«Το ελληνικό κράτος και το ξένο κεφάλαιο στην οικονομική κρίση» – κείμενο διάλεξης Παντείου

«Το ελληνικό κράτος και το ξένο κεφάλαιο στην οικονομική κρίση»

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμ. Οικονομικών

Παν.Μακεδονίας

e-mail: smavro@uom.gr

web: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

Διάλεξη στο σεμινάριο «Κράτος και Δίκαιο στον 21ο αιώνα» του Γενικού Τμήματος Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου, Αθήνα Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Ι. Εισαγωγή: ορισμένες αναγκαίες διευκρινίσεις

Ορισμένες διευκρινήσεις είναι αναγκαίες εφόσον το σεμινάριο αυτό απευθύνεται κυρίως σε μη-οικονομολόγους και συνεπώς κάποιες έννοιες έχουν ένα διαφορετικό νόημα.

Πρώτη διευκρίνιση: το κράτος ορίζεται (πριν και πέρα από τις θεσμικές λειτουργίες του) ως ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης. Δηλαδή, είναι ένας μηχανισμός του καπιταλιστικού συστήματος (αστικό κράτος) που σκοπό έχει (α) να διαμορφώνει και να διαφυλάσσει τα συνολικά συμφέροντα του συστήματος, πέρα από τις προτεραιότητες επιμέρους μερίδων του κεφαλαίου και (β) να τα επιβάλλει στο σύνολο της κοινωνίας ως «εθνικό» συμφέρον. Δηλαδή είναι ο βασικότερος μηχανισμός εξάσκησης ηγεμονίας από την πλευρά της αστικής τάξης επάνω στις άλλες κοινωνικές τάξεις. Αυτό σημαίνει ότι το αστικό κράτος, ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης πρέπει κάνει τα ακόλουθα. Πρώτον, να συμβιβάζει τα επιμέρους συμφέροντα των ιδιαίτερων μερίδων και μπλοκ του κεφαλαίου και να προβάλλει μία κοινή συνισταμένη που να διασφαλίζει τα γενικά συμφέροντα και προοπτικές του συστήματος. Αυτό, πολλές φορές σημαίνει ότι τα συμφέροντα και οι επιλογές κάποιων ισχυρών μερίδων του κεφαλαίου επιβάλλονται, εκόντως ακόντως, έναντι άλλων μέσα όμως σε κάποια εύλογα όρια. Δεύτερον, αυτή η κοινή καπιταλιστική συνισταμένη επιβάλλεται στο σύνολο της κοινωνίας και ιδιαίτερα στην άλλη βασική κοινωνική τάξη του καπιταλιστικού συστήματος, την εργατική τάξη, ως συμφέρον όλης της κοινωνίας («εθνικό» συμφέρον). Η επιβολή αυτή γίνεται μέσω διαδικασιών και μηχανισμών καταστολής και ενσωμάτωσης (μαστίγιου και καρότου), δηλαδή και με την αυταρχική επιβολή αλλά και με μεθόδους εξαγοράς (φυσικά με φθηνό αντίτιμο έναντι των εξαγόμενων οφελών για το κεφάλαιο).

Δεύτερη διευκρίνιση: γύρω από την έννοια του ξένου κεφαλαίου υπάρχει μία μεγάλη βιβλιογραφία και συζήτηση τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Η συζήτηση αυτή εστιάζεται, μεταξύ άλλων, στο εάν η δραστηριότητα του ξένου κεφαλαίου βοηθά ή παρεμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, δηλαδή εάν προκύπτει οικονομική εξάρτηση η οποία οδηγεί σε υπανάπτυξη. Αφορά επίσης, εξ αντανακλάσεως, το εάν και κατά πόσο το ελληνικό κεφάλαιο δρα και αυτό ως ξένο κεφάλαιο σε άλλες χώρες, δηλαδή εάν προκύπτει ιμπεριαλιστική δράση του ελληνικού κεφαλαίου. Πολύ συνοπτικά, στην παρουσίαση αυτή θα υποστηριχθούν τα ακόλουθα.

Πρώτον, το ξένο κεφάλαιο (ιδιαίτερα αυτό των αναπτυγμένων χωρών που εξαπλώνεται σε λιγότερο αναπτυγμένες και υπανάπτυκτες χώρες) αποσκοπεί σε πρόσθετα κέρδη, που συνήθως προκύπτουν γιατί τα περιθώρια κερδοφορίας και συσσώρευσης στις οικονομίες χαμηλότερου επιπέδου ανάπτυξης είναι μεγαλύτερα. Αυτά τα πρόσθετα κέρδη το ξένο κεφάλαιο μπορεί είτε να τα εξάγει στη μητρική οικονομία είτε να τα επανεπενδύσει στις οικονομίες χαμηλότερου επιπέδου ανάπτυξης. Επί της αρχής, το ξένο κεφάλαιο δεν έχει μόνο μία επιλογή (την εξαγωγή των πλεονασμάτων και άρα την αφαίμαξη των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών, όπως υποστηρίζουν οι Θεωρίες της Εξάρτησης) αλλά μπορεί κάλλιστα, στο βαθμό που διαγράφονται θετικές προοπτικές κερδοφορίας και συσσώρευσης, να τα επανεπενδύσει στις οικονομίες χαμηλότερου επιπέδου ανάπτυξης και συνεπώς να ενισχύσει τις διαδικασίες καπιταλιστικής ανάπτυξης τους. Αυτό δεν ακυρώνει σε καμία περίπτωση την εξαγωγή ιμπεριαλιστικών υπερκερδών τα οποία εγγράφονται στη συσσώρευση της πολυεθνικής μητρικής εταιρείας ακόμη και όταν παραμένουν στο έδαφος μίας άλλης οικονομίας (εκτός της οικονομίας-βάσης της πολυεθνικής εταιρείας). Από την άλλη βέβαια μπορεί, εφόσον συντρέχουν αντίστοιχες συνθήκες, να αποσύρει κέρδη και επενδύσεις και να τα επαναφέρει στην οικονομία-βάση. Το ξένο κεφάλαιο παρουσίασε και τις δύο αυτές συμπεριφορές σε σχέση με την ελληνική οικονομία όλο το προηγούμενο διάστημα και ιδιαίτερα στην κρίσιμη μεταπολεμική περίοδο.

Δεύτερον, ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ένας δεύτερης γενεάς, μεσαίου βεληνεκούς (δηλαδή μεσαίων και ασταθών ιμπεριαλιστικών δυνατοτήτων) καπιταλισμός[1]. Είναι δεύτερης γενεάς καπιταλισμός γιατί δεν ανήκει στην ομάδα χωρών που πρώτες προχώρησαν στο δρόμο του καπιταλισμού (Δυτική Ευρώπη και Ιαπωνία) ήδη από τον 17ο αι. αλλά στην δεύτερη ομάδα που τις ακολούθησε αργότερα. Δεν ανήκει όμως σίγουρα στις χώρες εκείνες στις οποίες ο καπιταλισμός εγκαθιδρύθηκε αρκετά καθυστερημένα και μάλιστα με την κρίσιμη παρέμβαση ευρωπαϊκών καπιταλιστικών δυνάμεων. Οι καπιταλιστικές σχέσεις είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο ελλαδικό χώρο ήδη από τον 19ο αι. ενώ οι προ-καπιταλιστικές πρόδρομες δραστηριότητες (εμπόριο κλπ.) είχαν μία ήδη μακρύτερη διαδρομή πίσω τους. Ταυτόχρονα όμως υπήρχαν αναπτυγμένα κεφάλαια ελληνικής ιδιοκτησίας τόσο στον ευρύτερο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και στις ευρωπαϊκές χώρες. Γι’ αυτό ο ελληνικός καπιταλισμός χαρακτηρίζεται ως δεύτερης εσοδείας, δηλαδή ανήκει στην ομάδα εκείνη χωρών που ακολούθησαν τις πρώτες με μία μεγαλύτερη ή μικρότερη χρονική υστέρηση. Η στιγμή εκκίνησης προδιέγραψε ως ένα βαθμό – γιατί μπορούν και έχουν υπάρξει σοβαρές αλλαγές θέσεων – και την θέση στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Έτσι ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είναι ούτε ένας υπεραναπτυγμένος αλλά ούτε και ένας υπανάπτυκτος καπιταλισμός. Αντίθετα, κατέχει μία ενδιάμεση θέση, δηλαδή αποτελεί ένα καπιταλισμό μεσαίου επιπέδου ανάπτυξης. Επιπλέον, η γεωπολιτική θέση του ελληνικού καπιταλισμού στην Νότια Ευρώπη, δηλαδή στις παρυφές της βασικότερης πρώτης καπιταλιστικής συγκρότησης (αυτή της Δυτικής Ευρώπης) και η στενή διαπλοκή με αυτή, επηρέασε καθοριστικά την ιστορική διαδρομή του καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Έτσι, ο ελληνικός καπιταλισμός μπορεί να υστερούσε σε σχέση με τους δυτικοευρωπαϊκούς αλλά ταυτόχρονα επηρεαζόταν στενά από τις εξελίξεις σε αυτούς και ήταν στενά διασυνδεδεμένο μαζί τους. Γι’ αυτό άλλωστε και συχνά στην ιστορική διαδρομή του υιοθετούσε – με ιδιομορφίες και αντιφάσεις – τα πιο προηγμένα πρότυπα του δυτικοευρωπαϊκού καπιταλισμού υπερπηδώντας ενδιάμεσα στάδια εξέλιξης (από τα οποία οι τελευταίοι είχαν ήδη περάσει). Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή η στενή διαπλοκή με τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό και ιδιαίτερα η βαρύνουσα σημασία των ελληνικών κεφαλαίων της διασποράς προσέδωσε στον ελληνικό καπιταλισμό έναν εξαιρετικά διεθνοποιημένο χαρακτήρα. Ταυτόχρονα όμως του έθεσε μία βασική αντίφαση που τον ταλάνισε επί μακρόν: το μέγεθος του ελληνικού κράτους (και της οικονομίας του) ήταν αρχικά εξαιρετικά μικρό για να αποτελέσει ικανοποιητική βάση ιδιαίτερα για τα διεθνοποιημένα ελληνικά κεφάλαια. Έτσι, ενώ είχε ωριμάσει η ανάγκη και τα κεφάλαια αυτά να αποκτήσουν μία εθνική βάση στήριξης και προστασίας, από την άλλη η βάση αυτή δεν ήταν επαρκής. Το αποτέλεσμα ήταν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα – για ορισμένα, όπως το ναυτιλιακό κεφάλαιο, μέχρι σήμερα – πολλά από αυτά να έχουν ισχυρότερες βάσεις στο εξωτερικό και ταλαντεύσεις όσον αφορά την προσήλωση τους στην δημιουργία μίας σταθερής εθνικής βάσης. Αυτό μπορεί να χαρακτηρισθεί ως το πρόβλημα του ανεπαρκούς ζωτικού χώρου που με διάφορους τρόπους επανέρχεται και ταλανίζει τον ελληνικό καπιταλισμό σε διάφορες ιστορικές φάσεις. Αυτό το πρόβλημα πιέζει συνεχώς το ελληνικό κεφάλαιο να επεκτείνει τα κρατικά όρια του ή/και να διαχυθεί σε άλλες οικονομίες. Αυτό μεταφράζεται σε αρκετά κύματα ιμπεριαλιστικών εφορμήσεων σε κοντινότερες ή πιο απομακρυσμένες οικονομίες. Όμως αυτές οι ιμπεριαλιστικές εφορμήσεις ήταν σχεδόν πάντα σε συνεργασία με κάποιων ή κάποιους ισχυρότερους ιμπεριαλισμούς. Επίσης, δεν κατόρθωσαν μέχρι σήμερα να παγιώσουν με μία σχετική μονιμότητα κάποιους εξωτερικούς χώρους ηγεμονίας και ελέγχου. Αυτό δίνει στις ιμπεριαλιστικές εφορμήσεις του ελληνικού κεφαλαίου μία αστάθεια και τον χαρακτηρίζει ως ένα μεσαίου βεληνεκούς καπιταλισμός με περιορισμένες ιμπεριαλιστικές δυνατότητες. Τέλος, μία άλλη σημαντική αντίφαση του ελληνικού καπιταλισμού είναι το ότι η στενή σχέση του με την Δύση συμβαδίζει με σοβαρές ασυγχρονίες, δηλαδή ο ελληνικός καπιταλισμός εμφανίζει σε διάφορες περιόδους και για διάφορους συγκεκριμένους λόγους σημαντικές χρονικές υστερήσεις έναντι των Δυτικών προτύπων και τάσεων.

Τελευταία διευκρίνιση: τι είναι ο ιμπεριαλισμός (ή αλλιώς η θεωρία του ιμπεριαλισμού)[2]. Ο ιμπεριαλισμός είναι πρώτα και κύρια οικονομική διαδικασία από την οποία προκύπτουν πολιτικο-στρατιωτικές διαδικασίες. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς πολλές φορές ο ιμπεριαλισμός ταυτίζεται με την πολιτικο-στρατιωτική επέμβαση και σύγκρουση. Η οικονομική αυτή διαδικασία – δηλαδή η εξαγωγή κεφαλαίων είτε με όλες είτε με κάποιες από τις τρεις θεμελιακές μορφές του κεφαλαίου (δηλαδή η εξαγωγή εμπορευμάτων, η εξαγωγή χρηματικού κεφαλαίου και η εξαγωγή παραγωγικών δραστηριοτήτων) γεννιέται από τις – πολλές φορές ακόμη πρώιμες και λανθάνουσες – κρισιακές τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Με αυτή την έννοια αποτελεί ταυτόχρονα ένδειξη δύναμης και αδυναμίας. Αυτή η οικονομική έξοδος στο εξωτερικό οδηγεί σε σύγκρουση με άλλα κεφάλαια από άλλες χώρες που υιοθετούν την ίδια κίνηση. Στην οικονομική αυτή σύγκρουση έρχεται να προστεθεί η πολιτική συνεπικουρία των κρατών προέλευσης ή στήριξης των κεφαλαίων αυτών, γεγονός που μετατρέπει την οικονομική σύγκρουση και σε πολιτική. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής συχνά διαμορφώνονται λιγότερο ή περισσότερο σταθερά και μόνιμα μπλοκ κεφαλαίων και κρατών. Με βάση τα παραπάνω, ο ιμπεριαλισμός μπορεί να ορισθεί ως η εξαγωγή από τις ισχυρότερες καπιταλιστικές δυνάμεις των κρισιακών τάσεων στο εξωτερικό λόγω αυξημένου εθνικού και διεθνούς ανταγωνισμού που οδηγεί σε διεκδίκηση σφαιρών επιρροής – σε βάρος άλλων λιγότερο ισχυρών χωρών – που αποσκοπεί όμως εν τέλει στην υπερίσχυση έναντι άλλων ισχυρών καπιταλιστικών δυνάμεων. Συνεπώς, οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί αποτελούν τον κινητήριο μοχλό όλης της διαδικασίας. Η πολιτικο-στρατιωτική σύγκρουση (ανοικτή είτε συγκεκαλυμμένη) είναι το αναγκαίο συνεπακόλουθο της διαδικασίας αυτής. Με αυτή την έννοια ο ιμπεριαλισμός δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο κάποιου σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος αλλά αποτελεί τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του διεθνούς πολιτικο-οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού. Με βάση τα παραπάνω, η δομή του ιμπεριαλισμού είναι πυραμιδοειδής, δηλαδή είναι μία ιεραρχική δομή όπου υπάρχουν διάφορα επίπεδα και οι χώρες που εντάσσονται στο καθένα έχουν διαφορετικές δυνατότητες και βαθμούς ελευθερίας δράσης. Έτσι εξηγούνται τόσο οι οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ αναπτυγμένων χωρών όσο και το φαινόμενο των λεγόμενων «πολυεθνικών του Τρίτου Κόσμου».

ΙΙ. Η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση:

κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου

Η σημερινή κρίση είναι συνέχεια της μεγάλης δομικής κρίσης του 1973-75, δηλαδή της τρίτης παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού (έπειτα από αυτές του 1873 και 1929), η οποία ήταν μια κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ΟΣΚ), δηλαδή ήταν μια τυπική κρίση a-la-Marx (Shaikh & Tonak (1994)). Αγκάλιασε το σύνολο των καπιταλιστικών οικονομιών και έχει, μέχρι σήμερα, μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Ιδιαίτερα, έθεσε τέλος στην μεταπολεμική 25ετία ισχυρής και σχετικά απρόσκοπτης καπιταλιστικής συσσώρευσης, που χαρακτηρίσθηκε ως η δεύτερη «χρυσή εποχή» του συστήματος (η πρώτη «χρυσή εποχή» προηγήθηκε της κρίσης του 1873). Ακόμη και μετά το πέρας της κρίσης αυτής καθ’ εαυτής, το σύστημα έμεινε εγκλωβισμένο σε μία μακρά περίοδο «ισχνών αγελάδων» από την οποία – παρά τις μερικές ανακάμψεις – δεν έχει μπορέσει μέχρι σήμερα να βγει. Για όλους αυτούς τους λόγους αποτελεί μία δομική κρίση του συστήματος. Δηλαδή δεν ανήκει στις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες κυκλικές διακυμάνσεις του αλλά στην κατηγορία των κρίσεων που σηματοδοτούν το τέλος εποχής για την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική με την οποία λειτούργησε το σύστημα για μία ολόκληρη περίοδο. Για το ξεπέρασμα των δομικών κρίσεων απαιτείται η ριζική αλλαγή της, δηλαδή η αναδιάρθρωση του συστήματος. Η αλλαγή αυτή είναι ευριστική (δηλαδή προχωρά με την μέθοδο της δοκιμής και του σφάλματος). Επιπλέον, η έκβαση της δεν καθορίζεται μόνο από τα σχέδια και τις εσωτερικές ισορροπίες του κεφαλαίου (δηλαδή από τον συνδυασμό γενικών κοινών συμφερόντων και αντιπαραθέσεων μεταξύ μερίδων του κεφαλαίου) αλλά και από την στάση του κόσμου της εργασίας και ιδιαίτερα από το εάν ο τελευταίος θα υποστεί παθητικά τους πειραματισμούς του κεφαλαίου ή θα τους αμφισβητήσει. Γι’ αυτό, μετά από δομικές κρίσεις, ανοίγει μία μακροχρόνια και ταραγμένη περίοδος δοκιμής διαφόρων πολιτικών καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Έτσι μετά την κρίση του 1973 το κεφάλαιο προχώρησε σε διαδοχικά κύματα καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων[3]: αρχικά δεξιές κεϋνσιανές πολιτικές, ακολούθως νεοφιλελεύθερες πολιτικές κλειστής οικονομίας (τον μονεταρισμό), στη συνέχεια νεοφιλελεύθερες πολιτικές ανοικτής οικονομίας (την «παγκοσμιοποίηση») ενώ σήμερα πειραματίζεται και με σοσιαλφιλελεύθερες πολιτικές. Οι καπιταλιστικές αυτές αναδιαρθρώσεις είχαν ως αποτέλεσμα μία σχετικά αναιμική ανάκαμψη της κερδοφορίας και της συσσώρευσης που βασίσθηκε κυρίως στην αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτή προωθήθηκε (α) με την μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης, (β) την εντατικοποίηση της εργασίας αλλά και (γ) την για πρώτη φορά μετά τις αρχές του 20ου αι. αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας (που σήμαινε αύξηση του απλήρωτου χρόνου εργασίας, δηλαδή ενίσχυση της διαδικασίας εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας[4]. Όμως δεν υπήρξε ούτε επαρκής απαξίωση κεφαλαίων ούτε ριζικές αλλαγές στην τεχνολογία και στην οργάνωση της παραγωγής (παρά τις πλήρως διαψευσθείσες εξαγγελίες περί «νέας οικονομίας»).

Αυτή η αναιμική ανάκαμψη (που δικαιολογημένα έχει χαρακτηρισθεί ως «σιωπηρή ύφεση» (Shaikh (2011)) πέρασε από μία σειρά κυκλικές διακυμάνσεις που σημαδεύθηκαν επίσης από αντίστοιχες περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές κρίσεις (π.χ. κραχ του 1987, συναλλαγματικές κρίσεις της δεκαετίας του 1990). Ιδιαίτερα σημαδεύτηκε από μία καθοδική φάση την περίοδο 2000-2003 που ακολουθήθηκε από μία ανάκαμψη το 2003-2007. Ήδη, όμως, μετά την ύφεση του 2000-3 τα σημεία κάμψης της αύξησης του ποσοστού υπεραξίας και συνεπώς της δυνατότητας αντιρρόπησης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους άρχισαν να γίνονται εμφανή. Έτσι ήδη από το 2005-6 ο ρυθμός μεγέθυνσης της αμερικάνικης οικονομίας (που δίνει την τόνο με σχετικές χρονικές υστερήσεις στους οικονομικούς κύκλους των άλλων βασικών πόλων του συστήματος) άρχισε να «λαχανιάζει» ενώ από το 2004 σημειώθηκε κάμψη του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (που εμπεριέχει την αύξηση της εκμετάλλευσης). Τότε το σύστημα, ήδη από το 2000, προχώρησε στη φυγή προς τα μπροστά: το απελευθερωμένο (μετά τις νεοφιλελεύθερες αλλαγές) χρηματοπιστωτικό σύστημα τροφοδότησε με ρευστότητα το σύστημα και άρα δημιούργησε επενδύσεις και κατανάλωση με στοιχήματα στο μέλλον (τόσο από τους καπιταλιστές [πλασματικό κεφάλαιο, δηλαδή στοίχημα σε μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία] όσο και από τα λαϊκά στρώματα [υπερδανεισμός]). Αυτό οδήγησε σε επιπλέον διόγκωση του χρηματικού κεφαλαίου που ταυτόχρονα μετέθεσε στο μέλλον τα προβλήματα της πραγματικής καπιταλιστικής συσσώρευσης[5]. Η ανάπτυξη του πλασματικού κεφαλαίου οδήγησε, μέσω της μόχλευσης (των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων) σε «φούσκες» και συνεπώς η υπερσυσσώρευση επιδεινώθηκε. Όλο αυτό το «τρελό τσίρκο» όμως άντεχε όσο μπορούσε να αυξάνει η εκμετάλλευση της εργασίας. Αυτό έγινε μέσω της παροχής ολοένα και περισσότερου απλήρωτου χρόνου με αντάλλαγμα την διατήρηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Δηλαδή, οι εργαζόμενοι αύξαναν τον χρόνο εργασίας τους (αυξάνοντας δυσανάλογα το απλήρωτο τμήμα του) για να μπορέσουν να διατηρήσουν την αγοραστική τους δύναμη. Από την στιγμή που αυτή η διαδικασία αύξησης της υπεραξίας άρχισε να «λαχανιάζει» (όπως ήταν αναμενόμενο γιατί για να μπορεί το ποσοστό υπεραξίας να αντιρροπεί την αύξηση της ΟΣΚ πρέπει να αυξάνει με επιταχυνόμενους ρυθμούς που καταντούν στο τέλος εξωπραγματικοί) τότε κατέρρευσαν και τα «στοιχήματα». Οι προσδοκίες για αυξανόμενη μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία από επιχειρηματικά σχέδια εξανεμίστηκαν και ταυτόχρονα κατέρρευσε η ικανότητα των εργαζομένων να διατηρούν μέσω δανεισμού το επίπεδο διαβίωσης τους. Ήταν ο συνδυασμός αυτός, που ξεκίνησε από την σφαίρα της παραγωγής, που έκανε ένα υπό άλλες συνθήκες ασήμαντο πρόβλημα στεγαστικής πίστης στις ΗΠΑ να λειτουργήσει σαν θρυαλλίδα. Η κατάρρευση των «στοιχημάτων» ξεκίνησε από την αδυναμία του παραγωγικού κεφαλαίου να εξάγει υπεραξία με τους απαιτούμενα γοργούς ρυθμούς. Αυτό έθιξε άμεσα το πράγματι αφύσικα υψηλό μερίδιο υπεραξίας που αναδιανέμονταν προς το χρηματικό κεφάλαιο. Και αυτό οδήγησε στην χρεοκοπία χρηματοπιστωτικών οργανισμών που με την σειρά τους μειώνοντας την παροχή ρευστότητας επιδείνωσαν την κατάσταση των παραγωγικών επιχειρήσεων.

Συνεπώς, η σημερινή κρίση ξεκίνησε από το παραγωγικό κεφάλαιο (πάντα σαν κρίση a-la-Marx), εκφράσθηκε ως κρίση στεγαστικής πίστης (στις ΗΠΑ), μεταφέρθηκε στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και επέστρεψε για να επιτείνει την κρίση του παραγωγικού κεφαλαίου. Η κρίση δεν πήρε την μορφή που έχει από την αυτονόμηση του χρηματικού κεφαλαίου αλλά ακριβώς αντίθετα επειδή το χρηματικό κεφάλαιο (και ιδιαίτερα οι πλασματικές δραστηριότητες του) είναι πάντα εν τέλει δέσμιο του παραγωγικού κεφαλαίου[6]. Η δράση αυτή του χρηματικού κεφαλαίου διευκόλυνε κατ’ αρχήν το παραγωγικό κεφάλαιο καθώς ετεροχρόνισε την επαπειλούμενη κρίση. Όμως τελικά ο ετεροχρονισμός της κρίσης οδήγησε, όταν αυτή αναπόφευκτα ξέσπασε, στο να πάρει ακόμη χειρότερες διαστάσεις.

ΙΙΙ. Η ελληνική κρίση: μία δίδυμη κρίση

Η σημερινή ελληνική κρίση στην Ελλάδα είναι μία δίδυμη κρίση. Αποτελεί συνδυασμό (α) της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (τόσο διεθνώς όσο και μέσα στον ελληνικό καπιταλισμό) με (β) τα ιδιαίτερα ελληνικά διαρθρωτικά προβλημάτα που δημιουργήθηκαν και οξύνθηκαν από την σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα» του ελληνικού κεφαλαίου (την ένταξη του στο ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό μπλοκ).

Κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και κύματα καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων

Η κρίση του 1973 ήταν διπλά επιβαρυντική για τον ελληνικό καπιταλισμό. Πρώτον, τερματίσθηκε η μεταπολεμική «χρυσή εποχή» του. Δεύτερον, η κρίση αυτή συνδέθηκε με την έξαρση της ταξικής πάλης που σημάδεψε την πτώση της δικτατορίας. Η προηγηθείσα «χρυσή εποχή» συνδέθηκε άρρηκτα με την αυταρχική μετεμφυλιακή κυριαρχία του αστισμού και την ουσιαστική παρανομία της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, γεγονός που βοήθησε ουσιαστικά την κερδοφορία του κεφαλαίου. Αντιθέτως, η μεταπολιτευτική ενίσχυση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος επιβάρυνε την ήδη φθίνουσα καπιταλιστική κερδοφορία καθώς επέβαλε στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο μία ουσιαστική αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος της εργασίας καθώς και μία αντίστοιχη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων. Συνεπακόλουθα, αντίθετα με τις διεθνείς τάσεις, στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο εφαρμόσθηκαν στην Ελλάδα φιλολαϊκές Κεϋνσιανές πολιτικές την στιγμή ακριβώς που εγκαταλείπονταν αλλού. Γι’ αυτό άλλωστε ο ελληνικός καπιταλισμός υιοθέτησε καθυστερημένα τις νεοσυντηρητικές πολιτικές.

Τόσο η ΝΔ όσο και, πολύ περισσότερο, το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησαν συστηματικά «φιλολαϊκές» Κεϋνσιανές πολιτικές κρατικής ρύθμισης και εισοδηματικής αναδιανομής, που συνδύαζαν την ενίσχυση της ανάπτυξης με μία ελεγχόμενη φιλεργατική αναδιανομή εισοδήματος η οποία όμως δεν θα έθιγε δραματικά τα καπιταλιστικά κέρδη. Οι πολιτικές αυτές βελτίωσαν την θέση της εργασίας και ταυτόχρονα συνέβαλαν στην εκτόνωση του μεταπολιτευτικού λαϊκού ριζοσπαστισμού και στην ενσωμάτωση του στο σύστημα κυρίως μέσω ενός εκτεταμένου συστήματος πελατειακών σχέσεων (που δεν άργησε να εξελιχθεί σε ένα ευρύτατο σύστημα διαφθοράς). Απέτυχαν όμως να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση επειδή εφάρμοζαν επιτυχημένες μεταπολεμικές συνταγές σε μία εντελώς διαφορετική συγκυρία. Οι πολιτικές αυτές έβγαλαν από την δομική κρίση του 1929-30 εφόσον όμως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι είχαν προηγουμένως προκαλέσει μία δραστική απαξίωση υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων και μπορούσε να ακολουθήσει η επανεκκίνηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης από μικρότερες και υγιέστερες βάσεις.

Μόλις αποσοβήθηκε ο άμεσος κίνδυνος κοινωνικο-πολιτικών εκρήξεων, το σύστημα στράφηκε στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης υιοθετώντας σταδιακά συντηρητικές πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης από το 1985 και μετά. Πρώτες υιοθετήθηκαν συντηρητικές Κεϋνσιανές πολιτικές που στόχευαν στην μείωση του εργασιακού κόστους ενώ επιδοτήθηκαν ιδιωτικά κεφάλαια, αναλήφθηκε η λειτουργία άλλων που ήταν «προβληματικά», υπήρξε πιστωτική και νομισματική επέκταση και δοκιμάσθηκε να προστατευθούν τα εγχώρια κεφάλαια από τον ξένο ανταγωνισμό με υποτιμήσεις. Η πίεση για τέτοιες παρεμβάσεις είχε ενταθεί λόγω της ένταξη στην ΕΟΚ και του ανοίγματος της οικονομίας που πίεζε τις επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικά, το πρόγραμμα σταθερότητας του 1985 μετατόπιζε σαφώς τα βάρη του από τα κέρδη στους μισθούς. Την ίδια περίοδο αρχίζει αυθόρμητα να εμφανίζεται και στην Ελλάδα η τάση αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας. Όμως παρά την κρατική στήριξη η συνολική κερδοφορία του συστήματος δεν μπόρεσε να ανακάμψει, οι δε κρατικές δαπάνες μετατρέπονταν σε μη-παραγωγικά και συσσωρευόμενα ελλείμματα ακριβώς επειδή δεν υπήρξε μία οργανωμένη ανάταξη της διαδικασίας υπεξαίρεσης υπεραξίας καθώς και μία συστηματική και οργανωμένη απαξίωση των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων.

Από το 1990 και μετά υιοθετήθηκαν ρητά οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές και η χρονική υστέρηση των ελληνικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων έναντι των διεθνών εξαλείφθηκε. Μάλιστα, καθώς ο ελληνικός καπιταλισμός είχε ήδη υστερήσει σημαντικά, δεν προχώρησε πρώτα σε μία καθαρόαιμη μονεταριστική φάση αλλά προωθήθηκαν κατευθείαν στοιχεία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών δεύτερης γενεάς. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι επιταγές της ΕΕ και η προσπάθεια του ελληνικού κεφαλαίου να ενταχθεί στην ευρωζώνη. Η νεοφιλελεύθερη ατζέντα περιλάμβανε: ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές κοινωνικής ασφάλισης, ευνοϊκότερη φορολόγηση των πλουσιοτέρων στρωμάτων, απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και εισαγωγή ελαστικών μορφών εργασίας.

Όμως και στην ελληνική περίπτωση, όπως και διεθνώς, οι αναδιαρθρωτικές αυτές πολιτικές δεν κατόρθωσαν να ανατάξουν ουσιαστικά τα προβλήματα που δημιούργησε η κρίση του 1973-75. Κατόρθωσαν να συμπιέσουν το εργατικό κόστος και να αυξήσουν τον βαθμό εκμετάλλευσης αλλά δεν μπόρεσαν να ανατάξουν αποτελεσματικά την διαδικασία παραγωγής. Οι ιδιωτικοποιήσεις παρείχαν νέα πεδία κερδοφορίας αλλά, από ένα σημείο και μετά, η απόσυρση του κράτους – συλλογικού κεφαλαιοκράτη οδήγησε σε σοβαρά προβλήματα ρύθμισης και συντονισμού. Η διεθνοποίηση και το άνοιγμα της οικονομίας – ιδιαίτερα το Βαλκανικό «Ελντοράντο» του ελληνικού κεφαλαίου – λειτούργησαν κλασσικά σαν παράγοντες που αντισταθμίζουν την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους αλλά πλέον δείχνουν να έχουν εξαντλήσει τις δυνατότητες τους. Έτσι σήμερα, μετά από σχεδόν μία τριακονταετία καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων ο ελληνικός καπιταλισμός χτυπήθηκε από την σημερινή οικονομική κρίση με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.

Ελληνικός καπιταλισμός και ευρωπαϊκή ενοποίηση: η σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα»

Η ένταξη στο ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό μπλοκ αποτελεί ένα παρακινδυνευμένο στοίχημα για τον ελληνικό καπιταλισμό. Βοήθησε στη διασφάλιση του συστήματος στην ταραγμένη πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, διευκόλυνε την επιβολή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και αναβάθμισε ιμπεριαλιστικά το ελληνικό κεφάλαιο διανοίγοντας ιδιαίτερα το Βαλκανικό Ελντοράντο. Από την άλλη όμως, το άνοιγμα της οικονομίας και ο ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς» (με αύξηση της διείσδυσης ξένων κεφαλαίων στη χώρα), εκχώρησε κρίσιμα εργαλεία οικονομικής πολιτικής στα όργανα της ΕΕ (που εκφράζουν τα συμφέροντα και τις επιλογές των ηγεμονικών οικονομιών της) και αποδιάρθρωσε το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας χωρίς να το αντικαταστήσει με κάποιο άλλο συνεκτικό μοντέλο (με αποτέλεσμα την ραγδαία υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας ιδιαίτερα έναντι των ευρωπαϊκών οικονομιών). Μάλιστα, η ένταξη στην ΟΝΕ (δηλαδή η προσπάθεια του ελληνικού καπιταλισμού να ενταχθεί στον «σκληρό πυρήνα» της εξελισσόμενης ενοποίησης) χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Η απώλεια της συναλλαγματικής πολιτικής και η υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία (καθώς το ευρώ ισχυροποιήθηκε έναντι του δολαρίου και άλλων νομισμάτων) επιδείνωσε συνολικά την ελληνική ανταγωνιστικότητα. Η εμφανής πλέον δόμηση της ΕΕ ως μίας ιμπεριαλιστικής ενοποίησης όπου ο «σκληρός πυρήνας» γύρω από την Γερμανία επιβάλλει νεο-μερκαντιλιστικές πολιτικές στις περιφερειακές λιγότερο αναπτυγμένες χώρες βρίσκεται πίσω από αυτή την στρατηγική υποβάθμιση.

Όλη αυτή η στρατηγική υποβάθμιση απαλύνθηκε για ένα χρονικό διάστημα καθώς η ΟΝΕ διευκόλυνε τον φθηνό δανεισμό των λιγότερο αναπτυγμένων μελών της και οδήγησε σε μία τεχνητή ανάπτυξη. Έτσι, πολλά από τα σημερινά «γουρούνια» (PIGS) προβλήθηκαν στο παρελθόν ως οικονομικά θαύματα (Ιρλανδία, Πορτογαλία κλπ.). Έκφραση αυτού ήταν οι υψηλοί ελληνικοί ρυθμοί ανάπτυξης αμέσως μετά την είσοδο στην ΟΝΕ. Αυτό ενίσχυσε σημαντικά την ήδη δοκιμαζόμενη κερδοφορία του ελληνικού κεφαλαίου. Βέβαια, από αυτή την τεχνητή ανάπτυξη επωφελήθηκαν τα μέγιστα τα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια παίρνοντας προνομιακά μεγάλα έργα και διευρύνοντας μερίδια αγοράς και ιδιοκτησίας. Χαρακτηριστική περίπτωση οι δαπανηρότεροι στην ιστορία Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας το 2004 με τα άχρηστα και υπερτιμολογημένα έργα και τα τεράστια διασπαθισμένα δημόσια κονδύλια. Ουσιαστικά δηλαδή, η φθηνή χρηματοδότηση και η τεχνητή ανάπτυξη λειτούργησαν σαν «εμπορική πίστωση» των δυτικο-ευρωπαϊκών κεφαλαίων για να επεκτείνουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα και αγορές.

Το ξέσπασμα της σημερινής κρίσης έθεσε τέλος σε όλη αυτή την ευφορία. Πρώτον, επανήλθε στην επιφάνεια η σοβούσα κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Δεύτερον, ο ετεροχρονισμός της μέσω του πλασματικού κεφαλαίου πήρε τέλος καθώς οι αγορές χρήματος «στέγνωσαν». Τρίτον, η ιμπεριαλιστική «επιδότηση» της κερδοφορίας περιορίσθηκε απότομα. Οι Βαλκανικές και ανατολικο-ευρωπαϊκές οικονομίες χτυπήθηκαν από τις πρώτες και ιδιαίτερα άσχημα καθώς εκτός από τα εσωτερικά τους προβλήματα επωμίσθηκαν και βάρη των ιμπεριαλιστικών οικονομιών που τις εκμεταλλεύονται. Ταυτόχρονα όμως αγρίεψαν και οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί με αποτέλεσμα οι πιο αδύναμοι (και μεταξύ αυτών ο ελληνικός καπιταλισμός) να χάσουν έδαφος και κερδοφορία.

Η ελληνική κρίση πήρε την μορφή των «διπλών ελλειμμάτων» (δημόσιο έλλειμμα και εξωτερικό χρέος) ακριβώς λόγω της συμμετοχής της στην ΕΕ. Με το ξέσπασμα της κρίσης όλα τα αστικά κράτη παρείχαν αφειδώς νομισματική αλλά και δημοσιονομική στήριξη στα ιδιωτικά κεφάλαια (και ιδιαίτερα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα). Συνεπώς, από το 2008 τα δημόσια ελλείμματα εκτινάχθηκαν στα ύψη και ακολούθησε το δημόσιο χρέος καθώς η στήριξη αυτή χρηματοδοτήθηκε κυρίως με δανεισμό. Έτσι για πολλές χώρες η κρίση μετατράπηκε σε δημοσιονομική κρίση. Το ελληνικό δημοσιονομικό έλλειμμα (πριν στοχοποιηθεί για «ελληνικές στατιστικές», που όμως εφαρμόζουν και πολλές άλλες χώρες της ΕΕ) μετατράπηκε σε υψηλό εξωτερικό χρέος (γιατί θα μπορούσε όπως στην Ιαπωνία να καλυφθεί εσωτερικά) λόγω της επιβεβλημένη από την ΟΝΕ ουσιαστικής απαγόρευσης του εσωτερικού δανεισμού.

Η ΟΝΕ είναι μία μη-βέλτιστη νομισματική ζώνη λόγω της υπαρκτής και επιδεινούμενης ανισομέρειας των μελών της. Η ανισομέρεια κάνει την ευρωζώνη ιδιαίτερα ευάλωτη σε «ασύμμετρες κρίσεις» (που επιδρούν διαφορετικά σε διαφορετικές οικονομίες). Για να απαλυνθεί έστω αυτό το (άλυτο) πρόβλημα θα έπρεπε οι πιο ισχυρές οικονομίες να στηρίξουν τις πιο αδύναμες. Όμως, όταν κινδυνεύουν οι ίδιες δεν είναι διατεθειμένες να επιδοτήσουν «πτωχούς συγγενείς» και αντίθετα τους φορτώνουν στυγνά δικά τους βάρη. Γι’ αυτό αντί η δημοσιονομική κρίση να πλήξει τους βασικούς ενόχους επιλέχθηκαν τα «γουρούνια» (με την χτυπητή εξαίρεση της Ιταλίας που είναι μία μεγάλη δύναμη και επικίνδυνο να θιγεί και προς το παρόν της Ισπανίας, λόγω του μεγάλου μεγέθους της) ως αιμοδότες – μέσω τοκογλυφικού δανεισμού και εκποίησης περιουσιακών στοιχείων – της συσσώρευσης του ηγεμονικού πυρήνα της ΕΕ.

IV. Μνημόνιο: η πολιτική της ΕΕ, του ΔΝΤ και του ελληνικού κεφαλαίου

Η Ελλάδα μπήκε παραδειγματικά στο εδώλιο και έτσι το κόστος δανεισμού μεθοδευμένα οδηγήθηκε να πάρει τοκογλυφικές διαστάσεις (προς όφελος ιδιαίτερα δυτικο-ευρωπαϊκών τραπεζών αλλά και του εγχώριου τραπεζικού κεφαλαίου). Όταν αυτή η επιπρόσθετη υπερχρέωση έφθασε στα όρια της και τέθηκε σε κίνδυνο η ίδια η ΟΝΕ τότε της επιβλήθηκε το Μνημόνιο ΕΕ-ΔΝΤ. Δηλαδή δόθηκαν κεφάλαια από τον «σκληρό πυρήνα» για την αντιμετώπιση του άμεσου προβλήματος πληρωμής των χρεών (κυρίως προς τον ίδιο) αλλά με την μετατροπή της Ελλάδας σε οικονομικό προτεκτοράτο. Μάλιστα, καθώς πλέον ομολογείται ότι η επιτυχία του Μνημονίου στον προβλεπόμενο χρονικό ορίζοντα είναι μάλλον ανέφικτη και συζητείται παράταση του, τότε η κατάσταση μειωμένης κυριαρχίας παρατείνεται επ’ αόριστον.

Το ελληνικό κεφάλαιο συναίνεσε σε αυτή την πολιτική «εσωτερικής υποτίμησης» και «ανταγωνιστικού αποπληθωρισμού» μεταφέροντας έτσι τα βάρη στην εργασία. Η «εσωτερική υποτίμηση» σημαίνει την δραστική μείωση του κόστους της εργασίας τόσο με άμεσες περικοπές όσο και με την ραγδαία επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Υποτίθεται, κατά τα κυρίαρχα Οικονομικά, ότι –με τις ανάλογες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις, μεγαλύτερο άνοιγμα της οικονομίας κλπ.) – αυτό θα οδηγήσει σε αποπληθωρισμό των εγχώριων τιμών και συνεπώς θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα. Έτσι, μετά την αρχική βαθειά ύφεση (καθώς αυτή είναι μία προ-κυκλική πολιτική) θα ακολουθήσει μία γρήγορη και ισχυρή ανάκαμψη ενώ ταυτόχρονα θα έχουν αναταχθεί τα διπλά ελλείμματα.

Όμως αυτό το ρόδινο για το κεφάλαιο σενάριο έχει σοβαρές αδυναμίες. Η εργασία επωμίζεται το κόστος της αναδιάρθρωσης αλλά αυτό από μόνο του δεν εγγυάται την έξοδο από την κρίση. Ακόμη και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, τη διαχείριση του δημοσίου ελλείμματος θα πάρει ένα-δύο χρόνια, αλλά το εξωτερικό χρέος θα είναι υπέρογκο για πολλά χρόνια. Αφετέρου, η βαθειά ύφεση αμφισβητεί τις εκτιμήσεις για ανάκαμψη το 2012. Όμως, η ύφεση και ο «αποπληθωρισμός» έχουν δύο επικίνδυνες για το κεφάλαιο επιπλοκές. Πρώτον, η καταστροφή των μικροαστικών στρωμάτων, που αποτελούσαν μετεμφυλιακά και μεταπολιτευτικά ένα καίριο σύμμαχο της αστικής τάξης, διασαλεύει επικίνδυνα τις κοινωνικές συμμαχίες της. Δεύτερον, η αξία των ελληνικών κεφαλαίων μειώνεται με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να εξαγορασθούν αντί πινακίου φακής από ξένα και ιδιαίτερα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια. Η προοπτική, με την βοήθεια της ΕΕ και του ΔΝΤ, να πληρώσει την κρίση η εργασία δεν δυσαρεστεί καθόλου το ελληνικό κεφάλαιο. Η προοπτική όμως να υποβαθμισθεί περαιτέρω έναντι των ξένων κεφαλαίων δεν του είναι καθόλου ευχάριστη. Αυτός ο κίνδυνος γίνεται πλέον εξαιρετικά ορατός.

V. Ποια πρόταση διεξόδου;

Απέναντι στην καπιταλιστική κρίση και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ο κόσμος της εργασίας πρέπει να αντιτάξει την δική του προοπτική. Ο στρατηγικός ορίζοντας της δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν της ανατροπής του καπιταλισμού και της σοσιαλιστικής μετάβασης. Όσο και εάν λοιδορείται από σύγχρονους «από καθέδρας σοσιαλιστές», η σημερινή κρίση δείχνει την εξάντληση των ιστορικών ορίων του συστήματος καθώς κάθε εφικτή παράταση ζωής του μόνο μία παλινόρθωση στην πρωτο-καπιταλιστική βαρβαρότητα μπορεί να φέρει.

Όμως η σοσιαλιστική προοπτική δεν γίνεται αυτόματα αλλά έχει αυστηρές προϋποθέσεις και προαπαιτήσεις που συγκροτούν ένα μεταβατικό πρόγραμμα. Ο κεντρικός πυλώνας ενός τέτοιου προγράμματος είναι η έξοδος από την ΕΕ καθώς αυτή η ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία μόνο αντιδραστικές λύσεις μπορεί να προσφέρει και, επιπλέον, αντιμάχεται ενεργά μία ριζοσπαστική προοπτική. Ακόμη και τεχνικά μία έξοδος από την ΟΝΕ, ιδιαίτερα για μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα σαν την Ελλάδα, είναι ατελέσφορη καθώς θα συνεχίσει να δεσμεύεται από την κοινή αγορά. Η θέση αυτή αποτελεί, στην σημερινή συγκυρία, «κόκκινη γραμμή» για το σύστημα και διαχωρίζει την οικόσιτη από την πραγματικά επαναστατική Αριστερά.

Η αποδέσμευση από την ΕΕ πρέπει να συνοδευθεί από:

(1) Την άρνηση του εξωτερικού χρέους (που μπορεί, εάν χρειασθεί να το επαναδιαπραγματευθεί η χώρα αργότερα) που θα απαλλάξει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του εξωτερικού χρέους. Άλλωστε, όπως έδειξε και η περίπτωση της Αργεντινής, οι περισσότεροι ξένοι δανειστές θα τρέξουν γρήγορα να διαπραγματευθούν την διευθέτηση των χρεών.

(2) Την εισαγωγή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων έτσι ώστε να αποφευχθεί η φυγή στο εξωτερικό

(3) Την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (που ούτως ή άλλως στηρίζεται σκανδαλωδώς από το δημόσιο) έτσι ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του και να χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση της οικονομίας

(4) Την δημιουργία ενός πραγματικού συστήματος προοδευτικής φορολογίας έτσι ώστε να τονωθεί η ζήτηση των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων και να ενισχυθεί έτσι η οικονομία με το ταυτόχρονο κυνήγι της φοροδιαφυγής και ιδιαίτερα αυτής που καμία κυβέρνηση δεν αγγίζει (των μεγάλων επιχειρήσεων και των ευκατάστατων στρωμάτων) για να εξευρεθούν πόροι για την αναπτυξιακή ενίσχυση της οικονομίας.

(5) Την για περιορισμένο χρονικό διάστημα ελεγχόμενη διολίσθηση της ισοτιμίας του νομίσματος, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εμπορική ανταγωνιστικότητα σε συνδυασμό με ένα σύστημα ελέγχου των τιμών έτσι ώστε να μην υπάρξουν αδικαιολόγητες πληθωριστικές αυξήσεις ιδιαίτερα στα είδη μαζικής κατανάλωσης. Η πολιτική αυτή θα διευκολύνει επίσης την βιομηχανική και παραγωγική αναγέννηση της οικονομίας.

Τέλος, μία τέτοια στρατηγική πρέπει να συνοδεύεται από ένα πρόγραμμα σχεδιασμένης παραγωγικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας σε μία σοσιαλιστική κατεύθυνση (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών οικονομικών κλάδων). που θα στηρίξει υπάρχοντες, θα ξαναγεννήσει παλιούς και θα δημιουργήσει νέους κλάδους παραγωγής με κριτήριο τα συμφέροντα και τα οφέλη της μεγάλης μισθοσυντήρητης πλειοψηφίας της κοινωνίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ιωαννίδης Α. – Μαυρουδέας Στ. (2005), «Δουλεύουν υπερβολικά οι Έλληνες εργαζόμενοι; Τάσεις του εργάσιμου χρόνου στην Ελλάδα», επετηρίδα «ΕΡΓΑΣΙΑ 2004».

Maniatis Th. (2005), ‘Marxian Macroeconomic Categories in the Greek Economy’, Review of Radical Political Economics vol.37 no.4.

Μανιάτης Θ., Τσαλίκη Π. & Τσουλφίδης Λ. (1999), Ζητήματα Πολιτικής Οικονομίας: Η περίπτωση της Ελλάδας, Αθήνα: ΙΣΚ.

Μαυρουδέας Στ. (2009), «Η κρίση, τα αίτια της και η ελληνική οικονομία» σε κείμενα ημερίδας της ΚΕ του ΚΚΕ, Σύγχρονη Εποχή.

Μαυρουδέας Στ. (2006), «Το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και η συνεχιζόμενη επικαιρότητα της θεωρίας του ιμπεριαλισμού», στον τόμο της Διημερίδας «Ιμπεριαλισμός: Αντιθέσεις και Αντιστάσεις», εκδόσεις ΚΨΜ.

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος (2010), «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. Τόπος.

Μαυρουδέας Στ. (2011), «Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση: καπιταλιστική κρίση και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» στον τόμο της Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας, εκδ. Τυπωθύτω (υπό έκδοση).

Shaikh A. & Tonak Α. (1994), Measuring the Wealth of Nations, Cambridge: Cambridge University Press.

Shaikh A. (2011), ‘The first great depression of the 21st century’, Socialist Register 2010 (forthcoming).


[1] Για μία αναλυτικότερη παρουσίαση της ιστορικής διαδρομής του ελληνικού καπιταλισμού βλέπε Μαυρουδέας (2010).

[2] Μία αναλυτικότερη παρουσίαση της θεωρίας του ιμπεριαλισμού δίνεται σε Μαυρουδέας (2006).

[3] Αναλυτικότερα βλέπε Μαυρουδέας (2011).

[4] Αναλυτικότερα για τις τάσεις αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας και ενίσχυσης της υπεξαίρεσης απόλυτης υπεραξίας βλέπε Ιωαννίδης & Μαυρουδέας (2005).

[5] Ένα παράγωγο της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων στη σφαίρα της κυκλοφορίας είναι η αύξηση της μη-παραγωγικής σε βάρος της παραγωγικής εργασίας, που ρίχνει περαιτέρω το ποσοστό κέρδους (βλέπε Μανιάτης (2005)).

[6] Διεξοδικότερη κριτική τόσο της ερμηνείας της σημερινής κρίσης ως κρίσης χρηματιστικοποίησης όσο και σε άλλες ερμηνείες δίνεται σε Μαυρουδέας (2009), Mavroudeas (2010).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s