Monthly Archives: Ιουλίου 2011

Η «αγία ευρωπαϊκή οικογένεια» (με το χεράκι της υπερατλαντικής προστάτιδος) οδηγεί πλέον με γρήγορους ρυθμούς την πολύπαθη Κύπρο στη «σωτηρία» ενός μνημονίου

Η «αγία ευρωπαϊκή οικογένεια» (με το χεράκι της υπερατλαντικής προστάτιδος) οδηγεί πλέον με γρήγορους ρυθμούς την πολύπαθη Κύπρο στη «σωτηρία» ενός μνημονίου.

Πριν μερικούς μήνες είχα γράψει δύο σύντομα σχόλια, αναφερόμενος σε σχετικά ειδησάρια στο διεθνή τύπο, σχετικά με την Κύπρο. Συγκεκριμένα στις 17/4/2011 (Τρώγοντας έρχεται η όρεξη: Η Κύπρος μπαίνει στο στόχαστρο των Γερμανών για αφαίμαξη;, https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2011/04/17/) και στις 13/5/2011 (Η Κύπρος μπαίνει, αργά (;) αλλά σταθερά στο στόχαστρο των ηγεμονικών ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών, https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2011/05/13/ ) .

Και στα δύο επεσήμαινα ότι φαίνεται ότι οι ηγεμόνες της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής πυραμίδας αρχίζουν να παίζουν και με την Κύπρο το ίδιο βρώμικο παιχνίδι που έπαιξαν με όλα τα «γουρουνάκια» (PIGS – Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Ισπανία). Φυσικά σ’ αυτό συμμετέχουν – από την δική τους πλευρά, με τις δικές τους επιδιώξεις και σε συνεργασία αλλά και ανταγωνισμό με τους Γερμανούς κυρίως – και οι ΗΠΑ. Στόχος είναι να προκληθεί μία κρίση στην κυπριακή οικονομία έτσι ώστε να οδηγηθεί στη «σωτήρια» αγκάλη των γνωστών μνημονίων που θα μετατρέψουν την Κύπρο όχι μόνο σε διαιρεμένη και υπό μερική κατοχή χώρα αλλά και σε οικονομικό προτεκτοράτο. Φυσικά αυτό δεν είναι άσχετο με τους φανερούς και κρυφούς δεσμούς της κυπριακής οικονομίας (και όχι μόνο) με την Ρωσία και γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον το πώς θα το χειρισθεί το ζήτημα η Γερμανία (δεδομένων των σχέσεων της αλλά και των δυνητικών γεωπολιτικών αναπροσανατολισμών της με την Ρωσία).

Το παιχνίδι άρχισε με δημοσιεύματα κυρίως ευρωπαϊκών εφημερίδων που τόνιζαν: (α) την σύνδεση του κυπριακού χρηματοπιστωτικού συστήματος με το ελληνικό και θεωρούσαν ότι η ελληνική κρίση χρέους θα επιμολύνει το κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα (που έχει μεγάλο μερίδιο στην ελληνική τραπεζική αγορά καθώς και ελληνικά ομόλογα) και (β) την επίπτωση της μείωσης της ελληνικής ζήτησης (λόγω μνημονιακής λιτότητας και ύφεσης, για να μην ξεχνιόμαστε) στις κυπριακές εξαγωγές (το 1/5 πάει στην Ελλάδα). Ακολούθησαν οι γνωστοί (αμερικανοκίνητοι κατά βάση) οίκοι αξιολόγησης που άρχισαν να υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα της κυπριακής οικονομίας. Ακολούθησε ο διοικητής της κυπριακής Κεντρικής Τράπεζας (με μακρά προηγούμενη θητεία στην αμερικάνικη FED) Α.Ορφανίδης με επανειλημμένες δηλώσεις του περί προβλημάτων της κυπριακής οικονομίας. Δεν άργησε να ακολουθήσει ο Κύπριος Νομπελίστας των Οικονομικών Χρ.Πισσαρίδης με ανάλογες δηλώσεις.

Η πιο τραγική (μέχρι τώρα τουλάχιστον) πράξη του δράματος έχει να κάνει με την τραγωδία της πρόσφατης έκρηξης στην κυπριακή ναυτική βάση «Ε. Φλωράκης» (που μάλλον έχει αρκετά σκοτεινές πλευρές και που οι «δυτικοί» φίλοι μπορεί να έχουν βάλει έμμεσα είτε άμεσα το χεράκι τους). Δεν έχει προλάβει να στεγνώσει το αίμα και τα δάκρυα από το τραγικό συμβάν και ο Α.Ορφανίδης ξαναχτύπησε δηλώνοντας ότι «η Κύπρος μπορεί να χρειαστεί να ζητήσει οικονομική βοήθεια και να μπει σε μνημόνιο εκτός εάν ληφθούν δραστικά μέτρα που θα περιορίσουν τον αντίκτυπο της αιματηρής έκρηξης και την καταστροφή του μεγαλύτερου ηλεκτρικού σταθμού». Φυσικά τα δραστικά μέτρα είναι ένα πρόγραμμα λιτότητας (φαντάζομαι γιατί έτσι θα ανακουφισθούν, μεταξύ άλλων οικογένειες των θυμάτων). Και πράγματι τα «καλά νέα» δεν άργησαν. Σε διακομματική σύσκεψη της κυβερνητικής συμμαχίας (ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ) στις 1/7/2011 συμφωνήθηκε πρόγραμμα λιτότητας που οι λεπτομέρειες του είναι οι εξής:

(Α) Συγκράτηση των δαπανών:

1. επίσπευση της κατάργησης των ημικρατικών οργανισμών που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, και που ήδη έχει αποφασίσει την κατάργησή τους το Υπουργικό Συμβούλιο (Κυπριακός Οργανισμός Γάλακτος, Συμβούλιο Ελαιοκομικών Προϊόντων, Συμβούλιο Πατατών).

2. κατάργηση των κενών θέσεων στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι οποίες δεν κρίνονται απόλυτα αναγκαίες. Πιθανές εξαιρέσεις, είπε, δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 10% του συνόλου των κενών θέσεων.

3. μείωση του αριθμού των υπαλλήλων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με υιοθέτηση της πολιτικής μόνο μια πρόσληψη ανά τέσσερις αφυπηρετήσεις (κατά προσέγγιση), με στόχο τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων κατά 5 χιλιάδες τα επόμενα 5 χρόνια.

4. εφαρμογή του θεσμού της εναλλαξιμότητας, όπου για τους νεοεισερχόμενους οι όροι εργοδότησης να είναι τέτοιοι ώστε να διευκολύνεται περαιτέρω η εναλλαξιμότητα.

5. περαιτέρω μείωση των υπερωριών κατά 5% το 2011 (σε σύγκριση με τον προϋπολογισμό του 2011) και 20% το 2012 σε σχέση με το 2011.

6. μείωση του κόστους μισθοδοσίας των νεοεισερχομένων στη δημόσια υπηρεσία.

7. έναρξη διαλόγου για δικαιότερη κατανομή της ΑΤΑ.

 

(Β) Συνταξιοδοτικό

1. ένταξη των νεοεισερχομένων στο ταμείο συντάξεων των Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

2. υπολογισμός της σύνταξης και του εφάπαξ με βάση το μέσο όρο των μισθών των τελευταίων τριάντα μηνών αντί του μισθού του τελευταίου μήνα.

3. μερική συνεισφορά των υφιστάμενων υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

4. αναπροσαρμογή του ποσοστού συνεισφοράς στο ταμείο για χήρες και ορφανά.

5. κατάργηση της αυτόματης αναπροσαρμογής των υφιστάμενων συντάξεων στην περίπτωση καταβολής γενικών αυξήσεων στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων.

Όσον αφορά τις κοινωνικές παροχές μέχρι τον Σεπτέμβριο η Κυβέρνηση και τα δύο κόμματα δεσμεύονται να καταλήξουν σε κοινή συμφωνία για τη στόχευση κοινωνικών παροχών και επιδομάτων. Επίσης, μέχρι το τέλος του χρόνου δεσμεύονται να ολοκληρωθεί ο εκσυγχρονισμός του συστήματος δημοσίων βοηθημάτων.

 

(Γ) Αύξηση εσόδων

1. τη συζήτηση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των εκκρεμούντων νομοσχεδίων για πάταξη της φοροδιαφυγής, καθώς και άλλων προτάσεων που προέρχονται από το Συνδικαλιστικό Κίνημα.

2. την αναθεώρηση των συντελεστών φορολογίας στην ακίνητη περιουσία για διάστημα τριών χρόνων και μέχρι την επανεκτίμηση των αξιών ακίνητης περιουσίας από τιμές του 1980 σε σημερινές τιμές.

3. την εισαγωγή τέλους για όλες τις εγγεγραμμένες εταιρείες με κλιμακωτό τρόπο.

4. την εισαγωγή φορολογίας επί του οφέλους από την αλλαγή πολεοδομικών ζωνών με την εμπορική ανάπτυξη.

Πέρα από τις επιμέρους λεπτομέρειες του συγκεκριμένου προγράμματος, αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η συνολική κατεύθυνση του.

Στο προηγούμενο σχόλιο μου αναρωτιόμουν εάν το ΑΚΕΛ θα ακολουθήσει τον δρόμο του «σοσιαλιστικού» ΠΑΣΟΚ. Φοβάμαι ότι το ερώτημα μπορεί να είναι ανυπόστατο.

Advertisement

Κείμενο υπογραφών για την Υπεράσπιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου

Κείμενο υπογραφών για την Υπεράσπιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου

 ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ  ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Ο νέος νόμος-πλαίσιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση που ετοιμάζει η κυβέρνηση Παπανδρέου όχι μόνο δεν διορθώνει κακώς κείμενα αλλά συνεχίζει και επιτείνει δραματικά υπαρκτές παθογένειες της Ανώτατης Εκπαίδευσης που οι κυβερνήσεις έχουν δημιουργήσει και επιπλέον προσθέτει και καταστροφικές νέες μετατρέποντας το πανεπιστήμιο σε ένα εταιρικό σχήμα. Ιδιαίτερα υπονομεύει τον δημόσιο, κοινοφελή και ακαδημαϊκό χαρακτήρα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, χειροτερεύει δραματικά τις εργασιακές και μισθολογικές σχέσεις για όλες σχεδόν της κατηγορίες της πανεπιστημιακής κοινότητας και υποβαθμίζει τις σπουδές και τα πτυχία των φοιτητών.

Το ακόλουθο κείμενο υπογραφών υποστηρίζει σθεναρά το δημόσιο πανεπιστήμιο προς όφελος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας και της επιστημονικής προόδου.  Όσοι συμφωνούν με τις κατευθύνσεις αυτές θα ήταν χρήσιμο να το προσυπογράψουν.

Η υπογραφή γίνεται ηλεκτρονικά στην διεύθυνση:

http://www.gopetition.com/petitions/support-the-public-university.html

Χρήσιμο είναι οι υπογράφοντες να αναγράφουν τα πανεπιστημιακά στοιχεία τους (θέση, πανεπιστήμιο κλπ.)

 

http://publicuniversitas.wordpress.com/

 

 

———————————————————————————–

ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Με το νομοσχέδιο «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ» το οποίο έχει καταθέσει προς ψήφιση η κυβέρνηση όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται τα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά στην ουσία επιχειρείται η κατάργηση του δημόσιου χαρακτήρα του Πανεπιστήμιου. Οι επιχειρούμενες αλλαγές αποσκοπούν στην κατάλυση της αυτοτέλειας και της δημοκρατικής δομής των οργάνων διοίκησης των Πανεπιστημίων με την εισαγωγή του Συμβουλίου Διοίκησης, την κατάργηση της εκλογής του Πρύτανη από την Πανεπιστημιακή κοινότητα και με τη Σύγκλητο πλέον να αποκτά διακοσμητικό ρόλο.Το προτεινόμενο μοντέλο διοίκησης ενισχύει την αδιαφάνεια στη διοίκηση των Ιδρυμάτων και ταιριάζει περισσότερο σε ανώνυμες εταιρείες και όχι στα Πανεπιστήμια.
Μετά και τις μεγάλες περικοπές στη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, με το νέο νομοσχέδιο διαμορφώνεται το πλαίσιο για τη μεταφορά της Συνταγματικά κατοχυρωμένης υποχρέωσης του κράτους για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας των Πανεπιστημίων στις πλάτες των οικογενειών των φοιτητών.Δημιουργούνται εκπαιδευτικά προγράμματα πολλών ταχυτήτων και υποβαθμίζονται δραματικά οι σπουδές και τα πτυχία με την εισαγωγή 2ετών και 3ετών προγραμμάτων ταχύρρυθμης κατάρτισης διαλύοντας το ενιαίο των επιστημονικών αντικειμένων. Η ουσιαστική κατάργηση των Τμημάτων και των Τομέων οδηγεί ευθέως στη διάλυση των γνωστικών αντικειμένων και την πολτοποίηση των επιστημονικών κλάδων. Ο κατακερματισμός συνάμα των πτυχίων και η αποσύνδεση του πτυχίου από τα επαγγελματικά δικαιώματα θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την καταδίκη των αποφοίτων των Πανεπιστημίων σε ένα διευρυμένο καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και παρατεταμένης ανεργίας.Η διδακτική διαδικασία υποβαθμίζεται με ανάθεση διδακτικού έργου σε «μισθοφόρους εντεταλμένους διδάσκοντες» με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως και από «ιπτάμενους» επισκέπτες καθηγητές της αλλοδαπής, με σκοπό να καλυφθούν τα κενά σε διδάσκοντες, αποτέλεσμα της περικοπής νέων διορισμών μονίμου προσωπικού.Η κατάργηση της βαθμίδας του λέκτορα, πέρα από την εξαφάνιση μιας δυναμικής μερίδας του διδακτικού προσωπικού, παραπέμπει σε εποχές και καταστάσεις του παρελθόντος που είχαν στιγματίσει την πορεία και την πρόοδο του Πανεπιστημίου.Οι διαδικασίες πιστοποίησης ποιότητας με αγοραία και εξωακαδημαϊκά κριτήρια θα οδηγήσουν σε μαρασμό τη βασική έρευνα, η οποία στη χώρα μας σε συντριπτικό ποσοστό διεξάγεται στα Πανεπιστήμια. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες θα εξαλειφθούν ως «μη παραγωγικές».Ο επιχειρηματικός ανταγωνισμός ανάμεσα στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, για την εξασφάλιση ευνοϊκότερης οικονομικής μεταχείρισης (bonus παραγωγικότητας) θα αντικαταστήσει την ευγενική επιστημονική άμιλλα. Συγχρόνως τα προτεινόμενα κριτήρια και οι διαδικασίες για την αναγκαία εκτίμηση του έργου του Πανεπιστημίου και των Πανεπιστημιακών διαστρεβλώνουν την έννοια της αξιολόγησης και εισάγουν κριτήρια της πιο στυγνής εμπορευματοποίησης και ευτελούς χρησιμοθηρίας.

Ταυτόχρονα, καθιερώνεται ένα αντιδημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας του Πανεπιστημίου στον εκπαιδευτικό τομέα σχετικά με τα δικαιώματα των φοιτητών, τον τρόπο αντιπροσώπευσής τους στα όργανα και ουσιαστική ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών προς αυτούς παροχών (σίτιση, στέγαση, συγγράμματα). Το πανεπιστημιακό άσυλο καταργείται.

Όσοι υπογράφουμε το κείμενο αυτό καταδικάζουμε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτό το σχέδιο νόμου.Καλούμε την Πανεπιστημιακή Κοινότητα, την κοινωνία και τις πολιτικές δυνάμεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους για να μη δοθεί η χαριστική βολή στο Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο. Καλούμε την κυβέρνηση να αποσύρει αμέσως το νομοσχέδιο, όλα τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα, διδάσκοντες-φοιτητές-εργαζομένους, συλλόγους πανεπιστημιακών αλλά και κάθε εργαζόμενο, σε κοινό αγώνα στην κατεύθυνση αυτή.Διαμηνύουμε στην Κυβέρνηση πως ακόμα και αν ψηφίσει το νομοσχέδιο πραξικοπηματικά, από το Σεπτέμβρη, θα προχωρήσουμε αγωνιστικά και αταλάντευτα σε πολύμορφες κινητοποιήσεις και ενέργειες για την ανατροπή των καταστροφικών για την Ανώτατη Εκπαίδευση και το μέλλον του τόπου διατάξεών του, έως και την ακύρωσή του στην πράξη.Σε αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο όπου τα πάντα εκποιούνται, είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε για μια Δημόσια και Δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση που θα ανταποκρίνεται στην εξέλιξη των επιστημών και θα υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της παιδείας και της κοινωνίας.

‘Duration, Intensity and Productivity of Labour and the Distinction between Absolute and Relative Surplus-value’

The following article (co-authored with A.Ioannides) has been published in ROPE (Review of Political Economy):

Review of Political Economy
Volume 23, Issue 3, 2011
‘Duration, Intensity and Productivity of Labour and the Distinction between Absolute and Relative Surplus-value’

DOI:
10.1080/09538259.2011.583833

Stavros Mavroudeas & Alexis Ioannides

pages 421-437
Available online: 24 Jun 2011
http://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/09538259.2011.583833

Abstract

Marx recognized two distinct but also interrelated processes of increasing surplus-value extraction: absolute and relative surplus-value. Both these processes hinge upon the duration, the intensity and the productivity of labour, albeit in different ways. The increase of the duration of labour is indisputably related to absolute surplus-value and the increase of labour productivity to relative surplus-value. However, there is controversy regarding the position of the intensity of labour. Marx’s argument that it belongs to relative surplus-value is disputed by many Marxists. This paper argues that Marx’s thesis is correct because the intensification of labour and the increase of its duration are ultimately two opposing trends and thus should not be coupled in the same concept.

A preprint version follows:

Duration, intensity and productivity of labour and the distinction between absolute and relative surplus-value

Mavroudeas Stavros

Dept. of Economics,

University of Macedonia

smavro@uom.gr

&

Ioannides Alexis

Dept. of Social Administartion,

Democritean University of Thrace

alexis@uom.gr

Abstract

Marx recognized two distinct but also interrelated processes of increasing surplus-value extraction: absolute and relative surplus-value. Both these processes hinge upon the duration, the intensity and the productivity of labour albeit in different ways. The increase of the duration of labour is indisputable related to absolute surplus-value and the increase of labour productivity to relative surplus-value. However, there is controversy regarding the position of the intensity of labour. Marx’s argument that it belongs to relative surplus-value is being disputed by many Marxists. This paper argues that Marx’s thesis is correct because the intensification of labour and the increase of its duration are ultimately two opposing trends and thus should not be coupled in the same concept. This argument is supported theoretically and empirically.

Keywords: surplus-value, labour-time, labour intensity, labour productivity

Duration, intensity and productivity of labour and the distinction between absolute and relative surplus-value

I. Introduction

The theory of surplus-value theory constitutes one of the foundations of Marxian economic analysis and a crucial differentia from Classical Political Economy. According to Marx, surplus-value extraction is the basic economic motivation under capitalism and the main prerequisite for the accumulation and reproduction of capital. This is so because of the profit-seeking nature of the capitalist system which is based on labour exploitation through the extraction of unpaid labour. The latter is surplus-value, i.e. the source of capitalist profit. In other words, in capitalism work-time is divided in a paid part (paid work-time) and in an unpaid part (unpaid work-time). The first part corresponds to the value of labour-power (and finally to wage) and the second to surplus-value (and finally to profit).

In Capital Marx distinguished two distinct modes of increasing surplus-value: the extraction of absolute and relative surplus-value. These modes sum up distinct economic processes which operate in different ways. This does not preclude the fact that they can and in reality they do combine with each other. The previous point does nοt negate the analytic purpose of their distinction. The extraction of absolute surplus-value focuses on total work-time increase that leads to the increase of the proportion of unpaid to paid work-time; and thus the increase of the rate of surplus-value. On the contrary, the extraction of relative surplus-value focuses on the reduction of paid work-time and through this channel on the rise of the proportion of unpaid to paid work-time. The above distinction is nowadays subject of a heated debate regarding the economic processes that are implicated in each case. Of course it is self evident and unanimously accepted that the prolongation of the working day appertains to the first mode whereas the labour productivity increase in the sector producing wage-goods appertains to the second. But there is substantial dissension among Marxist political economists whether the intensification of labour should be included in absolute or relative surplus-value.

The structure of this paper is the following. In the next section, the theory of surplus-value and the distinction between absolute and relative surplus-value are being presented. This presentation is formalized mathematically and diagrammatically. In section III are analyzed the factors that influence surplus-value extraction, that is the duration and the intensity of labour as well as the technical conditions under which labour is being conducted. Section IV focuses on the intensity of labour and the modern debate about whether it should be included in absolute or relative surplus-value. In particular, it is shown that Marx incorporated the intensification of work to the latter. Then, the dissenting views that incorporate it in absolute surplus-value are being presented by paying special attention to Sekine’s (1997) formulation. The latter is being singled out as the more coherent presentation of this argument. Contra to them, this paper presents a number of significant reasons for following the Marxian inclusion of work intensification in relative surplus-value. In section V this argument is supported further by showing that an inverse relationship exists between the duration and the intensity of labour. In a nutshell, it is argued that, under production maximizing conditions, an increase of the former would lead to a decrease of the latter and vice versa. So, the prolongation and the intensification of work are, ultimately, two opposite processes that should be theorised separately. Finally, the last section concludes.

II. The Marxian theory of surplus-value and the definitions of absolute and relative surplus-value

 

For Marxist Political Economy capitalism is an exploitative socio-economic system. Hence, similarly to other exploitative socio-economic systems a surplus is necessarily produced in production by the labouring subaltern classes. Then this surplus is being extracted by the dominant non-labouring classes. The production of a surplus and its appropriation by the latter is a sine qua non condition because otherwise the dominant non-labouring classes cannot sustain themselves and their very dominance does not make any sense. However, unlike its predecessors, exploitation in capitalism does not stem from extra-economic power relations (and particularly relations of violent subjugation) but from economic relations. That is the worker is not posited under exploitation by force but through sheer economic need. In previous class systems the exploited classes were put in this position through direct force. In contrast, in capitalism nobody obliges forcefully a free individual to become a waged labourer. The only thing that obliges him, indirectly, is his incapacity to sustain himself otherwise since he may be able to work and produce but he cannot acquire the necessary means of production. Thus, in capitalism exploitation is generated through indirect economic compulsion and not through direct forceful coercion.

The mechanism of capitalist exploitation operates as follows. Under the indirect economic compulsion to sustain itself the worker is obliged to conclude a wage contract with a capitalist. Under this contract the worker is obliged to work under the managerial prerogative of the latter. The conclusion of this contract has a twofold effect. First, it transforms a relation between two formally equal parts (the free negotiation of the wage contract) to one between two unequal parts. That is, after the conclusion of the contract the worker is obliged to work under the directions of the capitalist. Thus a non-hierarchical relationship is transformed to a hierarchical one and the Marxian ‘despotism’ of the capitalist is established. This, in turn, constitutes the infamous in legal studies ‘open character’ (i.e. unable to determine precisely) of the work contract. As it is well known, the work contract is a rather non-precise agreement in the sense that parts of the mutual obligations (e.g. the amount of the wage, the work-time) are designated precisely but other parts (and particularly what exactly is a worker obliged to do, how to do it and what its results are) are notoriously vague. On the basis of this ‘open character’ the capitalist is able (and indeed is required) to direct the worker to produce a surplus. This surplus surpasses the costs of production (i.e. the costs of the means of production and the wage fund), is created by the workers (according to the Labour Theory of Value) but is appropriated by the capitalist in the form of the profit. For all these reasons (and particularly to emphasize its non-coercive, market-based nature) Marx distinguished surplus in capitalism from its pre-capitalist predecessors and named it surplus-value. The above analyzed process is very lucidly and at the same time realistically described in a famous passage from Capital:

The sphere of circulation or commodity exchange, within whose boundaries the sale and purchase of labour-power goes on, is in fact a very Eden of the innate rights of man. It is the exclusive realm of Freedom, Equality, Property and Bentham. Freedom, because both buyer and seller of a commodity, let us say of labour-power, are determined only by their own free will. They contract as free persons, who are equal before the law. Their contract is the final result in which their joint will finds a common legal expression. Equality, because each enters into relation with the other, as with a simple owner of commodities, and they exchange equivalent for equivalent. Property, because each disposes only of what is his own. And Bentham, because each looks only to his own advantage. The only force bringing them together, and putting them into relation with each other, is the selfishness, the gain and the private interests of each. Each pays heed to himself only, and no worries about the others. And precisely for that reason, either in accordance with the pre-established harmony of things, or under the auspices of an omniscient providence, they all work together to their mutual advantage, for the common weal and in the common interest.

When we leave this sphere of simple circulation or of exchange of commodities, which provides the ‘free-trader vulgaris’ with his views, his concepts and the standard by which he judges the society of capital and wage-labour, a certain change takes place, or so it appears, in the physiognomy of our dramatis personae. He, who was previously the money-owner now strides out in front as a capitalist; the possessor of labour-power follows as his worker. The one smirks self-importantly and is intent on business; the other is timid and holds back, like someone who has brought his own hide to market and now has nothing to expect but — a tanning.[1]

Thus the time-period during which the labourer works for the capitalist consists of two parts: paid work-time (corresponding to the value of labour-power) and unpaid work-time (corresponding to surplus-value). Given that profit is the main motive of capitalism and that profit comes out of surplus-value, then capitalism strives continuously to increase the extraction of the latter. Marx recognized two modes of increasing the extraction of surplus-value: absolute and relative surplus-value.

I call that surplus-value which is produced by the lengthening of the working day, absolute surplus-value. In contrast to this, I call that surplus–value which arises from the curtailment of the necessary labour-time, and from the corresponding alteration in the respective lengths of the two components of the working day, relative surplus-value.[2]

According to the Marxian definitions, the extraction of absolute surplus-value takes place when work-time increases and the value of labour-power remains constant or increases to a smaller degree. The extraction of relative surplus-value occurs when there is a reduction of the value of labour-power. In both cases the extracted surplus-value increases. This can be shown mathematically as follows:

Let

T: total daily work-time

S: Surplus-value (unpaid work-time)

V: the value of labour power (paid work-time)

According to Marx it holds that:

T = V + S                                                                    (1)

meaning that the totally spend labour creates the whole social product and consequently covers not only its reproduction (the value of the labour-power) but the surplus-value as well.

From eq. (1) it is implied that:

S = T – V                                                                    (2)

i.e., surplus-value equals the difference of total work-time minus the paid work-time (the value of the labour-power). Consequently, surplus-value can increase through either a rise of the former or a reduction of the latter. Of course there can be a combination of the two processes as well. All these cases imply an increased ratio of unpaid to paid work-time, i.e. an increased rate of surplus-value which reflects a greater degree of exploitation:

s΄ =                                                                                     (3)

All the above are presented graphically in Diagram 1.


Diagram 1

Line AB (and its shifts to A΄Β΄ and Α΄΄Β΄΄) expresses eq. (1) and denotes total work-time (T). Given a specific magnitude of T and V then a corresponding magnitude of S and s΄ (the slope of the line from the beginning of the axes) are being derived.

Supposedly that we begin from a situation where T equals 8 hours and the corresponding – under the given social and technical conditions – necessary time for the recuperation of the worker (i.e. the value of the labour-power) is V1 equal with 4 hours. Then a point K is derived on the AB which corresponds to S1 (representing the rest 4 hours of unpaid work-time). The rate of surplus-value is given by the slope of the line 0K (s1΄).

In the case of absolute surplus-value the latter comes from an ‘absolute’ increase of the unpaid work-time in relation to the paid work-time. This is produced through an increase of total work-time while its paid component remains constant. Thus, supposedly T increases to T΄=10 hours (expressed by A΄Β΄) and the value of labour-power remains constant (at V1=4 hours). The last assumption can be disputed since the increased total work-time would necessarily entail a greater attrition of the labourer which must be compensated for if the initial value of labour-power covers just the physical requirements of the worker’s reproduction. But if the initial value of labour-power incorporates also a social part (above the physical requirements) then the worker’s recuperation is not endangered since the magnitude of the physical part would increase by carving out a portion of the social part. Alternatively, the value of labour-power can increase but at a lesser rate than that of the total work-time. Given these clarifications it is a valid simplifying assumption, at least for expositional purposes, to assume a constant value of labour-power. In this case an increased surplus-value (S2=6 hours) and an increased rate of surplus-value (s2΄ > s1΄) are being derived, corresponding to point M on the A΄Β΄ and the slope of the line 0M respectively.

In the case of relative surplus-value the latter comes from a ‘relative’ increase of the unpaid work-time. That is total work-time remains constant but its paid component is reduced and, consequently, its unpaid component is increased. In Diagram 1, beginning from the previous initial magnitudes (T, V1, S1) we proceed to a reduction of the value of labour-power from V1 to V3. This is reflected in a consequent increase of S from S1 to S4 (corresponding to point I on AB). Concomitantly the rate of surplus-value is increased from s1΄ to s4΄ (slope of the line 0I).

As said before, there can be combinations of increased absolute and relative surplus-value or decreases of the one and increases of the latter. Such a case is shown also in Diagram 1. In this case we have a decrease of the total work-time (from T (line AB) to T΄΄ (line Α΄΄Β΄΄)). Supposedly we have also a decrease of the value of labour-power, at a lesser rate than that of total work-time, which leads to V2. Consequently at point Λ we obtain a smaller mass of surplus-value (S3 < S1) and a greater rate of surplus-value (s3΄ > s1΄). This is a case of diminished absolute and increased relative surplus-value. Of course, if the relation between the rates of change of V and T is different we obtain other results.

III. Factors determining the extraction of absolute and relative surplus-value

The production and appropriation of surplus-value depend on the factors determining the expenditure of labour-power during the production process as well as its payment during the income distribution process. More specifically, during the production process the extraction of surplus-value is related to (1) the duration of labour, (2) the intensity of labour and (3) the technical conditions of production. During the income distribution process the extraction of surplus-value is connected to (4) the correlation between the value of labour-power and its price (wage). The former (depending crucially, according to the Marxian wage theory, on how the wage goods (the bundle of commodities consumed by the workers) are produced) determines the latter. But, as any price, wage fluctuates around its determining value. The former is defined in the production process whereas the latter in the distribution process. This means that the primary (according to the Marxist tradition) sphere of production determines the facts of the sphere of income distribution, but the latter enjoys some degrees of freedom[3].

We can analyse how the above-mentioned four factors affect the extraction of absolute and relative surplus-value.

 

a) Absolute surplus-value, the duration of labour and the value of labour-power

The case of absolute surplus-value extraction is relatively simple. It is obvious and indisputable that it depends directly on the duration of labour. According to Marx’s definition, it denotes a straightforward increase of total work-time which is coupled by either a stagnant paid work-time or a rising paid work-time albeit at a lesser degree than the rise of total work-time. The nature and the limitations of the assumption of a constant length of the paid work-time and why Marx legitimately made it, for simplification purposes, have been explained in the previous chapter. However, the alternative where the increase of the duration of labour is coupled with an increase of the wage and/or the value of labour-power is also valid.

In order to clarify either the assumption of (a) a constant paid work-time or of (b) an increased paid work-time but at a lesser rate than that of the total work-time a further analysis of the value of labour-power is required.

Marx’s conception of the determination of the value of labour-power and its price (the wage) differs substantially from both Ricardo’s but also various neo-Marxist perspectives.

For Ricardo the value of labour (since he does not distinguish between labour and labour-power, as Marx does) reflects the cost of reproduction of the labourer. This he supposed is anchored at the level of physical subsistence. That is, in terms of work-time, the labourer is apportioned a part of the total. This part corresponds to the labour-time needed to produce the means of subsistence that are necessary for the labourer to recuperate from its attrition from the work and be able to work the next day. Thus, the Ricardian ‘value of labour’ corresponds to a bundle of means of subsistence. The wage is the price of the ‘value of labour’ and as such it corresponds to its value. It is well known that although Ricardo was well aware that a price can oscillate around its determining value, he – contrary to Marx – brushed aside the intricacies determining this oscillation and maintained that, ultimately, the price will correspond to its determining value. In the case of the ‘value of labour’ made another even more problematic assumption. By accepting the Malthusian theory of population, he argued that the ‘value of labour’ would be related to the bundle of commodities necessary for simply the physical subsistence of the labourer. In other words, any wage struggles are meaningless since the Malthusian law of population will sooner or later reduce any excessive wages to the equilibrium wage (which covers only the physical part).

Marx differed from Ricardo in several crucial points. First, he distinguished between labour (the work actually performed) and labour-power (the ability to work). Thus, the cost of the recuperation of the labourer is the value of labour-power and not the value of labour. Second, the value of labour-power consists of two elements: a) physical part covering the ‘natural needs’ (food, clothing, fuel, housing etc.), which varies according to climatic and other physical peculiarities of a country and, b) a historical and social part reflecting the achievements of the working-class’ political and economic struggle, provided that they have been consolidated[4]. Hence, wage struggles are meaningful since they affect the historical and social part. Third, because they are degrees of freedom in the determination of the price by value, the wage can deviate from the value of labour-power.

But apart from the above, both Marx and Ricardo relate the value of labour-power established in the production process, since it depends on the production of the commodity bundle covering workers’ reproduction. In both cases, the value of labour-power determines the wage through the intermediation of this bundle of consumer commodities (wage goods). On the contrary, several neo-Marxist approaches consider wage as a ‘black box’, a merely ‘political’ variable which is not constrained by any objective element (such as the physical part) but is completely social. That is, it is solely depending on class struggle, namely the balance of power between capital and labour. Thus, the value of labour-power is determined only through the income distribution process, without the intermediation of the production process of wage goods. In our opinion this perspective – despite its sometimes revolutionary bravura – is an analytical step-back comparing to the Marxian view[5].

With these clarifications in mind, the case of assuming a constant value of the labour-power with an increased total work-time is meaningful so long as there is a historical and social part of the value of labour-power. In this case, the extended work-time would lead to an increased physical part. This implies a smaller historical and social part. In this way the physical reproduction of the labour-power is not endangered (since this would be fatal for capitalism in the long-term). And, if this situation persists, it will lead to the same total value of labour-power but consisting of a greater physical and a smaller historical and social component.

The alternative case of an increased total work-time coupled with an increased paid work-time which still yields an absolute increase of surplus-value is being presented in Diagram 2. As said before, this can happen on the condition that the rate of increase of the paid work-time is lesser that of the increase of total work-time. This increase leads to a greater value of labour-power with certainly a greater physical component and possibly a greater historical and social component. The first is necessary in order to cover the added attrition of the worker due to the extended work-time. The second can come as a result of further gains by the workers’ struggles.

Diagram 2

Let K be the initial point upon line AB (total work-time equals T), where as before the value of labour-power is V1, surplus-value is S1 and the rate of surplus-value is given by the slope of 0K. Let now a work-time increase from T to T΄ (expressed by the line A΄Β΄) and a simultaneous increase in the value of labour-power from V1 to V2, leading to a new point M. At this point both the mass of surplus-value (S2) and the rate of surplus-value (the slope of the line 0M) are bigger than before.

b) Relative surplus-value, labour productivity and the value of labour-power

Following the Marxian definition, extraction of relative surplus-value occurs when, with a constant total work-time, we have a decrease of the paid work-time and, consequently, an increase of unpaid work-time. This implies a reduction of the value of the labour-power. The reduction of the value of labour-power can be done in two ways.

The first takes place in the distribution process and it consists in the fall of wage below the value of the labour-power. This means that workers are paid less than demanded for their social reproduction. This is sustainable in the long-run so long as this reduction affects only the social part of the value of labour-power. In this case social turbulence is probable but the reproduction of the labour-power can still be accomplished. If the reduction expands to the physical part, consequences can be catastrophic for the capitalist system, since workers’ attrition won’t be fully recovered, leading to reduced productivity or even workers’ destruction. The last can surely put the capitalist system in great danger. Thus, if the fall of the wage below the value of labour-power does not endanger the physical reproduction of the worker, it can be sustainable in the long-run and, therefore, it defines – after a period of time – a new lower value of labour-power. This is a valid and historically operational process but it does not define the hard core of relative surplus-value extraction. The latter, while encompassing the above-mentioned case, refers mainly to the second way of reducing the value of labour-power.

This second way occurs through the process of production and consists in reducing the work-time that is required for the production of wage goods. In this case the worker can still buy the goods needed for his reproduction, although his wage is now smaller. For this reduction to occur, a change is required in the technical conditions in the branches producing the wage goods. In Marxist two-sector models, these branches are summed up in Sector II (i.e. the sector producing means of consumption) as distinguished to Sector I (i.e. the sector producing means of production).

This change of technical conditions of production can occur either by technical change (introduction of brand new technologies in the production process) or by technical restructuring (that is a radical operational restructuring of already existing technologies). This change leads, for Marx, to an increase of labour productivity. Then the same bundle of means of consumption necessary for the reproduction of the worker is produced with the expenditure of less labour. Thus, the labour-time necessary (for the production of this bundle) falls while its use-value content remains the same. In this case, the wage can follow downwards the movement of its determining value without endangering the reproduction of the worker. This is a more subtle case of extraction of surplus-value, since workers can maintain their consumption standard despite the increase of exploitation.

Of course, there is another way of increasing labour productivity: an autonomous improvement of the experience of the collective worker (i.e. to learn in practice to do the work better). This, when applied in Sector II reduces also the necessary labour-time for the production of wage goods. This process can occur separately from the change in technical conditions. But it can logically be assumed that, after an initial period of trial and error, the experience of the collective worker has already reached its maximum level, so we can abstract this process from our analysis.

Recapitulating, the second and more important method of reducing the value of the labour-power – and thus extracting relative surplus-value – is based on the rise of labour productivity in Sector II. This analysis is more or less unanimously accepted within Marxist Political Economy.

IV. Labour intensification and the extraction

 of absolute and relative surplus-value

 

As mentioned before, the intensity of labour is one of the major factors affecting the expenditure of labour and hence the extraction of surplus-value. Marx classifies the process of labour intensification in the concept of relative surplus-value. He explicitly points out that with the use of labour intensification there is a change in the nature of relative surplus-value[6]. Similarly to the increase of labour productivity, labour intensification leads also to the reduction of necessary labour-time and thus of the value of labour-power but through a different channel. The extraction of relative surplus-value occurs not only from the increase of labour productivity, but from the condensation of labour as well. However, there is a subtle difference between these two channels which hinges upon the different labour content of one working hour in these two cases. As Marx remarks, the value of the unit product is different in each case. In the case of labour intensification, more units of output are produced during total work-time, but the value of each unit remains constant.[7] This happens because labour intensification increases the total labour actually expended in production, but does not reduces the amount of labour needed for the production of a unit of output. On the contrary, in the case of rising labour productivity (through either a change of the technical conditions or an improvement of the experience of the collective worker) the necessary labour for the production of a unit of output is reduced. On the other hand, what is common in both cases is that the ratio of unpaid to paid labour has increased without the increase of labour-time. There is also another difference between these two channels regarding the value of labour-power. In the case of labour intensification the worker’s attrition increases and this, under normal circumstances, has to be compensated for with an increase of the value of labour-power. This does not happen in the case of the increased labour productivity which, therefore, does not require any additional compensation. We will return to this point later on.

There is an additional substantial reason justifying Marx’s incorporation of labour intensification into relative surplus-value. Although in theory a change in the technical conditions of production does not necessarily affect the intensity of work, in practice usually such changes involve also a reduction of the ‘pores’ of labour, i.e. the ‘dead’, non-utilised segments of time during the work-hour. Every capitalist, when planning a change of the technical conditions of production takes into consideration this aspect. Furthermore, this is also a very smooth and subtle mechanism since when there is such a change accompanied with an intensification of work there is usually a considerable time-lag for the workers to actually comprehend that their work has been intensified. This happens because a change of the technical conditions of production involves to a greater or lesser extent a change in what actually a worker does during his work. These changes inhibit him for grasping immediately whether his work has or has not been intensified. This is being realised after a time period when the long-run and cumulative mechanism of human experience takes effect. On the other hand, as said before, the capitalist has already in advance – when planning these changes – considered the reduction of the ‘pores’ of labour.

Marx has clearly analysed this relationship between a change in the technical conditions of production and labour intensification of labour[8]. He particularly emphasises it when studying the impact of the mechanization of capitalist production on labour. It is for the same reason that the majority at least of those participating in the 1970s Labour Process Debate classified labour intensification in relative surplus-value.

Contrary to the other factors affecting surplus-value extraction, the Marxian classification of labour intensification is under dispute. Several Marxist political economists have argued that the latter should be incorporated in absolute surplus-value (e.g. Moseley 2004). This argument has been presented more forcefully by Sekine. He[9] begins by rejecting the Marxian definitions of relative and absolute surplus-value as misleading:

Any production of surplus value is both absolute and relative, depending on how one looks it. If it is viewed simply as an excess of newly produced value over the reproduced value of labour-power, surplus value is absolute. If it is viewed relative to the technical condition that determines the value of labour-power, surplus value is relative. Marx’s own definition was that ‘the surplus value produced by the prolongation of the working-day’ is absolute, and that ‘the surplus value arising from the curtailment of the necessary labour-time’ (Capital I, p.299) is relative. That, however, gives the false impression that they are some initial t0 and v0 in reference to which the production of surplus value is neither absolute nor relative, and that only when one of the variables changes, while the other remains constant, can one determine whether the ‘change’ in the production of surplus value is absolute or relative. In order to avoid such confusion, I am here adopting a definition different from Marx’s.

Then, taking as a benchmark whether ‘the state of art, or technology’ is constant or not, he offers his own definitions of absolute and relative surplus-value.[10] He defines as absolute the surplus-value extracted under constant technology. He argues that such an increase of surplus-value occurs through a) the prolongation of the working day and b) the intensification of labour. On the other hand, relative surplus-value occurs only through a technical change that raises labour productivity.

To illustrate his argument he expresses the total labour-time, the value of labour-power and the rate of surplus-value as functions of not only the duration of labour but of its intensity as well. This is done by transforming clock work-hours to ‘effective labour hours’ which are a function of both their clock duration and their intensity (expressed by an intensity factor).[11]

Thus, total labour-time expressed as ‘effective labour hours’ (t) is the product of its duration (T) multiplied with the intensity factor (b):

t = bT                                                                          (4)

Similarly, the value of the labour-power in ‘effective labour hours’ (v) is the product of its clock hours (V) multiplied with the intensity factor (b):

v = bV                                                                         (5)

The rate of surplus-value, given in relation (3), can be written as:

s′ =                                                            (6)

If we transform (6) using (4) and (5) we take:

s′ = S/V = (T-V)/V = (t/b – v/b)/(v/b) =  =             (7)

Equation (7) is not really different from (6), since t and v are merely multiples of T and V. Thus, either in clock hours or in ‘effective labour hours’ the rate of surplus-value is the same. To deal with this problem Sekine makes a sleight of hand: he arbitrarily posits the value of the labour-power expressed in ‘effective labour hours’ equal with the value expressed in clock working hours.[12] Namely, he doesn’t multiply V with b and hence he (unjustified in our opinion) keeps v = V (in contradiction to equation (5) which he himself suggested). Only in this way the rate of surplus-value expressed in ‘effective labour hours’ can be greater from the one expressed in clock hours of labour. Thus, Sekine maintains that his views have been convincingly illustrated.

In fact the opposite happens. Sekine’s argument has serious drawbacks both in theoretical explanation as well as in accounting for reality. His theory is problematic for the following reasons. First, the reason he offers for characterising Marx’s definitions as misleading is unconvincing. Both absolute and relative surplus-value are ways of increasing surplus-value. Hence, analytically we have to start from some initial magnitudes of the value of the labour-power and the work-time and to observe whether the increase in surplus-value happens via the one way or the other. This, oddly enough, is refuted by Sekine in the abovementioned quotation as misleading. Second, his benchmark criterion – the change or not of technology – is weaker than that offered by Marx. Marx’s terms of ‘absolute’ and ‘relative’ refer to labour-time magnitudes and particularly whether the increase of unpaid labour-time comes from a direct increase it (through the increase of total labour-time) or an indirect increase it (through a reduction of paid labour-time). Hence, the Marxian criterion focuses directly on the essence of the wage-labour relation (i.e. the relation between paid and unpaid labour-time) which, after all, is the issue at hand. One may grudge that that nowadays the terms ‘absolute’ and ‘relative’ may not denote clearly this distinction but this is not the case at hands, since Sekine uses also these very terms. On the other hand, Sekine’s alternative, supposedly more ‘hard’ criterion focuses not on capitalism’s fundamental relation but on whether we have a change of technology. This is a secondary issue and certainly not the issue at hand. Moreover, a change of technology has complex interactions with the factors determining the extraction of surplus-value. Strictly speaking, as explained before, a change in the technical conditions of production may involve either a technical restructuring of the existing technology or the introduction of a brand new technology. Such a change can occur only in Sector I, in which case it will affect only indirectly (through the cheaper provision of means of production to the Sector II) and possibly to a limited extent the production of the necessary means of consumption of the working class. On the contrary, if it takes place exclusively – or even predominantly – in Sector II it has a direct and obviously more extended impact on the production of the latter. This, as said before, is one fundamental case of relative surplus-value extraction. If the change is uniform in both Sectors it can lead to more complex results. Therefore, the change of the technical conditions of production is not leading only to relative surplus-value extraction but it can also lead to absolute relative surplus-value extraction or even a combination of both. This leads to the fourth analytical problem of Sekine’s definitions. In reality we can observe combinations of absolute and relative surplus-value, that is cases where both the value of the labour power and the total work-time change simultaneously (as shown in the third case of Diagram 1). Sekine’s perspective is unable to conceive this since it is founded on an absolute distinction between them based on the introduction or not of a new technology. Last but not the least, the illustration he suggests does not constitute a proof, because if we transform the value of the labour-power in effective hours too, the rate of surplus-value remains the same. If, on the other hand, it is not transformed, then we have a ‘relative’ reduction of paid towards unpaid working hours, which, following the Marxian definition is clearly a case of relative surplus-value.

Finally, another clarification is necessary. It has been shown, in previous sections of this paper, that the assumption of a constant value of labour-power while being valid can be relaxed. This is particularly pertinent in the case of labour intensification where there is an obvious increase of work effort and thus a greater attrition of the worker. This makes even more unrealistic Sekine’s choice of not transforming the value of labour-power in ‘labour effective hours’.

Sekine’s analysis is not only problematic in terms of theoretical formality, but has serious empirical drawbacks as well. Its main problem is that, as already explained in the beginning of this chapter, the change of the technical conditions of production usually goes hand in hand with the reduction of the pores of the working day. The last are ‘dead time’ for capital and by reducing them profitability increases. For this reason this change is usually accompanied by the intensification of labour. After all, the decision to change the technical conditions belongs to the capitalist, who anticipates its effect on future profits and surplus-value. Therefore he has a better knowledge of the consequences of this change to the workers. The latter usually comprehends its effects afterwards, with a significant time delay. So it can be legitimately assumed that the capitalist will use his foresight advantage and manage to achieve the intensification of labour together with any technical change he invokes. This interpretation befits the connection among mechanization of production and intensification of labour that Marx has thoroughly pointed out.

There is another practical reason for coupling labour intensification with labour productivity. The available indices of labour productivity (which of course are based on mainstream economics and not Marxist Political Economy) cannot discern between those two processes and practically count the cumulative impact of both of them.

V. The inverse relationship between the intensity

and the duration of labour and relative and absolute surplus-value

 

In this section we will present one additional analytical reason that enforces the classification of intensification of labour in relative surplus-value. Marx argued that there is an inverse relationship between the intensity and the duration of labour.[13] He accurately observed that these two variables are interrelated. Therefore, changes in the magnitude of the one affect the magnitude of the other. Then, he focuses on the maximum possible magnitudes that these two variables can jointly take. The reason for this emphasis is obvious: their maximization would lead, under certain conditions, to the maximization of surplus-value and profit, i.e. the main drivers of capitalist accumulation. Logically, each individual capitalist (for his own enterprise) but also capital in general (for the whole economy) would seek to maximize concurrently these two variables. However, as Marx observes, this maximization drive faces serious constraints since an increase of the magnitude of the one variable would lead to a decrease of the maximum possible magnitude of the other (with the technological conditions given):

The first effect of shortening the working day results from the self-evident law that the efficiency of labour-power is in inverse ratio to the duration of its expenditure. Hence, within certain limits, what is lost by shortening the duration of labour is gained by increasing the degree of power exerted.[14]

And also:

The more the productivity of labour increases, the more the working day can be shortened, and the more the working day is shortened, the more the intensity of labour can increase.[15]

Consequently, if technical conditions are assumed as given, any increase in work-time would inevitably lead to a reduction of the maximum sustainable intensity of labour. Inversely, any work-time reduction leads to an increase in the maximum sustainable intensity of labour. This effect is not based on factors like the workers’ will to work harder (motives, gifts etc.) or fear (unemployment) not to do so. It is based solely on the limited capabilities of human organism to consume energy and on the fact that the intensity and the duration of labour are two dimensions of human organism energy consumption.

Marx described extensively this inverse relationship between the intensity and the duration of labour, arguing that it is also observable in reality. He illustrated his argument by referring to the reports by the Inspectors of Factories who provide evidence for subsequent intensity increases after work-time decreases and mechanisation.[16] He particularly relates the inverse relationship with mechanisation (which facilitates ‘putting more pressure on the workers’[17]). But it is only the reduction of the working day that creates the potential for a more intensive working day, since this reduction creates ‘…the subjective condition for the condensation of labour, i.e. it makes it possible for the worker to set more labour-power in motion within a given time’.[18]

In addition to Marx’s analysis, support for the inverse relationship thesis comes also from modern ergonometric studies. In such studies, via ergonometric experiments, this inverse relationship between the maximum sustainable intensity of labour and work-time has been verified and has also been estimated it quantitatively.[19]

The combination of the real subsumption of labour to capital with the inverse relationship between work-time and labour intensity leads to the conclusion that in the capitalist production process the reduction of work-time is accompanied by an increase in labour intensity. Moreover, the conjuncture of decreasing time and increasing intensity of labour can, under constant technical conditions of production, even lead to an increased output.[20] This was the historical case that Marx noted during the work-time reduction from 12 to 11 hours a day in the English industry.[21]

Following from the above analysis, if changes in labour’s duration and intensity are categorized under the same notion (of absolute surplus-value as Sekine proposes), then it is impossible to conceptualise separately the effects of their inverse movement. In this case, the notion of absolute surplus-value would embody two conflicting effects (work-time and work intensity), making the separate study of them impossible. Any rise in work-time could yield to either an increase or a decrease of absolute surplus-value.

On the contrary, the conceptual classification of labour intensification to relative surplus-value and of work-time changes to absolute surplus-value allows for the separate study of the impact of work-time changes on surplus-value. In this case, the notion of absolute surplus-value captures the effect of the change in work-time, while the notion of relative surplus-value describes the effect of the subsequent change in labour intensity. Under this classification, an increase in work-time leads to an increase in absolute surplus-value and, at the same time, to a decrease in relative surplus-value. The overall effect on surplus-value will depend on which of the two effects (absolute or relative surplus-value) is stronger.

It is concluded from the above that in the case of simultaneous and interconnected changes of work-time and work intensity, the explanatory power of the concepts is better assured when the intensification of labour is classified under the concept of relative and not absolute surplus-value. This constitutes an extra reason for adopting the original classification made by Marx.

VI. By way of conclusions

In this paper we tried to delineate the main processes that affect surplus-value extraction and in particular how each one of them functions. In particular, we show how their operation is related to the two main courses of surplus-value extraction (absolute and relative surplus-value). On that plain we especially focused on the definitions of these two courses.

The debate on the validity of the Marxian definitions for absolute and relative surplus-value is useful it furthers – under the light of new evidence – the study of the basic relation of the capitalist system: the exploitation of labour.

What emerges from the above analysis is that the Marxian definitions remain valid, since they sum up correctly the two main courses of surplus-value extraction. As it has been shown, there are legitimate reasons to keep labour intensification within the concept of relative surplus-value, as Marx and Marxist theory traditionally argued. On the contrary, the arguments to the opposite are shown to be less powerful analytically and empirically.

For all the above reasons we argue that the Marxian definitions still keep their explanatory ‘use value’.

References

Fine, B. & L. Harris (1979), Rereading Capital (Columbia: Columbia University Press).

Ioannides, A. & S. Mavroudeas (2009) Work more or work harder? The length and the intensity of work in Marx’s ‘Capital’, Science & Society (forthcoming).

Hsin Chieh Wu, & Jiun Wang Mao (2002) Relationship Between Maximum Acceptable Work Time and Physical Workload, Ergonomics, 45:4, pp.280-289.

Marx, K. (1982), Capital vol.I, (London: Penguin).

Mavroudeas, S. (2003) Commodities, workers and institutions: Analytical and empirical problems in Regulation’s Consumption Theory, Review of Radical Political Economics 35:4, pp.485-512.

Moseley, F. (2004) The macro-monetary interpretation of Marx’s Transformation Problem and a sympathetic critique of the ‘New Interpretation, paper presented at the IV Marx International Conference ‘Actuel Marx’, Paris, available at: http://www.mtholyoke.edu/~fmoseley/Working_Papers_PDF/macro-monetary.pdf.

Rodgers, S. & D. Kenworthy & E. Eggleton (1986) Ergonomic Design for People at Work, vol. 2, (New York: Van Nostrand Reinhold).

Sekine, T. (1997) An outline of the Dialectic of Capital (New York: St.Martin’s Press).


[1] Marx 1982, p.280.

[2] Marx 1982, p.432.

[3] Fine & Harris (1979) offer an accurate analysis of the primacy of the sphere of production within the total circuit of capital. In particular, they explain how relations of determination co-exist with degrees of freedom in the determination process and feed-back relations.

[4] Marx 1982, pp.274-5.

[5] For a detailed critique of the version of this view that has been proposed by the Regulation Approach, see Mavroudeas (2003).

[6] Marx 1982, p.534.

[7] Marx 1982, pp.660-1.

[8] Marx 1982, pp.533-43.

[9] Sekine 1997, p.142.

[10] Sekine 1997, p.143.

[11] Sekine 1997, p.143.

[12] Sekine 1997, p.144.

[13] For a detailed presentation and analysis see Ioannides & Mavroudeas (2009).

[14] Marx 1982, p.535.

[15] Marx 1982, p.667.

[16] Marx, 1982, pp.535-42.

[17] Marx, 1982, p.536.

[18] Marx, 1982, p. 536.

[19] See Rodgers et al (1986) and Hsin & Mao (2002).

[20] The actual impact of output depends on the rate of change of each variable and cannot be estimated in advance without the quantitative specification of the impact of the one variable upon the other.

[21] Marx, 1982, pp.535–36.

Άρθρο μου με τίτλο «Αποδέσμευση από την ΕΕ: κρίσιμη προϋπόθεση για το άνοιγμα μιας διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης στη χώρα μας» σε προσεχές αφιέρωμα της ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Αποδέσμευση από την ΕΕ:

κρίσιμη προϋπόθεση για το άνοιγμα μιας διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης στη χώρα μας

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ

 

Η Ελλάδα και η «ευρωπαϊκή ενοποίηση»

 

Η στάση απέναντι στην ΕΟΚ (παλιότερα) και στην ΕΕ (σήμερα) αποτελεί κυριολεκτικά την διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυνάμεων που περιορίζονται στα όρια της αστικής στρατηγικής και αυτών που επιδιώκουν να την ανατρέψουν. Το κριτήριο αυτό έχει σημαδέψει όλη την μεταπολιτευτική περίοδο και σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ.

Η λεγόμενη «ευρωπαϊκή ενοποίηση» – ή ακριβέστερα η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού μπλοκ – αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα αλλά και βολονταριστικά μεταπολεμικά εγχειρήματα του καπιταλισμού. Ξεκίνησε μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο, με αμερικανικές ευλογίες, για να αντιμετωπίσει τον ανατολικό κίνδυνο και ταυτόχρονα να δεσμεύσει την απαραίτητη γερμανική ανασυγκρότηση έτσι ώστε να μην ξεφύγει σε μία τρίτη (μετά από αυτές των δύο παγκ. πολέμων) διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας. Άρχισε από ένα πυρήνα αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών αλλά μετά από διαδοχικές διευρύνσεις κατέληξε να συμπεριλάβει και μία σειρά λιγότερο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Με αυτή την έννοια η «ευρωπαϊκή ενοποίηση» δεν αποτέλεσε ποτέ το κοινό σπίτι των λαών της Ευρώπης – αντίθετα με ότι εκ του πονηρού διάφορες «αριστερές» απόψεις πρόβαλλαν – και ούτε φυσικά μπορεί να μετεξελιχθεί σε κάτι τέτοιο. Από τον ίδιο τον γονότυπο της είναι μία λυκοσυμμαχία μεταξύ κρατών και των εθνικών κεφαλαίων τους (που όσο και εάν διαχύθηκαν και αλληλοδιαπλέχθηκαν ποτέ δεν έχασαν την εθνική βάση τους, όπως περίτρανα αποδεικνύει η σημερινή συγκυρία). Η λυκοσυμμαχία αυτή στοχεύει να αντιμετωπίσει άλλους ιμπεριαλισμούς και να εκμεταλλευθεί άλλες χώρες. Όσο υποχωρούσε ο ανατολικός κίνδυνος, με καθοριστική στιγμή την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ μετά το 1989, τόσο οι αυτοτελείς φιλοδοξίες ιδιαίτερα της Γερμανίας άρχισαν να αυτονομούνται από τις αμερικανικές επιταγές. Έτσι σταδιακά η «ευρωπαϊκή ενοποίηση» απέκτησε την σημερινή δομή και χαρακτήρα της. Δηλαδή, πρώτον, συγκροτήθηκε στο ένα από τους τρεις μεταπολεμικούς πυλώνες του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος (οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία αποτελούσαν τους άλλους δύο) και άρχισε να διεκδικεί μερίδια ισχύος από τους άλλους. Δεύτερον, εκτός από την ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση άλλων χωρών, δημιούργησε και στο εσωτερικό της σχέσεις ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης καθώς απέκτησε μία πυραμιδοειδή δομή όπου οι χώρες των ανώτερων βαθμίδων εκμεταλλεύονταν τις υπόλοιπες αλλά και όλες μαζί εκμεταλλεύονταν (φυσικά με διαφορετικούς τρόπους και βαθμούς) άλλες χώρες. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε με την Κοινή Αγορά και αναβαθμίσθηκε δραστικά με την ΟΝΕ. Έχει εύστοχα χαρακτηρισθεί ως μία νέο-μερκαντιλιστική δομή όπου τα εμπορικά πλεονάσματα των ηγεμονικών χωρών αντιστοιχούν εν πολλοίς στα εμπορικά ελλείμματα των περιφερειακών χωρών της «ενοποίησης». Όμως όλο αυτό το εγχείρημα έχει σοβαρότατα δομικά προβλήματα, που τα περισσότερα πηγάζουν από δύο συναφή στοιχεία: (α) επιδιώκει να ενώσει σε μία υπερεθνική πολιτική δομή χώρες οι οποίες γεννήθηκαν με βάση το έθνος-κράτος και που οι περισσότερες από αυτές είχαν ή/και έχουν ισχυρούς αυτοτελείς ιμπεριαλιστικούς ρόλους και (β) οι οικονομίες των χωρών-μελών διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους (δηλαδή έχουν άνισα επίπεδα ανάπτυξης). Η σημερινή οικονομική κρίση – η πρώτη μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα, η οποία δεν είναι μία απλή χρηματοπιστωτική κρίση (όπως διατείνονται οι επίσημες θεωρίες αλλά και οι ριζοσπαστικές θεωρίες περί χρηματιστικοποίησης) αλλά μία κρίση της πραγματικής καπιταλιστικής οικονομίας (βλέπε Μαυρουδέας (2009, 2011)) – έρχεται και οξύνει όλα αυτά τα προβλήματα και θέτει σε κίνδυνο την ίδια την βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής λυκοσυμμαχίας.

Ο ελληνικός καπιταλισμός προσχωρώντας στην λυκοσυμμαχία αυτή έβαζε ουσιαστικά ένα στοίχημα προσδοκώντας οφέλη αλλά και αναλαμβάνοντας κινδύνους. Κατ’ αρχήν, διασφάλισε το σύστημα στην επικίνδυνη πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Επιπλέον, διευκολύνθηκαν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις για την αντιμετώπιση της δομικής οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1973 (βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011)). Τέλος, και σημαντικότερο, προσδοκάται η αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού από δεύτερης γενιάς, μεσαίου βεληνεκούς καπιταλισμού με περιορισμένες ικανότητες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης άλλων χωρών σε εταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ. Δείγματα του τελευταίου δόθηκαν ιδιαίτερα με τις αυξημένες δυνατότητες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης των γειτονικών Βαλκανικών χωρών όλο το προηγούμενο διάστημα.

Όμως και οι κίνδυνοι είναι αξιοσημείωτοι. Το άνοιγμα της οικονομίας και ο ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς». Επιπρόσθετα, η εκχώρηση πολιτικών και οικονομικών εξουσιών στα κέντρα της ΕΕ, που υπηρετούν τον ηγεμονικό δυτικο-ευρωπαϊκό πυρήνα της, περιόρισαν την ελευθερία του ελληνικού κεφαλαίου και υπήγαγαν τα συμφέροντα του σε αυτά των πρώτων. Τέλος, και σημαντικότερο, η σημερινή κρίση και η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών θέτει εν κινδύνω την τρίτη προσδοκία, που αποτελεί και τον βασικό στρατηγικό στόχο του ελληνικού κεφαλαίου. Η σημερινή ελληνική κρίση και ο κίνδυνος χρεοκοπίας δεν είναι αποτέλεσμα της αβελτηρίας και της διαφθοράς των ελλήνων αλλά είναι μια βαθειά δίδυμη κρίση. Αποτελεί τον συνδυασμό (α) της δομικής κρίσης του καπιταλισμού (όπως αυτή εκδηλώνονται τόσο διεθνώς όσο και εθνικά) με (β) τα ιδιαίτερα ελληνικά διαρθρωτικά προβλήματα που το μεγαλύτερο μέρος τους προκύπτει ακριβώς από την συμμετοχή του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση (βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011).

Το ξέσπασμα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης όξυνε τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των βασικών πόλων του διεθνούς συστήματος για το ποιος θα ισχυροποιηθεί μεταφέροντας δικά του βάρη σε άλλους πόλους και φυσικά σε πιο αδύναμες χώρες. Όλες οι καπιταλιστικές οικονομίες προσέφυγαν μαζικά σε κρατικά προγράμματα για την στήριξη του κεφαλαίου με συνέπεια τα δημοσιονομικά ελλείμματα να εκτιναχθούν στα ύψη. Για να καλυφθεί το κόστος αυτών των προγραμμάτων χρειάζονται ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, πράγμα απίθανο καθώς η κρίση της πραγματικής οικονομίας όχι μόνο δεν φεύγει αλλά βαθαίνει. Εναλλακτικά, πρέπει να φορτωθούν άλλοι ιμπεριαλισμοί και αδύναμες χώρες τα κόστη της κρίσης.

Για τις ηγεμονικές δυνάμεις της ΕΕ η όξυνση της κρίσης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών βάζει σε κίνδυνο το βασικό όχημα τους για την διεκδίκηση παγκόσμιας ηγεμονίας, το ευρώ και, εν τέλει, αυτή την ίδια την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Γι’ αυτό εσπευσμένα στήθηκε ένας μηχανισμός εκμετάλλευσης των περιφερειακών χωρών της ΕΕ που μετατρέπονται σε οικονομικά και πολιτικά προτεκτοράτα. Με αστραπιαία ταχύτητα επιβάλλονται αντιλαϊκά μέτρα και αντιδραστικές δομικές αλλαγές που τις βυθίζουν στην ύφεση και στην υπερχρέωση. Η χώρα μας είναι από τα πρώτα θύματα αυτού του βρώμικου παιχνιδιού. Η ελληνική αστική τάξη συναινεί σ’ αυτό αφενός γιατί από την μείωση των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων ωφελείται και η δική της κερδοφορία και αφετέρου γιατί δεν τολμά να αντιταχθεί στους ευρωπαίους ηγεμόνες. Όμως κινδυνεύει ταυτόχρονα από την στρατηγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού σε χώρα υπό κηδεμονία και την εξαγορά των επιχειρήσεων και των πλουτοπαραγωγικών πόρων της από ξένα κεφάλαια έναντι πενιχρού αντιτίμου.

Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο καπιταλισμός και οι ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπλέκουν στο ίδιο το δόκανο τους. Η λεγόμενη κρίση χρέους ξεφεύγει από εργαλείο εκμετάλλευσης των αδύναμων χωρών και επιστρέφει να χτυπήσει το κέντρο του συστήματος καθώς η πραγματική βάση της οικονομικής κρίσης (η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου) δεν επιλύεται και οι ηγεμόνες του συστήματος στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου πολλές φορές με τυφλό και κυριολεκτικά αυτοκαταστροφικό τρόπο. Έτσι το ξεζούμισμα των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών, σε συνδυασμό με τον αυξανόμενο ανταγωνισμό της ΕΕ με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, φέρνει στο χείλος του γκρεμού πλέον και βασικές δυνάμεις (όπως την Ιταλία) και βάζει σε κίνδυνο το ίδιο το ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό μπλοκ.

 

 

Η Αριστερά και η ΕΕ

Φυσικά και έχει μία αξία να δει τι έχει πει και κάνει κάθε χώρος της ελληνικής Αριστεράς σχετικά με το ζήτημα της ΕΟΚ και της ΕΕ. Ιδιαίτερα, είναι σημαντικό να επισημαίνονται οι ευθύνες είτε της ευρώδουλης «Αριστεράς» είτε χώρων που ταλαντεύθηκαν ή και συνεχίζουν να ταλαντεύονται σε σχέση με τη στάση απέναντι της. Όμως το σημαντικότερο σήμερα είναι να δει κανείς – εφόσον αναγνωρίζει ότι η μία από τις δύο βασικές αιτίες της ελληνικής κρίσης είναι η ΕΕ – με ποια πολιτική πρόταση και ποιο πρόγραμμα θα απαντήσει στην κρίση από τη σκοπιά της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων.

Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαρισθεί είναι ότι η σημερινή κρίση – τόσο στη διεθνή όσο και στην ελληνική διάσταση της – καταδεικνύει τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος. Σε μία περίοδο πλήρους κυριαρχίας του και με το εργατικό κίνημα γονατισμένο ο καπιταλισμός, δέσμιος των εγγενών αντιφάσεων του που εναργέστατα ανέλυσε ο Μαρξ, μπήκε σε μία σοβαρότατη κρίση που, παρά την χρήση των πολυάριθμων και πολυσχιδών εργαλείων διαχείρισης της, αδυνατεί να ξεπεράσει τουλάχιστον με σχετικά ομαλό τρόπο. Πλέον, η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου δεν αντιμετωπίζεται μόνο με την βάρβαρη υποτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης αλλά απαιτεί την μαζική καταστροφή κεφαλαίων, δηλαδή να πονέσει σοβαρά και το ίδιο το σύστημα. Η απάντηση της Αριστεράς (ιδιαίτερα της κομμουνιστικής) σ’ αυτό δεν μπορεί να είναι η προσφυγή σε συμμαχίες με χειμαζόμενα τμήματα του κεφαλαίου και του συστήματος για μια δήθεν φιλάνθρωπη μεταρρύθμιση του συστήματος (με ολίγο φραστικό αντικαπιταλισμό για καρύκευμα). Οι διάφορες αντινεοφιλελεύθερες συμμαχίες που στοιχίζονται πίσω από νεο-κεϋνσιανές προτάσεις (δεξιότατες ακόμη και για τα μέτρα του ίδιου του Κέυνς) και επικλήσεις μίας τάχα μου φιλολαϊκής ΕΕ είναι είτε βαθύτατα υποκριτικές είτε εθελοτυφλούν. Η πολιτική Ομπάμα δείχνει τα αδιέξοδα της νεο-κεϋνσιανής και αντι-νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Όσο για την μετατροπή της ΕΕ σε Ευρώπη των λαών και της αλληλεγγύης (sic!) αυτό πλέον δεν κάνει ούτε για παιδικό παραμύθι.

Η πρόταση της Αριστεράς πρέπει να ξεκινά από την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Όσο και αν αυτό, σε τέτοιες συνθήκες ήττας του εργατικού κινήματος, να ακούγεται εξωπραγματικό είναι η μόνη ιστορικά βάσιμη διέξοδος στο αδιέξοδο που έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός. Η Αριστερά οφείλει να προβάλει ευθαρσώς το στρατηγικό ζήτημα αυτό και να μην υποκύπτει σε κοντόθωρες οπτικές που βάζουν την τακτική μπροστά από την στρατηγική. Ταυτόχρονα όμως η μετάβαση στο σοσιαλισμό δεν είναι μία στιγμιαία πράξη, μία ηρωική έφοδος αλλά είναι μία διαδικασία με προϋποθέσεις, βήματα και καμπές. Γι’ αυτό δεν αρκεί να επικαλείται κανείς την σοσιαλιστική διέξοδο αλλά πρέπει να δείχνει με βάση ένα μεταβατικό πρόγραμμα πως θα πραγματοποιηθεί αυτή. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι η γέφυρα μεταξύ της στρατηγικής και τακτικής με βάση τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, όπως υποδειγματικά έχει δείξει ο Λένιν. Και φυσικά δεν συνιστά κανένα ενδιάμεσο ιστορικό στάδιο, όπως διάφορες παιδαριώδεις αριστερίστικες αντιλήψεις υποστηρίζουν.

Ο βασικός κόμβος ενός τέτοιου μεταβατικού προγράμματος είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ ακριβώς γιατί συμπυκνώνει στη σημερινή συγκυρία (και όχι σε κάποια ιδεατή άλλη) το σύνολο των αντιθέσεων και διαχωρίζει την αστική από την προλεταριακή στρατηγική. Η ελληνική αστική τάξη, παρόλα τα εξόφθαλμα πλέον αδιέξοδα της, είναι δεσμευμένη στην ΕΕ και, παρά και τις δικές της ζημιές, δεν τολμά να αντιπαρατεθεί στους ηγεμόνες της ΕΕ θεωρώντας ότι το κόστος θα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Όσο και εάν μερίδες της διαμαρτύρονται και απαιτούν ακόμη και μία σκληρότερη διαπραγμάτευση, η αποδέσμευση από την ΕΕ αποτελεί την κόκκινη γραμμή που όποιος την διαβεί (πραγματικά και όχι φραστικά και για διαπραγματευτικούς λόγους) είναι αντίπαλος. Μπορεί κάποια στιγμή, αλλά όχι σήμερα, είτε η ελληνική αστική τάξη είτε οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκή ιμπεριαλισμοί – αντιπαραθετικά ή συναινετικά – να προχωρήσουν σε κάτι τέτοιο. Και φυσικά το κόστος θα το πληρώσουν πάλι οι εργαζόμενοι. Όμως, σήμερα κάτι τέτοιο απαγορεύεται. Εάν, μετά από αδιέξοδα και καταστροφές, η αστική τάξη καταλήξει σ’ αυτήν – αλλά με άλλο μίγμα πολιτικής και επιμερισμού του κόστους – θα είναι από θέσεις πολιτικής και ταξικής αδυναμίας και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Η Αριστερά οφείλει, σήμερα που είναι «απαγορευμένη», να διατυπώσει την πρόταση της με πληρότητα και σαφήνεια. Η αποδέσμευση από την ΕΕ είναι προϋπόθεση για την εκκίνηση της διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης καθώς στα πλαίσια της αλλά και για την πιο απλή απάλυνση των δεινών των εργαζομένων. Η απλή έξοδος από την ΟΝΕ, αλλά όχι από την ΕΕ, είναι ανεπαρκής και ατελέσφορη. Πρώτον, η ΕΕ δεν θα το επιτρέψει στην παρούσα συγκυρία για ευνόητους λόγους. Όμως και από την σοσιαλιστική σκοπιά αυτό δεν είναι σημαντικό καθώς θα συντηρήσει ψευδαισθήσεις. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι για μία σχετικά μικρή ανοικτή οικονομία σαν την Ελλάδα η ανάκτηση της συναλλαγματικής και εν μέρει της νομισματικής πολιτικής ενώ συνεχίζει να δεσμεύεται από την κοινή αγορά δεν λύνει κανένα ουσιαστικό πρόβλημα. Από την άλλη, η προβολή ως κόμβου ενός μεταβατικού προγράμματος της στάσης πληρωμών είναι ακόμη πιο αδιέξοδη γιατί το πρόβλημα του χρέους είναι παράγωγο της οικονομικής κρίσης και όχι η αιτία. Άλλωστε πλέον το ίδιο το κεφάλαιο – με καυγάδες και αντιφάσεις – την έχει θέσει επί τάπητος. Παρόμοια προβλήματα έχουν και διάφορα αμφίβολης πολιτικής και πρακτικής αξίας πυροτεχνήματα (όπως η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου).

 

 

Ένα πρόγραμμα για την αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ και την σοσιαλιστική μετάβαση 

Η αποδέσμευση από την ΕΕ θα ξαναδώσει στη χώρα αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική κλπ.) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ. Όμως η πρόταση της Αριστεράς για την αποδέσμευση πρέπει αναγκαία να συμπληρώνεται από:

(1) Την άρνηση του εξωτερικού χρέους που θα απαλλάξει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του εξωτερικού χρέους. Άλλωστε, όπως έδειξε και η περίπτωση της Αργεντινής, οι περισσότεροι ξένοι δανειστές θα τρέξουν γρήγορα να διαπραγματευθούν την διευθέτηση των χρεών.

(2) Την εισαγωγή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων έτσι ώστε να αποφευχθεί η φυγή στο εξωτερικό.

(3) Την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (που ούτως ή άλλως στηρίζεται σκανδαλωδώς από το δημόσιο) έτσι ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του και να χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση της οικονομίας.

(4) Την δημιουργία ενός πραγματικού συστήματος προοδευτικής φορολογίας έτσι ώστε να τονωθεί η ζήτηση των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων και να ενισχυθεί έτσι η οικονομία με το ταυτόχρονο κυνήγι της φοροδιαφυγής και ιδιαίτερα αυτής που καμία κυβέρνηση δεν αγγίζει (των μεγάλων επιχειρήσεων και των ευκατάστατων στρωμάτων) για να εξευρεθούν πόροι για την αναπτυξιακή ενίσχυση της οικονομίας.

(5) Την ελεγχόμενη διολίσθηση της ισοτιμίας του νομίσματος, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εμπορική ανταγωνιστικότητα σε συνδυασμό με ένα σύστημα ελέγχου των τιμών έτσι ώστε να μην υπάρξουν αδικαιολόγητες πληθωριστικές αυξήσεις ιδιαίτερα στα είδη μαζικής κατανάλωσης. Η πολιτική αυτή θα διευκολύνει επίσης την βιομηχανική και παραγωγική αναγέννηση της οικονομίας.

Το πιο κρίσιμο όμως στοιχείο της πρότασης και το επιστέγασμα ενός τέτοιου προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας σε σοσιαλιστική βάση (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών οικονομικών κλάδων). Όλα τα προηγούμενα μέτρα είναι κυρίως «αμυντικού» χαρακτήρα που διευκολύνουν αλλά δεν επιλύουν από μόνα τους τον πυρήνα του προβλήματος, την οικονομική κρίση. Για να ξαναπάρει μπροστά η ελληνική οικονομία, να ξεπερασθεί η αποβιομηχάνιση και η διάλυση της παραγωγικής δομής και για να αξιοποιηθούν οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι προς όφελος του λαού χρειάζεται ένα συγκροτημένο σχέδιο στόχων και πολιτικών. Καμία ιδιωτική πρωτοβουλία δεν θα επωμισθεί το κόστος και τον κίνδυνο μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης, ιδιαίτερα μέσα σε συνθήκες οξυμένης ταξικής σύγκρουσης. Μόνο ένα ρεαλιστικό σχέδιο σοσιαλιστικής οικονομικής οικοδόμησης μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Μαυρουδέας Στ. (2009), «Η κρίση, τα αίτια της και η ελληνική οικονομία» σε κείμενα ημερίδας της ΚΕ του ΚΚΕ, Σύγχρονη Εποχή.

 

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος, «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», Αθήνα: Τόπος.

 

Μαυρουδέας Στ. (2011), «Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση: καπιταλιστική κρίση και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» σε Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ), «Οικονομική κρίση και Ελλάδα», Αθήνα: Gutenberg.

 

Ένα πολύ καλό κριτικό άρθρο του Π.Μελά για τον Ισημερινό και το ζήτημα του «απεχθούς χρέους»

Η έννοια του Odious Debt και η περίπτωση του Ισημερινού. Γιατί τόσος θόρυβος;

Πηγή: monthly review
Του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ
1. Ο Ισημερινός από το 1826 έως το 2010 έχει οδηγηθεί σε αδυναμία πληρωμής (defaulted) 109 φορές τουλάχιστον στα τελευταία 184 χρόνια. Ο Ισημερινός (οι κυβερνήσεις του) μετά από πολλές και διάφορες αναχρηματοδοτήσεις και αναβολές στην καταβολή των υποχρεώσεών του στις ξένες εμπορικές τράπεζες (συσσώρευση σημαντικών καθυστερήσεων στην καταβολή των τόκων μεταξύ 1987–1994) συμφώνησε τελικά σε μια κατανοητή μείωση (διαγραφή) του χρέους και σε συμφωνία αναχρηματοδότησης το 1995 σύμφωνα με το Σχέδιο Brady [1].

Η συμφωνία αυτή προέβλεπε την αποδοχή από τους πιστωτές hair-cut ύψους 45,0% έναντι 35,0% που είχαν επιτύχει οι υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Παρά τη συμφωνία του 1995, το 1999 βρέθηκε σε πολύ σοβαρή δημοσιονομική κρίση, λόγω της μείωσης των τιμών πετρελαίου, καταστροφών στις υποδομές και στην αγροτική παραγωγή λόγω του φαινομένου El Nino, μείωση των εισροών κεφαλαίου λόγω της κρίσης των χωρών της ΝΑ Ασίας και στη συνέχεια της Ρωσίας καθώς και λανθασμένων κινήσεων στη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική εκ μέρους των κυβερνήσεων.

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 1999, ο Ισημερινός ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που προέβηκε σε αθέτηση πληρωμών των υποχρεώσεών της όπως αυτές είχαν αναδιαρθρωθεί σύμφωνα με το Σχέδιο Brady το 1995.

Ο Ισημερινός «αθέτησε την πληρωμή» δύο Eurobonds τα οποία είχε εκδώσει το 1997 (σε καλύτερες ημέρες) καθώς και σε ορισμένα βραχυπρόθεσμα εγχώρια χρεόγραφα σε ρήτρα δολαρίου.

Σε μια κίνηση απελπισίας, η κυβέρνηση του προέδρου Χαμίλ Μαχουάντ τον Ιανουάριο του 2000 συνέδεσε το νόμισμά της με το δολάριο προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την τρέχουσα οικονομική κρίση [2]. Αμέσως μετά όμως και έπειτα από ταραχές ο Μαχουάντ απομακρύνθηκε από την εξουσία και τον διαδέχθηκε ο αντιπρόεδρος Γκουστάβο Νομπόα.

Τον Απρίλιο του 2000 το ΔΝΤ προσέφερε χρηματοοικονομική υποστήριξη με στόχο την επίτευξη δημοσιονομικής σταθερότητας μέσω εφαρμογής «των γνωστών μακροοικονομικών πολιτικών του», υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η χώρα χρειάζεται ουσιαστικό «ξαλάφρωμα» τόσο του συνολικού χρέους όσο και των ροών καταβολής τόκων [3].

Τον Ιούλιο του 2000, με τη βοήθεια του ΔΝΤ, η κυβέρνηση του Ισημερινού επεδίωξε και επέτυχε έναν ακόμη γύρο «μείωσης των υποχρεώσεών της» προς τους πιστωτές της (ομολογιούχοι), η οποία υπολογίζεται περίπου στο 40,0% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων.

Παρουσιάστηκε στους ομολογιούχους μια πρόταση της μορφής «δέχομαι ή απορρίπτω» η οποία περιελάμβανε τους παρακάτω όρους: οι ομολογιούχοι καλούνταν να ανταλλάξουν τα παλαιά ομόλογα που κατείχαν (σύμφωνα με το σχέδιο Brady και είχαν ήδη υποστεί «κούρεμα» τα οποία όμως είχαν την εγγύηση του Αμερικανικού Δημοσίου) με νέα μη εγγυημένα ομόλογα που θα έληγαν το 2030 με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο στην αρχή της νέας τους ζωής. Το ίδιο αφορούσε στα βραχυπρόθεσμα Eurobonds (στα οποία δεν είχαν υποστεί κανένα κούρεμα μέχρι τώρα). Εάν οι ομολογιούχοι αποφάσιζαν να κρατήσουν τα παλαιά ομόλογα που έληγαν το 2012, τότε θα εφαρμοζόταν επί αυτών ένα ακόμη «κούρεμα» ύψους 35,0%.

Περίπου 97,0% των ομολογιούχων αποδέχτηκαν την προσφορά ανταλλαγής. Με τον τρόπο αυτό μειώθηκε ουσιαστικά το συσσωρευμένο χρέος και μειώθηκαν και οι ταμειακές εκροές της χώρας.

2. Στο τέλος Δεκεμβρίου του 2008 η Κυβέρνηση του Προέδρου Rafael Correa δήλωσε αδυναμία πληρωμής για τα ομόλογα 2012 και 2030 ακολουθώντας στο σημείο αυτό τις προτάσεις της Επιτροπής για το Odious Debt [4] που ο ίδιος είχε συστήσει και στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα προσκείμενα στο καθεστώς όπως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτές οι εκδόσεις ομολόγων (αλλά και σχεδόν ολόκληρο το ΔΧ του Ισημερινού) αποτελούν ανήθικες και παράνομες υποχρεώσεις (immoral and illegitimate obligations). Ο πρόεδρος R. Correa απέφυγε συστηματικά να χαρακτηρίσει ως παράνομα τα ομόλογα, τις υποχρεώσεις των οποίων αρνήθηκε να εξυπηρετήσει. Ενώ στην πολιτική ρητορεία χρησιμοποιούσε ευρέως την ορολογία του Odious Debt ως μέσου για την άρνηση του ΔΧ, αλλά στην πράξη απέφυγε να την επικαλεσθεί αλλά κυρίως να τη χρησιμοποίηση πρακτικά. Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι παρά την εντατική συζήτηση στην πολιτική και την ακαδημαϊκή σφαίρα το δόγμα του Odious Debt δεν έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί σε ένα Διεθνές Δικαστήριο [5].

3. Θα αναφέρουμε την ιστορική εξέλιξη των γεγονότων.
Τη 15η Δεκεμβρίου 2008 [6] ένα τοκομερίδιο (coupon) ύψους 30,5 εκατ. δολαρίων των δεκαετών ομολόγων έκδοσης Δεκεμβρίου 2005 και λήξης 2015, ανακοινώθηκε ότι δεν θα πληρωθεί. Με το πέρασμα του χρόνου, η αθέτηση πληρωμών έγινε επιλεκτική και με διακρίσεις (indiscriminate). Δεν οδήγησε σε άρνηση των υποχρεώσεων του χρέους ως μισητό (repudiation of obligations as odious) ή σε άλλες βάσεις, ούτε σε μια διαπραγμάτευση ή ακόμα σε μια μονόπλευρη ανταλλαγή χρέους (όπως η Αργεντινή) με στόχο να επιτευχθεί μαζική απάλειψη χρέους.

Στις 20 Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος Rafael Correa δήλωσε ότι όλες οι επίσημες διμερείς και πολυμερείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση του Ισημερινού θα εξυπηρετούνται κανονικά και τούτο παρότι σύμφωνα με την Έκθεση της Επιτροπής CAIC όποιο χρέος έχει θεωρηθεί παράνομο [7] θα πρέπει πάραυτα να «αναθεωρηθεί». Επίσης, ο πρόεδρος μαζί με την υπουργό Οικονομικών Maria Elsa Viteri υποστήριξαν ότι η αθέτηση πληρωμών θα περιοριζόταν μόνο στο «εμπορικό χρέος», εννοώντας τις τρεις συγκεκριμένες εκδόσεις ομολόγων με ημερομηνία λήξης 2012, 2015 και 2030.

Στα μέσα του Ιανουαρίου 2009 πάντως, η κυβέρνηση ξαφνικά αποφάσισε να πληρώσει το τοκομερίδιο του Ομολόγου 2015 (παρότι η Επιτροπή το είχε θεωρήσει και αυτό ως μισητό (odious). Τον Φεβρουάριο του 2009 έγινε φανερό ότι ο πρόεδρος Rafael Correa είχε επικεντρώσει την προσοχή του μόνο στα δύο συγκεκριμένα ομόλογα με ημερομηνία λήξης το 2012 και το 2030 [8].

Η κυβέρνηση του Ισημερινού άρχισε την επαναγορά των Ομολόγων το 2012 στη δευτερογενή αγορά μετά την κατάρρευση των τιμών που ακολούθησε την απόφαση του Δεκεμβρίου 2008 να προβεί σε αθέτηση πληρωμών. Στις 20 Απριλίου 2009, η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια προσφορά–πρόταση επαναγοράς των ομολόγων με ημερομηνία λήξης το 2012 και το 2030 μέσω μιας τροποποιημένης Δημοπρασίας Ολλανδικού Τύπου [9] με τιμή βάσης (εκκίνησης) 30 cents του δολαρίου. Κυκλοφόρησε το κείμενο της συμφωνίας από τον διευθύνοντα σύμβουλο της LAZARD [10], Freres, με ημερομηνία λήξης της προσφοράς την 15η Μαΐου, για όλες τις συμπεριλαμβανόμενες προτάσεις. Με τον τρόπο αυτό αγοράστηκαν περίπου το 91,0% των ομολόγων με προεξόφληση (discount) μεταξύ 65,0% και 70,0%%, δηλαδή εξαγοράστηκαν ομόλογα ονομαστικής αξίας 3 δις δολαρίων έναντι 900 εκατ. δολαρίων. Επίσης μια ακόμη επαναγορά έγινε τον Νοέμβριο του 2009. Στο τέλος του 2009 είχαν επαναγοραστεί περίπου το 95,0% των ομολόγων με ημερομηνία λήξης 2012 και 2030 [11].

4.Συμπεράσματα

Ο πρόεδρος Rafael Correa μόνο ρητορικά χρησιμοποίησε τον όρο odious debt. Στην πράξη προχώρησε σε μια επαναγορά από τη δευτερογενή αγορά τις εκδόσεις δύο συγκεκριμένων ομολόγων, αφού προηγουμένως απείλησε και φόβισε τους ιδιώτες κατόχους τους [12].

Δεν έγινε καμία χρήση της νομικής έννοιας του όρου odious debt διότι απλούστατα δεν υφίσταται τέτοια έννοια [13]. Ο πρόεδρος Rafael Correa δεν προσέφυγε σε κανένα Διεθνές Δικαστήριο για να δικαιωθεί. Επομένως, τα συμπεράσματα της Επιτροπής Ελέγχου δεν αφορούν, προς το παρόν, τη Διεθνή Έννομη Τάξη. Μπορεί να αφορούν το λαό του Ισημερινού και μπορεί να οδηγήσουν σε ποινικά ή άλλα μέτρα ενάντια των υπευθύνων. Και σωστά να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι όμως δεν εξασφαλίζει νομική βάση στη διεθνή έννομη τάξη για άρνηση ή για τι άλλο του χρέους. Η πολιτική διερεύνηση και στη συνέχεια η εσωτερική ποινική διευθέτηση υφιστάμενων παρανομιών και καταχρήσεων αποτελεί μέλημα των εγχωρίων αρχών. Δεν σημαίνει ότι με αυτό τον τρόπο συγκροτείται νομική βάση για διεθνείς διευθετήσεις.

Ο πρόεδρος Rafael Correa μπόρεσε να επαναγοράσει τα συγκεκριμένα ομόλογα με πόρους που ανήκαν στο κράτος του Ισημερινού λόγω των πλεονασμάτων που εν τω μεταξύ είχαν δημιουργηθεί μέσα από την παραγωγική διαδικασία. Δηλαδή προχώρησε σε μια μορφή αναδιάρθρωσης του χρέους όπως τόσες άλλες. Γιατί λοιπόν τόσος θόρυβος;
Υποσημειώσεις:

[1] Μεταξύ του 1993–1994 αυξήθηκε εκ νέου το δημοσιονομικό έλλειμμα στην οικονομία του Ισημερινού κυρίως λόγω της αύξησης των αμυντικών δαπανών με αφορμή τον πολέμου με το Περού, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του ξένου δανεισμού.

[2] Ο Ισημερινός δεν προέβηκε σε υποτίμηση του νομίσματός του από τότε.

[3] Stanley Fisher, «Ecuador and the IMF», 19/5/2000, διαθέσιμο στο http://www.imf.org/external/np/speeches/2000/051900.htm

[4] Internal Auditing Commission for Public Credit of Equador, Οκτώβριος 2008. Βλ. επίσης, Naomi Mastone & David Oakley, «Ecuador Hints at Default over “illegitimate” Debt», Financial Times, 18/11/2008.

[5] Andrew Yianni & David Tinkler, «Is there a Recognized Legal Doctrine of Odious Debt?», 32 NCJ.INT’L LGCOM.RFG,749 (2006) όπου υποστηρίζεται ότι ένα νομικό δόγμα του Odious Debt δεν υπάρχει.

[6] Το Εξωτερικό Χρέος του Ισημερινού στο τέλος του 2008 ανήρχετο στο 19,0% του ΑΕΠ, δηλαδή υπολογιζόταν σε περίπου 3,5 δις δολάρια.

[7] Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Επιτροπής Ελέγχου σχεδόν το σύνολο του χρέους ήταν παράνομο και ανήθικο.

[8] Η εξήγηση για αυτή τη στοχοποίηση θα πρέπει να αναζητηθεί ιστορικά στην «κόντρα» μεταξύ του Correa ως υπουργού Οικονομικών επί Προεδρίας Alfredo Palacio (Απρίλιος 2005) και των ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας, αλλά κυρίως του προέδρου της Παγκόσμιας Τράπεζας, Paul Wolfowitz σχετικά με τον τρόπο που έγινε η αναδιάρθρωση του χρέους το 2000 και αφορούσε τα συγκεκριμένα δύο ομόλογα. Μετά από 106 ημέρες ως υπουργός Οικονομικών παραιτήθηκε και το 2007 κέρδισε τις προεδρικές εκλογές διαδεχόμενος τον Alfredo Palacio. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ο Alfredo Palacio ήταν αντιπρόεδρος του προέδρου Lucio Gutierrez ο οποίος απομακρύνθηκε από την εξουσία (καθαιρέθηκε για λόγους διαφθοράς) και έτσι ο Alfredo Palacio έγινε πρόεδρος. Ο Alfredo Palacio όταν ήταν αντιπρόεδρος είχε επιλέξει τον Rafael Correa ως οικονομικό του σύμβουλο.

[9] Βλ. Κ. Μελάς, Εισαγωγή στην Τραπεζική Χρηματοοικονομική, Β’ Έκδοση, Εξάντας 2009, σ.105-107.

[10] Σύμβουλος του προέδρου Rafael Correa ήταν η γνωστή χρηματοοικονομική εταιρία Lazard, η οποία ειρήσθω εν παρόδω συμβουλεύει για τα ίδια ζητήματα και την κυβέρνηση Γ.Α. Παπανδρέου.

[11] Arturo C. Porzecanski, «When Bad Things Happen to Good Sovereign Debt Contracts: The Case Of Ecuador», διαθέσιμο στο http://www.law.duke.edu/journals/lcp).

[12] Το αν έπραξε σωστά ή όχι δεν αξιολογείται στη συγκεκριμένη παρουσίαση. Άλλωστε η αξιολόγηση εμπεριέχει απεριόριστη υποκειμενικότητα αλλά και την ιδεολογική σκοπιά που φαίνονται τα γεγονότα.

[13] UN, «The Concept of Odious Debt in Public International Law», No 185, Ιούλιος 2007. Βλ. επίσης, Κ. Μελάς & Ν. Μπινιάρης, «Δημόσιο χρέος: αθέτηση πληρωμών, αναδιάρθρωση ή τι άλλο;», Monthly Review, τεύχ. 69.

CONVERGENCE OR DIVERGENCE: The data from GREECE

CONVERGENCE OR DIVERGENCE: The data from GREECE

 

Mavroudeas Stavros

Syriopoulos Costas

Department of Economic Studies

University of Macedonia

Journal of Applied Business Research vol.14 no.1

 

ABSTRACT

            The convergence hypothesis is a popular tenet in modern discussions in macroeconomics and regional economics. It derives from the very fundamental properties of the neoclassical single-sector growth model, and its assumption of diminishing returns to scale. Following this theoretical framework a number of empirical tests (σ or unconditional β or conditional β-convergence) has been developed. This paper tests unconditional and conditional β-convergence for the Greek economy. Three issues are being considered: (i)if there is regional convergence, (ii) if there is a North-Southern divide, (iii) if Greece is converging with the other economies taking part in the European integration project. Our empirical results reject the convergence hypothesis in all cases. These findings, together with similar findings for many other economies, pose significant problems for the theoretical assumptions of the neoclassical growth model with exogenous technical change.

 

 

1. Introduction: theory and evidence

            The convergence hypothesis is a popular tenet in modern discussions in macro and regional economics. It contends that there is a negative relationship  – after controlling for some set of variables – between initial income level and growth rate. Therefore, poor countries or regions tend to grow faster than developed ones and, subsequently, a convergence process is operating leading to similar levels of development. This hypothesis is derived, usually, from the very fundamental properties of the Solowian neoclassical single-sector growth model, and its typical assumptions of diminishing returns to capital, exogenous technological progress, full employment, a fixed relation between the labour force and population and exogenous growth of population. The neoclassical growth model for closed economies, as presented by Solow (1956), suggests that the per capita growth rates tend to be inversely related to the starting level of output or income per capita. Hence, if economies are similar with respect to preferences and technology, then poor economies grow faster than rich ones, promoting convergence in levels of per capita product and income. This thesis has been extended for the case of open economies. In the case of a closed economy convergence among its regions derives from (a) the diminishing returns to capital, (b) the mobility of capital and labour across regions and, (c) the gradual spread of technology. All these hypotheses can be easily justified on the basis of stylised facts for a single economy and for the long-run period[1]. The crucial assumption is the first, since it represents one of the very fundamental properties of the neoclassical growth model, whereas the others are being added as second grade – not necessary – assumptions. Because of the diminishing returns to capital – and given similar determinants of the steady state (capital accumulation rate, population growth rate, preferences etc.) – regions with a lower level of capital and output exhibit a greater rate of growth so as to catch up the more advanced regions (exhibiting smaller rates) and to converge to the steady state values. Put it simply, as capital accumulates its marginal product falls and so does the incentive to invest. Assuming capital mobility, capital flows to the less developed regions and the growth rate in the developed regions falls as the capital-labour ratio falls. The extension of the convergence hypothesis for different economies requires additional assumptions securing the open character of these economies. Therefore, the mobility of factors of production and the diffusion of technologies should be accounted for. This version of the convergence hypothesis has been branded by Baumol (1994) the “common forces” model.

The same convergence thesis has been advanced also within the context of the Technological Catching Up Hypothesis (Baumol (1986) or “contagion” model (Baumol (1994), i.e. that economies that are technologically backward may experience large jumps in productivity by adopting already-existing advanced technology. It should be noted that in this case the theoretical framework changes. Institutional (eg.education) and discrete technological (e.g. different technological policies) factors play a more significant role. Furthermore, Baumol (1986) recognises different clusters of countries and different results with regards to convergence (convergence clubs etc.)[2]. The three clusters of the industrialised, intermediate and centrally planned countries exhibited, for the period 1950-80, a convergence trend. However, the cluster of poorer less underdeveloped countries did not exhibited such a trend. Additionally, there has been little convergence among the groups.

The empirical procedures used to test the convergence hypothesis are almost the same for both the two beforementioned theoretical frameworks. Based on the Solowian single-sector growth model, three types of convergence have been recognized.

(1) Sigma convergence (σ-convergence) studies the cross section dispersion of per capita income (or productivity) levels. If the dispersion decreases over time, then per capita income levels tend to converge. This test has been criticised as crude and not conforming fully with the theoretical properties of the neoclassical growth model.

(2) Absolute beta convergence (β-convergence) is a cross section regression of time averaged growth rates on initial levels of per capita GDP. If there is a negative regression coefficient on the initial income level then a process of convergence is operating. This test takes into account the initial levels of growth. However, it does not account fully for the determinants of the steady state.

(3) Finally, conditional β-convergence looks at the cross section regression coefficient of time averaged growth rates on initial incomes but also of a number of additional explanatory variables, such as the capital accumulation rate and the population growth rate. Conditional β-convergence is considered a more appropriate test for the neoclassical growth model.

Following the formalisation introduced by Barro and Sala-i-Martin (1991), in order to test for β-convergence the following non-linear regression is used:

(1/Τ) (ln y0+T,i – ln y0,i) = c – (1/T) (1-eβt) ln y0,i + e0+T,i                                                          (1)

where ln y0+T,i – ln y0,i  is economy ‘s GDP per capita between 0 and T, ln y0,i  is the logarithm of economy ‘s GDP per capita at time 0, or the initial level of per capita GDP, t is a linear time trend and e0+T,i  is the disturbance term.

According to Barro and Sala-i-Martin (1991), conditional β-convergence should be distinguished from absolute β-convergence. A set of economies displays conditional β-convergence, if the partial correlation between growth and initial income is negative. In other words, if we run a cross-sectional regression of growth of initial income holding constant a number of additional variables, and we find that the coefficient of initial income level is positive, then the economies in the data display conditional β-convergence. If the coefficient of initial income is positive in a univariate regression -like regression (1)- then we say that the data set displays unconditional or absolute β-convergence. For conditional β-convergence, Barro and Sala-i-Martin (1991) propose the estimation of the following regression:

(1/T) (ln y0+t,i – lny0,i) = c – (1-eβt) ln (y0i) + ψ Χit + e0+T,i                                                                    (2)

where Χit   is a vector of variables that proxy for, and hold constant, the steady state. The only difference with (1), which tests for unconditional or absolute convergence, is the presence of the steady state vector Χit .

Although the neoclassical economic theory predicts convergence, the empirical evidence has been a subject for debate. Baumol (1986) was the first who examined and conclude in favour of convergence, De Long (1988) contradicted Baumol’s results, and after them a large body of literature appeared (Barro and Sala-i-Martin (1991), Mankiw, Romer and Weil (1992) etc.).

Barro and Sala-i-Martin (1991) employ equation (2), which is in accordance with the neoclassical framework of analysis, in order to test empirically the existence or not of convergence. The overall evidence of their analysis weighs heavily in favor of convergence, suggesting that the results of the neoclassical growth models are valid. Mankiw, Romer and Weil (1992) evidence, indicates that, when holding population growth and capital accumulation constant, countries converge about the rate the augmented Solow model predicts. Finally, other recent studies upon the subject of convergence support the theory of the neoclassical model (Coulombe and Lee 1995 for the case of Canada and Cashin 1995 for Austalia) .

On the other hand, Mauro and Podrecca (1994) examined empirically the convergence hypothesis for the case of Italian regions. Their findings opposed those of Barro and Sala-i-Martin (1991). Also, Pagano (1993) studying productivity or income convergence in the European Community countries suggests that the process of convergence stops or even reverse with the oil shocks of 1970’s. Neven and Gouyete (1994) suggest that there exist dualism between Southern and Northeastern regions of the European Community, and Button and Pentecost (1995) testing the convergence in the European Union regional economies find no significant convergence across those regions in the 1980’s.

 

 

2. Issues of convergence in the economy of Greece

            This paper tests unconditional and conditional β-convergence for the Greek economy. Three issues are being considered. Firstly, whether there is a regional convergence in the Greek economy. Secondly, given the interest in the possibility of a north-south divide in Greece, whether there is convergence between Southern and Northern Greece. Finally, whether the Greek economy is converging with the other European economies taking part in the European integration project.

The first issue is straightforward: it begs the question whether the Greek economy exhibits the properties and the results hypothesized by the neoclassical growth model.

The second issue refers to a nowadays popular debate in Greece. After the collapse of the Eastern block and the liberalisation of the other Balkan economies it has been voiced from many sides that there is a structural change in the Greek economy. Before, the South – mainly represented by the Athens area (the so-called economic and industrial polypus of Athens) – was the economic heartland of the country. The northern areas were basically dedicated to agriculture. Now – the argument maintains – after the crisis of the ‘70s the economic and industrial basis of the South has become aged and deindustrialisation (because of the crisis) is taking its toll. On the other hand, the northern areas – boosted also by opportunities in the newly-opened northern neighbouring countries – tend to become the new economic centre.

The third question considers the relationship with the European integration project. Greece takes part in that project with the expectation of converging with the more advanced Western European countries. This assumption – i.e. convergence of the European economies – has been supported by Barro and Sala-i-Martin (1991). However, all present day debates focus upon the real divergence among European economies. This fact has been contrasted to the Maastricht treaty requirements which emphasise nominal convergence. The problem is more grave since the EEC – and now the EU – has created specific funds in order to support the less developed mostly Southern European countries to improve their infrastructure and productive basis. These resources did not represent a significant amount in European terms – and after all the EEC’s budget is extremely limited – but they do represent significant resources in terms of the particular targeted economies. Greece has received from European Union resources equivalent to 5% of the GDP over 6 years (Community Support Framework I) and funds equivalent to 6%-7% of the Gross Regional Product (Integrated Mediterranean Programmes). It is also estimated that the second Community Support Framework will contribute resources equivalent to 5%-6% of the annual Greek GDP over 6 years (1994-1996). However, these resources seem to fail to produce the expected outcome. So, the second issue refers to the convergence or divergence of Greece with the other European economies.

 

 

3. Empirical Results

            In our empirical analysis we estimate regressions (1), (2) to test for the different types of β-convergence across the Greek regions.

 

4.1 Testing for unconditional β-convergence

As a first step, we investigate whether there exist “Barro and Sala-i-Martin type” of unconditional β-convergence across Greek regions. For this purpose we estimate empirically, using the technique of non-linear least squares, the (1) regression (Table 1). We estimated this regression for the sub periods before the entrance of Greece in the European Community (EC),  after the entrance of Greece in the EC, and for the whole period.

[TABLE 1]

The  β coefficient, although is positive, is never statistically significant different from zero. In the same table we present the results of the estimation of the same basic equation (1) with the addition of two explanatory variables, the shares of GDP in the manufacturing and industrial sector for each region (meti and indi respectively). These two explanatory variables are used on the grounds that this should help to stabilize the β coefficient across the different sub-periods, by holding constant the shocks which might affect groups of regions in common, or those correlated with initial per capita income. In our estimation the inclusion of these additional variables does not  improve our estimates and thus does not appear to play a significant role.

Looking for a possible north-south divide, we estimate again regression (1), this time including an additional North/South dummy variable (N/S) on the right hand side. This dummy variable takes the values of 1 for Southern regions and 0 for Northern regions as a proxy for different steady state values of per capita income between North and South. Thus, a positive estimate of the β coefficient in this case would indicate that there exist β-convergence within each area, rather than convergence across all Greek regions of convergence between North and South (Table 2).

[TABLE 2]

The estimates show little improvement with respect to the previous results, even if we add structural variables as before. The results are not conclusive because we do not have statistically significant estimates for the coefficient of convergence as the values of t-statistics reveals. Thus, the hypothesis of absolute β-convergence across Greek regions is clearly rejected.

 

4.2 Testing for conditional β-convergence.

The poor statistical performance of the previous statistical regressions (tables 1 and 2) might be due to the fact that we have not explicitly controlled for the cross-regional variations of the steady states towards which each region is supposed to converge. In other words we have not tested for conditional β-convergence.

The concept of conditional β-convergence, suggests the estimation of a multiple regression like (2). In our empirical analysis as steady state proxy variable we initially use the share of investment on GDP, which is the most important factor that can lead the Greek regions to convergence (Tables 3,4)

[TABLE  3, 4]

The coefficient of convergence β is always positive as the neoclassical theory predicts but it is never significantly different from zero, with the exception of the last case and specifically for the period after the introduction of Greece in the EC (1981-1996). The latter result implies conditional convergence within the Northern and the Southern part of Greece separately, supporting the popular view prevailing in Greece about the divergence between North and South. Thus, our results do not support the predictions of the neoclassical growth model. Finally, maybe the most important thing is that the coefficient of the share of investment on GDP is negative, probably implying ineffective investment planning for Greece.

 

 

5. Concluding Remarks

            The present paper examines the issue of convergence across Greek regions, following the theoretical basis of the neoclassical model of economic growth. Our empirical results are not in accordance with the neoclassical model. In all three issues under examination the hypotheses of the model are being negated. This rejection has both theoretical and empirical connotations. We contend that it is the model – and the theory underlying it – that cannot grasp reality.

On the theoretical aspect, both the “common forces” and the “contagion” model set out to verify a theoretically presupposed convergence. This is stronger in the case of the first model – deriving from the constitutive properties of the neoclassical growth model. These properties have been rightly criticised as erroneous. The Cambridge, UK critique (Garegnani (1970) etc.) has proved that the neoclassical theory of distribution, and thereby the aggregate production function, are invalid[3]. Consequently, the use of the latter in studying convergence brings potential bias to the analysis. Additionally, the diminishing returns to capital assumption has been also criticised as invalid. In the case of the “contagion” model the same theoretical criticisms apply.

Regarding the empirical reality, both models fail to explain why a vast number of countries fail to not only converge but even to follow the more developed ones. This failure is less forceful in the case of the “contagion” model since it can accept the existence of such a host – or hosts – of countries; but it cannot explain why. So absolute convergence is contradicted by the failure of poorer countries (and regions) to converge. But even conditional convergence does not always occur, since it comes about within some, but not all “clubs” of countries (Baumol, 1986). Additionally, even when convergence applies, it holds for some periods and not for others. Finally,  the convergence theory cannot explain why the productivity ranking of the follower countries has changed over time even when they converge toward the productivity level of the leader.

All these point out to the fundamental limitations of both convergence models. In the case of the typical Solovian model the assumption of non-interdependence between advanced and backward economies lead to treat them as being driven by the same common forces towards a common steady state. The rate of growth of the former appear not to affect the latter. Moreover, trade relations, obstacles to the technological innovation and world economic hierarchies are absent making the model extremely unrealistic. Finally the exogeneity of technical progress is a well known deficiency of this theory.

In the case of the contagion model the unrealistic assumption of common forces (in the form of common technology) is dropped. In advanced countries growth is led by technological innovation, whereas in backward countries it is led by imitation. Convergence depends upon the rate of technological transfer from advanced to backward countries. However, contrary to the theory, convergence is not a certainty but a potentiality. As Abramovitz (1994) admits, the existence of a process of convergence is not automatic but depends upon social capabilities (factors limiting the diffusion of knowledge, rate of structural change, institutional forms etc.). Despite its greater sophistication, the contagion model fails to incorporate properly all these factors.

Last, but not the least, the convergence thesis cannot address the concerns of policy-makers interested in regional development. Traditional cross-section regressions on the convergence equation cannot solve issues such as that of the nature of interactions between different countries (regions). Or, if currently leading economies are always the first to innovate technologically and whether new technology filters passively to poorer economies. Also, it fails to understand agglomeration processes and the institutional and transactions costs’ dimension of regional development.

The abovementioned theoretical limitations of the convergence thesis are verified by the particular characteristics of the Greek economy. Neither the common forces nor the contagion mechanism seem to operate. Economic activity was unevenly distributed throughout the post-WW.II era, being primarily concentrated in the prefectures of Athens and Piraeus, and to a lesser extent Thessaloniki (Kottis (1980)). This is verified by the strong urbanisation trends that began in the 1950s and continue to exist. Furthermore, it is telling that there is no convergence neither in periods of robust development (1960-73) nor in periods of recession (1973-1996) and despite significant sectoral transformations of the economic structure. Developed regions seems to offer undeniable advantages with regard to infrastructure. Another well-documented reason is state’s infamous overcentralisation. Economic activities closer to the seat of government enjoyed better relations with the state machine. Additionally, regional policies towards a more even spatial distribution of economic activities proved to be ineffective. Their incentives system was characterised by innate weaknesses and contradictions (related to vested interests)4.

The same considerations hold for the two main developmental poles of the Greek economy, Southern and Northern Greece. Despite recent developments and the increased economic significance of Northern Greece, the Southern area exhibits a more or less steady lead, since it represents those regions that were developed first and foremost the Athens area. On the other hand aspirations for a more ambitious role for Northern Greece (and particularly the Thessaloniki area), because of the opening of the Balkan economies have not been vindicated.

Historical evidence shows that in economies, instead of convergence, divergence and stratification reigns. The issue of both cross-national and regional convergence or divergence can be studied more properly from the premises of an “uneven development” model. Such an approach should incorporate the historical and social dimension and could explain patterns of development both within the Greek economy as well as between Greece and the other European countries. Within this perspective technical change should be theorised as endogenous and subject to – but also a means of – competition. This field is open for future research.

 

 

6. Suggestions for future research

            Having presented the theoretical and methodological critique of the convergence hypothesis, there is still room for further testing it in future research. The definitions of Bernard and Durlauf (1995) lead naturally to the use of cointegration techniques in testing this hypothesis. Therefore, it would be interesting to compare our present results with those derived from the use of time series. Moreover, since the division of Greece in regions is merely administrative, it might be useful to test the convergence hypothesis in relation to the prefectures of the country.

 

ENDNOTES

1.         For example, there is an extensive literature – not only in heterodox (institutionalist etc.) traditions about the segmentation of labour markets, local labour markets and, hence, a relative immobility of labour. However, in the longer long-run – and from the premises of a single-sector model (i.e. not accounting for different types of capital and labour) – it can be assumed that any such immobility can be smoothed down.

2.         Baumol’s concept of b-convergence has been criticised (see Romer (1986, 1989) for depending heavily upon the particular sample used and, thus, holding only for group of economies with similar steady state determinants.

3.         The neoclassical model is inconsistent because it neglects the interdependence of income distribution and the value of the capital stock. In this model the value of the capital stock cannot be known until the profit rate is known, but the profit rate (equal to the marginal product of capital) is unknowable without knowing the value of the (aggregate) capital stock. It has been shown that because of this circularity, the aggregate production function is valid only in a one-commodity world or when the capital-labour ratios and technologies are equal in all sectors.

4.         For a detailed analysis, with emphasis on industry, see Labrianidis-Papamichos (1990).

 

REFERENCES

  1. Abramovitz M., “Catc-up and convergence in the postwar growth boom and after”, in Baumol et al., “Convergence of productivity; Cross-national studies and historical evidence”, Oxford University Press, 1994
  2. Barro, R.J. and X. Sala-i-Martin, “Convergence Across States and Regions”, Brookings Papers on Economic Activity no.1, pp. 107-182, 1991.
  3. Baumol, W., “Productivity, Growth, Convergence and Welfare: What the Long-Run Data Show”, American Economic Review, 76, 5, pp. 1872-1085, 1986.
  4. Baumol W., “Multivariate growth patterns: contagion and common forces as possible sources of convergence” in Baumol W. et al. (eds.), “Convergence of Productivity: Cross-National Studies and Historical Evidence”, Oxford University Press, 1994
  5. Bernard and Durlauf (1995)
  6. Button K. and E. Pentecost, “Testing for Convergence of the EU Regional Economies”, Economic Inquiry, 33, (4), pp. 664-671, 1995.
  7. Cashin P., “Economic Growth and Convergence Across the Seven Colonies of Australia: 1861-1991”, Economic Record, 71, (213), pp. 132-144, 1995.
  8. Coulombe S. and F. Lee, “Convergence Across Canadian Provinces, 1961 to 1991”, Canadian Journal of Economics, 28 (4a), pp. 886-898, 1995.
  9. De Long B., “Productivity, Growth, Convergence  and Welfare: Comment” American Economic Review, Vol. 78, n. 5, pp. 1138-1154, 1988.

10. Kottis G., «Industrial decentralisation and regional development», Institute of Economic and Industrial Research, Athens

11. Labrianidis L., Papamichos N., «Regional distribution of industry and the role of the state in Greece», Environment and Planning C, vol.8, 1990.

12. Mankiw N.G., D. Romer and D.N. Weil, “A Contribution to the Empirics of Economic Growth”, Quarterly Journal of Economics, 107, pp. 407-437, 1992.

13. Mauro L. and Podrecca E., “The Case of Italian Regions: Convergence or Dualism?”, Economic Notes, 23 (3), pp. 447-472, 1994.

14. Neven D. and Gouyette C., “Regional Convergence in the European Community”, Cahiers de Recherches Economiques,  No. 9311, Working Paper, Universite de Lausanne, 1994.

15. Pagano P., “On Productivity Convergence in the European Community Countries: 1950-1988”, Giornali degli Economisti e Annali di Economia, 52 (7-9), pp. 389-401, 1993.

16. Romer P.M., “Increasing Returns and Long-Run Growth”, Journal of Political Economy, vol.94 no.5, pp.1002-10037, 1986.

17. Romer P.M., “Capital Accumulation in the Theory of Long-Run Growth”, in Barro R.J. ed., “Modern Business Cycle Theory”, Harvard University Press, 1989.

18. Solow R., “A Contribution to the Theory of Economic Growth”, Quarterly Journal of Economics, 70, pp. 65-94, 1956.


TABLES

 

Table 1: Testing for Conditional Convergence

Model : (1/Τ) (ln y0+T,i – ln y0,i) = c – (1/T) (1-eβt) ln y0,i + e0+T,i

           

Basic Equation

Basic Equation with Structural Variables

         

period

β

R2

β

met

ind

R2

 

1971

1981

0,0006

(0,8)

0,05

0,0002

(0,5)

-0,02

(-2,8)

0,001

(0,09)

0,51

 

1981

1996

0,0006

(0,5)

0,02

0,001

(1,3)

-0,02

(-4,6)

-0,02

(-3,7)

0,76

 

1971

1996

0,001

(0,7)

0,05

0,001

(0,8)

-0,04

(-3,18)

-0,02

(-1,12)

0,55

 

 

 

 

Table 2 : Testing for Conditional Convergence with N/S dummy

Model : (1/Τ) (ln y0+T,i – ln y0,i) = c – (1/T) (1-eβt) ln y0,i + e0+T,i

Basic Equation

Basic Equation with Structural Variables

period

β

N/S

R2

β

met

ind

N/S

R2

1971

1981

-0,0006

(-0,4)

0,009

(0,9)

0,12

0,0002

(0,19)

-0,02

(-3,57)

-0,02

(-3,4)

0,00

(0,00)

0,76

1981

1996

-0,002

(-0,9)

0,02

(1,35)

0,17

0,001

(0,54)

-0,02

(-2,28)

0,001

(0,09)

0,00

(0,00)

0,51

1971

1996

-0,003

(-0,92)

0,02

(1,45)

0,21

0,0007

(0,18)

-0,04

(-2,3)

-0,02

(-1,0)

0,003

(0,14)

0,55

 

 

 

 

Table 3 : Testing for Conditional Convergence

Model : (1/T) (ln y0+t,i – lny0,i) = c – (1-eβt) ln (y0i) + ψ Χit + e0+T,i                                                                    

Basic Equation

Basic Equation with Structural Variables

period

β

si

R2

β

si

met

ind

R2

1971

1981

0,0007

(0,82)

-0,0002

(-0,6)

0,09

0,0002

(0,41)

-0,001

(-0,41)

-0,01

(-2,9)

-0,02

(-3,0)

0,76

1981

1996

0,0008

(0,86)

-0,001

(-2,8)

0,46

0,0009

(0,96)

-0,008

(-1,63)

-0,01

(-1,7)

-0,01

(-0,7)

063

1971

1996

0,001

(1,08)

-0,001

(-2,1)

0,35

0,0006

(0,48)

-0,001

(-1,8)

-0,02

(-1,3)

0,046

(-2,1)

0,68

 

 

 

Table 4: Testing for Conditional Convergence with N/S dummy

Model : (1/T) (ln y0+t,i – lny0,i) = c – (1-eβt) ln (y0i) + ψ Χit + e0+T,i                                                                   

Basic Equation with Structural Variables with N/S dummy

period

β

si

met

ind

N/S

R2

1971

1981

0,0005

(0,35)

-0,0002

(-0,49)

-0,01

(-2,7)

-0,02

(-2,8)

-0,002

(-0,2)

0,77

1981

1996

0,004

(1,65)

-0,001

(-2,22)

-0,01

(-2,14

-0,01

(-1,18)

-0,022

(-1,41)

063

1971

1996

0,0033

(0,91)

-0,001

(-1,9)

-0,02

(-1,4)

0,048

(-2,1)

-0,017

(-0,8)

0,68

 

 

 


[1]

 

 

Οικονομικές πολιτικές στην Αργεντινή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

ΘΕΣΕΙΣ

τ.54

Ιανουάριος – Μάρτιος 1996

 

Οικονομικές πολιτικές στην Αργεντινή μετά τον Β1 Παγκόσμιο Πόλεμο

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα

L Πρόλογος

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η κριτική επισκόπηση των οικονομικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν στην Αργεντινή μετά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο, με ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτική που εφαρμόστηκε στην διάρκεια της επταετίας 19761982. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στον βιομηχανικό τομέα, και γενικότερα στην παραγωγική βάση της οικονομίας, και στις επιπτώσεις των πολιτικών αυτών επάνω του. Η επιλογή της περιόδου αυτής και της χώρας δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε αυθαίρετη. Η Αργεντινή είναι ένα σχεδόν τυπικό παράδειγμα μιας κατηγορίας χωρών που θεωρούνταν προηγουμένως υπανάπτυκτες και που εισήλθαν σε πλήρη κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη σχετικά πρόσφατα. Παρόλα αυτά, από τότε και για μια σημαντική περίοδο στις δεκαετίες 1950 και 1960, οι χώρες αυτές παρουσίασαν αξιοσημείωτους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Σε αυτό το επίπεδο η Αργεντινή επιδεικνύει μία ενδιαφέρουσα  –  αν και παραπλανητική  –  ομοιότητα με την Ελλάδα. Αυτή η ομοιότητα, συνδυασμένη με το υποτιθέμενο κοινό χαρακτηριστικό της επικράτησης «λαϊκιστικών» πολιτικών (π.χ. Περονισμός), οδήγησε ορισμένους συγγραφείς (π.χ. Μουζέλης 1987)1 στο να υποθέσουν ότι η Ελλάδα και η Αργεντινή ανήκουν στην ίδια κατηγορία κεφαλαιοκρατικών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών. Παρόλο που αυτό το ζήτημα δεν είναι το αντικείμενο της παρούσας μελέτης, θα πρέπει να σημειωθεί in passim ότι πρόκειται για μία εσφαλμένη θέση επειδή πρωταρχικοποιεί εκλεκτικιστικά ορισμένα επιφανειακά  –  και επιπόλαια  –  χαρακτηριστικά και παραγνωρίζει τους θεμελιακούς προσδιοριστικούς παράγοντες. Με αυτή την έννοια, στην μελέτη των μεταπολεμικών οικονομικών πολιτικών στην Αργεντινή εμφανίζονται έμμεσα τόσο οι ομοιότητες όσο και οι βασικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών.

Όσον αφορά την επιλογή της χρονικής περιόδου, καλύπτει το σύνολο των εξελίξεων μετά την Κρίση του 1930 και τον Β1 Παγκ. Πόλεμο. Όμως αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι φαίνεται ότι μία σειρά Λατινοαμερικανικών χωρών αποτέλεσαν κυριολεκτικά το πεδίο δοκιμών των μεταπολεμικών οικονομικών πολιτικών ανάπτυξης, πριν την γενικευμένη εισαγωγή τους. Αυτό εμφανίζεται ιδιαίτερα καθαρά όσον αφορά την περίοδο 197682. Πρόκειται για την περίοδο εφαρμογής της δεύτερης γενεάς νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εκπήγαζαν από την Νομισματική Προσέγγιση του Ισοζυγίου Πληρωμών (Monetary Approach to the Balance of Payments)2 και οδηγούσαν στο άνοιγμα (διεθνοποίηση) της οικονομίας και που επιβλήθηκαν υπό την αιγίδα της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤIMF).

Η Αργεντινή αποτελεί μία υποδειγματική περίπτωση του προαναφερθέντος ρεύματος. Περίπου κατά την ίδια χρονική περίοδο ανάλογα πειράματα εφαρμόζονταν και σε μία σειρά άλλες Λατινοαμερικανικές χώρες. Γενικά, έχει παρατηρηθεί μία σχετική ομοιότητα στις πολιτικές που υλοποιούνταν στα διάφορα κράτη της Νότιας Αμερικής σε αυτήν αλλά και σε προηγούμενες περιόδους. Παραδείγματος χάριν, το πρώτο μονεταριστικό πείραμα στην Αργεντινή στην τριετία 195962, συμπίπτει χονδρικά με ανάλογα πειράματα στην Χιλή (195658), στην Βολιβία (1956), στο Περού (1959) και στην Ουρουγουάη (195962). Οι πολιτικές αυτές απέτυχαν και τις διεδέχθησαν εξίσου ομοιόμορφα, και εξίσου αποτυχημένα, μία σειρά Δομιστικές πολιτικές. Τέλος, οι τελευταίες με την σειρά τους αντικαταστάθηκαν από νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεύτερης γενεάς.

Πιο συγκεκριμένα, η Κρίση του ’30 εξώθησε την Αργεντινή στην υιοθέτηση πολιτικών εκβιομηχάνισης. Ο πρώτος τύπος τέτοιων πολιτικών, που εφαρμόσθηκαν στην περίοδο 193050, ήταν η Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Εκβιομηχάνιση (Import Substituting Industrialisation  –  ISI). Με το πέρας της δεύτερης δεκαετίας το μοντέλο αυτό εκδήλωσε σοβαρά προβλήματα και ξέσπασε μία έντονη διαμάχη όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του. Δύο οικονομικά ρεύματα αντιμάχονταν για την μορφή της διάδοχης οικονομικής πολιτικής: η Λατινοαμερικανική σχολή του Δομισμού και ο Μονεταρισμός. Υπήρξε μία περίοδος διαδοχικής εφαρμογής και των δύο αυτών στρατηγικών: στα 195962 εφαρμόζεται το πρώτο Μονεταριστικό πείραμα, ακολουθούμενο (κατά την περίοδο διακυβέρνησης των Ριζοσπαστών στα 196366 αλλά και κατά την Περονιστική κυβέρνηση του 197376) από ένα μακρύ Δομιστικό πείραμα. Και τα δύο εμφάνισαν προβλήματα. Συνεπώς, μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1976 εμφανίσθηκε ένας νέος υποψήφιος οικονομικής πολιτικής: η Νομισματική Προσέγγιση στο Ισοζύγιο Πληρωμών ή Παγκόσμιος Μονεταρισμός. Υπήρξε μία συστηματική εφαρμογή του μοντέλου αυτού στην περίοδο 197682.

Στο πρώτο μέρος της μελέτης γίνεται μία σκιαγράφηση των προηγούμενων πολιτικών που εφαρμόστηκαν και της εξέλιξης της οικονομίας της Αργεντινής, πριν το 1976. Το δεύτερο μέρος εξετάζει τις ριζοσπαστικές νεοσυντηρητικές πολιτικές της περιόδου 197682 και αποτιμά τα αποτελέσματα τους.

  . Η Κρίση τον ’30 και η Υποκαθιστούσα Εξαγωγές Εκβιομηχάνιση

Η βιομηχανοποίηση ως μία συγκεκριμένη στρατηγική ανάπτυξης, στην Αργεντινή, χρονολογείται από την έναρξη της Μεγάλης Κρίσης (192930). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν προϋπήρχαν σημαντικές εγχώριες μεταποιητικές δραστηριότητες. Αντίθετα, ήδη από την αρχή του 20ου αιώνα περίπου το 20% της εργατικής δύναμης εργαζόταν στην μεταποίηση, στην οποία αναλογούσε το 10 με 15% του συνολικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Η Αργεντινή είχε ήδη από εκείνη την περίοδο φθάσει ένα βαθμό εκβιομηχάνισης που η «μεσαία» αναπτυσσόμενη χώρα δεν έφθασε παρά μόνον μετά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο3. Ο πιο σημαντικός κλάδος, στην περίοδο αυτή, ήταν τα τρόφιμα και ποτά (σύμφωνα με την απογραφή βιομηχανίας του 1914, λίγο πάνω από το 50% της ακαθάριστης αξίας της βιομηχανικής παραγωγής προερχόταν από αυτό τον κλάδο). Η σχετική σημασία και η δομή του βιομηχανικού τομέα παρέμεινε βασικά αναλλοίωτη μέχρι το 1930: το συνολικό ΑΕΠ, η μεταποίηση και το εξωτερικό εμπόριο παρουσίαζαν παραπλήσιους ρυθμούς μεγέθυνσης (μεταξύ 4,5 και 5,5% ανά έτος) και η αξία των εισαγωγών παρέμεινε περίπου στο 25% του ΑΕΠ (μετρημένου σε τιμές του 1950).

Μετά την κρίση του 1930 η Αργεντινή «υποχρεώθηκε» να εκβιομηχανισθεί και ο ρυθμός μεγέθυνσης και η δομή της βιομηχανίας άλλαξαν ριζικά. Στα τριάντα χρόνια, που ακολούθησαν την περίοδο 192529, υπολογίζεται ότι ο όγκος των εισαγωγών μειώθηκε απόλυτα κατά το ένα τέταρτο και σχετικά στο 8% του ΑΕΠ (επίσης σε τιμές του 1950). Κατά τον ίδιο χρόνο η προστιθέμενη αξία στην μεταποίηση αυξήθηκε με ένα ρυθμό κατά 40% ταχύτερο από το συνολικό ΑΕΠ, ώστε κατά το τέλος της δεκαετίας του 1950 ο κλάδος αυτός είχε αυξήσει το μερίδιο του στο συνολικό ακαθάριστο προϊόν τουλάχιστον κατά 50% (από 14% στο 21% με τιμές του 1935 και από 19% στο 30% με τιμές του 1960). Παρόλα αυτά, αυτή η εντυπωσιακή απογείωση ήταν σταθερά γειωμένη στην προϋπάρχουσα βιομηχανική βάση: σύμφωνα με την απογραφή βιομηχανίας του 1948, πάνω από το 60% της παραγωγής εξακολουθούσε να παράγεται από επιχειρήσεις ιδρυμένες πριν το 1930.

Όμως ο νέος παράγοντας ο οποίος εμφανίσθηκε στην περίοδο μετά την Μεγάλη Κρίση και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις ήταν η εξέλιξη της εκβιομηχάνισης σε μία συγκεκριμένη στρατηγική ανάπτυξης προωθούμενης από ισχυρά προστατευτικά μέτρα, ειδικά κίνητρα και άμεσες κρατικές ενέργειες. Βέβαια, στοιχεία μίας μεθοδευμένης προσπάθειας εκβιομηχάνισης ήταν ήδη παρόντα, όμως δεν στοιχειοθετούσαν μία συγκροτημένη στρατηγική. Για παράδειγμα, μία τέτοια περίπτωση ήταν το ταπεινωτικό σύμφωνο Roca Runciman, το οποίο παρείχε μία προνομιακή δασμολογική μεταχείριση για τις εισαγωγές από την Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η πολιτική διακρίσεων έδωσε ένα επιπλέον κίνητρο για την εγκατάσταση στην Αργεντινή ξένων επιχειρήσεων για να υπερπηδήσουν τους δασμούς (tariff jumping), εφόσον διαφορετικά θα αποκόβονταν από την εγχώρια αγορά. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν η Standard Electric και η Siemens, οι οποίες εγκαταστάθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1930.

Η Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Βιομηχανοποίηση, βασισμένη στην επέκταση της εσωτερικής αγοράς, ήταν μία πολιτική η οποία επιβλήθηκε ως η μόνη διέξοδος μετά την κρίση του 1930 και τον Β’ Παγκ. Πόλεμο. Μετά το 1946, και αντιμέτωπη με την προοπτική μίας επανέναρξης των εισαγωγών αγαθών και κεφαλαίου και τον κίνδυνο ενός τρίτου πολέμου (λόγω του Ψυχρού Πολέμου), η κυβέρνηση μετέτρεψε την προστασία της βιομηχανίας σε ένα εργαλείο μακροπρόθεσμης πολιτικής εκβιομηχάνισης. Προηγουμένως, όπως στις περισσότερες εκβιομηχανιζόμενες χώρες, η δομή των προστατευτικών μέτρων κλιμακωνόταν παραδοσιακά με βάση δύο κριτήρια: α) την προστασία ήδη υφιστάμενων εγχώριων δραστηριοτήτων (συνήθως σε μία ad hoc βάση και υπό την πίεση ενδιαφερομένων ομάδων συμφερόντων), και β) την προνομιακή μεταχείριση των λεγομένων «αναγκαίων» εισαγωγών σε σχέση με τις «μη αναγκαίες» (ιδιαίτερα σε περιόδους προβλημάτων στο Ισοζύγιο Πληρωμών).

Μία από τις πρώτες πράξεις της πολιτικής Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης ήταν το διάταγμα νόμος 14630 του 1944 που παρείχε την δυνατότητα στην κυβέρνηση να αποδίδει ειδικές πιστώσεις, φορολογικά και εισαγωγικά προνόμια (για εισαγωγές ειδικών μηχανημάτων και πρώτων υλών) σε δραστηριότητες που χαρακτηρίζονταν «εθνικού ενδιαφέροντος». Τα τρία βασικά κριτήρια που έκριναν τις δραστηριότητες αυτές ήταν ότι έπρεπε: α) να παράγουν «αναγκαία» αγαθά για την εγχώρια αγορά, β) να συνεισφέρουν στην εθνική άμυνα, και γ) να χρησιμοποιούν κύρια εγχώριες εισροές. Αυτό το πρώτο μέτρο δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχές. Εν μέρει εξαιτίας αυτών των περιορισμών και εν μέρει γιατί η πρωτοβουλία για την ανάληψη των κινήτρων αυτών είχε αφεθεί ολοκληρωτικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, ο νόμος δεν οδήγησε σε σημαντικές αλλαγές στην δομή της βιομηχανικής παραγωγής. Μόνον 40 επιχειρήσεις ευνοήθηκαν από τον νόμο αυτό, αν και ορισμένες από αυτές παρήγαγαν αρκετά περίπλοκα προϊόντα όπως ηλεκτρικές μπαταρίες, αντιβιοτικά, φωτογραφικό υλικό, εκρηκτικά και ψυγεία. Μετέπειτα μέτρα εναπέθεσαν την ευθύνη για την ανάπτυξη μεγάλης κλίμακας και υψηλής τεχνολογίας επιχειρήσεων κυρίως σε ειδικά συγκροτημένες μικτές ή κρατικές εταιρείες. Ο βασικός φορέας δεν ήταν μία αναπτυξιακή επιχείρηση, όπως στις περισσότερες άλλες χώρες, αλλά ένας οργανισμός στρατιωτικών εργοστασίων, οι Fabricaciones Militates. Οι σημαντικές βιομηχανικές δραστηριότητες που εναποτέθηκαν στην στρατιωτική πρωτοβουλία και διαχείριση ήταν εφαρμογή του νόμου Savio του 1947, ο οποίος προέβλεπε την ίδρυση μίας μικτής επιχείρησης, ονόματι SOMISA, στην οποία οι ιδιώτες επενδυτές ποτέ δεν κατείχαν περισσότερο από 1% του μετοχικού κεφαλαίου.

Ένα άλλο μέτρο ήταν η δημιουργία μίας σειράς επιτροπών με στόχο την βελτίωση των εξαγωγών. Ο μεταποιητικός τομέας ήταν ήδη αρκετά προσανατολισμένος προς τις εξαγωγές από πριν το 1930 (15% με 29% της ακαθάριστης αξίας της βιομηχανικής παραγωγής εξαγόταν, κύρια με την μορφή επεξεργασμένων ειδών διατροφής). Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκ. Πολέμου οι εξαγωγές βιομηχανικών ειδών έγιναν πιο διαφοροποιημένες  –  παρόλο ότι η υφαντουργία κατείχε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο  –  όταν οι παραδοσιακές πηγές προμήθειας άλλων Λατινοαμερικανικών χωρών διακόπηκαν. Σε εκείνη την φάση τα βιομηχανικά προϊόντα αντιπροσώπευαν πάνω από το 13% των εξαγωγών. Μεταπολεμικά όμως, ο ανανεωμένος ανταγωνισμός από τους παραδοσιακούς προμηθευτές και η αύξουσα υπερτίμηση του πέσο περιέκοψαν σημαντικά τις βιομηχανικές εξαγωγές. Η επίσημη ανησυχία για την τροπή των πραγμάτων κατέληξε στην δημιουργία μίας «Επιτροπής για την Προώθηση των Εξαγωγών» το 1952, η οποία ακολουθήθηκε από μία άλλη «Επιτροπή για την Διάδοση των Αργεντινών Προϊόντων» και τέλος από τις εμφατικές συστάσεις για ενθάρρυνση των μη παραδοσιακών εξαγωγών της Εκθεσης Prebisch προς την προσωρινή κυβέρνηση το 1956.

Ο Canitrot (1980) έχει χαρακτηρίσει την οικονομία της Αργεντινής υπό συνθήκες Υποκαθιστούσας Εξαγωγές Βιομηχανοποίησης ως περίπτωση ημικλειστής βιομηχανοποίησης (semiclosed industrialisation). Προτείνει δε ως πλαίσιο ανάλυσης ένα διτομεακό μοντέλο αποτελούμενο από έναν αγροτικό τομέα που παράγει καταναλωτικά αγαθά τόσο για εξαγωγές όσο και για την εγχώρια αγορά και έναν βιομηχανικό τομέα που χρησιμοποιεί εισαγόμενα μηχανήματα και άλλες εισαγωγές για να παράγει αγαθά κατανάλωσης και κεφαλαίου προοριζόμενα αποκλειστικά για την εσωτερική αγορά. Στο μοντέλο αυτό ο αγροτικός τομέας λειτουργεί πάντοτε σε επίπεδο πλήρους αποδοτικότητας ενώ το επίπεδο του βιομηχανικού τομέα κυμαίνεται ανάλογα με το μέγεθος της εγχώριας ζήτησης.

Στην πρώτη περίοδο λειτουργίας του  –  το διάστημα 194659  –  το μοντέλο αυτό υιοθέτησε μέτρα που άλλαζαν τις σχετικές τιμές μεταξύ των δύο τομέων. Η πολιτική των προστατευτικών δασμών για την βιομηχανία, απέναντι σε ξένους ανταγωνιστές, επέτρεπε στις επιχειρήσεις να απορροφούν επικερδώς υψηλά εργατικά κόστη. Έτσι, οι βιομηχανικοί μισθοί και τιμές αυξάνονταν σε σχέση με τις αγροτικές τιμές ή, με άλλα λόγια, η αύξηση των μισθών σε σχέση με τις αγροτικές τιμές έδωσε στους εργάτες στα αστικά κέντρα επιπλέον αγοραστική δύναμη. Το αποτέλεσμα αυτού του μετασχηματισμού ήταν ότι η ζήτηση για βιομηχανικά αγαθά τονωνόταν παρέχοντας έτσι την βασική ατμομηχανή της ανάπτυξης. Παράλληλα, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για να μειωθούν οι αγροτικές τιμές (εξαγωγικοί φόροι κλπ.) σηματοδοτούσαν μία μεταφορά από τα αγροτικά εισοδήματα στην αστική δημόσια δαπάνη. Όλα αυτά συνοδεύονταν από μία πολιτική δημοσίου ελλείμματος. Φυσικά, υπήρχε ένα ανώτατο όριο στην ικανότητα της οικονομίας να συντηρεί τέτοια ελλείμματα. Στην πράξη, αυτό το ανώτατο όριο ξεπεράστηκε σε διάφορες περιπτώσεις και για διάφορους λόγους κάνοντας αναπόφευκτη την υιοθέτηση συσταλτικών σταθεροποιητικών σχεδίων.

Στην δεύτερη περίοδο εφαρμογής του μοντέλου της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης, στο διάστημα 195970, ακολουθήθηκε ένας διαφορετικός δρόμος4 . Ως εναλλακτική λύση στην οδηγούμενη από τους μισθούς ζήτηση για βιομηχανικά αγαθά, εφαρμόστηκε μία πολιτική η οποία στόχευε στην τόνωση της ζήτησης επενδύσεων ή της ζήτησης δημόσιων δαπανών ή της καταναλωτικής ζήτησης των μη μισθωτών. Οι πραγματικοί μισθοί έπεσαν απότομα το 1959, στην διάρκεια του πρώτου μονεταριστικού πειράματος της στρατιωτικής κυβέρνησης του στρατηγού Ognania. Αυτό απάλυνε την πίεση της εσωτερικής ζήτησης, διασφαλίζοντας πόρους για μία ισχυρή αύξηση των εξαγωγών, έτσι ώστε το πρόβλημα του Ισοζυγίου Πληρωμών απαλύνθηκε. Οι παραδοσιακές βιομηχανίες που απασχολούνταν στην παραγωγή αγαθών για μισθωτούς συρρικνώθηκαν, όμως υπήρχε μία γρήγορη ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων που παρήγαγαν οχήματα και βασικές εισροές. Στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1960  –  το οποίο συμπίπτει με την Δομιστική πολιτική της κυβέρνησης Ριζοσπαστών του Frondizi  –  αυτή η τόνωση ενισχύθηκε από ένα δραστήριο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.

Αυτή η δεύτερη περίοδος Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης χαρακτηριζόταν από σημαντική ανάπτυξη αλλά και από επίμονη αστάθεια. Η βασική αιτία αυτής της αστάθειας είναι το γεγονός ότι αυτός ακριβώς ο τύπος πολιτικής απαιτεί αυξημένα περιθώρια κέρδους στον βιομηχανικό τομέα. Σε μία οικονομία χωρίς σημαντικά αποθέματα εργατικού δυναμικού και με ένα εξαιρετικά ενεργό και καλοοργανωμένο εργατικό κίνημα (ιδιαίτερα μετά τον Peron), είναι αρκετά δύσκολο να επιβληθεί μία τέτοια πολιτική. Τρεις τρόποι υπάρχουν για να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο: α) μέσω μίας πολιτικής συμφωνίας στην βάση της οποίας οι μισθωτοί, περισσότερο η λιγότερο εκούσια, θα συμφωνούσαν να παραδώσουν ένα μέρος, των εισοδημάτων τους, β) μέσω ενός πληθωρισμού στον οποίο οι ρυθμοί αύξησης των τιμών ξεπερνούν τους αντίστοιχους ρυθμούς των μισθών, ή γ) με την προσφυγή σε αυταρχικές πολιτικές λύσεις. Όμως, όλες αυτές οι μέθοδοι είχαν δοκιμαστεί (στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1960 οι δύο πρώτες, στο δεύτερο ήμισυ η τρίτη μέθοδος) και υπήρχε πολιτική δυσκολία στο να διατηρηθεί οποιαδήποτε από αυτές τις τρεις πολιτικές για περισσότερο από τρία ή τέσσερα χρόνια, γεγονός αναγκαίο για την επίτευξη οικονομικής σταθερότητας.

Η εικόνα που δίνουν τα στατιστικά στοιχεία για την περίοδο της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης είναι αποκαλυπτική. Έχει υπολογιστεί ότι οι εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων έπεσαν από το 45% της συνολικής εγχώριας προσφοράς βιομηχανικών αγαθών το 1929 σε μόλις 15% το 1950. Αυτό είναι ένα από τα μικρότερα μερίδια, για εκείνη την εποχή, για όλες τις μεσαίου μεγέθους χώρες εκτός του Ανατολικού μπλοκ.

Οι συντελεστές αυτοί παραμορφώνονται τόσο από την γενική υπερτίμηση του πέσο το 1950 όσο και από την ύπαρξη πολλαπλών συναλλαγματικών ισοδυναμιών, αλλά θεωρείται ότι αντανακλούν τις τάσεις με σχετική ακρίβεια. Οι περίοδοι της Μεγάλης Ύφεσης (193034) και του Β’ Παγκ. Πολέμου  –  περίοδοι διεθνούς αστάθειες και σημαντικών αναταράξεων  –  έχουν εξαιρεθεί.

Αυτό το οποίο μπορούμε να δούμε από αυτό τον πίνακα κατηγοριών εμπορευμάτων τελικής χρήσης είναι ότι παρά το ότι η υποκατάσταση εισαγωγών ήταν σημαντική στα τελικά καταναλωτικά αγαθά, ήταν επίσης σημαντική στα αγαθά κεφαλαίου και στα ενδιάμεσα αγαθά ‘

Ο πίνακας 2 αφορά τις ομάδες προϊόντων και δείχνει τις αλλαγές στην δομή της βιομηχανίας και την υποκατάσταση εισαγωγών. Η σύνθεση του βιομηχανικού ΑΕΠ δίνεται ξεχωριστά για τις περιόδους 1925 29, 1948 50 και 1967 69. Η πρώτη περίοδος σηματοδοτεί την περίοδο πριν την εφαρμογή πολιτικών Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης, η δεύτερη την περίοδο καθαρών τέτοιων πολιτικών και η τρίτη την περίοδο Δομιστικών πειραμάτων. Μπορούμε να δούμε ότι υπάρχει μία κάθετη πτώση του ποσοστού της πρώτης ομάδας (ελαφρά βιομηχανία) και μία άνοδος της σημασίας της κλωστοϋφαντουργίας και της βαριάς βιομηχανίας. Ειδικά όσον αφορά την κλωστοϋφαντουργία, παρατηρείται μία αξιοσημείωτη άνοδος στην διάρκεια της δεύτερης περιόδου εξαιτίας της επανάστασης στην δομή και την λειτουργία της η οποία μείωσε τις εισαγωγές κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων από πάνω από 25% της συνολικής αξίας των εισαγωγών το 192829 σε λιγότερο από 10% μετά το 1950.

Η έκταση της εκβιομηχάνισης στην περίοδο των καθαρών πολιτικών Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης παρουσιάζεται στον πίνακα 3 όπου αναλύεται περαιτέρω η σύνθεση των εκροών και υποδιαιρείται η χρονοπερίοδος. Το μεγάλο άλμα στην βιομηχανία μηχανών, συσκευών και ηλεκτρικού εξοπλισμού έλαβε χωρά στην δεκαετία του 1950 όταν οι εισαγωγές διαρκών καταναλωτικών ειδών αντικαταστάθηκαν ταχύτατα από την εγχώρια παραγωγή. Όταν αυτός ο μετασχηματισμός ολοκληρώθηκε, η εντόπια παραγωγή σταθεροποιήθηκε ή και μειώθηκε. Για παράδειγμα, επιτεύχθηκε το ζενίθ της παραγωγής για πλυντήρια το 1957, για μηχανές ραψίματος το 1959, για ποδήλατα και μοτοσυκλέτες το 1960, για τηλεοπτικές συσκευές το 1961, για σιδηροδρομικά υλικά και αγροτικά μηχανήματα και εξοπλισμό το 1960. Κατά την διάρκεια της επομένης περιόδου η παραγωγή των υποτομέων  –  με σημαντική εξαίρεση την αυτοκινητοβιομηχανία  –  αναπτύχθηκε με αισθητά μικρότερους ρυθμούς από τον συνολικό δείκτη βιομηχανικής παραγωγής. Οι ταχύτερα αναπτυσσόμενες βιομηχανίες στην δεκαετία του 1960 ήταν βασικά μέταλλα (κύρια σίδηρος και χάλυβας), χημικά προϊόντα (όπως βιομηχανικά χημικά, συνθετικές ίνες και ρητίνη, πετρελαϊκά παράγωγα) και μηχανήματα και υλικά εξοπλισμού (ειδικά μηχανές εσωτερικής καύσης, εργαλεία μετρήσεων και επιστημονικού ελέγχου, η ζήτηση για τα οποία πριμοδοτήθηκε από την υποχρέωση της επεκτεινόμενης αυτοκινητοβιομηχανίας να χρησιμοποιεί ένα αυξανόμενο μερίδιο εγχώρια κατασκευασμένων εξαρτημάτων). Η συνεχόμενη ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας, και μετά το 1960, είναι επίσης ο βασικός παράγοντας για την επέκταση των υποτομέων αυτών στην διάρκεια και της επομένης περιόδου.

Οι βιομηχανίες «μεγέθυνσης» που απαριθμούνται στον πίνακα 3  –  και οι οποίες από το 1965 αντιπροσώπευαν περίπου το ήμισυ του συνολικού βιομηχανικού ΑΕΠ, σε σύγκριση με μόλις το 25% το 1950  –  έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά:

1) Οι περισσότερες από τις βιομηχανίες αυτές απαιτούν πιο σύγχρονη τεχνολογία από ό,τι οι «παραδοσιακές» αργεντίνικες βιομηχανίες. Επειδή, επιπλέον, η τεχνολογία αυτή δεν ήταν διαθέσιμη μέσα στην Αργεντινή, εισάχθηκε από ξένες εταιρείες. Για τον λόγο αυτό οι ξένες εταιρείες έγιναν ένας σταδιακά όλο και σημαντικότερος παράγοντας στην διάρκεια της περιόδου αυτής και μάλιστα ειδικά για την αυτοκινητοβιομηχανία, έναν αριθμό βιομηχανιών διαρκών καταναλωτικών ειδών, την βιομηχανία εξαρτημάτων, τα βιομηχανικά χημικά και, σε μικρότερο βαθμό, για τα βασικά μέταλλα.

2) Πολλές από τις νέες βιομηχανίες ευνοήθηκαν από αύξουσες αποδόσεις κλίμακας. Αυτό είναι διεθνής τάση για τα βασικά μέταλλα και τα χημικά, αλλά θα πρέπει, επιπλέον, να γίνει κατανοητό ότι λειτούργησε σε αναφορά με το πολύ μικρό μέγεθος επιχειρήσεων που κατά μέσον όρο προϋπήρχε στην Αργεντινή. Η ανάγκη των νέων βιομηχανιών για παραγωγή σε μεγαλύτερη κλίμακα προωθούσε την τάση συγκέντρωσης σε ένα μικρότερο αριθμό επιχειρήσεων.

3) Οι νέες βιομηχανίες «μεγέθυνσης» έτειναν να είναι περισσότερο έντασης κεφαλαίου ή και έντασης ειδικευμένης εργασίας. Αυτές οι επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% της συνολικής βιομηχανικής προστιθέμενης αξίας, αλλά απασχολούσαν μόλις το 37% της βιομηχανικής εργατικής δύναμης το 1969, ένδειξη μίας σημαντικής διαφοράς. Αντίθετα, το 1950, αυτά τα μερίδια ήταν περίπου όμοια. Το δεδομένο αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό από το γεγονός ότι η υπόλοιπη βιομηχανία της Αργεντινής έτεινε να γίνει λιγότερο έντασης εργασίας. Όπως φαίνεται και από τον παρακάτω πίνακα (πίνακας 4), στο διάστημα 195059, οι «παραδοσιακές» βιομηχανίες αύξησαν κατά πάνω από 50% τις συνολικές εκροές τους με μία σχεδόν ασήμαντη αύξηση της απασχόλησης.

Τέλος, οφείλουμε να επισημάνουμε δύο άλλους σημαντικούς παράγοντες της περιόδου της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης.

Ο πρώτος είναι ο βασικός ρόλος των ξένων επιχειρήσεων. Υπήρξε ένα άνοιγμα της οικονομίας σε μαζικές ξένες επενδύσεις και σχεδόν απεριόριστες εισαγωγές αγαθών κεφαλαίου και οι κυβερνήσεις ήταν διατεθειμένες να συνάψουν ειδικές συμφωνίες με επιμέρους επιχειρήσεις ή για ειδικά προϊόντα. Η πολιτική αυτή εγκαινιάσθηκε από τον Peron όταν άρχισε να αίρει τους ελέγχους

στις ξένες επενδύσεις και διαπραγματεύθηκε ειδικές συμφωνίες για τρακτέρ, αυτοκίνητα και τηλεοράσεις με ξένες εταιρείες. Στην συνέχεια, ενισχύθηκε από τον Frondizi όταν αφαίρεσε τους εναπομείναντες περιορισμούς στο ξένο κεφάλαιο και έδωσε ισχυρά νέα κίνητρα για την συνολική ανανέωση του εγχώριου βιομηχανικού μηχανολογικού εξοπλισμού. Το κύριο εργαλείο πολιτικής για τον σκοπό αυτό ήταν οι φορολογικές απαλλαγές για επανεπένδυση μέχρι 100%, οι απεριόριστες επίσημες τραπεζικές εγγυήσεις για πιστώσεις από το εξωτερικό και ελεύθερη εισαγωγή ολόκληρων γραμμών παραγωγής και πολλών επιμέρους κομματιών μηχανισμών και εξοπλισμού τα οποία δεν παράγονταν εγχώρια. Επομένως, ένα μεγάλο μέρος των αγαθών κεφαλαίου καθώς και άλλες βιομηχανικές εισροές τελούσαν κάτω από ειδικά προωθητικά καθεστώτα. Έτσι, ανάμεσα στο 1959 και το 1963, πάνω από το 50% των εισαγωγών έγινε χωρίς εισαγωγικές επιβαρύνσεις. Αυτά τα γενικά μέτρα συμπληρώνονταν από ειδικές συμφωνίες που στόχευαν στην προστασία του μεριδίου της αγοράς των νέων βιομηχανιών, οι οποίες δεν μπορούσαν να καλύψουν όλη την υπάρχουσα εγχώρια ζήτηση, και τον εξαναγκασμό τους στο να βασίζονται προοδευτικά σε εγχώριες πηγές για τις εισροές τους. Παραδείγματα τέτοιων μέτρων είναι οι περίπλοκοι διακανονισμοί με βάση τους οποίους η παραγωγή και οι τιμές του εργοστασίου χάλυβος της SOMISA δεν επιτράπηκε να επηρεαστούν αρνητικά από τον ανταγωνισμό από συμπληρωματικές εισαγωγές καθώς και τα ειδικά μέτρα που υποχρέωναν τους καταναλωτές λάστιχου να προμηθεύονται ένα αυξανόμενο μερίδιο των εισροών τους από το πρόσφατα εγκατεστημένο εργοστάσιο συνθετικών, το οποίο σταδιακά έφθανε σε πλήρη αποδοτικότητα. Επίσης, χαρακτηριστικές είναι οι εισαγωγικές δασμολογικές ελαφρύνσεις πάνω σε εξαρτήματα και μηχανικά μέρη που δόθηκαν στην αυτοκινητοβιομηχανία και την βιομηχανία τρακτέρ με στόχο το να ωθηθούν στο να παίξουν ένα δραστήριο ρόλο στην ανάπτυξη εγχώριων προμηθευτών. Ο επεκτεινόμενος ρόλος των ξένων εταιρειών φαίνεται αρκετά καθαρά στα στατιστικά στοιχεία. Παραδείγματος χάριν, οι ιδιωτικές επενδύσεις από τις ΗΠΑ στην βιομηχανία της Αργεντινής ήταν σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια μεταξύ 1956 και 1966 και ξεπερνούσε κάθε άλλο αντίστοιχο κονδύλι στις υπόλοιπες Λατινοαμερικανικές χώρες. Με το τέλος της δεκαετίας του 1960 οι ελεγχόμενες από ξένους επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν το 25% με 30% της αγοράς για εγχώρια προϊόντα μεταποίησης και από τις δέκα πιο μεγάλες επιχειρήσεις (που αντιπροσώπευαν περίπου το 10% της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής) οι επτά ήταν θυγατρικές ξένων εταιρειών. Ο δεύτερος παράγοντας είναι οι κρατικές επιχειρήσεις και ειδικά οι στρατιωτικές βιομηχανίες5. Οι επιχειρήσεις αυτές διεδραμάτισαν ένα καθοριστικό ρόλο  –  παρέχοντας ειδικευμένη εκπαίδευση στην εργατική δύναμη, αλλά και με άλλους τρόπους6  –  στην προετοιμασία του εδάφους για την μετέπειτα γρήγορη ανάπτυξη μεγάλης κλίμακας, τεχνολογικά σύνθετων βιομηχανιών. Όμως, όλες αυτές οι βιομηχανίες  –  με λίγες εξαιρέσεις  –  ποτέ δεν αύξησαν την παραγωγή τους σε μία μεγάλη κλίμακα.

Η Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Βιομηχανοποίηση περιέπεσε σε προβλήματα στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Επειδή οι μηχανισμοί οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν είχαν εξαντλήσει τον δυναμισμό τους και είχαν γίνει υπερβολικά δαπανηροί και αναποτελεσματικοί. Η Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Βιομηχανοποίηση εφαρμόσθηκε υπό μία συγκεκριμένη διεθνή οικονομική συγκυρία και εδραζόταν επάνω σε συγκεκριμένο συσχετισμό εσωτερικών οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων. Η πρώτη επέτρεπε, και περίπου επέβαλλε, την πρωταρχικοποίηση της εθνικής διάστασης της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και την υιοθέτηση προστατευτικών μέτρων7. Ο εσωτερικός συσχετισμός αντιστοιχούσε στην ειδική μορφή των κοινωνικών σχέσεων (και πάνω από όλα της σχέσης κεφαλαίου εργασίας) που προέκυψε ως λύση του αδιεξόδου της πριν από την Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Βιομηχανοποίηση περιόδου. Το αδιέξοδο αυτής της προηγούμενης περιόδου βασιζόταν σε μία υπερσυσσώρευση κεφαλαίου μη δυνάμενου να χρησιμοποιηθεί επαρκώς κερδοφόρα υπό τις υπάρχουσες σχέσεις τόσο στην άμεση διαδικασία παραγωγής όσο και στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου (παραγωγή κυκλοφορία ανταλλαγή διανομή)8. Το μοντέλο της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης αναδιαμόρφωσε τόσο την μορφή της άμεσης διαδικασίας της παραγωγής όσο και το συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου, επιλύοντας έτσι την κρίση υπερσυσσώρευσης.

Όμως, μετά από μία αρκετά μακρά περίοδο, η Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Βιομηχανοποίηση εξάντλησε επίσης τα όρια της. Η χρήση των σχετικών τιμών ως μέσου χρηματοδότησης της εκβιομηχάνισης, η υψηλή προστασία της βιομηχανίας σε σχέση με τον αγροτικό τομέα, η υπερτίμηση του πέσο και οι έλεγχοι εισαγωγών μετέφεραν πόρους από τον πρωτογενή τομέα στην μεταποίηση και ενίσχυαν, με τον τρόπο αυτό, την εκβιομηχάνιση. Συγχρόνως όμως, τα περιοδικά προβλήματα του ισοζυγίου πληρωμών και ο πληθωρισμός έγιναν ένα μόνιμο χαρακτηριστικό. Η κυβέρνηση, μέσω πληθωριστικών δημόσιων όαπανών, έπαιρνε πόρους χωρίς να προσφεύγει σε φορολογία και οι πόροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν για να χρηματοδοτήσουν βιομηχανικά σχέδια ή την παροχή υποδομής και κοινωνικών υπηρεσιών που ήταν αναγκαίες για την εκβιομηχάνιση. Το οικονομικό και κοινωνικό βάρος της εργατικής τάξης έπαιξε επίσης έναν καθοριστικό ρόλο. Σε χώρες με έναν σχετικά υστερούντα δευτερογενή τομέα και μία σχετικά περιορισμένη βιομηχανική εργατική τάξη προωθήθηκε, με το μοντέλο της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης, μία συστηματική και μαζική εκβιομηχάνιση. Αυτό απαιτούσε κάποιο επίπεδο  –  ακούσιας ή εν μέρει εκούσιας  –  ενσωμάτωσης και συνεργασίας του κόσμου της εργασίας ώστε να μπει σε τροχιά η Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Βιομηχανοποίηση, αναμορφώνοντας τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις. Ο Περονισμός (με τον αυταρχικό λαϊκισμό του) αλλά και σχεδόν όλες οι υπόλοιπες κυβερνήσεις της περιόδου προώθησαν μία σχετική αναδιανομή του εισοδήματος, κυρίως προς την πλευρά της βιομηχανικής εργατικής τάξης (καλυπτόμενη όμως, κατά βάση, από την αύξηση τόσο του ποσοστού όσο και της μάζας της υπεραξίας). Επομένως, οι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί και η αναδιανομή του εισοδήματος ήταν βασικά χαρακτηριστικά αυτού του μοντέλου.

Όμως, τα ελλείμματα  –  και ο πληθωρισμός  –  είναι μία απαίτηση σε μέλλουσα παραγωγή. Όσο ο ρυθμός ανάπτυξης την καλύπτει εγκαίρως  –  δεδομένων των χρονικών υστερήσεων στην εκπλήρωση της απαίτησης  –  δεν παρουσιάζονται προβλήματα. Όταν όμως τόσο η παραγωγική δομή (δηλαδή η συγκεκριμένη μορφή υπό την οποία η εργασία υπάγεται στο κεφάλαιο) όσο και η μορφή του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου (και ιδιαίτερα η συγκεκριμένη μορφή των σχέσεων μεταξύ των βασικών μερίδων του κεφαλαίου) εξαντλήσουν τα όρια τους, τότε η επίτευξη του αναγκαίου ποσοστού κερδοφορίας αποτυγχάνει και προβλήματα αξιοποίησης εμφανίζονται σχεδόν μονίμως. Αυτά παίρνουν την μορφή προβλημάτων του ισοζυγίου πληρωμών (εκφράζοντας μία μειωμένη ανταγωνιστικότητα σε σχέση με ξένους ανταγωνιστές) και έναν επιταχυνόμενο πληθωρισμό (καθώς οι κυβερνήσεις προσφεύγουν στις συνταγές παλιών επιτυχιών). Δεδομένης της επιβράδυνσης της μεγέθυνσης και του υψηλότερου πληθωρισμού, η αναδιανομή του εισοδήματος έγινε δύσκολη. Ως συνεπακόλουθο, οι προηγουμένως υπολανθάνοντες ταξικοί ανταγωνισμοί επανήλθαν στο προσκήνιο: λιγότερο ανταγωνιστικοί «εθνικοί αναπτυξιακοί» στόχοι αντικαταστάθηκαν από τους αλληλοαποκλειόμενους εισοδηματικούς στόχους των διαφόρων κοινωνικών τάξεων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 η «χρυσή εποχή» της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης είχε τελειώσει και η αργεντίνικη οικονομία ήταν σε αναβρασμό.

   . Η στροφή στα ριζοσπαστικά νεοσυντηρητικά οικονομικά

Οι σημαντικές αλλαγές στην διεθνή οικονομία που έλαβαν χώρα μετά τα 1960 συγκρότησαν το έδαφος για την στροφή σε έναν «Μονεταρισμό ανοικτής οικονομίας». Η δεκαετία του ’60 ήταν μία περίοδος παρατεταμένης ανάπτυξης, επεκτεινόμενου εμπορίου (στο διάστημα 196573 το διεθνές εμπόριο αύξανε με έναν ετήσιο ρυθμό 9%), με σχετικά εύτακτες διεθνείς χρηματοοικονομικές ροές. Επομένως, διευκολύνθηκε η γρήγορη αύξηση των εξαγωγών των αναπτυσσόμενων χωρών  –  βασικά Ασιατικών και Λατινοαμερικανικών χωρών  –  με έναν ρυθμό 6,4% ετησίως. Οι εξωστρεφείς, προσανατολισμένες στις εξαγωγές αναπτυξιακές στρατηγικές (συνήθως ονομαζόμενες ως Υποκαθιστούσα Εισαγωγές  – Διαφοροποιούσα Εξαγωγές Βιομηχανοποίηση) αποδείχθηκαν δεόντως επιτυχείς.

Στην δεκαετία του ’70  –  με την έκρηξη της κεφαλαιοκρατικής κρίσης υπερσυσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα  –  η διεθνής οικονομία χαρακτηρίσθηκε από βραδύτερους ρυθμούς ανάπτυξης για τις βιομηχανικές χώρες, υψηλό παγκόσμιο πληθωρισμό, συχνά shocks τιμών, υψηλότερη ανεργία, υποαπασχόληση της παραγωγικής δομής, περιορισμένες εμπορικές δυνατότητες και ασταθή ισοζύγια πληρωμών για τις περισσότερες χώρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όγκος του διεθνούς εμπορίου αυξήθηκε με ρυθμό 4% ετησίως και αυτός των Λιγότερο Αναπτυγμένων Χωρών με 3,6%. Οι βασικές αιτίες αυτής της αλλαγής υπήρξαν, στην αρχή του ’70, η παγκόσμια ύφεση, η συνεπακόλουθη αστάθεια των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των ισοζυγίων πληρωμών και τα πληθαίνοντα προστατευτικά μέτρα από τις Αναπτυγμένες Χώρες9. Επιπλέον, η πολιτική υψηλών επιτοκίων των δεύτερων  –  υπό την καθοδήγηση των μονεταριστικών συνταγών περί μείωσης της κυκλοφορίας του χρήματος και αντιμετώπισης του πληθωρισμού ως ενός νομισματικού φαινομένου  –  επιδείνωσε την κρίση χρεών των Λιγότερο Αναπτυγμένων Χωρών.

Στην Λατινική Αμερική, κατά το ’60, η σχετική σημασία του εξωτερικού πληθωρισμού, σε σύγκριση με τον εσωτερικό, ήταν πολύ μικρότερη από ό,τι το ’70 και οι πηγές του σχετικά προβλέψιμες. Το ’70, αντιμετωπίζοντας την προαναφερθείσα κατάσταση, οι περισσότερες Λατινοαμερικανικές χώρες προσπάθησαν να ακολουθήσουν προσανατολισμένες στο εμπόριο αναπτυξιακές πολιτικές  –  καθώς η γοητεία των επιτυχιών του ’60 ήταν ακόμη νωπή. Όμως εμποδίσθηκαν τόσο από την εσωτερική τους κρίση (την εξάντληση της συγκεκριμένης σχέσης κεφαλαίου εργασίας αλλά και των ενδοκεφαλαιοκρατικών σχέσεων να λειτουργούν επαρκώς κερδοφόρα) όσο και από την ένταση του διεθνούς ανταγωνισμού (είτε με την μορφή υπερπαραγωγής εμπορευμάτων διαθέσιμων στην αγορά (υπερπροσφορά), είτε με την μορφή προστατευτικών μέτρων).

Δύο ρεύματα διεκδίκησαν την λύση στα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και ιδιαίτερα στο πρόβλημα του πληθωρισμού: ο Δομισμός και ο Μονεταρισμός.

Η Λατινοαμερικανική Δομιστική Πρροσέγγιση είναι μία σχολή συγγενική προς την Αγγλοσαξωνική θεωρία του πληθωρισμού κόστους, θεωρεί ότι οι ρίζες του πληθωρισμού βρίσκονται στην οικονομική δομή και κύρια σε παράγοντες όπως η μη κινητικότητα των πόρων, ο κατακερματισμός της αγοράς και οι ανισορροπίες ανάμεσα στην τομεακή προσφορά και ζήτηση. Όσο προχωρεί η ανάπτυξη τόσο πιο εκτεταμένα «μποτιλιαρίσματα» (bottlenecks) παρουσιάζονται, επειδή οι αλλαγές στην ζήτηση  –  οι οποίες σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος  –  δεν ακολουθούνται από μία επαρκή απάντηση της προσφοράς10 . Επομένως, η σταθεροποιητική πολιτική είναι αναγκαία ώστε να αποφραχθούν τα «μποτιλιαρίσματα» τα οποία ωθούν την οικονομία σε πληθωριστικούς κύκλους. Με αυτή την έννοια, η Δομιστική πολιτική είναι μία μακροχρόνια πολιτική εφόσον οι δομικές ανισορροπίες μπορούν να εξαλειφθούν μόνο μέσω μίας επανακατανομής των επενδύσεων, μία μακρόχρονη και σταδιακή διαδικασία. Επιπλέον, οι Δομιστικές πολιτικές είναι συνήθως μέρος ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος το οποίο προχωρεί σε μία σειρά θεσμικές αλλαγές (όπως αναδασμούς, φορολογικές αλλαγές, κρατικό παρεμβατισμό κλπ.). Όλα αυτά έχουν αρνητικό αντίκτυπο πάνω στο εισόδημα των κατόχων αυτών των σπανιζόντων πόρων από όπου προκύπτουν τα «μποτιλιαρίσματα» (π.χ. γαιοκτήμονες, ιδιοκτήτες κομβικών πρώτων υλών). Οι πόροι που αφαιρούνται από αυτούς διοχετεύονται στο κράτος και συγκροτούν την βάση για συνεχόμενες αυξήσεις της παραγωγικότητας και αναδιανομή του εισοδήματος στα αργοπορούντα και φτωχότερα τμήματα της οικονομίας και, συνεπακόλουθα, σε μία προοδευτική μακροπρόθεσμη αναδιανομή του εισοδήματος. Εν κατακλείδι, η Λατινοαμερικανική Δομιστική σχολή θεωρεί ότι ο πληθωρισμός είναι κατά βάσει ένα μη νομισματικό φαινόμενο και υποβαθμίζει τις επιπτώσεις που έχει η χρηματοδόση μέσω ελλειμμάτων και νομισματικής επέκτασης πάνω στις τιμές.

Αντίθετα, ο Μονεταρισμός θεωρεί ότι ο πληθωρισμός είναι πάντοτε ένα νομισματικό φαινόμενο. Ακολουθώντας  –  και αναπροσαρμόζοντας, εν μέρει, την Κλασική Διχοτόμηση  –  θεωρεί ότι ο νομισματικός τομέας καθορίζει το ονομαστικό εισόδημα και ο πραγματικός τομέας το πραγματικό εισόδημα. Η συνδυασμένη επίπτωση των δύο αυτών τομέων προσδιορίζει το επίπεδο τιμών. Μακροχρόνια, το χρήμα δεν επηρεάζει καθόλου το πραγματικό εισόδημα και η μόνη επίπτωση του είναι στο ονομαστικό εισόδημα. Τέλος, η υπερβάλλουσα συνολική ζήτηση καθορίζει το επίπεδο του πληθωρισμού. Κατά τον Μονεταρισμό, οι πολιτικές πρέπει να είναι βραχυχρόνιες και να αποσκοπούν σε μία γρήγορη αντιμετώπιση του πληθωρισμού, επειδή ο τελευταίος θεωρείται ως ο βασικός ανασταλτικός παράγοντας για αποδοτική ανάπτυξη. Ως συνέπεια, προτείνονται σταθεροποιητικές πολιτικές τύπου «θεραπείας σοκ». Τα βασικά εργαλεία πολιτικής είναι ο έλεγχος της ποσότητας του χρήματος, η μείωση των δημόσιων δαπανών, η υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας (όποτε είναι αναγκαίο), η απελευθέρωση των τιμών και η εξάλειψη των επιδοτήσεων. Όλα αυτά τα μέτρα θεωρείται ότι λειτουργούν στην βάση του ενιαίου κανόνα (uniform rule) για όλους τους οικονομικούς παράγοντες, έχουν ουδέτερες διανεμητικές επιπτώσεις και συμβάλλουν στην λειτουργία μίας ελεύθερης και χωρίς παραμορφωτικές παρεμβάσεις οικονομίας, της αγοράς.

Ο Μονεταρισμός  –  ή οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές πρώτης γενεάς  –  αντιπροσώπευαν την αρχική και πιο πρωτόγονη προσπάθεια ενός δραστικού μετασχηματισμού. Η πρωταρχικοποίηση των νομισματικών σχέσεων (εφόσον ο πληθωρισμός εθεωρείτο ως ένα καθαρά νομισματικό φαινόμενο) και η αποχώρηση του κράτους από την οικονομία (εξαιτίας της υποτιθέμενης αναποτελεσματικότητας της δημοσιονομικής πολιτικής) είχε δύο πρακτικά αποτελέσματα. Πρώτον, ξεκαθαρίζεται ότι επεκτατικές πολιτικές βασισμένες στους προηγούμενους μηχανισμούς δεν ήταν πλέον εφικτές. Δεύτερον, ότι η πειθαρχία θα έπρεπε να εμπεδωθεί τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, φυσικά με την προτεραιοποίηση του δεύτερου. Από την άλλη ο Μονεταρισμός είχε ορισμένα εξαιρετικά προβληματικά ελαττώματα. Κατ’ αρχήν κατανοούσε την κεφαλαιοκρατική κρίση μέσω του παραμορφωτικού πρίσματος των νομισματικών σχέσεων (δηλαδή της σφαίρας της ανταλλαγής) και όχι ως ένα πρόβλημα εκπηγάζον από την σφαίρα της παραγωγής. Συνεπώς θεωρούσε ότι η νομισματική πειθαρχία και η ελεύθερη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς θα αναμόρφωνε τις σχέσεις και τις δομές της παραγωγής σχεδόν αυτόματα και, εν πάσει περιπτώσει, αποτελεσματικά και αναπόφευκτα. Αφετέρου, πίστευε ότι η εισοδηματική αναδιανομή προς όφελος του κεφαλαίου (δηλαδή η βάρβαρη μείωση του κονδυλίου των μισθών [wage fund]) από μόνη της θα βελτίωνε την κεφαλαιοκρατική κερδοφορία. Συνεπώς, παραγνώριζε το ότι η κεφαλαιοκρατική κερδοφορία δεν βασίζεται μόνον στην σφαίρα της διανομής αλλά πρώτα και κύρια στην σφαίρα της παραγωγής (δηλαδή εξαρτάται όχι μόνον από το μερίδιο της εργασίας αλλά και από το πόσο παραγωγική είναι η εργασία). Τέλος, η μονεταριστική οπτική περιοριζόταν στα όρια του εθνικού κράτους, αγνοώντας ότι ο καπιταλισμός έμπαινε σε μία περίοδο πρωτόγνωρης διεθνοποίησης.

Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις δοκιμάστηκαν διαδοχικά σε πολλές Λατινοαμερικανικές χώρες, στην περίοδο που ακολούθησε το τέλος της εποχής της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης, με απογοητευτικά αποτελέσματα. Η αποτυχία τους άνοιξε τον δρόμο για την δεύτερη γενεά νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Υπάρχει μία ουσιαστική διαφορά μεταξύ των μονεταριστικών πολιτικών της πρώτης γενεάς και των νεοφιλελεύθερων συνταγών του δεύτερου κύματος  –  που ο Foxley (1985) τις χαρακτηρίζει ως Ριζοσπαστικό νεοσυντηρητισμό. Οι δεύτερες εμπεριέχουν μία νέα και ισχυρή έμφαση σε μακροπρόθεσμες δομικές και θεσμικές αλλαγές, όπως το άνοιγμα της οικονομίας στο διεθνές εμπόριο και στις ροές κεφαλαίου, την ανάπτυξη ενός ιδιωτικού χρηματοδοτικού τομέα, την δραστική μείωση του ρόλου του κράτους και την ιδιωτικοποίηση του κρατικού τομέα, την αλλαγή της εργατικής νομοθεσίας και τον περιορισμό της δύναμης των συνδικάτων κλπ. Με τον τρόπο αυτό θεωρείται ότι «επανεκπαιδεύονται» οι οικονομικοί φορείς στο να δρουν με βάση την απρόσκοπτη λειτουργία των κανόνων της οικονομίας της αγοράς και αλλάζει θεμελιακά η λειτουργία της οικονομίας». Το ισχυρό μακροπρόθεσμο στοιχείο των νέων πολιτικών αποτελεί προϋπόθεση για την σταθερότητα του επίπεδου τιμών και την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Το συμπέρασμα αυτό έχει μία αξιοσημείωτη ομοιότητα με τον Δομισμό. Ο πληθωρισμός παύει να θεωρείται απλά ένα νομισματικό φαινόμενο. Αντίθετα, μία οικονομία με πληθωρισμό είναι μία οικονομία με προβληματικές δομές. Στην ουσία πρόκειται για Δομισμό σε μονεταριστική βάση.

Το θεωρητικό υπόβαθρο για αυτή την στροφή από τις πεπαλαιωμένες, παραδοσιακές Μονεταριστικές Πολιτικές στα ριζοσπαστικά νεοσυντηρητικά πειράματα ήταν η Νομισματική Προσέγγιση στο Ισοζύγιο Πληρωμών. Η κεντρική κατεύθυνση της θεωρίας αυτής είναι το άνοιγμα της οικονομίας στο διεθνές εμπόριο, θεωρείται ότι το βασικό θεωρητικό έλλειμμα του Μονεταρισμού ήταν η παραγνώριση των εξωτερικών ροών, οι οποίες ανέτρεπαν τις εσωτερικές αντιπληθωριστικές πολιτικές. Η Νομισματική Προσέγγιση θεωρεί ότι σε μία ανοικτή οικονομία ο έλεγχος της ποσότητας του χρήματος (και ειδικότερα του ΜΙ) είναι αναποτελεσματικός, επειδή η προσφορά χρήματος γίνεται πια ενδογενής12.

Ένας από τους βασικούς προσδιοριστικούς παράγοντες της είναι η διαφορά διεθνών και εγχώριων επιτοκίων, η οποία καθορίζει τις ροές κεφαλαίων. Έτσι στην περίπτωση που εφαρμοστεί μία αντιπληθωριστική πολιτική πιστωτικού περιορισμού, και με δεδομένη την συναλλαγματική ισοτιμία, το αποτέλεσμα θα είναι αντίθετο από το αναμενόμενο. Η μείωση της πιστωτικής επέκτασης θα προκαλέσει μείωση της προσφοράς χρήματος και, υπό την υπόθεση ότι η ζήτηση Χρήματος είναι σταθερή, άρα θα υπάρχει πλεονάζουσα ζήτηση χρήματος. Αυτό θα έχει ένα διπλό συνεπακόλουθο. Πρώτον, θα αυξηθούν τα εγχώρια επιτόκια με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι εισροές κεφαλαίων και επομένως τα συνολικά διαθέσιμα και η προσφορά χρήματος. Δεύτερον, θα υπάρξει μείωση του εισοδήματος και της κατανάλωσης και επομένως μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου, που θα οδηγήσει σε αύξηση των συνολικών διαθεσίμων και της προσφοράς χρήματος. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα θα είναι μία επιστροφή στο αρχικό επίπεδο ισορροπίας και η διατήρηση του πληθωρισμού. Τέλος, στον βαθμό που η οικονομία είναι ανοικτή και όλα τα αγαθά εμπορεύσιμα διεθνώς, το εγχώριο επίπεδο τιμών είναι απλά συνάρτηση του διεθνούς επιπέδου τιμών και της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ως πολιτική σταθεροποίησης η Νομισματική Προσέγγιση προτείνει την υιοθέτηση ενός προαναγγελθέντος «μονοπατιού» εξέλιξης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και την συγκέντρωση διαθεσίμων (τα οποία επιτρέπουν μία ομαλή προσαρμογή του εγχώριου στον εξωτερικό πληθωρισμό).

Η βασική διαφορά του Ριζοσπαστικού Νεοσυντηρητισμού, σε σχέση με τον παραδοσιακό Μονεταρισμό, είναι ότι κατανοεί ότι η κρίση δεν περιορίζεται ούτε επιλύεται μόνον στην νομισματική σφαίρα αλλά έχει βαθύτερες δομικές αιτίες. Επιπλέον, κινητοποιεί κατ’ εξοχήν το διεθνές εμπόριο και την διεθνοποίηση του κεφαλαίου ως αντεπιδρούσα τάση στην κατά τάση πτώση του ποσοστού κέρδους13. Συνεπώς, η πειθάρχηση των ιδιωτικών κεφαλαίων περνά κυρίως μέσα από την έκθεση τους στον διεθνή ανταγωνισμό και λιγότερο από την εγχώρια νομισματική συστολή. Επιπρόσθετα, η επίθεση εναντίον του κόσμου της εργασίας λαμβάνει ακόμη πιο βίαιες μορφές με βαθειές αλλαγές στις σχέσεις εργασίας και στους θεσμικούς διακανονισμούς.

V. H οικονομία της Αργεντινής στην περίοδο 197682

Από το 1975 και μετά η οικονομία της Αργεντινής μπήκε σε φάση κρίσης. Κατά τον Canitrot (1980), υπήρχε ένα τεράστιο δημόσιο έλλειμμα, ένα ισοζύγιο πληρωμών σε απελπιστική κατάσταση και υπερπληθωρισμός συνδυασμένος με ύφεση. Όλα αυτά ήταν συμπτώματα της έντασης των προηγουμένως λανθανουσών κοινωνικών συγκρούσεων.

Με το πραξικόπημα του 1976 ο στρατός πήρε την εξουσία, έχοντας την στήριξη σημαντικών οικονομικών παραγόντων όπως του Συμβουλίου Επιχειρηματιών (Consejo Empresario). Ο πρόεδρος του τελευταίου, Dr. Martinez de Hoz έγινε υπουργός οικονομικών (από το 1976 μέχρι τον Μάρτιο του 1981) και ήταν ο βασικός εμπνευστής του δεύτερου νεοφιλελεύθερου πειράματος, εκφράζοντας την συμμαχία  –  κατά τον Munck (1985a)  –  των βασικών μερίδων του κεφαλαίου (αγροτικής, βιομηχανικής και χρηματοοικονομικής) προς την κατεύθυνση αυτή.

Η ριζοσπαστική νεοσυντηρητική διάγνωση των προβλημάτων της οικονομίας ήταν η ακόλουθη: Υπήρχε 1) παραμόρφωση των σχετικών τιμών (και κατά συνέπεια του μηχανισμού τιμών) από την βιομηχανική πολιτική που εφαρμοζόταν προηγουμένως και, 2) ανεξέλεγκτη επέκταση των κρατικών δραστηριοτήτων στην οικονομία. Οι υψηλοί εισαγωγικοί δασμοί δημιούργησαν ένα προστατευτικό τείχος αλλά και έναν αντιπαραγωγικό βιομηχανικό τομέα. Παράλληλα, ο αγροτικός τομέας  –  όπου υπήρχαν τα φυσικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας  –  υποβαθμίστηκε από μία σειρά δημαγωγικές και αναποτελεσματικές πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος. Επιπλέον, οι μονοπωλιακές πρακτικές ενός ισχυρού και κάθετα οργανωμένου εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο συνεχώς πίεζε για μισθολογικές αυξήσεις πάνω από την αύξηση της παραγωγικότητας, προκαλούσαν επιπρόσθετες παραμορφώσεις. Τέλος, ο δημόσιος τομέας ήταν γραφειοκρατικός, αντιπαραγωγικός, φορτωμένος με υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και με ένα πολυδάπανο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Ως συνεπακόλουθο, η Αργεντινή ήταν απομονωμένη από την παγκόσμια αγορά και δεν μπορούσε να δρέψει τα οφέλη του ελεύθερου ανταγωνισμού14. Το ξένο κεφάλαιο εισερχόταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν του προσφέρονταν ειδικά προνόμια. Επιπρόσθετα, δεν υπήρχε ούτε ένα μεγάλο πλεόνασμα εργατικής δύναμης ούτε μία δομή κινήτρων ώστε να ενθαρρυνθεί η συσσώρευση κεφαλαίου και η ανάπτυξη. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις, για να αποφύγουν την στασιμότητα, ανέλαβαν την παροχή αγαθών και υπηρεσιών γεγονός που οδήγησε σε μία αύξηση των δημόσιων δαπανών που ήταν αδύνατον να χρηματοδοτηθούν μέσω της φορολογίας γιατί θα σήμαινε την χρεοκοπία του ιδιωτικού τομέα. Επομένως, κατέληξαν στο δημόσιο έλλειμμα. Ακόμη, επιδοτήθηκαν οι υπό πίεση επιχειρήσεις με σχεδόν αρνητικά πραγματικά επιτόκια. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρξει νομισματική επέκταση η οποία κατέστρεψε την αγορά κεφαλαίων και δημιούργησε χρόνιο πληθωρισμό. Τα σύντομα’ διαστήματα ανάπτυξης έδιναν την θέση τους σε κρίσεις ύφεσης και τα σταθεροποιητικά σχέδια δεν ήταν παρά βραχυχρόνιες θεραπείες15. Αυτό που ήταν αναγκαίο, κατά τους υποστηρικτές των ριζοσπαστικών νεοσυντηρητικών πολιτικών ήταν βαθειές δομικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας.

(α) Το οικονομικό σχέδιο του 1976

Αμέσως μετά την ανάληψη του υπουργείου οικονομικών, ο de Hoz προχώρησε στην εξαγγελία ενός δρακόντειου προγράμματος, το οποίο εφαρμόσθηκε για μία περίοδο έξι χρόνων (από τον Μάρτιο του 1976 μέχρι την κρίση των Malvinas). Οι βασικοί άξονες του προγράμματος αυτού ήταν οι ακόλουθοι:

1) Η μείωση του επίπεδου των πραγματικών μισθών κατά 50% σε σύγκριση με τα προηγούμενα πέντε χρόνια, η αύξηση της τιμής των δημόσιων υπηρεσιών και το τέλος της επιδότησης κοινωνικών υπηρεσιών όπως η υγεία και η στέγαση: δηλαδή η μείωση τόσο του μισθολογικού όσο και του μη μισθολογικού κόστους της εργασιακής δύναμης.

2) Ένα πρόγραμμα μαζικής μείωσης των εισαγωγικών δασμών, η κατάργηση των επιδοτήσεων σε μη παραδοσιακές εισαγωγές καθώς και των αναπτυξιακών πιστώσεων, η εξάλειψη των φόρων πάνω στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και η ενθάρρυνση των τελευταίων: δηλαδή το άνοιγμα της οικονομίας στην διεθνή αγορά.

3) Η απελευθέρωση των χρηματοδοτικών αγορών καθώς και των αγορών συναλλάγματος: δηλαδή η χρηματοοικονομική μεταρρύθμιση.

4) Η μείωση των δημοσίων δαπανών και της απασχόλησης, η ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων και η μείωση των δανειακών αναγκών του δημοσίου: δηλαδή η αποχώρηση του κράτους από την οικονομία.

Το πρώτο βήμα στην εφαρμογή του προγράμματος αυτού ήταν μία αναδιοργάνωση της κατάστασης πραγμάτων. Κατ’ αρχήν έγινε μία επαναδιαπραγμάτευση του εξωτερικού χρέους και μία συμφωνία με το ΔΝΤ. Ακολούθησε μία δραστική υποτίμηση του πέσο (σε δύο στάδια) και η απελευθέρωση των τιμών16. Επήλθε, επίσης, μία μείωση των πραγματικών μισθών, του ελλείμματος του δημοσίου, των επιδοτήσεων και των μη δασμολογικών περιορισμών στο εμπόριο. Όμως, παρά την λεκτική υποστήριξη μίας ενεργής νομισματικής πολιτικής, η προσφορά χρήματος αυξήθηκε pari passu, εν μέρει εξαιτίας του πλεονάσματος του ισοζυγίου πληρωμών το οποίο δημιουργήθηκε στους λίγους μήνες εφαρμογής της νέας πολιτικής. Συνεπακόλουθα, κατά το τέλος του 1976 οι τιμές αυξάνονταν με ένα μηνιαίο ρυθμό μεταξύ 8% και 14% και ο πληθωρισμός παρέμενε ανεξέλεγκτος. Παρόλα αυτά, η ανεργία δεν είχε αυξηθεί και η κοινωνική σταθερότητα ήταν εν πολλοίς αδιατάρακτη.

Μπροστά στο πρόβλημα του συνεχιζόμενου πληθωρισμού επιχειρήθηκε ένα σύντομο και ανεπιτυχές πείραμα ελέγχου των τιμών, με το πάγωμα των τιμών για εκατόν είκοσι μέρες. Στα μέσα του 1977 αποφασίσθηκε να εφαρμοσθεί η νομισματική συστολή με μεγαλύτερη συνοχή και συνέπεια. Οι έλεγχοι τιμών καταργήθηκαν και άρχισε η μεταρρύθμιση των χρηματοδοτικών μηχανισμών. Τα επιτόκια απελευθερώθηκαν και επιτράπηκε στις τράπεζες να λειτουργήσουν στις βραχυχρόνιες χρηματοδοτικές αγορές με ελεύθερα επιτόκια ενώ, συγχρόνως, η ζήτηση κεφαλαίων εκ μέρους των δημοσίων επιχειρήσεων διοχετεύθηκε στις αγορές αυτές. Ως συνέπεια, το μηνιαίο ονομαστικό επιτόκιο αυξήθηκε από 6% (τον Μάιο) σε 13% (στο τέλος του 1977). Επιπρόσθετα, εμφανίσθηκε μία εντυπωσιακή αύξηση των χρηματοδοτικών εταιρειών. Κυριολεκτικά μέσα σε μία νύχτα δημιουργήθηκαν ολόκληροι χρηματοδοτικοί κολοσσοί  –  οι financieras, όπως SASETRU  –  οι οποίοι σύντομα επισκίασαν τις παραδοσιακές επιχειρήσεις. «Ζεστό» χρήμα εισήλθε στην Αργεντινή αναζητώντας ένα γρήγορο κερδοσκοπικό κέρδος. Επιπλέον, έλαβε χώρα μία σημαντική μετακίνηση κεφαλαίων από άλλους τομείς της οικονομίας προς τον χρηματοδοτικό. Υπολογίζεται ότι σε όλη την διάρκεια των ριζοσπαστικών νεοσυντηρητικών πολιτικών (μέχρι την πτώση του καθεστώτος) περίπου 42 δις. δολάρια μετακινήθηκαν από τον παραγωγικό τομέα στα πεδία της κερδοσκοπίας. Κατά την περίοδο 197680 ο χρηματοδοτικός τομέας αυξήθηκε κατά 45%. Επίσης, η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς κεφαλαίου ενθάρρυνε την είσοδο ξένων κεφαλαίων. Η παλιά Περονιστική τάση για εθνικοποιήσεις αναστράφηκε και επτά μεγάλες εμπορικές τράπεζες υπό κρατικό έλεγχο, οι οποίες είχαν αγορασθεί από ξένα συμφέροντα στα 1960, επιστράφηκαν στους πρώην ιδιοκτήτες τους καθώς επίσης και μία σειρά κρατικές επιχειρήσεις (κύρια βιομηχανικές, εξορυκτικές και πετρελαίου) πουλήθηκαν. Η BANADE (η κρατική τράπεζα ανάπτυξης) πούλησε τα μερίδια της σε περίπου 200 επιχειρήσεις (βιομηχανικές και υπηρεσιών)17 .

Οι επιπτώσεις των μέτρων αυτών δεν άργησαν να φανούν. Εξαιτίας των υψηλών επιτοκίων αυξήθηκε το χρέος των εγχώριων επιχειρήσεων. Αυτό προσήλκυσε τις χρηματιστικές επιχειρήσεις και ειδικότερα επιχειρήσεις ειδικευμένες σε φθηνές εξαγορές υπερχρεωμένων εταιρειών και είτε οδήγησε στην κερδοφόρα εκκαθάριση τους είτε στην συγκρότηση τεράστιων χρηματοβιομηχανικών και εμπορικών συγκροτημάτων. Η κατάσταση για πολλές εγχώριες επιχειρήσεις επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο από την δημιουργία μίας χρηματοπιστωτικής αγοράς δύο βαθμίδων. Οι τράπεζες και οι μεγάλες βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις, που είχαν διεθνές πρόσωπο και αξιοπιστία, καθώς και κυβερνητικοί οργανισμοί, μπορούσαν να δανείζονται σχετικά άνετα στις αγορές Ευρωσυναλλάγματος. Αντίθετα, οι μικρότερες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να έχουν εξωτερικό δανεισμό και επιπλέον δεν είχαν πια κρατικές επιδοτήσεις (με την μορφή αρνητικών πραγματικών επιτοκίων δανειοδότησης). Το αποτέλεσμα ήταν ο κατακερματισμός της χρηματοδοτικής αγοράς. Προηγουμένως υπήρχαν μία κρατικά ρυθμιζόμενη αγορά (οι τράπεζες) και μία ακριβότερη και μη ρυθμιζόμενη αγορά (οι χρηματοδοτικές επιχειρήσεις)· και οι δύο ήταν εγχώριες. Μετά την χρηματοοικονομική μεταρρύθμιση η κρατική και η μη ρυθμιζόμενη αγορά ενοποιήθηκαν και έγιναν και οι δύο ακριβότερες και, επιπλέον, εμφανίσθηκε μία ξένη αγορά κεφαλαίου η οποία ήταν φθηνή αλλά λίγοι μπορούσαν να την προσπελάσουν. Τα προηγουμένως αρνητικά πραγματικά τραπεζικά επιτόκια έγιναν θετικά και έφθασαν ονομαστικά σε ύψη του επίπεδου του 40% με 60% τον χρόνο18. Οι διεθνώς αξιόπιστες τράπεζες και επιχειρήσεις δανειζόντουσαν στο εξωτερικό και μετά δάνειζαν, με σημαντικά κέρδη πάνω στο κόστος τους, στις μικρότερες εγχώριες εταιρείες19. Ο εντατικοποιημένος ανταγωνισμός από τις απελευθερωμένες εισαγωγές καθώς επίσης και από τις μεγάλες επιχειρήσεις με πιστοληπτική ικανότητα στο εξωτερικό οδήγησε στην χρεοκοπία πολλές από αυτές τις μικρότερες εταιρείες. Επιπλέον μία σειρά ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες, έχοντας συσσωρεύσει κέρδη από αυτό το πιστωτικό arbitrage, μπήκαν στο παιχνίδι των εξαγορών μαζί με τις financières. Συνοψίζοντας, εξαιτίας της ύφεσης, του κατακερματισμού της χρηματοπιστωτικής αγοράς και της αύξησης του κόστους (λόγω της αύξησης των επιτοκίων) επήλθε μία μεγάλη συγκεντροποίηση κεφαλαίου σε λίγες επιχειρήσεις.

Από την άλλη, η νομισματική συστολή δεν διήρκεσε πολύ. Εξαιτίας της ανόδου των πραγματικών επιτοκίων επήλθε μία άνοδος των τιμών20 συνοδευόμενη από την ύφεση της βιομηχανίας και μία αύξηση της εισροής ξένων κεφαλαίων. Όλα αυτά οδήγησαν σε μία αύξηση της προσφοράς χρήματος και περιόρισαν τα αποτελέσματα της νομισματικής συστολής. Εν τέλει, ήταν η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών (ένα βασικό στοιχείο της πολιτικής de Hoz) η οποία περιέπλεκε την νομισματική διαχείριση. Το άνοιγμα της οικονομίας στις εισροές ξένων κεφαλαίων οδήγησε στην δημιουργία ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών (ενθαρρυνόμενων αλλά όχι ελεγχόμενων από την κυβέρνηση), οι οποίοι δημιουργούσαν υποκατάστατα του χρήματος την ίδια ώρα που ο ρυθμός αύξησης του ΜΙ περιοριζόταν, με συνεπακόλουθο την δημιουργία αντίρροπων τάσεων. Με το τέλος του 1977 τα δύο τρίτα του κεντρικού χρήματος (highpowered money) προέρχονταν από την συσσώρευση διαθεσίμοον.

Μετά από μερικούς μήνες προσπάθειας να ρυθμισθούν ταυτόχρονα οι εισροές κεφαλαίων και η επέκταση των εγχώριων πιστώσεων, η απόπειρα εγκαταλείφθηκε τον Μάιο του 1978. Από το σημείο αυτό και μετά ακολουθήθηκε μία διαφορετική πορεία. Ο Μονεταρισμός ανοικτής οικονομίας έγινε η αποδεκτή και προτιμητέα προσέγγιση οικονομικής σταθεροποίησης με την έμφαση του στον αυτοματισμό της διαδικασίας προσαρμογής. Η συναλλαγματική ισοτιμία έγινε το βασικό εργαλείο πολιτικής. Η αποσύνδεση από τους δείκτες (deindexation) έγινε το κλειδί της νέας πολιτικής: αντί να αφήνονται οι μηχανισμοί των δεικτών να δίνουν αξία στον αναμενόμενο πληθωρισμό, τώρα οι τιμές θα προσαρμόζονταν μόνο κατά ένα ποσοστό του αναμενόμενου πληθωρισμού. Έτσι, οι μετακυλιόμενες ισοτιμίες (crawling peg) των πρώτων χρόνων της πολιτικής de Hoz αντικαταστάθηκαν από τις κυμαινόμενες ισοτιμίες, τον Μάιο του 1978, και από το «προαναγγελθέν μονοπάτι» (preannounced path ή πιο γνωστό ως tabula), τον Δεκέμβριο του 1978. Με το τέλος του 1978 η οικονομία ήταν πιο ανοικτή, γεγονός που οδήγησε σε μία ακόμη πιο έντονη έκθεση του προηγουμένως προστατευμένου βιομηχανικού τομέα στον ανταγωνισμό από τις εισαγωγές. Η κύρια ιδέα πίσω από την πολιτική αυτή ήταν η εξής: το χρήμα είναι ενδογενές, η νομισματική πολιτική είναι παθητική, χρησιμοποιείται η tablita, οι τιμές των ειδών δημόσιας χρησιμότητας είναι προανακοινωμένες επομένως  –  με όλα τα προηγούμενα στοιχεία δεδομένα  –  όλες οι υπόλοιπες μεταβλητές του συστήματος θα προσαρμοστούν με βάση τους αυτόματους μηχανισμούς που υποθέτει η Νομισματική Προσέγγιση του Ισοζυγίου Πληρωμών, δηλαδή από τις ελεύθερες ροές κεφαλαίων και με βάση την θεωρούμενη ως αναπόφευκτη τάση εξίσωσης μεταξύ των εγχώριων και των διεθνών επιτοκίων και ρυθμών πληθωρισμού.

Η στροφή αυτή συνοδεύθηκε, το 1980, από ένα μέτρο που είχε ήδη αργήσει πολύ: την εξάλειψη των δασμών. Πρόκειται για ένα τομέα όπου δεν είχαν γίνει σημαντικά βήματα στην διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων του πειράματος. Ξεκινώντας το 1976 με ένα κατά μέσο όρο ονομαστικό ποσό του ύψους του 55%, δεν έγιναν ουσιαστικές μειώσεις μέχρι το τέλος του 1978 και τότε μόνο πολύ σταδιακά με στόχο το 15% για το 198421. Ελπιζόταν ότι αυτές οι εγχώριες εταιρείες που παρήγαγαν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα θα υπόκεινταν στον περιορισμό ενός ανωτάτου ορίου τιμών, δεδομένου από τις διεθνείς τιμές (προϋποθέτοντας βέβαια ότι οι δασμοί είναι επαρκώς χαμηλοί και η συναλλαγματική ισοτιμία σταθερή).

Όμως, η υποχώρηση της παραγωγής, τα γρήγορα αυξανόμενα κόστη των επιτοκίων, οι συχνές υποτιμήσεις (οι οποίες εφαρμόζονταν αμέσως μόλις άρχισαν να παρουσιάζονται προβλήματα) και όλη αυτή η χρηματοπιστωτική ευφορία η οποία δεν συνοδευόταν από μία στέρεα ανάκαμψη του παραγωγικού τομέα λειτουργούσε ως αντίβαρο στην μείωση των πραγματικών μισθών και των εισαγωγικών δασμών. Ο πληθωρισμός παρέμεινε σε τριψήφια κλίμακα, αναγκάζοντας τον de Hoz να εισαγάγει, μετά το 1979, το κλασικό Λατινικό στρατήγημα της σημαντικής υστέρησης της συναλλαγματικής υποτίμησης πίσω από τον ρυθμό πληθωρισμού. Ο ρυθμός συναλλαγματικής υποτίμησης επιβραδύνθηκε σε λιγότερο από τριψήφια μεγέθη αλλά  –  παραμένοντας χαμηλότερος από τον πληθωρισμό  –  είχε ως συνεπακόλουθο την επίταση της συμπίεσης των κερδών (και την συνεπαγόμενη υποχώρηση της παραγωγής) των ανταγωνιστικών προς τις εισαγωγές εγχώριων επιχειρήσεων.

Διαμορφώθηκε έτσι μία κατάσταση όπου παρά τα έξι χρόνια σταθεροποίησης ένας επίμονα υψηλός πληθωρισμός συνδυαζόταν με μία βαθειά ύφεση (στην πραγματικότητα το κατά κεφαλή ΑΕΠ έπεσε σε πραγματικούς όρους). Επιπλέον, το εξωτερικό χρέος αυξήθηκε επικίνδυνα εφόσον όλη αυτή η χρηματοοικονομική ευφορία και η εισροή ξένων κεφαλαίων δεν κατέληξε σε παραγωγικές επενδύσεις. Περιορίσθηκε στον χρηματοοικονομικό τομέα αποσπώντας υψηλές αποδόσεις, που δεν μπορούσαν στο τέλος να καλυφθούν από ανάλογες αυξήσεις στον όγκο της παραγωγής. Η εικόνα που δίνει ο Πίνακας 5 είναι χαρακτηριστική.

Ο εξωτερικός δανεισμός αυξήθηκε για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα ρευστότητας, όπως επίσης αυξήθηκε το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και το εξωτερικό χρέος. Το 1980 μερικές από τις πιο σημαντικές ιδιωτικές τράπεζες και συγκροτήματα οδηγήθηκαν στην χρεοκοπία εξαιτίας των αυξημένων επιτοκίων του Ευρωσυναλλάγματος στο εξωτερικό και των συσσωρευόμενων αδυναμιών πληρωμής χρεών στο εσωτερικό. Το ένα μετά το άλλο μεγάλα χρηματοπιστωτικά συγκροτήματα (όπως SASETRU, ODDONE, GRECCO κλπ.) άρχισαν να καταρρέουν ενώ επήλθε η εκκαθάριση της Banco Intercambio Regional (Τράπεζα Τοπικών Συναλλαγών) η οποία οδήγησε σε μία συνολική κρίση εμπιστοσύνης τον τοπικό χρηματοπιστωτικό τομέα. Επίσης, άλλες τράπεζες αναλήφθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα. Οι εξελίξεις αυτές είχαν ως συνέπεια την επίταση της διαδικασίας συγκεντροποίησης με αποτέλεσμα την δραστική μείωση του αριθμού των τραπεζών και χρηματοπιστωτικών εταιρειών από περίπου 400 σε 300. Αυτοί που ευαγγελίσθηκαν την «αποτελεσματικότητα» και την επιβίωση του πιο ικανού για τον βιομηχανικό τομέα αντιμετώπισαν το ίδιο είδος αδυσώπητου περιορισμού.

Με το τέλος του 1980 και τις αρχές του 1982 ήταν πια καθαρό ότι ο βιομηχανικός αλλά και ο χρηματοδοτικός τομέας ήταν στα πρόθυρα της καταστροφής22. Η επεκτεινόμενη χρηματοπιστωτική κρίση πυροδότησε μία πανικόβλητη φυγή από το πέσο. Τα διαθέσιμα της Κεντρικής Τράπεζας μειώθηκαν από ένα μέγιστο επίπεδο 12 δις. δολαρίων το 1979 σε λιγότερο από 4 δις. δολάρια στο τέλος του 1980. Οι διαδοχικές υποτιμήσεις, που ξαναεφαρμόσθηκαν για να σταματήσουν την φυγή, απλά επέτειναν τον πληθωρισμό.

(β) Οι επιπτώσεις στην εργασία και στην βιομηχανία

Η χρηματοοικονομική μεταρρύθμιση μαζί με το άνοιγμα της οικονομίας στην παγκόσμια αγορά αποσκοπούσε στην εκκαθάριση των αναποτελεσματικών μονάδων ιδιαίτερα του βιομηχανικού κεφαλαίου (που δημιουργήθηκαν από τις προηγούμενες στρατηγικές της Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης και του Δομισμού) και στην εξασθένιση των ισχυρών εργατικών συνδικάτων. Εφαρμόσθηκε ένας δραστικός περιορισμός της παραγωγικής δομής με στόχο το να ευθυγραμμισθεί περισσότερο με τις απαιτήσεις του διεθνοποιούμενου (και πολυεθνικού) κεφαλαίου. Αυτό δεν συνιστούσε μία συνομωσία  –  όπως έτεινε να εκλαμβάνει τις εξελίξεις η σχολή της Εξάρτησης  –  αλλά μία αντικειμενική σύγκλιση μεταξύ αυτών των απαιτήσεων και της στρατηγικής των πιο δυναμικών (και διεθνοποιούμενων) μερίδων του κεφαλαίου της Αργεντινής. Απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι ότι παρά το ισχυρότατο πλήγμα στην βιομηχανία, σημαντικές μερίδες της ωφελήθηκαν.

Το πρώτο βήμα αυτής της ανασυγκρότησης ήταν η σχετική αναστροφή της σημαντικότητας μεταξύ γεωργίας και βιομηχανίας. Ο παραδοσιακός φόρος στις αγροτικές εξαγωγές εξαλείφθηκε και οι αγροτικές τιμές αυξήθηκαν. Η μεταποίηση (που είχε διαγνωσθεί ως ο προβληματικός τομέας) έχασε κάθε δημοσιονομικό, πιστωτικό ή δασμολογικό πλεονέκτημα που είχε προηγουμένως. Υπήρξε επίσης μία συνειδητή προσπάθεια να ευνοηθεί η ενοποίηση με διεθνικές εταιρείες και η δημιουργία ενός αγροτοβιομηχανικού τομέα. Η αλλαγή στις σχετικές τιμές φαίνεται στον Πίνακα 6:

Μία άλλη σημαντική πλευρά της οικονομικής πολιτικής ήταν η άγρια μείωση των πραγματικών μισθών, που όμως δεν οδήγησε σε μείωση των τιμών. Αυτή η μείωση ωφέλησε το σύνολο του βιομηχανικού τομέα. Ξεκινώντας με την βίαιη μείωση των πραγματικών μισθών το 1976, υπήρξε μία μικρή ανάκαμψη το 1979 και 1980 εξαιτίας της αυξημένης εργατικής αντίστασης, αλλά το 1981 υπήρξε άλλη μία πτώση (στην περίοδο 197582 το μερίδιο των μισθών στο εθνικό εισόδημα μειώθηκε από 45% στο 20% (Munck (1984)).

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα 7, η σημαντικότατη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (στην περίοδο 197580) συνοδεύθηκε από την επίσης σημαντικότατη μείωση των βιομηχανικών μισθών (και συνακόλουθα και του εργατικού κόστους). Αυτή η αύξηση της παραγωγικότητας ήταν ακόμη μεγαλύτερη σε ορισμένους κλάδους (43% στην κλωστοϋφαντουργία, 31% στις μηχανοκατασκευές, 27% στην βιομηχανία ξύλου, 25% στην χημική βιομηχανία). Ο στρατιωτικός αυταρχισμός συνέτριψε κάθε συνδικαλιστική έκφραση και βοήθησε το κεφάλαιο να εντατικοποιήσει την εργασία (και συνεπώς και την εξαγωγή υπεραξίας).

Η επίπτωση στην εργασία επιδεινώθηκε από την αύξηση της ανεργίας. Ως επακόλουθο της αποβιομηχάνισης και της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας η ανεργία, η οποία στην διάρκεια των πρώτων δύο χρόνων του νεοφιλελεύθερου πειράματος είχε κρατηθεί στο χαμηλό επίπεδο του 34%, αυξήθηκε αλματωδώς. Από 1.030.000 βιομηχανικούς εργάτες το 1976, το 1980 υπήρχαν μόνο 790.000. Σε κλάδους που σχεδόν καταστράφηκαν από την πολιτική de Hoz, όπως την κλωστοϋφαντουργία και την βιομηχανία τρακτέρ, οι συνέπειες ήταν ακόμη πιο εκτεταμένες. Επιπλέον, οι μισθολογικές διαφορές αυξήθηκαν δραματικά.

Παρόλη όμως αυτή την δραστική μείωση του μεριδίου των μισθών, η συνολική επίπτωση του Ριζοσπαστικού Νεοσυντηρητικού πειράματος στην βιομηχανία υπήρξε σχεδόν καταστροφική και οδήγησε σε σημαντική αποβιομηχανοποίηση. Οι προσδοκίες για σημαντικές ξένες επενδύσεις στον παραγωγικό τομέα διαψεύσθηκαν εφόσον τα πολυεθνικά κεφάλαια προτίμησαν την χρηματοοικονομική κερδοσκοπία. Ενώ το 1975 η βιομηχανία παρήγαγε το 28% του προϊόντος, το 1982 παρήγαγε το 22%. Επίσης το 1981 η βιομηχανία λειτουργούσε σε μόλις το 50% της εγκατεστημένης δυναμικότητας (Munck (1984)).

Η βιομηχανική πτώση  –  εκφράζουσα ανεπαρκή ποσοστά κέρδους  –  αποκαλύπτει αυτό που συνήθως τα ορθόδοξα οικονομικά αγνοούν, δηλαδή ότι το πσοστό κέρδους εξαρτάται όχι μόνον από το μερίδιο των μισθών (δηλαδή το κόστος της εργασιακής δύναμης) αλλά και από την οργάνωση της άμεσης διαδικασίας της παραγωγής, δηλαδή την συνολική αποδοτικότητα της (τόσο με την εντατικοποίηση της εργασίας όσο και με οικονομίες σε σταθερό κεφάλαιο).

Συνεπώς δεν αρκεί μόνον η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος του κεφαλαίου αλλά απαιτείται και η ριζική αναδιάρθρωση της παραγωγής23.

V. Συμπεράσματα

Τον Μάρτιο του 1981 ο Martinez de Hoz αντικαταστάθηκε. Ο διάδοχος του είχε να αντιμετωπίσει ένα διεθνές χρέος ύψους 30 δις. δολαρίων, ένα πληθωρισμό που έτρεχε με περίπου 200%, διαθέσιμα ύψους μόλις 1 δις. δολαρίων και μία σοβαρότατη υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής και της απασχόλησης. Δεν είναι περίεργο λοιπόν το ότι το Ριζοσπαστικό Νεοσυντηρητικό πείραμα του 197682 χαρακτηρίσθηκε ως το «ορφανό μοντέλο», αφού κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί την πατρότητα του. Όμως η συζήτηση γι’ αυτό δεν έχει λήξει.

Αρκετοί νεοσυντηρητικοί συγγραφείς προέβαλλαν μία σειρά επιχειρημάτων που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την αποτυχία του. Το πρώτο είναι η αργοπορία στην εισαγωγή της δασμολογικής μεταρρύθμισης. Το δεύτερο ήταν η υστέρηση της συναλλαγματικής υποτίμησης πίσω από τον πληθωρισμό. Και τα δύο αυτά επιχειρήματα έχουν περιορισμένη βαρύτητα. Η βασική αδυναμία του μοντέλου έγκειται στην μυωπική αντίληψη της κρίσης από τα ορθόδοξα οικονομικά, εφόσον αγνοούν το κοινωνικό της περιεχόμενο και παραμένουν σε ένα επιπόλαιο και επιφανειακό επίπεδο. Αυτό φαίνεται στην αποτυχία της υποτιθέμενα αυτόματης λειτουργίας των εξίσου υποτιθέμενα διορθωτικών μηχανισμών της Νομισματικής Προσέγγισης του Ισοζυγίου Πληρωμών. Ιδιαίτερα το άνοιγμα της οικονομίας και το διεθνές εμπόριο και επενδύσεις (εξαγωγές και εισαγωγές εμπορευμάτων και κεφαλαίου) είναι μία αντίρροπη τάση στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, την οποία κινητοποιεί κατ’ εξοχήν ο Ριζοσπαστικός Νεοσυντηρητισμός. Όμως δεν είναι ούτε η μοναδική ούτε επαρκής, ιδιαίτερα σε φάσεις γενικευμένης και αύξουσας διεθνοποίησης του κεφαλαίου.

Η βίαιη επίθεση στην εργασία και η δραστική μείωση του κονδυλίου μισθών δεν επιλύει από μόνη της την κεφαλαιοκρατική κρίση. Ενώ κινητοποιεί αντίρροπες τάσεις στην πτώση του ποσοστού κέρδους, τις περιορίζει μόνον στην σφαίρα της διανομής. Αντιθέτως  –  ακόμη και στην εκδοχή των Ριζοσπαστικών Νεοσυντηρητικών Οικονομικών και των Οικονομικών της Προσφοράς με τα έντονα δομικά χαρακτηριστικά  –  παραγνωρίζει ότι ο πυρήνας της κρίσης εδράζεται μέσα στην σφαίρα της παραγωγής. Είναι η σφαίρα αυτή και οι διαδικασίες που συνδέονται με αυτήν (αναδιάρθρωση της άμεσης διαδικασίας παραγωγής, βελτίωση της εξαγωγής (σχετικής) υπεραξίας κλπ.) που παίζουν τον βασικό ρόλο. Επιπλέον, η αναγκαία αναδιάρθρωση της σφαίρας αυτής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον από την λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς, αλλά απαιτεί την ενεργή παρέμβαση του κράτους ως συλλογικού κεφαλαιοκράτη.

1. Ο Μουζέλης (1987) ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα και χώρες της Λατινικής Αμερικής  –  όπως η Χιλή και η Αργεντινή  –  χαρακτηρίζονται από κοινά θεμελιώδη χαρακτηριστικά: την πρώιμη εδραίωση του κοινοβουλευτισμού και την ύστερη εκβιομηχάνιση. Τις χαρακτηρίζει επομένως ως χώρες της κοινοβουλευτικής ημιπεριφέρειας που διαφοροποιούνται τόσο από τις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες του κοινοβουλευτισμού όσο και από την υπανάπτυκτη και μη κοινοβουλευτική περιφέρεια. Ο Μηλιός (1993) έχει δείξει το αβάσιμο  –  τόσο σε θεωρητικό όσο και σε εμπειρικό επίπεδο  –  της θέσης του Μουζέλη.

2. Η Νομισματική Προσέγγιση του Ισοζυγίου Πληρωμών βασίζεται στα έργα των H.Johnson, R.Mundeil, D.Laidler, J.Parkin. Εκπροσωπεί έναν από τους βασικούς άξονες για την μετάβαση από τον παραδοσιακό (εθνικό) Μονεταρισμό στις ριζοσπαστικές νέο συντηρητικές πολιτικές ανοίγματος της οικονομίας. Η κεντρική της θέση είναι ότι σε μία εποχή ραγδαίας διεθνοποίησης του κεφαλαίου η κατάργηση των εθνικών προστατευτικών φραγμών  –  που παραμορφώνουν τις δυνάμεις της αγοράς  –  θα οδηγήσει στην οικονομική σταθεροποίηση και ανάπτυξη. Το Ισοζύγιο Πληρωμών, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι διαφορές μεταξύ εθνικών επιτοκίων και οι διεθνείς κεφαλαιακές ροές γίνονται οι βασικές μεταβλητές πολιτικής, εκθρονίζοντας την ποσότητα χρήματος του παραδοσιακού Μονεταρισμού, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η προσέγγιση αυτή έχει συνενωθεί με την Κευνσιανή θεωρία (δες FrenkelJohnson (1976), Frenkel Gylafson Hellwell (1980)).

3. Αυτό είναι ένα γεγονός που συνήθως παραγνωρίζεται από την σχολή της εξάρτησης.

4. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν κάποια προβλήματα στην περιοδολόγηση του Canitrot. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η περίοδος 193050 αποτελεί μία τυπική φάση Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Βιομηχανοποίησης. Όμως υπάρχουν σημαντικά προβλήματα με την δεύτερη περίοδο (195970). Πρώτον, γιατί περιλαμβάνει την περίοδο του πρώτου Μονεταριστικού πειράματος από την στρατιωτική χούντα του Ognania (195962). Δεύτερον, γατί οι Δομιστικές πολιτικές του Frondizi και των Περονιστών, μετά το 1962, ανήκουν σε ένα άλλο ρεύμα  –  διαφορετικό από την Υποκαθιστούσα Εισαγωγές Βιομηχανοποίηση. Τόσο στον Μονεταρισμό όσο και στον Δομισμό το βασικό ζήτημα είναι ο πληθωρισμός, θα αναφερθούμε αργότερα σε αυτό εκτενέστερα.

5. Υπάρχει ένας μακρύς κατάλογος τέτοιων οργανισμών. Η ΙΑΜΕ (αργότερα μετονομασθείσα σε DINFIA), ήταν εξαρτημένη από την Αεροπορία και δραστηριοποιόταν σε μεταλλουργικές και μηχανικές κατασκευές (όπως την παραγωγή των πρώτων τρακτέρ, αυτοκινήτων, αεροπλάνων, βλήματων εδάφους αέρος κλπ.). Επίσης, υπήρχε μία επιχείρηση πετροχημικών (βασισμένη στις απαλλοτριωμένες στον πόλεμο τριάντα γερμανικές εταιρείες φαρμακευτικών και χημικών προϊόντων) υπό την Εθνική Διεύθυνση Κρατικών Βιομηχανιών (DINIE). Τέλος, η ναυπηγική εταιρεία AFNE εξαρτιόταν από το Ναυτικό.

6. Παραδείγματος χάριν, δίπλα στο εργοστάσιο της DINFIA στην Κόρντομπα εγκαταστάθηκε αργότερα ένα μεγάλο μέρος της αυτοκινητοβιομηχανίας.

7. Κατά αυτήν την διεθνή συγκυρία η μορφή του διεθνούς ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων βασιζόταν στην στενή σχέση κάθε συγκεκριμένου κεφαλαίου με το κράτος προέλευσης του. Το τελευταίο υποστήριζε ενεργά τόσο την εσωτερική συσσώρευση του πρώτου όσο και την διεθνή ανταγωνιστικότητα του.

8. Για την έννοια του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου βλέπε Fine Harris (1979, κεφ.1).

9. Παραδείγματος χάριν, περιορισμοί στις εισαγωγές πρώτων υλών και τροφίμων από την Βρετανία και τις ΗΠΑ προκάλεσαν μειώσεις των τιμών και όξυναν τα ήδη επιδεινωμένα εξαγωγικά προβλήματα των εξαγωγέων τους. Επιπλέον, ισχυρά προστατευτικά μέτρα σε κλάδους όπως το ένδυμα, η κλωστοϋφαντουργία και το υπόδημα κατάφεραν ισχυρά πλήγματα στις βιομηχανίες και τις εξαγωγές αρκετών Λιγότερο Αναπτυγμένων Χωρών. Το πλήγμα στην κλωστοϋφαντουργία της Αργεντινής  –  μία μάλλον επιτυχημένη περίπτωση προηγουμένως  –  ήταν περίπου θανάσιμο.

10. Συνηθισμένα τέτοια «μποτιλιαρίσματα» είναι η ανεπαρκής προσφορά ειδών διατροφής, η μη διαθεσιμότητα ξένου συναλλάγματος, αδυναμίες της εσωτερικής αποταμίευσης, μη ευελιξία της φορολογικής δομής και των δημόσιων δαπανών, σπανή ορισμένων ενδιάμεσων εισροών κλειδιών κλπ.

11. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των Λατινοαμερικανικών Ριζοσπαστικών Νεοσυντηρητικών πολιτικών ήταν ότι επιβλήθηκαν από στρατιωτικά και αυταρχικά καθεστώτα, που λειτούργησαν ως η «σιδηρά χειρ» για την πειθάρχηση της κοινωνίας. Εξάλλου μία συνήθης δικαιολόγηση της αποτυχίας των μονεταριστικών πολιτικών ήταν ότι εφαρμόσθηκαν μόνον εν μέρει λόγω πολιτικού κόστους και ότι εγκαταλείφθηκαν γρήγορα λόγω πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων. Επομένως ο αυταρχισμός θεωρήθηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχή εφαρμογή του Ριζοσπαστικού Νεοσυντηρητισμού. Αυτό φυσικά, σε θεωρητικό επίπεδο υπέκρυπτε μία θεμελιώδη αντίφαση: από την μία «λιγότερο κράτος» (απόσυρση του κράτους από την οικονομία) και από την άλλη ασφυκτική και αυταρχική παρουσία του κράτους στην θέσπιση πολιτικών και οικονομικών περιορισμών (πόσο μάλλον αύξηση του κρατικού αυταρχισμού).

Ο Foxley (1985) επεσήμανε εύστοχα ότι η έκταση της εφαρμογής των πολιτικών αυτών εξαρτήθηκε από: 1) την ιδεολογία του στρατού και την φύση των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών που τον υποστήριζαν, 2) την βραχυπρόθεσμη επίπτωση των πολιτικών αυτών: εάν οι βασικοί βραχυπρόθεσμοι στόχοι (μείωση του πληθωρισμού, ισοσκελισμός των εξωτερικών λογαριασμών, «κανονικοποίηση» της παραγωγής κλπ.) επιτυγχάνονταν, τότε τα στρατιωτικά καθεστώτα προχωρούσαν στους μακροπρόθεσμους δομικούς μετασχηματισμούς.

12. Εν αντιθέσει με τις παραδοσιακές μονεταριστικές απόψεις περί ουδετερότητα: του χρήματος, η νέα προσέγγιση θεωρεί ότι το χρήμα παίζει ρόλο καθώς δεν είναι εξωγενές αλλά ενδογενές.

Η νομισματική βάση είναι M=L+R, όπου L: δάνεια στην Κεντρική Τράπεζα και R: αποθέματα. Όταν το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι υπό έλεγχο τότε το L είναι μη σημαντικό. Το R είναι ενδογενές και καθορίζεται από: 1) το μέγεθος του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και, 2) τις εξωτερικές κεφαλαιακές ροές που ρυθμίζονται από την διαφορά μεταξύ διεθνών και εγχωρίων επιτοκίων, προσαρμοσμένων κατά την αναμενόμενη υποτίμηση του εγχώριου νομίσματος. Επομένως, συνολικά η νομισματική βάση είναι ενδογενής.

13. Για μία αναλυτική έκθεση της θεωρίας της κατά τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους και των αντίρροπων τάσεων της βλέπε Fine Harris (1979). Fine (1986) και Weeks (1982).

14. Κατά τον D. Pastore (υπουργό Οικονομικών των τελευταίων ημερών της χούντα?), υπήρχε μία όιαδεδομένη πεποίθηση ότι ο παγκόσμιος πληθωρισμός ήταν περίπου σταθερός.

15. Ο Foxley (1985), από μία άλλη θεωρητική σκοπιά, χαρακτηρίζει την κατάσταση αυτή ως την «διαβόητη κυκλική συμπεριφορά της αργεντίνικης οικονομίας».

16. Ο Foxley (1985, σ. 160) επεσήμανε ότι μετά από τρεις μήνες ελεύθερων τιμών (Ιούνιος 1976) το γενικό επίπεδο τιμών αυξήθηκε 55 φορές σε σχέση με μία φυσιολογική  –  σύμφωνα με τα προηγούμενα δεδομένα της Αργεντινής  –  περίοδο (Δεκέμβριος 1970), η προσφορά χρήματος αυξήθηκε μόνον 35 φορές και η συναλλαγματική ισοτιμία υποτιμήθηκε 53 φορές.

17. Παρόλα αυτά υπήρξαν οξύτατες συγκρούσεις μέσα στο καθεστώς σχετικά με τις ιδιωτικοποιήσεις. Η κρατική εταιρεία πετρελαίου (YPF) παρέμεινε κυρίαρχη παρά τις ευρύτατες παραχωρήσεις σε έρευνες εξόρυξης σε ξένες εταιρείες. Τα μεγάλα συμφέροντα του στρατού στην βιομηχανία (ιδιαίτερα στην πολεμική βιομηχανία) παρέμειναν άθικτα και αυτό αποτέλεσε μία πικρή ήττα για τον de Hoz.

18. Οι διακυμάνσεις εξέφραζαν, εν μέρει, το βαθμό υστέρησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας από τον εγχώριο πληθωρισμό  –  μία παρέκκλιση από την ορθόδοξη πολιτική. Η αύξηση της υστέρησης μείωνε το βραχυπρόθεσμο πραγματικό επιτόκιο ενώ αυτή η μείωση προκαλούσε αύξηση του πληθωρισμού.

19. Η ορθόδοξη οικονομική θεωρία προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά μέσω μίας σειράς θεωρητικών ασκήσεων, κενών όμως οποιουδήποτε σημαντικού ρεαλιστικού και κοινωνικού περιεχομένου. Παραδείγματος χάριν, ο Blejer (1982) διακρίνει δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στο πρόβλημα των επιτοκίων σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμώνται σε διαφορετικά νομίσματα:

1) Το θεώρημα της συγκαλυμμένης ισότητας των επιτοκίων (covered interest parity theorem): όταν υπάρχουν οργανωμένες spot και forward αγορές συναλλάγματος που λειτουργούν χωρίς διοικητικούς περιορισμούς, τότε οι βραχυπρόθεσμες κεφαλαιακές κινήσεις θα οδηγήσουν στην εξίσωση (όταν εκφρασθούν στο ίδιο νόμισμα και αφού καλυφθεί η λειτουργία της forward αγοράς συναλλάγματος) των αποδόσεων αυτών των περιουσιακών στοιχείων, που είναι όμοια σε όλα εκτός του νομίσματος αποτίμησης.

2) Η υπόθεση Fischer: για μία ανοικτή οικονομία και για εργαλεία που είναι όμοια σε όλα εκτός του νομίσματος αποτίμησης τους, οι διαφορές των επιτοκίων υπάρχουν εξαιτίας τη; αναμενόμενης αλλαγής του επιτοκίου μεταξύ των διαφορετικών νομισμάτων.

Προφανώς η υπόθεση Fischer είναι όμοια με το θεώρημα της συγκαλυμμένης ισότητας των επιτοκίων όταν δεν υπάρχει αμοιβή του κινδύνου στην αγορά forward (δηλαδή το ποσοστό forward και η αναμενόμενη μελλοντική ισοτιμία είναι ίδια).

20. Κατά τον Foxley (1985) η αύξηση των επιτοκίων (ονομαστικών και πραγματικών) ισοδυναμούσε με ένα σοκ προσφοράς: το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων αυξήθηκε και αυτό οδήγησε  –  μέσω του μηχανισμού του markup  –  στην αύξηση των τιμών.

21. Αυτή ήταν μία από τις βασικές δικαιολογίες για την αποτυχία του πειράματος (βλέπε Auemheimer (1984)).

22. Το 25% των συνολικών απαιτήσεων του χρηματοοικονομικού τομέα (πάνω από 10 6m. δολάρια ΗΠΑ) ήταν αδύνατον να εκπληρωθεί.

23. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, αντίθετα με ό,τι πιστεύουν τα ορθόδοξα οικονομικά αλλά και μερικές νεομαρξιστικές απόψεις, η γενικευμένη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας δεν οδηγεί σε αύξηση αλλά σε μείωση του γενικού μέσου ποσοστού κέρδους. Για την αντίστροφη σχέση παραγωγικότητας της εργασίας και ποσοστού κέρδους βλέπε Carchedi (1991).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Auernheimer L. (1984), «Economie Liberalization and Stabilization Policies in Argentina, Chile and Uruguay», World Bank

Barletta N. – Blejer M. – Landau L. (1984) (eds.), «Economic Liberalization Policies in Argentina, Chile and Uruguay: Applications of the Monetary Approach to the Balance of Payments», World Bank symposium

Beccaria L.  –  Carciofi R. (1982), «Recent Experiences of Stabilisation: Argentina’s Economic Policy», I.D.S. Bulletin

Blejer M. (1982), «Interest rate differentials and exchange risk: recent Argentine experience», IMF staff papers

Canitrot A. (1980), «Discipline as the central object of economic policy: An essay on the economic programme of the Argentine Goverment», World Development, vol. 8

Carchedi G. (1991), «Frontiers of Political Economy», Verso

Diaz Alejandro C.F. (1970), «Essays on the Economic History of Argentina Republic», Yale Univ. Press

Felix D. (1982), «Latin American Monetarism in Crisis», I.D.S. Bulletin

Fine B. & Harris L. (1979), «Rereading Capital», Columbia University Press Fine B. (1986), «The Value Dimension», Routledge

Foxley A. (1985), «Latin American Experiments in Neoconservative Economics»

Frenkel J.Gylafson Hellwell J. (1980), «A Synthesis of Monetary and Keynesian Approaches to Shortrun Balance of Payments Theory», Economic Journal no. 90

Frenkel J.Johnson H. eds (1976), «The Monetary Approach to the Balance of Payments», Alien and Unwin

Μηλιός Γ. (1993), «Η Υπανάπτυξη (της θεωρίας) ως Απολογητική: απόψεις για την ελληνική κοινωνία τον κοινοβουλευτισμό, την εκβιομηχάνιση», θέσεις νο. 45

Μουζέλης Ν. (1987), «Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημιπεριφέ ρεια: Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική», Θεμέλιο

Munck R. (1984), «Behind the news: Argentina», Capital θ Class no.22

Munck R. (1985a), «Democratization and Demilitarization in Argentina», Bulletin of Latin American Research, vol. 4, no. 2

Munck R. (1985b), «The modem» military dictatorship in L.A.: the case of Argentina (197682), Latin American Perspectives, vol. 12, no. 426

Weeks J. (1982), «Equilibrium, Uneven Development and the Tendency of the Rate of Profit to Fall», Capital θ Class no. 16

————————————————————————–

 

‘Overworked Greeks? Working time trends in Greece’

‘Overworked Greeks? Working time trends in Greece’

Asian-African Journal of Economics and Econometrics vol.7 no.1-2

Ioannides A.

Mavroudeas S.

University of Macedonia

Department of Economic Studies

156 Egnatia St.

P.O.Box 1591

54006 Thessaloniki

GREECE

tel.: +30 +31 – 891779

e-mail: smavro@uom.gr

Abstract

Today there is increasing evidence supporting the claim that an increasing number of workers around the world are overworked. Although, many researchers have raised the issue of the longer working time, it is usually considered a non-European phenomenon. This paper disputes this perception with reference to the case of Greece and argues that there is convincing evidence that there is a marked increase in actual working time in Greece from the mid-1980s and onward. This tendency is particularly strong for wage earners having a university degree, who are in many cases being labelled as ‘cadres’ that do not follow the usual work time regulations concerning eight-hour work, weekends, overtime etc. It is also strong in more traditional categories of workers (manufacturing, construction etc.).

A statistical and econometric evaluation of the official statistical data – despite their significant limitations that tend to underestimate actual working time – confirms this hypothesis.

Introduction

During recent years the issue of the work-time trends has restarted to receive attention in economics. Till recently there was a widespread belief that there is a permanent secular tendency of the work-time to decline – or at least to remain constant. The case of a contemporary resurge in work time was offhandedly rejected as unrealistic for developed economies. In a nutshell, it was believed – and this continues to be the majority’s view – that working time tend to decrease or at least not to increase from the 20th century and onwards. It is true that the early decades of the 20th century witnessed a dramatic decline of average hours per worker as a result of trade unionist struggle against the long work hours and the exhausting conditions of work that prevailed before. Under this pressure capital ceded a portion of the improved labour productivity in the form of reduced work-time. This was reflected in state legislation which first imposed maximum hours constraints (as exemplified in the English Factory Laws and the US Fair Labor Standards Act) and then, in uneven waves, legislated reductions in work-time for the rest of the 20th century. Thus, stability in the level of work hours and standardized work schedules for full-time workers became one of the hallmarks of the postwar era. Consequently, average and median weekly hours remained virtually constant through the 1960s, whereas annual hours continued declining through the 1970s due to the growth in paid holiday and vacation time (see Golden & Figart (2000b), p.2).

However, a growing number of recent studies have cast doubts on these beliefs. Empirically, there is increasing evidence that sometime after the 1973 crisis the declining work-time trend not only ceased but it has been probably reversed. The advent of ‘labour flexibility’ is the main culprit for this change. During the last 25 years statutory and collectively bargained limits to the length of the workweek are increasingly either neglected or becoming irrelevant. The organization of time moves from the more or less synchronized hours of work and leisure to more multiple and widely differentiated patterns of flexible working time arrangements. The ‘standard’ workweek gives way to schemes of hours averaging over longer intervals of time and the eight hours workday is violated for increasing sections of the workforce. These trends bring forth the significance of actual working time, as differentiated from the statutory one. Flexibility and destandardisation make statutory arrangements more or less ineffective. On the other hand actual working time (which incorporates overtime, absenteeism, moonlighting etc.) becomes far more important since it can show the real trends in work-time since in many cases a decline in statutory time can co-exist with an increase in actual work time.

Actual working time appears to be rising in many countries and for increasing segments of the working class; whereas, at the same time, other segments become underemployed. However, the first seems to be the dominant trend. For example, there is significant evidence that actual weekly work hours are rising in the United States, Japan and most of the emerging and less developed market economies (see ILO-KILM (1999)). Particularly the case of overworking in the US has been raised by many researchers (see Schor (2000), Bluestone & Rose (1998), Golden & Figart (2000a) etc.). There is ambiguity on what is happening in Europe, where the greater power of the labour movement and the stronger traditions of the welfare state (despite reversals on both planes during the recent decades) have presented greater resistance to the trend of the increasing work hours. Most studies, influenced by the 35 hours movement and particularly its legislation in France, assume that the postwar downward trend is still effective. However, it is usually neglected that statutory decrease can go hand in hand with actual increase in work time. Furthermore, in Southern Europe the trend towards overworking appears to be more pronounced (see Mutari & Figart (2000)).

This paper studies the case of Greece and argues that there is convincing evidence that there is a marked increase in actual working time in Greece from the mid-1980s and onward. This tendency is particularly strong for wage earners having a university degree, who are in many cases being labeled as ‘cadres’ that do not follow the usual work time regulations concerning eight-hour work, weekends, overtime etc. It is also strong in more traditional categories of workers (manufacturing, construction etc.). In Mavroudeas & Ioannides (2002) we have argued that official statistical data have significant limitations regarding working time (neglect in changes in the structure of employment, increased moonlighting that goes mainly in the ‘black sector’ economy, increased ‘feminization’ of work and the peculiar character of self-employed people) and tend to underestimate actual working time. Despite these limitations, an econometric evaluation of the working time trends in Greece confirmed the hypothesis of the increasing working time. In this paper we extend the statistical and econometric evaluation of this hypothesis.

Work time: empirical and analytical issues

Evidence of a rising duration of working time in the last decades has been provided by many studies. Most of them focused on the US and North America. The debate was triggered by Schor’s (1991) influential study. Using household surveys of hours from the Current Population Survey (CPS), she found that annual work hours (both paid and unpaid) have increased in the last three decades in the United States. Her claim was echoed by Bluestone & Rose (1998, 2000), who supplemented CPS data with the household survey of the Panel Study of Income Dynamics (PSID) and extended the trend through the mid-1990s. They show that average hours (both weekly and annual) started rising from 1982. This rise was affected both sexes and was stronger among the most highly educated workers.

Other analyses of CPS data gave similar findings. Mishel & Bernstein (1994) and Mishel, Bernstein & Schmitt (1999) have discovered a definite (although smaller than what Schor has calculated) increase of work-time in the USA during the previous three decades. Jacobs & Gerson (1998) agree only partially with Leete & Schor. They argue that it is not the average work-time that is increasing but only the margins of its distribution, i.e. the percentage of those working many hours and the percentage of those working few hours. However, particularly for the USA, they do agree that the percentage of those working more than 50 hours is one of the higher in the world. Heath & Ciscel (1998), also, found that work-time in the USA increased during the 1980s. Additionally, they focused on a rather neglected dimension of this increase: it is total work-time per family that has increased the most and this has serious impact on family and social life.

On the other side, Robinson & Godbey (1997) using time diary evidence argued that total (paid and unpaid) hours have decreased between 1965 and 1995. This triggered a measurement controversy. Robinson & Godbey (1997) argued that time diaries measure actual hours of work more precisely than self-reports as in the CPS and PSID, where workers may overestimate their work time (for example, by systematically neglecting ‘on-the-job leisure’ during work hours). Schor and others (e.g. Jacobs (1998)) counter-argued that time diaries underestimate actual work time for a number of reasons (‘busy person bias’, possible neglect of multitasking activities, functional character of ‘on-the-job leisure’).

Regarding the situation in Europe, certain studies (e.g. Basso (2003)), justifiably argue that it will sooner or later follow the US model. More specifically, Basso (2003: 140-147) – using data from the ‘Second European Survey on Working Conditions’, which was conducted from the end of 1995 till the beginning of 1996 – maintains that there is significant evidence that the tendency of working time to increase is starting to appear in Europe as well. This tendency, as Basso (2003: 144-145) and Mutari & Figart (2000) argue, is stronger and more evident in the less developed EU countries and particularly in the South European ones (Greece, Italy, Portugal). Bosch (1999), also, has reached the conclusion that work-time in Europe has ceased to decline and in some countries it has started to increase as in the USA. Bosch argues that the greater income inequality in these countries has played an important role in this reversal.

The case of overworking might be controversial and conclusions not unanimous. However evaluations of one crucial aspect of actual working time, overtime, are much more unambiguous. For the US case, it is clearly rising from the 1982 and onwards, even setting aside cyclical fluctuations (Hetrick (2000)). There is another crucial aspect of overtime: its division between paid and unpaid overtime (see Bell et al. (2000)). In many cases it extremely difficult to record the second in labour data for a number of reasons (e.g. legal consequences). However, it is not rare today workers to concede unpaid overtime work because of the pressure of economic difficulties and the fear to lose their jobs in a stringent period.

All these indicate several well-known problems of measurement regarding actual work time. First, the annual rather than the weekly measurement of actual working time gives a more reliable indicator, because it takes into account vacations, holidays, vacations and flexible work time arrangements. Particularly the latter create significant measurement problems. For example, in many countries reductions of statutory working time are given by increasing vacations or decreasing annual work time; thus leaving rather unaffected weekly working time. Second, often second jobs are not accounted for, because they are illegal or semi-legal or for tax evasion purposes (moonlighting). Generally, labour supply data do not include much information on hours and wages in secondary job or overtime work. Finally, in some countries statutory work time is compulsory (and thus affects directly actual work time) whereas in others it simply sets a safety net (and affects less actual work time).

There are also a number of analytical issues regarding the study and explanation of work time trends. Neoclassical economics maintain that work hours reflect workers’ individual choices between work (and its reward) and leisure. They also tend to consider unpaid work time as a transitory and paranormal case that cannot be sustained in the long run. Thus increases in the length of the working day tend to be analysed assuming corresponding increases in the daily wage rate, and are presumed to reflect changing ‘preferences’ of workers in favour of increased income as opposed to a preference for leisure.

In contrast, Marxist analyses emphasize the role of class power in determining the ‘normal’ hours of work. For Marx (1976, p.344) the establishment of a norm for the working day, presents itself as a struggle between collective capital and collective labour. Hence, normal hours tend to depend upon the work practice in a given industry or manufacturing process, together with the legislation enacted to set limits on working hours and are not the simple aggregate product of free individual choices.

Finally a number of heterodox approaches adopt institutionalist perspectives and take a middle-of-the-road position between Marxism and neoclassicism. They usually try to supplement the neoclassical labour supply model with elements outside the field of individual preferences (see Golden & Figart (2000b)). Thus they maintain that working time is influenced by and influences an array of cultural norms as well as economic forces. The supply of hours depends upon individual and joint preferences within families that reflect societal expectations, roles, and values.

This paper argues that the Marxist perspective is superior to both the other two approaches. It has a conception of the economic dimension that is both social (as against neoclassical individualism) and production-centered (as against both neoclassicism and the institutionalism). Additionally it can grasp wider non-economic social relations (culture etc.) and incorporate them in its analysis through a coherent process of layered abstractions instead of simply adding them up in a rather unprincipled manner (as most of the institutionalist approaches do). Within this framework, work time is a fundamental variable since it is the source of value and the basis of the operation of the capitalist system (i.e. the exploitation of wage labour through the appropriation of a portion of it as unpaid labour time). Hence surplus-value reflects this unpaid labour time. Struggles concerning the level of surplus-value are fundamentally struggles concerning work time. Particularly the extraction of absolute surplus-value depends upon the increase of normal work time.

The Greek case

In Greece a marked increase in actual working time can be identified. This tendency is particularly strong for wage-earners having a university degree, who are in many cases being labeled as ‘cadres’ that do not follow the usual work time regulations concerning eight hour work, weekends, overtime etc. It is also strong in more traditional categories of workers (manufacturing, construction etc.).

Measurement problems

Official statistical data have significant limitations that tend to underestimate actual working time. However, despite these drawbacks, even when using the available statistical data, there are significant indications supporting our approach.

The first problem with the data has to do with the change in the structure of employment. With more people working under part-time and part-year contingent contracts, with significant increase in moonlighting, and with substantial increases in overtime (at least in manufacturing), the movement toward ‘non-standard’ work-weeks and work-years is growing. Yet the standard statistics hardly measure this. In Greece, as elsewhere, the increase of working time is not always happening through the official channels (for example, the extra hours in the private sector are rarely reported in the purpose of saving the insurance charges), therefore it is usually underestimated by the official data.

Second, there is a marked increase of moonlighting in the recent years. These second jobs are usually underreported in order to avoid taxes and social insurance charges. Additionally, a great part of moonlighting takes place in the so-called ‘black economy’, which is notoriously big in Greece and of course it is not accounted for adequately. However, there is significant evidence that not only part-time work is increasing but also that moonlighting constitutes a great part of it. These moonlighting hours have to be added on top of the officially measured real working time.

A third problem arises from a basic feature of the Greek Economy: the existence of big sectors of economic activity, where self-employment is the main mode of employment. In fact this means that workers have to ‘buy’ their jobs. During the last years this mode of employment has expanded in new sectors of economic activity. Under this type of employment workers usually work more than average, under fully flexible work schedules. The expansion of this mode of employment indicates an increase on real working time, which is not usually accounted in official data. This Greek peculiarity is enhanced by the universal trend for increasingly blurring boundaries between work and non-work time. Capitalist restructuring (following both traditional and new technology paths) destroys the traditional division of work and family. This process –which affects also ‘typical’ workers – has even stronger repercussions on this stratum of self-employed workers who become the champions of working time increases.

‘Feminisation’ of work

Another important factor is the growing participation of women in the labour market (see Table 1). This participation is more inclined towards flexible work arrangements and in many cases belongs to the informal or ‘black’ economy (and thus it cannot be easily measured). This growing ‘feminisation’ of the work force means a major increase in the work time needed for the reproduction of the working class’ families since another member of a working class’ family performs wage labour and has to recuperate from its attrition. At the same time it contributes additional labour (both paid and unpaid) to the capitalist system.

TABLE 1:: PERCENTAGE OF FEMALE LABOR FORCE PARTICIPATION IN GREECE

Year

1980

1990

1995

2000

Labour Force, female(% of total labour force)

28

35

37

38

Source: World Bank (http://devdata.worldbank.org/genderstats)

Work time data

Setting aside all these problems of underestimation, a first glance indication is given by the legislation for the daily and weekly working time in combination with the statistics for the real working time per employee. Data about working time are being collected by the Labour Force Survey of the National Statistical Service of Greece (NSSG) from the 1974 and onward. However, there exist similar data from older types of survey of NSSG from the 1960s. From 1981, it is conducted according to the rules of EUROSTAT, which have been revised in 1983. EUROSTAT, ILO (International Labour Organization) and OECD estimations and studies are mainly based on this set of data. NSSG’s Labour Force Survey is a household survey covering all the country and conducted yearly. Hours of work refer to the number of hours actually worked during the reference week in first job or business. This includes all hours including extra hours regardless of whether they were paid or not. Persons who have also worked at home (e.g. teachers preparing lessons) are asked to include the number of hours they have worked at home. Unfortunately, the Labour Force Survey provides data for the mean working time in Greece for the year 1987 and afterwards. We have to turn to some other source to collect the data that are necessary for an econometric evaluation of the working time trend. The only statistical survey that can provide such evidence for Greece is the Labour Statistics of the NSSG. They are quarterly surveys investigating wages and occupation in Manufacturing, Mining, Commerce, Energy, Banking and Insurance sectors. They include data only for the paid working time, excluding working time that has been worked but not paid. As mentioned above, this leads to the underestimation both of the working time and the possible upward trend that exhibits. Nevertheless, in the absence of any other set of data covering the last 40 years period in Greece we have to relay upon them, as some ILO and OECD estimations and studies are doing so.

According to these data (Table 2) there is an increase in actual weekly working time in Greek Economy, from 1986 till1998 (the last available data).

TABLE 2. Actual average work time in Greece

Years

Average weekly hours

1962

44,08

1963

43,38

1964

43,95

1965

43,78

1966

43,3

1967

43,55

1968

43,7

1969

43,8

1970

44,63

1971

44,13

1972

44,58

1973

43,73

1974

43,8

1975

42,7

1976

41,83

1977

41,05

1978

41,25

1979

41,18

1980

40,7

1981

39,53

1982

38,6

1983

38,53

1984

38,18

1985

39,25

1986

39,2

1987

39,25

1988

41,13

1989

41,1

1990

41,08

1991

41,08

1992

41,08

1993

41,09

1994

41,85

1995

41,13

1996

41,18

1997

40,87

1998

41,13

Source: OECD Statistical Compedium, Labour Statistics NSSG

ILO’s KEY INDICATORS OF THE LABOUR MARKET (KILM), using the same data set has estimated the actual annual hours worked per employee – broken by males and females – for the period 1990-94. Annual estimations, as explained before, can capture better the contemporary tendency towards flexible labour arrangements. Again, in the case of annual hours, the tendency of the real working time to increase is evident for both sexes.

TABLE 3. Annual hours worked per person

Years

Males

Females

1990

819.7

735.7

1991

830.1

738.7

1992

854.8

757.5

1993

860.7

759.8

1994

851.2

755.7

Source: ILO – KILM

Other, less extensive, surveys have similar findings For example, a survey conducted by the pollster company METRON ANALYSIS, commissioned by the Ministry of Labour found even more pronounced results. The survey – which covered the whole country, was conducted from 14/9/2000 till 29/9/2000, used a three-stage sampling process and had an effective sample of 2.473 persons – found that the average real working time for private sector workers is 44.3 hours, while for public sector workers is 37.8 – by far higher than the hours dictated by the 8 hours per day legal limit (METRON ANALYSIS (2000, p.3). A big section of the employees (42.9%) declared that they work more than what is legally provisioned in their main or sole occupation. Additionally, 30% of the employees declared that their overtime work is not paid, while only 13.6% declared that it is paid but not sufficiently enough.

An econometric evaluation of the working time trends

We assume that if the data exhibit a time trend this would be a deterministic rather than a stochastic one. This is because a great percentage of the driving forces of this process are external to the economic system and they are the outcome of a plan, usually made from governments and/or the employers associations (in high ‘correlation’ with the working class resistance). This assumption is not indisputable of course, since the trend could also be the outcome of cumulative distortions that take place at the level of every single enterprise.

Under the previous assumption we will show that there is a statically significant time trend in the working time series for Greece and there is also a structural change affecting the slope of the trend.

The data for working time are plotted in Figure 1. We can visually identify two possible break points, the first at the years 1972-1973 and the second between 1984 and 1985. These two possible break points are consistent with important events that affected the economy, such as the oil crisis in 1973 and the announcement of the new economic policy for Greece after the second electoral victory of PASOK in 1985. Since our point is to show a rise in working time during the last years we will check only for the second possible break point.

The equation we use is linear since it is the simplest and more intuitive specification and since we have no economic reason to assume a higher order polynomial. In addition to this is the form of the line graph of the data, plotted in figure1.

Yt= C(1) + C(3)*t + et                                                                            (1)

Where Yt is the work time

t is for time

et is a disturbance term and

C(1), C(3) are the constant term and the slope coefficient to be estimated.

To test for the possible structural change we will use a dummy variable (d) which equals zero for the years before 1985 and one thereafter. So the equation will take the form

Yt= C(1) + C(2)*d + C(3)*t + C(4)*t*d + et                                  (2)

Where C(2) and C(4) are the coefficients associated with the dummy variable.

The sample we used is from 1972 to 1998. The reason for neglecting previous years is that we mainly want to check the behavior of the working time after the 1973 crisis, since the underlying assumption is that recent trends in working time are generated by the permanent effects and the attempt of overcoming this crisis. This assumption will also help us to use only one dummy variable in our equation, avoiding over specification problems.

The estimation of equation (2) (more specifically the Durbin-Watson statistic) indicates the existence of serial correlation among the residuals. The same conclusion is reinforced by the Q-statistics. In the case of serially correlated residuals the estimators C(1) till C(4) will be biased. The existence of serial correlation in the residuals was rather expected, since working time is affected in the short run by business cycles.

To overcome this problem we implement a second order autoregressive error of the form:

et = φ1 et-1 + φ2 et-2 + εt                                                 (3)

where εt is independently and identically distributed (i.i.d.).

The above formulation allows capturing the cyclical component of the series. Equation (2), with an AR(2) process for the error term, was estimated using the Non-linear Least Squares method (with the help of the econometric package EViews). The results are shown in Table 5.

TABLE 5. Estimation outputs for equation (2) (NLS)

Coefficient Std. Error t-Statistic Prob.
C(1) 44.37380 0.342510 129.5548 0.0000
C(2) -6.456084 0.908786 -7.104076 0.0000
C(3) -0.527863 0.047401 -11.13618 0.0000
C(4) 0.672779 0.063932 10.52342 0.0000
C(5) 0.463103 0.209634 2.209102 0.0384
C(6) -0.252611 0.219060 -1.153164 0.2618
R-squared 0.917048     Mean dependent var 40.96593
Adjusted R-squared 0.897298     S.D. dependent var 1.569459
S.E. of regression 0.502968     Akaike info criterion 1.656548
Sum squared resid 5.312505     Schwarz criterion 1.944512
Log likelihood -16.36340     Durbin-Watson stat 2.035307

The fit of the equation to the data is now better then in the previous case. The first two coefficients (C(1), C(2)) represent the constant term (before and after the structural change) and have no economic meaning. C(3), which is the slope of the linear equation until the structural change, is negative and statistically significant, as should be expected after viewing the plotted data. C(4) has to be added to C(3), to give the slope of the equation after the break point year of 1985. The statistical significance of C(4) proves that working time does not exhibit a constant trend throughout the period under examination (Mills, 2003, p.16). Further, the absolute value (απόλυτη τιμή) of C(4), which is bigger then the absolute value of C(3), shows that the downward trend of working time is reversed to an upward trend for the years after 1985. The coefficients C(5) and C(6) are the estimators of φ1 and φ2 respectively.

Formally, the estimation gives us the following equations describing the phenomenon before and after 1985:

Yt= 44,3738 – 0,527863*t + et           (for t before 1985)      (4)

and

Yt= 37,917716 + 0,1449161*t + et      (for t after 1985)         (5)

From equations (4) and (5) we can conclude that there was a statistically significant downward trend in working time from 1973 till the change of economic policy in 1985. After that year the trend changes sign (remaining significant), but the upward movement is now to a smaller degree. This was expected, since it is rather easier to reduce than to increase the working time due to political reasons. Besides, we estimate that the major part of the actual rise in working time is most of the times invisible by the official statistics and occurs also through other channels like second job, the rise of number of workers in each family etc.

All these findings confirm the hypothesis of the increasing working time in the Greek Economy.

Work time trends in the basic productive sectors of the Greek Economy

 

In this section we study the available work time data for three major productive sectors of the Greek economy: manufacturing, constructions and transportation – communications. The best available data are from 1987 and onwards. Previous data are incompatible with the new series. The choice of these sectors reflects the Marxian preoccupation with those sectors of the economy where productive labour is performed (as distinguished from unproductive wage labour). It is in these sectors that surplus-value is produced and therefore the increase or not of work time is particularly relevant.

It would be interesting to check also other sectors of the economy and particularly the tertiary sectors because there are empirical signs that overworking affects them as well. Two points are important here. First, that some activities that were considered traditionally as services and unproductive have nowadays changed character. Second, that the unproductive activities have significant macroeconomic effects since they entitle their capitalists to get a share of total surplus-value produced in the economy as a whole. However, the available Greek data are extremely problematic since their classifications have changed radically several times.

  1. 1.      Manufacturing

 

The data for the weekly working time in the manufacturing sector are shown in Table 6

TABLE 6. Weekly working hours in manufacturing

Years

Actual weekly work hours

1987

 40

1988

 41

1989

 41

1990

 41

1991

 42

1992

 43

1993

 42

1994

 42

1995

 42

1996

 42

1997

 42

1998

 42*

1999

 42

2000

 43

* Average of the years 1997 and 1999 because they do not exist data for this year.

Source: NSSG

As we can observe, the data are rounded off to integers. This causes a lack of the appropriate accuracy necessary for our tests. A big part of the work time variations are lost because of this reason. A second problem with the data is the small time period they cover, especially when it is known from the total sectors working time trend that the missing years are important. Finally the 1993 change of classification system, although limited for the examined sectors, affects the continuity of the data. The technique is the same used in the general case, but we don’t search for a break point here. The equation under estimation is the following:

Yt= C(1) + C(2)*t + et                                                                            (6)

The type of the correlation of the residuals indicates a first order autoregressive form for the error term and the estimated equation is:

Yt= 41,33856+ 0,093360*t + et                                              (7)

The coefficient C(1) has no economic meaning. The estimated C(2) coefficient is positive and statistically significant at the 87% level of significance. This indicates the existence of an upward trend for weekly working time. The relatively low level of significance may be due to the small sample period, the rounding off and the change of classification system mentioned above, or due to the informal ways through which is achieved the increase in working time.

2.      Constructions

The data for the weekly working time in the manufacturing sector are shown in Table 7.

TABLE 7. Weekly working hours in Constructions

Years

Actual weekly work hours

1987

36

1988

38

1989

39

1990

38

1991

40

1992

39

1993

40

1994

40

1995

40

1996

40

1997

40

1998

40.5*

1999

41

2000

41

* Average of the years 1997 and 1999 because they do not exist data for this year.

Source: NSSG

The problems concerning the data, mentioned in the previous case, hold in this case too. The estimation of the equation (6) was conducted with the use of a second order autoregressive form for the error term. The estimated equation is:

Yt= 38,41299 + 0,189033*t + et                                                (8)

 

The coefficient C(2) is positive and statistically important at the 99% level of significance. This indicates an upward trend for working time in the construction sector.

  1. Transport – Communications

 

The data for the weekly working time in the manufacturing sector are shown in Table 8

 

TABLE 8. Weekly working hours in Transport-Communications

Years

Actual weekly work hours

1987

44

1988

44

1989

44

1990

44

1991

45

1992

45

1993

46

1994

46

1995

46

1996

46

1997

46

1998

46*

1999

46

2000

46

* Average of the years 1997 and 1999 because they do not exist data for this year.

Source: NSSG

Using the same technique as in the manufacturing sector we estimate equation (6) for the sector of transportations and communications. The estimated equation is:

Yt= 44,40448+ 0,143357*t + et                                                 (9)

The C(2) coefficient is positive again and significant at the 0,79% level of significance. We can’t be positive about rejecting the null hypothesis in this case. All the previously mentioned explanations about the quality of data still hold for this sector. One additional explanation is, of course, the already very high level of weekly working time in this sector, which makes a possible upward trend much more difficult to occur and to be counted.

Conclusions

If the hypothesis of overworking is verified for Greece this, in our opinion, would mark the renewed significance of the extraction of absolute surplus-value. In Mavroudeas & Ioannides (2002) we have argued that contemporary capitalist restructuring, following the 1973 structural crisis and the subsequent long downturn, strives to construct a new era or a new stage of capitalism. This new stage will be based on a new configuration of absolute and relative surplus-value. Contrary to the previous capitalist stage where absolute surplus-value played a lesser role, nowadays absolute surplus-value is upgraded. This does not imply that relative surplus-value ceases to be dominant but rather that the equilibrium between them is changing under the permanent hegemony of relative surplus-value. In the Greek case the increased significance of absolute surplus-value is accentuated by the participation of the Greek economy in the European Union. As Carchedi (1999) has shown, particularly the European Monetary Union (EMU) project of the EU obliges less developed European economies to intensify the extraction of surplus-value and particularly absolute surplus-value.

These developments may support profitability but will definitely worsen labourers’ working and pay conditions.

References

Basso P. (2003) Modern Times, Ancient Hours, London: New Left Books.

Bell D.& Hart R. (1999) Unpaid Work, Economica 66,271-90

Bell D., Hart R., Hubler O. & Schwerdt, W. (2000) Paid and unpaid overtime working in Germany and in the UK, Bonn: IZA Discussion Paper No. 133.

Bluestone B. & Rose S. (1998) The Unmeasured Labor Force, Jerome Levy Policy Briefs no. 39A, May.

Bluestone B. & Rose S. (2000) ‘The enigma of working time trends’ in Golden & Figart (eds.) (2000a) ‘Working Time: International trends, theory and policy perspectives’, London: Routledge.

Bosch G. (1999) Working time: tendencies and emerging issues, International Labour Review, Vol. 138 , No. 2, pp. 131-149

EC (2003) Employment in Europe 2003, Directorate – General for Employment and Social Affairs, Luxembourg: Official Publications.

Golden L. & Figart D. (eds.) (2000a) Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Golden L. & Figart D. (2000b) ‘Doing something about long hours’, Challenge, vol.43 no.6.

Heath J., Ciscel D. & Sharp D. (1998) The Work of Families: The Provision of Market and Household Labor and the Role of Public Policy, Review of Social Economy, Vol. LVI, No4, Winter 1998

Hetrick R. (2000) ‘Analyzing the Upward Surge in Overtime Hours’, Monthly Labor Review no.123.

ILO-International Labour Organization (1999), Key Indicators of the Labour Market-KILM, Geneva: ILO.

Jacobs J. & Gerson K. (1998) Who Are the Overworked Americans? Review of Social Economy, LVI (4).

Leete L. & Schor J. (1992) The great American time squeeze, Economic Policy Institute, Washington D.C.

Leete L. & Schor J. (1994) Assessing the time squeeze hypothesis: estimates of market and non market hours in the United States, 1969-1989, Industrial Relations 33(1): 25-43

Marx K. (1976) Capital, Vol. I, London: Penguin Books, 1867.

METRON ANALYSIS (2000) Survey for employment in Greece, Athens: METRON ANALYSIS.

Mills T. (2003) Modelling Trends and Cycles in Economic Time Series, New York: Palgrave Mcmillan.

Mishel L.& Bernstein J. (1994) The State of Working America 1994-95, Armonk, New York: M.E. Sharpe

Mishel L., Bernstein J. & Schmitt, J. (1999) The State of Working America, 1998-99, Economic Policy Institute, ILR Press.

Mutari E. & Figart D. (2000) ‘The social implications of European work time policies: promoting gender equity?’ in Golden & Figart (2000a) ‘Working Time: International trends, theory and policy perspectives’, London: Routledge.

Robinson J. & Godbey G. (1997) Time for Life: The Surprising Ways Americans Use Their Time, Pennsylvania: Pennsylvania State University Press.

Schor, J. (1991) The overworked American, New York: Basic Books.

Schor J. (2000) Working hours and time pressure: the controversy about trends in time use, in Lonnie Golden and Deborah Figart (eds): Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London and New York: Routledge.

———————————————————————————-

 

Reform, reform the reforms or simply regression? The ‘Washington Consensus’ and its critics

Bulletin of Political Economy

vol.1 no.1

 

Reform, reform the reforms or simply regression? The ‘Washington Consensus’ and its critics

 

Stavros D. Mavroudeas[1] & Demophanes Papadatos[2]

 

 

Ι. Introduction: The debate about the definition

The term ‘Washington Consensus’ was coined in 1989 by John Williamson (Williamson (2004b)). It was introduced in a period when the Keynesian dominance in economic theory and policy had collapsed – after the mid-1970s crisis and Keynesianism’s apparent inability to solve it – and neo-liberalism (promoted by the Reagan and Thatcher administrations in the US and the UK respectively) had become the new orthodoxy. Williamson’s aim was to codify that part of the neo-liberal analysis and policy proposals which have become commonly accepted within Development Theory and particularly in the circles of the big developmental institutions (primarily the IMF and the World Bank) seated in Washington. In Williamson’s (2000, p.254) own words his effort ‘was an attempt to distill which of the policy initiatives that have emanated from Washington during the years of conservative ideology had won inclusion in the intellectual mainstream rather than being cast aside once Ronald Reagan was no longer on the political scene’. Thus, ‘Washington’ refers to the influential circles and institutions based in Washington. And ‘Consensus’ refers to the part of neo-liberal policy prescriptions that had been widely accepted. There is another geographical dimension in the term ‘Washington Consensus’. Its policy prescriptions were primarily issued for the Latin American economies in the 1990s, although they subsequently spread to the rest of the developing and less developed countries. Again in Williamson’s (2000, p.251) own words, the term refers ‘to the lowest common denominator of policy advice being addressed by the Washington-based institutions to Latin American countries as of 1989’. Williamson (1990, 2000, p.252-3) summarizes these policy prescriptions in ten propositions:

1)      The imposition of fiscal discipline.

2)      The redirection of public expenditure priorities towards other fields.

3)      The introduction of tax reforms that would lower marginal rates and broaden the tax base.

4)      The liberalization of the interest rate.

5)      A competitive exchange rate.

6)      The liberalization of the trade

7)      The liberalization of inflows of foreign direct investment.

8)      The privatization of state-owned economic enterprises.

9)      The deregulation of economic activities.

10)  The creation of a secure environment for property rights.

 

The theoretical foundations of these proposals can be easily discerned. They are the usual analyses advanced by neo-liberal economic theory. Economies are in crisis because of impediments to the free operation of the market. The impediments came from the overinflated interventionist Keynesian state and its expansionary and redistributive policies that deform market data and signals. The solution, according to the neo-liberal mandra, would be the withdrawal of the state from the economy and the reinstatement of the unhindered operation of the market. Therefore, fiscal discipline should be imposed on public activities and a return to the balanced budgets (as opposed to the Keynesian deficit and expansionary budgets). The now limited public expenditure should be directed towards fields that cover its cost (possibly through the imposition of compensative payments) and would support private entrepreneurship instead of paying for public works and redistributive policies. Subsequently, the tax system should be reformed so as not to hit hard business profits and the incomes of the upper strata, which were conceived as the locomotive of the economy. After all, the limited public expenditure can do with less taxes. Additionally, the operation of the financial system should be liberated from the state grip and prerogatives and be left to the free operation of the market forces. Thus, the interest rate should be determined more or less competitively. The withdrawal of the state from the economy required, also, the privatization of all the activities and enterprises that were state-owned and directed, the limitation to a minimum of all state regulations and adequate guarantees that there wont be any violations of property rights (as it had happened previously with nationalisations etc.).

With the advent of the second generation of neo-liberal theories, which emphasised the opening of the economies, the previous set of policy proposals was supplemented with three others that aimed to the liberalisation of international trade, capital movements and financial activities. Thus, protectionist measures had to be abolished and free trade movements established. Also, the free international movement of capital investments had to be secured. And, last but not the least, international financial transactions and, primarily, the exchange rate of the currency had to be set according to market prerogatives and not by state policies.

All these ideas had already been established as the orthodoxy in the developed countries in the 1980s. What the Washington Consensus aimed to do was to introduce them in the developing and less developed countries. As Williamson explicitly stated, there appeared to be a sort of global apartheid, which claimed that developing countries came from a different universe which enabled them to benefit from (a) inflation (so as to reap the inflation tax and boost investment); (b) a leading role for the state in initiating industrialization; and (c) import substitution. The Washington Consensus aimed to break this differentiation.

Quite soon, after its formal declaration, the Washington Consensus came under criticism from many quarters. These criticisms emanated from mainstream economics (Atkinson (1999b), Rodrik (1992, 2002, 2003) and particularly a current associated with the work of J.Stiglitz (1998a, 1998b) and also from Marxist Political Economy (Fine (2001a, 2001b, 2002), Shaikh (2003, 2004)). An important point in this controversy was the very definition of the term ‘Washington Consensus’. For nearly all its critics the term was synonymous with neo-liberalism and a blind fundamentalism of the market.

Williamson (1997, 2000, 2004a) made a feeble defence of his term arguing rather unconvincingly that it was not in his intentions a so close identification of the term with neo-liberalism. He maintained that he simply codified the consensus view within the big Washington institutions and his concept was a mere technocratic formulation devoid of ideological and political motivation. He also argued that his ‘Washington Consensus’ was not even a policy prescription but simply a list of policy reforms; although he is sympathetic to the former view and he accepts that at the time of the introduction of the term these two coincided (Williamson (2004a)). However, he added that his definition might be problematic in some aspects and also that he himself had reservations on some of these. For example, in retrospect, he doubts whether Washington institutions unanimously favoured the competitively determined exchange rate and the rapid abolition of capital controls. His reservations with the Washington Consensus’ policies were that their poverty reduction policies had to be more emphasized and sophisticated and that a greater emphasis should be put upon institutions and their role.

Despite Williamson’s arguments it cannot be denied – and even he cannot reject altogether – that the Washington Consensus has a definite ideological and political background: that of the neo-conservative policies of the last quarter of the 20th century. Furthermore, the Washington Consensus cannot be delegated to a simple sum of policy proposals. It has definitely a spinal column on the basis of which the whole edifice has been constructed. This is implicitly accepted even by Williamson when, in many papers, argues that there are three big ideas behind the Washington Consensus: macroeconomic discipline, market economy and opening of the economy (at least in respect of trade and foreign direct investment). Washington Consensus’ macroeconomic discipline is of a particular type and has specific priorities that differentiate it from other types of macroeconomic orderly state of affairs. It has certainly nothing to do either with Keynesian macroeconomic prerogatives or with those of other more radical perspectives. In almost all cases it led to austerity budgets and policies that favoured the wealthier and worsen the position of the lower strata. The same holds for the push towards a market economy and the opening of the economy. The first stems from a neoconservative conception of the economic role of the state and of its alleged inability to manage properly the economy. The second has the same origins complimented with the simplistic belief that it will lead to increased competition and thus consumers will in the end be better off. As it will be shown in the next chapter, these had the same negative effects as the first big idea. In this sense, the Washington Consensus is a perspective that dictated a policy prescription. Indeed, under its auspices, numerous reform programs were imposed – willingly or unwillingly – on less developed or developing countries.

The controversy about the definition established rightfully a meaning for the term. The actual content of a term is not given by the intentions of its founders but by the broader socio-political environment and the practical outcomes of the policies dictated by the term. On these grounds, it is overwhelmingly clear that in the 1980s and 1990s there predominated in official circles a current that considered as its main task the abolition of the state-run development policies and the restoration of the free operation of the market disregarding costs and special features of the developing economies. This current was clearly associated with neo-liberal theory and the Washington Consensus was its arm in the field of Development theory and policy. Consequently, the discussion of the concept cannot be constrained to the limited agenda of issues that its creator proposed but must encompass its whole spectrum of theory and applications. Williamson (2002) himself soon conceded the argument accepting that, from the time that the term became public property, its meaning is being set by the wider perception about it. Therefore, he declared that there is no meaning in struggling for the content of the term and called for an issue-by-issue discussion of the proposed policies.

 

 

II. Washington Consensus and its consequences

Besides the controversy on its definition, there is also a heated debate on whether the Washington Consensus promoted the development of developing and less developed economies or not. Today there is a widespread perception that it failed and that it led to crises and impoverishment. It would not be unfair to state that the term truly carries a bad reputation. This is accepted even by its defenders as, for example, by Naim (2002) who acknowledged that the Washington Consensus is a ‘damaged brand name’. Criticisms and the concomitant bad reputation do not stem only from theoretical and ideological opposition to the Washington Consensus but, most of all, from a series of persisting problems and crises that are, rightly or wrongly, associated with it.

 

Increase in poverty, inability to catch-up and social upheavals

After the first years of implementation of Washington Consensus policies and reforms there was a growing sense, among friends and foes, that it failed its promises. More specifically, from the late 1990s and onwards, the Washington Consensus was facing major difficulties regarding a number of issues, which were not included in its declared objectives but are crucial for the development process. It was criticized for failing to organize a ‘human face’ adjustment process and, thus, for causing social upheavals. Additionally, it was criticized for failing to deliver significant advances in performance, let alone development. Several studies argued that its policies led to an increase in poverty and inequality both between developed and developing and less developed economies and within themselves. Additionally, the apparent inability of developing and less developed economies to catch-up the level of growth of the developed ones and, in many cases, the increase of the gap between them were attributed also to the policies instigated by the Washington Consensus.

The first criticism, ‘adjustment with a human face’, touched upon the many cases where reforms dictated by the Washington Consensus had led to abrupt changes and a disruption of social cohesion. The imperatives of the Washington Consensus’ policies were usually implemented in a technocratic manner, disregarding social and political complexities. This, in return, created major problems and led to social and political upheaval. This was particularly true in cases of ‘shock treatment’ reforms.

The aforementioned criticism was also closely linked to the second one, i.e. the inability to exhibit an unambiguously better economic performance and to promote development. Issues of poverty, the environment, and of women’s position, had been overlooked drawing criticism over both the desirability and the efficacy of adjustment policies. Of all these issues of particular importance came to be the rise in inequality and poverty (see Atkinson (1999a)).

For almost all critics, Washington Consensus’ inability to address issues of poverty and inequality lays in its analytical perspective. The Washington Consensus held the view that poverty and inequality were problems of a secondary order, which more or less would have been alleviated once the market was free to operate undisturbed by the impediments of ineffective state intervention. In particular, it was thought that if the domestic markets where liberated from any impediments, then the free operation of capital, domestically, but mainly internationally will provide all the stimulation and the efficiency necessary for feasible development (see Kozul-Wright & Rayment (2004)).

Against this market-fundamentalist presumption, most of the critics point out that during the last twenty years of the 20th century after the implementation of Washington Consensus’ policies and structural changes there was a marked increase of poverty and inequality (see Chossudovsky (1997)). Critics coming from the Marxist Political Economy stream attribute this upsurge to the class nature of the Washington Consensus, i.e. that it is a set of policies that promotes capitalist interests and moreover the interests of big imperialist powers. Some mainstream critics argue that advocates of the Washington Consensus confront only the so-called ‘traditional causes’ of inequality (such as land concentration, dominance of natural resources, unequal access to education, and urban bias (in pricing policies, allocation of public expenditure and investment and so on)). For them, while such traditional factors were clearly responsible for the high-income concentration observed in the 1950s through 1970s and their persistence at a high level in the subsequent two decades, they cannot (with the possible exception, in some regions, of educational inequality) explain the widespread surge in inequality observed over the past twenty years of the Washington Consensus. Instead, several ‘new’ factors – such as technological changes with ‘new technologies’ generating a demand for skills and an earnings distribution more skewed than the emanating ‘old technologies’ – have had more relevance to the recent rise in inequality. This critique might be pertinent but it is beyond doubt that the Washington Consensus cannot address even the ‘traditional causes’ of inequality.

 

 

The crises of the 1990s

The problems mentioned above were brought forward and emphasized in the mid-1990s after a series of crises in the developing world: the 1994-5 Mexican ‘Tequila’ crisis, the 1997 Asian crisis, the 1997-9 Russian ‘Vodka’ crisis, the 1998 Brazilian crisis and finally the 2000 Argentinean crisis. In all these cases, the Washington Consensus policy prescriptions were blamed since these crises happened while these countries were implementing its policies and structural reforms. A common feature of all these cases is that they ended up as exchange rate crises. However, it is also true that each case had its own specific characteristics.

In the first case, Mexico, the problems were caused by the attempt to open the economy and introduce financial liberalisation. This led to the collapse of the peso and the default of the Mexican debt. In the Asian case the crisis was caused by the attempts to conform to an international environment a-la Washington Consensus and at the same time to reform their internal structure away from the Asian developmental model and towards the Washington Consensus prescriptions. The crisis took again the form of an exchange rate crisis and led to abrupt abandonment of these reforms. The Russian case is different since it stems from the transition process towards a market economy. Shock adjustment policies, the opening of the economy and its increased financialization made it vulnerable to contagion effects of the Asian crisis. This caused the collapse of the stock market, subsequent devaluations of the rouble and finally the suspension of its convertibility. In the Brazilian case the attempt to introduce financial liberalisation backfired. The imposition of fiscal discipline by redirecting public expenditure towards other fields and the reform of the tax system towards Washington Consensus standards demolished the Brazilian fiscal and tax system. This led to an exchange rate crisis again. Finally, the Argentinean case encompasses all the features of the Washington Consensus prescription. It began with an ambitious plan of budget, trade and monetary reform and quite soon proceeded to a currency board, i.e. the pegging of the peso to the US dollar on an one-to-one basis. These reforms created serious problems in the economy and led to the biggest sovereign default in modern history.

A closer look to each of these cases will enlighten the inherent problems of the Washington Consensus prescriptions and the causes of its bad reputation.

The 1994-5 Mexican peso crisis could be classified as a Balance of Payments crisis. The rapid liberalization of domestic markets caused imports to grow much more rapidly than exports. Tight monetary policy to reduce inflation produced high interest rates, which attracted foreign capital inflows to deregulated and liberalized domestic financial markets, which financed the trade gap. It was attempted to introduce competitive exchange rates, which implied that domestic interest rates had to be liberalised. But this caused the real appreciation of the peso, which worsened further the trade balance by turning relative prices against exports. The capital inflows also encouraged import growth as foreign borrowing allowed domestic banks to compete for domestic market share by lending to households to finance consumption and to arrange foreign exchange loans to domestic business at international interest rates. The result was continually increasing Mexican payments deficit, along with record increases in bank’s non-performing loans, a fall in private savings and low domestic investment, with slow growth and rising unemployment accompanying a fall in the rate of inflation and a government budget surplus. In February 1994, the increase of US interest rates led to withdrawal of investors and, thus, to the collapse of the peso (i.e. the inability to keep its peg to the dollar) and finally to the default of the Mexican dept. However, the crisis would have occurred irrespectively of the reversal of US interest rate policy since the real appreciation of the peso would eventually have collided with the increasing external deficit, and Mexico would have experienced an exchange rate crisis that would have been aggravated by a domestic financial crisis due to bad bank loans to households and foreign currency exposure of business clients.

The Asian crisis of 1997 has been very different. Most of the countries engulfed in it (Thailand, Korea, Taiwan, Singapore, Indonesia and to a certain extent Malaysia) had no macroeconomic imbalances. Yet, there was a discernible tendency towards deterioration in foreign account caused by a fall-off in the rapid growth of exports in most countries. But, this was caused not by changes in what had until that time been successful internal stabilization policy (following the Asian developmental model), but rather by changes in the external environment (towards Washington Consensus standards), over which they had little control and there were few policy responses available. This is a characteristic of the world of increased economic interdependence and free global capital flows. Thus, unlike Mexico, it is impossible to argue that excessive domestic bank lending and real exchange rate appreciation led to a consumption and import boom which eventually created an expanding foreign deficit that speculators recognised as unsustainable since both the real exchange rate appreciations and the increased domestic bank lending occurred well after the beginning of the decline in trade balances and the increase in foreign bank lending. Rather, the process appears to have been the opposite. It was the rise in short-term bank inflows and the decline in the developed countries’ demand in the presence of liberalization of domestic financial markets that led to the deterioration in the trade balance, which was then further aggravated by dollar appreciation and rapid domestic credit expansion. It is for this reason that the crisis was not a foreign exchange crisis caused by a payments imbalance, since there was no clear evidence that exchange rates were inappropriate. Reserves were extremely large, external balances were moving in the right direction and official international agency assessments of country fundamentals suggested that the external positions were sustainable at existing exchange rates.

In the Russian case of 1997-9 the crisis followed a different path. Following the collapse of the Soviet Union, a transition process to a market economy was initiated. Policies of shock adjustment to a liberalised, privatised and open economy were systematically employed. The result was the tremendous transfer of wealth and resources to a handful of previously unknown foreign capitalists and to groups of previous managers. On the other hand the Russian economy shrank considerably and large segments of the population were impoverished. The opening and the financialisation of the economy brought foreign investors to the Russian stock market both for easy hefty returns and in order to diversify their portfolios. When the Asian crisis occurred in 1997 many of them withdraw from the Russian market in order to cover losses in Asia while the IMF made the same mistake it made in Asia, i.e. pressing the Russian government to go further to the liberalisation of the economy towards Washington Consensus standards. Thus, in June 18th 1998 it delayed a $670 million tranche of a loan to Russia. After that the Russian government succumbed to the IMF demands and increased land taxes. Although the IMF released the loan and also gave an additional one, political and social tensions (e.g. a miners’ strike) scared investors, who withdrew for a second time from the Russian market. This ultimately led to the fall of several governments and, despite initial refusals, to subsequent big devaluations of the rouble forcing – in the end – the suspension of its convertibility.

In the case of Brazil the whole affair was born out of the neoliberal fixation with hyperinflation which existed but, contrary to other Latin American economies, was not creating significant problems as the foreign account was not excessively imbalanced, the exchange rate was not overvalued, net public debt as a share of GDP was declining, and while low from historical perspective, its growth rate was on average above other economies in the region. Following the neo-liberal mandras active fiscal policy and the monetary control were abandoned and high real interest rates were used in order to stem hyperinflation. However, this reinforced hyperinflation by causing:

  • a direct increase in the costs of capital since there was no long-term capital market,
  • an increase in the government deficit, since the outstanding debt was directly linked to short-term rates.
  • an increase in the rate of inflation through the impact on capital costs and on the fiscal imbalance.

The reinforced inflation spiralled into indexed inertial hyperinflation, and impeded the full development of private long-term capital markets. Thus when policies of market liberalization were introduced according to the Washington Consensus prescriptions – to replace the system of government directed development financing – there was no private sector market structure available to take its place. The financial system operated as a rentier on the float created by the adjustment lags in the indexing system of financial contracts. Indeed, there was hardly any long-term business financing to be done. Only the State continued to invest in any appreciable magnitude and this peculiarly Brazilian characteristic of efficient state financing of investment was under increasing attack from the rapid deterioration of government finances and the neo-liberal push towards increased liberalisation. Then the Real plan was introduced, which was in many respects similar to earlier reform plans (e.g. de-indexing of wages and prices, using the nominal exchange rate as the anchor for price stability). Nonetheless, interest rates continued to be the major instrument of economic policy. Its implementation had as a consequence the reversal of the exchange rate policy of the previous period from maintaining competitiveness through devaluation to maintaining competitiveness by creating pressure on domestic producers from foreign imports. Since it was difficult for domestic producers to adjust their costs rapidly; the real appreciation of the Real produced a growing payments imbalance in the new context of liberalised foreign trade. The foreign capital inflows that matched the growing trade imbalance also had an impact on fiscal conditions, since the Central Bank adopted a policy of sterilization of inflows in order to protect its inflation-fighting monetary policy. As result, the continued reliance on high interest rates reinforced the imbalances on the foreign and domestic (fiscal) accounts and reversed the economy from one of inertial inflation to tendential deflation. This ultimately led to an exchange rate crisis.

Notwithstanding, the Argentinean is the most characteristic of all the crises caused by the Washington Consensus prescriptions and, at the same time, the most severe one. Argentina is the country that most enthusiastically embraced the economic model promoted by the IMF and the U.S. Treasury: market liberalization, opening to foreign investment (particularly foreign direct investment) and a reduced role for the state in the direct production of goods and services, but also as a promoter of development. As such, for almost a decade Argentina was promoted as a model showcase till December 2001 when it fell dramatically from grace. All started in 1991, when the finance minister Domingo Cavalho, under the auspices of the IMF, introduced his budget, trade and monetary reform plan. This was a series of economic shocks, followed by the subsequent introduction of a currency board, which had as its primary aim to fight hyperinflation and to stabilize the economy following the standards set by the Washington Consensus. The balancing of the budget was achieved first, through extensive privatisations, tax reforms, cuts in state expenditure, etc. The achievement of fiscal discipline was immediately followed by the tightening of monetary policy, which allowed for the introduction of the most revolutionary of all the reforms, a currency board linking the domestic currency, the Argentinean peso on a 1:1 basis to the dollar. The introduction of this parity aimed at anchoring permanently Argentine’s monetary policy to the US, in order to make the former more credible both domestically and internationally with regard to the stabilization of the economy and permanent price stability. It was one of the first dollarisation experiments. However, the linkage of the peso to the US dollar and consequently directly to the US monetary policy, meant that the Argentinean monetary policy had to adjust towards the needs and aims of the American interest rate policy. As the Argentinean interest rates had to follow the US interest rates in order to keep the parity of the peso to the dollar, this put tremendous pressure on the domestic economy. As a result, exports fell dramatically while imports increased, business defaults increased, unemployment increased, government tax revenue fell dramatically, and a domestic debt-deflation process started affecting the banking system and increasing dependence on external capital flows in order to keep the currency board. The process ended by the end of 2001, when two interrelated events accelerated the crisis. Firstly, on 6 November, Argentina’s sovereign credit rating was downgraded to ‘sovereign default’, following the decision of President Fernando De la Rua’s government to carry out a distressed debt exchange. This resulted in a panicky run on banks, which culminated in deposits decreasing by US$1.8 billion on the single day of 30 November. On 3 December, the De la Rua government imposed a freeze on bank deposits known as the ‘corralito’ (‘little fence’). This severely limited the amount of money that could be withdrawn from banks accounts, and trapped many people’s savings in failing banks. On 5 December, the IMF announced that it was suspending loans to Argentina because the De la Rua government had failed to meet conditions on public-spending cuts, and refused to disburse a scheduled $1.3 billion Special Drawing Rights tranche needed to pay debt obligations and to support the currency peg.

The combination of these two events led to a process that brought the Argentinean economic, political and social system to the brink of meltdown, crystallizing a longer-term process of crisis. Widespread political unrest erupted as a result, and on 20 December, as the protests intensified, De la Rua resigned. Argentina then went through five nominal heads of state in ten days. During this political turmoil, the dollar-peso parity was abandoned and Argentina defaulted on its debt of about US$150 billion. The countrywide protests diminished after the fall of De la Rua, but discontent has simmered on, particularly as the economy has gone into free fall. The Argentinean economy contracted dramatically, with GDP falling by a record 16% and manufacturing output falling by almost 20% in the first quarter of 2002, and industrial production in general by 17% during the first seven months of 2002. The currency collapsed to about one quarter of its original value, and inflation has spiralled. Unemployment has soared, public services have disintegrated, schools have closed, and state pensions and public sector workers’ salaries have gone unpaid.

Williamson ((2004b) p.6, (2004a) p.11-12) makes an unconvincing attempt to divorce his definition of the Washington Consensus from the Argentinean fiasco. Although he praises the rest of the Cavalho reforms (and indeed Cavalho himself) he disavows (a) the imposition of a fixed exchange rate which became overvalued and, (b) the lack of an orderly fiscal system which made impossible the use of the surpluses of the boom years in order to bring down the debt/GDP ratio. Both arguments are weak.

The currency board was the way to rapidly control hyperinflation. Otherwise a more smooth process would have been adopted. The shock adjustment was chosen because otherwise the whole process might be derailed. The currency peg to dollar was hailed as a bold new attempt to push even further, more rapidly and beyond the point of return the Washington Consensus prescriptions. In this way the peso was supposed to acquire more credibility and since this other currency was the dominant international currency, to reflect the operation of an open liberalised economy. Thus, the exchange rate would be competitively determined without any state intervention or old ‘Latin stratagems’ (i.e. the silent devaluation of the currency in order to acquire trade competitiveness). Thus, its subsequent disavowal sounds as ex post sophistry. On the other hand, the fiscal system and the indebtness of the Argentinean economy got out of control not because of the lack of fiscal order or a high debt/GDP ratio but exactly because of the attempt to impose internal macroeconomic ‘discipline’ and external openness almost automatically through the currency board.

 

III. Friends and foes of the Washington Consensus

Three broad streams can be discerned regarding the evaluation of the Washington Consensus. The first stream encompasses its defenders and supports, critically or uncritically, its legacy. The second one stems also from neoclassical economic theory but assesses negatively the impact of the Washington Consensus and also disputes part of its analytical framework. This second stream is associated with the post-Washington Consensus argument. Finally, there is a third stream coming from Marxist and Radical Political Economy that not only assesses negatively the impact of the Washington Consensus but also adheres to a completely opposite analytical and ideological perspective.

 

Reformists and fundamentalists

The supporters of the Washington Consensus are subdivided in two camps. The first one comprises of the fundamentalists that argue that the failures of the Washington Consensus were the result of faulty implementation and reluctant reformers (e.g. Krueger (2000), Franco (1999)). The second camp argues that there should be ‘a reform of the reforms’, i.e. that despite Washington Consensus merits it is necessary a reappraisal of its agenda (e.g. Kuczynski & Williamson (2003), ECLAC (1995), Ffrench-Davis (2000)).

For the fundamentalists both the neo-liberal character and the policy prescriptions are correct. What went wrong is the way they were applied. Thus, in pushing through the reforms careful consideration has to be given to state capacity, bureaucratic constraints and agency problems. Issues of effective governance and even ‘second-best options’ have to be taken into account. There is, however, a new element that creeps in their defence of the Washington Consensus. By focusing on these issues, they have to pay attention to the role of the institutions; an element rather alien to the pure versions of the neo-liberal approach.

However, a growing majority of the adherents to the Washington Consensus recognizes that its problems are much more serious than simply implementation errors. This approach has been enforced by internal disagreements within mainstream economics. The poor record of the Washington Consensus has caused significant uneasiness within the mainstream, which culminated, from the mid-1990s and onwards, to a series of critiques (e.g. Fisher (2003), Krugman (1990), Rodrik (1992), Sachs (1987)). For these critics the original version is too rigid (by disregarding intermediate positions between the extremes of indiscriminate liberalization and arbitrary interventionism) and jumps to policy recommendations based simply on the maximization of liberalization. Thus, a search for a reformist version began. Several versions of this have been proposed (‘reform of the reforms’, ‘augmented Washington Consensus’ etc.). Williamson (2003, p.237) himself led this process by acknowledging that the results of even his definition of the Washington Consensus have been disappointing for three main reasons:

1) As proved by the series of crises, the Washington Consensus did not emphasized crisis avoidance. Additionally, it is guilty for reckless enthusiasm for capital account liberalization.

2) The reforms were incomplete, particularly regarding the labour market where dualism persisted. Also fiscal reform did eliminate budget deficits but did not foresaw to create in good times surpluses as a buffer for bad times when deficit spending is required. Additionally, there was a disregard for reform of institutions and good governance.

3) The objectives of the reforms were narrow (simply to restore growth) without concern for employment, income distribution, poverty and other social issues.

However, he argues that these failures do not necessitate the abandonment of the Washington Consensus, nor giving socialism another chance or introducing industrial policy or closing the economy. For Williamson (2003, p.330), the way forward is to liberalise the labour market but in a civilized way, to improve income distribution and to recognize the role of institutions. He even plays down the differences with the post-Washington Consensus critics by arguing that their sole difference is that the latter presents its agenda as a repudiation of the WC whereas he argues for its continuation and reform. Similarly, Williamson (2004a, p.1) applauds – with minor corrections – Rodrik’s (2002) Augmented Washington Consensus, despite the latter’s explicit rejection of its feasibility (see Rodrik (2002, p.1). Rodrik has argued that in the end of the 1990s emerged a revised version of the Washington Consensus, which augments the initial agenda with the following items:

1)      Corporate governance

2)      Anti-corruption

3)      Flexible labor markets

4)      WTO agreements

5)      Financial codes and standards

6)      ‘Prudent’ capital-account opening

7)      Non-intermediate exchange rate regimes

8)      Independent central banks/inflation targeting

9)      Social safety nets

10)  Targeted poverty reduction

 

In a similar vein, Ffrench-Davis (2000) and ECLAC (1995) offer a mixed account of the impact of Washington Consensus reforms on Latin American economies and argue for the need of a ‘reform of the reforms’. For them, the initial reforms imposed macroeconomic discipline on local authorities, defeated hyperinflation, improved budget balances and fiscal savings and promoted exports. On the other hand, new imbalances were caused (particularly regarding the external sector), policies were too rigid and could not adapt to changes in the macroeconomy and social dimensions were neglected, thus causing social clashes.

To a large extent the reformists attempt to drop the overtly neo-liberal character of the Washington Consensus by attacking neo-liberal fundamentalism and arguing for a practical policy-oriented debate rather than ideological and general-theoretical controversies. They also emphasize the role of institutions – which is a shy alias to the state – and the importance of social issues (such as poverty and equity). They, therefore, concur – setting aside individual grievances – with aspects of the post-Washington Consensus thesis although they, usually, reject the label.

 

Post-Washington Consensus: a critique from within

The post-Washington Consensus thesis, launched in 1998 by Joseph Stiglitz, is the most ambitious attempt to resolve the Washington Consensus problems, from within mainstream economics. What distinguishes it from other mainstream critiques of the Washington Consensus is that it is sharply critical of the latter and that it is based on a differentiated analytical approach, the ‘economics of information’. For Stiglitz (1989), there is no perfect information, as the neoclassical mainstream posits. Instead, informational asymmetries exist which allow for transaction costs and market imperfections. Thus, the definition of market imperfections is broadened and the argument for state intervention to mitigate them is reinforced. This contrasts directly with the Washington Consensus, where the state is not seen as a corrective power. It contrasts also with the old Keynesian big government policies. The early Keynesian opposition to the Washington Consensus has often accepted the latter’s terms of debate, i.e. to counterpose the state and the market and to favour state intervention whether in getting prices wrong, picking winners, or guiding the private sector through public expenditure. On the contrary, for Stiglitz (1998a, p.25) there cannot be a return to old Keynesian policies but the state must focus exclusively on what he calls fundamentals, i.e. economic policies, appropriate regulation, industrial policy, social protection, basic education, health, infrastructure, law and order, environmental protection. For him the question is not whether the state should or should not be involved, but rather the question of how it should be involved. His main argument is that the state is not an anti-market force but a complementary one.

On this alternative analytical approach are based the ‘New Development Economics’ (Nobel (2001)) and the post-Washington Consensus, which emphasise history and institutions. Through the emphasis on institutions it attempts to bring the social dimension back into the analysis as the means of addressing, and potentially correcting, market imperfections. It also aims to differentiate itself from old Keynesian statism.

For Stiglitz (1994, 1998a, 1998b) the Washington Consensus fails because the simple liberalization of markets does not suffice for their normal operation, particularly in the developing countries. The existence of information asymmetries, that prevent markets from allocating resources efficiently, and the lack of complete and efficient institutional systems to mitigate these asymmetries are the causes of this failure. Thus, development policy should not aim only to the markets but also to the institutions. In a sense, the post-Washington Consensus shares the same agenda with its predecessor but with some crucial modifications. The removal of the constraints and controls on the markets and the international capital mobility and privatizations should be done through a smooth and gradual process and by taking into account the specific historical and social situations. Essential part of this process is the creation of new institutional regulatory frameworks that can guide, correct and control the market. Moreover, more room is allowed for discretionary and active policies. On top of all these, Stiglitz rejects the Washington Consensus monistic focus on fighting inflation and puts priority on the stabilization of output and the promotion of long-run growth (through education, transfer of technology and several other channels that are being neglected by the Washington Consensus). Finally, he emphasizes the role of the financial system (the ‘brain’ of the economy) and argues that the aim should not be a liberalized financial system but a properly regulated and efficient one.

 

The radical critique: capitalism’s structural problems and the developing countries

There is also a more radical critique of both the Washington and the post-Washington Consensuses coming from the Marxist Political Economy. This approach follows a different analytical course by focusing on social classes and the struggle between them rather than on maximising individuals (as both Consensuses do). In this context the Washington Consensus is a vehicle for the exertion of imperialist dominance by the developed capitalist economies (and primarily the US) over the developing and less developed countries. Its set of policies advances the specific interests of these economies, which are similarly advanced with the so-called globalisation.

Thus, Shaikh (2003, 2004) disputes that trade and financial liberalisation promotes development, as both the Washington and the post-Washington Consensus (more qualified) believe. Empirically, the now developed economies have, in the past, systematically used activist and protectionist trade and financial policies in order to attain their present status and, in many cases, they follow them even today. Also, as even mainstreamers accept (e.g. Rodrik (2001), p.7), it has been proven that liberalisation policies do not lead to higher growth rates. Thus, the pressure the pressure to liberalise favours the developed over the developing by prohibiting for the latter to follow the path of the former. Shaikh, also, shows that these ill-guided policies stem from the erroneous orthodox ‘theory of comparative costs’ and he argues that an approach based on the classical theory of ‘competitive advantage’ is both analytically and empirically superior.

Similarly, Fine (2001a, 2001b, 2002) criticises the Washington Consensus for consciously neglecting crucial aspects of the development process in order to push the neo-liberal reforms that promote the interests of dominant capitalist economies. He also criticises the post-Washington Consensus for not being a true alternative to its predecessor and for, ultimately sharing the same analytical and policy agenda. Despite its vociferous opposition, it actually shares the same analytical foundations, namely methodological individualism, with the additionally flavour of the emphasis on informational asymmetries. This reductionism to individual behaviour, even when supplemented with an emphasis on institutions, cannot grasp the social dimension and moreover class and power relations. Furthermore, despite again Stiglitz’s newfound focus on history, it cannot grasp the qualitative dimensions of development and particularly its nature as a transition from one stage of development to another and reduces it to the arrangements required for dealing with market imperfections. Finally, Fine argues that both Consensuses are part of the same ‘imperialist’ attempt by orthodox economics to colonise fields (such as Economic Development theory), which have hitherto remain no-go areas.

On policy issues, Marxist economists argue that markets, instead of promoting stability and equality, are potential destabilisers and that free competition increases poverty and inequality. This holds especially for financial liberalisation and international capital mobility, which – as the experience of the 1990s reconfirmed – increase domestic financial fragility and trigger balance of payments crises. Additionally, financialisation drains resources that might have fostered the growth of production and employment and increases unproductively the returns of financial intermediaries. Finally, they claim that unbridled competition leads to the concentration and centralisation of capital and, thus, to the creation of national and international monopolies, which impose their interests on the poorer strata and the less developed economies. Ultimately, this process leads to growing divergence between economies, contrary to the orthodox beliefs. In terms of the domestic economy, the Washington Consensus’ policies lead to adverse income distribution, since they put the onus on the poorer strata and they systematically erode workers’ bargaining power (via greater wage flexibility, reduced regulation and minimum wages). Adverse income distribution worsens even more with privatisations (that make more costly the provision of utilities) and the erosion of the state’s redistributive role (through regressive changes in taxation systems and the curtailment of public expenditure).

For the radical critique the way forward for the developing countries is neither the Washington nor the post-Washington Consensus. Instead, another developmental model is required in which the state must have an explicitly active role in promoting trade and industrial policies and positive income redistribution. Moreover, these new state economic functions should be democratically accountable and based on popular movements. Such an alternative developmental strategy would necessarily have to strive against hegemonical international economic relations.

 

 

IV. Development as a social problem

In the beginning of the 21st century the Washington Consensus is, nominally at least, dead. However, the way forward is far from obvious.

From a long-run point of view the world economy is still living in the aftermath of the 1973 structural crisis. The fact that since then almost all the crucial macroeconomic variables exhibit a rather dismal record is tantamount to that. This crisis ended the previous modus operandi of capitalism and called for a new architecture of the system. From the perspective of Marxist Political Economy, this was not a simple periodic overaccumulation crisis, but its structural character had to do with the exhaustion of the core elements (relation between paid and unpaid labour time, production and circulation processes, social and political edifice etc.). The first systemic attempt to overcome it followed the prescriptions of the then economic orthodoxy, i.e. Keynesianism. Thus, conservative Keynesian policies were employed. Their main feature was that they regarded the crisis simply as an underconsumption one and attempted to solve it via a contradictory reinforcement of demand. In particular, they resorted to austerity measures (where the curtail of any wage increases reduced workers’ income and the labour cost and promoted profitability) and state policies (tax cutting, state orders and subsidies) that supported capitalist consumption and the demand between capitalist enterprises. These policies failed, in the long – run, because they weakened intra-capitalist competition, thus deterring the destruction of less competitive capitals.

Then followed the neo-conservative currents, first with their national (monetarism) and then with their internationalised (neo-liberalism) version. Some of their main features were the emphasis on the supply–side, the permission to competition to work unhindered, the withdrawal of the state from the economy and also its opening. The withdrawal of the state form economic activities created new spaces for capitalist profitability through the privatisations (seldom at basement prices). It curtailed also the ability of the working and popular classes to press for concessions and economic benefits. Together with the liberalisation of internal and external markets, it applied in all markets (including the labour market and for this reason neo-conservatism’s attack on workers’ position was much more severe than that of conservative Keynesianism) rules of strict competition. These permitted the full application of the clearing force of competition (the survival of the fittest) – with limited ability of the state to adulterate this process – as a means of overcoming the crisis. The Washington Consensus is the brainchild of these currents in the field of Development theory and policy. As such it has similar merits but also suffers from similar deficiencies with its developed countries’ blueprints. It has sustained capitalist profitability in the mid-run by providing new areas for investment, reducing labour wage and non-wage costs and clearing the economy from unviable individual capitals. On the other hand, by overemphasising the role of competition it fall to the naïve belief that simply the spontaneous action of individual capitals will suffice to return the capitalist economy to another ‘golden era’ of accumulation. However, there exist significant contradictions between individual and collective capitalist interests and for this reason the role of the state, as a ‘collective capitalist’, is necessary. Furthermore, the width and the depth of the capitalist restructuring required to surpass the structural crisis necessitates much more than the spontaneous action of the market forces. This is another reason why the state is required as a commanding centre, which will guide, motivate and correct the market.

These inabilities lie at the heart of the failures of neo-liberalism and of the Washington Consensus. Tantamount to that is the renewed emphasis – either by its supporters or by its mainstream critics – on the role of institutions. For these reasons both neo-liberalism and the Washington Consensus are virtually dated in the beginning of the 21st century and the search began for their successors. Social-liberalist trends appear as such a successor and the post-Washington Consensus is part of them. Their main trust is that they represent a rupture within the continuum of neo-liberalism. They built upon its successes but also strive to correct its deficiencies. Thus a new role for the state-headquarter is researched and also, in the face of serious social upheavals, a more sophisticated form of attacks on and compromises with the working class and the other popular classes.

However, this new emerging orthodoxy has its own deficiencies and, in the cases of the post–Washington Consensus, the radical critique is very accurate on that. In analytical terms, its critique against the Washington Consensus correctly pinpoints its non–social character and its inability to grasp the socio–political dimensions of the development process. However, this defect cannot be repaired by simply adding a role for the state and the institutions to combat market imperfections caused by informational asymmetries and conceived on the basis of methodological individualism. The socio–political dimensions of the development problem are far wider, cannot be grasped properly even by ‘socialised’ versions of methodological individualism and require more radical and rigorous instruments than simple institution–building. In a sense, where the Washington Consensus creates (or expands) markets – and in some cases where this cannot be done it creates quasi – markets by imposing private–sector modes of operation – the post–Washington Consensus attempts to create quasi–societies as complements to the markets. It neglects that it is social and class interests that create institutional frameworks and rules – and sometimes even markets. Furthermore, the division in different social and class interests is not the result of more or less fleeting informational asymmetries but of more fundamental and deep–rooted socio–political factors. For all these reasons and despite the valiant critique of its proponent against its predecessor, it seems that the most that the post–Washington Consensus can offer is a compromise with the former. This is probably bound to produce similar dismal results with the Washington Consensus regarding the development process. The only area where it may have a limited success is in a form of gatopardismo – to borrow from Lucino Viscodi’s famous film: everything in the system has to be changed in order for the system to remain unchanged.

 

 

Bibliography

 

Atkinson, Anthony (1999a), ‘Is Rising Inequality Inevitable? A Critique of the Transatlantic Consensus’, third WIDER Annual Lecture, Helsinki.

 

Atkinson, Anthony (1999b), The Economic Consequences of Rolling Back the Welfare State, Cambridge: MIT Press.

 

Chossudovsky, Michel (1997), The Globalisation of Poverty: Impacts of IMF and World Bank Reforms, London: Zed Books.

 

Economic Commission for the Latin America and the Carribean of the U.N. – ECLAC (1995), Policies to Improve Linkages with the Global Economy, Santiago: United Nations.

 

Fine, Ben (2001a), Social Capital versus Social Theory: Political economy and social science at the turn of the millennium, London: Routledge.

 

Fine, Ben (2001b), ‘Neither the Washington nor the post-Washington consensus: An introduction’ in Fine Ben, Costas Lapavitsas and Jonathan Pincus (eds), (2001), From Development Policy in the Twenty-first century: Beyond the Post-Washington Consensus, London: Routledge: Studies in Development Economics.

 

Fine, Ben (2002), ‘Globalisation and Development: The Imperative of Political Economy’, preliminary draft for the Conference ‘Towards a New Political Economy of Development: Globalisation and Governance’, Sheffield, July.

 

Fisher, Stanley (2003), ‘Globalization and its Challenges’, American Economic Review vol.93 no.2.

 

Ffrench-Davis, Ricardo (2000), Reforming the Reforms in Latin America: Macroeconomics, Trade, Finance, London: Macmillan.

 

Franco, Gustavo (1999), ‘Brazil’s economic crisis the result of political complacency, banking expert says’, Stanford [online] Report, October 13.

 

Kuczynski, Pedro-Pablo & Williamson, John (2003) eds., After the Washington Consensus: Restarting Growth and Reform in Latin America, Washington: Institute for International Economics.

 

Krueger, Anne (ed.) (2000), Economic Policy Reform: The Second Stage, Chicago: University of Chicago Press.

 

Krugman, Paul (1990), The Age of Diminished Expectations, Cambridge, Mass.: The MIT Press.

 

Kozul-Wright, Richard & Rayment, Raul (2004), ‘Globalization Reloaded: An UNCTAD Perspective’, Discussion Paper No.167.

 

Naim, Moises (2002), ‘Washington Consensus: A Damaged Brand’, Financial Times October 28.

 

Nobel (2001), ‘Markets with Asymmetric Information’, Advanced Information, http://www.nobel.se/economics/laureates/2001/public.html.

 

Rodrik, Dani (1992), ‘Conceptual Issues in the Design of Trade Policy for Industrialization’, World Development vol. 20, No3, June.

 

Rodrik, Dani (2001), The Global Governance of Trade: As if Trade Really Mattered, United Nations Development Programme (UNDP).

 

Rodrik, Dani (2002), ‘After Neoliberalism, What?’, Remarks at the BNDES Seminar on ‘New Paths of Development’, Rio de Janeiro, September 12-13.

 

Rodrik, Dani (2003), Growth Strategies, Harvard: Harvard University Press.

 

Sachs, Jeffrey (1987), ‘Trade and Exchange-rate Policies in Growth-oriented Adjustment Programs’, in V. Corbo, M. Goldstein and M.Khan, (eds.), Growth-oriented Adjustment Programs, IMF and the World Bank, Washington D.C.

 

Shaikh, Anwar (2003). ‘Globalization and the Myth of Free Trade’, Paper for the Conference on Globalization and the Myths of Free Trade, New School University, New York.

 

Shaikh, Anwar (2004). ‘The economic mythology of neoliberalism’, in Alfredo Saad-Filho (ed.) ‘Neoliberalism: A Critical Reader, London: Pluto Press.

 

Stiglitz, Joseph (1989), ‘Markets, Market Failures and Development’, American Economic Review vol.79, no.2.

 

Stiglitz, Joseph (1994), ‘The Role of the State in Financial Markets’ in Proceedings of the World Bank Annual Conference on Development economics, vol.2, World Bank, Washington, D.C., May.

 

Stiglitz, Joseph (1998a) ‘More Instruments and Broader Goals: Moving Toward the Post-Washington Consensus’, the 1998 WIDER Annual Lecture Helsinki, January.

 

Stiglitz, Joseph (1998b) ‘Towards a New Paradigm for Development: Strategies, Policies and Processes’, Prebisch Lecture, UNCTAD, Geneva.

 

Williamson, John (1990), ‘What Washington Means by Policy Reform’ in Williamson (ed.), Latin American Adjustment: How much has happened?, Washington: Institute for International Economics.

 

Williamson, John (1997), ‘The Washington Consensus Revisited’, in L. Emmerij (ed.), Economic and Social Development into the XXI Century, IDB, Washington, D.C.

 

Williamson, John (2000), ‘What Should the World Bank Think About the Washington Consensus?’, World Bank Research Observer vol.15 no.2, August.

 

Williamson, John (2002), ‘Did the Washington Consensus Fail?’, remarks at the Center for Strategic & International Studies, November 6.

 

Williamson, John (2003), ‘Our Agenda and the Washington Consensus’ in Kuczynski & Williamson (eds.) After the Washington Consensus: Restarting Growth and Reform in Latin America, Washington: Institute for International Economics.

 

Williamson, John (2004a), ‘The Washington Consensus as Policy Prescription for Development’, A lecture in a series ‘Practitioners of Development’ delivered at the World Bank, January 13.

 

Williamson, John (2004b), ‘A Short History of the Washington Consensus’, paper commissioned by Fundacion CIDOB for the conference ‘From the Washington Consensus towards a new Global Governance’, Barcelona, September 24-25.

 


[1] Dept. of Economics

University of Macedonia

[2] Bank of Greece

THE MONETARY EQUIVALENT OF LABOUR AND CERTAIN ISSUES REGARDING MONEY AND THE VALUE OF LABOUR-POWER

 

THE MONETARY EQUIVALENT OF LABOUR AND CERTAIN ISSUES REGARDING MONEY AND THE VALUE OF LABOUR-POWER

 

 

 

EQUIVALENT MONETAIRE DE TRAVAIL ET CERTAINES ISSUES CONCERNANT L’ ARGENT ET LA VALEUR DE LA FORCE DU TRAVAIL

 

S.Mavroudeas

University of Macedonia

Department of Economic Studies

 

Economie Applique tome LIV no.1, 2001

 

ABSTRACT

Certain contemporary answers to the Sraffian challenge to Marxian Value Theory, as the “New Solution to the Transformation Problem”, argue that money is the direct incarnation of abstract labour. Then the value of money is defined as a ratio between total prices and total hours worked and the value of labour-power as the division of money wages by the value of money, contrary to their Marxian definitions relating them to a commodity money and to a basket of wage goods respectively. This route, while facilitating the establishment of directly quantifiable relations, misrepresents the operation of the capitalist economy and weakens the labour theory of value, since it recourses to a Smithian labour-commanded conception of value.

 

 

 

ABSTRAIT

Certaines reponses contemporaines au defi Sraffien a la theorie de valeur Marxienne, comme la «Nouvelle Solution au probleme de transformation», pretend que l’argent est l’ incarnation direct du travail abstrait. Alors la valeur de l’argent est definie comme un taux entre prix totaux et des heures totales deja travaillee, contrerairement a leurs definitions Marxiennes les associant  a un argent commoditaire et a un panier des biens de consommation des ouvriers respectivement. Cet itineraire, tout en facilitant l’etablissement des relations directement quantifiables, represente mal l’execution de la economie capitaliste et affaiblit la theorie de valeur du travail, puisqu’il a recours a une conception de valeur Smithienne comme travail commande.

 

 


INTRODUCTION

 

The revival of interest for the Labour Theory of Value was marked by the Sraffian answer to the “transformation problem”, prevalent throughout the 1970s and 1980s. The latter started from the physical quantities of production and their interrelationships and constructed an equilibrium model of input-output equations where the relation of prices to physical magnitudes was entirely independent of values. This emphasis on the technical characteristics of production led to the rejection of the category of value as redundant. Subsequent Marxist replies to the Sraffian challenge had rightly focused upon abstract labour, as the concept differentiating the Marxian from the Ricardian embodied labour perspective. Most of these approaches bypassed the technicist and static-equilibrium Sraffian framework and aimed to construct a social value paradigm. This project poses a formidable question: if abstract labour is the Marxian alternative to the empiricist Ricardian embodied labour, then how is the former expressed in reality? Ricardian embodied labour, i.e. the labour actually expended during the production process of a commodity, poses no such problems but fails to address the social aspect of labour. On the other hand, while abstract labour expresses inherently the social dimension, it cannot be easily recognised tangibly within actual reality. Abstraction necessarily dictates some degree of departure from the concrete.

For certain of the approaches that confronted the Sraffian challenge it was deemed necessary to establish an unmediated representative of abstract labour. Some [e.g. Gleicher D. (1985-6)][1] attempted to discover an unmediated (i.e. existing without the mediation of others) actual existence of abstract labour within the production process. It was argued that capitalism has a single historical tendency to degrade and simplify work. Therefore at the modern stage of mature capitalist development it predominates a generally common form of undifferentiated work which is the obvious and direct incarnation of abstract labour. Such perspectives drew popularity and support during the high days of the Labour Process debate and under the auspices of the Braverman thesis on deskilling. However, as soon as these influences retreated and, furthermore, it was established that capitalism poses no single tendency towards either upskilling or deskilling, the validity of the undifferentiated work thesis was seriously questioned.

At this point another possible route appeared ahead for those searching for a direct and unmediated representative of abstract value: money. The so-called “Rubin school”[2], theories of some form of a Labour Equivalent of Money (LEM)[3] and, more prominently, the “New Solution” (or “New Interpretation”) to the “transformation problem”[4] share this thesis. Their common kernel recognises money as the direct and exclusive incarnation of abstract labour. For the last two strands this leads to a relationship between money and abstract labour at the level of the aggregate magnitudes of the capitalist economy which enables to define a version of “value of money” (LEM) or, alternatively, of Monetary Expression of Labour (MEL). For all the representatives of these views – with the possible exception of De Vroey – these ratios are based on a net rather than a gross product level. This relationship between money and abstract labour is then coupled with a peculiar understanding of the value of labour-power.

It is telling how the “New Solution”- which can be taken as the exemplary showcase, since is the more coherent and analytically articulate version of this approach – confronts these issues. It posits an immediate equality between the total price of the net product and the total living labour performed in each period. On this basis it defines the MEL as the ratio of the price of the net product divided by the total hours worked. The MEL is subsequently employed throughout the analysis in order to render prices into values. The value of labour-power is then defined as the product of the rate of money wages by the MEL. Both these definitions depart from the Marxian understanding of the value of money and of labour-power that linked the first to the value of a commodity-money and the second to the value of a bundle of wage-goods. However, “New Solution’s” perspective has considerable merits. First, money – which is downgraded to a simple numeraire in the Sraffian perspective – is brought in [Mohun S. (2000), p.113]. Second, it becomes fairly easy to construct macroeconomic models which admit of empirical verification [Foley D. (1997), p.20] while remaining founded on the labour theory of value, since the MEL translated flows of money in real-world capitalist accounts to flows of labour-time and vice versa [Foley D. (1997), p.17-18]. Therefore, there is no need o a separate accounting system based on labour coefficients and ordinary national accounts can be used. In this way a social value paradigm is constructed, the empirical validity of the labour value theory is reasserted and significant obstacles – the “transformation problem” being the most important of them – are surpassed.

This article studies “New Solution’s” methodological and analytical foundations. It argues that, although its aims are legitimate and commendable and certain of its insights can be very fruitful, the approach adopted in this respect is problematic. If the only thing at stake were the so-called “transformation problem” – which has ended up in a rather arcane academic debate – then reservations and objections would not be important. But for both Ricardo and Marx and the “New Solution” scholars the transformation of values to prices concerns not an academic dispute but the understanding of the internal workings of the capitalist system. As such it cannot be simply a matter of mathematical hypotheses or a problem of its own. An explanation of the transformation procedure – and a “solution” to its mathematical technicalities – should illuminate the way capitalism operates. Thus, the analysis of the transformation process should lead, at a lower level of abstraction and with the introduction of further hypotheses, to a value-theoretic macroeconomic analysis. It is on these grounds that “New Solution’s” methodology and fundamental hypotheses are questioned.

In a nutshell, this article argues that this welcomed return to the empirically tangible flirts dangerously with empiricism and has grave analytical implications, which appear mostly in two fundamental areas: the conceptions about money, its value and the value of labour-power. In both these areas the quest for the empirically tangible leads to a Smithian labour-commanded perspective [Lapavitsas C.-Mavroudeas S. (1997), Shaikh A.–Tonak E. (1994)]. “New Solution” posits that money represents value in a direct, not mediated, and ideally abstract manner, allowing the derivation of equilibrium macroeconomic relationships. In fact – and leaving aside the well known problems associated with the use of the net rather than the gross product – the opposite is true: socially necessary labour-time (the substance of value) becomes expressed in units of money (the price-form of value) through a series of indirect mediations. These mediations, moreover, inherently contain the possibility of disequilibrium and violent economic upheaval. To collapse the mediated expression of value as price into the simple division of the total hours worked over the price of the net product is to miss both the complexity of the real process and the potential for disequilibrium inherent to the latter. In a similar manner, to posit the value of labour-power as the product of money wages by the MEL has the following two deeply problematic implications. First, the commodity nature of labour-power can be effectively denied and this was indeed the case in certain works [e.g. Mohun S. (1994)]. Second, this concept of the value of labour-power is reminiscent of Smith’s labour-commanded rather than Marx’s abstract labour. Consequently, the analysis of the effect of technical change on the rate of exploitation and on the formation of values and prices is significantly hampered.

The characteristic feature of capitalism as a social system is that it transforms money and labour-power into peculiar commodities. Marx attempted to develop a labour theory of value based on the notion that value is generated in production, which could also apply to these two peculiar commodities. Because of their peculiarity, his application of the labour theory of value to them follows a more sophisticated route than the one for ordinary commodities. The determination of the value of money is mediated by the role of the commodity-money and the determination of the value of labour-power is mediated by the role of the basket of commodities that represent the consumption standards of the working-class. To surpass this process of mediation by recoursing to labour-commanded, while facilitating the establishment of empirical – and quantitative – relations, loses significant aspects of reality and weakens the labour theory of value. “New Solution” pays a heavy toll by abandoning this process of reasoning. It ends up with a weakened explanatory power, which emerges when it is accepted that it consists of definitions rather than determinations.

The main focus of this article is on the definition of the value of labour-power, although reference will be made to the definition of the value of money as well, since these two definitions are interlinked and there is a certain “symmetry” in the way “New Solution” theorises them. Section I of the article attempts to reconstruct and support Marx’s conception about abstraction and value. It questions the validity of those approaches that search for a direct and unmediated incarnation of abstract labour in general and, particularly, those that find such an incarnation in money. Abstract labour does not have – and it is not required to have – an autonomous, direct and unmediated mode of existence. On the contrary, like most abstractions, it exists through other things and relations. This does not mean that abstractions are intellectual tricks and have no real existence, but that their reality is expressed via separate external forms. Section II discusses the role of the value of money and argues that it is crucial for any value-theoretic analysis. However, it is argued that Marx’s linkage of the value of money to the value of a commodity-money is indispensable. “New Solution’s” definition of the MEL fails to grasp this linkage. Section III turns to the determination of the value of labour-power focusing on its commodity nature. It is maintained that the value of labour-power depends critically on a set of use-values, represented by the bundle of wage-goods. Finally, Section IV shows that the root of “New Solution’s” problems lays in its problematic understanding of dialectical abstraction and the resulting conception about abstract labour.

 

 

I. DIALECTICAL ABSTRACTION AND VALUE IN MARX

 

The method of dialectical abstraction is a central tenet of Marxian theory. Following Marx’s well-known premonition that all science would be superfluous if the internal essence of things was identical with their outward appearance, abstraction is employed in order to move behind appearance to discover the underlying essence. It is the latter that constitutes the determining aspect. This rigorous distinction between essence and appearance but also their dialectical interrelationship is a particular differentiating characteristic of Marx’s methodology, stemming from his Hegelian inheritance.

The Marxian perspective is partly similar with that of Ricardo, in the sense that both – Marx in more coherent and general philosophical terms, Ricardo solely in the field of the value-price relationship – searched for a force underlying and determining outward forms. However, as Zeleny (1980) has shown, while for Ricardo essence is something qualitatively fixed and non-differentiable, Marx understands it as a dynamic force, which is historically transitory and proceeds through different levels of development. For Marx the essence of things is dynamic and transformable exactly because it is not a technical characteristic but a fundamentally social one. For this reason, Marx was able to incorporate the historical and social dimension and to establish the transitory character of the capitalist system. Additionally, apart from essence being dynamic and transformable, Marx also understood that there exist feedback relations between essence and appearance, again contrary to Ricardo. Essence determines appearance but – at a secondary level and taking into account the time dimension – the latter in turn affects it.

Both these two elements – the historical and dynamic character of essence and the feedback relationship between essence and appearance – lay beneath Marx’s differences with Ricardo’s Value theory. Whereas Ricardo’s embodied-labour neglects the historical and social dimension, Marx’s abstract labour is founded exactly on this dimension. Value is the representation of labour solely in capitalism and on this basis – i.e. the social relations between producers and non-producers – it determines price. It is neither a supra-historical nor a technical factor. Additionally, price is not only the necessary form of outward appearance of value but it affects – at a chronologically sequent and secondary level – value.

In this sense, Marx’s conception about abstraction differs from both that of Ricardo and that of orthodox Economics. Ricardo’s abstraction searched for an essence behind prices which could be directly derived and would have an unmediated physical presence. Orthodox Economics, on the other hand, when employing a process of abstraction, understand it as a purely logical trick; abstraction is a mental exercise which may enable us to grasp reality but which it is not itself real. Marx, contrary to Ricardo, maintained that the process of abstraction must follow a dialectical spiral passing through several stages. Beginning from the most abstract (and simpler) level, at each stage of the dialectical spiral more concrete (and secondary) features should be added until — at the final stage — we can acquire the total unity of appearance and essence. Contrary to orthodox Economics, the Marxian abstraction refers to real relations and it is not a simply mental process. For orthodox Economics — following the dominant positivist and empiricist perspective — “real” (as opposed to “ideal”) is only something that has an immediately tangible physical presence that can be directly verified empirically. For Marx essence need not have — and in most cases does not have — an autonomous physical presence. Its “reality” is established via its forms of appearances, i.e. it is present through the physical existence of other things.

Therefore, the value abstraction is a real – not mental – abstraction because it derives from a real social process: that of commodity exchange. It is precisely this empirical non-particularity of the value that renders it «abstract», just as its provenance in the socio-temporal sphere of actual human interactions renders it «real».

Value is the representation of abstract labour and it is a characteristic pertaining to the capitalist mode of production exclusively[5]. In this it differs from exchange-value (the exchange ratio between commodities) that applies to all commodity-producing modes. Every social mode of production has a certain mechanism of equalisation of concrete labours. In the capitalist mode of production this equalisation takes the form of the renumeration of concrete labours to the space of abstract labour. The latter is expressed through market exchange. However, the value abstraction – and therefore abstract labour – is not generated in exchange but in production and refers to the capital-labour relation. It hinges upon a double indifference. On the one hand, capitalists are indifferent towards the particular type of production process they are going to exploit, since use-value is of no significance for them. The only thing that matters is the availability of a working population for exploitation. Only at a secondary level an individual capitalist considers the particular type of production process he will exploit. On the other hand, with the advent of the real subsumption of labour by capital, workers become equally indifferent to the particular type of labour they are going to perform in exchange for wage. This of course holds at the higher level of abstraction. At lower levels, and towards the concrete, the workers consider the particular type of work they are going to perform in “symmetry” with capitalists’ before mentioned secondary level of consideration[6].

On the other side, this abstraction of labour as such is not merely the mental product of a concrete totality of labours. Indifference towards specific labours corresponds to a form of society in which individuals can with ease transfer from one labour to another, and where the specific kind is a matter of chance for them, hence of indifference. Not only the category, labour, but labour in reality has here become the means of creating wealth in general and has ceased to be organically linked with particular individuals in any specific form. Such a state of affairs is at its most developed in the most modern form of existence of bourgeois society – in the United States. Here, then, for the first time, the point of departure of modern economics, namely the abstraction of the category «labour», «labour as such», labour pure and simple, becomes true in practice.

[Marx (1981), p.104-5]

 

In this sense, abstract labour ‑ as a social concept ‑ is established at the primary determining level of production and then expressed through exchange. Capitalists in their choice for the organisation of a production process take social relations as given. Then they proceed in the direct production process by taking into account market conditions and having from the start in mind the transformation of the products into commodities. Thus, concrete labour performed under their command is already rendered commensurable with general social labour available for exploitation. However, this primary, preliminary, tentative but also latent commensuration is ultimately realised in the actual sphere of exchange. There and only there the initial commensuration will ‑ or will not ‑ be validated. Abstract labour, as the immanent measure of value, is operationalised through the socially necessary labour‑time.

The ultimate and most mature form that value ‑ as the representation of abstract labour ‑ assumes is that of money. However, money‑form acquires its power of representation only because the labours expended are primarily indifferent towards their specific concrete application. Marx established through the analysis of the form of value that money is the necessarily and spontaneously emerging representative of value, the universal equivalent. The emergence of the universal equivalent is itself a complex process, which is inextricably connected with the existence of a commodity that operates as the basis of money. The form of money that actually represents value, on the other hand, need not necessarily be the commodity money.

Thus, for Marx, labour is expressed as value through a set of production and exchange relations, and value is given an independent representation by money. To put it differently, value accounted for by its intrinsic measure (i.e., socially necessary labour-time) becomes value accounted for by the external measure of value (i.e., units of money) through a process of successive mediations.

 

 

II. ABSTRACT LABOUR, MONEY AND ITS VALUE

 

“New Solution” bypasses all this method of analysis and proceeds to identify directly money with abstract labour, following a self-proclaimed “Rubin type approach”[7]. There are obvious merits in this view. First, money has a directly social dimension since it is related to state power and thus surpasses shallow techicism and/or physicalism. Second, it refers almost immediately to the process of intra-capitalist competition – which was undermined in the Ricardian and Sraffian approach. However, these merits are greatly outstripped by their deficiencies.

Indeed money, as the general equivalent with which every commodity is exchanged and, thus, as the general mediator of commodity exchange, has an obvious social character. However, its deification as the sole and absolute expression of the social dimension is an oversimplification. It certainly undermines the inherently social character of production and reduces it to a fragmented sum of private processes, conceived from a basically technical perspective, and related solely through exchange. It neglects the social division of labour – of which I.I.Rubin was well aware of and in many cases warned against such a misconception. For Marx, in exchange is made visible the contradiction between private labour and the social division of labour which is internal to production itself. The social dimension, therefore, derives and exists first and foremost in production. Value, as the central pivot of social relations, is created in production and defined prior to, and independent of, money. For Marx money is indispensable (contrary to the Classicals’ theorisation of the economy as a barter system) but it is a secondary and dependent element.

Commodity exchange is organically prior to the category of money and ought to obtain without the mediation of the latter. This has nothing to do with the actual historical succession, but refers to the essential nature of history. The capitalist mode of production was born and subsequently inherited forms of money deriving from the context of pre-capitalist modes. However, these forms had to be transformed to the money-form appropriate to capital. In this sense, the capital-labour relation is an organic prerequisite for the emergence of the capitalist money-form. Thus, the exchange equivalence between commodities derives primarily from their common intrinsic character, namely of being products of labour. Money and money prices mediate this equivalence, but are not the primary determining factors[8]. Money does not precede the commodity but it is generated from the differentiation within commodity exchange. Value, then, is created in production and is validated in exchange. The crucial distinction is that between use-value (expressing the material foundation of production) and value (the social form). The production and circulation of use-values can be defined independently: a certain determinate quantity of use-values is first produced and then exchanged. However, the production and circulation of value cannot be defined independently: labour-time is expended in production but it is socially validated in circulation. Consequently, abstract labour and value are prior to money. Abstract labour creates value in the immediate production process, prior to exchange. The category of money should be derived from the commodity category only when the value category is sufficiently developed.

“New Solution” and the MEL

The central idea of the “New Solution” is that money represents labour-time and thus one can use a measure of the MEL appropriately defined at the level of the aggregate system of the capitalist system to translate flows of money in real-world accounts into flows of labour-time and vice versa. In this way the need of a separate accounting system based on embodied labour coefficients is not necessary. Therefore, MEL is defined as the ratio of the net domestic product at current prices to the living labour expended in an economy over a period of time.

In algebraic terms – following a simplified version of Foley D. [(1997), p.13-16)[9] – the vector of net output, y, depends on x (the vector of gross output) and A (the matrix of input coefficients):

 

(1)                          y = x – Ax

 

The vector of commodity values, λ, depends on A and l (the vector of living labour):

 

(2)                          λ = λA + l

 

The value of the net product is equal to the total living labour generated in production:

 

(3)                          λy = lx

 

Given p (the vector of money prices), the money price of the net product is py. Then py is directly mapped on λy (the value expression of the net output) and thus Marx’s second invariance condition (the equality of total price to total value) is established (see Sinha A. [(1997), p.52)]. Then MEL is defined as:

 

(4)                          MEL = py / λy = py / lx

or alternatively:

(5)                          LEM = λy / py = lx / py = 1 / MEL

 

Lipietz A. [(1985), p.23] defines LEM as the quantity of abstract labour represented by the unit of money (called currency), which can be found by dividing the quantity of labour needed to produce the net product by the price of that product. Similarly, Foley D. [(1982), p.41] defines the value of money as the ratio of aggregate direct labour-time to aggregate value added. De Vroey M. [(1981)], on the other hand, proposes the «monetary expression of social labour-time» as the ratio of the sum of prices to the sum of values. Hence, Foley, while endorsing Lipietz’s formulation, has reservations about De Vroey’s formula since it does not clarify whether the sum of prices refers to aggregate price or aggregate value added.

The central aspect of this theory, as is freely admitted [Foley D. (1982), p.41], derives from the contours of a «Rubin school» approach. Rather than labour-time determining price, this theory begins at the global level by positing that the money value of the whole mass of net production of commodities expresses the expenditure of the total social labour in a commodity-producing economy. Hence, it retains at the global level the relation between money and embodied labour, which is central to the idea that money is a form of value and that the substance of value is abstract social labour (Foley D. [(1982), p.37]. This requires a strict relation between the monetary unit (whether that unit is linked to a general equivalent commodity-money or not [Foley D. (1997), p.19] and abstract social labour-time. Thus, a unit of money is defined as a claim to a certain amount of the abstract social labour expended in the economy. However, once this relation between money and abstract labour is established at the aggregate level, then a transformed monetary unit (MEL) is used in order to calculate the value of each particular commodity.

After deriving the MEL, the “New Solution” proceeds to define the value of labour-power as the division of money wages (w) by MEL (or alternatively the product of money wages multiplied by the value of money):

 

(6)                          VLP = w / MEL = w / (py/lx) = w ´ (lx/py) = (w/py) ´ lx                               (7)

 

This is necessary because one of the declared purposes of the “New Solution” is to solve the so-called “transformation problem”. As it is well known, the essence of this problem is to derive a set of prices of production from the technical conditions of production subject to the equalisation of the profit rate for all competing capitals while – at the same time – satisfying Marx’s two “invariance conditions” (i.e. the equality of total profit to total surplus-value and of the total price of the output to total value). As it has been shown, the “New Solution” begins by assuming as given a transformed version of the second invariance condition; namely that the total price of the net output is equal to its total value. On this basis it defines the MEL. And then, by defining the value of labour-power as the product of money wages multiplied by the inverse of the MEL, it proves easily the first invariance condition.

This extremely elegant scheme has, however, significant problems. The adoption of a net product perspective is highly problematic since it undermines the role of constant capital [Saad-Filho A. (1996)]. Gross output contains the value of constant capital, that is “dead labour” expended in the past which needs validation in the present, while at the same time securing the reproduction of the existing conditions of production. This is a very complicated question because, if there is continuous technical change, then the latter differentiates the social evaluation of “dead” relative to “living” labour. Thus, present production conditions affect the validation of the product of past production conditions. Foley D. [(1997), p.24] has argued that the “New Solution” can incorporate an estimation of constant capital by using MEL. But this stratagem can only hold if the expression of the value of constant capital into its price takes place at the same rate as that of the net product into its own price. There is no a priori reason why this will hold.

Nevertheless, the net product is not “New Solution’s” critical problem. Its main deficiency is that it resorts to a Smithian labour-commanded conception of the value of money and the value of labour-power. The Smithian conception has been rightfully criticised by both Ricardo and Marx. The gist of their criticisms was that Smith’s perspective could not grasp the effects of changes in technology and productivity on the value of commodities. The “New Solution” perspective suffers from very similar problems.

First, as can be seen from equation (5), the value of money (LEM) – and this holds also for its inverse (MEL) in equation (4) – is simply the command exercised by the monetary unit over the value of net output in the sphere of exchange. In other words, it is the command of the monetary unit over the value of other commodities. For Marx, the value of money is fundamental in the process through which the substance of value (labour-time) is expressed as price (the money-form). However, he did neither posit a direct identification between these two nor understood it as simply labour-commanded. Because he considered that it was necessarily linked to the role (and the value) of commodity money, the process of determining the value of money proceeded through several levels of abstraction which reflected an equally sophisticated real process. For this reason he distinguished rigorously between the intrinsic or immanent (labour-time expended under the normal conditions of productions (average degree of skill and intensity etc.), i.e. socially necessary labour-time) and the external measure of value (money). In capitalist commodity production, labour is only indirectly socialised through exchange. Therefore, the quantitative expression of value must assume a form of expression appropriate to the modalities of exchange. The primary determining sphere of production must be expressed according to the prerequisites of the secondary sphere of exchange. Thus, the external measure is required. If value has labour-time as an immanent measure (one appropriate to its nature, its primary determination in production) and money as an external measure (one appropriate to the secondary determination in exchange), it is the first that assumes primacy, it is inherently appropriate; and the second is externally necessitated. For the “New Solution”, however, this distinction becomes mere lip service and both aspects are being subsumed by MEL. In the latter the primary determination by production is lost and the causal determination – accurately expressed in the distinction between immanent and external measure – is at least blurred. Seldom, if a causal relation is defined, this is a circulationist one: money (and exchange) is the primary determinant.

Marx’s layered process of abstraction and his rigorous distinction between the intrinsic and the external measure of value is evident in his treatment of the value of money. The latter is related to the value of a specific commodity (usually gold) operating as the general equivalent. Its conditions of production determine the value of this money-commodity and then the value of it is used to measure every other commodity. Thus the sphere of production maintains an indirect but firm grip on the sphere of exchange. This process is characterised by contradictions and disequilibria since even the price of the monetary unit diverges from its value, due to variations in its organic composition and its turnover time. The MEL neglects all this contradiction-ridden process and obscures the possibility of disequilibria. This might not be a problem for a theory establishing merely accounting identities. However, it is a serious problem for a theory aiming to link its definitions with a coherent and realistic macroeconomic analysis.

By the same token no mechanism is provided explaining how changes in its constituent parts determine changes in the level of MEL. Although MEL can grasp the changes in productivity on aggregate, it cannot grasp them when they apply unevenly between sectors. If productivity changed evenly between sectors, the effect would be reflected by both the numerator and the denominator of MEL and, therefore, expressed in the subsequent MEL. However, if productivity change takes place unevenly among sectors the MEL would only reflect its undifferentiated average effects on the capitalist economy as a whole. This problem becomes graver when productivity changes take place unevenly between the aggregate level and Department II (i.e. the department producing means of consumption), which is crucial for capitalism’s essential tendency to extract relative surplus‑value.

Because the MEL is a ratio which can be derived only ex post – as Foley D. [(1997), p.23] admits – it does not provide any relation of determination between value and price and, thus, lack explanatory power. This deficiency takes a rather heavy toll. Foley D. [(1997), p.18-19] argues that MEL’s definition MEL does not commit us to any particular theory about its determination and it can work equally well for a commodity-money system or for a state-credit based system. This is partially true. In both cases the determination of the MEL would require an intermediary: either the price of commodity-money relative to that of other commodities (which is geared in production) or speculation on the prospective solvency of the state (which is geared in circulation). These intermediations would affect differently the derivation of MEL. However, the first intermediation would secure the primacy of production (the locus of the production of value) and grasp changes within it, whereas the second would depend on circulation. In the second case the determination of MEL (the translator of prices to values) would be critically affected by exchange.

 

 

III. WAGE, THE VALUE AND THE NATURE OF LABOUR-POWER

 

“New Solution” has a highly innovative conception of its other pillar, the value of labour-power. As can be seen from equation (6), the latter is defined as the product of the rate of money wages by the MEL This is radically different from Marx’s own definition of labour-power (as well as from Ricardo’s definition of the value of labour) which refers to a customary or average standard of living of the working class associated with a bundle of consumer goods (and the labour-time embodied in them).

For Marx, the value of labour-power represents an amount of labour-time (necessary labour) which is expressed as wage (its money-price) and which, in turn, is able to buy a bundle of commodities necessary for the reproduction of labour-power. Hence, the expression of the substance of the value of labour-power (necessary labour-time) to its monetary price-form (the wage) is necessarily related to the value of the bundle of consumer goods.

Within the formal framework of the transformation controversy, the value of labour-power – given b, the vector of workers” consumption commodities – is defined as follows:

 

VLP = λblx

 

This has to be transformed to its prices of production equivalent, earning the uniform rate of profit (pp being the production price):

 

            VLPp = ppblx

 

And, finally, the value of labour-power should be expressed in the wage w, its monetary price-form which is subject to supply-demand fluctuations and the short-term equilibrium of forces in the class-struggle between capital and labour.

For Marx, wage vacillates around its value but it rarely coincides with it. Therefore,

 

w ³ VLP

 

Wage can also be lower than the value of labour-power (w <VLP) but this will endanger, in the long-run, the reproduction of labour-power and, thus, the viability of the capitalist system.

This mathematical formulation, while faithful to Marx’s own theory, when put within the simultaneous equations context of the transformation controversy leads to well-known difficulties. If the value of labour-power is the value of a given physical bundle of means of subsistence, then its transformed-value (price of production) should be adjusted so as to continue to buy the same bundle at its new transformed-value. Marx, in his transformation tables, while deriving a transformed-value of the means of consumption, he valued variable capital at the original value rate. Thus, the real wage (the ratio of a unit of means of subsistence over a unit of labour-power) changed at the end of the transformation procedure. Critics pointed out that the value of variable capital has to be transformed as well. If the real wage is held constant – as Bortkiewicz L. [(1949)], Seton F. [(1957)] and Morishima M. [(1973)] have argued – then total surplus-value does not coincide with total profit.

“New Solution” adopts a different perspective. The value of labour-power is not the labour-time required to produce the use values necessary for the reproduction of the worker but the value of money wage multiplied by the value of money, therefore the wage share in the net product. In this sense, the value of labour-power is the portion of the total labour-time that a given sum of money wages can command.

There are well known problems with the use of the wage share – which is an ex post measure and depends crucially upon distribution – and Foley D. [(1997), p.25] recognises them. However, these problems are exacerbated because, as already argued above, this definition of labour-power is akin to Smith’s second approach to the labour theory of value (labour-commanded in exchange rather than embodied in production). To sustain this perspective many “New Solution” writers find it necessary explicitly to reject the commodity-nature of labour-power (unlike not only Ricardo and Marx but also Smith).

“New Solution’s” definition of labour-power serves two declared purposes. First, with regard to the transformation problem, it derives – almost by definition – Marx’s second condition of invariance. Second, when explicitly linked to the rejection of the commodity-nature of labour-power, it refutes Samuelson’s P. [(1982)] well‑known argument that if labour‑power is a commodity it is similar to all others and therefore it does not deserve a special status.

The fulfilment of the first purpose follows as an immediate corollary of “New Solution’s” definition of labour-power. The labour-time represented by the variable capital advanced at the beginning of the production process (money wages) is assumed to re-emerge intact in the proceeds from the sale of output. The labour embodied in constant capital, on the other hand, has a money equivalent paid at the beginning of the production process which almost always differs from its money equivalent received from the sale of output. Thus, variable capital is understood as simply a quantity of labour-time represented directly by a sum of money; constant capital, on the other hand, is necessarily connected to a bundle of capital goods the price of which might diverge from their values. Then Marx’s first condition of invariance (total profit equals total surplus‑value) is easily derived by positing the total value of labour‑power as the wage share in the net product.

The second purpose is related to the first, since much of Samuelson’s critique hinged upon the re-valuation of variable capital. On this ground, Samuelson argued that if labour-power is a normal commodity then either there is no basis for a theory of labour exploitation. This leads to a complete rejection of the explanatory validity of the Labour Theory of Value.

This section shows that, despite certain interesting insights, “New Solution’s” conception of the value of labour-power cannot grasp properly the essential properties of the capitalist system and, indeed, is inferior to the Marxian conception. Firstly, whether the commodity-nature of labour-power is explicitly rejected or not, it implies that its value is determined by relations external to capitalist production, above all through class struggle in the sphere of distribution. The determination of the value of labour-power, divorced from the use values consumed by workers and from the related socially necessary labour-time, can only be attributed to the operation of institutional arrangements and power relations. When this is supplemented with the rejection of the commodity-nature of labour-power, then it can easily lead to a prioritisation of power relations independently and almost prior to socio-economic relations. Secondly, it is further shown that the implicit adoption of the Smithian labour-commanded perspective makes it impossible to analyse the effect of technical change on the value of labour-power (the extraction of relative surplus-value), and thereby on the rate of exploitation and the rate of profit. Overall, “New Solution’s” attempt to derive the value of labour-power immediately from directly observable factors (money-wages) – whereas appearing to strengthen the empirical validity of the Labour Theory of Value – it ends up in a quagmire. Being unable to distinguish levels of abstraction, it cannot grasp the complex intermediation process between socially necessary labour-time, use-values (bundle of subsistence goods) and money-prices (wage). On the contrary, the classical Marxian definition of the value of labour-power is better suited to theorise this essential process.

 

 

On the value of labour-power

The Marxian definition of the value of labour-power links together three dimensions: labour-time (value), use-value (bundle of commodities) and money-price (wage). The substance of the value of labour-power (necessary labour-time) is expressed as wage (its money-form price) through a series of mediations, of which more important is that of a customary living standard expressed by a bundle of consumption goods (use-values).

In the fundamental dimension of labour-time, the value of labour-power denotes the division of the working day into necessary and surplus labour-time [Marx K. (1982), p.325]; which is the foundation of capitalist exploitation. This division reflects the subsequent division of labour in necessary and surplus labour. The first is the labour necessary for the production of the use-values that are required for the reproduction of the labourer. Surplus labour is performed by the labourer but it is appropriated by the capitalist as surplus-value. Marx K. [(1982), p.325f] characteristically argues that:

In this work we have up to now used the term «necessary labour» to designate the time necessary under given social conditions for the production of any commodity. Henceforward we use it to designate as well the time necessary for the production of the particular commodity labour-power. The use of the same technical term in different senses is inconvenient, but it cannot be entirely avoided in any science. Compare, for instance, the higher with the lower branches of mathematics.

 

To this extent the determination of the value of labour-power is similar with that of all other commodities. However, labour-power is a commodity different from all the others, since it only exists as a capacity of the living individual and it is inseparable from its bearer. Its reproduction is that of the human being, one aspect of which (his capacity to work) is commodified in capitalism. But it is not also a natural good that enters the market without any value, acquiring there a price. Its reproduction entails human effort but this is not expended through a capitalist production process. Neither wage labour nor means of production take part in this process. For these reasons there is no creation of new value or surplus-value and the sale of the commodity labour-power does not operate according to the rules of typical capitalist commodity exchange (obtaining an average rate of profit etc.). The only requirements for this reproduction process are non-waged human effort and a set of means of consumption bought in the market. The first is not paid and does not have a cost neither receive an income. However, the means of consumption are produced through wage labour – thus there is labour embodied in them – and there are bought in the market, as all capitalist commodities. Therefore, they contain value and have a price, which workers have to pay.  On the other hand, contrarily to consumption goods consumed by capitalists (luxuries), workers” consumption is a productive activity and they transfer their value to the commodified aspect of human reproduction (labour-power). This value has to be reflected on the price that is paid for buying labour-power (wage).

The reproduction of labour-power is a sine qua non operation of capitalism for obvious reasons. Since workers take care themselves of the reconstitution of their capacity to work, the system has only to guarantee them the necessary means of consumption. Therefore, necessary labour-time reflects the labour-time required for the production of this set of consumption goods. There are good reasons for this association of necessary labour-time (for the reproduction of labour-power) with a set of use-values (consumption goods).

Because workers do not participate in capitalist exchange and competition they do not have a view of the value dimension as it is formed in this sphere. They are primarily concerned about a range of goods necessary for their recuperation from the work effort and for the subsistence of their families. Therefore, they are interested in a basket of commodities but seen primarily from its use-value side. In the labour process workers comprehend the labour-time aspect – since this is a field of continuous struggle with capital over conditions of work – and the physical aspect (in the form of a mass of produced commodities). They do not conceive the value dimension because they do not participate in competition. In the consumption process they spend their income to buy the use-values necessary for their subsistence. Two considerations are present there. First, the set of necessary use-values has to be obtained. Second, in order to acquire it workers must have the necessary amount of money, so as to pay for the money-price of this set. The first consideration reflects the use-value side, whereas the second reflects the money-price side. The latter is the more concrete form of value, following the transformation of labour values to prices of production and then to market prices. Labour values represent the labour-time dimension which dominates the production process and class struggle within it. Prices of production reflect labour values in the sphere of intra-capitalist competition on the basis of a given technological structure. Finally, market prices do not only encompass supply and demand fluctuations but also the conditions of formation of the general equivalent.

Hence, workers conceive first, the labour-time dimension, second the use-value dimension and third, the market-price dimension of the necessary means for the reproduction of their labour-power. Their understanding is crucial because the determination of the value of labour-power is not a technical process but a contested social terrain, subject to class struggle. Marx – contrary to Ricardo’s initial belief in a naturally fixed level of subsistence – advanced a dynamic theory of the determination of the value of labour-power. He recognised two elements: a) a physical one, which covers the so-called «natural needs» (such as food, clothing, fuel, housing etc.), which also varies according to the climatic and other physical peculiarities of a country and, b) a historical and social one [Marx K. (1982), p.275]. Whereas the physical element is only distantly socially determined, the historical and social element is directly socially determined and reflects the balance of class forces in a particular society. Workers’ struggle in production over their working conditions affects the allotment of labour-time between its necessary and its surplus component. Additionally, they struggle in distribution for wages that would guarantee -and even improve – their recuperation from work. Whereas the first struggle is about labour and labour-time, the second struggle is about money-wages. The link between them is provided by a bundle of commodities representing workers’ customary standard of living; itself constituted via class struggle.

For these reasons Marx’s determination of the value of labour-power links necessary labour-time to a bundle of consumption goods and, then, both to money-wages. This is a complex process that is characterised by disequilibria. Marx” theory of wage does not imply a simplistic identification of necessary labour time and wage, as Lassale’s «iron law of wages». The physical element sets the ultimate minimum limit. This does not mean that the value of the labour-power and the wage cannot increase. However, it does mean that there is an upper limit to this increase and this is given by the movement of the rate of profit:

«labour is subject to the economic power of capital in capitalism from the outset, and its «share» must naturally always be conditional on the «share» of capital. Therefore the real uppermost limit of wages is given by the size of profit, and, more precisely, by the movements of the rate of profit».

[Rosdolsky R. (1977), p.284]

 

Thus, during the transformation process, necessary labour-time is reflected in a bundle of consumption goods. This defines the value of labour-power. Then the wage (its money-price) oscillates around this value. It is true that, insofar as the simultaneous equations framework of the so-called “transformation problem” is concerned, this requires that the value of variable capital should be equal to the transformed value (price of production) of the means of subsistence. And there appear well-known mathematical problems. Moreover, there is no reason whatsoever which necessarily equates socially necessary labour-time with the labour embodied in the means of subsistence that represent workers” customary standard of living. However, with regard to the essential workings of the capitalist system which preclude this static framework, Marx’s transformation procedure is extremely accurate. This procedure is inherently dynamic and even more riddled with disequilibria for a major reason. Intra-capitalist competition expresses a secondary contradiction of the capitalist system. On the contrary, the formation of the value of labour-power and its transformed expression as wage touches upon capitalism’s fundamental contradiction: the capital-labour relation. The conflicts and the disequilibria generated from class struggle are much more grave than that of intra-capitalist competition.

“New Solution’s” definition of the value of labour-power takes an altogether different course. It discards the intermediation of a set of use-values (and their value) between necessary labour-time and money-wages and proceeds to link them directly. Money-wages (denominated through MEL) are equated immediately with socially necessary labour-time. Money-wages are taken from conventional statistics, multiplied by the value of money and equated with a part of the net product. This definition has the merit of sidestepping automatically the problem of the divergence of the value of variable capital from that of the means of consumption. Additionally, it appears to relate robustly labour-time with money-wages. Therefore, the transformation riddle is surpassed. Notwithstanding, the theoretical sacrifices are far heavier than an accurate volley in the transformation war.

Whereas Marx’s definition tracks the relations of determination which exist in capitalism through a sophisticated dialectical procedure, “New Solution” isolates and then juxtaposes arbitrarily just the first and the last moment of this procedure. This, even within the static framework of the transformation controversy, is extremely problematic. If money-wages (transformed by MEL) are directly and without any mediation equated to socially necessary labour-time – and, thus, to the value of labour-power – a number of significant problems emerge. First, the traces of relations of determination, that permeate Marx’s dialectical procedure, disappear. The value of labour-power becomes simply the wage share of the net product. Additionally, “New Solution’s” conception of the value of labour‑power ends up to a Smithian labour-commanded conception of value rather than one based on abstract labour. For the “New Solution” the value of labour‑power is the living labour commanded by the money wage of the workers. This leads to the inability of grasping properly class struggle in production – over the division between necessary and surplus labour-time – as the foundation of the value of labour-power. Particularly, the effects of the extraction of relative surplus-value – which dominates the division between necessary and surplus labour-time – cannot be understood properly. Finally, “New Solution” fails not only to theorise correctly the value (of labour-power) – price (wage) relation but can also lead to a problematic wage theory (and this was again the case for certain “New Solution” scholars). By rejecting the mediation of a bundle of commodities, the wage is only distantly and weakly linked to production. The only other possible process of wage determination is through class struggle in the sphere of distribution. This process, however, leads to the operation of institutional arrangements and power relations. Its only weak link to production is that it is supposed that capital and labour struggle over the division of labour productivity gains between profits and wages.

 

Labour embodied in consumption goods vs. labour commanded by wage

MEL has already been criticised for leading to a Smithian labour-commanded perspective and for failing to grasp adequately changes in productivity. Whereas it grasps productivity changes on aggregate, it cannot grasp them when they apply unevenly between sectors. This problem becomes graver when it touches upon the determination of the value of labour-power. The basis of capitalism’s essential tendency to produce and extract relative surplus-value is productivity changes which take place unevenly between the aggregate level and Department II (i.e. the department of means of consumption). MEL fails dismally to capture this process. This is exactly the case on which Ricardo criticised Smith.

Furthermore, this labour-commanded conception of the value of labour-power leads to an identification of surplus‑value with the living labour commanded by the existing mass of profit. Whereas this is logistically and algebraically correct, it inverts the relation of determination and, henceforth, lacks explanatory power. Instead of profit being the monetary form of surplus‑value it is the latter that is a derivative of the profit share.

Shaikh A.‑Tonak E. [(1994), p.179] have voiced a similar criticism. Replying to these Foley D. [(1997), p.21-22] argues that the “New Solution” is consistent with the Ricardian and Marxian position and does not follow the Smithian view. He maintains that according to Smith’s second definition the value of labour is identified as the amount of commodities (i.e. labour) that it can command on the market and not the amount of the bundle of commodities. In other words, it is the ratio p/w, where p is the money price of the commodity and w the money wage rate. Then, he argues that the “New Solution” derives the MEL as the ratio of the value of the net product at market prices to the living labour expended and this does not involve the level of money wages. This may be partially true for the MEL, which is a ratio; although when speaking of the LEM (or the value of money) it is clearly true that it is labour-commanded. Moreover, “New Solution’s” definition of the value of labour‑power – as can be seen from equations (6), (7) – is obviously labour-commanded since it is simply the wage share in the net product, and a share of the living labour generated in production. This share is determined according to the ratio of the money wage to the money price of the net product. Hence, this ratio is the amount that the value of labour‑power can command out of the total living labour. In other words, if LEM is the command over the value of other commodities, “New Solution’s” value of labour-power denotes the command over the labour of others.

As a consequence of the above, the “New Solution” macroeconomic models are not able to explain the effect of productivity changes on the value of labour‑power[10]. This is a major weakness for an approach which wants to analyse the empirical features of the capitalist economy, characterised as the latter is by continuous increases in productivity. According to Marx, a major historical feature of the capitalist mode of production is that technological change is the main means of capitalist competition and this is deployed mainly through the extraction of relative surplus‑value (i.e. cheapening the value of wage goods). This is the driving force for changes in the composition of capital and subsequent changes in the whole circuit of capital.

Additionally, another problem that arises from “New Solution’s” macroeconomic models is that the process of income distribution cannot also be determined endogenously. The wage share is derived as the labour commanded by the money wages, but nothing in the model explains the level of money wages:

Rather than concrete labour embodied in commodities workers consume, the value of labour‑power is a proportion of abstract labour performed. As the object of class struggle, it is conceded to workers in the form of wages in exchange for a unit of labour‑power bought by capitalists. This division of abstract labour, or money value added, defines the rate of surplus‑value for the economy as a whole, ipso facto determined by class struggle between workers and capitalists.

[Mohun S. (1994), p.402)]

 

Foley D. [(1982), p.43] also argues that:

Workers in capitalist society do not bargain for, or receive, a bundle of commodities as payment for the labor power, they receive a sum of money, the money wage, which they are then free to spend as they wish…

 

It is evident from the above – but also many other references [Foley D. (1986b), p.41, Lipietz A. (1982), p.75] – that the wage share is determined through distributional class struggle which operates as a black box. This can easily lead to substitute Marx’s theory of wages with one very similar to that of Carey: wages rise and fall in proportion to the productivity of labour. This view – very popular within theories of the “Golden Age” and the post-W.W.II “capital-labour accord” – is closely related to the already mentioned inability to conceive properly relative surplus-value.

The classical Marxian perspective follows a different route. Like all other commodities, the bundle of wage goods (reflecting the value of labour-power) can become cheaper as a result of increases in labour productivity. However, unlike other commodities, workers (the bearers of the commodity labour-power) may turn back and claim a share of the productivity gains. Capital is able to extract relative surplus-value when productivity gains in the wage goods sector are accompanied by a constant or rising but lagging behind real wage, which result in a rising rate of exploitation. For Marx (1982, p.705), increasing productivity of labour is accompanied by a cheapening of the worker (i.e. a higher rate of surplus-value), even when real wages do rise, because the latter never rise in proportion to the productivity of labour. As Rosdolsky R. [(1977), p.290] points out, «if this were to be the rule, the rate of surplus-value could never rise -and hence the production of «relative surplus-value», and capitalism itself, would become an impossibility».

This Marxian thesis begs a crucial question: could labour (either from the outset of capitalism or after certain structural transformations which lead to a new capitalist stage) fight for regular productivity bargaining? In this case, the extraction of relative surplus-value would become an impossibility and the determination of wage should follow a different from the Classical route. In our opinion, Marx understood correctly that, in the long-run, capital is structurally empowered to extract relative surplus-value, whereas labour is equally structurally disadvantaged to bargain regularly and accurately for productivity gains.

Labour productivity constitutes the source of social wealth. Therefore, the struggle over the division of social wealth between profits and wages has to do with the way labour productivity increases are divided. This fight has certain degrees of freedom but it is not structurally unconstrained. There is a range of numerical values within which workers” struggle can get back part of the productivity gains without endangering fatally, at least in the long-run, capitalist accumulation. This protracted war is characterised by big strategic confrontations, day-to-day skirmishing and periods of truce. The first establish a broad balance of class-power, favouring the one of the two main antagonists, the working or the capitalist class. Periods of truce are characterised by the explicit or implicit acceptance on all sides of a status quo. Notwithstanding, even this is subject to small-scale day-to-day skirmishes where additional ground is gained or lost. However, in this conflict capital has the ability to conceive its value dimension, because it participates not only in production but also in exchange; whereas labour participates only in production and has, therefore, only a mediated and ex post conception of the value dimension of labour productivity increases. The necessary mediating link is the bundle of consumption goods that represent working-class” living standard, compared to the total mass of the social product. For this reason capital is structurally empowered to extract relative surplus-value. Consequently, wages are not formed according to the sharing of labour productivity gains between capital and labour because the latter is structurally handicapped in conceiving in advance this dimension and also because this would make capitalism non-viable in the long-run.

For a sharing of productivity theory of wage to be sustained, a theoretical detour is necessary. If wage reflects labour productivity increases, then the working-class must have the ability to conceive value changes. Since the only market that workers participate is the suis generis labour-power market, they cannot conceive this dimension. This can only be done through specific institutional structures (trade unions, state bodies etc. equipped with scientific agencies). Then distributional struggle takes place on the basis of and within these structures. Its outcome establishes a wage (a “going rate”), which represents an amount of total abstract labour-time. However, this division has no direct link to class struggle in production and the division between necessary and surplus labour-time. It takes place ex post and probably on the basis of past historical experiences. What each side will gain is based not on its position within production but on its general political and social power. Therefore, power relations, instead of being derived from production relations, assume an explanatory primacy over them. On the contrary, Marx’s conception has the merit of establishing a firm link between production and exchange. Distributive class struggle and the broader class balance are founded on class-struggle in production. This is an accurate conception of the essential workings of the capitalist system. Hence, it remains only the second question: is there a turning point at some stage of capitalist development, where structural transformations led to a different process of wage formation?

Another clarification is necessary at this point. All the “New Solution” writers by no means unanimously accept the above mentioned theoretical detour. The present consensus stops to the definition of the value of labour-power and its determination by the price level and labour productivity. It is only present in those writers that come from (e.g. Lipietz) or have a relation to (e.g. Mohun) the Regulation Theory. It is the latter that argued that in the Fordist era wage formation has ceased to be determined on the basis of a bundle of consumption goods and it is linked to labour productivity increases[11]. This view has been both theoretically and empirically refuted [Brenner R.-Glick M. (1991), Mavroudeas S. (1990)], In theoretical terms, capitalist development – and particularly the extraction of relative surplus-value – is not possible under such circumstances. Empirically, the so-called “capital-labour accord” has not been verified neither for the post-W.W.II period nor for any other era.

 

Is labour-power a commodity?

Certain “New Solution” writers find it necessary to supplement their definition of the value of labour-power with the explicit rejection of the commodity nature of labour-power [Lipietz A. [(1985), p.154], Foley D. [(1982), p.43], Mohun S. [(1994)]]. It is true that this position is not unanimously adopted within “New Solution”. Dumenil has never alluded to that and Foley – in subsequent works [Foley D. (1986a)] – has attempted to keep a guarding distance. On the other hand, the rejection of the commodity-nature of labour-power provides a firmer ground for “New Solution’s” definition of the value of labour-power. Additionally, it is supposed to offer a reply to Samuelson’s P. [(1982)] well‑known argument that if labour‑power is a commodity similar to all others then it does not deserve a special status.

This defence against Samuelson’s argument has been firstly proposed by Bowles S.‑Gintis H. [(1981), p.7‑8] who maintained that labour‑power’s special status derives from the fact that it is the only production input that has a non‑commodity nature. Lipietz (1985) endorses the Bowles‑Gintis thesis, but he stops short of breaking his links with the Labour Theory of Value by warning against extending this thesis to the point of the abandonment of the labour substance of value. Additionally, according to Lipietz, this rejection opens the way to analyse the MEL and its «value» as socially constituted. Foley A. [(1982), p.42], also, reiterates the argument against Samuelson, and explicitly links it to the ability to derive the second invariance condition.

However, this support to Marx’s Labour Value theory does little justice to it, since it attempts to confront Samuelson’s critique on its own ground, disregarding the fact that the latter misrepresents Marx’s view. Samuelson, based on the well-known premises of the neo-classical theory of productive factors, believed that Marx considered labour-power as a normal-type commodity. Therefore, he missed the special character of this commodity. For Marx labour-power is a special commodity because its deployment (labour) – unlike other production inputs – is the active creator of human social wealth. This also constitutes labour‑power’s value-augmenting capacity. Therefore, every production process and every other commodity should be accounted (and exchanged) according to its labour content. On the other hand, the labourer (the bearer of labour-power), in the capitalist system – and unlike pre-capitalist systems – is a free person. Thus, the acquisition of his capacity by the proprietor of the means of production can be done only through the typical market mechanism of the capitalist system. That is through the sale of his labour-power as a commodity. To attempt to establish the exceptional character of labour-power by denying its commodity nature opens the floodgates for the rejection of the Labour Value Theory – as Samuelson was very well aware of. If the Labour Theory of Value is rejected – or weakened – in this way, then a theory of capitalist exploitation has to recourse to the theoretically and empirically problematic terrain of power relations (as Bowles and Gintis have done).

Two lines of justification for the rejection of the commodity nature of labour-power have been proposed. A broader and more general one argues that labour-power is not a commodity since it is not (re)produced through a capitalist labour process and the rules of capitalist exploitation, competition and the formation of a uniform rate of profit do not apply to it. The second and more historically qualified version is based on the empirical belief that the structure and the determinants of working-class” consumption has changed radically after W.W.II.

Mohun S. [(1994)] provides the fullest account of the first line. Labour‑power is not considered as a commodity since it is not capitalistically produced. He argues that the classical definition of the value of labour‑power  (as a bundle of wage‑goods) is valid only in a special case. Since labour‑power is a commodity, sold in the market for its exchange‑value, which in turn is spent on means for subsistence, then the value of the subsistence commodity bundle will be equivalent to the value of labour‑power, and can therefore be taken as its measure only when prices are proportional to values. Instead, he proposes what he considers as the more general case. Labour‑power is not a capitalistically produced commodity. Its reproduction may be conceived to take place through a labour process which (re)produces people, but the relations involved are not class ones, There is no private property in the means of (re)production from which non‑possessors can be excluded, the labour involved is not wage labour, and (re)production is neither production for sale nor production for profit. Therefore, labour‑power does not enter the world of commodities and does not operate according to its rules (average rate of profit etc.). Moreover, since it does not enter the world of commodity equivalence and since prices are not proportional to values (as a rule), then the value of the bundle of wage‑goods does not coincide with the value that the wage can purchase (or command). As a result ‑ on the basis of the rejection of the commodity nature of labour‑power ‑ the wage is separated from the value of labour‑power, in the classical sense. Instead, it is determined on the aggregate level (in the division of the net product between wage and profit share).

Mohun’s argument that labour‑power is not capitalistically produced is not sufficient to establish the non-commodity nature of labour-power. As we have argued, the reproduction of labour-power entails the use of capitalistically produced consumption goods. This bundle of commodities has a value and is the equivalent of the value of labour‑power. This equivalent is a set of produced commodities whose production involves different compositions of capital, having to earn the economy‑wide rate of profit, and whose output values (and input values). Therefore the transformation of its value into prices of production is necessary. Then, the problem of non-proportionality between necessary labour-time and labour-time embodied in consumption goods emerges. The amount of labour-time accruing to workers does not necessarily coincide with the amount expended for the production of their subsistence goods. In this crucial transformation capital’s structural advantage to extract relative surplus-value is founded. The fact that necessary labour-time is not directly validated through the competition process (therefore, it cannot be transformed to prices of production) is a fundamental aspect of this process. Finally, wage (the money price of the value of labour-power) usually deviates even more not only from necessary labour-time but also from the transformed value (prices of production) of workers” consumption bundle, since the conditions of formation of the general equivalent (and thus the value of money) as well as short-term fluctuations of supply and demand in the labour-power market affect it critically. Mohun’s approach collapses this two-dimensional dialectical transformation to a one-dimensional one. He concentrates on the problem of disproportionality between labour-time embodied in workers’ consumption bundle (transformed in prices of production terms) and the labour-time that can be commanded in the market by their wage. Then he attempts to bypass this riddle by simply divorcing them under the auspices of the rejection of the commodity nature of labour-power. This may avoid the formalistic strictures of the «transformation problem» but it fails to conceive properly the internal workings of the capitalist system. Compared to the Marxian definition, this theoretical strategy necessarily leads – by jettisoning the commodity definition and the intermediation of the bundle of consumption commodities – to a theory of conditions of work and wages exclusively in terms of power relations as such.

The second line of supporting the non-commodity nature of labour-power (as can be found in many works by Lipietz) is based on the Regulationist historicist perspective. According to it, workers” consumption has ceased to be confined to a mere bundle of subsistence goods and not only covers a wider range of commodities but it is also internally diversified (different segments of the working-class have different consumption habits). Additionally, working-class social power has increased and instead of being restrained to the set of subsistence goods it struggles with capital for sharing the productivity gains. For this reason the value of labour-power has to be divorced from any set of commodities and, moreover, to lose its _special status_ commodity-nature that Marx attributed to it.

We have already dealt with the view that wage is formed on the basis of a distributional class-struggle over productivity gains. It is however interesting to study the rest of the Regulationist argument. Its basis is the belief that before Fordism workers” consumption was not commodified. Only with the advent of mass production (which they equate erroneously with Fordism and locate at the beginning of the 20th century) emerged the necessity of a mass market for capitalist commodities and the so-called social consumption norm was created. This, quite popular in the 1970s and 1980s view, is theoretically and empirically false. If workers have non‑market access to the means of subsistence [i.e. workers” consumption is not commodified], or they own resources which enable them to produce commodities on their own account to exchange, via money, for means of subsistence [i.e. workers or the members of their extended family operate as petty‑commodity producers as well] then there is no social condition which would force people into the market to sell the only saleable thing they posses, their capacity to work. Such a system is certainly not capitalism[12]. Empirically, Regulation Theory has failed to prove that a radical change took place in workers” consumption after the 1920”s which would justify the mass market hypothesis [Mavroudeas S. [(1990), ch.III], Mavroudeas S. [(1999c)] , Brenner R.-Glick M. [(1991)]].

The additional point made by Regulation is based on stylised facts – i.e. a loose and incoherently conceived empirical believes. Namely, that, from the Fordist era and onwards, workers” consumption is not confined to a specific bundle of commodities but expanded to a wider range of goods. This was supplemented with the equally problematic belief that in post-Fordism wage-earners” consumption is diversified, on the basis of status relations and conspicuous consumption trends, that not only a unified bundle of consumption goods does not exist but also that the new almost post-modernist fragmented consumption patterns have even less relation to social relations and struggles in production. The rejection of the commodity-nature of labour-power on these grounds is grossly unjustified. The diversification of the range of consumption goods that different segments of the working-class consume is not a new thing and certainly predated the emergence of the alleged Fordist era. However, the representation of the value of labour-power by the labour-time embodied in a single bundle of consumption commodities is made for analytical simplicity. There are no theoretical or empirical problems, for Marxist theory, if it is substituted by a range of consumption commodities.

As we have already argued, Marx’s theory of the value of labour-power overcomes a number of deficiencies of the Ricardian perspective. Marx understood – and even defended against Malthus – Ricardo’s “beast of burden” approach [Marx K. (1969), p.119]. According to the latter the cost of maintenance of men and the cost of manufacture of any commodity are on the same plane. Marx defended the Ricardian approach on two levels. First, that the equation of men to things is conducive to capitalism. Second, he praised Ricardo’s intellectual honesty, since the latter adopted this position not because of the particular interests of the bourgeoisie but because it supported the general functionality of the capitalist system. However, the Ricardian approach is marred by technological determinism. For Ricardo the working class lacked – and it was not probably necessary to acquire – the social power to bargain for any other part of the social product apart from its necessary means of subsistence. Hence, class struggle took place not in production (between capital and labour) but in distribution between capital and land-owners. Furthermore, the bundle of subsistence goods was determined on the basis of physical-technical conditions. Bortkiewicz has formalised the Ricardian argument by technologically determining a basket of consumption goods; an approach which has been branded “labour-feeding technology approach” or “fodder method” [Sekine T., (1997), p.23]. Marx, on the other hand, maintained that workers are in a position – and indeed they should – to struggle for a better sale of their labour-power. The outcome of this struggle is the creation of the value of labour-power, which apart from the physical dimension has a historical and social dimension as well. Class-struggle, in both production and distribution, affects both the long-run value of labour-power and the short-run fluctuations of its price (wage). Consequently, the Marxian perspective has far lees problems with the variations in the value and the price of labour-power and it is better suited to accommodate internal differentiations of workers” consumption pattern.

Last, but not the least, the post-fordist assertions about an economy dominated by a demand-side which is fragmented beyond the point of return have not been empirically proved. Additionally, they lead to a completely different theoretical framework than that of typical Regulation Theory.

 

 

IV. VALUE, THE METHOD OF DIALECTICAL ABSTRACTION AND ECONOMIC ANALYSIS

 

Methodologically, the concept of abstraction employed by the “New Solution” in identifying money as the representative of abstract labour is highly problematic. The “New Solution” adopts Marx’s definition of money as the representative of value but ascertains the nature of this representation by a mere division of the total value by the total price of the net output. This is a direct, unmediated, and ideally abstract representation of value by money. Marx’s own analysis, however, stresses precisely the opposite: the representation of value by money is indirect, mediated, and a real abstraction.

On the contrary, “New Solution” collapses this process into the MEL; which cannot capture either its complexity or the many levels of its determination. Money is derived from abstract labour and value on the aggregate level, but this derivation is implicitly refuted in its constituent parts (individual commodities and production processes), where money is posited as the main determinant. This treatment of the relation between value and money derives from a perspective astonishingly similar to that of Franklin B. [(1836)]. As it is well known, Franklin was one of the first theorists that proposed labour as the measure of value rather than the precious metals. However, Marx K. [(1987)] has attacked Franklin’s theory of abstract labour for failing to distinguish between concrete and abstract labour and, hence, for not being able to understand and to establish their relationship. As a consequence, Franklin had mistaken money as the direct incarnation of abstract labour:

Franklin, on the contrary, considers that the value of shoes, minerals, yarn, paintings, etc., is determined by abstract labour which has no particular quality and can thus be measured only in terms of quantity. But since he does not explain that the labour contained in exchange value is abstract universal social labour, which is brought about by the universal alienation of individual labour, he is bound to mistake money for the direct embodiment of this alienated labour. He therefore fails to see the intrinsic connection between money and labour which posits exchange value, but on the contrary regards money as a convenient technical device which has been introduced into the sphere of exchange from outside.

[Marx K. (1987), p.296-7]

 

This problematic understanding of dialectical abstraction and the subsequent “violent” identification of value with money create significant problems for the “New Solution” analysis. Instead of creating a macroeconomic model evolving on several levels and employing an array of levels of abstraction, it collapses it to an identification of values with prices with MEL in the role of deus ex machina that enables the commensurability between values and prices. The same holds for the value of labour-power. “New Solution’s” definition attempts to link directly and without the intermediation of a bundle of consumption goods necessary labour-time to money-wages. Thus, in practice, there are no levels of abstraction.

In short, the “New Solution” conception of abstraction, employed to define abstract labour and directly to express it as money, lacks what may be called dialectical rigour. It resembles Ricardo’s «violent abstractions» – as Marx characterised them – in the sense that Ricardo also attempted to relate values to prices directly and in an unmediated way. Whereas Ricardo employed the distinction between form and essence and proceeded to discover essence through abstraction, his abstractions were «violent» [Zeleny J. [(1980), ch.3]]. Ricardo, by not considering the social dimension, limited his perspective to the determination of the magnitude of value (i.e. the quantitative aspect of value). Additionally, he could not clarify the distinction between the form and the substance of value. Therefore, he did not distinguish exchange‑value and value, but used both terms almost synonymously in contrast with use‑value. Henceforth, he attempted to relate prices of production almost directly and unmediated to values. The difference between Ricardo’s “violent abstractions” and those of the “New Solution” is that the former commence with labour whereas the latter commence with money.

Consequently, the “New Solution” approach suffers from the same misconception ‑ though from the opposite side ‑ as the neo‑Ricardians understanding of the relationship of form and essence. It searches for a direct and unmediated form of existence of abstract labour. However, instead of a technically defined (by the technical coefficients of production) invariable measure of value ‑ as the neo‑Ricardian standard commodity ‑ it attempts to establish a «social» quasi‑invariable measure of value in the form of MEL. Neo‑Ricardian physicalism tends to be substituted by institutionalism as the basis for the social determination of money and the value of labour-power (and subsequently its price, the wage). The very same empiricist search for an unmediated tangible form of existence of abstract labour is closed in the one case with the recourse to production and technicism and in the other case with the recourse to money and circulation. In the first case the social aspect is absent from production and is added artificially in distribution. In the second case the social aspect is present but through the disfiguring lenses of circulationism and possibly institutionalism. There is no presence ‑ and primacy ‑ of the sphere of production as expressed by the labour performed  ‑ and the class struggle associated with it ‑ within it.

“New Solution’s” inability to recognise different levels of abstraction makes impossible to recognise properly significant facets of the operation of the capitalist system. Other elements (such as the value of money and its peculiar value of labour-power) are posited at the wrong level of abstraction (immediately in the beginning) and without the necessary relations of determination (their derivation from money-commodity and a bundle of consumption goods respectively). And others (such as the extraction of relative surplus-value and its repercussions) cannot be grasped and are missing completely. Last, but not the least, the resort to a Smithian labour-commanded perspective rather than empowering it weakens the Labour Theory of Value.

 

 

REFERENCES

 

Aglietta, M. [1979], A Theory of Capitalist Regulation, NLB, London.

Benetti, C.-Berthomieu, C.-Cartelier, J. [1975], Economie classique, economie vulgaire, Presses Universitaires de Grenoble-Maspero.

Bortkiewicz, L. [1949], «On the correction of Marx»s fundamental theoretical construction in the third volume of Capital» in: Sweezy P. (ed.) Karl Marx and the close of his system, Augustus Kelley, New York.

Bowles, S.-Gintis, H. [1981], “Structure and Practice in the Labour Theory of Value»,  Review of Radical Political Economics, vol.17, no.1-2.

Brenner, R. – Glick, M. [1991] «The Regulation Approach: Theory and History», New Left Review, no.188.

Campbell, A. [1997], “The Transformation Problem: A Simple Presentation of the “New Solution”, Review of Radical Political Economics, vol.29, no.3.

De Vroey, M. [1981], «Value, Production and Exchange» in Steedman, I.-Sweezy, P. (eds.) The Value Controversy, Verso, London.

Dumenil, G. [1980], «De la valeur aux prix de production», Economica.

Dumenil, G. [1983‑84], «Beyond the transformation riddle: a labour theory of value», Science & Society, vol.33, no.4.

Dumenil, G. – Levy, D. [2000], Technology and Distribution: Historical Trajectories a la Marx”, CEPREMAP

Elson, D. [1979], “The Value Theory of Labour” in Elson, D. ed. [1979], Value: The Representation of Labour in Capitalism, CSE Books, London.

Foley, D. [1982], «The value of money, the value of labour-power and the Marxian  transformation problem», Review of Radical Political Economics, vol.14, no.2.

Foley, D. [1986a], Money, Accumulation and Crisis, Harwood Academic, New York.

Foley, D. [1986b], Understanding Capital, Harvard University Press, London.

Foley, D. [1997], «Recent developments in the Labour Theory of Value», Eastern Economic Association, Washington DC, USA, 3-6 April.

Franklin, B. [1836], The Works of Benjamin Franklin, J.Sparks, Boston.

Gleicher, D. [1985-6], «The ontology of labor values «, Science & Society, vol.XLIV, no.4.

Lapavitsas, C. – Mavroudeas, S. [1997], “The “New Solution” of the Transformation Problem”, Eastern Economic Association, Washington DC, 3-6 April 1997.

Lipietz, A. [1982], «The so‑called transformation problem revisited», Journal of Economic Theory, vol.26.

Lipietz, A. [1985], The Enchanted World, Verso, London.

Marx, K. [1981], Grundrisse, Penguin, London.

Marx, K. [1969], Theories of Surplus-Value, Part II, Routledge, London.

Marx, K. [1982], Capital, Vol.I, Penguin, London.

Marx, K. [1987], A Contribution to the Critique of Political Economy in: Marx K.-Engels F. , Collected Works, Lawrence and Wishart, London.

Mavroudeas, S. [1990], Regulation Approach: A Critical Appraisal, Ph.D. thesis, University of London.

Mavroudeas, S. [1999a], «Regulation Theory: the road from Creative Marxism to Post -Modern disintegration», Science & Society, vol.63 no.3.

Mavroudeas, S. [1999b], «Periodizing Capitalism: problems and method» Research inPolitical Economy, vol.17.

Mavroudeas, S. [2001], «Forms of existence of abstract labour and value-form», in Freeman,

A.-Kliman, A.-Wells, J. (eds), The New Value Controversy, Edward Elgar, London, (forthcoming).

Mohun, S. [1994], «A re(in)statement of the labour theory of value» Cambridge Journal of  Economics, vol.18, no.4.

Morishima, M. [1973], Marx’s economics: a dual theory of value and growth, Cambridge University Press, London.

Rosdolsky, R. [1977], The making of Marx’s «Capital», Pluto, London.

Rubin, I.I. [1973], Essays on Marx’s Theory of Value, Black Rose Books, New York.

Rubin, I.I. [1978], “Abstract labour and value in Marx’s system”, Capital & Class, no.5.

Saad-Filho, A. [1996], «The Value of Money, the Value of Labour-power, and the Net Product: An Appraisal of the «New Approach» to the Transformation Problem» in Freeman, A. – Carchedi, G. (eds) Marx and Non-Equilibrium Economics, Edward Elgar, Vermont.

Sekine, T. [1997], An outline of the dialectic of capital, Vol.II, Macmillan, London.

Seton, F. [1957], «The transformation problem», Review of Economic Studies, no.24.

Shaikh, A.-Tonak, E. [1994], Measuring the Wealth of Nations, Cambridge University Press, New York.

Sinha, A. [1997], “The Transformation Problem: A Critique of the “New Solution”, Review of  Radical Political Economics, vol.29, no.3.

Zeleny, J. [1980], The logic of Marx, Blackwel, Oxford.


[1]                      It should be noted that Gleicher himself aimed to a new theory of the ontology of abstract labour based on the works of Sraffa, Uno and Braverman rather than attempting to reject Sraffa.

[2]                      The so-called “Rubin school” [Benetti C.-Berthomieu C.-Cartelier J. (1975)] sought to construct an abstract-labour theory founded on social relations. It maintained that labour becomes abstract (and thus socialised) only through the exchange of commodities with money, therefore money is the direct and exclusive expression of abstract labour. For a critique of this view and a dispute of its association with I.I.Rubin see Mavroudeas S. [(2001)].

[3]                      Certain Regulationists [e.g. Aglietta M. (1979), De Vroey M. (1981)], were among the first propagators of the LEM perspective. For an extensive critique of this view see Mavroudeas S. [(1990), (2001)].

[4]                       The “New Solution” originated with Dumenil G. [(1980), (1983-84)] and Foley D. [(1982)]. Lipietz A. [(1982)] – coming from the Regulation Approach – adopted this approach and added a so-called viability condition Dumenil”s solution. This condition claims that the viability of the system (i.e. the existence of positive prices of production from a zero to a maximum profit rate) is necessary and sufficient for the existence of profit rate equalising prices. Dumenil G. [(1984), p.343] has rejected this condition as irrelevant and further disputed the assumption that the system of prices should guarantee an evenly distributed rate of profit. In reply to Dumenil, Lipietz A. [(1984), p.353-4] evaded these issues.

[5]                      There is an ongoing debate within Marxist Political Economy on this issue. This article supports the position voiced by Rubin I.I. [(1973), ch.11, 14] and Elson D. [(1979), ch.1], among others, that value – as the expression of abstract labour – is a category belonging solely to the capitalist system. In pre-capitalist societies the socialization and equalization of labour was not effected through a market system; therefore the concept of abstract labour does not apply to them. Equally, in pre-capitalist societies commodity exchange was not based, mainly, on wage labour. Thus, value as the representation of abstract labour is a category applying solely to the capitalist system.

[6]                      At this lower level of abstraction it might not be unrealistic to maintain that the workers’ concern about their specific job is probably greater than the capitalists’ concern about their branch of activities, since the worker is closer to the use-value aspect of production.

[7]                      Rubin was opposed to many of the views of his modern “disciples”. He affirmed explicitly that value could be studied without having previously established money [Rubin II. (1978), p.36]. Equally explicitly he condemned the view that value is created in circulation, as many of his contemporary adherents – but not the “New Solution” – maintain. On the contrary he stated explicitly that “abstract labour and value are created or “come about”, “become” in the process of direct production (Marx used the expression “werden” more frequently for this process) and are only realised in the process of exchange” [Rubin I.I. (1978), p.125]. Finally, referring to the quantitative determination of abstract labour, Rubin I.I. [(1973), p.154] clarified that it is a misunderstanding “to admit that the social equalization of labor in the process of exchange is carried out in isolation of dependence on production (for example, the length, intensity, length of training for a given level of qualification, and so on), and thus, the social equalization would lack any regularity since it would be exclusively determined by market spontaneity”.

[8]                      See Marx’s K. [(1971), p.161-3] polemic against Bailey.

[9]                      See also Campbell A. [(1997)].

[10]                    It is indicative of this problem that some very interesting studies by “New Solution” scholars on the effects of productivity changes on wages leave aside the problem of the definition of the value of labour-power (e.g. Dumenil G.-Levy D. [(2000), p.9]) and also that they consider the real wage (Dumenil G.-Levy D. [(2000), p.9,18-19] rather than a MEL denominated money wage.

[11]                    For Regulation the workers’ consumption was not commodified in the pre‑Fordist regimes, irrespectively of whether wage was linked or not to a bundle of commodities. In contrast, in Fordism, a social norm of consumption is supposed to be created which reflects a form of social wage divorced from the actual performance of labour‑power in production and the gearing of it to a bundle of commodities. In this sense the value of labour‑power, for Regulation, is equally the amount of commodities that the wage share can buy. This wage share is determined through collective bargaining, which is understood as class struggle in distribution that takes place via institutional arrangements. Its only link to production is through the alleged linkage of wages to productivity increases.

[12]                    Mohun S. [(1994), p.397], also, rejects the Regulationist argument exactly on this ground.

—————————————————————————-