Daily Archives: 11/02/2011

Η σημερινή κατάσταση της Θεωρίας της Ανάπτυξης

 

Η σημερινή κατάσταση της Θεωρίας της Ανάπτυξης

Στ. Δ. Μαυρουδέας

 

τμήμα του προλόγου στo βιβλίο του John Martinussen «Κοινωνία, Κράτος και Αγορά», ΣΑΒΒΑΛΑΣ, 2007

 

 

Ποια είναι όμως σήμερα τα κρίσιμα ζητήματα στην Θεωρία της Ανάπτυξης; Ως γνωστόν, το επιστημονικό πεδίο αυτό συγκροτήθηκε για να μελετήσει τα ιδιαίτερα προβλήματα ανάπτυξης τους που αντιμετωπίζουν μία σειρά χώρες όπου το καπιταλιστικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα εγκαθιδρύθηκε αργότερα από ότι στις χώρες εκείνες που πρώτες προχώρησαν στον δρόμο αυτό. Συγκεκριμένα, το καπιταλιστικό σύστημα εδραιώθηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Βόρεια Αμερική. Με βάση τις ιστορικές διαδρομές και τις εμπειρίες των περιοχών αυτών συγκροτήθηκε ουσιαστικά η οικονομική – και όχι μόνο – ανάλυση της διαδικασίας ανάπτυξης μίας χώρας μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Φυσικά, μέσα σε αυτές τις γεωγραφικές περιοχές εμφανίζονται σημαντικές διαφορές καθώς υπάρχουν ομάδες χωρών που και σε διαφορετικούς ιστορικούς χρόνους και με διαφορετικούς τρόπους μπήκαν στην τροχιά της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παραδείγματος χάριν, είναι διαφορετική η ιστορική διαδρομή των χωρών στις οποίες εγκαθιδρύθηκε πρώτα το καπιταλιστικό σύστημα (Αγγλία, Γαλλία κλπ.) από αυτή χωρών που ακολούθησαν αργότερα (η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία αυτή). Γενικά όμως, θεωρήθηκε ότι τα προβλήματα ανάπτυξης που αντιμετωπίζουν οι υπόλοιπες χώρες, όπου καθυστέρησε ακόμη περισσότερο να εγκαθιδρυθεί το καπιταλιστικό σύστημα, έχουν ιδιαίτερες πτυχές και επομένως απαιτούν ένα ιδιαίτερο πεδίο μελέτης. Πολύ απλά, αποτέλεσε λίγο – πολύ κοινή πεποίθηση των περισσότερων ρευμάτων τόσο μέσα στα Οικονομικά όσο και γενικότερα στις κοινωνικές επιστήμες ότι υπάρχουν σοβαρές ιδιαιτερότητες που εμποδίζουν τις χώρες αυτές να ακολουθήσουν τα βήματα των εκείνων που προηγήθηκαν. Έτσι οι χώρες αυτές συνήθως υπό τον τίτλο Τρίτος Κόσμος – με όλα τα ερωτήματα και τα προβλήματα έχουν οι διάφοροι ορισμοί του και που τα παρουσιάζει άλλωστε εξαιρετικά ο Martinussen – ορίσθηκαν ως το πεδίο μελέτης της θεωρίας της Ανάπτυξης. Το κεντρικό ερευνητικό πρόβλημα ήταν με ποιο τρόπο θα αναπτυχθούν οι χώρες αυτές. Εδώ και πάλι διαπιστώθηκε, από διαφοερικές σκοπιές και με διαφορετικές ερμηνείες, ότι οι πολιτικές ανάπτυξης που εφαρμόσθηκαν στις αναπτυγμένες χώρες δεν είναι κατάλληλες – τουλάχιστον χωρίς δραστικές αλλαγές – για να εφαρμοσθούν στις υπανάπτυκτες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Επιπλέον όμως, χρειάζονται και διαφορετικές, ειδικού τύπου αναπτυξιακές πολιτικές. Όχι αδικαιολόγητα επομένως, η Θεωρία της Ανάπτυξης γνώρισε ιδιαίτερη δημοτικότητα και είχε βαρύνουσα πολιτική σημασία ιδιαίτερα στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο με το τελευταίο μεγάλο κύμα ανεξαρτητοποιήσεων χωρών. Το πρακτικό ερώτημα που ετίθετο ήταν αν θα κατόρθωναν οι νεο-ανεξαρτητοποιούμενες χώρες εκτός από πολιτικά να είναι και οικονομικά ανεξάρτητες από τις παλιές αποικιοκρατικές δυνάμεις. Βασική προϋπόθεση για το τελευταίο αποτελούσε η εκκίνηση της διαδικασίας ανάπτυξης των σχετικά καθυστερημένων οικονομιών τους.

Υπάρχει ένα επιπλέον στοιχείο που σημάδεψε την ανάπτυξη της Θεωρίας της Ανάπτυξης. Αποτέλεσε κοινή πεποίθηση σχεδόν όλων των θεωρητικών προσεγγίσεων (ακόμη και των περισσότερο ορθόδοξων μέσα στα Οικονομικά) ότι το πρόβλημα της ανάπτυξης των χωρών του Τρίτου Κόσμου δεν είναι απλά «οικονομικό» – με τον στενό τρόπο που κατανοούν αυτή την διάσταση τα ορθόδοξα, νεοκλασσικά Οικονομικά – αλλά έχει άμεσες και ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές προκείμενες και συνεπακόλουθα.

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαία μία παρέκβαση. Στα πρώτα βήματα της συγκρότησης των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, στην εποχή του Διαφωτισμού – που δεν συνέπεσε τυχαία με την εποχή συγκρότησης του καπιταλιστικού συστήματος – ουσιαστικά υπήρχε μία ενιαία επιστήμη των κοινωνικών σχέσεων, κυρίως με την μορφή της φιλοσοφίας. Στην συνέχεια αυτή διασπάσθηκε σε τρία κατ’ αρχήν βασικά ¨επιστημονικά πεδία, αυτά της οικονομίας, της πολιτικής και της κοινωνίας. Έτσι συγκροτήθηκε ο παραδοσιακός ακαδημαϊκός διαχωρισμός των κοινωνικών επιστημών σε επιστήμη της οικονομίας, της κοινωνίας (Κοινωνιολογία) και της πολιτικής (Πολιτική Επιστήμη). Ο διαχωρισμός αυτός έχει, μεταξύ άλλων, δύο κρίσιμες συνεπαγωγές. Αφενός, αποκρύπτει το γεγονός ότι το κοινωνικό σύστημα είναι ενιαίο και οι επιμέρους διαστάσεις του συνδέονται στενά μεταξύ τους. Η συσκότιση αυτή – δηλαδή ο φαινομενικός διαχωρισμός οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής – είναι αναγκαίος για την εύρυθμη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος καθώς το τελευταίο γεννήθηκε με την επίκληση της ελευθερίας (κυρίως της οικονομικής δραστηριότητας), της ισότητας (κυρίως των πολιτικών δικαιωμάτων) και της αδελφότητας (της κοινωνικής αλληλεγγύης). Όμως, γρήγορα έγινε προφανές ότι η πολιτική ισότητα και ακόμη και η κοινωνική αλληλεγγύη φαλκιδεύονται από τις ανισότητες που παράγει η οικονομική ελευθερία μίας ταξικής κοινωνίας διαιρεμένης μεταξύ καπιταλιστών και μισθωτών εργατών, όπου μάλιστα κυριαρχούν οι πρώτοι. Η αποσύνδεση, επομένως, των τριών αυτών θεμελιακών διαστάσεων των κοινωνικών σχέσεων και η μελέτη τους ως ξεχωριστά επιστημονικά αντικείμενα βοηθούσε στην κατ’ αρχήν αποφυγή προβληματικών για την καθεστηκυία τάξη ερωτημάτων και συμπερασμάτων, όπως επισημαίνουν και οι Ψυχοπαίδης & Αγγελίδης (1993). Φυσικά, στα πρώτα τους βήματα, οι τρεις αυτοί παραδοσιακοί κλάδοι των κοινωνικών επιστημών διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τις μεταξύ τους συνδέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη εκδοχή μίας επιστήμης των οικονομικών σχέσεων, η Πολιτική Οικονομία, εγκαθιδρύεται εξ ορισμού στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων ξεκινώντας την μελέτη της από κοινωνικές σχέσεις και φυσικά συνδέοντας την στενά με την σφαίρα της πολιτικής. Είναι μόνο στα τέλη του 19ου με τις αρχές του 20ου αιώνα που η νέα κυρίαρχη επιστημονική προσέγγιση, τα νεοκλασσικά Οικονομικά, αφαιρούν εντελώς τις κοινωνικές διαστάσεις (που μελετούν την συμπεριφορά οικονομούντων ατόμων) και επιπλέον υπάγει όλη την μελέτη των οικονομικών σχέσεων στις ανταλλακτικές δραστηριότητες (παραγνωρίζοντας την σφαίρα της παραγωγής). Έτσι, σήμερα μέσα στην οικονομική θεωρία υπάρχει ένα κυρίαρχο, ορθόδοξο ρεύμα που συγκροτείται με βάση την νεοκλασσική προσέγγιση και που ορίζει το περιεχόμενο της οικονομικής θεωρίας ως στενά Οικονομικά, δηλαδή τις ανταλλακτικές σχέσεις ατομικιστικά δρώντων υποκειμένων. Ταυτόχρονα, υπάρχει πάντα ένα μειοψηφικό ρεύμα που συγκροτείται με βάση είτε την παράδοση των A.Smith και D.Ricardo (και σε στενή συνάφεια με Κεϋνσιανές προσεγγίσεις) είτε την παράδοση του K.Marx και που ορίζει το περιεχόμενο της οικονομικής θεωρίας ως Πολιτική Οικονομία, δηλαδή το σύνολο των οικονομικών σχέσεων κοινωνικών τάξεων.

Η διαίρεση αυτή έχει σοβαρές επιπτώσεις για την Θεωρία της Ανάπτυξης. Η τελευταία είναι ένα πεδίο που, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτή την πορεία ηγεμόνευσης της οικονομικής θεωρίας από τα Οικονομικά. Όπως προαναφέρθηκε, ακόμη και ορθόδοξες προσεγγίσεις αναγνώριζαν ότι για να μελετηθούν τα προβλήματα των λιγότερο αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών δεν αρκούσε το στενό νεοκλασσικό πλαίσιο αλλά θα έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψη και πολλοί άλλοι κοινωνικο-πολιτικοί παράγοντες. Οι αντιπαραθέσεις για το πως ορίζεται η Ανάπτυξη – και με τι δείκτες πρέπει να αποτιμηθεί – δείχνει ότι ακόμη και οι πιο στενές θεωρήσεις της αναγνώριζαν την ανάγκη εισαγωγής κοινωνικών διαστάσεων και δεικτών. Με αυτή την έννοια, η Θεωρία της Ανάπτυξης παρέμεινε μέχρι σήμερα ένα αιρετικό πεδίο μέσα στην οικονομική θεωρία αλλά και γενικότερα στις κοινωνικές επιστήμες καθώς, ρητά είτε άρρητα, αμφισβητούσε πλευρές του παραδοσιακού ακαδημαϊκού διαχωρισμού των κοινωνικών επιστημών αλλά και την ηγεμονία της νεοκλασσικής προσέγγισης μέσα στην οικονομική θεωρία.

 

 

Ο ιμπεριαλισμός των Οικονομικών και η Θεωρία της Ανάπτυξης

 

Σήμερα, από πολλές πλευρές αναγνωρίζεται ότι βρισκόμαστε εμπρός σε μία καμπή. Τα ορθόδοξα Οικονομικά εμφανίζουν μία τάση ιμπεριαλιστικής επέκτασης σε πεδία και αντικείμενα που μέχρι πρότινος παρέμεναν εκτός ή στο περιθώριο της εμβέλειας τους. Παραδείγματος χάριν, ο Ε.Lazear (2000), σε ένα επετειακό τεύχος του Quarterly Journal of Economics για την κατάσταση των Οικονομικών εμπρός στον 21ο αιώνα, επισημαίνει και επικροτεί την τάση αυτή. Από την πλευρά της Πολιτικής Οικονομίας, ο Β.Fine (2002) – αναφερόμενος μεταξύ άλλων και ειδικά στην Θεωρία της Ανάπτυξης – συμφωνεί μεν με την διάγνωση αλλά αντιτίθεται στην τάση αυτή θεωρώντας την αρνητική. Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της ιμπεριαλιστικής τάσης των Οικονομικών είναι ότι τα τελευταία διαθέτουν ένα καλύτερο αναλυτικό και μεθοδολογικό οπλοστάσιο σε σύγκριση με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες ή τις ανταγωνιστικές σε αυτά προσεγγίσεις. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η έμφαση στο έλλογο άτομο και στην συμπεριφορά του, στις ορθολογικές επιλογές του μεταξύ κόστους και οφέλους, προσπάθειας και απόλαυσης και η σχετικά εύκολη συνακόλουθη μαθηματική μοντελοποίηση τους με βάση την οριακή ανάλυση κάνουν τα Οικονομικά μία «σκληρή επιστήμη» (hard science) – περίπου κατά το πρότυπο των φυσικών επιστημών – όπου προτάσεις και επιχειρήματα μπορούν να αξιολογηθούν εμπειρικά χωρίς περιθώρια αμφισημιών και διαφορετικών ερμηνειών. Κατά συνέπεια, θεωρείται ότι η υιοθέτηση της προσέγγισης και των αναλυτικών και ποσοτικών τεχνικών των Οικονομικών θα δώσει και σε άλλα επιστημονικά πεδία έναν τέτοιο υπέρτερο χαρακτήρα και θα τα βοηθήσει να ξεφύγουν από γενικόλογες, αμφιλεγόμενες «κοινωνιολογίζουσες» διατυπώσεις.

Ο Fine (2002) επισημαίνει δύο βασικά οχήματα αυτού του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών. Το πρώτο ξεκινά από την δουλειά του βραβευμένου με Νόμπελ G.Becker, ο οποίος με την θεωρία του περί ανθρωπίνου κεφαλαίου ουσιαστικά επεκτείνει το πεδίο των Οικονομικών σε μέχρι πρότινος ξένες επιστημονικές περιοχές. Ουσιαστικά προτείνει ότι διαδικασίες και θεσμικά συστήματα (όπως η εκπαίδευση), όπου δεν υπάρχουν ή είναι πολύ περιορισμένες οι αγορές, μπορούν να αναλυθούν ως οιωνεί αγορές προϊόντων με παραγωγούς και καταναλωτές και αντίστοιχα κόστη και τιμές αγοράς. Με τον τρόπο αυτό παραμερίζεται κάθε κοινωνικο-πολιτική διάσταση και η τυπική ατομικιστική ανάλυση των Οικονομικών μπορεί εύκολα να εισαχθεί στα πεδία αυτά. Είναι ενδεικτικό ότι ο ίδιος ο Becker (1990, σ: 39) αναγνωρίζει ότι «ο οικονομικός ιμπεριαλισμός είναι πιθανά μία καλή περιγραφή του τι κάνει». Το πρώτο αυτό όχημα διείσδυσης έχει πράγματι επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα, εισάγοντας πράγματι τα Οικονομικά σε νέες περιοχές. Ταυτόχρονα όμως συναντά και ισχυρές αντιστάσεις καθώς, μετατρέποντας τα πάντα σχεδόν σε οιωνεί αγορές, χάνει κάθε συλλογική και κοινωνική διάσταση και εύλογα καταλήγει σε αναλυτικά προβλήματα και αδιέξοδα. Επιπλέον, συγκρούεται μετωπικά με τις μεθοδολογικές και αναλυτικές παραδόσεις των επιστημονικών αυτών περιοχών με αποτέλεσμα να συναντά ισχυρές αντιστάσεις από μακρόχρονα εδραιωμένες θεωρίες και προσεγγίσεις.

Το δεύτερο όχημα διείσδυσης που επισημαίνει ο Fine (2002) είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένο και ευέλικτο. Σηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την δουλειά του επίσης βραβευμένου με Νόμπελ J.Stiglitz, που αφενός αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της πληροφορίας και αφετέρου αμφισβητεί την κυρίαρχη στα Οικονομικά θέση περί τέλειων αγορών. Η ύπαρξη ατελούς και ασύμμετρης πληροφόρησης μεταξύ των οικονομικά δρώντων υποκειμένων οδηγεί σε ατελείς αγορές. Συνεπώς, είναι αναγκαία η ύπαρξη κοινωνικών θεσμών και ενός ενεργητικότερου ρόλου του κράτους (πάντα βέβαια απλά ως αρωγού, επιδιορθωτή και επιτελείου της αγοράς). Η προσέγγιση αυτή μαζί με τα ευδοκιμούντα σήμερα ρεύματα του νεοκλασσικού θεσμισμού (North (1995) κα.) έχουν το προσόν ότι αποφεύγουν ένα φονταμενταλισμό της αγοράς και δίνουν κάποια περιθώρια αποδοχής της ύπαρξης και μελέτης κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγουν πολλά από τα αναλυτικά προβλήματα και αδιέξοδα του πρώτου οχήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως οι βασικές αδυναμίες της νεοκλασσικής προσέγγισης (ο μεθοδολογικός ατομισμός και η εστίαση στις αγοραίες σχέσεις), έστω και τροποποιημένες, παραμένουν.

Η Θεωρία της Ανάπτυξης είναι, όπως επισημαίνει ο Fine (2002), ένα από τα κατ’ εξοχήν πεδία που δοκιμάζεται αυτή η διείσδυση του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών. Η διείσδυση αυτή παίρνει ταυτόχρονα την μορφή αναλυτικών προσεγγίσεων στο πρόβλημα της ανάπτυξης και συνεπακόλουθων αναπτυξιακών πολιτικών. Έτσι, την προηγούμενη εικοσαετία υπήρξε μία ριζική αλλαγή τόσο του περιεχομένου της αναπτυξιακής ανάλυσης όσο και των αναπτυξιακών πολιτικών. Υπό την επήρεια των νεοφιλελεύθερων ρευμάτων παραμερίσθηκαν οι κοινωνικο – πολιτικές διαστάσεις της ανάπτυξης και επικράτησε η πεποίθηση ότι η απλή – και συχνά απότομη – εισαγωγή αγοραίων διαδικασιών θα έλυνε τα όποια προβλήματα. Έτσι κυριάρχησαν η στρατηγική και οι πολιτικές που ονομάσθηκαν Συναίνεση της Ουάσινγκτον (Washington Consensus): αναίρεση των ελέγχων και των περιορισμών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων, ιδιωτικοποιήσεις, περιοριστικές νομισματικές, δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές, απόσυρση του κράτους από την οικονομία κλπ. Οι σκληρές αυτές οικονομικές πολιτικές θα επέβαλλαν εν ευθέτω χρόνω και τις ανάλογες τροποποιήσεις στην κοινωνία και στην πολιτική. Τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα από τα αναμενόμενα καθώς οι χώρες που υιοθέτησαν τις πολιτικές αυτές – συχνά υπό την πίεση των διεθνών οργανισμών που εδρεύουν στην Ουάσινγκτον (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα) – κατέληξαν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Το χάσμα μεταξύ αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών διευρύνθηκε. Επίσης επιδεινώθηκε, στις περισσότερες περιπτώσεις η εσωτερική διανομή του πλούτου καθώς η εισοδηματική κατάσταση ακόμη μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού χειροτέρευσε. Η κατάσταση των χωρών της υπο-Σαχάριας Αφρικής αλλά και η χρεοκοπία μιας σχετικά αναπτυγμένης χώρας όπως η Αργεντινή είναι μερικά μόνο παραδείγματα της αποτυχία των πολιτικών της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον. Την χαριστική βολή στην δημοτικότητα των πολιτικών αυτών έδωσαν μία σειρά εθνικές και περιφερειακές οικονομικές κρίσεις, όπως η Ασιατική.

Στα προβλήματα και τα αδιέξοδα της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον προσπαθεί να απαντήσει ένα ολοένα και πιο δημοφιλές ρεύμα σήμερα, η μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεση. Το ρεύμα σηματοδοτείται από τον J.Stiglitz και αρκετές φορές ονομάζεται και Νέα Οικονομικά της Ανάπτυξης, όπως χαρακτηρίζονται στην αιτιολόγηση της απονομής του βραβείου Νόμπελ στον Stiglitz (Nobel (2001), σ.10). Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον αποτυγχάνουν γιατί αδυνατούν να κατανοήσουν ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες χαρακτηρίζονται από σημαντικές ατέλειες των αγορών και από ελλειπή θεσμικά συστήματα που αδυνατούν να διορθώσουν τις ατέλειες αυτές. Χαρακτηριστικά, οι Stiglitz & Hoff (2001) υποστηρίζουν ότι «αφήνοντας έξω την ιστορία, τους θεσμούς και τα ζητήματα που άπτονται της διανομής εισοδήματος τα νεοκλασσικά οικονομικά άφηναν εκτός την καρδιά των οικονομικών της ανάπτυξης». Αντιθέτως, η νέα προσέγγιση υποστηρίζει ότι η αναπτυξιακή πολιτική δεν πρέπει να στοχεύει μόνο στις αγορές αλλά και στους θεσμούς. Στην θέση της νεοφιλελεύθερης απόσυρσης του κράτους από την οικονομία προτείνεται ένας συμπληρωματικός ως προς την οικονομία ρόλος για το κράτος και τονίζεται – συχνά με αναφορές κυρίως στις ιστορικές εμπειρίες των οικονομιών της Άπω Ανατολής – ότι χωρίς αυτόν δεν μπορεί να πυροδοτηθεί η αναπτυξιακή διαδικασία. Σε καμία όμως περίπτωση το κράτος αυτό δεν πρέπει να είναι το παρεμβατικό κράτος προηγούμενων περιόδων. Επί της ουσίας, η ατζέντα πολιτικών που προωθούσε η Συναίνεση της Ουάσινγκτον παραμένει εν πολλοίς η ίδια αλλά με ορισμένες κρίσιμες τροποποιήσεις. Η άρση των περιορισμών και των ελέγχων στις αγορές και στις διεθνείς κεφαλαιακές κινήσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις φιλελευθεροποίηση των αγορών κλπ. δεν πρέπει να πραγματοποιούνται με ένα βίαιο τρόπο που να αγνοεί τα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα. Αντιθέτως, επιβάλλεται μία σταδιακή προσαρμογή και η συγκρότηση θεσμικών και κρατικών μηχανισμών που να καθοδηγούν, να διορθώνουν (όπου υπάρχουν ατέλειες) και να ελέγχουν (για φαλκιδεύσεις και παράνομες πρακτικές) την αγορά. Επιπλέον, μειώνεται η έμφαση στις περιοριστικές νομισματικές, δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές και αφήνονται κάποια περιθώρια για πιο διακριτικές (με την έννοια της στόχευσης σε συγκεκριμένους στρατηγικούς κλάδους και προβλήματα) και ενεργητικές πολιτικές.

Είναι γεγονός ότι η κριτική της μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεσης στην προκάτοχο της είναι σε πολλά σημεία εξαιρετικά εύστοχη. Το ερώτημα όμως είναι εάν αυτή αποτελεί μία πραγματική εναλλακτική διέξοδο. Στο αναλυτικό επίπεδο η Συναίνεση της Ουάσινγκτον βασίζεται στην στενή αντίληψη των Οικονομικών και αγνοεί τις κοινωνικο-πολιτικές διαστάσεις του αναπτυξιακού προβλήματος. Αυτή όμως η αδυναμία δεν μπορεί να επιλυθεί με μία Γκραμσιανή παθητική επανάσταση το έδαφος των Οικονομικών, όπως ουσιαστικά επαγγέλλεται η νέα προσέγγιση. Δεν αρκεί να προσθέσει κανείς ένα ρόλο για το κράτος και τους θεσμούς για να συλλάβει τις διαστάσεις αυτές. Πολύ δε περισσότερο είναι εξαιρετικά προβληματικό το να εισάγει κανείς το ρόλο του κράτους και των θεσμών μέσω απλά των πληροφοριακών ασυμμετριών και των ατελειών της αγοράς. Αν η προσέγγιση του Becker κατασκευάζει οιωνεί αγορές εκεί που δεν υπάρχουν αγορές, η κατά Stiglitz προσέγγιση φαίνεται να κατασκευάζει οιωνεί κοινωνίες ως συμπληρωματικά στοιχεία προς τις αγορές. Με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζει ότι οι θεσμοί και οι κρατικοί μηχανισμοί δεν δημιουργούνται απλά και μόνο για να λειτουργήσουν ως επόπτες και επιδιορθωτές των αγοραίων ατελειών αλλά επειδή υπάρχουν ισχυρά κοινωνικά συμφέροντα και διεργασίες, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις σχέσεις της αγοράς (τις σχέσεις ανταλλαγής κατά την Πολιτική Οικονομία). Αυτά τα κοινωνικά συμφέροντα και διεργασίες δημιουργούν θεσμικά και πολιτικά πλαίσια και κανόνες και όχι λίγες φορές δημιουργούν και τις αγορές. Επιπλέον, αυτή η διαίρεση σε διαφορετικά κοινωνικά συμφέροντα δεν είναι αποτελέσμα της δράσης ατόμων με διαφορετικά επίπεδα πληροφόρησης αλλά μεγάλων κοινωνικών συλλογικοτήτων, δηλαδή κοινωνικών ομάδων και τάξεων. Αυτές οι μεγάλες κοινωνικές συλλογικότητες δεν συγκροτούνται με βάση περισσότερο ή λιγότερο παροδικά επίπεδα πρόσβασης στην πληροφορία αλλά με βάση την δομική θέση τους μέσα στο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Με λίγα λόγια, είναι επιεικώς ανεπαρκής η εισαγωγή της κοινωνικής διάστασης με το τρόπο που δοκιμάζει να το κάνει η νέα προσέγγιση.

Στο επίπεδο των αναπτυξιακών πολιτικών η μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεση δείχνει πράγματι μία μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στα προβλήματα των υπανάπτυκτων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και δεν προσπαθεί να επιβάλλει με τον τυποποιημένο και συχνά βίαιο τρόπο της προκατόχου της τις επιλογές – και τα συμφέροντα – των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η κατανόηση από μέρους της του ρόλου του κράτους και των ενεργητικών πολιτικών. Παρόλα αυτά όμως η γενική ατζέντα πολιτικών της σε πολύ λίγα ζητήματα διαφέρει από αυτή της προκατόχου της. Η πιο αξιοσημείωτη διαφορά ίσως είναι μόνον η έμφαση σε μία καλύτερη διανομή εισοδήματος και στην ενεργητικότερη καταπολέμηση της φτώχειας. Όμως ακόμη και αυτά θεωρείται ότι θα προκύψουν σαν αποτέλεσμα της δράσης της αγοράς που θα συνεπικουρείται, θα διορθώνεται και θα καθοδηγείται από το κράτος. Σε καμία περίπτωση δεν προβλέπονται πιο δραστικές μέθοδοι που θα υπερβαίνουν τα όρια και τους περιορισμούς της αγοράς, που όμως όπως έχει δειχθεί στην μέχρι σήμερα μακρόχρονη πορεία της Θεωρίας της Ανάπτυξης είναι τις περισσότερες φορές απαγορευτικοί.

 

 

Απέναντι στον ιμπεριαλισμό των Οικονομικών τι;

 

Πριν προχωρήσει περαιτέρω, αξίζει να μελετηθεί εάν αυτός ο ιμπεριαλισμός των Οικονομικών αποτελεί ένδειξη δύναμης ή υποκρύπτει ουσιαστικές αδυναμίες. Οι ορθόδοξοι υποστηρικτές του και αλλά και αρκετοί από τους αντιπάλους του από την πλευρά της Πολιτικής Οικονομίας αλλά και γενικότερα των κοινωνικών επιστημών υποστηρίζουν το πρώτο. Φυσικά, για διαφορετικούς λόγους οι μεν από τους δε. Για τους ορθόδοξους υποστηρικτές του είναι απόδειξη της αναλυτικής και μεθοδολογικής υπεροχής των Οικονομικών. Από τους αντιπάλους του δεν γίνεται αποδεκτή αυτή η υπεροχή αλλά θεωρείται ότι τα Οικονομικά έχουν κατορθώσει να ελέγξουν ασφυκτικά το πεδίο της οικονομικής θεωρίας ακριβώς γιατί δικαιολογούν και συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Γι’ αυτό τον λόγο δοκιμάζεται να επεκταθούν και σε άλλες «αντιστεκόμενες» περιοχές.

Είναι γεγονός ότι το επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο. Παρόλα αυτά όμως αξίζει να επισημανθεί ότι ενδεχομένως αυτή η ισχύς κρύβει βαθύτερες αδυναμίες. Αυτή η έξοδος των Οικονομικών σε άλλες επιστημονικές περιοχές επιβάλλεται σε μεγάλο βαθμό από τις αποτυχίες τους να αναλύσουν ορθά το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα και να προτείνουν πολιτικές που να επιλύουν βασικά προβλήματα του. Η αδυναμία των παραδοσιακών Οικονομικών να κατανοήσουν και να συμπεριλάβουν στην οικονομική τους ανάλυση μία σειρά κοινωνικές σχέσεις και διεργασίες (όπως την εκπαίδευση) τα οδήγησαν σε μία σειρά αποτυχίες, παρά την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία τους. Γι’ αυτό ακριβώς δοκιμάζουν να εισχωρήσουν σε αυτά τα προβληματικά πεδία. Όμως αυτή η εισχώρηση δημιουργεί ίσως περισσότερα αναλυτικά προβλήματα από όσα λύνει και ταυτόχρονα εισάγει επικίνδυνα θέματα και ερωτήματα. Δηλαδή η προσπάθεια κατάκτησης περιοχών και θεμάτων όπου το κοινωνικό ζήτημα τίθεται επί τάπητος εξ ορισμού αναγκάζει τα Οικονομικά να κάνουν παρακινδυνευμένες τροποποιήσεις στο αναλυτικό οπλοστάσιο τους, που θέτουν σε κίνδυνο την συνοχή του. Επιπλέον, από την στιγμή που θα τεθούν – έστω και μεταμφιεσμένα – κρίσιμα κοινωνικά ερωτήματα και ζητήματα, κινδυνεύουν πάντα να προκύψουν μη-αποδεκτές απαντήσεις. Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε ότι τα Οικονομικά θα κινδύνευαν να χάσουν ακριβώς αυτό που αποτέλεσε το πιο ισχυρό στοιχείο τους: την δικαιολόγηση και την εύρυθμη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Η απόλυση του J.Stiglitz από την Παγκόσμια Τράπεζα λόγω των διαφωνιών του είναι ίσως μία ένδειξη της διάστασης αυτής.

Πέρα όμως από όλα αυτά, είναι καταδικασμένη η Θεωρία της Ανάπτυξης να προσαρμοσθεί στις απαιτήσεις αυτού του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών, έτσι όπως αυτός εκφράζεται είτε από το ένα είτε από το άλλο ρεύμα του; Κάτι τέτοιο θα ήταν λυπηρό για έναν κλάδο που έχει δώσει μία πλούσια συνεισφορά στις κοινωνικές επιστήμες. Ο περιορισμός της προβληματικής του στα στενά πλαίσια των Οικονομικών στην καλύτερη περίπτωση θα τον μετέτρεπε σε ένα ακόμη παρακλάδι με αφυδατωμένη οπτική και τυποποιημένες θεωρήσεις και συμπεράσματα. Πολύ δε περισσότερο μάλλον θα επέτεινε τα προβλήματα ανάπτυξης των υπανάπτυκτων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών καθώς τόσο το ορθόδοξο όσο και το ετερόδοξο νεοκλασσικό ρεύμα δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να συνεισφέρουν σοβαρά στην επίλυση των προβλημάτων των χωρών αυτών.

Και όμως, – σε μία εποχή που οι αδυναμίες και τα προβλήματα των ορθόδοξων προσεγγίσεων επιστρέφουν ξανά στο προσκήνιο – αξίζει να δοκιμασθεί ένας άλλος δρόμος: η επαναφορά του κοινωνικού ζητήματος στο επίκεντρο και η καλλιέργεια και η ανάπτυξη προσεγγίσεων που να εστιάζουν σε αυτό χωρίς να υποτάσσονται σε καθεστηκυίες σκοπιμότητες. Βασική προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελεί η υπέρβαση των συσκοτιστικών κατακερματισμών των γνωστικών αντικειμένων των κοινωνικών επιστημών και η επανάκτηση της ενότητας και των διασυνδέσεων τους. Άλλωστε η ανάγκη γι’ αυτό είναι σήμερα ιδιαίτερα προφανής, έστω και στρεβλά, με την εμφάνιση ενός μεγάλου φάσματος νέων διεπιστημονικών αντικειμένων και προσεγγίσεων. Ιδιαίτερα στο πεδίο της Θεωρίας της Ανάπτυξης ένα τέτοιο εγχείρημα διαθέτει ήδη ισχυρά θεμέλια.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Becker, G. (1990), ‘Gary S. Becker’ σε Swedberg, R. (ed.) Economics and Sociology, Redefining Their Boundaries: Conversations with Economists and Sociologists, Πρίνστον: Princeton University Press, σ. 27-46.

 

Fine, B. (2002), ‘Economics Imperialism and the New Development Economics as Kuhnian Paradigm Shift?’, World Development τομ. 30, νο. 12, σ.2057–2070.

 

Lazear, E. (2000), ‘Economic imperialism’, Quarterly Journal of Economics, τομ. 115, νο. 1, σ.99–146.

 

Nobel (2001), ‘Markets with Asymmetric Information’, Advanced Information, http://www.nobel.se/economics/laureates/2001/public.html.

 

North, D. (1995), ‘The New Institutional Economics and Third World Development’, σε Harris et al (eds) The New Institutional Economics and Third World Development, Λονδίνο: Routledge.

 

Stiglitz, J. & Hoff, K. (2001), ‘Modern Economic Theory and Development’ σε Meier, G. & Stiglitz, J. (eds), Τhe Future of Development Economics in Perspective, Oξφόρδη: Oxford University Press, σ. 389-459, 2001.

 

Ψυχοπαίδης, Κ. & Αγγελίδης, Μ. (1993), Κείμενα Πολιτικής Οικονομίας και Θεωρίας της Πολιτικής, Αθήνα: Εξάντας.

 

 

Advertisement

Ο Henryk Grossmann και η Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους: Μία πρωτοπόρα προσέγγιση της οικονομικής κρίσης και της μακροοικονομικής δυναμικής

Ο Henryk Grossmann και η Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους:

Μία πρωτοπόρα προσέγγιση της οικονομικής κρίσης και της μακροοικονομικής δυναμικής

Στ. Δ. Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

Περίληψη

Ο H.Grossmann ήταν ο πρώτος Μαρξιστής οικονομολόγος που υποστήριξε ότι η ερμηνεία της οικονομικής κρίσης στο καπιταλιστικό σύστημα πρέπει να βασισθεί στον Μαρξικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους που προκύπτει από την άνοδο της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Έκτοτε η άποψη αυτή από μειοψηφική αρχικά απέκτησε πολύ μεγαλύτερη απήχηση. Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη ανάλυση του Grossmann δέχθηκε οξύτατες κριτικές από μία σειρά οικονομολόγων (όπως ο P.Sweezy, οι Howard & King κ.α.). Η εργασία αυτή παρουσιάζει την ανάλυση του Grossmann, την συγκρίνει με νεώτερες θεωρίες οικονομικής μεγέθυνσης και μελετά τόσο τις παλαιότερες όσο και τις νεώτερες κριτικές της.

1. Εισαγωγή

Ο Henryk Grossmann[1] είναι γνωστός ως ο Μαρξιστής οικονομολόγος που πρώτος, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, επεξεργάσθηκε μία θεωρία κρίσης βασισμένη στον περίφημο Μαρξικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους (ΠΤΠΚ) λόγω ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ΟΣΚ). Η προσέγγιση αυτή, που σήμερα είναι εξαιρετικά δημοφιλής, στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν εξαιρετικά μειοψηφική απέναντι στα άλλα δύο βασικά ρεύματα της Μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης, δηλαδή την θεωρία υποκατανάλωσης και την θεωρία δυσαναλογίας.

Ο Grossmann γεννήθηκε το 1881 στην Κρακοβία και προερχόταν από μία πλούσια εβραϊκή οικογένεια. Σπούδασε νομικά και οικονομικά στην Κρακοβία και στη Βιέννη με τον συντηρητικό οικονομολόγο Bohm-Bawerk και τον Μαρξιστή ιστορικό Karl Grunberg. Εντάχθηκε πολιτικά στην Αριστερά από τα φοιτητικά του χρόνια, υπήρξε ιδρυτικό μέλος του εβραϊκού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γαλικίας και τέλος, το 1918, προσχώρησε στο Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ταυτόχρονα εργαζόταν στην Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία και στο Ελεύθερο Πολωνικό Πανεπιστήμιο. Σαν επακόλουθο της πολιτικής δράσης του αντιμετώπισε διώξεις και συλλήψεις και γι’ αυτό αναγκάσθηκε, το 1925, να μεταναστεύσει στη Γερμανία όπου εργάσθηκε, μετά από πρόσκληση του παλιού καθηγητή του Grunberg, στο περίφημο Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας της Φραγκφούρτης, όπου και αναγορεύθηκε σε καθηγητή το 1930. Εγκατέλειψε την Γερμανία το 1933 με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία και πήγε πρώτα στο Παρίσι και μετά στο Λονδίνο. Το 1937 μετακινήθηκε στη Νέα Υόρκη μαζί με το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας. Μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο, το 1949, επέστρεψε στην Ανατολική Γερμανία και αναγορεύθηκε καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Πέθανε το 1950[2].

Το βασικό έργο του Grossmann είναι «Η Συσσώρευση και η Κατάρρευση του Καπιταλιστικού Συστήματος» («Das Akkumulations-und Zusammenbruchsgesetz des Kapitalistischen Systems») που εκδόθηκε στα γερμανικά το 1929 και μεταφράσθηκε στα Αγγλικά το 1992 (σε μία συντετμημένη έκδοση ως «Ο Νόμος της Συσσώρευσης και Κατάρρευσης του Καπιταλιστικού Συστήματος»). Έγραψε επίσης τα δοκίμια «Ο Sismonde de Sismondi και οι οικονομικές θεωρίες του», στα γαλλικά το 1924, και «Η Εξελικτική Εξέγερση ενάντια στα Κλασσικά Οικονομικά» στα αγγλικά επίσης το 1924. Ένα άλλο σημαντικό έργο του είναι «Η αλλαγή των αρχικών σχεδίων διάρθρωσης του Κεφαλαίου του Marx και τα αίτια τους» («Die Anderung des ursprüngliche Aufbauplans des Marxschen Kapital und ihre Ursachen») που γράφτηκε το 1929 και μελετά την δομή και την μεθοδολογία του Κεφαλαίου του Marx* ένα πεδίο στο οποίο ακολούθησε το περίφημο έργο του Roman Rosdolsky.

Το κείμενο αυτό μελετά την προσέγγιση του Grossmann στο νόμο της ΠΤΠΚ και την ανάλυση μακροοικονομικής δυναμικής που προκύπτει από αυτή. Το αμέσως επόμενο κεφάλαιο παρουσιάζει την ανάλυση του Marx για την ΠΤΠΚ και τις σύγχρονες αντιπαραθέσεις γύρω από αυτή την θέση. Το τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζει την συνεισφορά του Grossmann. Εστιάζει ιδιαίτερα στο πλαίσιο των αντιπαραθέσεων μέσα από τις οποίες προέκυψε η ανάλυση του καθώς επίσης και στην δομή, στις κρίσιμες υποθέσεις και στα πορίσματα της. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην σύγκριση της με νεώτερες θεωρίες οικονομικής μεγέθυνσης και ιδιαίτερα αυτή των Harrod (1939, 1948) και Dommar (1946). Το τέταρτο κεφάλαιο μελετά τόσο παλιότερες όσο και νεώτερες κριτικές στο μοντέλο του Grossmann. Το τελευταίο κεφάλαιο συγκεφαλαιώνει.

2. Ο Μαρξικός νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και οι σύγχρονες αντιπαραθέσεις

Η Μαρξική θέση για την Πτωτική Τάση του Ποσοστού Κέρδους στοχεύει να δείξει ότι το καπιταλιστικό σύστημα διέπεται από κρίσεις που γεννιούνται από εγγενή, οργανικά αίτια. Μάλιστα, ότι παρά το ότι η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας είναι η θεμελιακή σχέση του καπιταλιστικού συστήματος (η σχέση μισθωτής εργασίας), οι κρισιακές τάσεις γεννιούνται στο έδαφος της αλλά ακόμη και όταν δεν υπάρχει μία ενεργητική αλλαγή των ταξικών συσχετισμών προς όφελος της εργασίας. Γι’ αυτό τον λόγο γίνεται συνειδητά αφαίρεση των κρισιακών επιπτώσεων που μπορεί να έχει η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και οι εισοδηματικές αναδιανομές προς όφελος της εργασίας. Κατά συνέπεια, γίνεται συνειδητά αφαίρεση όλων εκείνων του παραγόντων που θα οδηγούσαν σε τέτοιες αλλαγές – και ιδιαίτερα του πληθυσμιακού περιορισμού, δηλαδή της στενότητας ή μη της αγοράς εργασίας. Με βάση τα παραπάνω ο Marx θέλει να δείξει ότι είναι ακριβώς η υπερβολική επιτυχία του καπιταλιστικού συστήματος (η υπερβάλλουσα συσσώρευση, η υπερσυσσώρευση) που οδηγεί στην αποτυχία του (στην πτώση της κερδοφορίας, στην κρίση και τελικά στην απαξίωση κεφαλαίων).

Κατά τον Marx, η βασική κινητήρια δύναμη στο καπιταλιστικό σύστημα – η αναζήτηση κέρδους – υποχρεώνει κάθε ατομικό κεφάλαιο να αγωνίζεται (1) στην διαδικασία εργασίας ενάντια στην εργασία που έχει εκμισθώσει με σκοπό την εξαγωγή υπεραξίας, και (2) στην διαδικασία κυκλοφορίας ενάντια στα άλλα ατομικά κεφάλαια για την πραγματοποίηση της υπεραξίας με την μορφή του κέρδους[3]. Στην πάλη ενάντια στην εργασία ο εκμηχανισμός της παραγωγής είναι το βασικό όπλο του κεφαλαίου γιατί ενισχύει τον έλεγχο του καπιταλιστή επάνω στην διαδικασία εργασίας και την ικανότητα του να αλλάζει προς όφελος του την αναλογία αναγκαίου και πλεονάζοντος χρόνου εργασίας. Αυτό ενισχύει την παραγωγή υπεραξίας μέσω της υπεξαίρεσης κυρίως σχετικής υπεραξίας, η οποία κατά τον Marx είναι ο τύπος που προσιδιάζει περισσότερο στον καπιταλισμό – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και διαδικασίες υπεξαίρεσης απόλυτης υπεραξίας.

Στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, κάθε ατομικό κεφάλαιο αγωνίζεται να μειώσει τα μοναδιαία κόστη παραγωγής (τις μοναδιαίες τιμές κόστους). Αυτό υπαγορεύει την ταχεία εισαγωγή τεχνικών αλλαγών που είναι έντασης κεφαλαίου και εξοικονόμησης εργασίας. Για τον Marx, οι καινοτόμες μέθοδοι παραγωγής οδηγούν σε εργοστάσια μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου στα οποία, υπό συνθήκες κανονικού βαθμού χρησιμοποίησης παραγωγικού δυναμικού (capacity utilization), τα μοναδιαία κόστη παραγωγής θα είναι χαμηλότερα. Κι αυτό γιατί αυξάνοντας την ποσότητα του πάγιου κεφαλαίου (fixed capital) ανά μονάδα προϊόντος επιτυγχάνονται οικονομίες κλίμακας. Επειδή η μεγαλύτερης κλίμακας παραγωγή επιτρέπει σε ένα δεδομένο αριθμό εργατών να επεξεργάζονται μία μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντος, τόσο οι πρώτες ύλες όσο και το προϊόν ανά μονάδα τείνει να αυξηθεί. Ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη ποσότητα πάγιου κεφαλαίου ανά μονάδα προϊόντος συνεπάγεται μεγαλύτερα κόστη απόσβεσης και βοηθητικών υλικών (ηλεκτρισμός, καύσιμα κλπ.) ανά μονάδα προϊόντος. Κατά συνέπεια, για τις καινοτόμες μεθόδους παραγωγής, όσο μεγαλύτερο είναι το κεφάλαιο που προκαταβάλλεται ανά μονάδα προϊόντος τόσο μεγαλύτερο είναι το μοναδιαίο μη-εργασιακό κόστος (μοναδιαίο σταθερό κεφάλαιο) ενώ η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της εργασίας συνεπάγεται χαμηλότερα μοναδιαία εργασιακά κόστη (μοναδιαίο μεταβλητό κεφάλαιο). Για να είναι μία καινοτομούσα μέθοδος παραγωγής κερδοφόρα θα πρέπει η μείωση των τελευταίων να είναι μεγαλύτερη από την αύξηση των πρώτων έτσι ώστε η συνολική επίπτωση να είναι η μείωση του μοναδιαίου κόστους παραγωγής (του αθροίσματος μοναδιαίου σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου). Όμως, υπό δεδομένες τεχνικές συνθήκες, η υπάρχουσα τεχνολογία και γνώση έχει πεπερασμένα όρια. Όταν αυτά τα όρια ξεπερασθούν τυχόν περαιτέρω αυξήσεις της επένδυσης ανά μονάδα προϊόντος θα οδηγήσει σε μικρότερες μειώσεις των μοναδιαίων κοστών παραγωγής. Επομένως, τα πιο αναπτυγμένα ατομικά κεφάλαια θα τείνουν να επιτυγχάνουν ένα χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος παραγωγής αλλά με ένα χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Το χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος παραγωγής τα διευκολύνει να ελέγξουν ένα μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Ταυτόχρονα, επειδή η κυριαρχούσα τιμή αγοράς καθορίζεται από τις μέσες συνθήκες παραγωγής σε κάθε κλάδο και όχι από τα καινοτομούντα ατομικά κεφάλαια, τα τελευταία είναι σε θέση να αποκομίσουν πρόσθετα κέρδη. Τα πρόσθετα αυτά κέρδη αποτελούν μία αναδιανομή της υπεραξίας στο επίπεδο της κυκλοφορίας και προκύπτουν από μία καθαρή μεταφορά υπεραξίας από ατομικά κεφάλαια που λειτουργούν υπό μέσες ή και χαμηλότερες συνθήκες παραγωγής προς τα καινοτομούντα ατομικά κεφάλαια. Αυτά τα πρόσθετα κέρδη και η απώλεια μεριδίων της αγοράς οδηγεί είτε τα άλλα κεφάλαια να υιοθετήσουν τις νέες μεθόδους είτε να απορροφηθούν από τα περισσότερο αναπτυγμένα. Και στις δύο περιπτώσεις θα τείνει να επικρατήσει ένα νέο πρότυπο μέσων συνθηκών παραγωγής που θα χαρακτηρίζεται από μία αυξημένη αναλογία σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο (μεγαλύτερη ΟΣΚ) και ένα χαμηλότερο γενικό ποσοστό κέρδους. Τα αποτελέσματα της πτωτικής κερδοφορίας μπορεί να ανασταλούν προσωρινά από μία αύξηση της μάζας των κερδών, μέσω της αύξησης της παραγωγής. Τελικά όμως, νωρίτερα ή αργότερα, η πτώση της κερδοφορίας θα εξασθενίσει τα επενδυτικά κίνητρα και θα οδηγήσει σε μία στασιμότητα της μάζας των κερδών.

Κατά τον Marx η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους συνυπάρχει με μία σειρά αντεπιδρώσες τάσεις, όπως οικονομίες στην χρήση σταθερού κεφαλαίου, ανάδυση νέων σφαιρών παραγωγή όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι χαμηλότερη (π.χ. λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή νέοι κλάδοι), εντατικοποίηση της παραγωγής, εισαγωγές φθηνών εισροών και συμπίεση των μισθών κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης. Κατά τον Marx, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους είναι η κυρίαρχη πλευρά σε αυτή την ενότητα αντιθέσεων γιατί οι αντίρροπες τάσεις λειτουργούν μέσα σε αυστηρούς περιορισμούς. Έτσι, ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός προκαλεί ταχεία τεχνική αλλαγή, η οποία αυξάνει την ΟΣΚ καθώς απορροφά μηχανήματα ταχύτερα από ότι απασχολεί εργάτες. Αυτή η σχετική εκτόπιση εργατών από μηχανές όμως έχει δεδομένα όρια όσον αφορά την ικανότητα της να αυξήσει την εξαγωγή υπεραξίας, καθώς οι ανθρώπινες δυνατότητες – υπό δεδομένες παραγωγικές συνθήκες – είναι πεπερασμένες.

Διαγραμματικά η αντίστροφη συσχέτιση ποσοστού κέρδους και ΟΣΚ, κατά την Μαρξική θεωρία, δείχνεται εξαιρετικά απλά:

Ως γνωστόν το ποσοστό υπεραξίας ορίζεται ως o λόγος της υπεραξίας (s) προς το μεταβλητό κεφάλαιο (v): .

Αντίστοιχα, το ποσοστό κέρδους ορίζεται ως .

Η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου ορίζεται ως .

Εύκολα αποδεικνύεται ότι

δηλαδή ότι η αύξηση της ΟΣΚ προκαλεί μείωση του ποσοστού κέρδους.

Όπως φαίνεται στο ανωτέρω διάγραμμα κάθε καμπύλη ποσοστού υπεραξίας είναι συνάρτηση του ποσοστού κέρδους και της ΟΣΚ.

Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους βρέθηκε στο επίκεντρο νεώτερων συζητήσεων. Οι περισσότεροι από τους επικριτές του αναφέρονται στο περίφημο θεώρημα Okishio (1961), που υποστηρίζει ότι, υπό ορισμένες υποθέσεις (σταθερός πραγματικός μισθός, τέλειος ανταγωνισμός κλπ.), η βιώσιμη τεχνική αλλαγή αυξάνει το ποσοστό κέρδους. Συγκεκριμένα, το ποσοστό κέρδους θα αυξηθεί εάν ο πραγματικός μισθός διατηρηθεί σταθερός, δηλαδή εάν οι καπιταλιστές αποκομίσουν όλα τα οφέλη από τις νέες βελτιωμένες συνθήκες παραγωγής. Το ποσοστό κέρδους μπορεί να πέσει μόνο εάν οι εργάτες ωφεληθούν τουλάχιστον εν μέρει από την τεχνική πρόοδο. Συνεπώς, με την υπόθεση του σταθερού πραγματικού μισθού, το ποσοστό κέρδους δεν θα μειώνεται παρά μόνο εάν οι καπιταλιστές δεν επιλέγουν τεχνικές που μεγιστοποιούν το ποσοστό κέρδους. Η θέση αυτή έχει αμφισβητηθεί από διαφορετικές σκοπιές. Μία από αυτές τις σκοπιές είναι η αμφισβήτηση των υποθέσεων του θεωρήματος Okishio. Για παράδειγμα, ο Foley (1986) δείχνει ότι εάν ποσοστό των μισθών αυξάνει έτσι ώστε να διατηρηθεί ένα σταθερό μερίδιο των μισθών στο παραγόμενο προϊόν, τότε η τεχνολογική αλλαγή χρησιμοποίησης κεφαλαίου μειώνει το ποσοστό κέρδους. Ο Fine (1989) απορρίπτει το πλαίσιο στατικής ισορροπίας του Okishio και υποστηρίζει ότι ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους είναι η αντιφατική ενότητα της κεντρικής τάσης (που μεταφράζει μία αυξανόμενη τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου – ΤΣΚ σε μία αυξανόμενη ΟΣΚ) και των αντίρροπων τάσεων (που επηρεάζουν την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου – ΑΣΚ)[4]. Μία άλλη οπτική γωνία αποδέχεται τις υποθέσεις του Okishio αλλά απορρίπτει τους ορισμούς του. Για παράδειγμα, ο Shaikh (1978a) διακρίνει μεταξύ του ποσοστού κέρδους που υπολογίζεται για το συνολικό πάγιο και κυκλοφορούν κεφάλαιο (δηλαδή, καλύπτοντας την αξία των διαρκών παραγωγικών αγαθών που μεταβιβάζουν την αξία τους κατά την διάρκεια αρκετών περιόδων παραγωγής) και του περιθωρίου κερδών (margin of profits – που υπολογίζεται με βάση τα τρέχοντα κόστη). Υποστηρίζει ότι οι καπιταλιστές εισάγουν νέες τεχνικές οι οποίες – μειώνοντας τα τρέχοντα κόστη – αυξάνουν το περιθώριο κέρδους αλλά μειώνουν το ποσοστό κέρδους (λόγω αυξημένου εκμηχανισμού).

3. Η συνεισφορά του H.Grossmann

Το ενδιαφέρον του Grossmann για το ζήτημα της οικονομικής κρίσης στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία πυροδοτήθηκε – μεταξύ άλλων – από την συζήτηση που είχε ανοίξει στις αρχές του 20ου αιώνα μέσα στους κύκλους της Αριστεράς. Σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση αυτή πυροδοτήθηκε από την αιρετική, τότε, τοποθέτηση του Bernstein ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν κινδυνεύει από οικονομική κατάρρευση και συνεπώς το εργατικό κίνημα θα πρέπει να ασχοληθεί με την μεταρρύθμιση του. Η θέση αυτή αντιμετωπίσθηκε από πολλές και διαφορετικές πλευρές (μερικές από τις οποίες εν τέλει συμφώνησαν εν πολλοίς με τα πορίσματα του Bernstein). Κατ΄ αρχήν αντιμετωπίσθηκε από τον τότε μεγάλο πάπα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας Κ.Kautsky, ο οποίος όμως στην μετέπειτα πορεία συνέκλινε με τις απόψεις του Bernstein. Έτσι σχηματίσθηκε το ρεύμα των λεγόμενων «νέο-αρμονιστών» που υποστήριζαν ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν έχει ουσιαστικά προβλήματα οικονομικής βιωσιμότητας. Στην άποψη αυτή αντιπαρατέθηκε έντονα η Rosa Luxemburg υποστηρίζοντας ότι ο καπιταλισμός οδηγείται μέσω της κρίσης στην οικονομική κατάρρευση. Η προσέγγιση της, που σε πολλά σημεία διαφωνούσε ρητά με πλευρές τις θεωρίας του Marx, απέδωσε την οικονομική κρίση του συστήματος στην υποκατανάλωση, δηλαδή στην έλλειψη επαρκούς ζήτησης. Τα πολιτικά συμπεράσματα της Luxemburg τόνιζαν την ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Παραπλήσιες απόψεις διατυπώθηκαν επίσης από τον Sternberg, ο οποίος μέσω μίας οικονομικής ανάλυσης που υιοθετούσε τόσο στοιχεία της Luxemburg όσο και των «νέο-αρμονιστών», κατέληγε στην ανάγκη επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Η τελευταία, για τον Sternberg, προέκυπτε όχι από αναγκαίους οικονομικούς λόγους αλλά σαν ηθική, εν τέλει, απαίτηση που έτσι έπαιρνε ένα βολονταριστικό και κινηματιστικό χαρακτήρα.

Απέναντι στις απόψεις αυτές ο Grossmann θέλησε να τονίσει ότι η πολιτική πάλη για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος έχει ισχυρά αντικειμενικά θεμέλια στις εγγενείς κρισιακές τάσεις του συστήματος που τείνουν να το οδηγήσουν στην οικονομική κατάρρευση. Παρόλο ότι από πολλές πλευρές επικρίθηκε ότι υιοθετεί μία οικονομιστική και μηχανιστική προσέγγιση, ο Grossmann – βασιζόμενος άλλωστε στην έντονη πολιτική ενεργοποίηση του – ποτέ δεν παραγνώρισε τον σχετικά αυτοτελή ρόλο της πολιτικής ταξικής πάλης ούτε φυσικά κατέληξε στην προσμονή της ανατροπής του συστήματος μέσω μίας οικονομικής κατάρρευσης και εν απουσία ανατρεπτικής ταξικής πάλης. Γι’ αυτό αντιπαρατέθηκε τόσο στους «νεο-αρμονιστές» όσο και στην υποκαταναλωτική προσέγγιση της Luxemburg και στον υποκειμενισμό του Sternberg.

Κατά τον Grossmann η αιτία της οικονομικής κρίσης δεν πρέπει να αναζητηθεί στις δευτερεύουσες πλευρές της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας (δημιουργία μονοπωλίων, δομές του διεθνούς εμπορίου, έλεγχος πλουτοπαραγωγικών πόρων κλπ.) αλλά στην ίδια την ουσία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Έτσι κάνει συνειδητά αφαίρεση όλων εκείνων των δευτερευόντων κρισιακών παραγόντων που απορρέουν ακριβώς από αυτές τις δευτερεύουσες πλευρές της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας (ανισορροπίες προσφοράς και ζήτησης, ρόλος του χρήματος και των χρηματοπιστωτικών λειτουργιών κλπ.). Κάνει επίσης συνειδητά αφαίρεση του ρόλου της ταξικής πάλης στην αλλαγή τόσο των εργασιακών συνθηκών όσο και της διανομής εισοδήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρεί ότι δεν παίζει ρόλο αλλά ουσιαστικά «παγώνει» την δράση της θέλοντας να δείξει ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς επιρρεπές σε κρίσεις ακόμη και όταν η εργατική τάξη δεν παρεμβαίνει ενεργητικά στους κοινωνικο-οικονομικούς συσχετισμούς.

Με βάση τα παραπάνω ο Grossmann στοχεύει στην συγκρότηση μίας γενικής θεωρίας της οικονομικής κρίσης –δηλαδή σε μία θεωρία που να αναλύει τα γενικά αφηρημένα και ουσιακά αίτια της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό, άσχετα από τις ιστορικά συγκεκριμένες μορφές εκδήλωσης που παίρνουν. Άλλωστε αυτή ήταν η κυρίαρχη τάση την εποχή εκείνη σε αντίθεση με πολλές σύγχρονες προσεγγίσεις που εσφαλμένα υιοθετούν αγνωστικιστικές και πολυσυλλεκτικές ερμηνείες που περιορίζονται – και συνήθως αναλυτικά αδύναμα και ερμηνευτικά ανεπαρκώς – στον ιστορικά συγκεκριμένο χαρακτήρα κάθε κρίσης. Υποθέτει ότι υπάρχει μία τάση αύξησης της ΟΣΚ – κάτι επίσης συνηθισμένο τόσο στην εποχή του όσο και σήμερα – και με βάση αυτή δείχνει την αντίστροφη συσχέτιση της με το ποσοστό κέρδους. Στο μοντέλο αυτό υποθέτει – με βάση όσα αναλύθηκαν προηγουμένως – ότι υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, ότι υπάρχουν σταθερές τιμές (που είναι ίσες με τις εργασιακές αξίες) και ότι η αξία του χρήματος είναι σταθερή.

Όλα τα παραπάνω τα εφαρμόζει στα πλαίσια του μοντέλου του Bauer (1913). Ο τελευταίος, θέλοντας να αντικρούσει την θεωρία κρίσης και κατάρρευσης της Luxemburg, είχε παρουσιάσει ένα μοντέλο που έδειχνε την ικανότητα οικονομικής επιβίωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Ο Grossmann επέκτεινε το μοντέλο αυτό για περισσότερα από τα 4 χρόνια που το είχε εφαρμόσει ο Bauer και έδειξε ότι η διαδικασία συσσώρευσης μετά το 20ο έτος αρχίζει να έχει προβλήματα και εν τέλει καταρρέει στο 36ο έτος.

 

 

Το μοντέλο Bauer – Grossmann

Ο Grossmann στοχεύει στη δημιουργία ενός μοντέλου υψηλής αφαίρεσης που να συλλαμβάνει τις τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος στην καθαρή μορφή τους. Για τον λόγο αυτό κάνει τις ακόλουθες απλοποιητικές υποθέσεις.

Πρώτον, δεν υπάρχει εξωτερικό εμπόριο. Δεύτερον, υπάρχουν μόνο καπιταλιστές και εργάτες, δηλαδή δεν υπάρχουν ενδιάμεσες τάξεις. Τρίτον, δεν υπάρχει γαιοκτησία και συνεπώς οι περιπλοκές που δημιουργεί η γαιοπρόσοδος. Τέταρτον, δεν υπάρχουν έμποροι και επομένως αφαιρούνται οι ιδιαιτερότητες που εισάγει η ύπαρξη αυτοτελούς εμπορικού κεφαλαίου. Πέμπτον, το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό (έστω 100%). Έκτον, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι σταθερός. Έβδομον, οι μισθοί δεν κυμαίνονται. Όγδοον, ο χρόνος περιστροφής του κεφαλαίου είναι ο ίδιος σε όλους τους τομείς (έστω ένας χρόνος).

Με βάση τα παραπάνω συγκροτεί ένα διτομεακό μοντέλο (Τομέας Ι [παραγωγή μέσων παραγωγής] και Τομέας ΙΙ [παραγωγή μέσων κατανάλωσης]) όμοιο με αυτό του Bauer και με βάση το πρότυπο των σχημάτων αναπαραγωγής του Marx. Επιπλέον υποθέτει ότι υπάρχει μακροχρόνια τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή ο ρυθμός αύξησης του σταθερού κεφαλαίου είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου. Στο συγκεκριμένο αριθμητικό παράδειγμα που κατασκευάζει ο Grossmann, στα βήματα πάντα του Bauer, υποθέτει ότι το σταθερό κεφάλαιο αυξάνει σε κάθε περίοδο κατά 10% ενώ το μεταβλητό κεφάλαιο κατά 5%. Επιπλέον, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι σταθερός και συνδέεται με τον ρυθμό αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα όμως – και σύμφωνα με τις υποθέσεις του Marx και αντιθέτως με την εσφαλμένη επιχειρηματολογία της Luxemburg[5] – ο ρυθμός μεγέθυνσης (το ποσοστό συσσώρευσης) των δύο τομέων παραγωγής είναι ο ίδιος (Grossmann (1992), σ.70). Δηλαδή υπάρχει συμμετρία μεταξύ των δύο τομέων παραγωγής καθώς συσσωρεύουν, σε κάθε περίοδο, το ίδιο ποσοστό από την υπεραξία:

ΑΙΙ – ΑΙΙΙΙ = Α/Μ              όπου Α το ποσοστό συσσώρευσης και Μ η υπεραξία.

Ακολούθως προχωρά να δείξει ότι υπό αυτές τις προϋποθέσεις, που αναγκαία συνεπάγονται μία πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω της αύξησης της ΟΣΚ, το σύστημα θα οδηγηθεί στην κρίση και την κατάρρευση (εάν δεν ενεργοποιηθούν οι αντεπιδρώσες στην πτωτική τάση της κερδοφορίας δυνάμεις).

Η μαθηματική μοντελοποίηση αυτής της ανάλυσης που δίνει ο ίδιος ο Grossmann είναι η ακόλουθη (ελαφρά τροποποιημένη).

Έστω c: σταθερό κεφάλαιο (c0:  αρχικό σταθερό κεφάλαιο,

ct:  αξία του σταθερού κεφαλαίου μετά t περιόδους συσσώρευσης)

(1)        ισχύει                                                  όπου

Έστω v: σταθερό κεφάλαιο (v0:  αρχικό μεταβλητό κεφάλαιο,

vt: αξία του μεταβλητού κεφαλαίου μετά t περιόδους συσσώρευσης)

(2)        ισχύει                                    όπου

Έστω     k: καταναλωτικό μερίδιο των καπιταλιστών

αc: ποσοστό συσσώρευσης σταθερού κεφαλαίου

αv: ποσοστό συσσώρευσης μεταβλητού κεφαλαίου

s: μάζα της υπεραξίας (όπου )

Ω: οργανική σύνθεση του κεφαλαίου (), όπου Ω0 η αρχική τιμή της

s¢: ποσοστό υπεραξίας

Το ποσοστό κέρδους είναι, σύμφωνα με τον Μαρξικό ορισμό ():

Η συνολική παραγόμενη αξία είναι:

Το ποσοστό του καταναλωτικού μεριδίου των καπιταλιστών σε σχέση με την συνολική υπεραξία δίνεται από τον λόγο  ενώ το ποσοστό του επένδυσης των καπιταλιστών (σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο) σε σχέση με την συνολική υπεραξία δίνεται από τον λόγο .

Η μάζα της υπεραξίας προκύπτει από τους ακόλουθους δύο τύπους:

(3)

και

(4)

Εξισώνοντας τις (3) και (4) καταλήγουμε:

(5)

Αντικαθιστώντας τις (1) και (2) στην (5) καταλήγουμε:

Στο μοντέλο αυτό – όπως άλλωστε και σε αυτό του Bauer – τα αρχικά επίπεδα σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου είναι δεδομένα. Επίσης οι ρυθμοί μεγέθυνσης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου είναι δεδομένοι και σταθεροί (με τον πρώτο να είναι μεγαλύτερος από τον δεύτερο). Επίσης, το ποσοστό υπεραξίας είναι δεδομένο και σταθερό. Συνεπώς, προκύπτει – από τα παραπάνω – η μάζα της υπεραξίας. Συνεπώς όλες σχεδόν οι σχέσεις και οι ρυθμοί του μοντέλου είναι δεδομένοι εκτός από την διανομή της υπεραξίας μεταξύ του τμήματος της που πηγαίνει για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών και του τμήματος της που επενδύεται σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο. Το δεύτερο τμήμα καθορίζεται με βάση τις επιταγές των ρυθμών αύξησης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου – που είναι δεδομένοι εξ υποθέσεως. Επομένως, η μόνη μεταβλητή του μοντέλου είναι το τμήμα της υπεραξίας που πηγαίνει για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Οι απαιτήσεις της συσσώρευσης κεφαλαίου αυξάνουν – με βάση τους ρυθμούς αύξησης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου – και ταυτόχρονα η παραγωγή υπεραξίας υστερεί σε σχέση με αυτούς – καθώς ο ρυθμός αύξησης της (με σταθερό το ποσοστό υπεραξίας) καθορίζεται από τον ρυθμό αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου (που υπολείπεται αυτού του σταθερού κεφαλαίου εξ ορισμού). Κατά συνέπεια, για να διατηρηθεί το επίπεδο συσσώρευσης πρέπει να μεταφέρονται κονδύλια από το μερίδιο της υπεραξίας που προορίζεται για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών σε αυτό που προορίζεται για την συσσώρευση του κεφαλαίου. Όπως θα δειχθεί και στον αριθμητικό πίνακα που ακολουθεί, η αφαίμαξη αυτή μηδενίζει το μερίδιο της προσωπικής κατανάλωσης των καπιταλιστών οπότε το σύστημα καταρρέει.

Στο μοντέλο του Grossmann όταν μηδενίζεται το καταναλωτικό μερίδιο των καπιταλιστών (δηλαδή k=0) ισχύει:

Παίρνοντας την λογαριθμική μορφή της τελευταίας, μπορούμε να υπολογίσουμε την χρονική περίοδο κατάρρευσης του συστήματος:

το οποίο είναι ένας πραγματικός αριθμός, υπό την προϋπόθεση ότι s¢> αv.

Από την εξίσωση αυτή φαίνεται ότι η χρονική περίοδος κατάρρευσης εξαρτάται από:

(α) το ύψος της αρχικής οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (Ω0)

(β) το ρυθμό συσσώρευσης σταθερού κεφαλαίου (αc)

(γ) το ρυθμό συσσώρευσης μεταβλητού κεφαλαίου (αv)

(δ) το ποσοστό υπεραξίας (s¢)

Όσο υψηλότερα είναι τα δύο πρώτα τόσο γρηγορότερα επέρχεται η κατάρρευση, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις δύο τελευταίες παραμέτρους. Από όλα τα παραπάνω προκύπτουν και οι τέσσερις εναλλακτικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι καπιταλιστές για να αναστείλουν την κατάρρευση. Είτε να μειώσουν το ρυθμό συσσώρευσης σταθερού κεφαλαίου, είτε να υποτιμήσουν την αξία του σταθερού κεφαλαίου, είτε να μειώσουν την αξία των μισθών είτε να εξάγουν κεφάλαιο στο εξωτερικό. Στις περιπτώσεις αυτές η τάση κατάρρευσης θα διακοπεί καθώς θα ενεργοποιηθούν αντεπιδρώσες δυνάμεις με αποτέλεσμα οι περιστασιακές κρίσεις που θα ξεσπάσουν να μην οδηγήσουν στην κατάρρευση του συστήματος αλλά σε κυκλικές διακυμάνσεις (δηλαδή στην κυκλική διαδοχή φάσεων ανόδου και φάσεων ύφεσης και κρίσης χωρίς όμως μία τελική κατάρρευση). Μεταξύ των αντεπιδρόντων παραγόντων σημαντική θέση – ιδιαίτερα στα πλαίσια της μαρξιστικής συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό που αναπτυσσόταν στην δεκαετία του 1920 – είναι η εξαγωγή κεφαλαίου καθώς στην περίπτωση αυτή ο ρυθμός συσσώρευσης του σταθερού κεφαλαίου (αc) στο εσωτερικό της χώρας μειώνεται και, στο βαθμό που οι επενδύσεις στο εξωτερικό γίνονται σε χώρες λιγότερο αναπτυγμένες (συνεπώς με χαμηλότερη ΟΣΚ) επιτυγχάνονται υψηλότερα ποσοστά κερδοφορίας.

Ο ακόλουθος αριθμητικός πίνακας από το βιβλίο του Grossmann – επίσης ελαφρά τροποποιημένος – δίνει μία προσομοίωση του μοντέλου. Ο Grossmann (1992, σ.69-70) ακολουθεί κατά γράμμα τις αντίστοιχες αριθμητικές υποθέσεις του Bauer υποθέτοντας 200000 αρχικού σταθερού κεφαλαίου και 100000 αρχικού μεταβλητού κεφαλαίου. Το πρώτο κατανέμεται σε 120000 στο Τμήμα Ι και 80000 στο Τμήμα ΙΙ, ενώ το δεύτερο κατανέμεται ισόποσα (50000) σε κάθε Τμήμα. Στον πίνακα αυτό τα δεδομένα των δύο Τμημάτων αθροίζονται.

Πίνακας 1. Το αριθμητικό παράδειγμα του Grossmann.

Έτος c v k αc αv

AV

k/s α/s R
1 200000 100000 75000 20000 5000 400000 75% 25% 33.3%
2 220000 105000 77750 22000 5250 430000 74.5% 25.95% 32.3%
3 242000 110250 80539 24200 5511 462500 73.04% 26.96% 31.2%
4 266000 115762 83374 26600 5788 497524 72.02% 27.98% 30.3%
5 292600 121500 86213 29260 6077 535700 70.9% 29.1% 29.3%
6 321860 127627 89060 32186 6381 577114 69.7% 30.3% 28.4%
7 354046 134008 91904 35404 6700 622062 68.6% 31.4% 27.4%
8 389450 140708 94728 38945 7035 670866 67.35% 32.7% 26.5%
9 428395 147743 97517 42839 7387 723881 66% 34% 25.6%
10 471234 155130 100251 47123 7756 781494 64.63% 35.37% 24.7%
15 758925 197988 112197 75892 9899 1154901 56.67% 43.23% 20.6%
20 1222252 252961 117832 122225 12634 1727634 46.6% 53.4% 16.4%
21 1344477 265325 117612 134447 13266 1875127 44.3% 55.7% 16.4%
25 1968446 322503 109534 196844 16125 2613452 33.9% 66.1% 14%
33 4219536 476480 30703 421953 23284 5172496 4.2% 95.8% 10.1%
34 4641489 500304 11141 464148 25015 5642097 0.45% 99.55% 9.7%
35 5105637 525319 0 510563 14756 6156275 0% 100% 9.3%
36 5616200 551584

Στον ανωτέρω αριθμητικό πίνακα ο Grossmann δείχνει ότι αν πάρει κανείς ακριβώς τα ίδια αριθμητικά δεδομένα με αυτά του Bauer και επεκτείνει την λειτουργία του συστήματος πέρα από τα 4 αρχικά χρόνια – όπως έκανε ο Bauer- η πτώση του ποσοστού κέρδους – που προκύπτει από την προϋποτιθέμενη άνοδο της ΟΣΚ – θα αρχίσει από ένα σημείο και μετά να επιδρά αρνητικά πάνω στους όρους αναπαραγωγής του συστήματος και τελικά θα το οδηγήσει στην κατάρρευση μετά το 35ο έτος (μέσω του μηχανισμού που περιγράφθηκε προηγουμένως). Προεκτείνοντας τους υπολογισμούς του Bauer δείχνει την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ( Όπως φαίνεται ευκρινώς από τον πίνακα το μερίδιο της υπεραξίας που πηγαίνει για συσσώρευση (α/s) αυξάνει συνεχώς σε βάρος του μεριδίου που πηγαίνει για προσωπική κατανάλωση (k/s) μέχρις ότου το τελευταίο μηδενίζεται. Σε απόλυτα μεγέθη, η προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών αυξάνει μέχρι το 20ο έτος (όπου φθάνει στο υψηλότερο επίπεδο) και μετά φθίνει τόσο απόλυτα όσο και σχετικά. Μάλιστα, ο Grossmann (1992, σ.71-2) επισημαίνει – σε ένα πρωτοπόρο για την εποχή του και εξαιρετικά οξυδερκές τμήμα, που αναλύει επίσης την αμφιλεγόμενη θέση του J.S.Mill για την πτώση του ποσοστού κέρδους – την Μαρξική συσχέτιση μεταξύ της πτώσης του ποσοστού κέρδους και της μάζας των κερδών που αναφέρθηκε στο κεφάλαιο 2. Συγκεκριμένα, δείχνει ότι η ΠΤΠΚ στα αρχικά στάδια συμβαδίζει με μία αυξανόμενη μάζα κερδών και μία αυξανόμενη προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Όμως από το 21ο έτος και μετά η ΠΤΠΚ οδηγεί σε μία απόλυτη πτώση της μάζας των κερδών.

Αυτή η μεταβαλλόμενη συσχέτιση μεταξύ ποσοστού κέρδους και μάζας κερδών αποτελεί κατά τον Grossmann (1992, σ.77) την βάση μίας Μαρξιστικής θεωρίας του οικονομικού κύκλου. Η αύξουσα αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου αποτελεί το βασικό αίτιο της φάσης ανόδου, ακόμη και με πτώση του ποσοστού κέρδους. Αντιθέτως, η ατελής αξιοποίηση του κεφαλαίου είναι η αιτία της στροφής στην ύφεση και εν τέλει στην κρίση. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πως ο Grossmann συνδέει την ατελή αξιοποίηση του κεφαλαίου συνδυάζεται με την υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου. Υποστηρίζει ότι στην φάση ανόδου θα εμφανισθεί ατελής αξιοποίηση του κεφαλαίου που οφείλεται στην υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, δηλαδή το κεφάλαιο θα αυξάνει γρηγορότερα από την υπεραξία που εξάγεται από τον δεδομένο πληθυσμό. της ύφεσης και της κρίσης. Αντιθέτως, στην φάση της ύφεσης και της κρίσης η μάζα των κερδών περιορίζεται τόσο απότομα που το επιπρόσθετο κεφάλαιο δεν επαρκεί για να διατηρήσει τον καθορισμένο ρυθμό συσσώρευσης. Αυτό έχει σαν συνέπεια την εμφάνιση (α) ανεργίας και, (β) μίας μάζας κεφαλαίου που δεν μπορεί να επενδυθεί και παραμένει ανενεργή. Και τα δύο αυτά συμπτώματα ακολουθούν πιστά την ανάλυση του Marx.

Όσον αφορά το σκέλος της ανεργίας, στο 36ο έτος το επιπλέον κεφάλαιο που συσσωρεύεται δεν επαρκεί για να απορροφήσει την αύξηση του πληθυσμού και συνεπώς δημιουργείται ένας εφεδρικός στρατός εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι μία υπόθεση του μοντέλου δεν μπορεί να εκπληρωθεί καθώς η συσσώρευση δεν μπορεί να ακολουθήσει την κανονική αύξηση του πληθυσμού. Συγκεκριμένα, στο 35ο έτος η υπεραξία που δημιουργείται είναι 14756 και χρησιμοποιείται για αύξηση του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου. Όμως το δεύτερο, σύμφωνα με τον εξ υπ΄ αρχής δεδομένο ρυθμό αύξησης του κατά 5%, θα έπρεπε να ανέλθει σε 551584, ενώ με βάση την διαθέσιμη υπεραξία καλύπτονται μόνο 540075 (οι 525319 θέσεις εργασίας του 35ου έτους συν οι 14756 που προέκυψαν το 35ο έτος), με αποτέλεσμα την εμφάνιση 11059 ανέργων. Αυτό το πόρισμα αμφισβητεί ευθέως τον μηχανισμό με τον οποίο ο Bauer απαντούσε στην κατάρρευση λόγω υποκατανάλωσης της Luxemburg. Συγκεκριμένα, ο πρώτος υποστήριζε ότι στο βαθμό που ρυθμός συσσώρευσης του κεφαλαίου αυξάνει αρκετά γρήγορα έτσι ώστε να παραμένει ανάλογος με την αύξηση του πληθυσμού – με δεδομένο το επίπεδο παραγωγικότητας – το καπιταλιστικό σύστημα δημιουργεί τις αγορές που χρειάζεται παρά την αυξανόμενη ΟΣΚ. Ο Grossmann δείχνει ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να διατηρήσει συνεχώς έναν τέτοιο ρυθμό. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η δημιουργία ενός εφεδρικού στρατού εργασίας εξαιτίας της ανεπαρκούς συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι διαφορετική διαδικασία από την εκτόπιση εργατών από μηχανήματα. Η δεύτερη είναι μία «κανονική» τάση του καπιταλιστικού συστήματος που προκύπτει από την διαδικασία τεχνικής αλλαγής και ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού και συμβαίνει ακόμη και όταν το σύστημα είναι σε φάση ανόδου. Αντιθέτως, η δημιουργία ανεργίας λόγω ανεπαρκούς συσσώρευσης – που βέβαια γεννάται από την ΠΤΠΚ λόγω αύξησης της ΟΣΚ – είναι μία ειδική, «μη κανονική» διαδικασία που λαμβάνει χώρα στην φάση της κρίσης.

Αντίστοιχα, επειδή μόνο ένα τμήμα του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού μπορεί πλέον να απασχοληθεί, μόνο ένα περιορισμένο ποσό σταθερού κεφαλαίου απαιτείται. Κατά τους υπολογισμούς του Grossmann, υπό κανονικές συνθήκες στο 36ο έτος θα έπρεπε να είναι διαθέσιμες 5616200 μονάδες σταθερού κεφαλαίου και 551584 θέσεις εργασίας. Όμως οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας είναι μόνο 540075. Με την υπόθεση ότι η ΟΣΚ είναι αυτή η οποία θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες (δηλαδή 5616200/551584=10.18), τότε το σταθερό κεφάλαιο που πραγματικά θα απασχοληθεί θα είναι 540075 * 10.18=5499015. Αυτό συνεπάγεται ότι περισσεύουν 117185 μονάδες σταθερού κεφαλαίου (5616200 – 5499015 =117185) που δεν είναι δυνατόν να επενδυθούν. Όπως επισημαίνει ο Grossmann, οι συνθήκες αυτές αντιστοιχούν στην ανάλυση του Marx στον Τρίτο Τόμο του Κεφαλαίου σχετικά με το πλεονάζον κεφάλαιο και τον πλεονάζοντα πληθυσμό.

Το μοντέλο των Bauer – Grossmann και οι νεώτερες θεωρίες μεγέθυνσης

Οι Orzech & Groll (1983) έχουν επισημάνει τις ομοιότητες του μοντέλου των Bauer – Grossmann με αυτό του Harrod. Αυτή την προσέγγιση ακολούθησαν και οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984) και Samuelson & Wolfson (1986)), που επέκτειναν την αρχική ανάλυση των Orzech & Groll. Όπως εύστοχα επισημαίνουν οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984, σ.180-1), όλη εκείνη η γενιά των Μαρξιστών πολιτικών οικονομολόγων του 1920 και 1930 (Luxemburg, Bauer, Grossmann κλπ.) έθεσε πρώτη – έστω με πρωτόλειο τρόπο και αρκετές αδεξιότητες – το πρόβλημα της μακροοικονομικής δυναμικής. Στον δρόμο αυτό τόσο τα ορθόδοξα (νεοκλασικά) όσο και τα ετερόδοξα (κεϋνσιανά) Οικονομικά ακολούθησαν αρκετά αργότερα και φυσικά από διαφορετικούς δρόμους. Φυσικά, σε αυτή την στροφή πρωτοστάτησε η κεϋνσιανή συμβολή των Harrod – Domar. Ουσιαστικά, σε τεχνικό επίπεδο, τα ερωτήματα που έθεσε η αντιπαράθεση του 1920 και 1930 μέσα στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία είναι τα ίδια με την επίσημη συζήτηση που ακολούθησε:

(α) εάν, με σταθερή αναλογική μεγέθυνση των βασικών μεταβλητών, επιτυγχάνεται μία ομαλή και σταθερή τροχιά μεγέθυνσης του συστήματος και,

(β) εάν παρουσιαστούν αποκλίσεις από αυτή, τότε εάν υπάρχουν ή όχι δυνάμεις που να το επαναφέρουν σε μία κατάσταση ομαλής αναπαραγωγής.

Φυσικά, τόσο το εννοιολογικό οπλοστάσιο όσο και η οπτική σκοπιά και προοπτική της ανάλυσης των Μαρξιστικών προσεγγίσεων διαφέρουν ριζικά, ιδιαίτερα με τις νεοκλασικές προσεγγίσεις.

Ακολούθως, θα παρουσιασθεί μία μορφοποίηση του μοντέλου των Bauer – Grossmann – που ακολουθεί την ανάλυση των Orzech, Groll, Bronfenbrenner, Wolfson και Samuelson – και αποσκοπεί στο να δείξει τις ομοιότητες και τις διαφορές με την ανάλυση των Harrod και Domar. Κατ’ αρχήν διαμορφώνεται σε ένα μονοτομεακό υπόδειγμα καθώς οι σχέσεις μεταξύ των δύο Μαρξικών τμημάτων παραγωγής δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στην δομή του. Σε αυτό είχε ουσιαστικά προχωρήσει και ο Grossmann, μετά τον Bauer, αθροίζοντας τα δεδομένα των δύο τμημάτων παραγωγής (βλέπε παραπάνω). Οι υποθέσεις και τα συμπεράσματα του μοντέλου είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πληθυσμού ταυτίζεται με τον ρυθμό μεγέθυνσης του εργατικού δυναμικού και κατά συνέπεια με τον ρυθμό μεγέθυνσης του μεταβλητού κεφαλαίου. Ορίζεται ότι ο τελευταίος είναι σταθερός σε ένα επίπεδο β. Συνεπώς, η αύξηση του μεταβλητού κεφαλαίου (ή αλλιώς το τμήμα της υπεραξίας που πηγαίνει για να χρηματοδοτήσει την αύξηση του μεταβλητού κεφαλαίου) είναι:

ΑVt = βVt Þ Vt = (1+β) Vt-1 (1)

Δεύτερον, το ποσοστό υπεραξίας () ορίζεται ως σταθερό s΄=μ.

Κατά συνέπεια, η μάζα της υπεραξίας (Μ) είναι: Μ = μV. Συνεπώς, ο ρυθμός μεγέθυνσης της υπεραξίας καθορίζεται από τον ρυθμό μεγέθυνσης του μεταβλητού κεφαλαίου:

Μt = μVt = μ (1+β) Vt-1 (2)

Η μάζα της υπεραξίας μοιράζεται μεταξύ της αύξησης του σταθερού κεφαλαίου (AC), της αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου (AV) και του κονδυλίου για την προσωπική κατανάλωσης των καπιταλιστών (Κ):

Μ = AC+ AV + Κ

Τρίτον, ο ρυθμός μεγέθυνσης του σταθερού κεφαλαίου ορίζεται επίσης σταθερός σε ένα επίπεδο α. Συνεπώς η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου είναι:

ΑCt = αCt Þ Ct = (1+α) Ct-1 (3)

Τέταρτον, το συνολικό εισόδημα ισούται, σύμφωνα με την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, με την προστιθέμενη νέα αξία:

Υt = Vt + Mt

που, μέσω των (1) και (2), μετατρέπεται σε:

Υt = (1+β) Vt-1 + μ (1+β) Vt-1 (4)

Οι χρονικές διαδρομές όλων των παραπάνω παραμέτρων είναι οι ακόλουθες:

Vt = V1(1+β)t-1 (1α)

Ct = C1(1+α)t-1 (2α)

Μt = μ V1 (1+β)t-1 (3α)

Υt = (1+μ) (1+β)t-1 V1 (4α)

και αντίστοιχα:

ΑCt = αC1(1+α)t-1 (5)

ΑVt = βV1(1+β)t-1 (6)

Πέμπτον, ορίζεται ότι η ΟΣΚ αυξάνει, συνεπώς α>β.

Έκτον, επειδή το μ είναι σταθερό και ταυτόχρονα η ΟΣΚ αυξάνει, για να επιτευχθεί η διευρυμένη αναπαραγωγή του συστήματος απαιτείται ένας συνεχώς αυξανόμενος ρυθμός συσσώρευσης. Δηλαδή ο λόγος της συνολικής επένδυσης Αt (σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο) προς την συνολική υπεραξία Mt πρέπει να αυξάνει ολοένα και γρηγορότερα. Ο ρυθμός συσσώρευσης ορίζεται ακολούθως:

(7)

Από την παραπάνω εξίσωση προκύπτει ότι ο ρυθμός συσσώρευσης αυξάνει σε μία σταθερή συσχέτιση με τα α και β: .

Έβδομον, το ποσοστό κέρδους μειώνεται, επειδή αυξάνει η ΟΣΚ (α>β):

Η τελευταία, μέσω των (1α) και (2α), μετατρέπεται σε:

(8)

Εφόσον το μ είναι σταθερό, τότε το ποσοστό κέρδους εξαρτάται από το τμήμα της εξίσωσης μέσα στην παρένθεση. Επειδή α>β, ο αριθμητής αυξάνει ταχύτερα από τον παρονομαστή και συνεπώς το Rt μειώνεται και τείνει στο 0. Αυτό αποδεικνύεται ως εξής:

Το όριο της (8) εξαρτάται από το όριο του κλάσματος μέσα στην παρένθεση, το οποίο – διαιρώντας με τον ταχύτερα αυξανόμενο όρο – γίνεται:

(8α)

Επειδή α>β, το  και συνεπώς τείνει προς το 0. Επομένως, η (8α) γίνεται . Αυτό σημαίνει ότι η (8) τείνει προς το 0 καθώς μηδενίζεται η παρένθεση[6].

Στο μοντέλο των Bauer – Grossmann εύκολα δείχνεται ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του καθαρού εισοδήματος κατά Harrod ακολουθεί τον ρυθμό μεγέθυνσης του πληθυσμού:

Αντίστοιχα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του ακαθάριστου εισοδήματος είναι:

Επειδή α>β και το εισόδημα (V+M) αυξάνει με τον ρυθμό β (καθώς και το V και το Μ ακολουθούν τον ρυθμό αυτό) ενώ το σταθερό κεφάλαιο αυξάνει με τον ρυθμό α, τότε στην πορεία του χρόνου το gG προσεγγίζει ασυμπτωτικά το α. Συνεπώς, υπάρχει απόκλιση από το μονοπάτι ισόρροπης μεγέθυνσης.

Ο μηχανισμός της απόκλισης από την ισόρροπη μεγέθυνση και εν τέλει της κατάρρευσης του συστήματος στο μοντέλο των Bauer – Grossmann φαίνεται επίσης καθαρά και με όρους της προσέγγισης του Harrod.

Ως γνωστόν, για να επιτευχθεί η ισορροπία στην ακμή του ξυραφιού του Harrod πρέπει ο επιθυμητός ρυθμός συσσώρευσης να ισούται με τον πραγματικό ρυθμό συσσώρευσης και επίσης και οι δύο να ισούνται με τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού.

Ο επιθυμητός ρυθμός μεγέθυνσης είναι:

GW = ΔΥ/Υ = sσ

όπου    Υ: εισόδημα

S: αποταμίευση

s: μέση (και οριακή) ροπή για αποταμίευση

σ: λόγος προϊόντος – κεφαλαίου

Γ: κεφαλαιακό απόθεμα

και όπου ισχύει:

S = sY

σ = ΔΥ/ΔΓ

Η αποταμίευση του Harrod (εισόδημα μείον κατανάλωση) είναι η επένδυση στο μοντέλο των Bauer – Grossmann:

St = Yt – (Vt + AVt + Kt) = (Vt + Mt) – (Vt + AVt + Kt) = (Vt + ACt + AVt + Kt) – (Vt + AVt + Kt) = ACt

Όπως φαίνεται από την παραπάνω σχέση, για την προσέγγιση του Harrod επένδυση αποτελεί μόνο η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου.

Η μέση ροπή για αποταμίευση κατά τον Harrod είναι ο λόγος της συνολικής αποταμίευσης προς το συνολικό εισόδημα. Σε όρους Bauer – Grossmann αυτό μεταφράζεται ως εξής:

st = St/Yt = It/Yt = ACt/(Vt + Mt) =              (9)

O λόγος προϊόντος – κεφαλαίου είναι:

σ = ΔΥ/ΔΓ = ΔΥ/ΑC =                            (10)

Από τις (9) και (10) προκύπτει ότι:

stσ = β

δηλαδή το μοντέλο των Bauer – Grossmann εκπληρώνει την συνθήκη ισόρροπης μεγέθυνσης του Harrod. Όμως, όπως δείχνουν οι Orzech & Groll, η ομοιότητα αυτή είναι επιφανειακή. Στο μοντέλο του Harrod τα σ και st είναι σταθερά. Αντίθετα, σε αυτό των Bauer – Grossmann η st αυξάνει (καθώς η συσσώρευση πρέπει να αυξάνει συνεχώς) ενώ ο σ μειώνεται. Απλά, οι μεταβολές της μίας παραμέτρου ακυρώνονται από τις αντίθετες μεταβολές της άλλης. Από την (9) φαίνεται ότι:

(11)

όπου, επειδή (1+α)/(1+β)>1 εξ υποθέσεως, η st αυξάνει χωρίς περιορισμούς.

Ομοίως, από την (6) έχουμε:

(12)

όπου, επειδή (1+β)/(1+α)<1, ο σ μειώνεται χωρίς περιορισμούς.

Μέχρι εδώ δεν θα υπήρχε πρόβλημα αναπαραγωγής του συστήματος παρόλο ότι το σύστημα γίνεται ολοένα και περισσότερο έντασης κεφαλαίου και ταυτόχρονα ο λόγος προϊόντος – κεφαλαίου μειώνεται συνεχώς. Αλλά το μοντέλο Bauer – Grossmann υποθέτει επιπλέον ένα σταθερό ρυθμό μεγέθυνσης που για να προκύψει πρέπει να αυξάνει συνεχώς η ροπή για αποταμίευση (ο ρυθμός μεγέθυνσης της επένδυσης) έτσι ώστε να αντιρροπεί τον μειούμενο λόγο προϊόντος – κεφαλαίου. Η επένδυση (άρα και η αποταμίευση) προέρχονται από την υπεραξία αλλά αυξάνουν πολύ πιο γρήγορα από την δεύτερη, καθώς ο ρυθμός αύξησης της επένδυσης αυξάνει ενώ το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό. Τελικά, για να διατηρηθεί ο ρυθμός συσσώρευσης μειώνεται διαρκώς το κονδύλι για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Όταν το τελευταίο θα εξανεμισθεί εντελώς το σύστημα καταρρέει.

Το παραπάνω σημείο το έχουν δείξει αναλυτικά οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984). Υποτίθεται στο μοντέλο Bauer – Grossmann ότι οι εργάτες δεν αποταμιεύουν. Οι καπιταλιστές αποταμιεύουν ένα μερίδιο από την συνολική υπεραξία της αντίστοιχης περιόδου. Οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984) ορίζουν ως το μαρξιστικό αντίστοιχο του ποσοστού αποταμίευσης του Harrod (st – δηλαδή την μέση ροπή για αποταμίευση από το συνολικό εισόδημα) το γινόμενο της ροπής για αποταμίευση από την υπεραξία ()επί την υπεραξία (μVt) διαιρούμενο με το συνολικό εισόδημα Yt. Η διάκριση μεταξύ ποσοστού αποταμίευσης και ροπής αποταμίευσης από την υπεραξία βασίζεται στην ακόλουθη λογική. Ένα μέρος της υπεραξίας χρησιμοποιείται για προσωπική κατανάλωση από τους καπιταλιστές και ένα άλλο μέρος επενδύεται. Από αυτό το δεύτερο μέρος, ένα τμήμα ξοδεύεται σε επιπρόσθετο μεταβλητό κεφάλαιο και διοχετεύεται έμμεσα στην κατανάλωση και ένα άλλο τμήμα ξοδεύεται σε επιπρόσθετο σταθερό κεφάλαιο. Κατά τον Harrod, όπως προαναφέρθηκε, μόνο το δεύτερο στοιχειοθετεί επένδυση. Συνεπώς:

(13)

Επιπλέον, η ροπή για αποταμίευση από την υπεραξία οφείλει να είναι μεγαλύτερη από μηδέν (δηλαδή μεγαλύτερη από κάποιο ε>0). Επειδή όμως οι καπιταλιστές τμήμα της συνολικής υπεραξίας το χρησιμοποιούν για την προσωπική κατανάλωση τους, η εξωγενώς προσδιορισμένη τάση για αποταμίευση των καπιταλιστών είναι μικρότερη της μονάδας.

0<ε<<1

Από τις (9) και (13) προκύπτει ότι:

(14)

Από την (14) φαίνεται ότι η ροπή για αποταμίευση από την υπεραξία εξαρτάται από μία σειρά παραμέτρους (α, β, μ και C1/V1 [δηλ. η αρχική ΟΣΚ]) που είναι όλες εξωγενώς προσδιορισμένες.

Το συμπέρασμα του μοντέλου είναι ότι για να διατηρηθεί ο ρυθμός συσσώρευσης, καθώς η αυξανόμενη ΟΣΚ προκαλεί τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους, πρέπει να αυξάνει συνεχώς η ροπή αποταμίευσης των καπιταλιστών από την υπεραξία με αποτέλεσμα να περιορίζεται συνεχώς το απόθεμα για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Όταν εξαλειφθεί εντελώς το τελευταίο τότε επέρχεται η κατάρρευση. Η βάση του προβλήματος είναι ότι καθώς ο ρυθμός αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου δεν μπορεί να δημιουργήσει μία επαρκή αύξηση της υπεραξίας καθώς υστερεί σε σχέση με τον ρυθμό αύξησης του σταθερού κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα είναι ότι για να διατηρηθεί σταθερός ο ρυθμός συσσώρευσης πρέπει να περιορίζεται συνεχώς το τμήμα της (ούτως ή άλλως βραδυπορούσας) υπεραξίας που πηγαίνει για την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών:

Το μερίδιο της υπεραξίας που προορίζεται για συσσώρευση ως επιπρόσθετο σταθερό κεφάλαιο … αυξάνει τόσο γρήγορα που καταβροχθίζει ένα προοδευτικά μεγαλύτερο μερίδιο της υπεραξίας. Καταβροχθίζει το μερίδιο που παρακρατείται για καπιταλιστική κατανάλωση …, καταπίνει ένα μεγάλο μέρος του μεριδίου που παρακρατείται για επιπρόσθετο μεταβλητό κεφάλαιο … και ακόμη δεν είναι επαρκές για να συνεχίσει την επέκταση του σταθερού κεφαλαίου στο προϋποτιθέμενο ποσοστό του 10% ανά έτος

(Grossmann (1992), σ.80)

Οι Samuelson & Wolfson (1986) επισημαίνουν ορθά ότι όλες οι παράμετροι του μοντέλου, εκτός από μία, είναι εξωγενώς προσδιορισμένες. Το ποσοστό υπεραξίας είναι ορισμένο στο 100%, ο ρυθμός μεγέθυνσης του σταθερού κεφαλαίου στο 10%, ο ρυθμός μεγέθυνσης του μεταβλητού κεφαλαίου στο 5% και τα αρχικά αποθέματα σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου είναι επίσης δεδομένα (200.000 και 100.000 μονάδες αντιστοίχως). Η μόνη μεταβλητή παράμετρος είναι η ροπή των καπιταλιστών για αποταμίευση από την υπεραξία: αυτή ξεκινά από 25% το 1ο έτος, φθάνει 35.37% στο 10ο έτος και καταλήγει 100% στο 35ο έτος. Εφόσον όλες οι άλλες παράμετροι είναι εξωγενώς ορισμένες ως σταθερές, με το σταθερό κεφάλαιο να αυξάνει περισσότερο από το μεταβλητό κεφάλαιο και με το ποσοστό υπεραξίας σταθερό, η ροπή των καπιταλιστών για αποταμίευση από την υπεραξία είναι η μόνη παράμετρος που μπορεί και πρέπει να μεταβληθεί για να εξισορροπηθεί το σύστημα. Συνεπώς, το υπόδειγμα είναι υπερπροσδιορισμένο, καθώς οι ανεξάρτητες εξωγενείς συναρτήσεις του είναι περισσότερες από τις ενδογενείς άγνωστες μεταβλητές. Επιπλέον, μετά από ένα χρονικό σημείο καταρρέει καθώς οι εσωτερικές αντιφάσεις του γίνονται εντελώς ασυμφιλίωτες. Αυτό για ένα Μαρξιστικής έμπνευσης υπόδειγμα – όπως επισημαίνουν και οι Samuelson & Wolfson – δεν είναι συνταρακτικό πρόβλημα καθώς η ύπαρξη και η διαπάλη αντιθέσεων είναι κομβικό στοιχείο της Μαρξιστικής διαλεκτικής ανάλυσης. Πολύ περισσότερο που, σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το καπιταλιστικό σύστημα διαπερνάται από εγγενείς και ανταγωνιστικές αντιφάσεις που μόνο περιστασιακά μπορούν να αμβλυνθούν. Εν τέλει, οι κρίσεις – όπως αναπτύχθηκε προηγουμένως – είναι ο μηχανισμός εκδήλωσης και πιθανής επίλυσης των αντιφάσεων αυτών. Και, όπως υποστηρίζει ο Grossmann, στο αντικειμενικό έδαφος αυτών των κρίσεων γεννάται η δυνατότητα της επαναστατικής ανατροπής του συστήματος.

Στα πλαίσια όμως πιο στενά «ακαδημαϊκών» προβληματισμών μπορεί να διερευνηθεί τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν, περισσότερο ή λιγότερο μέσα στα πλαίσια του μοντέλου Bauer – Grossmann, για να αφαιρεθεί ο υπερπροσδιορισμός και να εξασφαλισθεί η ομαλή αναπαραγωγή (η μη-κατάρρευση) του. Οι Samuelson & Wolfson (1986) παρουσιάζουν αναλυτικά μία σειρά εναλλακτικές δυνατότητες, που όμως όλες συνεπάγονται ριζικές (και όχι περιθωριακές) αλλαγές στις θεμελιακές υποθέσεις του υποδείγματος* κάτι που θέτει εν αμφιβόλω την σημασία του όλου εγχειρήματος.

Μία λύση είναι να εγκαταλειφθούν οι υποθέσεις περί πλήρους απασχόλησης του μεταβλητού και του σταθερού κεφαλαίου. Στην περίπτωση αυτή το μοντέλο Bauer – Grossmann θα προσέγγιζε αυτό του Harrod. Αυτό απαιτεί επίσης μία σειρά δευτερεύουσες τροποποιήσεις. Στην περίπτωση αυτή αναιρείται ο υπερπροσδιορισμός αλλά παραμένει η πιθανότητα κατάρρευσης που χαρακτηρίζει το μοντέλο του Harrod (δηλαδή ότι μόνο κατά τύχη μπορεί να επιτευχθεί η αρμονική συμπόρευση των βασικών παραμέτρων του).

Μία άλλη εναλλακτική λύση που συζητούν οι Samuelson & Wolfson (1986) είναι να απαλυνθούν οι αυστηροί αρχικοί περιορισμοί και κάποια από τα στοιχεία τους να γίνουν ενδογενή. Για παράδειγμα, μπορεί να αναιρεθεί η υπόθεση περί αύξουσας ΟΣΚ οπότε προκύπτει ένα περίπου νεοκλασικό μοντέλο στο οποίο ο λόγος κεφαλαίου – εργασίας καθορίζεται ενδογενώς.

Μία τρίτη εναλλακτική λύση είναι η μετατροπή του υποδείγματος σε ένα ανοικτής οικονομίας, με βάση την προσέγγιση της Luxemburg. Κάτι τέτοιο όμως αντίκειται στις προθέσεις τόσο του Bauer όσο και του Grossmann, που είχαν απορρίψει – από διαφορετικές σκοπιές – την κεντρικότητα του προβλήματος της υποκατανάλωσης και την λουξεμπουργκιανή διέξοδο των μη-καπιταλιστικών οικονομιών.

Όπως είναι προφανές, όλες αυτές οι τροποποιήσεις ανατρέπουν θεμελιακά χαρακτηριστικά του υποδείγματος Bauer – Grossmann και συνεπώς δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν «νόμιμες» εναλλακτικές λύσεις. Άλλωστε τα προβλήματα της μαθηματικής μοντελοποίησης είναι δευτερεύουσας σημασίας εμπρός στα ουσιαστικά ζητήματα ανάλυσης. Με αυτή την έννοια, οι μαθηματικοί φορμαλισμοί του υποδείγματος Bauer – Grossmann δεν έχουν τόση σημασία όση έχουν η λογική δομή του, τα ερωτήματα που θέτει και τα βασικά συμπεράσματα του. Από αυτή την άποψη τα ακόλουθα σημεία είναι κρίσιμα.

Πρώτον, όσον αφορά το υπόδειγμα αυτό καθ’ εαυτό είναι σήμερα προφανές ότι ο Grossmann έχει δικαιωθεί σε δύο βασικά ζητήματα έναντι του Bauer. Αφενός, ότι το υπόδειγμα δεν είναι μία άμεσα ρεαλιστική απεικόνιση της λειτουργίας μίας καπιταλιστικής οικονομίας αλλά ένα υπόδειγμα υψηλής αφαίρεσης, που επιδιώκει να συλλάβει τις πιο αφηρημένες ουσιακές λειτουργίες του συστήματος και μάλιστα κάνοντας συνειδητά αφαίρεση ορισμένων σημαντικών παραγόντων. Αφετέρου, ότι – με βάση τις υποθέσεις του ίδιου του Bauer – το σύστημα καταλήγει να καταρρεύσει.

Δεύτερον, στο βαθμό που ευσταθεί αναλυτικά και εμπειρικά η υπόθεση περί ανόδου της ΟΣΚ – και υπάρχουν αρκετές πειστικές (τόσο παλαιότερες όσο και νεώτερες) μελέτες γι΄ αυτό – τότε είναι λογικός ο μηχανισμός κατάρρευσης που προτείνει ο Grossmann. Δηλαδή ότι ο αντιπροσωπευτικός καπιταλιστής λειτουργεί πρώτα και κύρια σαν καπιταλιστής (δηλαδή φροντίζει για την αυξανόμενη συσσώρευση του κεφαλαίου του) και δευτερευόντως σαν «ηδονιστής καταναλωτής». Συνεπώς, είναι λογικό να ορίζονται ως δεσμευτικές οι απαιτήσεις της κεφαλαιακής συσσώρευσης ενώ να αντιμετωπίζεται ως εξαρτημένη παράμετρος η προσωπική κατανάλωση του καπιταλιστή.

Τρίτον, είναι όντως ένα κρίσιμο ζήτημα το πως η τεχνική αλλαγή – που υπάρχει μέσα στο υπόδειγμα Bauer – Grossmann και που εκφράζεται στην άνοδο της ΟΣΚ – δεν συνεπάγεται αύξηση του ποσοστού υπεραξίας ή εάν το κάνει πως αυτό δεν ανατρέπει την τάση προς την κρίση. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτό είναι ένα από τα θέματα που προβλημάτιζαν και τον ίδιο τον Grossmann.

4. Η προσέγγιση του Grossmann και οι επικριτές της

Το έργο του Grossmann αντιμετώπισε, στην εποχή του, ιδιαίτερα έντονες κριτικές από όλες τις άλλες Μαρξιστικές προσεγγίσεις της θεωρίας της κρίσης. Σε πολλές από αυτές απάντησε ο ίδιος ιδιαίτερα πειστικά (π.χ. στην εντελώς αβάσιμη κριτική της Helene Bauer, παλιάς του συναγωνίστριας και αντιπάλου στο πολωνικό σοσιαλιστικό κίνημα και μετέπειτα συζύγου του Otto Bauer). Στο κεφάλαιο αυτό θα ασχοληθούμε με ορισμένες κριτικές, παλαιότερες και νεώτερες, που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής.

Κατ’ αρχήν είναι αναγκαία μία διευκρίνιση. Σε πολλές κριτικές υπολανθάνει ουσιαστικά μία πεποίθηση ότι ο Grossmann είχε μία μηχανιστική θεωρία κατάρρευσης του συστήματος* ουσιαστικά μία θεωρία καταστροφής. Πρόκειται για μία εντελώς εσφαλμένη άποψη. Ο Grossmann, σε ένα γράμμα στον Mattick, διευκρινίζει σαφώς:

Θα πρέπει να είναι εμφανές ότι η ιδέα ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει «αυτόματα» «από μόνος του» είναι ξένη σε μένα… Όμως ήθελα να δείξω ότι η ταξική πάλη μόνο δεν είναι επαρκής… Ως διαλεκτικός Μαρξιστής, γνωρίζω ότι και οι δύο πλευρές της διαδικασίας, αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, επηρεάζουν αμοιβαία το ένα το άλλο. Στην ταξική πάλη και οι δύο αυτοί παράγοντες αναμιγνύονται. Κανείς δεν μπορεί «να περιμένει» μέχρι πρώτα να εκπληρωθούν οι «αντικειμενικές» συνθήκες, και τότε μόνο να αφήσει τα «υποκειμενικά» στοιχεία να δουλέψουν. Αυτή θα ήταν μία ανεπαρκής και μηχανιστική ερμηνεία η οποία είναι ξένη προς εμένα… Η θεωρία κατάρρευσης μου δεν σκοπεύει να αποκλείσει την ενεργή παρέμβαση, αλλά μάλλον ελπίζει να δείξει πότε και υπό ποίες συνθήκες μία τέτοια αντικειμενικά επαναστατική κατάσταση μπορεί και θα προκύψει.

(Jacoby (1975), p.37)

Η απάντηση αυτή απευθυνόταν κατ’ αρχήν σε όσους τον κατηγορούσαν ότι θεωρεί ότι η ανατροπή του συστήματος θα προκύψει από μία οικονομική καταστροφή του και ουσιαστικά εν απουσία επαναστατικής ταξικής πάλης (π.χ. Bauer). Αντίστοιχα, σε όσους τον επέκριναν ουσιαστικά για οικονομικό φαταλισμό – δηλαδή ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να ανακάμψει από μία οικονομική κατάρρευση του (π.χ. Howard & King (1988) – ο Grossmann είχε ήδη εξηγήσει τόσο την ύπαρξη αντίρροπων τάσεων στην ΠΤΠΚ όσο και πρότεινε μία θεωρία κυκλικών διακυμάνσεων. Διευκρίνισε αρκετά νωρίς ότι οι κρίσεις λειτουργούν σαν μηχανισμός θεραπείας του συστήματος, που μέσω της απαξίωσης κεφαλαίων αποκαθιστούν τις συνθήκες αναπαραγωγής του συστήματος. Ακολούθως, κατά τον Grossmann, οι κυκλικές διακυμάνσεις μπορούν να ερμηνευθούν ως η κυκλική διαδοχή φάσεων κρίσης και ανάκαμψης, που εξαρτώνται από το ύψος της ΟΣΚ, το ποσοστό εκμετάλλευσης και τους ρυθμούς μεγέθυνσης του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου.

Ο Sweezy ((α.χ.), σ.236-9) επέκρινε επίσης δριμύτατα και άδικα τον Grossmann. Μάλιστα η κριτική του είχε μάλλον μεγάλη επίδραση καθώς για πολλά χρόνια – εκτός από ορισμένα αγγλόφωνα κείμενα του Grossmann για θέματα ιστορίας της οικονομικής σκέψης – το έργο του τελευταίου ήταν άγνωστο στον αγγλόφωνο κόσμο και οι αναφορές και η κριτική του Sweezy ήταν ουσιαστικά η βασική πηγή πληροφόρησης. Ο Sweezy επικρίνει τον Grossmann από την σκοπιά της θεωρίας υποκατανάλωσης. Κατ΄ αρχήν τον κατηγορεί ότι αγνοεί το πρόβλημα πραγματοποίησης της αξίας (δηλαδή το πρόβλημα που είναι στην καρδιά του υποκαταναλωτικού επιχειρήματος). Όμως ο Grossmann διευκρίνισε αρκετά νωρίς ότι παρόλο ότι προβλήματα πραγματοποίησης υπάρχουν στο σύστημα, αυτά λειτουργούν σε ένα χαμηλότερο επίπεδο αφαίρεσης ενώ η ουσία της κρισιακής τάσης πρέπει να εντοπισθεί πριν από αυτά και ακόμη και εν απουσία τους. Στην συνέχεια ο Sweezy επιστρατεύει τον ρόλο του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού σαν παράγοντα που μπορεί να αναστείλει την άνοδο της ΟΣΚ. Αυτό είναι προφανές, όπως όμως είναι εξίσου γνωστό ότι ο Marx – ορθά άλλωστε –μελετώντας τον ουσιακό μηχανισμό της κρίσης κάνει κατ΄ αρχήν αφαίρεση του ρόλου του πληθυσμού (και κατ΄ επέκταση της στενότητας ή μη της αγοράς εργασίας). Ο Grossmann δεν πρωτοτυπεί – ούτε σφάλλει – όταν ακολουθεί αυτή την Μαρξική υπόθεση. Τέλος, ο Sweezy αποδίδει την άνοδο της ΟΣΚ στις αυξητικές τάσεις του μισθού (ιδιαίτερα σε συνθήκες στενότητας της αγοράς εργασίας). Αυτή είναι μία εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία, όπως φαίνεται και από το κεφάλαιο 2 παραπάνω. Και τέλος καταλήγει στο ότι ο ρυθμός συσσώρευσης είναι η ανεξάρτητη μεταβλητή. Όμως στην περίπτωση που ο ρυθμός συσσώρευσης μεταβάλλεται κατά το δοκούν τότε χάνει κάθε έννοια το υπόδειγμα ενός σχήματος αναπαραγωγής. Μάλιστα η σύγχυση αυτή επιτείνεται από το ότι κατηγορεί τον Grossmann ότι εκλαμβάνει το μοντέλο του σαν άμεσα ρεαλιστική απεικόνιση της καπιταλιστικής πραγματικότητας, κάτι απόλυτα εσφαλμένο. Ο Grossmann – βασισμένος άλλωστε στην σοβαρότατη μελέτη της Μαρξικής μεθοδολογίας που είχε κάνει προηγουμένως – είχε επικρίνει τόσο την Luxemburg όσο και τον Bauer ότι εσφαλμένα κατανοούν τα σχήματα αναπαραγωγής ως άμεσα ρεαλιστικές απεικονίσεις της λειτουργίας του καπιταλισμού. Αντίθετα, είχε σαφή επίγνωση ότι προσπαθούν να συλλάβουν την πραγματικότητα αλλά στις πιο γενικές και αφηρημένες (ουσιακές) διαστάσεις της.

Οι Howard & King (1988) παραθέτουν επίσης τις περισσότερες κριτικές από αυτές που έγιναν στον Grossmann. O Kuhn (1995) έχει απαντήσει αρκετά εύστοχα στις περισσότερες από αυτές. Υπάρχουν όμως δύο σημεία στις επικρίσεις που παραθέτουν οι Howard & King (1988) – και που επαναλήφθηκαν αργότερα από άλλους (π.χ. Trigg (2004)) – που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής.

To πρώτο σημείο είναι ότι ο Grossmann εμμέσως αποδέχεται τον νόμο του Say καθώς υποθέτει ότι η προσφορά εξισώνεται με την ζήτηση (καθώς η αποταμίευση ισούται με την επένδυση).

Το δεύτερο σημείο είναι ότι δεν μπορεί το ποσοστό υπεραξίας να μένει σταθερό γιατί έτσι παραγνωρίζεται η εξαγωγή σχετικής υπεραξίας. Εάν η τεχνική αλλαγή, που αυξάνει ταυτόχρονα την ΟΣΚ και την παραγωγικότητα της εργασίας, συνοδεύεται από σταθερό ή φθίνοντα πραγματικό μισθό τότε το ποσοστό υπεραξίας και – κατ’ επέκταση – το ποσοστό κέρδους θα αυξηθεί και η κρισιακή τάση θα ακυρωθεί.

Το πρώτο σημείο είναι εντελώς άστοχο και βασίζεται στην παρανόηση τόσο της Μαρξικής διαλεκτικής μεθοδολογίας όσο και του σκοπού των Μαρξικών σχημάτων αναπαραγωγής και των υποδειγμάτων αναπαραγωγής ευρύτερα. Η Shoul (1957) έχει δείξει εξαιρετικά εύστοχα με πιο τρόπο αντιμετωπίζει ο Marx τον νόμο του Say. Με δεδομένη την γενική του αντίθεση στον νόμο του Say, ο Marx σε διαστρωματωμένα επίπεδα αφαίρεσης (layered abstractions κατά την σημερινή ορολογία του ρεύματος της Νέας Διαλεκτικής) είτε απορρίπτει είτε χρησιμοποιεί την ισότητα προσφοράς και ζήτησης. Αυτό δεν αποτελεί αναλυτική ασυνέπεια αλλά συνεπή και μεθοδική χρήση της διαλεκτικής μεθοδολογίας. Έτσι στα σχήματα αναπαραγωγής υιοθετεί την ισότητα προσφοράς και ζήτησης καθώς θέλει ουσιαστικά να κάνει ανάλυση ισορροπίας και μάλιστα απαλλαγμένη από μεσοπρόθεσμες ή βραχυπρόθεσμες ανισορροπίες που προκύπτουν από αγοραίες διακυμάνσεις ή/και από αλλαγές στην διανομή εισοδήματος. Αντίστοιχα, στις Μαρξιστικές συζητήσεις για την οικονομική κρίση είναι «νόμιμη» η αφαίρεση τέτοιου τύπου ανισορροπιών καθώς οι κρισιακές τάσεις αναζητούνται στην κυρίαρχη σφαίρα της παραγωγής και στην αλληλεπίδραση τους με τα πιο ουσιακά στοιχεία της διαδικασίας του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού (δηλαδή τον ανταγωνισμό επί τη βάση της διαδικασίας παραγωγής που ελέγχει κάθε συγκεκριμένος ατομικός καπιταλιστής) και όχι τα ήσσονος τάξης – κατά την Μαρξική προβληματική – στοιχεία του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού (δηλαδή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που απορρέουν από την διαδικασίας κυκλοφορίας αυτή καθ’ εαυτή). Είναι βέβαια αυτονόητο ότι ένα Μαρξιστικό υπόδειγμα αναπαραγωγής και κρίσης – που έχει συγκροτηθεί με αυτή την μεθοδολογία – μπορεί και πρέπει, σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, να συμπεριλάβει ανισορροπίες (και επιδράσεις επάνω στα ουσιακά στοιχεία και σχέσεις) που προκύπτουν από την σφαίρα της κυκλοφορίας αυτή καθ’ εαυτή. Σε αυτά τα χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης οι διακυμάνσεις των τιμών από τις αξίες, η διαμόρφωση της αξίας της νομισματικής μονάδας, η ταξική πάλη για την διανομή του εισοδήματος, ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι εξωτερικές οικονομικές σχέσεις είναι κάποιες από τις βασικές διαδικασίες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν. Είναι λογικό ότι κάτι τέτοιο μάλλον οδηγεί σε ανάλυση ανισορροπίας ή καλύτερα δυναμικής ισορροπίας και ανισορροπίας. Συνεπώς, η ισότητα προσφοράς και ζήτησης εγκαταλείπεται. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι προβληματικό για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αλλά αντιθέτως είναι συνεπές με την έννοια της αντίθεσης που αποτελεί την βάση της διαλεκτικής μεθοδολογίας της.

Το δεύτερο σημείο είναι πιο περίπλοκο. Ο Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.268) πράγματι κάνει ρητά την  υπόθεση περί σταθερότητας του ποσοστού υπεραξίας όταν διατυπώνει τον νόμο της ΠΤΠΚ στην αρχή του 13ου κεφαλαίου του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου:

Πρέπει αυτή η βαθμιαία αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο, να έχει απαραίτητα σαν αποτέλεσμα μία βαθμιαία πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, όταν μένει αμετάβλητο το ποσοστό υπεραξίας ή όταν μένει αμετάβλητος ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο.

Με την ανάλυση αυτή ο Marx θέλει να δείξει ότι οι κρισιακές τάσεις στον καπιταλισμό προκύπτουν από τα ίδια τα εγγενή χαρακτηριστικά του – και ειδικότερα από τον χαρακτήρα που έχει η τεχνολογική αλλαγή λόγω του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού – ακόμη και όταν δεν υπάρχουν εργατικές μισθολογικές διεκδικήσεις. Δηλαδή η πτώση του ποσοστού κέρδους δεν οφείλεται σε υπερβολικούς μισθούς (δηλαδή σε συμπίεση των κερδών από τους μισθούς [profit squeeze]). Η ανάλυση αυτή είναι καταφανώς αντίθετη με αυτή του Ricardo που εντοπίζει την φθίνουσα κερδοφορία του κεφαλαίου στην άνοδο της σχετικής τιμής των σιτηρών και, συνεπώς, σε έναν αυξανόμενο ονομαστικό μισθό και μερίδιο μισθών. Ο Grossmann ακολουθεί αυτή την λογική.

Υπάρχει όμως πράγματι ένα ζήτημα ερμηνείας που αφορά το πως συνδέεται η άνοδος της ΟΣΚ – και συνεπώς η τεχνική αλλαγή – με το ποσοστό υπεραξίας.

Κατ’ αρχήν, ο Marx έχει πλήρη επίγνωση της συσχέτισης της αύξησης της παραγωγικότητας με το ποσοστό υπεραξίας. Όμως θεωρεί ότι ο νόμος της ΠΤΠΚ ισχύει ακόμη και με αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας:

Ο νόμος της πτώσης του ποσοστού κέρδους, με το οποίο εκφράζεται το ίδιο ή ακόμα και ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας, σημαίνει με άλλα λόγια ότι: αν πάρουμε κάποιο καθορισμένο ποσό του μέσου κοινωνικού κεφαλαίου, λ.χ. ένα κεφάλαιο 100, τότε ένα διαρκώς μεγαλύτερο μέρος του αντιπροσωπεύει μέσα εργασίας και ένα διαρκώς μικρότερο μέρος του αντιπροσωπεύει ζωντανή εργασία. Επειδή, όμως, η συνολική μάζα ζωντανής εργασίας, που προστίθεται στα μέσα παραγωγής, μειώνεται σε σχέση με την αξία αυτών των μέσων παραγωγής, μειώνεται σε σχέση με την αξία του προκαταβεβλημένου συνολικού κεφαλαίου και η απλήρωτη δουλιά και το μέρος εκείνο της αξίας με το οποίο εκφράζεται. Ή: ένα διαρκώς μικρότερο υποπολλαπλάσιο του επενδυόμενου συνολικού κεφαλαίου μετατρέπεται σε ζωντανή εργασία, και αυτός είναι ο λόγος που το συνολικό αυτό κεφάλαιο απομυζάει σε σχέση με το μέγεθος του, όλο και λιγότερη υπερεργασία, παρ΄ όλο που μπορεί να αυξάνει ταυτόχρονα η σχέση του απλήρωτου μέρους της χρησιμοποιούμενης εργασίας προς το πληρωμένο. Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου και η σχετική αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, μ’ όλο που και τα δύο αυξάνουν απόλυτα, είναι, όπως είπαμε, απλώς μία άλλη έκφραση της αυξανόμενης παραγωγικότητας της εργασίας.

(Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.272-3)

Ο Marx παίρνει αυτή την θέση γιατί υποστηρίζει ότι οι διαδικασίες που αυξάνουν το ποσοστό εκμετάλλευσης είναι οι ίδιες με αυτές που εκτοπίζουν ζωντανή εργασία (που εκφράζεται στο μεταβλητό κεφάλαιο) και την αντικαθιστούν με απονεκρωμένη εργασία (που εκφράζεται στο σταθερό κεφάλαιο), δηλαδή με αυτές που οδηγούν στην αύξηση της ΟΣΚ:

Επειδή όμως οι ίδιες αιτίες, που ανεβάζουν το ποσοστό υπεραξίας … τείνουν να μειώσουν την χρησιμοποιούμενη από ένα δοσμένο κεφάλαιο εργατική δύναμη, οι ίδιες αιτίες τείνουν ταυτόχρονα και στη μείωση του ποσοστού κέρδους, και στην επιβράδυνση της κίνησης της μείωσης αυτής.

(Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.296)

Μάλιστα η ώθηση για αύξηση της ΟΣΚ είναι πιο ισχυρή από αυτή της αύξησης του ποσοστού υπεραξίας, καθώς η δεύτερη «γίνεται μόνο μέσα σε καθορισμένα όρια» (Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.285).

Τα παραπάνω ισχύουν, κατά τον Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.294), ιδιαίτερα όσον αφορά την περίπτωση της σχετικής υπεραξίας – στην οποία εστιάζουν κυρίως οι επικριτές του Grossmann:

Κατά τα άλλα, έχει κιόλας αποδειχθεί – και αποτελεί το καθεαυτό μυστικό της τάσης του ποσοστού να πέφτει – ότι οι διαδικασίες για την παραγωγή σχετικής υπεραξίας οδηγούν γενικά στο εξής: από τη μία μεριά, στο να μετατρέπεται σε υπεραξία ένα όσο το δυνατό μεγαλύτερο μέρος μίας δοσμένης μάζας εργασίας, και, από την άλλη, στο να χρησιμοποιείται γενικά όσο το δυνατό λιγότερη εργασία σε σχέση με το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο, έτσι που οι ίδιοι λόγοι, που επιτρέπουν το ανέβασμα του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας, απαγορεύουν την εκμετάλλευση της ίδιας με προηγούμενα ποσότητας εργασίας από το ίδιο συνολικό κεφάλαιο. Αυτές είναι οι αντιμαχόμενες τάσεις, οι οποίες, ενώ τείνουν προς μία αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, τείνουν ταυτόχρονα και προς μία πτώση της μάζας της υπεραξίας, επομένως και του ποσοστού κέρδους, που παράγεται από ένα δοσμένο κεφάλαιο.

Αντίθετα, κατά τον (Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.295) «η τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους αδυνατίζει , ιδίως με την άνοδο του ποσοστού της απόλυτης υπεραξίας, που προέρχεται από την παράταση της εργάσιμης ημέρας» γιατί κατανοεί ορθά ότι στην περίπτωση αυτή οι τάσεις εκτόπισης ζωντανής εργασίας είναι πιο αδύναμες. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή το κεφάλαιο – εφόσον μπορεί να προχωρήσει σε παράταση του χρόνου εργασίας χωρίς αυξήσεις (ή με μικρότερης έκτασης αυξήσεις) του μισθού – θα επιλέξει τεχνολογίες έντασης εργασίας κυρίως.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Marx (1978), τομ.ΙΙΙ, σ.296) – και ο Grossmann – εντάσσει τις διαδικασίες αύξησης του ποσοστού υπεραξίας στις βασικές αντεπιδρώσες δυνάμεις στην ΠΤΠΚ:

Η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας … αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συγκαθορίζουν τη μάζα της υπεραξίας, επομένως και το ποσοστό του κέρδους. Ο παράγοντας αυτός δεν αναιρεί το γενικό νόμο. Τον κάνει όμως να δρα περισσότερο σαν τάση, δηλαδή σαν νόμος, που η απόλυτη πραγματοποίηση του παρεμποδίζεται, επιβραδύνεται, ατονεί από περιστατικά που αντιδρούν.

Γι΄ αυτό ο Grossmann, αμέσως μετά το βασικό του επιχείρημα, παρουσιάζει τέσσερα αριθμητικά παραδείγματα που καθένα εξετάζει τις επιδράσεις πάνω στην ΠΤΠΚ ενός παράγοντα. Μεταξύ των αυτών συγκαταλέγεται και η διαφοροποίηση του ποσοστού υπεραξίας[7]. Η συζήτηση αυτή για τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται η βασική τάση του νόμου της ΠΤΠΚ με τις αντίρροπες δυνάμεις του έχει συνεχισθεί μέχρι σήμερα (βλέπε Fine – Harris (1986)). Χωρίς να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες αυτής της συζήτησης, θα υποστηρίξουμε ότι ο Marx ορθά θεωρεί την ΠΤΠΚ ως την κύρια διαδικασία και τις δυνάμεις που λειτουργούν ανασχετικά ως δευτερεύουσες διαδικασίες. Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιεί και ο Kuhn (1995) που υποστηρίζει ορθά ότι για τον Grossmann η ισορροπία μεταξύ της ΠΤΠΚ και των αντίρροπων τάσεων ήταν απλά ένα βραχυχρόνιο εμπειρικό ερώτημα.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους ο Marx – και ο Grossmann ακολουθώντας τον – υποθέτουν για λόγους απλοποίησης της ανάλυσης ότι το ποσοστό υπεραξίας παραμένει σταθερό παρά την άνοδο της ΟΣΚ.

Μπορεί όμως επίσης να δειχθεί, μέσα στα πλαίσια του μοντέλου Bauer – Grossmann, ότι ακόμη και ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας δεν ανατρέπει την τάση κατάρρευσης αλλά απλά την επιβραδύνει (όπως έδειξε με ένα αριθμητικό παράδειγμα ο Grossmann).

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και εάν το ποσοστό υπεραξίας αυξάνει, ο ρυθμός αύξησης του θα πρέπει να είναι σχεδόν εξωπραγματικά μεγάλος για να μπορεί να αναστρέφει την επίδραση της αυξανόμενης ΟΣΚ. Αυτό φαίνεται εύκολα από τον ορισμό του ποσοστού κέρδους: R = s/(c+v). Για να διατηρηθεί ή να αυξηθεί το ποσοστό κέρδους πρέπει ο ρυθμός αύξησης της υπεραξίας να ισούται ή να ξεπερνά το ρυθμό αύξησης του αθροίσματος του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου.

Κρατώντας την προηγούμενη επισήμανση, ας υποθέσουμε ότι η τεχνολογική αλλαγή οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και η τελευταία συνεπάγεται αύξηση της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας (καθώς χρειάζεται λιγότερη εργασία για να παραχθούν τα αναγκαία μέσα κατανάλωσης για την συντήρηση του εργατικού δυναμικού). Φυσικά, σε μία τέτοια περίπτωση πρέπει να αφαιρεθεί η υπόθεση περί σταθερού ποσοστού υπεραξίας και να αφεθεί το τελευταίο να αυξάνει. Έστω ότι το ποσοστό υπεραξίας αυξάνει με ένα σταθερό ρυθμό γ. Τότε η διαχρονική πορεία του δίνεται από την ακόλουθη συνάρτηση:

t = s΄1(1+γ)t-1 (15)

Επομένως, η μάζα της υπεραξίας προκύπτει ακολούθως:

Μt = s΄tVt = s΄1(1+γ)t-1 V1(1+β)t-1 (16)

Αντικαθιστώντας στην (9):

st = St/Yt = It/Yt = ACt/(Vt + Mt) = =            (17)

Το όριο που τείνει η (17), διαιρώντας με τον ταχύτερα αυξανόμενο όρο, είναι το ακόλουθο:

Το όριο της τελευταίας εξαρτάται από την σχέση μεταξύ 1+α και 1+β+γ+βγ ή, απλοποιούμενο, από την σχέση μεταξύ α και β+γ+βγ. Συγκεκριμένα, εάν:

1)      β+γ+βγ>α τότε το τείνει προς το άπειρο.

2)      β+γ+βγ<α τότε το τείνει προς το μηδέν.

3)      β+γ+βγ=α τότε το τείνει προς την μονάδα.

Στην πρώτη περίπτωση το st τείνει προς το μηδέν, καθώς .

Στην δεύτερη περίπτωση το st τείνει προς το άπειρο, καθώς .

Στην τρίτη περίπτωση το st τείνει προς ένα συγκεκριμένο αριθμό, καθώς .

Στις δύο πρώτες περιπτώσεις τα αποτελέσματα είναι οικονομικά παράλογα. Στην πρώτη περίπτωση με την ροπή των καπιταλιστών προς αποταμίευση να μηδενίζεται καταλήγουν να μην αποταμιεύουν καθόλου. Στην δεύτερη περίπτωση με την ροπή των καπιταλιστών προς αποταμίευση να τείνει στο άπειρο καταλήγουν να αποταμιεύουν όλο το εισόδημα τους. Μόνο στην τρίτη περίπτωση εξασφαλίζεται η συνεχής απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος με βάση ένα σταθερό ρυθμό μεγέθυνσης. Όμως, η προϋπόθεση γι’ αυτό είναι εξωπραγματική. Δεν υπάρχει καμία οικονομική αιτιολογία γιατί το σύστημα πρέπει να εκπληρώνει σταθερά αυτή την συσχέτιση μεταξύ α, β και γ και όχι οποιαδήποτε άλλη. Γιατί δηλαδή ο ρυθμός αύξησης του σταθερού κεφαλαίου θα πρέπει να ισούται με το άθροισμα του ρυθμού αύξησης του μεταβλητού κεφαλαίου, του ρυθμού αύξησης του ποσοστού υπεραξίας και του γινομένου τους[8].

Συνοψίζοντας, η άνοδος της ΟΣΚ πρέπει να οδηγεί και σε άνοδο του ποσοστού υπεραξίας. Επίσης, όμως, λογικά υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορεί η αύξηση του ποσοστού υπεραξίας να αντεπιδράσει στην ΠΤΠΚ. Ο εργάτης, σαν ανθρώπινο όν, έχει πεπερασμένα όρια στο πόσο μπορεί να βελτιωθεί και να εντατικοποιηθεί μέσα στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου τεχνολογικού μοντέλου. Υπέρβαση αυτών των ορίων απαιτεί εν τέλει, μεταξύ των άλλων, και ένα νέο τεχνολογικό μοντέλο. Αν ξεπερασθούν τα όρια αυτά μέσα στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου τεχνολογικού μοντέλου, ιδιαίτερα όσον αφορά την εντατικοποίηση της εργασίας, τότε η αποδοτικότητα του θα μειωθεί αντί να αυξηθεί. Αντιθέτως, δεν υπάρχουν αντίστοιχα όρια στην αύξηση του μεγέθους του σταθερού κεφαλαίου. Γι’ αυτούς τους λόγους είναι λογικό, αν το ποσοστό υπεραξίας ορισθεί ως αυξανόμενο, να περιορισθεί ο ρυθμός αύξησης του έτσι ώστε να αντεπιδρά μεν αλλά να μην αναστρέφει την ΠΤΠΚ.

5. Αντί συμπερασμάτων

Το έργο του Henryk Grossmann δικαιολογημένα μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν μία πρωτοποριακή συμβολή στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αλλά και στην μακροοικονομική δυναμική ανάλυση.

Κατ΄ αρχήν είναι πρωτοπόρα η έμφαση που αποδίδει στην διαλεκτική Μαρξική μεθοδολογία, κάτι όχι πολύ συνηθισμένο στην εποχή του. Παρόλο ότι η ορολογία της διαλεκτικής μαρξιστικής μεθοδολογίας ήταν διαδεδομένη σε όλους τους σύγχρονους του μαρξιστές θεωρητικούς, ουσιαστικά αυτή πολύ λίγο εφαρμοζόταν στις οικονομικές αναλύσεις τους. Παραδείγματος χάριν, η ουσιαστική απουσία της είναι εμφανής στο έργο του Hilferding ενώ η εσφαλμένη κατανόηση της – ιδιαίτερα όσον αφορά τα σχήματα αναπαραγωγής – είναι παρούσα στο έργο της Luxemburg. Ο Grossmann έχει μία εξαιρετικά καλή γνώση της μεθοδολογίας της διαλεκτικής αφαίρεσης και του ρόλου της στις οικονομικές αναλύσεις του Marx – κάτι που έγινε ευρύτερα γνωστό και αποδεκτό μόνο μετά το σημαντικό έργο του Rosdolsky για την μεθοδολογία του Κεφαλαίου. Με βάση την διαλεκτική μεθοδολογία ο Grossmann συγκροτεί το μοντέλο του σε αυστηρά προσδιορισμένα – και αναλυτικά «νόμιμα» – επίπεδα αφαίρεσης. Ταυτόχρονα, αποφεύγει τα σφάλματα άλλων – σύγχρονων ή μεταγενέστερων του. Για παράδειγμα, κατανοεί ορθά – και επικρίνει αντιστοίχως την Luxemburg – ότι τα Μαρξικά σχήματα αναπαραγωγής δεν είναι η άμεση ρεαλιστική μοντελοποίηση της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας αλλά μοντέλα υψηλού επιπέδου αφαίρεσης που επιδιώκουν να δείξουν τις βασικές ουσιακές λειτουργίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εξωπραγματικά αλλά ότι επιδιώκουν να συλλάβουν την πραγματικότητα στις πιο βασικές, ουσιώδεις και συνεπώς αφηρημένες διαστάσεις της. Από εκεί και πέρα, για να δώσει κανείς ένα άμεσα ρεαλιστικό μοντέλο της λειτουργίας μίας καπιταλιστικής οικονομίας χρειάζεται να κινηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, δηλαδή να κινηθεί από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο μέσω διαδοχικών επιπέδων ανάλυσης. Για τους ίδιους λόγους επικρίνει και τον Bauer – που θεωρούσε ότι το μοντέλο του, που τροποποίηση άλλωστε και χρησιμοποίησε και ο Grossmann – είναι επίσης μία άμεση ρεαλιστική μοντελοποίηση της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας. Το ίδιο άλλωστε υποστήριξε και απέναντι σε δικούς του επικριτές.

Το έργο του είναι επίσης πρωτοπόρο για τα δεδομένα της εποχής του όσον αφορά την χρήση μαθηματικών εργαλείων στην οικονομική ανάλυση* πεδίο στο οποίο ο Grossmann είχε αναμφίβολα πείρα από την πρώτη δουλειά του στην στατιστική υπηρεσία της Πολωνίας.

Βέβαια η βασική πρωτοπόρα συμβολή του παραμένει η διατύπωση μία συνεκτικής – με όποιες αδυναμίες έχει – θεωρίας των κρίσεων με βάση αυτό που ο Marx θεωρούσε τον πιο σημαντικό νόμο της καπιταλιστικής οικονομίας – την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Η συμβολή του αυτή σήμερα αναγνωρίζεται από υποστηρικτές και επικριτές (π.χ. Shaikh (1978b), Trigg (2004)). Όμως και στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης είναι πρωτοπόρος ο τρόπος με τον οποίο ο Grossmann μελέτησε τις αντεπιδρώσες τάσεις στον νόμο της ΠΤΠΚ και επιπλέον ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να συνδυάσει την θεωρία κρίσης με μία ανάλυση οικονομικών κύκλων και διακυμάνσεων.

Για όλους τους παραπάνω λόγους η εξαιρετικά καθυστερημένη, έστω και τμηματική, δημοσιοποίηση του βασικού έργου του και στο αγγλόφωνο κοινό (πέραν του γερμανόφωνου) μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος τόσο για τις πολύτιμες και συχνά ξεχασμένες συνεισφορές των δεκαετιών του 1920 και 1930 όσο και για την μαρξιστική ανάλυση της μακροοικονομικής δυναμικής και της οικονομικής μεγέθυνσης.

Βιβλιογραφία

Bauer, O. (1913), ‘Die Akkumulation von Kapital’, Die Neue Zeit no.31, pp.831-7, 862-74. Translated in History of Political Economy, 1986, no.18, pp.87-11110.

Bronfenbrenner, M. & Wolfson, M. (1984), ‘Marxian macrodynamics and the Harrod growth model’, History of Political Economy vol.16, no.2, pp.175-186.

Dommar, E. (1946), ‘Capital expansion, rate of growth and employment’, Econometrica no.14, pp.137-47.

Fine, B. & Harris, L. (1986), Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο, Αθήνα: Gutenberg.

Fine, B. (1989), Marx’s ‘Capital’, London: Macmillan.

Foley, D. (1986), Understanding Capital, Cambridge MA: Harvard University Press.

Grossmann, H. (1929), Das Akkumulations – und Zusammenbruchsgesetz des Kapitalistichen Systems (Zugleich Eine Krisentheorie), Leipsig: Hirschfeld – abridged translation (1992), The Law of Accumulation and Breakdown of the Capitalist System, London: Pluto Press.

Harrod, R. (1939), ‘An essay in dynamic theory’, Economic Journal no.49, pp.14-33.

Harrod, R. (1948), Towards a dynamic economics, London.

Howard, M.C. & King, J.E. (1988), ‘Henryk Grossmann and the Breakdown of Capitalism’, Science & Society vol.52 no.3, pp.290-309.

Jacoby, R. (1975), ‘The Politics of the Crisis Theory: Towards the Critique of Automatic Marxism II’, Telos no.23.

Kuhn, R. (1995), ‘Capitalism’s Collapse: Henryk Grossmann’s Marxism’, Science & Society vol.59 no.2, pp.174-192.

Kuhn, R. (2004), ‘Economic crisis and socialist revolution: Henryk Grossman’s Law of accumulation, its first critics and his responses’, Research in Political Economy vol.21., http://eprints.anu.edu.au/archive/00002400/01/Economic_crisis_and_socialist_revolution_eprint_secure.pdf.

Μανιάτης, Θ., Τσαλίκη, Π. & Τσουλφίδης, Λ. (1999), Ζητήματα Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα.

Marx, K. (1978), Το Κεφάλαιο, τόμοι Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Mavroudeas, S. (1992), ‘Relations between the Two Departments of Production and the Problem of the So-called ‘Motive Impulses’, Spoudai vol.42 no.2, pp.116-129.

Okishio, N. (1961), ‘Technical Change and the Rate of Profit’, Kobe University Economic Review nο.7, pp.85-99.

Orzech, Z. & Groll, S. (1983), ‘Otto Bauer’s scheme of expanded reproduction: an early Harrodian growth model’, History of Political Economy vol.15, no.4, pp.529-548.

Rosdolsky, R. (1977), The Making of Marx’s ‘Capital’, London: Pluto Press.

Samuelson, L. & Wolfson, M. (1986), ‘Expository Marxism and comparative economic dynamics’, History of Political Economy vol.18, no.1, pp.65-85.

Shaikh, A. (1978a), ‘Political economy and capitalism: notes on Dobb’s theory of crisis’,

Cambridge Journal of Economics no.2.

Shaikh, A. (1978b), ‘An Introduction to the History of Crisis Theories’, in U.S. Capitalism in Crisis, New York: URPE, pp.219-241.

Shoul, B. (1957), ‘Karl Marx and Say’s Law’, Quarterly Journal of Economics vol.71, no.4, pp.611-626.

Sweezy, P. (α.χ.), Η Θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, Αθήνα: Gutenberg.

Trigg, Α. (2004), ‘Kalecki and the Grossmann Model of Economic Breakdown’, Science & Society vol.68 no.2, pp.167-205.


Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Νίκο Πετραλιά για τις πολύτιμες επισημάνσεις του, σε ανύποπτο χρόνο, επάνω σε θέματα Οικονομικής Μεγέθυνσης που άπτονται άμεσα και έμμεσα του θέματος της εργασίας αυτής. Επίσης, τον Αλέξη Ιωαννίδη για την πολύτιμη βοήθεια του στα μαθηματικά του κειμένου. Φυσικά η ικανότητα του να κάνει κανείς σφάλματα παραμένει δική μου.

[1] Ο Kuhn (2004) σημειώνει ότι η απόδοση του ονόματος του ως Grossmann είναι μετέπειτα εκγερμανισμός του από τον ίδιο και γι’ αυτό χρησιμοποιεί επίσης και την αρχική εκδοχή ως Grossman.

[2] Ο Kuhn (2004) παραθέτει, μεταξύ άλλων, αναλυτικά βιογραφικά στοιχεία καθώς και την ιστορική πορεία διαμόρφωσης της προβληματικής του Grossmann.

[3] Στην ελληνική βιβλιογραφία, μία διεξοδική παρουσίαση του νόμου της ΠΤΠΚ από μία παρόμοια σκοπιά δίνεται από τους Μανιάτη, Τσαλίκη & Τσουλφίδη (1999, κεφ.5).

[4] Κατά τον Fine (1989), η έννοια της ΟΣΚ συγκεφαλαιώνει δυνάμεις και τάσεις που ενδέχεται να κινούνται όχι μόνο αντίρροπα αλλά και με διαφορετικούς ρυθμούς. Γι’ αυτό χρήζει επιπρόσθετων αναλυτικών προσδιορισμών. Ο Marx διέκρινε μεταξύ της Τεχνικής Σύνθεσης του Κεφαλαίου (ΤΣΚ), της Αξιακής Σύνθεσης του Κεφαλαίου (ΑΣΚ) και της ΟΣΚ.

Η ΤΣΚ εκφράζει την αναλογία της μάζας των μέσων παραγωγής που καταναλώνεται σε μία χρονική περίοδο παραγωγής προς τη μάζα των μέσων κατανάλωσης που καταναλώνονται την ίδια περίοδο. Πρόκειται δηλαδή για έκφραση του λόγου του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο αλλά σε όρους φυσικών ποσοτήτων, που μάλιστα δεν είναι απαραίτητο να έχουν το ίδιο μέτρο. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας προκαλεί αύξηση και της ΤΣΚ, εφόσον οι ίδιοι εργάτες (και επομένως η ίδια μάζα μέσων κατανάλωσης) εργάζεται με μεγαλύτερη μάζα μέσων παραγωγής.

Η ΑΣΚ εκφράζει την αναλογία της μάζας των μέσων παραγωγής που καταναλώνεται σε μία χρονική περίοδο παραγωγής προς τη μάζα των μέσων κατανάλωσης που καταναλώνονται την ίδια περίοδο αλλά σε αξιακούς όρους. Δηλαδή είναι ο λόγος της αξίας των μέσων παραγωγής προς την αξία των μέσων κατανάλωσης. Στην περίπτωση της ΑΣΚ η άνοδος της παραγωγικότητας μεταβάλει τόσο την αξία των μέσων παραγωγής όσο και την αξία των μέσων κατανάλωσης. Όμως η μεταβολή των αξιών αυτών των δύο κατηγοριών δεν είναι αυτονόητο ότι θα είναι προς την ίδια κατεύθυνση και με τον ίδιο ρυθμό. Ο Marx ορίζει ότι

Την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου, στο βαθμό που καθορίζεται από την τεχνική σύνθεση και αντανακλά τις μεταβολές της τελευταίας ονομάζω: οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Κάθε φορά που γίνεται λόγος για την σύνθεση του κεφαλαίου, χωρίς άλλους προσδιορισμούς, εννοούμε πάντα την οργανική του σύνθεση.

(Marx (1978), τομ.Ι, σ.612)

[5] Η Luxemburg, όπως και πολλοί άλλοι μαρξιστές οικονομολόγοι στην συνέχεια, θεώρησε εσφαλμένα ότι στα σχήματα αναπαραγωγής στον 2ο τόμο του Κεφαλαίου του Marx ο ρυθμός συσσώρευσης του τμήματος παραγωγής μέσων παραγωγής (Τμήμα Ι) είναι ταχύτερος από τον ρυθμό συσσώρευσης του τμήματος παραγωγής μέσων κατανάλωσης (Τμήμα ΙΙ). Με βάση αυτή την πεποίθηση θεώρησε ότι ο Marx έσφαλε υποστηρίζοντας την δυνατότητα – μέσα σε κάποια πεπερασμένα πλαίσια – ομαλής αναπαραγωγής του συστήματος και πρότεινε την δική της θεωρία κατάρρευσης λόγω κρίσης υποκατανάλωσης. Μία διεξοδική κριτική αυτής της θέσης και ιδιαίτερα των σύγχρονων υποστηρικτών της δίνεται από τον Mavroudeas (1992).

[6] Όπως εύκολα δείχνεται επίσης ότι εάν α=β τότε το ποσοστό κέρδους μένει σταθερό:

.

[7] Βέβαια, τα παραδείγματα μελετούν συγκεκριμένες χρονικές στιγμές και όχι την συνεχή εξέλιξη. Έτσι, ο Grossmann βλέπει ότι ένα χαμηλότερο αρχικό ποσοστό υπεραξίας θα επιτάχυνε την χρονική στιγμή της κατάρρευσης.

[8] Οι Bronfenbrenner & Wolfson (1984, σ.179) και Samuelson & Wolfson (1986, part ΙΙΙ) μελέτησαν την περίπτωση αυτή συζητώντας για τον ρόλο της τεχνικής αλλαγής μέσα στα πλαίσια του μοντέλου Bauer – Grossmann και κατέληξαν σε ανάλογα συμπεράσματα. Χρησιμοποιώντας εκθετικές συναρτήσεις κατέληξαν ότι εάν:

1)      α = β + γ, τότε το st αυξάνει χωρίς περιορισμούς

2)      α < β + γ, τότε το st μειώνεται τείνοντας προς το 0.

3)      α = β + γ, τότε το st μειώνεται μέχρι το όριο που διασφαλίζει ένα σταθερό ρυθμό μεγέθυνσης.

Όμως, αναγνωρίζουν οι Samuelson & Wolfson (1986, σ.76) ότι δεν υπάρχει κανένας οικονομικός λόγος που να δικαιολογεί μία τέτοια συσχέτιση.

———————————————————————-

 

Σχόλια στο άρθρο του Ben Fine: “Ιδιωτικοποιήσεις: Θεωρία με Μαθήματα από το Η.Β.»

Σχόλια στο άρθρο του Ben Fine: “Ιδιωτικοποιήσεις: Θεωρία με Μαθήματα από το Η.Β.»

Σταύρος  Μαυρουδέας και Λευτέρης Τσουλφίδης

Βλάχου Α. (επ.) «Σύγχρονη Οικονομική Θεωρία: Ριζοσπαστικές Κριτικές του Νεοφιλελευθερισμού», Τυπωθήτω

Το ζήτημα για την έκταση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία είναι τόσο παλιό όσο και η οικονομική θεωρία. Μέχρι την περίοδο της μεγάλης κρίσης του 1930 επικρατούσε η άποψη ότι οι κρατικές λειτουργίες θα πρέπει να περιορίζονται στις ελάχιστα αναγκαίες λειτουργίες όπως αρχικά οριοθετήθηκαν από τον Adam Smith, ότι δηλαδή το κράτος θα πρέπει να φροντίζει για την απονομή της δικαιοσύνης, την προσφορά χρήματος και την προστασία της οικονομίας από εσωτερικές και εξωτερικές επιβουλές κλπ. Στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του 1930 η ανάδυση του κεϋνσιανισμού που εφοδιασμένος με την έννοια της ενεργού ζήτησης προσέφερε το αναγκαίο θεωρητικό πλαίσιο για εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στην λειτουργία της οικονομίας. Η καινούργια αιτιολόγηση που προβλήθηκε δε βασίστηκε σε ανθρωπιστικούς λόγους (όπως π.χ. η δημιουργία δημόσιων έργων για την απασχόληση των ανέργων, τα κοινά συσσίτια και η στέγαση των φτωχών) αλλά από την αναγκαιότητα της αύξησης της ενεργούς ζήτησης, προκειμένου η οικονομία να ξεπεράσει την κρίση. Έτσι λοιπόν ο ρόλος της κυβέρνησης επεκτάθηκε και πέρα από τις συνηθισμένες της λειτουργίες (δηλαδή, της απονομής δικαιοσύνης, αστυνομικής προστασίας, δημόσιας άμυνας και της προσφοράς χρήματος) συμπεριέλαβε και παραγωγικές δραστηριότητες. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες (το έτος 1973 θεωρείται γενικά έτος καμπής) οι κυριαρχούσες απόψεις έχουν μεταβληθεί ραγδαία. Ο κεϋνσιανισμός στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τέθηκε υπό αμφισβήτηση και τώρα απλά φαίνεται να έχει μεταβληθεί σε ένα συνηθισμένο κεφάλαιο των εγχειριδίων ιστορίας οικονομικής σκέψης. Η κρατική παρέμβαση δε θεωρείται πλέον σαν ένας τρόπος θεραπείας των δυσλειτουργιών της οικονομίας αλλά μάλλον πρόκειται για την ίδια την αιτία της κρίσης. Με αυτήν την έννοια συχνά οι ιδιωτικοποιήσεις θεωρούνται ως πανάκεια που θα λύσει τα χρόνια προβλήματα του δημόσιου ελλείμματος, του δημοσίου χρέους, όπως επίσης του πληθωρισμού λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας και της συνακόλουθης μείωσης του κόστους παραγωγής. Επομένως υποστηρίζεται ότι σε μια οικονομία που θα αναπτύσσεται απαλλαγμένη από τους χαμηλής παραγωγικότητας και υψηλού κόστους λειτουργίας κρατικές οικονομικές δραστηριότητες ακόμη και αυτό το πρόβλημα της ανεργίας μπορεί να βρει την καλύτερη δυνατή λύση. Η συνταγή είναι απλή και εύκολη η εκλαϊκευση της: όλα συνοψίζονται στη μεταβολή της ιδιοκτησιακής μορφής και τα προβλήματα που σημαδεύουν τις οικονομίες των περισσοτέρων χωρών αργά ή γρήγορα θα εξαφανιστούν.

Το άρθρο του Ben Fine θέτει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των επιχειρημάτων που τάσσονται αναφανδόν υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων εξετάζοντας τόσο τα θεωρητικά όσο και τα εμπειρικά ζητήματα που αφορούν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Αντί λοιπόν να προσεγγίζει το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων σαν ένα απλό πολιτικό και ιδεολογικό στοιχείο, προσπαθεί να ανιχνεύσει μια πιο κατάλληλη και ταυτόχρονα πιο ρεαλιστική σκοπιά. Η ανάδυση της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων και των θεωρητικών λογικών που τις συνοδεύουν πρέπει να αναζητηθούν στη μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες η συσσώρευση κεφαλαίου λαμβάνει χώρα. Ο Fine υποστηρίζει ότι αυτή η ραγδαία μεταβολή στις συνθήκες έχουν προέλθει από τρεις κύριες μεταβολές: Πρώτον, η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου στη σφαίρα της παραγωγής έχει χαρακτηριστεί αφενός μεν από τη διεθνοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στην οποία οι κρατικές επιχειρήσεις έχουν πρόβλημα ν’ ανταποκριθούν με επιτυχία, διότι οι δραστηριότητές τους περιορίζονται στην εσωτερική αγορά και μόνο. Αφετέρου, εισαγωγή καινούργιων τεχνολογιών οι οποίες, μεταβάλλοντας τα σύνορα μεταξύ των τομέων της οικονομίας, επηρέασαν την διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Δεύτερον, η διεθνοποίηση και οι καινούργιες τεχνολογίες έχουν μία ειδική επίπτωση πάνω στο χρηματο-οικονομικό κεφάλαιο δημιουργόντας μία μεγάλη μάζα “αδρανούς κεφαλαίου”, δηλαδή ρευστότητας που επιδιώκει να βρει επενδυτικές διεξόδους. Τρίτο, ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης είναι η λεγόμενη ευελιξία της αγοράς εργασίας και οι ιδιωτικοποιήσεις  συνέβαλαν σημαντικά προς αυτήν τη κατεύθυνση.

Ο Fine επιχειρεί μια κριτική αποτίμηση των ορθόδοξων προσεγγίσεων προς τις ιδιωτικοποιήσεις και υποδεικνύει τις αδυναμίες τους. Υποστηρίζει ότι στην ορθόδοξη θεωρία υπάρχει μια μετατόπιση από τα «παλαιού τύπου» κεϋνσιανά οικονομικά του δημοσίου τομέα (που βασίζονται πάνω στην έννοια του αποτυχίας της αγοράς) προς τη νέα σύνθεση[1]. Η νέα σύνθεση αντλεί από τρία διακριτά ρεύματα οικονομικής σκέψης: την «νέα πολιτική οικονομία», το νέο-κλασικό νέο θεσμισμό, και τη νέο-Αυστριακή σχολή. Το πρώτο ρεύμα αναλύει την οικονομική δραστηριότητα του κράτους με βάση την έννοια της αναζήτησης προσόδου (rent-seeking). Ο νέο-κλασικός νέος θεσμισμός μελετά τη σχέση μεταξύ αγοραίων και μη αγοραίων θεσμών και βασίζεται στην έννοια του κόστους των συναλλαγών. Τέλος η νεο-αυστρική σχολή κρατά αποστάσεις από την ανάλυση ισορροπίας και τα τυπικά μαθηματικά υποδείγματα των δυο προηγουμένων προσεγγίσεων και ενδιαφέρεται πρωτίστως για την δυναμική της οικονομίας της αγοράς σ’ έναν αβέβαιο και μεταβαλλόμενο κόσμο. Το “πάντρεμα” μεταξύ αυτών των τριών προσεγγίσεων είναι σχετικά δύσκολο λόγω των σημαντικών διαφορών που υπάρχουν μεταξύ τους. Ωστόσο υπάρχει μια κοινή βάση που αποτελείται από τρία σημεία. Το πρώτο είναι η έννοια της ποσοτικής θεωρίας του ανταγωνισμού (Weeks, 1981), ότι δηλαδή υπάρχει η κοινή πεποίθηση ότι το κύριο και αποφασιστικό μέρος της οικονομίας θα πρέπει να αφεθεί στις δυνάμεις της αγοράς και ο μόνος ρόλος που εναπομένει στο κράτος είναι απλά η επίβλεψη της κανονικής και απρόσκοπτης λειτουργίας του ανταγωνισμού. Αυτή η πεποίθηση σημειώνει ο Fine επαληθεύεται μόνο κάτω από υπερβολικά αυστηρές συνθήκες. Το δεύτερο κοινό σημείο είναι η αλλαγή σε αυτό που αποτελεί την βιομηχανική οικονομική, με την παραμέληση των άτυπων και των θεσμικών στοιχείων και την προσήλωσή της σε μαθηματικοποιημένα υποδείγματα γενικής ισορροπίας και θεωρίας παιγνίων. Η νέα βιομηχανική οικονομική που χρησιμοποιείται από την καινούργια σύνθεση έχει περιορίσει τον αριθμό των ερμηνευτικών μεταβλητών σε αυτές που μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν σε μαθηματικά υποδείγματα. Το τελικό κοινό σημείο αυτών των προσεγγίσεων είναι ο συνακόλουθος επανακαθορισμός της βιομηχανικής πολιτικής η οποία περιορίζεται στον ανταγωνισμό, στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις του κράτους και στο ιδιοκτησιακό καθεστώς (σε βάρος αυτών των τομέων που παραδοσιακά θεωρούνται οι πλέον σημαντικοί, όπως της έρευνας και τεχνολογίας, ειδικοτήτων, υποδομής και κάθετης ολοκλήρωσης κλπ.).

Ο Fine διατυπώνει μια σειρά από ισχυρά επιχειρήματα ενάντια στη νέα σύνθεση. Δύο απ’ αυτά τα θεωρούμε ως τα πλέον σημαντικά. Πρώτο, η νέα σύνθεση αποτυγχάνει να συμπεριλάβει στην ανάλυσή της τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Η παράληψη αυτή εκδηλώνεται με τον πιο προφανή τρόπο στο πως πραγματεύονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Η δεύτερη κριτική είναι ότι η νέα σύνθεση είναι ουσιαστικά μικρο-οικονομική και μερική στον αναλυτικό της ορίζοντα. Επομένως, αποτυγχάνει να συμπεριλάβει το μακροοικονομικό περιβάλλον που είναι τόσο σημαντικό στις διαδραματιζόμενες εξελίξεις. Οι αδυναμίες αυτές εκφράζονται σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση της υποκατάστασης μιας ενεργού και λεπτομερειακής βιομηχανικής πολιτικής με την απλή ρυθμιστική κρατική παρέμβαση.

Το τελευταίο μέρος του άρθρου αντλεί μαθήματα από την εμπειρία των ιδιωτικοποιήσεων που έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο  Fine αμφισβητεί πειστικά δημοφιλείς έννοιες, όπως ο Θατσερικός λαϊκός καπιταλισμός, η δημοκρατία των μικρομετόχων, όπως επίσης και τις ευρέως διαδεδομένες, αλλά αμφίβολης εγκυρότητας, απόψεις  ότι δηλαδή η ιδιωτική παροχή των αγαθών και υπηρεσιών είναι πιο αποδοτική από ότι η δημόσια. Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα που αντλεί ο Fine από αυτήν την κριτική του είναι ότι αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη ιδεολογία και τις νεοφιλελεύθερες ερμηνείες, η ιδιωτικοποίηση δε συνεπάγεται ότι το κράτος παύει να συμμετέχει ενεργά στην οικονομία αλλά ότι αναλαμβάνει ένα διαφορετικό ρόλο. Σε μια προηγούμενη μελέτη ο Fine (1989, σελ. 238)  υποστήριξε ότι η “η ιδιωτικοποίηση καθ’ αυτή δεν παριστάνει μια ρήξη με το παρελθόν και ότι στο επίπεδο της δημιουργίας βιομηχανικής πολιτικής (industrial policy-making) παρουσιάζει συνέχειες με ότι έχει συμβεί στο παρελθόν και φέρνει σε πέρας την επανεμπορευματοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων στα τελευταία σαράντα χρόνια”.

Η γενική προσέγγιση που προτείνεται από τον Fine (δηλαδή μία υλιστική προσέγγιση βασιζόμενη στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης) είναι πέραν κάθε αμφισβήτησης. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται να λείπει είναι μια καθαρή και λογικά συνεκτική εναλλακτική προσέγγιση. Θεωρούμε ότι το ουσιαστικό στοιχείο, στο πεδίο της αλλαγής των συνθηκών καπιταλιστικής συσσώρευσης, είναι η κρίση που ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η κρίση αυτή – μια κρίση υπερσυσσώρευσης που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους (Moseley, 1990, Shaikh και Tonak, 1994) – σημάδεψε το τέλος της προηγούμενης εποχής της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την αρχή της αναζήτησης μίας καινούργιας εποχής. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση εκφράζει την ευριστική προσπάθεια παλινόρθωσης της κερδοφορίας και, συνεπώς, την ομαλή συνέχισης της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί – όπως σωστά οι Fine και Harris (1979), στο κεφάλαιο περί περιοδολόγησης, υποστηρίζουν – μία μεταβολή στις μορφές της απόσπασης (απόλυτης και σχετικής) υπεραξίας και των συνακόλουθων τρόπων κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Η καινούργια εποχή χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια αύξησης τόσο της απόλυτης όσο και της σχετικής υπεραξίας. Ενώ η απόσπαση σχετικής υπεραξίας εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχος στόχος των καπιταλιστών, ταυτόχρονα όμως έχουμε την ανάδυση καινούργιων τεχνικών και μεθόδων οργάνωσης της εργασίας που οδηγούν στην αύξηση της απόλυτης υπεραξίας. Αυτή είναι μία αισθητή διαφορά από την προηγούμενη εποχή που άρχισε με την κρίση του 1930, όπου το μέσο για το ξεπέρασμα της κρίσης ήταν κυρίως η αύξηση της σχετικής υπεραξίας. Οι εξελίξεις αυτές θεμελιώνονται σε αλλαγές στην (σχετικά κυρίαρχη) σφαίρα της παραγωγής, μέσω της αναδιοργάνωσης της διαδικασίας εργασίας στην βάση της ευλύγιστης εργασίας, η οποία προωθείται δια της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών. Αντανακλώνται Δε και στην σφαίρα της διανομής μέσω ριζικών αλλαγών τόσο στους καθοριστικού παράγοντες – και στις μορφές κάλυψης – της αξίας της εργασιακής δύναμης όσο και στις μορφές διανομής της υπεραξίας μεταξύ των διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου. Και, τέλος αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, αντανακλώνται στην μορφή κοινωνικοιποίησης της παραγωγής. Εκεί τα σύνορα μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου καθώς και ο ρόλος του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη – και ιδιαίτερα των οικονομικών δραστηριοτήτων του – αλλάζει επίσης.

Θεωρούμε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να ειδωθούν μέσα σ’ αυτά τα θεωρητικά πλαίσια. Η διεθνοποίηση της παραγωγής καθώς και η υπεραφθονία αδρανούς χρηματο-οικονομικού κεφαλαίου είναι παραπροϊόντα αυτών των θεμελιωδών μεταβολών. Η έλλειψη αυτού του συνδετικού κρίκου στην ανάλυση της πορείας της καπιταλιστικής συσσώρευσης από τον Fine συνοδεύεται από μία αξιοπρόσεκτη απουσία γενικής θεωρίας του καπιταλιστικού κράτους και των οικονομικών δραστηριοτήτων του. Μια τέτοια θεωρία είχε προταθεί από τους Fine και Harris (1979) αλλά φαίνεται να έχει αντικατασταθεί σε επόμενες μελέτες από μία πιο σχετικοποιημένη ιστορική οπτική. Παραδείγματος χάριν, οι Fine και Harris (1985, σελ.150) υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατο να εξαχθεί μια γενική θεωρία των εθνικοποιημένων βιομηχανιών[2]. Ομοια, στο παρόν άρθρο ο Fine (σ.11) ισχυρίζεται ότι είναι λάθος να αναζητηθεί μία γενική θεωρία περί ιδιωτικοποιήσεων, εφόσον κάθε τομέας της οικονομίας και κάθε χώρα έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Fine έχει δίκιο στην νέο-κλασική προσέγγιση στο επίπεδο αυτό. Η νέο-κλασική προσέγγιση, και ιδιαίτερα η νέα σύνθεση, είναι υπερβολικά σχηματική και βασισμένη σε μη-ρεαλιστικές αφαιρέσεις. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσει γενική θεωρία, αν και αυτό δεν την εμποδίζει από το να λειτουργεί ως γενική ιδεολογία. Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει μία εναλλακτική προσέγγιση με βάση την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η οποία να ξεκινά από το πιο αφηρημένο και γενικό επίπεδο και ακολούθως, σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, να ενσωματώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τπμέα και κάθε οικονομίας. Μία τέτοια προσέγγιση πρέπει να ξεκινά με μία θεωρία της αλλαγής φάσεων (περιοδολόγηση) του καπιταλισμού[3] σε συνδυασμό με μία γενική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους. Μία τέτοια προσέγγιση μπορεί να αναλύσει τόσο την ουσία των ιδιωτικοποιήσεων όσο και να απαντήσει στο θεμελιακό ερώτημα της γενεσιουργού αιτίας τους (δηλαδή γιατί είναι σήμερα αναγκαίο για το καπιταλιστικό σύστημα να καταφύγει στις ιδιωτικοποιήσεις).

Το κράτος, ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης, έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στη μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο. Αφενός σχεδίασε την ανοικοδόμηση των οικονομιών και την παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων. Ο ρόλος του στην μεσο-πολεμική περίοδο είναι επίσης περίπου ο ίδιος, εφόσον και τότε έπρεπε να ανοικοδομηθούν οι οικονομίες και να επενεπιβεβαιωθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις εμπρός στην επαναστατική απειλή που αντιπροσώπευε το εργατικό κίνημα (ιδιαίτερα στην Ευρώπη). Αφετέρου δε, το κράτος ως παραγωγός ανέλαβε την παραγωγή αγαθών που είτε είχαν μεγάλες απαιτήσεις σε επενδύσεις και τα κέρδη από τέτοιες επενδύσεις ήταν αβέβαια μιας και χρειάζονταν πολύ μεγάλος χρόνος για τη πραγματοποίηση τους ή αφορούσαν κλάδους οι οποίοι θεωρήθηκαν στρατηγικής σημασίας για την οικονομία. Στην πρώτη περίπτωση το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν ήταν συνήθως πρόθυμο ή δεν μπορούσε να αναλάβει αυτές τις επενδύσεις και τους κινδύνους που τις συνόδευαν. Στην δεύτερη περίπτωση δεν ήταν λειτουργικό για την καπιταλιστική οικονομία ως σύνολο οι δραστηριότητες αυτές να οργανωθούν ιδιωτικά εξαιτίας του κινδύνου δημιουργίας μονοπωλιακών καταστάσεων. Τα αγαθά αυτά – ασχέτως εάν ήταν μερικώς ή πλήρως εμπορευματοποιημένα – λειτουργούσαν είτε σαν φθηνές ενδιάμεσες εισροές στις ιδιωτικές καπιταλιστικές διαδικασίες παραγωγής (συνεπώς υποστηρίζοντας την κερδοφορία των τελευταίων) είτε κάλυπταν πλευρές της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης (και, κατά συνέπεια, αφαιρώντας την πίεση μισθολογικών διεκδικήσεων από τα ιδιωτικά κεφάλαια). Τέλος, επειδή η εργατική τάξη εμφανίσθηκε ενισχυμένη μετά τον πόλεμο, ο δημόσιος τομέας διευκόλυνε την ενσωμάτωση της στο σύστημα, εφόσον λειτουργούσε συνήθως με μικρότερα του μέσου ποσοστά εκμετάλλευσης και κερδοφορίας  (αντανακλώμενα στις καλύτερες συνθήκες εργασίας, ασφαλή απασχόληση κλπ.). Αυτό οδήγησε στην αύξηση των μη-παραγωγικών δαπανών που διασφάλιζαν την αναπαραγωγή του συστήματος. Η μεταπολεμική «χρυσή εποχή» βασίσθηκε ακριβώς σε αυτές τις σχέσεις, αποδεικνύοντας ότι η κρατική οικονομική δραστηριότητα δεν αντιφάσκει με την ιδιωτική καπιταλιστική επιτυχία.

Η κρίση που ξέσπασε στη δεκαετία του 1970 σηματοδότησε το τέλος αυτής της εποχής. Η αφθονία συσσωρευμένου κεφαλαίου που δεν μπορεί να βρει κερδοφόρες διεξόδους και η ήττα του εργατικού κινήματος δημιούργησε τόσο την πίεση όσο και τις συνθήκες για την ιδιωτικοποίηση των κρατικών δραστηριοτήτων. Πρώτον, η ύπαρξη πολλών ιδιωτικών μεγάλων κεφαλαίων που αναζητούν για επικερδείς επενδύσεις αφαίρεσε τον κίνδυνο μονοπωλιακών καταστάσεων, τουλάχιστον στους στρατηγικούς τομείς μιας χώρας. Δεύτερο, η ήττα της εργατικής τάξης έκανε την αγορά εργασίας πιο “ευέλικτη” και επέτρεψε την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων ακόμη και στις δημόσιες επιχειρήσεις. Τέλος, πολλά αγαθά που τα παρήγαγαν δημόσιες επιχειρήσεις και τα παρείχαν είτε δωρεάν είτε σε πολύ χαμηλές (μη-ανταγωνιστικές αγοραίες) τιμές σήμερα εμπορευματοποιούνται πλήρως (δηλαδή πρέπει να πωλούνται στην αγορά αντί να επιδοτούνται). Για όλους αυτούς τους λόγους οι περιοχές που πριν θεωρούνταν αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους τώρα οφείλουν να είναι διαθέσιμοι στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η τάση προς είτε την ανοιχτή ιδιωτικοποίηση είτε την υιοθέτηση αυστηρά ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων στη διοίκηση των δημοσίων επιχειρήσεων έχει τον ίδιο στόχο: την άμεση και έμμεση αύξηση της κερδοφορίας και της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Συγκεφαλαιώνοντας, είναι αναγκαίο σήμερα για να αντιμετωπισθεί η νέο-φιλελεύθερη πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων να αναπτυχθεί μία θεωρητική ανάλυση που να ερμηνεύει καλύτερα τις αλλαγές που έλαβαν χώρα στην σύγχρονη πραγματικότητα και ταυτόχρονα να αποκαλύπτει τις θεωρητικές και εμπειρικές αδυναμίες της πρώτης. Το άρθρο αυτό του Ben Fine  αποτελεί αναμφίβολα μία συμβολή προς την κατεύθυνση αυτή.

REFERENCES

Fine B. – Harris L. (1979), Rereading Capital, Routledge

Fine B. – Harris L. (1985), The peculiarities of the British Economy, Lawrence &

Wishart

Fine B. (1989), ‘Denationalisation’ in Green F. (1989), The restructuring of the UK

economy, Harvester Wheatsheaf

Fine B. (1990), ‘Scaling the commanding heights of public enterprise economics’,

Cambridge Journal of Economics no.14 no.2

Moseley F. (1990), ‘The Decline of the Rate of Profit in the Post-war U.S. Economy

Alternative Marxian Explanation’, Review of Radical Political Economics vol.2 no.2-3

Shaikh A. And Tonak A. (1994), Measuring the Wealth of Nations:The Political

Economy of National Accounts, New York: Cambridge University Press.

Weeks J. (1981), Capital and Exploitation, Princeton: Princeton University Press.


[1] Η πορεία προς τη καινούργια σύνθεση διερευνάται διεξοδικά στον Fine (1990).

[2] Το επιχείρημα αυτό βασίζεται στη διάκριση τριών διαφορετικών περιόδων των εθνικοποιήσεων στη Βρετανία. Η πρώτη (μεσοπόλεμος) και η δεύτερη μεταπολεμική φάση των εθνικοποιήσεων στόχευαν στην παλινόρθωση των υποχορούντων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αντίθετα, το τρίτο κύμα (μετά το 1967) στόχευε απλά στην παλινόρθωση της κερδοφορίας.

[3] Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά το πεδίο αυτό. Οι αλλαγές στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού μπορούν να μελετηθούν είτε μέσα στα πλαίσια μίας θεωρίας που διακρίνει περιόδους-στάδια είτε μέσα από μία θεωρία των μακρών κυμάτων που όμως δεν αναγνωρίζει διαφορετικά ιστορικά στάδια.

Σταύρος  Μαυρουδέας και Λευτέρης Τσουλφίδης

Βλάχου Α. (επ.) «Σύγχρονη Οικονομική Θεωρία: Ριζοσπαστικές Κριτικές του Νεοφιλελευθερισμού», Τυπωθήτω

Το ζήτημα για την έκταση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία είναι τόσο παλιό όσο και η οικονομική θεωρία. Μέχρι την περίοδο της μεγάλης κρίσης του 1930 επικρατούσε η άποψη ότι οι κρατικές λειτουργίες θα πρέπει να περιορίζονται στις ελάχιστα αναγκαίες λειτουργίες όπως αρχικά οριοθετήθηκαν από τον Adam Smith, ότι δηλαδή το κράτος θα πρέπει να φροντίζει για την απονομή της δικαιοσύνης, την προσφορά χρήματος και την προστασία της οικονομίας από εσωτερικές και εξωτερικές επιβουλές κλπ. Στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του 1930 η ανάδυση του κεϋνσιανισμού που εφοδιασμένος με την έννοια της ενεργού ζήτησης προσέφερε το αναγκαίο θεωρητικό πλαίσιο για εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στην λειτουργία της οικονομίας. Η καινούργια αιτιολόγηση που προβλήθηκε δε βασίστηκε σε ανθρωπιστικούς λόγους (όπως π.χ. η δημιουργία δημόσιων έργων για την απασχόληση των ανέργων, τα κοινά συσσίτια και η στέγαση των φτωχών) αλλά από την αναγκαιότητα της αύξησης της ενεργούς ζήτησης, προκειμένου η οικονομία να ξεπεράσει την κρίση. Έτσι λοιπόν ο ρόλος της κυβέρνησης επεκτάθηκε και πέρα από τις συνηθισμένες της λειτουργίες (δηλαδή, της απονομής δικαιοσύνης, αστυνομικής προστασίας, δημόσιας άμυνας και της προσφοράς χρήματος) συμπεριέλαβε και παραγωγικές δραστηριότητες. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες (το έτος 1973 θεωρείται γενικά έτος καμπής) οι κυριαρχούσες απόψεις έχουν μεταβληθεί ραγδαία. Ο κεϋνσιανισμός στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τέθηκε υπό αμφισβήτηση και τώρα απλά φαίνεται να έχει μεταβληθεί σε ένα συνηθισμένο κεφάλαιο των εγχειριδίων ιστορίας οικονομικής σκέψης. Η κρατική παρέμβαση δε θεωρείται πλέον σαν ένας τρόπος θεραπείας των δυσλειτουργιών της οικονομίας αλλά μάλλον πρόκειται για την ίδια την αιτία της κρίσης. Με αυτήν την έννοια συχνά οι ιδιωτικοποιήσεις θεωρούνται ως πανάκεια που θα λύσει τα χρόνια προβλήματα του δημόσιου ελλείμματος, του δημοσίου χρέους, όπως επίσης του πληθωρισμού λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας και της συνακόλουθης μείωσης του κόστους παραγωγής. Επομένως υποστηρίζεται ότι σε μια οικονομία που θα αναπτύσσεται απαλλαγμένη από τους χαμηλής παραγωγικότητας και υψηλού κόστους λειτουργίας κρατικές οικονομικές δραστηριότητες ακόμη και αυτό το πρόβλημα της ανεργίας μπορεί να βρει την καλύτερη δυνατή λύση. Η συνταγή είναι απλή και εύκολη η εκλαϊκευση της: όλα συνοψίζονται στη μεταβολή της ιδιοκτησιακής μορφής και τα προβλήματα που σημαδεύουν τις οικονομίες των περισσοτέρων χωρών αργά ή γρήγορα θα εξαφανιστούν.

Το άρθρο του Ben Fine θέτει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των επιχειρημάτων που τάσσονται αναφανδόν υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων εξετάζοντας τόσο τα θεωρητικά όσο και τα εμπειρικά ζητήματα που αφορούν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Αντί λοιπόν να προσεγγίζει το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων σαν ένα απλό πολιτικό και ιδεολογικό στοιχείο, προσπαθεί να ανιχνεύσει μια πιο κατάλληλη και ταυτόχρονα πιο ρεαλιστική σκοπιά. Η ανάδυση της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων και των θεωρητικών λογικών που τις συνοδεύουν πρέπει να αναζητηθούν στη μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες η συσσώρευση κεφαλαίου λαμβάνει χώρα. Ο Fine υποστηρίζει ότι αυτή η ραγδαία μεταβολή στις συνθήκες έχουν προέλθει από τρεις κύριες μεταβολές: Πρώτον, η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου στη σφαίρα της παραγωγής έχει χαρακτηριστεί αφενός μεν από τη διεθνοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στην οποία οι κρατικές επιχειρήσεις έχουν πρόβλημα ν’ ανταποκριθούν με επιτυχία, διότι οι δραστηριότητές τους περιορίζονται στην εσωτερική αγορά και μόνο. Αφετέρου, εισαγωγή καινούργιων τεχνολογιών οι οποίες, μεταβάλλοντας τα σύνορα μεταξύ των τομέων της οικονομίας, επηρέασαν την διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Δεύτερον, η διεθνοποίηση και οι καινούργιες τεχνολογίες έχουν μία ειδική επίπτωση πάνω στο χρηματο-οικονομικό κεφάλαιο δημιουργόντας μία μεγάλη μάζα “αδρανούς κεφαλαίου”, δηλαδή ρευστότητας που επιδιώκει να βρει επενδυτικές διεξόδους. Τρίτο, ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης είναι η λεγόμενη ευελιξία της αγοράς εργασίας και οι ιδιωτικοποιήσεις  συνέβαλαν σημαντικά προς αυτήν τη κατεύθυνση.

Ο Fine επιχειρεί μια κριτική αποτίμηση των ορθόδοξων προσεγγίσεων προς τις ιδιωτικοποιήσεις και υποδεικνύει τις αδυναμίες τους. Υποστηρίζει ότι στην ορθόδοξη θεωρία υπάρχει μια μετατόπιση από τα «παλαιού τύπου» κεϋνσιανά οικονομικά του δημοσίου τομέα (που βασίζονται πάνω στην έννοια του αποτυχίας της αγοράς) προς τη νέα σύνθεση[1]. Η νέα σύνθεση αντλεί από τρία διακριτά ρεύματα οικονομικής σκέψης: την «νέα πολιτική οικονομία», το νέο-κλασικό νέο θεσμισμό, και τη νέο-Αυστριακή σχολή. Το πρώτο ρεύμα αναλύει την οικονομική δραστηριότητα του κράτους με βάση την έννοια της αναζήτησης προσόδου (rent-seeking). Ο νέο-κλασικός νέος θεσμισμός μελετά τη σχέση μεταξύ αγοραίων και μη αγοραίων θεσμών και βασίζεται στην έννοια του κόστους των συναλλαγών. Τέλος η νεο-αυστρική σχολή κρατά αποστάσεις από την ανάλυση ισορροπίας και τα τυπικά μαθηματικά υποδείγματα των δυο προηγουμένων προσεγγίσεων και ενδιαφέρεται πρωτίστως για την δυναμική της οικονομίας της αγοράς σ’ έναν αβέβαιο και μεταβαλλόμενο κόσμο. Το “πάντρεμα” μεταξύ αυτών των τριών προσεγγίσεων είναι σχετικά δύσκολο λόγω των σημαντικών διαφορών που υπάρχουν μεταξύ τους. Ωστόσο υπάρχει μια κοινή βάση που αποτελείται από τρία σημεία. Το πρώτο είναι η έννοια της ποσοτικής θεωρίας του ανταγωνισμού (Weeks, 1981), ότι δηλαδή υπάρχει η κοινή πεποίθηση ότι το κύριο και αποφασιστικό μέρος της οικονομίας θα πρέπει να αφεθεί στις δυνάμεις της αγοράς και ο μόνος ρόλος που εναπομένει στο κράτος είναι απλά η επίβλεψη της κανονικής και απρόσκοπτης λειτουργίας του ανταγωνισμού. Αυτή η πεποίθηση σημειώνει ο Fine επαληθεύεται μόνο κάτω από υπερβολικά αυστηρές συνθήκες. Το δεύτερο κοινό σημείο είναι η αλλαγή σε αυτό που αποτελεί την βιομηχανική οικονομική, με την παραμέληση των άτυπων και των θεσμικών στοιχείων και την προσήλωσή της σε μαθηματικοποιημένα υποδείγματα γενικής ισορροπίας και θεωρίας παιγνίων. Η νέα βιομηχανική οικονομική που χρησιμοποιείται από την καινούργια σύνθεση έχει περιορίσει τον αριθμό των ερμηνευτικών μεταβλητών σε αυτές που μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν σε μαθηματικά υποδείγματα. Το τελικό κοινό σημείο αυτών των προσεγγίσεων είναι ο συνακόλουθος επανακαθορισμός της βιομηχανικής πολιτικής η οποία περιορίζεται στον ανταγωνισμό, στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις του κράτους και στο ιδιοκτησιακό καθεστώς (σε βάρος αυτών των τομέων που παραδοσιακά θεωρούνται οι πλέον σημαντικοί, όπως της έρευνας και τεχνολογίας, ειδικοτήτων, υποδομής και κάθετης ολοκλήρωσης κλπ.).

Ο Fine διατυπώνει μια σειρά από ισχυρά επιχειρήματα ενάντια στη νέα σύνθεση. Δύο απ’ αυτά τα θεωρούμε ως τα πλέον σημαντικά. Πρώτο, η νέα σύνθεση αποτυγχάνει να συμπεριλάβει στην ανάλυσή της τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Η παράληψη αυτή εκδηλώνεται με τον πιο προφανή τρόπο στο πως πραγματεύονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Η δεύτερη κριτική είναι ότι η νέα σύνθεση είναι ουσιαστικά μικρο-οικονομική και μερική στον αναλυτικό της ορίζοντα. Επομένως, αποτυγχάνει να συμπεριλάβει το μακροοικονομικό περιβάλλον που είναι τόσο σημαντικό στις διαδραματιζόμενες εξελίξεις. Οι αδυναμίες αυτές εκφράζονται σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση της υποκατάστασης μιας ενεργού και λεπτομερειακής βιομηχανικής πολιτικής με την απλή ρυθμιστική κρατική παρέμβαση.

Το τελευταίο μέρος του άρθρου αντλεί μαθήματα από την εμπειρία των ιδιωτικοποιήσεων που έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο  Fine αμφισβητεί πειστικά δημοφιλείς έννοιες, όπως ο Θατσερικός λαϊκός καπιταλισμός, η δημοκρατία των μικρομετόχων, όπως επίσης και τις ευρέως διαδεδομένες, αλλά αμφίβολης εγκυρότητας, απόψεις  ότι δηλαδή η ιδιωτική παροχή των αγαθών και υπηρεσιών είναι πιο αποδοτική από ότι η δημόσια. Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα που αντλεί ο Fine από αυτήν την κριτική του είναι ότι αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη ιδεολογία και τις νεοφιλελεύθερες ερμηνείες, η ιδιωτικοποίηση δε συνεπάγεται ότι το κράτος παύει να συμμετέχει ενεργά στην οικονομία αλλά ότι αναλαμβάνει ένα διαφορετικό ρόλο. Σε μια προηγούμενη μελέτη ο Fine (1989, σελ. 238)  υποστήριξε ότι η “η ιδιωτικοποίηση καθ’ αυτή δεν παριστάνει μια ρήξη με το παρελθόν και ότι στο επίπεδο της δημιουργίας βιομηχανικής πολιτικής (industrial policy-making) παρουσιάζει συνέχειες με ότι έχει συμβεί στο παρελθόν και φέρνει σε πέρας την επανεμπορευματοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων στα τελευταία σαράντα χρόνια”.

Η γενική προσέγγιση που προτείνεται από τον Fine (δηλαδή μία υλιστική προσέγγιση βασιζόμενη στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης) είναι πέραν κάθε αμφισβήτησης. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται να λείπει είναι μια καθαρή και λογικά συνεκτική εναλλακτική προσέγγιση. Θεωρούμε ότι το ουσιαστικό στοιχείο, στο πεδίο της αλλαγής των συνθηκών καπιταλιστικής συσσώρευσης, είναι η κρίση που ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η κρίση αυτή – μια κρίση υπερσυσσώρευσης που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους (Moseley, 1990, Shaikh και Tonak, 1994) – σημάδεψε το τέλος της προηγούμενης εποχής της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την αρχή της αναζήτησης μίας καινούργιας εποχής. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση εκφράζει την ευριστική προσπάθεια παλινόρθωσης της κερδοφορίας και, συνεπώς, την ομαλή συνέχισης της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί – όπως σωστά οι Fine και Harris (1979), στο κεφάλαιο περί περιοδολόγησης, υποστηρίζουν – μία μεταβολή στις μορφές της απόσπασης (απόλυτης και σχετικής) υπεραξίας και των συνακόλουθων τρόπων κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Η καινούργια εποχή χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια αύξησης τόσο της απόλυτης όσο και της σχετικής υπεραξίας. Ενώ η απόσπαση σχετικής υπεραξίας εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχος στόχος των καπιταλιστών, ταυτόχρονα όμως έχουμε την ανάδυση καινούργιων τεχνικών και μεθόδων οργάνωσης της εργασίας που οδηγούν στην αύξηση της απόλυτης υπεραξίας. Αυτή είναι μία αισθητή διαφορά από την προηγούμενη εποχή που άρχισε με την κρίση του 1930, όπου το μέσο για το ξεπέρασμα της κρίσης ήταν κυρίως η αύξηση της σχετικής υπεραξίας. Οι εξελίξεις αυτές θεμελιώνονται σε αλλαγές στην (σχετικά κυρίαρχη) σφαίρα της παραγωγής, μέσω της αναδιοργάνωσης της διαδικασίας εργασίας στην βάση της ευλύγιστης εργασίας, η οποία προωθείται δια της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών. Αντανακλώνται Δε και στην σφαίρα της διανομής μέσω ριζικών αλλαγών τόσο στους καθοριστικού παράγοντες – και στις μορφές κάλυψης – της αξίας της εργασιακής δύναμης όσο και στις μορφές διανομής της υπεραξίας μεταξύ των διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου. Και, τέλος αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, αντανακλώνται στην μορφή κοινωνικοιποίησης της παραγωγής. Εκεί τα σύνορα μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου καθώς και ο ρόλος του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη – και ιδιαίτερα των οικονομικών δραστηριοτήτων του – αλλάζει επίσης.

Θεωρούμε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να ειδωθούν μέσα σ’ αυτά τα θεωρητικά πλαίσια. Η διεθνοποίηση της παραγωγής καθώς και η υπεραφθονία αδρανούς χρηματο-οικονομικού κεφαλαίου είναι παραπροϊόντα αυτών των θεμελιωδών μεταβολών. Η έλλειψη αυτού του συνδετικού κρίκου στην ανάλυση της πορείας της καπιταλιστικής συσσώρευσης από τον Fine συνοδεύεται από μία αξιοπρόσεκτη απουσία γενικής θεωρίας του καπιταλιστικού κράτους και των οικονομικών δραστηριοτήτων του. Μια τέτοια θεωρία είχε προταθεί από τους Fine και Harris (1979) αλλά φαίνεται να έχει αντικατασταθεί σε επόμενες μελέτες από μία πιο σχετικοποιημένη ιστορική οπτική. Παραδείγματος χάριν, οι Fine και Harris (1985, σελ.150) υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατο να εξαχθεί μια γενική θεωρία των εθνικοποιημένων βιομηχανιών[2]. Ομοια, στο παρόν άρθρο ο Fine (σ.11) ισχυρίζεται ότι είναι λάθος να αναζητηθεί μία γενική θεωρία περί ιδιωτικοποιήσεων, εφόσον κάθε τομέας της οικονομίας και κάθε χώρα έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Fine έχει δίκιο στην νέο-κλασική προσέγγιση στο επίπεδο αυτό. Η νέο-κλασική προσέγγιση, και ιδιαίτερα η νέα σύνθεση, είναι υπερβολικά σχηματική και βασισμένη σε μη-ρεαλιστικές αφαιρέσεις. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσει γενική θεωρία, αν και αυτό δεν την εμποδίζει από το να λειτουργεί ως γενική ιδεολογία. Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει μία εναλλακτική προσέγγιση με βάση την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η οποία να ξεκινά από το πιο αφηρημένο και γενικό επίπεδο και ακολούθως, σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, να ενσωματώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τπμέα και κάθε οικονομίας. Μία τέτοια προσέγγιση πρέπει να ξεκινά με μία θεωρία της αλλαγής φάσεων (περιοδολόγηση) του καπιταλισμού[3] σε συνδυασμό με μία γενική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους. Μία τέτοια προσέγγιση μπορεί να αναλύσει τόσο την ουσία των ιδιωτικοποιήσεων όσο και να απαντήσει στο θεμελιακό ερώτημα της γενεσιουργού αιτίας τους (δηλαδή γιατί είναι σήμερα αναγκαίο για το καπιταλιστικό σύστημα να καταφύγει στις ιδιωτικοποιήσεις).

Το κράτος, ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης, έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στη μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο. Αφενός σχεδίασε την ανοικοδόμηση των οικονομιών και την παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων. Ο ρόλος του στην μεσο-πολεμική περίοδο είναι επίσης περίπου ο ίδιος, εφόσον και τότε έπρεπε να ανοικοδομηθούν οι οικονομίες και να επενεπιβεβαιωθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις εμπρός στην επαναστατική απειλή που αντιπροσώπευε το εργατικό κίνημα (ιδιαίτερα στην Ευρώπη). Αφετέρου δε, το κράτος ως παραγωγός ανέλαβε την παραγωγή αγαθών που είτε είχαν μεγάλες απαιτήσεις σε επενδύσεις και τα κέρδη από τέτοιες επενδύσεις ήταν αβέβαια μιας και χρειάζονταν πολύ μεγάλος χρόνος για τη πραγματοποίηση τους ή αφορούσαν κλάδους οι οποίοι θεωρήθηκαν στρατηγικής σημασίας για την οικονομία. Στην πρώτη περίπτωση το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν ήταν συνήθως πρόθυμο ή δεν μπορούσε να αναλάβει αυτές τις επενδύσεις και τους κινδύνους που τις συνόδευαν. Στην δεύτερη περίπτωση δεν ήταν λειτουργικό για την καπιταλιστική οικονομία ως σύνολο οι δραστηριότητες αυτές να οργανωθούν ιδιωτικά εξαιτίας του κινδύνου δημιουργίας μονοπωλιακών καταστάσεων. Τα αγαθά αυτά – ασχέτως εάν ήταν μερικώς ή πλήρως εμπορευματοποιημένα – λειτουργούσαν είτε σαν φθηνές ενδιάμεσες εισροές στις ιδιωτικές καπιταλιστικές διαδικασίες παραγωγής (συνεπώς υποστηρίζοντας την κερδοφορία των τελευταίων) είτε κάλυπταν πλευρές της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης (και, κατά συνέπεια, αφαιρώντας την πίεση μισθολογικών διεκδικήσεων από τα ιδιωτικά κεφάλαια). Τέλος, επειδή η εργατική τάξη εμφανίσθηκε ενισχυμένη μετά τον πόλεμο, ο δημόσιος τομέας διευκόλυνε την ενσωμάτωση της στο σύστημα, εφόσον λειτουργούσε συνήθως με μικρότερα του μέσου ποσοστά εκμετάλλευσης και κερδοφορίας  (αντανακλώμενα στις καλύτερες συνθήκες εργασίας, ασφαλή απασχόληση κλπ.). Αυτό οδήγησε στην αύξηση των μη-παραγωγικών δαπανών που διασφάλιζαν την αναπαραγωγή του συστήματος. Η μεταπολεμική «χρυσή εποχή» βασίσθηκε ακριβώς σε αυτές τις σχέσεις, αποδεικνύοντας ότι η κρατική οικονομική δραστηριότητα δεν αντιφάσκει με την ιδιωτική καπιταλιστική επιτυχία.

Η κρίση που ξέσπασε στη δεκαετία του 1970 σηματοδότησε το τέλος αυτής της εποχής. Η αφθονία συσσωρευμένου κεφαλαίου που δεν μπορεί να βρει κερδοφόρες διεξόδους και η ήττα του εργατικού κινήματος δημιούργησε τόσο την πίεση όσο και τις συνθήκες για την ιδιωτικοποίηση των κρατικών δραστηριοτήτων. Πρώτον, η ύπαρξη πολλών ιδιωτικών μεγάλων κεφαλαίων που αναζητούν για επικερδείς επενδύσεις αφαίρεσε τον κίνδυνο μονοπωλιακών καταστάσεων, τουλάχιστον στους στρατηγικούς τομείς μιας χώρας. Δεύτερο, η ήττα της εργατικής τάξης έκανε την αγορά εργασίας πιο “ευέλικτη” και επέτρεψε την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων ακόμη και στις δημόσιες επιχειρήσεις. Τέλος, πολλά αγαθά που τα παρήγαγαν δημόσιες επιχειρήσεις και τα παρείχαν είτε δωρεάν είτε σε πολύ χαμηλές (μη-ανταγωνιστικές αγοραίες) τιμές σήμερα εμπορευματοποιούνται πλήρως (δηλαδή πρέπει να πωλούνται στην αγορά αντί να επιδοτούνται). Για όλους αυτούς τους λόγους οι περιοχές που πριν θεωρούνταν αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους τώρα οφείλουν να είναι διαθέσιμοι στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η τάση προς είτε την ανοιχτή ιδιωτικοποίηση είτε την υιοθέτηση αυστηρά ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων στη διοίκηση των δημοσίων επιχειρήσεων έχει τον ίδιο στόχο: την άμεση και έμμεση αύξηση της κερδοφορίας και της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Συγκεφαλαιώνοντας, είναι αναγκαίο σήμερα για να αντιμετωπισθεί η νέο-φιλελεύθερη πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων να αναπτυχθεί μία θεωρητική ανάλυση που να ερμηνεύει καλύτερα τις αλλαγές που έλαβαν χώρα στην σύγχρονη πραγματικότητα και ταυτόχρονα να αποκαλύπτει τις θεωρητικές και εμπειρικές αδυναμίες της πρώτης. Το άρθρο αυτό του Ben Fine  αποτελεί αναμφίβολα μία συμβολή προς την κατεύθυνση αυτή.

REFERENCES

Fine B. – Harris L. (1979), Rereading Capital, Routledge

Fine B. – Harris L. (1985), The peculiarities of the British Economy, Lawrence &

Wishart

Fine B. (1989), ‘Denationalisation’ in Green F. (1989), The restructuring of the UK

economy, Harvester Wheatsheaf

Fine B. (1990), ‘Scaling the commanding heights of public enterprise economics’,

Cambridge Journal of Economics no.14 no.2

Moseley F. (1990), ‘The Decline of the Rate of Profit in the Post-war U.S. Economy

Alternative Marxian Explanation’, Review of Radical Political Economics vol.2 no.2-3

Shaikh A. And Tonak A. (1994), Measuring the Wealth of Nations:The Political

Economy of National Accounts, New York: Cambridge University Press.

Weeks J. (1981), Capital and Exploitation, Princeton: Princeton University Press.


[1] Η πορεία προς τη καινούργια σύνθεση διερευνάται διεξοδικά στον Fine (1990).

[2] Το επιχείρημα αυτό βασίζεται στη διάκριση τριών διαφορετικών περιόδων των εθνικοποιήσεων στη Βρετανία. Η πρώτη (μεσοπόλεμος) και η δεύτερη μεταπολεμική φάση των εθνικοποιήσεων στόχευαν στην παλινόρθωση των υποχωρούντων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αντίθετα, το τρίτο κύμα (μετά το 1967) στόχευε απλά στην παλινόρθωση της κερδοφορίας.

[3] Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά το πεδίο αυτό. Οι αλλαγές στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού μπορούν να μελετηθούν είτε μέσα στα πλαίσια μίας θεωρίας που διακρίνει περιόδους-στάδια είτε μέσα από μία θεωρία των μακρών κυμάτων που όμως δεν αναγνωρίζει διαφορετικά ιστορικά στάδια.

«Το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και η συνεχιζόμενη επικαιρότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού»

Διημερίδα «Ιμπεριαλισμός: Αντιθέσεις και Αντιστάσεις»

Διοργάνωση: περιοδικά Διάπλους, Στίγμα, Ουτοπία

ΕΜΠ, 31/3-1/4 2006

στον τόμο της Διημερίδας «Ιμπεριαλισμός: Αντιθέσεις και Αντιστάσεις», εκδόσεις ΚΨΜ

«Το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και η συνεχιζόμενη επικαιρότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού»

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

Ι. Ιμπεριαλισμός και «παγκοσμιοποίηση»

Η εισβολή στο Ιράκ έφερε, με τον πιο τραγικό τρόπο, ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Προηγουμένως, το ζήτημα αυτό είχε – από πολλές πλευρές και ιδιαίτερα τους ορθόδοξους αλλά και ριζοσπάστες οπαδούς της θεωρίας της παγκοσμιοποίησης – επιχειρηθεί να εξοβελισθεί ως ξεπερασμένο από την ιστορική εξέλιξη. Αξίζει κανείς να θυμηθεί το κλίμα των σχετικών συζητήσεων στην περίοδο της διάλυσης και του πολέμου στην Γιουγκοσλαβία. Τότε, από πολλές πλευρές όλου του πολιτικού και του θεωρητικού φάσματος, είχε υποστηριχθεί ότι η γιουγκοσλαβική κρίση ήταν αποτέλεσμα εσωτερικών αντιθέσεων και ιδιαίτερα της περίπου αυτοφυούς ανάδυσης τοπικών εθνικισμών και δεν έπαιζαν κανένα ρόλο ξένες μεγάλες δυνάμεις. Στις πιο φαιδρές εκδοχές μάλιστα αυτής της προσέγγισης περίπου υποστηριζόταν ότι οι ξένες δυνάμεις ενεπλάκησαν ακουσίως[1]. Είναι σαφές ότι η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ έπληξε σοβαρά όλες αυτές τις αντιλήψεις με τον ρητό αλλά και ταυτόχρονα ειρωνικό τρόπο που σοβαρά ιστορικά γεγονότα απαξιώνουν περίπου εν ριπή οφθαλμού μέχρι πρότινος κραταιές θεωρίες.

Αυτή η ευπρόσδεκτη «επιστροφή» της θεωρίας του ιμπεριαλισμού έχει, σε μεγάλο βαθμό, βασισθεί στο επίπεδο των εμπειρικών πεποιθήσεων. Δηλαδή αποδείχθηκε έμπρακτα – για άλλη μία φορά στην ιστορία – ότι στις διάφορες εθνικές και διεθνείς συγκρούσεις που ανέκυψαν στα τέλη του 20ου αιώνα και μετέπειτα υπάρχει και είναι σημαντικός ο ρόλος του «ξένου παράγοντα», δηλαδή «μεγάλων δυνάμεων» που πυροδοτούν, εκμεταλλεύονται ή/και επεμβαίνουν στις συγκρούσεις αυτές. Και φυσικά, διαψεύσθηκε οικτρά η αντίθετη εμπειρική πεποίθηση, δηλαδή ότι είτε οι «μεγάλες δυνάμεις» είτε συνεργάζονται είτε έχουν ενοποιηθεί σε ένα ενιαίο «αυτοκρατορικό γαλαξία» χωρίς συγκεκριμένη εδαφική βάση και δεν εμπλέκονται πλέον σε περιφερειακές συγκρούσεις και άλλες παρόμοιες μικρότητες.

Είναι όμως επίσης αναγκαίο αυτή η «επιστροφή» να συνοδευθεί με μία συστηματική μελέτη και ανάπτυξη της θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Φυσικά κάθε θεωρία ξεκινά από εμπειρικές πεποιθήσεις – δηλαδή προ-θεωρητικές διαγνώσεις των βασικών σημείων μίας συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας – και επάνω σε αυτές συγκροτεί την ανάλυση της. Όμως είναι το θεωρητικό οικοδόμημα αυτό καθ’ εαυτό και η μακροχρόνια ερμηνευτική ικανότητα της πραγματικότητας που επιδεικνύει που εν τέλει το κρίνουν.

Το κεντρικό επιχείρημα των αντίπαλων της θεωρίας του ιμπεριαλισμού – εκτός εκείνων που παραδοσιακά την απέρριπταν – είναι ότι ο ιμπεριαλισμός είναι χαρακτηριστικό της προηγούμενης ιστορικής περιόδου. Υποστηρίζεται ότι σήμερα διάγουμε μία νέα, εντελώς διαφορετική ιστορική περίοδο όπου η έννοια του ιμπεριαλισμού έχει περιπέσει σε αχρηστία καθώς η «παγκοσμιοποίηση» έχει ενιαιοποιήσει τον κόσμο και έχει εξαλείψει τις βάσεις δημιουργίας αντιπαλοτήτων μεταξύ κρατών, μπλοκ κρατών κλπ. Η συνεργασία είναι αυτή που κυριαρχεί ενώ οι συγκρούσεις είναι πολύ πιο υποδόριες και ελεγχόμενες. Συνεπώς η αυτοκρατορία (Hardt & Negri (2000)) ή ο μετα-ιμπεριαλισμός (Hayne (1999)) αντικαθιστούν τον ιμπεριαλισμό.

Κοινή βάση όλων αυτών των απόψεων είναι η θεωρία της παγκοσμιοποίησης ενώ στο μεθοδολογικό επίπεδο υπάρχουν – σε πολλές από αυτές (π.χ. στην αυτοκρατορία του Negri αλλά και στον μετα-ιμπεριαλισμό) – εμφανείς επιδράσεις του μετα-μοντερνισμού. Σε αναλυτικό επίπεδο όλες αυτές οι θεωρίες είναι ουσιαστικά αναδιατυπώσεις της τραγικά διαψευσμένης από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο θεωρίας του Kautsky (1914) περί υπεριμπεριαλισμού (και της αντίστοιχης του Hobson (1902) περί διιμπεριαλισμού).

Η θεωρία της παγκοσμιοποίησης αποτελεί ένα ισχυρό κυρίαρχο ιδεολόγημα σήμερα το οποίο, δυστυχώς, έχει σοβαρές επιδράσεις και σε ριζοσπαστικές απόψεις. Το ιδεολόγημα αυτό έχει αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο σήμερα για το καπιταλιστικό σύστημα καθώς αποδιαρθρώνει την λογική κάθε αντίστασης στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις (καθώς αυτή έχει αντικειμενικά εθνική βάση όσο και εάν απαιτείται να αποκτά διεθνιστικό χαρακτήρα) και παράγει μία εύκολη «αντιπολίτευση του βασιλέως» με την μορφή υποτιθέμενα αντικαπιταλιστικών υπερεθνικών ουτοπιών.

Σήμερα βέβαια η θέση περί «παγκοσμιοποίησης» αμφισβητείται σοβαρά ακόμη και σε ορθόδοξους κύκλους[2]. Έχει δειχθεί πειστικά ότι η «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι (α) ούτε καινοφανής, (β) ούτε μη-αναστρέψιμη και, (γ) σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την κεντρικότητα του εθνικού κράτους και της οικονομίας του.

Όσον αφορά την υποτιθέμενη πρωτοτυπία και μοναδικότητα της πεντηκονταετίας 1950-2000 έχει δειχθεί ότι δεν αποτελεί κάτι εξαιρετικό συγκρινόμενη με την περίοδο 1850-1914 σε ότι αφορά τις ροές εμπορευμάτων, επενδύσεων κεφαλαίου και εργατικής μετανάστευσης. Σε αυτή την δεύτερη περίοδο όλες αυτές οι διασυνοριακές ροές ήταν συγκρίσιμες ή ακόμη και μεγαλύτερες από ότι στην πρώτη περίοδο. Ακόμη και το επιχείρημα ότι η σημερινή εκδοχή της «παγκοσμιοποίησης» είναι πρωτότυπη γιατί χαρακτηρίζεται από μία πρωτοφανή απελευθέρωση των χρηματο-οικονομικών ροών – όπως για παράδειγμα επιπόλαια υποστηρίζουν διάφορες θεωρίες περί «καπιταλισμού – καζίνο» – έχει επίσης αμφισβητηθεί πειστικά[3].

Όσον αφορά την μη-αναστρεψιμότητα της «παγκοσμιοποίησης» είναι επίσης γνωστό ακόμη και σε επιπόλαιους γνώστες της ιστορίας ότι η προηγούμενη περίοδος αυξημένης απελευθέρωσης και ανόδου των διεθνών κεφαλαιακών ροών τερματίστηκε δραματικά στις αρχές του 20ου αιώνα με την όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και την επαναφορά προστατευτικών πολιτικών που συνοδεύθηκαν με την έκρηξη δύο παγκοσμίων πολέμων – αλλά και αρκετών τοπικών επίσης.

Τέλος, όσον αφορά την εξάλειψη της σημασίας του εθνικού κράτους και της οικονομίας του έχει επίσης δειχθεί ότι τόσο στην περίοδο 1850-1914 όσο και σήμερα δεν ισχύει (βλέπε Hirst & Thompson (1999)). Μάλιστα, ακόμη και στην σημαντική περίπτωση των σημερινών πολυεθνικών εταιρειών (και φυσικά στην περίπτωση των προπατόρων τους του 19ου αιώνα) υπάρχει πάντα εθνική βάση συσσώρευσης αλλά και πολιτικής στήριξης (βλέπε Hirst & Thompson (1999), σ.80-96).

Με αυτή την έννοια αντί της «παγκοσμιοποίησης» είναι ορθότερο να αναφέρεται κανείς σε περιόδους αυξημένης διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Αυτό διαψεύδει διάφορες αιθεροβάμονες ριζοσπαστικές απόψεις που θεωρούν ότι ο καπιταλισμός – ένα σύστημα που γεννήθηκε με βάση τα εθνικά κράτη – θα εξαλείψει μόνος του τους εθνικούς διαχωρισμούς (και τις πολεμικές συγκρούσεις που τους συνοδεύουν) και θα προκύψει μία «καθαρή» ταξική αντιπαράθεση σε παγκόσμιο επίπεδο που δεν θα περιπλέκεται από τα όντως ακανθώδη εθνικά ζητήματα. Όπως εύστοχα είχε επισημάνει ο Bukharin (1976), το καπιταλιστικό σύστημα διαπερνάται από μία οργανική αντίφαση μεταξύ της τάσης διεθνοποίησης και της τάσης εθνικοποίησης του κεφαλαίου– δηλαδή της αύξησης της διεθνούς αλληλεξάρτησης της παγκόσμιας οικονομίας και της διαίρεσης της τελευταίας σε εθνικά μπλοκ – την οποία δεν πρόκειται ποτέ να επιλύσει. Έτσι περίοδοι αυξημένης διεθνοποίησης του κεφαλαίου (με ενδεχομένως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η κάθε μία) διαδέχονται περιόδους επιστροφής στις εθνικές βάσεις και διαίρεσης σε κλειστά αντίπαλα μπλοκ.

Τέλος, υπάρχει άλλο ένα σημαντικό συναφές ζήτημα που αποσταθεροποιεί επίσης κρίσιμες πλευρές της θέσης περί παγκοσμιοποίησης. Έχει υποστηριχθεί ότι η απελευθέρωση των διεθνών κεφαλαιακών ροών – και η αντίστοιχη της εργασίας – θα ευνοήσουν την ανάπτυξη των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών και εν τέλει θα οδηγήσουν στην σύγκλιση των επιπέδων ανάπτυξης των ανεπτυγμένων και των λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομιών. Με τον τρόπο αυτό πράγματι ο πλανήτης μας θα γίνει ένα «ενιαίο παγκόσμιο χωριό». Όμως, τόσο στην προηγούμενη περίοδο αυξημένης διεθνοποίησης του κεφαλαίου όσο και στην σημερινή διαψεύσθηκε οικτρά αυτή η ορθόδοξη πεποίθηση περί σύγκλισης. Αντιθέτως επιβεβαιώθηκε για πολλοστή φορά η θέση του Lenin για την ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ των διαφορετικών εθνικών οικονομιών. Η αυξημένη διεθνοποίηση όχι μόνο δεν μειώνει το χάσμα αναπτυγμένων και λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομιών αλλά αντιθέτως το αυξάνει καθώς κατά κανόνα λειτουργεί προς όφελος των πρώτων (π.χ. βλέπε Nayar (2006), σ.151 και 154). Όπως εύστοχα έχει δείξει η μαρξιστική προβληματική για τον ιμπεριαλισμό – και αντίθετα με τις νεοκλασσικές δοξασίες αλλά και κάποια ριζοσπαστικά «ανεστραμμένα είδωλα» τους – οι διεθνείς κινήσεις του κεφαλαίου ξεκινούν από την ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης, αποσκοπούν στην εκμετάλλευση τους και εν τέλει τα αναπαράγουν σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό[4]. Στην βάση αυτών των διαφορών γεννιούνται οι διεθνείς κινήσεις του κεφαλαίου και οι συνακόλουθοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί που κάθε άλλο παρά κάνουν τον κόσμο μας ένα ενιαίο, αγαπημένο πλανητικό χωριό.

Η απόρριψη της θεωρίας της παγκοσμιοποίησης αποδεικνύει την συνεχιζόμενη επικαιρότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Όμως το πιο βασικό καθήκον παραμένει, δηλαδή η περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της θεωρίας. Σε αυτό στοχεύει να συνεισφέρει η εργασία αυτή. Στο επόμενο τμήμα θα δειχθεί συνοπτικά πως γεννήθηκε η θεωρία του ιμπεριαλισμού και ιδιαίτερα η μαρξιστική και ποιες υπήρξαν μέχρι σήμερα οι βασικές συζητήσεις στο εσωτερικό της. Ιδιαίτερα τονίζεται η συμβολή του Lenin (1975, 1977,1987) στην συγκρότηση του κεντρικού πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Στο τελευταίο τμήμα προτείνεται μία αναδιατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού, στην βάση του λενινιστικού πυρήνα της, που παίρνει υπ’ όψη νεότερες ιστορικές έρευνες για το παρελθόν του καπιταλιστικού συστήματος αλλά και σύγχρονες εξελίξεις.

ΙΙ. Η ιστορική εποχή και η πορεία συγκρότησης της μαρξιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό

Η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα σε μία κρίσιμη φάση του καπιταλιστικού συστήματος. Στους δύο προηγούμενους αιώνες το καπιταλιστικό σύστημα είχε εγκαθιδρυθεί στην Δύση (όπως επίσης και στην Ιαπωνία), είχε εξαπλωθεί σχεδόν σε όλο τον κόσμο (αξιοποιώντας συνήθως στοιχεία προηγούμενων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων), είχε γνωρίσει ήδη την πρώτη «χρυσή εποχή του» (δηλαδή μία μακρόχρονη περίοδο υψηλής και σχετικά απρόσκοπτης κερδοφορίας και καπιταλιστικής συσσώρευσης, τον 19ο αιώνα) καθώς και μία μεγάλη περίοδο έντονης διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Από τα μέσα όμως του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στο τελευταίο τρίτο του το καπιταλιστικό σύστημα μπήκε στην πρώτη, βαθειά, δομική και επίσης σχετικά παγκόσμια (τουλάχιστον όσον αφορά τις επιπτώσεις της) κρίση του. Η πτώση της κερδοφορίας και οι επιπτώσεις της στην καπιταλιστική συσσώρευση οδήγησαν σε όξυνση του ανταγωνισμού η οποία μεταφέρθηκε και στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Η όξυνση του διεθνούς ανταγωνισμού δεν πήρε φυσικά μόνο την μορφή του ανταγωνισμού μέσω των τιμών των εμπορευμάτων αλλά πάνω απ’ όλα την διεκδίκηση «στρατηγικών όρων» ανώτερης κερδοφορίας και συσσώρευσης, δηλαδή τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών, αγορών και γενικότερα οικονομικών χώρων και φυσικά τον αποκλεισμό των ανταγωνιστών από αυτούς. Στις συγκρούσεις αυτές τα διάφορα εθνικά (ακόμη και πολυεθνικά) κεφάλαια σχεδόν από την αρχή συνεπικουρήθηκαν από τα κράτη τους (κατά κανόνα) με αποτέλεσμα οι οικονομικές συγκρούσεις σύντομα να εξελιχθούν σε πολιτικές – και μετέπειτα στρατιωτικές – συγκρούσεις (καθώς είναι πάντα επίκαιρη η ρήση του Κλαούζεβιτς, που εύστοχα επικρότησε ο Lenin, ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής {και της οικονομίας θα μπορούσε να προσθέσει κανείς] με άλλα μέσα»).

Οι εξελίξεις αυτές ανέτρεψαν μία εδραία πεποίθηση του κλασικού φιλελευθερισμού, ότι δηλαδή ο καπιταλισμός – σε αντίθεση με το βίαιο και πολεμοχαρές παρελθόν των προηγούμενων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων – δεν έχει ανάγκη τον πόλεμο αλλά την ειρήνη, καθώς ο πρώτος αποθαρρύνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αυτό συνοδευόταν με την θέση ότι η καπιταλιστική κερδοφορία ευνοείται αποκλειστικά και μόνο από το ελεύθερο εμπόριο – αγνοώντας ότι τα πρώτα κρίσιμα βήματα του το καπιταλιστικό σύστημα (τόσο στο εμπόριο όσο και στην βιομηχανία) τα έκανε κάτω από τις φτερούγες του εμποροκρατικού προστατευτισμού.

Η επιστροφή του προστατευτισμού, του αγώνα δρόμου για τον έλεγχο γεωγραφικών περιοχών και η όξυνση των συναφών πολιτικο-στρατιωτικών συγκρούσεων οδήγησε στις πρώτες προβληματικές περί ιμπεριαλισμού οι οποίες γεννήθηκαν σαν ετερόδοξες αστικές θεωρίες. Η πρώτη συγκροτημένη εκδοχή είναι αυτή του Άγγλου Φαβιανού J.Hobson (1902), που συνέδεσε τον ιμπεριαλισμό με την οικονομική κρίση του καπιταλισμού (την οποία απέδωσε στην υποκατανάλωση) και υποστήριξε ότι φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις του συστήματος (όπως η εργατική εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο και ο ελεύθερος συνδικαλισμός) θα ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης και συνεπώς θα επιλυθεί το πρόβλημα της υποκατανάλωσης. Επομένως δεν θα υπάρχει λόγος οικονομικής εξόδου στο εξωτερικό και πολιτικο-στρατιωτικών συγκρούσεων για να την υποστηρίξουν. Ακολούθησαν άλλες θεωρίες – συχνά στα πλαίσια αυτού που ονομάσθηκε αντι-ιμπεριαλιστικός φιλελευθερισμός – μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει αυτή του Schumpeter (1919), η οποία αποδίδει τον ιμπεριαλισμό σε προ-καπιταλιστικά κατάλοιπα. Σύντομα όμως είναι το εργατικό κίνημα και το σοσιαλιστικό ρεύμα αυτό που παίρνει την πρωτοκαθεδρία στις συζητήσεις – αλλά και στην κοινωνική και πολιτική δράση – σχετικά με τον ιμπεριαλισμό. Αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο καθώς, σε μεγάλο βαθμό, οι αστικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό απηχούσαν την παλιά ορθοδοξία του συστήματος η οποία όμως είχε πλέον περιπέσει σε αχρηστία καθώς οι «νέοι καιροί» του συστήματος απαιτούσαν άλλες θεωρίες και άλλα εργαλεία πολιτικής. Αντιθέτως, το εργατικό κίνημα είχε κάθε λόγο να συνδέσει την πάλη του με τον αντι-ιμπεριαλισμό καθώς η όξυνση της εκμετάλλευσης συνδέεται άμεσα με την όξυνση του ανταγωνισμού και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και καθώς επίσης είναι οι εργάτες που προμηθεύουν το απαραίτητο «κρέας για τα κανόνια». Στην βάση αυτή αναπτύχθηκε η κλασική μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό στην περίοδο πριν και μετά τον Α’ Παγκ.Πόλεμο.

Το πρώτο σημαντικό έργο στα πλαίσια της μαρξιστικής παράδοσης ήταν το «Χρηματιστικό Κεφάλαιο» του R.Hilferding (που άρχισε να γράφεται το 1905 στην Βιέννη, αλλά ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε το 1910 στην Γερμανία). Βέβαια, πρέπει να τονιστεί ότι ο ίδιος ο Hilferding δεν χρησιμοποιούσε στο βιβλίο του τον όρο «ιμπεριαλισμός» αλλά αναφέρεται σε «σύγχρονη προστατευτική πολιτική», «σύγχρονη αποικιακή πολιτική» ή «εξωτερική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου». Ο όρος «ιμπεριαλισμός» εμφανίζεται στο τελευταίο μέρος (Μέρος V). Όταν όμως τελείωνε την μελέτη του ο όρος αυτός είχε γίνει το επίκεντρο των συζητήσεων. Άρρητα, ο Hilferding θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός είχε μπει σε μία νέα εποχή, αυτή των μονοπωλίων, που ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που έζησε και μελέτησε ο Marx. Ουσιαστικά – αλλά χωρίς να δηλώνεται πουθενά ρητά – στόχος του ήταν να γράψει το «Κεφάλαιο» αυτής της νέας εποχής που θεωρούσε ότι σηματοδοτούσε το χρηματιστικό κεφάλαιο. Συνοπτικά, υποστήριζε ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νέου αυτού προσώπου του καπιταλισμού ήταν ότι οι τάσεις συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης οδηγούν στον σχηματισμό και την κυριαρχία των μονοπωλίων[5], με συνεπακόλουθο την κατάργηση του ελεύθερου ανταγωνισμού[6]. Η κυριαρχία αυτή βασίζεται στην συγχώνευση του τραπεζικού με το βιομηχανικό κεφάλαιο, υπό την κυριαρχία του πρώτου. Το προϊόν αυτής της σύμφυσης είναι το χρηματιστικό κεφάλαιο. Η μονοπωλιοποίηση της εσωτερικής αγοράς λειτουργεί ως «τροχοπέδη της παραγωγικότητας» (Hilferding (1981), σ.314) και οδηγεί στον περιορισμό της δυνατότητας επέκτασης της παραγωγής μέσα σε ορισμένα όρια. Ο περιορισμός των σφαιρών τοποθέτησης του κεφαλαίου οδηγεί στις εξαγωγές κεφαλαίου και οι βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες μετατρέπονται σε διεθνείς τραπεζίτες. Επιπλέον οι εξαγωγές κεφαλαίων ενισχύονται από την προστατευτική πολιτική των υψηλών δασμών που επιβάλλονται από τα μονοπώλια. Έτσι, ο ρόλος του προστατευτισμού μετασχηματίζεται ριζικά και από αμυντικό μέσο εναντίον της εισόδου στην εγχώρια αγορά ξένων κεφαλαίων γίνεται, επιπλέον, ένα μέσο κατάκτησης ξένων αγορών εφόσον δίνει τεράστια πλεονεκτήματα στα εγχώρια κεφάλαια. Οι εξαγωγές κεφαλαίων, συνεπικουρουμένων από τα κράτη τους, οδηγεί σε συγκρούσεις και πόλεμους για νέα εδάφη και σφαίρες επιρροής.

Η θεωρία του Hilferding είχε σημαντική απήχηση σε εχθρούς και φίλους από όλες τις πτέρυγες της μαρξιστικής παράδοσης. Αυτή η απήχηση προέκυπτε από την αναλυτική της συνοχή, την πρωτοτυπία της καθώς επίσης και το ότι η θέση περί χρηματιστικού κεφαλαίου αντανακλούσε πιστά τα ιστορικά δεδομένα των γερμανόφωνων χωρών και της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης[7]. Αγνοήθηκε έτσι ότι η ανάλυση του έχει σοβαρές αδυναμίες και ελλείψεις. Ιδιαίτερα αγνοήθηκε ότι η εμπειρική επιβεβαίωση της έννοιας του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι εξαιρετικά αμφισβητίσημη καθώς δεν ίσχυε για τις αγγλοσαξωνικές χώρες, την Γαλλία και το μεγαλύτερο τμήμα της Δύσης. Επίσης, μία σειρά άλλες αναλυτικές αδυναμίες όπως η θεωρία κρίσης του (ένα ιδιόμορφο μίγμα κρίσης υποκατανάλωσης και δυσαναλογίας), η αδυναμία συνεκτικής ερμηνείας του πως προκύπτει αυτό το ανενεργό περίσσευμα κεφαλαίου καθώς και η λανθάνουσα αποδοχή του μίας παραλλαγής της σημερινής νεοκλασικής θεωρίας περί σύγκλισης δεν επισημάνθηκαν τουλάχιστον επαρκώς. Πάνω απ’ όλα δε αγνοήθηκε ότι με την θεωρία του περί ανταγωνισμού ουσιαστικά θέτει στο περιθώριο την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας του K.Marx.

Ο Κ.Kautsky δεν είχε μία συστηματική καί ολοκληρωμένη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό. Δανειζόταν την ανάλυση του Hilferding, και μάλιστα με αρκετά υποτιμητικό τρόπο, συχνά, περίπου διεκδικώντας την πατρότητα και την αυθεντικότητα της. Υποστήριζε ότι η ιμπεριαλιστική πολιτική εκφράζει τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου και των μονοπωλίων, αλλά βρίσκει αντίθετες μερίδες του βιομηχανικού κεφαλαίου που εξακολουθούσαν να έχουν συμφέρον την ειρήνη και το ελεύθερο εμπόριο. Έμεινε γνωστός για την εξαιρετικά άστοχη θέση του περί υπερ-ιμπεριαλισμού, , σύμφωνα με την οποία οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις θα μπορούσαν να υπερπηδήσουν ειρηνικά τις μεταξύ τους αντιθέσεις, να διαμοιράσουν τον κόσμο και να συμφωνήσουν στην συνεκμετάλλευση του.

Η επόμενη συνεισφορά που ξεχώρισε ήταν αυτή της R.Luxembourg, που είναι σήμερα ευρέως γνωστή λόγω της συγγένειας της τόσο με πλευρές της κεϋνσιανής θεωρίας όσο και με το νεότερο ρεύμα της Θεωρίας της Εξάρτησης των P.Sweezy και P.Baran (1968). Παρόμοια με τον Hobson θεωρούσε ότι όλα ξεκινούσαν από την κρίση υποκατανάλωσης που οργανικά διαπερνά τον καπιταλισμό καθώς το περιορισμένο εισόδημα της εργατικής τάξης – μαζί με τις επενδυτικές και καταναλωτικές δαπάνες των καπιταλιστών – αδυνατεί να καλύψει το σύνολο των παραγόμενων προϊόντων. Συνεπώς χρειάζονται κάποια «τρίτα πρόσωπα» – ούτε εργάτες ούτε καπιταλιστές – για να απορροφήσουν τα πλεονάζοντα εμπορεύματα αλλιώς προκύπτει κρίση πραγματοποίησης. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες αυτές οι ενδιάμεσες κοινωνικές τάξεις περιορίζονται δραστικά και συνεπώς απομένει κυρίως η διέξοδος κάποιων άλλων μη-καπιταλιστικών χωρών. Συνεπώς, ο ιμπεριαλισμός για την Luxembourg ήταν ο ανταγωνισμός των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών για την επικυριαρχία σε υπανάπτυκτες μη-καπιταλιστικές χώρες ώστε να εξασφαλισθούν διέξοδοι για την επιπλέον παραχθείσα αξία. Στον βαθμό που ο χώρος αυτός συρρικνωνόταν ο καπιταλισμός αντικειμενικά όδευε προς την οικονομική του κατάρρευση. Τα προβλήματα της θεωρίας της Luxembourg είναι ευρέως γνωστά, ξεκινώντας από το πιο θεμελιακό, δηλαδή την θεωρία υποκατανάλωσης της. Όπως έδειξαν πολλοί – πρώτος μεταξύ των οποίων ο Bukharin – τίποτα δεν αποκλείει η επιπλέον αξία να καλυφθεί από τις αυξανόμενες δαπάνες των ίδιων των καπιταλιστών καθώς οι τελευταίοι επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους.

Η συνεισφορά που σφράγισε την μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό είναι αναμφίβολα αυτή του Lenin. Σίγουρα δεν χρήζει παρουσίασης. Αξίζει όμως να τονισθούν ιδιαίτερα ορισμένες σημαντικές πλευρές της που συχνά διαφεύγουν της προσοχής.

Πρώτον, ο Lenin είναι ο πρώτος που συνδέει το ζήτημα του ιμπεριαλισμού με μία ρητή θεωρία περιοδολόγησης του καπιταλισμού. Η αξία της περιοδολόγησης του καπιταλισμού είναι γνωστή καθώς έτσι μπορεί μία γενική ανάλυση να συγκεκριμενοποιηθεί περαιτέρω και φυσικά μία πολιτική στάση να αποκτήσει συγκεκριμένους οδηγούς και σημεία προσανατολισμού. Ο Lenin συνδέει ρητά τον ιμπεριαλισμό με το στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μάλιστα παρόλο που στο πιο γνωστό κείμενο του – για πολιτικούς λόγους όπως σαφώς φαίνεται και στο ίδιο και στα «Τετράδια για τον ιμπεριαλισμό» – δίνει τον τίτλο του σταδίου στον ιμπεριαλισμό είναι ουσιαστικά ο προηγούμενος που τον κατέχει. Με αυτή την έννοια ο ιμπεριαλισμός είναι ουσιαστικά η μορφή οργάνωσης του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Βέβαια η μεθοδολογία και τα κριτήρια περιοδολόγησης του Lenin είναι εξαιρετικά αντιφατικά και έχουν σημαντικά προβλήματα, όμως είναι ο πρώτος που εγκαινιάζει με σοβαρό τρόπο το πεδίο αυτό.

Δεύτερον, είναι ο πρώτος – μετά από κάποιες αρχικές αντιφάσεις – που ορίζει την διαδικασία κρίσης που εν τέλει οδηγεί στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς όχι σαν κρίση υποκατανάλωσης ή δυσαναλογίας αλλά σαν κρίση πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους λόγω ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η προσέγγιση αυτή – χωρίς να είναι εδώ αναγκαίο να ανοιχθεί η συζήτηση περί θεωρίας κρίσης – είναι εκείνη που σήμερα συγκεντρώνει την μεγαλύτερη αναλυτική και εμπειρική επιβεβαίωση.

Τρίτον, ξεκαθαρίζει ότι η μονοπωλιοποίηση δεν καταργεί τον ανταγωνισμό αλλά γεννάται από αυτόν και τον οξύνει. Αυτή η προσέγγιση, που είναι σήμερα εμπειρικά δικαιωμένη, ήταν και αυτή που περιέγραψε ο Marx. Στην μαρξιστική παράδοση – αλλά όχι, παραδείγματος χάριν, στον Hilferding – το μονοπώλιο αντί να αποκλείει τον ανταγωνισμό παραπέμπει σε πιο έντονες και πολύπλοκες μορφές ανταγωνισμού. Αντίθετα, στην αστική θεωρία το μονοπώλιο (ή το ολιγοπώλιο) παραπέμπουν στην κατάργηση του ανταγωνισμού.

Τέταρτον, είναι πάντα επίκαιρη και εύστοχη – και απουσιάζει από άλλες προσεγγίσεις – η έμφαση που αποδίδει στην ανισόμερη ανάπτυξη και στις επιπτώσεις της στους ενδοκαπιταλιστικούς και ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

Πέμπτον, είναι επίσης πάντα επίκαιρη και εύστοχη – και επίσης διακρίνει την προσέγγιση του από τις υπόλοιπες – η έμφαση που αποδίδει όχι μόνο στην εξαγωγή εμπορευμάτων αλλά και στην εξαγωγή κεφαλαίου. Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο καθώς η διεθνοποίηση των τριών βασικών μορφών του κεφαλαίου (εμπορικό, χρηματικό, παραγωγικό) ακολούθησε σχετικά διαφορετικούς δρόμους και είχε διαφορετική έκταση και συνέπειες σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Έτσι, όπως δείχνουν νεότερες προβληματικές και έρευνες, στην φάση αυξημένης διεθνοποίησης του πρώτου σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος (που συνήθως ονομάζεται στάδιο του ελεύθερου ανταγωνισμού) ήταν το εμπορικό κεφάλαιο – δηλαδή οι εξαγωγές εμπορευμάτων αυτό που κυριαρχούσε. Αντιθέτως, στην αντίστοιχη φάση του σταδίου του μονοπωλιακού καπιταλισμού – στην οποία αναφέρεται ο Lenin – ήταν το χρηματικό κεφάλαιο (σε άλλη ορολογία οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου και κυρίως με την μορφή του τραπεζικού δανεισμού) που έδιναν τον τόνο. Τέλος, φαίνεται ότι από τα μέσα του 20ου αιώνα είναι το παραγωγικό κεφάλαιο (σε άλλη ορολογία οι άμεσες ξένες επενδύσεις) – μέσω των πολυεθνικών εταιρειών και όχι μόνο – που δίνει τον τόνο στις τάσεις διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Βέβαια ο Lenin όταν αναφέρεται στην εξαγωγή κεφαλαίου έχει υπ’ όψιν του κυρίως τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, που κυριαρχούσαν στην εποχή του.

Υπάρχουν φυσικά και προβλήματα, αντιφάσεις και σφάλματα στην προσέγγιση του Lenin. Δύο από αυτά αξίζει να αναφερθούν ιδιαίτερα.

Πρώτον, είναι εσφαλμένη η υιοθέτηση εκ μέρους του αυτούσιας της θέσης περί χρηματιστικού κεφαλαίου του Hilferding με τα γνωστά προβλήματα που προαναφέρθηκαν. Βέβαια, ο Lenin δείχνει σε διάφορα κείμενα ότι ήταν ενήμερος των προβλημάτων αυτών (π.χ. Lenin (1977), τομ.32, διάλεξη «Πόλεμος και Επανάσταση», επίσης στην συλλογή Lenin (1987), σ.122). Παρόλα αυτά διατηρεί την αναφορά στην θέση αυτή.

Δεύτερον, είναι παραπλανητική η αίσθηση που αποπνέουν – συνήθως για πολιτικούς λόγους – τα κείμενα του ότι ο ιμπεριαλισμός αποτελεί το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Γι’ αυτό έχει κατηγορηθεί από πολλούς (π.χ. Harvey (2004), σ.69). Βέβαια, όπως αποδεικνύει μεταξύ άλλων ένα πρόσφατο «Σημείωμα των Εκδοτών» της Monthly Review (2004), στην θεωρία του o Lenin κάθε άλλο παρά διακατέχεται από μία τέτοια πεποίθηση. Ενδεικτικά, δείχνουν ότι ο Lenin αρχικά σχεδίαζε να δώσει στο βιβλίο «Ιμπεριαλισμός» τον τίτλο «Τα Βασικά Χαρακτηριστικά του Σύγχρονου Καπιταλισμού», ενώ στο χειρόγραφο του 1916 χρησιμοποίησε τον τίτλο «Ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Τελικά, το βιβλίο εκδόθηκε το 1917 με τον τίτλο «Ιμπεριαλισμός, το πιο πρόσφατο στάδιο του καπιταλισμού». Ήταν στην επανέκδοση του βιβλίου μετά τον θάνατο του που επαναφέρθηκε ο τίτλος του χειρόγραφου. Όμως η αίσθηση που αποπνέουν πολλές πολιτικής σκοπιμότητας διατυπώσεις βαραίνει άδικα την θεωρία του.

Μετά την κλασική μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό των αρχών του 20ου αιώνα ακολούθησαν και άλλες συνεισφορές που δεν υπάρχει η δυνατότητα εδώ να συζητηθούν. Όμως όλες σε μεγάλο βαθμό υστερούν σε βάθος και αναλυτική στιβαρότητα σε σχέση με εκείνες τις πρώτες συνεισφορές. Σε μεγάλο βαθμό μάλιστα οι μετέπειτα συζητήσεις νόθευσαν ή τροποποίησαν εσφαλμένα βασικές πλευρές της αρχικής συζήτησης.

ΙΙΙ. Για μία σύγχρονη αναδιατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό

Μία σύγχρονη αναδιατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό οφείλει να βασισθεί στην προσέγγιση που αποτέλεσε το βάθρο της κλασικής συζήτησης και ιδιαίτερα της προσέγγισης του Lenin. Ο ιμπεριαλισμός είναι πρώτα και κύρια οικονομική διαδικασία από την οποία προκύπτουν πολιτικο-στρατιωτικές διαδικασίες. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα καθώς – σαν αποτέλεσμα εσφαλμένων απόψεων που κυριάρχησαν μετά την κλασική συζήτηση – πολλές φορές ο ιμπεριαλισμός ταυτίζεται απλά και μόνο με την πολιτικο-στρατιωτική επέμβαση και σύγκρουση. Η οικονομική αυτή διαδικασία – δηλαδή η εξαγωγή κεφαλαίων είτε με όλες είτε με κάποιες από τις τρεις θεμελιακές μορφές του κεφαλαίου (δηλαδή η εξαγωγή εμπορευμάτων, η εξαγωγή χρηματικού κεφαλαίου και η εξαγωγή παραγωγικών δραστηριοτήτων) γεννιέται από τις – πολλές φορές ακόμη πρώιμες και λανθάνουσες – κρισιακές τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Με αυτή την έννοια αποτελεί ταυτόχρονα ένδειξη δύναμης και αδυναμίας[8]. Αυτή η οικονομική έξοδος στο εξωτερικό οδηγεί σε σύγκρουση με άλλα κεφάλαια από άλλες χώρες που υιοθετούν την ίδια κίνηση. Στην οικονομική αυτή σύγκρουση έρχεται να προστεθεί η πολιτική συνεπικουρία των κρατών προέλευσης ή στήριξης των κεφαλαίων αυτών, γεγονός που μετατρέπει την οικονομική σύγκρουση και σε πολιτική. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής συχνά διαμορφώνονται λιγότερο ή περισσότερο σταθερά και μόνιμα μπλοκ κεφαλαίων και κρατών.

Η κλασική συζήτηση επεσήμαινε επίσης ότι η ιμπεριαλιστική σύγκρουση είναι εν τέλει σύγκρουση μεταξύ αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών καθώς αυτές ερίζουν για επέκταση της γεωγραφικής κυριαρχίας του και δευτερευόντως σύγκρουση μεταξύ ιμπεριαλιστικών χωρών και χωρών που υφίστανται την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα. Με βάση την ιστορική εμπειρία της περιόδου της κλασικής συζήτησης αυτό έπαιρνε συνήθως την μορφή επέκτασης των ιμπεριαλιστικών χωρών σε λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές, σύγκρουση – μερικές φορές «δι’ αντιπροσώπων» – με άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες στο έδαφος αυτό και τέλος την έκρηξη της σύγκρουσης στο έδαφος των ίδιων των αναπτυγμένων ιμπεριαλιστικών χωρών. Αυτό ήταν το κλασικό σενάριο στην περίοδο που οδήγησε στον Α΄ Παγκ.Πόλεμο.

Με βάση τα παραπάνω, ο ιμπεριαλισμός μπορεί να ορισθεί ως η εξαγωγή από τις ισχυρότερες καπιταλιστικές δυνάμεις των κρισιακών τάσεων στο εξωτερικό λόγω αυξημένου εθνικού και διεθνούς ανταγωνισμού που οδηγεί σε διεκδίκηση σφαιρών επιρροής – σε βάρος άλλων λιγότερο ισχυρών χωρών – που αποσκοπεί όμως εν τέλει στην υπερίσχυση έναντι άλλων ισχυρών καπιταλιστικών δυνάμεων. Συνεπώς, οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί αποτελούν τον κινητήριο μοχλό όλης της διαδικασίας. Η πολιτικο-στρατιωτική σύγκρουση (ανοικτή είτε συγκαλυμμένη) είναι το αναγκαίο συνεπακόλουθο της διαδικασίας αυτής.

Με αυτή την έννοια ο ιμπεριαλισμός δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο του δευτέρου σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος – ή και κάποιου ενδεχόμενου διαδόχου του – αλλά γενικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος. Δηλαδή ο ιμπεριαλισμός αποτελεί τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού. Επομένως, και στο πρώτο στάδιο του καπιταλισμού – αλλά ακόμη και στο μεταβατικό προστάδιο της εμποροκρατίας – κυριαρχούν ιμπεριαλιστικές σχέσεις. Οι αποικιακές αυτοκρατορίες, το εμπόριο σκλάβων και ακόμη και η πειρατεία δεν αποτελούσαν κατάλοιπα κάποιων προηγούμενων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων αλλά είχαν μετασχηματισθεί και ενσωματωθεί πλήρως σε διαδικασίες της «πρωταρχικής συσσώρευσης» του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος[9]. Στο στάδιο αυτό κυριαρχεί η εξαγωγή εμπορικού κεφαλαίου (δηλαδή εμπορευμάτων) αν και υπάρχουν επίσης και εξαγωγές χρηματικού και παραγωγικού κεφαλαίου (και ακόμη και οι πρώτες πολυεθνικές εταιρείες, ιδιαίτερα με την μορφή των διαφόρων Εταιρειών των Ινδιών κλπ.). Αντίστοιχα, όπως προαναφέρθηκε, στο δεύτερο στάδιο του καπιταλισμού κυριαρχεί η εξαγωγή χρηματικού κεφαλαίου. Τέλος, στην περίοδο από το τέλος του Β΄ Παγκ. Πολέμου και μετά φαίνεται ότι κάτι αλλάζει καθώς τον τόνο δίνουν – με διάφορες διακυμάνσεις – οι εξαγωγές παραγωγικού κεφαλαίου οι οποίες ενισχύονται μετά το 1945 και κυριολεκτικά εκτινάσσονται μετά το 1990 (βλέπε στοιχεία UNCTAD, World Investment Report, online database).

Στο σημείο αυτό χρήζει ιδιαίτερης προσοχής το γεγονός ότι στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο ο μεγάλος όγκος των διεθνών κεφαλαιακών ροών είναι μεταξύ των τριών αναπτυγμένων πόλων του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (Β.Αμερική, Δ.Ευρώπη, λεκάνη του Ειρηνικού) και ένα μικρότερο τμήμα μόνο κατευθύνεται προς άλλες λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές. Αυτό έχει χρησιμοποιηθεί από ορισμένους ως εμπειρική διάψευση της θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Χωρίς να πλατειάσει κανείς επάνω στο σημαντικό αυτό ζήτημα, αξίζει να επισημανθεί ότι και στην περίοδο 1850-1914 δεν διέφεραν πάρα πολύ οι αναλογίες αυτές. Όμως όσον αφορά την μεταπολεμική περίοδο σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει η διαμόρφωση τριών ευρύτερων πόλων διεθνούς συσσώρευσης και οι συγκεκριμένες σχέσεις μεταξύ τους. Ένα δεύτερο αξιοσημείωτο ζήτημα είναι η εμφάνιση τις τελευταίες δεκαετίες των λεγόμενων «πολυεθνικών των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών».

Στην ερμηνεία και των δύο αυτών ζητημάτων βοηθά η προσέγγιση του Lenin και ιδιαίτερα η θέση του περί ιμπεριαλιστικής αλυσίδας όπου ακόμη και μεσαίοι ή χαμηλότεροι κρίκοι της μπορούν να επιδοθούν σε ιμπεριαλιστικές δραστηριότητες σε βάρος όμοιων ή κατώτερων τους. Με αυτή την έννοια η εξαγωγή κεφαλαίου ως διαδικασία εκμετάλλευσης δεν λειτουργεί μόνο μεταξύ αναπτυγμένων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών αλλά και μεταξύ των ίδιων των αναπτυγμένων χωρών. Γι’ αυτό άλλωστε η εξαγορά μεγάλων επιχειρήσεων από άλλες ξένες αποκτά σχεδόν πάντα σοβαρές πολιτικές διαστάσεις που παραμερίζουν ανενδοίαστα τα φληναφήματα περί ελεύθερου ανταγωνισμού.

Υπάρχει τέλος μία σημαντική ανοικτή συζήτηση σήμερα γύρω από τον προφανώς σημαντικό ρόλο του χρηματο-πιστωτικού συστήματος στην ιμπεριαλιστική διαδικασία. Είναι προφανές επίσης ότι η έννοια του χρηματιστικού κεφαλαίου, που ερμήνευε στην κλασική συζήτηση το πεδίο αυτό είναι ανεπαρκής. Και επίσης ότι χρήζουν ερμηνείας νέα φαινόμενα, όπως παραδείγματος χάριν η περίπτωση μεγάλων παραγωγικών επιχειρήσεων (όπως η General Electric και η General Motors) που όχι μόνο επιδίδονται σήμερα σε χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες αλλά που μάλιστα τα τελευταία χρόνια τα τμήματα τους αυτά συμβάλλουν στην κερδοφορία τους περισσότερο από τα παραγωγικά τμήματα τους (βλέπε Berman, Sender & McDonald (2005)).

Τέλος, ένα μεγάλο ζήτημα είναι αυτό που ήταν στο επίκεντρο της προβληματικής του Lenin. Δηλαδή πως αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού συνδέονται με την περιοδολόγηση του συστήματος.

Όλα αυτά τα ζητήματα – και ενδεχομένως και σε άλλα που παραλείφθηκαν ή πρόκειται να ανακύψουν – καλείται να απαντήσει σήμερα η μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού για να συνεχίσει να είναι αναλυτικά και εμπειρικά υπέρτερη των αντιπάλων της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Baldwin, R. & Martin P, (1999), ‘Two Waves of Globalization: Superficial Similarities, Fundamental Differences’, NBER Working Paper 6904 (January).

Βaran, P. & Sweezy, P. (1968), Monopoly Capital, New York: Monthly Review Press.

Berman, D., Sender, H. & McDonald, I. (2005), ‘GM auction won’t be simple’, Wall Street Journal, 27 April.

Brewer, A. (1980), Marxist Theories of Imperialism, London: Routledge.

Bucharin, N. (1976), Imperialism and World Economy, London: Merlin.

Hardt, M. & Negri, A. (2000), Empire, Massachusetts: Harvard University Press.

Harvey, D. (2004), ‘The ‘New’ Imperialism’, Socialist Register 2004.

Hayne, K. (1999), ‘Capitalism and the Periodization of International Relations: Colonialism, Imperialism, Ultraimperialism, and Postimperialism’, Radical History Review no.57.

Hilferding, R. (1981), Finance Capital, London: Routledge.

Hirst, P. & Thompson, G. (1999), Globalization in Question: The International Economy and the Possibilities of Governance, Cambridge: Polity Press.

Hobson, J. (1902), Imperialism, London: Allen & Unwin.

Kautsky, K. (1914), Ultra-imperialism, Die Neue Zeit, September 11th.

Lenin, V.I. (1975), Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Lenin, V.I. (1977), Τετράδια για τον ιμπεριαλισμό, Άπαντα τομ.28, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Lenin, V.I. (1987), Για τον ιμπεριαλισμό και τους ιμπεριαλιστές, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Monthly Review (2004), ‘Notes from the Editors’, Monthly Review vol.55 no. 8.

Nayyar, D. (2006), ‘Globalisation, history and development: a tale of two centuries’, Cambridge Journal of Economics, no.30.

Schumpeter, J. (1919), The Sociology of Imperialism, Wien: Archiv fur Sozialwissenschaft und Sozialpolitik.

Zevin, R. (1988), ‘Are world financial markets more open? If so, why and with what effect?’, paper delivered at WIDER Conference on Financial Openess, Helsinki.


[1] Αξίζει να θυμηθεί κανείς τα εξαιρετικά εύστοχα και ταυτόχρονα άκρως ειρωνικά σχόλια του Lenin (1977, τόμος 28 σ.243), για τις ανάλογες απόψεις του Kautsky ότι η σύγκρουση Αυστρίας – Σερβίας δεν προκλήθηκε αποκλειστικά από ιμπεριαλιστικές τάσεις αλλά έχει εξίσου εθνικιστικές ρίζες.

[2] Βλέπε, για παράδειγμα, την ανάλυση των Baldwin & Martin (1999) για μία από τις πρώτες ορθόδοξες αμφισβητήσεις της πρωτοτυπίας της περιόδου 1950-2000. Από μία πιο ριζοσπαστική σκοπιά ενδεικτική είναι η μελέτη των Hirst & Thompson (1999).

[3] Ο Zevin (1988) έδειξε αρκετά νωρίς ότι δεν υπάρχει κάποια συνταρακτική ιδιαιτερότητα στον τομέα αυτό και ότι στην περίοδο 1850-1914 η ενοποίηση των χρηματο-οικονομικών αγορών ήταν εξίσου σημαντική.

[4] Η νεοκλασσική θεωρία υποστηρίζει ότι ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός οδηγεί – υπό «κανονικές» συνθήκες (τέλεια πληροφόρηση, ανεμπόδιστη κίνηση των παραγωγικών συντελεστών κλπ.) – σε μία κατάσταση ισορροπίας όπου όχι μόνο εξισώνονται τα ποσοστά κερδοφορίας αλλά επιπλέον μηδενίζονται. Αυτό φυσικά σημαίνει απουσία κινήτρων για τα ατομικά κεφάλαια να επενδύσουν περαιτέρω και, φυσικά, να μετακινηθούν γεωγραφικά. Πρόκειται για ένα εμφανώς μη-ρεαλιστικό πόρισμα που απορρέει όμως από τις θεμελιώδεις υποθέσεις του νεοκλασσικού μοντέλου μεγέθυνσης. Έδω βασίζεται και η θέση περί σύγκλισης (convergence) και οι διάφορες παραλλαγές της.

Αντιθέτως, για την μαρξιστική θεωρία στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού κάθε ατομικό κεφάλαιο αποσκοπεί στην επίτευξη πρόσθετου κέρδους (πέραν του μέσου ποσοστού κέρδους που δεν αποτελεί ένα σημείο ισορροπίας αλλά ένα συνολικό κέντρο βαρύτητας του συστήματος). Μέσω της επίτευξης αυτού επιδιώκει να δημιουργήσει και να αναπαράγει ένα δικό του ανώτερο (και συνεπώς διαφορετικό) επίπεδο συσσώρευσης από αυτά των ανταγωνιστών του. Με τον τρόπο αυτό στοχεύει στο να αναπαράγει και να επιτείνει τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του. Συνεπώς, για την μαρξιστική πολιτική οικονομία, επίσης για θεμελιακούς λόγους – και φυσικά χωρίς τις μεταφυσικές νεοκλασσικές «κανονικές συνθήκες» – η ανισόμερη ανάπτυξη αποτελεί τον κανόνα λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

[5] Ο Hilferding – όπως επισημαίνει ο Brewer (1982, σ.87) -θεωρούσε  δεδομένο ότι τα μονοπώλια σχηματίζονται σε εθνική βάση. Ήταν ο Bukharin και ο Lenin που έστρεψαν την προσοχή σε πολυεθνικά μονοπώλια.

[6] «Το καρτέλ αποκλείει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, με τον διαμοιρασμό της ποσότητας της παραγωγής που αντιστοιχεί στην εγχώρια κατανάλωση» (Hilferding (1981), σ.308)

[7] Και επίσης της Ιαπωνίας, την οποία όμως ουσιαστικά αγνοούσαν την περίοδο εκείνη.

[8] Με ένα παρόμοιο τρόπο προσεγγίζει ο Marx το ζήτημα της κρίσης: είναι η υπερβολική επιτυχία του συστήματος (η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου) αυτή που οδηγεί στην αποτυχία του (την κρίση).

[9] Με τον ίδιο τρόπο που η «πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου» σε εθνικό επίπεδο επιτεύχθηκε με την μετατροπή των καταλοίπων της παλαιότερης φεουδαρχίας σε καπιταλιστές γαιοκτήμονες με την χρήση βίαιων, ληστρικών και καθόλου «κανονικά καπιταλιστικών» μεθόδων και διαδικασιών.

————————————————————————-

 

Ο I.I.RUBIN ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο I.I.RUBIN ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θέσεις νο.44, 1993

Στ. Μαυρουδέας

Ι. Προλογος

Το εργο του Isaac Il’ich Rubin αποτελει σημερα μια απο τις βασικοτερες πηγες αναφορας στην συγχρονη Μαρξιστικη Πολιτικη Οικονομια* ιδιαιτερα σε ζητηματα της Θεωριας της Αξιας, της Μαρξικης μεθοδολογιας καθως και ερμηνειας της πορειας αναπτυξης του Μαρξικου εργου. Προκειται για μια ευπροσδεκτη, εστω και καθυστερημενα, ανακαλυψη. Ο Rubin μελετησε και εδρασε στην περιοδο που σημαδευτηκε απο την Οκτωβριανη Επανασταση και οι θεσεις του ηταν εξεχοντως σημαντικες στις πρωτες – και βιαια τερματισμενες απο τον σταλινικο μεσαιωνα – σοβιετικες συζητησεις πανω στην Μαρξιστικη θεωρια και την θεωρια της μεταβασης. Οι συνεισφορες των αντιπαραθεσεων αυτων αποτελουσαν κυριολεκτικα μια υποδειγματικη ενοτητα θεωριας και πολιτικης εν τω γιγνεσθαι και οι συμβολες τους ειναι πρωτοπορειακες ακομη και σημερα. Η ηττα της επαναστατικης κατευθυνσης της Οκτωβριανης Επαναστασης και η επικρατηση του σταλινικου ιστορικου συμβιβασμου – της ιδιομορφης συμφυσης μιας τυπολατρικης επαναστατικης φρασεολογιας με την διολισθηση σε αντιδραστικες και συντηρητικες λυσεις για την οργανωση της οικονομιας και της κοινωνιας – συνεπιφερε τον τερματισμο των προβληματισμων αυτων και την εξαλειψη των ιχνων τους. Η επανανακαλυψη αυτων των κυριολεκτικα «χαμενων συνεισφορων του ’20 και του ’30» και εργων οπως των Preobrazhensky, Bukharin, Pashukanis, Rubin κ.α. αποτελει ενα θετικοτατο βημα για τον συγχρονο Μαρξισμο.

O Rubin γεννηθηκε το 1896. Ενταχθηκε σε πολυ νεαρη ηλικια στο εργατικο κινημα προσχωροντας στην Bund οπου και εγινε μελος της Κεντρικης Επιτροπης της. Αργοτερα συνταχθηκε με τους Μενσεβικους και εκλεχθηκε στην Κεντρικη Επιτροπη τους το 1920. Σπουδασε νομικα και τα βιβλια του για τον συμβιβασμο, την διαιτησια και την ασφαλιση ανεργιας εκδοθηκαν απο το Σοβιετ της Μοσχας το 1917-18. Φυλακισθηκε απο την GPU το 1923-24 κατα τις συλληψεις των Μενσεβικων. Μετα την αποφυλακιση του εγκατελειψε την πολιτικη του δραστηριοτητα και επικεντρωθηκε στις ακαδημαϊκες μελετες και διδασκαλια. Κατα την περιοδο 1926-30 εργασθηκε ως ερευνητης στο Ινστιτουτο Marx-Engels υπο τον Ryazanov. Στο διαστημα αυτο δημοσιευσε μια σειρα βιβλια οπως τα «Συγχρονοι Οικονομολογοι στην Δυση», «Οι Κλασσικοι της Πολιτικης Οικονομιας απο τον 17ο εως τα μεσα του 19ου αιωνα», «Ιστορια της Οικονομικης Σκεψης», «Ιστορια των Ταξικων Αγωνων», «Δοκιμια πανω στην Θεωρια της Αξιας του Marx» και ηταν συνεκδοτης στα «Θεμελιακα Προβληματα της Πολιτικης Οικονομιας». Ιδιαιτερα σημαντικη ηταν η απηχηση των αποψεων του κατα την περιοδο της NEP οταν το ερωτημα της εφαρμογης του νομου της αξιας στον σοσιαλισμο ηταν στο επικεντρο των θεωρητικων αλλα και πολιτικων αντιπαραθεσεων.

Κατα την διαρκεια των σταλινικων εκκαθαρισεων της ενωμενης αντιπολιτευσης και με προσχημα την παλαιοτερη ενταξη του στους Μενσεβικους συνεληφθη τον Δεκεμβριο του 1930 και περιληφθηκε στην δικη των Μενσεβικων τον Μαρτιο του 1931 με φαιδρες, αντιφατικες και ψευδεις κατηγοριες και αποδειξεις. Ομως ο Rubin, οπως και οι αλλοι κατηγορουμενοι εκανε μια πληρη ομολογια της «ενοχης» του – μια ομολογια που αποκτηθηκε μεσω φυσικων και πολιτικων πιεσεων (δες Medvedev (1972), σ.132-6). Ο βασικος στοχος της ενοχοποιησης του Rubin ηταν για να κτυπηθει ο Ryazanov, που μετα απο αυτο διαγραφθηκε απο το κομμα και απολυθηκε. Ο Rubin καταδικαστηκε σε φυλακιση πεντε χρονων. Αρχικα περασε τρια χρονια σε απομονωση και μετα εξορισθηκε στο Turgai και στην συνεχεια στο Aktiubinsk, οπου εργασθηκε ως οικονομολογος σχεδιασμου σε μια καταναλωτικη κοοπερατιβα και συνεχισε τις μελετες του. Συνεληφθη ξανα το 1937 και μεταφερθηκε απο το Aktiubinsk οποτε και εξαφανισθηκε για παντα.

Το καθεστως του Stalin επιδοθηκε σε μια συστηματικη εξαλειψη του εργου του Rubin. Προετοιμαζοντας το κλιμα της δικης του οι V.Milyutin και D.Bovilin δημοσιευουν στον Bolshevik (1930, νο.2) ενα κειμενο οπου κατηγορειται ως «εκπροσωπος της ιδεολογιας των θεωρητικων της 2ης Διεθνους στην Πολιτικη Οικονομια» και ως «μη αυστηρα Μαρξιστης» μαζι με μια δηλωση που ανακοινωνε τον πληρη τερματισμο των δημοσιων και εντυπων συζητησεων πανω στις θεσεις του. Χρειασθηκαν ομως και αλλες παρεμβασεις του Bovilin σε διαφορα τευχη της Pravda που επαναδιατυπωναν τις κατηγοριες αυτες ωστε να εξαλειφθει οποιαδηποτε απηχηση και αναφορα των αποψεων του.

Το κειμενο που ακολουθει ειναι μεταφραση απο τα Αγγλικα (Rubin (1978)) της διαλεξης που εδωσε ο Rubin τον Μαϊο και τον Ιουνιο του 1927 στο Τμημα Γενικων Οικονομικων του Ινστιτουτου Οικονομικων της Μοσχας. Εντασσεται στην γενικοτερη συζητηση που προκληθηκε απο το βιβλιο του «Δοκιμια πανω στην θεωρια της Αξιας του Marx» (Rubin (1972)) και επικεντρωνεται ιδιαιτερα πανω στα ζητηματα της διαλεκτικης, της Μαρξικης μεθοδου και της μορφης της αξιας, οπως επισης απαντα και σε μια σειρα κριτικες που του ειχαν γινει. Ειναι ιδιαιτερα ενδιαφερον γιατι διευκρινιζει περαιτερω μια σειρα ζητηματα που θιχθηκαν στα «Δοκιμια» και πολλα απο τα οποια επανηλθαν στο προσκηνιο – με ρητη ή αρρητη συνδεση με το εργο του Rubin – στις συγχρονες Μαρξιστικες συζητησεις.

ΙΙ. Ο Rubin και οι συγχρονες συζητησεις στην Μαρξιστικη Πολιτικη Οικονομια

Mετα τα ταραχωδη χρονια της δεκαετιας του ’60, και ιδιαιτερα την αναταραχη μεσα στα πανεπιστημια, παρουσιασθηκε μια αξιοσημειωτη αυξηση του ενδιαφεροντος για τον Μαρξισμο στην Δυση τοσο μεσα στον ακαδημαϊκο κοσμο οσο και εξω απο αυτον. Αυτο το αναζωογονημενο ενδιαφερον συναντηθηκε αλλα ταυτοχρονα συγκρουσθηκε με τις μεχρι τοτε παραδοσεις και ρευματα του Δυτικου Μαρξισμου, οδηγωντας στην ανανεωση τους ή και στην δημιουργια νεων τασεων. Ιδιαιτερα στο πεδιο της Πολιτικης Οικονομιας (και της κριτικης της) αυτη η συγκρουση με τα προυπαρχοντα θεωρητικα παραδειγματα ηταν εξαιρετικα ρηξικελευθη.

Γενικα ο Κευνσιανισμος, τοσο με τις ορθοδοξες οσο και τις ριζοσπαστικες παραλλαγες του, εξασκουσε μια αποπνικτικη επιδραση στις συζητησεις μεσα στον Μαρξισμο αλλα και εν γενει σε οσες θεωρησεις αντιπαλευαν την προηγουμενη νεοκλασσικη ορθοδοξια των αστικων οικονομικων. Αλλωστε η απογοητευση απο την σταλινικη και μετα-σταλινικη σοβιετικη παραμορφωση του Μαρξισμου καθως και η ενσωματωση μεγαλων τμηματων του εργατικου κινηματος στην πολιτικη και την ιδεολογικη επιρροη των κευνσιανων πολιτικων του κρατους προνοιας ανοιξαν τον δρομο για την πορεια αυτη. Ιδιαιτερα τα ριζοσπαστικα Κευνσιανα ρευματα, με την εμφαση που αποδιδαν στην συνολικες μακρο-οικονομικες σχεσεις και στην ταξικη παλη αλλα μονο στην σφαιρα της διανομης του εισοδηματος, παρουσιαζοντουσαν ως ο μονος ρεαλιστικος και δυμητικα επιτυχης αντιπαλος των νεοκλασσικων.

Στις Ηνωμενες Πολιτειες – αλλα εχοντας συγχρονως μια παγκοσμια απηχηση – το κυριαρχο θεωρητικο μοντελο για την Αριστερα ηταν η θεωρια της σχολης της Μηνιαιας Επιθεωρησης, η οποια ηταν συγκροτημενη γυρω απο τις θεσεις του «Μονοπωλιακου Κεφαλαιου» των Sweezy και Baran. Η προσεγγιση αυτη – παρολο οτι ηταν μια απο τις λιγες μοναχικες φωνες υπερασπισης του Μαρξισμου στα ψυχροπολεμικα χρονια – ουσιαστικα υπηγαγε τον τελευταιο στο θεωρητικο πλαισιο του Κευνσιανισμου. Η θεωρια αυτη υποκαθιστουσε την Μαρξικη Αξιακη θεωρια με μια θεωρια δυνητικου πλεονασματος. Αυτο ηταν συνεπακολουθο της ρητης εξαρτησης της απο την Κευνσιανη αντιληψη της ενεργους ζητησης. Κατ’ επεκταση προτεινε την θεση της υποκαταναλωσης (λογω ανεπαρκειας της ενεργους ζητησης) ως θεωρια της κρισης. Επιπλεον ισοπεδωνε την Μαρξικη διαλεκτικη μεθοδο σε μια απλη παραλλαγη της ορθοδοξης μεθοδολογιας της διαδοχικης προσεγγισης στην πραγματικοτητα.

Κατα την ιδια περιοδο στην Αγγλια οι Maurice Dobb και Ronald Meek ηταν οι βασικοι – και μοναχικοι – υποστηρικτες του Μαρξισμου. Ομως η προσεγγιση τους υπεφερε απο αναλογες αδυναμιες με αυτες των Baran και Sweezy και επισης υπηγαγαν τον Μαρξισμο στον Κευνσιανισμο. Σε αντιθεση με την Μηνιαια Επιθεωρηση, το βασικο εδαφος συγκροτησης τους ηταν η θεωρια της αξιας. Ομως τοσο η αντιληψη που ειχαν για αυτην οσο και η παραγνωριση του χαρακτηρα και της ιδιαιτεροτητας τη Μαρξικης μεθοδου ηταν εξισου προβληματικες. Οσον αφορα  το μεθοδολογικο σκελος, εγκατελειπαν την Μαρξικη σχεση αφαιρεσης-ιστορικα συγκεκριμενου και μορφης- περιεχομενου προς χαριν μιας θεωρησης κατασκευης διανοητικων μοντελων. Επιπροσθετα, ο Dobb υποστηριζε οτι η Αξιακη θεωρια του Marx ειναι ταυτοσιμη με αυτην του Ricardo – ενω αντιθετα ο Meek τις διαχωριζε (αν και οχι συστηματικα και ριζικα) και γι’ αυτο αλλωστε το εργο του συγκεντρωνε λιγοτερες συμπαθειες.

Απο αυτο το εδαφος γεννηθηκαν οι μετα το 1960 συζητησεις, με πιο επιφανη εκπροσωπο της αγγλοσαξωνικη Συζητηση πανω στην Αξια (Value Debate). Το εναυσμα της δοθηκε απο την πλευρα των ριζοσπαστικων μετα-Κευνσιανων θεωριων. Η Κριτικη της Θεωριας του Κεφαλαιου του Cambridge – η οποια επεκρινε την μονο-τομεακη θεωρια μεγεθυνσης και την θεωρια της διανομης του νεοκλασσικισμου – σε συνδυασμο με την επανερμηνεια του εργου του Ricardo απο τον Sraffa (1960) αποτελεσε το πεδιο συγκροτησης του ρευματος που ονομαστηκε Σραφφιανοι ή νεο-Ρικαρντιανοι, με βασικους εκπροσωπους τους Steedman (1977, 1981), Hodgson (1976, 1977), Gough (1975) κλπ. Κατ’ αυτους, αν και ο Μαρξισμος αποτελουσε την πιο προσφορη θεωρια για την κοινωνικη και πολιτικη αναλυση, ειχε ξεπεραστει απο τις εξελιξεις στα μαθηματικα και στα αστικα οικονομικα. Ως απαντηση στο προβλημα αυτο προτειναν την μετατροπη του Μαρξισμου σε μια προσδιορισμενη θεωρια τιμων και την υποκατασταση της Μαρξικης κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας απο μια θεωρια γενικης ισορροπιας εκφρασμενης σε ενα επιλυσιμο συστημα εξισωσεων. Επιπλεον υιοθετουσαν την αποψη του Ricardo που ερμηνευε την αξια ως ενσωματωμενη εργασια και προτειναν μια φυσικιστικη θεωρια βασισμενη στην τεχνολογια της παραγωγης. Ολη η αναλυση τους γινεται με βαση της σφαιρες της ανταλλαγης και της διανομης, οι οποιες εξεταζονται μονο απομονωμενα απο την σφαιρα της παραγωγης, ενω η τελευταια θεωρειται ως ενα απλα τεχνικο προτσες στο οποιο η εργασια χρησιμοποιει μεσα παραγωγης για να παραγει προϊοντα. Οι σχεσεις διανομης προσδιοριζουν την διανομη του προϊοντος μεταξυ των διαφορων ταξεων. Επομενως οι σχεσεις αυτες επικαθοριζουν την παραγωγη ως το κοινωνικο πλαισιο μεσα στο οποιο η υλικη παραγωγη λαμβανει χωρα* ομως η παραγωγη καθ’ εαυτη δεν θεωρειται ως ενα κοινωνικο προτσες. Στα πλαισια αυτα – και εφοσον η αναλυση της σφαιρας της παραγωγης σε αφαιρεση, για την οποια η θεωρια της αξιας ειναι αναγκαια, απορριπτεται – η αξια γινεται μια περιττη τεχνικη παραμετρος και μπορει να αγνοηθει. Η μονη χρησιμοτητα της ειναι στην αποκαλυψη της πηγης της υπεραξιας και του ταξικου χαρακτηρα του καπιταλισμου. Κατ’ επεκταση η ταξικη παλη θεωρειται οτι λαμβανει χωρα μονο στην σφαιρα της διανομης και υπαρχει μια σιωπηρη αρνηση της στην σφαιρα της παραγωγης.

Στους Σραφφιανους αντιπαρατεθηκαν δυο ρευματα που προασπιζαν το εργο του Marx και θεωρουσαν οτι ο τελευταιος ειχε μια Αξιακη θεωρια που εθετε ως ουσια της αξιας την αφηρημενη κοινωνικη εργασια αντι της ενσωματωμενης εργασιας του Ricardo. Τα ρευματα αυτα ηταν οι Φονταμενταλιστες (Fundamentalists) και η θεση της ενοτητας του συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου (unity of the total circuit of capital). Και τα δυο αυτα ρευματα τονιζαν την ιδιαιτερη σημασια της Μαρξικης διαλεκτικης και αποσκοπουσαν στην συγκροτηση ενος κοινωνικου υποδειγματος, σε αντιθεση με τον Σραφφιανο τεχνικισμο. Οι πρωτοι συγκροτηθηκαν με βαση τις θεσεις των Yaffe (1972, 1973, 1975) και Bullock (1973, 1974). Kατ’ αυτους το βασικο στοιχειο που διαφοροποιει την Αξιακη θεωρια του Marx απο αυτην του Ricardo ειναι η αντιληψη του για την παραγωγη, η οποια ειναι και η μονη σφαιρα που αναλυουν με επαρκη τροπο τεινοντας ομως να υποβαθμιζουν τις υπολοιπες σε εντελως παθητικους ρολους. Συνεπως προτειναν μια εκδοχη της Μαρξικης θεωριας της αφηρημενης εργασιας η οποια επασχε απο εναν μονισμο της παραγωγης.

Αντιθετα, η θεση της ενοτητας του συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου – την οποια υποστηριξαν οι Fine και Harris (1979) – θεωρουσε επισης οτι ο Marx προτεινε μια Αξιακη θεωρια βασισμενη στην αφηρημενη εργασια, σε αντιθεση με την Ρικαρντιανη θεωρια της ενσωματωμενης εργασιας. Ομως – αντιθετα με τους Φονταμενταλιστες – η θεση αυτη υποστηριξε ορθως οτι η παραγωγη, η ανταλλαγη, η διανομη και η κυκλοφορια συναποτελουν το ενιαιο συνολικο κυκλωμα του κεφαλαιου μεσα στο οποιο η παραγωγη ειναι μεν η κυριαρχη στιγμη (dominant moment) ομως συνδεεται με εναν διαλεκτικο τροπο με τις υπολοιπες σφαιρες και αλληλοπροσδιοριζεται με αυτες στην συνεχεια. Αυτη η ολοτητα θεωρειται ως ενα προτσες παρα ως μια στατικη δομη και οι διαφορες επιμερους σφαιρες δεν ειναι ανεξαρτητες μεταξυ τους αλλα αποτελουν διαφοροποιημενες στιγμες αυτου του ενιαιου συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου (της αξιας σε κινηση – value in motion). Στα πλαισια αυτου του ολικου προτσες η σφαιρα της παραγωγης εχει μια διαλεκτικου τυπου – δηλαδη δυναμικη – πρωτοκαθεδρια. Η καθοριστικη εννοιακη διακριση ειναι μεταξυ της αξιας-χρησης (που εκφραζει την τεχνικη βαση της παραγωγης) και της αξιας (που αντιπροσωπευει την κοινωνικη μορφη). Η παραγωγη και η κυκλοφορια των αξιων χρησης μπορει να ορισθει ανεξαρτητα απο τις αλλες σφαιρες πλην της παραγωγης, με την εννοια οτι μια προσδιορισμενη ποσοτητα αξιων χρησης πρωτα παραγεται και μετα ανταλλασσεται. Ομως η παραγωγη και η κυκλοφορια της αξιας δεν μπορει να ορισθει ανεξαρτητα γιατι ο χρονος εργασιας αναλισκεται στην παραγωγη αλλα αξιοποιειται κοινωνικα (socially validated) στην κυκλοφορια.

Η θεση των Fine και Harris προεκυψε μεσα απο τις θεωρητικες διεργασιες που στην συνεχεια μορφοποιηθηκαν στο ρευμα της θεωριας της μορφης-αξιας. Πρωτος ο Pilling (1972) επεκρινε την θεση Dobb-Meek και προδιεγραψε, παρα τον πρωτολειο χαρακτηρα της εργασιας του, τα βασικα χαρακτηριστικα του ρευματος αυτου. Κατ’ αρχην τονισε την σημασια της Αξιακης θεωριας και διεκρινε ριζικα την θεωρια του Marx απο αυτην του Ricardo. Δευτερον, επισημανε την καθοριστικη σημασια του ιδιαιτερου χαρακτηρα της Μαρξικης διαλεκτικης μεθοδου, τοσο γενικα οσο και σε μια σειρα ειδικοτερα θεματα (οπως στο λεγομενο «Προβλημα του Μετασχηματισμου»). Κατα συνεπεια η διαλεκτικη μορφης-περιεχομενου, εμφανισης-ουσιας, ποιοτικου-ποσοτικου, ιστορικα συγκεκριμενου-αφαιρεσης, η εννοια της αντιφασης και η διακριση αλλα και η διαπλοκη των επιπεδων αφαιρεσης που συνθετουν την διαλεκτικη ανελιξη απο το αφηρημενο προς το συγκεκριμενο διαδραματιζουν εναν αποφασιστικο ρολο τοσο στην μεθοδολογικη και εννοιολογικη συγκροτηση οσο και στην ερμηνεια και κατανοηση του Μαρξικου εργου.

Με βαση τα χαρακτηριστικα αυτα προεκυψε η παραδοση της αναλυσης της μορφης-αξιας που διακρινει συστηματικα και ερευνα τις σχεσεις μεταξυ αξιας χρησης και αξιας ανταλλαγης, αξιας και τιμης, εργασιας και εργατικης δυναμης και συγκεκριμενης και αφηρημενης εργασιας – στοιχεια που προκυπτουν απο το εργο του Marx και απουσιαζουν απο αυτο του Ricardo. To προγραμμα της παραδοσης αυτης βασιζεται στην Μαρξικη αποστροφη οτι εαν η μορφη ταυτιζοταν με το περιεχομενο τοτε καθε επιστημη θα ηταν αχρηστη και θεωρει οτι ακριβως η αναλυση των οικονομικων μορφων – και πρωτα και κυρια της μορφης της αξιας ως της αφηρημενης – γενικοτερης μορφης – αποτελει την βασικη ειδοποιο διαφορα της Μαρξικης Κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας. Το εμπορευμα θεωρειται ως το σημειο εκκινησης της Μαρξικης αναλυσης επειδη για την αστικη κοινωνια η εμπορευματικη μορφη του προϊοντος της εργασιας ή η αξιακη μορφη του εμπορευματος ειναι η οικονομικη κυτταρικη μορφη, δηλαδη συμπυκνωνει τους ελαχιστους αναγκαιους προσδιορισμους για την υπαρξη του και ταυτοχρονα αποτελει το εδαφος και την πηγη κινησης που οδηγουν με αναγκαιο και δεσμευτικο τροπο στην αναπτυξη ολης της κοινωνικης δομης αλλα και της θεωρητικης απεικονισης της (της ιδιοποιησης της πραγματικοτητας απο την σκεψη). Ακολουθως το εμπορευμα οριζεται ως η ενεργητικη αντιφαση της αξιας χρησης (που αποτελει το περιεχομενο του πλουτου σε καθε κοινωνια) και της αξιας ανταλλαγης (που εκφραζει τον ειδικο χαρακτηρα του πλουτου στην καπιταλιστικη κοινωνια). Η αντιφαση αφηρημενης-συγκεκριμενης εργασιας και η συνεχης επιλυση της με την αναγωγη της δευτερης στην πρωτη αποτελουν το υπεδαφος της αντιφασης αξιας χρησης-αξιας ανταλλαγης (η συγκεκριμενη εργασια εκφραζεται στην αξια χρησης ενω η αφηρημενη στην αξια ανταλλαγης) και της επιλυσης της με την υπαγωγη της πρωτης στην δευτερη, εφοσον στον καπιταλισμο οι αξιες χρησης γινονται οι υλικοι φορεις των ανταλλακτικων αξιων και τελικα η αξια χρησης τους για τους παραγωγους τους εγκειται ακριβως στην ανταλλακτικη αξια τους. Η αξια ανταλλαγης αποτελει την μορφη εμφανισης του κοινου περιεχομενου των εμπορευματων, η υπαρξη του οποιου κανει δυνατη την εξομοιωση και την ανταλλακτικη ισοδυναμια των εμπορευματων: της αξιας, δηλαδη του γεγονοτος οτι ολα ειναι προϊοντα της εργασιας. Ουσια (essence, wesen) της αξιας ειναι η αφηρημενη εργασια. Περιεχομενο (content) της αξιας ειναι η κοινωνικη σχεση με την οποια αλληλοσυνδεονται οι ανεξαρτητοι παραγωγοι στην εμπορευματικη παραγωγη, δηλαδη εκει οπου υπαρχουν αυτονομα προτσες παραγωγης και κοινωνικος καταμερισμος εργασιας. Η αξια δεν εχει μια αμεση και αδιαμεσολαβητη παρουσια* η «αξιακη αντικειμενικοτητα» εκφραζεται μεσω της μορφης της, αλλα με στρεβλο τροπο. Παρουσιαζεται δηλαδη οχι ως αυτο που πραγματικα ειναι – δηλαδη σχεση μεταξυ ανθρωπων και μεταξυ διαφορετικων ανθρωπινων εργασιων που διαμεσολαβειται μονον απο πραγματα (τα εμπορευματα) – αλλα ως σχεση μεταξυ αυτων των πραγματων. Παιρνει επομενως μια «πραγμωδη» φετιχιστικη μορφη. Το χρημα αντιπροσωπευει την πληρη ολοκληρωση της διαδικασιας αυτης, την πιο προωθημενη μορφη της αξιας, αυτην του γενικου ισοδυναμου. Κατ’ επεκταση η αξια (ουσια της οποιας ειναι η αφηρημενη εργασια) καταληγει να εκφραζεται – στρεβλα παντα – στην τιμη και επομενως και η ουσια της εκφραζεται, βρισκει την μορφη εμφανισης της στο χρημα.

Τελος, ενα αλλο χαρακτηριστικο της παραδοσης της μορφης-αξιας ειναι η μελετη και η αντληση αναφορων απο μια σειρα σχετικα παραγνωρισμενων ή και αγνωστων μεχρι προτινος κειμενων του Marx (οπως τα εισαγωγικα κεφαλαια του Τομου Ι του «Κεφαλαιου», το παραρτημα «Η αξιακη μορφη» της πρωτης γερμανικης εκδοσης, και τα κειμενα-εργαστηρια των Grundrisse [«Βασεις της Κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας»] και των Resultate [«Αποτελεσματα της αμεσης διαδικασιας παραγωγης»]) καθως και απο τα εργα συγγραφεων οπως οι Rubin και Rosdolsky (1977). Το θεμελιακο χαρακτηριστικο ολων αυτων των εργων ειναι οτι ιχνηλατουν και αποκαλυπτουν την πορεια συγκροτησης του «Κεφαλαιου» αλλα και του συνολου της Μαρξικης θεωριας αποδιδοντας επιπλεον εξεχουσα σημασια στην σχεση της Μαρξικης διαλεκτικης με την φιλοσοφια του Hegel και στον ρολο της τοσο γενικα οσο και στην αναλυση της μορφης-αξιας. Η εργασια του Rosdolsky ηταν απο τις πρωτες που διανοιγαν τον δρομο αυτο μεσω της μελετης των τοτε προσφατα δημοσιοποιημενων Grundrisse και επιπλεον συνεδεοταν με τις «χαμενες συνεισφορες του ’20 και του ’30» και ιδιαιτερα με αυτην του Rubin (δες Rosdolsky (1977), σ.73, 78, 570 κλπ.). Οσο για την θεωρια του Rubin αποτελουσε μια απο τις πιο ολοκληρωμενες τοποθετησεις πανω στα ζητηματα αυτα στα πλαισια των βιαια τερματισμενων πρωιμων σοβιετικων συζητησεων. Κατ’ αυτον τον τροπο ο Isaac Il’ich Rubin ξαναηλθε στο προσκηνιο των Μαρξιστικων συζητησεων περιπου σαραντα χρονια μετα την φυσικη και διανοητικη εξοντωση του.

ΙΙΙ. Η Θεωρια της Αφηρημενης Εργασιας και η αυτοαποκαλουμενη «σχολη Rubin»

Οι περιπετειες ομως του Rubin στα χερια της σταλινικης αντεπαναστασης δεν αρκουσαν. Αντιθετα, η αιγλη της υστεροφημιας τεινει να αποδειχθει εξισου, αν οχι περισσοτερο, επικινδυνη για το εργο του απο οτι οι διωξεις και οι αποκηρυξεις των σταλινικων κονδυλοφορων. Μια σειρα συγγραφεις (οπως οι Foley (1982), Lipietz (1982), De Vroey (1982) κ.α.), αναφερομενοι στο ρευμα της μορφης- αξιας, διεκδικησαν ρητα ή αρρητα την επωνυμια της «σχολης Rubin», αν και οι θεσεις που προτειναν – περα απο επιφανειακες και επιπολαιες ομοιοτητες – απειχαν πολυ απο την θεωρια του Rubin. H βασικη θεση των συγγραφεων αυτων ειναι οτι η εργασια γινεται αφηρημενη μονο στην πραξη της ανταλλαγης μεταξυ εμπορευματος και χρηματος και επομενως το χρημα ειναι το μονο μετρο της αφηρημενης εργασιας και κατ’ επεκταση η υλικη ενσαρκωση της. Πολλοι αλλωστε απο αυτους καταληξαν να θεωρουν οτι η αξια ειναι κατι ανυπαρκτο ή/και αχρηστο και πρεπει να αντικατασταθει απο το χρημα.

Η «σχολη Rubin» αποσκοπει στην συγκροτηση ενος κοινωνικου υποδειγματος, σε αντιπαραθεση τοσο με τον Σραφφιανο τεχνικισμο οσο και με θεωρησεις οπως αυτες των Dobb και Meek. Aυτο το κοινωνικο παραδειγμα βασιζεται στην θεωρια της αφηρημενης εργασιας, εν αντιθεσει με την νεο-Ρικαρντιανη και Σραφφιανη εμφαση στην ενσωματωμενη εργασια. Σε αυτο ακριβως το σημειο εγκαλειται ως πηγη εμπνευσης και αναφορας το εργο του Rubin. Το χρημα θεωρειται ως αναποσπαστο στοιχειο και ως η υλικη εκφραση του μετασχηματισμου του ιδιωτικου σε κοινωνικο κεφαλαιο και ως η κοινωνικη ενσαρκωση της αξιας-εν-διαδικασια (value-in-process). Aκολουθως υποστηριζεται οτι μονο διαμεσου της ανταλλαγης εμπορευματων με χρημα αξιοποιειται (validated) η ιδιωτικη εργασια και γινεται αφηρημενη εργασια. Ειναι χαρακτηριστικο, παραδειγματος χαριν, οτι κατα τους Benetti (1974) και Cartelier (1976) η αξια, αντι να συνδεεται με μια απλη ενσωματωση εργασιας – ενα αποκλειστικα και μονον τεχνικο προτσες κατα την γνωμη τους – προκυπτει απο αυτην την αξιοποιηση της ιδιωτικης εργασιας μεσω της ανταλλαγης της με χρημα.

Το θεμελιακο σφαλμα των αποψεων αυτων ειναι οτι προσπαθωντας να αντιπαρελθουν τις τεχνικιστικες και φυσικιστικες παρεκκλισεις και να αποδωσουν την κοινωνικη διασταση καταληγουν στην κυκλοφοριακη (circulationist) παρεκκλιση. Τα αιτια του σφαλματος τους ειναι δυο. Αφενος αναζητουν μια αμεση, μη-διαμεσολαβουμενη ενσαρκωση της διαστασης αυτης, γεγονος που ουσιαστικα ισοπεδωνει, διαμελιζει και τελικα αναιρει την αναλυση της μορφης-αξιας. Ειναι χαρακτηριστικο οτι οι Eldred και Hanlon (1981, σ.54, σημ.10) υποστηριζουν οτι πρεπει να διακρινουμε μεταξυ της «εκφρασης της αξιας» (πχ. την εκτεταμενη ή την χρηματικη εκφραση) και της «μορφης της αξιας» (που αναφερεται στις διαφορες θεσεις που παιρνουν τα εμπορευματα μεσα στην εκφραση αυτη, πχ. σχετικη και ισοδυναμη μορφη), απορριπτωντας την ενιαια αντιμετωπιση τους απο τον Marx ως μορφες της αξιας. Αφετερου ανακαλυπτουν αυτη την ενσαρκωση της κοινωνικης διαστασης στο χρημα, με αποτελεσμα να αναιρουν την πρωτοκαθεδρια της παραγωγης και κανουν την αξια μια κατηγορια της σφαιρας της ανταλλαγης.

Οι θεσεις αυτες αντικεινται καταφορα στην Μαρξικη θεωρια της αξιας. Κατα τον Marx, στην ανταλλαγη γινεται ορατη η εσωτερικη αντιθεση που ενυπαρχει μεσα στην παραγωγη καθ’ εαυτη, δηλαδη η αντιφαση μεταξυ των ιδιωτικων προτσες εργασιας και του κοινωνικου καταμερισμου της εργασιας. Η αντιθεση αυτη ειναι εσωτερικη, ενδοφυης στον κοινωνικο καταμερισμο εργασιας του καπιταλισμου ο οποιος εδραζεται στην ιδιωτικη ιδιοκτησια των μεσων παραγωγης και την ιδιωτικη (απο την πλευρα της αστικης ταξης) ιδιοποιηση του προϊοντος (και του υπερπροϊοντος) της εργασιας. Γι’ αυτο αλλωστε η αξια – η οποια αποτελει τον κεντρικο αξονα των κοινωνικων σχεσεων – δημιουργειται στην παραγωγη και οριζεται πριν και ανεξαρτητα απο το χρημα. Με αυτη την εννοια ο Marx χρησιμοποιει την Αξιακη θεωρια, στον Τομο Ι του «Κεφαλαιου», για να αναλυσει την σφαιρα της παραγωγης σε αφαιρεση απο αυτες της ανταλλαγης και της διανομης. Φυσικα για τον Marx το χρημα ειναι αναποσπαστο στοιχειο του καπιταλισμου – σε αντιθεση με την Πολιτικη Οικονομια των κλασσικων που τον αντιμετωπιζουν ως ενα συστημα εμπραγματης ανταλλαγης. Ομως ειναι μια δευτερευουσα, προκυπτουσα και εξαρτημενη παραμετρος. Η ανταλλακτικη ισοδυναμια μεταξυ των εμπορευματων προκυπτει πρωτα και κυρια απο τον κοινο ενδοφυη χαρακτηρα τους, δηλαδη το οτι ειναι προϊοντα της εργασιας. Αυτο κανει τα εμπορευματα συμμετρα καθ’ εαυτα. Το χρημα και οι χρηματικες τιμες διαμεσολαβουν την ισοδυναμια αυτη αλλα δεν ειναι οι πρωταρχικοι προσδιοριστικοι παραγοντες. Το χρημα δεν προηγειται του εμπορευματος – στην λειτουργικη και γενετικη του αναγκαιοτητα και λειτουργια – αλλα γενναται απο την διαφοροποιηση μεσα στην εμπορευματικη ανταλλαγη, οταν η τελευταια εχει αναπτυχθει επαρκως.

Αντιθετα, η αυτοαποκαλουμενη «σχολη Rubin» αντιστρεφει και τελικα αρνειται την Μαρξικη προσεγγιση. Ξεκινα σωστα απορριπτοντας την θεωρια της ενσωματωμενης εργασιας. Ακολουθως ομως σπαζει οποιοδηποτε δεσμο μεταξυ του κοινωνικα αναγκαιου χρονου εργασιας και της συγκεκριμενης εργασιας που ξοδευτηκε σε ενα ιδιαιτερο προτσες εργασιας και εκφραζεται σε ενα εμπορευμα. Η εργασια θεωρειται ως η ουσια της αξιας στο γενικο επιπεδο (ως συνολικη αφηρημενη εργασια) αλλα η σχεση μεταξυ των ιδιαιτερων, αυτονομων προτσες παραγωγης και των εμπορευματικων αξιων (βασισμενων και διαμεσολαβουμενων απο τον κοινωνικα αναγκαιο χρονο εργασιας και την συγκεκριμενη εργασια) υποτιμαται καθοριστικα. Συνεπως η αποδοχη της σχεσης αυτης στο επιπεδο της κοινωνιας συνολικα ανοιγει τον δρομο για την ανατροπη της στα επιμερους, αυτονομα τμηματα της: η εργατικη δυναμη που ξοδευτηκε σε ολα τα αυτονομα προτσες εγκαθιστα την «συμμετρικοτητα» (commensurability) των προϊοντων των προτσες αυτων γενικα. Το χρημα θεωρειται ως ο αναγκαιος και επαρκης παραγοντας, η αληθινη ενσαρκωση της σχεσης αυτης. Στην συνεχεια το χρημα εκτοπιζει τον χρονο εργασιας ως βασικο προσδιοριστικο στο επιπεδο της ανταλλαγης των ιδιαιτερων εμπορευματων. Η αφηρημενη εργασια και η αξια γινονται κατηγοριες της ανταλλαγης και μετρο της αφηρημενης εργασιας θεωρειται το χρημα. Κατα συνεπεια ειναι πλεον το χρημα το οποιο παρεχει ουσιαστικα αυτη την «συμμετρικοτητα» (μεσω συνηθως μιας αμφιβολης συνδεσης του στο συνολικο επιπεδο με την αφηρημενη εργασια γενικα) και αποτελει το μετρο της.

Τα προβληματα της θεωρησης της «σχολης Rubin» – και ιδιαιτερα το τελευταιο – γινονται εμφανη στην προτεινομενη εκ μερους πολλων απο τους συγγραφεις της «Νεας Λυσης στο Προβλημα του Μετασχηματισμου» (Lipietz (1982), Foley (1982) κ.α.). Βασιζομενοι στον ολοκληρωτικο διαχωρισμο της αφηρημενης εργασιας απο την συγκεκριμενη εργασια και τον κοινωνικα αναγκαιο χρονο εργασιας που ξοδευτηκαν για την παραγωγη ενος ιδιαιτερου εμπορευματος, προτεινουν καποιου τυπου μαθηματικη συνδεση της συνολικης αφηρημενης εργασιας και του χρηματος. Δημιουργουν επομεννως σχηματα οπως το «εργατικο (ή αξιακο) ισοδυναμο του χρηματος» (το πηλικον της ποσοτητας της εργασιας που χρειαζεται για να παραχθει το καθαρο προϊον δια της τιμης του προϊοντος αυτου – Lipietz), η «αξια του χρηματος» (το πηλικον του συνολικου αμεσου χρονου εργασιας προς την συνολικη προστιθεμενη αξια – Foley) ή η «χρηματικη εκφραση του κοινωνικου χρονου εργασιας» (το πηλικον του συνολου των τιμων προς το συνολο των αξιων – De Vroey) προσπαθωντας να επιτυχουν μια αυστηρη και μαθηματικου τυπου σχεση μεταξυ της χρηματικης μοναδας και του συνολικου αφηρημενου χρονου εργασιας. Το αποτελεσμα βεβαια ειναι μια καρικατουρα της Μαρξικης αναλυσης της μορφης-αξιας και η απαρνηση θεμελιακων στοιχειων της.

Οσον αφορα τον Rubin – στον οποιο αποδιδεται, ρητα ή αρρητα και απο εχθρους και φιλους, η πατροτητα ή η πηγη εμπνευσης των αποψεων αυτων – πορω απεχει απο του να τις συμμεριζεται. Σε παμπολλα σημεια δηλωνει οτι μπορουμε να μελετησουμε την αξια χωρις να μελετησουμε το χρημα (πχ. Rubin (1978), σ.36). Επισης καταδικαζει ρητα την θεση οτι η αξια δημιουργειται στην ανταλλαγη. Δηλωνει πολυ καθαρα οτι «η αφηρημενη εργασια και η αξια δημιουργουνται ή «προερχονται» (come about), «γινονται» (become) στο προτσες της αμεσης παραγωγης (πιο συχνα ο Marx χρησιμοποιουσε την εκφραση «werden» για το προτσες αυτο) και μονο πραγματοποιουνται (realised) στο προτσες της ανταλλαγης» (Rubin (1978), σ.125). Eπιπλεον απορριπτει εξισου ρητα την αποψη οτι το μεγεθος (το μετρο) της αξιας μετραται απο  τις σχεσεις ανταλλαγης αντι του χρονου εργασιας:

Απο μια πρωτη ματια μπορει να φαινοταν οτι εαν ηαφηρημενη εργασια ειναι το αποτελεσμα της κοινωνικης εξισοποιησης της εργασιας διαμεσου της εξισωποιησης των προϊοντων της εργασιας, το μονο κριτηριο της ισοτητας ή της ανισοτητας των δυο δαπανων εργασιας ειναι το γεγονος της ισοτητας (ή ανισοτητας) στο προτσες ανταλλαγης. Απο αυτη την οπτικη γωνια δεν μπορουμε να μιλαμε για ισοτητα ή ανισοτητατων δυο δαπανων εργασιας πριν την στιγμη της κοινωνικης εξισοποιησης τους τους διαμεσου του προτσες ανταλλαγης. Απο την αλλη μερια, εαν στο προτσες ανταλλαγης αυτες οι δαπανες εργασιας ειναι κοινωνικα εξισωμενες, θα πρεπει να τις θεωρησουμε ως ισες παρολο οτι δεν ειναι ισες (για παραδειγμα, οσον αφορα τον αριθμο των ωρων εργασιας) στο προτσες της αμεσης παραγωγης… Μια τετοια υποθεση θα οδηγουσε σε λαθος συμπερασματα. Μας αποστερει το δικαιωμα να πουμε οτι στο προτσες ανταλλαγης ισες ποσοτητες εργασιας, και μερικες φορες πολυ ανισες ποσοτητες… εξισωνονται κοινωνικα… Θα πρεπει να αποδεχθουμε οτι η κοινωνικη εξισοποιηση της εργασιας στο προτσες ανταλλαγης επιτελειται σε απομονωση εξαρτησης απο ποσοτικες πλευρες οι οποιες χαρακτηριζουν την εργασια στο προτσες αμεσης παραγωγης (για  παραδειγμα, το μηκος, την ενταση, το μηκος της εκπαιδευσης για ενα δεδομενο επιπεδο ειδικευσης κλπ.) και επομενως, η κοινωνικη εξισοποιηση δεν θα ειχε καμμια κανονικοτητα εφοσον θα προσδιοριζοταν αποκλειστικα απο τον αυθορμητισμο της αγορας.

(Rubin (1972), σ.154)

Ομως, οπως προαναφερθηκε, η συγχυση που προκαλεσε η «σχολη Rubin» δεν αφορα μονο το εργο του ιδιου τον Rubin αλλα σχεδον το συνολο της θεωρησης της μορφης-αξιας. Επι παραδειγματι, ο Gleicher (1983) – ο οποιος προτεινε μια απο τις πρωτες κριτικες της «σχολης Rubin» – κατατασσει σε αυτη συγγραφεις οπως οι Pilling (1972), Rowthorn (1974), Arthur (1976), Gerstein (1976), Kay (1976), Fine και Harris (1977), Himmelweit και Mohun (1978), Banaji (1979), Elson (1979), Eldred και Hanlon (1981), De Vroey (1981, 1982), Foley (1982), Lipietz (1982). Προκειται για μια αδικαιολογητη συμπαραθεση οσων συγγραφεων αναφερονται στο εργο του Rubin και υποστηριζουν την θεωρηση της μορφης-αξιας, η οποια παραγνωριζει το γεγονος οτι δεν συμμεριζονται ολοι οι αναφερομενοι τις θεσεις της «σχολης Rubin». Βεβαια οι Foley, Lipietz και De Vroey αποδεχονται τον χαρακτηρισμο, ενω οι Eldred και Hanlon υποστηριζουν τις θεσεις αυτες αν και επισημαινουν τις διαφωνιες του Rubin. Τελος, οι Himmelweit και Mohun αποδεχονται την ουσια των θεσεων αυτων αν και διατηρουν – ουσιαστικα μεταλλαγμενες ομως – τις Mαρξικες εννοιες και την ιεραρχηση τους (πχ. θεωρουν οτι ο κοινωνικα αναγκαιος χρονος εργασιας αποτιμαται και οριζεται κατα την πωληση, δηλαδη στην σφαιρα της ανταλλαγης). Απο την αλλη πλευρα ομως, συγγραφεις οπως οι Elson, Fine, Harris, Pilling κ.α. σαφως δεν θεωρουν το χρημα ως την αμεση ενσαρκωση της αφηρημενης εργασιας και διακρινουν συστηματικα – αλκολουθωντας τον Marx – μεταξυ εμφυτου (immanent) και εξωτερικου (external) μετρου της αξιας.

IV. To προβλημα του τεχνικισμου

Υπαρχει ομως και μια αλλη πλευρα επικρισεων απεναντι στον Rubin. H Elson (1979, σ.124) επεκρινε τον Rubin οτι μοιραζεται την τεχνικιστικη οπτικη της Αξιακης θεωριας μαζι με τους Sweezy, Dobb, Meek, Althusser κλπ.:

Απο την αρχη του βιβλιου του ο Rubin κανει καθαρο οτι οι παραγωγικες δυναμεις που στοιχειοθετουν τους διαφορους βιομηχανικους κλαδους ειναι αυτονομα προϊοντα ενος υλικο-τεχνικου προτσες (Rubin (1972), σ.1-3). Αυτο το οποιο γι’ αυτον ειναι κοινωνικο ειναι απλως το δικτυο των συνδεσμων μεταξυ του κοσμου σε αυτην την προ-δεδομενη δομη.

Κατα την Elson η αντιληψη του Rubin για την αξια ως την μορφη με την οποια ατομικοι τυποι εργασιας κατανεμονται και συνδεονται μαζι σε μια προ-δεδομενη δομη καθηκοντων (υπονοωντας τις υλικο-τεχνικες συνθηκες παραγωγης και την κατανομη των τεχνικων μεσων παραγωγης μεταξυ των ταξεων που προσδιοριζει τις κοινωνικες σχεσεις παραγωγης) δεν απεχει πολυ απο την αντιληψη των Sweezy-Dobb-Meek για την αξια ως ταυτοσιμη με τον χρονο εργασιας που λειτουργει σε ενα μη-κοινωνικα προσδιορισμενο παραγωγικο πλαισιο. Aυτο οδηγει στην υποκατασταση της αφηρημενης εργασιας απο την κοινωνικη μορφη του καταμερισμου εργασιας. Ακολουθως υποστηριζει οτι ο Rubin υποβιβαζει την αξια σε μια απλη κατηγορια της κυκλοφοριας και επομενως αδυνατει να κανει συστηματικη διακριση μεταξυ αξιας ανταλλαγης και αξιας. Παρομοια οι Sweezy, Dobb και Meek υποβιβαζαν την αξια σε μια απλη κατηγορια του προτσες παραγωγης και αδυνατουσαν να διακρινουν την αξια απο τον χρονο εργασιας. Επομενως ολοι τους μειωναν τις Μαρξικες κατηγοριες απο τρεις (χρονος εργασιας, αξια, αξια ανταλλαγης) σε δυο.

Προκειται για μια αστοχη κριτικη και στα δυο σκελη της. Οσον αφορα την υποκατασταση της αφηρημενης εργασιας απο τον κοινωνικο καταμερισμο εργασιας, προκειται για μια παλαιοτερη κριτικη του Daschkowski την οποια αντικρουει o Rubin στο τελος του δευτερου μερους της διαλεξης που ακολουθει. Σχετικα με την κατηγορια της μη-διακρισης αξιας και αξιας ανταλλαγης η αβασιμοτητα της φαινεται καθαρα στο τριτο μερος της διαλεξης του Rubin οπου αναλυεται εκτενως και συστηματικα η διακριση αξιας και αξιας ανταλλαγης, απαντωντας στο ερωτημα του πως προχωρα ο Marx απο την αξια ανταλλαγης στην αξια.

Ειναι ομως αληθεια οτι υπαρχουν αποηχοι των τεχνικιστικων παρεκκλισεων της 2ης και 3ης Διεθνους στην οπτικη του Rubin και ειδικοτερα οσον αφορα την αντιληψη του για την σχεση μεταξυ παραγωγικων δυναμεων και σχεσεων παραγωγης:

Το προτσες της αλλαγης και της αναπτυξης της εργασιακης δραστηριοτητας των ανθρωπων αφορα αλλαγες δυο τυπων: πρωτον, υπαρχουν αλλαγες στα μεσα παραγωγης και στις τεχνικες μεθοδους με τα οποια ο ανθρωπος επιδρα στην φυση, με αλλα λογια υπαρχουν αλλαγες στις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας* δευτερον, αντιστοιχωντας σε αυτες τις αλλαγες υπαρχουν αλλαγες σε ολοκληρο το προτυπο των σχεσεων παραγωγης μεταξυ των ανθρωπων, των συμμετεχοντων στο κοινωνικο προτσες παραγωγης. Οι οικονομικοι σχηματισμοι ή τυποι οικονομιας (για παραδειγμα, η αρχαια δουλοκτητικη οικονομια, φεουδαρχικη ή καπιταλιστικη οικονομια) διαφερουν αναλογα με τον χαρακτηρα των σχεσεων παραγωγης μεταξυ των ανθρωπων.

(Rubin (1972), σ.1)

Αυτη η σχηματοποιηση – οι παραγωγικες σχεσεις αντιστοιχουν στο υλικο-τεχνολογικο προτσες και δεν εχουν μια κοινωνικη μορφη (επομενως και οι αλλαγες στα μεσα παραγωγης και στις τεχνικες μεθοδους ανηκουν στο μη-κοινωνικο πεδιο) και οι σχεσεις παραγωγης αντιπροσωπευουν την κοινωνικη μορφη – συγγενευει με τον τεχνικισμο και παραγνωριζει το γεγονος οτι οι σχεσεις παραγωγης (και η κοινωνικη μορφη) σφραγιζουν τις παραγωγικες δυναμεις. Το προβλημα αυτο στην θεωρηση του Rubin  επιδεινωνεται περαιτερω απο την διχοτομηση της θεωριας, πανω σε αυτη την διακριση, που προτεινει:

Το τελικος στοχος της επιστημης ειναι να κατανοησει την καπιταλιστικη οικονομια ως συνολο, ως ενα συγκεκριμενο συστημα παραγωγικων δυναμεων και σχεσεων παραγωγης μεταξυ ανθρωπων. Ομως για να προσεγγισει αυτο τον τελικο στοχο η επιστημη πρεπει πρωτα απο ολα να διαχωρισει, μεσω της αφαιρεσης, δυο διαφορετικες πλευρες της καπιταλιστικης οικονομιας: την τεχνικη και την κοινωνικο-οικονομικη, τις υλικες παραγωγικες δυναμεις και τις κοινωνικες σχεσεις  παραγωγης. Καθε μια απο αυτες τις δυο πλευρες του οικονομικου προτσες ειναι το θεμα μιας ξεχωριστης επιστημης. Η επιστημη της κοινωνικης μηχανικης – ακομη σε εμβρυακη κατασταση – πρεπει να κανει θεμα της αναλυσης της τις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας ετσι οπως αλληλεπιδρουν με τις σχεσεις παραγωγης. Απο την αλλη μερια, η θεωρητικη πολιτικη οικονομια ασχολειται με τις σχεσεις παραγωγης οι οποιες ειναι ειδικες για την καπιταλιστικη οικονομια οπως αλληλεπιδρουν με τις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας.

(Rubin (1972), σ.1-2)

O κοινωνικος χαρακτηρας, ο οποιος αρμοζει στην εννοια του καπιταλιστικου τροπου παραγωγης ως της ενοτητας του υλικο-τεχνολογικου προτσες και των κοινωνικων μορφων, εκφραζεται αποδυναμωμενα στο οτι «καθε μια απο αυτες τις δυο επιστημες, ασχολουμενες μονο με μια πλευρα του ολου προτσες παραγωγης, προυποθετει την παρουσια της αλλης πλευρας του προτσες παραγωγης με την μορφη μιας υποθεσης που υπολανθανει της ερευνας της» (Rubin (1972), σ.2). Ομως, αφετερου, η αποψη του Rubin διαφερει απο τον κλασσικο τεχνικισμο κατα το οτι ο τελευταιος εισαγει μια διχοτομηση μεταξυ της κοινωνικης διαστασης και του θεωρουμενου ως «τεχνικου» επιπεδου με το να αντιπαραθετει την σφαιρα της παραγωγης με αυτη της κυκλοφοριας: η πρωτη προσδιοριζεται βασικα απο τεχνικους παραγοντες ενω η δευτερη εκφραζει – και μαλιστα κυρια μεσω των εισοδηματικων ροων της διανομης – τον κοινωνικο χαρακτηρα. Αντιθετα, για τον Rubin ο διαχωρισμος αυτος διαπερνα το συνολο της ενοτητας του προτσες παραγωγης και αξιοποιησης.

V. Eπιλογος

Ο I.I.Rubin, η πολιτικη δραση και το εργο του ειναι κομματι μιας ιστορικης περιοδου του εργατικου και του κομμουνιστικου κινηματος. Εμφορειται αλλα και εκφραζει τις κατακτησεις, τις αντιφασεις, τα θετικα και τα αρνητικα στοιχεια της περιοδου εκεινης. Η προσωπικη του πορεια – τοσο η πολιτικη δραση οσο και το θεωρητικο εργο – διαπερνωνται απο αλλα και αντιπροσωπευουν τα στοιχεια αυτα. Το τελος της σιωπης γυρω απο την περιοδο αυτη – ειτε λογω αντιδραστικων ιδεολογικων απαγορευσεων, ειτε λογω ακριτων και κακοχωνεμενων τυπολατριων – αλλα και η αντισταση στην σημερινη ισοπεδωση ολης της υποθεσης της Οκτωβριανης Επαναστασης και του Σοβιετικου κρατους απο τον νεο-συντηρητισμο αλλα και την πλειονοτητα των πρωην διαπρησιων υποστηρικτων της ειναι σημερα κατι περισσοτερο απο αναγκαια. Γι’ αυτο η μελετη των αγωνων, των αντιφασεων και των προβληματισμων που γεννηθηκαν στο εδαφος της –  ιδιαιτερα κατα την επαναστατικη περιοδο – ειναι εξαιρετικα χρησιμη σημερα. Το εργο του Rubin αποτελει μια οχι ασημαντη συμβολη στην υποθεση αυτη.

Bιβλιογραφια

Aglietta M. (1979), «A Theory of Capitalist Regulation», NLB

Arthur C.J. (1976), «The Concept of Abstract Labour», CSEB 14

Banaji J. (1979), «From the commodity to capital: Hegel’s dialectic in Marx’s Capital», σε Elson D. (ed.) «Value: the representation of labour in capitalism», CSE Books

Benetti C. (1974), «Valeur et Repartition», PUG

Bohm-Bawerk E. (1949), «Karl Marx and the Close of his System», edit. P.Sweezy, New York, Augustus M. Kelley

Bullock P. (1973), «Categories of Labour Power for Capital «, CSEB, vol.2 no.6

Bullock P. (1974), «Defining Productive Labour for Capital», CSEB vol.3 no.9

Cartelier J. (1976), «Surproduit et reproduction sociale», PUG

De Vroey M. (1981), «Value, production and exchange», στο Steedman et al. «The Value Controversy», New Left Books

De Vroey M. (1982), «On the obsolescence of the Marxian theory of value: a critical review», Capital & Class no.17

Eldred Μ.-Hanlon Μ. (1981), «Reconstructing value-form analysis», Capital & Class νο.13

Elson D. (1979), «The Value Theory of Labour», στο Elson D. (ed.) «Value: The Representation of Labour in Capitalism», CSE Books

Faccarello G. (1982), «Sraffa versus Ricardo: the Historical Irrelenance of the «corn-profit» model», Economy & Society vol.11 no.2

Fine B. (1983), «On the Economics of Ricardo and Sraffa», Economy & Society vol.12, no.2

Fine B.- Harris L. (1977), «Surveying the Foundations», Socialist Register

Fine B.- Harris L. (1979), «Rereading Capital», Columbia University Press, ελληνικη εκδοση Gutenberg (1986)

Fine B., et al. (1986), «The Value Dimension», Routledge

Foley D. (1982), «The value of money, the value of labor power and the Marxian transformation problem», Review of Radical Political Economics vol.14 no.2

Franklin B. (1836), «The works of Benjamin Franklin», Boston

Gerstein I. (1976), «Production, Circulation and Value: the significance of the «Transformation Problem» in Marx’s Critique of Political Economy», Economy & Society vol.5 no.3

Gleicher D. (1983), «A Hiistorical Approach to the Question of Abstract Labour», Capital & Class no.21

Gough I. (1975), «State Expenditure in Capitalism», New Left Review no.92

Himmelweit S.-Mohun S. (1978), «The anomalies of capital», Capital & Class no.7

Hodgson G. (1976), «Exploitation and Embodied Labour Time», CSEB vol.V no.1 (March)

Hodgson G. (1977), «Papering over the cracks», Socialist Register

Hollander S. (1979), «The Economics of David Ricardo», Heinemann, London

Ilyenkov E.V. (1982), «The dialectics of the abstract and the concrete in Marx’s Capital», Progress

Kay G. (1976), «A Note on Abstract Labour», CSEB, March

Lipietz A. (1982), «The so-called «transformation problem» revisited», Journal of Economic Theory no.26

Marx Κ. (1987), «A contribution to the Critique of Political Economy», in Marx K.-

Engels F., «Collected Works», vol.29, Lawrence and Wishart

Medvedev R. (1972), «Let History judge», London

Pilling G. (1972), «Law of Value in Ricardo and Marx», Economy & Society vol.1

Rosdolsky R. (1977), «The Making of Marx’s Capital», Pluto Press

Rowthorn Β. (1974), «Νeo-classicism, neo-Ricardianism and Marxism», New Left Review no.86

Rubin I.I. (1972), «Essays on Marx’s Theory of Value», Detroit

Rubin I.I. (1978), «Abstract Labour and Value in Marx’s system», Capital & Class

no.5, μεταφραση K.Gilbert

Sraffa P. (1960), «The Production of Commodities by Means of Commodities»,

Cambridge University Press

Steedman I. (1977), «Marx after Sraffa», New Left Books

Steedman I., et al. (1981), «The Value Controversy», Verso

Yaffe D. (1972), «The Marxian Theory of Crisis, Capital and the State», CSEB vol.1, no.4, αναδημοσιευμενο στο Economy &  Society Vo.11, no.2 (1973)

Yaffe D. (1973), «The Crisi of Profitability: A Critique of the Glyn-Sutcliffe Thesis», New Left Review no.80

Yaffe D. (1975), «Value and Price in Marx’s Capital», Revolutionary Communist vol.1

Zeleny J. (1980), «The logic of Marx», Blackwel

 

—————————————————–

 

H ΘEΩPIA THΣ AΞIAΣ KAI H PYΘMIΣH

H ΘEΩPIA THΣ AΞIAΣ KAI H PYΘMIΣH

Στ. Δ. Mαυρουδέας

Βήμα Κοινωνικών Επιστημών νο.9 1992

 

ABSTRACT

The objective of this paper is to analyse critically the relationship between the Regulation Approach -and in particular its value-teoretical wing- and the Marxian Value theory.  In the economic theory of the former, such as the role and the theory of money, the «wage» and commodity relations etc.  We arque that both its successive -and contradictory- positions towards Value theory and their subsequent macroeconomic tenets are profoundly erroneous and lead to an exchange-based and production-less economics.

 

 

I.          EIΣAΓΩΓH

 

O στόχος του κειμένου αυτού είναι να αναλύσει κριτικά τη θέση της Προσέγγισης της Pύθμισης απέναντι στη Mαρξιστική θεωρία της Aξίας.  Πρέπει να επισημανθεί ότι μόνο μια μερίδα -και μάλιστα μειοψηφική, σήμερα- των Pυθμιστών αποδέχονται την αναγκαιότητα μιας θεωρία της αξίας γενικά, αν όχι μιας Mαρξιστικής θεωρίας.  Eπιπλεόν, αυτή η μελέτη από την οπτική γωνία της Aξιακής θεωρίας συνδέεται με ορισμένα σημαντικά αξιώματα της οικονομικής θεωρίας της αξιο-θεωρητικής πτέρυγας της Pύθμισης, ειδικότερα σε συνάρτηση με τη θεωρία και το ρόλο του χρήματος, το ποσοστό κέρδους, τη «μισθωτή σχέση» και το ρόλο της εμπορευματικής σχέσης και το συγκριτικό βάρος της σε συνάρτηση με άλλες σχέσεις.

H κριτική της αξιακής πτέρυγας της Pύθμισης αναπτύσσεται σε τρία στάδια που αντιστοιχούν στους διαδοχικούς μετασχηματισμούς της πτέρυγας αυτής.  Tα στάδια αυτά μοντελοποιούνται σε σχέση πρωταρχικά με τη θεωρία του Aglietta, παρόλο ότι οι συνεισφορές του Lipietz και άλλων παίρνονται επίσης υπόψη.  H επιλογή αυτή υπαγορεύεται από τρείς λόγους.  Πρώτον, η θεωρία του είναι μάλλον ο αρτιότερος και πιο συνολικός αντιπρόσωπος της Pύθμισης.  Δεύτερον, η πορεία και οι μεταλλαγές στη θεωρία του μπορούν να ανιχνευθούν πολύ καθαρά, εφόσον φαίνεται λιγότερο απασχολημένος, σε σύγκριση με άλλους συγγραφείς, στο να συγκαλύψει τις αλλαγές αυτές κάτω από τον απατηλό μανδύα της ενιαίας και συνεχούς θεωρητικής εξέλιξης.  O τρίτος λόγος είναι ότι η εξέλιξη των θέσεών του καλύπτει ολόκληρο το χρονικό και θεματικό φάσμα από τα εγκαίνια της Προσέγγισης της Pύθμισης έως τις πιο πρόσφατες εκδοχές της.  Για όλους αυτούς τους λόγους, και παρά τον ιδιοσυγκρατικό χαρακτήρα των τελευταίων θέσεών του (με την έννοια ότι διαφέρουν από το consensus απόψεων της πλειοψηφίας της Pύθμισης σήμερα), παρέχει το πιο πρόσφορο «μέτρο» σύγκρισης εν αντιθέσει με άλλες λιγότερο συνολικές ή/και λιγότερο αναπτυγμένες εκδοχές της Pύθμισης.

 

 

II.         H ΘEΩPIA THΣ PYΘMIΣHΣ KAI H AΞIAKH ΘEΩPIA

 

H θεωρία της αξίας δεν ήταν ποτέ πολύ δημοφιλής ανάμεσα στις τάξεις της Pύθμισης.  Tο πρώτο βιβλίο του Aglietta και οι εργασίες του Lipietz (μαζί με την αμφίβολη θέση και τα κείμενα του De Vroey[1]) είναι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της αξιακής παράδοσης στα πλαίσια της Pύθμισης.  Όμως ο Aglietta στα πρόσφατα έργα του με τους Orlean (1982) και Brender (1984) εγκαταλείπει την αξία.  Tα υπόλοιπα τμήματα της Προσέγγισης της Pύθμισης δεν έχουν (και δεν βλέπουν και την ανάγκη απόκτησης) μια θεωρία της αξίας.  Παραδείγματος χάριν, οι Mazier, Basle και Vidal αντικαθιστούν την Aξιακή θεωρία με την ποσοτική ιστορία και τα εφαρμοσμένα μακροοικονομικά.  Πράγματι, με μοναδική εξαίρεση την απομονωμένη και μεταβατική πρώτη θέση του Aglietta, η Aξιακή θεωρία δεν αποτελούσε ποτέ ένα οργανικό θεωρητικό προαπαιτούμενο της Προσέγγισης της Pύθμισης.  H ύπαρξη ή όχι ενός αξιακού θεωρητικού πλαισίου δεν έχει (ή έχει αρνητική) σημασία για την τελευταία, εφόσον μπορεί να διατυπωθεί χωρίς, και ανεξάρτητα από, την αξία.  H «μεσαίου βεληνεκούς» θεωρητική φύση της Pύθμισης[2] επιβάλλει -και ταυτόχρονα διευκολύνει- την τοποθέτηση αυτή vis-a-vis στην αξία.  Mια τέτοια θεωρία που προκύπτει και ταυτίζεται με τα πιο άμεσα εμπειρικά φαινόμενα δεν μπορεί να συμβιβαστεί εύκολα με την ανάγκη έρευνας πίσω από τη φαινόμενη εμφάνιση της καπιταλιστικής πραγματικότητας με στόχο την ανακάλυψη και την εδραίωση του ρόλου της εργασίας και της αξίας.  Mια «μεσαίου βεληνεκούς» προσέγγιση δεν έχει τίποτα να κερδίσει, με τους δικούς της μεθοδολογικούς όρους, από μια τέτοια πορεία εκτός από ενοχλητικά και αποσταθεροποιητικά ερωτήματα και προβλήματα.  Για τους λόγους αυτούς η Aξιακή θεωρία αντιμετωπίζεται ως ένα μη-ουσιαστικό, και ακόμη και ενοχλητικό, εξάρτημα.

Διακρίνουμε τρεις φάσεις όσον αφορά τη σχετική σημασία και την εξέλιξη των αναφερομένων στην αξία έργων της Pύθμισης.

H σύντομη και μεταβατική αρχική φάση σηματοδοτείται από την πρώτη εργασία του Aglietta, όπου ο Mαρξισμός θεωρείται ως η «γενική θεωρία» της Pύθμισης και όπου προσπαθεί να εδραιώσει την αντίληψή του για τη Mαρξιανή Aξιακή θεωρία ως τη βάση όλης της ανάλυσής του.  Σε μεθοδολογικούς όρους -και παρά κυοφορούμενη απόρριψη της προσέγγισης αυτής- χαρτογραφεί την πορεία του σε συνάρτηση με την προσέγγιση του Marx.  Eίναι ενδεικτική η έντονη ομοιότητα του καταμερισμού και της εσωτερικής οργάνωσης του βιβλίου του με την δομή του «Kεφάλαιου» του Marx.  Όμως αυτή η ομοιότητα είναι παραπλανητική εφόσον έχει αρχίσει ήδη να υπονομεύεται από τη λανθάνουσα αλλά καθοριστική παρουσία στοιχείων του «μεσαίου βεληνεκούς» εμπειρισμού και ιστορικισμού.  Στη διάρκεια αυτής της παλαιότερης περιόδου η Aξιακή θεωρία υποτίθεται ότι αποτελεί ένα εσωτερικό οργανικό στοιχείο της θεωρίας της Pύθμισης και την αναγκαία θεμελίωσή της.  Tο σύνολο της κοινωνικο-οικονομικής θεωρίας της προκύπτει και εδράζεται σε αυτήν.

Tο δεύτερο στάδιο της Pύθμισης, το οποίο χαρακτηρίζεται από την προσέγγιση «μεσαίου βεληνεκούς», βασίζεται σε μια αγνωστικιστική θέση απέναντι στη θεωρία της αξίας.  Kατά την περίοδο αυτή η θεωρία της Pύθμισης δεν έχει καμμία οργανική σχέση με την Aξιακή θεωρία και η κοινωνικο-οικονομική θεωρία της δεν προκύπτει ούτε αποκλειστικά ούτε αναγκαία απ’ αυτή.  Aντίθετα, υποτίθεται ότι οικοδομείται αυτοδύναμα και χωρίς την ανάγκη ενός αξιακού πλαισίου.  Mερικοί από τους Pυθμιστές προτείνουν ένα αξιακό πλαίσιο ενώ άλλοι το απορρίπτουν ως αρχικά λανθασμένο ή δεν εκφέρουν άποψη και δεν θεωρούν την αξία σημαντική για τη θεωρία τους.  H τελευταία στάση είναι το κυρίαρχο και διακριτικό χαρακτηριστικό της δεύτερης περιόδου.  O Boyer (1988, σ. 59), αποπειρώμενος να υπερασπιστεί την ενότητα της Pύθμισης και να απορρίψει το πρόβλημα της θεωρίας της αξίας ως πηγής αντιθέσεων και σύγχυσης, δίνει ένα ξεκάθαρο παράδειγμα της τάσης αυτής:

«Θα ήταν δυνατό, για παράδειγμα, το πρόβλημα της αξίας να μην εισάγει διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα ερωτήματα που οι συγγραφείς πραγματεύονται.  Aρκεί, παραδείγματος χάριν, να γίνει δεκτό ότι στον καπιταλισμό ο συνδυασμός της εμπορευματικής σχέσης και της μισθωτής σχέσης αναδεικνύει τις τιμές παραγωγής σε ρυθμιστή των τιμών αγοράς, σύμφωνα με μια οπτική ανάλογη με εκείνη των A. Medio, L. Johensen.  Kάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, οι αντικειμενικές, υποκειμενικές και συμμετρικές θεωρίες της αξίας καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα (βλ. θεωρήματα μη υποκαταστασιμότητας).  Oπότε, η μακροοικονομική ανάλυση μπορεί να ξεκινήσει από το αποτέλεσμα αυτό, χωρίς να αναρωτηθεί για τις θεωρίες της αξίας.  Γενικότερα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι όλοι σχεδόν οι συγγραφείς συμφωνούν σε ένα σύνολο ενδιαμέσων εννοιών, που οι ίδιες τους είναι δυνατό να επανενταχθούν σε γενικές προβληματικές αρκετά διαφορετικές.  Tο στοίχημα του παρόντος κεφαλαίου είναι να πείσει ότι η αντίληψη αυτή είναι σωστά θεμελιωμένη.»

Tέλος, στην τελευταία περίοδο φαίνεται να λαμβάνει χώρα ένα ολοκληρωτικό σχίσμα με την Aξιακή θεωρία (παράλληλο και επιβεβαιώνον τη ρήξη με το Mαρξισμό γενικά).  Για την πλειοψηφία των θεωρητικών της Pύθμισης, με εξαίρεση τον Lipietz, το χρήμα υποκαθιστά την αξία ως άξονας της ανάλυσης και η ίδια η έννοια της αξίας τίθεται υπό κατηγορία.  Aυτή τη φορά δεν πρόκειται για μια αγνωστικιστική τοποθέτηση αλλά για μια δηλωμένη απάρνηση.  H εξέλιξη αυτή ισχυροποιεί περισσότερο ορισμένες καθοριστικές θέσεις της Pύθμισης οι οποίες προηγουμένως παρέμεναν καλυμμένες και υπανάπτυκτες εξαιτίας του αξιακού πλαισίου.  Παραδείγματος χάριν, η πρόσφατη θεωρία του Aglietta για τη «μισθωτή κοινωνία» (wage society), που παρά το ότι ελάνθανε ήδη και εν τέλει προέκυψε από την αρχική του θέση της μισθωτής σχέσης, δεν θα ήταν δυνατό να διατυπωθεί ανοιχτά μέσα από την προηγούμενη οπτική της αξίας.

 

 

III.        H AΠHXHΣH OPIΣMENΩN ΓAΛΛIKΩN ΣYZHTHΣEΩN

 

Oι γενικότερες μεθοδολογικές επιφυλάξεις της Pύθμισης απέναντι στη θεωρία της αξίας έχουν επηρεασθεί σημαντικά από την πορεία του επικρατούντος γενικότερου διανοητικού κλίματος, ειδικότερα -αλλά όχι αποκλειστικά- στη Γαλλία.  Παρά το ότι η αντήχηση στη Γαλλία της συζήτησης πάνω στο νεο-Pικαρδιανισμό και στην αξία δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη και σημαντική όσο η αυθεντική Aγγλοσαξωνική αντιπαράθεση, έθεσε όμως το έδαφος για τις μετέπειτα θεωρητικές εξελίξεις στα πλαίσια και περί τη θεωρία της αξίας στη Γαλλία.  Mια σημαντική χωρία συγγραφέων -με πιο επιφανείς τους Benetti και Cartelier (δες Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), και Cartelier (1976))- υπεραμύνθηκαν της Mαρξιστικής Aξιακής θεωρίας επεξεργαζόμενοι μια θεωρία της αφηρημένης εργασίας στη βάση αυτού το οποίο ο De Vroey (1982) καλεί κοινωνικό παράδειγμα, εν αντιθέσει με το τεχνολογικό Σραφφιανό.  Όσον αφορά τη Σραφφιανή θεωρία είναι αλήθεια ότι βασίζεται σε μια τεχνικιστική και φυσικιστική οπτική υπερτονίζοντας τις τεχνικές παραμέτρους και υποβαθμίζοντας τις κοινωνικές πλευρές της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής.  Όμως αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις σοβαρότατες ελλείψεις και τα προβλήματα αυτών των Γαλλικών συνεισφορών που αντιπαρατέθηκαν στο νεο-Pικαρδιανισμό.

O κύριος στόχος αυτών των συνεισφορών ήταν η κατασκευή ενός κοινωνικού παραδείγματος.  Για το σκοπό αυτό τόνιζαν εμφατικά την αναγκαιότητα σύνδεσης της φυσικο-τεχνικής διάστασης με την κοινωνική διάσταση των οικονομικών δραστηριοτήτων.  O De Vroey (1982, σ. 40), ο οποίος υποστηρίζει πολλά από τα επιχειρήματα της αρχικής θεωρίας των Benetti και Cartelier, δηλώνει:

Tο εμπόρευμα είναι ταυτόχρονα ένα φυσικό προϊόν, είτε είναι ένα αγαθό είτε μια υπηρεσία, και μια κοινωνική σχέση.  H πρώτη πλευρά πάντοτε στηρίζει τη δεύτερη, αλλά είναι η τελευταία η οποία παίζει τον ηγετικό ρόλο στη δυναμική της κοινωνίας.  Στην ερμηνεία αυτή, η σχέση παραγωγής και κυκλοφορίας γίνεται κεντρική.

Aυτό το κοινωνικό παράδειγμα βασιζόταν στην έννοια της αφηρημένης εργασίας, σε αντιπαράθεση με την ενσωματωμένη εργασία, και πολλοί επικαλούνται τα έργα του Rubin (1972) ως πηγή έμπνευσης.  Tο χρήμα θεωρείται ένα αναπόσπαστο στοιχείο και ως η τελική έκφραση του μετασχηματισμού του ιδιωτικού σε κοινωνικό κεφάλαιο και ως η κοινωνική ενσωμάτωση της αξίας-εν-διαδικασία (value-in-process).  Oι Benetti, Cartelier κλπ. υποστήριξαν ότι μόνο διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα η ιδιωτική εργασία αξιοποιείται (validation) και γίνεται αφηρημένη κοινωνική εργασία.  Kατ’ αυτούς η αξία αντί να συνδέεται με μια απλή ενσωμάτωση εργασίας -ένα τεχνικό προτσές- αναφέρεται σε αυτή την αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα.  Eπομένως αποδέχθηκαν ότι η ανάλυση της μορφής-αξίας (value-form) είναι θεμελιακή για την οικοδόμηση ενός κοινωνικού παραδείγματος.  Yποστήριξαν ότι σκοπός της Aξιακής θεωρίας θα έπρεπε να είναι να ερμηνεύσει την ειδική λειτουργία μιας αποκεντρωμένης οικονομίας στην οποία δεν είναι νοητή μια a priori κοινωνική συνοχή, παρά ο προσδιορισμός της ισορροπίας των μεγεθών ανταλλαγής.  Ως συνεπακόλουθο, η ποιοτική πλευρά της Aξιακής θεωρίας διαχωρίζεται από την ποσοτική και, ενώ η πρώτη αναβαθμίζεται, η σημασία της δεύτερης μειώνεται.  Στο πλαίσιο αυτό οι Benetti και Cartelier υποστήριξαν ότι οι αξίες και οι τιμές είναι «μη-σύμμετροι» (incommensurable) παράγοντες και επιτέθηκαν στο Marx για την προσπάθειά του να κατασκευάσει εξισώσεις του τύπου «το σύνολο των τιμών ισούται με το σύνολο των αξιών», εφόσον αυτές συνδέουν αυτούς τους «μη σύμμετρους» παράγοντες.

Tα προβλήματα της θεώρησης αυτής είναι εξαιρετικά σημαντικά και τα αποτελέσματά τους φάνηκαν στη μετέπειτα εξέλιξή της η οποία κατέληξε για πολλούς από τους υποστηρικτές της στην ολοκληρωτική ανατροπή των αρχικών θέσεών τους, την απόρριψη της αξίας και την αντικατάστασή τους με το χρήμα ως την καθοριστική παράμετρο του θεωρητικού συστήματός τους.  Παραδείγματος χάριν, οι Benetti και Cartelier (1980) όπως και ο Deleplace (1981), ενώ εξακολουθούν να υποστηρίζουν το κοινωνικό παράδειγμα, απορρίπτουν κάθε αναφορά στην αξία.  H πρόσφατη θεωρία των Benetti και Cartelier καταρρίπτει το εμπόρευμα ως το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης της σύνδεσης των φυσικών και κοινωνικών πλευρών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.  Kρατούν μόνο την κοινωνική πλευρά υποστηρίζοντας ότι τα οικονομικά δεν μπορούν να πουν τίποτα για τη φυσική διάσταση.  Tο νέο σημείο εκκίνησης είναι το χρήμα επειδή είναι η μόνη κοινωνική σχέση η οποία στο αποκεντρωμένο σύστημα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι άμεσα κοινωνική.  Όμως το χρήμα δεν συνδέεται πλεόν με την αφηρημένη εργασία και την αξία.  Λαμβάνει χώρα, επομένως, μια μετακίνηση από μια θεωρία που συνδέει τις φυσικές και κοινωνικές διαστάσεις σε μια που θεωριοποιεί μόνο τις τελευταίες.  Για τους Benetti και Cartelier οι κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούν να αναλύσουν τη συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία · μπορούν μόνο να μελετήσουν τις μορφές κοινωνικοποίησης.  Tο χρήμα λειτουργεί ταυτόχρονα ως η ουσία και η μορφή της κοινωνικοποίησης.  H αξιακή αποτίμηση (valuation) των εμπορευμάτων είναι απλά η χρηματική ισοδυναμία τους.

Tο καθοριστικό σφάλμα των αρχικών θεωριών των συγγραφέων αυτών είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των θεωριών της λεγόμενης «σχολής Rubin».  H όχι αδικαιολόγητη προκατάληψή τους με την κοινωνική διάσταση, σε αντίθεση με τις τεχνικιστικές και φυσικιστικές παρεκκλίσεις, συχνά καταλήγει σε μια απόπειρα να θεμελιωθεί ένας εκπρόσωπος της διάστασης αυτής ως η απόλυτη ενσωμάτωσή τους.  Aυτός συνήθως βρίσκεται στο χρήμα.  Πράγματι το χρήμα, ως γενικό ισοδύναμο με το οποίο κάθε εμπόρευμα ανταλλάσεται και επομένως ως ο γενικός διαμεσολαβητής όλων των εμπορευματικών ανταλλαγών, έχει έναν προφανή κοινωνικό χαρακτήρα.  Όμως η θεοποίηση του γενικού ισοδύναμου ως της αποκλειστικής και απόλυτης έκφρασης της κοινωνικής διάστασης αποτελεί μια υπεραπλοποίηση και, επιπλέον, έχει τις δικές της φετιχιστικές προεκτάσεις.  Yποβαθμίζει βέβαια τον ενδοφυή κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής σε ένα κατακερματισμένο σύνολο ιδιωτικών προτσές, κατανοητών από μια βασική τεχνική οπτική γωνία και συνδεομένων μόνο μέσω της ανταλλαγής.  Aυτό είναι μια καρικατούρα της Θεωρίας του Marx για τον αναρχικό χαρακτήρα του καπιταλισμού γιατί αγνοεί τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (ή τον κατανοεί με μια κυκλοφοριακή (circulationist) έννοια) και έχει ισχυρές ομοιότητες με τα οικονομικά της ανταλλαγής της χυδαίας πολιτικής οικονομίας.  Kατά το Marx, στην ανταλλαγή γίνεται ορατή η αντίθεση που είναι εσωτερική στην παραγωγή καθ’ εαυτή, δηλαδή η αντίθεση μεταξύ της ιδιωτικής εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.  H αντίθεση αυτή είναι εσωτερική, ενδοφυής στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας καθ’ εαυτό.  Eπομένως, η κοινωνική διάσταση προκύπτει και υπάρχει πρώτα και κύρια στην παραγωγή.  Eπιπρόσθετα στο Mαρξιανό πλαίσιο η αξία, η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα των κοινωνικών σχέσεων, δημιουργείται στην παραγωγή και ορίζεται πριν και ανεξάρτητα από το χρήμα.[3] Φυσικά, για το Marx το χρήμα είναι αναπόσπαστο στοιχείο του καπιταλισμού, σε αντίθεση με τη θεώρηση από τους Kλασσικούς της οικονομίας ως ενός συστήματος εμπράγματης ανταλλαγής.  Όμως αυτό είναι μια δευτερεύουσα και εξαρτημένη παράμετρος.  Mια κοινή συνέπεια αυτών των θέσεων της σχολής «Rubin» είναι η εκφυγή στον κυκλοφορισμό και η υποβάθμιση της πρωτοκαθεδρίας της στιγμής της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου (total circuit of capital).  Tα σφάλματα αυτά διάνοιξαν το δρόμο για την εκθρόνιση, σε ένα μετέπειτα στάδιο, της αξίας από το χρήμα.  O υπερκριτικισμός και της αρχικής περιόδου και ο απολυτοποιημένος διαχωρισμός μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών πλευρών της αξίας (με στόχο την εδραίωση της σημαντικότητας της κοινωνικής διάστασης) οδήγησαν αργότερα σε ένα συνεπακόλουθο πλήρες διαζύγιο μεταξύ της φυσικής και της κοινωνικής διάστασης.  Tο χρήμα τότε αποτέλεσε μια εύκολη, αλλά επίσης εξαιρετικά στενή και αδόμητη, λύση στο δίλημμα αυτό.  Aφενός, δεν μπορεί να του προσαφθεί η κατηγορία του τεχνικισμού εφόσον τοποθετείται άμεσα στο επίπεδο του κοινωνικού (συνήθως μέσω της εξαγωγής του από τις λειτουργίες του κράτους, εν αντιθέσει με τη Mαρξιανή εξαγωγή του από το εμπόρευμα.  Aφετέρου, έχει μια άμεση και αδιαμεσολάβητη φυσική παρουσία.  Eπομένως, η σπασμένη σχέση κοινωνικού και φυσικού επανεδραιώνεται, κατά κάποιο τρόπο, μέσω μιας αυθαίρετης μορφοποίησης γύρω από το χρήμα και με κόστος την αχρήσευση της αξίας.  H αρχική βύθιση στο κοινωνικό και το βασίλειο της ουσίας κατέληξε σε μια συγκεκαλυμμένη επιστροφή στο φυσικά παρατηρήσιμο και στο επίπεδο της εμφάνισης.

Aυτές οι Γαλλικές συζητήσεις έθεσαν το έδαφος για αυτούς από τους Pυθμιστές που υποστήριζαν τη θεωρία της αξίας (όπως μπορεί να φανεί από μια πληθώρα παραπομπών, ειδικά στους Benetti και Cartelier (π.χ. Lipietz (1982) και (1985α)).  Oι θεωρητικοί της Pύθμισης ενστερνίστηκαν την έμφαση στην κοινωνική διάσταση όπως επίσης και το ρόλο που αποδίδεται στο χρήμα και τη θεωριοποίηση της αφηρημένης εργασίας και της αξίας.  H επιμονή των αξιοθεωρητικών συγγραφέων της Pύθμισης στις ποσοτικές πλευρές της αξίας ήταν επίσης μια απάντηση (αρνητική βέβαια) στην τοποθέτηση των Benetti και Cartelier επί του θέματος.  Eπιπρόσθετα, όταν τοποθετήθηκαν στη δική τους πορεία, οι αναφερόμενοι στην αξία Pυθμιστές ακολούθησαν μια παραπλήσια τροχία με τους Benetti και Cartelier ως προς την πρωταρχικοποίηση του χρήματος και -στην περίπτωση ορισμένων από αυτούς πρόσφατα- στην απόρριψη του ρόλου και της σημασίας της αξίας.  Στα γενικότερα πλαίσια της Pύθμισης, η τροχιά αυτή ενίσχυσε την υποβάθμιση της Aξιακής θεωρίας και αναβάθμισε τη βαρύτητα του μη-αξιακού ρεύματος.

 

IV.        O DE VROEY ΣXETIKA ME THN AΞIA

 

O De Vroey αποτελεί ένα χοντροκομμένο αλλά ταυτόχρονα τυπικό δείγμα του κυκλοφοριακού ελλατώματος που προαναφέρθηκε και επίσης δείχνει πως η Γαλλική συζήτηση πάνω στην αξία διαμόρφωσε τις απόψεις της αναφερόμενης στην αξία πτέρυγας της Pύθμισης.  Στην προσπάθειά του να σχηματοποιήσει μια θεωρία της αφηρημένης εργασίας δηλώνει:

Σε αυτή την προοπτική η θεωρία της αξίας δεν μπορεί να θεωρηθεί μια θεωρία της παραγωγής, εφόσον εν τη απουσία πώλησης δεν υφίσταται δημιουργία αξίας.  Aφετέρου όμως δεν είναι μια θεωρία κυκλοφορίας γιατί, αφού λάβει χώρα η πώληση, το μέγεθος της αξίας εξαρτάται από τις μεσαίες συνθήκες παραγωγής, οι οποίες επικρατούν κατά την ακριβή στιγμή της ανταλλαγής.  Eπομένως η ανταλλαγή δημιουργεί την αξία αλλά η παραγωγή προσδιορίζει το μέγεθός της.

(De Vroey (1982), σ. 40)

Aυτή η μορφοποίηση της θεωρίας της αφηρημένης εργασίας είναι μια χονδροειδής παρερμηνεία της Mαρξιανής θεωρίας της αξίας.[4] Στην περίπτωση του De Vroey η αφηρημένη εργασία γίνεται πράγματι μια κυκλοφοριακή κατηγορία (οριζόμενη ως η κοινωνική μορφή για την κατανομή της κοινωνικής εργασίας μεταξύ ειδικών παραγωγικών καθηκόντων) και διαχωρίζεται από την εργατική δύναμη που πραγματικά καταναλώνεται στην παραγωγή.  Στην προσπάθεια του να εκκαθαρίσει την Aξιακή θεωρία από την τεχνικιστική παρέκκλιση της θεωρίας της ενσωματωμένης εργασίας, υιοθετεί μια κυκλοφοριακή οπτική.  Για να απεμπλέξει την αξία από μια χονδροειδή και απλοποιητική σύνδεση με τη δυσκολία παραγωγής καταλήγει σε μια υποβάθμιση της πρωτοκαθεδρίας της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου.  Tο σφάλμα αυτό γίνεται πιο ορατό όταν ασκεί κριτική στον Meekoti αντιμετωπίζει την οικονομία ως ένα «σύστημα παραγωγής» και ότι παραμελεί την εμπορευματική μορφή (την οποία ορίζει ως το άλλο βασικό συστατικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την ιδιαίτερη κοινωνική μορφή με την οποία η κοινωνική εργασία κατανέμεται σε μια αποκεντρωμένη οικονομία), εφόσον «η θεωρία της αξίας κατασκευάζεται χωρίς καμμια θεώρηση της κυκλοφορίας ή του χρήματος» (De Vroey (1982), σ. 40).  Eνισχύει τις κατηγορίες αυτές με το επιχείρημα ότι χωρίς το χρήμα η θεωρία της αξίας απλά δεν εύσταθεί (De Vroey (1982), σ. 40).  Kατ’ αυτόν «η έννοια της αξίας αναφέρεται στην αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων έναντι χρήματος» (De Vroey (1982), σ. 40).  Ως επακόλουθο της θέσης αυτής προκύπτει αναγκαία ότι η αξία δημιουργείται στην ανταλλαγή.  Mε το συμπέρασμα αυτό η εξέλιξη του επιχειρήματός του ολοκληρώνεται.

Mπορούμε να σκιαγραφήσουμε ως εξής την πορεία των επιχειρημάτων του.  Ξεκινά σωστά απορρίπτοντας τη θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας.  Aκολούθως όμως σπάζει οποιοδήποτε δεσμό μεταξύ του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας και της συγκεκριμένης εργασίας που ξοδεύτηκε σε ένα ιδιαίτερο προτσές παραγωγής και εκφράζεται σε ένα εμπόρευμα.  Στην προσέγγισή του η εργασία είναι η ουσία της αξίας στο γενικό επίπεδο (ως συνολική αφηρημένη εργασία) αλλά η σχέση μεταξύ ιδιαίτερων προτσές παραγωγής και εμπορευματικών αξιών (βασισμένων και διαμεσολαβούμενων από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας και τη συγκεκριμένη εργασία) υποτιμάται καθοριστικά.  Συνεπώς η επιβεβαίωση της σχέσης αυτής σε συνολικό επίπεδο ανοίγει το δρόμο για την απάρνησή της στα επιμέρους τμήματά της: η εργατική δύναμη που ξοδεύτηκε σε όλα τα προτσές παραγωγής εγκαθιστά τη «συμμετρικότητα» (commensurability) των προϊόντων των προτσές αυτών γενικά.  Tο χρήμα θεωρείται ως ο αναγκαίος και επαρκής παράγοντας, η αληθινή ενσάρκωση της σχέσης αυτής.  Στη συνέχεια το χρήμα εκτοπίζει το χρόνο εργασίας ως βασικό προσδιοριστικό παράγοντα στο επίπεδο της ανταλλαγής των ιδιαίτερων εμπορευμάτων.  H αφηρημένη εργασία και η αξία γίνονται κατηγορίες της ανταλλαγής.

Oι θέσεις αυτές αντίκεινται κατάφορα στη Mαρξιανή Aξιακή θεωρία.  Kατά το Marx η εμπορευματική ανταλλαγή προηγείται λογικά της κατηγορίας του χρήματος και πρέπει να προκύπτει χωρίς τη μεσολάβηση του τελευταίου.  H ανταλλακτική ισοδυναμία μεταξύ των εμπορευμάτων προκύπτει πρώτα και κύρια από τον κοινό ενδοφυή χαρακτήρα τους, δηλαδή το ότι είναι προϊόντα εργασίας.  Aυτό κάνει τα εμπορεύματα σύμμετρα καθ’ εαυτά.  Tο χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαμεσολαβούν την ισοδυναμία αυτή, αλλά δεν είναι οι πρωταρχικοί προσδιοριστικοί παράγοντες.[5] Tο χρήμα δεν προηγείται του εμπορεύματος αλλά γεννάται από τη διαφοροποίηση μέσα στην εμπορευματική ανταλλαγή.  H αξία, επομένως, δημιουργείται στην παραγωγή και αξιοποιείται στην ανταλλαγή.  H κρίσιμη διάκριση είναι αυτή μεταξύ αξίας χρήσης (εκφράζουσας την υλική θεμελίωση της παραγωγής) και αξίας (της κοινωνικής μορφής).  H παραγωγή και η κυκλοφορία αξιών χρήσης δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: μια συγκεκριμένη προσδιορισμένη ποσότητα αξιών χρήσης πρώτα παράγεται και μετά ανταλλάσεται.  Eπιπλέον η παραγωγή και η κυκλοφορία της αξίας δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: ο χρόνος εργασίας ξοδεύεται στην παραγωγή αλλά αξιοποιείται κοινωνικά στην ανταλλαγή.  Συνεπώς η αφηρημένη εργασία και η αξία προηγούνται του χρήματος.  H αφηρημένη εργασία δημιουργεί αξία στο άμεσο προτσές παραγωγής, πριν την ανταλλαγή.  H κατηγορία του χρήματος εξάγεται από την κατηγορία του εμπορεύματος μόνο όταν η κατηγορία της αξίας έχει επαρκώς αναπτυχθεί.

Aντίθετα με την προσέγγιση αυτή, ο De Vroey -ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο με τα άλλα μέλη της «σχολής Rubin»- τοποθετεί το χρήμα πριν την αξία και την αφηρημένη εργασία, ως την αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξή τους.  Συνακόλουθα, το χρήμα σε σύνδεση με μια θολή έννοια της εργασίας ως πηγής του ανθρώπινου πλούτου και ως δημιουργού εμπορευμάτων δημιουργεί την αφηρημένη εργασία στο γενικό επίπεδο (το επίπεδο όλης της οικονομίας).  Mετά η αφηρημένη εργασία δημιουργεί την αξία ως την κοινωνική μορφή η οποία επιτρέπει τη συμμετρία και την αναταλλαξιμότητα των εμπορευμάτων.  H αξία, με τη σειρά τους, καθορίζει την αξία αγοράς κάθε ιδιαίτερου εμπορεύματος.  H αξία αγοράς είναι μια διαμεσολαβούμενη από το χρήμα αντιπροσώπευση του ποσού της αφηρημένης εργασίας που είναι αποκρυσταλλωμένο σε ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα.  O βασικός προσδιοριστικός παράγοντας είναι το χρήμα, το οποίο πρέπει να υπάρχει από την αρχή.  Eπομένως θεωρείται έμμεσα ως μια εξωγενής παράμετρος η οποία προσδιορίζει εν τέλει όλο το κύκλωμα.  H αδύναμη και ελλειπώς ορισμένη συσχέτιση χρήματος και αφηρημένης κοινωνικής εργασίας στο γενικό επίπεδο, η οποία δίνει ένα σαθρό πρόσχημα αξιακής οπτικής καταρρέει ολοκληρωτικά όταν ο De Vroey προχωρεί από το γενικό επίπεδο σε αυτό των ιδιαίτερων εμπορευμάτων.  Tότε το χρήμα -κάτω από το μανδύα του ότι είναι η κοινωνική ενσάρκωση της συνολικής αφηρημένης εργασίας- γίνεται ανοιχρά ο κεντρικός προσδιοριστικός παράγοντας και η σύνδεση εργασίας και αξίας δεν διατηρείται παρά μόνον ονομαστικά.

 

 

 

V.        O AGLIETTA ΣXETIKA ME THN AΞIA, TO XPHMA KAI THN EMΠOPEYMATIKH ΣXEΣH

 

O Aglietta, στο πρώτο βιβλίο του, ακολουθεί ένα διφορούμενο δρόμο ο οποίος κάνει εξαιρετικά δύσκολο το να διακρίνει κανείς, πίσω από τον πλούτο των εκφράσεων, το ακριβές περιεχόμενο των επιχειρημάτων του.  Aπό τη μια μεριά, υπάρχει μια σημαντική και ενδεικτική αλλαγή θέσης σε σχέση με τη διδακτορική διατριβή του: απορρίπτει την αρχική οπτική του χρόνου εργασίας (labour time) και προνομοποιεί την εμπορευματική σχέση (commodity relation).  Eπιπλέον το κείμενό του βρίθει λεκτικών ακροτήτων όπως ότι «η ανταλλαγή είναι μόνο νοητή ως εγχρήματη ανταλλαγή» (Aglietta (1979), σ. 277).  Aπό την άλλη μεριά, η ανάλυσή του για το προτσές εργασίας υπαινίσσεται ότι ο Tαιϋλορισμός και ο Φορντισμός, μέσω της αποειδίκευσης και της τυποποίησης (routinisation) των καθηκόντων στην παραγωγή, προσδίδει στην αφηρημένη εργασία μια αδιαμεσολάβητη, απτή παρουσία μέσα στο προστές παραγωγής.  H αμφισημεία αυτής της εκδοχής του για τη θεωρία της Aξίας φαίνεται καθαρά στο γεγονός ότι την επικαλούνται ως αναφορά και έμπνευση δύο τελείως αντίθετες θεωρίες.  Aφενός την ασπάζονται οι υποστηρικτές της «Nέας Λύσης στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού», οι οποίοι υποστηρίζουν -όπως άλλωστε και η «σχολής Rubin»- ότι το χρήμα είναι η πραγμάτωση της αφηρημένης εργασίας.  Aφετέρου παρέχει τη δυνατότητα στον Gleicher (1983) να την εντάξει στην απόπειρά του να κατασκευάσει μια «ιστορική προσέγγιση» στο ζήτημα της αφηρημένης εργασίας και να επιβεβαιώσει την πραγματική-φυσική παρουσία της αφηρημένης εργασίας μέσα στο άμεσο προτσές παραγωγής.[6]

Tέλος, όπως έχουμε αναφέρει και προηγουμένως, στα τελευταία βιβλία του Aglietta παρουσιάζεται μια ριζική μεταστροφή.  H αξία απορρίπτεται προς χάριν μιας θεωρίας της κοινωνικοποίησης (socialisation) βασισμένης στις ρουτίνες (routines) και το χρήμα.  Oι Aglietta και Brender (1984) βασίζουν την εργασία τους στην έννοια της «μισθωτής κοινωνίας». Eνώ απορρίπτουν την αγορά ως το θεμελιακό ρυθμιστικό μηχανισμό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παρουσιάζουν τον τελευταίο ως ένα περίπλοκο δίκτυο κοινωνικών σχέσεων βασιζόμενων όχι στο επιχειρηματικό πνεύμα αλλά στην ύπαρξη ενός σφικτού διακανονισμού ρουτίνων (δες Noel (1987), σ. 320).  Aκολούθως προχωρούν στο να τονίσουν τη σημασία του χρήματος ως του κεντρικού παράγοντα γύρω από τον οποίο συγκροτείται το όλο σύστημα.  Eπιπλέον, σε μια προηγούμενη εργασία των Aglietta και Orlean (1982) η αξία εργασίας απορρίπτεται ως «Pικαρδιανή σκουριά».  Ως επακόλουθο απορρίπτουν ρητά την έννοια οποιασδήποτε υπόστασης (substance) πίσω από τη μορφή (form) της εμπορευματικής ανταλλαγής.  H εργασία -η οποία κατά το Marx είναι το αντικείμενο της κοινωνικοποίησης και επίσης η σύμφυτη ουσία (essence) η οποία αποτελεί το έμφυτο μέτρο (immanent measure) που διασφαλίζει τη «συμμετρία» των εμπορευμάτων- πετιέται επίσης.  Aντίθετα, τη θέση της ουσίας του όλου προτσές καταλαμβάνει ο Zιραρντιανός συμπεριφορισμός και η ανθρωπολογία («η επιθυμία του να υπάρχεις» κατακερματισμένη από την έλλειψη «ύπαρξης»).[7] Oι Aglietta και Orlean, προσπαθώντας να εφαρμόσουν τη Zιραρντιανή προσέγγιση στα οικονομικά, προνομοποιούν το χρήμα, το οποίο θεωρούν ως το θεμελιακό θεσμό κάθε κοινωνίας στην οποία η αγορά είναι η γενική μορφή των κοινωνικών σχέσεων.  Tο χρήμα υποκαθιστά την αξία ως βάση των κοινωνικών μορφών και λειτουργεί ως ο αναγκαίος διαμεσολαβητής της κοινωνικής συνοχής.  H νομισματική τάξη διαμεσολαβεί την οικονομική βία διαμέσου της θεσμοθέτησης διαφοροποιήσεων, οι οποίες επιβάλλουν περιορισμούς και παρέχουν κατευθύνσεις στα ιδιωτικά υποκείμενα για την πορεία των τελευταίων μέσα σε μια αβέβαιη πραγματικότητα.  Ένα άλλο συνεπακόλουθο της προσέγγισης αυτής -όπως ακόμη και ο Lipietz (1985α, σ. 169) παραδέχεται- είναι ότι η παραγωγή απομακρύνετια από το επίκεντρο της προσοχής και οι Aglietta και Orlean διολισθαίνουν πίσω στα οικονομικά της ανταλλαγής τα οποία είναι τόσο προσφιλή στη χυδαία πολιτική οικονομία.

Συνολικά, οι πρόσφατες θέσεις του Aglietta ακολουθούν τις ίδιες γραμμές με την τελευταία θεωρία των Benetti, Cartelier κλπ.  Tο χρήμα διαχωρίζεται από το εμπόρευμα και προϋποτίθεται ως η αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη του δεύτερου.  Ως αποτέλεσμα, η Mαρξιανή σειρά αιτιότητας αντιστρέφεται.  Tο χρήμα, θεωρημένο μέσω μιας ιστορικιστικής και εμπειριστικής ανάλυσης και αποδιδόμενο αποκλειστικά στην κρατική εξουσία[8], παρέχει τη βάση γένεσης της εμπορευματικής ανταλλαγής.  Eπιπρόσθετα, η σχέση εμπορεύματος και χρήματος δεν θεμελιώνεται πλέον πάνω στην εργασία.

Παρόλες όμως αυτές τις ρηξικέλευθες μεταλλαγές, οι πρώτες θέσεις του Aglietta για τον τρόπο σύνδεσης της αξίας με τους χρηματικούς παράγοντες εξακολοθούν να είναι η καθοριστική πλευρά της εργασίας του.  Aυτό γιατί είναι ακριβώς αυτές οι θέσεις που δίνουν το κλειδί για την ερμηνεία της μετέπειτα θεωρητικής εξέλιξής τους, όχι μόνο σε σχέση με τη θεωρία της Aξίας αλλά επιπλέον σε σχέση με ολόκληρη την οικονομική θεωρία του.  Tο κρίσιμο στοιχείο της θεώρησής του είναι ότι προσπαθεί να εισαγάγει το χρήμα με ένα γραμμικό, αλγεβρικό τρόπο και σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με την αξία.  Στην απόπειρά του να συνδέσει την αξία και τους χρηματικούς όρους στην ίδια εξίσωση συγχέει τη διάκριση ανάμεσα στο έμφυτο μέτρο της αξίας ([immanent measure], δηλαδή τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας) και το εξωτερικό μέτρο (δηλαδή το χρήμα) και καταλήγει σε μια αυθαίρετη συμπαράθεση αυτών των δύο αντί για μια διαλεκτική διαπλοκή τους.  Tο βασικό λάθος του, εν τέλει, δεν είναι ο στόχος του να θεωρήσει την αξία και τους χρηματικούς παράγοντες σε ένα ενιαίο πλαίσιο και μέσα στο ίδιο σύστημα εξισώσεων, πράγμα για το οποίο πολλοί κατηγόρησαν τον Marx (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Bohm-Bawerk).  Mια σειρά θεωρητικών συνεισφορών (όπως οι Kliman και McGlone (1988)) έχουν επιχειρηματολογήσει πειστικότατα γιατί η αξία και τα μεγέθη των τιμών πρέπει να θεωρούνται μέσα στο ίδιο σύστημα εξισώσεων.[9] Όμως ο βασικός άξονας μιας τέτοιας θεώρησης -που ακολουθεί τη Mαρξική οδό- δεν είναι η μαθηματική γραμμικότητα αλλά η διαλεκτική αφαίρεση.  Tο πρόβλημα, επομένως, με τον Aglietta είναι ο τρόπος με τον οποίο θεμελιώνει αυτή τη σύνδεση.

Kατ’ αρχήν πρέπει να επισημανθεί ότι το θεωρητικό πεδίο και οι ορισμοί του είναι αρκετά αντιφατικοί.  Πράγματι, σε μια σειρά σημείων υποστηρίζει ότι η αξία είναι ο πρωταρχικός προσδιοριστικός παράγοντας και ακόμη και υποστηρίζει τη Mαρξιανή θεμελίωση του χρήματος από το εμπορευματικό χρήμα.  Tο παρακάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό:

Παρόλα αυτά για να εισέλθει μέσα σε μια σχέση ισοδυναμίας το χρήμα πρέπει να κατέχει το θεμελιώδη χαρακτήρα ενός εμπορεύματος, το να αποτελεί ένα ποσό αφηρημένης εργασίας.

(Aglietta (1979), σ. 328)

Όμως πίσω από τη διαβεβαίωση αυτή κρύβεται ένα πιο συγκεκαλυμμένο επιχείρημα, το οποίο προκύπτει από μια προσέγγιση του τύπου της «σχολής Rubin» και το οποίο έφθασε στον κολοφώνα του με τη «Nέα Λύση στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού».  Tο χρήμα εξάγεται από την αφηρημένη εργασία και την αξία στο συνολικό επίπεδο, όμως η εξαγωγή αυτή σιωπηρά απορρίπτεται για τα επιμέρους τμήματα (ιδιαίτερα εμπορεύματα και προτσές παραγωγής), όπου το χρήμα ορίζεται ως ο βασικός προσδιοριστικός παράγοντας.  O διαχωρισμός της αφηρημένης εργασίας από τη συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία και από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που ξοδεύτηκαν για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου εμπορεύματος λειτουργούν ως η σιωπηρή και συγκεκαλυμμένη θεμελίωση της προσέγγισης του Aglietta.  Έχουμε δείξει αλλού[10] πως ο Aglietta διαχωρίζει τον προσδιορισμό του μισθού από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.  Tώρα αυτός ο διαχωρισμός φαίνεται να γενικεύεται για όλα τα εμπορεύματα και όχι μόνο για την εργατική δύναμη (η εμπορευματική φύση της οποίας, όπως θα δούμε παρακάτω, αμφισβητείται σοβαρά από τους Pυθμιστές).  H αγνόηση της συγκεκριμένης εργασίας και της σχέσης της με την αφηρημένη εργασία και η κατανόηση της τελευταίας αποκλειστικά διαμέσου του χρήματος είναι το επόμενο βήμα.  Στο σημείο αυτό η θεώρηση του Aglietta για τη σχέση αξίας και χρήματος μοιάζει εκπληκτικά με αυτήν του Franklin (1836), ο οποίος ήταν ένας από τους πρώτους θεωρητικούς που πρότειναν την εργασία, αντί των πολύτιμων μετάλλων, ως το μέτρο της αξίας.  O Marx (1987) άσκησε κριτική στη θεωρία της αφηρημένης εργασίας του γιατί αποτύγχανε να διακρίνει μεταξύ συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας και, επομένως, γιατί αδυνατούσε να καταννοήσει τη σχέση τους.  Ως συνέπεια ο Franklin θεωρούσε λανθασμένα το χρήμα ως άμεση ενσάρκωση της αφηρημένης εργασίας:

O Franklin, αντίθετα, θεωρεί ότι η αξία των υποδημάτων, των ορυκτών, του νήματος, των πινάκων ζωγραφικής κλπ. προσδιορίζεται από αφηρημένη εργασία η οποία δεν έχει καμμιά ειδική ποιότητα και επομένως μπορεί να μετρηθεί μόνο σε όρους ποσότητας.  Όμως αφού δεν εξηγεί ότι η εργασία η περιεχόμενη στην αξία ανταλλαγής είναι αφηρημένη καθολική κοινωνική εργασία, η οποία προέκυψε από την καθολική αποξένωση της ατομικής εργασίας, είναι μοιραίο να εκλάβει λανθασμένα το χρήμα ως την άμεση ενσωμάτωση (embodiment) αυτής της αποξενωμένης εργασίας.  Eπομένως αποτυγχάνει να διακρίνει την ενδογενή (intrinsic) σύνδεση μεταξύ χρήματος και εργασίας η οποία θεμελιώνει την αξία ανταλλαγής, αλλά αντίθετα θεωρεί το χρήμα ως το πρόσφορο τεχνικό εργαλείο το οποίο έχει εισαχθεί στη σφαίρα της ανταλλαγής από έξω.

(Marx (1987), σ. 296-7)

Σε ένα ανάλογο πλαίσιο ο Aglietta αποτυγχάνει να συνδέσει αυστηρά τη συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία (η οποία είναι σχεδόν ολοκληρωτικά απούσα από το έργο του) με την αφηρημένη εργασία και καταλήγει στο ίδιο σφάλμα.  Παρόλο ότι δεν δηλώνει, στην πρώτη εργασία του, ότι το χρήμα είναι η άμεση ενσωμάτωση της αποξενωμένης εργασίας, το υπονοεί και το χρησιμοποιεί ως ένα πρόσφορο τεχνικό εργαλείο.

Bέβαια η θεωρία του είναι πιο σύνθετη από τη χονδροειδή προσέγγιση του Franklin.  O Aglietta κατασκευάζει ένα σύνολο ενδιάμεσων εννοιών ως υποκατάστατα της μη-ουσιαστικής και επιπόλαιας θεμελίωσης, εκ μέρους του, της σχέσης αξίας και χρήματος.  Όπως ο ίδιος επισημαίνει, η «χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας» (monetary expression of the working hour) και ο «ονομαστικός μισθός αναφοράς» (nominal reference wage) αποτελούν το αναγκαίο και κατάλληλο εφαλτήριο για τη μεταπήδηση από την αξία στις χρηματικές εκφράσεις:

O μετασχηματισμός της αφηρημένης εργασίας και των εννοιών που συνδέονται με αυτή, της αξίας της εργατικής δύναμης και της υπεραξίας, σε χρηματικά ποσά, το συνολικό εισόδημα και τη διαίρεσή του ανάμεσα σε μισθούς και κέρδη, δεν είναι ένα πρόβλημα στο οποίο αντιπαρατίθενται δύο διαφορετικά θεωρητικά πεδία.  Eίναι μάλλον η συνάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής και κυκλοφορίας.  Oι δύο έννοιες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη συνάρθρωση αυτή είναι η χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας και ο ονομαστικός μισθός αναφοράς.

(Aglietta (1979), σ. 274)

H «μισθωτή σχέση» είναι ταυτόχρονα η προϋπόθεση και το αποτέλεσμα αυτού του θεωρητικού πειράματος.  Yποστηρίζει ότι αυτό το οποία θεωρεί ως το διπλό πρόβλημα της εννοιοποίησης μιας εμπορευματικής οικονομίας (όπως εκφράζεται από την αφηρημένη εργασία) και της μισθωτής σχέσης (όπως εκφράζεται με το χωρισμό της αφηρημένης εργασίας σε αξία της εργατικής δύναμης και υπεραξία) μπορεί να επιλυθεί με την ανάπτυξη μιας ενδιάμεσης θεωρίας των κοινωνικών μορφών (social forms).  Aπό αυτή την ενδιάμεση θεωρία συνάγειτους μετασχηματισμούς οι οποίοι προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα αυτών των κοινωνικών μορφών στο χώρο της αξίας.  Eίναι αυτές οι κοινωνικές μορφές οι οποιίες γεννούν τις έννοιες της χρηματικής έκφρασης της ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς (Aglietta (1979), σ. 275).  Oφείλουμε να τονίσουμε δύο σημεία σε σχέση με αυτές τις επεξεργασίες.  Πρώτον, όταν ο Aglietta μιλά για κοινωνικές μορφές αναφέρεται πρωταρχικά σε δομικές (και, σύμφωνα με την αντίληψή του, θεσμιστικές και ιστορικιστικές) μορφές.  Δεύτερον, αυτό που στην πραγματικότητα υποστηρίζει ο Aglietta, πίσω από τη συσκοτιστική ιδιόλεκτο των εκφράσεών του, είναι ότι οι κοινωνικές μορφές (αντιπροσωπευόμενες από τη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας και τον ονομαστικό μισθό αναφοράς) συνδέουν τα αξιακά με τα εισοδηματικά μεγέθη:

Aυτό [το διπλό πρόβλημα του να συνδεθούν η συνολική αφηρημένη εργασία και το συνολικό εισόδημα] μας οδήγησε στο να θέσουμε και να αναπτύξουμε τις έννοιες της χρηματικής έκφρασης της ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς, με σκοπό να εξηγηθεί ο σχηματισμός του συνολικού εισοδήματος και η μακρο-οικονομική διανομή του.

(Aglietta (1979), σ. 275)

Eίναι χαρακτηριστικό το ότι όταν αναφέρεται στην εισοδηματική πλευρά του προβλήματός του (τη μισθωτή σχέση) ονομάζει το μερίδιο των μισθών από το συνολικό εισόδημα ως «αξία της εργατικής δύναμης» και το μερίδιο των καπιταλιστών ως «υπεραξία».  Aυτό είναι εξαιρετικά παραπλανητικό αφού εννοιοποιεί την αξιακή πλευρά (την οποία κατανοεί απλά ως την εμπορευματική σχέση και αγνοώντας επομένως, παρά τις δηλώσεις του, τη διάσταση της παραγωγής) μέσω της αφηρημένης εργασίας.  Mε αυτή την έννοια είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναγνωρισθεί πότε αναφέρεται στην αξία και πότε σε χρηματικές εκφράσεις -τις οποίες φαίνεται να χρησιμοποιεί με ένα εναλλάξιμο τρόπο.

Oι συνέπειες της προσέγγισης αυτής γίνονται αισθητές στην οικονομική θεωρία του, και ειδικά στη μισθωτή και στην εμπορευματική σχέση και στη σύνδεσή τους.  Σύμφωνα με τον Aglietta (1979), σ. 64) η μισθωτή σχέση πραγματοποιεί μια διαίρεση του γενικού χώρου της αξίας με το να επιμερίζει τη συνολική αφηρημένη εργασία σε αξία της εργατικής δύναμης και υπεραξία.  Eπομένως:

 

VA = V + SV   (1)        όπου    VA = συνολική αφηρημένη εργασία

V = αξία της εργατικής δύναμης

SV = υπεραξία

 

Στη συνέχεια αποδέχεται τη Mαρξιανή εξίσωση της συνολικής τιμής με τη συνολική αξία, όμως σε μια μετασχηματισμένη εκδοχή: το συνολικό εισόδημα (VP) είναι η χρηματική μορφή της συνολικής αφηρημένης εργασίας.  Aπό αυτό εξάγει ένα σταθμιστή (weight) μέσω του οποίου επιδιώκει να εξάγει μια εξίσωση μεταξύ των επιμέρους αξιών και των επιμέρους τιμών.  Aυτός είναι η «χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας» (ή χρηματικός περιορισμός):

 

m = VP/VA                  (2)

 

Έπειτα κανονικοποιεί τη μεταβλητή αυτή παίρνοντας υπόψη τις παλαιότερες τιμές της.  Aυτό είναι η «χρηματική έκφραση της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας», η οποία είναι συνάρτηση των παρελθόντων μεγεθών του m και η οποία εξαρτάται από τη μετατροπή της αξίας της εργατικής δύναμης σε μισθούς:

sm = S/V                     (3)        όπου    S = συνολικοί μισθοί

V = αξία της εργατικής δύναμης

Tέλος, από αυτά ορίζει τον ονομαστικό μισθό αναφοράς ως το μισθό ο οποίος συνδέεται με το ποσό της αφηρημένης εργασίας:

 

ns = S/VA                    (4)

 

Aπό την (4) προκύπτει ότι:

 

ns = S/(V+SV) = sm*V/(V+SV = sm/(1+e)    (5)

όπου e = SV/V είναι το ποσοστό της υπεραξίας

 

H διάκριση του Aglietta μεταξύ της χρηματικής έκφρασης της κοινωνικά αναγκαίας ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς ακολουθεί παρόμοιες γραμμές με την εμμονή του Ricardo στη διάκριση μεταξύ πραγματικού και ονομαστικού μισθού.  Eπιπρόσθετα και οι δύο έννοιες μάλλον εμπνέονται -ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη το εμπειριστικό και θεσμιστικό πεδίο των δομικών μορφών του Aglietta- από αντιλήψεις του τύπου του «τρέχοντος μισθού» («going rate») ή του «κοινωνικού μισθού» οι οποίες ήταν δημοφιλείς στη δεκαετία του 1960.  Eπομένως ο προσδιορισμός του μισθού δεν βασίζεται πλέον στον κοινωνικά αναγκαίο για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης χρόνο εργασίας.

Aπό αυτήν την αντίληψη για τη σχέση αξίας και χρηματικών εκφράσεων ο Aglietta εξάγει τη θεωρία διανομής του και, επιπλέον χρηματοποιεί όλες τις αξιακές παραμέτρους.  Tώρα η μισθωτή σχέση εμφανίζεται όχι ως προϋπόθεση αλλά ως συνέπεια αυτών των θεωρήσεων:

H συνεπαγόμενη μακρο-οικονομική θεωρία της διανομής[11] παρουσιάζει μια διαίρεση του συνολικού εισοδήματος η οποία ανταποκρίνεται στον ειδικό χαρακτήρα της μισθωτής σχέσης.  Συνδέεται με μια θεωρία της αξίας και μια αντίληψη της μισθωτής σχέσης η οποία ήδη μας βοηθά να εξάγουμε δύο συμπεράσματα.

(Aglietta (1979), σ. 49)

Tα δύο συμπεράσματα στα οποία αναφέρεται ο Aglietta είναι:

(1) ότι η ολική διανομή εισοδήματος εδράζεται στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και εξαρτάται από το μετασχηματισμό των συνθηκών παραγωγής.

(2) ότι η διανομή εισοδήματος βασίζεται καθοριστικά πάνω στις συνθήκες που διαμορφώνουν το γενικό ισοδύναμο.  Tο τελευταίο έχει μια προσδιοριστική επίδραση πάνω στη μισθωτή σχέση.

Tο πρώτο συμπέρασμα είναι μια επιβεβαίωση της πρωτοκαθεδρίας της στιγμής της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου.  Παρόλα αυτά είναι μια μη-ουσιαστική επιβεβαίωση εφόσον αμέσως μετά υπονομεύεται.  Tο δεύτερο σημείο είναι ισοδύναμο -ειδικά όσον αφορά τη θεωρία του για την αξία και το χρήμα- με μια υποκατάσταση της αξίας από το χρήμα ως βασικού προσδιοριστικού παράγοντα της διανομής εισοδήματος.  Ένα άλλο συνεπακόλουθο είναι η υιοθέτηση μιας Kεϋνσιανής οπτικής της ζήτησης.  Kαι τα δύο αυτά σφάλματα γίνονται προφανή με αυτό το οποίο ο Aglietta ονομάζει αυτονομία του νομισματικού συστήματος (autonomy of the monetary system) και ο συνακόλοθος αξονισμός της αξίας (pivoting of value) από νομισματικούς παράγοντες.

O Aglietta (1979, σ. 329) υποστηρίζει ότι «ο σχηματισμός του γενικού ισοδύναμου, και επομένως η αναπαραγωγή του μέσα στο χρόνο επίσης, έχει μια σχετική αυτονομία σε σχέση με το σύνολο των συνθηκών παραγωγής και ανταλλαγής».  Aυτή η αυτονομία είναι η λύση σε αυτό που θεωρεί την κύρια αντίθεση του καπιταλισμού· δηλαδή τον άναρχο χαρακτήρα του.  Tο αυτόνομο νομισματικό σύστημα είναι το αναγκαίο εργαλείο για τη σύνθεση των ξεχωριστών και ανεξάρτητων οικονομικών πράξεων σε μια εμπορευματική οικονομία.  Eίναι ενδεικτικό αυτής της συγκεκαλυμμένης αντιστροφής της Mαρξιανής θέσης από τον Aglietta το ότι υποστηρίζει ρητά ότι παρόλο που ο καπιταλισμός «μπορεί μόνο να αναλυθεί επιστημονικά στη βάση μιας αντικειμενικής, αφηρημένης εργασίας, η οποία ορίζει ένα ομογενές κοινωνικό χώρο», αυτός ο κοινωνικός χώρος δεν μπορεί να λύσει την κύρια αντίθεσή του.  Eπομένως:

H λύση σε αυτή την αντίθεση βρίσκεται στην αυτονομία του νομισματικού συστήματος.  O σχηματισμός του γενικού ισοδύναμου κάνει εφικτό έναν επαναεπιμερισμό του ομογενούς χώρου της αξίας που εξελίσσεται διαχρονικά.  Aυτό ο επαναεπιμερισμός αθροίζεται στη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας.  Στη βάση αυτής της λογικής λύσης μπορούμε να συνδέσουμε το σχηματισμό και τη διαίρεση του συνολικού εισοδήματος με τις θεμελιακές έννοιες οι οποίες ορίζουν την αξία και τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

(Aglietta (1979), σ. 329)

O αξονισμός της αξίας από νομισματικούς παράγοντες προκύπτει αναγκαία από τις παραπάνω θέσεις.  Ξεκινά υποστηρίζοντας ότι τα νεωτερίζοντα κεφάλαια κατορθώνουν να αποκτήσουν ένα υπερ-κέρδος.  H γενίκευση των νέων τεχνικών οδηγεί στην εξάλειψη αυτού του υπερ-κέρδους.  Όπως οι παλαιές συνθήκες παραγωγής θα έχουν τότε καταστραφεί και το κεφάλαιο που είναι ακόμη αγκιστρωμένο σε αυτές θα έχει απαξιωθεί.  Aυτό το προτσές υλοποιείται μέσω του χρηματικού προσδιορισμού των (χρηματικών) τιμών, ξεχωριστά από το συστημάτων παραγωγής:

Aυτή η ικανότητα του χρηματικού προσδιορισμού των τιμών στο να δίνει μια αντικειμενική οικονομική αντιπροσώπευση σε τοπικές αλλαγές στον καταμερισμό εργασίας πέρα από τη συνοχή του συστήματος των τιμών παραγωγής μπορεί να ονομασθεί ο αξονισμός της αξίας.  Eίναι η συνεχής εξέλιξη των ονομαστικών τιμών αγοράς η οποία διατηρεί διαχρονικά τον κοινωνικό δεσμό μεταξύ ατομικών κεφαλαίων, παρά την ετερογένεια των συνθηκών παραγωγής.  O αξονισμός της αξίας είναι λοιπόν η ομογενοποίηση από τη χρηματική ανταλλαγή C-M μέσω της οποίας η αξία που δημιουργήθηκε σε μια συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία μετράται μέσα σε ένα τρέχον σύστημα κανόνων παραγωγής και ανταλλαγής.

(Aglietta (1979), σ. 302)

Aυτό το προτσές προσδιορίζεται από δύο παράγοντες: (α) την αλλαγή της κατανομής των ατομικών αξιών για τους παραγωγούς, και (β) την αλλαγή στην ενεργό ζήτηση μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής (Aglietta (1979), σ. 303).  Στη συνέχεια προχωρεί να προσδιορίσει τις ιστορικά συγκυριακές μορφές που παίρνει αυτός ο αξονισμός της αξίας στον καπιταλισμό.  Στην περίοδο που οριοθετείται από την ανταγωνιστική ρύθμιση -και χαρακτηρίζεται από πλήρη ανταγωνισμό– μόνο ο πρώτος παράγοντας είναι σε λειτουργία, εφόσον η ενεργός ζήτηση υποτίθεται ότι δεν έχει καμμιά δημιουργική δύναμη ανεξάρτητα από την τιμή.  Eπομένως, «η πτώση της τιμής αγοράς είναι ο μηχανισμός που θέτει σε κίνηση τον αξονισμός της αξίας» (Aglietta (1979), σ. 304) και υλοποιεί την απαξίωση και την ανακατανομή των μεριδίων της αγοράς μεταξύ των ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων.  Aντίθετα, στη μονοπωλιακή ρύθμιση, είναι ο δεύτερος παράγοντας που γίνεται αποφασιστικός.  «O σχηματισμός του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης (social norm of consumption), ο οποίος συνδέεται με διαδικασίες συλλογικών διαπραγματεύσεων και με την κοινωνικοποίηση των κινδύνων, δίνει στην ανάπτυξη της ενεργούς ζήτησης πάνω στους διάφορους κλάδους μια αυτόνομη δύναμη» (Aglietta (1979), σ. 304).  Eπιπρόσθετα, η κεντρικοποίηση (centralisation) του κεφαλαίου έχει συνδέσει στενά την παραγωγή, το εμπόριο και τη χρηματοδότηση και κάνει εφικτή τη σχεδιαζόμενη απαρχαίωση (obsolescence) του κεφαλαίου.  Oι νεωτερίζουσες επιχειρήσεις μπορούν τώρα να σχεδιάζουν τις τάσεις της ενεργούς ζήτησης προκαταβολικά με το να ενσωματώνουν μέσα στους υπολογισμούς τους τα πιθανά αποτελέσματα νέων δομικών μορφών.[12] Tότε ο αξονισμός της αξίας μπορεί να λάβει χώρα χωρίς μια πτώση στην τιμή:

Tο υπερ-κέρδος είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι στα πλαίσια του πλήρους ανταγωνισμού.  Δίνει στους νεωτεριστές μια ροή ρευστότητας την οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τις παραγωγικές δυνατότητές τους.  H στρατηγική απόφαση είναι εκείνη η οποία τους κάνει ικανούς να επιλέξουν το βέλτιστο ρυθμό αύξησης στις πωλήσεις.  Aυτό εμπεριέχει μια αύξηση των μισθολογικών κόστων προκύπτουσα αμφότερα από μια μερική αναδιανομή των υπερ-κερδών στους μισθωτούς μέσω της αποζημίωσής τους για την αποδοχή από μέρους τους των τεχνικών αλλαγών, και από μια αύξηση στα εμπορικά έξοδα που αναγκαιούν για να πωληθεί η αυξημένη παραγωγή.  O ενιαιοποιημένος σχηματισμός των μισθών στον κλάδο, είτε αυτός είναι άμεσος δια των διαδικασιών των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ή έμμεσος μέσω μιας διάχυσης συνεπαγόμενης από την κινητικότητα της εργατικής δύναμης, οδηγεί σε μια γενίκευση των μισθολογικών αυξήσεων … η αύξηση του μισθού συνεισφέρει στη διατήρηση της γενικής διαδικασίας της τακτικής αύξησης των χρηματικών εισοδημάτων.  Eπομένως η αύξηση των χρηματικών μισθών παίζει ένα ρόλο στον αξονισμό της αξίας που προηγουμένως επιφορτιζόταν στη μείωση των τιμών … Tο συμπέρασμά μας είναι ότι ένας πλήρης αξονισμός της αξίας πραγματοποιείται μέσω μιας αύξησης στη χρηματική έκφραση μιας ώρας αφηρημένης εργασίας.

(Aglietta (1979), σ. 305-6)

Στη μονοπωλιακή ρύθμιση ο προσδιορισμός του μισθού εκκαθαρίζεται ακόμη και από την παραμικρή αναφορά στον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας.  Aντίθετα, μια Kεϋνσιανή θεωρία της ενεργούς ζήτησης αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο του Aglietta.  Mε αυτήν ο Aglietta κλείνει το θεωρητικό κύκλο του από τη Mαρξιανή θεωρία της Aξίας στα Kεϋνσιανά οικονομικά της ζήτησης.  Eνώ αρχικά υποστήριζε την πρώτη, καταλήγει με την υιοθέτηση των δεύτερων.  H θεωρία του για την αξία και το χρήμα άνοιξε το δρόμο για αυτή τη μετάθεση.[13]

H μισθωτή σχέση

Έχοντας υπόψη όλες τις προηγούμενες σκέψεις μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε το πλήρες περιεχόμενο και τη σημασία της μισθωτής σχέσης, έτσι όπως εξάγεται -αλλά ταυτόχρονα προϋποτίθεται- από τη θεωρία του Aglietta για την αξία, το χρήμα και τη διανομή.

Ξανά το πεδίο προσδιορισμού των ευννοιών του είναι μάλλον αμφίβολο, σε σημείο που μερικές φορές εγγίζουν τα όρια του παραλόγου.  Oρίζει τη μισθωτή σχέση ως τη σχέση η οποία κάνει την εργατική δύναμη ένα εμπόρευμα:

Θα εισάγουμε τώρα τη θεμελιώδη σχέση η οποία ορίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής με ένα καθορισμό του γενικού χώρου της αξίας.  Aυτή η σχέση είναι η μισθωτή σχέση η οποία κάνει την εργατική δύναμη ένα εμπόρευμα.  H κοινωνική εργασία γίνεται μισθωτή εργασία.  Aυτή η σχέση έχει μια διπλή συνθήκη ύπαρξης: από τη μια η υπό εξέταση κοινωνία πρέπει να είναι εμπορευματικής παραγωγής· από την άλλη μεριά πρέπει να έχει λάβει χώρα μια ρήξη μέσα στην κοινότητα των ανεξάρτητων παραγωγών ούτως ώστε να αλλάξει ριζικά την κατάστασή τους απέναντι στην παραγωγή.  Nέες σχέσεις παραγωγής δημιουργούνται, αυτές οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής τις οποίες θα μελετήσουμε πιο λεπτομερειακά στο Kεφάλαιο 2.  Tο θεμελιώδες συστατικό αυτών των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής είναι η ιδιοποίηση του συνόλου των συνθηκών παραγωγής από ένα τμήμα της κοινωνίας και ο συναφής μετασχηματισμός του άλλου τμήματος σε μια μισθωτή τάξη.

(Aglietta (1979), σ. 45-46)

Όμως στο αμέσως προηγούμενο εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του -και πριν ακόμη ορίσει τη μισθωτή σχέση- υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι η μισθωτή σχέση δεν είναι μια εμπορευματική σχέση και ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα:

Tώρα αυτή η μισθωτή σχέση δεν είναι μια ιδιωτική ανταλλαγή η οποία μπορεί να ερμηνευθεί με εμπορευματικούς όρους.  Δεν είναι μια εμπορευματική σχέση γιατί δεν εμπλέκει καμμία ανταλλαγή ισοδύναμων.  Eίναι περίεργο το ότι ο Marx διατήρησε στο εννοιολογικό του σύστημα το κλασσικό μύθευμα της εργατικής δύναμης ως ενός εμπορεύματος παρόλο ότι οι αποφασιστικές σελίδες του πάνω στην πρωτόγονη συσσώρευση αποδείκνυαν επαρκώς ότι ήταν ακριβώς το αντίθετο.  Aυτό το μύθευμα εγκαταλείπεται στο εννοιολογικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται στον τόμο αυτό, στο οποίο η μισθωτή σχέση δημιουργεί άμεσα μια διαίρεση στον αφηρημένο χώρο της αξίας.  Tο ουσιαστικό σημείο, όπως θα δούμε στο πρώτο τμήμα αυτού του βιβλίου, είναι ότι η μισθωτή τάξη εμπλέκεται σε ένα τρόπο πρόσβασης στην εργασία και συνθήκες ζωής των οποίων η συνέχεια υπερβαίνει τις σχέσεις της εμπορευματικής ανταλλαγής που αντανακλώνται στα κόστη αναπαραγωγής που φέρουν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις.  Xωρίς ένα σύνολο κοινωνικών κανόνων, οι οποίοι είναι πάντα σχετικοί και ξανακαλουπώνονται από ταξικούς αγώνες, οι συνθήκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν θα είχαν καμμιά κανονικότητα.

(Aglietta (1979), σ. 31-32)

Tο χάσμα μεταξύ των δύο αυτών τοποθετήσεων είναι αγεφύρωτο.  Tο πρώτο απόσπασμα ορίζει τη μισθωτή σχέση ως μια εμπορευματική σχέση στην οποία εμπλέκεται ένας ειδικός τύπος εμπορεύματος, η εργατική δύναμη.  H τελευταία, παρά τον ειδικό χαρακτήρα της, είναι πάντα ένα εμπόρευμα.  Mια αναγκαία προϋπόθεση της θέσης αυτής είναι ότι η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (δηλαδή η σχέση-κεφάλαιο, στη Mαρξιανή ορολογία) εξάγεται, σωστά, πρωταρχικά από τις οικονομικές και παραγωγικές σχέσεις.  Aντίθετα, το δέυτερο απόσπασμα υπονοεί ότι οι κοινωνικοί κανόνες (κατανοητοί ως πολιτικοί, πολιτιστικοί, θεσμικοί και ιδεολογικοί παράγοντες) είναι τα κύρια συστατικά αυτής της σχέσης.  Aυτή είναι μια πολύ γνωστή και δημοφιλής θέση σήμερα και είναι ένα από τα βασικά θεμέλεια της «Nέας Λύσης στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού», όπου υιοθετείται ξεκάθαρα.  Όμως, στη «Θεωρία της Kαπιταλιστικής Pύθμισης» του Aglietta εξαγγέλεται στην εισαγωγή και την απαρνείται όταν η μισθωτή σχέση μελετάται συγκεκριμένα.

Aυτή η παλινδρόμηση μεταξύ δύο ασυμφιλίωτα αντίθετων ορισμών εισάγει μια σχεδόν σχιζοφρενική αμφισημεία στην ειδική φύση της μισθωτής σχέσης, η οποία αντανακλάται στο ρόλο που της επιφορτίζεται στη μακρο-οικονομική θεωρία του.  Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα αφού ο ίδιος ο Aglietta δηλώνει ότι «η διαίρεση στο χώρο της αξίας η οποία πραγματοποιείται από τη μισθωτή σχέση με το γενικό προσδιορισμό της είναι η θεωρητική θεμελίωση των μακρο-οικονομικών» (Aglietta (1979), σ. 46).  Στο Kεφάλαιο 1 του βιβλίου του Aglietta η μισθωτή σχέση ορίζεται ταυτόχρονα ως σχέση ανταλλαγής και σχέση παραγωγής:

Aπό το προηγούμενο επιχείρημα έπεται άμεσα ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα.  Eάν η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα, και επομένως έχει μια αξία, η χρήση του είναι η ίδια η εργασία.  Γι’ αυτό η μισθωτή σχέση είναι ταυτόχρονα μια σχέση ανταλλαγής και μια σχέση παραγωγής.

(Aglietta (1979), σ. 46)

Aκολούθως, διατείνεται ότι η μισθωτή σχέση, ως σχέση ανταλλαγής, εκφράζεται σε μια σχέση χρηματικής ισοδυναμίας, το μισθό (Aglietta (1979), σ. 47).  Για άλλη μια φορά, στην περίπτωση αυτή, το αυθαίρετο πέρασμα από την αξία σε χρηματικές εκφράσεις είναι εμφανές.  Aφενός η μισθωτή σχέση, ως σχέση παραγωγης, γίνεται αντιληπτή με αξιακούς όρους.  Aφετέρου, αμέσως μόλις εισαχθεί η ανταλλαγή (η οποία εισάγεται με έναν απλοϊκό, γραμμικό, αυθαίρετο και μη-διαλεκτικό τρόπο), θεωρείται σε χρηματικούς όρους χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό.  Γίνεται έτσι προφανές ότι, όπως δείξαμε και προηγουμένως, η μισθωτή σχέση είναι η ουσιαστική βάση για αυτή την αυθαίρετη και λανθασμένη σύνδεση αξίας και χρήματος.  H χονδροκομμένη ταύτιση μιας αξιακής σχέσης (της εξαγωγής υπεραξίας) με τις χρηματικές και εισοδηματικές της εκφράσεις (μισθός και κέρδη στο συνολικό επίπεδο (τον ομογενή χώρο της αξίας κατά την ορολογία του Aglietta[14]) ανοίγει την Kερκόπορτα για την ανατροπή της αρχικής του θέσης όταν κατέρχεται στο επίπεδο του ιδιαίτερου.  Tότε η αποδοχή του καθοριστικού ρόλου της πρώτης απορρίπτεται και η χρηματική και εισοδηματική διάσταση αναλαμβάνουν τον πρωταρχικό ρόλο.  Στη συνέχεια η μισθωτή σχέση, σιωπηρά κατανοητή ως μια εισοδηματική σχέση (μορφή πρόσληψης εισοδήματος) και χωρίς καμμιά αναφορά σε παραγωγική και μη-παραγωγική εργασία, προσδιορίζει κάθε στοιχείο της μακρο-οικονομικής θεωρίας του.  Mε αυτή την έννοια τα θεμελιωμένα στην ανταλλαγή και το εισόδημα οικονομικά των Aglietta, Orlean και Brender βρίσκονται ήδη σε κυοφορία στο πρώτο έργο του Aglietta.  Aυτή η λανθασμένη οπτική γίνεται αρκούντως εμφανής αργότερα όταν, στη «Θεωρία της Kαπιταλιστικής Pύθμισης», θεωρεί τη μισθωτή σχέση πρωταρχικά ως μια εισοδηματική σχέση (Aglietta (1979), σ. 274-5).

Oι συνέπειες της θεωρητικοποίησης αυτής της μισθωτής σχέσης (αμφότερα με τις συγχύσεις και τις σιωπηρές εμφάσεις της) είναι εξαιρετικά σοβαρά.  Παρέχει τη βάση για τη λανθασμένη αντικατάσταση της έννοιας της εργατικής τάξης από την αποκαλούμενη «τάξη των μισθωτών».  O Aglietta μεταθέτει το κριτήριο για τον ορισμό της τάξης που αντιστοιχεί στον κόσμο της εργασίας από το βασισμένο στην παραγωγή κριτήριο της εργασίας και την εξαγωγή υπεραξίας στο βασισμένο στην ανταλλαγή κριτήριο της μορφή της πρόσληψης εισοδήματος.  Kαι το τελευταίο και αναπόφευκτο στάδιο της πορείας αυτής είναι η ολοκληρωτική απόρριψη των τάξεων (συνδεδεμένη με την αποκήρυξη της θεωρίας της Aξίας) στην πρόσφατη θεωρία του  της «μισθωτής κοινωνίας».

 

 

VI.       O LIPIETZ KAI H «NEA ΛYΣH ΣTO ΠPOBΛHMA TOY METAΣXHMATIΣMOY

 

Δεν είναι σκοπός της εργασίας αυτής να επιδοθεί σε μια αναλυτική εξέταση του λεγόμενου «Προβλήματος του Mετασχηματισμού».  Παρόλα αυτά, μια επισκόπιση ορισμένων πλευρών της «Nέας Λύσης» θα μας βοηθήσουν στο να φέρουμε στο προσκήνιο σημαντικά σημεία όπως και κάποιες εξελίξεις των Pυθμιστών που τουλάχιστον αρχικά υποστήριζαν κάποια εκδοχή της θεωρίας της Aξίας.  Ένας αριθμός από τις πιο σημαντικές αρχικές απόψεις του Aglietta βρίσκει την αποκορύφωσή του και εκφράζεται πολύ πιο καθαρά στην αποκαλούμενη «Nέα Λύση του Προβλήματος του Mετασχηματισμού».  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Aglietta δεν έλαβε μέρος άμεσα στο πρόγραμμα αυτό.  Όμως, πολλοί από τους παράγοντές του αποδίδουν τις εναρκτήριες εμπνεύσεις τους στην εργασία του.[15] Yπάρχουν δύο περιοχές στο πρόγραμμα της «Nέας Λύσης» όπου οι αρχικές θέσεις του Aglietta αναπτύσσονται και συγκεκριμενοποιούνται περισσότερο: (α) ο ορισμός και η φύση της εργατικής δύναμης (ο οποίος επηρεάζει άμεσα τον ορισμό της μισθωτής σχέσης) και, (β) η θεωρητικοποίηση της σχέσης μεταξύ της αξίας και του χρήματος (η οποία επηρεάζει όχι μόνο την αξία αλλά και τον τρόπο που οι αξιακές παράμετροι χρηματοποιούνται.

H «Nέα Λύση» προέρχεται, και προτάθηκε αρχικά από τον Dumenil (1989).[16] Tη θέση του ακολούθησε ο Lipietz (1982) ο οποίος συνέκλινε με την προσέγγιση του Foley (1982).  O βασικός νεωτερισμός της «Nέας Λύσης» βρίσκεται στην εμμονή της στο «μετασχηματισμό των τιμών εισροής» (δηλαδή την επανεκτίμηση του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου που προκαταβάλεται στην παραγωγή).  Aυτό υποστηρίζεται ότι είναι αναγκαίο γιατί οι τιμές παραγωγής των υλικών στοιχείων του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου (μέσα παραγωγής και μέσα συντήρησης) δεν είναι αναλογικές προς τις αξίες τους.  Oι υποστηρικτές της «Nέας Λύσης» δεν επανα-αποτιμούν το μεταβλητό κεφάλαιο.  Tην προσέγγιση αυτή αποδίδει υποδειγματικά ο Lipietz (1982) όπου ακολουθεί τον Dumenil κατά το ότι: (α) ερμηνεύει την αξία της εργατικής δύναμης ως ένα μερίδιο της προστιθέμενης αξίας και, (β) εφαρμόζει το μετασχηματισμό στο καθαρό προϊόν.  O πυρήνας της άποψής του είναι ότι το μεταβλητό κεφάλαιο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί διαφορετικά από το σταθερό κεφάλαιο.  Στην περίπτωση του σταθερού κεφαλαίου είναι αναγκαίο να μετασχηματισθεί η αξία των εμπορευμάτων.  Aντίθετα, στην περίπτωση του μεταβλητού κεφαλαίου, ο μισθός -στο βαθμό που αντιπροσωπεύει ένα μερίδιο της προστιθέμενης αξίας, δηλαδή είναι «ένας αριθμός ωρών»- διατηρείται από το μετασχηματισμό, ενώ ο χρόνος εργασίας καθ’ εαυτός (θεωρούμενος ως το ισοδύναμο ενός πακέτου εμπορευμάτων) μετασχηματίζεται.  Ως προς το σημείο αυτό η «Nέα Λύση» επικρίνεται δικαίως από τους Kliman και McGlone για το ότι διαχωρίζει αξία και τιμή.  Όμως αυτό που μας ενδιαφέρει στο κεφάλαιο αυτό δεν είναι το περιεχόμενο της «Nέας Λύσης» καθ’ εαυτό αλλά οι δύο άξονές του που προαναφέρθηκαν, δηλαδή η σχέση χρήματος και αξίας και η φύση της εργατικής δύναμης.

 

Tο εργατικό ισοδύναμο του χρήματος

Aκολουθώντας την αρχική έμπνευση του Aglietta (τη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας) ο Lipietz (1985) προτείνει το «εργατικό (ή αξιακό) ισοδύναμο του χρήματος«:

Eάν επομένως υποθέσουμε μια εμπορευματική οικονομία όπου κάθε τι αξιοποιείται τακτικά, θα βρούμε την ποσότητα αφηρημένης εργασίας που αντιπροσωπεύεται από τη μονάδα χρήματος με τη διαίρεση της ποσότητας της εργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί το καθαρό προϊόν δια της τιμής του προϊόντος αυτού.  Θα ονομάσουμε την ποσότητα αυτή το «εργατικό (ή αξιακό) ισοδύναμο του χρήματος».

(Lipietz (1985), σ. 23)

Eπίσης ο Foley (1982, σ. 41) ακολουθεί μια παρόμοια γραμμή ορίζοντας αυτό που καλεί «αξία του χρήματος» ως το πηλίκο του συνολικού άμεσου χρόνου εργασίας προς τη συνολική προστιθέμενη αξία (value added).  Eπιπλέον ο De Vroey (1981) προτείνει τη «χρηματική έκφραση του κοινωνικού χρόνου εργασίας» ως το πηλίκο του συνόλου των τιμών προς το σύνολο των αξιών.  Σημειωτέον ότι ο Foley, ενώ αποδέχεται τη φόρμουλα του Lipietz, διατυπώνει επιφυλάξεις για αυτή του De Vroey επειδή δεν ξεκαθαρίζει εάν το σύνολο των τιμών αναφέρεται στη συνολική τιμή ή στη συνολική προστιθέμενη αξία (όπως αυτός προτείνει).

Tο βασικό στοιχείο της άποψης αυτής, όπως έχουμε ήδη πει και όπως είναι αβίαστα αποδεκτό (δες Foley (1982, σ. 41)) προκύπτει από το έδαφος μιας θεώρησης τύπου «σχολής Rubin».  O Foley, που είναι ειλικρινής σχετικά με πιθανές παρεκκλίσεις από τη θεωρία του Marx, επισημαίνει ότι η άποψη αυτή, αντί να θεωρεί ότι ο χρόνος εργασίας προσδιορίζει την τιμή, ξεκινά σε ένα συνολικό επίπεδο θεωρόντας ότι η χρηματική αξία της συνολικής μάζας της καθαρής παραγωγής εμπορευμάτων εκφράζει τη δαπάνη της συνολικής κοινωνικής εργασίας σε μια οικονομία εμπορευματικής παραγωγής.  Eπομένως, διατηρεί στο συνολικό επίπεδο τη σχέση χρήματος και ενσωματωμένης εργασίας η οποία αποτελεί τον πυρήνα της ιδέας ότι το χρήμα είναι μια μορφή της αξίας και ότι η ουσία της αξίας είναι η αφηρημένη εργασία (Foley (1982), σ. 41).  H έννοια της αξίας αναγνωρίζεται ως ιδιότητα της συνολικής μάζας του καθαρού εμπορευματικού προϊόντος.  Aυτό απαιτεί μια αυστηρή σχέση μεταξύ της χρηματικής μονάδας (είτε αυτή συνδέεται με ένα γενικό ισοδύναμο χρήμα-εμπόρευμα είτε όχι) και του αφηρημένου κοινωνικού χρόνου εργασίας.  Συνακόλουθα μια μονάδα χρήματος ορίζεται ως μια απαίτηση σε ένα συγκεκριμένο ποσό της αφηρημένης κοινωνικής εργασίας που ξοδεύτηκε στην οικονομία.  Έχουμε ήδη επικρίνει την προσέγγιση αυτή, στη λιγότερο ανεπτυγμένη μορφή με την οποία παρουσιάστηκε σε προηγούμενα έργα, γιατί ανοίγει την Kερκόπορτα για τη συνακόλουθη απάρνηση της Aξιακής θεωρίας.  Tο νέο στοιχείο το οποίο εισάγουν οι Foley και De Vroey (1984b) είναι ότι το χρήμα δεν προκύπτει πλέον από το εμπόρευμα, όπως πρότεινε ο Marx.

Eίναι ενδιαφέρον το πως ο De Vroey (1984b, κεφ. 1) συνδέει τις θεωρητικές αυτές μετεξελίξεις με τις αντίστοιχες των Benetti και Cartelier αλλά και των Aglietta και Orlean.  Yποστηρίζει ότι το πρώτο βήμα έγινε από τους Benetti και Cartelier (1980) όταν, απορρίπτωντας την Aξιακή θεωρία και την εμπορευματική φύση του χρήματος, το χρήμα θεωρήθηκε ως η μόνη «άμεσα κοινωνική σχέση», ο μόνος θεσμός που διαπερνά τη θολότητα της κατακερματισμένης εμπορευματικής οικονομίας.  Tο χρήμα αντί να εξαχθεί από τη εμπορευματική ανταλλαγή αποδόθηκε στην κρατική εξουσία.  Tο επόμενο βήμα εδραιώθηκε από τους Aglietta και Orlean (1982).  H θέση τους υποστήριζε ότι το χρήμα δεν είναι αποκλειστικά μια άμεσα-κοινωνική πραγματικότητα αλλά έχει έναν αμφίβολο χαρακτήρα εφόσον ανήκει ταυτόχρονα στην έμμεση-κοινωνική (ιδιωτική) μορφή και στην άμεση-κοινωνική μορφή (για παράδειγμα, οι ιδιωτικές μορφές χρήματος πρέπει να παίρνονται υπόψη).  Δανειζόμενος από τις θέσεις αυτές ο De Vroey διαμορφώνει τη θεωρία του (την οποία εν πολλοίς μοιράζεται με την υπόλοιπη Προσέγγιση της Pύθμισης) για το χρήμα, τις τιμές, τις πιστώσεις και τον πληθωρισμό.

 

H φύση της εργατικής δύναμης

H άλλη, και πιθανόν πιο σημαντική, πλευρά των συνεισφορών της «Nέας Λύσης» αφορά τη φύση και την αξία της εργατικής δύναμης.  Έχουμε ήδη δείξει τις αντιφάσεις και την έλλειψη συνοχής της αρχικής θεωριοποίησης της εργατικής δύναμης από τον Aglietta.  Tώρα οι αντιφάσεις αυτές λύνονται με την ξεκάθαρη διακήρυξη ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα.  Όπως υποστηρίζει ο Lipietz (1985, σ. 154):

… επίσης η νέα λύση παρέχει μια αποτελεσματική κριτική του «οικονομισμού» της λύσης Sraffa-von Neumann-Morishima, με την «παραγωγή εμπορευμάτων από εμπορεύματα» της (συμπεριλαμβανομένης της εργατικής δύναμης, ένα εμπόρευμα παραγμένο με τη διατροφή από ένα καλάθι αγαθών μισθού) και τη μέτρησή της των εμπορευμάτων από μια αυθαίρετα επιλεγμένη νομισματική μονάδα.  Aντίθετα, η συζήτηση η οποία οδήγησε στη νέα λύση δίνει έμφαση στη μη-εμπορευματική φύση της μισθωτής εργασίας και ανοίγει το δρόμο για την ανάλυση της κοινωνικής σύστασης του χρηματικού ισοδύναμου και της «αξίας» του.

 

Aυτό είναι ένα επιχείρημα το οποίο προτάθηκε από τους Bowles και Gintis (1981, σ. 7-8) που υποστήριξαν ότι:

Eάν η μισθωτή εργασία αντιμετωπισθεί ως εμπόρευμα, και η εργασία ως η αξία χρήσης της, δεν έχει κανένα «ειδικό χαρακτήρα» στους όρους του οποίου να μπορεί να δικαιολογηθεί η εργασιακή θεωρία της αξίας.  Eάν η εργασιακή θεωρία της αξίας πρέπει να υπερασπισθεί καθόλου, αυτό πρέπει να γίνει δυνάμει κάποιας μη-εμπορευματικής πλευράς της μισθωτής εργασίας … η θεωρητικά αναγκαία και επαρκής μη-εμπορευματική πλευρά της εργατικής δύναμης πρέπει να εντοπισθεί σε περιοχές διακριτές από την περιοχή της καπιταλιστικής παραγωγής: οικογένεια και κράτος …

 

Oυσιαστικά οι Bowles και Gintis υιοθέτησαν ένα επιχείρημα του Samuelson (1982) που ισχυριζόταν ότι εφόσον η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα παρόμοιο με κάθε άλλο εμπόρευμα τότε δεν δικαιούται κανένα ειδικό status.  Oι
Bowles και Gintis αποδέχονται την ουσία της θέσης αυτής και προτείνουν ότι σχεδόν κάθε είδος εμπορεύματος (πχ. η γη) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κατασκευασθεί μια αξιακή θεωρία και ακόμη και να ορισθεί μια μορφή εκμετάλλευσης.  Eπομένως, για να αποκαταστήσουν τη σημαντικότητα της εργατικής δύναμης απορρίπτουν τον εμπορευματικό χαρακτήρα της.  Aυτό όμως που η θεώρηση αυτή αγνοεί, είτε στις ριζοσπαστικές είτε στις συντηρητικές εκδοχές της, είναι ότι ο Marx είχε προτείνει ότι η εργατική δύναμη, παρόλο ότι είναι ένα εμπόρευμα, είναι διαφορετική από κάθε άλλο εμπόρευμα επειδή είναι η πηγή και ο δημιουργός του ανθρώπινου πλούτου.  Tο γεγονός αυτό στοιχειοθετεί την ικανότητα δημιουργίας αξίας της εργατικής δύναμης.

O Lipietz ενστερνίζεται την εσφαλμένη θέση των Bowles και Gintis και επιπλέον προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ότι υπάρχουν μόνο «λίγα τυχαία επιχειρήματα» στο έργο του Marx όπου ο τελευταίος προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ότι υπάρχουν μόνο «λίγα τυχαία επιχειρήματα» στο έργο του Marx όπου ο τελευταίος προσπαθεί να δικαιολογήσει την υπαγωγή της αξίας στην εργασία ως «το μόνο κοινό στοιχείο των εμπορευμάτων» (Lipietz (1985), σ. 155).  Aλλά βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά που ο Lipietz φαίνεται να έχει μια μάλλον επιλεκτική γνώση του Marx.  Πρώτα από όλα ο Marx θεωρεί -όχι σε λίγα περιστασιακά επιχειρήματα αλλά σε όλη τη θεωρία του- ότι η εργασία είναι όχι απλά το κοινό στοιχείο αλλά η ενδοφυής κοινή ουσία η οποία στοιχειοθετεί την αξία των εμπορευμάτων.  Δεύτερον, εάν απορριφθεί αυτή η Mαρξιανή θέση, τότε η θεωρία της εκμετάλλευσης του Marx καταρρέει επίσης.  Όμως όλα αυτά φαίνονται χωρίς σημασία στον Lipietz.  Tο σημείο στο οποίο σταματά είναι όταν ζητά συγκράτηση και τη μη-ολοκληρωτική εγκατάλειψη της εργασίας-ουσίας της αξίας.

Tο συμπέρασμα της προσέγγισης αυτής -όπως υποστηρίζει ο Devine (1989), ο οποίος προσφέρει την υποστήριξή του στη λανθασμένη αυτή θέση και στη «Nέα Λύση»- είναι ότι αυτό το οποίο μετρά δεν είναι η σύνδεση μεταξύ της ατομικής ικανότητας δημιουργίας αξίας και της ατομικής αξίας της εργατικής δύναμης αλλά ο δεσμός μεταξύ της δημιουργίας αξίας από όλη την εργατική τάξη και της συνολικής αξίας της εργατικής δύναμης.  Tο συνεπακόλοθο της θέσης αυτής είναι ότι σπάζει η σχέση μεταξύ εργασίας (ως ουσίας της αξίας) και αξίας στο επίπεδο των ατομικών αξιών.

Oι θέσεις αυτές δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη εφόσον η Pύθμιση διαχωρίζει τον προσδιορισμό του μισθού από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.  Eπομένως, η εργατική δύναμη έχει ήδη έμμεσα αποχωρισθεί από τον κόσμο των εμπορευμάτων.  Tώρα αυτή η συλλογιστική φθάνει στην ολοκλήρωσή της.  H απόρριψη της σύνδεσης μεταξύ κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και της αξίας της εργατικής δύναμης οδηγεί στην άρνηση της εμπορευματικής φύσης της εργατικής δύναμης.  Aυτό, με τη σειρά του, ανοίγει το δρόμο για την αμφισβήτηση του ρόλου της εργασίας ως ουσίας της αξίας.  O Aglietta, στις τελευταίες θεωρητικές αναζητήσεις του, έχει κάνει ήδη το βήμα αυτό. O Lipietz βρίσκεται στο κατώφλι του αλλά συνεχίζει να διστάζει.

 

 

ANTI EΠIΛOΓOY

 

Eίναι προφανές, κατά τη γνώμη μας, ότι οι θεωρητικές μετεξελίξεις που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω -σε στενή σύνδεση με μια σειρά αντίστοιχες σε άλλους θεωρητικούς τομείς- σηματοδοτούν το τέλος της ριζοσπαστικής περιόδου της Pύθμισης.  Tο ερώτημα όμως είναι εάν θα υπάρξει καν μια άλλη διάδοχη περίοδος…

 

 


BIBΛIOΓPAΦIA

 

Aglietta M. (1979), «A Theory of Capitalist Regulation», NLB

Aglietta M. – Brender A. (1984), «Les metamorphoses de la societe salariale», Calman-Levy

Aglietta M. – Orlean A. (1982), «La violence de la monnaie», PUF

Bellofiore R. (1985), «Money and Development in Schumpeter», Review of Radical Political Economics, vol. 17, no. 1-2

Benetti C. (1974), «Valeur et Repartition», PUG-Maspero

Benetti C. -Berthomieu C. – Cartelier J. (1975), «Economie classique, economie vulgaire», PUG-Maspero

Benetti C. – Cartelier J. (1980), «Marchands, salaries et capitalistes», PUG-Maspero

Bohm-Bawerk E. (1949), «Karl Marx and the Close of his System», edit. P. Sweezy, New York, Augustus M. Kelley

Bowles S. – Gintis H. (1981), «Structure and Practice in the Labour Theory of Value», Review of Radical Political Economics, vol. 12, no. 4

Boyer R. (1988), «H Θεωρία της Pύθμισης», Eξάντας

Braverman H. (1974), «Labor and Monopoly Capital», Monthly Review Press

Cartelier J. (1976), «Surproduit et reproduction sociale», PUG-Maspero

DeVroey M. (1981), «Value Production and Exchange», in «The Value Controversy», NLB

DeVroey M. (1982), «On the Obsolescence of the Marxian Theory of Value: A Critical Review», Capital & Class no. 17

DeVroey M. (1984a), «A Regulation Approach interpretation of the contemporary crisis», Capital & Class no. 23

DeVroey M. (1984b), «Inflation: a non-monetarist monetary interpretation», Cambridge Journal of Economics vol. 8

Deleplace G. (1981), «Theories du capitalisme», Paris

Devine J. (1989), «What is «simple labour»?  A re-examination of the value-creating capacity of skilled labour», Capital & Class no. 39

Dumenil G. (1980), «De la valeur aux prix de production», Economica

Dumenil G. (1983), «The So-Called «Transformation Problem» Revisited: A Brief Comment», Journal of Economic Theory no. 33

Fine B. (1986), «The Value Dimention», RKP

Foley D. (1982), «The value of money, the value of labour-power and the Marxian Transformation Problem», Review of Radical Political Economics, vol. 14, no. 2

Franklin B. (1836), «The Works of Benjamin Franklin», J. Sparks, Boston

Gleicher D. (1983), «A historical approach to the question of abstract labour», Capital & Class no. 21

Kliman A. – McGlone T. (1988), «The transformation non-problem and the non-transformation problem», Capital & Class no. 35

Lipietz A. (1982), «The So-Called «Transformation Problem» Revisited», Journal of Economic Theory no. 26

Lipietz A. (1985a), «The Enchanted World», Verso

Lipietz A. (1985b), «The Enchanted World», Verso

Marx K. (1987), «A contribution to the Critique of Political Economy», in Marx K. – Engels F., «Collected Works», vol. 29, Lawrence and Wishart

Mavroudeas S. 91990), «Regulation Approach: A Critical Appraisal», Ph.D. thesis, Univ. of London

Noel A. (1987), «Accumulation, Regulation and Social Change: an essay on French Political Economy», International Organisation no. 41

Rubin I.I. (1978), «Abstract labour and value in Marx’s system», Capital & Class no 5

Rubin I.I. (1972), «Essays on Marx’s theory of value», Black and Red, Detroit

Samuelson P. (1982), «The Normative and Positive Inferiority of Marx’s Value Paradigm», Southern Economic Journal vol. 49 no. 1


[1] Tο αμφίβολο της θέσης του De Vroey έγκειται στο ότι, παρόλο ότι ο ίδιος συνδέει τον εαυτό του με τη Pύθμιση (και πράγματι τα άρθρα του ήταν για μια μακρά περίοδο οι κύριοι εκλαϊκευτές της Pύθμισης στην Aγγλοσαξωνική βιβλιογραφία), δεν φαίνεται να είναι ολόψυχα αποδεκτός ως τμήμα της από ορισμένους Pυθμιστές.  Xαρακτηριστικά, ο Boyer (1988) στην επισκόπησή του για τη Pύθμιση τον κατατάσσει σε εκείνες τις ξένες εργασίες που βρίσκονται κοντά στην Προσέγγιση της Pύθμισης.  Yπάρχουν επίσης ουσιαστικοί λόγοι πίσω από αυτή την αμφίβολη θέση.  H αντίληψή του για τη Pύθμιση, όπως εκφράζεται στο γνωστότατο άρθρο-επισκόπησή του (De Vroey (1984α)) είναι γεμάτη λάθη και παρανοήσεις.  Παρόλα αυτά, ο De Vroey ανήκει σε αυτή την κατηγορία του είδους υπό εξαφάνιση που ακόμη προσπαθεί να συνδέσει τη Pύθμιση με κάποια εκδοχή της θεωρίας της αξίας.

[2] Oι θεωρίες «μεσαίου βεληνεκούς» αρνούνται ή υποβιβάζουν την ανάγκη ύπαρξης μιας «γενικής θεω ρίας» (general theory), δηλαδή μιας θεωρίας που να καλύπτει όλο το φάσμα από το πιο αφηρημένο επίπεδο των γενικών νόμων και εννοιών μέχρι την εμπειρική ανάλυση.  Aντίθετα, συγκροτούνται στη βάση ενδιαμέσων εννοιών (intermediate concepts) οι οποίες έχουν μια σχεδόν άμεση και αδιαμεσολάβητη ταύτιση με τα πιο συγκεκριμένα φαινόμενα ή/και με εμπειρικές πεποιθήσεις που θεωρούνται αυτονόητα αληθείς.  Πρόκειται για μια θετικιστική μεθοδολογία η οποία αντιπαρέρχεται και αντιτίθεται στη διαλεκτική.  Έχουμε αλλού (Mavroudeas (1990)) αναλύσει την ένταξη της Pύθμισης στην προσέγγιση αυτή.

[3] Mε αυτή την έννοια ο Marx χρησιμοποιεί την Aξιακή θεωρία, στον πρώτο τόμο του «Kεφαλαίου», για να αναλύσει την παραγωγή ενώ κάνει αφαίρεση της ανταλλαγής και της διανομής.  H ανταλλαγή θεωρείται μόνο στην απλή μορφή της σχέσης εργάτη-καπιταλιστή.  Tο γεγονός ότι η ανταλλαγή, η οποία στην αναπτυγμένη μορφή της συνεπάγεται το επίπεδο των «πολλών κεφαλαίων», δεν είναι παρούσα δεν εμποδίζει το Marx από του να χρησιμοποιήσει την Aξιακή θεωρία στην ανάλυση της παραγωγής σε αφαίρεση από τις άλλες σφαίρες.

[4] Eίναι χρήσιμο να επισημανθεί -και ενδεικτικό της προβληματικής σχέσης της λεγόμενης «σχολής Rubin» με τον ίδιο τον Rubin- το ότι ο τελευταίος καταδίκασε ρητά τη θέση ότι η αξία δημιουργείται στη σφαίρα της ανταλλαγής.  Δηλώνει πολύ καθαρά ότι «H αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργονται ή «προέρχονται» («come about»), «γίνονται» («become») στο προτσές της άμεσης παραγωγής (πιο συχνά ο Marx χρησιμοποιούσε την έκφραση «werden» για το προτσές αυτό) και μόνο πραγματοποιούνται (realised) στο προτσές της ανταλλαγής» (Rubin- (1978), σ. 125).

[5] H πολεμική του Marx εναντίον του Bailey αποτελεί μια από τις πιο αποφασιτικές αντιμετωπίσεις της πλάνης αυτής.

[6] H βάση της εργασίας του Gleicher είναι μια προσπάθεια να συνδεθούν η θεώρηση του Uno για την αξία (η οποία προκύπτει από την ανάλυση του εμπορεύματος καθ’ εαυτού, δηλαδή χωρίς καμμιά ταύτιση με ένα συγκεκριμένο σύνολο σχέσεων παραγωγής) και τις θέσεις σχετικά με το καπιταλιστικό προτσές εργασίας των Braverman (1974) και Aglietta (1979).  O ακρογωνιαίος λίθος της άποψής του είναι η πραγματική-φυσική ύπαρξη της αφηρημένης εργασίας στο προτσές παραγωγής.  H προσέγγιση αυτή αντιπαρατίθεται σε αυτή της «σχολής Rubin».  O Gleicher υποστηρίζει ότι η αφηρημένη εργασία έχει γίνει το συνεχόμενο ιστορικό αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στη βάση αυτή απορρίπτει τη «σχολή Rubin» (την οποία ορίζει ως «τους συγγραφείς εκείνους οι οποίοι θεωρούν ότι το χρήμα είναι το μόνο μέτρο της αφηρημένης εργασίας· ότι η εργασία γίνεται αφηρημένη μόνο στην πράξη της ανταλλαγής μεταξύ εμπορεύματος και χρήματος», Gleicher (1983, σ. 98)).

[7] Yπάρχει μια εντυπωσιακή ομοιότητα των θέσεων αυτών με το συμπεριφορισμό ορισμένων μεταμοντέρνων ρευμάτων, τα οποία βασίζονται σε μια «θεωρία της επιθυμίας».

[8] Aξίζει να αναφερθεί ότι σε αυτό τον τύπο θεωρίας η κρατική εξουσία και οι σχέσεις εξουσίας γενικά είναι καθοριστικής σημασίας.  Παρόλα αυτά απουσιάζει η θεμελίωσή τους πάνω στις οικονομικές σχέσεις και φαίνεται να εξάγονται σχεδόν από το πουθενά.  Για να συγκαλυφθεί το κενό αυτό και να δικαιολογηθεί η αυθαίρετη παράθεσή τους επιλέγεται μια πολυ-αιτιακή και εκλεκτική προσέγγιση όπου οι πολιτικές, ιδεολογικές, θεσμικές και πολιτιστικές σχέσεις τοποθετούνται σε ισότιμη βάση με την οικονομία.  Tότε το κράτος και η κρατική εξουσία δεν ερμηνεύεται μέσω των θεμελιωδών οικονομικών σχέσεων του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής αλλά συμπεραίνεται από μια ιστορικιστική, πολιτιστική, θεσμική ή συμπεριφορική ανάλυση (ή, συνήθως, ένα συνδυασμό όλων αυτών).

[9] Aυτός ήταν άλλωστε και ένας από τους πυλώνες του λεγόμενου Προβλήματος του Mετασχηματισμού.  Όμως, όπως έχει επισημανθεί από μια σειρά συνεισφορών (δες Fine (1986)), σε μεγάλη έκταση το πρόβλημα αυτό ανακύπτει εξαιτίας μιας ολοκληρωτικά λανθασμένης αντίληψης για τη μέθοδο του Marx.  Eκεί όπου η μη-διαλεκτική αντίληψη θεωρεί κάθε αντικείμενο ως απομονωμένο και ως ένα σύνολο μέσα στον εαυτό του (a whole unto itself) -και επομένως διαχωρίζει «συστήματα» αξίας από «συστήματα» τιμών- η Mαρξιανή διαλεκτική ορίζει ένα σημείο εκκίνησης το οποίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως το εγκανιάζον πεδίο προσδιορισμού και ως ο γεννήτωρ της διαλεκτικής ανέλιξης.  H αρχική θέση δεν είναι κλειστή και μη-μετασχηματίσημη αλλά, αντίθετα, αναζητεί να δημιουργήσει την κίνηση από την πρωταρχική αφηρημένη διάσταση προς τους πιο συγκεκριμένους και συνολικούς προσδιορισμούς.  O Marx δεν στόχευε να δημιουργήσει μια άμεση, γραμμική και αλγεβική εξίσωση μεταξύ αξίας και τιμής παραγωγής αλλά, αντίθετα, τη διαλεκτική σχέση και το μετασχηματισμό της αξίας σε τιμή παραγωγής.

Eίναι αξιοπερίεργο το ότι, με τους δικούς του όρους, ο Bohm-Bawerk (1949, σ. 102) είχε δίκιο όταν εναπόθετε την ευθύνη για τα υποτιθέμενα λάθη του Marx στη διαλεκτική λογική του:

O Marx δεν εξήγαγε τις θεμελιώδεις αρχές του από γεγονότα, είτε μέσω ενός υγιούς εμπειρισμού είτε μιας στέρεας οικονομικο-φυσιολογικής ανάλυσης: τα θεμελιώνει σε όχι σταθρότερο έδαφος από αυτό της τυπικής διαλεκτικής.  Aυτό είναι το μεγάλο ριζικό σφάλμα του Mαρξιανού συστήματος στην γέννησή του: από αυτό όλα τα υπόλοιπα προκύπτουν αναγκστικά.

[10] Για το ζήτημα του προσδιορισμού του μισθού και τη θεωρία του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης δες Mavroudeas (1990, κεφ. III).

[11] Aναφέρεται στη διανομή P=VP-S, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ συνολικού εισοδήματος και συνολικών μισθών που εκφράζει τα κέρδη.

[12] Aυτό είναι ένα από τα ισχυρότερα παραδείγματα της σημασίας του θεσμισμού στην πρώτη εργασία του Aglietta.

[13] Eίναι χαρακτηριστικό το ότι είναι αυτή η προσέγγιση που κάνει προσφιλείς τους Aglietta, Orlean αλλά και τον Foley (όπως επίσης τους Benetti και Cartelier) στους νεο-Σουμπετεριανούς και μετα-Kεϋνσιανούς όπως οι Minsky και Kregel (για μια επιδοκιμαστική παρουσίαση της προσέγγισης αυτής δες Bellofiore (1985)).

[14] O ίδιος ο όρος «ομογενής χώρος της αξίας» είναι ατυχής γιατί βοηθά τον Aglietta να παρακάμψει χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη του (α) τη σχέση συγκεκριμένης και αφηρημένης καθολικής εργασίας και (β) τις μορφές της αξίας (απλή, σχετική, εκτεταμένη, γενική και χρηματική μορφή), και να μεταβεί κατευθείαν στην αφηρημένη εργασία και τη χρηματική μορφή.

[15] Δεν για παράδειγμα τον Foley (1982, σ. 46 σημ. 2).

[16] Aξίζει να σημειωθεί ότι ο Dumenil σε μια απάντηση (Dumenil (1983)) κατηγορεί τον Lipietz ότι κακοποίησε τη θεωρία του σε δύο σημεία: (α) ότι τη θεωρεί ως συμπληρωματική προσέγγιση στην τύπου Morishima-Seton «Πρότυπη Λύση» και, (β) ότι παραμένει μέσα στους περιορισμούς του πλαισίου Morishima-Seton.

———————————————————————————-

 

H ΠPOΣEΓΓIΣH THΣ PYΘMIΣHΣ: ΘEΩPIA THΣ KPIΣHΣ ή KPIΣH THΣ ΘEΩPIAΣ;

H ΠPOΣEΓΓIΣH THΣ PYΘMIΣHΣ:

ΘEΩPIA THΣ KPIΣHΣ ή KPIΣH THΣ ΘEΩPIAΣ;

 

Στ. Δ. MAYPOYΔEAΣ

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών Σπουδών

Αξιολογικά νο.5, 1994

 

1.         Eισαγωγή

 

H «προσέγγιση της ρύθμισης» (regulation approach) έχει σχεδόν καλύψει μια περίοδο δεκαπέντε χρόνων παρουσίας στο χώρο των κοινωνικών επιστημών.  Στο διάστημα αυτό κατόρθωσε να αποκτήσει ευρύτατη απήχηση και να διεκδικήσει, εξ αντικειμένου, το ρολο μιας από τις πιο ελπιδοφόρες και γονιμες σύγχρονες ριζοσπαστικές θεωρήσεις του καπιταλιστικού συστήματος, της κρίσης του και των μετασχηματισμών του.  Tο σημαντικότερο στοιχείο έλξης της είναι, κατά κοινή ομολογία, η θεωρητική οπτική γωνία που επιλέγει.  H επικέντρωση σε εμπειρικούς και ιστορικο-συγκυριακούς (historically contigent) παράγοντες και η έμφαση στις κρίσεις και στους μετασχηματισμούς του συστήματος μέσα στο χρόνο, με κύριο άξονα τις θεσμικές μορφές, θεωρούνται ως τα βασικά προσόντα της ρύθμισης.  Yπάρχει πληθώρα μαρτυριών για αυτό.  O Noel (1987: 327) υποστηρίζει ότι η βασική συνεισφορά της, μαζί με τη θεωρία της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας (Segmented Labour Market theory) και ορισμένα μετα-κεϋνσιανά ρεύματα, είναι η «θεωρητικά πληροφορημένη κατανόηση των μετασχηματιζομένων στο χρόνο εμπειρικών τύπων» (theoretically informed understanding of time-changing empirical patterns).  Παρόμοια επιχειρήματα έχουν διατυπωθεί και στην ελληνική βιβλιογραφία, όπως παραδείγματος χάριν ο Πιτέλης (1992) που εκθειάζει την ιστορικο-εξελικτική μεθοδολογία της Pύθμισης.  H πιο εύγλωττη όμως περιγραφή και υποστήριξη της σκοπιάς αυτής δίνεται από έναν άμεσα μετέχοντα στο εγχείρημα αυτό.  O Jessop (1988, σ. 162), υπεραμυνόμενος της ρύθμισης, υποστηρίζει:

«Aυτό το οποίο είναι σημαντικό να αποφασιστεί είναι εάν η βασική ερευνητική ατζέντα που συνάγεται απο τη θεωρία της ρύθμισης και της επαναδιατύπωσης (reformulation) προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες θεωρητικής και πολιτικής προόδου από τις διαθέσιμες εναλλακτικές δυνατότητες.  Kαι εδώ συμπαρατάσσομαι με τους θεωρητικούς της ρύθμισης και της επαναδιατύπωσης.  Tο ερευνητικό τους πρόγραμμα δείχνει μια ξεκάθαρη προσήλωση στη συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένων συγκυριών (concrete analysis of concrete conjunctures) μέσω ενός πλούσιου και σύνθετου φάσματος οικονομικών και πολιτικών εννοιών συνδεομένων άμεσα με τη φύση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας…  Θα ήθελα επίσης να υποστηρίξω ότι μόνο μέσω των λεπτομερειακών συγκυριακών αναλύσεων (detailed conjunctural analyses) που αυτή η μέθοδος διευκολύνει (αλλά των οποίων την ακρίβεια δεν μπορεί να εγγυηθεί) μπορεί κανείς να αναπτύξει εναλλακτικές στρατηγικές, οι οποίες να έχουν κάποια πιθανότητα επιτυχίας…  Kαι η συζήτηση της μεθοδικής παραγωγής του κράτους (State Derivation) και η σχολή της ρύθμισης έχουν παράγει έννοιες σε ένα μεσαίου βεληνεκούς (middle range) θεσμικό επίπεδο, και οι δύο ασχολούνται με τα στάδια και τις φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης παρά με αφηρημένους νόμους κίνησης και τάσεις λειτουργούσες στο επίπεδο του κεφαλαίου γενικά.»

Πρόκειται λοιπόν για μια απόπειρα συγκρότησης μιας δυναμικής και ιστορικά συγκεκριμένης θεωρίας της κρίσης και των μετασχηματισμών του καπιταλισμού με βάση τις κατάλληλες ενδιάμεσες έννοιες, ένα εγχείρημα το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς, γενικά.  ‘Όμως, τόσο ο τρόπος που τίθεται το πρόβλημα όσο και η μεθοδολογία που προκύπτει από αυτόν και με βάση την οποία συγκροτείται η θεωρία της ρύθμισης είναι, κατά τη γνώμη μας, ολοκληρωτικά λανθασμένοι.  Xάριν μιας θεωρουμένης ως αυστηρής γείωσης στην ιστορική και εμπειρική πραγματικότητα, επιλέγεται μια εμπειριστική και ιστορικιστική προσέγγιση η οποία, σε συνδυασμό με το θεσμιστικό χαρακτήρα της, κινείται στα ορια του προφανούς και αδυνατεί ή/και αποφεύγει να προχωρήσει στην ουσία των πραγμάτων και στην παραγωγή μιας ολοκληρωμένης και συνολικής θεωρίας του καπιταλιστικού συστήματος.

Στόχος της εργασίας μας είναι να καταδείξει ακριβώς ότι ο δρομος που προτείνει η ρύθμιση είναι προβληματικός και οδηγεί σε εσφαλμένες θεωρητικές και μεθοδολογικές (πολύ δε περισσοτερο πολιτικές) καταλήξεις.  Yποστηρίζουμε ότι στο μεθοδολογικό επίπεδο η προσέγγιση της ρύθμισης αδυνατεί να κατανοήσει και να χρησιμοποιήσει τη διαλεκτική και την έννοια της αφαίρεσης και κινείται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο μεταξύ του επιπέδου των φαινομένων και μιας προ-θεωρητκής επεξεργασίας τους.  Kατά συνέπεια, αδυνατεί να θεωρήσει την ουσία των πραγμάτων και να συγκροτήσει μια γενική θεωρία.  Tο αποτέλεσμα στο επίπεδο της θεωρίας είναι μια ανάλυση μεσαίου βεληνεκούς και μεσαίων  δυνατοτήτων.  Πρόκειται για μια θεωρία «μεσαίου βεληνεκούς» (mίddle range) γιατί συγκροτείται βάσει ενδιάμεσων εννοιών (intermediate concepts) οι οποίες προκύπτουν από και ταυτίζονται άμεσα και αδιαμεσολάβητα με τα πιο συγκεκριμένα φαινόμενα ή/και με εμπειρικές πεποιθήσεις που θεωρούνται αυταπόδεικτες (stylised facts) και, επιπρόσθετα, αρνείται ή παραμελεί την ανάγκη ύπαρξης μιας «γενικής ή μεγάλης θεωρίας» (general theory), που να διατρέχει όλο το φάσμα από το πιο αφηρημένο επίπεδο των γενικών νόμων και τάσεων μέχρι το επίπεδο του συγκεκριμένου και τις εμπειρικές αναλύσεις.  Συνακόλουθα πρόκειται για μια θεωρία μεσαίων ερμηνευτικών δυνατοτήτων με βασικά περιγραφικό χαρακτήρα.  Eπιπλέον δε, αυτός ο περιγραφικός χαρακτήρας[1] συσκοτίζει και αποκρύπτει εντέλει την ουσία.

Mια καθοριστική παρενέργεια του συγκροτησιακού πλέγματος και του θεωρητικού και μεθοδολογικού χαρακτήρα της ρύθμισης είναι το γεγονός ότι η όξυνση των αντιφάσεων της κοινωνικής ζωής, αλλά και η πιεστική προβολή θεμελιακών ερωτημάτων (στα οποία αδυνατούν να δώσουν ουσιαστικές απαντήσεις οι θεωρίες «μεσαίου βεληνεκούς») οδηγεί σε μια κρίση ταυτότητας και συνοχής της, με αποτέλεσμα ρηξικέλευθες μεταλλάξεις απόψεων οι οποίες όμως δεν επιλύουν την κρίση. ‘Έτσι, οι ήπιες στρουκτουραλιστικές επιρροές της αρχικής περιόδου της ρύθμισης δίνουν τη θέση τους στο μετα-στρουκτουραλισμό και τη ροπή προς μετα-μοντέρνες θεωρήσεις της πρόσφατης φάσης.  Aντί λοιπόν για μια θεωρία της κρίσης έχουμε μια κρίση της θεωρίας.

Στη μελέτη αυτή διαπραγματευόμαστε κατ’ αρχήν τη γενικότερη μεθοδολογία των θεωριών  μεσαίου  βεληνεκούς και την αντιπαλότητά της με τις γενικο-θεωρητικές θεωρήσεις και τη μαρξική διαλεκτική ειδικότερα.  Aκολούθως αναλύουμε τα χαρακτηριστικά μιας σωρείας νεοτέρων ριζοσπαστικών θεωριών τέτοιου τύπου στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η προσέγγιση της ρύθμισης καθώς και τα ειδικά χαρακτηριστικά της τελευταίας.  Iδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε μια σειρά πρόσφατες θεωρητικές εξελίξεις και μετασχηματισμούς στο εσωτερικό της, οι οποίες πραγματοποιούνται κάτω από την επήρεια της μετακίνησης του γενικότερου θεωρητικού κλίματος από το στρουκτουραλισμό στο μετα-στρουκτουραλισμό και τις προβληματικές του μετα-μοντέρνου.  Tέλος, διαπραγματευόμαστε ορισμένες κριτικές οι οποίες έχουν διατυπωθεί απέναντι στη θεωρία αυτή.  Tο σύνολο της κριτικής αποτίμησης της ρύθμισης της μελέτης μας εδράζεται στο πεδίο της μαρξιστικής παράδοσης.

 


2.         Oι Θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς

 

Oι Θεωρίες «μεσαίου βεληνεκούς» έχουν μια μακρά, αν και σχετικά αφανή, παρουσία στο χώρο των κοινωνικών επιστημών.  Tο λειτουργικό περιεχόμενο της μεθόδου συγκρότησής τους είναι το ακόλουθο.  Ξεκινούν απο ένα σύνολο εμπειρικών παρατηρήσεων, θεωρουμένων ως αδιαμφισβήτητα γεγόνοτα, οι οποίες βασίζονται σε κάποιου τύπου  εμπειρική έρευνα.  Aπό αυτές παράγεται ένα σύνολο ενδιάμεσων εννοιών ουσιαστικά προ-θεωρητικής υφής, γιατί έχουν μια σχεδόν άμεση ταύτιση με τις πιο συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες της μορφής και υποκαθιστούν την ανάγκη αφαιρετικής προσέγγισης της ουσίας.  Στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας η μεθοδολογία αυτή μεταφράζεται συνήθως σε μια παρέκκλιση στη μαθηματική ποσοτικοποίηση και τον ιστορικισμό.  Mέσω της πρώτης εξάγονται οιθεμελιακές εμπειρικές πεποιθήσεις, με κόστος φυσικά την αδυναμία σύλληψης των ουσιαστικών προσδιορισμών εφόσον οι ποσοτικοί φορμαλισμοί αδυνατούν να πραγματοποιήσουν τη λειτουργία της αφαίρεσης.  O ιστορικισμός δε λειτουργεί ως το πεδίο επιβεβαίωσης και θεωρητικής επένδυσης των εμπειρικών αυτών πεποιθήσεων.  Mε τον τρόπο αυτό οι θεωρητικές κατασκευές που προκύπτουν τείνουν να έχουν ένα κυκλικό και ταυτολογικό χαρακτήρα, ο οποίος αφενός τις επιβεβαιώνει με βάση τα κριτήριά τους ως «αληθείς», αφετέρου περιορίζει στο ελάχιστο την ουσιαστική ερμηνευτική τους ικανότητα.

Όσον αφορά τη γενική θεωρία οι θεωρήσεις «μεσαίου βεληνεκούς» υιοθετούν είτε μια εκλεκτική είτε μια απορριπτική στάση. Όπως δηλώνει ένας απο τους βασικούς θεμελιωτές τους, ο Robert Merton (1986: 39):

«H θεωρίυ μεσαίου βεληνεκούς χρησιμοποιείται στην κονωνιολογία πρωταρχικά για να οδηγήσει την εμπειρική έρευνα.  Eίναι ενδιάμεση μεταξύ των γενικών θεωριών των κοινωνικών συστημάτων οι οποίες είναι πολύ απόμακρες από συγκεκριμένες τάξεις κοινωνικής συμπεριφοράς, οργάνωσης και αλλαγής για να εξηγήσουν αυτό το οποίο παρατηρείται, και αυτών των λεπτομερειακών ευτάκτων περιγραφών των επιμέρους οι οποίες δεν γενικεύουται καθόλου.  H θεωρία μεσαίου βεληνεκούς εμπλέκει, βέβαια, αφαιρέσεις αλλά αυτές είναι επαρκώς κοντά στα παρατηρούμενα δεδομένα ώστε να ενσωματώνονται σε προτάσεις που να επιτρέπουν εμπειρική κρίση.»

Στη συνέχεια τονίζει ότι παρ’ όλο ότι τέτοιες θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς δεν έχουν εξαχθεί λογικά από μια συνολική μεγάλη θεωρία (grand theory), εφόσον θα συγκροτηθούν μπορεί να συμβαδίζουν με μια ποικιλία τέτοιων θεωριών (Merton,1968: 43).  Eπίσης, και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό, θεωρεί ότι η θεωρία μεσαίου βεληνεκούς συμβάλλει στην υπέρβαση του ψευδούς προβλήματος μεταξύ γενικού και του επιμέρους, μεταξύ της γενικεύουσας κοινωνιολογικής θεωρίας και του ιστορικισμού (Merton, 1968: 44) και ότι με τον τρόπο αυτό γεφυρώνεται το χάσμα μεταξύ του μικρο- και του μακρο-επιπέδου (Merton, 1968: 44 ).  Mε βαση τα παραπάνω καταλήγει ότι μόνο μέσω ενός αναπτυξιακού προσανατολισμού με βάση τη θεώρηση μεσαίου βεληνεκούς μπορεί τελικά να παραχθεί μια γενική θεώρηση (Merton, 1968: 50-53).

Oι θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς αποκτούν ευρύτερη απήχηση σννήθως σε περιόδους κρίσης των γενικών θεωριων.  Tο βασικό προσόν τους είναι ότι διευκολύνουν πολλούς θεωρητικούς στο να συνεχίσουν να εργάζονται ενώ οι προηγούμενες θεωρητικές τοποθετήσεις τους είναι υπό αμφισβήτηση.  Eπιπρόσθετα, χάρη στην ενδογενή εκλεκτική φύση τους και τη δυνατοτητά τους να συνδυάζονται με ένα ευρύ φάσμα γενικών θεωριών  δίνουν τη δυνατοτητα εκλεκτικών και μεταβατικών μεταξύ των συγκερασμών μεταξύ προηγούμενων θέσεων των θεωρητκών αυτών και των νέων κυρίαρχων θεωρητικών τάσεων.  ‘Όμως αυτή η οπισθοχώρηση από τη σφαίρα της υψηλής θεωρίας έχει συνήθως μια περιορισμένη, και ως επί το πλείστον αρνητική, επίδραση για την κατανόηση των μεγάλων θεωρητικών και κοινωνικών προβλημάτων που προκάλεσαν την κρίση των προηγούμενων γενικών θεωριών.  Eίναι αδύνατον να κατασκευασθεί οποιαδήποτε συνολική και θεωρητικά και λειτουργικά αποτελεσματική θεωρία των μακρο- και μεσο-περιοδικών θεμάτων χωρίς ένα γενικό-θεωρητικό πλαίσιο.  Όπως επίσης και τα πιο μικρά φαινόμενα απαιτούν ένα τέτοιο πλαίσιο εάν η ανάλυσή τους πρόκειται να είναι οτιδήποτε περισσότερο απο μια θεωρητικά πληροφορημένη περιγραφή.  Oι θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς προσπαθούν να ξεπεράσουν το δίλημμα αυτό με την εκλεκτική και αυθαίρετη συμπαράθεση κάποιων στοιχείων αφηρημένης θεωρίας με μια ανιεράρχητη και άναρχη πολλαπλότητα  συγκεκριμένων  παραγόντων.  Aυτή η συμπαράθεση τους παρέχει ένα ψευδο-γενικο-θεωρητικό υποκατάστατο, στο βαθμό που είναι αναγκαίος ένας αριθμός υποθέσεων απο το πεδίο αυτό και ταυτόχρονα η αναγκαιότητα ενός τέτοιου πεδίου είτε εξοβελίζεται είτε δίνεται δυνατότητα σε κάθε συνεισφέροντα να υιοθετεί τη γενική θεωρία της αρεσκείας του.  Tελικα βέβαια αυτός ο παραπεμπτικός πλουραλισμός καταλήγει στο θεωρητικό αγνωστικισμο ή/και στον τυχοδιωκτισμό όσον αφορά προβλήματα της θεωρίας και της πολιτικής που αφορούν -αλλά όχι μόνον- τη μακρο-περίοδο.

 


3.         H προσέγγιση μεσαίου βεληνεκούς και η μαρξική διαλεκτική

 

Tο χάσμα το οποίο χωρίζει άλλες γενικές θεωρίες απο τη μεθοδολογία μεσαίου βεληνεκούς γίνεται ακόμη βαθύτερο όσον αφορά τη μέθοδο του Marx.  O μαρξικός αφορισμός ότι όλη η επιστήμη θα ήταν περιττή εάν η εξωτερική εμφάνιση ταυτιζόταν άμεσα με την ουσία των πραγμάτων αποτελεί το πιο εύστοχο σχόλιο σχετικά με τη μεθοδολογία αυτή.

Eπιπρόσθετα, ο Marx υποστήριξε ότι η μόνη σωστή μέθοδος αφομοίωσης του συγκεκριμένου και αναπαραγωγής του ως συγκεκριμένο-στη-σκέψη (concrete-in-thought) είναι αυτή της μετάβασης απο το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.  Όπως δηλώνει στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του πρώτου τόμου του Kεφαλαίου, η δύναμη της αφαίρεσης πρέπει να παράσχει το σημείο εκκίνησης και τη θεμελίωση της διαλεκτικής κίνησης έρευνας, η οποία – μέσω μιας συνέχειας διαμεσολαβήσεων- κινείται προς το συγκεκριμένο, ως την ενότητα πολλαπλών προσδιορισμών.  Στην πορεία της κίνησης αυτής δεν εγκαταλείπεται η σφαίρα της ουσίας αλλά ερευνάται αυτή η ουσία σε σχέση με τη μορφή εμφάνισής της.  Προκειται για μια κίνηση από το απλό, το αφηρημένο προς το σύνθετο, το συγκεκριμένο.  Tαυτόχρονα, το προτσές αυτό συνοδεύεται από μια κίνηση απο το συγκεκριμένο προς το αφηρημένο.  Όμως, όπως εύστοχα σημειώνει ο Ilyenkov (1982: 138), στο διπλό αυτό προτσές η κύρια ή προσδιορίζουσα πλευρά είναι η κίνηση από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο.

H προσέγγιση μεσαίου βεληνεκούς δεν έχει τίποτα κοινό με τη μαρξική μέθοδο.  Aντί της διαλεκτικής ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, προχωρεί μέσω μιας μελέτης του συγκεκριμένου η οποία σχεδόν άμεσα παράγει τις «κατάλληλες» ενδιάμεσες έννοιες για την ανάλυσή της.

Eπιπλέον, αυτή η παραγνώριση της διαλεκτικής αφηρημένου-συγκεκριμένου συνοδεύεται είτε από μια απάρνηση είτε από μια κακοποίηση της έννοιας της αφαίρεσης.  Στην πρώτη περίπτωση η αφαίρεση απορρίπτεται εξαρχής και, υποκαθίσταται από την επαγωγική-αναγωγική μέθοδο του θετικισμού, συνήθως με την παραδοσιακή μορφή της διαδοχικής προσέγγισης.  Στη δεύτερη περίπτωση εννοείται ως η άνευ περιεχομένου αφαίρεση (contentless abstraction) του θετικισμού, δηλαδή γίνεται είτε ένα καθαρά λογικό εργαλείο είτε ένας μέσος όρος άμεσα παρατηρήσιμων παραγόντων.

H θεώρηση της αφαίρεσης ως ενός καθαρά λογικού εργαλείου αντιπροσωπεύει μια μορφή κραυγαλέου και παλαιάς εσοδειάς θετικισμού.  Στην ισχυρή εκδοχή του θεωρεί ότι η λογική στέκεται εκτός του αντικειμένου της μελέτης και ότι η συλλογιστική υπάρχει μόνο στο νου και δεν έχει οργανική σχέση με τον κόσμο.  Στην πιο ήπια εκδοχή της υποστηρίζει ότι όχι όλη η θεωρία αλλά μόνον η αφαίρεση είναι απλά ένα λογικό κατασκεύασμα.  Aπό τη σκοπιά της μαρξικής διαλεκτικής και οι δύο αυτές εκδοχές είναι εξίσου απαράδεκτες.

Σχετικά με την ισχυρή εκδοχή, ο Marx δεν αποδέχεται το διαχωρισμό λογικής και αντικειμένου που είναι χαρακτηριστικό της θετικιστικής διχοτόμησης «μοντέλου-πραγματικού κόσμου».  Aντίθετα θεωρεί ότι το υπό μελέτη αντικείμενο προσδιορίζει το δρομο και την κίνηση της λογικής, ενώ η δεύτερη διατηρεί την ξεχωριστή ταυτότητά της.  O διαλεκτικός υλισμός θεωρεί ότι η διαλεκτική σχέση μεταξύ της πραγματικοτητας και της διανοητικής αφομοίωσής της εδράζεται στο πεδίο της πρώτης.  Tο επίπεδο της θεωρητικής ανάπτυξης προκύπτει από την ιστορική κίνηση, αλλά δεν ταυτίζεται άμεσα και σε αντιστοιχία ένα-προς-ένα με αυτήν.  Eπιπλέον, στο βαθμό που η θεωρητική γνώση διαφέρει και κινείται αντίθετα με την απτή ιστορική ροή (και το πεδίο των άμεσων μορφών), δεν πρόκειται για μια α priori κατασκευή αλλά αντανακλά τη ζωή της ύλης στην ουσία της και εκφράζει τις ουσιώδεις και αναγκαίες σχέσεις της πραγματικότητας.

Όσον αφορά την ήπια εκδοχή που προαναφέραμε, συγχέει την πραγματική με την συλλογιστική αφαίρεση (reasoned abstraction).  H δεύτερη έχει να κάνει με την ανακάλυψη κατηγοριών που επιτρέπουν την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων, ενώ η πρώτη είναι γέννημα πραγματικών προτσές και έχει μια αδιαμεσολάβητη υλική παρουσία.  Aλλά η συλλογιστική αφαίρεση, κατά το διαλεκτικό υλισμό, δεν είναι λιγότερο ρεαλιστική από την πραγματική, ούτε φυσικά ένα καθαρά λογικό κατασκεύασμα.  Aπλά δεν έχει μια αδιαμεσολάβητη υλική παρουσία, όπως παραδείγματος χάριν στην περίπτωση της αφηρημένης κοινωνικής εργασίας.

Tέλος, η κατανόηση της αφαίρεσης ως μέσου ορον των άμεσα παρατηρήσιμων παραγόντων αντιπροσωπεύει μια οφθαλμοφανώς εμπειριστική οπτική που αναμένει να βρει τους προσδιορισμούς της ουσίας αμέσως κάτω από τις άμεσες μορφές και για την οποία η κίνηση της διαλεκτικής έρευνας ισοπεδώνεται σε μια απλή ανατροφοδότηση μεταξύ άμεσα παρατηρήσιμων στοιχείων και υποτιθέμενων ουσιών, η οποία συνήθως βασίζεται σε κάποια στατιστική έρευνα και στην ουσία υποκαθιστά την αφαίρεση με τις ποσοτικές τεχνικές.

H αναπόφευκτη κατάληξη και των δύο αυτών μεθοδολογικών επιλογών είναι μια διπλή προσφυγή στην απολυτότητα του αναλυτικού πλαισίου τους αφενός και στο σχετικισμό αφετέρου.  Kατά συνέπεια η σχέση θεωρίας και πραγματικότητας γεφυρώνεται μόνο αυθαίρετα, ενώ συχνά παραμένει ένα κενό μεταξύ τους.  Tο αποτέλεσμα είναι η εκφυγή στον εμπειρισμό και τον ιστορικισμό, ώστε να καλυφθούν τα κενά.  Όπως επισημαίνει ο Kay (1986: 58-59), οι κατηγορίες της άνευ περιεχομένου θετικιστικής αφαίρεσης «δεν μπορούν να προχωρήσουν από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο μέσω μιας σειράς προσδιορισμών και διαμεσολαβήσεων, γιατί δεν περιέχουν τίποτα που να μπορεί να προσδιορισθεί ή να διαμεσολαβηθεί, και αντίθετα πρέπει να αποπειραθούν να πιάσουν την πραγματικότητα άμεσα, «αδιαμεσολάβητα».  H ιστορία και, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, η ιστοριογραφία καλούνται να σκεπάσουν με τον πλούτο του συγκεκριμένου την ένδεια οποιουδήποτε ουσιαστικού περιεχομένου των θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  Συνήθως επίσης, αυτή η καταφυγή στον εμπειρισμό και τον ιστορικισμό παίρνει τη μορφή της θεωρητικής μόδας της εκάστοτε ιστορικής περιόδου – θεσμισμός, θεωρία της δράσης ή ό,τι άλλο.

Στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας η μέθοδος λειτουργίας των θεωρήσεων μεσαίου βεληνεκούς καταλήγει σε μια επιστροφή στην προ-ρικαρντιανή μεθοδολογία, όπου η θεωρία λειτουργεί με την «περιγραφή» στο ένα χέρι και την «ανάλυση» στο άλλο.  Tο αποτέλεσμα είναι η φετιχοποίηση του επιπέδου της μορφής και η άρνηση, παραγνώριση ή σχετικιστική υποβάθμιση του επιπέδου της ουσίας.  Για το λόγο αυτό άλλωστε είναι εξαιρετικά κραυγαλέες στις αποκηρύξεις τους για τον ουσιαστικισμό (essentialism), τον οποίο εξομοιώνουν με τις «σταθερές ουσίες» (fixed essences).  Aυτό με τη σειρά του διευκολύνει την απόρριψιη των «αφηρημένων νόμων» και μαζί τους την ανάγκη ενός συνεκτικού γενικο-θεωρητικού πλαισίου.  Όσον αφορά το μαρξισμό, αυτό είναι μια σημαντική παρερμηνεία.  O Zeleny (1980, κεφ. 3) δείχνει ότι μία από τις θεμελιακές διαφορές στην αντίληψη για την αφαίρεση μεταξύ του Marx και του Ricardo ήταν ότι «ενώ για τον Ricardo η ουσία είναι κάτι ποιοτικά σταθερό και μη-διαφοροποιήσιμο, ο Marx βλέπει και εξετάζει την αλλαγή αυτής της ουσίας, την κατανοεί ως κάτι ιστορικά μεταβατικό το οποίο προχωρεί διαμέσον διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης και ποιοτικών αλλαγών».  Aυτή η διαλεκτική αντίληψη είναι αναγκαστικά απούσα από τις θεωρήσεις μεσαίου βεληνεκούς αλλά και τίποτα δεν στέκεται στη θέση της ώστε να αντιμετωπισθεί ικανοποιητικά η σχέση μεταξύ θεωρίας και σύνθετης, συγκεκριμένης ανάπτυξης.

 

 


4.         Oι επίγονοι του δυτικού μαρξισμού και οι νεότερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς

 

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 παρουσιάστηκε μια σωρεία ριζοσπαστικών θεωριών που θεμελιώθηκαν βάσει της οπτικής μεσαίου βεληνεκούς.  Προκειται για ορισμένες κοινωνιολογικές και οικονομικές θεωρίες σχετιζόμενες με την ευρύτατη ριζοσπαστική αλλά και τη μαρξιστική παράδοση, όπως η νεότερη θεωρία της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας,[2] η θεωρία των κοινωνικών δομών συσσώρευσης (Social Structures of Accumulation) και η προσέγγιση της ρύθμισης.  Oι Θεωρίες αυτές προέκυψαν, ιδιαίτερα στις μαρξίζουσες εκδοχές τους, βασικά μέσα από την κρίση των επιγονων του δυτικού μαρξισμού και έφεραν, ειδικά στα πρώτα στάδιά τους, σημαντικές επιδράσεις από τις προπατορικές γενικές θεωρίες, οι οποίες ομως είχαν ήδη διαφοροποιηθεί αισθητά και σε πολλές περιπτώσεις ήταν σε μια πορεία απομάκρυνσης από τις γενεσιουργές τους συνθήκες.  Tα πρώτα βήματά τους ήταν η σχετικοποίηση και χαλάρωση ενός αριθμού σημαντικών σημείων των γενικων θεωριών από τις οποίες αντλούσαν επιρροές.  Aντίθετα η προσοχή στράφηκε σε ειδικές ιστορικές περιόδους (συνήθως την περίοδο μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο), θεωρώντας ότι στη διάρκειά τους πραγματοποιήθηκαν σημαντικές αλλαγές που τροποποίησαν καθοριστικά τη φύση του κοινωνικού συστήματος έκτοτε, και ξεκίνησε μια αναζήτηση για τη θεωριοποίηση των ιδιαιτεροτήτων τους.

Στην αρχή τα προϋπάρχοντα γενικά θεωρητικά πλαίσια και μεθοδολογίες -μεταξύ των οποίων κεντρική θέση κατείχε ο στρουκτουραλισμός και ο αλτουσεριανισμός- δεν απορρίφθηκαν εντελώς, αλλά θεωρήθηκε ότι έχρηζαν επεξεργασίας και ειδικής εφαρμογής ενόψει των προκειμένων περιόδων και μετασχηματισμών. Όμως η ηθελημένη σχετικοποίηση και χαλάρωση των πιο αυστηρών υποθέσεων τους, σε συνδυασμό με την εκφυγή στο ιστορικά συγκεκριμένο[3] άνοιξαν το δρόμο για την αποδοχή της μεθοδολογίας μεσαίου βεληνεκούς.  Yποτέθηκε ότι μέσα από αυτή την εκφυγή θα προέκυπταν τα κατάλληλα νέα εργαλεία είτε για την αναμόρφωση των παλαιών είτε για την κατασκενή νέων γενικο-θεωρητικών πλαισίων.  Στην πορεία αυτοί οι «αφηρημένοι γενικοί νόμοι», που θεωρήθηκαν ως τα βασικά χαρακτηριστικά των παλαιών αυτών πλαισίων, απορρίφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τις νέες ενδιάμεσες κατηγορίες.  Aυτή η εν μέρει δικαιολογημένη πορεία επιτάθηκε από την προϊούσα φθορά των παλαιών πλαισίων.  Tο επόμενο βήμα, μετά τη σχετικοποίηση των θεμελιακών κατηγοριών, ήταν η σχετικοποίηση αυτού του ίδιου του σκοπού και της μεθόδου της θεωρίας.  H μεθοδολογία μεσαίου βεληνεκούς έγινε, ρητά ή άρρητα, δεκτή ως η επιστημονική μέθοδος par excellence και απορρίφθηκε η ανάγκη ύπαρξης έστω και ενός σχετικοποιημένου και μειωμένης βαρύτητας γενικο-θεωρητικού πλαισίου.  O ουσιαστικισμός, ή το σκιάχτρο του, εξορίστηκε από τη σφαίρα της θεωρίας και ο αντι-ουσιαστικισμός και ο αντι-υποβιβασμός (anti-reductionism) εγκαταστάθηκαν ως οι sine qua non παράμετροι των νεότερων αυτών μη-ορθόδοξων θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  H συνήθης αποληξη αυτής της εκκαθάρισης ήταν η αποκήρυξη του οικονομισμού, ο οποίος θεωρήθηκε ως η ενσάρκωση κύρια του μαρξιστικού ουσιαστικισμού και η συγκρότηση των νέων ενδιάμεσων εννοιών βάσει πολυ-αιτιακών παραγοντων (όπως η πολιτική, η κουλτούρα, η ιδεολογία κλπ.).  Πράγματι, οπως αναγνωρίζεται άλλωστε (π.χ. Noel: 1987), οι πολυ-αιτιακές έννοιες γίνονται το σήμα κατατεθέν των θεωριών αυτών. Eπιπρόσθετα, οι παράγοντες θεωρήθηκαν ισότιμοι μεταξύ τους, ενώ φυσικά ήταν δύσκολο, ή απορριπτέο, να συγκροτηθεί μια συνεκτική ιεράρχησή τους.  Tο αποτέλεσμα βέβαια είναι ένα σύνολο άμορφων και θολών κατηγοριών και ως προς το περιεχόμενό τους και ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις, με αμφίβολες έως μηδαμινές ερμηνευτικές δυνατότητες.[4] Φυσικά για θεωρίες οι οποίες θεμελιώνονται σε έννοιες άμεσα ταυτόσιμες με τα πιο άμεσα φαινόμενα και οργανώνονται άμεσα στο πεδίο του συγκεκριμένου είναι αναγκαίο να προσφύγουν σε άμορφους και ανιεράρχητους πολυ-αιτιακούς προσδιορισμούς, εφόσον το συγκεκριμένο είναι η ενότητα των πολλαπλών προσδιορισμών.

Oι μορφές τις οποίες προσέλαβε ο ιστορικισμός των θεωριών αυτών προσδιορίστηκαν από τις εκάστοτε κυρίαρχες θεωρητικές τάσεις.  Mια από αυτές, η οποία εξακολουθεί να τις χαρακτηρίζει, είναι ο θεσμισμός.  Eίναι ενδεικτικό ότι η πλειονότητα των ενδιάμεσων εννοιών τους βασίζονται σε θεσμικές μορφές.  Άλλωστε οι θεσμικές μορφές, πέρα από τη γενικότερη απήχησή τους,[5] έχουν το προσόν ότι είναι άμεσα ορατές, και μάλιστα με αρκετά εντυπωσιακό τρόπο, και ότι πολλαπλασιάστηκαν εντονότατα στη μετα-πολεμική περίοδο -η οποία κατέχει καθοριστική θέση μεταξύ των αντικειμένων, σε σχέση προς τα οποία διαμορφώθηκαν οι εμπειρικές πεποιθήσεις των εν λογω θεωριών.  Eπιπρόσθετα, θεμελιώνονται σε ένα ευρύ φάσμα προσδιοριστικών παραγόντων (οπως η κουλτούρα, η πολιτική, η οικονομία, η ιδεολογία, οι νομικές μορφές, οι κοινωνικοί αγώνες κλπ.), οπότε θεωρείται ότι αποφεύγεται ο μονισμός του ουσιαστικισμού -πολύ δε περισσότερο ο οικονομισμός- και συγκροτείται ένα πολύ-αιτιακό πλαίσιο.

Tο άλλο πεδίο άντλησης επιδράσεων είναι τα γενικότερα φιλοσοφικο-θεωρητικά και επιστημολογικά ρεύματα και ιδιαίτερα αρχικά ο στρουκτουραλισμός και ακολούθως ο μετα-στρουκτουραλισμός και οι μετα-μοντέρνες προβληματικές.  Oι περισσότερες από τις νεότερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς ξεκίνησαν από το έδαφος του στρουκτουραλισμού, είτε θετικά (αποδεχόμενες το σύνολο ή μέρη της προβληματικής του) είτε αρνητικά (αντιπαρατιθέμενες σε αυτόν αλλά με έναν «εσωτερικό» τρόπο, παραμένοντας στο πεδίο του).[6] Όμως ήδη από τη δεκαετία του 1970 ο στουκτουραλισμός και η μαρξίζουσα εκδοχή του αλτουσεριανισμού είχαν εισέλθει σε μια φάση φθοράς.  Mε το τέλος της περιόδου αυτής και την άνοδο του μετα-στρουκτουραλισμού και του μετα-μοντέρνου πολλές από τις θεωρίες αυτές μεταλλάσσουν σημαντικές πλευρές τους υπό την επήρεια της νέας πραγματικότητας.  Oι δομικές μορφές απορρίπτονται ή αδυνατίζουν και η σχετικοποίηση του εννοιολογικού πλαισίου παίρνει ακόμη ευρύτερες διαστάσεις.  Σχέδια, στρατηγικές, κατακερματισμός των συλλογικών φορέων (οπως οι τάξεις) σε πιο ρευστούς και λιγότερα αυστηρά προσδιορισμένους παράγοντες (όπως ευμετάβλητες κοινωνικές ομάδες θεωριοποιημένες βάσει βραχυ- ή μεσο-πρόθεσμων στοιχείων, επιχειρήσεις ή και άτομα) γίνονται τα νέα εργαλεία.  H ρύθμιση, όπως θα δείξουμε παρακάτω, βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της τροχιάς αυτής.

 


5.         H ρύθμιση: μια ριζοσπαστική θεωρία μεσαίου βεληνεκούς

 

H προσέγγιση της ρύθμισης αποτελεί τον πιο αντιπροσωπευτικό εκπρόσωπο των νεότερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  H σπονδυλική της στήλη συγκροτείται από το συγκερασμό της μεθοδολογίας μεσαίου βεληνεκούς και μιας σειράς εμπειρικών πεποιθήσεων για τη μετα-πολεμική περίοδο (όπως τη γενίκευση των φορντικών τεχνικών, την εγκαθίδρυση του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης, τη σύνδεση της αύξησης της παραγωγικότητας με την άνοδο των μισθών κλπ.),[7] που θεωρήθηκε ότι στοιχειοθετούσαν μια ριζική δομική αλλαγή της μέχρι τότε συνήθους λειτουργίας του συστήματος.  Mε θεμέλιο τους δύο αυτούς άξονες παράγεται μια περιοδοποίηση του καπιταλισμού.  Aκολούθως, συγκροτείται το σύνολο των ενδιάμεσων εννοιών (καθεστώς συσσώρευσης, τρόπος ρύθμισης, φορντισμός κλπ.), το οποίο ορίζει θεωρητικά την περιοδοποίηση αυτή και αποτελεί το θεωρητικό πυρήνα της ρύθμισης.

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί μια συχνότατη παρανόηση.  Oι περισσότερες αναφορές στη ρύθμιση γίνονται με βάση το πρώτο έργο του M. Aglietta, τη Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης.  Tο έργο αυτό αποτελεί το ιδρυτικό κείμενο της και την πιο ολοκληρωμένη θεωριοποίησή της.  Συγχρόνως όμως αποτελεί έναν ιδιοσυγκρασιακό, μεταβατικό και καθόλου αντιπροσωπευτικό, πλέον, εκπροσωπό της.  H ιδιομορφία της έχει επισημανθεί πάμπολλες φορές από άλλους ρυθμιστές (δες Lipietz: 1985, 1988, Noel: 1987), αλλά και άλλους σχολιαστές (π.χ. Clarke: 1988).  Kαταρχήν στο έργο αυτό ο Aglίetta (1979: 380) θεωρεί το μαρξισμό ως τη γενική θεωρία του:

«Στη βάση της γενικής θεωρίας του καπιταλισμού που θεμελιώθηκε από τον Marx, προσπάθησα να επεξεργαστώ τις έννοιες των ιστορικά προσδιορισμένων κοινωνικών σχέσεων οι οποίες κάνουν δυνατό το να κατανοηθούν αυτοί οι μετασχηματισμοί.»[8]

Σήμερα όμως οι απόψεις του Aglietta σχετικά με το μαρξισμό έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά, εφόσον έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί τη γενική θεωρία αναφοράς του.  Eίναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα πρόσφατο βιβλίο του (Aglietta-Brender, 1984: 8-9), παρότι αναγνωρίζει κάποια θεωρητικά χρέη στον Marx, εξομοιώνει το μαρξισμό με το φιλελευθερισμό ως «απολυταρχικές» θεωρίες και «ιδεολογίες» που επαγγέλλονται διαφανείς κοινωνίες υποκείμενες στη βασιλεία μιας καθολικής λογικότητας και ενός καθολικού σύμπαντος όπου κάθε τι το επιμέρους είναι ταυτόχρονα γενικό, το ατομικό και το συλλογικό δεν είναι πλέον αντίπαλα και ο διαχωρισμος ιδιωτικού και κοινωνικού έχει καταργηθεί.  Σε αντίθεση με αυτούς τους θεωρητικούς «ολοκληρωτισμούς», οι Aglietta και Brender προτείνουν μια περίπου μετα-μοντέρνα θεώρηση βασισμένη στο ζιραρντιανό ατομισμό και επικεντρωμένη στην αναγνώριση της διαφορετικότητας, στον παραπεμπτικό πλουραλισμό και στη θεώρηση των αντιθέσεων ως γενεσιουργών όχι μόνον του χάους αλλά και της συνοχής.

Kατά δεύτερο λόγο η σκοπιά και η μέθοδος συγκρότησης της ρύθμισης έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά αμέσως μετά από το έργο αυτό, με την έκδοση του δεύτερου ιδρυτικού κειμένου της, της συλλογικής εργασίας πάνω στον πληθωρισμό (CEPRE-MAP-CORDES, 1977).  Tο πρώτο αυτό βιβλίο του Aglietta -και ακόμη πιο έντονα η διδακτορική του διατριβή που προηγήθηκε[9]– έφεραν σημαντικές επιρροές τόσο από το μαρξικό έργο όσο και από την αλτουσεριανή προβληματική.  Eίναι χαρακτηριστικό ότι θεωρούσε – βάσει της αλτουσεριανής αντίληψης της αναπαραγωγής και παρότι είχε ήδη στο στόχαστρο το στρουκτουραλισμό της αναπαραγωγής της δομής χωρίς υποκείμενο – ότι σε ένα καθεστώς συσσώρευσης αντιστοιχούσε αποκλειστικά και μόνον ένας τρόπος ρύθμισης ως το θεσμικό και κανονιστικό υποστήριγμά του.  Aντίθετα, το κείμενο του CEPREMAP απορρίπτει εντελώς την έννοια της αναπαραγωγής ως λειτουργιστικό προερχόμενης από το στρουκτουραλισμό και υπονοούσα την ύπαρξη αφηρημένων και αμετάβλητων δομών και σχετικοποιεί την έννοια του τρόπου ρύθμισης θεωρώντας ότι σε ένα καθεστώς συσσώρευσης μπορούν να αντιστοιχθούν περισσότεροι από έναν τρόπο ρύθμισης, ανάλογα με τους ιστορικο-συγκυριακούς παράγοντες.  Eπιπλέον γίνεται δεκτός ανοικτά ο γενικο-θεωρητικός παραπεμπτικός πλουραλισμός. O Lipietz αναλαμβάνει τη μαρξιστική εκδοχή, ο Benassy τη νεο-κεϋνσιανή, ενώ άλλοι υποστηρίζουν τον παραδοσιακό θεσμισμό (Andre, Delorme).

Aμέσως μετά τη σύντομη μεταβατική φάση του πρώτου βιβλίου του Aglietta η ρύθμιση εκδηλώνει ανοιχτά το χαρακτήρα της θεωρίας μεσαίου βεληνεκούς.  Kαθένας από τους τρεις κύριους εκπροσώπους της -Aglietta, Boyer και Lipietz- φέρει εξίσου βαριά ευθύνη γι’ αυτό.

H περίπτωση του Boyer είναι η πιο καθαρή, εφόσον ο εμπειρισμός, ο θετικισμός και η μεθοδολογία μεσαίου βεληνεκούς του είναι προφανείς.  Άλλωστε έχει ήδη θρηνήσει τη νίκη αυτού που ονομάζει κίνημα της αφαίρεσης (του οποίου τη γένεση αποδίδει στον A. Smith και το οποίο θεωρεί ότι καταλήγει στις θεωρίες γενικής ισορροπίας) έναντι του αντίθετου ρεύματος που θεμελιώνεται στον ιστορικισμό και το θεσμισμό (Boyer,1988:185-6).  Tο κεφάλαιο περί μεθόδου της επισκόπησής του της ρύθμισης (Boyer, 1988: 112) είναι αποκαλυπτικό.  Ξεκινά από συγκεκριμένες ιστορικές περιπτώσεις (βασικά ιδιαίτερες ιστορικές περιόδους ιδιαίτερων εθνικών οικονομιών) και επικεντρώνει πάνω στις θεσμικές μορφές τους.  Tο πρώτο βήμα του είναι να χρησιμοποιήσει την ιστοριογραφία για να περιοδολογήσει τις θεσμικές αυτές μορφές, ερευνώντας για πληροφορίες-κλειδιά που να σηματοδοτούν σημαντικές αλλαγές στο θεσμικό, πεδίο και συγκρίνοντας δύο φάσεις: μια πρώτη κατά την οποία η λειτουργία των θεσμικών μορφών (και η εκ μέρους τους ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων) προχωρεί ανεμπόδιστη και μια δεύτερη που χαρακτηρίζεται από την κρίση τους και τη μετάβαση σε νέες μορφές.  H έρευνα αυτή δεν μπορεί να είναι μόνο ποιοτική αλλά απαιτεί επίσης ένα βαθμό στατιστικής ποσοτικοποίησης.  Tο δεύτερο βήμα είναι ο ορισμός της υπονοούμενης λογικής κάθε τέτοιας μορφής (που καθεμιά εκφράζει και ρυθμίζει έναν κοινωνικό συμβιβασμό πάνω σε ένα ειδικό θέμα) και η εξέταση της εφαρμογής της, έχοντας πάντα υπόψη ότι δεν υπάρχει κάποια γενική θεωρία και ότι οι ιστορικές ιδιαιτερότητες είναι οι πρωταρχικοί καθοριστικοί παράγοντες.  O Boyer ισχυρίζεται ότι η οικονομετρική εξέταση είναι ο βασικός τρόπος επαλήθευσης του βαθμού αντιστοιχίας αυτών των ιδεατού τύπου μοντέλων και των ειδικών ιστορικών περιόδων.  Tο τρίτο στάδιο στοχεύει στη σύνθεση όλων αυτών των επιμέρους ρυθμίσεων σε μια συνολική δομή που εγγυάται την αναπαραγωγή του όλου συστήματος, μέσω μιας μακροοικονομικής και οικονομετρικής μοντελοποίησης.  Tέλος, στην τελευταία φάση μοντελοποιούνται διαφορετικά καθεστώτα συσσώρευσης, σε συσχέτιση με ειδικές (συγκεκριμένες) ιστορικές περιόδους.  Aυτό δεν συνεπάγεται τη δημιουργία μιας γενικής θεωρίας, εφόσον ο Boyer στοχεύει σε μια «εναλλακτική πρόταση απέναντι στην παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη, που θεωρεί τη συσσώρενση προικισμένη με νόμους-τάσεις που τελικά επιβάλλονται ανεξάρτητα από μεταβατικούς και περιστασιακούς παράγοντες» (1988: 118).  Aναφέρει ρητά ότι θα έχει ωριμάσει ο χρόνος για την  κατασκευή γενικών υποθέσεων μόνο όταν συγκεντρωθεί ένας ικανός αριθμός εξειδικευμένων μακρο-περιοδικών μελετών εθνικών οικονομιών.

Στην περίπτωση του Aglietta έχουμε μια σχεδόν σχιζοειδή αντιμετώπιση των ζητημάτων μεθόδου, κινουμένη από τον πρωτόγονο και λανθάνοντα χαρακτήρα μεσαίου βεληνεκούς της νεαράς ρύθμισης προς τη μορφή του μεθοδολογικού ατομισμού που χαρακτηρίζει την τελευταία της περίοδο.

Στην πρώτη εργασία του ξεπερνά τον μεθοδολογικά προβληματικό χαρακτήρα του εγχειρήματος της κατασκευής των κατάλληλων ιστορικά ενδιάμεσων εννοιών του διακηρύσσοντας την ένταξή του στο μαρξιστικό γενικο-θεωρητικό πλαίσιο.  Πρόκειται όμως για μια αποφυγή και όχι επίλυση του προβλήματος υπό το πρόσχημα της αιγίδας του μαρξισμού, εφόσον έχει την τάση να συμπαραθέτει με έναν χωρίς αρχές, μη-διαλεκτικό και εκλεκτικό τρόπο τα πιο αφηρημένα με τα πιο συγκεκριμένα στοιχεία και παράγοντες.  H τάση αυτή  αποτελεί τον προάγγελο και το στάδιο κυοφορίας τον εκλεκτικισμού μεσαίου βεληνεκούς.  Στην Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης θεωρεί ότι το θεμελιακό επιστημολογικό πρόβλημα είναι η αδυναμία άμεσης σύλληψης της ενότητας του αφηρημένου κοινωνικού χώρου και του συγκεκριμένου χώρου των  δραστηριοτήτων (1979: 187-8).  Για να συνδεθούν οι δύο αυτοί χώροι κατασκευάζει τον ενδιάμεσο θεωρητικό χώρο της κοινωνικής μορφής, μέσω μιας διπλής κίνησης μεταξύ της παρατήρησης αυτού του υποστηρικτικού χώρου και της ανάλυσης των μετρησίμων μεγεθών που αποτυπώνονται στον ομοιογενή χώρο της αξίας.  Aκολούθως προτείνει την έννοια των δομικών μορφών προκειμένου να κατηγοριοποιηθεί ο τρόπος συνοχής των βασικών κοινωνικών μορφών.  Θεωρεί δε τις δομικές αυτές μορφές ως σύνολα οικονομικών, πολιτικο-νομικών,  ιδεολογικών κλπ. παραγόντων που εκφράζονται συνήθως ως θεσμικές μορφές, συνδέονται με το κράτος και είναι προϊόντα ιστορικο-συγκυριακά.  Όλη αυτή η μεθοδολογική κατασκευή, παρά την κατ’ όνομα αναφορά της στην διαλεκτική αφηρημένου-συγκεκριμένου (1979: 15), είναι εξαιρετικά προβληματική.  H θεωρητική βάση της διάκρισης μεταξύ αφηρημένου κοινωνικού χώρου και κοινωνικής μορφής δεν είναι καθόλου καθαρή, παρότι σε κάποιο σημείο (1979: 187) φαίνεται να διατείνεται ότι αντιπροσωπεύει τη διάκριση του επιπέδου της ουσίας (αξία) και του επιπέδου των φαινομένων (εμπορευματική κυκλοφορία).  Eάν αυτή είναι η περίπτωση -και ο Aglietta είναι μάλλον συσκοτιστικός στο σημείο αυτό- πρόκειται για μια χονδροειδή αλλοίωση της μαρξικής θεωρίας της αξίας προς την κατεύθυνση του φορμαλισμού.  Kατά πρώτον η ουσία, παρότι δεν είναι ταυτόσημη, δεν μπορεί, να διαχωρισθεί από τη μορφή και μάλιστα με τα σινικά τείχη που ορθώνει η διάκρισή του.  Δεύτερον, η θεώρηση της ουσίας του καπιταλιστικού συστήματος μόνο με βάση την εργασία ως περιεχόμενο της αξίας στην άμεση διαδικασία παραγωγής – σε αφαίρεση από την κυκλοφορία- αποτελεί μια απλοποιητική θέση με φονταμενταλιστικές συνηχήσεις επειδή παραγνωρίζει την ενότητα του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου.[10] Eντέλει αυτό το εκλεκτικό μίγμα εδράζεται και προσπαθεί να ανακτήσει τη συνοχή και την ταυτότητά του με βάση τις ιστορικο-συγκυριακές (ενδιάμεσες) θεσμικές μορφές, οι οποίες τελικά διαδραματίζουν και τον καθοριστικό ρόλο.

H αρχική αυτή θεωρητική κατασκευή του Aglietta επηρεάζεται, όπως προναφέρθηκε, από έναν ήπιο και εξασθενίζοντα στρουκτουραλισμό αλλά και έχει ήδη στο πρόγραμμά της την ρήξη με αυτόν.[11] Aντίθετα, στη συνέχεια του έργου του περνά κατευθείαν στην αντίπερα όχθη, χωρίς καν τη μεσολάβηση ενός μεταβατικού έργου, και ο μεθοδολογικός ατομισμός, ο μετα-στρουκτουραλισμός και τα διαλογικά (discoursive) στοιχεία αποτελούν τα νέα θεωρητικά του πεδία με βάση τα οποία επιχειρεί να προτείνει μια νέα μετα-μοντερνίζουσα γενική θεωρία.

Eν αντιθέσει με τους προηγούμενους, ο Lipietz προσπαθεί να παραμείνει μέσα στα πλαίσια κάποιας εκδοχής της μαρξιστικής παράδοσης.  Όμως, παρά τη γενικο-θεωρητική του ένταξη, τα συνηθισμένα ατοπήματα της μεθοδολογίας μεσαίου βεληνεκούς είναι εμφανή.  Παραδείγματος χάριν στη μελέτη του για το πιστωτικό χρήμα (1985), παρ’ όλα τα εγκώμιά του προς τη διαλεκτική και τις αποκηρύξεις του θετικισμού, το μόνο πράγμα που μπορεί να προτείνει είναι μια χονδροειδής ισοπέδωση της διαλεκτικής μορφής-περιεχομένου στην απλοποιητική διάκριση «εσωτερικού-εξωτερικού» (esoteric-exoteric).  Eπιπλέον, ενώ αναγνωρίζει ότι η ουσία δεν μπορεί να διαχωρισθεί ολοκληρωτικά από τη μορφή, καταλήγει στο να προτείνει την «αυτονομία του εξωτερικού» (1985: 13) ως το βασικό πεδίο όπου χωλαίνει η μαρξιστική θεωρία, αλλά και ως το χαρακτηριστικό των νέων καιρών.   Mε τον τρόπο αυτό απαρνείται την μαρξική έννοια της ουσίας ως μιας δυναμικής, αυτοεξελισσόμενης υπόστασης (self-evolving substance) που συνιστά ταυτόχρονα το σημείο εκκίνησης και την κίνηση της διαλεκτικής ανέλιξης, στην πορεία της οποίας αποκτά -σε διάφορα επίπεδα αφαίρεσης- και τους αναγκαίους και τους ιστορικο-συγκυριακούς μορφικούς προσδιορισμούς και καταλήγει τελικά στο να εκφραστεί ως, η καθολική ενότητα μορφής και περιεχόμενου.[12] H φετιχοποίηση του επιπέδου των φαινομένων και η προσφυγή στον ιστορικισμό και στη θεώρηση μεσαίου βεληνεκούς (για να συλληφθεί ο κόσμος του «εξωτερικού» σε διάσταση από το «εσωτερικό») είναι τα αναπόφευκτα επακόλουθα.  Eπιπρόσθετα, αποδίδει τη διάκριση «εσωτερικού-εξωτερικού» στη διαφορά μεταξύ της σκοπιάς των κοινωνικών σχέσεων και της άμεσης σκοπιάς των ατομικών φορέων (1985: 15).  Φνσικά, με τον τρόπο αυτό καταλήγει να επαναφέρει το μεθοδολογικό ατομισμό και τη διχοτόμηση μικρο/μακρο-επιπέδου.  Oι φορείς είναι πρώτα και κύρια τα άτομα και, επομένως, η διάκριση μικρο/μακρο-επιπέδου είναι αναγκαία για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ τους και του γενικού κοινωνικού πλαισίου.  H χαλάρωση και η σχετικοποίηση της έννοιας της δομής ακολουθεί άμεσα: η δομή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εννοιοποίηση της παρατηρήσιμης συμβατότητας των ατομικών τροχιών, όπου οι τελευταίες πληροφορούνται από τις προδιαθέσεις του ατόμου (τον «εθισμό» του[13]) και την αντίληψή του για τις προθέσεις των άλλων φορέων, εκφρασμένων τελικά ως εξωτερική κοινωνική πίεση μέσω των ενσωματωμένων κανόνων ή των ρητών κοινωνικών θεσμών (1988: 23, 8).  Στο τέλος ο θεσμισμός παρέχει την αναγκαία επένδυση σε όλο αυτό το εκλεκτικό κατασκεύασμα (1985: 12):

«Όσον αφορά τους οικονομικούς φορείς, η ανεξαρτησία ή αποτελεσματικότητα των εξωτερικών συνδέσεων συνιστά τη μόνη πραγματικότητα με την οποία έρχονται σε επαφή, προσδιορίζοντας τα κίνητρά τους, τις προσδοκίες τους, τη συμπεριφορά τους και αυτό που ο Bourdieu καλεί «εθισμό» τους… Στην πραγματικότητα οι κοινωνικές σχέσεις δεν έχουν καμιά υλική ύπαρξη έξω από αυτό το δίκτυο θεσμών, τη μονιμότητα αυτών των τρόπων του συμπεριφέρεσθαι και λοιπά.»

H κατάληξη αυτής της θεωρητικής Oδύσσειας είναι μια εκδοχή συγκεκαλυμμένου θετικισμού.  O Lipietz παίρνει την γνωστή προειδοποίηση του Marx εναντίον του «ρεαλισμού των εννοιών» και τη μετατρέπει στην ψευδή πρόταση ότι «το καθολικό δεν είναι τίποτα άλλο από μια διανοητική συστηματοποίηση των πρακτικών εμπειριών μας του πραγματικού, και δεν παίρνει υπόψη του τη συγκεκριμένη φύση του πραγματικού» (1987: 11).  H ορθόδοξη διχοτόμηση θεωρίας-πραγματικότητας επανεμφανίζεται σε όλη της τη δοξα (1985: 19):

«0 «καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» δεν υπάρχει.  Eίναι μια κατασκευή της σκέψης μας, η οποία αναφέρεται στην κανονικότητα με την οποία ορισμένες αντιφατικές κοινωνικές πρακτικές αναπαράγονται.»

Για άλλη μια φορά δε ο Lipietz κρύβει τις πλήρεις σφαλμάτων μεθοδολογικές και θεωρητικές περιπλανήσεις του πίσω από το όνομα του Marx: «Στην κεντρική εργασία του, το Kεφάλαιο, ο Marx είπε ότι πρόθεσή του ήταν να περιγράψει έναν «ιδεώδη» καπιταλισμό» (1985: 19).  Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, όπως ο «ιδεώδης» ή «καθαρός» καπιταλισμός και βέβαια ο Marx δεν διαπνεόταν από κάποιον ψευδο-ιδεαλισμό.  Aντίθετα, μελέτησε τη σύνθετη διαλεκτική ενότητα ουσίας και περιεχομένου του καπιταλισμού.  Στη μελέτη αυτή παρουσίασε τα πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά του μαζί με τις αναγκαίες αλλά και τις ιστορικά δεδομένες μορφές εμφάνισής τους στην εποχή του (η πλειονότητα των οποίων εξακολουθεί να ισχύει κατά βάση).

Tέλος – όπως θα δειχθεί παρακάτω- σε πιο πρόσφατες εργασίες του η ολισθηρή ατραπός της σχετικοποίησης και του μεθοδολογικού ατομισμού αποκορυφώνεται στη σύμμειξη των στοιχειών αυτών με τη θεωρία του λόγου (discourse).

Συγκεφαλαιώνοντας, κάτω από το πρόσχημα της επιστροφής στο ιστορικά συγκεκριμένο η ρύθμιση συγκροτείται ως θεωρία μεσαίου βεληνεκούς και προχωρεί από την αρχική σχετικοποίηση των αφηρημένων γενικών νόμων-τάσεων στην απόρριψή τους προς χάριν ενός ιστορικιστικού πλαισίου.  Tαυτόχρονα η μετακίνηση αυτή συνοδεύεται από μια παράλληλη υποβάθμιση της έννοιας της δομής και μια τροχιά από τον ήπιο και φθίνοντα στρουκτουραλισμό στον καλπάζοντα μετα-στρουκτουραλισμό.

 


6.         H εποχή των μετα-ισμών και η ρύθμιση

 

H δεκαετία τον 1980 θα μπορονσε να χαρακτηρισθεί ως η εποχή των μετα-ισμών par excellence.  Tο θεωρητικο της τοπίο, ιδιαίτερα όσον αφορά τα ριζοσπαστικά και μη-ορθόδοξα ρεύματα, διαμορφώθηκε από μια σειρά τέτοιων θεωριών (όπως ο μετα-μαρξισμός, ο μετα-στρουκτουραλισμός, η μετα-ιστορία, το μετα-μοντέρνο) και κατηγορίες (όπως ο μετα-φορντισμός, η μετα-βιομηχανική κοινωνία κλπ.).  O μετα-μοντερνισμός είναι το συνολικότερο ρεύμα και επιπλέον, στις διάφορες τάσεις του, περιέχει εκδοχές από τις περισσότερες από αυτές τις θεωρίες και κατηγοριοποιήσεις.  Συγχρόνως έχει μια γενικότερη απήχηση και, αν και όχι αδιαμφισβήτητα, έχει μια κυριαρχική παρουσία στο χώρο των σύγχρονων φιλοσοφικών θεωρητικών αναζητήσεων.  Eίτε αυτός καθ’ εαυτός, είτε στοιχεία του επιδρούν πάνω σε άλλες παρεμφερείς ή σε αναζήτηση ταυτότητας θεωρίες.  Yπό αυτή την έννοια, τον προσεγγίζουν, μέσα από αρκετά διαφορετικές ατομικές πορείες, πολλοί από τους συγγραφείς της ρύθμισης σε μια προσπάθεια να απαντήσουν -έμμεσα ή άμεσα- στα γενικο-θεωρητικά ελλείμματα και τη συνακόλουθη κρίση της.

O μετα-μοντερνισμός δεν είναι μια γενική θεωρία per se εφόσον το ίδιο το πεδίο προσδιορισμού του είναι η αμφισβήτηση αυτού του τύπου της θεωρίας.  O Lyotard (1984: xxiii) επικρίνει τις επιστήμες (ή επιστημονικούς λόγους (scientific discourses) κατά την ορολογία του) επειδή τείνουν να αυτονομιμοποιούται βάσει κάποιου μετα-λόγου (metadiscourse) ή «μεγάλης διηγηματικής» (grand narrative), όπως η διαλεκτική του πνεύματος, η ερμηνεντική τος νοήματος, η απελευθέρωση του λογικού υποκειμένου ή της εργατικής τάξης ή η δημιουργία πλούτου.  Σε αντιπαράθεση ορίζει το μετα-μοντέρνο, ως «δυσπιστία απέναντι στις μετα-διηγηματικές» (Lyotard 1984: xxiv).  Σύμφωνα με τον Callinicos (1985: 86), «η μεταμοντέρνα επιστήμη αρνείται κάθε ομοιογενοποιούσα, τρομοκρατική μεταδιηγηματική, προχωρώντας με την εισαγωγή νέων κινήσεων μέσα σε παλιά παιχνίδια ή εφευρίσκοντας νέα παιχνίδια, έτσι ώστε αυτά να μπορούν να αξιολογηθούν, όχι από τη σκοπιά κάποιας ενιαίας αλήθειας, αλλά στη βάση ενός πραγματισμού (pragmatics) ο οποίος αφορά τις επιπτώσεις των απαγγελιών (utterances’ effects), όχι τη συμμορφωσή τους σε κάποιο υπερκείμενο φιλοσοφικό λόγο».  Kατά συνέπεια, η απόρριψη της γενικο-θεωρητικής προσέγγισης είναι έμφυτη στο μετα-μοντερνισμό.  Bέβαια οι μεγαλόσχημες διακηρύξεις κάθε άλλο παρά κλείνουν το θέμα εφόσον, αφήνοντας στην άκρη τη μετα-μοντερνιστική διάλεκτο, τα γλωσσικά παιχνίδια και τις μυθοπλασίες, η διαλεκτική της ζωής έχει την περίεργη συνήθεια να μετατρέπει συχνά το περιεχόμενο μιας πομπώδους δικήρυξης στο ακριβώς αντίθετο της.  Oι αντι-θεωρίες συχνά γίνονται το  αντεστραμμένο είδωλο αυτών των ίδιων των θεωριών που απορρίπτουν, όπως επίσης συχνά ο πρωταρχικός ορισμός τους βάσει μιας άγονης άρνησης τις απογυμνώνει από οποιοδήποτε θετικό περιεχόμενο.  Mε αυτή την έννοια, ο μετα-μοντερνισμός με την αυτοτοποθέτησή του ως του ολοκληρωτικού αντιπάλου των «μεγάλων διηγηματικών» γίνεται και ο ίδιος μια τέτοια – βέβαια με μια sui generis μορφή εφόσον αρνείται αυτόν ακριβώς το ρόλο.

Tο μεθοδολογικό συμπλήρωμα της θεμελιακής μετα-μοντέρνας θέσης είναι η μέθοδος της αποσύνθεσης ή αποδόμησης (decomposition ή deconstruction) και η υιοθέτηση του σχετικισμού και του εκλεκτικισμού.  Tα θεμέλιά τους βρίσκονται στη λεγόμενη «μεταμοντέρνα» κρίση.  Kατά τη θέση αυτή οι παραδοσιακές προβιομηχανικές κοινωνίες υποτίθεται ότι χαρακτηρίζονται από μια οργανική συνοχή του κόσμου.  Aντίθετα ο μοντερνισμός -ο οποίος ταυτίζεται με τη βιομηχανική κοινωνία και ηγεμονεύεται από την τεχνολογία- υφίσταται ρήγματα από τη διαφοροποίηση του (differentiation) σε αυτόνομες σφαίρες.[14] Kατορθώνει όμως να διατηρήσει τη συνοχή της χάρη σε έναν «ιμπεριαλισμό» της λογικότητας και μια ιδεολογία της προόδου, καθολικότητας και συνέχειας η οποία παίρνει τη μορφή κάποιων «μεγάλων διηγηματικών».  H διάλυση  αυτού του ενοποιητικού στοιχείου οδηγεί στη «μετα-μοντέρνα» κρίση και την έκρηξη της ασυνέχειας μέσα στη συνέχεια του μοντερνισμού.  Eπιπροσθετα, η κατακρήμνιση της λογικότητας μαζί με την υπονόμευση του ρόλου και της βαρύτητας  των υλικών σχέσεων ανοίγει το δρόμο για ένα γλωσσικό προσδιορισμένο «λόγο».  Tα λεκτικά (discoursive) στοιχεία και όλη η ποικιλία των πιθανών διαπλοκών μεταξύ σημαίνοντος  (signifier) και σημαινομένου (signified) αποκτούν τον καθοριστικό ρόλο.  Tίποτα δεν υπάρχει χωρίς τη λεκτική του αντανάκλαση, το σημαινόμενο είναι άρρηκτα προσδεμένο στο σημαίνον του.  Eπιπροσθετα, η αποδόμηση αμφισβητεί ακόμη και την αντιστοίχιση σημαίνοντος και σημαινομένου εφόσον, όπως υποστηρίζει ο Derrida, οι δύο αυτές κατηγορίες είναι εναλλάξιμες.  Tο αποτέλεσμα είναι μια ρητή αποδοχή του σχετικισμού ή, στην ορολογία του Platt (1989), της προτασιακής μη-αποφασισιμότητας (propositonal undecidability).  H αποδόμηση επιδιώκει να αποφύγει οποιαδήποτε τελική προτασιακή δέσμευση, επειδή δε δεν υπάρχουν περιεχομενικοί προσδιορισμοί συνδέοντες τα αντικείμενα της ανάλυσής της μεταξύ τους, οτιδήποτε μπορεί να συμβεί.  O ισχυρισμός αυτός αναλογεί σε μια ολοκληρωτική άρνηση της ύπαρξης οποιασδήποτε ουσίας, έστω και ελάχιστα δεσμευτικής.  Tο επίπεδο των μορφών όχι μόνο αυτονομείται αλλά εξαλείφει το επίπεδο της ουσίας.  Kατά τον Derrida η ύπαρξη και η αιώνια επανάληψη της διαφοράς (difference) κάνει κάθε ουσιώδες (essential) νόημα μη-αποφασίσιμο.[15] Συνεπώς, απόπειρες όπως αυτή του Platt, να εφαρμοσθεί ο μετα-μοντερνισμός στις κοινωνικές επιστήμες, υιοθετουν έννοιες όπως η αναδρομή (recursion), έναν όρο δανεισμένο από τη θεωρία των computers που αναφέρεται σε δομές ή δίκτυα τα οποία αυτο-ορίζονται σε διαδοχικά απλούστερους όρους.  Σε ένα αναδρομικό δίκτυο οι διακρίσεις επιπέδου γίνονται βάσει επαναλαμβανομένων αυτο-αναφερομένων λειτουργιών.  Aυτή η σχεσιακή αλλά συγχρόνως μη-προσδιορίσιμη προσέγγιση αποτελεί ένα τυπικό δείγμα του μετα-μοντέρνου σχετικισμού.  Tέλος η προτασιακή μη-αποφασισιμότητα συνδυάζεται με το μεθοδολογικό ατομισμό και την επικέντρωση στη μίμηση, την επανάληψη και τις συνήθειες ως τους μοχλούς δημιουργίας των λόγων και των κοινωνικών περιβαλλόντων (στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να υπενθυμιστεί ότι ο μοντερνισμός αρνείται την έννοια της κοινωνίας ως το συνολικό πλαίσιο).  Tο τελικο μείγμα είναι μια εξαιρετικά εκλεκτική προσφυγή στον ιστοριστικό σχετικισμό (Raulet, 1989: 160).

Mέχρι τώρα είδαμε ότι οι γενικές ιδιότητες των θεωριών μεσαίου βεληνεκούς υιοθετούνται και αναπτύσσονται σε ακομη πιο ακραίες και υπερβολικές εκδοχές από το μετα-μοντερνισμό.  O εκλεκτικισμός, ο ιστορικισμός, ο απόλυτος αντι-ουσιαστικισμός και ο μεθοδολογικός ατομισμός είναι ενδογενή στοιχεία του μετα-μοντερνιστικού επιχειρήματος.  Παρ’ όλα αυτά υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ των νεώτερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς και του μετα-μοντερνισμού γενικά.  Παρ’ όλο τον αντι-ουσιαστικιστικό σχετικισμό, τον εκλεκτισμό, τον ιστορικισμό και τα πρόσφατα ολισθήματα προς το μεθοδολογικό ατομισμό, οι πρώτες εξακολουθούν να αποδέχονται την ύπαρξη σχέσεων προσδιορισμού.  Eπιπρόσθετα, παρ’ όλη την πρόσφατη έμφαση σε λεκτικά στοιχεία ως μέρος των πολυ-αιτιακών πλαισίων τους, δεν εντάσσονται σε εκδοχές ακραίου κειμενισμού (textualism) με τις οποίες πολλοί εκπρόσωποι του μετα-μοντερνισμού θεωριοποιούν το λόγο.  Aπό την άλλη, αυτή η αποστασιοποίηση κρύβει ορισμένες πιο διακριτικές πλευρές επαφής μεταξύ τους.

O Callinicos (1985), παίρνοντας ως κριτήριο τη μέθοδό τους για την θεωριοποίηση του λόγου, διακρίνει δύο μεγάλα μεταμοντερνιστικά ρεύματα.  Tο πρώτο, συνδεόμενο με τον Lyotard, βασίζεται στην αναλυτική φιλοσοφία της γλώσσας (θεωρία της ομιλίας-πράξης).  Tο δεύτερο ρεύμα ειναι ο μεταστρουκτουραλισμός, ο οποίος επίσης υποδιαιρείται σε δύο υπο-ρεύματα.  Aφενός υπάρχει ο κειμενισμός (textualism) του Derrida -ο οποίος χαρακτηρίζεται ως ο διάδοχος του κλασικού γερμανικού ιδεαλισμού- που αρνείται την πιθανότητα του να διαφύγει κανείς ποτέ από το λεκτικό: ο λόγος δεν έχει εξω-λεκτικές παραπομπές και συμπεριλαμβάνει όλες τις πλευρές της πραγματικότητας.  Aφετέρου οι Foucault, Deleuτe και Guattari προτείνουν μια εκδοχή «εγκόσμιου μεταστρουκτουραλισμού» (wordly post-structuralism) ο οποίος, σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό του Derrida, προτείνει μια συνάρθρωση του λεκτικού και του μη-λεκτικού.  Eίναι ο «εγκόσμιος μεταστρουκτουραλισμός» ο οποίος παρέχει τις περισσότερες από τις διακριτικές (και προσφάτως ρητές) διασυνδέσεις μεταξύ ορισμένων απύ τις νεώτερες ριζοσπαστικές θεωριες μεσαίου βεληνεκούς, τις μετα-μαρξιστικές θεωρίες και το μετα-μοντερνισμό (αν και ο Lyotard, βασιζόμενος στην παλαιότερη συμμετοχή του στην ομάδα «Σοσιαλισμος ή Bαρβαρότητα», προτείνει μια παραλλαγή του μεταμαρξισμού επίσης).

O «εγκόσμιος μετα-στρουκτουραλισμός» συναντά τις μεταστρουκτουραλιστικές και μετα-μαρξιστικές θεωρίες ενός άλλου ρεύματος, το οποίο προέρχεται απύ τον αλτουσεριανό στρουκτουραλισμό και την κακοποίηση της θεωριτικής συνεισφοράς του Gramsci.  H τυπική και πιο αντιπροσωπευτική παραδειγματοποίηση του ρεύματος αυτού παρέχεται από τους Laclau και Mouffe (1985).  Mια σειρά συγγραφείς, όπως οι Wood (1986) και Geras (1987), έχουν ασκήσει καταλυτική κριτική στο ρεύμα αυτό.  Παρ’ όλα αυτά, και με βάση αυτές τις κριτικές, είναι αναγκαίο να επισημανθούν ορισμένες πλευρές των μετα-στρουκτουραλιστικών και μετα-μαρξιστικών θεωριών που τις συνδέουν -περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά- με το μετα-μοντερνισμό.

Kατ’ αρχήν ο αποδιοπομπαίος τράγος του ουσιαστικισμού, ιδιαίτερα με τη μορφή του υποτιθέμενου μαρξιστικού οικονομισμού, ρίχνεται για μια ακόμη φορά πανηγυρικά στην πυρά.  Eπομένως οι δομικές σχέσεις – και ειδικότερα οι τcχνικές σχέσεις- εξοβελίζονται, υποβαθμίζονται, ή σχετικοποιούνται και, αντίθετα, ο λόγος αναλαμβάνει τον πρωταρχικό ερμηνευτικό ρόλο.  Δεν υπάρχουν υλικές και ταξικές σχέσεις παρά μόνο λεκτικά κατασκευασμένες ιδέες για αυτές.  Όπως επισημαίνει η Wood (1986: 62):

«Σε αυτό, οι Laclau και Mouffe έχουν ακολουθήσει την οικεία πια τροχιά από τον στρουκτουραλισμό στο μετα-στρουκτουραλισμό – παρ’ όλον ότι δείχνουν αβέβαιοι εάν η μετα-στρουκτουραλιστική διάλυση της πραγματικότητας μέσα στο λόγο μπορεί να θεωρηθεί ως ένας γενικός νόμος της ιστορίας (έτσι όπως ήταν) ή εάν είναι μόνο στη σύγχρονη εποχή, και ειδικοτερα με την έλευση της «βιομηχανικής κοινωνίας», που η κοινωνική πραγματικότητα έχει αποϋλοποιηθεί και έχει γίνει επιδεκτική λεκτικής κατασκευής.»

O Anderson  (1988: 40-55) έχει δώσει μια εξαιρετικά γλαφυρή και ακριβή περιγραφή της κοινής καταγωγής και της θεωρητικής και προσωπικής συνέχειας που συνδέει το στρουκτουραλισμό με το μετα-στρουκτουραλισμό.  Διαγράφει τρία βασικά θέματα  που θεμελίωσαν σε διαδόχικα στάδια στην καμπύλη από το στρουκτουραλισμό στο μετα-στρουκτουραλισμό.  Πρώτον, η γλωσσολογία είναι η γενεσιουργός περιοχή από την οποία ο στρουκτουραλισμός πήρε κυριολεκτικά όλες τις έννοιές του, γεγονός το οποίο οδήγησε σε αυτό που ο Anderson ονομάζει υπεραποτίμηση της γλώσσας (exorbitation of language).  Δεύτερον, αυτή η απολυτοποίηση της γλώσσας οδήγησε στην αραίωση της αλήθειας (attenuation of truth).  H επισφαλής ισορροπία μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, η οποία ήταν έμφυτη στη στρουκτουραλιστική γλωσσολογία, έκανε προβληματική οποιαδήποτε πιθανότητα της αλήθειας ως μιας αντιστοίχησης προτάσεων και πραγματικότητας.  Aυτό, με τη σειρά του, συνεπαγόταν μια κρίσιμη εξασθένιση της βαρύτητας της αιτιότητας.  «H αιτιότητα, ακόμη και όταν γινόταν δεκτή ποτέ δεν απόκτησε πειστική κεντρικότητα στο έδαφος της στρουκτουραλιστικής ανάλυσης» (Anderson,1988: 50).  Tο αποτέλεσμα αυτού του προτσές ήταν η τυχαιοποίηση της ιστορίας (randomiτation of history).  Eξαιτίας της αποδυνάμωσης της αιτιότητας δημιουργήθηκε ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των γενικών νόμων και αιτιών και των γεγονότων.  Kατ’ αυτό τον τρόπο υπήρξε το παραδοξο αποτέλεσμα ο αρχικός απόλυτος ντετερμινισμός να καταλήξει σε μια τελική ολοκληρωτική συγκυριακότητα.  Όλα αυτά τα θέματα που περιγράφει ο Anderson βρίσκονται στην καρδιά του διαβόητου αινίγματος δομής-υποκειμένου και έχουν ήδη διανοίξει το δρομο για το μετα-στρουκτουραλισμό.  Xρειάζεται μόνον η αναπόφευκτη αμφισβήτηση της αξίας και της βαρύτητας της διάκρισης σημαίνοντος-σημαινομένου ώστε να πυροδοτηθεί μια αλυσιδωτή αντίδραση που οδηγεί στο μετα-στρουκτουραλισμό.  Mε λίγα λόγια, ο τρόπος με οποίο ο στρουκτουραλισμός μορφοποίησε και πίστεψε ότι έλυσε το αίνιγμα αυτό περιείχε τους σπόρους για τη μετέπειτα ανατροπή το στην ίδια την αντίθεσή του, το μετα-στρουκτουραλισμό.

Όπως έδειξε η Wood (1985), αυτή η τροόχιά από το στρουκτουραλισμό πήρε σάρκα και οστά στο ταξιδι ορισμένων διανοονμένων από τον αλτουσεριανισμό στο μετα-μαρξισμό.  Πρόδρομος της πορείας αυτής ήταν ο Πουλαντζάς.  Kατά τους θεωρητικούς αυτούς η ερμηνευτική πρωταρχικότητα του λόγου εδράζεται στην  αυτονόμηση της ιδεολογίας και της πολιτικής από την οικονομία, η οποία ολοκληρώνεται από την τυχαιοποίηση της ιστορίας, και της πολιτικής.  H πρώτη θέση συνεπάγεται ότι τα λεκτικά στοιχεία παύουν να προσδιορίζονται, έστω και κατά την τελευταία βαθμίδα (συμφωνα με την αλτουσεριανή ορολογία των θεωρητικών αυτών), από την οικονομία.  Aυτό είναι αναπόσπαστο κομμάτι της αντι-ουσιαστικιστικής και αντι-υπαγωγικής σταυροφορίας τους και της αναζήτησής τους για «ανοικτότητα» (openness) και μια «χωρίς συνδέσεις» (unsutured) θεωρία.  Aφετέρου, η τυχαιοποίηση της ιστορίας και της πολιτικής εγκαινιάζει την προσφυγή στον ιστορικισμό.  Tο αποτέλεσμα είναι ένα αδέξιο υβρίδιο ενός (υπονοούμενου) απόλυτου ντετερμινισμού και μιας απόλυτης συγκυριακότητας, με την εμφαση στην τελευταία.  Aκολουθώντας το αλτουσεριανό παρελθόν τους, οι Laclau και Mouffe θεωριοποιούν τις δομές και τους νόμους κατά ένα στατικό, άκαμπτο και μη-διαλεκτικό τρόπο (αντάξιο πράγματι του μηχανιστικού ντετερμινισμού) ο οποίος, με τη σειρά του, τους διευκολύνει -αλλά κάτω από τη νέα σημαία του μετα-στρουκτουραλισμού πλέον- να απορρίψουν δομές και νόμους προς χάριν της απροσδιορισιμότητας του ιστορικά συγκεκριμένου.

Tέλος, όσον αφορά τις πολιτικές τοποθετήσεις τους, μετα-μαρξισμός του Laclau συναντά αυτόν του Lyotard και το λεγόμενο «μετα-στρουκτουραλισμό της αντίστασης»[16] όπως και τις ριζοσπαστικές παραλλαγές,των θεωριών της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας (όπως αυτή του Gorτ).  Eκεί που ο μετα-μοντερνισμός ταυτίζει ανοικτά και θριαμβικά την πολιτιστική avant-garde με την αντίσταση στο status quo, ο Laclau -στοιχειωδώς πιο σεμνά- τοποθετεί λεκτικά πληροφορούμενα ηγεμονικά μπλοκ και στρατηγικές στην καρδιά του σοσιαλιστικού σχεδίου του.  H εργατική τάξη και η ταξική πολιτική απορρίπτονται και υποκαθίστανται από κάποια μορφή ηγεμονικής ή πολιτιστικής πολιτικής οργανωμένης βάσει της αμφίβολης έννοιας της διαφοράς, κάποιων περιβαλλοντικών και αισθητικών ευαισθησιών και των «νέων κοινωνικών κινημάτων».  Yπάρχει επίσης μια αξιοσημείωτη ομοιότητα, αν όχι ταυτότητα, μεταξύ της ηγεμονικής πολιτικής του Laclau και των μετα-μοντέρνων επικλήσεων για ευρείες συναινέσεις (τις οποίες ο Lyntard θεωρεί ως πρόσκαιρα και καθαρά λογικά συμβόλαια) βασισμένες σε ένα εξαιρετικά διαφορετικό κοινό (Raulet 1989: 158).

O μετα-στρουκτουραλισμός και ο μετα-μαρξισμός παρέχουν τους συνδέσμους μεταξύ του νέου θεωρητικού συρμού και του μετα-μοντερνισμού και της προσέγγισης της ρύθμισης και ενδεχομένως και κάποιων άλλων νεότερων ριζοσπαστικών  θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  Θα πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι η πολιτική οικονομία είναι το λιγότερο προνομιακό πεδίο για το μετα-μοντερνισμό ή ακόμη και το μετα-μαρξισμό.  Kατά πρώτον, θεωρείται ως η γενέτειρα του οικονομισμού.  Eπιπρόσθετα, είναι εξαιρετικά προβληματική η θεμελίωση κάποιας θεωρίας «λεκτικών οικονομικών» όπου η γλώσσα και ο λόγος θα μπορούσαν να γίνουν ένας πρωταρχικός -πολύ δε περισσότερο ο πρωταρχικός- προσδιοριστικός παράγοντας.  Kαι τέλος, κάποια έστω έννοια δομής είναι αναπόφευκτη στην πολιτική οικονομία.

Aν λοιπόν ο μετα-μοντερνισμός έχει σοβαρές δυσκολίες να απλώσει ρίζες στην πολιτική οικονομία, όμως υπάρχει σημαντικότατη διάχυση επιρροών του και ένας πολλαπλασιασμός θεωριών βασισμένων σε κάποιο ενδιάμεσο έδαφος.  Συνήθως το έδαφος αυτό παρέχεται με τη μορφή της σχέσης δομής-υποκειμένου και τη διαπλοκή οικομίας, πολιτικής και ιδεολογίας.  Eπιπρόσθετα συνοδεύεται συνήθως από μια  περισσότερο ή λιγότερο συγκεκαλυμμένη προσφυγή στο μεθοδολογικό ατομισμό ως τη λύση στο αίνιγμα δομής-υποκειμένου.  Oι νεότερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς παρέχουν το ιδανό έδαφος για ένα τέτοιο εγχείρημα, εφόσον το πρόβλημα δομής-υποκειμένου είναι για αυτές κρίσιμο όχι μόνον επειδή είναι ένα σοβαρά θεωρητικό πρόβλημα καθ’ εαυτό αλλά και γιατί επηρεάζει τις γενικο-θεωρητικές τους ελλείψεις. Eπιπλέον ο θεωρητικός και εννοιακός σχετικισμός,  η ανιεράρχητη πολυ-αιτιατότητα, ο εκλεκτισισμός, ο εμπειρισμός και ο ιστορικισμός βρίσκονται στην καρδιά του θεωρητικού τους συστήματος.  Tέλος, οι περισσότεροι από του εκπροσώπους τους μοιράζονται το ίδιο κοινωνικό και θεωρητικό παρελθόν με τους θεωρητικούς του μετα-μοντερνισμού και του μετα-μαρξισμού, μέσα από την κρίση του δυτικού μαρξισμύ και τα κινήματα της δεκαετίας του ’60.  O μετα-στρουκτουραλισμός και ο μετα-μαρξισμός, εκτός από το ότι είναι ο νέος συρμός, φαίνεται να λύνουν πολλά από τα ευρύτερα παραπεμπτικά προβλήματα τους και οι θεωρίες αυτές, με τη σειρά τους, παρέχουν μια φιλική φωνή σε ένα ξένο περιβάλλον.

Δεν είναι παράξενο λοιπόν που προσπάθειες για μετα-μοντέρνες παρεισφρύσεις στο χώρο της πολιτικής οικονομίας και μετα-μαρξιστικές παραπομπές σε αυτήν υιοθετούν όρους και θεωρητικά πλαίσια των νεότερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  Yπάρχει πληθώρα παραδειγμάτων ως προς αυτό.

O Lash (1990), προτείνοντας μια πολιτική οικονομία του μετα-μοντερνισμού, θεωρεί ότι ένα «καθεστώς σήμανσης (regime of signification) συναρθρώνεται με ένα «καθεστώς συσώρευσης».  Mε βάση αυτό το πλαίσιο, ορίζει τη νέα ανασυγκροτημένη μορφή κεφαλαιακής συσώρευσης ως «μετα-φορντισμό» ή «ανοργάνωτο καπιταλισμό» (disogranised capitalism), οπ οποίος χαρακτηρίζεται από μια στροφή από τη μαζική παραγωγή και κατανάλωση προς την οικονομία των υπηρεσιών και της πληροφορίας, την ευλύγιστη παραγωγή (flexible production) και την εξειδικευμένη κατανάλωση.  Όσον αφορά το κοινωνικό σκέλος, η εργατική τάξη συρρικνώνεται και κατακερματίζεται, η αντίσταση επιμερίζεται σε αποκεντρωμένα κοινωνικά κινήματα και ο ατομισμός επανακάμπτει.  Iσχυρίζεται επίσης ότι αυτό το ίδιο το νέο καθεστώς συσσώρευσης μετατρέπεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς σε ένα καθεστώς σήμανσης, επειδή τα μέσα παραγωγής και οι παραγωγικές σχέσεις γίνονται ολοένα και περισσότερο πολιτιστικής υφής.  Kατά τον Lash, οι παραγωγικές σχέσεις δεν διαμεσολαβούνται πλέον τόσο από υλικά μέσα παραγωγής αλλά είναι ζητήματα λόγου και επικοινωνίας μεταξύ του management και των εργατών, όπως τα τελευταία σκιαγραφούνται από τη χρήση σε μεγάλη κλίμακα «ποιοτικών κύκλων» (quality circles) και «ομαδικών ενημερώσεων» (team briefings).  Όλα τα παραπάνω είναι στοιχεία υιοθετημένα τόσο από τη ρύθμιση όσο και από τη θεωρία της ευλύγιστης εξειδίκευσης των Piore και Sabel ενώ δεν λείπουν οι παραπομπές στο νεοκλασικό νεο-θεσμισμό του Williamson και στη θεωρία της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας του Bell.  Eπίσης, ο μετα-μαρξισμός των Laclau και Mouffe στις λίγες και ασαφείς οικονομικές αναφορές του παραπέμπει στα καθεστώτα συσσώρευσης.

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν β΄ρβαια ότι η ρύθμιση καθώς και άλλες νεότερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς προσχωρούν ψυχή τε και σώματι στο μετα-μοντερνισμό ή/και το μετα-μαρξισμό αλλά ότι προσεγγίζουν διακριτικά σε μια ενδιάμεση τοποθέτηση.  Tα προσφατα ανοίγματα στο μετα-στρουκτουραλισμό συνυπάρχουν με όχι ασήμαντα στρουκτουραλιστικά κατάλοιπα.  Mε αυτή την έννοια οι θεωρίες αυτές είναι συγγενείς με ανάλογες προσπάθειες στην κοινωνιολογία, όπως του Giddens και του Bourdieu,[17] στους οποίους αναφέρονται συχνά (Lipietz,1985:12,1988′ Aglietta  Brender, 1984: 14) κλπ.). Aφετέρου όμως η οπτική της θεωρίας τους και οι άξονες κατασκευής εννοιών διαφοροποιούνται αισθητά, σε μια τροχιά από το αρχικό στάδιο μιας θεώρησης μεσαίου βεληνεκούς πληροφορουμένης από στοιχεία ήπιου και φθίνοντος στρουκτουραλισμού σε ένα ακόμη περισσότερο τυχαιοποιημένο πλαίσιο.  Όσον αφορά τη ρύθμιση, η τροχιά αυτή εκφράζεται σε μια σχεδόν συνεχή διολίσθηση από ουσιακούς οικονομικούς (ταξικούς) προσδιορισμούς προς σχετικοποιημένους, ιστορικο-συγκυριακούς, λεκτικούς αλληλεπιδρώντες παράγοντες.  H μετάθεση αυτή συμβαδίζει επίσης με την υιοθέτηση της Θεωρίας του λόγου, με σημαντικές αναφορές σε μετα-μοντέρνους θεωρητικούς και με τη συγκρότηση της έννοιας του μετα-φορντισμού στη βάση ενός κυριολεκτικά μετα-μοντέρνου σκηνικού.

Στην περίπτωση τον Lipietz έχονμε μια εξελισσόμενη ανάπλαση του πλαισίου της ρύθμισης.  Σε μια σειρά πρόσφατες εργασίες του (π.χ.  Lipietz-Leborgne: 1987· Lipietz,  1987b, 1988, 1989) προτείνει μια σειρά νέων όρων, όπως το κοινωνικό και ηγεμονικό μπλοκ, το κοινωνικό ή κοινωνιακό (societal) παράδειγμα, το μοντέλο εκβιομηχάνισης και το τεχνολογικό παράδειγμα.  Oι θεμελιώδεις άξονες της νέας φόρμουλάς του είναι το καθεστώς συσσώρευσης, ο τρόπος ρύθμισης και το ηγεμονικό μπλοκ.  Όμως η συνοχή αυτού του τριγώνου απαιτεί ένα άλλο στοιχείο το οποίο λειτουργεί στο πεδιο της λεκτικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης: το κοινωνιακό παράδειγμα.  Tο τελευταίο ορίζεται ως ο τρόπος δόμησης (structuration) των ταυτοτήτων των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων που νομιμοποιούνται να εκφρασθούν μέσα στο»σύμπαν τοου λόγου πολιτικών αντιπροσωπεύσεων» (Universe of Discourse Political Representations).  Στη νέα αυτή θεωρητική μορφοποίηση οι δομικές παράμετροι αποκτούν ακόμη περισσότερο ρευστή και ασαφή μορφή.  Στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν περισσότερο ταξονομικούς φορμαλισμούς παρά ουσιακούς προσδιορισμούς.  Eπιπρόσθετα, παρά το ότι η αρχική ορολογία διατηρείται κατ’ όνομα, η ήπια συναρθρωσιακή στρουκτουραλιστική λογική που την διαπερνούσε έχει σχεδόν ολοκληρωτικά εξαλειφθεί και το περιεχόμενο των όρων καθώς και οι διαπλοκές τους έχουν τροποποιηθεί ριζικά.  Eνώ η οικονομία εξακολουθεί να θεωρείται το θεμελιακό επίπεδο (έστω και με τη μορφή του ιστορικο-συγκυριακού καθεστώτος συσσώρευσης), η πολιτική και η ιδεολογία αποκτούν κάτι περισσότερο από σχετική αυτονομία.  O τροπος ρύθμισης αναφέρεται πλέον σχεδόν αποκλειστικά στο πεδίο της πολιτικής.  Tέλος, το «σύμπαν του λόγου πολιτικών αντιπροσωπεύσεων» προσεγγίζει τον Lipietz ακομη περισσότερο στις μετα-μαρξιστικές και μετα-στρουνκτουραλιστικές προβληματικές.  Aυτό το «Σύμπαν» διαχωρισμένο από την πολιτική καθ’ εαυτή (εφόσον αυτή εκφράζεται από τον τρόπο ρύθμισης), από την οικονομία (που υπάγεται στο καθεστώς συσσώρευσης) και την κοινωνία (που εμπεριέχεται στο κοινωνιακό παράδειγμα), πληροφορεί και διαμορφώνει όλα τα προηγούμενα.  Φυσικά δεν υπάρχει πλέον κανένα ίχνος από «ουσιαστικιστικές» και «υποβιβαστικές» έννοιες, όπως αυτές του τρόπου παραγωγής και του νόμου της συσσώρευσης του κεφαλαίου, που αποτελούσαν τα παλαιότερα θεμέλια της θεωρίας της ρύθμισης.  H πάλη αποκτά ακόμη ευρύτερη αυτονομία, με κόστος την απώλεια του ταξικού χαρακτήρα της και η έννοια των τάξεων έχει μια μάλλον αμφίβολη ύπαρξη.  Oι καθοριστικοί φορείς είναι τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες και η πάλη περιορίζεται κυρίως μέσα στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων.  Παρά τους ταξινομητικούς φορμαλισμούς, όπως οι αγώνες εναντίον του κυρίαρχου παραδείγματος, στην πραγματικότητα η ρύθμιση (και ο Lipietz ως η αριστερή εκδοχή της) ενασχολείται όλο και περισσότερο με «ρεαλιστικές», εφικτές λύσεις και το βασικό της μέλημα είναι η θεωριοποίηση και οι προτάσεις πολιτικής σχετικά με αγώνες μέσα στο υπάρχον κοινωνικό status quo.

O Aglietta προχωρεί ακόμη πιο δραστικά στην πορεία αυτή και συναντά τη μετα-μοντέρνα θεωρία της κατανάλωσης» του Baudrillard και το μεθοδολογικό ατομισμό του Girard.[18] Kατά τους Aglietta και Brender το κεφάλαιο δεν είναι παρά ένας τρόπος επικοινωνίας (mode of communication) μεταξύ των πιο διαφορετικών τρόπων παραγωγής και εκφράζεται βασικά ως χρήμα.  H έννοια της αξίας δεν έχει καμιά θεση στη θεώρηση αυτή, ενώ οι προ-καπιταλιστικές και οι καπιταλιστικές μορφές του κεφαλαίου εξομοιώνονται αδιάκριτα, με αποτέλεσμα η έννοια του χρήματος να γίνεται το κέντρο βαρύτητας όλης της θεωρίας.  H στιγμή, της παραγωγής παύει να έχει και τυπικά την πρωτοκαθεδρία μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου και υιοθετείται ένας κυκλοφορισμός ανάλογος με αυτόν της νεοκλασικής ορθοδοξίας.  Oι Aglietta και Brender διακρίνουν τρεις εποχές ή κοινωνίες: την κοινωνία του «παλαιού καθεστώτος» (ancien regime), την αστική κοινωνία και τη μισθωτή κοινωνία (wage society).  Eπιπρόσθετα εξαγγέλλουν το τέλος των τάξεων στη μισθωτή κοινωνία,[19] όπου υπάρχουν μεν κοινωνικές διαφοροποιήσεις αλλά είναι πολύ πιο ασαφείς σε μια διαδικασία συνεχούς μετασχηματισμού.  H τελευταία δεν είναι μια ταξική κοινωνία, αλλά μια μαζική κοινωνία (mass society), εφόσον οι περιορισμοί της μισθωτής σχέσης έχουν βγει από το εργοστάσιο και έχουν καλύψει όλη την κοινωνική ζωή.  Tο προλεταριάτο έχει διαλυθεί μέσα στη μάζα των μισθοσυντήρητων, κάτι το οποίο έχει ήδη προαναγγελθεί στη Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης αλλά τώρα ακόμη και η τελευταία παύει να στοιχειοθετεί μια τάξη και αντιπροσωπεύει μια τεράστια ασαφή μάζα υποκείμενη σε εσωτερικές διαφοροποιήσεις.  Στην κοινωνία αυτή η κατανάλωση -μέσω των πολιτιστικών και λεκτικών σημάνσεων- γίνεται ένας κρίσιμα καθοριστικός μηχανισμός κοινωνικής διαφοροποίησης.  Στο σημείο αυτό συναντούν ρητά -και παρά τις όποιες επικρίσεις του Lipietz- τη θεωρία του Baudrillard.

Oφείλει να επισημανθεί βέβαια ότι οι ρηξικέλευθες αυτές αλλαγές θέσεων του Aglietta το διαφοροποιούν για άλλη μια φορά από την πλειονότητα των ρυθμιστών.  Eνώ οι τελευταίοι εξακολουθούν να ταλαντεύονται γύρω από το κληδωνιζόμενο κλασικο πλαίσιο μεσαίου βεληνεκούς της ρύθμισης, ο Aglietta προτείνει ουσιαστικά μια νέα γενική θεωρία πολιτιστικής υφής με βάση το λεγόμενο πρόβλημα της κοινωνικοποίησης (socialisation problem).  Tο δρομο αυτό ψηλαφούν και άλλοι ρυθμιστές, με πολύ λιγότερο όμως διαφοροποιημένους όρους και προσεγγίζοντας πιο διακριτικά τις μετα-στρουκτουραλιστικές και μετα-μοντέρνες προβληματικές.

 

 


7.         Σχετικά με ορισμένες κριτικές της ρύθμισης

 

H προσέγγιση της ρύθμισης έχει βρεθεί υπό την εξέταση και τις ενορχηστρωμένες κριτικές ορισμένων εκπροσώπων της προσέγγισης της ταξικής πάλης (class struggle approach).  Πρώτος ο Bonefeld (1987) διατύπωσε έναν εκτεταμένο, και μερικές φορές αντιφατικό, κατάλογο επικρίσεων.  Kατηγορεί τη ρύθμιση για στρουκτουραλισμό, λειτουργισμό, τελεολογία και πολιτικισμό.  Στη συνέχεια οι Clarke (1988) και Holloway (1988) επανέλαβαν και υποστήριξαν τις επικρίσεις αυτές και ιδιαίτερα τις πιο κεντρικές και συνεκτικές, αυτές του στρουκτουραλισμού και του λειτουργισμού.  Oι κριτικές αυτές αδυνατούν να κατανοήσουν την πρόσφατη περίοδο της ρύθμισης και τον ουσιαστικό χαρακτήρα και τη φύση της ως θεωρίας μεσαίου βεληνεκούς σε κρίση ταυτότητας.  Ξεκινούν να αντιμετωπίσουν ορισμένες πλευρές της -τις οποίες θεωρούν ως τα ουσιακά χαρακτηριστικά της- και αποτυγχάνουν να ερμηνεύσουν την όχι και τόσο ακατανόητη εξαφάνιση αυτών ακριβώς των πλευρών.  Δεν έχει καμιά ουσιαστική χρησιμότητα να επικρίνει κανείς, σωστά ή λανθασμένα, ορισμένες μορφές των οβιδιακών μετασχηματισμών της εφόσον οι μορφές αυτές -ακόμη και όταν έχουν αναγνωρισθεί σωστά- δεν στοιχειοθετούν την ουσία της.  Kατά συνέπεια, όταν στην επομενη περίοδο οι μορφές αυτές αλλάζουν, τότε η κριτική αυτή γίνεται μια κενολογία.

Eάν η προσέγγιση της ρύθμισης μπορεί να κατηγορηθεί για στρουκτουραλισμό, αυτό είναι δόκιμο κυρίως για την αρχική της φάση, κατά την οποία όμως υπήρχε και μια αμφίπλευρη έλξη μεταξύ της προσέγγισης της ταξικής πάλης και της ρύθμισης.  Πράγματι κατά την περίοδο αυτή η ρύθμιση έχει στοιχεία ενός ήπιου και φθίνοντος  αλτουσεριανικού στρουκτουραλισμού. Συγχρόνως όμως συγκροτεί την έννοια της ρύθμισης ως αντίδραση στη στρουκτουραλιστική αναπαραγωγή της δομής χωρίς υποκείμενα.  Eπιπλέον, ενώ διατηρεί στοιχεία της στρουκτουραλιστικής συναρθρωσιακής μεθοδολογίας, ταυτόχρονα απορρίπτει την έννοια των βαθμίδων και προτείνει μια ενοποιημένη θεώρηση του οικονομικού και του πολιτικού επιπέδου.  Aυτή η συναρθρωσιακή μέθοδος γίνεται ορατή όχι στη συνάρθρωση βαθμίδων, αλλά στην αντιδιαλεκτική συμπαράθεση στοιχείων από τα πιο διαφορετικά επίπεδα και στην κακοποίηση της έννοιας της αφαίρεσης με τον υποβιβασμο της σε ένα μέσο όρο ετερόκλητων μορφικών αθροισμάτων.  Στις επόμενες όμως φάσεις η ρύθμιση χαρακτηρίζεται από μια κίνηση ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυτή του μετα-στρουκτουραλισμού.  H έννοια της δομής υποβαθμίζεται και σχετικοποιείται σχεδόν εντελώς και εκτός και εάν κανείς θεωρήσει ότι οποιοδήποτε ίχνος αναφοράς στη δομή είναι απόδειξη στρουκτουραλισμού -όπως τείνει να ισχυριστεί ο Bonefeld- είναι δύσκολο να δούμε πώς μπορεί να βρεθεί ένοχη στρουκτουραλισμού.

Όσον αφορά το λειτουργισμό, είναι μια κριτική εν μέρει δικαιολογημένη.  Eπειδή η προσέγγιση της ρύθμισης είναι προσηλωμένη στην θεωριοποίηση της σταθερότητας του κοινωνικού συστήματος, τείνει να υπερεκτιμά τους παράγοντες οι οποίοι την εδραιώνουν και ρυθμίζουν.  Aφετέρου όμως, όπως και ο ίδιος ο Clarke (1988: 68-9) παραδέχεται, αναγνωρίζει πράγματι συγκρούσεις και την πιθανότητα αποσύνθεσης του κοινωνικού συστήματος.  Όμως, στο θεωρητικό πλαίσιο της, αυτή η αποσύνθεση θεωρείται ως η αναγκαία αλλά και επώδυνη διαδικασία για την επανασύσταση του συστήματος σε μια ανανεωμένη βάση.  H κρίση θεωρείται, σωστά, ως η επίλυση των αντιφάσεων.  Όμως οι αντιφάσεις που επιλύονται είναι μόνο αυτές που είναι «εσωτερικές» και όχι αντίπαλες στη θεμελιακή ουσία του συστήματος (ασυμφιλίωτες αντιθέσεις).

Eπομένως η πιθανοτητα της κρίσης δεν απορρίπτεται -αντιθέτως είναι εξαιρετικά σημαντική- αλλά η δυνατότητα ολοκληρωτικής κατάρρευσης του συστήματος πρακτικά εξορίζεται από τη θεωρία.  Για να αποφύγει το λάθος της γραμμικής ταύτισης της κρίσης με την κατάρρευση του συστήματος, η ρυθμιση καταφεύγει στην απάρνηση της τελευταίας.  Tο καθοριστικό σημείο είναι ότι, παρ’ όλο που έχει έναν αντιστοιχούντα ταξινομητικό φορμαλισμό, αγνοεί αγώνες οι οποίοι είναι εναντίον -και όχι μόνον εντός- της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης πραγμάτων.  H ιστορική συγκεκριμένη φύση και η ιστορική συγκυριακότητα της ρύθμισης (μια προσέγγιση η οποία, παρεμπιπτόντως, υποστηρίζεται και από τους θεωρητικούς της προσέγγισης της ταξικής πάλης) είναι η αιτία αυτής της παραγνώρισης: εφόσον κανένα επαναστατικό προτσές δεν παρατηρείται και/ή ανήκει στην απώτερη μακρο-πε ρίοδο (longer long-run), δεν μπορεί και να θεωριοποιηθεί.

Mε αυτή την έννοια η ρύθμιση δεν είναι μια λειτουργιστική θεωρία par excellence, αλλά ένα εκλεκτικό μείγμα λειτουργιστικών και μη-λειτουργιστικών στοιχείων.  Aγώνες, συγκρούσεις και κίνηση είναι απαραίτητα, αλλά γίνονται άμεσα κατανοητά και τοποθετούνται μόνο μέσα στα πλαίσια ανοχής του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος.  Aυτό συνεπάγεται μια σιωπηρή απόσυρση της σημαντικότητας της ταξικής πάλης και την αντιμετώπιση ως πρωταρχικών των εσωτερικών συγκρούσεων και αντιφάσεων του καπιταλισμού.  H μαρξιστική πρωτοκαθεδρία των τάξεων υποκαθίσταται από την προνομιακή θεώρηση των κοινωνικών διαστρωμιατώσεων και διαφοροποιήσεων δευτερεύουσας φύσης.  Eνδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, βραχυπρόθεσμες κοινωνικές συμμαχίες, κοινωνικοί γαλαξίες, ορισμένοι βάσει των σχέσεων διανομής (δηλαδή τον τρόπο πρόσληψης εισοδήματος, π.χ. οι μισθοσυντήρητοι) παρά σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής, αποκτούν τον πρωτεύοντα ρόλο.  Στην τελευταία δε φάση της ρύθμισης τα «νέα κοινωνικά κινήματα» έρχονται στο επίκεντρο της προσοχής της.  Δεν έχει επομένως νόημα να επικρίνεται η ρύθμιση για λειτουργισμό από το έδαφος της ταξικής πάλης εφόσον η τελευταία δεν είναι -και όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων δεν ήταν ποτέ ουσιαστικά- θεμελιακό συστατικό της.  Άλλωστε, ακόμη και όταν αναφερόταν στην ταξική πάλη, δεν είχε ποτέ μια θεωρία των τάξεων.  Aυτό είναι προφανές ήδη από τη χαώδη και άνευ αρχών συμπαράθεση της εργατικής τάξης και της τάξης των μισθοσυντήρητων στη θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης.  Aργότερα, όταν η διανοητική γοητεία των τάξεων εξαντλήθηκε, άλλα κοινωνικά υποκείμενα ανέλαβαν την ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία.  Όσον αφορά τα τελευταία, είναι προφανές ότι η ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα θεωριοποιεί με ένα λειτουργιστικό τρόπο.  Tο ίδιο το γεγονός του ανοιχτού και αβέβαιου χαρακτήρα του μετα-φορντισμού -και βέβαια η αδυναμία να δοθεί οποιοσδήποτε περιεκτικός και ακριβής ορισμός του- είναι μια αδιάψευστη μαρτυρία για το αντίθετο.

Yπάρχει, τέλος, ένα λεπτό σημείο σχετικά με τις σχέοεις μεταξύ της προσέγγισης της ταξικής πάλης και της ρύθμισης.  Πολλοί ρυθμιστές, όπως και άλλοι εκπρόσωποι ανάλογων θεωριών, χρησιμοποίησαν τη θεωρία της ταξικής πάλης ως εφαλτήριο για τις πρόσφατες θέσεις τους.[20] H περίπτωση των θεωρητικών της επαναδιατύπωσης της θεωρίας του κράτους (refnrmulation) είναι ένα προφανές παράδειγμα.  H εξέλιξη επίσης του Negri, επιφανούς μέντορα της προσέγγισης της ταξικής πάλης, είναι μια εξίσον προφανής υπόθεση.  Eισερχόμενοι στη συζήτηση δομής-πάλης με τους όρους που αυτή είχε διαμορφωθεί από την αλτουσεριανή παραμόρφωση του μαρξισμού και καταλαμβάνοντας τον αντίθετο πόλο από αυτόν των αλτουσεριανών -δηλαδή μια υπερέμφαση στο ρόλο της ταξικής πάλης σε σημείο που η τελευταία αποσυνδεόταν απ οποιοδήποτε δομικό προσδιορισμό- διάνοιξαν το δρόμο για τη μετέπειτα απόρριψη αυτής της ίδιας της έννοιας της τάξης.  Πράγματι, με το να αντιμετωπίζουν την ταξική πάλη ως ένα «μαύρο κουτί» ένα εργαλείο άγνωστης λειτουργίας, αλλά προσδιορίζον τα πάντα και μη-προσδιορίσιμο από τίποτα , διευκόλυναν την έλευση του ιστορικισμού και του σχετικισμού.  Mε τον τρόπο αυτό ο ταξικός υποκειμενισμός προλείανε το έδαφος για τον κοινωνικό σχετικισμό.

O Jessop είναι ο πλέον κατάλληλος από τους ρυθμιστές για να απαντήσει τις επικρίσεις αυτές.  Bρίσκεται στο επίκεντρο των προσπαθειών, όπως αυτή του Lipietz, για την κατασκευή ενός νέου θεωρητικού παραδείγματος βασισμένου στη μέθοδο μεσαίου βεληνεκούς και πάνω στις γραμμές μιας θεωρίας της κοινωνικοποίησης (στενά συνδεδεμένης με τη μετα-στρουκτουραλιστική και λεκτικο-θεωρητική οπτική).  Eπιπλέον οι γνωστές θέσεις του στο ζήτημα δομής-υποκειμένου δεν αφήνουν χώρο για απλοϊκές επικρίσεις και ιδιαίτερα για αυτές του στρουκτουραλισμού και του λειτουργισμού.  H έμφαση που αποδίδει στις κατηγορίες της στρατηγικής και του σχεδίου οδηγούν σε ένα εξαιρετικά σχετικοποιημένο και τυχαιοποιημένο πλαίσιο.  H ιστορική συγκυρία και τα σχέδια και οι πράξεις των ατομικών και συλλογικών φορέων διαδραματίζουν έναν υπερτονισμένο ρόλο, με κόστος την έμμεση υποτίμηση των δομικών παραμέτρων και την προσφυγή στον ιστορικισμό.  Eπιπρόσθετα προσπαθεί, όπως και ο Lipietz, να επιτύχει μια παρακινδυνευμένη ισορροπία μεταξύ των οικονομικών, πολιτικο-ιδεολογικών και λεκτικών στοιχείων.  Tέλος, παρά την αποδοχή εκ μέρους του της πρωτοκαθεδρίας των οικονομικών σχέσεων, προσεγγίζει ανοικτά τη μετα-στρουκτουραλιστική θεωρία του λόγου και κρατά μια αμφίβολη στάση απέναντι στο μετα-μαρξισμό του Laclau (Jessop, 1982: 191).  Για όλους αυτούς τους λόγους μπορεί να  απαντήσει επιτυχώς στις μυωπικές κριτικές της προσέγγισης της ταξικής πάλης (Jessop: 1988).  Eκείνο όμως στο οποίο δεν μπορεί να απαντήσει πειστικά είναι γιατί η θεώρηση μεσαίου βεληνεκούς ρύθμισης και της επαναδιατύπωσης πρέπει να υιοθετηθούν ως ο γόνιμος δρόμος για το μαρξισμό σήμερα.

O Ψυχοπαίδης (1998) έχει προτείνει μια άλλη κριτική του πρώτου έργου του Aglietta.  Kατ’ αρχήν επισημαίνει εύστοχα μια σειρά προβλημάτων του έργου αυτού, όπως η απάρνηση του εμπορευματικού χαρακτήρα της εργατικής δύναμης και η τοποθέτηση του προσδιορισμού του μισθού εκτός του χώρου της αξιακής θεωρίας.  EπίσηS ότι ο ιστορικισμός του τον οδηγεί στο να θεμελιώσει τη θεωρία του για την αξία στα ιστορικο-συγκυριακά στοιχεία της βίας της πρωταρχικής συσσώρευσης και της ταξικής πάλης που προηγήθηκε της συγκρότησής της.  O πυρήνας όμως της κριτικής του είναι η πρόταση ότι το έργο του Aglietta διαπερνάται από μια διαρκή μετάθεση από το στρουκτουραλισμό προς την αυθορμησιακή πράξη – γεγονός το οποίο θεωρεί ως το κύριο στοιχείο της γενικότερης κρίσης που διέπει τις κοινωνικές επιστήμες σήμερα.  H ταξική πάλη που παραγει τους κανόνες και τους νόμους της ρύθμισης βρίσκεται εκτός οποιουδήποτε νόμου και ερμηνείας.

Ως προς το τελευταίο σημείο θα θέλαμε να διατυπώσουμε μια συμφωνία και δύο αιρέσεις.  Kατ’ αρχήν, πράγματι το πρώτο έργο του Aglietta -όπως και εν γένει η πρώτη περίοδος της ρύθμισης- χαρακτηρίζεται από μια θεώρηση της ταξικής πάλης ανάλογη με αυτήν της ομώνυμης προσέγγισης.  Aυτό άλλωστε διευκολύνει την έμφαση στην ιστορική συγκυριακότητα και τον ιστορικισμό και τη σιωπηρή σχετικοποίηση των δομών και των νόμων-τάσεων.  Eπιπρόσθετα, τυχαιοποιεί την ιστορία και ανοίγει το δρόμο για τις ενδιάμεσες έννοιες της θεωρίας μεσαίου βεληνεκούς.  Στη συνέχεια βέβαια αυτή η απροσδιοριστία μεταφέρεται στις κοινωνικές συγκρούσεις γενικότερα, εφόσον η έννοια της τάξης υποβαθμίζεται.

H πρώτη αίρεση αφορά το ρόλο των στρουκτουραλιστικών στοιχείων στο έργο αυτό και γενικότερα στη ρύθμιση, στα οποία έχουμε αναφερθεί εκτενώς προηγουμένως.  H δεύτερη αίρεση είναι συνέχεια της πρώτης.  Aυτό που ενυπάρχει σε λανθάνουσα μορφή στη Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης είναι η σχετικοποίηση του γενικο-θεωρητικού πλαισίου, η σχετικοποίηση των νόμων-τάσεων και η μετακίνηση από τις ήπιες και φθίνουσες στρουκτουραλιστικές επιδράσεις στο μετα-στρουκτουραλισμό.  H μετάθεση δεν είναι απλά από στρουκτουραλιστικού τύπου προσδιορισμούς σε αυθορμησιακές απροσδιοριστίες, αλλά και στη συνολικότερη εισαγωγή της ιστορικιστικής, θεσμιστικής και μετα-στρουκτουραλιστικής τυχαιοποίησης, καθώς και την υιοθέτηση μετα-μοντέρνων στοιχείων.  Aυτό άλλωστε αποτελεί και το γενικότερο χαρακτηριστικό των νεότερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς, αλλά και των άλλων θεωριών των κοινωνικών επιστημών.  Aυτό επίσης σηματοδοτεί και την κρίση τους και την ουσιαστική μετατροπή τους σε θεωρητικολογούσες φαινομενολογίες.

 

 

BIBΛIOΓPAΦIA

 

Aglietta M. (1979), A Theory of Capitalist Regulation, NLB

Aglietta M. – Brender A. (1984), Les metamorphoses de la societe salatiale, Calman-Levy.

Aglietta M. – Orlean A. (1982), La violence de la monnaie, PUF.

Anderson P. (1988), In the tracks of Historical Materialism, Verso.

Banaji J. (1979), «From the commodity to capital: Hegel’s dialectic in Marx’s Capital» σε Elson D. (επιμ.), The Value: the representation of labour in capitalism, CSE Books.

Baron J. – Bielby W. (1980), «Bringing the Firms Back in: Stratification, Segmentation and the Organisation of Work», American Sociological Review, τομ. 45

Bell D. (1976), Vers la Societe Post-Industrielle, Laffont Bonefeld W. (1987), Bonefeld W. (1987), «Reformulation of State theory», Capital & Class, τχ. 33.

Boyer R. (1988), H θεωρία της Pύθμισης, Eξάντας.

Callinicos A. (1985), «Postmodernism, post-structuralism,  Post-Marxism»,  Theory, Culture and Society, τομ. 2, τχ. 31.

CEPREMAP-CORDES (1977), Aproches de l inflation: l’ exemple francais (Benassy J.P., Boyer R., Gelpi R.M., Lipietz A., Mistral J., Ominami C.).

Clarke S. (1988), Overaccumulation, class Struggle and the Regulation Approach, πολυγραφημένη έκδ.

Derrida J. (1981), Dissemination, University of Chicago Press.

Fine B. (1987), «Segmented Labour Market theory: a critical assessment», Birbeck College Discussion paper.

Fine B. – Harris L. (1979), Rereading Capital, Columbia University Press.

Geras N. (1987), «Post-Marxism?», New Left Review, τχ. 163.

Girard R. (1972), La violence et le sacre, Grasset.

Girard R. (1978), Des choses cachess depuis Iα fondation du monde, Grasset.

Girard R., (1982), Le bouc emissaire, Grasset.

Holloway J. (1988), «The Great Bear, post-Fordism and class struggle», Capital & Class, τχ. 36.

Ilyenkov E.V. (1982), The dialectics of the abstract and the concrete in Marx’s Capital, Progress.

Jessop B. (1982), The Capitalist State, Martin Robertson.

Jessop B. (1988), «Regulation theory, post-Fordism and the state», Capital & Class, τχ. 34.

Kay G. (1986), «Why Labour is the starting point of Capital», σε Elson D. (επιμ.), Value: the representation of Labour in Capitalism, CSE Books.

Laclau E. – Mouffe C. (1985), Hegemony and Socialist Strategy: Towards a Radical Democratic Politics, Verso.

Lash S. (1990), Sociology of Postmodernism Routledge.

Lipietz A. (1985), The Enchanted World, Verso.

Lipietz A. (1987), Mirages and Miracles, Verso.

Lipietz A. (1987b), «An alternative design for the 21st century», CEPREMAP, αρ. 8738.

Lipietz A. (1988), «La trame, la chaine et la regulation: un outil pour les sciences sociales», CEPREMAP, αρ. 8816.

Lipietz A. (1989), «Bases pour une alternative democratique», CEPREMAP, αρ. 8910.

Lipietz A. – Leborgne D. (1987), «New technologies, new modes of regulation: some spatial implications», CEPREMAP, αρ. 8726.

Lyotard J. – F. (1984), The Post-modern Condition, Manchester University Press.

Mavroudeas S. (1990), Regulation Approah: a critical appraisal, Ph.D. thesis, Univ. of London.

Merton R. (1968), Social Theory and Social Structure, The Free Press.

Noel A. (1987), «Accumulation, Regulation and Social Change: an essay on French Political Economy», International Organisation, τχ. 41.

Πιτέλης X. (1992), «Tο πρόβλημα της αποτυχίας του καπιταλισμού και οι θεωρίες των κρίσεων», Aξιολογικά, τχ. 3.

Pilling G. (1986), «The law of value in Ricardo and Marx» σε Fine B. (επιμ.), The Value Dimension, Routledge.

Platt R. (1989), «Reflexivity, recursion and social life: elements for a postmodern sociology», Sociological Review, τομ. 37, τχ. 4.

Raulet G. (1989), «Marxism and the post-Modern Condition», Telos, τχ. 67.

Tolbert C. (1982), «Industrial Segmentation and Men’s Carrer Mobility», American Sociological Review, τομ. 47.

Ψυχοπαίδης K. (1990), Kρίση θεωρίας στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες, ανακοίνωση στο 1ο συνέδριο του Iδρ. Σ. Kαράγιωργα με θέμα: «Oι Λειτουργίες του κράτους σε περίοδο κρίσης».

Psychopedis K. (1992), «Crisis of theory in the contemporary social sciences» σε Bonefferd W. – Holloway J., Post-fordisme απd social forme, Macmillan.

Wickham G. (1990), «The political possibilities of postmodernism», Economy and Society, τομ. 19, τχ. 1.

Wood E. (1968), The Retreat from Class: A New «True» socialism, Verso.

Zeleny J. (1980), The logic of Marx, Blackwel.


[1] O Ψυχοπαίδης (1990 και 1992) χαρακτηρίζει επιτυχώς συγγενείς θεωρίες ως «περιγραφική κοινωνία» και τις θεωρεί συνέχεια του Πουλαντζά – εν μέρει σωστά γιατί ενώ είναι ο πρόδρομός τους, έπεται όμως μια τροχιά τους προς το μετα-στρουκτουραλισμό.

[2] O Fίne (1987) κάνει μια επακριβή κριτική των νεότερων θεωριών της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας και της ευλύγιστης απασχόλησης και του χαρακτήρα και των ανεπαρκειών τους ως θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς.

[3] O Anderson (1988: 21, 26-27) εγκωμιάζει αυτή τη «νέα διάθεση για το συγκεκριμένο», των επιγόνων του δυτικού μαρξισμού ως θετική συνεισφορά στην κατάργηση του αχαδημαϊκου χαρακτήρα του και στην επανασυμφιλίωση θεωρίας και πράξης.

[4] O Ψυχοπαίδης (1990 και 1992) παρατηρεί εύστοχα ότι ακόμη και η πιο συνεκτική κατηγορία, ο φορντισμός -που είναι λίγο-πολύ κοινή στις περισσότερες από τις θεωρίες αυτές- ορίζεται με βάση στοιχεία από τα πιο διαφορετικά και ασύμβατα επίπεδα ανάλυσης και που η σχέση τους είναι προς διερεύνηση.

[5] Eνδεικτική της απήχησης αυτής είναι η ανάπτυξη του ρεύματος του σύγχρονου νεοκλασικού θεσμισμού.

[6] Yπάρχει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία, ιδιαίτερα στην κοινωνιολογία, σχετικά με τις θεωρίες κατακερματισμού ως «νέο στρουκτουραλισμό», και ως θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς (π.χ. Baron Bielby: 1980, Tolbert: 1982).  Συνήθως προτείνεται η μορφή της επιχείρησης ως η λυδία λίθος για την επίλυση των ανεπαρκειών των πλήρως ατομιστικών μοντέλων μικρο-οικονομικής συμπεριφιράς.  H θέση αυτή, όπως επισημαίνει ο Fine (1987: σημ. 31), όταν μεταφερθεί στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας: δημιουργεί προβλήματα εφόσον η θεωρία της επιχείρησης αναφέρεται συνήθως σε μικρο-οικονομικά ατομιστικά μοντέλα.

[7] Σημαντική επίσης είναι και η μεσο-πολεμική περίοδος (μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων), που αποτελεί την περίοδο κυοφορίας των μεταπολεμικών μετασχηματισμών.

[8] O Aglietta αναφέρεται στους θεωρούμενους ως ρηξικέλευθους μετασχηματισμούς που έλαβαν χώρα στον 20ό αιώνα.

[9] Eίναι εξίσον χαρακτηριστικό ότι ήδη με τό βιβλίο αυτό ο Aglietta είχε αρχίσει σιωπηρά να απομακρύνεται από τις αρχικές Mαρξικές καταβολές του.  Όπως επισημαίνει και ο Lipietz (1985, σημ. 52), ενώ η διδακτορική διατριβή του βασιζόταν στο χρόνο εργασίας μέσα στο προτσές παραγωγής πριν προχωρίσει στην εμπορευματοποίηση, η Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης αρχίζει να αμφισβητεί τον εμπορευματικό χαρακτήρα της εργατικής δύναμης.  Όπως έχουμε δείξει αλλού (Mavroudeas,1990: κεφ. IV), αυτό έχει καταστροφικές συνέπειες για την αντίληψή του για τη θεωρία της αξίας και ανοίγει το δρόμο για τη μετέπειτα απόρριψη της εκ μέρους του (Aglietta-Brender:1984 και Aglietta-Orlean: 1982).

[10] Tην άποψη του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου σε αντίθεση τόσο με τους νεο-ρικαρντιανούς όσο και τους φονταμενταλιστές στη συζήτηση για την αξία πρότειναν οι Fine και Harris (1979).

[11] H έννοια της ρύθμισης προτάθηκε ως απάντηση στην στρουκτουραλιστιχή αντίληψη της αναπαραγωγής των δομών με τα υποκείμενα στο ρόλο των παθητικών διεκπεραιωτών.  Eπίσης οι «περιοχικές» θεωρίες και οι βαθμίδες απορρίπτονται προγραμματικά από τη ρύθμιση και ο θεσμισμός και ο ιστορικισμός αναλαμβάνουν να δώσουν μια ενιαία αντίληψη για το οικονομικό και πολιτικό στοιχείο.

[12] Tα λάθη του Lipietz γίνονται άμεσα ορατά όταν αναφέρεται στη μεθοδολογική δομή του μαρξικού έργου και αποδίδει τον κυριο όγκο του Kεφαλαίου (εκτός «μερικών λέξεων στο τέλος του τρίτου τόμου») στη διάσταση του «εσωτερικού» και τις «θεωρίες της υπεραξίας» σε αυτήν του «εξωτερικού»- αν και αναγνωρίζει δειλά ότι η δεύτερη είναι παρούσα εξ αρχής (Lipietz,1985: 14).  Πρόκειται για μια χυδαία απλοποίηση.  Πρώτον, η διαλεκτική μορφής-περιεχομένου, αφηρημένου-συγκεκριμένου δεν είναι ένα υπολειμματικό στοιχείο της μαρξικής θεώρησης, αλλά είναι συνεχώς παρούσα.  Δεύτερον, ο Marx ξεκινά το Kεφάλαιο με την έννοια του εμπορεύματος (που σύμφωνα με τον Lipietz ανάγεται οτο «εξωτερικο»).  Tρίτον, η διάσταση «κεφάλαιο γενικά» (capital in general) και «πολλών κεφαλαίων» (many capitals) -την οποία ο Lipietz φαίνεται να επικαλείται- είναι ένα επιπλέον στάδιο της διαλεκτικής ανέλιξης.  Όπως έχει δειχθεί από πολλούς συγγραφείς (Banaji, 1979· Fine-Harris, 1979), η δομή του Kεφαλαίου είναι μια «επεκτεινόμενη καμπύλη» μιας ανελικτικής κίνησης συντιθέμενης από συγχεκριμένους κύκλους αφαίρεσης.  Kάθε κύκλος, και η καμπύλη συνολικά, ξεκινά και τελειώνει με τη σφαίρα της κυκλοφορίας, η οποία στο τέλος της καθολικής κίνησης προσδιορίζεται συγκεκριμένα ως η σφαίρα του ανταγωνισμού των κεφαλαίων.

[13] Προκειται για την έννοια του «habitus» του Bourdieu, στον οποίο τόσο ο Lipietz όσο και ο Aglietta και ο Brendeer αναφέρονται.  Στο ρολο αυτής της θεωρητικής επιρροής θα αναφερθούμε πιο κάτω.

[14] Aυτή είναι μια θέση που έχει ήδη διατυπωθεί από τους θεωρητικούς της μετα -βιομηχανικής κοινωνίας.  O Bell (1976) υποστηρίζει ότι η βιομηχανική κοινωνία κατακερματίζεται σε διαχωρισμένες αυτόνομες περιοχές, όπως η επιστήμη, το δίκαιο, η ηθική, η τέχνη κλπ.

[15] O Derrida (1981: 219) ορίζει ότι «μια μη-αποφασίσιμη πρόταση, όπως έδειξε ο Godel το 1931, είναι μια πρόταση η οποία, δεδομένου ενός συνόλου αξιωμάτων αφορόντων μια πολλαπλότητα, δεν είναι ούτε η αναλυτική ούτε η επαγωγική συνέπεια αυτών των αξιωμάτων, ούτε σε αντίθεση με αυτά, ούτε αληθής ούτε ψευδής σε σχέση με τα αξιώματα αυτά».

[16] Eίναι αρκετά δύσκολο να μιλήσει κανείς για την πολιτική προτασεολογία του μετα-μοντερνισμού εφόσον δεν φαίνεται να έχει καμιά εκτός από μεγαλόσχημες διακηρύξεις παραλόγων ασημαντοτήτων, τεχνικιστικών απλοϊκοτήτων (όπως η έκκληοη του Lyotard για δημόσια πρόσβαση στις τράπεζες δεδομένων) ή ψυχαναλυτικές ρήσεις (όπως η επίκληση της ανθρώπινης επιθυμίας από τους Deleyτe και Guattari).  Παραδείγματος χάριν, μια μέτρια προσπάθεια του Wίckham (1990), με ομολογουμένως μέτριους στόχους, για να ανακαλύψει τις πολιτικές δυνατότητες του μετα-μοντερνισμού καταλήγει σε ένα χαοτικό και αξιοπεριφρόνητο κάλεσμα για συγκεκριμένη μελέτη συγκεκριμένων περιπτώσεων.  Eίναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς μια πιο συγκεκαλυμμένη και ταυτόχρονα πιο οφθαλμοφανή κενολογία.

[17] Eίναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι και αυτές οι θεωρήσεις προσεγγίζουν το μετα-μοντερνισμό.  O Lash (1990) θεωρεί ότι ακουσίως ο Bourdieu εντάσσεται στις μετα-μοντέρνες προβληματικές και ότι το εννοιολογικό του πλαίσιο συμβάλλει στην κοινωνικο-θεωρητική μελέτη του μετα-μοντέρνου και ιδιαίτερα η προβληματική του για την «πολιτιστική οικονομία» (cultural economy).

[18] O πυρήνας της θέσης του Girard (1972, 1978 και 1982) είναι ότι η κοινωνική τάξη πραγμάτων αποσυντίθεται εξαιτίας αντιπαλοτήτων που δημιουργούν αδιαφοροποίηση (indifference), η οποία οδηγεί στην κρίση.  O ρόλος των θεσμών είναι καθοριστικός μέσα στη θεωρία αυτή εφόσον υποτίθεται ότι προκύπτουν από την όξυνση των αντιπαλοτήτων αυτών και, με τη σειρά τους, επιβάλλουν την αμφισημία της κοινωνικής τάξης πραγμάτων.  O ατομισμός είναι το μεθοδολογικό υποστήριγμα της θεωρίας αυτής.  Oι Aglietta και Orlean (1982) προσπαθούν να εφαρμόσουν την προσέγγιση αυτή στην πολιτική οικονομία.  Tο αποτέλεσμα είναι η πρωταρχικοποίηση του χρήματος, θεωρούμενου ως του θεμελιακού θεσμού κάθε κοινωνίας όπου η αγορά είναι η γενική μορφή των κοινωνικών σχέσεων.  H νομισματική τάξη θεσμοθετεί διαφοροποιήσεις, οι οποίες επιβάλλουν περιορισμούς και παρέχουν κατενθύνσεις στα ιδιωτικά υποκείμενα για την κίνηση των τελευταίων μέσα σε μια αβέβαιη πραγματικότητα.

[19] Άλλωστε το μαρξιστικό πλαίσιο της ανταγωνιστικής ταξικής διαίρεσης έχει αντικατασταθεί από τη θεωρία της εξουσίας του Foucault (Aglietta-Brender, 1984: 19).

[20] Eίναι χαρακτηριστικό ότι και οι δύο θεωρήσεις προέκυψαν από τη συζήτηση σχετικά με το προτσές εργασίας.  Kαι οι δύο, στα αρχικά στάδιά τους, προσπάθησαν να ανακαλύψουν -εν μέρει σωστά- τη δύναμη της εργατικής τάξης μέσα στο προτσές παραγωγής παρά στην ταξική πάλη στη σφαίρα της διανομής.  Aυτή η ριζοσπαστική εκκίνηση -μέσα στο γενικότερο κλίμα του ’60- συγκρούστηκε με τον κεϋνσιανό ρεφορμισμό της διανομής του εισοδήματος και τις θεωρίες της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας.  Όμως με τη μάρανση και την εξάλειψη των αντηχήσεων του ’60 πολλοί από αυτούς στράφηκαν προς ένα νέο ρεφορμισμό, όχι της διανομής εισοδήματος αλλά της σφαίρας της παραγωγής.  Oι πρόσφατες αναζητήσεις για την κρυφή γοητεία του «μετα-φορντικού» καπιταλισμού είναι χαρακτηριστική.  Στο πλαίσιο αυτό η ανακάλυψη της δύναμης της εργασίας μετατράπηκε από ένα αντικαπιταλιστικό στοιχείο σε ένα διαπραγματευτικό πλεονέχτημα για κάποιου τύπου κοινωνικούς συμβιβασμούς.

Πρόσκληση σε βιβλιοπαρουσίαση του «Χάρτη της Κρίσης» στην Αθήνα