Η σημερινή κατάσταση της Θεωρίας της Ανάπτυξης

 

Η σημερινή κατάσταση της Θεωρίας της Ανάπτυξης

Στ. Δ. Μαυρουδέας

 

τμήμα του προλόγου στo βιβλίο του John Martinussen «Κοινωνία, Κράτος και Αγορά», ΣΑΒΒΑΛΑΣ, 2007

 

 

Ποια είναι όμως σήμερα τα κρίσιμα ζητήματα στην Θεωρία της Ανάπτυξης; Ως γνωστόν, το επιστημονικό πεδίο αυτό συγκροτήθηκε για να μελετήσει τα ιδιαίτερα προβλήματα ανάπτυξης τους που αντιμετωπίζουν μία σειρά χώρες όπου το καπιταλιστικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα εγκαθιδρύθηκε αργότερα από ότι στις χώρες εκείνες που πρώτες προχώρησαν στον δρόμο αυτό. Συγκεκριμένα, το καπιταλιστικό σύστημα εδραιώθηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Βόρεια Αμερική. Με βάση τις ιστορικές διαδρομές και τις εμπειρίες των περιοχών αυτών συγκροτήθηκε ουσιαστικά η οικονομική – και όχι μόνο – ανάλυση της διαδικασίας ανάπτυξης μίας χώρας μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Φυσικά, μέσα σε αυτές τις γεωγραφικές περιοχές εμφανίζονται σημαντικές διαφορές καθώς υπάρχουν ομάδες χωρών που και σε διαφορετικούς ιστορικούς χρόνους και με διαφορετικούς τρόπους μπήκαν στην τροχιά της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παραδείγματος χάριν, είναι διαφορετική η ιστορική διαδρομή των χωρών στις οποίες εγκαθιδρύθηκε πρώτα το καπιταλιστικό σύστημα (Αγγλία, Γαλλία κλπ.) από αυτή χωρών που ακολούθησαν αργότερα (η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία αυτή). Γενικά όμως, θεωρήθηκε ότι τα προβλήματα ανάπτυξης που αντιμετωπίζουν οι υπόλοιπες χώρες, όπου καθυστέρησε ακόμη περισσότερο να εγκαθιδρυθεί το καπιταλιστικό σύστημα, έχουν ιδιαίτερες πτυχές και επομένως απαιτούν ένα ιδιαίτερο πεδίο μελέτης. Πολύ απλά, αποτέλεσε λίγο – πολύ κοινή πεποίθηση των περισσότερων ρευμάτων τόσο μέσα στα Οικονομικά όσο και γενικότερα στις κοινωνικές επιστήμες ότι υπάρχουν σοβαρές ιδιαιτερότητες που εμποδίζουν τις χώρες αυτές να ακολουθήσουν τα βήματα των εκείνων που προηγήθηκαν. Έτσι οι χώρες αυτές συνήθως υπό τον τίτλο Τρίτος Κόσμος – με όλα τα ερωτήματα και τα προβλήματα έχουν οι διάφοροι ορισμοί του και που τα παρουσιάζει άλλωστε εξαιρετικά ο Martinussen – ορίσθηκαν ως το πεδίο μελέτης της θεωρίας της Ανάπτυξης. Το κεντρικό ερευνητικό πρόβλημα ήταν με ποιο τρόπο θα αναπτυχθούν οι χώρες αυτές. Εδώ και πάλι διαπιστώθηκε, από διαφοερικές σκοπιές και με διαφορετικές ερμηνείες, ότι οι πολιτικές ανάπτυξης που εφαρμόσθηκαν στις αναπτυγμένες χώρες δεν είναι κατάλληλες – τουλάχιστον χωρίς δραστικές αλλαγές – για να εφαρμοσθούν στις υπανάπτυκτες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Επιπλέον όμως, χρειάζονται και διαφορετικές, ειδικού τύπου αναπτυξιακές πολιτικές. Όχι αδικαιολόγητα επομένως, η Θεωρία της Ανάπτυξης γνώρισε ιδιαίτερη δημοτικότητα και είχε βαρύνουσα πολιτική σημασία ιδιαίτερα στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο με το τελευταίο μεγάλο κύμα ανεξαρτητοποιήσεων χωρών. Το πρακτικό ερώτημα που ετίθετο ήταν αν θα κατόρθωναν οι νεο-ανεξαρτητοποιούμενες χώρες εκτός από πολιτικά να είναι και οικονομικά ανεξάρτητες από τις παλιές αποικιοκρατικές δυνάμεις. Βασική προϋπόθεση για το τελευταίο αποτελούσε η εκκίνηση της διαδικασίας ανάπτυξης των σχετικά καθυστερημένων οικονομιών τους.

Υπάρχει ένα επιπλέον στοιχείο που σημάδεψε την ανάπτυξη της Θεωρίας της Ανάπτυξης. Αποτέλεσε κοινή πεποίθηση σχεδόν όλων των θεωρητικών προσεγγίσεων (ακόμη και των περισσότερο ορθόδοξων μέσα στα Οικονομικά) ότι το πρόβλημα της ανάπτυξης των χωρών του Τρίτου Κόσμου δεν είναι απλά «οικονομικό» – με τον στενό τρόπο που κατανοούν αυτή την διάσταση τα ορθόδοξα, νεοκλασσικά Οικονομικά – αλλά έχει άμεσες και ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές προκείμενες και συνεπακόλουθα.

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαία μία παρέκβαση. Στα πρώτα βήματα της συγκρότησης των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, στην εποχή του Διαφωτισμού – που δεν συνέπεσε τυχαία με την εποχή συγκρότησης του καπιταλιστικού συστήματος – ουσιαστικά υπήρχε μία ενιαία επιστήμη των κοινωνικών σχέσεων, κυρίως με την μορφή της φιλοσοφίας. Στην συνέχεια αυτή διασπάσθηκε σε τρία κατ’ αρχήν βασικά ¨επιστημονικά πεδία, αυτά της οικονομίας, της πολιτικής και της κοινωνίας. Έτσι συγκροτήθηκε ο παραδοσιακός ακαδημαϊκός διαχωρισμός των κοινωνικών επιστημών σε επιστήμη της οικονομίας, της κοινωνίας (Κοινωνιολογία) και της πολιτικής (Πολιτική Επιστήμη). Ο διαχωρισμός αυτός έχει, μεταξύ άλλων, δύο κρίσιμες συνεπαγωγές. Αφενός, αποκρύπτει το γεγονός ότι το κοινωνικό σύστημα είναι ενιαίο και οι επιμέρους διαστάσεις του συνδέονται στενά μεταξύ τους. Η συσκότιση αυτή – δηλαδή ο φαινομενικός διαχωρισμός οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής – είναι αναγκαίος για την εύρυθμη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος καθώς το τελευταίο γεννήθηκε με την επίκληση της ελευθερίας (κυρίως της οικονομικής δραστηριότητας), της ισότητας (κυρίως των πολιτικών δικαιωμάτων) και της αδελφότητας (της κοινωνικής αλληλεγγύης). Όμως, γρήγορα έγινε προφανές ότι η πολιτική ισότητα και ακόμη και η κοινωνική αλληλεγγύη φαλκιδεύονται από τις ανισότητες που παράγει η οικονομική ελευθερία μίας ταξικής κοινωνίας διαιρεμένης μεταξύ καπιταλιστών και μισθωτών εργατών, όπου μάλιστα κυριαρχούν οι πρώτοι. Η αποσύνδεση, επομένως, των τριών αυτών θεμελιακών διαστάσεων των κοινωνικών σχέσεων και η μελέτη τους ως ξεχωριστά επιστημονικά αντικείμενα βοηθούσε στην κατ’ αρχήν αποφυγή προβληματικών για την καθεστηκυία τάξη ερωτημάτων και συμπερασμάτων, όπως επισημαίνουν και οι Ψυχοπαίδης & Αγγελίδης (1993). Φυσικά, στα πρώτα τους βήματα, οι τρεις αυτοί παραδοσιακοί κλάδοι των κοινωνικών επιστημών διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τις μεταξύ τους συνδέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη εκδοχή μίας επιστήμης των οικονομικών σχέσεων, η Πολιτική Οικονομία, εγκαθιδρύεται εξ ορισμού στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων ξεκινώντας την μελέτη της από κοινωνικές σχέσεις και φυσικά συνδέοντας την στενά με την σφαίρα της πολιτικής. Είναι μόνο στα τέλη του 19ου με τις αρχές του 20ου αιώνα που η νέα κυρίαρχη επιστημονική προσέγγιση, τα νεοκλασσικά Οικονομικά, αφαιρούν εντελώς τις κοινωνικές διαστάσεις (που μελετούν την συμπεριφορά οικονομούντων ατόμων) και επιπλέον υπάγει όλη την μελέτη των οικονομικών σχέσεων στις ανταλλακτικές δραστηριότητες (παραγνωρίζοντας την σφαίρα της παραγωγής). Έτσι, σήμερα μέσα στην οικονομική θεωρία υπάρχει ένα κυρίαρχο, ορθόδοξο ρεύμα που συγκροτείται με βάση την νεοκλασσική προσέγγιση και που ορίζει το περιεχόμενο της οικονομικής θεωρίας ως στενά Οικονομικά, δηλαδή τις ανταλλακτικές σχέσεις ατομικιστικά δρώντων υποκειμένων. Ταυτόχρονα, υπάρχει πάντα ένα μειοψηφικό ρεύμα που συγκροτείται με βάση είτε την παράδοση των A.Smith και D.Ricardo (και σε στενή συνάφεια με Κεϋνσιανές προσεγγίσεις) είτε την παράδοση του K.Marx και που ορίζει το περιεχόμενο της οικονομικής θεωρίας ως Πολιτική Οικονομία, δηλαδή το σύνολο των οικονομικών σχέσεων κοινωνικών τάξεων.

Η διαίρεση αυτή έχει σοβαρές επιπτώσεις για την Θεωρία της Ανάπτυξης. Η τελευταία είναι ένα πεδίο που, σε μεγάλο βαθμό, αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτή την πορεία ηγεμόνευσης της οικονομικής θεωρίας από τα Οικονομικά. Όπως προαναφέρθηκε, ακόμη και ορθόδοξες προσεγγίσεις αναγνώριζαν ότι για να μελετηθούν τα προβλήματα των λιγότερο αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών δεν αρκούσε το στενό νεοκλασσικό πλαίσιο αλλά θα έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψη και πολλοί άλλοι κοινωνικο-πολιτικοί παράγοντες. Οι αντιπαραθέσεις για το πως ορίζεται η Ανάπτυξη – και με τι δείκτες πρέπει να αποτιμηθεί – δείχνει ότι ακόμη και οι πιο στενές θεωρήσεις της αναγνώριζαν την ανάγκη εισαγωγής κοινωνικών διαστάσεων και δεικτών. Με αυτή την έννοια, η Θεωρία της Ανάπτυξης παρέμεινε μέχρι σήμερα ένα αιρετικό πεδίο μέσα στην οικονομική θεωρία αλλά και γενικότερα στις κοινωνικές επιστήμες καθώς, ρητά είτε άρρητα, αμφισβητούσε πλευρές του παραδοσιακού ακαδημαϊκού διαχωρισμού των κοινωνικών επιστημών αλλά και την ηγεμονία της νεοκλασσικής προσέγγισης μέσα στην οικονομική θεωρία.

 

 

Ο ιμπεριαλισμός των Οικονομικών και η Θεωρία της Ανάπτυξης

 

Σήμερα, από πολλές πλευρές αναγνωρίζεται ότι βρισκόμαστε εμπρός σε μία καμπή. Τα ορθόδοξα Οικονομικά εμφανίζουν μία τάση ιμπεριαλιστικής επέκτασης σε πεδία και αντικείμενα που μέχρι πρότινος παρέμεναν εκτός ή στο περιθώριο της εμβέλειας τους. Παραδείγματος χάριν, ο Ε.Lazear (2000), σε ένα επετειακό τεύχος του Quarterly Journal of Economics για την κατάσταση των Οικονομικών εμπρός στον 21ο αιώνα, επισημαίνει και επικροτεί την τάση αυτή. Από την πλευρά της Πολιτικής Οικονομίας, ο Β.Fine (2002) – αναφερόμενος μεταξύ άλλων και ειδικά στην Θεωρία της Ανάπτυξης – συμφωνεί μεν με την διάγνωση αλλά αντιτίθεται στην τάση αυτή θεωρώντας την αρνητική. Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της ιμπεριαλιστικής τάσης των Οικονομικών είναι ότι τα τελευταία διαθέτουν ένα καλύτερο αναλυτικό και μεθοδολογικό οπλοστάσιο σε σύγκριση με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες ή τις ανταγωνιστικές σε αυτά προσεγγίσεις. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η έμφαση στο έλλογο άτομο και στην συμπεριφορά του, στις ορθολογικές επιλογές του μεταξύ κόστους και οφέλους, προσπάθειας και απόλαυσης και η σχετικά εύκολη συνακόλουθη μαθηματική μοντελοποίηση τους με βάση την οριακή ανάλυση κάνουν τα Οικονομικά μία «σκληρή επιστήμη» (hard science) – περίπου κατά το πρότυπο των φυσικών επιστημών – όπου προτάσεις και επιχειρήματα μπορούν να αξιολογηθούν εμπειρικά χωρίς περιθώρια αμφισημιών και διαφορετικών ερμηνειών. Κατά συνέπεια, θεωρείται ότι η υιοθέτηση της προσέγγισης και των αναλυτικών και ποσοτικών τεχνικών των Οικονομικών θα δώσει και σε άλλα επιστημονικά πεδία έναν τέτοιο υπέρτερο χαρακτήρα και θα τα βοηθήσει να ξεφύγουν από γενικόλογες, αμφιλεγόμενες «κοινωνιολογίζουσες» διατυπώσεις.

Ο Fine (2002) επισημαίνει δύο βασικά οχήματα αυτού του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών. Το πρώτο ξεκινά από την δουλειά του βραβευμένου με Νόμπελ G.Becker, ο οποίος με την θεωρία του περί ανθρωπίνου κεφαλαίου ουσιαστικά επεκτείνει το πεδίο των Οικονομικών σε μέχρι πρότινος ξένες επιστημονικές περιοχές. Ουσιαστικά προτείνει ότι διαδικασίες και θεσμικά συστήματα (όπως η εκπαίδευση), όπου δεν υπάρχουν ή είναι πολύ περιορισμένες οι αγορές, μπορούν να αναλυθούν ως οιωνεί αγορές προϊόντων με παραγωγούς και καταναλωτές και αντίστοιχα κόστη και τιμές αγοράς. Με τον τρόπο αυτό παραμερίζεται κάθε κοινωνικο-πολιτική διάσταση και η τυπική ατομικιστική ανάλυση των Οικονομικών μπορεί εύκολα να εισαχθεί στα πεδία αυτά. Είναι ενδεικτικό ότι ο ίδιος ο Becker (1990, σ: 39) αναγνωρίζει ότι «ο οικονομικός ιμπεριαλισμός είναι πιθανά μία καλή περιγραφή του τι κάνει». Το πρώτο αυτό όχημα διείσδυσης έχει πράγματι επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα, εισάγοντας πράγματι τα Οικονομικά σε νέες περιοχές. Ταυτόχρονα όμως συναντά και ισχυρές αντιστάσεις καθώς, μετατρέποντας τα πάντα σχεδόν σε οιωνεί αγορές, χάνει κάθε συλλογική και κοινωνική διάσταση και εύλογα καταλήγει σε αναλυτικά προβλήματα και αδιέξοδα. Επιπλέον, συγκρούεται μετωπικά με τις μεθοδολογικές και αναλυτικές παραδόσεις των επιστημονικών αυτών περιοχών με αποτέλεσμα να συναντά ισχυρές αντιστάσεις από μακρόχρονα εδραιωμένες θεωρίες και προσεγγίσεις.

Το δεύτερο όχημα διείσδυσης που επισημαίνει ο Fine (2002) είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένο και ευέλικτο. Σηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την δουλειά του επίσης βραβευμένου με Νόμπελ J.Stiglitz, που αφενός αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της πληροφορίας και αφετέρου αμφισβητεί την κυρίαρχη στα Οικονομικά θέση περί τέλειων αγορών. Η ύπαρξη ατελούς και ασύμμετρης πληροφόρησης μεταξύ των οικονομικά δρώντων υποκειμένων οδηγεί σε ατελείς αγορές. Συνεπώς, είναι αναγκαία η ύπαρξη κοινωνικών θεσμών και ενός ενεργητικότερου ρόλου του κράτους (πάντα βέβαια απλά ως αρωγού, επιδιορθωτή και επιτελείου της αγοράς). Η προσέγγιση αυτή μαζί με τα ευδοκιμούντα σήμερα ρεύματα του νεοκλασσικού θεσμισμού (North (1995) κα.) έχουν το προσόν ότι αποφεύγουν ένα φονταμενταλισμό της αγοράς και δίνουν κάποια περιθώρια αποδοχής της ύπαρξης και μελέτης κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγουν πολλά από τα αναλυτικά προβλήματα και αδιέξοδα του πρώτου οχήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως οι βασικές αδυναμίες της νεοκλασσικής προσέγγισης (ο μεθοδολογικός ατομισμός και η εστίαση στις αγοραίες σχέσεις), έστω και τροποποιημένες, παραμένουν.

Η Θεωρία της Ανάπτυξης είναι, όπως επισημαίνει ο Fine (2002), ένα από τα κατ’ εξοχήν πεδία που δοκιμάζεται αυτή η διείσδυση του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών. Η διείσδυση αυτή παίρνει ταυτόχρονα την μορφή αναλυτικών προσεγγίσεων στο πρόβλημα της ανάπτυξης και συνεπακόλουθων αναπτυξιακών πολιτικών. Έτσι, την προηγούμενη εικοσαετία υπήρξε μία ριζική αλλαγή τόσο του περιεχομένου της αναπτυξιακής ανάλυσης όσο και των αναπτυξιακών πολιτικών. Υπό την επήρεια των νεοφιλελεύθερων ρευμάτων παραμερίσθηκαν οι κοινωνικο – πολιτικές διαστάσεις της ανάπτυξης και επικράτησε η πεποίθηση ότι η απλή – και συχνά απότομη – εισαγωγή αγοραίων διαδικασιών θα έλυνε τα όποια προβλήματα. Έτσι κυριάρχησαν η στρατηγική και οι πολιτικές που ονομάσθηκαν Συναίνεση της Ουάσινγκτον (Washington Consensus): αναίρεση των ελέγχων και των περιορισμών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων, ιδιωτικοποιήσεις, περιοριστικές νομισματικές, δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές, απόσυρση του κράτους από την οικονομία κλπ. Οι σκληρές αυτές οικονομικές πολιτικές θα επέβαλλαν εν ευθέτω χρόνω και τις ανάλογες τροποποιήσεις στην κοινωνία και στην πολιτική. Τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα από τα αναμενόμενα καθώς οι χώρες που υιοθέτησαν τις πολιτικές αυτές – συχνά υπό την πίεση των διεθνών οργανισμών που εδρεύουν στην Ουάσινγκτον (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα) – κατέληξαν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Το χάσμα μεταξύ αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών διευρύνθηκε. Επίσης επιδεινώθηκε, στις περισσότερες περιπτώσεις η εσωτερική διανομή του πλούτου καθώς η εισοδηματική κατάσταση ακόμη μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού χειροτέρευσε. Η κατάσταση των χωρών της υπο-Σαχάριας Αφρικής αλλά και η χρεοκοπία μιας σχετικά αναπτυγμένης χώρας όπως η Αργεντινή είναι μερικά μόνο παραδείγματα της αποτυχία των πολιτικών της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον. Την χαριστική βολή στην δημοτικότητα των πολιτικών αυτών έδωσαν μία σειρά εθνικές και περιφερειακές οικονομικές κρίσεις, όπως η Ασιατική.

Στα προβλήματα και τα αδιέξοδα της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον προσπαθεί να απαντήσει ένα ολοένα και πιο δημοφιλές ρεύμα σήμερα, η μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεση. Το ρεύμα σηματοδοτείται από τον J.Stiglitz και αρκετές φορές ονομάζεται και Νέα Οικονομικά της Ανάπτυξης, όπως χαρακτηρίζονται στην αιτιολόγηση της απονομής του βραβείου Νόμπελ στον Stiglitz (Nobel (2001), σ.10). Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον αποτυγχάνουν γιατί αδυνατούν να κατανοήσουν ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες χαρακτηρίζονται από σημαντικές ατέλειες των αγορών και από ελλειπή θεσμικά συστήματα που αδυνατούν να διορθώσουν τις ατέλειες αυτές. Χαρακτηριστικά, οι Stiglitz & Hoff (2001) υποστηρίζουν ότι «αφήνοντας έξω την ιστορία, τους θεσμούς και τα ζητήματα που άπτονται της διανομής εισοδήματος τα νεοκλασσικά οικονομικά άφηναν εκτός την καρδιά των οικονομικών της ανάπτυξης». Αντιθέτως, η νέα προσέγγιση υποστηρίζει ότι η αναπτυξιακή πολιτική δεν πρέπει να στοχεύει μόνο στις αγορές αλλά και στους θεσμούς. Στην θέση της νεοφιλελεύθερης απόσυρσης του κράτους από την οικονομία προτείνεται ένας συμπληρωματικός ως προς την οικονομία ρόλος για το κράτος και τονίζεται – συχνά με αναφορές κυρίως στις ιστορικές εμπειρίες των οικονομιών της Άπω Ανατολής – ότι χωρίς αυτόν δεν μπορεί να πυροδοτηθεί η αναπτυξιακή διαδικασία. Σε καμία όμως περίπτωση το κράτος αυτό δεν πρέπει να είναι το παρεμβατικό κράτος προηγούμενων περιόδων. Επί της ουσίας, η ατζέντα πολιτικών που προωθούσε η Συναίνεση της Ουάσινγκτον παραμένει εν πολλοίς η ίδια αλλά με ορισμένες κρίσιμες τροποποιήσεις. Η άρση των περιορισμών και των ελέγχων στις αγορές και στις διεθνείς κεφαλαιακές κινήσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις φιλελευθεροποίηση των αγορών κλπ. δεν πρέπει να πραγματοποιούνται με ένα βίαιο τρόπο που να αγνοεί τα συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα. Αντιθέτως, επιβάλλεται μία σταδιακή προσαρμογή και η συγκρότηση θεσμικών και κρατικών μηχανισμών που να καθοδηγούν, να διορθώνουν (όπου υπάρχουν ατέλειες) και να ελέγχουν (για φαλκιδεύσεις και παράνομες πρακτικές) την αγορά. Επιπλέον, μειώνεται η έμφαση στις περιοριστικές νομισματικές, δημοσιονομικές και εισοδηματικές πολιτικές και αφήνονται κάποια περιθώρια για πιο διακριτικές (με την έννοια της στόχευσης σε συγκεκριμένους στρατηγικούς κλάδους και προβλήματα) και ενεργητικές πολιτικές.

Είναι γεγονός ότι η κριτική της μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεσης στην προκάτοχο της είναι σε πολλά σημεία εξαιρετικά εύστοχη. Το ερώτημα όμως είναι εάν αυτή αποτελεί μία πραγματική εναλλακτική διέξοδο. Στο αναλυτικό επίπεδο η Συναίνεση της Ουάσινγκτον βασίζεται στην στενή αντίληψη των Οικονομικών και αγνοεί τις κοινωνικο-πολιτικές διαστάσεις του αναπτυξιακού προβλήματος. Αυτή όμως η αδυναμία δεν μπορεί να επιλυθεί με μία Γκραμσιανή παθητική επανάσταση το έδαφος των Οικονομικών, όπως ουσιαστικά επαγγέλλεται η νέα προσέγγιση. Δεν αρκεί να προσθέσει κανείς ένα ρόλο για το κράτος και τους θεσμούς για να συλλάβει τις διαστάσεις αυτές. Πολύ δε περισσότερο είναι εξαιρετικά προβληματικό το να εισάγει κανείς το ρόλο του κράτους και των θεσμών μέσω απλά των πληροφοριακών ασυμμετριών και των ατελειών της αγοράς. Αν η προσέγγιση του Becker κατασκευάζει οιωνεί αγορές εκεί που δεν υπάρχουν αγορές, η κατά Stiglitz προσέγγιση φαίνεται να κατασκευάζει οιωνεί κοινωνίες ως συμπληρωματικά στοιχεία προς τις αγορές. Με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζει ότι οι θεσμοί και οι κρατικοί μηχανισμοί δεν δημιουργούνται απλά και μόνο για να λειτουργήσουν ως επόπτες και επιδιορθωτές των αγοραίων ατελειών αλλά επειδή υπάρχουν ισχυρά κοινωνικά συμφέροντα και διεργασίες, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις σχέσεις της αγοράς (τις σχέσεις ανταλλαγής κατά την Πολιτική Οικονομία). Αυτά τα κοινωνικά συμφέροντα και διεργασίες δημιουργούν θεσμικά και πολιτικά πλαίσια και κανόνες και όχι λίγες φορές δημιουργούν και τις αγορές. Επιπλέον, αυτή η διαίρεση σε διαφορετικά κοινωνικά συμφέροντα δεν είναι αποτελέσμα της δράσης ατόμων με διαφορετικά επίπεδα πληροφόρησης αλλά μεγάλων κοινωνικών συλλογικοτήτων, δηλαδή κοινωνικών ομάδων και τάξεων. Αυτές οι μεγάλες κοινωνικές συλλογικότητες δεν συγκροτούνται με βάση περισσότερο ή λιγότερο παροδικά επίπεδα πρόσβασης στην πληροφορία αλλά με βάση την δομική θέση τους μέσα στο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Με λίγα λόγια, είναι επιεικώς ανεπαρκής η εισαγωγή της κοινωνικής διάστασης με το τρόπο που δοκιμάζει να το κάνει η νέα προσέγγιση.

Στο επίπεδο των αναπτυξιακών πολιτικών η μετά-Ουάσινγκτον Συναίνεση δείχνει πράγματι μία μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στα προβλήματα των υπανάπτυκτων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και δεν προσπαθεί να επιβάλλει με τον τυποποιημένο και συχνά βίαιο τρόπο της προκατόχου της τις επιλογές – και τα συμφέροντα – των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η κατανόηση από μέρους της του ρόλου του κράτους και των ενεργητικών πολιτικών. Παρόλα αυτά όμως η γενική ατζέντα πολιτικών της σε πολύ λίγα ζητήματα διαφέρει από αυτή της προκατόχου της. Η πιο αξιοσημείωτη διαφορά ίσως είναι μόνον η έμφαση σε μία καλύτερη διανομή εισοδήματος και στην ενεργητικότερη καταπολέμηση της φτώχειας. Όμως ακόμη και αυτά θεωρείται ότι θα προκύψουν σαν αποτέλεσμα της δράσης της αγοράς που θα συνεπικουρείται, θα διορθώνεται και θα καθοδηγείται από το κράτος. Σε καμία περίπτωση δεν προβλέπονται πιο δραστικές μέθοδοι που θα υπερβαίνουν τα όρια και τους περιορισμούς της αγοράς, που όμως όπως έχει δειχθεί στην μέχρι σήμερα μακρόχρονη πορεία της Θεωρίας της Ανάπτυξης είναι τις περισσότερες φορές απαγορευτικοί.

 

 

Απέναντι στον ιμπεριαλισμό των Οικονομικών τι;

 

Πριν προχωρήσει περαιτέρω, αξίζει να μελετηθεί εάν αυτός ο ιμπεριαλισμός των Οικονομικών αποτελεί ένδειξη δύναμης ή υποκρύπτει ουσιαστικές αδυναμίες. Οι ορθόδοξοι υποστηρικτές του και αλλά και αρκετοί από τους αντιπάλους του από την πλευρά της Πολιτικής Οικονομίας αλλά και γενικότερα των κοινωνικών επιστημών υποστηρίζουν το πρώτο. Φυσικά, για διαφορετικούς λόγους οι μεν από τους δε. Για τους ορθόδοξους υποστηρικτές του είναι απόδειξη της αναλυτικής και μεθοδολογικής υπεροχής των Οικονομικών. Από τους αντιπάλους του δεν γίνεται αποδεκτή αυτή η υπεροχή αλλά θεωρείται ότι τα Οικονομικά έχουν κατορθώσει να ελέγξουν ασφυκτικά το πεδίο της οικονομικής θεωρίας ακριβώς γιατί δικαιολογούν και συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Γι’ αυτό τον λόγο δοκιμάζεται να επεκταθούν και σε άλλες «αντιστεκόμενες» περιοχές.

Είναι γεγονός ότι το επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο. Παρόλα αυτά όμως αξίζει να επισημανθεί ότι ενδεχομένως αυτή η ισχύς κρύβει βαθύτερες αδυναμίες. Αυτή η έξοδος των Οικονομικών σε άλλες επιστημονικές περιοχές επιβάλλεται σε μεγάλο βαθμό από τις αποτυχίες τους να αναλύσουν ορθά το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα και να προτείνουν πολιτικές που να επιλύουν βασικά προβλήματα του. Η αδυναμία των παραδοσιακών Οικονομικών να κατανοήσουν και να συμπεριλάβουν στην οικονομική τους ανάλυση μία σειρά κοινωνικές σχέσεις και διεργασίες (όπως την εκπαίδευση) τα οδήγησαν σε μία σειρά αποτυχίες, παρά την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία τους. Γι’ αυτό ακριβώς δοκιμάζουν να εισχωρήσουν σε αυτά τα προβληματικά πεδία. Όμως αυτή η εισχώρηση δημιουργεί ίσως περισσότερα αναλυτικά προβλήματα από όσα λύνει και ταυτόχρονα εισάγει επικίνδυνα θέματα και ερωτήματα. Δηλαδή η προσπάθεια κατάκτησης περιοχών και θεμάτων όπου το κοινωνικό ζήτημα τίθεται επί τάπητος εξ ορισμού αναγκάζει τα Οικονομικά να κάνουν παρακινδυνευμένες τροποποιήσεις στο αναλυτικό οπλοστάσιο τους, που θέτουν σε κίνδυνο την συνοχή του. Επιπλέον, από την στιγμή που θα τεθούν – έστω και μεταμφιεσμένα – κρίσιμα κοινωνικά ερωτήματα και ζητήματα, κινδυνεύουν πάντα να προκύψουν μη-αποδεκτές απαντήσεις. Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε ότι τα Οικονομικά θα κινδύνευαν να χάσουν ακριβώς αυτό που αποτέλεσε το πιο ισχυρό στοιχείο τους: την δικαιολόγηση και την εύρυθμη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Η απόλυση του J.Stiglitz από την Παγκόσμια Τράπεζα λόγω των διαφωνιών του είναι ίσως μία ένδειξη της διάστασης αυτής.

Πέρα όμως από όλα αυτά, είναι καταδικασμένη η Θεωρία της Ανάπτυξης να προσαρμοσθεί στις απαιτήσεις αυτού του ιμπεριαλισμού των Οικονομικών, έτσι όπως αυτός εκφράζεται είτε από το ένα είτε από το άλλο ρεύμα του; Κάτι τέτοιο θα ήταν λυπηρό για έναν κλάδο που έχει δώσει μία πλούσια συνεισφορά στις κοινωνικές επιστήμες. Ο περιορισμός της προβληματικής του στα στενά πλαίσια των Οικονομικών στην καλύτερη περίπτωση θα τον μετέτρεπε σε ένα ακόμη παρακλάδι με αφυδατωμένη οπτική και τυποποιημένες θεωρήσεις και συμπεράσματα. Πολύ δε περισσότερο μάλλον θα επέτεινε τα προβλήματα ανάπτυξης των υπανάπτυκτων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών καθώς τόσο το ορθόδοξο όσο και το ετερόδοξο νεοκλασσικό ρεύμα δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να συνεισφέρουν σοβαρά στην επίλυση των προβλημάτων των χωρών αυτών.

Και όμως, – σε μία εποχή που οι αδυναμίες και τα προβλήματα των ορθόδοξων προσεγγίσεων επιστρέφουν ξανά στο προσκήνιο – αξίζει να δοκιμασθεί ένας άλλος δρόμος: η επαναφορά του κοινωνικού ζητήματος στο επίκεντρο και η καλλιέργεια και η ανάπτυξη προσεγγίσεων που να εστιάζουν σε αυτό χωρίς να υποτάσσονται σε καθεστηκυίες σκοπιμότητες. Βασική προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελεί η υπέρβαση των συσκοτιστικών κατακερματισμών των γνωστικών αντικειμένων των κοινωνικών επιστημών και η επανάκτηση της ενότητας και των διασυνδέσεων τους. Άλλωστε η ανάγκη γι’ αυτό είναι σήμερα ιδιαίτερα προφανής, έστω και στρεβλά, με την εμφάνιση ενός μεγάλου φάσματος νέων διεπιστημονικών αντικειμένων και προσεγγίσεων. Ιδιαίτερα στο πεδίο της Θεωρίας της Ανάπτυξης ένα τέτοιο εγχείρημα διαθέτει ήδη ισχυρά θεμέλια.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Becker, G. (1990), ‘Gary S. Becker’ σε Swedberg, R. (ed.) Economics and Sociology, Redefining Their Boundaries: Conversations with Economists and Sociologists, Πρίνστον: Princeton University Press, σ. 27-46.

 

Fine, B. (2002), ‘Economics Imperialism and the New Development Economics as Kuhnian Paradigm Shift?’, World Development τομ. 30, νο. 12, σ.2057–2070.

 

Lazear, E. (2000), ‘Economic imperialism’, Quarterly Journal of Economics, τομ. 115, νο. 1, σ.99–146.

 

Nobel (2001), ‘Markets with Asymmetric Information’, Advanced Information, http://www.nobel.se/economics/laureates/2001/public.html.

 

North, D. (1995), ‘The New Institutional Economics and Third World Development’, σε Harris et al (eds) The New Institutional Economics and Third World Development, Λονδίνο: Routledge.

 

Stiglitz, J. & Hoff, K. (2001), ‘Modern Economic Theory and Development’ σε Meier, G. & Stiglitz, J. (eds), Τhe Future of Development Economics in Perspective, Oξφόρδη: Oxford University Press, σ. 389-459, 2001.

 

Ψυχοπαίδης, Κ. & Αγγελίδης, Μ. (1993), Κείμενα Πολιτικής Οικονομίας και Θεωρίας της Πολιτικής, Αθήνα: Εξάντας.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s