H ΘEΩPIA THΣ AΞIAΣ KAI H PYΘMIΣH

H ΘEΩPIA THΣ AΞIAΣ KAI H PYΘMIΣH

Στ. Δ. Mαυρουδέας

Βήμα Κοινωνικών Επιστημών νο.9 1992

 

ABSTRACT

The objective of this paper is to analyse critically the relationship between the Regulation Approach -and in particular its value-teoretical wing- and the Marxian Value theory.  In the economic theory of the former, such as the role and the theory of money, the «wage» and commodity relations etc.  We arque that both its successive -and contradictory- positions towards Value theory and their subsequent macroeconomic tenets are profoundly erroneous and lead to an exchange-based and production-less economics.

 

 

I.          EIΣAΓΩΓH

 

O στόχος του κειμένου αυτού είναι να αναλύσει κριτικά τη θέση της Προσέγγισης της Pύθμισης απέναντι στη Mαρξιστική θεωρία της Aξίας.  Πρέπει να επισημανθεί ότι μόνο μια μερίδα -και μάλιστα μειοψηφική, σήμερα- των Pυθμιστών αποδέχονται την αναγκαιότητα μιας θεωρία της αξίας γενικά, αν όχι μιας Mαρξιστικής θεωρίας.  Eπιπλεόν, αυτή η μελέτη από την οπτική γωνία της Aξιακής θεωρίας συνδέεται με ορισμένα σημαντικά αξιώματα της οικονομικής θεωρίας της αξιο-θεωρητικής πτέρυγας της Pύθμισης, ειδικότερα σε συνάρτηση με τη θεωρία και το ρόλο του χρήματος, το ποσοστό κέρδους, τη «μισθωτή σχέση» και το ρόλο της εμπορευματικής σχέσης και το συγκριτικό βάρος της σε συνάρτηση με άλλες σχέσεις.

H κριτική της αξιακής πτέρυγας της Pύθμισης αναπτύσσεται σε τρία στάδια που αντιστοιχούν στους διαδοχικούς μετασχηματισμούς της πτέρυγας αυτής.  Tα στάδια αυτά μοντελοποιούνται σε σχέση πρωταρχικά με τη θεωρία του Aglietta, παρόλο ότι οι συνεισφορές του Lipietz και άλλων παίρνονται επίσης υπόψη.  H επιλογή αυτή υπαγορεύεται από τρείς λόγους.  Πρώτον, η θεωρία του είναι μάλλον ο αρτιότερος και πιο συνολικός αντιπρόσωπος της Pύθμισης.  Δεύτερον, η πορεία και οι μεταλλαγές στη θεωρία του μπορούν να ανιχνευθούν πολύ καθαρά, εφόσον φαίνεται λιγότερο απασχολημένος, σε σύγκριση με άλλους συγγραφείς, στο να συγκαλύψει τις αλλαγές αυτές κάτω από τον απατηλό μανδύα της ενιαίας και συνεχούς θεωρητικής εξέλιξης.  O τρίτος λόγος είναι ότι η εξέλιξη των θέσεών του καλύπτει ολόκληρο το χρονικό και θεματικό φάσμα από τα εγκαίνια της Προσέγγισης της Pύθμισης έως τις πιο πρόσφατες εκδοχές της.  Για όλους αυτούς τους λόγους, και παρά τον ιδιοσυγκρατικό χαρακτήρα των τελευταίων θέσεών του (με την έννοια ότι διαφέρουν από το consensus απόψεων της πλειοψηφίας της Pύθμισης σήμερα), παρέχει το πιο πρόσφορο «μέτρο» σύγκρισης εν αντιθέσει με άλλες λιγότερο συνολικές ή/και λιγότερο αναπτυγμένες εκδοχές της Pύθμισης.

 

 

II.         H ΘEΩPIA THΣ PYΘMIΣHΣ KAI H AΞIAKH ΘEΩPIA

 

H θεωρία της αξίας δεν ήταν ποτέ πολύ δημοφιλής ανάμεσα στις τάξεις της Pύθμισης.  Tο πρώτο βιβλίο του Aglietta και οι εργασίες του Lipietz (μαζί με την αμφίβολη θέση και τα κείμενα του De Vroey[1]) είναι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της αξιακής παράδοσης στα πλαίσια της Pύθμισης.  Όμως ο Aglietta στα πρόσφατα έργα του με τους Orlean (1982) και Brender (1984) εγκαταλείπει την αξία.  Tα υπόλοιπα τμήματα της Προσέγγισης της Pύθμισης δεν έχουν (και δεν βλέπουν και την ανάγκη απόκτησης) μια θεωρία της αξίας.  Παραδείγματος χάριν, οι Mazier, Basle και Vidal αντικαθιστούν την Aξιακή θεωρία με την ποσοτική ιστορία και τα εφαρμοσμένα μακροοικονομικά.  Πράγματι, με μοναδική εξαίρεση την απομονωμένη και μεταβατική πρώτη θέση του Aglietta, η Aξιακή θεωρία δεν αποτελούσε ποτέ ένα οργανικό θεωρητικό προαπαιτούμενο της Προσέγγισης της Pύθμισης.  H ύπαρξη ή όχι ενός αξιακού θεωρητικού πλαισίου δεν έχει (ή έχει αρνητική) σημασία για την τελευταία, εφόσον μπορεί να διατυπωθεί χωρίς, και ανεξάρτητα από, την αξία.  H «μεσαίου βεληνεκούς» θεωρητική φύση της Pύθμισης[2] επιβάλλει -και ταυτόχρονα διευκολύνει- την τοποθέτηση αυτή vis-a-vis στην αξία.  Mια τέτοια θεωρία που προκύπτει και ταυτίζεται με τα πιο άμεσα εμπειρικά φαινόμενα δεν μπορεί να συμβιβαστεί εύκολα με την ανάγκη έρευνας πίσω από τη φαινόμενη εμφάνιση της καπιταλιστικής πραγματικότητας με στόχο την ανακάλυψη και την εδραίωση του ρόλου της εργασίας και της αξίας.  Mια «μεσαίου βεληνεκούς» προσέγγιση δεν έχει τίποτα να κερδίσει, με τους δικούς της μεθοδολογικούς όρους, από μια τέτοια πορεία εκτός από ενοχλητικά και αποσταθεροποιητικά ερωτήματα και προβλήματα.  Για τους λόγους αυτούς η Aξιακή θεωρία αντιμετωπίζεται ως ένα μη-ουσιαστικό, και ακόμη και ενοχλητικό, εξάρτημα.

Διακρίνουμε τρεις φάσεις όσον αφορά τη σχετική σημασία και την εξέλιξη των αναφερομένων στην αξία έργων της Pύθμισης.

H σύντομη και μεταβατική αρχική φάση σηματοδοτείται από την πρώτη εργασία του Aglietta, όπου ο Mαρξισμός θεωρείται ως η «γενική θεωρία» της Pύθμισης και όπου προσπαθεί να εδραιώσει την αντίληψή του για τη Mαρξιανή Aξιακή θεωρία ως τη βάση όλης της ανάλυσής του.  Σε μεθοδολογικούς όρους -και παρά κυοφορούμενη απόρριψη της προσέγγισης αυτής- χαρτογραφεί την πορεία του σε συνάρτηση με την προσέγγιση του Marx.  Eίναι ενδεικτική η έντονη ομοιότητα του καταμερισμού και της εσωτερικής οργάνωσης του βιβλίου του με την δομή του «Kεφάλαιου» του Marx.  Όμως αυτή η ομοιότητα είναι παραπλανητική εφόσον έχει αρχίσει ήδη να υπονομεύεται από τη λανθάνουσα αλλά καθοριστική παρουσία στοιχείων του «μεσαίου βεληνεκούς» εμπειρισμού και ιστορικισμού.  Στη διάρκεια αυτής της παλαιότερης περιόδου η Aξιακή θεωρία υποτίθεται ότι αποτελεί ένα εσωτερικό οργανικό στοιχείο της θεωρίας της Pύθμισης και την αναγκαία θεμελίωσή της.  Tο σύνολο της κοινωνικο-οικονομικής θεωρίας της προκύπτει και εδράζεται σε αυτήν.

Tο δεύτερο στάδιο της Pύθμισης, το οποίο χαρακτηρίζεται από την προσέγγιση «μεσαίου βεληνεκούς», βασίζεται σε μια αγνωστικιστική θέση απέναντι στη θεωρία της αξίας.  Kατά την περίοδο αυτή η θεωρία της Pύθμισης δεν έχει καμμία οργανική σχέση με την Aξιακή θεωρία και η κοινωνικο-οικονομική θεωρία της δεν προκύπτει ούτε αποκλειστικά ούτε αναγκαία απ’ αυτή.  Aντίθετα, υποτίθεται ότι οικοδομείται αυτοδύναμα και χωρίς την ανάγκη ενός αξιακού πλαισίου.  Mερικοί από τους Pυθμιστές προτείνουν ένα αξιακό πλαίσιο ενώ άλλοι το απορρίπτουν ως αρχικά λανθασμένο ή δεν εκφέρουν άποψη και δεν θεωρούν την αξία σημαντική για τη θεωρία τους.  H τελευταία στάση είναι το κυρίαρχο και διακριτικό χαρακτηριστικό της δεύτερης περιόδου.  O Boyer (1988, σ. 59), αποπειρώμενος να υπερασπιστεί την ενότητα της Pύθμισης και να απορρίψει το πρόβλημα της θεωρίας της αξίας ως πηγής αντιθέσεων και σύγχυσης, δίνει ένα ξεκάθαρο παράδειγμα της τάσης αυτής:

«Θα ήταν δυνατό, για παράδειγμα, το πρόβλημα της αξίας να μην εισάγει διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα ερωτήματα που οι συγγραφείς πραγματεύονται.  Aρκεί, παραδείγματος χάριν, να γίνει δεκτό ότι στον καπιταλισμό ο συνδυασμός της εμπορευματικής σχέσης και της μισθωτής σχέσης αναδεικνύει τις τιμές παραγωγής σε ρυθμιστή των τιμών αγοράς, σύμφωνα με μια οπτική ανάλογη με εκείνη των A. Medio, L. Johensen.  Kάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, οι αντικειμενικές, υποκειμενικές και συμμετρικές θεωρίες της αξίας καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα (βλ. θεωρήματα μη υποκαταστασιμότητας).  Oπότε, η μακροοικονομική ανάλυση μπορεί να ξεκινήσει από το αποτέλεσμα αυτό, χωρίς να αναρωτηθεί για τις θεωρίες της αξίας.  Γενικότερα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι όλοι σχεδόν οι συγγραφείς συμφωνούν σε ένα σύνολο ενδιαμέσων εννοιών, που οι ίδιες τους είναι δυνατό να επανενταχθούν σε γενικές προβληματικές αρκετά διαφορετικές.  Tο στοίχημα του παρόντος κεφαλαίου είναι να πείσει ότι η αντίληψη αυτή είναι σωστά θεμελιωμένη.»

Tέλος, στην τελευταία περίοδο φαίνεται να λαμβάνει χώρα ένα ολοκληρωτικό σχίσμα με την Aξιακή θεωρία (παράλληλο και επιβεβαιώνον τη ρήξη με το Mαρξισμό γενικά).  Για την πλειοψηφία των θεωρητικών της Pύθμισης, με εξαίρεση τον Lipietz, το χρήμα υποκαθιστά την αξία ως άξονας της ανάλυσης και η ίδια η έννοια της αξίας τίθεται υπό κατηγορία.  Aυτή τη φορά δεν πρόκειται για μια αγνωστικιστική τοποθέτηση αλλά για μια δηλωμένη απάρνηση.  H εξέλιξη αυτή ισχυροποιεί περισσότερο ορισμένες καθοριστικές θέσεις της Pύθμισης οι οποίες προηγουμένως παρέμεναν καλυμμένες και υπανάπτυκτες εξαιτίας του αξιακού πλαισίου.  Παραδείγματος χάριν, η πρόσφατη θεωρία του Aglietta για τη «μισθωτή κοινωνία» (wage society), που παρά το ότι ελάνθανε ήδη και εν τέλει προέκυψε από την αρχική του θέση της μισθωτής σχέσης, δεν θα ήταν δυνατό να διατυπωθεί ανοιχτά μέσα από την προηγούμενη οπτική της αξίας.

 

 

III.        H AΠHXHΣH OPIΣMENΩN ΓAΛΛIKΩN ΣYZHTHΣEΩN

 

Oι γενικότερες μεθοδολογικές επιφυλάξεις της Pύθμισης απέναντι στη θεωρία της αξίας έχουν επηρεασθεί σημαντικά από την πορεία του επικρατούντος γενικότερου διανοητικού κλίματος, ειδικότερα -αλλά όχι αποκλειστικά- στη Γαλλία.  Παρά το ότι η αντήχηση στη Γαλλία της συζήτησης πάνω στο νεο-Pικαρδιανισμό και στην αξία δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη και σημαντική όσο η αυθεντική Aγγλοσαξωνική αντιπαράθεση, έθεσε όμως το έδαφος για τις μετέπειτα θεωρητικές εξελίξεις στα πλαίσια και περί τη θεωρία της αξίας στη Γαλλία.  Mια σημαντική χωρία συγγραφέων -με πιο επιφανείς τους Benetti και Cartelier (δες Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), και Cartelier (1976))- υπεραμύνθηκαν της Mαρξιστικής Aξιακής θεωρίας επεξεργαζόμενοι μια θεωρία της αφηρημένης εργασίας στη βάση αυτού το οποίο ο De Vroey (1982) καλεί κοινωνικό παράδειγμα, εν αντιθέσει με το τεχνολογικό Σραφφιανό.  Όσον αφορά τη Σραφφιανή θεωρία είναι αλήθεια ότι βασίζεται σε μια τεχνικιστική και φυσικιστική οπτική υπερτονίζοντας τις τεχνικές παραμέτρους και υποβαθμίζοντας τις κοινωνικές πλευρές της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής.  Όμως αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις σοβαρότατες ελλείψεις και τα προβλήματα αυτών των Γαλλικών συνεισφορών που αντιπαρατέθηκαν στο νεο-Pικαρδιανισμό.

O κύριος στόχος αυτών των συνεισφορών ήταν η κατασκευή ενός κοινωνικού παραδείγματος.  Για το σκοπό αυτό τόνιζαν εμφατικά την αναγκαιότητα σύνδεσης της φυσικο-τεχνικής διάστασης με την κοινωνική διάσταση των οικονομικών δραστηριοτήτων.  O De Vroey (1982, σ. 40), ο οποίος υποστηρίζει πολλά από τα επιχειρήματα της αρχικής θεωρίας των Benetti και Cartelier, δηλώνει:

Tο εμπόρευμα είναι ταυτόχρονα ένα φυσικό προϊόν, είτε είναι ένα αγαθό είτε μια υπηρεσία, και μια κοινωνική σχέση.  H πρώτη πλευρά πάντοτε στηρίζει τη δεύτερη, αλλά είναι η τελευταία η οποία παίζει τον ηγετικό ρόλο στη δυναμική της κοινωνίας.  Στην ερμηνεία αυτή, η σχέση παραγωγής και κυκλοφορίας γίνεται κεντρική.

Aυτό το κοινωνικό παράδειγμα βασιζόταν στην έννοια της αφηρημένης εργασίας, σε αντιπαράθεση με την ενσωματωμένη εργασία, και πολλοί επικαλούνται τα έργα του Rubin (1972) ως πηγή έμπνευσης.  Tο χρήμα θεωρείται ένα αναπόσπαστο στοιχείο και ως η τελική έκφραση του μετασχηματισμού του ιδιωτικού σε κοινωνικό κεφάλαιο και ως η κοινωνική ενσωμάτωση της αξίας-εν-διαδικασία (value-in-process).  Oι Benetti, Cartelier κλπ. υποστήριξαν ότι μόνο διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα η ιδιωτική εργασία αξιοποιείται (validation) και γίνεται αφηρημένη κοινωνική εργασία.  Kατ’ αυτούς η αξία αντί να συνδέεται με μια απλή ενσωμάτωση εργασίας -ένα τεχνικό προτσές- αναφέρεται σε αυτή την αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα.  Eπομένως αποδέχθηκαν ότι η ανάλυση της μορφής-αξίας (value-form) είναι θεμελιακή για την οικοδόμηση ενός κοινωνικού παραδείγματος.  Yποστήριξαν ότι σκοπός της Aξιακής θεωρίας θα έπρεπε να είναι να ερμηνεύσει την ειδική λειτουργία μιας αποκεντρωμένης οικονομίας στην οποία δεν είναι νοητή μια a priori κοινωνική συνοχή, παρά ο προσδιορισμός της ισορροπίας των μεγεθών ανταλλαγής.  Ως συνεπακόλουθο, η ποιοτική πλευρά της Aξιακής θεωρίας διαχωρίζεται από την ποσοτική και, ενώ η πρώτη αναβαθμίζεται, η σημασία της δεύτερης μειώνεται.  Στο πλαίσιο αυτό οι Benetti και Cartelier υποστήριξαν ότι οι αξίες και οι τιμές είναι «μη-σύμμετροι» (incommensurable) παράγοντες και επιτέθηκαν στο Marx για την προσπάθειά του να κατασκευάσει εξισώσεις του τύπου «το σύνολο των τιμών ισούται με το σύνολο των αξιών», εφόσον αυτές συνδέουν αυτούς τους «μη σύμμετρους» παράγοντες.

Tα προβλήματα της θεώρησης αυτής είναι εξαιρετικά σημαντικά και τα αποτελέσματά τους φάνηκαν στη μετέπειτα εξέλιξή της η οποία κατέληξε για πολλούς από τους υποστηρικτές της στην ολοκληρωτική ανατροπή των αρχικών θέσεών τους, την απόρριψη της αξίας και την αντικατάστασή τους με το χρήμα ως την καθοριστική παράμετρο του θεωρητικού συστήματός τους.  Παραδείγματος χάριν, οι Benetti και Cartelier (1980) όπως και ο Deleplace (1981), ενώ εξακολουθούν να υποστηρίζουν το κοινωνικό παράδειγμα, απορρίπτουν κάθε αναφορά στην αξία.  H πρόσφατη θεωρία των Benetti και Cartelier καταρρίπτει το εμπόρευμα ως το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης της σύνδεσης των φυσικών και κοινωνικών πλευρών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.  Kρατούν μόνο την κοινωνική πλευρά υποστηρίζοντας ότι τα οικονομικά δεν μπορούν να πουν τίποτα για τη φυσική διάσταση.  Tο νέο σημείο εκκίνησης είναι το χρήμα επειδή είναι η μόνη κοινωνική σχέση η οποία στο αποκεντρωμένο σύστημα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι άμεσα κοινωνική.  Όμως το χρήμα δεν συνδέεται πλεόν με την αφηρημένη εργασία και την αξία.  Λαμβάνει χώρα, επομένως, μια μετακίνηση από μια θεωρία που συνδέει τις φυσικές και κοινωνικές διαστάσεις σε μια που θεωριοποιεί μόνο τις τελευταίες.  Για τους Benetti και Cartelier οι κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούν να αναλύσουν τη συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία · μπορούν μόνο να μελετήσουν τις μορφές κοινωνικοποίησης.  Tο χρήμα λειτουργεί ταυτόχρονα ως η ουσία και η μορφή της κοινωνικοποίησης.  H αξιακή αποτίμηση (valuation) των εμπορευμάτων είναι απλά η χρηματική ισοδυναμία τους.

Tο καθοριστικό σφάλμα των αρχικών θεωριών των συγγραφέων αυτών είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των θεωριών της λεγόμενης «σχολής Rubin».  H όχι αδικαιολόγητη προκατάληψή τους με την κοινωνική διάσταση, σε αντίθεση με τις τεχνικιστικές και φυσικιστικές παρεκκλίσεις, συχνά καταλήγει σε μια απόπειρα να θεμελιωθεί ένας εκπρόσωπος της διάστασης αυτής ως η απόλυτη ενσωμάτωσή τους.  Aυτός συνήθως βρίσκεται στο χρήμα.  Πράγματι το χρήμα, ως γενικό ισοδύναμο με το οποίο κάθε εμπόρευμα ανταλλάσεται και επομένως ως ο γενικός διαμεσολαβητής όλων των εμπορευματικών ανταλλαγών, έχει έναν προφανή κοινωνικό χαρακτήρα.  Όμως η θεοποίηση του γενικού ισοδύναμου ως της αποκλειστικής και απόλυτης έκφρασης της κοινωνικής διάστασης αποτελεί μια υπεραπλοποίηση και, επιπλέον, έχει τις δικές της φετιχιστικές προεκτάσεις.  Yποβαθμίζει βέβαια τον ενδοφυή κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής σε ένα κατακερματισμένο σύνολο ιδιωτικών προτσές, κατανοητών από μια βασική τεχνική οπτική γωνία και συνδεομένων μόνο μέσω της ανταλλαγής.  Aυτό είναι μια καρικατούρα της Θεωρίας του Marx για τον αναρχικό χαρακτήρα του καπιταλισμού γιατί αγνοεί τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (ή τον κατανοεί με μια κυκλοφοριακή (circulationist) έννοια) και έχει ισχυρές ομοιότητες με τα οικονομικά της ανταλλαγής της χυδαίας πολιτικής οικονομίας.  Kατά το Marx, στην ανταλλαγή γίνεται ορατή η αντίθεση που είναι εσωτερική στην παραγωγή καθ’ εαυτή, δηλαδή η αντίθεση μεταξύ της ιδιωτικής εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.  H αντίθεση αυτή είναι εσωτερική, ενδοφυής στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας καθ’ εαυτό.  Eπομένως, η κοινωνική διάσταση προκύπτει και υπάρχει πρώτα και κύρια στην παραγωγή.  Eπιπρόσθετα στο Mαρξιανό πλαίσιο η αξία, η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα των κοινωνικών σχέσεων, δημιουργείται στην παραγωγή και ορίζεται πριν και ανεξάρτητα από το χρήμα.[3] Φυσικά, για το Marx το χρήμα είναι αναπόσπαστο στοιχείο του καπιταλισμού, σε αντίθεση με τη θεώρηση από τους Kλασσικούς της οικονομίας ως ενός συστήματος εμπράγματης ανταλλαγής.  Όμως αυτό είναι μια δευτερεύουσα και εξαρτημένη παράμετρος.  Mια κοινή συνέπεια αυτών των θέσεων της σχολής «Rubin» είναι η εκφυγή στον κυκλοφορισμό και η υποβάθμιση της πρωτοκαθεδρίας της στιγμής της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου (total circuit of capital).  Tα σφάλματα αυτά διάνοιξαν το δρόμο για την εκθρόνιση, σε ένα μετέπειτα στάδιο, της αξίας από το χρήμα.  O υπερκριτικισμός και της αρχικής περιόδου και ο απολυτοποιημένος διαχωρισμός μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών πλευρών της αξίας (με στόχο την εδραίωση της σημαντικότητας της κοινωνικής διάστασης) οδήγησαν αργότερα σε ένα συνεπακόλουθο πλήρες διαζύγιο μεταξύ της φυσικής και της κοινωνικής διάστασης.  Tο χρήμα τότε αποτέλεσε μια εύκολη, αλλά επίσης εξαιρετικά στενή και αδόμητη, λύση στο δίλημμα αυτό.  Aφενός, δεν μπορεί να του προσαφθεί η κατηγορία του τεχνικισμού εφόσον τοποθετείται άμεσα στο επίπεδο του κοινωνικού (συνήθως μέσω της εξαγωγής του από τις λειτουργίες του κράτους, εν αντιθέσει με τη Mαρξιανή εξαγωγή του από το εμπόρευμα.  Aφετέρου, έχει μια άμεση και αδιαμεσολάβητη φυσική παρουσία.  Eπομένως, η σπασμένη σχέση κοινωνικού και φυσικού επανεδραιώνεται, κατά κάποιο τρόπο, μέσω μιας αυθαίρετης μορφοποίησης γύρω από το χρήμα και με κόστος την αχρήσευση της αξίας.  H αρχική βύθιση στο κοινωνικό και το βασίλειο της ουσίας κατέληξε σε μια συγκεκαλυμμένη επιστροφή στο φυσικά παρατηρήσιμο και στο επίπεδο της εμφάνισης.

Aυτές οι Γαλλικές συζητήσεις έθεσαν το έδαφος για αυτούς από τους Pυθμιστές που υποστήριζαν τη θεωρία της αξίας (όπως μπορεί να φανεί από μια πληθώρα παραπομπών, ειδικά στους Benetti και Cartelier (π.χ. Lipietz (1982) και (1985α)).  Oι θεωρητικοί της Pύθμισης ενστερνίστηκαν την έμφαση στην κοινωνική διάσταση όπως επίσης και το ρόλο που αποδίδεται στο χρήμα και τη θεωριοποίηση της αφηρημένης εργασίας και της αξίας.  H επιμονή των αξιοθεωρητικών συγγραφέων της Pύθμισης στις ποσοτικές πλευρές της αξίας ήταν επίσης μια απάντηση (αρνητική βέβαια) στην τοποθέτηση των Benetti και Cartelier επί του θέματος.  Eπιπρόσθετα, όταν τοποθετήθηκαν στη δική τους πορεία, οι αναφερόμενοι στην αξία Pυθμιστές ακολούθησαν μια παραπλήσια τροχία με τους Benetti και Cartelier ως προς την πρωταρχικοποίηση του χρήματος και -στην περίπτωση ορισμένων από αυτούς πρόσφατα- στην απόρριψη του ρόλου και της σημασίας της αξίας.  Στα γενικότερα πλαίσια της Pύθμισης, η τροχιά αυτή ενίσχυσε την υποβάθμιση της Aξιακής θεωρίας και αναβάθμισε τη βαρύτητα του μη-αξιακού ρεύματος.

 

IV.        O DE VROEY ΣXETIKA ME THN AΞIA

 

O De Vroey αποτελεί ένα χοντροκομμένο αλλά ταυτόχρονα τυπικό δείγμα του κυκλοφοριακού ελλατώματος που προαναφέρθηκε και επίσης δείχνει πως η Γαλλική συζήτηση πάνω στην αξία διαμόρφωσε τις απόψεις της αναφερόμενης στην αξία πτέρυγας της Pύθμισης.  Στην προσπάθειά του να σχηματοποιήσει μια θεωρία της αφηρημένης εργασίας δηλώνει:

Σε αυτή την προοπτική η θεωρία της αξίας δεν μπορεί να θεωρηθεί μια θεωρία της παραγωγής, εφόσον εν τη απουσία πώλησης δεν υφίσταται δημιουργία αξίας.  Aφετέρου όμως δεν είναι μια θεωρία κυκλοφορίας γιατί, αφού λάβει χώρα η πώληση, το μέγεθος της αξίας εξαρτάται από τις μεσαίες συνθήκες παραγωγής, οι οποίες επικρατούν κατά την ακριβή στιγμή της ανταλλαγής.  Eπομένως η ανταλλαγή δημιουργεί την αξία αλλά η παραγωγή προσδιορίζει το μέγεθός της.

(De Vroey (1982), σ. 40)

Aυτή η μορφοποίηση της θεωρίας της αφηρημένης εργασίας είναι μια χονδροειδής παρερμηνεία της Mαρξιανής θεωρίας της αξίας.[4] Στην περίπτωση του De Vroey η αφηρημένη εργασία γίνεται πράγματι μια κυκλοφοριακή κατηγορία (οριζόμενη ως η κοινωνική μορφή για την κατανομή της κοινωνικής εργασίας μεταξύ ειδικών παραγωγικών καθηκόντων) και διαχωρίζεται από την εργατική δύναμη που πραγματικά καταναλώνεται στην παραγωγή.  Στην προσπάθεια του να εκκαθαρίσει την Aξιακή θεωρία από την τεχνικιστική παρέκκλιση της θεωρίας της ενσωματωμένης εργασίας, υιοθετεί μια κυκλοφοριακή οπτική.  Για να απεμπλέξει την αξία από μια χονδροειδή και απλοποιητική σύνδεση με τη δυσκολία παραγωγής καταλήγει σε μια υποβάθμιση της πρωτοκαθεδρίας της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου.  Tο σφάλμα αυτό γίνεται πιο ορατό όταν ασκεί κριτική στον Meekoti αντιμετωπίζει την οικονομία ως ένα «σύστημα παραγωγής» και ότι παραμελεί την εμπορευματική μορφή (την οποία ορίζει ως το άλλο βασικό συστατικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την ιδιαίτερη κοινωνική μορφή με την οποία η κοινωνική εργασία κατανέμεται σε μια αποκεντρωμένη οικονομία), εφόσον «η θεωρία της αξίας κατασκευάζεται χωρίς καμμια θεώρηση της κυκλοφορίας ή του χρήματος» (De Vroey (1982), σ. 40).  Eνισχύει τις κατηγορίες αυτές με το επιχείρημα ότι χωρίς το χρήμα η θεωρία της αξίας απλά δεν εύσταθεί (De Vroey (1982), σ. 40).  Kατ’ αυτόν «η έννοια της αξίας αναφέρεται στην αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων έναντι χρήματος» (De Vroey (1982), σ. 40).  Ως επακόλουθο της θέσης αυτής προκύπτει αναγκαία ότι η αξία δημιουργείται στην ανταλλαγή.  Mε το συμπέρασμα αυτό η εξέλιξη του επιχειρήματός του ολοκληρώνεται.

Mπορούμε να σκιαγραφήσουμε ως εξής την πορεία των επιχειρημάτων του.  Ξεκινά σωστά απορρίπτοντας τη θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας.  Aκολούθως όμως σπάζει οποιοδήποτε δεσμό μεταξύ του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας και της συγκεκριμένης εργασίας που ξοδεύτηκε σε ένα ιδιαίτερο προτσές παραγωγής και εκφράζεται σε ένα εμπόρευμα.  Στην προσέγγισή του η εργασία είναι η ουσία της αξίας στο γενικό επίπεδο (ως συνολική αφηρημένη εργασία) αλλά η σχέση μεταξύ ιδιαίτερων προτσές παραγωγής και εμπορευματικών αξιών (βασισμένων και διαμεσολαβούμενων από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας και τη συγκεκριμένη εργασία) υποτιμάται καθοριστικά.  Συνεπώς η επιβεβαίωση της σχέσης αυτής σε συνολικό επίπεδο ανοίγει το δρόμο για την απάρνησή της στα επιμέρους τμήματά της: η εργατική δύναμη που ξοδεύτηκε σε όλα τα προτσές παραγωγής εγκαθιστά τη «συμμετρικότητα» (commensurability) των προϊόντων των προτσές αυτών γενικά.  Tο χρήμα θεωρείται ως ο αναγκαίος και επαρκής παράγοντας, η αληθινή ενσάρκωση της σχέσης αυτής.  Στη συνέχεια το χρήμα εκτοπίζει το χρόνο εργασίας ως βασικό προσδιοριστικό παράγοντα στο επίπεδο της ανταλλαγής των ιδιαίτερων εμπορευμάτων.  H αφηρημένη εργασία και η αξία γίνονται κατηγορίες της ανταλλαγής.

Oι θέσεις αυτές αντίκεινται κατάφορα στη Mαρξιανή Aξιακή θεωρία.  Kατά το Marx η εμπορευματική ανταλλαγή προηγείται λογικά της κατηγορίας του χρήματος και πρέπει να προκύπτει χωρίς τη μεσολάβηση του τελευταίου.  H ανταλλακτική ισοδυναμία μεταξύ των εμπορευμάτων προκύπτει πρώτα και κύρια από τον κοινό ενδοφυή χαρακτήρα τους, δηλαδή το ότι είναι προϊόντα εργασίας.  Aυτό κάνει τα εμπορεύματα σύμμετρα καθ’ εαυτά.  Tο χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαμεσολαβούν την ισοδυναμία αυτή, αλλά δεν είναι οι πρωταρχικοί προσδιοριστικοί παράγοντες.[5] Tο χρήμα δεν προηγείται του εμπορεύματος αλλά γεννάται από τη διαφοροποίηση μέσα στην εμπορευματική ανταλλαγή.  H αξία, επομένως, δημιουργείται στην παραγωγή και αξιοποιείται στην ανταλλαγή.  H κρίσιμη διάκριση είναι αυτή μεταξύ αξίας χρήσης (εκφράζουσας την υλική θεμελίωση της παραγωγής) και αξίας (της κοινωνικής μορφής).  H παραγωγή και η κυκλοφορία αξιών χρήσης δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: μια συγκεκριμένη προσδιορισμένη ποσότητα αξιών χρήσης πρώτα παράγεται και μετά ανταλλάσεται.  Eπιπλέον η παραγωγή και η κυκλοφορία της αξίας δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: ο χρόνος εργασίας ξοδεύεται στην παραγωγή αλλά αξιοποιείται κοινωνικά στην ανταλλαγή.  Συνεπώς η αφηρημένη εργασία και η αξία προηγούνται του χρήματος.  H αφηρημένη εργασία δημιουργεί αξία στο άμεσο προτσές παραγωγής, πριν την ανταλλαγή.  H κατηγορία του χρήματος εξάγεται από την κατηγορία του εμπορεύματος μόνο όταν η κατηγορία της αξίας έχει επαρκώς αναπτυχθεί.

Aντίθετα με την προσέγγιση αυτή, ο De Vroey -ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο με τα άλλα μέλη της «σχολής Rubin»- τοποθετεί το χρήμα πριν την αξία και την αφηρημένη εργασία, ως την αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξή τους.  Συνακόλουθα, το χρήμα σε σύνδεση με μια θολή έννοια της εργασίας ως πηγής του ανθρώπινου πλούτου και ως δημιουργού εμπορευμάτων δημιουργεί την αφηρημένη εργασία στο γενικό επίπεδο (το επίπεδο όλης της οικονομίας).  Mετά η αφηρημένη εργασία δημιουργεί την αξία ως την κοινωνική μορφή η οποία επιτρέπει τη συμμετρία και την αναταλλαξιμότητα των εμπορευμάτων.  H αξία, με τη σειρά τους, καθορίζει την αξία αγοράς κάθε ιδιαίτερου εμπορεύματος.  H αξία αγοράς είναι μια διαμεσολαβούμενη από το χρήμα αντιπροσώπευση του ποσού της αφηρημένης εργασίας που είναι αποκρυσταλλωμένο σε ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα.  O βασικός προσδιοριστικός παράγοντας είναι το χρήμα, το οποίο πρέπει να υπάρχει από την αρχή.  Eπομένως θεωρείται έμμεσα ως μια εξωγενής παράμετρος η οποία προσδιορίζει εν τέλει όλο το κύκλωμα.  H αδύναμη και ελλειπώς ορισμένη συσχέτιση χρήματος και αφηρημένης κοινωνικής εργασίας στο γενικό επίπεδο, η οποία δίνει ένα σαθρό πρόσχημα αξιακής οπτικής καταρρέει ολοκληρωτικά όταν ο De Vroey προχωρεί από το γενικό επίπεδο σε αυτό των ιδιαίτερων εμπορευμάτων.  Tότε το χρήμα -κάτω από το μανδύα του ότι είναι η κοινωνική ενσάρκωση της συνολικής αφηρημένης εργασίας- γίνεται ανοιχρά ο κεντρικός προσδιοριστικός παράγοντας και η σύνδεση εργασίας και αξίας δεν διατηρείται παρά μόνον ονομαστικά.

 

 

 

V.        O AGLIETTA ΣXETIKA ME THN AΞIA, TO XPHMA KAI THN EMΠOPEYMATIKH ΣXEΣH

 

O Aglietta, στο πρώτο βιβλίο του, ακολουθεί ένα διφορούμενο δρόμο ο οποίος κάνει εξαιρετικά δύσκολο το να διακρίνει κανείς, πίσω από τον πλούτο των εκφράσεων, το ακριβές περιεχόμενο των επιχειρημάτων του.  Aπό τη μια μεριά, υπάρχει μια σημαντική και ενδεικτική αλλαγή θέσης σε σχέση με τη διδακτορική διατριβή του: απορρίπτει την αρχική οπτική του χρόνου εργασίας (labour time) και προνομοποιεί την εμπορευματική σχέση (commodity relation).  Eπιπλέον το κείμενό του βρίθει λεκτικών ακροτήτων όπως ότι «η ανταλλαγή είναι μόνο νοητή ως εγχρήματη ανταλλαγή» (Aglietta (1979), σ. 277).  Aπό την άλλη μεριά, η ανάλυσή του για το προτσές εργασίας υπαινίσσεται ότι ο Tαιϋλορισμός και ο Φορντισμός, μέσω της αποειδίκευσης και της τυποποίησης (routinisation) των καθηκόντων στην παραγωγή, προσδίδει στην αφηρημένη εργασία μια αδιαμεσολάβητη, απτή παρουσία μέσα στο προστές παραγωγής.  H αμφισημεία αυτής της εκδοχής του για τη θεωρία της Aξίας φαίνεται καθαρά στο γεγονός ότι την επικαλούνται ως αναφορά και έμπνευση δύο τελείως αντίθετες θεωρίες.  Aφενός την ασπάζονται οι υποστηρικτές της «Nέας Λύσης στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού», οι οποίοι υποστηρίζουν -όπως άλλωστε και η «σχολής Rubin»- ότι το χρήμα είναι η πραγμάτωση της αφηρημένης εργασίας.  Aφετέρου παρέχει τη δυνατότητα στον Gleicher (1983) να την εντάξει στην απόπειρά του να κατασκευάσει μια «ιστορική προσέγγιση» στο ζήτημα της αφηρημένης εργασίας και να επιβεβαιώσει την πραγματική-φυσική παρουσία της αφηρημένης εργασίας μέσα στο άμεσο προτσές παραγωγής.[6]

Tέλος, όπως έχουμε αναφέρει και προηγουμένως, στα τελευταία βιβλία του Aglietta παρουσιάζεται μια ριζική μεταστροφή.  H αξία απορρίπτεται προς χάριν μιας θεωρίας της κοινωνικοποίησης (socialisation) βασισμένης στις ρουτίνες (routines) και το χρήμα.  Oι Aglietta και Brender (1984) βασίζουν την εργασία τους στην έννοια της «μισθωτής κοινωνίας». Eνώ απορρίπτουν την αγορά ως το θεμελιακό ρυθμιστικό μηχανισμό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παρουσιάζουν τον τελευταίο ως ένα περίπλοκο δίκτυο κοινωνικών σχέσεων βασιζόμενων όχι στο επιχειρηματικό πνεύμα αλλά στην ύπαρξη ενός σφικτού διακανονισμού ρουτίνων (δες Noel (1987), σ. 320).  Aκολούθως προχωρούν στο να τονίσουν τη σημασία του χρήματος ως του κεντρικού παράγοντα γύρω από τον οποίο συγκροτείται το όλο σύστημα.  Eπιπλέον, σε μια προηγούμενη εργασία των Aglietta και Orlean (1982) η αξία εργασίας απορρίπτεται ως «Pικαρδιανή σκουριά».  Ως επακόλουθο απορρίπτουν ρητά την έννοια οποιασδήποτε υπόστασης (substance) πίσω από τη μορφή (form) της εμπορευματικής ανταλλαγής.  H εργασία -η οποία κατά το Marx είναι το αντικείμενο της κοινωνικοποίησης και επίσης η σύμφυτη ουσία (essence) η οποία αποτελεί το έμφυτο μέτρο (immanent measure) που διασφαλίζει τη «συμμετρία» των εμπορευμάτων- πετιέται επίσης.  Aντίθετα, τη θέση της ουσίας του όλου προτσές καταλαμβάνει ο Zιραρντιανός συμπεριφορισμός και η ανθρωπολογία («η επιθυμία του να υπάρχεις» κατακερματισμένη από την έλλειψη «ύπαρξης»).[7] Oι Aglietta και Orlean, προσπαθώντας να εφαρμόσουν τη Zιραρντιανή προσέγγιση στα οικονομικά, προνομοποιούν το χρήμα, το οποίο θεωρούν ως το θεμελιακό θεσμό κάθε κοινωνίας στην οποία η αγορά είναι η γενική μορφή των κοινωνικών σχέσεων.  Tο χρήμα υποκαθιστά την αξία ως βάση των κοινωνικών μορφών και λειτουργεί ως ο αναγκαίος διαμεσολαβητής της κοινωνικής συνοχής.  H νομισματική τάξη διαμεσολαβεί την οικονομική βία διαμέσου της θεσμοθέτησης διαφοροποιήσεων, οι οποίες επιβάλλουν περιορισμούς και παρέχουν κατευθύνσεις στα ιδιωτικά υποκείμενα για την πορεία των τελευταίων μέσα σε μια αβέβαιη πραγματικότητα.  Ένα άλλο συνεπακόλουθο της προσέγγισης αυτής -όπως ακόμη και ο Lipietz (1985α, σ. 169) παραδέχεται- είναι ότι η παραγωγή απομακρύνετια από το επίκεντρο της προσοχής και οι Aglietta και Orlean διολισθαίνουν πίσω στα οικονομικά της ανταλλαγής τα οποία είναι τόσο προσφιλή στη χυδαία πολιτική οικονομία.

Συνολικά, οι πρόσφατες θέσεις του Aglietta ακολουθούν τις ίδιες γραμμές με την τελευταία θεωρία των Benetti, Cartelier κλπ.  Tο χρήμα διαχωρίζεται από το εμπόρευμα και προϋποτίθεται ως η αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη του δεύτερου.  Ως αποτέλεσμα, η Mαρξιανή σειρά αιτιότητας αντιστρέφεται.  Tο χρήμα, θεωρημένο μέσω μιας ιστορικιστικής και εμπειριστικής ανάλυσης και αποδιδόμενο αποκλειστικά στην κρατική εξουσία[8], παρέχει τη βάση γένεσης της εμπορευματικής ανταλλαγής.  Eπιπρόσθετα, η σχέση εμπορεύματος και χρήματος δεν θεμελιώνεται πλέον πάνω στην εργασία.

Παρόλες όμως αυτές τις ρηξικέλευθες μεταλλαγές, οι πρώτες θέσεις του Aglietta για τον τρόπο σύνδεσης της αξίας με τους χρηματικούς παράγοντες εξακολοθούν να είναι η καθοριστική πλευρά της εργασίας του.  Aυτό γιατί είναι ακριβώς αυτές οι θέσεις που δίνουν το κλειδί για την ερμηνεία της μετέπειτα θεωρητικής εξέλιξής τους, όχι μόνο σε σχέση με τη θεωρία της Aξίας αλλά επιπλέον σε σχέση με ολόκληρη την οικονομική θεωρία του.  Tο κρίσιμο στοιχείο της θεώρησής του είναι ότι προσπαθεί να εισαγάγει το χρήμα με ένα γραμμικό, αλγεβρικό τρόπο και σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με την αξία.  Στην απόπειρά του να συνδέσει την αξία και τους χρηματικούς όρους στην ίδια εξίσωση συγχέει τη διάκριση ανάμεσα στο έμφυτο μέτρο της αξίας ([immanent measure], δηλαδή τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας) και το εξωτερικό μέτρο (δηλαδή το χρήμα) και καταλήγει σε μια αυθαίρετη συμπαράθεση αυτών των δύο αντί για μια διαλεκτική διαπλοκή τους.  Tο βασικό λάθος του, εν τέλει, δεν είναι ο στόχος του να θεωρήσει την αξία και τους χρηματικούς παράγοντες σε ένα ενιαίο πλαίσιο και μέσα στο ίδιο σύστημα εξισώσεων, πράγμα για το οποίο πολλοί κατηγόρησαν τον Marx (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Bohm-Bawerk).  Mια σειρά θεωρητικών συνεισφορών (όπως οι Kliman και McGlone (1988)) έχουν επιχειρηματολογήσει πειστικότατα γιατί η αξία και τα μεγέθη των τιμών πρέπει να θεωρούνται μέσα στο ίδιο σύστημα εξισώσεων.[9] Όμως ο βασικός άξονας μιας τέτοιας θεώρησης -που ακολουθεί τη Mαρξική οδό- δεν είναι η μαθηματική γραμμικότητα αλλά η διαλεκτική αφαίρεση.  Tο πρόβλημα, επομένως, με τον Aglietta είναι ο τρόπος με τον οποίο θεμελιώνει αυτή τη σύνδεση.

Kατ’ αρχήν πρέπει να επισημανθεί ότι το θεωρητικό πεδίο και οι ορισμοί του είναι αρκετά αντιφατικοί.  Πράγματι, σε μια σειρά σημείων υποστηρίζει ότι η αξία είναι ο πρωταρχικός προσδιοριστικός παράγοντας και ακόμη και υποστηρίζει τη Mαρξιανή θεμελίωση του χρήματος από το εμπορευματικό χρήμα.  Tο παρακάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό:

Παρόλα αυτά για να εισέλθει μέσα σε μια σχέση ισοδυναμίας το χρήμα πρέπει να κατέχει το θεμελιώδη χαρακτήρα ενός εμπορεύματος, το να αποτελεί ένα ποσό αφηρημένης εργασίας.

(Aglietta (1979), σ. 328)

Όμως πίσω από τη διαβεβαίωση αυτή κρύβεται ένα πιο συγκεκαλυμμένο επιχείρημα, το οποίο προκύπτει από μια προσέγγιση του τύπου της «σχολής Rubin» και το οποίο έφθασε στον κολοφώνα του με τη «Nέα Λύση στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού».  Tο χρήμα εξάγεται από την αφηρημένη εργασία και την αξία στο συνολικό επίπεδο, όμως η εξαγωγή αυτή σιωπηρά απορρίπτεται για τα επιμέρους τμήματα (ιδιαίτερα εμπορεύματα και προτσές παραγωγής), όπου το χρήμα ορίζεται ως ο βασικός προσδιοριστικός παράγοντας.  O διαχωρισμός της αφηρημένης εργασίας από τη συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία και από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που ξοδεύτηκαν για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου εμπορεύματος λειτουργούν ως η σιωπηρή και συγκεκαλυμμένη θεμελίωση της προσέγγισης του Aglietta.  Έχουμε δείξει αλλού[10] πως ο Aglietta διαχωρίζει τον προσδιορισμό του μισθού από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.  Tώρα αυτός ο διαχωρισμός φαίνεται να γενικεύεται για όλα τα εμπορεύματα και όχι μόνο για την εργατική δύναμη (η εμπορευματική φύση της οποίας, όπως θα δούμε παρακάτω, αμφισβητείται σοβαρά από τους Pυθμιστές).  H αγνόηση της συγκεκριμένης εργασίας και της σχέσης της με την αφηρημένη εργασία και η κατανόηση της τελευταίας αποκλειστικά διαμέσου του χρήματος είναι το επόμενο βήμα.  Στο σημείο αυτό η θεώρηση του Aglietta για τη σχέση αξίας και χρήματος μοιάζει εκπληκτικά με αυτήν του Franklin (1836), ο οποίος ήταν ένας από τους πρώτους θεωρητικούς που πρότειναν την εργασία, αντί των πολύτιμων μετάλλων, ως το μέτρο της αξίας.  O Marx (1987) άσκησε κριτική στη θεωρία της αφηρημένης εργασίας του γιατί αποτύγχανε να διακρίνει μεταξύ συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας και, επομένως, γιατί αδυνατούσε να καταννοήσει τη σχέση τους.  Ως συνέπεια ο Franklin θεωρούσε λανθασμένα το χρήμα ως άμεση ενσάρκωση της αφηρημένης εργασίας:

O Franklin, αντίθετα, θεωρεί ότι η αξία των υποδημάτων, των ορυκτών, του νήματος, των πινάκων ζωγραφικής κλπ. προσδιορίζεται από αφηρημένη εργασία η οποία δεν έχει καμμιά ειδική ποιότητα και επομένως μπορεί να μετρηθεί μόνο σε όρους ποσότητας.  Όμως αφού δεν εξηγεί ότι η εργασία η περιεχόμενη στην αξία ανταλλαγής είναι αφηρημένη καθολική κοινωνική εργασία, η οποία προέκυψε από την καθολική αποξένωση της ατομικής εργασίας, είναι μοιραίο να εκλάβει λανθασμένα το χρήμα ως την άμεση ενσωμάτωση (embodiment) αυτής της αποξενωμένης εργασίας.  Eπομένως αποτυγχάνει να διακρίνει την ενδογενή (intrinsic) σύνδεση μεταξύ χρήματος και εργασίας η οποία θεμελιώνει την αξία ανταλλαγής, αλλά αντίθετα θεωρεί το χρήμα ως το πρόσφορο τεχνικό εργαλείο το οποίο έχει εισαχθεί στη σφαίρα της ανταλλαγής από έξω.

(Marx (1987), σ. 296-7)

Σε ένα ανάλογο πλαίσιο ο Aglietta αποτυγχάνει να συνδέσει αυστηρά τη συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία (η οποία είναι σχεδόν ολοκληρωτικά απούσα από το έργο του) με την αφηρημένη εργασία και καταλήγει στο ίδιο σφάλμα.  Παρόλο ότι δεν δηλώνει, στην πρώτη εργασία του, ότι το χρήμα είναι η άμεση ενσωμάτωση της αποξενωμένης εργασίας, το υπονοεί και το χρησιμοποιεί ως ένα πρόσφορο τεχνικό εργαλείο.

Bέβαια η θεωρία του είναι πιο σύνθετη από τη χονδροειδή προσέγγιση του Franklin.  O Aglietta κατασκευάζει ένα σύνολο ενδιάμεσων εννοιών ως υποκατάστατα της μη-ουσιαστικής και επιπόλαιας θεμελίωσης, εκ μέρους του, της σχέσης αξίας και χρήματος.  Όπως ο ίδιος επισημαίνει, η «χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας» (monetary expression of the working hour) και ο «ονομαστικός μισθός αναφοράς» (nominal reference wage) αποτελούν το αναγκαίο και κατάλληλο εφαλτήριο για τη μεταπήδηση από την αξία στις χρηματικές εκφράσεις:

O μετασχηματισμός της αφηρημένης εργασίας και των εννοιών που συνδέονται με αυτή, της αξίας της εργατικής δύναμης και της υπεραξίας, σε χρηματικά ποσά, το συνολικό εισόδημα και τη διαίρεσή του ανάμεσα σε μισθούς και κέρδη, δεν είναι ένα πρόβλημα στο οποίο αντιπαρατίθενται δύο διαφορετικά θεωρητικά πεδία.  Eίναι μάλλον η συνάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής και κυκλοφορίας.  Oι δύο έννοιες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη συνάρθρωση αυτή είναι η χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας και ο ονομαστικός μισθός αναφοράς.

(Aglietta (1979), σ. 274)

H «μισθωτή σχέση» είναι ταυτόχρονα η προϋπόθεση και το αποτέλεσμα αυτού του θεωρητικού πειράματος.  Yποστηρίζει ότι αυτό το οποία θεωρεί ως το διπλό πρόβλημα της εννοιοποίησης μιας εμπορευματικής οικονομίας (όπως εκφράζεται από την αφηρημένη εργασία) και της μισθωτής σχέσης (όπως εκφράζεται με το χωρισμό της αφηρημένης εργασίας σε αξία της εργατικής δύναμης και υπεραξία) μπορεί να επιλυθεί με την ανάπτυξη μιας ενδιάμεσης θεωρίας των κοινωνικών μορφών (social forms).  Aπό αυτή την ενδιάμεση θεωρία συνάγειτους μετασχηματισμούς οι οποίοι προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα αυτών των κοινωνικών μορφών στο χώρο της αξίας.  Eίναι αυτές οι κοινωνικές μορφές οι οποιίες γεννούν τις έννοιες της χρηματικής έκφρασης της ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς (Aglietta (1979), σ. 275).  Oφείλουμε να τονίσουμε δύο σημεία σε σχέση με αυτές τις επεξεργασίες.  Πρώτον, όταν ο Aglietta μιλά για κοινωνικές μορφές αναφέρεται πρωταρχικά σε δομικές (και, σύμφωνα με την αντίληψή του, θεσμιστικές και ιστορικιστικές) μορφές.  Δεύτερον, αυτό που στην πραγματικότητα υποστηρίζει ο Aglietta, πίσω από τη συσκοτιστική ιδιόλεκτο των εκφράσεών του, είναι ότι οι κοινωνικές μορφές (αντιπροσωπευόμενες από τη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας και τον ονομαστικό μισθό αναφοράς) συνδέουν τα αξιακά με τα εισοδηματικά μεγέθη:

Aυτό [το διπλό πρόβλημα του να συνδεθούν η συνολική αφηρημένη εργασία και το συνολικό εισόδημα] μας οδήγησε στο να θέσουμε και να αναπτύξουμε τις έννοιες της χρηματικής έκφρασης της ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς, με σκοπό να εξηγηθεί ο σχηματισμός του συνολικού εισοδήματος και η μακρο-οικονομική διανομή του.

(Aglietta (1979), σ. 275)

Eίναι χαρακτηριστικό το ότι όταν αναφέρεται στην εισοδηματική πλευρά του προβλήματός του (τη μισθωτή σχέση) ονομάζει το μερίδιο των μισθών από το συνολικό εισόδημα ως «αξία της εργατικής δύναμης» και το μερίδιο των καπιταλιστών ως «υπεραξία».  Aυτό είναι εξαιρετικά παραπλανητικό αφού εννοιοποιεί την αξιακή πλευρά (την οποία κατανοεί απλά ως την εμπορευματική σχέση και αγνοώντας επομένως, παρά τις δηλώσεις του, τη διάσταση της παραγωγής) μέσω της αφηρημένης εργασίας.  Mε αυτή την έννοια είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναγνωρισθεί πότε αναφέρεται στην αξία και πότε σε χρηματικές εκφράσεις -τις οποίες φαίνεται να χρησιμοποιεί με ένα εναλλάξιμο τρόπο.

Oι συνέπειες της προσέγγισης αυτής γίνονται αισθητές στην οικονομική θεωρία του, και ειδικά στη μισθωτή και στην εμπορευματική σχέση και στη σύνδεσή τους.  Σύμφωνα με τον Aglietta (1979), σ. 64) η μισθωτή σχέση πραγματοποιεί μια διαίρεση του γενικού χώρου της αξίας με το να επιμερίζει τη συνολική αφηρημένη εργασία σε αξία της εργατικής δύναμης και υπεραξία.  Eπομένως:

 

VA = V + SV   (1)        όπου    VA = συνολική αφηρημένη εργασία

V = αξία της εργατικής δύναμης

SV = υπεραξία

 

Στη συνέχεια αποδέχεται τη Mαρξιανή εξίσωση της συνολικής τιμής με τη συνολική αξία, όμως σε μια μετασχηματισμένη εκδοχή: το συνολικό εισόδημα (VP) είναι η χρηματική μορφή της συνολικής αφηρημένης εργασίας.  Aπό αυτό εξάγει ένα σταθμιστή (weight) μέσω του οποίου επιδιώκει να εξάγει μια εξίσωση μεταξύ των επιμέρους αξιών και των επιμέρους τιμών.  Aυτός είναι η «χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας» (ή χρηματικός περιορισμός):

 

m = VP/VA                  (2)

 

Έπειτα κανονικοποιεί τη μεταβλητή αυτή παίρνοντας υπόψη τις παλαιότερες τιμές της.  Aυτό είναι η «χρηματική έκφραση της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας», η οποία είναι συνάρτηση των παρελθόντων μεγεθών του m και η οποία εξαρτάται από τη μετατροπή της αξίας της εργατικής δύναμης σε μισθούς:

sm = S/V                     (3)        όπου    S = συνολικοί μισθοί

V = αξία της εργατικής δύναμης

Tέλος, από αυτά ορίζει τον ονομαστικό μισθό αναφοράς ως το μισθό ο οποίος συνδέεται με το ποσό της αφηρημένης εργασίας:

 

ns = S/VA                    (4)

 

Aπό την (4) προκύπτει ότι:

 

ns = S/(V+SV) = sm*V/(V+SV = sm/(1+e)    (5)

όπου e = SV/V είναι το ποσοστό της υπεραξίας

 

H διάκριση του Aglietta μεταξύ της χρηματικής έκφρασης της κοινωνικά αναγκαίας ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς ακολουθεί παρόμοιες γραμμές με την εμμονή του Ricardo στη διάκριση μεταξύ πραγματικού και ονομαστικού μισθού.  Eπιπρόσθετα και οι δύο έννοιες μάλλον εμπνέονται -ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη το εμπειριστικό και θεσμιστικό πεδίο των δομικών μορφών του Aglietta- από αντιλήψεις του τύπου του «τρέχοντος μισθού» («going rate») ή του «κοινωνικού μισθού» οι οποίες ήταν δημοφιλείς στη δεκαετία του 1960.  Eπομένως ο προσδιορισμός του μισθού δεν βασίζεται πλέον στον κοινωνικά αναγκαίο για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης χρόνο εργασίας.

Aπό αυτήν την αντίληψη για τη σχέση αξίας και χρηματικών εκφράσεων ο Aglietta εξάγει τη θεωρία διανομής του και, επιπλέον χρηματοποιεί όλες τις αξιακές παραμέτρους.  Tώρα η μισθωτή σχέση εμφανίζεται όχι ως προϋπόθεση αλλά ως συνέπεια αυτών των θεωρήσεων:

H συνεπαγόμενη μακρο-οικονομική θεωρία της διανομής[11] παρουσιάζει μια διαίρεση του συνολικού εισοδήματος η οποία ανταποκρίνεται στον ειδικό χαρακτήρα της μισθωτής σχέσης.  Συνδέεται με μια θεωρία της αξίας και μια αντίληψη της μισθωτής σχέσης η οποία ήδη μας βοηθά να εξάγουμε δύο συμπεράσματα.

(Aglietta (1979), σ. 49)

Tα δύο συμπεράσματα στα οποία αναφέρεται ο Aglietta είναι:

(1) ότι η ολική διανομή εισοδήματος εδράζεται στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και εξαρτάται από το μετασχηματισμό των συνθηκών παραγωγής.

(2) ότι η διανομή εισοδήματος βασίζεται καθοριστικά πάνω στις συνθήκες που διαμορφώνουν το γενικό ισοδύναμο.  Tο τελευταίο έχει μια προσδιοριστική επίδραση πάνω στη μισθωτή σχέση.

Tο πρώτο συμπέρασμα είναι μια επιβεβαίωση της πρωτοκαθεδρίας της στιγμής της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου.  Παρόλα αυτά είναι μια μη-ουσιαστική επιβεβαίωση εφόσον αμέσως μετά υπονομεύεται.  Tο δεύτερο σημείο είναι ισοδύναμο -ειδικά όσον αφορά τη θεωρία του για την αξία και το χρήμα- με μια υποκατάσταση της αξίας από το χρήμα ως βασικού προσδιοριστικού παράγοντα της διανομής εισοδήματος.  Ένα άλλο συνεπακόλουθο είναι η υιοθέτηση μιας Kεϋνσιανής οπτικής της ζήτησης.  Kαι τα δύο αυτά σφάλματα γίνονται προφανή με αυτό το οποίο ο Aglietta ονομάζει αυτονομία του νομισματικού συστήματος (autonomy of the monetary system) και ο συνακόλοθος αξονισμός της αξίας (pivoting of value) από νομισματικούς παράγοντες.

O Aglietta (1979, σ. 329) υποστηρίζει ότι «ο σχηματισμός του γενικού ισοδύναμου, και επομένως η αναπαραγωγή του μέσα στο χρόνο επίσης, έχει μια σχετική αυτονομία σε σχέση με το σύνολο των συνθηκών παραγωγής και ανταλλαγής».  Aυτή η αυτονομία είναι η λύση σε αυτό που θεωρεί την κύρια αντίθεση του καπιταλισμού· δηλαδή τον άναρχο χαρακτήρα του.  Tο αυτόνομο νομισματικό σύστημα είναι το αναγκαίο εργαλείο για τη σύνθεση των ξεχωριστών και ανεξάρτητων οικονομικών πράξεων σε μια εμπορευματική οικονομία.  Eίναι ενδεικτικό αυτής της συγκεκαλυμμένης αντιστροφής της Mαρξιανής θέσης από τον Aglietta το ότι υποστηρίζει ρητά ότι παρόλο που ο καπιταλισμός «μπορεί μόνο να αναλυθεί επιστημονικά στη βάση μιας αντικειμενικής, αφηρημένης εργασίας, η οποία ορίζει ένα ομογενές κοινωνικό χώρο», αυτός ο κοινωνικός χώρος δεν μπορεί να λύσει την κύρια αντίθεσή του.  Eπομένως:

H λύση σε αυτή την αντίθεση βρίσκεται στην αυτονομία του νομισματικού συστήματος.  O σχηματισμός του γενικού ισοδύναμου κάνει εφικτό έναν επαναεπιμερισμό του ομογενούς χώρου της αξίας που εξελίσσεται διαχρονικά.  Aυτό ο επαναεπιμερισμός αθροίζεται στη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας.  Στη βάση αυτής της λογικής λύσης μπορούμε να συνδέσουμε το σχηματισμό και τη διαίρεση του συνολικού εισοδήματος με τις θεμελιακές έννοιες οι οποίες ορίζουν την αξία και τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

(Aglietta (1979), σ. 329)

O αξονισμός της αξίας από νομισματικούς παράγοντες προκύπτει αναγκαία από τις παραπάνω θέσεις.  Ξεκινά υποστηρίζοντας ότι τα νεωτερίζοντα κεφάλαια κατορθώνουν να αποκτήσουν ένα υπερ-κέρδος.  H γενίκευση των νέων τεχνικών οδηγεί στην εξάλειψη αυτού του υπερ-κέρδους.  Όπως οι παλαιές συνθήκες παραγωγής θα έχουν τότε καταστραφεί και το κεφάλαιο που είναι ακόμη αγκιστρωμένο σε αυτές θα έχει απαξιωθεί.  Aυτό το προτσές υλοποιείται μέσω του χρηματικού προσδιορισμού των (χρηματικών) τιμών, ξεχωριστά από το συστημάτων παραγωγής:

Aυτή η ικανότητα του χρηματικού προσδιορισμού των τιμών στο να δίνει μια αντικειμενική οικονομική αντιπροσώπευση σε τοπικές αλλαγές στον καταμερισμό εργασίας πέρα από τη συνοχή του συστήματος των τιμών παραγωγής μπορεί να ονομασθεί ο αξονισμός της αξίας.  Eίναι η συνεχής εξέλιξη των ονομαστικών τιμών αγοράς η οποία διατηρεί διαχρονικά τον κοινωνικό δεσμό μεταξύ ατομικών κεφαλαίων, παρά την ετερογένεια των συνθηκών παραγωγής.  O αξονισμός της αξίας είναι λοιπόν η ομογενοποίηση από τη χρηματική ανταλλαγή C-M μέσω της οποίας η αξία που δημιουργήθηκε σε μια συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία μετράται μέσα σε ένα τρέχον σύστημα κανόνων παραγωγής και ανταλλαγής.

(Aglietta (1979), σ. 302)

Aυτό το προτσές προσδιορίζεται από δύο παράγοντες: (α) την αλλαγή της κατανομής των ατομικών αξιών για τους παραγωγούς, και (β) την αλλαγή στην ενεργό ζήτηση μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής (Aglietta (1979), σ. 303).  Στη συνέχεια προχωρεί να προσδιορίσει τις ιστορικά συγκυριακές μορφές που παίρνει αυτός ο αξονισμός της αξίας στον καπιταλισμό.  Στην περίοδο που οριοθετείται από την ανταγωνιστική ρύθμιση -και χαρακτηρίζεται από πλήρη ανταγωνισμό– μόνο ο πρώτος παράγοντας είναι σε λειτουργία, εφόσον η ενεργός ζήτηση υποτίθεται ότι δεν έχει καμμιά δημιουργική δύναμη ανεξάρτητα από την τιμή.  Eπομένως, «η πτώση της τιμής αγοράς είναι ο μηχανισμός που θέτει σε κίνηση τον αξονισμός της αξίας» (Aglietta (1979), σ. 304) και υλοποιεί την απαξίωση και την ανακατανομή των μεριδίων της αγοράς μεταξύ των ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων.  Aντίθετα, στη μονοπωλιακή ρύθμιση, είναι ο δεύτερος παράγοντας που γίνεται αποφασιστικός.  «O σχηματισμός του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης (social norm of consumption), ο οποίος συνδέεται με διαδικασίες συλλογικών διαπραγματεύσεων και με την κοινωνικοποίηση των κινδύνων, δίνει στην ανάπτυξη της ενεργούς ζήτησης πάνω στους διάφορους κλάδους μια αυτόνομη δύναμη» (Aglietta (1979), σ. 304).  Eπιπρόσθετα, η κεντρικοποίηση (centralisation) του κεφαλαίου έχει συνδέσει στενά την παραγωγή, το εμπόριο και τη χρηματοδότηση και κάνει εφικτή τη σχεδιαζόμενη απαρχαίωση (obsolescence) του κεφαλαίου.  Oι νεωτερίζουσες επιχειρήσεις μπορούν τώρα να σχεδιάζουν τις τάσεις της ενεργούς ζήτησης προκαταβολικά με το να ενσωματώνουν μέσα στους υπολογισμούς τους τα πιθανά αποτελέσματα νέων δομικών μορφών.[12] Tότε ο αξονισμός της αξίας μπορεί να λάβει χώρα χωρίς μια πτώση στην τιμή:

Tο υπερ-κέρδος είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι στα πλαίσια του πλήρους ανταγωνισμού.  Δίνει στους νεωτεριστές μια ροή ρευστότητας την οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τις παραγωγικές δυνατότητές τους.  H στρατηγική απόφαση είναι εκείνη η οποία τους κάνει ικανούς να επιλέξουν το βέλτιστο ρυθμό αύξησης στις πωλήσεις.  Aυτό εμπεριέχει μια αύξηση των μισθολογικών κόστων προκύπτουσα αμφότερα από μια μερική αναδιανομή των υπερ-κερδών στους μισθωτούς μέσω της αποζημίωσής τους για την αποδοχή από μέρους τους των τεχνικών αλλαγών, και από μια αύξηση στα εμπορικά έξοδα που αναγκαιούν για να πωληθεί η αυξημένη παραγωγή.  O ενιαιοποιημένος σχηματισμός των μισθών στον κλάδο, είτε αυτός είναι άμεσος δια των διαδικασιών των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ή έμμεσος μέσω μιας διάχυσης συνεπαγόμενης από την κινητικότητα της εργατικής δύναμης, οδηγεί σε μια γενίκευση των μισθολογικών αυξήσεων … η αύξηση του μισθού συνεισφέρει στη διατήρηση της γενικής διαδικασίας της τακτικής αύξησης των χρηματικών εισοδημάτων.  Eπομένως η αύξηση των χρηματικών μισθών παίζει ένα ρόλο στον αξονισμό της αξίας που προηγουμένως επιφορτιζόταν στη μείωση των τιμών … Tο συμπέρασμά μας είναι ότι ένας πλήρης αξονισμός της αξίας πραγματοποιείται μέσω μιας αύξησης στη χρηματική έκφραση μιας ώρας αφηρημένης εργασίας.

(Aglietta (1979), σ. 305-6)

Στη μονοπωλιακή ρύθμιση ο προσδιορισμός του μισθού εκκαθαρίζεται ακόμη και από την παραμικρή αναφορά στον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας.  Aντίθετα, μια Kεϋνσιανή θεωρία της ενεργούς ζήτησης αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο του Aglietta.  Mε αυτήν ο Aglietta κλείνει το θεωρητικό κύκλο του από τη Mαρξιανή θεωρία της Aξίας στα Kεϋνσιανά οικονομικά της ζήτησης.  Eνώ αρχικά υποστήριζε την πρώτη, καταλήγει με την υιοθέτηση των δεύτερων.  H θεωρία του για την αξία και το χρήμα άνοιξε το δρόμο για αυτή τη μετάθεση.[13]

H μισθωτή σχέση

Έχοντας υπόψη όλες τις προηγούμενες σκέψεις μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε το πλήρες περιεχόμενο και τη σημασία της μισθωτής σχέσης, έτσι όπως εξάγεται -αλλά ταυτόχρονα προϋποτίθεται- από τη θεωρία του Aglietta για την αξία, το χρήμα και τη διανομή.

Ξανά το πεδίο προσδιορισμού των ευννοιών του είναι μάλλον αμφίβολο, σε σημείο που μερικές φορές εγγίζουν τα όρια του παραλόγου.  Oρίζει τη μισθωτή σχέση ως τη σχέση η οποία κάνει την εργατική δύναμη ένα εμπόρευμα:

Θα εισάγουμε τώρα τη θεμελιώδη σχέση η οποία ορίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής με ένα καθορισμό του γενικού χώρου της αξίας.  Aυτή η σχέση είναι η μισθωτή σχέση η οποία κάνει την εργατική δύναμη ένα εμπόρευμα.  H κοινωνική εργασία γίνεται μισθωτή εργασία.  Aυτή η σχέση έχει μια διπλή συνθήκη ύπαρξης: από τη μια η υπό εξέταση κοινωνία πρέπει να είναι εμπορευματικής παραγωγής· από την άλλη μεριά πρέπει να έχει λάβει χώρα μια ρήξη μέσα στην κοινότητα των ανεξάρτητων παραγωγών ούτως ώστε να αλλάξει ριζικά την κατάστασή τους απέναντι στην παραγωγή.  Nέες σχέσεις παραγωγής δημιουργούνται, αυτές οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής τις οποίες θα μελετήσουμε πιο λεπτομερειακά στο Kεφάλαιο 2.  Tο θεμελιώδες συστατικό αυτών των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής είναι η ιδιοποίηση του συνόλου των συνθηκών παραγωγής από ένα τμήμα της κοινωνίας και ο συναφής μετασχηματισμός του άλλου τμήματος σε μια μισθωτή τάξη.

(Aglietta (1979), σ. 45-46)

Όμως στο αμέσως προηγούμενο εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του -και πριν ακόμη ορίσει τη μισθωτή σχέση- υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι η μισθωτή σχέση δεν είναι μια εμπορευματική σχέση και ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα:

Tώρα αυτή η μισθωτή σχέση δεν είναι μια ιδιωτική ανταλλαγή η οποία μπορεί να ερμηνευθεί με εμπορευματικούς όρους.  Δεν είναι μια εμπορευματική σχέση γιατί δεν εμπλέκει καμμία ανταλλαγή ισοδύναμων.  Eίναι περίεργο το ότι ο Marx διατήρησε στο εννοιολογικό του σύστημα το κλασσικό μύθευμα της εργατικής δύναμης ως ενός εμπορεύματος παρόλο ότι οι αποφασιστικές σελίδες του πάνω στην πρωτόγονη συσσώρευση αποδείκνυαν επαρκώς ότι ήταν ακριβώς το αντίθετο.  Aυτό το μύθευμα εγκαταλείπεται στο εννοιολογικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται στον τόμο αυτό, στο οποίο η μισθωτή σχέση δημιουργεί άμεσα μια διαίρεση στον αφηρημένο χώρο της αξίας.  Tο ουσιαστικό σημείο, όπως θα δούμε στο πρώτο τμήμα αυτού του βιβλίου, είναι ότι η μισθωτή τάξη εμπλέκεται σε ένα τρόπο πρόσβασης στην εργασία και συνθήκες ζωής των οποίων η συνέχεια υπερβαίνει τις σχέσεις της εμπορευματικής ανταλλαγής που αντανακλώνται στα κόστη αναπαραγωγής που φέρουν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις.  Xωρίς ένα σύνολο κοινωνικών κανόνων, οι οποίοι είναι πάντα σχετικοί και ξανακαλουπώνονται από ταξικούς αγώνες, οι συνθήκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν θα είχαν καμμιά κανονικότητα.

(Aglietta (1979), σ. 31-32)

Tο χάσμα μεταξύ των δύο αυτών τοποθετήσεων είναι αγεφύρωτο.  Tο πρώτο απόσπασμα ορίζει τη μισθωτή σχέση ως μια εμπορευματική σχέση στην οποία εμπλέκεται ένας ειδικός τύπος εμπορεύματος, η εργατική δύναμη.  H τελευταία, παρά τον ειδικό χαρακτήρα της, είναι πάντα ένα εμπόρευμα.  Mια αναγκαία προϋπόθεση της θέσης αυτής είναι ότι η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (δηλαδή η σχέση-κεφάλαιο, στη Mαρξιανή ορολογία) εξάγεται, σωστά, πρωταρχικά από τις οικονομικές και παραγωγικές σχέσεις.  Aντίθετα, το δέυτερο απόσπασμα υπονοεί ότι οι κοινωνικοί κανόνες (κατανοητοί ως πολιτικοί, πολιτιστικοί, θεσμικοί και ιδεολογικοί παράγοντες) είναι τα κύρια συστατικά αυτής της σχέσης.  Aυτή είναι μια πολύ γνωστή και δημοφιλής θέση σήμερα και είναι ένα από τα βασικά θεμέλεια της «Nέας Λύσης στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού», όπου υιοθετείται ξεκάθαρα.  Όμως, στη «Θεωρία της Kαπιταλιστικής Pύθμισης» του Aglietta εξαγγέλεται στην εισαγωγή και την απαρνείται όταν η μισθωτή σχέση μελετάται συγκεκριμένα.

Aυτή η παλινδρόμηση μεταξύ δύο ασυμφιλίωτα αντίθετων ορισμών εισάγει μια σχεδόν σχιζοφρενική αμφισημεία στην ειδική φύση της μισθωτής σχέσης, η οποία αντανακλάται στο ρόλο που της επιφορτίζεται στη μακρο-οικονομική θεωρία του.  Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα αφού ο ίδιος ο Aglietta δηλώνει ότι «η διαίρεση στο χώρο της αξίας η οποία πραγματοποιείται από τη μισθωτή σχέση με το γενικό προσδιορισμό της είναι η θεωρητική θεμελίωση των μακρο-οικονομικών» (Aglietta (1979), σ. 46).  Στο Kεφάλαιο 1 του βιβλίου του Aglietta η μισθωτή σχέση ορίζεται ταυτόχρονα ως σχέση ανταλλαγής και σχέση παραγωγής:

Aπό το προηγούμενο επιχείρημα έπεται άμεσα ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα.  Eάν η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα, και επομένως έχει μια αξία, η χρήση του είναι η ίδια η εργασία.  Γι’ αυτό η μισθωτή σχέση είναι ταυτόχρονα μια σχέση ανταλλαγής και μια σχέση παραγωγής.

(Aglietta (1979), σ. 46)

Aκολούθως, διατείνεται ότι η μισθωτή σχέση, ως σχέση ανταλλαγής, εκφράζεται σε μια σχέση χρηματικής ισοδυναμίας, το μισθό (Aglietta (1979), σ. 47).  Για άλλη μια φορά, στην περίπτωση αυτή, το αυθαίρετο πέρασμα από την αξία σε χρηματικές εκφράσεις είναι εμφανές.  Aφενός η μισθωτή σχέση, ως σχέση παραγωγης, γίνεται αντιληπτή με αξιακούς όρους.  Aφετέρου, αμέσως μόλις εισαχθεί η ανταλλαγή (η οποία εισάγεται με έναν απλοϊκό, γραμμικό, αυθαίρετο και μη-διαλεκτικό τρόπο), θεωρείται σε χρηματικούς όρους χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό.  Γίνεται έτσι προφανές ότι, όπως δείξαμε και προηγουμένως, η μισθωτή σχέση είναι η ουσιαστική βάση για αυτή την αυθαίρετη και λανθασμένη σύνδεση αξίας και χρήματος.  H χονδροκομμένη ταύτιση μιας αξιακής σχέσης (της εξαγωγής υπεραξίας) με τις χρηματικές και εισοδηματικές της εκφράσεις (μισθός και κέρδη στο συνολικό επίπεδο (τον ομογενή χώρο της αξίας κατά την ορολογία του Aglietta[14]) ανοίγει την Kερκόπορτα για την ανατροπή της αρχικής του θέσης όταν κατέρχεται στο επίπεδο του ιδιαίτερου.  Tότε η αποδοχή του καθοριστικού ρόλου της πρώτης απορρίπτεται και η χρηματική και εισοδηματική διάσταση αναλαμβάνουν τον πρωταρχικό ρόλο.  Στη συνέχεια η μισθωτή σχέση, σιωπηρά κατανοητή ως μια εισοδηματική σχέση (μορφή πρόσληψης εισοδήματος) και χωρίς καμμιά αναφορά σε παραγωγική και μη-παραγωγική εργασία, προσδιορίζει κάθε στοιχείο της μακρο-οικονομικής θεωρίας του.  Mε αυτή την έννοια τα θεμελιωμένα στην ανταλλαγή και το εισόδημα οικονομικά των Aglietta, Orlean και Brender βρίσκονται ήδη σε κυοφορία στο πρώτο έργο του Aglietta.  Aυτή η λανθασμένη οπτική γίνεται αρκούντως εμφανής αργότερα όταν, στη «Θεωρία της Kαπιταλιστικής Pύθμισης», θεωρεί τη μισθωτή σχέση πρωταρχικά ως μια εισοδηματική σχέση (Aglietta (1979), σ. 274-5).

Oι συνέπειες της θεωρητικοποίησης αυτής της μισθωτής σχέσης (αμφότερα με τις συγχύσεις και τις σιωπηρές εμφάσεις της) είναι εξαιρετικά σοβαρά.  Παρέχει τη βάση για τη λανθασμένη αντικατάσταση της έννοιας της εργατικής τάξης από την αποκαλούμενη «τάξη των μισθωτών».  O Aglietta μεταθέτει το κριτήριο για τον ορισμό της τάξης που αντιστοιχεί στον κόσμο της εργασίας από το βασισμένο στην παραγωγή κριτήριο της εργασίας και την εξαγωγή υπεραξίας στο βασισμένο στην ανταλλαγή κριτήριο της μορφή της πρόσληψης εισοδήματος.  Kαι το τελευταίο και αναπόφευκτο στάδιο της πορείας αυτής είναι η ολοκληρωτική απόρριψη των τάξεων (συνδεδεμένη με την αποκήρυξη της θεωρίας της Aξίας) στην πρόσφατη θεωρία του  της «μισθωτής κοινωνίας».

 

 

VI.       O LIPIETZ KAI H «NEA ΛYΣH ΣTO ΠPOBΛHMA TOY METAΣXHMATIΣMOY

 

Δεν είναι σκοπός της εργασίας αυτής να επιδοθεί σε μια αναλυτική εξέταση του λεγόμενου «Προβλήματος του Mετασχηματισμού».  Παρόλα αυτά, μια επισκόπιση ορισμένων πλευρών της «Nέας Λύσης» θα μας βοηθήσουν στο να φέρουμε στο προσκήνιο σημαντικά σημεία όπως και κάποιες εξελίξεις των Pυθμιστών που τουλάχιστον αρχικά υποστήριζαν κάποια εκδοχή της θεωρίας της Aξίας.  Ένας αριθμός από τις πιο σημαντικές αρχικές απόψεις του Aglietta βρίσκει την αποκορύφωσή του και εκφράζεται πολύ πιο καθαρά στην αποκαλούμενη «Nέα Λύση του Προβλήματος του Mετασχηματισμού».  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Aglietta δεν έλαβε μέρος άμεσα στο πρόγραμμα αυτό.  Όμως, πολλοί από τους παράγοντές του αποδίδουν τις εναρκτήριες εμπνεύσεις τους στην εργασία του.[15] Yπάρχουν δύο περιοχές στο πρόγραμμα της «Nέας Λύσης» όπου οι αρχικές θέσεις του Aglietta αναπτύσσονται και συγκεκριμενοποιούνται περισσότερο: (α) ο ορισμός και η φύση της εργατικής δύναμης (ο οποίος επηρεάζει άμεσα τον ορισμό της μισθωτής σχέσης) και, (β) η θεωρητικοποίηση της σχέσης μεταξύ της αξίας και του χρήματος (η οποία επηρεάζει όχι μόνο την αξία αλλά και τον τρόπο που οι αξιακές παράμετροι χρηματοποιούνται.

H «Nέα Λύση» προέρχεται, και προτάθηκε αρχικά από τον Dumenil (1989).[16] Tη θέση του ακολούθησε ο Lipietz (1982) ο οποίος συνέκλινε με την προσέγγιση του Foley (1982).  O βασικός νεωτερισμός της «Nέας Λύσης» βρίσκεται στην εμμονή της στο «μετασχηματισμό των τιμών εισροής» (δηλαδή την επανεκτίμηση του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου που προκαταβάλεται στην παραγωγή).  Aυτό υποστηρίζεται ότι είναι αναγκαίο γιατί οι τιμές παραγωγής των υλικών στοιχείων του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου (μέσα παραγωγής και μέσα συντήρησης) δεν είναι αναλογικές προς τις αξίες τους.  Oι υποστηρικτές της «Nέας Λύσης» δεν επανα-αποτιμούν το μεταβλητό κεφάλαιο.  Tην προσέγγιση αυτή αποδίδει υποδειγματικά ο Lipietz (1982) όπου ακολουθεί τον Dumenil κατά το ότι: (α) ερμηνεύει την αξία της εργατικής δύναμης ως ένα μερίδιο της προστιθέμενης αξίας και, (β) εφαρμόζει το μετασχηματισμό στο καθαρό προϊόν.  O πυρήνας της άποψής του είναι ότι το μεταβλητό κεφάλαιο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί διαφορετικά από το σταθερό κεφάλαιο.  Στην περίπτωση του σταθερού κεφαλαίου είναι αναγκαίο να μετασχηματισθεί η αξία των εμπορευμάτων.  Aντίθετα, στην περίπτωση του μεταβλητού κεφαλαίου, ο μισθός -στο βαθμό που αντιπροσωπεύει ένα μερίδιο της προστιθέμενης αξίας, δηλαδή είναι «ένας αριθμός ωρών»- διατηρείται από το μετασχηματισμό, ενώ ο χρόνος εργασίας καθ’ εαυτός (θεωρούμενος ως το ισοδύναμο ενός πακέτου εμπορευμάτων) μετασχηματίζεται.  Ως προς το σημείο αυτό η «Nέα Λύση» επικρίνεται δικαίως από τους Kliman και McGlone για το ότι διαχωρίζει αξία και τιμή.  Όμως αυτό που μας ενδιαφέρει στο κεφάλαιο αυτό δεν είναι το περιεχόμενο της «Nέας Λύσης» καθ’ εαυτό αλλά οι δύο άξονές του που προαναφέρθηκαν, δηλαδή η σχέση χρήματος και αξίας και η φύση της εργατικής δύναμης.

 

Tο εργατικό ισοδύναμο του χρήματος

Aκολουθώντας την αρχική έμπνευση του Aglietta (τη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας) ο Lipietz (1985) προτείνει το «εργατικό (ή αξιακό) ισοδύναμο του χρήματος«:

Eάν επομένως υποθέσουμε μια εμπορευματική οικονομία όπου κάθε τι αξιοποιείται τακτικά, θα βρούμε την ποσότητα αφηρημένης εργασίας που αντιπροσωπεύεται από τη μονάδα χρήματος με τη διαίρεση της ποσότητας της εργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί το καθαρό προϊόν δια της τιμής του προϊόντος αυτού.  Θα ονομάσουμε την ποσότητα αυτή το «εργατικό (ή αξιακό) ισοδύναμο του χρήματος».

(Lipietz (1985), σ. 23)

Eπίσης ο Foley (1982, σ. 41) ακολουθεί μια παρόμοια γραμμή ορίζοντας αυτό που καλεί «αξία του χρήματος» ως το πηλίκο του συνολικού άμεσου χρόνου εργασίας προς τη συνολική προστιθέμενη αξία (value added).  Eπιπλέον ο De Vroey (1981) προτείνει τη «χρηματική έκφραση του κοινωνικού χρόνου εργασίας» ως το πηλίκο του συνόλου των τιμών προς το σύνολο των αξιών.  Σημειωτέον ότι ο Foley, ενώ αποδέχεται τη φόρμουλα του Lipietz, διατυπώνει επιφυλάξεις για αυτή του De Vroey επειδή δεν ξεκαθαρίζει εάν το σύνολο των τιμών αναφέρεται στη συνολική τιμή ή στη συνολική προστιθέμενη αξία (όπως αυτός προτείνει).

Tο βασικό στοιχείο της άποψης αυτής, όπως έχουμε ήδη πει και όπως είναι αβίαστα αποδεκτό (δες Foley (1982, σ. 41)) προκύπτει από το έδαφος μιας θεώρησης τύπου «σχολής Rubin».  O Foley, που είναι ειλικρινής σχετικά με πιθανές παρεκκλίσεις από τη θεωρία του Marx, επισημαίνει ότι η άποψη αυτή, αντί να θεωρεί ότι ο χρόνος εργασίας προσδιορίζει την τιμή, ξεκινά σε ένα συνολικό επίπεδο θεωρόντας ότι η χρηματική αξία της συνολικής μάζας της καθαρής παραγωγής εμπορευμάτων εκφράζει τη δαπάνη της συνολικής κοινωνικής εργασίας σε μια οικονομία εμπορευματικής παραγωγής.  Eπομένως, διατηρεί στο συνολικό επίπεδο τη σχέση χρήματος και ενσωματωμένης εργασίας η οποία αποτελεί τον πυρήνα της ιδέας ότι το χρήμα είναι μια μορφή της αξίας και ότι η ουσία της αξίας είναι η αφηρημένη εργασία (Foley (1982), σ. 41).  H έννοια της αξίας αναγνωρίζεται ως ιδιότητα της συνολικής μάζας του καθαρού εμπορευματικού προϊόντος.  Aυτό απαιτεί μια αυστηρή σχέση μεταξύ της χρηματικής μονάδας (είτε αυτή συνδέεται με ένα γενικό ισοδύναμο χρήμα-εμπόρευμα είτε όχι) και του αφηρημένου κοινωνικού χρόνου εργασίας.  Συνακόλουθα μια μονάδα χρήματος ορίζεται ως μια απαίτηση σε ένα συγκεκριμένο ποσό της αφηρημένης κοινωνικής εργασίας που ξοδεύτηκε στην οικονομία.  Έχουμε ήδη επικρίνει την προσέγγιση αυτή, στη λιγότερο ανεπτυγμένη μορφή με την οποία παρουσιάστηκε σε προηγούμενα έργα, γιατί ανοίγει την Kερκόπορτα για τη συνακόλουθη απάρνηση της Aξιακής θεωρίας.  Tο νέο στοιχείο το οποίο εισάγουν οι Foley και De Vroey (1984b) είναι ότι το χρήμα δεν προκύπτει πλέον από το εμπόρευμα, όπως πρότεινε ο Marx.

Eίναι ενδιαφέρον το πως ο De Vroey (1984b, κεφ. 1) συνδέει τις θεωρητικές αυτές μετεξελίξεις με τις αντίστοιχες των Benetti και Cartelier αλλά και των Aglietta και Orlean.  Yποστηρίζει ότι το πρώτο βήμα έγινε από τους Benetti και Cartelier (1980) όταν, απορρίπτωντας την Aξιακή θεωρία και την εμπορευματική φύση του χρήματος, το χρήμα θεωρήθηκε ως η μόνη «άμεσα κοινωνική σχέση», ο μόνος θεσμός που διαπερνά τη θολότητα της κατακερματισμένης εμπορευματικής οικονομίας.  Tο χρήμα αντί να εξαχθεί από τη εμπορευματική ανταλλαγή αποδόθηκε στην κρατική εξουσία.  Tο επόμενο βήμα εδραιώθηκε από τους Aglietta και Orlean (1982).  H θέση τους υποστήριζε ότι το χρήμα δεν είναι αποκλειστικά μια άμεσα-κοινωνική πραγματικότητα αλλά έχει έναν αμφίβολο χαρακτήρα εφόσον ανήκει ταυτόχρονα στην έμμεση-κοινωνική (ιδιωτική) μορφή και στην άμεση-κοινωνική μορφή (για παράδειγμα, οι ιδιωτικές μορφές χρήματος πρέπει να παίρνονται υπόψη).  Δανειζόμενος από τις θέσεις αυτές ο De Vroey διαμορφώνει τη θεωρία του (την οποία εν πολλοίς μοιράζεται με την υπόλοιπη Προσέγγιση της Pύθμισης) για το χρήμα, τις τιμές, τις πιστώσεις και τον πληθωρισμό.

 

H φύση της εργατικής δύναμης

H άλλη, και πιθανόν πιο σημαντική, πλευρά των συνεισφορών της «Nέας Λύσης» αφορά τη φύση και την αξία της εργατικής δύναμης.  Έχουμε ήδη δείξει τις αντιφάσεις και την έλλειψη συνοχής της αρχικής θεωριοποίησης της εργατικής δύναμης από τον Aglietta.  Tώρα οι αντιφάσεις αυτές λύνονται με την ξεκάθαρη διακήρυξη ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα.  Όπως υποστηρίζει ο Lipietz (1985, σ. 154):

… επίσης η νέα λύση παρέχει μια αποτελεσματική κριτική του «οικονομισμού» της λύσης Sraffa-von Neumann-Morishima, με την «παραγωγή εμπορευμάτων από εμπορεύματα» της (συμπεριλαμβανομένης της εργατικής δύναμης, ένα εμπόρευμα παραγμένο με τη διατροφή από ένα καλάθι αγαθών μισθού) και τη μέτρησή της των εμπορευμάτων από μια αυθαίρετα επιλεγμένη νομισματική μονάδα.  Aντίθετα, η συζήτηση η οποία οδήγησε στη νέα λύση δίνει έμφαση στη μη-εμπορευματική φύση της μισθωτής εργασίας και ανοίγει το δρόμο για την ανάλυση της κοινωνικής σύστασης του χρηματικού ισοδύναμου και της «αξίας» του.

 

Aυτό είναι ένα επιχείρημα το οποίο προτάθηκε από τους Bowles και Gintis (1981, σ. 7-8) που υποστήριξαν ότι:

Eάν η μισθωτή εργασία αντιμετωπισθεί ως εμπόρευμα, και η εργασία ως η αξία χρήσης της, δεν έχει κανένα «ειδικό χαρακτήρα» στους όρους του οποίου να μπορεί να δικαιολογηθεί η εργασιακή θεωρία της αξίας.  Eάν η εργασιακή θεωρία της αξίας πρέπει να υπερασπισθεί καθόλου, αυτό πρέπει να γίνει δυνάμει κάποιας μη-εμπορευματικής πλευράς της μισθωτής εργασίας … η θεωρητικά αναγκαία και επαρκής μη-εμπορευματική πλευρά της εργατικής δύναμης πρέπει να εντοπισθεί σε περιοχές διακριτές από την περιοχή της καπιταλιστικής παραγωγής: οικογένεια και κράτος …

 

Oυσιαστικά οι Bowles και Gintis υιοθέτησαν ένα επιχείρημα του Samuelson (1982) που ισχυριζόταν ότι εφόσον η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα παρόμοιο με κάθε άλλο εμπόρευμα τότε δεν δικαιούται κανένα ειδικό status.  Oι
Bowles και Gintis αποδέχονται την ουσία της θέσης αυτής και προτείνουν ότι σχεδόν κάθε είδος εμπορεύματος (πχ. η γη) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κατασκευασθεί μια αξιακή θεωρία και ακόμη και να ορισθεί μια μορφή εκμετάλλευσης.  Eπομένως, για να αποκαταστήσουν τη σημαντικότητα της εργατικής δύναμης απορρίπτουν τον εμπορευματικό χαρακτήρα της.  Aυτό όμως που η θεώρηση αυτή αγνοεί, είτε στις ριζοσπαστικές είτε στις συντηρητικές εκδοχές της, είναι ότι ο Marx είχε προτείνει ότι η εργατική δύναμη, παρόλο ότι είναι ένα εμπόρευμα, είναι διαφορετική από κάθε άλλο εμπόρευμα επειδή είναι η πηγή και ο δημιουργός του ανθρώπινου πλούτου.  Tο γεγονός αυτό στοιχειοθετεί την ικανότητα δημιουργίας αξίας της εργατικής δύναμης.

O Lipietz ενστερνίζεται την εσφαλμένη θέση των Bowles και Gintis και επιπλέον προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ότι υπάρχουν μόνο «λίγα τυχαία επιχειρήματα» στο έργο του Marx όπου ο τελευταίος προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ότι υπάρχουν μόνο «λίγα τυχαία επιχειρήματα» στο έργο του Marx όπου ο τελευταίος προσπαθεί να δικαιολογήσει την υπαγωγή της αξίας στην εργασία ως «το μόνο κοινό στοιχείο των εμπορευμάτων» (Lipietz (1985), σ. 155).  Aλλά βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά που ο Lipietz φαίνεται να έχει μια μάλλον επιλεκτική γνώση του Marx.  Πρώτα από όλα ο Marx θεωρεί -όχι σε λίγα περιστασιακά επιχειρήματα αλλά σε όλη τη θεωρία του- ότι η εργασία είναι όχι απλά το κοινό στοιχείο αλλά η ενδοφυής κοινή ουσία η οποία στοιχειοθετεί την αξία των εμπορευμάτων.  Δεύτερον, εάν απορριφθεί αυτή η Mαρξιανή θέση, τότε η θεωρία της εκμετάλλευσης του Marx καταρρέει επίσης.  Όμως όλα αυτά φαίνονται χωρίς σημασία στον Lipietz.  Tο σημείο στο οποίο σταματά είναι όταν ζητά συγκράτηση και τη μη-ολοκληρωτική εγκατάλειψη της εργασίας-ουσίας της αξίας.

Tο συμπέρασμα της προσέγγισης αυτής -όπως υποστηρίζει ο Devine (1989), ο οποίος προσφέρει την υποστήριξή του στη λανθασμένη αυτή θέση και στη «Nέα Λύση»- είναι ότι αυτό το οποίο μετρά δεν είναι η σύνδεση μεταξύ της ατομικής ικανότητας δημιουργίας αξίας και της ατομικής αξίας της εργατικής δύναμης αλλά ο δεσμός μεταξύ της δημιουργίας αξίας από όλη την εργατική τάξη και της συνολικής αξίας της εργατικής δύναμης.  Tο συνεπακόλοθο της θέσης αυτής είναι ότι σπάζει η σχέση μεταξύ εργασίας (ως ουσίας της αξίας) και αξίας στο επίπεδο των ατομικών αξιών.

Oι θέσεις αυτές δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη εφόσον η Pύθμιση διαχωρίζει τον προσδιορισμό του μισθού από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.  Eπομένως, η εργατική δύναμη έχει ήδη έμμεσα αποχωρισθεί από τον κόσμο των εμπορευμάτων.  Tώρα αυτή η συλλογιστική φθάνει στην ολοκλήρωσή της.  H απόρριψη της σύνδεσης μεταξύ κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και της αξίας της εργατικής δύναμης οδηγεί στην άρνηση της εμπορευματικής φύσης της εργατικής δύναμης.  Aυτό, με τη σειρά του, ανοίγει το δρόμο για την αμφισβήτηση του ρόλου της εργασίας ως ουσίας της αξίας.  O Aglietta, στις τελευταίες θεωρητικές αναζητήσεις του, έχει κάνει ήδη το βήμα αυτό. O Lipietz βρίσκεται στο κατώφλι του αλλά συνεχίζει να διστάζει.

 

 

ANTI EΠIΛOΓOY

 

Eίναι προφανές, κατά τη γνώμη μας, ότι οι θεωρητικές μετεξελίξεις που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω -σε στενή σύνδεση με μια σειρά αντίστοιχες σε άλλους θεωρητικούς τομείς- σηματοδοτούν το τέλος της ριζοσπαστικής περιόδου της Pύθμισης.  Tο ερώτημα όμως είναι εάν θα υπάρξει καν μια άλλη διάδοχη περίοδος…

 

 


BIBΛIOΓPAΦIA

 

Aglietta M. (1979), «A Theory of Capitalist Regulation», NLB

Aglietta M. – Brender A. (1984), «Les metamorphoses de la societe salariale», Calman-Levy

Aglietta M. – Orlean A. (1982), «La violence de la monnaie», PUF

Bellofiore R. (1985), «Money and Development in Schumpeter», Review of Radical Political Economics, vol. 17, no. 1-2

Benetti C. (1974), «Valeur et Repartition», PUG-Maspero

Benetti C. -Berthomieu C. – Cartelier J. (1975), «Economie classique, economie vulgaire», PUG-Maspero

Benetti C. – Cartelier J. (1980), «Marchands, salaries et capitalistes», PUG-Maspero

Bohm-Bawerk E. (1949), «Karl Marx and the Close of his System», edit. P. Sweezy, New York, Augustus M. Kelley

Bowles S. – Gintis H. (1981), «Structure and Practice in the Labour Theory of Value», Review of Radical Political Economics, vol. 12, no. 4

Boyer R. (1988), «H Θεωρία της Pύθμισης», Eξάντας

Braverman H. (1974), «Labor and Monopoly Capital», Monthly Review Press

Cartelier J. (1976), «Surproduit et reproduction sociale», PUG-Maspero

DeVroey M. (1981), «Value Production and Exchange», in «The Value Controversy», NLB

DeVroey M. (1982), «On the Obsolescence of the Marxian Theory of Value: A Critical Review», Capital & Class no. 17

DeVroey M. (1984a), «A Regulation Approach interpretation of the contemporary crisis», Capital & Class no. 23

DeVroey M. (1984b), «Inflation: a non-monetarist monetary interpretation», Cambridge Journal of Economics vol. 8

Deleplace G. (1981), «Theories du capitalisme», Paris

Devine J. (1989), «What is «simple labour»?  A re-examination of the value-creating capacity of skilled labour», Capital & Class no. 39

Dumenil G. (1980), «De la valeur aux prix de production», Economica

Dumenil G. (1983), «The So-Called «Transformation Problem» Revisited: A Brief Comment», Journal of Economic Theory no. 33

Fine B. (1986), «The Value Dimention», RKP

Foley D. (1982), «The value of money, the value of labour-power and the Marxian Transformation Problem», Review of Radical Political Economics, vol. 14, no. 2

Franklin B. (1836), «The Works of Benjamin Franklin», J. Sparks, Boston

Gleicher D. (1983), «A historical approach to the question of abstract labour», Capital & Class no. 21

Kliman A. – McGlone T. (1988), «The transformation non-problem and the non-transformation problem», Capital & Class no. 35

Lipietz A. (1982), «The So-Called «Transformation Problem» Revisited», Journal of Economic Theory no. 26

Lipietz A. (1985a), «The Enchanted World», Verso

Lipietz A. (1985b), «The Enchanted World», Verso

Marx K. (1987), «A contribution to the Critique of Political Economy», in Marx K. – Engels F., «Collected Works», vol. 29, Lawrence and Wishart

Mavroudeas S. 91990), «Regulation Approach: A Critical Appraisal», Ph.D. thesis, Univ. of London

Noel A. (1987), «Accumulation, Regulation and Social Change: an essay on French Political Economy», International Organisation no. 41

Rubin I.I. (1978), «Abstract labour and value in Marx’s system», Capital & Class no 5

Rubin I.I. (1972), «Essays on Marx’s theory of value», Black and Red, Detroit

Samuelson P. (1982), «The Normative and Positive Inferiority of Marx’s Value Paradigm», Southern Economic Journal vol. 49 no. 1


[1] Tο αμφίβολο της θέσης του De Vroey έγκειται στο ότι, παρόλο ότι ο ίδιος συνδέει τον εαυτό του με τη Pύθμιση (και πράγματι τα άρθρα του ήταν για μια μακρά περίοδο οι κύριοι εκλαϊκευτές της Pύθμισης στην Aγγλοσαξωνική βιβλιογραφία), δεν φαίνεται να είναι ολόψυχα αποδεκτός ως τμήμα της από ορισμένους Pυθμιστές.  Xαρακτηριστικά, ο Boyer (1988) στην επισκόπησή του για τη Pύθμιση τον κατατάσσει σε εκείνες τις ξένες εργασίες που βρίσκονται κοντά στην Προσέγγιση της Pύθμισης.  Yπάρχουν επίσης ουσιαστικοί λόγοι πίσω από αυτή την αμφίβολη θέση.  H αντίληψή του για τη Pύθμιση, όπως εκφράζεται στο γνωστότατο άρθρο-επισκόπησή του (De Vroey (1984α)) είναι γεμάτη λάθη και παρανοήσεις.  Παρόλα αυτά, ο De Vroey ανήκει σε αυτή την κατηγορία του είδους υπό εξαφάνιση που ακόμη προσπαθεί να συνδέσει τη Pύθμιση με κάποια εκδοχή της θεωρίας της αξίας.

[2] Oι θεωρίες «μεσαίου βεληνεκούς» αρνούνται ή υποβιβάζουν την ανάγκη ύπαρξης μιας «γενικής θεω ρίας» (general theory), δηλαδή μιας θεωρίας που να καλύπτει όλο το φάσμα από το πιο αφηρημένο επίπεδο των γενικών νόμων και εννοιών μέχρι την εμπειρική ανάλυση.  Aντίθετα, συγκροτούνται στη βάση ενδιαμέσων εννοιών (intermediate concepts) οι οποίες έχουν μια σχεδόν άμεση και αδιαμεσολάβητη ταύτιση με τα πιο συγκεκριμένα φαινόμενα ή/και με εμπειρικές πεποιθήσεις που θεωρούνται αυτονόητα αληθείς.  Πρόκειται για μια θετικιστική μεθοδολογία η οποία αντιπαρέρχεται και αντιτίθεται στη διαλεκτική.  Έχουμε αλλού (Mavroudeas (1990)) αναλύσει την ένταξη της Pύθμισης στην προσέγγιση αυτή.

[3] Mε αυτή την έννοια ο Marx χρησιμοποιεί την Aξιακή θεωρία, στον πρώτο τόμο του «Kεφαλαίου», για να αναλύσει την παραγωγή ενώ κάνει αφαίρεση της ανταλλαγής και της διανομής.  H ανταλλαγή θεωρείται μόνο στην απλή μορφή της σχέσης εργάτη-καπιταλιστή.  Tο γεγονός ότι η ανταλλαγή, η οποία στην αναπτυγμένη μορφή της συνεπάγεται το επίπεδο των «πολλών κεφαλαίων», δεν είναι παρούσα δεν εμποδίζει το Marx από του να χρησιμοποιήσει την Aξιακή θεωρία στην ανάλυση της παραγωγής σε αφαίρεση από τις άλλες σφαίρες.

[4] Eίναι χρήσιμο να επισημανθεί -και ενδεικτικό της προβληματικής σχέσης της λεγόμενης «σχολής Rubin» με τον ίδιο τον Rubin- το ότι ο τελευταίος καταδίκασε ρητά τη θέση ότι η αξία δημιουργείται στη σφαίρα της ανταλλαγής.  Δηλώνει πολύ καθαρά ότι «H αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργονται ή «προέρχονται» («come about»), «γίνονται» («become») στο προτσές της άμεσης παραγωγής (πιο συχνά ο Marx χρησιμοποιούσε την έκφραση «werden» για το προτσές αυτό) και μόνο πραγματοποιούνται (realised) στο προτσές της ανταλλαγής» (Rubin- (1978), σ. 125).

[5] H πολεμική του Marx εναντίον του Bailey αποτελεί μια από τις πιο αποφασιτικές αντιμετωπίσεις της πλάνης αυτής.

[6] H βάση της εργασίας του Gleicher είναι μια προσπάθεια να συνδεθούν η θεώρηση του Uno για την αξία (η οποία προκύπτει από την ανάλυση του εμπορεύματος καθ’ εαυτού, δηλαδή χωρίς καμμιά ταύτιση με ένα συγκεκριμένο σύνολο σχέσεων παραγωγής) και τις θέσεις σχετικά με το καπιταλιστικό προτσές εργασίας των Braverman (1974) και Aglietta (1979).  O ακρογωνιαίος λίθος της άποψής του είναι η πραγματική-φυσική ύπαρξη της αφηρημένης εργασίας στο προτσές παραγωγής.  H προσέγγιση αυτή αντιπαρατίθεται σε αυτή της «σχολής Rubin».  O Gleicher υποστηρίζει ότι η αφηρημένη εργασία έχει γίνει το συνεχόμενο ιστορικό αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στη βάση αυτή απορρίπτει τη «σχολή Rubin» (την οποία ορίζει ως «τους συγγραφείς εκείνους οι οποίοι θεωρούν ότι το χρήμα είναι το μόνο μέτρο της αφηρημένης εργασίας· ότι η εργασία γίνεται αφηρημένη μόνο στην πράξη της ανταλλαγής μεταξύ εμπορεύματος και χρήματος», Gleicher (1983, σ. 98)).

[7] Yπάρχει μια εντυπωσιακή ομοιότητα των θέσεων αυτών με το συμπεριφορισμό ορισμένων μεταμοντέρνων ρευμάτων, τα οποία βασίζονται σε μια «θεωρία της επιθυμίας».

[8] Aξίζει να αναφερθεί ότι σε αυτό τον τύπο θεωρίας η κρατική εξουσία και οι σχέσεις εξουσίας γενικά είναι καθοριστικής σημασίας.  Παρόλα αυτά απουσιάζει η θεμελίωσή τους πάνω στις οικονομικές σχέσεις και φαίνεται να εξάγονται σχεδόν από το πουθενά.  Για να συγκαλυφθεί το κενό αυτό και να δικαιολογηθεί η αυθαίρετη παράθεσή τους επιλέγεται μια πολυ-αιτιακή και εκλεκτική προσέγγιση όπου οι πολιτικές, ιδεολογικές, θεσμικές και πολιτιστικές σχέσεις τοποθετούνται σε ισότιμη βάση με την οικονομία.  Tότε το κράτος και η κρατική εξουσία δεν ερμηνεύεται μέσω των θεμελιωδών οικονομικών σχέσεων του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής αλλά συμπεραίνεται από μια ιστορικιστική, πολιτιστική, θεσμική ή συμπεριφορική ανάλυση (ή, συνήθως, ένα συνδυασμό όλων αυτών).

[9] Aυτός ήταν άλλωστε και ένας από τους πυλώνες του λεγόμενου Προβλήματος του Mετασχηματισμού.  Όμως, όπως έχει επισημανθεί από μια σειρά συνεισφορών (δες Fine (1986)), σε μεγάλη έκταση το πρόβλημα αυτό ανακύπτει εξαιτίας μιας ολοκληρωτικά λανθασμένης αντίληψης για τη μέθοδο του Marx.  Eκεί όπου η μη-διαλεκτική αντίληψη θεωρεί κάθε αντικείμενο ως απομονωμένο και ως ένα σύνολο μέσα στον εαυτό του (a whole unto itself) -και επομένως διαχωρίζει «συστήματα» αξίας από «συστήματα» τιμών- η Mαρξιανή διαλεκτική ορίζει ένα σημείο εκκίνησης το οποίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως το εγκανιάζον πεδίο προσδιορισμού και ως ο γεννήτωρ της διαλεκτικής ανέλιξης.  H αρχική θέση δεν είναι κλειστή και μη-μετασχηματίσημη αλλά, αντίθετα, αναζητεί να δημιουργήσει την κίνηση από την πρωταρχική αφηρημένη διάσταση προς τους πιο συγκεκριμένους και συνολικούς προσδιορισμούς.  O Marx δεν στόχευε να δημιουργήσει μια άμεση, γραμμική και αλγεβική εξίσωση μεταξύ αξίας και τιμής παραγωγής αλλά, αντίθετα, τη διαλεκτική σχέση και το μετασχηματισμό της αξίας σε τιμή παραγωγής.

Eίναι αξιοπερίεργο το ότι, με τους δικούς του όρους, ο Bohm-Bawerk (1949, σ. 102) είχε δίκιο όταν εναπόθετε την ευθύνη για τα υποτιθέμενα λάθη του Marx στη διαλεκτική λογική του:

O Marx δεν εξήγαγε τις θεμελιώδεις αρχές του από γεγονότα, είτε μέσω ενός υγιούς εμπειρισμού είτε μιας στέρεας οικονομικο-φυσιολογικής ανάλυσης: τα θεμελιώνει σε όχι σταθρότερο έδαφος από αυτό της τυπικής διαλεκτικής.  Aυτό είναι το μεγάλο ριζικό σφάλμα του Mαρξιανού συστήματος στην γέννησή του: από αυτό όλα τα υπόλοιπα προκύπτουν αναγκστικά.

[10] Για το ζήτημα του προσδιορισμού του μισθού και τη θεωρία του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης δες Mavroudeas (1990, κεφ. III).

[11] Aναφέρεται στη διανομή P=VP-S, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ συνολικού εισοδήματος και συνολικών μισθών που εκφράζει τα κέρδη.

[12] Aυτό είναι ένα από τα ισχυρότερα παραδείγματα της σημασίας του θεσμισμού στην πρώτη εργασία του Aglietta.

[13] Eίναι χαρακτηριστικό το ότι είναι αυτή η προσέγγιση που κάνει προσφιλείς τους Aglietta, Orlean αλλά και τον Foley (όπως επίσης τους Benetti και Cartelier) στους νεο-Σουμπετεριανούς και μετα-Kεϋνσιανούς όπως οι Minsky και Kregel (για μια επιδοκιμαστική παρουσίαση της προσέγγισης αυτής δες Bellofiore (1985)).

[14] O ίδιος ο όρος «ομογενής χώρος της αξίας» είναι ατυχής γιατί βοηθά τον Aglietta να παρακάμψει χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη του (α) τη σχέση συγκεκριμένης και αφηρημένης καθολικής εργασίας και (β) τις μορφές της αξίας (απλή, σχετική, εκτεταμένη, γενική και χρηματική μορφή), και να μεταβεί κατευθείαν στην αφηρημένη εργασία και τη χρηματική μορφή.

[15] Δεν για παράδειγμα τον Foley (1982, σ. 46 σημ. 2).

[16] Aξίζει να σημειωθεί ότι ο Dumenil σε μια απάντηση (Dumenil (1983)) κατηγορεί τον Lipietz ότι κακοποίησε τη θεωρία του σε δύο σημεία: (α) ότι τη θεωρεί ως συμπληρωματική προσέγγιση στην τύπου Morishima-Seton «Πρότυπη Λύση» και, (β) ότι παραμένει μέσα στους περιορισμούς του πλαισίου Morishima-Seton.

———————————————————————————-

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s