουθεί μόνο η χώρα μας. Την ακολουθούν όλες οι κεντρικές τράπεζες. Και το κάνουν αυτό για λόγους που έχουν σχέση με τη διασπορά των κινδύνων».

Στη συνέχεια ο υφυπουργός Οικονομικών διευκρίνισε ότι διαθέσιμα χρυσού σε ράβδους διεθνών προδιαγραφών φυλάσσονται, με ετήσιο κόστος 90.000 ευρώ:

  • στην Τράπεζα της Αγγλίας «για ιστορικούς λόγους», γιατί εκεί πήγαν από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
  • στη Federal Reserve (Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ)
  • μικρό μέρος από το τέλος της δεκαετίας του 1960 στην ελβετική τράπεζα UBS, επειδή η ελβετική κεντρική τράπεζα Swiss National Bank δεν προσφέρει υπηρεσίες φύλαξης.

Οι τρεις ξένες τράπεζες διαθέτουν την πιο υψηλή εξειδίκευση σε υπηρεσίες φύλαξης του χρυσού, υπογράμμισε ο υφυπουργός.

Ο κ.Κουσελάς διέψευσε τη φήμη που κυκλοφόρησε σε ΜΜΕ ότι μέρος του ελληνικού χρυσού φυλάσσεται στη «Merrill Lynch» σαν υποθήκη συμβολαίων ανταλλαγής χρεών την  περίοδο 2001-2002, ως «παντελώς ανυπόστατη».

Σχολίασε μάλιστα ότι «δυστυχώς το τελευταίο διάστημα γινόμαστε όλο και συχνότερα μάρτυρες ενός Κοινοβουλευτικού Ελέγχου που βασίζεται ορισμένες φορές σε ισχυρισμούς ή απόψεις που όχι μόνο δεν αντέχουν στο βάσανο της λογικής αλλά πολύ περισσότερο στο βάσανο του δημοκρατικού διαλόγου».

Ενδιαφέρον άρθρο σε Sofokleous10 για το άθλιο παζάρι σχετικά με τις αναδιαρθρώσεις του χρέους

Φόβοι νέας θύελλας μετά τις 25 Μαρτίου!

http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/—–25–2011020733356/

Μετά τους πρόωρους, όπως αποδείχθηκε, πανηγυρισμούς για γρήγορη και συνολική λύση στην κρίση χρέους της ευρωζώνης, με ένα αξιόλογο «πακέτο» ελάφρυνσης και του ελληνικού χρέους, στον ορίζοντα της ευρωζώνης σωρεύονται νέα σύννεφα πάνω από τις ασθενείς περιφερειακές οικονομίες: το Βερολίνο αφήνει ανοικτό πλέον το ενδεχόμενο να λήξει χωρίς αποτελέσματα η Σύνοδος Κορυφής της 25ης Μαρτίου και να αφεθούν οι οικονομίες της περιφέρειες… βορρά στα λιοντάρια των αγορών.

Διαπιστώνοντας ότι σχηματίσθηκε αυθόρμητα μέτωπο των περισσότερων κυβερνήσεων της Ευρώπης κατά των γερμανικών προτάσεων ιδεών για πλήρη κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής, η γερμανική ηγεσία αναδιπλώνεται και αφήνει να εννοηθεί, ότι έχει έτοιμο «σχέδιο Β» για τη συνέχεια, το οποίο δεν ακούγεται καθόλου ευχάριστα ιδιαίτερα στην Αθήνα, που περιμένει διακαώς τη Σύνοδο Κορυφής στις 25 Μαρτίου για μια συμφωνία ουσιαστικής ελάφρυνσης του χρέους, μέσω των ευρωπαϊκών μηχανισμών χρηματοδότησης.

Το μήνυμα προς τους… ξεσηκωμένους ηγέτες της Ευρώπης ανέλαβε να περάσει από γερμανικής πλευράς ο Κλάους Πέτερ Φλόσμπαχ, υπεύθυνος των Χριστιανοδημοκρατών της Μέρκελ για οικονομικά θέματα. «Το σημαντικό είναι να δείξουμε ότι οι 17 χώρες της ευρωζώνης έχουν τη βούληση να παραμείνουν ενωμένες, ότι όλοι είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν ορισμένους όρους», δήλωσε χθες ο Φλόσμπαχ. Στην πιο σημαντική –και επικίνδυνη για την Αθήνα- αποστροφή των δηλώσεών του, ο Γερμανός αξιωματούχος ξεκαθάρισε, ότι η Γερμανία δεν έχει πρόβλημα να περιμένει και μετά τις 25 Μαρτίου, για να πετύχει τη λύση που επιδιώκει και να «αποδεχθούν όλοι ορισμένους όρους»: οι συνομιλίες, υπογράμμισε, «μπορούν να κρατήσουν και μετά τις 25 Μαρτίου».

Στις αγορές, η προοπτική να περάσει και η Σύνοδος Κορυφής της 25ης Μαρτίου, χωρίς η ευρωζώνη να παρουσιάσει το υπεσχημένο σχέδιο «τελικής λύσης» φαίνεται εφιαλτική. «Με το ιστορικό τους στη διαχείριση της κρίσης, οι ηγέτες της ευρωζώνης μπορεί εύκολα να αποτύχουν να καταλήξουν σε συμφωνία στην αναμενόμενη προθεσμία στα τέλη Μαρτίου», σχολίασε χαρακτηριστικά η στήλη “Lex” των “Financial Times”. «Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Αφού μίλησαν για ένα ενισχυμένο Μηχανισμό Οικονομικής Σταθερότητας, θα πρέπει και να τον παρουσιάσουν. Αλλιώς, η ανήσυχη ηρεμία που έχει καλύψει την ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων τις τελευταίες ημέρες θα δώσει τη θέση της σε περισσότερη (και πιο επικίνδυνη) αναταραχή».

Σε κείμενο θέσεων του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος για την έξοδο από την κρίση, που δόθηκε χθες στους δημοσιογράφους, περιγράφεται το «σχέδιο Β» της Γερμανίας, για την περίπτωση απόρριψης των προτάσεων Μέρκελ για ένα αυστηρό «Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας». Αδειάζοντας τον Σαρκοζί, με τον οποίο η Μέρκελ είχε συμφωνήσει σε μια πολιτική διαδικασία επιβολής κυρώσεων στους παραβάτες του Συμφώνου Σταθερότητας, οι Χριστιανοδημοκράτες προτείνουν αυστηρή και αυτόματη διαδικασία επιβολής κυρώσεων. Επιπλέον, ζητούν να τίθενται από κάθε χώρα και να εγκρίνονται από τα ευρωπαϊκά όργανα συγκεκριμένοι ετήσιοι στόχοι μείωσης του δημοσίου χρέους, που αν δεν καλύπτονται αυτό θα οδηγεί σε επιβολή κυρώσεων. Και ζητούν, ως ελάχιστη βάση κοινής δημοσιονομικής πολιτικής, να απαγορευθεί ο ανταγωνισμός των κρατών της ευρωζώνης με βάση τους συντελεστές φορολογίας των επιχειρήσεων. Αυτά φαίνεται ότι είναι τα νέα ελάχιστα προαπαιτούμενα που θέτει η γερμανική πλευρά, προκειμένου να εγκρίνει την ενίσχυση και διεύρυνση αρμοδιοτήτων του EFSF.

Στο εκ νέου «σκοτεινό» τοπίο που διαμορφώνεται στην ευρωζώνη έρχονται να προστεθούν τα όλο και εντονότερα μηνύματα της ΕΚΤ, ότι θα πρέπει το συντομότερο να σταματήσει να στηρίζει τις αγορές ομολόγων των περιφερειακών οικονομιών, για να αφοσιωθεί στη βασική της αποστολή, δηλαδή στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού, ο οποίος επανεμφανίζεται απειλητικότερος, καθώς μετά τις αυξήσεις στο πετρέλαιο και τα βασικά εμπορεύματα μεγάλα γερμανικά συνδικάτα πιέζουν για σημαντικές μισθολογικές αυξήσεις.

Η ΕΚΤ γνωστοποίησε χθες, ότι ούτε την περασμένη εβδομάδα προχώρησε σε αγορές ομολόγων της περιφέρειας, ενώ το μέλος του συμβουλίου της, Υβ Μερς, έκανε ένα βήμα παραπάνω στην αντιπληθωριστική ρητορική της τράπεζας, προειδοποιώντας ότι μπορεί να αποφασισθεί αύξηση των επιτοκίων  ακόμη και στο άμεσο μέλλον, πριν δηλαδή αποσυρθούν τα έκτακτα μέτρα στήριξης των τραπεζών, αν διαπιστωθεί ότι εντείνονται οι πιέσεις για μισθολογικές αυξήσεις σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, ο υπουργός Οικονομικών βλέπει πλέον στον κοντινό ορίζοντα μόνο το… μπαστούνι της τρόικας, υπό τη μορφή πιέσεων για ένα πολύ σκληρό πακέτο μέτρων μέχρι το 2014, γνωρίζοντας καλά, ότι αν δεν συμμορφωθεί «προς τας υποδείξεις» η Γερμανία δεν πρόκειται να «ανάψει πράσινο» στις κινήσεις για τη μείωση του ελληνικού χρέους, μέσω των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών μηχανισμών.

Στην πρώτη, χθεσινή συνάντηση με τους κορυφαίους της τρόικας, ο κ. Παπακωνσταντίνου πήρε μια πρώτη, «πικρή» γεύση των ανελαστικών απαιτήσεων των δανειστών μας για τα μέτρα της περιόδου 2012-2014. Οι «τροϊκανοί» απαίτησαν να παρουσιάσει το υπουργείο πλήρη μέτρα με απόδοση 2,6 δις. ευρώ το 2012 και από 5 δις. ευρώ ετησίως για τη διετία 2013-2014. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μέχρι τον Απρίλιο να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία ενσωμάτωσης των μέτρων σε νόμο.

Διαδικασίες εξαγωγής υπεραξίας και η σχέση τους με την διάρκεια, την ένταση και την παραγωγικότητα της εργασίας

Διαδικασίες εξαγωγής υπεραξίας και η σχέση τους με την διάρκεια, την ένταση και την παραγωγικότητα της εργασίας

 

(Surplus-value extraction processes and their relation to the length, the intensity and the productivity of labour)

Μαυρουδέας Σταύρος

(Τμήμα Οικονομικών, Παν. Μακεδονίας)

&

Ιωαννίδης Αλέξης

(Τμήμα Κοινων. Διοίκησης, ΔΠΘ)

Περίληψη

Η διάκριση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας προτάθηκε από τον Marx για να μελετηθούν οι τρόποι αύξησης της εξαγωγής υπεραξίας στο καπιταλιστικό σύστημα. Η απόλυτη υπεραξία εστιάζει στην αύξηση του χρόνου εργασίας ενώ η σχετική υπεραξία στην μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης. Η διάκριση αυτή έχει γίνει σήμερα αντικείμενο συζήτησης όσον αφορά το ποιες οικονομικές διαδικασίες εμπλέκονται στην κάθε περίπτωση. Συγκεκριμένα, είναι αυτονόητο ότι η επέκταση του χρόνου εργασίας εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση ενώ η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας στο τμήμα των μισθιακών εμπορευμάτων εμπίπτει στην δεύτερη. Υπάρχει όμως σημαντική διχογνωμία μέσα στους κόλπους της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας σχετικά με το εάν η εντατικοποίηση της εργασίας εντάσσεται στην πρώτη ή στη δεύτερη περίπτωση.

Η εργασία αυτή κάνει (α) επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, (β) υποστηρίζει ότι σύμφωνα με την Μαρξική αντίληψη η εντατικοποίηση της εργασίας εμπίπτει στην περίπτωση της σχετικής υπεραξίας και (γ) ότι η ένταξη της εντατικοποίησης της εργασίας στην σχετική υπεραξία συνάδει με την πραγματική λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας.

Ι. Εισαγωγή

 

Η θεωρία της υπεραξίας αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια της Μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης. Σύμφωνα με τον Marx η εξαγωγή υπεραξίας αποτελεί το βασικό κίνητρο της καπιταλιστικής οικονομίας και την βασική προϋπόθεση για την συσσώρευση και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Αυτό γιατί ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας μέσω της υπεξαίρεσης απλήρωτης εργασίας. Αυτή η τελευταία αποτελεί την υπεραξία και συνιστά την πηγή του καπιταλιστικού κέρδους. Δηλαδή στο καπιταλιστικό σύστημα ο χρόνος εργασίας διαιρείται σε ένα τμήμα που πληρώνεται (πληρωμένος χρόνος εργασίας) και ένα τμήμα που δεν πληρώνεται (απλήρωτος χρόνος εργασίας). Το πρώτο αντιστοιχεί στην αξία της εργασιακής δύναμης (και εν τέλει στον μισθό) και το δεύτερο αντιστοιχεί στην υπεραξία και εν τέλει στο κέρδος).

Μελετώντας τους τρόπους αύξησης της εξαγωγής υπεραξίας ο Marx διέκρινε δύο βασικές μεθόδους: την εξαγωγή απόλυτης και την εξαγωγή σχετικής υπεραξίας. Οι δύο αυτοί μέθοδοι συγκεφαλαιώνουν διακριτές οικονομικές διαδικασίες που λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο. Βεβαίως, στην πράξη μπορεί να συνδυασθούν και πράγματι συνδυάζονται. Αυτό όμως δεν αναιρεί την αναλυτική σκοπιμότητα της διάκρισης τους. Η εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας εστιάζει στην αύξηση του συνολικού χρόνου εργασίας με τέτοιο τρόπο ώστε να αυξάνει η αναλογία απλήρωτου προς πληρωμένο χρόνο εργασίας. Αντιθέτως, η εξαγωγή σχετικής υπεραξίας εστιάζει στη μείωση του πληρωμένου χρόνου εργασίας και επομένως στην με αυτό τον τρόπο αύξησης της αναλογίας απλήρωτου προς πληρωμένο χρόνο εργασίας. Η διάκριση αυτή έχει γίνει σήμερα αντικείμενο συζήτησης όσον αφορά το ποιες οικονομικές διαδικασίες εμπλέκονται στην κάθε περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα, είναι αυτονόητο ότι η επιμήκυνση του χρόνου εργασίας εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση ενώ η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας στο τμήμα που παράγει τα εμπορεύματα που αγοράζουν οι εργάτες με τον μισθό τους εμπίπτει στην δεύτερη. Υπάρχει όμως σημαντική διχογνωμία μέσα στους κόλπους της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας σχετικά με το εάν η εντατικοποίηση της εργασίας εντάσσεται στην πρώτη ή στη δεύτερη περίπτωση.

Η εργασία αυτή αρχικά επισκοπεί τη σχετική βιβλιογραφία, παρουσιάζοντας τους αρχικούς ορισμούς του Μαρξ όσο και τις απόψεις που υποστηρίζουν την ένταξη της εντατικοποίησης της εργασίας στην απόλυτη υπεραξία. Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι σύμφωνα με την Μαρξική αντίληψη η εντατικοποίηση της εργασίας εμπίπτει στην περίπτωση της σχετικής υπεραξίας. Υποστηρίζει επίσης ότι η ένταξη της εντατικοποίησης της εργασίας στη σχετική υπεραξία συνάδει με την πραγματική λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας και είναι αναλυτικά ανώτερη από την εναλλακτική θεώρηση.

Στο επόμενο τμήμα της εργασίας αναλύεται η θεωρία της υπεραξίας και παρουσιάζεται γενικά η διάκριση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Στο τμήμα ΙΙΙ αναλύονται οι προσδιοριστικοί παράγοντες που επηρεάζουν την εξαγωγή υπεραξίας, δηλαδή η διάρκεια, η ένταση της εργασίας και η αλλαγή των τεχνικών συνθηκών υπό τις οποίες επιτελείται η εργασία. Το τμήμα IV εστιάζει αποκλειστικά στην ένταση της εργασίας και στη σημερινή συζήτηση για το εάν θα πρέπει να εντάσσεται στην διαδικασία της εξαγωγής απόλυτης ή σχετικής υπεραξίας. Επιχειρηματολογείται για ποιους λόγους θα πρέπει η εντατικοποίηση της εργασίας να ενταχθεί στην διαδικασίας εξαγωγής σχετικής υπεραξίας. Στο τμήμα V παρουσιάζεται ένα επιπλέον υποστηρικτικό επιχείρημα στην προηγούμενη θέση. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι υπάρχει μία αντίστροφη σχέση μεταξύ διάρκειας και έντασης της εργασίας και συνεπώς οι διαδικασίες που ενισχύουν την πρώτη οδηγούν σε μείωση της δεύτερης και αντίστροφα. Συνεπώς πρόκειται για δύο κατά βάση αντίθετες διαδικασίες που γι’ αυτό θα πρέπει να εννοιοποιούνται ξεχωριστά. Τέλος, το τελευταίο τμήμα συγκεφαλαιώνει τα συμπεράσματα της εργασίας.

ΙΙ. Η θεωρία της υπεραξίας και οι ορισμοί της απόλυτης και της σχετικής υπεραξίας στον Marx

Η οικονομική ανάλυση του Marx, και της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας εν γένει, εστιάζει στο ζήτημα της ύπαρξης εκμεταλλευτικών σχέσεων στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται ότι το πλεόνασμα το οποίο παράγουν οι παραγωγοί με την εργασία τους δεν το νέμονται οι ίδιοι αλλά υπεξαιρείται από μία άλλη τάξη, αυτή των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Δηλαδή το πλεόνασμα παράγεται από τους εργάτες αλλά ιδιοποιείται από τους καπιταλιστές, την κυρίαρχη τάξη του καπιταλιστικού συστήματος. Η ιδιοποίηση του πλεονάσματος το οποίο παράγει η εκάστοτε τάξη παραγωγών από την εκάστοτε κυρίαρχη (και εκμεταλλευτική) τάξη είναι χαρακτηριστικό κάθε κοινωνικο-οικονομικού συστήματος το οποίο είναι διαιρεμένο σε τάξεις και όπου κυρίαρχη τάξη εκμεταλλεύεται την παράγουσα τάξη. Η ιδιαιτερότητα του καπιταλιστικού συστήματος έναντι των άλλων εκμεταλλευτικών κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων είναι ότι η υπεξαίρεση του πλεονάσματος γίνεται χωρίς την χρήση βίας αλλά μέσω του έμμεσου οικονομικού καταναγκασμού. Στον καπιταλισμό οι εργάτες εργάζονται και παράγουν το κοινωνικό προϊόν (που αντιστοιχεί στο άθροισμα μισθών και κερδών) αμειβόμενοι μόνο με ένα τμήμα του (με την μορφή των μισθών) – και συνεπώς εκχωρώντας το τμήμα του που αντιστοιχεί στα κέρδη – όχι γιατί εξαναγκάζονται υπό την απειλή βίας αλλά γιατί – καθώς δεν μπορούν να αγοράσουν και να κατέχουν τα μέσα παραγωγής – για να παράγουν και συνεπώς να επιβιώσουν είναι εμμέσως (οικονομικά) εξαναγκασμένοι να εργασθούν για λογαριασμό των κατόχων των μέσων παραγωγής έναντι αμοιβής. Έτσι το σύνολο του κοινωνικού προϊόντος ανήκει στους τελευταίους από το οποίο επιστρέφουν μόνο ένα τμήμα του με την μορφή των μισθών. Η εξάρτηση αυτή των παραγωγών από τους κατόχους των μέσων παραγωγής γίνεται μέσω της αγοράς εργασίας (ή ακριβέστερα εργασιακής δύναμης). Γι’ αυτό το λόγο ο Marx διαφοροποίησε τον όρο του πλεονάσματος στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας, ονομάζοντας το υπεραξία.

Η θεωρία της υπεραξίας αποτελεί έναν από τους βασικούς ακρογωνιαίους λίθους της Μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης. Η εξαγωγή υπεραξίας αποτελεί τον σκοπό και το βασικό κίνητρο λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας και συνδέεται άμεσα με την συσσώρευση και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Ακολούθως ο Marx μελέτησε τους τρόπους αύξησης της υπεραξίας. Συγκεκριμένα, όρισε δύο βασικούς τρόπους αύξησης της υπεραξίας: την απόλυτη και την σχετική υπεραξία.

Την υπεραξία που προέρχεται από την αύξηση της εργάσιμης ημέρας, ονομάζω απόλυτη υπεραξία. Από την άλλη πλευρά, την υπεραξία που προέρχεται από την μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και από την αντίστοιχη μεταβολή της διάρκειας των δύο τμημάτων που αποτελούν την εργάσιμη ημέρα, ονομάζω σχετική υπεραξία.

(Marx (1978), τομ. Ι, σ.330)

Με βάση τους Μαρξικούς ορισμούς, η εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας λαμβάνει χώρα όταν αυξάνει ο χρόνος εργασίας και ταυτόχρονα η αξία της εργασιακής δύναμης μένει σταθερή ή αυξάνεται λιγότερο. Εξαγωγή σχετικής υπεραξίας λαμβάνει χώρα όταν μειώνεται η αξία της εργασιακής δύναμης. Και στις δύο περιπτώσεις αυξάνει η υπεξαιρούμενη υπεραξία. Μαθηματικά αυτό μπορεί να δειχθεί ως ακολούθως.

Έστω ότι

Τ: ο συνολικός εργάσιμος ημερήσιος χρόνος

S: η υπεραξία (απλήρωτος εργάσιμος χρόνος)

V: η αξία της εργασιακής δύναμης (πληρωμένος εργάσιμος χρόνος)

Με βάση την Μαρξιστική θεωρία ισχύει:

Τ = V + S                                                        (1)

δηλαδή η συνολικά ξοδεμένη εργασία δημιουργεί το σύνολο του κοινωνικού προϊόντος και συνεπώς καλύπτει τόσο την δική της αναπαραγωγή (αξία της εργασιακής δύναμης) όσο και το πλεόνασμα (την υπεραξία).

Από την (1) προκύπτει:

S = T – V                                                        (2)

δηλαδή η υπεραξία ισούται με την διαφορά του συνολικού εργάσιμου χρόνου μείον τον πληρωμένο εργάσιμο χρόνο (την αξία της εργασιακής δύναμης). Συνεπώς η υπεραξία μπορεί να αυξηθεί είτε με αύξηση του πρώτου είτε με μείωση του δεύτερου. Φυσικά μπορεί να υπάρξουν και συνδυασμοί τους. Διαγραμματικά αυτό δείχνεται κατωτέρω.

Διάγραμμα 1

Η ευθεία ΑΒ προκύπτει από την (1). Με βάση ένα μέγεθος του V προκύπτει ένα αντίστοιχο μέγεθος του S και με βάση την κλίση της αντίστοιχης ευθείας από την αρχή των αξόνων (0K) προκύπτει το αντίστοιχο ποσοστό υπεραξίας:

s΄ =                                                             (3)

Έστω αρχικό σημείο εκκίνησης το Κ (για V1 και απ’ όπου προκύπτουν τα αντίστοιχα S1 και s1΄). Ας δούμε τρεις εναλλακτικές περιπτώσεις μεταβολών:

(α) εάν αυξηθεί η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας (από Τ που εκφράζεται με την ΑΒ σε Τ΄ που εκφράζεται με την Α΄Β΄), ενώ η αξία της εργασιακής δύναμης παραμείνει σταθερή τότε το νέο σημείο ισορροπίας είναι το M, όπου υπάρχει η ίδια V (V1) αλλά μεγαλύτερα S (S2 > S1) και s΄ (s2΄ > s1΄). Η περίπτωση αυτή αποτελεί εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας.

(β) εάν μειωθεί η V ενώ η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας παραμείνει σταθερή (Τ και επομένως ΑΒ), τότε η νέα ισορροπία είναι στο σημείο I, όπου έχουμε μικρότερη V (V3 < V1) αλλά μεγαλύτερα S (S4 > S1) και s΄. Η περίπτωση αυτή αποτελεί εξαγωγή σχετικής υπεραξίας.

(γ) εάν μειωθεί τόσο η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας από Τ σε Τ΄΄ (όπου Τ΄΄<Τ) – που εκφράζεται από την νέα ευθεία Α΄΄Β΄΄ – και ταυτόχρονα μειωθεί η αξία της εργασιακής δύναμης από V1 σε V2 (V2<V1) τότε θα προκύψει ένα νέο σημείο ισορροπίας Λ πάνω στην Α΄΄Β΄΄. Υποθέτουμε ότι ο ρυθμός μείωσης της V είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό μείωσης του Τ (ΔΤ – ΔV > 0). Επομένως στο σημείο Λ έχουμε μικρότερη V και μεγαλύτερο s΄. Η μάζα της υπεραξίας (S) μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από το αρχικό μέγεθος της αναλόγως με τα αριθμητικά δεδομένα μας. Η περίπτωση αυτή αποτελεί συνδυασμό αρνητικής μεταβολής της απόλυτης υπεραξίας και μεγαλύτερης θετικής μεταβολής της σχετικής υπεραξίας. Ο συνδυασμός τους οδηγεί σε αύξηση του ποσοστού υπεραξίας.

ΙΙΙ. Παράγοντες που καθορίζουν την εξαγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας

Η παραγωγή και η υπεξαίρεση υπεραξίας συνδέεται άμεσα με όλους τους παράγοντες που καθορίζουν το ξόδεμα της εργασιακής ικανότητας στην διαδικασία παραγωγής καθώς και με την αμοιβή της στην διαδικασία διανομής εισοδήματος. Πιο συγκεκριμένα, στη διαδικασία παραγωγής η εξαγωγή υπεραξίας συνδέεται με (1) την διάρκεια, (2) την ένταση της εργασίας και (3) με τις τεχνικές συνθήκες της παραγωγικής διαδικασίας (και την αλλαγή τους). Στην διαδικασία διανομής του εισοδήματος η εξαγωγή υπεραξίας συνδέεται (4) με την συσχέτιση μεταξύ της αξίας της εργασιακής δύναμης και της τιμής της (δηλαδή του μισθού). Η τελευταία εξαρτάται, σύμφωνα με την Μαρξική θεωρία του μισθού, από το πώς παράγονται στη διαδικασία της παραγωγής τα εμπορεύματα που αγοράζει και καταναλώνει ο εργάτης (μισθιακά εμπορεύματα). Όμως, όπως κάθε τιμή έτσι και ο μισθός κυμαίνεται – ανάλογα με τα ιδιαίτερα δεδομένα της διαδικασίας διανομής του εισοδήματος – γύρω από την προσδιορίζουσα αξία του (την αξία της εργασιακής δύναμης). Δηλαδή τα δεδομένα της (καθοριστικής κατά την Μαρξιστική προσέγγιση) σφαίρας της παραγωγής (αξίες) καθορίζουν τα δεδομένα της σφαίρας της διανομής του εισοδήματος (εισοδηματικά μερίδια) αλλά ακολούθως τα τελευταία έχουν ορισμένους βαθμούς ελευθερίας όσον αφορά το ακριβές μέγεθος του και συνεπώς κυμαίνονται γύρω από τις προσδιορίζουσες αξίες τους[1].

Ακολούθως θα δούμε πως αυτοί οι 3+1 παράγοντες εμπλέκονται στην εξαγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας.

(α) Απόλυτη υπεραξία

Η περίπτωση της εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας είναι σχετικά απλή. Σύμφωνα με τον Μαρξικό ορισμό παραγωγή και υπεξαίρεση απόλυτης υπεραξίας λαμβάνει χώρα όταν αυξηθεί η διάρκεια του εργάσιμου χρόνου και ταυτόχρονα κρατηθεί σταθερή η διάρκεια του πληρωμένου εργάσιμου χρόνου (δηλαδή αυτού που αντιστοιχεί στην αξία της εργασιακής δύναμης). Εναλλακτικά, μπορεί να αυξηθεί και η διάρκεια του πληρωμένου εργάσιμου χρόνου αλλά το ποσοστό αύξησης του να υπολείπεται αυτού του απλήρωτου εργάσιμου χρόνου. Αυτή η περίπτωση είναι πιο ρεαλιστική καθώς μία αύξηση του συνολικού εργάσιμου χρόνου είναι λογικό ότι συνεπιφέρει μία μεγαλύτερη φθορά της εργασιακής ικανότητας του εργάτη και συνεπώς οδηγεί σε μία μεγαλύτερη απ’ ότι προηγουμένως αξία της εργασιακής δύναμης. Εφόσον ο μισθός εκφράζει ακριβώς την αξία της εργασιακής δύναμης τότε είναι λογικό ότι θα αυξηθεί μερικά και το τμήμα του πληρωμένου χρόνου εργασίας. Ο Marx εγνωσμένα – για λόγους απλοποίησης αλλά χωρίς να παραβιάζει την ουσία των συσχετίσεων αυτών – έκανε αφαίρεση της εναλλακτικής περίπτωσης και υπέθεσε ότι η αξία της εργασιακής δύναμης παραμένει σταθερή.

Διάγραμμα 2

Η προαναφερθείσα εναλλακτική περίπτωση φαίνεται στο Διάγραμμα 2. Έστω αρχικό σημείο το Κ επάνω στην ευθεία ΑΒ (για συνολική διάρκεια εργάσιμου χρόνου Τ) όπου η αξία της εργασιακής δύναμης είναι V1 και η υπεραξία S1, ενώ το ποσοστό υπεραξίας (s΄) δίνεται από την κλίση της 0Κ. Έστω ότι λαμβάνει χώρα αύξηση του συνολικού εργάσιμου χρόνου σε Τ΄ (που εκφράζεται  στην Α΄Β΄) και ταυτόχρονα αυξάνει η αξία της εργασιακής δύναμης σε V2 δίνοντας έτσι ένα νέο σημείο Μ επάνω στην ευθεία ΑΒ. Στο σημείο αυτό αντιστοιχεί μεγαλύτερη υπεραξία (S2) από την αρχική ενώ και το ποσοστό υπεραξίας έχει αυξηθεί καθώς η κλίση της 0Μ είναι μεγαλύτερη αυτής της 0Κ.

(β) Σχετική υπεραξία

Σύμφωνα με τον Μαρξικό ορισμό η παραγωγή και η υπεξαίρεση σχετικής υπεραξίας προκύπτει όταν αυξηθεί η αναλογία μεταξύ απλήρωτου και πληρωμένου χρόνου εργασίας χωρίς να αυξηθεί η συνολική διάρκεια του εργάσιμου χρόνου.

Είναι προφανές ότι ο πιο βασικός τρόπος αλλαγής της συσχέτισης μεταξύ πληρωμένου και απλήρωτου χρόνου εργασίας – υπό τον περιορισμό της σταθερής συνολικής διάρκειας του εργάσιμου χρόνου – συνδέεται με την μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης.

Κατά τον Marx (1978, τομ.Ι, σ.183) «…η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για την συντήρηση του κατόχου της». Συνεπώς, η αξία της εργατικής δύναμης αντιπροσωπεύει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του καλαθιού εμπορευμάτων που χρειάζεται να καταναλώσουν οι εργάτες, υπό τις επικρατούσες παραγωγικές και κοινωνικές συνθήκες, για να αναπληρώσουν την κούραση τους από την εργασία. Η αξία της εργασιακής δύναμης συναποτελείται από δύο μέρη: α) ένα φυσικό τμήμα, που καλύπτει τις «φυσικές ανάγκες» (τροφή, ένδυση, καύσιμα, στέγαση κλπ.) και, β) ένα ιστορικό και κοινωνικό τμήμα, που αντανακλά τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ο μισθός είναι η χρηματική τιμή της αξίας της εργασιακής δύναμης και όπως όλες οι τιμές διακυμαίνεται γύρω από την προσδιορίζουσα αξία του.

Η Μαρξική προσέγγιση διαφέρει σοβαρά από αυτή του Ricardo αλλά διαφέρει, ακόμη περισσότερο, από μία σειρά νεο-μαρξίζουσες προσεγγίσεις που θεωρούν την αξία της εργασιακής δύναμης ένα καθαρά «πολιτικό» μέγεθος. Όσον αφορά τον Ricardo, αυτός θεωρούσε ότι ο μισθός (που τον ταύτιζε εσφαλμένα με την αξία της εργασίας) είναι αγκυρωμένος στο φυσικό επίπεδο επιβίωσης. Οποιεσδήποτε εργατικές μισθολογικές διεκδικήσεις δεν έχουν νόημα γιατί λειτουργεί ο Μαλθουσιανός νόμος του πληθυσμού και οι υπερβάλλοντες μισθοί αργά ή γρήγορα θα μειωθούν στον μισθό ισορροπίας (που είναι αυτός που καλύπτει μόνο το φυσικό τμήμα). Αντιθέτως, ο Marx υποστηρίζει ότι οι εργατικές μισθολογικές διεκδικήσεις μπορούν να επηρεάσουν το κοινωνικό τμήμα της αξίας της εργατικής δύναμης και συνεπώς κάθε άλλο παρά άσκοπες είναι. Τόσο η Μαρξική προσέγγιση όσο και η Ρικαρδιανή συνδέουν την αξία της εργασιακής δύναμης με την διαδικασία παραγωγής καθώς, και στις δύο προσεγγίσεις, η αξία της εργασιακής δύναμης εξαρτάται από την διαδικασία παραγωγής ενός καλαθιού εμπορευμάτων που εκφράζονται στο πρότυπο (τη νόρμα) των εργατικών καταναλωτικών συνηθειών. Το πρότυπο αυτό κατά μεν τον Ricardo καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από φυσικές και τεχνικές συνθήκες ενώ κατά τον Marx καθορίζεται επιπλέον και από κοινωνικές συνθήκες. Και στις δύο περιπτώσεις ο καθορισμός του μισθού της εργασίας (της τιμής της αξίας της εργασιακής δύναμης) στην διαδικασία διανομής εισοδήματος διαμεσολαβείται αναγκαστικά από τις συνθήκες παραγωγής του καλαθιού των εμπορευμάτων που αγοράζονται από αυτόν.

Αντιθέτως, μία σειρά νέο-μαρξίζουσες προσεγγίσεις θεωρούν την αξία ως ένα καθαρά «πολιτικό» μέγεθος που εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από κοινωνικές συνθήκες και συγκεκριμένα από τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Στην περίπτωση αυτή ο καθορισμός της αξίας της εργασιακής δύναμης γίνεται κατευθείαν στη διαδικασία διανομής εισοδήματος και δεν διαμεσολαβείται από την διαδικασία παραγωγής μισθιακών εμπορευμάτων.

Ο Μαρξικός δρόμος για τον προσδιορισμό της αξίας της εργασιακής δύναμης είναι, κατά την γνώμη μας, πολύ προσφορότερος αναλυτικά και εμπειρικά απ’ αυτόν του Ricardo ή των νέο-μαρξιζουσών προσεγγίσεων και αυτόν θα ακολουθήσουμε στην συνέχεια της εργασίας αυτής[2].

Η μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης μπορεί να γίνει με δύο τρόπους.

Ο πρώτος τρόπος λαμβάνει χώρα στη διαδικασία κυκλοφορίας και είναι να πέσει ο μισθός κάτω από το επίπεδο της αξίας της εργασιακής δύναμης. Δηλαδή ο εργάτης να αμείβεται λιγότερο απ’ όσο απαιτείται για την κοινωνική αναπαραγωγή του. Αυτό είναι διατηρήσιμο μακροπρόθεσμα, όσο η μείωση επηρεάζει το κοινωνικό τμήμα της αξίας της εργασιακής δύναμης. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να προκληθεί κοινωνική αναταραχή αλλά δεν θίγονται οι φυσικές βάσεις για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Εάν επεκταθεί και στο φυσικό τμήμα τότε οι συνέπειες μακροχρόνια μπορεί να είναι καταστροφικές για το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα καθώς οι φθορές του εργάτη από την εργασιακή προσπάθεια δεν θα αναπληρώνονται πλήρως, με αποτέλεσμα να μειώνεται η παραγωγικότητα του και να κινδυνεύει ενδεχομένως και αυτή η επιβίωση του. Το τελευταίο, εκτός απ’ ότι εντείνει τον κίνδυνο κοινωνικής αναταραχής, διακινδυνεύει την ίδια την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού και συνεπώς – εάν μάλιστα δεν υπάρχει ένας υπερβολικά ευμεγέθης εφεδρικός στρατός εργασίας – θέτει σε κίνδυνο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Ο δεύτερος τρόπος μείωσης της αξίας της εργασιακής δύναμης λαμβάνει χώρα στη διαδικασία παραγωγής και είναι να μειωθεί ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των μισθιακών εμπορευμάτων. Αυτό συνεπάγεται ότι ο εργάτης ακόμη και με μικρότερο μισθό μπορεί πάλι να αγοράσει το καλάθι εμπορευμάτων που απαιτείται για την αναπαραγωγή του. Για να μπορεί να συμβεί αυτό πρέπει να λάβει χώρα αλλαγή των τεχνικών συνθηκών στους κλάδους εκείνους που παράγουν τα μισθιακά εμπορεύματα. Στα Μαρξιστικά διτομεακά υποδείγματα οι κλάδοι αυτοί συγκεφαλαιώνονται στον Τομέα ΙΙ (δηλαδή στον τομέα που παράγει μέσα κατανάλωσης) – σε αντιδιαστολή με τον Τομέα Ι (τον τομέα που παράγει μέσα παραγωγής). Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή απαιτείται αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής που να αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας ειδικά στον Τομέα ΙΙ. Σημειωτέον ότι η αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής – που οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας – μπορεί να προκύψει είτε μέσω τεχνικής αλλαγής (δηλαδή εισαγωγής νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία) είτε μέσω τεχνικής αναδιάρθρωσης (δηλαδή λειτουργικής αναδιάρθρωσης της ήδη υπάρχουσας τεχνολογίας στην παραγωγική διαδικασία). Η αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής (είτε μέσω τεχνικής αλλαγής είτε μέσω τεχνικής αναδιάρθρωσης) οδηγεί, σύμφωνα με την Μαρξιστική θεωρία, σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτή η περίπτωση εξαγωγής σχετικής υπεραξίας είναι και η πιο ανώδυνη γιατί ενώ αυξάνει η εκμετάλλευση του εργάτη ο τελευταίος διατηρεί το επίπεδο διαβίωσης του. Γι’ αυτό γίνεται και δυσκολότερα αντιληπτή – και μάλιστα όχι άμεσα αλλά σε ένα βάθος χρόνου – απ’ ότι η προηγούμενη περίπτωση (δηλαδή η μείωση του μισθού κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης).

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η βελτίωση της πείρας του συλλογικού εργάτη (δηλαδή το να μάθει στην πράξη να κάνει καλύτερα τη δουλειά) είναι επίσης ένας σημαντικός παράγοντας που αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας και μπορεί συνεπώς να μειώσει τον χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των μισθιακών εμπορευμάτων. Η διαδικασία αυτή μπορεί να λάβει χώρα αυτοτελώς (δηλαδή άσχετα από την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών). Όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι μετά από την πάροδο ενός χρονικού διαστήματος – που στα αρχικά του βήματα αναγκαστικά περιλαμβάνει πειραματισμούς δοκιμής και σφάλματος – έχει επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή βελτίωση της πείρας του συλλογικού εργάτη υπό τις παρούσες τεχνικές συνθήκες παραγωγής. Συνεπώς, μπορούμε να κάνουμε αφαίρεση, για λόγους απλοποίησης, της διαδικασίας αυτής.

Συνοψίζοντας, ο δεύτερος και πιο βασικός τρόπος μείωσης της αξίας της εργασιακής δύναμης βασίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στον Τομέα ΙΙ.

ΙV. Η ένταση της εργασίας και η εξαγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας

Όπως προαναφέρθηκε, η ένταση της εργασίας είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εξαγωγή υπεραξίας. Ο Μαρξ εντάσσει τη διαδικασία της εντατικοποίησης της εργασίας στην έννοια της σχετικής υπεραξίας. Συγκεκριμένα σημειώνει ότι συντελείται μία αλλαγή στο χαρακτήρα της σχετικής υπεραξίας με την εντατικοποίηση (Μαρξ (1978), τομ.Ι, σ.425). Ενώ γενικά η μέθοδος παραγωγής σχετικής υπεραξίας συνίσταται στο ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, η μείωση του χρόνου εργασίας οδηγεί στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας μέσω και της εντατικοποίησης της εργασίας. Επομένως η εξαγωγή σχετικής υπεραξίας δεν προκύπτει μόνον από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αλλά επίσης με την συμπύκνωση της εργασίας (που προκαλεί η εντατικοποίηση) και η οποία οδηγεί στη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας (δηλαδή του πληρωμένου χρόνου εργασίας) με ένα διαφορετικό τρόπο. Στο σημείο αυτό, ο Marx (1978, τομ.Ι, σ.425 – 426 και σ.540) κάνει μία σημαντική διάκριση όσον αφορά την αξία του ανά μονάδα προϊόντος στη μία και στην άλλη περίπτωση. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι με την εντατικοποίηση της εργασίας παράγονται περισσότερα προϊόντα στη διάρκεια του συνολικού εργάσιμου χρόνου, όμως η αξία του ανά μονάδα προϊόντος παραμένει σταθερή. Η αιτιολόγηση που δίνει είναι ότι με την εντατικοποίηση αυξάνει η συνολική παροχή εργασίας – καθώς μειώνονται οι νεκροί χρόνοι κατά την διάρκεια του συνολικού εργάσιμου χρόνου – αλλά δεν μειώνεται η εργασία που ξοδεύεται για να παραχθεί μία μονάδα προϊόντος. Αντιθέτως, στην περίπτωση της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (μέσω της χρήσης μηχανών ή/και της βελτίωσης της πείρας του εργάτη) τότε μειώνεται η εργασία που ξοδεύεται για να παραχθεί μία μονάδα προϊόντος. Σε κάθε περίπτωση όμως αυξάνει η αναλογία απλήρωτης προς πληρωμένη εργασία χωρίς να αυξάνει ο συνολικός εργάσιμος χρόνος.

Υπάρχει ένας άλλος ισχυρός λόγος που εξηγεί γιατί ο Marx εντάσσει την εντατικοποίηση της εργασίας στην περίπτωση της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας. Αυτός είναι ότι συνδέει ουσιαστικά την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής με την αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας.[3] Η συσχέτιση αυτή είναι ιδιαίτερα ισχυρή όταν μελετά την επίπτωση του εκμηχανισμού της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής[4].

Σήμερα υπάρχει σημαντική διχογνωμία μέσα στους κόλπους της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας σχετικά με το εάν η εντατικοποίηση της εργασίας εμπίπτει στην περίπτωση της απόλυτης ή της σχετικής υπεραξίας. Όπως προαναφέρθηκε, παραδοσιακά θεωρείται ότι εμπίπτει στην περίπτωση της σχετικής υπεραξίας καθώς δεν επηρεάζει την διάρκεια του συνολικού εργάσιμου χρόνου. Υπάρχουν όμως και απόψεις (π.χ. Moseley (2004)) που αντιθέτως την εντάσσουν, χωρίς αιτιολόγηση, στην περίπτωση της απόλυτης υπεραξίας. Το ίδιο υποστηρίζει πιο διεξοδικά και ο Sekine (1997).

Ο Sekine (1997, vol. 1: 142) απορρίπτει τους Μαρξικούς ορισμούς της απόλυτης και της σχετικής υπεραξίας ως παραπλανητικούς:

Ο ορισμός του Marx ήταν ότι «η υπεραξία που προκύπτει από την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας» είναι απόλυτη, και ότι «η υπεραξία που απορρέει από την περικοπή του αναγκαίου χρόνου εργασίας» (Capital I, σ.299) είναι σχετική. Αυτό, όμως, δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι υπάρχουν κάποια αρχικά t0 και v0 σε σχέση με τα οποία η παραγωγή υπεραξίας δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε σχετική, και μόνον όταν μία από αυτές τις μεταβλητές αλλάζει, ενώ η άλλη παραμένει σταθερή, μπορεί κανείς να προσδιορίσει εάν η «αλλαγή» στην παραγωγή υπεραξίας είναι απόλυτη ή σχετική. Για να αποφευχθεί αυτή η σύγχυση υιοθετώ εδώ έναν ορισμό διαφορετικό απ’ αυτόν του Marx.

Έτσι ο Sekine υποστηρίζει ότι μία αύξηση της υπεραξίας θα πρέπει να ονομάζεται απόλυτη όταν συμβαίνει μέσω (α) της επιμήκυνσης της εργάσιμης ημέρας ή/και (β) της εντατικοποίησης της εργασίας. Αντιθέτως, μία αύξηση της υπεραξίας θα πρέπει να ονομάζεται σχετική μόνο όταν οφείλεται σε μία τεχνική αλλαγή που αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Για να υποστηρίξει την θέση του εκφράζει το ποσοστό υπεραξίας ως συνάρτηση της διάρκειας και της έντασης της εργασίας. Υποθέτει ότι η εργασία που πραγματικά ξοδεύεται κατά την διάρκεια μίας ωρολογιακής ώρας εργασίας είναι συνάρτηση της έντασης της εργασίας. Επομένως, τη συνολική εργασία που ξοδεύεται κατά την διάρκεια της εργάσιμης ημέρας την ονομάζει «αποτελεσματικές ώρες εργασίας» (‘effective labour hours’ (Sekine (1997), σ.143)). Αυτές οι αποτελεσματικές ώρες εργασίας (t) είναι συνάρτηση της διάρκειας και της έντασης της εργασίας:

t = bT              όπου b: ο βαθμός έντασης                   (4)

Ομοίως, η αξία της εργασιακής δύναμης εκφράζεται επίσης ως είναι συνάρτηση της διάρκειας και της έντασης της εργασίας:

v = bV                                                                         (5)

Το ποσοστό υπεραξίας της σχέσης (3) μπορεί να εκφρασθεί ως:

s′ =                                                            (6)

Εάν εισάγουμε την ένταση της εργασίας, με βάση τις σχέσεις (4) και (5), η εξίσωση (6) μετασχηματίζεται σε:

s′ = S/V = (T-V)/V = (t/b – v/b)/(v/b) =  =             (7)

Ουσιαστικά η εξίσωση (7) δεν διαφέρει από την (6), εφόσον τα t και v αποτελούν απλά πολλαπλάσια των T και V. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ότι το ποσοστό υπεραξίας παραμένει το ίδιο ο Sekine κάνει, εκ των υστέρων, μία «λαθροχειρία»: κρατά την αξία της εργασιακής δύναμης την εκφρασμένη σε αποτελεσματικές ώρες εργασίας ίση με το μέγεθος της όταν εκφρασθεί σε απλές ώρες εργασίας. Δηλαδή δεν πολλαπλασιάζει το V επί το b και έτσι κρατά αυθαίρετα το v = V (σε αντίθεση με την σχέση (5) που ο ίδιος έχει διατυπώσει). Μόνο έτσι το ποσοστό υπεραξίας εκφρασμένο σε ώρες αποτελεσματικής εργασίας είναι μεγαλύτερο από το ποσοστό υπεραξίας εκφρασμένο σε ωρολογιακές ώρες εργασίας.

Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζεται ότι αποδεικνύει πως αυξάνει το ποσοστό υπεραξίας από την εντατικοποίηση της εργασίας και ότι αυτό συνάδει με την εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας.

Η επιχειρηματολογία του Sekine έχει σοβαρότατα προβλήματα. Πρώτον, τόσο η απόλυτη όσο και η σχετική υπεραξία είναι τρόποι αύξησης της υπεραξίας. Συνεπώς, σε αναλυτικό επίπεδο, ξεκινά κανείς πράγματι από κάποια αρχικά μεγέθη της αξίας της εργασιακής δύναμης και του συνολικού εργάσιμου χρόνου και βλέπει μετά εάν η αύξηση της υπεραξίας γίνεται με τον πρώτο ή τον δεύτερο τρόπο. Αυτό το αρνείται παραδόξως ο Sekine στο προαναφερθέν χωρίο.

Δεύτερον, στην πράξη μπορεί να υπάρξουν συνδυασμοί απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Κατά συνέπεια μπορεί να μεταβληθεί τόσο η αξία της εργασιακής δύναμης όσο και ο συνολικός εργάσιμος χρόνος. Σε αναλυτικό επίπεδο μπορεί κανείς να δει τέτοιους συνδυασμούς, όπως στην τρίτη περίπτωση του Διαγράμματος 1. Και αυτό όμως παραδόξως το αρνείται ο Sekine.

Τρίτον, η απόδειξη την οποία προτείνει δεν αποτελεί απόδειξη γιατί εάν μετασχηματισθεί σε αποτελεσματικές ώρες και η αξία της εργασιακής δύναμης τότε το ποσοστό υπεραξίας παραμένει το ίδιο. Εάν δεν μετασχηματισθεί, τότε έχουμε μία «σχετική» μείωση του πληρωμένου χρόνου εργασίας έναντι του απλήρωτου χρόνου εργασίας πράγμα το οποίο, κατά τον Μαρξικό ορισμό, εμπίπτει καθαρά στην περίπτωση της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας.

Το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι συνηθισμένο – και ο Marx επίσης το έκανε – να μελετούμε διάφορες περιπτώσεις υποθέτοντας ότι η αξία της εργασιακής δύναμης παραμένει σταθερή. Παραδείγματος χάριν, στον κλασσικό Μαρξικό ορισμό της απόλυτης υπεραξίας υποθέτουμε ότι η αξία της εργασιακής δύναμης παραμένει σταθερή ενώ ο συνολικός εργάσιμος χρόνος αυξάνει. Επίσης, στην περίπτωση της αύξησης της έντασης της εργασίας μπορεί να υποτεθεί – και ο Sekine το κάνει – ότι η αξία της εργασιακής δύναμης παραμένει σταθερή. Στην πραγματικότητα, εάν θεωρήσουμε ότι η αξία της εργασιακής δύναμης πρέπει να καλύπτει την φθορά του εργάτη από την εργασιακή προσπάθεια, τότε τόσο στην μία περίπτωση όσο και στην άλλη πρέπει να αυξηθεί και η αξία της εργασιακής δύναμης γιατί και όταν επεκτείνεται ο χρόνος εργασίας και όταν αυξάνεται η ένταση της εργασίας αυξάνονται οι φθορές του εργάτη. Και στις δύο περιπτώσεις – ακόμη και με αύξηση της αξίας της εργασιακής δύναμης – αυξάνει η εξαγόμενη υπεραξία γιατί αυξάνει ο απλήρωτος χρόνος εργασίας. Εάν μάλιστα ο ρυθμός αύξησης του απλήρωτου χρόνου εργασίας είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό αύξησης του πληρωμένου χρόνου εργασίας τότε θα αυξηθεί και το ποσοστό υπεραξίας καθώς θα αυξηθεί ο λόγος του απλήρωτου προς τον πληρωμένο χρόνο εργασίας[5].

Όμως η προσέγγιση του Sekine δεν είναι προβληματική μόνο σε όρους θεωρητικού φορμαλισμού αλλά είναι εσφαλμένη και για σοβαρούς εμπειρικούς λόγους.

Πρώτον, υπάρχει ένας πρακτικός λόγος που η εντατικοποίηση της εργασίας βοηθά να συνυπολογίζεται με την βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτός είναι ότι οι διαθέσιμοι δείκτες της παραγωγικότητας της εργασίας (που φυσικά δεν βασίζονται στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία) δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ των δύο αυτών διαδικασιών και πρακτικά εκφράζουν αθροιστικά τις επιπτώσεις τους.

Δεύτερον, υπάρχει όμως και ένας ουσιαστικός εμπειρικός λόγος που η εντατικοποίηση της εργασίας είναι χρήσιμο να μελετάται στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας εξαγωγής υπεραξίας με την βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η τεχνική αλλαγή και η τεχνική αναδιάρθρωση συμβαδίζουν συνήθως με την μείωση των «πόρων» της εργασίας. Οι τελευταίοι αποτελούν νεκρούς χρόνους για το κεφάλαιο που η μείωση τους αυξάνει την κερδοφορία. Γι’ αυτό πρακτικά η αλλαγή των τεχνικών συνθηκών συμβαδίζει συνήθως με την εντατικοποίηση της εργασίας. Βέβαια είναι γνωστό ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετρηθεί η ένταση της εργασίας και μάλιστα όταν αλλάζει η οργάνωση της διαδικασίας παραγωγής. Αυτό γιατί πρέπει να συγκριθούν αρκετά ανόμοιες εργασιακές διαδικασίες[6]. Όμως η επιλογή για την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής ανήκει στο καπιταλιστή, ο οποίος κάνει εκτίμηση των δυνητικών αποτελεσμάτων της ιδιαίτερα όσον αφορά την κερδοφορία του και συνεπώς την εξαγωγή υπεραξίας. Γι’ αυτό άλλωστε έχει μία καλύτερη και εκ των προτέρων γνώση των επιπτώσεων από την αλλαγή αυτή απ’ ότι οι εργάτες. Οι τελευταίοι συνήθως κατανοούν τις επιπτώσεις της εκ των υστέρων και σε ένα βάθος χρόνου (δηλαδή με σημαντική χρονική υστέρηση). Μπορεί συνεπώς να υποτεθεί βάσιμα ότι ο καπιταλιστής όταν αλλάζει τις τεχνικές συνθήκες παραγωγής μειώνει και τους νεκρούς χρόνους της εργασίας (δηλαδή αυξάνει την ένταση της). Επειδή μάλιστα οι εργάτες θα κατανοήσουν την εντατικοποίηση με χρονική υστέρηση θα ήταν παράλογο – μέσα στα πλαίσια κάποιων περιορισμών φυσικά – να μην επιδιώξει ταυτόχρονα με την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής και την εντατικοποίηση της εργασίας. Η εξήγηση αυτή συνάδει με την σύνδεση από τον Marx της εντατικοποίησης της εργασίας με τον εκμηχανισμό της καπιταλιστικής διαδικασίας εργασίας.

V. Η αντίστροφη σχέση έντασης και διάρκειας της εργασίας και η σχετική και η απόλυτη υπεραξία

Στο τμήμα αυτό θα παρουσιασθεί ένας ακόμη, σημαντικός κατά την γνώμη μας, αναλυτικός λόγος που ενισχύει τη θέση της παραμονής της εντατικοποίησης στη διαδικασία εξαγωγής σχετικής υπεραξίας.

Όπως έχει αναλυθεί στο Ιωαννίδης (2007), ο Marx υποστηρίζει αλλά και εμπειρικά ισχύει ότι υπάρχει μία αντίστροφη σχέση μεταξύ της έντασης και της διάρκειας της εργασίας. Δηλαδή, υπό δεδομένες τεχνικές συνθήκες παραγωγής, υπάρχει μία αντίστροφη σχέση μεταξύ της μέγιστης δυνατής έντασης της εργασίας και του χρόνου εργασίας κατά τον οποίο μπορεί να διατηρηθεί αυτή η ένταση. Κάθε αύξηση του χρόνου εργασίας οδηγεί αναπόφευκτα σε μείωση της μέγιστης διατηρήσιμης έντασης της εργασίας. Αντίστροφα, κάθε μείωση του χρόνου εργασίας οδηγεί σε αύξηση της μέγιστης διατηρήσιμης έντασης της εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτό δεν οφείλεται σε αιτίες όπως η θέληση των εργατών να εργαστούν (κίνητρα, αποτελεσματικός μισθός), ή ο φόβος της απόλυσης αν δεν εργαστούν. Οφείλεται αποκλειστικά στην περιορισμένη δυνατότητα του ανθρώπινου οργανισμού να δαπανά ενέργεια και στο γεγονός ότι ο χρόνος και η ένταση της εργασίας είναι οι δύο διαστάσεις της κατανάλωσης της ανθρώπινης ενέργειας.

Ο Μαρξ περιέγραψε αναλυτικά την αντίστροφη αυτή σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και έντασης της εργασίας, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι μόνο θεωρητική αλλά παρατηρείται και στην πράξη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της εργασίας. Αναφέρει εκτενώς εκθέσεις επιθεωρητών των εργοστασίων που περιγράφουν την αύξηση της έντασης της εργασίας που ήρθε σαν αποτέλεσμα της μείωσης του χρόνου εργασίας και της χρήσης των μηχανών στα εργοστάσια. (Μαρξ(1978), τόμ. Ι, σ.426-427) Οι μηχανές αποτελούν αποφασιστικό εργαλείο για την ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, υποτάσσοντας τις ατομικές εργατικές δυνάμεις στο ενιαίο «κινητό» του εργοστασίου.

Γι’ αυτό ο Μαρξ θεωρεί «εν μέρει απαραίτητη» (Μαρξ (1978), τόμ. Ι, σ.427) την τελειοποίηση της κατασκευής μηχανών, για να ασκείται μεγαλύτερη πίεση στον εργάτη. Όμως είναι η μείωση του χρόνου εργασίας που δημιουργεί τη δυνατότητα για μία πιο εντατική εργάσιμη ημέρα, αφού η συντόμευση της εργάσιμης ημέρας είναι «όρος για τη συμπύκνωση της εργασίας, δηλαδή την ικανότητα του εργάτη να ρευστοποιεί περισσότερη δύναμη μέσα σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα» (Μαρξ (1978), τόμ. Ι, σ.427).

Στις μέρες μας, η αντίστροφη σχέση μεταξύ της μέγιστης διατηρήσιμης έντασης της εργασίας και του χρόνου εργασίας έχει ποσοτικά προσδιοριστεί και τεκμηριωθεί πειραματικά.[7]

Σαν αποτέλεσμα του συνδυασμού της ουσιαστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο και του νόμου της αντίστροφης σχέσης μεταξύ του χρόνου εργασίας και της μέγιστης διατηρήσιμης έντασης της εργασίας, προκύπτει ότι στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής η μείωση του χρόνου εργασίας συνδυάζεται με αύξηση της έντασης της εργασίας. Μάλιστα ο συνδυασμός μειωμένου χρόνου εργασίας με αυξημένη ένταση της εργασίας (κρατώντας σταθερή την τεχνολογία της παραγωγής) μπορεί να οδηγήσει πολλές φορές σε αύξηση και όχι σε μείωση του παραγόμενου προϊόντος. Αυτή είναι μία περίπτωση που ο Μαρξ αναφέρει σαν πραγματοποιηθείσα κατά τη μείωση του χρόνου εργασίας στις βιομηχανίες της  Αγγλίας από τις 12 στις 11 ώρες την ημέρα. (Μαρξ (1978), τόμ. Ι, σ.427).

Τα παραπάνω ισχυροποιούν την άποψη ότι, τουλάχιστον σε εκείνα τα είδη εργασιών όπου η ένταση είναι δυνατό να ελεγχθεί από την εργοδοσία, τα μεγέθη του χρόνου και της έντασης της εργασίας μεταβάλλονται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μία αύξηση του χρόνου εργασίας οδηγεί σε μείωση της έντασης της εργασίας και το αντίστροφο.[8]

Εάν η μεταβολή τόσο του χρόνου όσο και της έντασης της εργασίας ενταχθούν στη διαδικασία απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, τότε είναι αδύνατο να διαχωριστούν εννοιολογικά οι δύο διαφορετικές και αλληλοαναιρούμενες επιπτώσεις που μόλις περιγράφηκαν. Η έννοια της απόλυτης υπεραξίας θα ενσωμάτωνε δύο αντικρουόμενα φαινόμενα (χρόνος εργασίας και ένταση της εργασίας) κάνοντας αδύνατη την ξεχωριστή περιγραφή που απαιτείται για το καθένα. Η αύξηση του χρόνου εργασίας σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να οδηγεί τόσο σε αύξηση όσο και σε μείωση της απόλυτης υπεραξίας.

Αντίθετα, η εννοιολογική ενσωμάτωση της εντατικοποίησης της εργασίας στη σχετική υπεραξία και της μεταβολής του χρόνου εργασίας στην απόλυτη, επιτρέπει τον διαχωρισμό και τη διακριτή μελέτη της επίπτωσης της μεταβολής του χρόνου εργασίας στην υπεραξία. Σε αυτήν την περίπτωση η απόλυτη υπεραξία περιγράφει την επίπτωση από τη μεταβολή του χρόνου εργασίας, ενώ η σχετική υπεραξία περιγράφει την επίπτωση από τη συνεπακόλουθη μεταβολή της έντασης της εργασίας. Μία αύξηση του χρόνου εργασίας (υπό αυτούς τους ορισμούς) οδηγεί σε αύξηση της απόλυτης υπεραξίας και ταυτόχρονα σε μείωση της σχετικής. Η συνολική επίπτωση στην υπεραξία θα εξαρτάται από το ποιο από τα δύο φαινόμενα (σχετική και απόλυτη υπεραξία) είναι πιο ισχυρό.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση ταυτόχρονης και αλληλένδετης μεταβολής του χρόνου και της έντασης της εργασίας, η αναλυτική δυνατότητα των εννοιών εξασφαλίζεται πληρέστερα όταν η εντατικοποίηση της εργασίας ενταχθεί στη διαδικασία απόσπασης σχετικής και όχι απόλυτης υπεραξίας. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για την υποστήριξη της κλασικής κατηγοριοποίησης που έκανε ο Μαρξ στο συγκεκριμένο ερώτημα.

VI. Συμπεράσματα

Η συζήτηση σχετικά με την βασιμότητα των Μαρξικών ορισμών περί της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας είναι σαφώς χρήσιμη καθώς συμβάλλει στο να διερευνηθεί περαιτέρω – και μάλιστα υπό το φως νεώτερων δεδομένων – η βασική σχέση του καπιταλιστικού συστήματος: η σχέση εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι οι Μαρξικοί ορισμοί παραμένουν βάσιμοι καθώς συγκεφαλαιώνουν ορθά τους δύο βασικούς δρόμους για την εξαγωγή υπεραξίας. Ιδιαίτερα προκύπτει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι η εντατικοποίηση της εργασίας να μείνει ενταγμένη στη διαδικασία της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας, όπως υποστηρίζει ο Marx και παραδοσιακά η Μαρξιστική θεωρία αποδέχεται. Αντιθέτως, όλα τα αντίθετα επιχειρήματα – όπως τα διατυπώνει ο Sekine – είναι αβάσιμα.

Πιο συγκεκριμένα, είναι αδύνατος και χωρίς νόημα ο «εν ηρεμία» διαχωρισμός της υπεραξίας σε σχετική και απόλυτη. Μόνο η αύξηση (γενικότερα η μεταβολή) της υπεραξίας μπορεί να χαρακτηριστεί με έναν από τους δύο τρόπους. Επίσης, ορθά ο Μαρξ συνδέει την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών της παραγωγής με τη διαδικασία εντατικοποίησης της εργασίας, γιατί τα δύο αυτά φαινόμενα παρατηρήθηκε ότι έχουν έντονη ιστορική συσχέτιση. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τη θεώρηση της εντατικοποίησης σαν διαδικασίας σχετικής υπεραξίας.

Τέλος, η ύπαρξη αντίστροφης σχέσης μεταξύ του χρόνου εργασίας και της έντασης της εργασίας συνδέει τη διαδικασία μείωσης του χρόνου εργασίας με αυτήν της αύξησης της έντασης της εργασίας. Εάν και οι δύο αυτές διαδικασίες ενταχθούν στο μηχανισμό της απόλυτης υπεραξίας, όπως προτείνει ο Sekine, τότε η απόλυτη υπεραξία θα ενσωματώνει δύο φαινόμενα που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση και το ένα αναιρεί, εν μέρει ή εξ’ ολοκλήρου το άλλο. Αντίθετα η ένταξη της εντατικοποίησης της εργασίας στη σχετική υπεραξία επιτρέπει την διακριτή μελέτη των δύο φαινομένων, επομένως είναι εννοιολογικά και αναλυτικά ανώτερη.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους οι Μαρξικοί ορισμοί διατηρούν πάντα την ερμηνευτική «αξία χρήσης» τους.

Βιβλιογραφία

Fine B. & Harris L. (1986), Ξαναδιαβάζοντας το «Κεφάλαιο», Αθήνα: Gutenberg

Ιωαννίδης Α. (2007), «Η Αλληλεπίδραση μεταξύ του Χρόνου και της Έντασης της Εργασίας», Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, Τόμος ΙΓ, Τεύχος 49

Hsin, C.W. & Mao, J.W. (2002), ‘Relationship Between Maximum Acceptable Work Time and Physical Workload’, Ergonomics vol.45, no.4

Marx K. (1978), Το Κεφάλαιο, τομ.Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή

Mavroudeas S. (2003), ‘Commodities, workers and institutions: Analytical and empirical problems in Regulation’s Consumption Theory’, Review of Radical Political Economics vol.35 no.4

Moseley F. (2004), ‘The macro-monetary interpretation of Marx’s Transformation Problem and a sympathetic critique of the ‘New Interpretation’, paper presented at the IV Marx International Conference, Actuel Marx, Paris http://www.mtholyoke.edu/~fmoseley/Working_Papers_PDF/macro-monetary.pdf

Rodgers, S., Kenworth, D. & Eggleton, E. (1986), Ergonomic Design for People at Work, vol. 2, New York: Van Nostrand Reinhold.

Sekine T. (1997), An outline of the Dialectic of Capital, New York: St.Martin’s Press


[1] Το ζήτημα του πώς συνδέονται οι σφαίρες της παραγωγής της κυκλοφορίας και της διανομής, και οι σχετικές αντιπαραθέσεις, αναλύονται διεξοδικά από τους Fine & Harris (1986).

[2] Μία πιο αναλυτική παρουσίαση του ζητήματος αυτού δίνεται στο Mavroudeas (2003).

[3] Βλέπε Μαρξ (1978, τομ. Ι, σελ. 424-433).

[4] Υπό αυτό το πρίσμα άλλωστε στην μαρξιστική «Συζήτηση για την Διαδικασία Εργασίας» (Labour Process Debate) του 1970, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, η εντατικοποίηση της εργασίας εντάχθηκε στην περίπτωση της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας.

[5] Πρόκειται για παραλλαγές της τρίτης περίπτωσης που παρουσιάσθηκε στο Διάγραμμα 1.

[6] Υπάρχει βέβαια και ο δρόμος των εργομετρικών μελετών που μετρούν την ένταση της εργασίας με κάποιο δείκτη του ανθρώπινου οργανισμού (καρδιακοί παλμοί, κατανάλωση οξυγόνου κλπ.) που δεν αναφέρονται άμεσα στον συγκεκριμένο τύπο της εργασιακής προσπάθειας αλλά μετρούν τα αποτελέσματα της στον ανθρώπινο οργανισμό (βλέπε Rodgers et al (1986) και Hsin & Mao (2002)).

[7] Βλέπε Rodgers et al (1986) και Hsin & Mao (2002).

[8] Η επίπτωση στο προϊόν εξαρτάται από τον βαθμό μεταβολής των δύο μεγεθών και επομένως δε μπορεί να είναι γνωστή χωρίς την ποσοτική περιγραφή της επίπτωσης του ενός μεγέθους στο άλλο.

———————————————————————

https://www.scribd.com/doc/209826964/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE%CF%82-%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%92%CE%97%CE%9C%CE%91-%CE%9A%CE%9F%CE%99%CE%9D%CE%A9%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D-%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9C%CE%A9%CE%9D

 

Άρθρο στην ΟΥΤΟΠΙΑ για τον J.K.Galbraith

 

«Ήταν ο John Kenneth Galbraith ένας Αστός Μαρξιστής;»

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

Παν.Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ, νο.88, 2010

 

Ι. «Αστοί Μαρξιστές»: η ετεροδοξία μέσα στα κέντρα εξουσίας του συστήματος

 

Σε ένα άρθρο του 1994 ο Γ.Κατηφόρης (Catephores 1994) υποστήριξε ότι ο Schumpeter, o Galbraith, o Rostow και ενδεχομένως ο Keynes συναπαρτίζουν μία μυστήρια αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρουσα ομάδα κορυφαίων διανοητών του 20ου αιώνα. Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ομάδας αυτής, που κατά τα άλλα οι θεωρητικές συνεισφορές τους διαφέρουν αρκετά. Πρώτον, οι θεωρίες τους αποστασιοποιούνται από τα ορθόδοξα νεοκλασσικά οικονομικά και προσεγγίζουν ή και ενστερνίζονται, εκούσια είτε ακούσια, πολλές πλευρές της Μαρξιστικής ανάλυσης. Πρόκειται δηλαδή για ετερόδοξες προσεγγίσεις: αμφισβητούν βασικές πλευρές των ορθόδοξων οικονομικών και ταυτόχρονα εφάπτονται σε σημαντικά ζητήματα με την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αλλά δεν εντάσσονται σε αυτή. Ιδιαίτερα, απορρίπτουν την σύνδεση της Μαρξιστικής θεωρίας με την εργατική τάξη και τους αγώνες της και το αίτημα για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος[1]. Ίσως θα άξιζε να διευκρινισθεί εδώ ότι αυτό δεν σήμαινε ότι οι διανοητές αυτοί – ενδεχομένως εξαιρουμένου του Rostow – δεν ενδιαφέρονταν για την εργατική τάξη ή μάλλον για τα λαϊκά στρώματα εν γένει. Αυτό όμως που σαφώς απουσιάζει από την οπτική τους είναι η αποδοχή του κοινωνικά απελευθερωτικού ρόλου της εργατικής τάξης και της ανάγκης υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος. Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της ομάδας αυτής είναι ότι, παρόλο ότι αμφισβήτησαν τα ορθόδοξα θέσφατα, ήταν πάρα πολύ κοντά σε υψηλά κέντρα εξουσίας του συστήματος και είχαν μία σημαντική επιρροή μέσα σε αυτά, που πολλοί ορθόδοξοι θεωρητικοί δικαιολογημένα φθονούσαν.

Οι θεωρητικοί αυτοί ξεπερνούν και αμφισβητούν την ορθόδοξη οικονομική θεωρία θεωρώντας ότι είναι μη-ρεαλιστική, δογματική και ανίκανη να προτείνει ουσιαστικές λύσεις. Ταυτόχρονα όμως η συνειδητή είτε ασυνείδητη προσέγγιση με την Μαρξιστική ανάλυση αποσκοπεί στην βελτίωση ή στην επίλυση θεμελιακών λειτουργικών προβλημάτων του καπιταλιστικού συστήματος και σε καμία περίπτωση – ακόμη και εκεί που υπάρχουν λεκτικές αναφορές σε κάποια μορφή σοσιαλισμού – στην ανατροπή του πρώτου. Ουσιαστικά προσεταιρίζονται στοιχεία της Μαρξιστικής ανάλυσης με σκοπό αφενός να βελτιώσουν το σύστημα και αφετέρου – όπως εύστοχα επισημαίνει ο Κατηφόρης – να αντιμετωπίσουν και να περιορίσουν την ριζοσπαστική πρόκληση του Μαρξισμού.

Έχει ενδιαφέρον να εξηγηθεί αυτή η όχι σπάνια εμφάνιση τέτοιων «Αστών Μαρξιστών» (δηλαδή «επαναστατών του συστήματος», κοντά ή και μέσα στα βασικά κέντρα εξουσίας του) όπως και η σχετικά συναφής περίπτωση «λαμπρών αποστατών» του (χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων αποτελεί ο P.Sweezy). Η δεύτερη περίπτωση αναφέρεται σε επιστήμονες – συχνά βγαλμένους κυριολεκτικά μέσα από τις ανώτερες βαθμίδες της αστικής τάξης – που ξεκίνησαν ως πολλά υποσχόμενοι ορθόδοξοι θεωρητικοί και που σε κάποια στιγμή απέρριψαν ριζικά το σύστημα και τόσο τις ορθόδοξες όσο και τις ετερόδοξες προσεγγίσεις του και πέρασαν στο έδαφος του Μαρξισμού. Αυτή η δεύτερη κατηγορία φυσικά διαφέρει από αυτή των «Αστών Μαρξιστών» γιατί έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα των ορίων αμφισβήτησης του συστήματος. Αυτό τους διαφοροποιεί ριζικά από την πρώτη κατηγορία τόσο όσον αφορά το πεδίο της επιστημονικής ανάλυσης όσο και όσον αφορά τις σχέσεις με τα πολιτικά και οικονομικά κέντρα εξουσίας του συστήματος[2].

Όμως και οι δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις προκύπτουν από την ίδια κοινή αιτία, αν και διαφοροποιούνται όσον αφορά τον τρόπο απάντησης της. Αυτή η κοινή αιτία είναι οι ερμηνευτικές και εμπειρικές αδυναμίες της ορθόδοξης οικονομικής ανάλυσης. Η τελευταία αποτελεί ένα κλειστό σύστημα βασισμένο σε εξαιρετικά μη-ρεαλιστικές υποθέσεις και αφαιρέσεις και υποταγμένο πλέον περισσότερο στο μαθηματικό φορμαλισμό παρά στην οικονομική ερμηνευτική ικανότητα. Ιδιαίτερα προβληματικά είναι δύο βασικά θεμέλια της ορθόδοξης οικονομικής ανάλυσης: (α) η κατανόηση των οικονομικών σχέσεων απλά ως σχέσεων ανταλλαγής μεταξύ εγωιστικά δρώντων ατόμων (και συνεπώς ο εξοβελισμός των κοινωνικών σχέσεων) και (β) η πίστη στην ικανότητα των «δυνάμεων της αγοράς» να εξισορροπούν την καπιταλιστική οικονομία. Το αναλυτικό αυτό πλαίσιο, ενώ μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως ένα ιδεολογικό όπλο υπεράσπισης του συστήματος, αδυνατεί– ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις – να δώσει ρεαλιστικές και αποτελεσματικές λύσεις και προτάσεις διεξόδου. Είναι σε τέτοιες περιστάσεις κρίσεων που χρειάζονται άνθρωποι και θεωρίες έξω από τις κομφορμιστικές πεπατημένες του συστήματος, με οξυμένη κριτική ικανότητα και δυνατότητα να κατανοήσουν και να αξιοποιήσουν τα ισχυρά σημεία των αντίπαλων ρευμάτων. Αυτός είναι ο ρόλος της ετεροδοξίας στην θεωρία: να αμφισβητήσει την ορθοδοξία του συστήματος, εφαπτόμενη με την ριζοσπαστική απόρριψη του, αλλά με στόχο την επιβίωση του.

Στην οικονομική ανάλυση, για όχι ανεξήγητους λόγους όπως θα δειχθεί παρακάτω, η ετεροδοξία εφάπτεται ή και ταυτίζεται με την απόδοση έμφασης στις σχέσεις εξουσίας και τον θεσμισμό. Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση του Keynes αλλά σίγουρα ευσταθεί για τον Galbraith. Ο θεσμισμός επισημαίνει, με ένα μη-συγκρουσιακό τρόπο (δηλαδή είτε χωρίς να αναφέρεται στην ταξική πάλη είτε χωρίς να θεωρεί ότι αυτή είναι ολοκληρωτικά αντιπαραθετική) την σημασία των κοινωνικών σχέσεων, πράγμα που απουσιάζει από την ορθόδοξη ανάλυση. Και από την άλλη πλευρά, με την εγγενή έμφαση του στον εξελικτισμό, καταλήγει στην καλύτερη περίπτωση σε μεταρρυθμιστικές προτάσεις για το σύστημα και όχι φυσικά στην ανατροπή του.

Η εισήγηση αυτή στοχεύει να στηρίξει το επιχείρημα ότι όντως ο Galbraith είναι ένας «Αστός Μαρξιστής» και να δείξει με πιο ειδικό τρόπο εντάσσεται στην ομάδα αυτή. Το επόμενο τμήμα παρουσιάζει αυτή την θεωρητική και πολιτική διαδρομή του Galbraith και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Το μεθεπόμενο τμήμα συζητά τα όρια της ετεροδοξίας τόσο γενικά (αναφερόμενη στο θεσμισμό κυρίως) όσο και στην ειδική περίπτωση του Galbraith. Στο τελευταίο σημείο σχολιάζεται μία σχετική αντιπαράθεση μεταξύ του P.Sweezy (του par excellence «λαμπρού αποστάτη» του Αμερικανικού καπιταλισμού) με τον W.Weisskopf όσον αφορά την δυνατότητα συμμαχίας των Μαρξιστών με τον Galbraith. Με τα σχόλια αυτά συγκεφαλαιώνεται η εισήγηση.

 

 

ΙΙ. Ο J.K.Galbraith ως «Αστός Μαρξιστής»

 

Σίγουρα ο Galbraith δεν εντάσσεται στην κατηγορία των «Αστών Μαρξιστών» σαν ένας μεγάλος θεωρητικός όπως ο Schumpeter ή ο Keynes. Άλλωστε είναι επαρκώς τεκμηριωμένο στην σχετική βιβλιογραφία ότι, παρόλο ότι δεν υστερούσε σε θεωρητικές δυνατότητες, το βασικό του ενδιαφέρον ήταν στον επηρεασμό της οικονομικής πολιτικής. Είναι εκεί που επέδειξε τις δυνατότητες του και γι’ αυτό έγινε ιδιαίτερα γνωστός. Ο Skidelsky (2006) υποστηρίζει σχετικά εύστοχα ότι  μετά την απογοήτευση από την απήχηση αυτού που θεωρούσε ένα από τα καλύτερα θεωρητικά πονήματα του (του Theory of Price Controls, 1952) και επηρεασμένος από τον πολιτικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Keynes στράφηκε στο να λειτουργήσει ως εμπνευστής και διαμορφωτής πολιτικής: να γίνει «ο ανατρεπτικός άνθρωπος εκ των έσω, ο εντεταλμένος κριτικός, ο γελωτοποιός της αυλής»[3]. Στόχος του ήταν – όπως άλλωστε και όλων σχεδόν των «Αστών Μαρξιστών» – να επηρεάσει τις μορφωμένες και πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ελίτ του συστήματος δείχνοντας τους προβλήματα – μέσω αιρετικών απόψεων – και εμποδίζοντας την ύπνωση τους μέσα στον κοινωνικό κομφορμισμό και την απλή και στυγνή διαχείριση της εξουσίας. Είναι χαρακτηριστική – και δείχνει και τον ρόλο που έβλεπε για τον εαυτό του – η δήλωση του Galbraith για τον Keynes: «ο Keynes είχε μία λύση χωρίς επανάσταση: φαινόταν σαν θαύμα». Ο καπιταλισμός μπορούσε να διορθωθεί και δεν χρειαζόταν να μπει κανείς στην επικίνδυνη περιπέτεια της ανατροπής του. Ένας σημαντικός διανοούμενος (στην προαναφερθείσα δήλωση ο Keynes) συνέλαβε την λύση ενός κοινωνικού προβλήματος και έπρεπε να ξυπνήσει – με το καλό ή με το άγριο – το κατεστημένο για να διασωθεί η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Έχει ιδιαίτερα ειπωθεί ότι ο Galbraith έχει μία μη-Μαρξιστική εκδοχή της ταξικής πάλης με την διανόηση στον ρόλο της ατμομηχανής της κοινωνικής καινοτομίας και του φορέα της δημόσιας (κοινής) υπόθεσης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, αντίθετα με τα νεοκλασσικά θέσφατα, η οικονομία και η κοινωνία διαπερνώνται από κοινωνικές (και ακόμη και ταξικές) συγκρούσεις[4] που μπορούν να την οδηγήσουν στην έκρηξη και την διάλυση της κοινωνίας. Οι κυρίαρχες ομάδες διακατέχονται από ένα κομφορμισμό της εξουσίας που αντιμετωπίζει με υπεροψία ή υπεκφεύγει τα υπαρκτά προβλήματα, με συνέπεια αυτά να αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις. Αντιθέτως, είναι καθήκον της διανόησης να μην παίζει έναν συγκαλυπτικό ρόλο αλλά να αποτελεί εκείνο το τμήμα του συστήματος που γρηγορεί και είναι ικανό να δει – πέρα από πολιτικούς και κοινωνικούς κομφορμισμούς – τις δυσλειτουργίες του συστήματος και ακόμη και να συγκρουσθεί έντονα με κατεστημένα συμφέροντα με στόχο όμως να αποτρέψει την ανατροπή της καθεστηκυίας κοινωνικο-οικονομικής τάξης πραγμάτων.

Τι ώθησε όμως τον Galbraith να μην ακολουθήσει τον δρόμο ενός ενδεχομένως διαπρεπούς ορθόδοξου οικονομολόγου και να αναλάβει αυτόν του «αιρετικού του συστήματος»; Όπως έχει γραφτεί ευρύτατα, την αρχική ώθηση στην κατεύθυνση αυτή την πήρε από το οικογενειακό περιβάλλον του και ιδιαίτερα από την προοδευτική[5] πολιτική δραστηριότητα και απόψεις του πατέρα του. Όμως ο βασικός καταλύτης ήταν, όπως για πάρα πολλούς στην εποχή του, η μεγάλη κρίση του 1929. Οι πανεπιστημιακές σπουδές του έγιναν στην περίοδο της και των μεθεορτίων της. Η αντίδραση του στις επίσημες απόψεις και πολιτικές ξεκίνησε βλέποντας τις καταστροφικές επιπτώσεις τους επάνω στις μικρές αγροτικές κοινότητες, όπως αυτές του Οντάριο από τις οποίες προερχόταν. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και στο Μπέρκλεϋ, επηρεάσθηκε καθοριστικά από την σχολή του θεσμισμού του Veblen. Κατά δήλωση του ίδιου, ένα από τα στοιχεία που τον προσέλκυσαν ήταν η κριτική όλων αυτών που λόγω υψηλής κοινωνικής θέσης θεωρούσαν ότι υπερτερούν έναντι των υπολοίπων. Ο θεσμισμός ενίσχυσε και εξήγησε θεωρητικά την σημασία των σχέσεων εξουσίας – που τα ορθόδοξα οικονομικά αγνοούσαν εντελώς – και που τον ρόλο τους είχε ήδη αρχίσει να γνωρίζει κατά την θητεία του στην Αρχή Αγροτικής Προσαρμογής (Agricultural Adjustment Administartion) του Rousevelt. Επίσης ενίσχυσε και οργάνωσε θεωρητικά την δυσπιστία του νερού Galbraith έναντι των μεγάλων επιχειρήσεων, τις καταστροφικές επιπτώσεις των οποίων ιδιαίτερα έναντι των μικρών αγροτικών κοινοτήτων είχε ήδη γνωρίσει. Ιδιαίτερα το έργο των Berle & Means (1932) για την μεγάλη επιχείρηση καθόρισε σε μεγάλο βαθμό όλη την μετέπειτα θεωρητική διαδρομή του. Σύντομα, επίσης, ήρθε σε επαφή με τις απόψεις του Keynes που αμφισβητούσαν επίσης τις κυρίαρχες τότε οικονομικές θεωρίες και τόνιζαν την σημασία της ζήτησης για την επίτευξη πλήρους απασχόλησης και τον ρόλο του κρατικού παρεμβατισμού σε αυτό. Μέσα από αυτή την διαδρομή δημιουργήθηκαν οι δύο βασικοί θεωρητικοί πυλώνες του Galbraith: ο θεσμισμός και ο Κεϋνσιανισμός. Από μόνοι τους δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυποι αλλά αντιθέτως αποτελούσαν κοινό τόπο για μεγάλα τμήματα διανοουμένων της εποχής εκείνης που τα οδήγησε στην αποδοχή των Κεϋνσιανών θέσεων περί πλήρους απασχόλησης και κρατικού παρεμβατισμού: η αγορά είναι εγγενώς επιρρεπής σε προβλήματα και ρόλος του κράτους είναι να διορθώνει τις αποτυχίες της. Αυτό που όμως έδωσε τον ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτήρα στη θεωρητική συνεισφορά του Galbraith – εκτός από τις προσωπικές ικανότητες του – ήταν ότι πέρασε μέσα από μία σειρά μηχανισμούς και κέντρα εξουσίας. Το πέρασμα αυτό του έδωσε μία εκ των έσω και ρεαλιστική εικόνα για το πως πραγματικά λειτουργεί μία καπιταλιστική οικονομία και ταυτόχρονα αποκάλυψε τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα των ορθόδοξων οικονομικών. Η εμπειρία του αυτή ξεκίνησε από όταν ανέλαβε επίτροπος τιμών κατά την διάρκεια του Β’ Παγκ. Πολέμου και οργάνωσε ένα εκτεταμένο σύστημα ελέγχου των τιμών. Ακολούθησαν πολλές άλλες κυβερνητικές θέσεις μετά τον πόλεμο. Μία επίσης ιδιαίτερη εμπειρία ήταν αυτή που απέκτησε σαν συγγραφέας για μία από τις εκδοτικές ναυαρχίδες του αμερικανικού καπιταλισμού, το περιοδικό Fortune. Μέσα από τον κύκλο του Fortune γνώρισε ακόμη καλύτερα τον κόσμο των μεγάλων επιχειρήσεων και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, «ανοσοποιήθηκε του από την μυθολογία των νεοκλασσικών εγχειριδιακών οικονομικών και την εικόνας τους για ανταγωνιστικές επιχειρήσεις».

Με βάση τα παραπάνω διαμορφώθηκε η θεωρητική ταυτότητα του Galbraith: ένα αρκετά ιδιαίτερο μίγμα θεσμισμού και Κεϋνσιανισμού προσανατολισμένο στο δημόσιο – και λιγότερο στον ακαδημαϊκό – λόγο. Η ιδιαιτερότητα του Galbraith, σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους Κεϋνσιανούς και κεϋνσιανίζοντες, ήταν ότι διατήρησε έντονα τις επιρροές του από τον κλασσικό Αμερικανικό θεσμισμό του Veblen αλλά και ακόμη μία απαξία προς την θεωρητική αφαίρεση και τον μαθηματικό φορμαλισμό στην οικονομική ανάλυση. Ήταν η αμφισβήτηση της ύπαρξης τέλειου ανταγωνισμού και η έμφαση στο ρόλο των μεγάλων επιχειρήσεων αυτή που τόνισε τα θεσμιστικά στοιχεία στην προσέγγιση του Galbraith. Αμφισβητώντας τον τέλειο ανταγωνισμό συνάντησε άλλωστε και την θεωρία του Schumpeter. Συμβάδισε επίσης με την αποσύνδεση από τον τελευταίο του καπιταλισμού από τον ανταγωνισμό και την αναγνώριση των πιο θετικών στοιχείων του στην ικανότητα καινοτομίας του. Ήταν η απαξία του προς την θεωρητική αφαίρεση και τον μαθηματικό φορμαλισμό που τον αποστασιοποίησε ακόμη και από τον θεωρητικό Κεϋνσιανισμό του P.Samuelson. Άλλωστε σε θέματα οικονομικής πολιτικής πήγαινε επίσης πιο πέρα από την τυπική κεϋνσιανή έμφαση στην δημοσιονομική πολιτική τονίζοντας την σημασία του ελέγχου των τιμών (ιδιαίτερα στο έργο του ‘The Selection and Timing of Inflation Controls’).

Το κεντρικό στοιχείο που διαπερνούσε το σύνολο της οικονομικής του ανάλυσης – παρά τις πολλές στροφές της – είναι αυτό που δηλώθηκε στην πρώτη ομιλία του μετά την αναγόρευση του σε πρόεδρο του American Economic Association το 1971 με τον τίτλο «Εξουσία και ο Χρήσιμος Οικονομολόγος»: «το πρόβλημα των Οικονομικών είναι η ηθελημένη άρνηση της παρουσίας της εξουσίας και των πολιτικών συμφερόντων». Κατά τον Galbraith, χρειάζεται να επανασυνδεθεί η οικονομική ανάλυση με την ανάλυση της πολιτικής: ο πυρήνας του κλασσικού θεσμιστικού επιχειρήματος είναι εμφανής.

 

 

ΙΙΙ. Η ετεροδοξία και τα όρια της

 

Βέβαια, η ετεροδοξία του Galbraith – όπως και όλων των «Αστών Μαρξιστών» – είχε τα όρια της τόσο θεωρητικά όσο και πολιτικά. Είναι γεγονός ότι ο Galbraith πλησίασε τα όρια αυτά περισσότερο από πολλούς άλλους αλλά ποτέ δεν τα ξεπέρασε.

Πολιτικά ήταν ένας ριζοσπάστης Αμερικανός «φιλελεύθερος», δηλαδή το αντίστοιχο ενός Ευρωπαίου μη-Μαρξιστή σοσιαλδημοκράτη. Έπαιξε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ένα σημαντικό ρόλο μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα επηρεάζοντας δραστικά προέδρους, προεδρικούς υποψήφιους και πολιτικές ατζέντες. Όμως το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου και αργότερα η κρίση του 1973-75 περιόρισαν σημαντικά την εμβέλεια του αυτή τόσο σε πολιτικά όσο και σε οικονομικά ζητήματα. Ήταν με την εκδήλωση της ανοικτής αντίθεσης του στον πόλεμο του Βιετνάμ που ο Galbraith έφθασε στα πιο ακραία όρια της ετεροδοξίας του: από αιρετικός σύμβουλος των κέντρων εξουσίας έγινε δημόσιος αντίπαλος κεντρικών επιλογών του (ακόμη και εάν η αμφισβήτηση της απολογηθείσας πολιτικής στο Βιετνάμ δεν έσβησε ποτέ μέσα στα επιτελεία του συστήματος). Έκτοτε παρέμεινε σχεδόν πάντα στην ριζοσπαστική πτέρυγα του Αμερικανικού «φιλελευθερισμού» (με την εναντίωση του στο μιλιταριστικό Κεϋνσιανισμό» κλπ.).

Στο πεδίο της θεωρίας, η ετεροδοξία του Galbraith χαρακτηρίσθηκε από την πέραν του συνηθισμένου για τους Κεϋνσιανούς έμφαση στο ρόλο των σχέσεων εξουσίας και στην ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων. Και τα δύο αυτά, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είχαν ισχυρές βάσεις στις θεσμιστικές αναφορές του. Όμως ακόμη και στα πιο «ακραία», για τα Κεϋνσιανά δεδομένα, κείμενα του – ιδιαίτερα εκεί που υποστήριζε τον έλεγχο των τιμών και προσέγγιζε σε μεγάλο βαθμό πρότυπα μίας σχεδιασμένης οικονομίας – δεν ξεπέρασε εντέλει τα όρια της οικονομίας της αγοράς. Οι έμφαση που απέδιδε στις σχέσεις εξουσίας δεν αποσκοπούσε στην ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος σχέσεων εξουσίας αλλά στο να υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας και μηχανισμοί ελέγχου έτσι ώστε το τελευταίο να μην γίνεται υπερφίαλο, ανεξέλεγκτο και τελικά αυτοκαταστροφικό.

Τα όρια αυτά στην ετεροδοξία του Galbraith δεν είναι περίεργα και απροσδόκητα για τις θεσμιστικές προσεγγίσεις εν γένει[6]. Ο θεσμισμός και η οικονομική κοινωνιολογία αποτελούν ένα ελλιπές υποκατάστατο της Πολιτικής Οικονομίας, τόσο της Μαρξιστικής όσο όμως και της Κλασσικής (των Smith και Ricardo). Μπορεί να κατανοεί την σημασία των κοινωνικών σχέσεων για την οικονομική ανάλυση, σε αντίθεση με τα νεοκλασσικά οικονομικά. Όμως, τις κατανοεί κυρίως μέσω των θεσμών ενώ οι κοινωνικές σχέσεις δεν περιορίζονται εκεί αλλά έχουν ένα μεγάλο εξω-θεσμικό πεδίο. Επίσης, οι θεσμοί είναι κατά βάση δημιούργημα της κρατούσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Ακόμη και η αλλαγή τους είναι, κατά κύριο λόγο, αλλαγή μέσα στα πλαίσια αυτά. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις αλλαγής του κοινωνικού συστήματος όπου οι αλλαγές στους θεσμούς γίνονται συνήθως με επαναστατικό και συνεπώς ασυνεχή τρόπο. Γι’ αυτό ο θεσμισμός έχει αντικειμενικά την τάση να περιορίζεται στην ενδο-συστημική αλλαγή. Αντιθέτως, η Πολιτική Οικονομία έχει την ικανότητα να ορίζει το πεδίο της οικονομικής ανάλυσης όχι απλά ως οικονομικές σχέσεις συν θεσμοί αλλά ως οικονομικές σχέσεις που είναι εγγενώς κοινωνικές. Οι σχέσεις εξουσίας δεν προκύπτουν ως ένα εκ των έξω στοιχείο αλλά ανακύπτουν μέσα από την ίδια την λειτουργία των οικονομικών σχέσεων. Τέλος, οι αντιθέσεις μέσα στις κοινωνικές σχέσεις – οι κοινωνικές αντιθέσεις – γίνονται κατανοητές ως μακροχρόνιες δομικές αντιθέσεις και όχι ως βραχυχρόνιες συγκρούσεις σχετικά εύκολα επιδεχόμενες συμβιβασμού. Γι’ αυτό η πάλη των τάξεων έχει αυτή την κεντρικότητα στην Πολιτική Οικονομία και ακριβώς για τους αντίθετους λόγους είναι υποβαθμισμένη ή απούσα στην θεσμιστική προσέγγιση.

Οι παραπάνω επισημάνσεις σχετίζονται άμεσα με την αντιπαράθεση μεταξύ Sweezy και Weisskopf στη New York Review of Books, το 1973, μετά την δημοσίευση των ‘Economics and the Public Purpose’ του Galbraith. Στο έργο αυτό ο Weisskopf δίνει μία πεσιμιστική παρουσίαση των προοπτικών του αμερικανικού καπιταλισμού (θεμελιωμένη στην αντίθεση μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων [με τον παραπλανητικό όρο «σύστημα σχεδιασμού»] και των μικρών επιχειρήσεων). Ο Sweezy τον επέκρινε μάλλον δριμύτατα ότι, χρησιμοποιώντας αβάσιμους και παραπλανητικούς όρους (όπως για παράδειγμα την «τεχνοδομή») παραγνωρίζει την ύπαρξη και την σημασία των ταξικών σχέσεων και συγκρούσεων. Κατά συνέπεια όλες του οι προτάσεις για μία οικονομική ανάλυση που θα είναι προσανατολισμένη στο κοινό καλό και όχι σε κατεστημένα συμφέροντα και κομφορμιστικές αντιλήψεις πέφτουν στο κενό. Στην κριτική αυτή απάντησε, επίσης σχετικά οργισμένα, ο W.Weisskopf υποστηρίζοντας ότι η εμμονή στις θεμελιακές θέσεις του Μαρξισμού (και ιδιαίτερα στην κεντρικότητα της ταξικής πάλης) είναι παρωχημένη και ατελέσφορη γιατί η ισχύς του κεφαλαίου έχει αυξηθεί δραματικά και η εργατική τάξη είναι σχεδόν διαλυμένη σαν πολιτική αλλά ακόμη και σαν κοινωνική οντότητα. Επομένως, κατά τον Weisskopf, η μόνη διέξοδος είναι η συμμαχία με τις απόψεις του Galbraith. Μάλιστα, η συμμαχία αυτή μπορεί να γίνει μόνο από ένα αναθεωρητικό Μαρξισμό που θα αφήνει στην άκρη την ταξική σύγκρουση και θα εστιάζει στο ζήτημα της ανθρώπινης αποξένωσης. Η ανταπάντηση του Sweezy ήταν ότι μπορεί να υπάρχουν δυνατότητες σύμπλευσης με τον Galbraith σε διάφορα ζητήματα αλλά το βασικό ζήτημα παραμένει η ταξική πάλη και σε σχέση με αυτό η συνολική κατεύθυνση του Galbraith είναι αδιέξοδη.

Σήμερα, πάνω από τριάντα χρόνια μετά μπορεί ίσως να αποτολμήσει κανείς να αποφανθεί για την αντιπαράθεση αυτή. Η κατεύθυνση που υποστήριζε ο Galbraith – αιρετική κριτική στο σύστημα με σκοπό την μεταρρύθμιση αλλά και την διατήρηση του – είναι περισσότερο ίσως από ποτέ ανύπαρκτη. Ο βαθύτατος διχασμός του σύγχρονου καπιταλισμού μεταξύ του κόσμου του κεφαλαίου και του κόσμου της εργασίας και τα συνακόλουθα στοιχεία βαθειάς κοινωνικής κρίσης είναι ίσως επίσης προφανέστερα παρά ποτέ άλλοτε. Με αυτή την έννοια οι «Αστοί Μαρξιστές» μάλλον δεν κατάφεραν μακροχρόνια και πολλά πράγματα. Μπορεί να αποσόβησαν ή να συνέβαλαν στο να ξεπερασθούν οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις αλλά σίγουρα δεν μπόρεσαν να αλλάξουν δομικά το σύστημα. Από την άλλη ο Μαρξισμός μπορεί να μην άλλαξε τον κόσμο, τουλάχιστον στον βαθμό που θέλει, αλλά από την άλλη δίνει μία πολύ πιο ρεαλιστική ερμηνεία του και ακόμη και πιο αποτελεσματικές κατευθύνσεις παρέμβασης. Με αυτή την έννοια, στην αντιπαράθεση μεταξύ Sweezy και Weisskopf ο πρώτος έχει προφανώς δίκαιο.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Berle A. & Means G. (1932), The Modern Corporation and Private Property, Transaction Publishers.

 

Catephores G. (1994), ‘The imperious Austrian: Schumpeter as Bourgeois Marxist’, New Left Review vol.I/205, May – June.

 

Galbraith J.K. (1952), A Theory of Price Control, Harvard University Press.

 

Galbraith J.K. (1973), Economics and the Public Purpose, Houghton Mifflin.

 

Skidelsky R. (2006), ‘Review of R.Parker, ‘J.K.Galbraith: His Life, His Politics, His Economics’, Journal of Economic Literature vol.XLIV (March).

 

Sweezy P. (1973), ‘Galbraith’s Utopia’, New York Review, November 15.

 

Weisskopf W. (1973), ‘Alliance with Galbraith?, New York Review, November 15.

 


[1] Θα μπορούσε ίσως να προστεθεί – με την επιφύλαξη της μη πρόωρης «αγιοποίησης», κατά τα εκκλησιαστικά θέσφατα – ότι ο J.Stiglitz βάζει πιθανά μία σοβαρή υποψηφιότητα συμμετοχής στην ομάδα αυτή.

[2] Ο K.Marx και ο F.Engels είχαν χαρακτηρίσει ένα παραπλήσιο φαινόμενο μεταξύ των διανοουμένων του 19ου αι. – που αφορούσε άλλωστε και τους ίδιους – «ως αποστάτες της τάξης τους».

[3] Ο όρος «γελωτοποιός» μπορεί σήμερα να ακούγεται ως υποτιμητικός. Όμως κάθε άλλο παρά αυτή είναι η χρήση του από τον Skidelsky. Ο τελευταίος προφανώς αναφέρεται στον πραγματικό ρόλο του γελωτοποιού στις μεσαιωνικές αυλές, ο οποίος δεν ήταν απλά του διασκεδαστή αλλά επίσης αυτού που είχε το θεσμικό δικαίωμα και ταυτόχρονα την ασυλία να κάνει αιχμηρή και ρηξικέλευθη κριτική (με την μορφή της διακωμώδησης) στις αποφάσεις και τις πράξεις της εξουσίας, όντας ταυτόχρονα οργανικό τμήμα της.

[4] Υπάρχουν θεωρίες που αναγνωρίζουν την ύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ακόμη και την αντιπαράθεση μεταξύ τους. Όμως οι κοινωνικές ομάδες αυτές δεν είναι σχετικά σταθερές μακροχρόνια οντότητες αλλά μάλλον μεσοπρόθεσμες κοινωνικές συσσωματώσεις, που μακροχρόνια αλλάζουν ή αποσυντίθενται και εμφανίζονται νέες (π.χ. τα λεγόμενα «νέα κοινωνικά κινήματα»). Δηλαδή δεν χαρακτηρίζονται από την δομική σταθερότητα και τον μακροχρόνιο κύκλο ζωής των κοινωνικών τάξεων. Επίσης αυτές οι κοινωνικές ομάδες δεν είναι θεμελιακά αντιπαραθετικές μεταξύ τους, όπως οι κοινωνικές τάξεις, αλλά φάσεις αντιπαράθεσης μπορεί να ακολουθηθούν από φάσεις συνεργασίας.

[5] Ο πατέρας του ήταν «Φιλελεύθερος» κατά την βορειοαμερικανική ορολογία, δηλαδή με προοδευτικές πολιτικές και κοινωνικές θέσεις (κατά την ευρεία έννοια του όρου) και όχι φιλελεύθερος στις οικονομικές απόψεις του.

[6] Εννοείται για τις μη-νεοκλασσικές θεσμιστικές προσεγγίσεις και όχι φυσικά για το νεοκλασσικό θεσμισμό που ουσιαστικά δεν αποτελεί ετερόδοξο ρεύμα.

—————————————————————————

 

Σύνδεσμος για το video της εισήγησης μου σε συνέδριο για τις Social Structures of Accumulation

To video της εισήγησης μου στο συνέδριο

‘Growth and Crisis: Social Structure of Accumulation Theory and and Analysis’

με θέμα Regulation Theory and the Social Structures of Accumulation: A Critical comparison

http://video.google.com/googleplayer.swf?docId=8346341577152210859&hl=en

 

«ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ; ΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» – άρθρο ατην επετηρίδα ΕΡΓΑΣΙΑ 2004

επετηρίδα «ΕΡΓΑΣΙΑ 2004»

 

«ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ; ΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

 

Σταύρος Μαυρουδέας* & Αλέξης Ιωαννίδης**

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

* Αναπληρωτής Καθηγητής

** Υποψήφιος Διδάκτωρ

1. Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια το ζήτημα των εμπειρικών τάσεων του χρόνου εργασίας φαίνεται να ξαναποκτά ενδιαφέρον για την οικονομική ανάλυση. Μέχρι πρότινος υπήρχε μία εδραία πεποίθηση – και σε μεγάλο βαθμό αυτή παραμένει ακόμη και σήμερα κυρίαρχη – ότι ο χρόνος εργασίας δεν μπορεί παρά να βαίνει μειούμενος διαχρονικά. Η πεποίθηση αυτή βασιζόταν στην ισχυρή ιστορική εμπειρία σε όλο τον κόσμο – αναπτυγμένο και λιγότερο αναπτυγμένο – που ξεκίνησε με τις πρώτες ρυθμίσεις του ωραρίου εργασίας στην Αγγλία με τους Εργοστασιακούς Νόμους και επεκτάθηκε σταδιακά παντού μέχρι μετά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο (για τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες). Η πεποίθηση αυτή έβρισκε ισχυρά θεωρητικά στηρίγματα τόσο στην ορθόδοξη νεοκλασική θεωρία όσο και στις ριζοσπαστικές και μαρξιστικές προσεγγίσεις. Γενικά, επικρατούσε η άποψη ότι ουσιαστικά ο καπιταλιστικός κόσμος είχε γυρίσει σελίδα, μετά τις προαναφερθείσες αλλαγές που ξεκίνησαν στις αρχές του 20ου αιώνα, και δεν μπορεί να ξαναγυρίσει στα μακρά ωράρια εργασίας των πρώτων περιόδων του.

Όμως σήμερα μία σειρά μελέτες αρχίζουν να αμφισβητούν την πεποίθηση αυτή. Η αμφισβήτηση αυτή δεν προκύπτει εν κενώ. Είναι πλέον φανερό ότι για πολυπληθείς κατηγορίες εργαζομένων, διαφόρων εξειδικεύσεων και θέσεων στον καταμερισμό εργασίας, ακόμη και το παραδοσιακό 8ωρο αποτελεί μακρινό όνειρο καθώς ο πραγματικός χρόνος εργασίας τους είναι σημαντικά μεγαλύτερος. Επιπλέον, στις περισσότερες από αυτές τις κατηγορίες όχι μόνο ο ημερήσιος χρόνος εργασίας έχει επιμηκυνθεί αλλά και οι εργάσιμες ημέρες συχνά αυξάνονται καθώς η εργασία το Σάββατο και την Κυριακή δεν είναι πλέον καθόλου σπάνια.

Το άρθρο αυτό μελετά τις τάσεις του εργάσιμου χρόνου στην Ελλάδα και, πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι υπάρχει και εδώ μία ορατή τάση αύξησης του. Το επόμενο τμήμα του άρθρου παρουσιάζει μία συνοπτική επισκόπηση της διεθνούς συζήτησης και των εμπειρικών μελετών σχετικά με το ζήτημα της σύγχρονης αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας. Το τρίτο τμήμα εστιάζει στην ελληνική περίπτωση, τα αναλυτικά και τεχνικά προβλήματα που υπάρχουν όσον αφορά την μέτρηση των τάσεων του χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία και τέλος στην οικονομετρική εκτίμηση τους. Επίσης εξετάζονται οι αντίστοιχες τάσεις για κάποιους βασικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας καθώς αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία από την σκοπιά της οικονομικής ανάλυσης. Στο τελευταίο τμήμα συνοψίζονται τα συμπεράσματα της έρευνας και σκιαγραφείται μία οικονομική ερμηνεία τους από την σκοπιά της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας.

 

2. Η διεθνής συζήτηση για τις τάσεις εξέλιξης του χρόνου εργασίας

Ο σύγχρονος προβληματισμός για τις τάσεις αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας ξεκίνησε κυρίως από τις ΗΠΑ καθώς εκεί φαίνεται ότι υπάρχουν ολοένα και ισχυροποιούμενες αποδείξεις των τάσεων αυτών. Εξίσου ισχυρές αποδείξεις φαίνεται ότι υπάρχουν για μία σειρά αναπτυσσόμενες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες όπου το φαινόμενο των maciladoras (θυγατρικών επιχειρήσεων μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών που οι εργαζόμενοι τους δουλεύουν εξαντλητικά ωράρια, με εξοντωτικούς ρυθμούς, πολύ μικρούς μισθούς και χωρίς σχεδόν κανένα σύστημα εργασιακής ασφάλειας και κοινωνικής ασφάλισης) δίνει τον τόνο. Αντίθετα, μέχρι σήμερα έχει επικρατήσει η άποψη ότι στην Ευρώπη η μεγαλύτερη δύναμη της εργατικής τάξης και οι ισχυρότερες κατακτήσεις της στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας (παρά τις υποχωρήσεις κατά τη διάρκεια των πρόσφατων δεκαετιών) προβάλλουν μεγαλύτερη αντίσταση στην τάση αύξησης των ωρών εργασίας και έχουν, τουλάχιστον προς το παρόν αποτρέψει μία τέτοια εξέλιξη. Έτσι, οι περισσότερες μελέτες, επηρεαζόμενες ιδιαίτερα από την έστω και διφορούμενη νομοθετική επιβολή του 35ωρου στη Γαλλία, υποθέτουν ότι η μεταπολεμική φθίνουσα τάση του εργάσιμου χρόνου είναι ακόμα ενεργή. Όμως παραγνωρίζεται έτσι ότι η νομική μείωση μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας.

Η αμερικανική συζήτηση προκλήθηκε από την πρωτοπόρο μελέτη της Schor (1991), η οποία χρησιμοποιώντας την έρευνα ωρών των νοικοκυριών από την Τρέχουσα Έρευνα Πληθυσμού (Current Population Survey – CPS) βρήκε ότι οι ετήσιες ώρες εργασίας (πληρωμένες και απλήρωτες) έχουν αυξηθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Tο εύρημα αυτό επαναβεβαιώθηκε από τους Leete & Schor (1992, 1994). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και οι Bluestone &Rose (2000) που συμπλήρωσαν τα δεδομένα της CPS με αυτά της Επαναλαμβανόμενης Μελέτης Εισοδηματικής Δυναμικής (Panel Study of Income Dynamics – PSID) και επέκτειναν την τάση μέχρι τα μέσα του ’90. Έδειξαν δε ότι οι μέσες ώρες εργασίας (εβδομαδιαίες και ετήσιες) άρχισαν να αυξάνουν από το 1982 και ότι αυτή η αύξηση επηρεάζει και τα δύο φύλλα ενώ είναι εντονότερη για τους πιο μορφωμένους εργάτες. Επίσης άλλες αναλύσεις των δεδομένων της CPS έδωσαν παρόμοια αποτελέσματα (π.χ. Mishel, Bernstein & Schmitt (1999)). Ανάλογες απόψεις υποστηρίχθηκαν επίσης από τους Golden & Figart (2000a).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. Εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στις ΗΠΑ

Πηγή: Bluestone & Rose (1998)

Η αύξηση του χρόνου εργασίας είναι ακόμη μεγαλύτερη αν δεν συνυπολογιστούν οι άνεργοι και οι μη εθελοντικά εργαζόμενοι λίγες ώρες («περιορισμένη εργατική δύναμη»). Έτσι, όπως η Schor (2000) τονίζει, παρατηρείται μια αύξηση του χρόνου εργασίας για τη μεγάλη πλειοψηφία ενώ ταυτόχρονα μια αυξανόμενη μειονότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει αν και το θέλει, περισσότερες ώρες εργασίας.

Μια σαφή (αν και μικρότερη από αυτή που υπολογίζει η Schor) αύξηση του χρόνου εργασίας για τους εργαζόμενους στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών υπολόγισαν και οι Mishel and Bernstein (1994) και Mishel, Bernstein & Schmitt (1999), χρησιμοποιώντας στοιχεία από την CPS.

Οι Jacobs & Gerson (1998) συμφωνώντας μόνο εν μέρει με τους Leete & Schor υποστηρίζουν ότι δεν είναι ο μέσος χρόνος εργασίας που αυξάνει, αλλά τα άκρα της κατανομής, δηλαδή το ποσοστό αυτών που εργάζονται πολλές και πολύ λίγες ώρες. Ειδικά γα τις ΗΠΑ το ποσοστό αυτών που εργάζονται πάνω από 50 ώρες την εβδομάδα είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο.

Στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος εργασίας για τους Αμερικάνους εργαζόμενους αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, αντιστρέφοντας την έως τότε πτωτική τάση του, καταλήγουν και οι Heath & Ciscel (1998), προσθέτοντας ότι αυτός που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο είναι ο συνολικός χρόνος εργασίας ανά οικογένεια, έχοντας ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις στην οικογενειακή ζωή και στην αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου.

Από την άλλη πλευρά, οι Robinson & Godbey (1997), χρησιμοποιώντας στοιχεία χρονικών ημερολογίων (time diaries) υποστήριξαν ότι οι συνολικές (πληρωμένες και απλήρωτες) ώρες έχουν μειωθεί μεταξύ 1965 και 1995. Αυτό προκάλεσε μια διαμάχη γύρω από τις μεθόδους μέτρησης. Οι Robinson & Godbey (1997) υποστήριξαν ότι τα χρονικά ημερολόγια μετρούν τις πραγματικές ώρες της εργασίας ακριβέστερα από τις αυτο-αναφορικές καταγραφές του CPS και της PSID, όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να υπερεκτιμήσουν το χρόνο εργασίας τους (παραδείγματος χάριν, με την συστηματική παραμέληση του ελεύθερου χρόνου κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας). Στο επιχείρημα αυτό η Schor και άλλοι (π.χ. Jacobs & Gerson (1998)) ανταπάντησαν ότι τα χρονικά ημερολόγια υποτιμούν για διάφορους λόγους – προκατάληψη του «απασχολημένου προσώπου», πιθανή παραμέληση των πολλαπλών καθηκόντων κατά την εργασία, λειτουργικός χαρακτήρας του απασχολημένου ελεύθερου χρόνου κατά τη διάρκεια της εργασίας – τον πραγματικό χρόνο εργασίας.

Αντιθέτως, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα των υπερωριών, για την αμερικανική περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυξάνονται από το 1982 και μετά, θέτοντας κατά μέρος ακόμη και τις κυκλικές διακυμάνσεις (Hetrick (2000)). Υπάρχει μια άλλη κρίσιμη πτυχή των συνολικών υπερωριών. Αυτές περιλαμβάνουν εκτός από τις πληρωμένες υπερωρίες και τις απλήρωτες υπερωρίες (βλέπε Bell, Hart, Hubler, & Schwerdt (2000)). Σε πολλές περιπτώσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταγραφούν οι δεύτερες για διάφορους λόγους (π.χ. νομικές συνέπειες). Εντούτοις, είναι ολοένα και περισσότεροι σήμερα οι εργαζόμενοι που αναγκάζονται να παράσχουν απλήρωτη υπερωριακή εργασία λόγω της πίεσης των οικονομικών δυσκολιών και του φόβου απώλειας της απασχόλησης τους σε μία δύσκολη περίοδο. Όπως αναφέρουν οι Bell & Hart (1998) οι απλήρωτες υπερωρίες είναι σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερες από τις πληρωμένες, με βάση τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού (Labour Force Survey) για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Όσον αφορά το ευρωπαϊκό σκέλος της συζήτησης, κάποιες μελέτες (π. χ. Basso (2003)), δικαιολογημένα ίσως, υποστηρίζουν ότι το Αμερικανικό πρότυπο δείχνει τον δρόμο και στην Ευρώπη. Μάλιστα ο Basso (2003: 140-147), αναφερόμενος σε στοιχεία – ιδιαίτερα από την Δεύτερη Ευρωπαϊκή Έρευνα σχετικά με τις Συνθήκες Εργασίας (Second European Surveys on Working Conditions), που διεξήχθη από τα τέλη του 1995 μέχρι τις αρχές του 1996 – υποστηρίζει ότι ήδη συσσωρεύονται ισχυρές ενδείξεις ότι η τάση αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου εμφανίζεται πλέον και στην Ευρώπη. Μάλιστα, όπως υποστηρίζει τόσο ο Basso (2003, σ.144-145) αλλά και οι Mutari & Figart (2000), η τάση αυτή είναι πολύ πιο ορατή στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ και ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία). Στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος εργασίας έχει σταματήσει να μειώνεται ενώ σε κάποιες χώρες της Ευρώπης αλλά και στις ΗΠΑ άρχισε να αυξάνει καταλήγει και ο Bosch (1999), τονίζοντας ότι σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχουν παίξει οι εισοδηματικές ανισότητες που είναι πιο έντονες σε αυτές τις χώρες.

3. Τάσεις του πραγματικού χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία

3.1 Προβλήματα μέτρησης

Η μέτρηση του πραγματικού χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία έχει σημαντικά τεχνικά προβλήματα (που παρόμοια αναφέρονται από τον Basso (2003: 21-22)) για μία σειρά άλλες οικονομίες και ιδιαίτερα την Ιταλική). Τα επίσημα στατιστικά δεδομένα έχουν σημαντικούς περιορισμούς και τείνουν να υποεκτιμούν τον πραγματικό χρόνο εργασίας. Παρόλα αυτά, ακόμη και αυτά τα δεδομένα δίνουν ισχυρές ενδείξεις που επιβεβαιώνουν την θέση για αύξηση του χρόνου εργασίας.

Το πρώτο πρόβλημα έχει σχέση με τις αλλαγές στη δομή της απασχόλησης και την τάση για μεγαλύτερη ευελιξία και απορύθμιση της αγοράς εργασίας που έχει επικρατήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Με την ενίσχυση της μερικής απασχόλησης, της δεύτερης δουλειάς και την αύξηση των υπερωριών τείνουμε ολοένα και περισσότερο προς μη κανονικές εργάσιμες εβδομάδες και εργάσιμα έτη. Αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την στατιστική μέτρηση του πραγματικού χρόνου εργασίας. Μάλιστα, όταν η ευελιξία και η απορύθμιση της αγοράς εργασίας συνδυάζεται με και λαμβάνει χώρα ιδιαίτερα σε έναν εκτεταμένο άτυπο, «μαύρο» τομέα της οικονομίας που κινείται στα όρια της νομιμότητας – όπως συμβαίνει στην Ελλάδα αλλά και άλλού – τότε η αύξηση του χρόνου εργασίας υποεκτιμάται συστηματικά καθώς σπάνια συμβαίνει με πλήρως νόμιμο τρόπο και γι’ αυτό δεν καταγράφεται αντικειμενικά από τα επίσημα στοιχεία.

Δεύτερον, υπάρχει μια εντοπισμένη αύξηση στη δεύτερη απασχόληση τα τελευταία χρόνια. Η δεύτερη δουλειά συνήθως δεν δηλώνεται, για να αποφευχθούν φόροι και ασφαλιστικές εισφορές. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος της δεύτερης εργασίας παρατηρείται στον προαναφερθέντα «μαύρο τομέα» της οικονομίας, που είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην Ελλάδα και φυσικά δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί σωστά. Υπάρχουν όμως στοιχεία που δείχνουν ότι όχι μόνο αυξάνει η μερική απασχόληση, αλλά και μεγάλο ποσοστό της αφορά δεύτερη εργασία. Αυτές οι ώρες πρέπει να συνυπολογίζονται στον επίσημα καταμετρημένο χρόνο εργασίας και πολλές φορές υποεκτιμώνται.

Ένα τρίτο πρόβλημα προέρχεται από ένα βασικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής οικονομίας: την ύπαρξη μεγάλων τομέων οικονομικής δραστηριότητας όπου η αυτοαπασχόληση είναι ο κύριος τρόπος απασχόλησης. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στους τομείς αυτούς ουσιαστικά «αγοράζουν» τις δουλειές τους. Τα τελευταία χρόνια αυτός ο τρόπος απασχόλησης, που ήταν εξαιρετικά εκτεταμένος από παλιά, επεκτάθηκε σε νέους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας και έχει πάρει και νέες μορφές. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι εργαζόμενοι δουλεύουν κατά τεκμήριο περισσότερες ώρες. Η επέκταση αυτού του τρόπου απασχόλησης δείχνει μια αύξηση στον πραγματικό χρόνο εργασίας, που δεν μετριέται συνήθως από τα επίσημα στοιχεία. Η Ελληνική αυτή ιδιαιτερότητα ενισχύεται από την παγκόσμια τάση για χαλάρωση των ορίων μεταξύ χρόνου εργασίας και χρόνου μη-εργασίας. Αυτή η διαδικασία – που επηρεάζει επίσης και το τυπικό παραδοσιακό εργατικό δυναμικό – έχει ακόμη μεγαλύτερη επίπτωση σε αυτήν την κατηγορία, που αναδεικνύεται σε πρωταθλητή της αύξησης του εργάσιμου χρόνου.

3.2 Γυναικεία εργασία

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας αύξησης του χρόνου εργασίας είναι η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας (Πίνακας 1). Αυτή η συμμετοχή κατευθύνεται περισσότερο προς ελαστικές μορφές απασχόλησης και σε πολλές περιπτώσεις ανήκει στον ανεπίσημο, «μαύρο» τομέα της οικονομίας και γι αυτό είναι δύσκολο να μετρηθεί. Η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό συνεπάγεται μια μεγάλη αύξηση στο χρόνο εργασίας που είναι απαραίτητος για την αναπαραγωγή της εργατικής οικογένειας, αφού ακόμη ένα μέλος της χρειάζεται να εργαστεί για το σκοπό αυτό. Έτσι, ολόκληρος ο χρόνος εργασίας της γυναίκας που πριν δεν εργαζόταν, είναι απόλυτη αύξηση στο συνολικό χρόνο εργασίας της οικογένειας. Την ίδια στιγμή βέβαια προσθέτει επιπλέον εργασία (πληρωμένη και απλήρωτη) στο καπιταλιστικό σύστημα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1:Ποσοστιαία διάρθρωση του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα κατά φύλο

Έτος

1980 1990 1995 2000
Γυναίκες (% επί του συνόλου) 28 35 37 38
Άνδρες(% επί του συνόλου) 72 65 63 62

Πηγή: World Bank (http://devdata.worldbank.org/genderstats)

3.3 Στατιστικά στοιχεία για το χρόνο εργασίας

Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον χρόνο εργασίας συλλέγονται από διάφορες έρευνες της ΕΣΥΕ. Στοιχεία για τον πραγματικό χρόνο εργασίας ανά εργαζόμενο έχουν συγκεντρωθεί από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας (ΕΣΥΕ) από το 1974 και μετά. Από το 1981 συγκεντρώνονται με βάση τους κανόνες της Eurostat, οι οποίοι αναθεωρήθηκαν το 1983. Όμως μόνο από το έτος 1987 και μετά υπολογίζεται ο μέσος πραγματικός χρόνος εργασίας, κάνοντας έτσι αδύνατη τη σύγκριση με την κατάσταση των προηγούμενων ετών. Οι μελέτες της Eurostat, του ILO (Διεθνής Οργανισμός Εργασίας) και του ΟΟΣΑ στηρίζονται σε αυτά τα δεδομένα. Η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ είναι μια έρευνα σε νοικοκυριά που καλύπτει όλη τη χώρα και διενεργείται κάθε χρόνο. Οι ώρες εργασίας αφορούν τις ώρες που πραγματικά παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας αναφοράς στην κύρια απασχόληση. Περιλαμβάνουν και τις υπερωρίες, ανεξάρτητα από το αν είναι πληρωμένες ή όχι. Άτομα που έχουν δουλέψει και στο σπίτι (π.χ. δάσκαλοι που ετοιμάζουν μαθήματα) ζητήθηκε να περιλάβουν και αυτές τις ώρες. Οι κάθε φύσης εκπαιδευόμενοι ζητήθηκε να μην περιλάβουν τις ώρες που πέρασαν στο σχολείο ή σε κέντρο εκπαίδευσης. Τα δεδομένα παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1. Πραγματικές ώρες εργασίας στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας

Έτος Εβδομαδιαίες ώρες εργασίας
1987 40
1988 40
1989 41
1990 41
1991 42
1992 42
1993 42
1994 42
1995 41
1996 41
1997 41
1998 41
1999 41
2000 41
2001 41
2002 41

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι επαρκείς για την εξαγωγή συμπερασμάτων καθώς είναι λίγες και ιδιαίτερα δεν καλύπτουν τα έτη πριν το 1987 όπου υπάρχει εκτίμηση ότι σημειώθηκε η αναστροφή της προηγούμενης τάσης μείωσης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου.

Περισσότερα στοιχεία για τον χρόνο εργασίας έχουμε από τις Στατιστικές Εργασίας της ΕΣΥΕ. Πρόκειται για τριμηνιαίες δειγματοληπτικές έρευνες για την απασχόληση και την αμοιβή της εργασίας στην Βιομηχανία & Βιοτεχνία, στα Ορυχεία, στην Ενέργεια, στο Εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) και στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα. Στις στατιστικές αυτές περιλαμβάνονται στοιχεία για τον εργάσιμο χρόνο αλλά μόνο για τις πληρωμένες ώρες εργασίας στην μεταποίηση (Πίνακας 2). Δηλαδή δεν εμφανίζονται οι ώρες εργασίας που έχουν πιθανά παρασχεθεί αλλά δεν έχουν πληρωθεί. Εάν ευσταθεί η υπόθεση ότι υπάρχει σήμερα μία τάση αύξησης του απλήρωτου χρόνου εργασίας τότε οι στατιστικές αυτές σαφώς θα υποεκτιμούν την τάση αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου, καθώς δεν συμπεριλαμβάνουν τον απλήρωτο χρόνο εργασίας. Για να γίνει μία οικονομετρική αποτίμηση των τάσεων του εργάσιμου χρόνου στην Ελλάδα θα χρησιμοποιήσουμε τα δεδομένα των Στατιστικών Εργασίας (κρατώντας την προηγούμενη επισήμανση), αφού τα δεδομένα για τον πραγματικό χρόνο εργασίας της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού δεν καλύπτουν παρά τα έτη μετά το 1987, μη επιτρέποντας να διερευνήσουμε την ύπαρξη σημείου καμπής προγενέστερα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα δεδομένα των Στατιστικών Εργασίας σταματούν στο έτος 1998. Επίσης, με αυτά τα στατιστικά στοιχεία υπάρχει το πρόβλημα ότι δεν υπάρχει εικόνα συνολικά για την ελληνική οικονομία αλλά μόνο για την μεταποίηση. Βέβαια, από την Μαρξιστική οπτική αυτό είναι συνεπέστερο καθώς τα συνολικά στοιχεία περιλαμβάνουν και τις ώρες εργασίας άλλων κατηγοριών που είτε δεν είναι εργάτες (π.χ. διευθυντικά στελέχη) είτε είναι άλλες ενδιάμεσες ταξικές ομάδες (π.χ. πολλές κατηγορίες των αυτοαπασχολούμενων).

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Μέσος πληρωμένος χρόνος εργασίας στην ελληνική μεταποίηση

Έτος Μέσες εβδομαδιαίες ώρες
1962 44,08
1963 43,38
1964 43,95
1965 43,78
1966 43,3
1967 43,55
1968 43,7
1969 43,8
1970 44,63
1971 44,13
1972 44,58
1973 43,73
1974 43,8
1975 42,7
1976 41,83
1977 41,05
1978 41,25
1979 41,18
1980 40,7
1981 39,53
1982 38,6
1983 38,53
1984 38,18
1985 39,25
1986 39,2
1987 39,25
1988 41,13
1989 41,1
1990 41,08
1991 41,08
1992 41,08
1993 41,09
1994 41,85
1995 41,13
1996 41,18
1997 40,87
1998 41,13

Πηγή: Στατιστικές Εργασίας ΕΣΥΕ, σε ΟΟΣΑ (βάση δεδομένων: OECD Statistical Compedium)

 

3.4 Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας

Υποθέτουμε ότι αν ο χρόνος εργασίας παρουσιάζει χρονική τάση αυτή θα είναι ντετερμινιστική και όχι στοχαστική. Κι αυτό γιατί ένα μεγάλο ποσοστό των κινητήριων δυνάμεων αυτής της διαδικασίας είναι εξωτερικές στο οικονομικό σύστημα σαν αποτέλεσμα σχεδιασμού που συνήθως γίνεται από τις κυβερνήσεις και/ή τις ενώσεις των εργοδοτών (σε μεγάλη συσχέτιση με την αντίσταση της εργατικής τάξης). Αυτή η υπόθεση δεν είναι φυσικά αδιαμφισβήτητη, αφού η τάση μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα αθροιστικών διαταραχών που συμβαίνουν στο επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης.

Υπό αυτή την υπόθεση θα δείξουμε ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική χρονική τάση στο χρόνο εργασίας στην Ελλάδα και επίσης υπάρχει δομική αλλαγή που επηρεάζει την κατεύθυνση αυτής της τάσης.

Τα στοιχεία για το χρόνο εργασίας φαίνονται στο Διάγραμμα 1. Μπορούμε οπτικά να αναγνωρίσουμε δύο πιθανά σημεία δομικών αλλαγών, το πρώτο τα έτη 1972-1973 και το δεύτερο μεταξύ 1984 και 1985. Αυτά τα δυο πιθανά σημεία δομικών αλλαγών συγχρονίζονται με σημαντικά γεγονότα που επηρέασαν την οικονομία, όπως η πετρελαϊκή κρίση το 1973 και η αλλαγή της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ το 1985 επί το συντηρητικότερο, μετά την δεύτερη εκλογική του νίκη. Επειδή ο στόχος μας είναι να δείξουμε την άνοδο του χρόνου εργασίας τα τελευταία χρόνια, θα ελέγξουμε μόνο το δεύτερο πιθανό σημείο δομικής αλλαγής.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2. Πληρωμένος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στην Ελληνική μεταποίηση.

Η εξίσωση που θα χρησιμοποιήσουμε είναι γραμμική σαν η πιο απλή και περιεκτική εξειδίκευση και αφού δεν έχουμε κάποιο οικονομικό λόγο να υποθέσουμε πολυώνυμο ανώτερης τάξης. Αυτό μας υποδεικνύει και η γραφική παράσταση στο Διάγραμμα 1.

(1)                                Yt= C(1) + C(3)*t + et

Όπου Yt είναι ο χρόνος εργασίας

t ο χρόνος

et η διαταραχή

C(1), C(3) είναι οι προς υπολογισμό σταθερός όρος και συντελεστής του χρόνου.

Για να ελέγξουμε για πιθανές δομικές αλλαγές θα χρησιμοποιήσουμε μια ψευδομεταβλητή που είναι ίση με μηδέν για τα χρόνια πριν το 1985 και ίση με τη μονάδα από εκεί και έπειτα. Έτσι η εξίσωση παίρνει τη μορφή:

(2)                                Yt= C(1) + C(2)*d + C(3)*t + C(4)*t*d + et

όπου C(2) και C(4) είναι οι συντελεστές που συνδέονται με την ψευδομεταβλητή d.

Το δείγμα που χρησιμοποιήσαμε είναι από το 1972 μέχρι το 1998. Αγνοήσαμε τα προηγούμενα έτη γιατί θέλουμε κυρίως να ελέγξουμε τη συμπεριφορά του χρόνου εργασίας μετά την κρίση του 1973, αφού η υπόθεση μας είναι ότι η αυξητική τάση στο χρόνο εργασίας γεννήθηκε εξαιτίας των μόνιμων επιπτώσεών της και της προσπάθειας ξεπεράσματός της. Αυτή η υπόθεση θα μας βοηθήσει επίσης να χρησιμοποιήσουμε μόνο μια ψευδομεταβλητή, αποφεύγοντας προβλήματα υπερπροσδιορισμού.

Στον Πίνακα 3 μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα της εκτίμησης της εξίσωσης (2).

ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Συντελεστής Τυπ. σφάλμα Στατιστική t Πιθαν.
C(1) 44.39714 0.280604 158.2199 0.0000
C(2) -6.394000 0.760432 -8.408381 0.0000
C(3) -0.532088 0.039683 -13.40832 0.0000
C(4) 0.672659 0.053241 12.63427 0.0000
R-τετράγωνο 0.897070 Μέσος εξαρτημ. μεταβλητής 40.96593
Προσαρμ. R-τετράγωνο 0.883644 Τυπ. Απόκλ. εξαρτημ. μεταβλ. 1.569459
Τυπ. Σφ. παλινδρόμισης 0.535358 Akaike info κριτήριο 1.724193
Άθροισμα τετρ. καταλοίπων 6.591998 Κριτήριο Schwarz 1.916169
Λογ πιθανοφάνεια -19.27661 Στατ.-Durbin-Watson 1.155560

Όπως φαίνεται στον πίνακα, όλοι οι συντελεστές είναι στατιστικά διαφορετικοί από το μηδέν, ακόμη και σε επίπεδο σημαντικότητας 99%. Οι πρώτοι δυο συντελεστές (C(1), C(2)) αντιπροσωπεύουν τον σταθερό όρο και δεν έχουν καμιά οικονομική σημασία. Ο C(3), που είναι η κλίση της ευθείας μέχρι τη δομική αλλαγή, είναι αρνητικός, όπως θα περιμέναμε από το Διάγραμμα 2. Τέλος ο C(4) πρέπει να προστεθεί στον C(3), για να δώσει την κλίση της ευθείας μετά το 1985. Η προσαρμογή της ευθείας με τα δεδομένα είναι πάρα πολύ καλή. Η τελική εκτιμημένη μορφή της εξίσωσης πριν και μετά το 1985 είναι η εξής:

(3)                                Yt= 44,39714 – 0,532088*t + et (για t πριν το 1985)

και

(4)                                Yt= 38,00314 + 0,140571*t + et (για t μετά το 1985)

Από τις εξισώσεις (3) και (4) συμπεραίνουμε ότι υπήρχε μια στατιστικά σημαντική πτωτική τάση του χρόνου εργασίας από το 1973 μέχρι την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής το 1985. Μετά από αυτό το έτος η τάση αλλάζει πρόσημα (παραμένοντας σημαντική), αλλά η κίνηση προς τα πάνω είναι τώρα σε μικρότερο βαθμό. Αυτό ήταν αναμενόμενο, αφού για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους είναι πιο εύκολο να μειωθεί παρά να αυξηθεί ο χρόνος εργασίας. Εκτός αυτού έχουμε ήδη εκτιμήσει ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της αύξησης του χρόνου εργασίας είναι τις περισσότερες φορές αόρατο για τις επίσημες στατιστικές και επίσης υλοποιείται μέσω και άλλων δρόμων όπως η δεύτερη απασχόληση, η αύξηση του αριθμού των εργαζομένων σε κάθε οικογένεια κλπ.

Από τα ευρήματα αυτά μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την υπόθεση ότι υπάρχει αυξητική τάση του χρόνου εργασίας στον ελληνικό μεταποιητικό τομέα.

3.5 Τάσεις του πραγματικού χρόνου εργασίας στους βασικούς παραγωγικούς τομείς της Ελληνικής Οικονομίας

Σε αυτό το τμήμα εξετάζουμε τα διαθέσιμα στοιχεία για τον πραγματικό χρόνο εργασίας για τρεις κύριους παραγωγικούς τομείς της Ελληνικής οικονομίας: μεταποίηση, κατασκευές και μεταφορές – επικοινωνίες. Η επιλογή αυτών των τομέων είναι σημαντική για τη Μαρξιστική προσέγγιση, που δίνει ιδιαίτερο βάρος στους τομείς όπου συντελείται η παραγωγική εργασία (σε αντίθεση με τη μη παραγωγική). Είναι σε αυτούς τους τομείς που παράγεται η υπεραξία και γι αυτό η αύξηση του χρόνου εργασίας εκεί έχει ιδιαίτερη σημασία.

Τα στοιχεία που θα χρησιμοποιηθούν είναι από τις Έρευνες Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ. Στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό θα συγκριθούν με τα αντίστοιχα στοιχεία των Στατιστικών Εργασίας. Είναι ενδεικτικό ότι για το 1997 οι Στατιστικές Εργασίας δίνουν 40,87 πληρωμένες ώρες εργασίας στην μεταποίηση ενώ η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού δίνει 42 ώρες εργασίας που πραγματικά παρασχέθηκαν . Τα δεδομένα από τις δυο διαφορετικές έρευνες συγκρίνονται στον Πίνακα 4.

 

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 4. Σύγκριση των στοιχείων για τις ώρες εργασίας

Έτος 

 

 

 

Μέσες εβδομαδιαίες ώρες πληρωμένης εργασίας στη μεταποίηση (Στατιστικές Εργασίας) 

 

Μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας που πραγματικά παρασχέθηκε στη μεταποίηση (Έρευνα Εργατικού Δυναμικού)
1987 39,25 40
1988 41,13 41
1989 41,1 41
1990 41,08 41
1991 41,08 42
1992 41,08 43
1993 41,09 42
1994 41,85 42
1995 41,13 42
1996 41,18 42
1997 40,87 42
1998 41,13 42

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, Στατιστικές Εργασίας, ΕΣΥΕ

Παρά το πρόβλημα συγκρισιμότητας λόγω της διαφορετικής στρογγυλοποίησης, αλλά και λόγω των διαφορετικών δειγμάτων των δυο ερευνών,  παρατηρούμε ότι όπως περιμέναμε, ο πραγματικός χρόνος εργασίας είναι μεγαλύτερος από αυτόν που έχει πληρωθεί.

Φυσικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είχε και η μελέτη και άλλων τομέων της οικονομίας, καθώς υπάρχουν εμπειρικές ενδείξεις ότι η αύξηση του χρόνου εργασίας επηρεάζει και αυτούς. Αυτό για δύο σημαντικούς λόγους. Πρώτον, γιατί κάποιες δραστηριότητες που παραδοσιακά εντάσσονταν στις υπηρεσίες και στη μη παραγωγική εργασία έχουν αλλάξει χαρακτήρα. Δεύτερον, γιατί και οι μη παραγωγικές δραστηριότητες έχουν σημαντικές μακροοικονομικές επιδράσεις, αφού επιτρέπουν στους αντίστοιχους κεφαλαιοκράτες να διεκδικήσουν μερίδιο από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην οικονομία. Ωστόσο τα στατιστικά δεδομένα για την Ελλάδα είναι εξαιρετικά προβληματικά για τους τομείς αυτούς, αφού η ταξινόμησή τους έχει αλλάξει ριζικά αρκετές φορές.

Η μέθοδος που θα χρησιμοποιήσουμε για την μελέτη των τριών προαναφερθέντων τομέων είναι ίδια με αυτή που χρησιμοποιήθηκε για το σύνολο της οικονομίας. Στους Πίνακες 5 έως 10 που ακολουθούν παρουσιάζονται τα δεδομένα και η οικονομετρική τους εκτίμηση.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5. Πραγματικός χρόνος εργασίας στη Μεταποίηση

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 40
1988 41
1989 41
1990 41
1991 42
1992 43
1993 42
1994 42
1995 42
1996 42
1997 42
1998 42
1999 42
2000 43
2001 42
2002 42

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 6. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στη Μεταποίηση

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 41.05147 0.283510 144.7972 0.0000
C(2) 0.101471 0.032205 3.150812 0.0071
R-τετράγωνο 0.414902 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 41.81250
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.373109 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 0.750000
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.593823 Akaike info κριτήριο 1.911999
Άθροισμα Τετρ.καταλ 4.936765 Κριτήριο Schwarz 2.008572
Λογ. πιθανοφάνεια -13.29599 Στατ. Durbin-Watson 1.164439

ΠΙΝΑΚΑΣ 7. Πραγματικός χρόνος εργασίας στις Κατασκευές

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 36
1988 38
1989 39
1990 38
1991 40
1992 39
1993 40
1994 40
1995 40
1996 40
1997 40
1998 40
1999 41
2000 41
2001 41
2002 41

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 8. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στις Κατασκευές

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 37.77206 0.337524 111.9091 0.0000
C(2) 0.247059 0.038340 6.443860 0.0000
R-τετράγωνο 0.747854 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 39.62500
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.729843 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 1.360147
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.706958 Akaike info κριτήριο 2.260778
Άθροισμα Τετρ.καταλ 6.997059 Κριτήριο Schwarz 2.357352
Λογ. πιθανοφάνεια -16.08623 Στατ. Durbin-Watson 1.635685

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 9. Πραγματικός χρόνος εργασίας στις Μεταφορές-Επικοινωνίες

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 44
1988 44
1989 44
1990 44
1991 45
1992 45
1993 46
1994 46
1995 46
1996 46
1997 46
1998 46
1999 46
2000 46
2001 46
2002 45

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 10. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στις Μεταφορές-Επικοινωνίες

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 44.28676 0.287535 154.0220 0.0000
C(2) 0.136765 0.032662 4.187296 0.0009
R-τετράγωνο 0.556027 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 45.31250
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.524315 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 0.873212
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.602254 Akaike info κριτήριο 1.940194
Άθροισμα Τετρ.καταλ 5.077941 Κριτήριο Schwarz 2.036768
Λογ. πιθανοφάνεια -13.52155 Στατ. Durbin-Watson 0.592177

Όπως παρατηρούμε, τα δεδομένα είναι στρογγυλοποιημένα στη μονάδα. Αυτό προκαλεί μείωση της απαιτούμενης για την επεξεργασία ακρίβειας. Ένα μεγάλο μέρος της διακύμανσης του χρόνου εργασίας δεν υπολογίζεται εξ αιτίας αυτού του γεγονότος. Ένα δεύτερο πρόβλημα με τα δεδομένα είναι η μικρή χρονική περίοδος την οποία καλύπτουν, ιδίως όταν λείπουν σημαντικά έτη, όπως φαίνεται από τα στοιχεία για το σύνολο της οικονομίας. Επίσης, η αλλαγή του συστήματος ταξινόμησης του 1993, αν και περιορισμένη για τους εξεταζόμενους τομείς, επιδρά στη συνέχεια των δεδομένων.

Η τεχνική είναι η ίδια που χρησιμοποιήθηκε στη γενική περίπτωση, χωρίς όμως να ψάχνουμε για σημείο καμπής. Οι συντελεστές C(1) δεν έχουν οικονομική σημασία. Οι συντελεστές C(2) είναι και στις τρεις περιπτώσεις στατιστικά σημαντικοί, ακόμη και σε επίπεδο σημαντικότητας 99%. Αυτό δείχνει ότι ο χρόνος εργασίας αυξάνει και στους τρεις τομείς. Αυτή η κοινή για τους διαφορετικούς τομείς τάση δείχνει το γενικό χαρακτήρα της τάσης αύξησης του χρόνου εργασίας και ότι αυτή δεν οφείλεται σε αλλαγές που συμβαίνουν σε ένα μόνο κομμάτι της οικονομίας. Η στατιστική R τετράγωνο δείχνει μια καλή αλλά όχι απόλυτη προσαρμογή με τα δεδομένα, ειδικά στον τομέα της μεταποίησης. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την αλλαγή στον τρόπο ταξινόμησης και στην στρογγυλοποίηση, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Πιθανόν όμως να σημαίνει και αλλαγή στην κλίση της ευθείας παλινδρόμησης μετά από κάποια χρονιά. Όμως ο μικρός αριθμός των παρατηρήσεων δεν επιτρέπει τον έλεγχο αυτής της υπόθεσης.

Το γενικό συμπέρασμα είναι, ότι παρά τις αδυναμίες λόγω στατιστικών στοιχείων, υπάρχουν και για τους τομείς αυτούς σοβαρές ενδείξεις τάσεων αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου.

4. Συμπεράσματα

Υπάρχουν δύο κρίσιμα ερωτήματα γύρω από την πολιτικο-οικονομική ερμηνεία αυτών των τάσεων αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας που διαπιστώνεται σε πολλές χώρες. Το πρώτο ερώτημα είναι εάν αυτές οι τάσεις είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων χωρών και δεν συνιστούν ένα γενικό παγκόσμιο πρότυπο ή έστω μία αντίστοιχη τάση. Το δεύτερο ερώτημα είναι, σε κάθε μία από τις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, πως μπορούν να ερμηνευθούν οι τάσεις αυτές.

Στην Αμερικανική συζήτηση μάλλον επικρατεί η άποψη ότι η τάση προς υπερεργασία (overworking) αποτελεί ένα μάλλον ειδικό Αμερικανικό φαινόμενο και μάλιστα αντιπαρατίθεται σε ένα πιο κοινωνικά ευαίσθητο Ευρωπαϊκό πρότυπο. Έτσι η Schor (1991: 107) αποδίδει την τάση αυτή στον υπερκαταναλωτισμό των Αμερικανών εργατών. Αυτή είναι μάλλον μία αδύναμη και περιορισμένη ερμηνεία – παρόλο ότι η δομή της ζήτησης είναι όντως σημαντική – καθώς δίνει τον πρώτο ρόλο στην πλευρά της ζήτησης και όχι στην σφαίρα της παραγωγής. Εξάλλου δεν αρκεί να εξηγήσει γιατί ενώ ο υπερκαταναλωτισμός των Αμερικανών εργατών – όπως και να ερμηνευθεί αυτός – είναι αρκετά παλιό φαινόμενο, η αύξηση του εργάσιμου χρόνου είναι σχετικά πρόσφατο χαρακτηριστικό.

Οι Bluestone & Rose – στο ίδιο γενικό κλίμα με την Schor – δίνουν μία πιο συγκροτημένη ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανικός καπιταλισμός έχει προχωρήσει σε μία δομική αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας καθώς έχει δημιουργήσει ένα νέο καθεστώς προσφοράς εργασίας (labor supply regime). Θεωρούν ότι η διεθνοποίηση των αγορών, η αποδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων και η αναδιαρθρωτική μείωση των διαστάσεων των επιχειρήσεων λόγω κρίσης (downsizing) έχουν προκαλέσει μία ισχυρότερη αίσθηση εργασιακής ανασφάλειας και μία στασιμότητα – εάν όχι μείωση – του εισοδήματος των εργατικών οικογενειών. Από την άλλη πλευρά, ο πληθωρισμός έχει ελεγχθεί καθώς η αύξηση της ζήτησης εργασίας στις φάσεις επέκτασης της οικονομίας καλύπτεται με την αύξηση της προσφοράς ωρών εργασίας των ήδη απασχολούμενων εργατών (απλήρωτων ή φθηνά πληρωμένων, δηλαδή χωρίς τις παλιές αμοιβές των υπερωριών). Έτσι οι εργάτες δουλεύουν – και μάλιστα στα τρέχοντα επίπεδα μισθών – όσο περισσότερες ώρες μπορούν όταν οι δουλειές είναι άφθονες γιατί φοβούνται μελλοντικές περικοπές. Επιπλέον, τα μειούμενα ωρομίσθια εξαναγκάζουν πολλές εργατικές οικογένειες να αυξήσουν τις συνολικές ώρες εργασίας τους ακριβώς για να διατηρήσουν το συνολικό τους εισόδημα. Όλα αυτά συνιστούν, κατά τους Bluestone & Rose, ένα διαφορετικό καθεστώς προσφοράς εργασίας από αυτό που επικρατούσε στη δεκαετία του ’70, όπου στις φάσεις ανόδου της οικονομίας έπρεπε να προσληφθούν επιπρόσθετοι εργάτες και αυτό συνήθως συνεπαγόταν μία αύξηση των μισθών.

Αντίθετα με τις παραπάνω απόψεις, ο Basso (2003) υποστηρίζει εύστοχα ότι η τάση για υπερεργασία δεν είναι ένα ιδιαίτερο Αμερικανικό φαινόμενο αλλά μάλλον μία καθολική τάση. Και μάλιστα ότι αυτή η τάση έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται και να ενισχύεται και στην Ευρώπη. Εύστοχα επίσης επισημαίνει ότι το ξεκίνημα της τάσης αυτής πρέπει να εντοπισθεί στις προσπάθειες επίλυσης της δομικής κρίσης του 1974-75 (Basso (2003: 45). Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν δίνει μία συνεκτική ερμηνεία εκτός του ότι έτσι ενισχύεται η καπιταλιστική κερδοφορία και ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε συνδυασμό με τις Ιαπωνικές μεθόδους παραγωγής (Toyotism, just-in-time κλπ.) οδηγούν στην κατεύθυνση αυτή. Υπάρχουν δύο σοβαρές αδυναμίες στην ερμηνεία αυτή. Πρώτον, οι Ιαπωνικές μέθοδοι παραγωγής είναι αρκετά παλιότερες από το σημερινό φαινόμενο της υπερεργασίας[1] και, επιπλέον δεν είναι ούτε τόσο διαδεδομένες όσο υποστηρίζει ο Basso. Δεύτερον, η τάση αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας είναι λάθος να ταυτίζεται με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Κατ΄ αρχήν, δεν αφορά μόνο τις χώρες και τα χρονικά διαστήματα που εφαρμόσθηκαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές αλλά και χώρες και χρονικά διαστήματα που εφαρμόσθηκαν άλλες πολιτικές. Επιπλέον, οι αλλαγές στον χρόνο εργασίας – καθώς αγγίζουν την συνολική διάρθρωση της ζωής των ανθρώπων – δεν είναι εύκολες και λαμβάνουν χώρα σχετικά μακροπρόθεσμα. Επομένως υπερβαίνουν συνήθως τον ορίζοντα ακόμη και των πιο μακροσκοπικών πολιτικών και αποτελούν την συμπύκνωση μακροχρόνιων κοινωνικών τάσεων που μπορεί να διαπερνούν ακόμη και μερικά αντίθετες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές.

Σε μία σειρά εργασιών (Ιωαννίδης & Μαυρουδέας (2000), Mavroudeas & Ioannides (2002)) έχουμε υποστηρίξει ότι η αύξηση του πραγματικού εργάσιμου χρόνου συνδέεται με μακροχρόνιες δομικές αλλαγές στο καπιταλιστικό σύστημα. Οι αλλαγές αυτές μπορούν και πρέπει να μελετηθούν μέσα από το πρίσμα της θεωρίας σταδίων του καπιταλισμού. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή το καπιταλιστικό σύστημα περνά συνολικά από διάφορα στάδια. Κατά την άποψη μας κάθε ένα από αυτά βασίζεται σε έναν ιστορικά ιδιαίτερο συνδυασμό των διαδικασιών υπεξαίρεσης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Οι συνδυασμοί αυτοί βέβαια βασίζονται σε μία αντίστοιχη διάρθρωση πρώτα και κύρια της σφαίρας της παραγωγής (δομή της παραγωγής, εργασιακά πρότυπα κλπ.) και κατ’ επέκταση των υπόλοιπων σφαιρών της κυκλοφορίας και της διανομής (μορφές ανταγωνισμού και επιχειρησιακής οργάνωσης, μορφές και ρόλος του χρήματος, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της κρατικής οικονομικής παρέμβασης και του διεθνούς συστήματος κλπ.). Και φυσικά όλα αυτά συνδέονται στενά με αντίστοιχες μορφές του πολιτικού εποικοδομήματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η δομική κρίση του 1973 σηματοδότησε την κατάρρευση του προηγούμενου σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος και το άνοιγμα μίας μακράς περιόδου αναδιαρθρώσεων όπου κεφάλαιο – τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς -αγωνίζεται να μετασχηματίσει το σύστημα του έτσι ώστε να εγκαινιάσει ένα νέο στάδιο ανάπτυξης του. Το νέο στάδιο βασίζεται πάνω σε μία νέα σύνθεση των διαδικασιών απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό αυτού του νέου σταδίου είναι ότι παράλληλα με την ενίσχυση της σχετικής υπεραξίας αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο – και για πρώτη φορά μετά τον 20ο αιώνα – ο ρόλος της απόλυτης υπεραξίας. Αυτήν ακριβώς την αναβάθμιση του ρόλου της απόλυτης υπεραξίας εκφράζουν οι τάσεις αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου. Για την ελληνική περίπτωση αυτή η δομική αναβάθμιση της απόλυτης υπεραξίας γίνεται ακόμη εντονότερη εξαιτίας των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Όπως έχει δείξει ο Carchedi (1999), η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση εξαναγκάζει τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες να ενισχύσουν την εξαγωγή υπεραξίας γενικά και απόλυτης υπεραξίας ειδικότερα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ελληνόγλωσση

Ιωαννίδης, Α. & Μαυρουδέας, Στ. (2000), Στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Eίναι εν εξελίξει ένα νέο στάδιο της σήμερα;, στον τόμο του 7ου συνεδρίου του ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ με θέμα ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα.

 

2. Ξενόγλωσση

Basso, P. (2003), Modern Times, Ancient Hours, London: New Left Books.

Bell, D.& Hart, R. (1999), Unpaid Work, Economica 66,271-90

Bell, D., Hart, R., Hubler, O. & Schwerdt, W. (2000), Paid and unpaid overtime working in Germany and in the UK, IZA Discussion Paper No. 133.

Bluestone, B. & Rose, S. (1998), The Unmeasured Labor Force, Jerome Levy Policy Briefs no. 39A, May.

Bluestone, B. & Rose, S. (2000) The enigma of working time trends, σε Golden, L. & Figart, D. (eds.) Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Bosch, G. (1999), Working time: tendencies and emerging issues, International Labour Review, Vol. 138 , No. 2, pp. 131-149

Carchedi, G. (1999), The euro and Europe’s labour, σε Bellofiore, R. ed. (1999), Global Money, Capital Restructuring and the Changing Patterns of Labour, London: Edward Elgar.

Golden, L. & Figart, D. eds. (2000a), Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Golden, L. & Figart, D. (2000b), Doing something about long hours, Challenge, 43 (6).

Heath, J., Ciscel, D. & Sharp, D. (1998), The Work of Families: The Provision of Market and Household Labor and the Role of Public Policy, Review of Social Economy, Vol. LVI, No4, Winter 1998

Hetrick, R. (2000), Analyzing the Upward Surge in Overtime Hours, Monthly Labor Review no.123.

ILO-International Labour Organization (1999), statistical base ‘Key Indicators of the Labour Market-KILM’, Geneva: ILO.

Ioannides, A., Karagianni, S. & Mavroudeas, S. (2002), Overworked Greeks? Working time trends in Greece, International Working Party on Labour Market Segmentation, 23rd International Conference: ‘The Quality of Work’, Spetses, 17-20 July.

Jacobs, J. & Gerson, K., (1998), Who Are the Overworked Americans? Review of Social Economy, LVI (4).

Leete, L. & Schor, J. (1992), The great American time squeeze, Economic Policy Institute, Washington D.C.

Leete, L. & Schor, J. (1994), Assessing the time squeeze hypothesis: estimates of market and non market hours in the United States, 1969-1989, Industrial Relations 33(1): 25-43

Mavroudeas, S. & Ioannides, A. (2002), Stages of Capitalist Development: Is there a new stage in process? European Society for the History of Economic Thought (ESHET) 6th Annual Conference University of Crete, Rethymno, 14-17 March.

Mishel, L.& Bernstein, J. (1994), The State of Working America 1994-95, Armonk, New York: M.E. Sharpe

Mishel, L., Bernstein, J. & Schmitt, J. (1999), The State of Working America 1998-99, Ithaca, NY: Cornell University Press

Mutari E. & Figart D. (2 000), The social implications of European work time policies: promoting gender equity? σε Golden & Figart (2000a) Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Robinson J. & Godbey G. (1997), Time for Life: The Surprising Ways Americans Use Their Time, Pennsylvania: Pennsylvania State University Press.

Schor, J. (1991), The Overworked American: the unexpected decline of leisure, New York: HarperCollins.

Schor, J. (2000), Working hours and time pressure: the controversy about trends in time use, in Lonnie Golden and Deborah Figart (eds): Working Time: International trends, theory and policy perspectives, Routledge, 2000, London and New York.


[1] Μάλιστα σήμερα υπάρχει το εξαιρετικά περίεργο φαινόμενο ότι οι ιαπωνικές ώρες εργασίας, ενώ ήταν και παραμένουν αρκετά ψηλές, να δείχνουν τάσεις μείωσης. Φυσικά αυτό δεν είναι άσχετο τόσο με το ήδη πολύ υψηλό επίπεδο τους αλλά και με την υπερδεκαετή στασιμότητα της Ιαπωνικής οικονομίας.

————————————————————————————————–