Άρθρο στην ΟΥΤΟΠΙΑ για τον J.K.Galbraith

 

«Ήταν ο John Kenneth Galbraith ένας Αστός Μαρξιστής;»

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

Παν.Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ, νο.88, 2010

 

Ι. «Αστοί Μαρξιστές»: η ετεροδοξία μέσα στα κέντρα εξουσίας του συστήματος

 

Σε ένα άρθρο του 1994 ο Γ.Κατηφόρης (Catephores 1994) υποστήριξε ότι ο Schumpeter, o Galbraith, o Rostow και ενδεχομένως ο Keynes συναπαρτίζουν μία μυστήρια αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρουσα ομάδα κορυφαίων διανοητών του 20ου αιώνα. Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ομάδας αυτής, που κατά τα άλλα οι θεωρητικές συνεισφορές τους διαφέρουν αρκετά. Πρώτον, οι θεωρίες τους αποστασιοποιούνται από τα ορθόδοξα νεοκλασσικά οικονομικά και προσεγγίζουν ή και ενστερνίζονται, εκούσια είτε ακούσια, πολλές πλευρές της Μαρξιστικής ανάλυσης. Πρόκειται δηλαδή για ετερόδοξες προσεγγίσεις: αμφισβητούν βασικές πλευρές των ορθόδοξων οικονομικών και ταυτόχρονα εφάπτονται σε σημαντικά ζητήματα με την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αλλά δεν εντάσσονται σε αυτή. Ιδιαίτερα, απορρίπτουν την σύνδεση της Μαρξιστικής θεωρίας με την εργατική τάξη και τους αγώνες της και το αίτημα για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος[1]. Ίσως θα άξιζε να διευκρινισθεί εδώ ότι αυτό δεν σήμαινε ότι οι διανοητές αυτοί – ενδεχομένως εξαιρουμένου του Rostow – δεν ενδιαφέρονταν για την εργατική τάξη ή μάλλον για τα λαϊκά στρώματα εν γένει. Αυτό όμως που σαφώς απουσιάζει από την οπτική τους είναι η αποδοχή του κοινωνικά απελευθερωτικού ρόλου της εργατικής τάξης και της ανάγκης υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος. Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της ομάδας αυτής είναι ότι, παρόλο ότι αμφισβήτησαν τα ορθόδοξα θέσφατα, ήταν πάρα πολύ κοντά σε υψηλά κέντρα εξουσίας του συστήματος και είχαν μία σημαντική επιρροή μέσα σε αυτά, που πολλοί ορθόδοξοι θεωρητικοί δικαιολογημένα φθονούσαν.

Οι θεωρητικοί αυτοί ξεπερνούν και αμφισβητούν την ορθόδοξη οικονομική θεωρία θεωρώντας ότι είναι μη-ρεαλιστική, δογματική και ανίκανη να προτείνει ουσιαστικές λύσεις. Ταυτόχρονα όμως η συνειδητή είτε ασυνείδητη προσέγγιση με την Μαρξιστική ανάλυση αποσκοπεί στην βελτίωση ή στην επίλυση θεμελιακών λειτουργικών προβλημάτων του καπιταλιστικού συστήματος και σε καμία περίπτωση – ακόμη και εκεί που υπάρχουν λεκτικές αναφορές σε κάποια μορφή σοσιαλισμού – στην ανατροπή του πρώτου. Ουσιαστικά προσεταιρίζονται στοιχεία της Μαρξιστικής ανάλυσης με σκοπό αφενός να βελτιώσουν το σύστημα και αφετέρου – όπως εύστοχα επισημαίνει ο Κατηφόρης – να αντιμετωπίσουν και να περιορίσουν την ριζοσπαστική πρόκληση του Μαρξισμού.

Έχει ενδιαφέρον να εξηγηθεί αυτή η όχι σπάνια εμφάνιση τέτοιων «Αστών Μαρξιστών» (δηλαδή «επαναστατών του συστήματος», κοντά ή και μέσα στα βασικά κέντρα εξουσίας του) όπως και η σχετικά συναφής περίπτωση «λαμπρών αποστατών» του (χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων αποτελεί ο P.Sweezy). Η δεύτερη περίπτωση αναφέρεται σε επιστήμονες – συχνά βγαλμένους κυριολεκτικά μέσα από τις ανώτερες βαθμίδες της αστικής τάξης – που ξεκίνησαν ως πολλά υποσχόμενοι ορθόδοξοι θεωρητικοί και που σε κάποια στιγμή απέρριψαν ριζικά το σύστημα και τόσο τις ορθόδοξες όσο και τις ετερόδοξες προσεγγίσεις του και πέρασαν στο έδαφος του Μαρξισμού. Αυτή η δεύτερη κατηγορία φυσικά διαφέρει από αυτή των «Αστών Μαρξιστών» γιατί έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα των ορίων αμφισβήτησης του συστήματος. Αυτό τους διαφοροποιεί ριζικά από την πρώτη κατηγορία τόσο όσον αφορά το πεδίο της επιστημονικής ανάλυσης όσο και όσον αφορά τις σχέσεις με τα πολιτικά και οικονομικά κέντρα εξουσίας του συστήματος[2].

Όμως και οι δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις προκύπτουν από την ίδια κοινή αιτία, αν και διαφοροποιούνται όσον αφορά τον τρόπο απάντησης της. Αυτή η κοινή αιτία είναι οι ερμηνευτικές και εμπειρικές αδυναμίες της ορθόδοξης οικονομικής ανάλυσης. Η τελευταία αποτελεί ένα κλειστό σύστημα βασισμένο σε εξαιρετικά μη-ρεαλιστικές υποθέσεις και αφαιρέσεις και υποταγμένο πλέον περισσότερο στο μαθηματικό φορμαλισμό παρά στην οικονομική ερμηνευτική ικανότητα. Ιδιαίτερα προβληματικά είναι δύο βασικά θεμέλια της ορθόδοξης οικονομικής ανάλυσης: (α) η κατανόηση των οικονομικών σχέσεων απλά ως σχέσεων ανταλλαγής μεταξύ εγωιστικά δρώντων ατόμων (και συνεπώς ο εξοβελισμός των κοινωνικών σχέσεων) και (β) η πίστη στην ικανότητα των «δυνάμεων της αγοράς» να εξισορροπούν την καπιταλιστική οικονομία. Το αναλυτικό αυτό πλαίσιο, ενώ μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως ένα ιδεολογικό όπλο υπεράσπισης του συστήματος, αδυνατεί– ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις – να δώσει ρεαλιστικές και αποτελεσματικές λύσεις και προτάσεις διεξόδου. Είναι σε τέτοιες περιστάσεις κρίσεων που χρειάζονται άνθρωποι και θεωρίες έξω από τις κομφορμιστικές πεπατημένες του συστήματος, με οξυμένη κριτική ικανότητα και δυνατότητα να κατανοήσουν και να αξιοποιήσουν τα ισχυρά σημεία των αντίπαλων ρευμάτων. Αυτός είναι ο ρόλος της ετεροδοξίας στην θεωρία: να αμφισβητήσει την ορθοδοξία του συστήματος, εφαπτόμενη με την ριζοσπαστική απόρριψη του, αλλά με στόχο την επιβίωση του.

Στην οικονομική ανάλυση, για όχι ανεξήγητους λόγους όπως θα δειχθεί παρακάτω, η ετεροδοξία εφάπτεται ή και ταυτίζεται με την απόδοση έμφασης στις σχέσεις εξουσίας και τον θεσμισμό. Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση του Keynes αλλά σίγουρα ευσταθεί για τον Galbraith. Ο θεσμισμός επισημαίνει, με ένα μη-συγκρουσιακό τρόπο (δηλαδή είτε χωρίς να αναφέρεται στην ταξική πάλη είτε χωρίς να θεωρεί ότι αυτή είναι ολοκληρωτικά αντιπαραθετική) την σημασία των κοινωνικών σχέσεων, πράγμα που απουσιάζει από την ορθόδοξη ανάλυση. Και από την άλλη πλευρά, με την εγγενή έμφαση του στον εξελικτισμό, καταλήγει στην καλύτερη περίπτωση σε μεταρρυθμιστικές προτάσεις για το σύστημα και όχι φυσικά στην ανατροπή του.

Η εισήγηση αυτή στοχεύει να στηρίξει το επιχείρημα ότι όντως ο Galbraith είναι ένας «Αστός Μαρξιστής» και να δείξει με πιο ειδικό τρόπο εντάσσεται στην ομάδα αυτή. Το επόμενο τμήμα παρουσιάζει αυτή την θεωρητική και πολιτική διαδρομή του Galbraith και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Το μεθεπόμενο τμήμα συζητά τα όρια της ετεροδοξίας τόσο γενικά (αναφερόμενη στο θεσμισμό κυρίως) όσο και στην ειδική περίπτωση του Galbraith. Στο τελευταίο σημείο σχολιάζεται μία σχετική αντιπαράθεση μεταξύ του P.Sweezy (του par excellence «λαμπρού αποστάτη» του Αμερικανικού καπιταλισμού) με τον W.Weisskopf όσον αφορά την δυνατότητα συμμαχίας των Μαρξιστών με τον Galbraith. Με τα σχόλια αυτά συγκεφαλαιώνεται η εισήγηση.

 

 

ΙΙ. Ο J.K.Galbraith ως «Αστός Μαρξιστής»

 

Σίγουρα ο Galbraith δεν εντάσσεται στην κατηγορία των «Αστών Μαρξιστών» σαν ένας μεγάλος θεωρητικός όπως ο Schumpeter ή ο Keynes. Άλλωστε είναι επαρκώς τεκμηριωμένο στην σχετική βιβλιογραφία ότι, παρόλο ότι δεν υστερούσε σε θεωρητικές δυνατότητες, το βασικό του ενδιαφέρον ήταν στον επηρεασμό της οικονομικής πολιτικής. Είναι εκεί που επέδειξε τις δυνατότητες του και γι’ αυτό έγινε ιδιαίτερα γνωστός. Ο Skidelsky (2006) υποστηρίζει σχετικά εύστοχα ότι  μετά την απογοήτευση από την απήχηση αυτού που θεωρούσε ένα από τα καλύτερα θεωρητικά πονήματα του (του Theory of Price Controls, 1952) και επηρεασμένος από τον πολιτικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Keynes στράφηκε στο να λειτουργήσει ως εμπνευστής και διαμορφωτής πολιτικής: να γίνει «ο ανατρεπτικός άνθρωπος εκ των έσω, ο εντεταλμένος κριτικός, ο γελωτοποιός της αυλής»[3]. Στόχος του ήταν – όπως άλλωστε και όλων σχεδόν των «Αστών Μαρξιστών» – να επηρεάσει τις μορφωμένες και πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ελίτ του συστήματος δείχνοντας τους προβλήματα – μέσω αιρετικών απόψεων – και εμποδίζοντας την ύπνωση τους μέσα στον κοινωνικό κομφορμισμό και την απλή και στυγνή διαχείριση της εξουσίας. Είναι χαρακτηριστική – και δείχνει και τον ρόλο που έβλεπε για τον εαυτό του – η δήλωση του Galbraith για τον Keynes: «ο Keynes είχε μία λύση χωρίς επανάσταση: φαινόταν σαν θαύμα». Ο καπιταλισμός μπορούσε να διορθωθεί και δεν χρειαζόταν να μπει κανείς στην επικίνδυνη περιπέτεια της ανατροπής του. Ένας σημαντικός διανοούμενος (στην προαναφερθείσα δήλωση ο Keynes) συνέλαβε την λύση ενός κοινωνικού προβλήματος και έπρεπε να ξυπνήσει – με το καλό ή με το άγριο – το κατεστημένο για να διασωθεί η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Έχει ιδιαίτερα ειπωθεί ότι ο Galbraith έχει μία μη-Μαρξιστική εκδοχή της ταξικής πάλης με την διανόηση στον ρόλο της ατμομηχανής της κοινωνικής καινοτομίας και του φορέα της δημόσιας (κοινής) υπόθεσης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, αντίθετα με τα νεοκλασσικά θέσφατα, η οικονομία και η κοινωνία διαπερνώνται από κοινωνικές (και ακόμη και ταξικές) συγκρούσεις[4] που μπορούν να την οδηγήσουν στην έκρηξη και την διάλυση της κοινωνίας. Οι κυρίαρχες ομάδες διακατέχονται από ένα κομφορμισμό της εξουσίας που αντιμετωπίζει με υπεροψία ή υπεκφεύγει τα υπαρκτά προβλήματα, με συνέπεια αυτά να αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις. Αντιθέτως, είναι καθήκον της διανόησης να μην παίζει έναν συγκαλυπτικό ρόλο αλλά να αποτελεί εκείνο το τμήμα του συστήματος που γρηγορεί και είναι ικανό να δει – πέρα από πολιτικούς και κοινωνικούς κομφορμισμούς – τις δυσλειτουργίες του συστήματος και ακόμη και να συγκρουσθεί έντονα με κατεστημένα συμφέροντα με στόχο όμως να αποτρέψει την ανατροπή της καθεστηκυίας κοινωνικο-οικονομικής τάξης πραγμάτων.

Τι ώθησε όμως τον Galbraith να μην ακολουθήσει τον δρόμο ενός ενδεχομένως διαπρεπούς ορθόδοξου οικονομολόγου και να αναλάβει αυτόν του «αιρετικού του συστήματος»; Όπως έχει γραφτεί ευρύτατα, την αρχική ώθηση στην κατεύθυνση αυτή την πήρε από το οικογενειακό περιβάλλον του και ιδιαίτερα από την προοδευτική[5] πολιτική δραστηριότητα και απόψεις του πατέρα του. Όμως ο βασικός καταλύτης ήταν, όπως για πάρα πολλούς στην εποχή του, η μεγάλη κρίση του 1929. Οι πανεπιστημιακές σπουδές του έγιναν στην περίοδο της και των μεθεορτίων της. Η αντίδραση του στις επίσημες απόψεις και πολιτικές ξεκίνησε βλέποντας τις καταστροφικές επιπτώσεις τους επάνω στις μικρές αγροτικές κοινότητες, όπως αυτές του Οντάριο από τις οποίες προερχόταν. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και στο Μπέρκλεϋ, επηρεάσθηκε καθοριστικά από την σχολή του θεσμισμού του Veblen. Κατά δήλωση του ίδιου, ένα από τα στοιχεία που τον προσέλκυσαν ήταν η κριτική όλων αυτών που λόγω υψηλής κοινωνικής θέσης θεωρούσαν ότι υπερτερούν έναντι των υπολοίπων. Ο θεσμισμός ενίσχυσε και εξήγησε θεωρητικά την σημασία των σχέσεων εξουσίας – που τα ορθόδοξα οικονομικά αγνοούσαν εντελώς – και που τον ρόλο τους είχε ήδη αρχίσει να γνωρίζει κατά την θητεία του στην Αρχή Αγροτικής Προσαρμογής (Agricultural Adjustment Administartion) του Rousevelt. Επίσης ενίσχυσε και οργάνωσε θεωρητικά την δυσπιστία του νερού Galbraith έναντι των μεγάλων επιχειρήσεων, τις καταστροφικές επιπτώσεις των οποίων ιδιαίτερα έναντι των μικρών αγροτικών κοινοτήτων είχε ήδη γνωρίσει. Ιδιαίτερα το έργο των Berle & Means (1932) για την μεγάλη επιχείρηση καθόρισε σε μεγάλο βαθμό όλη την μετέπειτα θεωρητική διαδρομή του. Σύντομα, επίσης, ήρθε σε επαφή με τις απόψεις του Keynes που αμφισβητούσαν επίσης τις κυρίαρχες τότε οικονομικές θεωρίες και τόνιζαν την σημασία της ζήτησης για την επίτευξη πλήρους απασχόλησης και τον ρόλο του κρατικού παρεμβατισμού σε αυτό. Μέσα από αυτή την διαδρομή δημιουργήθηκαν οι δύο βασικοί θεωρητικοί πυλώνες του Galbraith: ο θεσμισμός και ο Κεϋνσιανισμός. Από μόνοι τους δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυποι αλλά αντιθέτως αποτελούσαν κοινό τόπο για μεγάλα τμήματα διανοουμένων της εποχής εκείνης που τα οδήγησε στην αποδοχή των Κεϋνσιανών θέσεων περί πλήρους απασχόλησης και κρατικού παρεμβατισμού: η αγορά είναι εγγενώς επιρρεπής σε προβλήματα και ρόλος του κράτους είναι να διορθώνει τις αποτυχίες της. Αυτό που όμως έδωσε τον ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτήρα στη θεωρητική συνεισφορά του Galbraith – εκτός από τις προσωπικές ικανότητες του – ήταν ότι πέρασε μέσα από μία σειρά μηχανισμούς και κέντρα εξουσίας. Το πέρασμα αυτό του έδωσε μία εκ των έσω και ρεαλιστική εικόνα για το πως πραγματικά λειτουργεί μία καπιταλιστική οικονομία και ταυτόχρονα αποκάλυψε τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα των ορθόδοξων οικονομικών. Η εμπειρία του αυτή ξεκίνησε από όταν ανέλαβε επίτροπος τιμών κατά την διάρκεια του Β’ Παγκ. Πολέμου και οργάνωσε ένα εκτεταμένο σύστημα ελέγχου των τιμών. Ακολούθησαν πολλές άλλες κυβερνητικές θέσεις μετά τον πόλεμο. Μία επίσης ιδιαίτερη εμπειρία ήταν αυτή που απέκτησε σαν συγγραφέας για μία από τις εκδοτικές ναυαρχίδες του αμερικανικού καπιταλισμού, το περιοδικό Fortune. Μέσα από τον κύκλο του Fortune γνώρισε ακόμη καλύτερα τον κόσμο των μεγάλων επιχειρήσεων και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, «ανοσοποιήθηκε του από την μυθολογία των νεοκλασσικών εγχειριδιακών οικονομικών και την εικόνας τους για ανταγωνιστικές επιχειρήσεις».

Με βάση τα παραπάνω διαμορφώθηκε η θεωρητική ταυτότητα του Galbraith: ένα αρκετά ιδιαίτερο μίγμα θεσμισμού και Κεϋνσιανισμού προσανατολισμένο στο δημόσιο – και λιγότερο στον ακαδημαϊκό – λόγο. Η ιδιαιτερότητα του Galbraith, σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους Κεϋνσιανούς και κεϋνσιανίζοντες, ήταν ότι διατήρησε έντονα τις επιρροές του από τον κλασσικό Αμερικανικό θεσμισμό του Veblen αλλά και ακόμη μία απαξία προς την θεωρητική αφαίρεση και τον μαθηματικό φορμαλισμό στην οικονομική ανάλυση. Ήταν η αμφισβήτηση της ύπαρξης τέλειου ανταγωνισμού και η έμφαση στο ρόλο των μεγάλων επιχειρήσεων αυτή που τόνισε τα θεσμιστικά στοιχεία στην προσέγγιση του Galbraith. Αμφισβητώντας τον τέλειο ανταγωνισμό συνάντησε άλλωστε και την θεωρία του Schumpeter. Συμβάδισε επίσης με την αποσύνδεση από τον τελευταίο του καπιταλισμού από τον ανταγωνισμό και την αναγνώριση των πιο θετικών στοιχείων του στην ικανότητα καινοτομίας του. Ήταν η απαξία του προς την θεωρητική αφαίρεση και τον μαθηματικό φορμαλισμό που τον αποστασιοποίησε ακόμη και από τον θεωρητικό Κεϋνσιανισμό του P.Samuelson. Άλλωστε σε θέματα οικονομικής πολιτικής πήγαινε επίσης πιο πέρα από την τυπική κεϋνσιανή έμφαση στην δημοσιονομική πολιτική τονίζοντας την σημασία του ελέγχου των τιμών (ιδιαίτερα στο έργο του ‘The Selection and Timing of Inflation Controls’).

Το κεντρικό στοιχείο που διαπερνούσε το σύνολο της οικονομικής του ανάλυσης – παρά τις πολλές στροφές της – είναι αυτό που δηλώθηκε στην πρώτη ομιλία του μετά την αναγόρευση του σε πρόεδρο του American Economic Association το 1971 με τον τίτλο «Εξουσία και ο Χρήσιμος Οικονομολόγος»: «το πρόβλημα των Οικονομικών είναι η ηθελημένη άρνηση της παρουσίας της εξουσίας και των πολιτικών συμφερόντων». Κατά τον Galbraith, χρειάζεται να επανασυνδεθεί η οικονομική ανάλυση με την ανάλυση της πολιτικής: ο πυρήνας του κλασσικού θεσμιστικού επιχειρήματος είναι εμφανής.

 

 

ΙΙΙ. Η ετεροδοξία και τα όρια της

 

Βέβαια, η ετεροδοξία του Galbraith – όπως και όλων των «Αστών Μαρξιστών» – είχε τα όρια της τόσο θεωρητικά όσο και πολιτικά. Είναι γεγονός ότι ο Galbraith πλησίασε τα όρια αυτά περισσότερο από πολλούς άλλους αλλά ποτέ δεν τα ξεπέρασε.

Πολιτικά ήταν ένας ριζοσπάστης Αμερικανός «φιλελεύθερος», δηλαδή το αντίστοιχο ενός Ευρωπαίου μη-Μαρξιστή σοσιαλδημοκράτη. Έπαιξε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ένα σημαντικό ρόλο μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα επηρεάζοντας δραστικά προέδρους, προεδρικούς υποψήφιους και πολιτικές ατζέντες. Όμως το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου και αργότερα η κρίση του 1973-75 περιόρισαν σημαντικά την εμβέλεια του αυτή τόσο σε πολιτικά όσο και σε οικονομικά ζητήματα. Ήταν με την εκδήλωση της ανοικτής αντίθεσης του στον πόλεμο του Βιετνάμ που ο Galbraith έφθασε στα πιο ακραία όρια της ετεροδοξίας του: από αιρετικός σύμβουλος των κέντρων εξουσίας έγινε δημόσιος αντίπαλος κεντρικών επιλογών του (ακόμη και εάν η αμφισβήτηση της απολογηθείσας πολιτικής στο Βιετνάμ δεν έσβησε ποτέ μέσα στα επιτελεία του συστήματος). Έκτοτε παρέμεινε σχεδόν πάντα στην ριζοσπαστική πτέρυγα του Αμερικανικού «φιλελευθερισμού» (με την εναντίωση του στο μιλιταριστικό Κεϋνσιανισμό» κλπ.).

Στο πεδίο της θεωρίας, η ετεροδοξία του Galbraith χαρακτηρίσθηκε από την πέραν του συνηθισμένου για τους Κεϋνσιανούς έμφαση στο ρόλο των σχέσεων εξουσίας και στην ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων. Και τα δύο αυτά, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είχαν ισχυρές βάσεις στις θεσμιστικές αναφορές του. Όμως ακόμη και στα πιο «ακραία», για τα Κεϋνσιανά δεδομένα, κείμενα του – ιδιαίτερα εκεί που υποστήριζε τον έλεγχο των τιμών και προσέγγιζε σε μεγάλο βαθμό πρότυπα μίας σχεδιασμένης οικονομίας – δεν ξεπέρασε εντέλει τα όρια της οικονομίας της αγοράς. Οι έμφαση που απέδιδε στις σχέσεις εξουσίας δεν αποσκοπούσε στην ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος σχέσεων εξουσίας αλλά στο να υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας και μηχανισμοί ελέγχου έτσι ώστε το τελευταίο να μην γίνεται υπερφίαλο, ανεξέλεγκτο και τελικά αυτοκαταστροφικό.

Τα όρια αυτά στην ετεροδοξία του Galbraith δεν είναι περίεργα και απροσδόκητα για τις θεσμιστικές προσεγγίσεις εν γένει[6]. Ο θεσμισμός και η οικονομική κοινωνιολογία αποτελούν ένα ελλιπές υποκατάστατο της Πολιτικής Οικονομίας, τόσο της Μαρξιστικής όσο όμως και της Κλασσικής (των Smith και Ricardo). Μπορεί να κατανοεί την σημασία των κοινωνικών σχέσεων για την οικονομική ανάλυση, σε αντίθεση με τα νεοκλασσικά οικονομικά. Όμως, τις κατανοεί κυρίως μέσω των θεσμών ενώ οι κοινωνικές σχέσεις δεν περιορίζονται εκεί αλλά έχουν ένα μεγάλο εξω-θεσμικό πεδίο. Επίσης, οι θεσμοί είναι κατά βάση δημιούργημα της κρατούσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Ακόμη και η αλλαγή τους είναι, κατά κύριο λόγο, αλλαγή μέσα στα πλαίσια αυτά. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις αλλαγής του κοινωνικού συστήματος όπου οι αλλαγές στους θεσμούς γίνονται συνήθως με επαναστατικό και συνεπώς ασυνεχή τρόπο. Γι’ αυτό ο θεσμισμός έχει αντικειμενικά την τάση να περιορίζεται στην ενδο-συστημική αλλαγή. Αντιθέτως, η Πολιτική Οικονομία έχει την ικανότητα να ορίζει το πεδίο της οικονομικής ανάλυσης όχι απλά ως οικονομικές σχέσεις συν θεσμοί αλλά ως οικονομικές σχέσεις που είναι εγγενώς κοινωνικές. Οι σχέσεις εξουσίας δεν προκύπτουν ως ένα εκ των έξω στοιχείο αλλά ανακύπτουν μέσα από την ίδια την λειτουργία των οικονομικών σχέσεων. Τέλος, οι αντιθέσεις μέσα στις κοινωνικές σχέσεις – οι κοινωνικές αντιθέσεις – γίνονται κατανοητές ως μακροχρόνιες δομικές αντιθέσεις και όχι ως βραχυχρόνιες συγκρούσεις σχετικά εύκολα επιδεχόμενες συμβιβασμού. Γι’ αυτό η πάλη των τάξεων έχει αυτή την κεντρικότητα στην Πολιτική Οικονομία και ακριβώς για τους αντίθετους λόγους είναι υποβαθμισμένη ή απούσα στην θεσμιστική προσέγγιση.

Οι παραπάνω επισημάνσεις σχετίζονται άμεσα με την αντιπαράθεση μεταξύ Sweezy και Weisskopf στη New York Review of Books, το 1973, μετά την δημοσίευση των ‘Economics and the Public Purpose’ του Galbraith. Στο έργο αυτό ο Weisskopf δίνει μία πεσιμιστική παρουσίαση των προοπτικών του αμερικανικού καπιταλισμού (θεμελιωμένη στην αντίθεση μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων [με τον παραπλανητικό όρο «σύστημα σχεδιασμού»] και των μικρών επιχειρήσεων). Ο Sweezy τον επέκρινε μάλλον δριμύτατα ότι, χρησιμοποιώντας αβάσιμους και παραπλανητικούς όρους (όπως για παράδειγμα την «τεχνοδομή») παραγνωρίζει την ύπαρξη και την σημασία των ταξικών σχέσεων και συγκρούσεων. Κατά συνέπεια όλες του οι προτάσεις για μία οικονομική ανάλυση που θα είναι προσανατολισμένη στο κοινό καλό και όχι σε κατεστημένα συμφέροντα και κομφορμιστικές αντιλήψεις πέφτουν στο κενό. Στην κριτική αυτή απάντησε, επίσης σχετικά οργισμένα, ο W.Weisskopf υποστηρίζοντας ότι η εμμονή στις θεμελιακές θέσεις του Μαρξισμού (και ιδιαίτερα στην κεντρικότητα της ταξικής πάλης) είναι παρωχημένη και ατελέσφορη γιατί η ισχύς του κεφαλαίου έχει αυξηθεί δραματικά και η εργατική τάξη είναι σχεδόν διαλυμένη σαν πολιτική αλλά ακόμη και σαν κοινωνική οντότητα. Επομένως, κατά τον Weisskopf, η μόνη διέξοδος είναι η συμμαχία με τις απόψεις του Galbraith. Μάλιστα, η συμμαχία αυτή μπορεί να γίνει μόνο από ένα αναθεωρητικό Μαρξισμό που θα αφήνει στην άκρη την ταξική σύγκρουση και θα εστιάζει στο ζήτημα της ανθρώπινης αποξένωσης. Η ανταπάντηση του Sweezy ήταν ότι μπορεί να υπάρχουν δυνατότητες σύμπλευσης με τον Galbraith σε διάφορα ζητήματα αλλά το βασικό ζήτημα παραμένει η ταξική πάλη και σε σχέση με αυτό η συνολική κατεύθυνση του Galbraith είναι αδιέξοδη.

Σήμερα, πάνω από τριάντα χρόνια μετά μπορεί ίσως να αποτολμήσει κανείς να αποφανθεί για την αντιπαράθεση αυτή. Η κατεύθυνση που υποστήριζε ο Galbraith – αιρετική κριτική στο σύστημα με σκοπό την μεταρρύθμιση αλλά και την διατήρηση του – είναι περισσότερο ίσως από ποτέ ανύπαρκτη. Ο βαθύτατος διχασμός του σύγχρονου καπιταλισμού μεταξύ του κόσμου του κεφαλαίου και του κόσμου της εργασίας και τα συνακόλουθα στοιχεία βαθειάς κοινωνικής κρίσης είναι ίσως επίσης προφανέστερα παρά ποτέ άλλοτε. Με αυτή την έννοια οι «Αστοί Μαρξιστές» μάλλον δεν κατάφεραν μακροχρόνια και πολλά πράγματα. Μπορεί να αποσόβησαν ή να συνέβαλαν στο να ξεπερασθούν οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις αλλά σίγουρα δεν μπόρεσαν να αλλάξουν δομικά το σύστημα. Από την άλλη ο Μαρξισμός μπορεί να μην άλλαξε τον κόσμο, τουλάχιστον στον βαθμό που θέλει, αλλά από την άλλη δίνει μία πολύ πιο ρεαλιστική ερμηνεία του και ακόμη και πιο αποτελεσματικές κατευθύνσεις παρέμβασης. Με αυτή την έννοια, στην αντιπαράθεση μεταξύ Sweezy και Weisskopf ο πρώτος έχει προφανώς δίκαιο.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Berle A. & Means G. (1932), The Modern Corporation and Private Property, Transaction Publishers.

 

Catephores G. (1994), ‘The imperious Austrian: Schumpeter as Bourgeois Marxist’, New Left Review vol.I/205, May – June.

 

Galbraith J.K. (1952), A Theory of Price Control, Harvard University Press.

 

Galbraith J.K. (1973), Economics and the Public Purpose, Houghton Mifflin.

 

Skidelsky R. (2006), ‘Review of R.Parker, ‘J.K.Galbraith: His Life, His Politics, His Economics’, Journal of Economic Literature vol.XLIV (March).

 

Sweezy P. (1973), ‘Galbraith’s Utopia’, New York Review, November 15.

 

Weisskopf W. (1973), ‘Alliance with Galbraith?, New York Review, November 15.

 


[1] Θα μπορούσε ίσως να προστεθεί – με την επιφύλαξη της μη πρόωρης «αγιοποίησης», κατά τα εκκλησιαστικά θέσφατα – ότι ο J.Stiglitz βάζει πιθανά μία σοβαρή υποψηφιότητα συμμετοχής στην ομάδα αυτή.

[2] Ο K.Marx και ο F.Engels είχαν χαρακτηρίσει ένα παραπλήσιο φαινόμενο μεταξύ των διανοουμένων του 19ου αι. – που αφορούσε άλλωστε και τους ίδιους – «ως αποστάτες της τάξης τους».

[3] Ο όρος «γελωτοποιός» μπορεί σήμερα να ακούγεται ως υποτιμητικός. Όμως κάθε άλλο παρά αυτή είναι η χρήση του από τον Skidelsky. Ο τελευταίος προφανώς αναφέρεται στον πραγματικό ρόλο του γελωτοποιού στις μεσαιωνικές αυλές, ο οποίος δεν ήταν απλά του διασκεδαστή αλλά επίσης αυτού που είχε το θεσμικό δικαίωμα και ταυτόχρονα την ασυλία να κάνει αιχμηρή και ρηξικέλευθη κριτική (με την μορφή της διακωμώδησης) στις αποφάσεις και τις πράξεις της εξουσίας, όντας ταυτόχρονα οργανικό τμήμα της.

[4] Υπάρχουν θεωρίες που αναγνωρίζουν την ύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ακόμη και την αντιπαράθεση μεταξύ τους. Όμως οι κοινωνικές ομάδες αυτές δεν είναι σχετικά σταθερές μακροχρόνια οντότητες αλλά μάλλον μεσοπρόθεσμες κοινωνικές συσσωματώσεις, που μακροχρόνια αλλάζουν ή αποσυντίθενται και εμφανίζονται νέες (π.χ. τα λεγόμενα «νέα κοινωνικά κινήματα»). Δηλαδή δεν χαρακτηρίζονται από την δομική σταθερότητα και τον μακροχρόνιο κύκλο ζωής των κοινωνικών τάξεων. Επίσης αυτές οι κοινωνικές ομάδες δεν είναι θεμελιακά αντιπαραθετικές μεταξύ τους, όπως οι κοινωνικές τάξεις, αλλά φάσεις αντιπαράθεσης μπορεί να ακολουθηθούν από φάσεις συνεργασίας.

[5] Ο πατέρας του ήταν «Φιλελεύθερος» κατά την βορειοαμερικανική ορολογία, δηλαδή με προοδευτικές πολιτικές και κοινωνικές θέσεις (κατά την ευρεία έννοια του όρου) και όχι φιλελεύθερος στις οικονομικές απόψεις του.

[6] Εννοείται για τις μη-νεοκλασσικές θεσμιστικές προσεγγίσεις και όχι φυσικά για το νεοκλασσικό θεσμισμό που ουσιαστικά δεν αποτελεί ετερόδοξο ρεύμα.

—————————————————————————

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s