«ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ; ΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» – άρθρο ατην επετηρίδα ΕΡΓΑΣΙΑ 2004

επετηρίδα «ΕΡΓΑΣΙΑ 2004»

 

«ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ; ΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

 

Σταύρος Μαυρουδέας* & Αλέξης Ιωαννίδης**

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

* Αναπληρωτής Καθηγητής

** Υποψήφιος Διδάκτωρ

1. Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια το ζήτημα των εμπειρικών τάσεων του χρόνου εργασίας φαίνεται να ξαναποκτά ενδιαφέρον για την οικονομική ανάλυση. Μέχρι πρότινος υπήρχε μία εδραία πεποίθηση – και σε μεγάλο βαθμό αυτή παραμένει ακόμη και σήμερα κυρίαρχη – ότι ο χρόνος εργασίας δεν μπορεί παρά να βαίνει μειούμενος διαχρονικά. Η πεποίθηση αυτή βασιζόταν στην ισχυρή ιστορική εμπειρία σε όλο τον κόσμο – αναπτυγμένο και λιγότερο αναπτυγμένο – που ξεκίνησε με τις πρώτες ρυθμίσεις του ωραρίου εργασίας στην Αγγλία με τους Εργοστασιακούς Νόμους και επεκτάθηκε σταδιακά παντού μέχρι μετά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο (για τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες). Η πεποίθηση αυτή έβρισκε ισχυρά θεωρητικά στηρίγματα τόσο στην ορθόδοξη νεοκλασική θεωρία όσο και στις ριζοσπαστικές και μαρξιστικές προσεγγίσεις. Γενικά, επικρατούσε η άποψη ότι ουσιαστικά ο καπιταλιστικός κόσμος είχε γυρίσει σελίδα, μετά τις προαναφερθείσες αλλαγές που ξεκίνησαν στις αρχές του 20ου αιώνα, και δεν μπορεί να ξαναγυρίσει στα μακρά ωράρια εργασίας των πρώτων περιόδων του.

Όμως σήμερα μία σειρά μελέτες αρχίζουν να αμφισβητούν την πεποίθηση αυτή. Η αμφισβήτηση αυτή δεν προκύπτει εν κενώ. Είναι πλέον φανερό ότι για πολυπληθείς κατηγορίες εργαζομένων, διαφόρων εξειδικεύσεων και θέσεων στον καταμερισμό εργασίας, ακόμη και το παραδοσιακό 8ωρο αποτελεί μακρινό όνειρο καθώς ο πραγματικός χρόνος εργασίας τους είναι σημαντικά μεγαλύτερος. Επιπλέον, στις περισσότερες από αυτές τις κατηγορίες όχι μόνο ο ημερήσιος χρόνος εργασίας έχει επιμηκυνθεί αλλά και οι εργάσιμες ημέρες συχνά αυξάνονται καθώς η εργασία το Σάββατο και την Κυριακή δεν είναι πλέον καθόλου σπάνια.

Το άρθρο αυτό μελετά τις τάσεις του εργάσιμου χρόνου στην Ελλάδα και, πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι υπάρχει και εδώ μία ορατή τάση αύξησης του. Το επόμενο τμήμα του άρθρου παρουσιάζει μία συνοπτική επισκόπηση της διεθνούς συζήτησης και των εμπειρικών μελετών σχετικά με το ζήτημα της σύγχρονης αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας. Το τρίτο τμήμα εστιάζει στην ελληνική περίπτωση, τα αναλυτικά και τεχνικά προβλήματα που υπάρχουν όσον αφορά την μέτρηση των τάσεων του χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία και τέλος στην οικονομετρική εκτίμηση τους. Επίσης εξετάζονται οι αντίστοιχες τάσεις για κάποιους βασικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας καθώς αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία από την σκοπιά της οικονομικής ανάλυσης. Στο τελευταίο τμήμα συνοψίζονται τα συμπεράσματα της έρευνας και σκιαγραφείται μία οικονομική ερμηνεία τους από την σκοπιά της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας.

 

2. Η διεθνής συζήτηση για τις τάσεις εξέλιξης του χρόνου εργασίας

Ο σύγχρονος προβληματισμός για τις τάσεις αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας ξεκίνησε κυρίως από τις ΗΠΑ καθώς εκεί φαίνεται ότι υπάρχουν ολοένα και ισχυροποιούμενες αποδείξεις των τάσεων αυτών. Εξίσου ισχυρές αποδείξεις φαίνεται ότι υπάρχουν για μία σειρά αναπτυσσόμενες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες όπου το φαινόμενο των maciladoras (θυγατρικών επιχειρήσεων μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών που οι εργαζόμενοι τους δουλεύουν εξαντλητικά ωράρια, με εξοντωτικούς ρυθμούς, πολύ μικρούς μισθούς και χωρίς σχεδόν κανένα σύστημα εργασιακής ασφάλειας και κοινωνικής ασφάλισης) δίνει τον τόνο. Αντίθετα, μέχρι σήμερα έχει επικρατήσει η άποψη ότι στην Ευρώπη η μεγαλύτερη δύναμη της εργατικής τάξης και οι ισχυρότερες κατακτήσεις της στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας (παρά τις υποχωρήσεις κατά τη διάρκεια των πρόσφατων δεκαετιών) προβάλλουν μεγαλύτερη αντίσταση στην τάση αύξησης των ωρών εργασίας και έχουν, τουλάχιστον προς το παρόν αποτρέψει μία τέτοια εξέλιξη. Έτσι, οι περισσότερες μελέτες, επηρεαζόμενες ιδιαίτερα από την έστω και διφορούμενη νομοθετική επιβολή του 35ωρου στη Γαλλία, υποθέτουν ότι η μεταπολεμική φθίνουσα τάση του εργάσιμου χρόνου είναι ακόμα ενεργή. Όμως παραγνωρίζεται έτσι ότι η νομική μείωση μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας.

Η αμερικανική συζήτηση προκλήθηκε από την πρωτοπόρο μελέτη της Schor (1991), η οποία χρησιμοποιώντας την έρευνα ωρών των νοικοκυριών από την Τρέχουσα Έρευνα Πληθυσμού (Current Population Survey – CPS) βρήκε ότι οι ετήσιες ώρες εργασίας (πληρωμένες και απλήρωτες) έχουν αυξηθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Tο εύρημα αυτό επαναβεβαιώθηκε από τους Leete & Schor (1992, 1994). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και οι Bluestone &Rose (2000) που συμπλήρωσαν τα δεδομένα της CPS με αυτά της Επαναλαμβανόμενης Μελέτης Εισοδηματικής Δυναμικής (Panel Study of Income Dynamics – PSID) και επέκτειναν την τάση μέχρι τα μέσα του ’90. Έδειξαν δε ότι οι μέσες ώρες εργασίας (εβδομαδιαίες και ετήσιες) άρχισαν να αυξάνουν από το 1982 και ότι αυτή η αύξηση επηρεάζει και τα δύο φύλλα ενώ είναι εντονότερη για τους πιο μορφωμένους εργάτες. Επίσης άλλες αναλύσεις των δεδομένων της CPS έδωσαν παρόμοια αποτελέσματα (π.χ. Mishel, Bernstein & Schmitt (1999)). Ανάλογες απόψεις υποστηρίχθηκαν επίσης από τους Golden & Figart (2000a).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. Εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στις ΗΠΑ

Πηγή: Bluestone & Rose (1998)

Η αύξηση του χρόνου εργασίας είναι ακόμη μεγαλύτερη αν δεν συνυπολογιστούν οι άνεργοι και οι μη εθελοντικά εργαζόμενοι λίγες ώρες («περιορισμένη εργατική δύναμη»). Έτσι, όπως η Schor (2000) τονίζει, παρατηρείται μια αύξηση του χρόνου εργασίας για τη μεγάλη πλειοψηφία ενώ ταυτόχρονα μια αυξανόμενη μειονότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει αν και το θέλει, περισσότερες ώρες εργασίας.

Μια σαφή (αν και μικρότερη από αυτή που υπολογίζει η Schor) αύξηση του χρόνου εργασίας για τους εργαζόμενους στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών υπολόγισαν και οι Mishel and Bernstein (1994) και Mishel, Bernstein & Schmitt (1999), χρησιμοποιώντας στοιχεία από την CPS.

Οι Jacobs & Gerson (1998) συμφωνώντας μόνο εν μέρει με τους Leete & Schor υποστηρίζουν ότι δεν είναι ο μέσος χρόνος εργασίας που αυξάνει, αλλά τα άκρα της κατανομής, δηλαδή το ποσοστό αυτών που εργάζονται πολλές και πολύ λίγες ώρες. Ειδικά γα τις ΗΠΑ το ποσοστό αυτών που εργάζονται πάνω από 50 ώρες την εβδομάδα είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο.

Στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος εργασίας για τους Αμερικάνους εργαζόμενους αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, αντιστρέφοντας την έως τότε πτωτική τάση του, καταλήγουν και οι Heath & Ciscel (1998), προσθέτοντας ότι αυτός που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο είναι ο συνολικός χρόνος εργασίας ανά οικογένεια, έχοντας ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις στην οικογενειακή ζωή και στην αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου.

Από την άλλη πλευρά, οι Robinson & Godbey (1997), χρησιμοποιώντας στοιχεία χρονικών ημερολογίων (time diaries) υποστήριξαν ότι οι συνολικές (πληρωμένες και απλήρωτες) ώρες έχουν μειωθεί μεταξύ 1965 και 1995. Αυτό προκάλεσε μια διαμάχη γύρω από τις μεθόδους μέτρησης. Οι Robinson & Godbey (1997) υποστήριξαν ότι τα χρονικά ημερολόγια μετρούν τις πραγματικές ώρες της εργασίας ακριβέστερα από τις αυτο-αναφορικές καταγραφές του CPS και της PSID, όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να υπερεκτιμήσουν το χρόνο εργασίας τους (παραδείγματος χάριν, με την συστηματική παραμέληση του ελεύθερου χρόνου κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας). Στο επιχείρημα αυτό η Schor και άλλοι (π.χ. Jacobs & Gerson (1998)) ανταπάντησαν ότι τα χρονικά ημερολόγια υποτιμούν για διάφορους λόγους – προκατάληψη του «απασχολημένου προσώπου», πιθανή παραμέληση των πολλαπλών καθηκόντων κατά την εργασία, λειτουργικός χαρακτήρας του απασχολημένου ελεύθερου χρόνου κατά τη διάρκεια της εργασίας – τον πραγματικό χρόνο εργασίας.

Αντιθέτως, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα των υπερωριών, για την αμερικανική περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυξάνονται από το 1982 και μετά, θέτοντας κατά μέρος ακόμη και τις κυκλικές διακυμάνσεις (Hetrick (2000)). Υπάρχει μια άλλη κρίσιμη πτυχή των συνολικών υπερωριών. Αυτές περιλαμβάνουν εκτός από τις πληρωμένες υπερωρίες και τις απλήρωτες υπερωρίες (βλέπε Bell, Hart, Hubler, & Schwerdt (2000)). Σε πολλές περιπτώσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταγραφούν οι δεύτερες για διάφορους λόγους (π.χ. νομικές συνέπειες). Εντούτοις, είναι ολοένα και περισσότεροι σήμερα οι εργαζόμενοι που αναγκάζονται να παράσχουν απλήρωτη υπερωριακή εργασία λόγω της πίεσης των οικονομικών δυσκολιών και του φόβου απώλειας της απασχόλησης τους σε μία δύσκολη περίοδο. Όπως αναφέρουν οι Bell & Hart (1998) οι απλήρωτες υπερωρίες είναι σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερες από τις πληρωμένες, με βάση τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού (Labour Force Survey) για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Όσον αφορά το ευρωπαϊκό σκέλος της συζήτησης, κάποιες μελέτες (π. χ. Basso (2003)), δικαιολογημένα ίσως, υποστηρίζουν ότι το Αμερικανικό πρότυπο δείχνει τον δρόμο και στην Ευρώπη. Μάλιστα ο Basso (2003: 140-147), αναφερόμενος σε στοιχεία – ιδιαίτερα από την Δεύτερη Ευρωπαϊκή Έρευνα σχετικά με τις Συνθήκες Εργασίας (Second European Surveys on Working Conditions), που διεξήχθη από τα τέλη του 1995 μέχρι τις αρχές του 1996 – υποστηρίζει ότι ήδη συσσωρεύονται ισχυρές ενδείξεις ότι η τάση αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου εμφανίζεται πλέον και στην Ευρώπη. Μάλιστα, όπως υποστηρίζει τόσο ο Basso (2003, σ.144-145) αλλά και οι Mutari & Figart (2000), η τάση αυτή είναι πολύ πιο ορατή στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ και ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία). Στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος εργασίας έχει σταματήσει να μειώνεται ενώ σε κάποιες χώρες της Ευρώπης αλλά και στις ΗΠΑ άρχισε να αυξάνει καταλήγει και ο Bosch (1999), τονίζοντας ότι σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχουν παίξει οι εισοδηματικές ανισότητες που είναι πιο έντονες σε αυτές τις χώρες.

3. Τάσεις του πραγματικού χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία

3.1 Προβλήματα μέτρησης

Η μέτρηση του πραγματικού χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία έχει σημαντικά τεχνικά προβλήματα (που παρόμοια αναφέρονται από τον Basso (2003: 21-22)) για μία σειρά άλλες οικονομίες και ιδιαίτερα την Ιταλική). Τα επίσημα στατιστικά δεδομένα έχουν σημαντικούς περιορισμούς και τείνουν να υποεκτιμούν τον πραγματικό χρόνο εργασίας. Παρόλα αυτά, ακόμη και αυτά τα δεδομένα δίνουν ισχυρές ενδείξεις που επιβεβαιώνουν την θέση για αύξηση του χρόνου εργασίας.

Το πρώτο πρόβλημα έχει σχέση με τις αλλαγές στη δομή της απασχόλησης και την τάση για μεγαλύτερη ευελιξία και απορύθμιση της αγοράς εργασίας που έχει επικρατήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Με την ενίσχυση της μερικής απασχόλησης, της δεύτερης δουλειάς και την αύξηση των υπερωριών τείνουμε ολοένα και περισσότερο προς μη κανονικές εργάσιμες εβδομάδες και εργάσιμα έτη. Αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την στατιστική μέτρηση του πραγματικού χρόνου εργασίας. Μάλιστα, όταν η ευελιξία και η απορύθμιση της αγοράς εργασίας συνδυάζεται με και λαμβάνει χώρα ιδιαίτερα σε έναν εκτεταμένο άτυπο, «μαύρο» τομέα της οικονομίας που κινείται στα όρια της νομιμότητας – όπως συμβαίνει στην Ελλάδα αλλά και άλλού – τότε η αύξηση του χρόνου εργασίας υποεκτιμάται συστηματικά καθώς σπάνια συμβαίνει με πλήρως νόμιμο τρόπο και γι’ αυτό δεν καταγράφεται αντικειμενικά από τα επίσημα στοιχεία.

Δεύτερον, υπάρχει μια εντοπισμένη αύξηση στη δεύτερη απασχόληση τα τελευταία χρόνια. Η δεύτερη δουλειά συνήθως δεν δηλώνεται, για να αποφευχθούν φόροι και ασφαλιστικές εισφορές. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος της δεύτερης εργασίας παρατηρείται στον προαναφερθέντα «μαύρο τομέα» της οικονομίας, που είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην Ελλάδα και φυσικά δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί σωστά. Υπάρχουν όμως στοιχεία που δείχνουν ότι όχι μόνο αυξάνει η μερική απασχόληση, αλλά και μεγάλο ποσοστό της αφορά δεύτερη εργασία. Αυτές οι ώρες πρέπει να συνυπολογίζονται στον επίσημα καταμετρημένο χρόνο εργασίας και πολλές φορές υποεκτιμώνται.

Ένα τρίτο πρόβλημα προέρχεται από ένα βασικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής οικονομίας: την ύπαρξη μεγάλων τομέων οικονομικής δραστηριότητας όπου η αυτοαπασχόληση είναι ο κύριος τρόπος απασχόλησης. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στους τομείς αυτούς ουσιαστικά «αγοράζουν» τις δουλειές τους. Τα τελευταία χρόνια αυτός ο τρόπος απασχόλησης, που ήταν εξαιρετικά εκτεταμένος από παλιά, επεκτάθηκε σε νέους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας και έχει πάρει και νέες μορφές. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι εργαζόμενοι δουλεύουν κατά τεκμήριο περισσότερες ώρες. Η επέκταση αυτού του τρόπου απασχόλησης δείχνει μια αύξηση στον πραγματικό χρόνο εργασίας, που δεν μετριέται συνήθως από τα επίσημα στοιχεία. Η Ελληνική αυτή ιδιαιτερότητα ενισχύεται από την παγκόσμια τάση για χαλάρωση των ορίων μεταξύ χρόνου εργασίας και χρόνου μη-εργασίας. Αυτή η διαδικασία – που επηρεάζει επίσης και το τυπικό παραδοσιακό εργατικό δυναμικό – έχει ακόμη μεγαλύτερη επίπτωση σε αυτήν την κατηγορία, που αναδεικνύεται σε πρωταθλητή της αύξησης του εργάσιμου χρόνου.

3.2 Γυναικεία εργασία

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας αύξησης του χρόνου εργασίας είναι η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας (Πίνακας 1). Αυτή η συμμετοχή κατευθύνεται περισσότερο προς ελαστικές μορφές απασχόλησης και σε πολλές περιπτώσεις ανήκει στον ανεπίσημο, «μαύρο» τομέα της οικονομίας και γι αυτό είναι δύσκολο να μετρηθεί. Η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό συνεπάγεται μια μεγάλη αύξηση στο χρόνο εργασίας που είναι απαραίτητος για την αναπαραγωγή της εργατικής οικογένειας, αφού ακόμη ένα μέλος της χρειάζεται να εργαστεί για το σκοπό αυτό. Έτσι, ολόκληρος ο χρόνος εργασίας της γυναίκας που πριν δεν εργαζόταν, είναι απόλυτη αύξηση στο συνολικό χρόνο εργασίας της οικογένειας. Την ίδια στιγμή βέβαια προσθέτει επιπλέον εργασία (πληρωμένη και απλήρωτη) στο καπιταλιστικό σύστημα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1:Ποσοστιαία διάρθρωση του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα κατά φύλο

Έτος

1980 1990 1995 2000
Γυναίκες (% επί του συνόλου) 28 35 37 38
Άνδρες(% επί του συνόλου) 72 65 63 62

Πηγή: World Bank (http://devdata.worldbank.org/genderstats)

3.3 Στατιστικά στοιχεία για το χρόνο εργασίας

Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον χρόνο εργασίας συλλέγονται από διάφορες έρευνες της ΕΣΥΕ. Στοιχεία για τον πραγματικό χρόνο εργασίας ανά εργαζόμενο έχουν συγκεντρωθεί από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας (ΕΣΥΕ) από το 1974 και μετά. Από το 1981 συγκεντρώνονται με βάση τους κανόνες της Eurostat, οι οποίοι αναθεωρήθηκαν το 1983. Όμως μόνο από το έτος 1987 και μετά υπολογίζεται ο μέσος πραγματικός χρόνος εργασίας, κάνοντας έτσι αδύνατη τη σύγκριση με την κατάσταση των προηγούμενων ετών. Οι μελέτες της Eurostat, του ILO (Διεθνής Οργανισμός Εργασίας) και του ΟΟΣΑ στηρίζονται σε αυτά τα δεδομένα. Η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ είναι μια έρευνα σε νοικοκυριά που καλύπτει όλη τη χώρα και διενεργείται κάθε χρόνο. Οι ώρες εργασίας αφορούν τις ώρες που πραγματικά παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας αναφοράς στην κύρια απασχόληση. Περιλαμβάνουν και τις υπερωρίες, ανεξάρτητα από το αν είναι πληρωμένες ή όχι. Άτομα που έχουν δουλέψει και στο σπίτι (π.χ. δάσκαλοι που ετοιμάζουν μαθήματα) ζητήθηκε να περιλάβουν και αυτές τις ώρες. Οι κάθε φύσης εκπαιδευόμενοι ζητήθηκε να μην περιλάβουν τις ώρες που πέρασαν στο σχολείο ή σε κέντρο εκπαίδευσης. Τα δεδομένα παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1. Πραγματικές ώρες εργασίας στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας

Έτος Εβδομαδιαίες ώρες εργασίας
1987 40
1988 40
1989 41
1990 41
1991 42
1992 42
1993 42
1994 42
1995 41
1996 41
1997 41
1998 41
1999 41
2000 41
2001 41
2002 41

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι επαρκείς για την εξαγωγή συμπερασμάτων καθώς είναι λίγες και ιδιαίτερα δεν καλύπτουν τα έτη πριν το 1987 όπου υπάρχει εκτίμηση ότι σημειώθηκε η αναστροφή της προηγούμενης τάσης μείωσης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου.

Περισσότερα στοιχεία για τον χρόνο εργασίας έχουμε από τις Στατιστικές Εργασίας της ΕΣΥΕ. Πρόκειται για τριμηνιαίες δειγματοληπτικές έρευνες για την απασχόληση και την αμοιβή της εργασίας στην Βιομηχανία & Βιοτεχνία, στα Ορυχεία, στην Ενέργεια, στο Εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) και στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα. Στις στατιστικές αυτές περιλαμβάνονται στοιχεία για τον εργάσιμο χρόνο αλλά μόνο για τις πληρωμένες ώρες εργασίας στην μεταποίηση (Πίνακας 2). Δηλαδή δεν εμφανίζονται οι ώρες εργασίας που έχουν πιθανά παρασχεθεί αλλά δεν έχουν πληρωθεί. Εάν ευσταθεί η υπόθεση ότι υπάρχει σήμερα μία τάση αύξησης του απλήρωτου χρόνου εργασίας τότε οι στατιστικές αυτές σαφώς θα υποεκτιμούν την τάση αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου, καθώς δεν συμπεριλαμβάνουν τον απλήρωτο χρόνο εργασίας. Για να γίνει μία οικονομετρική αποτίμηση των τάσεων του εργάσιμου χρόνου στην Ελλάδα θα χρησιμοποιήσουμε τα δεδομένα των Στατιστικών Εργασίας (κρατώντας την προηγούμενη επισήμανση), αφού τα δεδομένα για τον πραγματικό χρόνο εργασίας της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού δεν καλύπτουν παρά τα έτη μετά το 1987, μη επιτρέποντας να διερευνήσουμε την ύπαρξη σημείου καμπής προγενέστερα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα δεδομένα των Στατιστικών Εργασίας σταματούν στο έτος 1998. Επίσης, με αυτά τα στατιστικά στοιχεία υπάρχει το πρόβλημα ότι δεν υπάρχει εικόνα συνολικά για την ελληνική οικονομία αλλά μόνο για την μεταποίηση. Βέβαια, από την Μαρξιστική οπτική αυτό είναι συνεπέστερο καθώς τα συνολικά στοιχεία περιλαμβάνουν και τις ώρες εργασίας άλλων κατηγοριών που είτε δεν είναι εργάτες (π.χ. διευθυντικά στελέχη) είτε είναι άλλες ενδιάμεσες ταξικές ομάδες (π.χ. πολλές κατηγορίες των αυτοαπασχολούμενων).

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Μέσος πληρωμένος χρόνος εργασίας στην ελληνική μεταποίηση

Έτος Μέσες εβδομαδιαίες ώρες
1962 44,08
1963 43,38
1964 43,95
1965 43,78
1966 43,3
1967 43,55
1968 43,7
1969 43,8
1970 44,63
1971 44,13
1972 44,58
1973 43,73
1974 43,8
1975 42,7
1976 41,83
1977 41,05
1978 41,25
1979 41,18
1980 40,7
1981 39,53
1982 38,6
1983 38,53
1984 38,18
1985 39,25
1986 39,2
1987 39,25
1988 41,13
1989 41,1
1990 41,08
1991 41,08
1992 41,08
1993 41,09
1994 41,85
1995 41,13
1996 41,18
1997 40,87
1998 41,13

Πηγή: Στατιστικές Εργασίας ΕΣΥΕ, σε ΟΟΣΑ (βάση δεδομένων: OECD Statistical Compedium)

 

3.4 Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας

Υποθέτουμε ότι αν ο χρόνος εργασίας παρουσιάζει χρονική τάση αυτή θα είναι ντετερμινιστική και όχι στοχαστική. Κι αυτό γιατί ένα μεγάλο ποσοστό των κινητήριων δυνάμεων αυτής της διαδικασίας είναι εξωτερικές στο οικονομικό σύστημα σαν αποτέλεσμα σχεδιασμού που συνήθως γίνεται από τις κυβερνήσεις και/ή τις ενώσεις των εργοδοτών (σε μεγάλη συσχέτιση με την αντίσταση της εργατικής τάξης). Αυτή η υπόθεση δεν είναι φυσικά αδιαμφισβήτητη, αφού η τάση μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα αθροιστικών διαταραχών που συμβαίνουν στο επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης.

Υπό αυτή την υπόθεση θα δείξουμε ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική χρονική τάση στο χρόνο εργασίας στην Ελλάδα και επίσης υπάρχει δομική αλλαγή που επηρεάζει την κατεύθυνση αυτής της τάσης.

Τα στοιχεία για το χρόνο εργασίας φαίνονται στο Διάγραμμα 1. Μπορούμε οπτικά να αναγνωρίσουμε δύο πιθανά σημεία δομικών αλλαγών, το πρώτο τα έτη 1972-1973 και το δεύτερο μεταξύ 1984 και 1985. Αυτά τα δυο πιθανά σημεία δομικών αλλαγών συγχρονίζονται με σημαντικά γεγονότα που επηρέασαν την οικονομία, όπως η πετρελαϊκή κρίση το 1973 και η αλλαγή της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ το 1985 επί το συντηρητικότερο, μετά την δεύτερη εκλογική του νίκη. Επειδή ο στόχος μας είναι να δείξουμε την άνοδο του χρόνου εργασίας τα τελευταία χρόνια, θα ελέγξουμε μόνο το δεύτερο πιθανό σημείο δομικής αλλαγής.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2. Πληρωμένος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στην Ελληνική μεταποίηση.

Η εξίσωση που θα χρησιμοποιήσουμε είναι γραμμική σαν η πιο απλή και περιεκτική εξειδίκευση και αφού δεν έχουμε κάποιο οικονομικό λόγο να υποθέσουμε πολυώνυμο ανώτερης τάξης. Αυτό μας υποδεικνύει και η γραφική παράσταση στο Διάγραμμα 1.

(1)                                Yt= C(1) + C(3)*t + et

Όπου Yt είναι ο χρόνος εργασίας

t ο χρόνος

et η διαταραχή

C(1), C(3) είναι οι προς υπολογισμό σταθερός όρος και συντελεστής του χρόνου.

Για να ελέγξουμε για πιθανές δομικές αλλαγές θα χρησιμοποιήσουμε μια ψευδομεταβλητή που είναι ίση με μηδέν για τα χρόνια πριν το 1985 και ίση με τη μονάδα από εκεί και έπειτα. Έτσι η εξίσωση παίρνει τη μορφή:

(2)                                Yt= C(1) + C(2)*d + C(3)*t + C(4)*t*d + et

όπου C(2) και C(4) είναι οι συντελεστές που συνδέονται με την ψευδομεταβλητή d.

Το δείγμα που χρησιμοποιήσαμε είναι από το 1972 μέχρι το 1998. Αγνοήσαμε τα προηγούμενα έτη γιατί θέλουμε κυρίως να ελέγξουμε τη συμπεριφορά του χρόνου εργασίας μετά την κρίση του 1973, αφού η υπόθεση μας είναι ότι η αυξητική τάση στο χρόνο εργασίας γεννήθηκε εξαιτίας των μόνιμων επιπτώσεών της και της προσπάθειας ξεπεράσματός της. Αυτή η υπόθεση θα μας βοηθήσει επίσης να χρησιμοποιήσουμε μόνο μια ψευδομεταβλητή, αποφεύγοντας προβλήματα υπερπροσδιορισμού.

Στον Πίνακα 3 μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα της εκτίμησης της εξίσωσης (2).

ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Συντελεστής Τυπ. σφάλμα Στατιστική t Πιθαν.
C(1) 44.39714 0.280604 158.2199 0.0000
C(2) -6.394000 0.760432 -8.408381 0.0000
C(3) -0.532088 0.039683 -13.40832 0.0000
C(4) 0.672659 0.053241 12.63427 0.0000
R-τετράγωνο 0.897070 Μέσος εξαρτημ. μεταβλητής 40.96593
Προσαρμ. R-τετράγωνο 0.883644 Τυπ. Απόκλ. εξαρτημ. μεταβλ. 1.569459
Τυπ. Σφ. παλινδρόμισης 0.535358 Akaike info κριτήριο 1.724193
Άθροισμα τετρ. καταλοίπων 6.591998 Κριτήριο Schwarz 1.916169
Λογ πιθανοφάνεια -19.27661 Στατ.-Durbin-Watson 1.155560

Όπως φαίνεται στον πίνακα, όλοι οι συντελεστές είναι στατιστικά διαφορετικοί από το μηδέν, ακόμη και σε επίπεδο σημαντικότητας 99%. Οι πρώτοι δυο συντελεστές (C(1), C(2)) αντιπροσωπεύουν τον σταθερό όρο και δεν έχουν καμιά οικονομική σημασία. Ο C(3), που είναι η κλίση της ευθείας μέχρι τη δομική αλλαγή, είναι αρνητικός, όπως θα περιμέναμε από το Διάγραμμα 2. Τέλος ο C(4) πρέπει να προστεθεί στον C(3), για να δώσει την κλίση της ευθείας μετά το 1985. Η προσαρμογή της ευθείας με τα δεδομένα είναι πάρα πολύ καλή. Η τελική εκτιμημένη μορφή της εξίσωσης πριν και μετά το 1985 είναι η εξής:

(3)                                Yt= 44,39714 – 0,532088*t + et (για t πριν το 1985)

και

(4)                                Yt= 38,00314 + 0,140571*t + et (για t μετά το 1985)

Από τις εξισώσεις (3) και (4) συμπεραίνουμε ότι υπήρχε μια στατιστικά σημαντική πτωτική τάση του χρόνου εργασίας από το 1973 μέχρι την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής το 1985. Μετά από αυτό το έτος η τάση αλλάζει πρόσημα (παραμένοντας σημαντική), αλλά η κίνηση προς τα πάνω είναι τώρα σε μικρότερο βαθμό. Αυτό ήταν αναμενόμενο, αφού για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους είναι πιο εύκολο να μειωθεί παρά να αυξηθεί ο χρόνος εργασίας. Εκτός αυτού έχουμε ήδη εκτιμήσει ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της αύξησης του χρόνου εργασίας είναι τις περισσότερες φορές αόρατο για τις επίσημες στατιστικές και επίσης υλοποιείται μέσω και άλλων δρόμων όπως η δεύτερη απασχόληση, η αύξηση του αριθμού των εργαζομένων σε κάθε οικογένεια κλπ.

Από τα ευρήματα αυτά μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την υπόθεση ότι υπάρχει αυξητική τάση του χρόνου εργασίας στον ελληνικό μεταποιητικό τομέα.

3.5 Τάσεις του πραγματικού χρόνου εργασίας στους βασικούς παραγωγικούς τομείς της Ελληνικής Οικονομίας

Σε αυτό το τμήμα εξετάζουμε τα διαθέσιμα στοιχεία για τον πραγματικό χρόνο εργασίας για τρεις κύριους παραγωγικούς τομείς της Ελληνικής οικονομίας: μεταποίηση, κατασκευές και μεταφορές – επικοινωνίες. Η επιλογή αυτών των τομέων είναι σημαντική για τη Μαρξιστική προσέγγιση, που δίνει ιδιαίτερο βάρος στους τομείς όπου συντελείται η παραγωγική εργασία (σε αντίθεση με τη μη παραγωγική). Είναι σε αυτούς τους τομείς που παράγεται η υπεραξία και γι αυτό η αύξηση του χρόνου εργασίας εκεί έχει ιδιαίτερη σημασία.

Τα στοιχεία που θα χρησιμοποιηθούν είναι από τις Έρευνες Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ. Στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό θα συγκριθούν με τα αντίστοιχα στοιχεία των Στατιστικών Εργασίας. Είναι ενδεικτικό ότι για το 1997 οι Στατιστικές Εργασίας δίνουν 40,87 πληρωμένες ώρες εργασίας στην μεταποίηση ενώ η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού δίνει 42 ώρες εργασίας που πραγματικά παρασχέθηκαν . Τα δεδομένα από τις δυο διαφορετικές έρευνες συγκρίνονται στον Πίνακα 4.

 

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 4. Σύγκριση των στοιχείων για τις ώρες εργασίας

Έτος 

 

 

 

Μέσες εβδομαδιαίες ώρες πληρωμένης εργασίας στη μεταποίηση (Στατιστικές Εργασίας) 

 

Μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας που πραγματικά παρασχέθηκε στη μεταποίηση (Έρευνα Εργατικού Δυναμικού)
1987 39,25 40
1988 41,13 41
1989 41,1 41
1990 41,08 41
1991 41,08 42
1992 41,08 43
1993 41,09 42
1994 41,85 42
1995 41,13 42
1996 41,18 42
1997 40,87 42
1998 41,13 42

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, Στατιστικές Εργασίας, ΕΣΥΕ

Παρά το πρόβλημα συγκρισιμότητας λόγω της διαφορετικής στρογγυλοποίησης, αλλά και λόγω των διαφορετικών δειγμάτων των δυο ερευνών,  παρατηρούμε ότι όπως περιμέναμε, ο πραγματικός χρόνος εργασίας είναι μεγαλύτερος από αυτόν που έχει πληρωθεί.

Φυσικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είχε και η μελέτη και άλλων τομέων της οικονομίας, καθώς υπάρχουν εμπειρικές ενδείξεις ότι η αύξηση του χρόνου εργασίας επηρεάζει και αυτούς. Αυτό για δύο σημαντικούς λόγους. Πρώτον, γιατί κάποιες δραστηριότητες που παραδοσιακά εντάσσονταν στις υπηρεσίες και στη μη παραγωγική εργασία έχουν αλλάξει χαρακτήρα. Δεύτερον, γιατί και οι μη παραγωγικές δραστηριότητες έχουν σημαντικές μακροοικονομικές επιδράσεις, αφού επιτρέπουν στους αντίστοιχους κεφαλαιοκράτες να διεκδικήσουν μερίδιο από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην οικονομία. Ωστόσο τα στατιστικά δεδομένα για την Ελλάδα είναι εξαιρετικά προβληματικά για τους τομείς αυτούς, αφού η ταξινόμησή τους έχει αλλάξει ριζικά αρκετές φορές.

Η μέθοδος που θα χρησιμοποιήσουμε για την μελέτη των τριών προαναφερθέντων τομέων είναι ίδια με αυτή που χρησιμοποιήθηκε για το σύνολο της οικονομίας. Στους Πίνακες 5 έως 10 που ακολουθούν παρουσιάζονται τα δεδομένα και η οικονομετρική τους εκτίμηση.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5. Πραγματικός χρόνος εργασίας στη Μεταποίηση

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 40
1988 41
1989 41
1990 41
1991 42
1992 43
1993 42
1994 42
1995 42
1996 42
1997 42
1998 42
1999 42
2000 43
2001 42
2002 42

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 6. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στη Μεταποίηση

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 41.05147 0.283510 144.7972 0.0000
C(2) 0.101471 0.032205 3.150812 0.0071
R-τετράγωνο 0.414902 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 41.81250
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.373109 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 0.750000
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.593823 Akaike info κριτήριο 1.911999
Άθροισμα Τετρ.καταλ 4.936765 Κριτήριο Schwarz 2.008572
Λογ. πιθανοφάνεια -13.29599 Στατ. Durbin-Watson 1.164439

ΠΙΝΑΚΑΣ 7. Πραγματικός χρόνος εργασίας στις Κατασκευές

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 36
1988 38
1989 39
1990 38
1991 40
1992 39
1993 40
1994 40
1995 40
1996 40
1997 40
1998 40
1999 41
2000 41
2001 41
2002 41

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 8. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στις Κατασκευές

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 37.77206 0.337524 111.9091 0.0000
C(2) 0.247059 0.038340 6.443860 0.0000
R-τετράγωνο 0.747854 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 39.62500
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.729843 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 1.360147
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.706958 Akaike info κριτήριο 2.260778
Άθροισμα Τετρ.καταλ 6.997059 Κριτήριο Schwarz 2.357352
Λογ. πιθανοφάνεια -16.08623 Στατ. Durbin-Watson 1.635685

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 9. Πραγματικός χρόνος εργασίας στις Μεταφορές-Επικοινωνίες

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 44
1988 44
1989 44
1990 44
1991 45
1992 45
1993 46
1994 46
1995 46
1996 46
1997 46
1998 46
1999 46
2000 46
2001 46
2002 45

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 10. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στις Μεταφορές-Επικοινωνίες

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 44.28676 0.287535 154.0220 0.0000
C(2) 0.136765 0.032662 4.187296 0.0009
R-τετράγωνο 0.556027 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 45.31250
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.524315 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 0.873212
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.602254 Akaike info κριτήριο 1.940194
Άθροισμα Τετρ.καταλ 5.077941 Κριτήριο Schwarz 2.036768
Λογ. πιθανοφάνεια -13.52155 Στατ. Durbin-Watson 0.592177

Όπως παρατηρούμε, τα δεδομένα είναι στρογγυλοποιημένα στη μονάδα. Αυτό προκαλεί μείωση της απαιτούμενης για την επεξεργασία ακρίβειας. Ένα μεγάλο μέρος της διακύμανσης του χρόνου εργασίας δεν υπολογίζεται εξ αιτίας αυτού του γεγονότος. Ένα δεύτερο πρόβλημα με τα δεδομένα είναι η μικρή χρονική περίοδος την οποία καλύπτουν, ιδίως όταν λείπουν σημαντικά έτη, όπως φαίνεται από τα στοιχεία για το σύνολο της οικονομίας. Επίσης, η αλλαγή του συστήματος ταξινόμησης του 1993, αν και περιορισμένη για τους εξεταζόμενους τομείς, επιδρά στη συνέχεια των δεδομένων.

Η τεχνική είναι η ίδια που χρησιμοποιήθηκε στη γενική περίπτωση, χωρίς όμως να ψάχνουμε για σημείο καμπής. Οι συντελεστές C(1) δεν έχουν οικονομική σημασία. Οι συντελεστές C(2) είναι και στις τρεις περιπτώσεις στατιστικά σημαντικοί, ακόμη και σε επίπεδο σημαντικότητας 99%. Αυτό δείχνει ότι ο χρόνος εργασίας αυξάνει και στους τρεις τομείς. Αυτή η κοινή για τους διαφορετικούς τομείς τάση δείχνει το γενικό χαρακτήρα της τάσης αύξησης του χρόνου εργασίας και ότι αυτή δεν οφείλεται σε αλλαγές που συμβαίνουν σε ένα μόνο κομμάτι της οικονομίας. Η στατιστική R τετράγωνο δείχνει μια καλή αλλά όχι απόλυτη προσαρμογή με τα δεδομένα, ειδικά στον τομέα της μεταποίησης. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την αλλαγή στον τρόπο ταξινόμησης και στην στρογγυλοποίηση, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Πιθανόν όμως να σημαίνει και αλλαγή στην κλίση της ευθείας παλινδρόμησης μετά από κάποια χρονιά. Όμως ο μικρός αριθμός των παρατηρήσεων δεν επιτρέπει τον έλεγχο αυτής της υπόθεσης.

Το γενικό συμπέρασμα είναι, ότι παρά τις αδυναμίες λόγω στατιστικών στοιχείων, υπάρχουν και για τους τομείς αυτούς σοβαρές ενδείξεις τάσεων αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου.

4. Συμπεράσματα

Υπάρχουν δύο κρίσιμα ερωτήματα γύρω από την πολιτικο-οικονομική ερμηνεία αυτών των τάσεων αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας που διαπιστώνεται σε πολλές χώρες. Το πρώτο ερώτημα είναι εάν αυτές οι τάσεις είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων χωρών και δεν συνιστούν ένα γενικό παγκόσμιο πρότυπο ή έστω μία αντίστοιχη τάση. Το δεύτερο ερώτημα είναι, σε κάθε μία από τις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, πως μπορούν να ερμηνευθούν οι τάσεις αυτές.

Στην Αμερικανική συζήτηση μάλλον επικρατεί η άποψη ότι η τάση προς υπερεργασία (overworking) αποτελεί ένα μάλλον ειδικό Αμερικανικό φαινόμενο και μάλιστα αντιπαρατίθεται σε ένα πιο κοινωνικά ευαίσθητο Ευρωπαϊκό πρότυπο. Έτσι η Schor (1991: 107) αποδίδει την τάση αυτή στον υπερκαταναλωτισμό των Αμερικανών εργατών. Αυτή είναι μάλλον μία αδύναμη και περιορισμένη ερμηνεία – παρόλο ότι η δομή της ζήτησης είναι όντως σημαντική – καθώς δίνει τον πρώτο ρόλο στην πλευρά της ζήτησης και όχι στην σφαίρα της παραγωγής. Εξάλλου δεν αρκεί να εξηγήσει γιατί ενώ ο υπερκαταναλωτισμός των Αμερικανών εργατών – όπως και να ερμηνευθεί αυτός – είναι αρκετά παλιό φαινόμενο, η αύξηση του εργάσιμου χρόνου είναι σχετικά πρόσφατο χαρακτηριστικό.

Οι Bluestone & Rose – στο ίδιο γενικό κλίμα με την Schor – δίνουν μία πιο συγκροτημένη ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανικός καπιταλισμός έχει προχωρήσει σε μία δομική αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας καθώς έχει δημιουργήσει ένα νέο καθεστώς προσφοράς εργασίας (labor supply regime). Θεωρούν ότι η διεθνοποίηση των αγορών, η αποδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων και η αναδιαρθρωτική μείωση των διαστάσεων των επιχειρήσεων λόγω κρίσης (downsizing) έχουν προκαλέσει μία ισχυρότερη αίσθηση εργασιακής ανασφάλειας και μία στασιμότητα – εάν όχι μείωση – του εισοδήματος των εργατικών οικογενειών. Από την άλλη πλευρά, ο πληθωρισμός έχει ελεγχθεί καθώς η αύξηση της ζήτησης εργασίας στις φάσεις επέκτασης της οικονομίας καλύπτεται με την αύξηση της προσφοράς ωρών εργασίας των ήδη απασχολούμενων εργατών (απλήρωτων ή φθηνά πληρωμένων, δηλαδή χωρίς τις παλιές αμοιβές των υπερωριών). Έτσι οι εργάτες δουλεύουν – και μάλιστα στα τρέχοντα επίπεδα μισθών – όσο περισσότερες ώρες μπορούν όταν οι δουλειές είναι άφθονες γιατί φοβούνται μελλοντικές περικοπές. Επιπλέον, τα μειούμενα ωρομίσθια εξαναγκάζουν πολλές εργατικές οικογένειες να αυξήσουν τις συνολικές ώρες εργασίας τους ακριβώς για να διατηρήσουν το συνολικό τους εισόδημα. Όλα αυτά συνιστούν, κατά τους Bluestone & Rose, ένα διαφορετικό καθεστώς προσφοράς εργασίας από αυτό που επικρατούσε στη δεκαετία του ’70, όπου στις φάσεις ανόδου της οικονομίας έπρεπε να προσληφθούν επιπρόσθετοι εργάτες και αυτό συνήθως συνεπαγόταν μία αύξηση των μισθών.

Αντίθετα με τις παραπάνω απόψεις, ο Basso (2003) υποστηρίζει εύστοχα ότι η τάση για υπερεργασία δεν είναι ένα ιδιαίτερο Αμερικανικό φαινόμενο αλλά μάλλον μία καθολική τάση. Και μάλιστα ότι αυτή η τάση έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται και να ενισχύεται και στην Ευρώπη. Εύστοχα επίσης επισημαίνει ότι το ξεκίνημα της τάσης αυτής πρέπει να εντοπισθεί στις προσπάθειες επίλυσης της δομικής κρίσης του 1974-75 (Basso (2003: 45). Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν δίνει μία συνεκτική ερμηνεία εκτός του ότι έτσι ενισχύεται η καπιταλιστική κερδοφορία και ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε συνδυασμό με τις Ιαπωνικές μεθόδους παραγωγής (Toyotism, just-in-time κλπ.) οδηγούν στην κατεύθυνση αυτή. Υπάρχουν δύο σοβαρές αδυναμίες στην ερμηνεία αυτή. Πρώτον, οι Ιαπωνικές μέθοδοι παραγωγής είναι αρκετά παλιότερες από το σημερινό φαινόμενο της υπερεργασίας[1] και, επιπλέον δεν είναι ούτε τόσο διαδεδομένες όσο υποστηρίζει ο Basso. Δεύτερον, η τάση αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας είναι λάθος να ταυτίζεται με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Κατ΄ αρχήν, δεν αφορά μόνο τις χώρες και τα χρονικά διαστήματα που εφαρμόσθηκαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές αλλά και χώρες και χρονικά διαστήματα που εφαρμόσθηκαν άλλες πολιτικές. Επιπλέον, οι αλλαγές στον χρόνο εργασίας – καθώς αγγίζουν την συνολική διάρθρωση της ζωής των ανθρώπων – δεν είναι εύκολες και λαμβάνουν χώρα σχετικά μακροπρόθεσμα. Επομένως υπερβαίνουν συνήθως τον ορίζοντα ακόμη και των πιο μακροσκοπικών πολιτικών και αποτελούν την συμπύκνωση μακροχρόνιων κοινωνικών τάσεων που μπορεί να διαπερνούν ακόμη και μερικά αντίθετες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές.

Σε μία σειρά εργασιών (Ιωαννίδης & Μαυρουδέας (2000), Mavroudeas & Ioannides (2002)) έχουμε υποστηρίξει ότι η αύξηση του πραγματικού εργάσιμου χρόνου συνδέεται με μακροχρόνιες δομικές αλλαγές στο καπιταλιστικό σύστημα. Οι αλλαγές αυτές μπορούν και πρέπει να μελετηθούν μέσα από το πρίσμα της θεωρίας σταδίων του καπιταλισμού. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή το καπιταλιστικό σύστημα περνά συνολικά από διάφορα στάδια. Κατά την άποψη μας κάθε ένα από αυτά βασίζεται σε έναν ιστορικά ιδιαίτερο συνδυασμό των διαδικασιών υπεξαίρεσης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Οι συνδυασμοί αυτοί βέβαια βασίζονται σε μία αντίστοιχη διάρθρωση πρώτα και κύρια της σφαίρας της παραγωγής (δομή της παραγωγής, εργασιακά πρότυπα κλπ.) και κατ’ επέκταση των υπόλοιπων σφαιρών της κυκλοφορίας και της διανομής (μορφές ανταγωνισμού και επιχειρησιακής οργάνωσης, μορφές και ρόλος του χρήματος, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της κρατικής οικονομικής παρέμβασης και του διεθνούς συστήματος κλπ.). Και φυσικά όλα αυτά συνδέονται στενά με αντίστοιχες μορφές του πολιτικού εποικοδομήματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η δομική κρίση του 1973 σηματοδότησε την κατάρρευση του προηγούμενου σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος και το άνοιγμα μίας μακράς περιόδου αναδιαρθρώσεων όπου κεφάλαιο – τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς -αγωνίζεται να μετασχηματίσει το σύστημα του έτσι ώστε να εγκαινιάσει ένα νέο στάδιο ανάπτυξης του. Το νέο στάδιο βασίζεται πάνω σε μία νέα σύνθεση των διαδικασιών απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό αυτού του νέου σταδίου είναι ότι παράλληλα με την ενίσχυση της σχετικής υπεραξίας αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο – και για πρώτη φορά μετά τον 20ο αιώνα – ο ρόλος της απόλυτης υπεραξίας. Αυτήν ακριβώς την αναβάθμιση του ρόλου της απόλυτης υπεραξίας εκφράζουν οι τάσεις αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου. Για την ελληνική περίπτωση αυτή η δομική αναβάθμιση της απόλυτης υπεραξίας γίνεται ακόμη εντονότερη εξαιτίας των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Όπως έχει δείξει ο Carchedi (1999), η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση εξαναγκάζει τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες να ενισχύσουν την εξαγωγή υπεραξίας γενικά και απόλυτης υπεραξίας ειδικότερα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ελληνόγλωσση

Ιωαννίδης, Α. & Μαυρουδέας, Στ. (2000), Στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Eίναι εν εξελίξει ένα νέο στάδιο της σήμερα;, στον τόμο του 7ου συνεδρίου του ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ με θέμα ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα.

 

2. Ξενόγλωσση

Basso, P. (2003), Modern Times, Ancient Hours, London: New Left Books.

Bell, D.& Hart, R. (1999), Unpaid Work, Economica 66,271-90

Bell, D., Hart, R., Hubler, O. & Schwerdt, W. (2000), Paid and unpaid overtime working in Germany and in the UK, IZA Discussion Paper No. 133.

Bluestone, B. & Rose, S. (1998), The Unmeasured Labor Force, Jerome Levy Policy Briefs no. 39A, May.

Bluestone, B. & Rose, S. (2000) The enigma of working time trends, σε Golden, L. & Figart, D. (eds.) Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Bosch, G. (1999), Working time: tendencies and emerging issues, International Labour Review, Vol. 138 , No. 2, pp. 131-149

Carchedi, G. (1999), The euro and Europe’s labour, σε Bellofiore, R. ed. (1999), Global Money, Capital Restructuring and the Changing Patterns of Labour, London: Edward Elgar.

Golden, L. & Figart, D. eds. (2000a), Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Golden, L. & Figart, D. (2000b), Doing something about long hours, Challenge, 43 (6).

Heath, J., Ciscel, D. & Sharp, D. (1998), The Work of Families: The Provision of Market and Household Labor and the Role of Public Policy, Review of Social Economy, Vol. LVI, No4, Winter 1998

Hetrick, R. (2000), Analyzing the Upward Surge in Overtime Hours, Monthly Labor Review no.123.

ILO-International Labour Organization (1999), statistical base ‘Key Indicators of the Labour Market-KILM’, Geneva: ILO.

Ioannides, A., Karagianni, S. & Mavroudeas, S. (2002), Overworked Greeks? Working time trends in Greece, International Working Party on Labour Market Segmentation, 23rd International Conference: ‘The Quality of Work’, Spetses, 17-20 July.

Jacobs, J. & Gerson, K., (1998), Who Are the Overworked Americans? Review of Social Economy, LVI (4).

Leete, L. & Schor, J. (1992), The great American time squeeze, Economic Policy Institute, Washington D.C.

Leete, L. & Schor, J. (1994), Assessing the time squeeze hypothesis: estimates of market and non market hours in the United States, 1969-1989, Industrial Relations 33(1): 25-43

Mavroudeas, S. & Ioannides, A. (2002), Stages of Capitalist Development: Is there a new stage in process? European Society for the History of Economic Thought (ESHET) 6th Annual Conference University of Crete, Rethymno, 14-17 March.

Mishel, L.& Bernstein, J. (1994), The State of Working America 1994-95, Armonk, New York: M.E. Sharpe

Mishel, L., Bernstein, J. & Schmitt, J. (1999), The State of Working America 1998-99, Ithaca, NY: Cornell University Press

Mutari E. & Figart D. (2 000), The social implications of European work time policies: promoting gender equity? σε Golden & Figart (2000a) Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Robinson J. & Godbey G. (1997), Time for Life: The Surprising Ways Americans Use Their Time, Pennsylvania: Pennsylvania State University Press.

Schor, J. (1991), The Overworked American: the unexpected decline of leisure, New York: HarperCollins.

Schor, J. (2000), Working hours and time pressure: the controversy about trends in time use, in Lonnie Golden and Deborah Figart (eds): Working Time: International trends, theory and policy perspectives, Routledge, 2000, London and New York.


[1] Μάλιστα σήμερα υπάρχει το εξαιρετικά περίεργο φαινόμενο ότι οι ιαπωνικές ώρες εργασίας, ενώ ήταν και παραμένουν αρκετά ψηλές, να δείχνουν τάσεις μείωσης. Φυσικά αυτό δεν είναι άσχετο τόσο με το ήδη πολύ υψηλό επίπεδο τους αλλά και με την υπερδεκαετή στασιμότητα της Ιαπωνικής οικονομίας.

————————————————————————————————–

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s