Ο I.I.RUBIN ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο I.I.RUBIN ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θέσεις νο.44, 1993

Στ. Μαυρουδέας

Ι. Προλογος

Το εργο του Isaac Il’ich Rubin αποτελει σημερα μια απο τις βασικοτερες πηγες αναφορας στην συγχρονη Μαρξιστικη Πολιτικη Οικονομια* ιδιαιτερα σε ζητηματα της Θεωριας της Αξιας, της Μαρξικης μεθοδολογιας καθως και ερμηνειας της πορειας αναπτυξης του Μαρξικου εργου. Προκειται για μια ευπροσδεκτη, εστω και καθυστερημενα, ανακαλυψη. Ο Rubin μελετησε και εδρασε στην περιοδο που σημαδευτηκε απο την Οκτωβριανη Επανασταση και οι θεσεις του ηταν εξεχοντως σημαντικες στις πρωτες – και βιαια τερματισμενες απο τον σταλινικο μεσαιωνα – σοβιετικες συζητησεις πανω στην Μαρξιστικη θεωρια και την θεωρια της μεταβασης. Οι συνεισφορες των αντιπαραθεσεων αυτων αποτελουσαν κυριολεκτικα μια υποδειγματικη ενοτητα θεωριας και πολιτικης εν τω γιγνεσθαι και οι συμβολες τους ειναι πρωτοπορειακες ακομη και σημερα. Η ηττα της επαναστατικης κατευθυνσης της Οκτωβριανης Επαναστασης και η επικρατηση του σταλινικου ιστορικου συμβιβασμου – της ιδιομορφης συμφυσης μιας τυπολατρικης επαναστατικης φρασεολογιας με την διολισθηση σε αντιδραστικες και συντηρητικες λυσεις για την οργανωση της οικονομιας και της κοινωνιας – συνεπιφερε τον τερματισμο των προβληματισμων αυτων και την εξαλειψη των ιχνων τους. Η επανανακαλυψη αυτων των κυριολεκτικα «χαμενων συνεισφορων του ’20 και του ’30» και εργων οπως των Preobrazhensky, Bukharin, Pashukanis, Rubin κ.α. αποτελει ενα θετικοτατο βημα για τον συγχρονο Μαρξισμο.

O Rubin γεννηθηκε το 1896. Ενταχθηκε σε πολυ νεαρη ηλικια στο εργατικο κινημα προσχωροντας στην Bund οπου και εγινε μελος της Κεντρικης Επιτροπης της. Αργοτερα συνταχθηκε με τους Μενσεβικους και εκλεχθηκε στην Κεντρικη Επιτροπη τους το 1920. Σπουδασε νομικα και τα βιβλια του για τον συμβιβασμο, την διαιτησια και την ασφαλιση ανεργιας εκδοθηκαν απο το Σοβιετ της Μοσχας το 1917-18. Φυλακισθηκε απο την GPU το 1923-24 κατα τις συλληψεις των Μενσεβικων. Μετα την αποφυλακιση του εγκατελειψε την πολιτικη του δραστηριοτητα και επικεντρωθηκε στις ακαδημαϊκες μελετες και διδασκαλια. Κατα την περιοδο 1926-30 εργασθηκε ως ερευνητης στο Ινστιτουτο Marx-Engels υπο τον Ryazanov. Στο διαστημα αυτο δημοσιευσε μια σειρα βιβλια οπως τα «Συγχρονοι Οικονομολογοι στην Δυση», «Οι Κλασσικοι της Πολιτικης Οικονομιας απο τον 17ο εως τα μεσα του 19ου αιωνα», «Ιστορια της Οικονομικης Σκεψης», «Ιστορια των Ταξικων Αγωνων», «Δοκιμια πανω στην Θεωρια της Αξιας του Marx» και ηταν συνεκδοτης στα «Θεμελιακα Προβληματα της Πολιτικης Οικονομιας». Ιδιαιτερα σημαντικη ηταν η απηχηση των αποψεων του κατα την περιοδο της NEP οταν το ερωτημα της εφαρμογης του νομου της αξιας στον σοσιαλισμο ηταν στο επικεντρο των θεωρητικων αλλα και πολιτικων αντιπαραθεσεων.

Κατα την διαρκεια των σταλινικων εκκαθαρισεων της ενωμενης αντιπολιτευσης και με προσχημα την παλαιοτερη ενταξη του στους Μενσεβικους συνεληφθη τον Δεκεμβριο του 1930 και περιληφθηκε στην δικη των Μενσεβικων τον Μαρτιο του 1931 με φαιδρες, αντιφατικες και ψευδεις κατηγοριες και αποδειξεις. Ομως ο Rubin, οπως και οι αλλοι κατηγορουμενοι εκανε μια πληρη ομολογια της «ενοχης» του – μια ομολογια που αποκτηθηκε μεσω φυσικων και πολιτικων πιεσεων (δες Medvedev (1972), σ.132-6). Ο βασικος στοχος της ενοχοποιησης του Rubin ηταν για να κτυπηθει ο Ryazanov, που μετα απο αυτο διαγραφθηκε απο το κομμα και απολυθηκε. Ο Rubin καταδικαστηκε σε φυλακιση πεντε χρονων. Αρχικα περασε τρια χρονια σε απομονωση και μετα εξορισθηκε στο Turgai και στην συνεχεια στο Aktiubinsk, οπου εργασθηκε ως οικονομολογος σχεδιασμου σε μια καταναλωτικη κοοπερατιβα και συνεχισε τις μελετες του. Συνεληφθη ξανα το 1937 και μεταφερθηκε απο το Aktiubinsk οποτε και εξαφανισθηκε για παντα.

Το καθεστως του Stalin επιδοθηκε σε μια συστηματικη εξαλειψη του εργου του Rubin. Προετοιμαζοντας το κλιμα της δικης του οι V.Milyutin και D.Bovilin δημοσιευουν στον Bolshevik (1930, νο.2) ενα κειμενο οπου κατηγορειται ως «εκπροσωπος της ιδεολογιας των θεωρητικων της 2ης Διεθνους στην Πολιτικη Οικονομια» και ως «μη αυστηρα Μαρξιστης» μαζι με μια δηλωση που ανακοινωνε τον πληρη τερματισμο των δημοσιων και εντυπων συζητησεων πανω στις θεσεις του. Χρειασθηκαν ομως και αλλες παρεμβασεις του Bovilin σε διαφορα τευχη της Pravda που επαναδιατυπωναν τις κατηγοριες αυτες ωστε να εξαλειφθει οποιαδηποτε απηχηση και αναφορα των αποψεων του.

Το κειμενο που ακολουθει ειναι μεταφραση απο τα Αγγλικα (Rubin (1978)) της διαλεξης που εδωσε ο Rubin τον Μαϊο και τον Ιουνιο του 1927 στο Τμημα Γενικων Οικονομικων του Ινστιτουτου Οικονομικων της Μοσχας. Εντασσεται στην γενικοτερη συζητηση που προκληθηκε απο το βιβλιο του «Δοκιμια πανω στην θεωρια της Αξιας του Marx» (Rubin (1972)) και επικεντρωνεται ιδιαιτερα πανω στα ζητηματα της διαλεκτικης, της Μαρξικης μεθοδου και της μορφης της αξιας, οπως επισης απαντα και σε μια σειρα κριτικες που του ειχαν γινει. Ειναι ιδιαιτερα ενδιαφερον γιατι διευκρινιζει περαιτερω μια σειρα ζητηματα που θιχθηκαν στα «Δοκιμια» και πολλα απο τα οποια επανηλθαν στο προσκηνιο – με ρητη ή αρρητη συνδεση με το εργο του Rubin – στις συγχρονες Μαρξιστικες συζητησεις.

ΙΙ. Ο Rubin και οι συγχρονες συζητησεις στην Μαρξιστικη Πολιτικη Οικονομια

Mετα τα ταραχωδη χρονια της δεκαετιας του ’60, και ιδιαιτερα την αναταραχη μεσα στα πανεπιστημια, παρουσιασθηκε μια αξιοσημειωτη αυξηση του ενδιαφεροντος για τον Μαρξισμο στην Δυση τοσο μεσα στον ακαδημαϊκο κοσμο οσο και εξω απο αυτον. Αυτο το αναζωογονημενο ενδιαφερον συναντηθηκε αλλα ταυτοχρονα συγκρουσθηκε με τις μεχρι τοτε παραδοσεις και ρευματα του Δυτικου Μαρξισμου, οδηγωντας στην ανανεωση τους ή και στην δημιουργια νεων τασεων. Ιδιαιτερα στο πεδιο της Πολιτικης Οικονομιας (και της κριτικης της) αυτη η συγκρουση με τα προυπαρχοντα θεωρητικα παραδειγματα ηταν εξαιρετικα ρηξικελευθη.

Γενικα ο Κευνσιανισμος, τοσο με τις ορθοδοξες οσο και τις ριζοσπαστικες παραλλαγες του, εξασκουσε μια αποπνικτικη επιδραση στις συζητησεις μεσα στον Μαρξισμο αλλα και εν γενει σε οσες θεωρησεις αντιπαλευαν την προηγουμενη νεοκλασσικη ορθοδοξια των αστικων οικονομικων. Αλλωστε η απογοητευση απο την σταλινικη και μετα-σταλινικη σοβιετικη παραμορφωση του Μαρξισμου καθως και η ενσωματωση μεγαλων τμηματων του εργατικου κινηματος στην πολιτικη και την ιδεολογικη επιρροη των κευνσιανων πολιτικων του κρατους προνοιας ανοιξαν τον δρομο για την πορεια αυτη. Ιδιαιτερα τα ριζοσπαστικα Κευνσιανα ρευματα, με την εμφαση που αποδιδαν στην συνολικες μακρο-οικονομικες σχεσεις και στην ταξικη παλη αλλα μονο στην σφαιρα της διανομης του εισοδηματος, παρουσιαζοντουσαν ως ο μονος ρεαλιστικος και δυμητικα επιτυχης αντιπαλος των νεοκλασσικων.

Στις Ηνωμενες Πολιτειες – αλλα εχοντας συγχρονως μια παγκοσμια απηχηση – το κυριαρχο θεωρητικο μοντελο για την Αριστερα ηταν η θεωρια της σχολης της Μηνιαιας Επιθεωρησης, η οποια ηταν συγκροτημενη γυρω απο τις θεσεις του «Μονοπωλιακου Κεφαλαιου» των Sweezy και Baran. Η προσεγγιση αυτη – παρολο οτι ηταν μια απο τις λιγες μοναχικες φωνες υπερασπισης του Μαρξισμου στα ψυχροπολεμικα χρονια – ουσιαστικα υπηγαγε τον τελευταιο στο θεωρητικο πλαισιο του Κευνσιανισμου. Η θεωρια αυτη υποκαθιστουσε την Μαρξικη Αξιακη θεωρια με μια θεωρια δυνητικου πλεονασματος. Αυτο ηταν συνεπακολουθο της ρητης εξαρτησης της απο την Κευνσιανη αντιληψη της ενεργους ζητησης. Κατ’ επεκταση προτεινε την θεση της υποκαταναλωσης (λογω ανεπαρκειας της ενεργους ζητησης) ως θεωρια της κρισης. Επιπλεον ισοπεδωνε την Μαρξικη διαλεκτικη μεθοδο σε μια απλη παραλλαγη της ορθοδοξης μεθοδολογιας της διαδοχικης προσεγγισης στην πραγματικοτητα.

Κατα την ιδια περιοδο στην Αγγλια οι Maurice Dobb και Ronald Meek ηταν οι βασικοι – και μοναχικοι – υποστηρικτες του Μαρξισμου. Ομως η προσεγγιση τους υπεφερε απο αναλογες αδυναμιες με αυτες των Baran και Sweezy και επισης υπηγαγαν τον Μαρξισμο στον Κευνσιανισμο. Σε αντιθεση με την Μηνιαια Επιθεωρηση, το βασικο εδαφος συγκροτησης τους ηταν η θεωρια της αξιας. Ομως τοσο η αντιληψη που ειχαν για αυτην οσο και η παραγνωριση του χαρακτηρα και της ιδιαιτεροτητας τη Μαρξικης μεθοδου ηταν εξισου προβληματικες. Οσον αφορα  το μεθοδολογικο σκελος, εγκατελειπαν την Μαρξικη σχεση αφαιρεσης-ιστορικα συγκεκριμενου και μορφης- περιεχομενου προς χαριν μιας θεωρησης κατασκευης διανοητικων μοντελων. Επιπροσθετα, ο Dobb υποστηριζε οτι η Αξιακη θεωρια του Marx ειναι ταυτοσιμη με αυτην του Ricardo – ενω αντιθετα ο Meek τις διαχωριζε (αν και οχι συστηματικα και ριζικα) και γι’ αυτο αλλωστε το εργο του συγκεντρωνε λιγοτερες συμπαθειες.

Απο αυτο το εδαφος γεννηθηκαν οι μετα το 1960 συζητησεις, με πιο επιφανη εκπροσωπο της αγγλοσαξωνικη Συζητηση πανω στην Αξια (Value Debate). Το εναυσμα της δοθηκε απο την πλευρα των ριζοσπαστικων μετα-Κευνσιανων θεωριων. Η Κριτικη της Θεωριας του Κεφαλαιου του Cambridge – η οποια επεκρινε την μονο-τομεακη θεωρια μεγεθυνσης και την θεωρια της διανομης του νεοκλασσικισμου – σε συνδυασμο με την επανερμηνεια του εργου του Ricardo απο τον Sraffa (1960) αποτελεσε το πεδιο συγκροτησης του ρευματος που ονομαστηκε Σραφφιανοι ή νεο-Ρικαρντιανοι, με βασικους εκπροσωπους τους Steedman (1977, 1981), Hodgson (1976, 1977), Gough (1975) κλπ. Κατ’ αυτους, αν και ο Μαρξισμος αποτελουσε την πιο προσφορη θεωρια για την κοινωνικη και πολιτικη αναλυση, ειχε ξεπεραστει απο τις εξελιξεις στα μαθηματικα και στα αστικα οικονομικα. Ως απαντηση στο προβλημα αυτο προτειναν την μετατροπη του Μαρξισμου σε μια προσδιορισμενη θεωρια τιμων και την υποκατασταση της Μαρξικης κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας απο μια θεωρια γενικης ισορροπιας εκφρασμενης σε ενα επιλυσιμο συστημα εξισωσεων. Επιπλεον υιοθετουσαν την αποψη του Ricardo που ερμηνευε την αξια ως ενσωματωμενη εργασια και προτειναν μια φυσικιστικη θεωρια βασισμενη στην τεχνολογια της παραγωγης. Ολη η αναλυση τους γινεται με βαση της σφαιρες της ανταλλαγης και της διανομης, οι οποιες εξεταζονται μονο απομονωμενα απο την σφαιρα της παραγωγης, ενω η τελευταια θεωρειται ως ενα απλα τεχνικο προτσες στο οποιο η εργασια χρησιμοποιει μεσα παραγωγης για να παραγει προϊοντα. Οι σχεσεις διανομης προσδιοριζουν την διανομη του προϊοντος μεταξυ των διαφορων ταξεων. Επομενως οι σχεσεις αυτες επικαθοριζουν την παραγωγη ως το κοινωνικο πλαισιο μεσα στο οποιο η υλικη παραγωγη λαμβανει χωρα* ομως η παραγωγη καθ’ εαυτη δεν θεωρειται ως ενα κοινωνικο προτσες. Στα πλαισια αυτα – και εφοσον η αναλυση της σφαιρας της παραγωγης σε αφαιρεση, για την οποια η θεωρια της αξιας ειναι αναγκαια, απορριπτεται – η αξια γινεται μια περιττη τεχνικη παραμετρος και μπορει να αγνοηθει. Η μονη χρησιμοτητα της ειναι στην αποκαλυψη της πηγης της υπεραξιας και του ταξικου χαρακτηρα του καπιταλισμου. Κατ’ επεκταση η ταξικη παλη θεωρειται οτι λαμβανει χωρα μονο στην σφαιρα της διανομης και υπαρχει μια σιωπηρη αρνηση της στην σφαιρα της παραγωγης.

Στους Σραφφιανους αντιπαρατεθηκαν δυο ρευματα που προασπιζαν το εργο του Marx και θεωρουσαν οτι ο τελευταιος ειχε μια Αξιακη θεωρια που εθετε ως ουσια της αξιας την αφηρημενη κοινωνικη εργασια αντι της ενσωματωμενης εργασιας του Ricardo. Τα ρευματα αυτα ηταν οι Φονταμενταλιστες (Fundamentalists) και η θεση της ενοτητας του συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου (unity of the total circuit of capital). Και τα δυο αυτα ρευματα τονιζαν την ιδιαιτερη σημασια της Μαρξικης διαλεκτικης και αποσκοπουσαν στην συγκροτηση ενος κοινωνικου υποδειγματος, σε αντιθεση με τον Σραφφιανο τεχνικισμο. Οι πρωτοι συγκροτηθηκαν με βαση τις θεσεις των Yaffe (1972, 1973, 1975) και Bullock (1973, 1974). Kατ’ αυτους το βασικο στοιχειο που διαφοροποιει την Αξιακη θεωρια του Marx απο αυτην του Ricardo ειναι η αντιληψη του για την παραγωγη, η οποια ειναι και η μονη σφαιρα που αναλυουν με επαρκη τροπο τεινοντας ομως να υποβαθμιζουν τις υπολοιπες σε εντελως παθητικους ρολους. Συνεπως προτειναν μια εκδοχη της Μαρξικης θεωριας της αφηρημενης εργασιας η οποια επασχε απο εναν μονισμο της παραγωγης.

Αντιθετα, η θεση της ενοτητας του συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου – την οποια υποστηριξαν οι Fine και Harris (1979) – θεωρουσε επισης οτι ο Marx προτεινε μια Αξιακη θεωρια βασισμενη στην αφηρημενη εργασια, σε αντιθεση με την Ρικαρντιανη θεωρια της ενσωματωμενης εργασιας. Ομως – αντιθετα με τους Φονταμενταλιστες – η θεση αυτη υποστηριξε ορθως οτι η παραγωγη, η ανταλλαγη, η διανομη και η κυκλοφορια συναποτελουν το ενιαιο συνολικο κυκλωμα του κεφαλαιου μεσα στο οποιο η παραγωγη ειναι μεν η κυριαρχη στιγμη (dominant moment) ομως συνδεεται με εναν διαλεκτικο τροπο με τις υπολοιπες σφαιρες και αλληλοπροσδιοριζεται με αυτες στην συνεχεια. Αυτη η ολοτητα θεωρειται ως ενα προτσες παρα ως μια στατικη δομη και οι διαφορες επιμερους σφαιρες δεν ειναι ανεξαρτητες μεταξυ τους αλλα αποτελουν διαφοροποιημενες στιγμες αυτου του ενιαιου συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου (της αξιας σε κινηση – value in motion). Στα πλαισια αυτου του ολικου προτσες η σφαιρα της παραγωγης εχει μια διαλεκτικου τυπου – δηλαδη δυναμικη – πρωτοκαθεδρια. Η καθοριστικη εννοιακη διακριση ειναι μεταξυ της αξιας-χρησης (που εκφραζει την τεχνικη βαση της παραγωγης) και της αξιας (που αντιπροσωπευει την κοινωνικη μορφη). Η παραγωγη και η κυκλοφορια των αξιων χρησης μπορει να ορισθει ανεξαρτητα απο τις αλλες σφαιρες πλην της παραγωγης, με την εννοια οτι μια προσδιορισμενη ποσοτητα αξιων χρησης πρωτα παραγεται και μετα ανταλλασσεται. Ομως η παραγωγη και η κυκλοφορια της αξιας δεν μπορει να ορισθει ανεξαρτητα γιατι ο χρονος εργασιας αναλισκεται στην παραγωγη αλλα αξιοποιειται κοινωνικα (socially validated) στην κυκλοφορια.

Η θεση των Fine και Harris προεκυψε μεσα απο τις θεωρητικες διεργασιες που στην συνεχεια μορφοποιηθηκαν στο ρευμα της θεωριας της μορφης-αξιας. Πρωτος ο Pilling (1972) επεκρινε την θεση Dobb-Meek και προδιεγραψε, παρα τον πρωτολειο χαρακτηρα της εργασιας του, τα βασικα χαρακτηριστικα του ρευματος αυτου. Κατ’ αρχην τονισε την σημασια της Αξιακης θεωριας και διεκρινε ριζικα την θεωρια του Marx απο αυτην του Ricardo. Δευτερον, επισημανε την καθοριστικη σημασια του ιδιαιτερου χαρακτηρα της Μαρξικης διαλεκτικης μεθοδου, τοσο γενικα οσο και σε μια σειρα ειδικοτερα θεματα (οπως στο λεγομενο «Προβλημα του Μετασχηματισμου»). Κατα συνεπεια η διαλεκτικη μορφης-περιεχομενου, εμφανισης-ουσιας, ποιοτικου-ποσοτικου, ιστορικα συγκεκριμενου-αφαιρεσης, η εννοια της αντιφασης και η διακριση αλλα και η διαπλοκη των επιπεδων αφαιρεσης που συνθετουν την διαλεκτικη ανελιξη απο το αφηρημενο προς το συγκεκριμενο διαδραματιζουν εναν αποφασιστικο ρολο τοσο στην μεθοδολογικη και εννοιολογικη συγκροτηση οσο και στην ερμηνεια και κατανοηση του Μαρξικου εργου.

Με βαση τα χαρακτηριστικα αυτα προεκυψε η παραδοση της αναλυσης της μορφης-αξιας που διακρινει συστηματικα και ερευνα τις σχεσεις μεταξυ αξιας χρησης και αξιας ανταλλαγης, αξιας και τιμης, εργασιας και εργατικης δυναμης και συγκεκριμενης και αφηρημενης εργασιας – στοιχεια που προκυπτουν απο το εργο του Marx και απουσιαζουν απο αυτο του Ricardo. To προγραμμα της παραδοσης αυτης βασιζεται στην Μαρξικη αποστροφη οτι εαν η μορφη ταυτιζοταν με το περιεχομενο τοτε καθε επιστημη θα ηταν αχρηστη και θεωρει οτι ακριβως η αναλυση των οικονομικων μορφων – και πρωτα και κυρια της μορφης της αξιας ως της αφηρημενης – γενικοτερης μορφης – αποτελει την βασικη ειδοποιο διαφορα της Μαρξικης Κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας. Το εμπορευμα θεωρειται ως το σημειο εκκινησης της Μαρξικης αναλυσης επειδη για την αστικη κοινωνια η εμπορευματικη μορφη του προϊοντος της εργασιας ή η αξιακη μορφη του εμπορευματος ειναι η οικονομικη κυτταρικη μορφη, δηλαδη συμπυκνωνει τους ελαχιστους αναγκαιους προσδιορισμους για την υπαρξη του και ταυτοχρονα αποτελει το εδαφος και την πηγη κινησης που οδηγουν με αναγκαιο και δεσμευτικο τροπο στην αναπτυξη ολης της κοινωνικης δομης αλλα και της θεωρητικης απεικονισης της (της ιδιοποιησης της πραγματικοτητας απο την σκεψη). Ακολουθως το εμπορευμα οριζεται ως η ενεργητικη αντιφαση της αξιας χρησης (που αποτελει το περιεχομενο του πλουτου σε καθε κοινωνια) και της αξιας ανταλλαγης (που εκφραζει τον ειδικο χαρακτηρα του πλουτου στην καπιταλιστικη κοινωνια). Η αντιφαση αφηρημενης-συγκεκριμενης εργασιας και η συνεχης επιλυση της με την αναγωγη της δευτερης στην πρωτη αποτελουν το υπεδαφος της αντιφασης αξιας χρησης-αξιας ανταλλαγης (η συγκεκριμενη εργασια εκφραζεται στην αξια χρησης ενω η αφηρημενη στην αξια ανταλλαγης) και της επιλυσης της με την υπαγωγη της πρωτης στην δευτερη, εφοσον στον καπιταλισμο οι αξιες χρησης γινονται οι υλικοι φορεις των ανταλλακτικων αξιων και τελικα η αξια χρησης τους για τους παραγωγους τους εγκειται ακριβως στην ανταλλακτικη αξια τους. Η αξια ανταλλαγης αποτελει την μορφη εμφανισης του κοινου περιεχομενου των εμπορευματων, η υπαρξη του οποιου κανει δυνατη την εξομοιωση και την ανταλλακτικη ισοδυναμια των εμπορευματων: της αξιας, δηλαδη του γεγονοτος οτι ολα ειναι προϊοντα της εργασιας. Ουσια (essence, wesen) της αξιας ειναι η αφηρημενη εργασια. Περιεχομενο (content) της αξιας ειναι η κοινωνικη σχεση με την οποια αλληλοσυνδεονται οι ανεξαρτητοι παραγωγοι στην εμπορευματικη παραγωγη, δηλαδη εκει οπου υπαρχουν αυτονομα προτσες παραγωγης και κοινωνικος καταμερισμος εργασιας. Η αξια δεν εχει μια αμεση και αδιαμεσολαβητη παρουσια* η «αξιακη αντικειμενικοτητα» εκφραζεται μεσω της μορφης της, αλλα με στρεβλο τροπο. Παρουσιαζεται δηλαδη οχι ως αυτο που πραγματικα ειναι – δηλαδη σχεση μεταξυ ανθρωπων και μεταξυ διαφορετικων ανθρωπινων εργασιων που διαμεσολαβειται μονον απο πραγματα (τα εμπορευματα) – αλλα ως σχεση μεταξυ αυτων των πραγματων. Παιρνει επομενως μια «πραγμωδη» φετιχιστικη μορφη. Το χρημα αντιπροσωπευει την πληρη ολοκληρωση της διαδικασιας αυτης, την πιο προωθημενη μορφη της αξιας, αυτην του γενικου ισοδυναμου. Κατ’ επεκταση η αξια (ουσια της οποιας ειναι η αφηρημενη εργασια) καταληγει να εκφραζεται – στρεβλα παντα – στην τιμη και επομενως και η ουσια της εκφραζεται, βρισκει την μορφη εμφανισης της στο χρημα.

Τελος, ενα αλλο χαρακτηριστικο της παραδοσης της μορφης-αξιας ειναι η μελετη και η αντληση αναφορων απο μια σειρα σχετικα παραγνωρισμενων ή και αγνωστων μεχρι προτινος κειμενων του Marx (οπως τα εισαγωγικα κεφαλαια του Τομου Ι του «Κεφαλαιου», το παραρτημα «Η αξιακη μορφη» της πρωτης γερμανικης εκδοσης, και τα κειμενα-εργαστηρια των Grundrisse [«Βασεις της Κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας»] και των Resultate [«Αποτελεσματα της αμεσης διαδικασιας παραγωγης»]) καθως και απο τα εργα συγγραφεων οπως οι Rubin και Rosdolsky (1977). Το θεμελιακο χαρακτηριστικο ολων αυτων των εργων ειναι οτι ιχνηλατουν και αποκαλυπτουν την πορεια συγκροτησης του «Κεφαλαιου» αλλα και του συνολου της Μαρξικης θεωριας αποδιδοντας επιπλεον εξεχουσα σημασια στην σχεση της Μαρξικης διαλεκτικης με την φιλοσοφια του Hegel και στον ρολο της τοσο γενικα οσο και στην αναλυση της μορφης-αξιας. Η εργασια του Rosdolsky ηταν απο τις πρωτες που διανοιγαν τον δρομο αυτο μεσω της μελετης των τοτε προσφατα δημοσιοποιημενων Grundrisse και επιπλεον συνεδεοταν με τις «χαμενες συνεισφορες του ’20 και του ’30» και ιδιαιτερα με αυτην του Rubin (δες Rosdolsky (1977), σ.73, 78, 570 κλπ.). Οσο για την θεωρια του Rubin αποτελουσε μια απο τις πιο ολοκληρωμενες τοποθετησεις πανω στα ζητηματα αυτα στα πλαισια των βιαια τερματισμενων πρωιμων σοβιετικων συζητησεων. Κατ’ αυτον τον τροπο ο Isaac Il’ich Rubin ξαναηλθε στο προσκηνιο των Μαρξιστικων συζητησεων περιπου σαραντα χρονια μετα την φυσικη και διανοητικη εξοντωση του.

ΙΙΙ. Η Θεωρια της Αφηρημενης Εργασιας και η αυτοαποκαλουμενη «σχολη Rubin»

Οι περιπετειες ομως του Rubin στα χερια της σταλινικης αντεπαναστασης δεν αρκουσαν. Αντιθετα, η αιγλη της υστεροφημιας τεινει να αποδειχθει εξισου, αν οχι περισσοτερο, επικινδυνη για το εργο του απο οτι οι διωξεις και οι αποκηρυξεις των σταλινικων κονδυλοφορων. Μια σειρα συγγραφεις (οπως οι Foley (1982), Lipietz (1982), De Vroey (1982) κ.α.), αναφερομενοι στο ρευμα της μορφης- αξιας, διεκδικησαν ρητα ή αρρητα την επωνυμια της «σχολης Rubin», αν και οι θεσεις που προτειναν – περα απο επιφανειακες και επιπολαιες ομοιοτητες – απειχαν πολυ απο την θεωρια του Rubin. H βασικη θεση των συγγραφεων αυτων ειναι οτι η εργασια γινεται αφηρημενη μονο στην πραξη της ανταλλαγης μεταξυ εμπορευματος και χρηματος και επομενως το χρημα ειναι το μονο μετρο της αφηρημενης εργασιας και κατ’ επεκταση η υλικη ενσαρκωση της. Πολλοι αλλωστε απο αυτους καταληξαν να θεωρουν οτι η αξια ειναι κατι ανυπαρκτο ή/και αχρηστο και πρεπει να αντικατασταθει απο το χρημα.

Η «σχολη Rubin» αποσκοπει στην συγκροτηση ενος κοινωνικου υποδειγματος, σε αντιπαραθεση τοσο με τον Σραφφιανο τεχνικισμο οσο και με θεωρησεις οπως αυτες των Dobb και Meek. Aυτο το κοινωνικο παραδειγμα βασιζεται στην θεωρια της αφηρημενης εργασιας, εν αντιθεσει με την νεο-Ρικαρντιανη και Σραφφιανη εμφαση στην ενσωματωμενη εργασια. Σε αυτο ακριβως το σημειο εγκαλειται ως πηγη εμπνευσης και αναφορας το εργο του Rubin. Το χρημα θεωρειται ως αναποσπαστο στοιχειο και ως η υλικη εκφραση του μετασχηματισμου του ιδιωτικου σε κοινωνικο κεφαλαιο και ως η κοινωνικη ενσαρκωση της αξιας-εν-διαδικασια (value-in-process). Aκολουθως υποστηριζεται οτι μονο διαμεσου της ανταλλαγης εμπορευματων με χρημα αξιοποιειται (validated) η ιδιωτικη εργασια και γινεται αφηρημενη εργασια. Ειναι χαρακτηριστικο, παραδειγματος χαριν, οτι κατα τους Benetti (1974) και Cartelier (1976) η αξια, αντι να συνδεεται με μια απλη ενσωματωση εργασιας – ενα αποκλειστικα και μονον τεχνικο προτσες κατα την γνωμη τους – προκυπτει απο αυτην την αξιοποιηση της ιδιωτικης εργασιας μεσω της ανταλλαγης της με χρημα.

Το θεμελιακο σφαλμα των αποψεων αυτων ειναι οτι προσπαθωντας να αντιπαρελθουν τις τεχνικιστικες και φυσικιστικες παρεκκλισεις και να αποδωσουν την κοινωνικη διασταση καταληγουν στην κυκλοφοριακη (circulationist) παρεκκλιση. Τα αιτια του σφαλματος τους ειναι δυο. Αφενος αναζητουν μια αμεση, μη-διαμεσολαβουμενη ενσαρκωση της διαστασης αυτης, γεγονος που ουσιαστικα ισοπεδωνει, διαμελιζει και τελικα αναιρει την αναλυση της μορφης-αξιας. Ειναι χαρακτηριστικο οτι οι Eldred και Hanlon (1981, σ.54, σημ.10) υποστηριζουν οτι πρεπει να διακρινουμε μεταξυ της «εκφρασης της αξιας» (πχ. την εκτεταμενη ή την χρηματικη εκφραση) και της «μορφης της αξιας» (που αναφερεται στις διαφορες θεσεις που παιρνουν τα εμπορευματα μεσα στην εκφραση αυτη, πχ. σχετικη και ισοδυναμη μορφη), απορριπτωντας την ενιαια αντιμετωπιση τους απο τον Marx ως μορφες της αξιας. Αφετερου ανακαλυπτουν αυτη την ενσαρκωση της κοινωνικης διαστασης στο χρημα, με αποτελεσμα να αναιρουν την πρωτοκαθεδρια της παραγωγης και κανουν την αξια μια κατηγορια της σφαιρας της ανταλλαγης.

Οι θεσεις αυτες αντικεινται καταφορα στην Μαρξικη θεωρια της αξιας. Κατα τον Marx, στην ανταλλαγη γινεται ορατη η εσωτερικη αντιθεση που ενυπαρχει μεσα στην παραγωγη καθ’ εαυτη, δηλαδη η αντιφαση μεταξυ των ιδιωτικων προτσες εργασιας και του κοινωνικου καταμερισμου της εργασιας. Η αντιθεση αυτη ειναι εσωτερικη, ενδοφυης στον κοινωνικο καταμερισμο εργασιας του καπιταλισμου ο οποιος εδραζεται στην ιδιωτικη ιδιοκτησια των μεσων παραγωγης και την ιδιωτικη (απο την πλευρα της αστικης ταξης) ιδιοποιηση του προϊοντος (και του υπερπροϊοντος) της εργασιας. Γι’ αυτο αλλωστε η αξια – η οποια αποτελει τον κεντρικο αξονα των κοινωνικων σχεσεων – δημιουργειται στην παραγωγη και οριζεται πριν και ανεξαρτητα απο το χρημα. Με αυτη την εννοια ο Marx χρησιμοποιει την Αξιακη θεωρια, στον Τομο Ι του «Κεφαλαιου», για να αναλυσει την σφαιρα της παραγωγης σε αφαιρεση απο αυτες της ανταλλαγης και της διανομης. Φυσικα για τον Marx το χρημα ειναι αναποσπαστο στοιχειο του καπιταλισμου – σε αντιθεση με την Πολιτικη Οικονομια των κλασσικων που τον αντιμετωπιζουν ως ενα συστημα εμπραγματης ανταλλαγης. Ομως ειναι μια δευτερευουσα, προκυπτουσα και εξαρτημενη παραμετρος. Η ανταλλακτικη ισοδυναμια μεταξυ των εμπορευματων προκυπτει πρωτα και κυρια απο τον κοινο ενδοφυη χαρακτηρα τους, δηλαδη το οτι ειναι προϊοντα της εργασιας. Αυτο κανει τα εμπορευματα συμμετρα καθ’ εαυτα. Το χρημα και οι χρηματικες τιμες διαμεσολαβουν την ισοδυναμια αυτη αλλα δεν ειναι οι πρωταρχικοι προσδιοριστικοι παραγοντες. Το χρημα δεν προηγειται του εμπορευματος – στην λειτουργικη και γενετικη του αναγκαιοτητα και λειτουργια – αλλα γενναται απο την διαφοροποιηση μεσα στην εμπορευματικη ανταλλαγη, οταν η τελευταια εχει αναπτυχθει επαρκως.

Αντιθετα, η αυτοαποκαλουμενη «σχολη Rubin» αντιστρεφει και τελικα αρνειται την Μαρξικη προσεγγιση. Ξεκινα σωστα απορριπτοντας την θεωρια της ενσωματωμενης εργασιας. Ακολουθως ομως σπαζει οποιοδηποτε δεσμο μεταξυ του κοινωνικα αναγκαιου χρονου εργασιας και της συγκεκριμενης εργασιας που ξοδευτηκε σε ενα ιδιαιτερο προτσες εργασιας και εκφραζεται σε ενα εμπορευμα. Η εργασια θεωρειται ως η ουσια της αξιας στο γενικο επιπεδο (ως συνολικη αφηρημενη εργασια) αλλα η σχεση μεταξυ των ιδιαιτερων, αυτονομων προτσες παραγωγης και των εμπορευματικων αξιων (βασισμενων και διαμεσολαβουμενων απο τον κοινωνικα αναγκαιο χρονο εργασιας και την συγκεκριμενη εργασια) υποτιμαται καθοριστικα. Συνεπως η αποδοχη της σχεσης αυτης στο επιπεδο της κοινωνιας συνολικα ανοιγει τον δρομο για την ανατροπη της στα επιμερους, αυτονομα τμηματα της: η εργατικη δυναμη που ξοδευτηκε σε ολα τα αυτονομα προτσες εγκαθιστα την «συμμετρικοτητα» (commensurability) των προϊοντων των προτσες αυτων γενικα. Το χρημα θεωρειται ως ο αναγκαιος και επαρκης παραγοντας, η αληθινη ενσαρκωση της σχεσης αυτης. Στην συνεχεια το χρημα εκτοπιζει τον χρονο εργασιας ως βασικο προσδιοριστικο στο επιπεδο της ανταλλαγης των ιδιαιτερων εμπορευματων. Η αφηρημενη εργασια και η αξια γινονται κατηγοριες της ανταλλαγης και μετρο της αφηρημενης εργασιας θεωρειται το χρημα. Κατα συνεπεια ειναι πλεον το χρημα το οποιο παρεχει ουσιαστικα αυτη την «συμμετρικοτητα» (μεσω συνηθως μιας αμφιβολης συνδεσης του στο συνολικο επιπεδο με την αφηρημενη εργασια γενικα) και αποτελει το μετρο της.

Τα προβληματα της θεωρησης της «σχολης Rubin» – και ιδιαιτερα το τελευταιο – γινονται εμφανη στην προτεινομενη εκ μερους πολλων απο τους συγγραφεις της «Νεας Λυσης στο Προβλημα του Μετασχηματισμου» (Lipietz (1982), Foley (1982) κ.α.). Βασιζομενοι στον ολοκληρωτικο διαχωρισμο της αφηρημενης εργασιας απο την συγκεκριμενη εργασια και τον κοινωνικα αναγκαιο χρονο εργασιας που ξοδευτηκαν για την παραγωγη ενος ιδιαιτερου εμπορευματος, προτεινουν καποιου τυπου μαθηματικη συνδεση της συνολικης αφηρημενης εργασιας και του χρηματος. Δημιουργουν επομεννως σχηματα οπως το «εργατικο (ή αξιακο) ισοδυναμο του χρηματος» (το πηλικον της ποσοτητας της εργασιας που χρειαζεται για να παραχθει το καθαρο προϊον δια της τιμης του προϊοντος αυτου – Lipietz), η «αξια του χρηματος» (το πηλικον του συνολικου αμεσου χρονου εργασιας προς την συνολικη προστιθεμενη αξια – Foley) ή η «χρηματικη εκφραση του κοινωνικου χρονου εργασιας» (το πηλικον του συνολου των τιμων προς το συνολο των αξιων – De Vroey) προσπαθωντας να επιτυχουν μια αυστηρη και μαθηματικου τυπου σχεση μεταξυ της χρηματικης μοναδας και του συνολικου αφηρημενου χρονου εργασιας. Το αποτελεσμα βεβαια ειναι μια καρικατουρα της Μαρξικης αναλυσης της μορφης-αξιας και η απαρνηση θεμελιακων στοιχειων της.

Οσον αφορα τον Rubin – στον οποιο αποδιδεται, ρητα ή αρρητα και απο εχθρους και φιλους, η πατροτητα ή η πηγη εμπνευσης των αποψεων αυτων – πορω απεχει απο του να τις συμμεριζεται. Σε παμπολλα σημεια δηλωνει οτι μπορουμε να μελετησουμε την αξια χωρις να μελετησουμε το χρημα (πχ. Rubin (1978), σ.36). Επισης καταδικαζει ρητα την θεση οτι η αξια δημιουργειται στην ανταλλαγη. Δηλωνει πολυ καθαρα οτι «η αφηρημενη εργασια και η αξια δημιουργουνται ή «προερχονται» (come about), «γινονται» (become) στο προτσες της αμεσης παραγωγης (πιο συχνα ο Marx χρησιμοποιουσε την εκφραση «werden» για το προτσες αυτο) και μονο πραγματοποιουνται (realised) στο προτσες της ανταλλαγης» (Rubin (1978), σ.125). Eπιπλεον απορριπτει εξισου ρητα την αποψη οτι το μεγεθος (το μετρο) της αξιας μετραται απο  τις σχεσεις ανταλλαγης αντι του χρονου εργασιας:

Απο μια πρωτη ματια μπορει να φαινοταν οτι εαν ηαφηρημενη εργασια ειναι το αποτελεσμα της κοινωνικης εξισοποιησης της εργασιας διαμεσου της εξισωποιησης των προϊοντων της εργασιας, το μονο κριτηριο της ισοτητας ή της ανισοτητας των δυο δαπανων εργασιας ειναι το γεγονος της ισοτητας (ή ανισοτητας) στο προτσες ανταλλαγης. Απο αυτη την οπτικη γωνια δεν μπορουμε να μιλαμε για ισοτητα ή ανισοτητατων δυο δαπανων εργασιας πριν την στιγμη της κοινωνικης εξισοποιησης τους τους διαμεσου του προτσες ανταλλαγης. Απο την αλλη μερια, εαν στο προτσες ανταλλαγης αυτες οι δαπανες εργασιας ειναι κοινωνικα εξισωμενες, θα πρεπει να τις θεωρησουμε ως ισες παρολο οτι δεν ειναι ισες (για παραδειγμα, οσον αφορα τον αριθμο των ωρων εργασιας) στο προτσες της αμεσης παραγωγης… Μια τετοια υποθεση θα οδηγουσε σε λαθος συμπερασματα. Μας αποστερει το δικαιωμα να πουμε οτι στο προτσες ανταλλαγης ισες ποσοτητες εργασιας, και μερικες φορες πολυ ανισες ποσοτητες… εξισωνονται κοινωνικα… Θα πρεπει να αποδεχθουμε οτι η κοινωνικη εξισοποιηση της εργασιας στο προτσες ανταλλαγης επιτελειται σε απομονωση εξαρτησης απο ποσοτικες πλευρες οι οποιες χαρακτηριζουν την εργασια στο προτσες αμεσης παραγωγης (για  παραδειγμα, το μηκος, την ενταση, το μηκος της εκπαιδευσης για ενα δεδομενο επιπεδο ειδικευσης κλπ.) και επομενως, η κοινωνικη εξισοποιηση δεν θα ειχε καμμια κανονικοτητα εφοσον θα προσδιοριζοταν αποκλειστικα απο τον αυθορμητισμο της αγορας.

(Rubin (1972), σ.154)

Ομως, οπως προαναφερθηκε, η συγχυση που προκαλεσε η «σχολη Rubin» δεν αφορα μονο το εργο του ιδιου τον Rubin αλλα σχεδον το συνολο της θεωρησης της μορφης-αξιας. Επι παραδειγματι, ο Gleicher (1983) – ο οποιος προτεινε μια απο τις πρωτες κριτικες της «σχολης Rubin» – κατατασσει σε αυτη συγγραφεις οπως οι Pilling (1972), Rowthorn (1974), Arthur (1976), Gerstein (1976), Kay (1976), Fine και Harris (1977), Himmelweit και Mohun (1978), Banaji (1979), Elson (1979), Eldred και Hanlon (1981), De Vroey (1981, 1982), Foley (1982), Lipietz (1982). Προκειται για μια αδικαιολογητη συμπαραθεση οσων συγγραφεων αναφερονται στο εργο του Rubin και υποστηριζουν την θεωρηση της μορφης-αξιας, η οποια παραγνωριζει το γεγονος οτι δεν συμμεριζονται ολοι οι αναφερομενοι τις θεσεις της «σχολης Rubin». Βεβαια οι Foley, Lipietz και De Vroey αποδεχονται τον χαρακτηρισμο, ενω οι Eldred και Hanlon υποστηριζουν τις θεσεις αυτες αν και επισημαινουν τις διαφωνιες του Rubin. Τελος, οι Himmelweit και Mohun αποδεχονται την ουσια των θεσεων αυτων αν και διατηρουν – ουσιαστικα μεταλλαγμενες ομως – τις Mαρξικες εννοιες και την ιεραρχηση τους (πχ. θεωρουν οτι ο κοινωνικα αναγκαιος χρονος εργασιας αποτιμαται και οριζεται κατα την πωληση, δηλαδη στην σφαιρα της ανταλλαγης). Απο την αλλη πλευρα ομως, συγγραφεις οπως οι Elson, Fine, Harris, Pilling κ.α. σαφως δεν θεωρουν το χρημα ως την αμεση ενσαρκωση της αφηρημενης εργασιας και διακρινουν συστηματικα – αλκολουθωντας τον Marx – μεταξυ εμφυτου (immanent) και εξωτερικου (external) μετρου της αξιας.

IV. To προβλημα του τεχνικισμου

Υπαρχει ομως και μια αλλη πλευρα επικρισεων απεναντι στον Rubin. H Elson (1979, σ.124) επεκρινε τον Rubin οτι μοιραζεται την τεχνικιστικη οπτικη της Αξιακης θεωριας μαζι με τους Sweezy, Dobb, Meek, Althusser κλπ.:

Απο την αρχη του βιβλιου του ο Rubin κανει καθαρο οτι οι παραγωγικες δυναμεις που στοιχειοθετουν τους διαφορους βιομηχανικους κλαδους ειναι αυτονομα προϊοντα ενος υλικο-τεχνικου προτσες (Rubin (1972), σ.1-3). Αυτο το οποιο γι’ αυτον ειναι κοινωνικο ειναι απλως το δικτυο των συνδεσμων μεταξυ του κοσμου σε αυτην την προ-δεδομενη δομη.

Κατα την Elson η αντιληψη του Rubin για την αξια ως την μορφη με την οποια ατομικοι τυποι εργασιας κατανεμονται και συνδεονται μαζι σε μια προ-δεδομενη δομη καθηκοντων (υπονοωντας τις υλικο-τεχνικες συνθηκες παραγωγης και την κατανομη των τεχνικων μεσων παραγωγης μεταξυ των ταξεων που προσδιοριζει τις κοινωνικες σχεσεις παραγωγης) δεν απεχει πολυ απο την αντιληψη των Sweezy-Dobb-Meek για την αξια ως ταυτοσιμη με τον χρονο εργασιας που λειτουργει σε ενα μη-κοινωνικα προσδιορισμενο παραγωγικο πλαισιο. Aυτο οδηγει στην υποκατασταση της αφηρημενης εργασιας απο την κοινωνικη μορφη του καταμερισμου εργασιας. Ακολουθως υποστηριζει οτι ο Rubin υποβιβαζει την αξια σε μια απλη κατηγορια της κυκλοφοριας και επομενως αδυνατει να κανει συστηματικη διακριση μεταξυ αξιας ανταλλαγης και αξιας. Παρομοια οι Sweezy, Dobb και Meek υποβιβαζαν την αξια σε μια απλη κατηγορια του προτσες παραγωγης και αδυνατουσαν να διακρινουν την αξια απο τον χρονο εργασιας. Επομενως ολοι τους μειωναν τις Μαρξικες κατηγοριες απο τρεις (χρονος εργασιας, αξια, αξια ανταλλαγης) σε δυο.

Προκειται για μια αστοχη κριτικη και στα δυο σκελη της. Οσον αφορα την υποκατασταση της αφηρημενης εργασιας απο τον κοινωνικο καταμερισμο εργασιας, προκειται για μια παλαιοτερη κριτικη του Daschkowski την οποια αντικρουει o Rubin στο τελος του δευτερου μερους της διαλεξης που ακολουθει. Σχετικα με την κατηγορια της μη-διακρισης αξιας και αξιας ανταλλαγης η αβασιμοτητα της φαινεται καθαρα στο τριτο μερος της διαλεξης του Rubin οπου αναλυεται εκτενως και συστηματικα η διακριση αξιας και αξιας ανταλλαγης, απαντωντας στο ερωτημα του πως προχωρα ο Marx απο την αξια ανταλλαγης στην αξια.

Ειναι ομως αληθεια οτι υπαρχουν αποηχοι των τεχνικιστικων παρεκκλισεων της 2ης και 3ης Διεθνους στην οπτικη του Rubin και ειδικοτερα οσον αφορα την αντιληψη του για την σχεση μεταξυ παραγωγικων δυναμεων και σχεσεων παραγωγης:

Το προτσες της αλλαγης και της αναπτυξης της εργασιακης δραστηριοτητας των ανθρωπων αφορα αλλαγες δυο τυπων: πρωτον, υπαρχουν αλλαγες στα μεσα παραγωγης και στις τεχνικες μεθοδους με τα οποια ο ανθρωπος επιδρα στην φυση, με αλλα λογια υπαρχουν αλλαγες στις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας* δευτερον, αντιστοιχωντας σε αυτες τις αλλαγες υπαρχουν αλλαγες σε ολοκληρο το προτυπο των σχεσεων παραγωγης μεταξυ των ανθρωπων, των συμμετεχοντων στο κοινωνικο προτσες παραγωγης. Οι οικονομικοι σχηματισμοι ή τυποι οικονομιας (για παραδειγμα, η αρχαια δουλοκτητικη οικονομια, φεουδαρχικη ή καπιταλιστικη οικονομια) διαφερουν αναλογα με τον χαρακτηρα των σχεσεων παραγωγης μεταξυ των ανθρωπων.

(Rubin (1972), σ.1)

Αυτη η σχηματοποιηση – οι παραγωγικες σχεσεις αντιστοιχουν στο υλικο-τεχνολογικο προτσες και δεν εχουν μια κοινωνικη μορφη (επομενως και οι αλλαγες στα μεσα παραγωγης και στις τεχνικες μεθοδους ανηκουν στο μη-κοινωνικο πεδιο) και οι σχεσεις παραγωγης αντιπροσωπευουν την κοινωνικη μορφη – συγγενευει με τον τεχνικισμο και παραγνωριζει το γεγονος οτι οι σχεσεις παραγωγης (και η κοινωνικη μορφη) σφραγιζουν τις παραγωγικες δυναμεις. Το προβλημα αυτο στην θεωρηση του Rubin  επιδεινωνεται περαιτερω απο την διχοτομηση της θεωριας, πανω σε αυτη την διακριση, που προτεινει:

Το τελικος στοχος της επιστημης ειναι να κατανοησει την καπιταλιστικη οικονομια ως συνολο, ως ενα συγκεκριμενο συστημα παραγωγικων δυναμεων και σχεσεων παραγωγης μεταξυ ανθρωπων. Ομως για να προσεγγισει αυτο τον τελικο στοχο η επιστημη πρεπει πρωτα απο ολα να διαχωρισει, μεσω της αφαιρεσης, δυο διαφορετικες πλευρες της καπιταλιστικης οικονομιας: την τεχνικη και την κοινωνικο-οικονομικη, τις υλικες παραγωγικες δυναμεις και τις κοινωνικες σχεσεις  παραγωγης. Καθε μια απο αυτες τις δυο πλευρες του οικονομικου προτσες ειναι το θεμα μιας ξεχωριστης επιστημης. Η επιστημη της κοινωνικης μηχανικης – ακομη σε εμβρυακη κατασταση – πρεπει να κανει θεμα της αναλυσης της τις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας ετσι οπως αλληλεπιδρουν με τις σχεσεις παραγωγης. Απο την αλλη μερια, η θεωρητικη πολιτικη οικονομια ασχολειται με τις σχεσεις παραγωγης οι οποιες ειναι ειδικες για την καπιταλιστικη οικονομια οπως αλληλεπιδρουν με τις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας.

(Rubin (1972), σ.1-2)

O κοινωνικος χαρακτηρας, ο οποιος αρμοζει στην εννοια του καπιταλιστικου τροπου παραγωγης ως της ενοτητας του υλικο-τεχνολογικου προτσες και των κοινωνικων μορφων, εκφραζεται αποδυναμωμενα στο οτι «καθε μια απο αυτες τις δυο επιστημες, ασχολουμενες μονο με μια πλευρα του ολου προτσες παραγωγης, προυποθετει την παρουσια της αλλης πλευρας του προτσες παραγωγης με την μορφη μιας υποθεσης που υπολανθανει της ερευνας της» (Rubin (1972), σ.2). Ομως, αφετερου, η αποψη του Rubin διαφερει απο τον κλασσικο τεχνικισμο κατα το οτι ο τελευταιος εισαγει μια διχοτομηση μεταξυ της κοινωνικης διαστασης και του θεωρουμενου ως «τεχνικου» επιπεδου με το να αντιπαραθετει την σφαιρα της παραγωγης με αυτη της κυκλοφοριας: η πρωτη προσδιοριζεται βασικα απο τεχνικους παραγοντες ενω η δευτερη εκφραζει – και μαλιστα κυρια μεσω των εισοδηματικων ροων της διανομης – τον κοινωνικο χαρακτηρα. Αντιθετα, για τον Rubin ο διαχωρισμος αυτος διαπερνα το συνολο της ενοτητας του προτσες παραγωγης και αξιοποιησης.

V. Eπιλογος

Ο I.I.Rubin, η πολιτικη δραση και το εργο του ειναι κομματι μιας ιστορικης περιοδου του εργατικου και του κομμουνιστικου κινηματος. Εμφορειται αλλα και εκφραζει τις κατακτησεις, τις αντιφασεις, τα θετικα και τα αρνητικα στοιχεια της περιοδου εκεινης. Η προσωπικη του πορεια – τοσο η πολιτικη δραση οσο και το θεωρητικο εργο – διαπερνωνται απο αλλα και αντιπροσωπευουν τα στοιχεια αυτα. Το τελος της σιωπης γυρω απο την περιοδο αυτη – ειτε λογω αντιδραστικων ιδεολογικων απαγορευσεων, ειτε λογω ακριτων και κακοχωνεμενων τυπολατριων – αλλα και η αντισταση στην σημερινη ισοπεδωση ολης της υποθεσης της Οκτωβριανης Επαναστασης και του Σοβιετικου κρατους απο τον νεο-συντηρητισμο αλλα και την πλειονοτητα των πρωην διαπρησιων υποστηρικτων της ειναι σημερα κατι περισσοτερο απο αναγκαια. Γι’ αυτο η μελετη των αγωνων, των αντιφασεων και των προβληματισμων που γεννηθηκαν στο εδαφος της –  ιδιαιτερα κατα την επαναστατικη περιοδο – ειναι εξαιρετικα χρησιμη σημερα. Το εργο του Rubin αποτελει μια οχι ασημαντη συμβολη στην υποθεση αυτη.

Bιβλιογραφια

Aglietta M. (1979), «A Theory of Capitalist Regulation», NLB

Arthur C.J. (1976), «The Concept of Abstract Labour», CSEB 14

Banaji J. (1979), «From the commodity to capital: Hegel’s dialectic in Marx’s Capital», σε Elson D. (ed.) «Value: the representation of labour in capitalism», CSE Books

Benetti C. (1974), «Valeur et Repartition», PUG

Bohm-Bawerk E. (1949), «Karl Marx and the Close of his System», edit. P.Sweezy, New York, Augustus M. Kelley

Bullock P. (1973), «Categories of Labour Power for Capital «, CSEB, vol.2 no.6

Bullock P. (1974), «Defining Productive Labour for Capital», CSEB vol.3 no.9

Cartelier J. (1976), «Surproduit et reproduction sociale», PUG

De Vroey M. (1981), «Value, production and exchange», στο Steedman et al. «The Value Controversy», New Left Books

De Vroey M. (1982), «On the obsolescence of the Marxian theory of value: a critical review», Capital & Class no.17

Eldred Μ.-Hanlon Μ. (1981), «Reconstructing value-form analysis», Capital & Class νο.13

Elson D. (1979), «The Value Theory of Labour», στο Elson D. (ed.) «Value: The Representation of Labour in Capitalism», CSE Books

Faccarello G. (1982), «Sraffa versus Ricardo: the Historical Irrelenance of the «corn-profit» model», Economy & Society vol.11 no.2

Fine B. (1983), «On the Economics of Ricardo and Sraffa», Economy & Society vol.12, no.2

Fine B.- Harris L. (1977), «Surveying the Foundations», Socialist Register

Fine B.- Harris L. (1979), «Rereading Capital», Columbia University Press, ελληνικη εκδοση Gutenberg (1986)

Fine B., et al. (1986), «The Value Dimension», Routledge

Foley D. (1982), «The value of money, the value of labor power and the Marxian transformation problem», Review of Radical Political Economics vol.14 no.2

Franklin B. (1836), «The works of Benjamin Franklin», Boston

Gerstein I. (1976), «Production, Circulation and Value: the significance of the «Transformation Problem» in Marx’s Critique of Political Economy», Economy & Society vol.5 no.3

Gleicher D. (1983), «A Hiistorical Approach to the Question of Abstract Labour», Capital & Class no.21

Gough I. (1975), «State Expenditure in Capitalism», New Left Review no.92

Himmelweit S.-Mohun S. (1978), «The anomalies of capital», Capital & Class no.7

Hodgson G. (1976), «Exploitation and Embodied Labour Time», CSEB vol.V no.1 (March)

Hodgson G. (1977), «Papering over the cracks», Socialist Register

Hollander S. (1979), «The Economics of David Ricardo», Heinemann, London

Ilyenkov E.V. (1982), «The dialectics of the abstract and the concrete in Marx’s Capital», Progress

Kay G. (1976), «A Note on Abstract Labour», CSEB, March

Lipietz A. (1982), «The so-called «transformation problem» revisited», Journal of Economic Theory no.26

Marx Κ. (1987), «A contribution to the Critique of Political Economy», in Marx K.-

Engels F., «Collected Works», vol.29, Lawrence and Wishart

Medvedev R. (1972), «Let History judge», London

Pilling G. (1972), «Law of Value in Ricardo and Marx», Economy & Society vol.1

Rosdolsky R. (1977), «The Making of Marx’s Capital», Pluto Press

Rowthorn Β. (1974), «Νeo-classicism, neo-Ricardianism and Marxism», New Left Review no.86

Rubin I.I. (1972), «Essays on Marx’s Theory of Value», Detroit

Rubin I.I. (1978), «Abstract Labour and Value in Marx’s system», Capital & Class

no.5, μεταφραση K.Gilbert

Sraffa P. (1960), «The Production of Commodities by Means of Commodities»,

Cambridge University Press

Steedman I. (1977), «Marx after Sraffa», New Left Books

Steedman I., et al. (1981), «The Value Controversy», Verso

Yaffe D. (1972), «The Marxian Theory of Crisis, Capital and the State», CSEB vol.1, no.4, αναδημοσιευμενο στο Economy &  Society Vo.11, no.2 (1973)

Yaffe D. (1973), «The Crisi of Profitability: A Critique of the Glyn-Sutcliffe Thesis», New Left Review no.80

Yaffe D. (1975), «Value and Price in Marx’s Capital», Revolutionary Communist vol.1

Zeleny J. (1980), «The logic of Marx», Blackwel

 

—————————————————–

 

One response to “Ο I.I.RUBIN ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

  1. Παράθεμα: Ο I.I.Rubin, η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και το χρήμα ή γιατί οι εργασιακές αξίες δεν ταυτίζονται αδιαμεσολάβητα με το χρήμα | Stavros Mavroudeas Blog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s