Σχόλια στο άρθρο του Ben Fine: “Ιδιωτικοποιήσεις: Θεωρία με Μαθήματα από το Η.Β.»

Σχόλια στο άρθρο του Ben Fine: “Ιδιωτικοποιήσεις: Θεωρία με Μαθήματα από το Η.Β.»

Σταύρος  Μαυρουδέας και Λευτέρης Τσουλφίδης

Βλάχου Α. (επ.) «Σύγχρονη Οικονομική Θεωρία: Ριζοσπαστικές Κριτικές του Νεοφιλελευθερισμού», Τυπωθήτω

Το ζήτημα για την έκταση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία είναι τόσο παλιό όσο και η οικονομική θεωρία. Μέχρι την περίοδο της μεγάλης κρίσης του 1930 επικρατούσε η άποψη ότι οι κρατικές λειτουργίες θα πρέπει να περιορίζονται στις ελάχιστα αναγκαίες λειτουργίες όπως αρχικά οριοθετήθηκαν από τον Adam Smith, ότι δηλαδή το κράτος θα πρέπει να φροντίζει για την απονομή της δικαιοσύνης, την προσφορά χρήματος και την προστασία της οικονομίας από εσωτερικές και εξωτερικές επιβουλές κλπ. Στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του 1930 η ανάδυση του κεϋνσιανισμού που εφοδιασμένος με την έννοια της ενεργού ζήτησης προσέφερε το αναγκαίο θεωρητικό πλαίσιο για εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στην λειτουργία της οικονομίας. Η καινούργια αιτιολόγηση που προβλήθηκε δε βασίστηκε σε ανθρωπιστικούς λόγους (όπως π.χ. η δημιουργία δημόσιων έργων για την απασχόληση των ανέργων, τα κοινά συσσίτια και η στέγαση των φτωχών) αλλά από την αναγκαιότητα της αύξησης της ενεργούς ζήτησης, προκειμένου η οικονομία να ξεπεράσει την κρίση. Έτσι λοιπόν ο ρόλος της κυβέρνησης επεκτάθηκε και πέρα από τις συνηθισμένες της λειτουργίες (δηλαδή, της απονομής δικαιοσύνης, αστυνομικής προστασίας, δημόσιας άμυνας και της προσφοράς χρήματος) συμπεριέλαβε και παραγωγικές δραστηριότητες. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες (το έτος 1973 θεωρείται γενικά έτος καμπής) οι κυριαρχούσες απόψεις έχουν μεταβληθεί ραγδαία. Ο κεϋνσιανισμός στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τέθηκε υπό αμφισβήτηση και τώρα απλά φαίνεται να έχει μεταβληθεί σε ένα συνηθισμένο κεφάλαιο των εγχειριδίων ιστορίας οικονομικής σκέψης. Η κρατική παρέμβαση δε θεωρείται πλέον σαν ένας τρόπος θεραπείας των δυσλειτουργιών της οικονομίας αλλά μάλλον πρόκειται για την ίδια την αιτία της κρίσης. Με αυτήν την έννοια συχνά οι ιδιωτικοποιήσεις θεωρούνται ως πανάκεια που θα λύσει τα χρόνια προβλήματα του δημόσιου ελλείμματος, του δημοσίου χρέους, όπως επίσης του πληθωρισμού λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας και της συνακόλουθης μείωσης του κόστους παραγωγής. Επομένως υποστηρίζεται ότι σε μια οικονομία που θα αναπτύσσεται απαλλαγμένη από τους χαμηλής παραγωγικότητας και υψηλού κόστους λειτουργίας κρατικές οικονομικές δραστηριότητες ακόμη και αυτό το πρόβλημα της ανεργίας μπορεί να βρει την καλύτερη δυνατή λύση. Η συνταγή είναι απλή και εύκολη η εκλαϊκευση της: όλα συνοψίζονται στη μεταβολή της ιδιοκτησιακής μορφής και τα προβλήματα που σημαδεύουν τις οικονομίες των περισσοτέρων χωρών αργά ή γρήγορα θα εξαφανιστούν.

Το άρθρο του Ben Fine θέτει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των επιχειρημάτων που τάσσονται αναφανδόν υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων εξετάζοντας τόσο τα θεωρητικά όσο και τα εμπειρικά ζητήματα που αφορούν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Αντί λοιπόν να προσεγγίζει το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων σαν ένα απλό πολιτικό και ιδεολογικό στοιχείο, προσπαθεί να ανιχνεύσει μια πιο κατάλληλη και ταυτόχρονα πιο ρεαλιστική σκοπιά. Η ανάδυση της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων και των θεωρητικών λογικών που τις συνοδεύουν πρέπει να αναζητηθούν στη μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες η συσσώρευση κεφαλαίου λαμβάνει χώρα. Ο Fine υποστηρίζει ότι αυτή η ραγδαία μεταβολή στις συνθήκες έχουν προέλθει από τρεις κύριες μεταβολές: Πρώτον, η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου στη σφαίρα της παραγωγής έχει χαρακτηριστεί αφενός μεν από τη διεθνοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στην οποία οι κρατικές επιχειρήσεις έχουν πρόβλημα ν’ ανταποκριθούν με επιτυχία, διότι οι δραστηριότητές τους περιορίζονται στην εσωτερική αγορά και μόνο. Αφετέρου, εισαγωγή καινούργιων τεχνολογιών οι οποίες, μεταβάλλοντας τα σύνορα μεταξύ των τομέων της οικονομίας, επηρέασαν την διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Δεύτερον, η διεθνοποίηση και οι καινούργιες τεχνολογίες έχουν μία ειδική επίπτωση πάνω στο χρηματο-οικονομικό κεφάλαιο δημιουργόντας μία μεγάλη μάζα “αδρανούς κεφαλαίου”, δηλαδή ρευστότητας που επιδιώκει να βρει επενδυτικές διεξόδους. Τρίτο, ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης είναι η λεγόμενη ευελιξία της αγοράς εργασίας και οι ιδιωτικοποιήσεις  συνέβαλαν σημαντικά προς αυτήν τη κατεύθυνση.

Ο Fine επιχειρεί μια κριτική αποτίμηση των ορθόδοξων προσεγγίσεων προς τις ιδιωτικοποιήσεις και υποδεικνύει τις αδυναμίες τους. Υποστηρίζει ότι στην ορθόδοξη θεωρία υπάρχει μια μετατόπιση από τα «παλαιού τύπου» κεϋνσιανά οικονομικά του δημοσίου τομέα (που βασίζονται πάνω στην έννοια του αποτυχίας της αγοράς) προς τη νέα σύνθεση[1]. Η νέα σύνθεση αντλεί από τρία διακριτά ρεύματα οικονομικής σκέψης: την «νέα πολιτική οικονομία», το νέο-κλασικό νέο θεσμισμό, και τη νέο-Αυστριακή σχολή. Το πρώτο ρεύμα αναλύει την οικονομική δραστηριότητα του κράτους με βάση την έννοια της αναζήτησης προσόδου (rent-seeking). Ο νέο-κλασικός νέος θεσμισμός μελετά τη σχέση μεταξύ αγοραίων και μη αγοραίων θεσμών και βασίζεται στην έννοια του κόστους των συναλλαγών. Τέλος η νεο-αυστρική σχολή κρατά αποστάσεις από την ανάλυση ισορροπίας και τα τυπικά μαθηματικά υποδείγματα των δυο προηγουμένων προσεγγίσεων και ενδιαφέρεται πρωτίστως για την δυναμική της οικονομίας της αγοράς σ’ έναν αβέβαιο και μεταβαλλόμενο κόσμο. Το “πάντρεμα” μεταξύ αυτών των τριών προσεγγίσεων είναι σχετικά δύσκολο λόγω των σημαντικών διαφορών που υπάρχουν μεταξύ τους. Ωστόσο υπάρχει μια κοινή βάση που αποτελείται από τρία σημεία. Το πρώτο είναι η έννοια της ποσοτικής θεωρίας του ανταγωνισμού (Weeks, 1981), ότι δηλαδή υπάρχει η κοινή πεποίθηση ότι το κύριο και αποφασιστικό μέρος της οικονομίας θα πρέπει να αφεθεί στις δυνάμεις της αγοράς και ο μόνος ρόλος που εναπομένει στο κράτος είναι απλά η επίβλεψη της κανονικής και απρόσκοπτης λειτουργίας του ανταγωνισμού. Αυτή η πεποίθηση σημειώνει ο Fine επαληθεύεται μόνο κάτω από υπερβολικά αυστηρές συνθήκες. Το δεύτερο κοινό σημείο είναι η αλλαγή σε αυτό που αποτελεί την βιομηχανική οικονομική, με την παραμέληση των άτυπων και των θεσμικών στοιχείων και την προσήλωσή της σε μαθηματικοποιημένα υποδείγματα γενικής ισορροπίας και θεωρίας παιγνίων. Η νέα βιομηχανική οικονομική που χρησιμοποιείται από την καινούργια σύνθεση έχει περιορίσει τον αριθμό των ερμηνευτικών μεταβλητών σε αυτές που μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν σε μαθηματικά υποδείγματα. Το τελικό κοινό σημείο αυτών των προσεγγίσεων είναι ο συνακόλουθος επανακαθορισμός της βιομηχανικής πολιτικής η οποία περιορίζεται στον ανταγωνισμό, στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις του κράτους και στο ιδιοκτησιακό καθεστώς (σε βάρος αυτών των τομέων που παραδοσιακά θεωρούνται οι πλέον σημαντικοί, όπως της έρευνας και τεχνολογίας, ειδικοτήτων, υποδομής και κάθετης ολοκλήρωσης κλπ.).

Ο Fine διατυπώνει μια σειρά από ισχυρά επιχειρήματα ενάντια στη νέα σύνθεση. Δύο απ’ αυτά τα θεωρούμε ως τα πλέον σημαντικά. Πρώτο, η νέα σύνθεση αποτυγχάνει να συμπεριλάβει στην ανάλυσή της τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Η παράληψη αυτή εκδηλώνεται με τον πιο προφανή τρόπο στο πως πραγματεύονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Η δεύτερη κριτική είναι ότι η νέα σύνθεση είναι ουσιαστικά μικρο-οικονομική και μερική στον αναλυτικό της ορίζοντα. Επομένως, αποτυγχάνει να συμπεριλάβει το μακροοικονομικό περιβάλλον που είναι τόσο σημαντικό στις διαδραματιζόμενες εξελίξεις. Οι αδυναμίες αυτές εκφράζονται σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση της υποκατάστασης μιας ενεργού και λεπτομερειακής βιομηχανικής πολιτικής με την απλή ρυθμιστική κρατική παρέμβαση.

Το τελευταίο μέρος του άρθρου αντλεί μαθήματα από την εμπειρία των ιδιωτικοποιήσεων που έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο  Fine αμφισβητεί πειστικά δημοφιλείς έννοιες, όπως ο Θατσερικός λαϊκός καπιταλισμός, η δημοκρατία των μικρομετόχων, όπως επίσης και τις ευρέως διαδεδομένες, αλλά αμφίβολης εγκυρότητας, απόψεις  ότι δηλαδή η ιδιωτική παροχή των αγαθών και υπηρεσιών είναι πιο αποδοτική από ότι η δημόσια. Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα που αντλεί ο Fine από αυτήν την κριτική του είναι ότι αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη ιδεολογία και τις νεοφιλελεύθερες ερμηνείες, η ιδιωτικοποίηση δε συνεπάγεται ότι το κράτος παύει να συμμετέχει ενεργά στην οικονομία αλλά ότι αναλαμβάνει ένα διαφορετικό ρόλο. Σε μια προηγούμενη μελέτη ο Fine (1989, σελ. 238)  υποστήριξε ότι η “η ιδιωτικοποίηση καθ’ αυτή δεν παριστάνει μια ρήξη με το παρελθόν και ότι στο επίπεδο της δημιουργίας βιομηχανικής πολιτικής (industrial policy-making) παρουσιάζει συνέχειες με ότι έχει συμβεί στο παρελθόν και φέρνει σε πέρας την επανεμπορευματοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων στα τελευταία σαράντα χρόνια”.

Η γενική προσέγγιση που προτείνεται από τον Fine (δηλαδή μία υλιστική προσέγγιση βασιζόμενη στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης) είναι πέραν κάθε αμφισβήτησης. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται να λείπει είναι μια καθαρή και λογικά συνεκτική εναλλακτική προσέγγιση. Θεωρούμε ότι το ουσιαστικό στοιχείο, στο πεδίο της αλλαγής των συνθηκών καπιταλιστικής συσσώρευσης, είναι η κρίση που ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η κρίση αυτή – μια κρίση υπερσυσσώρευσης που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους (Moseley, 1990, Shaikh και Tonak, 1994) – σημάδεψε το τέλος της προηγούμενης εποχής της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την αρχή της αναζήτησης μίας καινούργιας εποχής. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση εκφράζει την ευριστική προσπάθεια παλινόρθωσης της κερδοφορίας και, συνεπώς, την ομαλή συνέχισης της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί – όπως σωστά οι Fine και Harris (1979), στο κεφάλαιο περί περιοδολόγησης, υποστηρίζουν – μία μεταβολή στις μορφές της απόσπασης (απόλυτης και σχετικής) υπεραξίας και των συνακόλουθων τρόπων κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Η καινούργια εποχή χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια αύξησης τόσο της απόλυτης όσο και της σχετικής υπεραξίας. Ενώ η απόσπαση σχετικής υπεραξίας εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχος στόχος των καπιταλιστών, ταυτόχρονα όμως έχουμε την ανάδυση καινούργιων τεχνικών και μεθόδων οργάνωσης της εργασίας που οδηγούν στην αύξηση της απόλυτης υπεραξίας. Αυτή είναι μία αισθητή διαφορά από την προηγούμενη εποχή που άρχισε με την κρίση του 1930, όπου το μέσο για το ξεπέρασμα της κρίσης ήταν κυρίως η αύξηση της σχετικής υπεραξίας. Οι εξελίξεις αυτές θεμελιώνονται σε αλλαγές στην (σχετικά κυρίαρχη) σφαίρα της παραγωγής, μέσω της αναδιοργάνωσης της διαδικασίας εργασίας στην βάση της ευλύγιστης εργασίας, η οποία προωθείται δια της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών. Αντανακλώνται Δε και στην σφαίρα της διανομής μέσω ριζικών αλλαγών τόσο στους καθοριστικού παράγοντες – και στις μορφές κάλυψης – της αξίας της εργασιακής δύναμης όσο και στις μορφές διανομής της υπεραξίας μεταξύ των διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου. Και, τέλος αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, αντανακλώνται στην μορφή κοινωνικοιποίησης της παραγωγής. Εκεί τα σύνορα μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου καθώς και ο ρόλος του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη – και ιδιαίτερα των οικονομικών δραστηριοτήτων του – αλλάζει επίσης.

Θεωρούμε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να ειδωθούν μέσα σ’ αυτά τα θεωρητικά πλαίσια. Η διεθνοποίηση της παραγωγής καθώς και η υπεραφθονία αδρανούς χρηματο-οικονομικού κεφαλαίου είναι παραπροϊόντα αυτών των θεμελιωδών μεταβολών. Η έλλειψη αυτού του συνδετικού κρίκου στην ανάλυση της πορείας της καπιταλιστικής συσσώρευσης από τον Fine συνοδεύεται από μία αξιοπρόσεκτη απουσία γενικής θεωρίας του καπιταλιστικού κράτους και των οικονομικών δραστηριοτήτων του. Μια τέτοια θεωρία είχε προταθεί από τους Fine και Harris (1979) αλλά φαίνεται να έχει αντικατασταθεί σε επόμενες μελέτες από μία πιο σχετικοποιημένη ιστορική οπτική. Παραδείγματος χάριν, οι Fine και Harris (1985, σελ.150) υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατο να εξαχθεί μια γενική θεωρία των εθνικοποιημένων βιομηχανιών[2]. Ομοια, στο παρόν άρθρο ο Fine (σ.11) ισχυρίζεται ότι είναι λάθος να αναζητηθεί μία γενική θεωρία περί ιδιωτικοποιήσεων, εφόσον κάθε τομέας της οικονομίας και κάθε χώρα έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Fine έχει δίκιο στην νέο-κλασική προσέγγιση στο επίπεδο αυτό. Η νέο-κλασική προσέγγιση, και ιδιαίτερα η νέα σύνθεση, είναι υπερβολικά σχηματική και βασισμένη σε μη-ρεαλιστικές αφαιρέσεις. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσει γενική θεωρία, αν και αυτό δεν την εμποδίζει από το να λειτουργεί ως γενική ιδεολογία. Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει μία εναλλακτική προσέγγιση με βάση την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η οποία να ξεκινά από το πιο αφηρημένο και γενικό επίπεδο και ακολούθως, σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, να ενσωματώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τπμέα και κάθε οικονομίας. Μία τέτοια προσέγγιση πρέπει να ξεκινά με μία θεωρία της αλλαγής φάσεων (περιοδολόγηση) του καπιταλισμού[3] σε συνδυασμό με μία γενική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους. Μία τέτοια προσέγγιση μπορεί να αναλύσει τόσο την ουσία των ιδιωτικοποιήσεων όσο και να απαντήσει στο θεμελιακό ερώτημα της γενεσιουργού αιτίας τους (δηλαδή γιατί είναι σήμερα αναγκαίο για το καπιταλιστικό σύστημα να καταφύγει στις ιδιωτικοποιήσεις).

Το κράτος, ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης, έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στη μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο. Αφενός σχεδίασε την ανοικοδόμηση των οικονομιών και την παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων. Ο ρόλος του στην μεσο-πολεμική περίοδο είναι επίσης περίπου ο ίδιος, εφόσον και τότε έπρεπε να ανοικοδομηθούν οι οικονομίες και να επενεπιβεβαιωθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις εμπρός στην επαναστατική απειλή που αντιπροσώπευε το εργατικό κίνημα (ιδιαίτερα στην Ευρώπη). Αφετέρου δε, το κράτος ως παραγωγός ανέλαβε την παραγωγή αγαθών που είτε είχαν μεγάλες απαιτήσεις σε επενδύσεις και τα κέρδη από τέτοιες επενδύσεις ήταν αβέβαια μιας και χρειάζονταν πολύ μεγάλος χρόνος για τη πραγματοποίηση τους ή αφορούσαν κλάδους οι οποίοι θεωρήθηκαν στρατηγικής σημασίας για την οικονομία. Στην πρώτη περίπτωση το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν ήταν συνήθως πρόθυμο ή δεν μπορούσε να αναλάβει αυτές τις επενδύσεις και τους κινδύνους που τις συνόδευαν. Στην δεύτερη περίπτωση δεν ήταν λειτουργικό για την καπιταλιστική οικονομία ως σύνολο οι δραστηριότητες αυτές να οργανωθούν ιδιωτικά εξαιτίας του κινδύνου δημιουργίας μονοπωλιακών καταστάσεων. Τα αγαθά αυτά – ασχέτως εάν ήταν μερικώς ή πλήρως εμπορευματοποιημένα – λειτουργούσαν είτε σαν φθηνές ενδιάμεσες εισροές στις ιδιωτικές καπιταλιστικές διαδικασίες παραγωγής (συνεπώς υποστηρίζοντας την κερδοφορία των τελευταίων) είτε κάλυπταν πλευρές της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης (και, κατά συνέπεια, αφαιρώντας την πίεση μισθολογικών διεκδικήσεων από τα ιδιωτικά κεφάλαια). Τέλος, επειδή η εργατική τάξη εμφανίσθηκε ενισχυμένη μετά τον πόλεμο, ο δημόσιος τομέας διευκόλυνε την ενσωμάτωση της στο σύστημα, εφόσον λειτουργούσε συνήθως με μικρότερα του μέσου ποσοστά εκμετάλλευσης και κερδοφορίας  (αντανακλώμενα στις καλύτερες συνθήκες εργασίας, ασφαλή απασχόληση κλπ.). Αυτό οδήγησε στην αύξηση των μη-παραγωγικών δαπανών που διασφάλιζαν την αναπαραγωγή του συστήματος. Η μεταπολεμική «χρυσή εποχή» βασίσθηκε ακριβώς σε αυτές τις σχέσεις, αποδεικνύοντας ότι η κρατική οικονομική δραστηριότητα δεν αντιφάσκει με την ιδιωτική καπιταλιστική επιτυχία.

Η κρίση που ξέσπασε στη δεκαετία του 1970 σηματοδότησε το τέλος αυτής της εποχής. Η αφθονία συσσωρευμένου κεφαλαίου που δεν μπορεί να βρει κερδοφόρες διεξόδους και η ήττα του εργατικού κινήματος δημιούργησε τόσο την πίεση όσο και τις συνθήκες για την ιδιωτικοποίηση των κρατικών δραστηριοτήτων. Πρώτον, η ύπαρξη πολλών ιδιωτικών μεγάλων κεφαλαίων που αναζητούν για επικερδείς επενδύσεις αφαίρεσε τον κίνδυνο μονοπωλιακών καταστάσεων, τουλάχιστον στους στρατηγικούς τομείς μιας χώρας. Δεύτερο, η ήττα της εργατικής τάξης έκανε την αγορά εργασίας πιο “ευέλικτη” και επέτρεψε την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων ακόμη και στις δημόσιες επιχειρήσεις. Τέλος, πολλά αγαθά που τα παρήγαγαν δημόσιες επιχειρήσεις και τα παρείχαν είτε δωρεάν είτε σε πολύ χαμηλές (μη-ανταγωνιστικές αγοραίες) τιμές σήμερα εμπορευματοποιούνται πλήρως (δηλαδή πρέπει να πωλούνται στην αγορά αντί να επιδοτούνται). Για όλους αυτούς τους λόγους οι περιοχές που πριν θεωρούνταν αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους τώρα οφείλουν να είναι διαθέσιμοι στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η τάση προς είτε την ανοιχτή ιδιωτικοποίηση είτε την υιοθέτηση αυστηρά ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων στη διοίκηση των δημοσίων επιχειρήσεων έχει τον ίδιο στόχο: την άμεση και έμμεση αύξηση της κερδοφορίας και της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Συγκεφαλαιώνοντας, είναι αναγκαίο σήμερα για να αντιμετωπισθεί η νέο-φιλελεύθερη πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων να αναπτυχθεί μία θεωρητική ανάλυση που να ερμηνεύει καλύτερα τις αλλαγές που έλαβαν χώρα στην σύγχρονη πραγματικότητα και ταυτόχρονα να αποκαλύπτει τις θεωρητικές και εμπειρικές αδυναμίες της πρώτης. Το άρθρο αυτό του Ben Fine  αποτελεί αναμφίβολα μία συμβολή προς την κατεύθυνση αυτή.

REFERENCES

Fine B. – Harris L. (1979), Rereading Capital, Routledge

Fine B. – Harris L. (1985), The peculiarities of the British Economy, Lawrence &

Wishart

Fine B. (1989), ‘Denationalisation’ in Green F. (1989), The restructuring of the UK

economy, Harvester Wheatsheaf

Fine B. (1990), ‘Scaling the commanding heights of public enterprise economics’,

Cambridge Journal of Economics no.14 no.2

Moseley F. (1990), ‘The Decline of the Rate of Profit in the Post-war U.S. Economy

Alternative Marxian Explanation’, Review of Radical Political Economics vol.2 no.2-3

Shaikh A. And Tonak A. (1994), Measuring the Wealth of Nations:The Political

Economy of National Accounts, New York: Cambridge University Press.

Weeks J. (1981), Capital and Exploitation, Princeton: Princeton University Press.


[1] Η πορεία προς τη καινούργια σύνθεση διερευνάται διεξοδικά στον Fine (1990).

[2] Το επιχείρημα αυτό βασίζεται στη διάκριση τριών διαφορετικών περιόδων των εθνικοποιήσεων στη Βρετανία. Η πρώτη (μεσοπόλεμος) και η δεύτερη μεταπολεμική φάση των εθνικοποιήσεων στόχευαν στην παλινόρθωση των υποχορούντων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αντίθετα, το τρίτο κύμα (μετά το 1967) στόχευε απλά στην παλινόρθωση της κερδοφορίας.

[3] Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά το πεδίο αυτό. Οι αλλαγές στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού μπορούν να μελετηθούν είτε μέσα στα πλαίσια μίας θεωρίας που διακρίνει περιόδους-στάδια είτε μέσα από μία θεωρία των μακρών κυμάτων που όμως δεν αναγνωρίζει διαφορετικά ιστορικά στάδια.

Σταύρος  Μαυρουδέας και Λευτέρης Τσουλφίδης

Βλάχου Α. (επ.) «Σύγχρονη Οικονομική Θεωρία: Ριζοσπαστικές Κριτικές του Νεοφιλελευθερισμού», Τυπωθήτω

Το ζήτημα για την έκταση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία είναι τόσο παλιό όσο και η οικονομική θεωρία. Μέχρι την περίοδο της μεγάλης κρίσης του 1930 επικρατούσε η άποψη ότι οι κρατικές λειτουργίες θα πρέπει να περιορίζονται στις ελάχιστα αναγκαίες λειτουργίες όπως αρχικά οριοθετήθηκαν από τον Adam Smith, ότι δηλαδή το κράτος θα πρέπει να φροντίζει για την απονομή της δικαιοσύνης, την προσφορά χρήματος και την προστασία της οικονομίας από εσωτερικές και εξωτερικές επιβουλές κλπ. Στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του 1930 η ανάδυση του κεϋνσιανισμού που εφοδιασμένος με την έννοια της ενεργού ζήτησης προσέφερε το αναγκαίο θεωρητικό πλαίσιο για εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στην λειτουργία της οικονομίας. Η καινούργια αιτιολόγηση που προβλήθηκε δε βασίστηκε σε ανθρωπιστικούς λόγους (όπως π.χ. η δημιουργία δημόσιων έργων για την απασχόληση των ανέργων, τα κοινά συσσίτια και η στέγαση των φτωχών) αλλά από την αναγκαιότητα της αύξησης της ενεργούς ζήτησης, προκειμένου η οικονομία να ξεπεράσει την κρίση. Έτσι λοιπόν ο ρόλος της κυβέρνησης επεκτάθηκε και πέρα από τις συνηθισμένες της λειτουργίες (δηλαδή, της απονομής δικαιοσύνης, αστυνομικής προστασίας, δημόσιας άμυνας και της προσφοράς χρήματος) συμπεριέλαβε και παραγωγικές δραστηριότητες. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες (το έτος 1973 θεωρείται γενικά έτος καμπής) οι κυριαρχούσες απόψεις έχουν μεταβληθεί ραγδαία. Ο κεϋνσιανισμός στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τέθηκε υπό αμφισβήτηση και τώρα απλά φαίνεται να έχει μεταβληθεί σε ένα συνηθισμένο κεφάλαιο των εγχειριδίων ιστορίας οικονομικής σκέψης. Η κρατική παρέμβαση δε θεωρείται πλέον σαν ένας τρόπος θεραπείας των δυσλειτουργιών της οικονομίας αλλά μάλλον πρόκειται για την ίδια την αιτία της κρίσης. Με αυτήν την έννοια συχνά οι ιδιωτικοποιήσεις θεωρούνται ως πανάκεια που θα λύσει τα χρόνια προβλήματα του δημόσιου ελλείμματος, του δημοσίου χρέους, όπως επίσης του πληθωρισμού λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας και της συνακόλουθης μείωσης του κόστους παραγωγής. Επομένως υποστηρίζεται ότι σε μια οικονομία που θα αναπτύσσεται απαλλαγμένη από τους χαμηλής παραγωγικότητας και υψηλού κόστους λειτουργίας κρατικές οικονομικές δραστηριότητες ακόμη και αυτό το πρόβλημα της ανεργίας μπορεί να βρει την καλύτερη δυνατή λύση. Η συνταγή είναι απλή και εύκολη η εκλαϊκευση της: όλα συνοψίζονται στη μεταβολή της ιδιοκτησιακής μορφής και τα προβλήματα που σημαδεύουν τις οικονομίες των περισσοτέρων χωρών αργά ή γρήγορα θα εξαφανιστούν.

Το άρθρο του Ben Fine θέτει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των επιχειρημάτων που τάσσονται αναφανδόν υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων εξετάζοντας τόσο τα θεωρητικά όσο και τα εμπειρικά ζητήματα που αφορούν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων. Αντί λοιπόν να προσεγγίζει το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων σαν ένα απλό πολιτικό και ιδεολογικό στοιχείο, προσπαθεί να ανιχνεύσει μια πιο κατάλληλη και ταυτόχρονα πιο ρεαλιστική σκοπιά. Η ανάδυση της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων και των θεωρητικών λογικών που τις συνοδεύουν πρέπει να αναζητηθούν στη μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες η συσσώρευση κεφαλαίου λαμβάνει χώρα. Ο Fine υποστηρίζει ότι αυτή η ραγδαία μεταβολή στις συνθήκες έχουν προέλθει από τρεις κύριες μεταβολές: Πρώτον, η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου στη σφαίρα της παραγωγής έχει χαρακτηριστεί αφενός μεν από τη διεθνοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στην οποία οι κρατικές επιχειρήσεις έχουν πρόβλημα ν’ ανταποκριθούν με επιτυχία, διότι οι δραστηριότητές τους περιορίζονται στην εσωτερική αγορά και μόνο. Αφετέρου, εισαγωγή καινούργιων τεχνολογιών οι οποίες, μεταβάλλοντας τα σύνορα μεταξύ των τομέων της οικονομίας, επηρέασαν την διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Δεύτερον, η διεθνοποίηση και οι καινούργιες τεχνολογίες έχουν μία ειδική επίπτωση πάνω στο χρηματο-οικονομικό κεφάλαιο δημιουργόντας μία μεγάλη μάζα “αδρανούς κεφαλαίου”, δηλαδή ρευστότητας που επιδιώκει να βρει επενδυτικές διεξόδους. Τρίτο, ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης είναι η λεγόμενη ευελιξία της αγοράς εργασίας και οι ιδιωτικοποιήσεις  συνέβαλαν σημαντικά προς αυτήν τη κατεύθυνση.

Ο Fine επιχειρεί μια κριτική αποτίμηση των ορθόδοξων προσεγγίσεων προς τις ιδιωτικοποιήσεις και υποδεικνύει τις αδυναμίες τους. Υποστηρίζει ότι στην ορθόδοξη θεωρία υπάρχει μια μετατόπιση από τα «παλαιού τύπου» κεϋνσιανά οικονομικά του δημοσίου τομέα (που βασίζονται πάνω στην έννοια του αποτυχίας της αγοράς) προς τη νέα σύνθεση[1]. Η νέα σύνθεση αντλεί από τρία διακριτά ρεύματα οικονομικής σκέψης: την «νέα πολιτική οικονομία», το νέο-κλασικό νέο θεσμισμό, και τη νέο-Αυστριακή σχολή. Το πρώτο ρεύμα αναλύει την οικονομική δραστηριότητα του κράτους με βάση την έννοια της αναζήτησης προσόδου (rent-seeking). Ο νέο-κλασικός νέος θεσμισμός μελετά τη σχέση μεταξύ αγοραίων και μη αγοραίων θεσμών και βασίζεται στην έννοια του κόστους των συναλλαγών. Τέλος η νεο-αυστρική σχολή κρατά αποστάσεις από την ανάλυση ισορροπίας και τα τυπικά μαθηματικά υποδείγματα των δυο προηγουμένων προσεγγίσεων και ενδιαφέρεται πρωτίστως για την δυναμική της οικονομίας της αγοράς σ’ έναν αβέβαιο και μεταβαλλόμενο κόσμο. Το “πάντρεμα” μεταξύ αυτών των τριών προσεγγίσεων είναι σχετικά δύσκολο λόγω των σημαντικών διαφορών που υπάρχουν μεταξύ τους. Ωστόσο υπάρχει μια κοινή βάση που αποτελείται από τρία σημεία. Το πρώτο είναι η έννοια της ποσοτικής θεωρίας του ανταγωνισμού (Weeks, 1981), ότι δηλαδή υπάρχει η κοινή πεποίθηση ότι το κύριο και αποφασιστικό μέρος της οικονομίας θα πρέπει να αφεθεί στις δυνάμεις της αγοράς και ο μόνος ρόλος που εναπομένει στο κράτος είναι απλά η επίβλεψη της κανονικής και απρόσκοπτης λειτουργίας του ανταγωνισμού. Αυτή η πεποίθηση σημειώνει ο Fine επαληθεύεται μόνο κάτω από υπερβολικά αυστηρές συνθήκες. Το δεύτερο κοινό σημείο είναι η αλλαγή σε αυτό που αποτελεί την βιομηχανική οικονομική, με την παραμέληση των άτυπων και των θεσμικών στοιχείων και την προσήλωσή της σε μαθηματικοποιημένα υποδείγματα γενικής ισορροπίας και θεωρίας παιγνίων. Η νέα βιομηχανική οικονομική που χρησιμοποιείται από την καινούργια σύνθεση έχει περιορίσει τον αριθμό των ερμηνευτικών μεταβλητών σε αυτές που μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν σε μαθηματικά υποδείγματα. Το τελικό κοινό σημείο αυτών των προσεγγίσεων είναι ο συνακόλουθος επανακαθορισμός της βιομηχανικής πολιτικής η οποία περιορίζεται στον ανταγωνισμό, στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις του κράτους και στο ιδιοκτησιακό καθεστώς (σε βάρος αυτών των τομέων που παραδοσιακά θεωρούνται οι πλέον σημαντικοί, όπως της έρευνας και τεχνολογίας, ειδικοτήτων, υποδομής και κάθετης ολοκλήρωσης κλπ.).

Ο Fine διατυπώνει μια σειρά από ισχυρά επιχειρήματα ενάντια στη νέα σύνθεση. Δύο απ’ αυτά τα θεωρούμε ως τα πλέον σημαντικά. Πρώτο, η νέα σύνθεση αποτυγχάνει να συμπεριλάβει στην ανάλυσή της τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Η παράληψη αυτή εκδηλώνεται με τον πιο προφανή τρόπο στο πως πραγματεύονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Η δεύτερη κριτική είναι ότι η νέα σύνθεση είναι ουσιαστικά μικρο-οικονομική και μερική στον αναλυτικό της ορίζοντα. Επομένως, αποτυγχάνει να συμπεριλάβει το μακροοικονομικό περιβάλλον που είναι τόσο σημαντικό στις διαδραματιζόμενες εξελίξεις. Οι αδυναμίες αυτές εκφράζονται σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση της υποκατάστασης μιας ενεργού και λεπτομερειακής βιομηχανικής πολιτικής με την απλή ρυθμιστική κρατική παρέμβαση.

Το τελευταίο μέρος του άρθρου αντλεί μαθήματα από την εμπειρία των ιδιωτικοποιήσεων που έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο  Fine αμφισβητεί πειστικά δημοφιλείς έννοιες, όπως ο Θατσερικός λαϊκός καπιταλισμός, η δημοκρατία των μικρομετόχων, όπως επίσης και τις ευρέως διαδεδομένες, αλλά αμφίβολης εγκυρότητας, απόψεις  ότι δηλαδή η ιδιωτική παροχή των αγαθών και υπηρεσιών είναι πιο αποδοτική από ότι η δημόσια. Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα που αντλεί ο Fine από αυτήν την κριτική του είναι ότι αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη ιδεολογία και τις νεοφιλελεύθερες ερμηνείες, η ιδιωτικοποίηση δε συνεπάγεται ότι το κράτος παύει να συμμετέχει ενεργά στην οικονομία αλλά ότι αναλαμβάνει ένα διαφορετικό ρόλο. Σε μια προηγούμενη μελέτη ο Fine (1989, σελ. 238)  υποστήριξε ότι η “η ιδιωτικοποίηση καθ’ αυτή δεν παριστάνει μια ρήξη με το παρελθόν και ότι στο επίπεδο της δημιουργίας βιομηχανικής πολιτικής (industrial policy-making) παρουσιάζει συνέχειες με ότι έχει συμβεί στο παρελθόν και φέρνει σε πέρας την επανεμπορευματοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων στα τελευταία σαράντα χρόνια”.

Η γενική προσέγγιση που προτείνεται από τον Fine (δηλαδή μία υλιστική προσέγγιση βασιζόμενη στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης) είναι πέραν κάθε αμφισβήτησης. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται να λείπει είναι μια καθαρή και λογικά συνεκτική εναλλακτική προσέγγιση. Θεωρούμε ότι το ουσιαστικό στοιχείο, στο πεδίο της αλλαγής των συνθηκών καπιταλιστικής συσσώρευσης, είναι η κρίση που ξέσπασε στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η κρίση αυτή – μια κρίση υπερσυσσώρευσης που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους (Moseley, 1990, Shaikh και Tonak, 1994) – σημάδεψε το τέλος της προηγούμενης εποχής της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την αρχή της αναζήτησης μίας καινούργιας εποχής. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση εκφράζει την ευριστική προσπάθεια παλινόρθωσης της κερδοφορίας και, συνεπώς, την ομαλή συνέχισης της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί – όπως σωστά οι Fine και Harris (1979), στο κεφάλαιο περί περιοδολόγησης, υποστηρίζουν – μία μεταβολή στις μορφές της απόσπασης (απόλυτης και σχετικής) υπεραξίας και των συνακόλουθων τρόπων κοινωνικοποίησης της παραγωγής. Η καινούργια εποχή χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια αύξησης τόσο της απόλυτης όσο και της σχετικής υπεραξίας. Ενώ η απόσπαση σχετικής υπεραξίας εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχος στόχος των καπιταλιστών, ταυτόχρονα όμως έχουμε την ανάδυση καινούργιων τεχνικών και μεθόδων οργάνωσης της εργασίας που οδηγούν στην αύξηση της απόλυτης υπεραξίας. Αυτή είναι μία αισθητή διαφορά από την προηγούμενη εποχή που άρχισε με την κρίση του 1930, όπου το μέσο για το ξεπέρασμα της κρίσης ήταν κυρίως η αύξηση της σχετικής υπεραξίας. Οι εξελίξεις αυτές θεμελιώνονται σε αλλαγές στην (σχετικά κυρίαρχη) σφαίρα της παραγωγής, μέσω της αναδιοργάνωσης της διαδικασίας εργασίας στην βάση της ευλύγιστης εργασίας, η οποία προωθείται δια της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών. Αντανακλώνται Δε και στην σφαίρα της διανομής μέσω ριζικών αλλαγών τόσο στους καθοριστικού παράγοντες – και στις μορφές κάλυψης – της αξίας της εργασιακής δύναμης όσο και στις μορφές διανομής της υπεραξίας μεταξύ των διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου. Και, τέλος αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, αντανακλώνται στην μορφή κοινωνικοιποίησης της παραγωγής. Εκεί τα σύνορα μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου καθώς και ο ρόλος του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη – και ιδιαίτερα των οικονομικών δραστηριοτήτων του – αλλάζει επίσης.

Θεωρούμε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να ειδωθούν μέσα σ’ αυτά τα θεωρητικά πλαίσια. Η διεθνοποίηση της παραγωγής καθώς και η υπεραφθονία αδρανούς χρηματο-οικονομικού κεφαλαίου είναι παραπροϊόντα αυτών των θεμελιωδών μεταβολών. Η έλλειψη αυτού του συνδετικού κρίκου στην ανάλυση της πορείας της καπιταλιστικής συσσώρευσης από τον Fine συνοδεύεται από μία αξιοπρόσεκτη απουσία γενικής θεωρίας του καπιταλιστικού κράτους και των οικονομικών δραστηριοτήτων του. Μια τέτοια θεωρία είχε προταθεί από τους Fine και Harris (1979) αλλά φαίνεται να έχει αντικατασταθεί σε επόμενες μελέτες από μία πιο σχετικοποιημένη ιστορική οπτική. Παραδείγματος χάριν, οι Fine και Harris (1985, σελ.150) υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατο να εξαχθεί μια γενική θεωρία των εθνικοποιημένων βιομηχανιών[2]. Ομοια, στο παρόν άρθρο ο Fine (σ.11) ισχυρίζεται ότι είναι λάθος να αναζητηθεί μία γενική θεωρία περί ιδιωτικοποιήσεων, εφόσον κάθε τομέας της οικονομίας και κάθε χώρα έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Fine έχει δίκιο στην νέο-κλασική προσέγγιση στο επίπεδο αυτό. Η νέο-κλασική προσέγγιση, και ιδιαίτερα η νέα σύνθεση, είναι υπερβολικά σχηματική και βασισμένη σε μη-ρεαλιστικές αφαιρέσεις. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσει γενική θεωρία, αν και αυτό δεν την εμποδίζει από το να λειτουργεί ως γενική ιδεολογία. Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει μία εναλλακτική προσέγγιση με βάση την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η οποία να ξεκινά από το πιο αφηρημένο και γενικό επίπεδο και ακολούθως, σε χαμηλότερα επίπεδα αφαίρεσης, να ενσωματώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τπμέα και κάθε οικονομίας. Μία τέτοια προσέγγιση πρέπει να ξεκινά με μία θεωρία της αλλαγής φάσεων (περιοδολόγηση) του καπιταλισμού[3] σε συνδυασμό με μία γενική θεωρία του καπιταλιστικού κράτους. Μία τέτοια προσέγγιση μπορεί να αναλύσει τόσο την ουσία των ιδιωτικοποιήσεων όσο και να απαντήσει στο θεμελιακό ερώτημα της γενεσιουργού αιτίας τους (δηλαδή γιατί είναι σήμερα αναγκαίο για το καπιταλιστικό σύστημα να καταφύγει στις ιδιωτικοποιήσεις).

Το κράτος, ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης, έπαιξε έναν κρίσιμο ρόλο στη μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο. Αφενός σχεδίασε την ανοικοδόμηση των οικονομιών και την παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων. Ο ρόλος του στην μεσο-πολεμική περίοδο είναι επίσης περίπου ο ίδιος, εφόσον και τότε έπρεπε να ανοικοδομηθούν οι οικονομίες και να επενεπιβεβαιωθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις εμπρός στην επαναστατική απειλή που αντιπροσώπευε το εργατικό κίνημα (ιδιαίτερα στην Ευρώπη). Αφετέρου δε, το κράτος ως παραγωγός ανέλαβε την παραγωγή αγαθών που είτε είχαν μεγάλες απαιτήσεις σε επενδύσεις και τα κέρδη από τέτοιες επενδύσεις ήταν αβέβαια μιας και χρειάζονταν πολύ μεγάλος χρόνος για τη πραγματοποίηση τους ή αφορούσαν κλάδους οι οποίοι θεωρήθηκαν στρατηγικής σημασίας για την οικονομία. Στην πρώτη περίπτωση το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν ήταν συνήθως πρόθυμο ή δεν μπορούσε να αναλάβει αυτές τις επενδύσεις και τους κινδύνους που τις συνόδευαν. Στην δεύτερη περίπτωση δεν ήταν λειτουργικό για την καπιταλιστική οικονομία ως σύνολο οι δραστηριότητες αυτές να οργανωθούν ιδιωτικά εξαιτίας του κινδύνου δημιουργίας μονοπωλιακών καταστάσεων. Τα αγαθά αυτά – ασχέτως εάν ήταν μερικώς ή πλήρως εμπορευματοποιημένα – λειτουργούσαν είτε σαν φθηνές ενδιάμεσες εισροές στις ιδιωτικές καπιταλιστικές διαδικασίες παραγωγής (συνεπώς υποστηρίζοντας την κερδοφορία των τελευταίων) είτε κάλυπταν πλευρές της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης (και, κατά συνέπεια, αφαιρώντας την πίεση μισθολογικών διεκδικήσεων από τα ιδιωτικά κεφάλαια). Τέλος, επειδή η εργατική τάξη εμφανίσθηκε ενισχυμένη μετά τον πόλεμο, ο δημόσιος τομέας διευκόλυνε την ενσωμάτωση της στο σύστημα, εφόσον λειτουργούσε συνήθως με μικρότερα του μέσου ποσοστά εκμετάλλευσης και κερδοφορίας  (αντανακλώμενα στις καλύτερες συνθήκες εργασίας, ασφαλή απασχόληση κλπ.). Αυτό οδήγησε στην αύξηση των μη-παραγωγικών δαπανών που διασφάλιζαν την αναπαραγωγή του συστήματος. Η μεταπολεμική «χρυσή εποχή» βασίσθηκε ακριβώς σε αυτές τις σχέσεις, αποδεικνύοντας ότι η κρατική οικονομική δραστηριότητα δεν αντιφάσκει με την ιδιωτική καπιταλιστική επιτυχία.

Η κρίση που ξέσπασε στη δεκαετία του 1970 σηματοδότησε το τέλος αυτής της εποχής. Η αφθονία συσσωρευμένου κεφαλαίου που δεν μπορεί να βρει κερδοφόρες διεξόδους και η ήττα του εργατικού κινήματος δημιούργησε τόσο την πίεση όσο και τις συνθήκες για την ιδιωτικοποίηση των κρατικών δραστηριοτήτων. Πρώτον, η ύπαρξη πολλών ιδιωτικών μεγάλων κεφαλαίων που αναζητούν για επικερδείς επενδύσεις αφαίρεσε τον κίνδυνο μονοπωλιακών καταστάσεων, τουλάχιστον στους στρατηγικούς τομείς μιας χώρας. Δεύτερο, η ήττα της εργατικής τάξης έκανε την αγορά εργασίας πιο “ευέλικτη” και επέτρεψε την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων ακόμη και στις δημόσιες επιχειρήσεις. Τέλος, πολλά αγαθά που τα παρήγαγαν δημόσιες επιχειρήσεις και τα παρείχαν είτε δωρεάν είτε σε πολύ χαμηλές (μη-ανταγωνιστικές αγοραίες) τιμές σήμερα εμπορευματοποιούνται πλήρως (δηλαδή πρέπει να πωλούνται στην αγορά αντί να επιδοτούνται). Για όλους αυτούς τους λόγους οι περιοχές που πριν θεωρούνταν αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους τώρα οφείλουν να είναι διαθέσιμοι στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η τάση προς είτε την ανοιχτή ιδιωτικοποίηση είτε την υιοθέτηση αυστηρά ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων στη διοίκηση των δημοσίων επιχειρήσεων έχει τον ίδιο στόχο: την άμεση και έμμεση αύξηση της κερδοφορίας και της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Συγκεφαλαιώνοντας, είναι αναγκαίο σήμερα για να αντιμετωπισθεί η νέο-φιλελεύθερη πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων να αναπτυχθεί μία θεωρητική ανάλυση που να ερμηνεύει καλύτερα τις αλλαγές που έλαβαν χώρα στην σύγχρονη πραγματικότητα και ταυτόχρονα να αποκαλύπτει τις θεωρητικές και εμπειρικές αδυναμίες της πρώτης. Το άρθρο αυτό του Ben Fine  αποτελεί αναμφίβολα μία συμβολή προς την κατεύθυνση αυτή.

REFERENCES

Fine B. – Harris L. (1979), Rereading Capital, Routledge

Fine B. – Harris L. (1985), The peculiarities of the British Economy, Lawrence &

Wishart

Fine B. (1989), ‘Denationalisation’ in Green F. (1989), The restructuring of the UK

economy, Harvester Wheatsheaf

Fine B. (1990), ‘Scaling the commanding heights of public enterprise economics’,

Cambridge Journal of Economics no.14 no.2

Moseley F. (1990), ‘The Decline of the Rate of Profit in the Post-war U.S. Economy

Alternative Marxian Explanation’, Review of Radical Political Economics vol.2 no.2-3

Shaikh A. And Tonak A. (1994), Measuring the Wealth of Nations:The Political

Economy of National Accounts, New York: Cambridge University Press.

Weeks J. (1981), Capital and Exploitation, Princeton: Princeton University Press.


[1] Η πορεία προς τη καινούργια σύνθεση διερευνάται διεξοδικά στον Fine (1990).

[2] Το επιχείρημα αυτό βασίζεται στη διάκριση τριών διαφορετικών περιόδων των εθνικοποιήσεων στη Βρετανία. Η πρώτη (μεσοπόλεμος) και η δεύτερη μεταπολεμική φάση των εθνικοποιήσεων στόχευαν στην παλινόρθωση των υποχωρούντων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αντίθετα, το τρίτο κύμα (μετά το 1967) στόχευε απλά στην παλινόρθωση της κερδοφορίας.

[3] Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά το πεδίο αυτό. Οι αλλαγές στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού μπορούν να μελετηθούν είτε μέσα στα πλαίσια μίας θεωρίας που διακρίνει περιόδους-στάδια είτε μέσα από μία θεωρία των μακρών κυμάτων που όμως δεν αναγνωρίζει διαφορετικά ιστορικά στάδια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s