«Απεικόνιση της Αφηρημένης Εργασίας στο Χρήμα: Θεωρίες και Προβλήματα – Η περίπτωση της «Νέας Λύσης» στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού»

3η Συνάντηση Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

11 Μαΐου 2001

 

 

«Απεικόνιση της Αφηρημένης Εργασίας στο Χρήμα: Θεωρίες και Προβλήματα –

Η περίπτωση της «Νέας Λύσης» στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού»

 

Στ.Δ.Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

 

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σύγχρονη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας σημαδεύθηκε από την Σραφφιανή απάντηση στο λεγόμενο «Πρόβλημα του Μετασχηματισμού». Η τελευταία ξεκινούσε από τα φυσικά δεδομένα της παραγωγής και συγκροτούσε ένα μοντέλο ισορροπίας εξισώσεων εισροών – εκροών όπου η σχέση των τιμών με τα φυσικά μεγέθη ήταν εντελώς ανεξάρτητη από τις αξίες. Αυτή η έμφαση στα τεχνικά χαρακτηριστικά της παραγωγής έκανε την κατηγορία «αξία» σχεδόν περιττή. Εύλογα, οι Μαρξιστικές απαντήσεις στην Σραφφιανή πρόκληση επικεντρώθηκαν στην αφηρημένη εργασία, σαν την έννοια που διαφοροποιεί τον Marx από την ρικαρδιανή λογική της ενσωματωμένης εργασίας. Οι περισσότερες από τις απαντήσεις αυτές προσπερνούσαν το τεχνικιστικό και στατικό Σραφφιανό πλαίσιο και στόχευαν στην συγκρότηση ενός κοινωνικού παραδείγματος. Ο στόχος αυτός εμπεριέχει μία κρίσιμη ερώτηση: με ποιο τρόπο εκφράζεται η αφηρημένη εργασία στην πραγματικότητα;

Για αρκετές απόψεις θεωρήθηκε αναγκαίο να ορισθεί ένας αδιαμεσολάβητος αντιπρόσωπος της αφηρημένης εργασίας. Μία γραμμή απάντησης (Gleicher D. (1985-6))[1] προσπάθησε να ανακαλύψει μία αδιαμεσολάβητη απτή ύπαρξη της αφηρημένης εργασίας μέσα στην διαδικασία παραγωγής. Υποστήριξε ότι ο καπιταλισμός έχει την ιστορική τάση να αποειδικεύει την εργασία α λα Braverman, με αποτέλεσμα σήμερα να τείνει να κυριαρχήσει ένας γενικά κοινός τύπος αδιαφοροποίητης εργασίας. Η άποψη αυτή έχει σοβαρότατα τόσο εννοιολογικά όσο και εμπειρικά προβλήματα (βλέπε Μαυρουδέας (1998)).

Μία άλλη γραμμή απάντησης αναζήτησε έναν άμεσο και αδιαμεσολάβητο αντιπρόσωπο της αφηρημένης εργασίας στο χρήμα. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι είναι η λεγόμενη «σχολή Rubin» (Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), Cartelier (1976) και De Vroey (1982))[2], η θεωρία της Αξιακής Μορφής (Value-form theory) [Backhaus (1990, 1993), Eldred-Hanlon (1981), Eldred-Hanlon-Kleiber-Roth (1982, 1983, 1984, 1985), και Hansen-Pedersen-Stenderup (1984)], οι θεωρίες κάποιου τύπου Εργασιακού Ισοδυνάμου του Χρήματος – ΕΙΧ (Labour Equivalent of Money – LEM, Aglietta M. (1979)) και ιδιαίτερα η «Νέα Λύση» (ή «Νέα Ερμηνεία») στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού (Dumenil G. [(1980), (1983-84), Foley D. (1982)). Το κοινό τους στοιχείο είναι η αναγνώριση του χρήματος ως της άμεσης και αποκλειστικής ενσάρκωσης της αφηρημένης εργασίας. Τα πρώτα ρεύματα οδηγήθηκαν στην ουσιαστική απόρριψη της αξίας και την αντικατάστασή τους με το χρήμα ως την καθοριστική παράμετρο του θεωρητικού συστήματός τους. Τα δύο τελευταία ακολούθησαν ένα πιο ενδιαφέροντα δρόμο. Η αντιστοίχιση χρήματος και αφηρημένης εργασίας στο επίπεδο της συνολικής οικονομίας τα διευκόλυνε να ορίσουν μία εκδοχή της αξίας του χρήματος (είτε με την μορφή του ΕΙΧ που είναι περισσότερο αντίστοιχο στον Μαρξικό ορισμό είτε με την μορφή του αντίστροφου του, της Νομισματικής Έκφρασης της Εργασίας – ΝΕΕ (Monetary Expression of Labour – MEL). Για όλους τους εκπροσώπους των τελευταίων ρευμάτων – με την εξαίρεση του De Vroey – οι λόγοι αυτοί αφορούν το καθαρό προϊόν. Μετά αυτό τον ιδιόμορφο ορισμό της αξίας του χρήματος ακολουθεί ένας εξίσου ιδιόμορφος ορισμός της αξίας της εργασιακής δύναμης.

Είναι χαρακτηριστικό πως η «Νέα Λύση» αντιμετωπίζει τα ζητήματα αυτά. Ορίζει μία άμεση ισότητα μεταξύ της συνολικής τιμής του καθαρού προϊόντος και της συνολικής ξοδευμένης ζωντανής εργασίας σε κάθε περίοδο. Ακολούθως ορίζει την ΝΕΕ σαν τον λόγο της τιμής του καθαρού προϊόντος προς το σύνολο των ωρών εργασίας και την χρησιμοποιεί στην συνέχεια για να μετασχηματίσει τις τιμές σε αξίες. Τότε η αξία της εργασιακής δύναμης ορίζεται σαν το γινόμενο του μισθού επί την ΝΕΕ. Και οι δύο αυτοί ορισμοί διαφοροποιούνται από τους Μαρξικούς καθώς οι τελευταίοι συνέδεαν την μεν αξία του χρήματος με την αξία ενός εμπορευματικού χρήματος (π.χ. χρυσός), την δε αξία της εργασιακής δύναμης με την αξία του καλαθιού των μισθιακών εμπορευμάτων.

Η προσέγγιση αυτή έχει σημαντικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, επισημαίνεται η σημασία του γενικού ισοδυνάμου (του χρήματος) που στην Σραφφιανή θεωρία είναι πλήρως υποβαθμισμένο (Mohun (2000), σ.113). Δεύτερον, γίνεται εξαιρετικά εύκολο να κατασκευασθούν μακροοικονομικά μοντέλα επιδεχόμενα εμπειρικών ελέγχων (Foley (1997), σ.20) τα οποία βασίζονται στην Εργασιακή Θεωρία της Αξίας καθώς η ΝΕΕ μεταφράζει χρηματικές ροές από τα επισήμως συλλεγόμενα στατιστικά στοιχεία σε ροές χρόνου εργασίας και αντίστροφα (Foley (1997), σ.17-18). Επομένως, δεν χρειάζεται ένα ξεχωριστό αξιακό λογιστικό σύστημα και οι τυπικοί εθνικοί λογαριασμοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Με τον τρόπο αυτό υποστηρίζεται ότι δημιουργείται ένα κοινωνικό αξιακό υπόδειγμα, επιβεβαιώνεται η εμπειρική χρησιμότητα της Αξιακής Θεωρίας και σημαντικά εμπόδια – μεταξύ των οποίων και το Πρόβλημα του Μετασχηματισμού – ξεπερνώνται.

Θα υποστηρίξουμε ότι παρόλο ότι οι στόχοι αυτοί είναι αξιέπαινοι και ορθοί, οι μεθοδολογικές και αναλυτικές βάσεις της «Νέας Λύσης» είναι προβληματικές και το αποτέλεσμα εσφαλμένο. Αυτή η ευπρόσδεκτη επιστροφή στο εμπειρικά συγκεκριμένο ερωτοτροπεί επικίνδυνα με τον εμπειρισμό και οδηγεί, στην περίπτωση της αξίας του χρήματος και της εργασιακής δύναμης, σε μία Σμιθιανή αντίληψη της ελεγχόμενης εργασίας (Shaikh–Tonak (1994), Lapavitsas-Mavroudeas (1997)).

 

 

ΙΙ. Η “ΝΕΑ ΛΥΣΗ” ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Σε αλγεβρικούς όρους η ‘Νέα Λύση» μπορεί – σαν απλοποιημένη παραλλαγή του Foley (1997), σ.13-16) – να παρουσιασθεί ως εξής:

(1)                          y = x – Ax

Η εξίσωση (1) ορίζει το καθαρό προϊόν (y) σαν συνάρτηση ακαθάριστου προϊόντος (x) και της μήτρας των εισροών (Α), που δίνει την τεχνολογία παραγωγής.

Η μήτρα των αξιών (λ) εξαρτάται από το A και το l (την μήτρα της ζωντανής εργασίας):

(2)                          λ = λA + l

Η αξία του καθαρού προϊόντος ισούται με την συνολική ζωντανή εργασία που ξοδεύθηκε στην παραγωγή:

(3)                          λy = lx

Οι σχέσεις (1)-(3), είναι εν γένει αποδεκτές από κάθε εκδοχή της Εργασιακής θεωρίας της Αξίας. Με δεδομένο το p (την μήτρα των χρηματικών τιμών), η χρηματική τιμή του καθαρού προϊόντος είναι py. Ακολούθως το py απεικονίζεται άμεσα στο λy (την αξιακή έκφραση του καθαρού προϊόντος) και επομένως η δεύτερη συνθήκη αμεταβλητότητας του Marx (η ισότητα συνολικής τιμής με την συνολική αξία) εξασφαλίζεται (βλέπε Sinha (1997), σ.52).

Το επόμενο βήμα της ανάλυσης είναι να χρησιμοποιηθεί η αδιαμφισβήτητη, σε Μαρξιστικά πλαίσια συσχέτιση της τιμής με την αξία για να ορισθεί η ΝΕΕ σαν ένας μετασχηματιστής των μονάδων χρόνου εργασίας (το ενδογενές μέτρο της αξίας) σε μονάδες χρήματος (το εξωτερικό μέτρο της αξίας):

(4)                          ΝΕΕ = py / λy = py / lx

ή εναλλακτικά:

(5)                          ΕΙΧ = λy / py = lx / py = 1 / ΝΕΕ

 

Στο σημείο αυτό η “Νέα Λύση” διαχωρίζεται ριζικά από την Μαρξική θεωρία χρησιμοποιώντας την ΝΕΕ για να μεταφράσει τα αξιακά μεγέθη σε χρηματικά. Η βασική θέση της είναι ότι η έκφραση της αξίας του καθαρού προϊόντος στην τιμή του λαμβάνει χώρα άμεσα μέσω της ΝΕΕ.

Στο σημείο αυτό η “Νέα Λύση” διαχωρίζεται ριζικά από την Μαρξική θεωρία χρησιμοποιώντας την ΝΕΕ για να μεταφράσει τα αξιακά μεγέθη σε χρηματικά. Η βασική θέση της είναι ότι η έκφραση της αξίας του καθαρού προϊόντος στην τιμή του λαμβάνει χώρα άμεσα μέσω της ΝΕΕ.

Ôï ðñüâëçìá ôïõ ìåôáó÷çìáôéóìïý, ùò ãíùóôüí, áíáêýðôåé ìåôÜ ôçí åîßóùóç (3), üôáí ôï äéÜíõóìá ôùí ôéìþí ðáñáãùãÞò P, åîÜãåôáé áðü ôéò ôå÷íéêÝò óõíèÞêåò ðáñáãùãÞò A, x, l, õðü ôçí óõíèÞêç ôçò åîßóùóçò ôïõ ðïóïóôïý êÝñäïõò ãéá üëá ôá áíôáãùíéæüìåíá êåöÜëáéá. Åßíáé åîáéñåôéêÜ äýóêïëï íá óõó÷åôéóèåß ôï äéÜíõóìá P ìå ôï äéÜíõóìá ôùí áîéþí, ìå ôÝôïéï ôñüðï þóôå íá éêáíïðïéïýíôáé ïé äýï ÌáñîéêÝò “óõíèÞêåò áìåôáâëçôüôçôáò”.

Ç “ÍÝá Ëýóç” ïõóéáóôéêÜ ðáñáãíùñßæåé ôï ðñüâëçìá õðïóôçñßæïíôáò üôé êáé ïé äýï óõíèÞêåò áìåôáâëçôüôçôáò ισχύουν ìÝóù ôης ÍΕÅ. Όóïí áöïñÜ ôçí éóüôçôá óõíïëéêþí ôéìþí ìå óõíïëéêÝò áîßåò, áõôÞ èåùñåßôáé üôé éó÷ýåé ìόíï ãéá ôï êáèáñü ðñïúüí (äçëáäÞ áíáãíùñßæåôáé ìüíï ç éóüôçôá ôçò óõíïëéêÞò ôéìÞò ôïõ êáèáñïý ðñïúüíôïò ìå ôçí óõíïëéêÞ áîßá ôïõ áëëÜ ü÷é ôïõ áêáèÜñéóôïõ ðñïúüíôïò). Ôáõôü÷ñïíá ôï ìïíôÝëï ôçò äåí êáèïñßæåé ôï åðßðåäï ôéìþí áëëÜ åßíáé óõìâáôü ìå ïðïéïäÞðïôå ôÝôïéï åðßðåäï. Ãéá íá åîáóöáëéóèåß ç äåýôåñç óõíèÞêç áìåôáâëçôüôçôáò ðñÝðåé íá êáèïñéóèåß ç áîßá ôçò åñãáóéáêÞò äýíáìçò VLP, ç ðçãÞ ôçò áîßáò êáé ôçò õðåñáîßáò. Åäþ ç “ÍÝá Ëýóç” äéá÷ùñßæåôáé åðßóçò áðü ôïí êëáóéêü êáèïñéóìü ôçò (ôüóï ãéá ôïí Marx üóï êáé ãéá ôïí Ricardo) ùò ßóçò ìå ôçí áîßá åíüò êáëáèéïý ìéóèéáêþí áãáèþí b. Áíôéèåôá ïñßæåôáé ùò:

(6)                          VLP = w / NEE = w / (py/lx) = w ´ (lx/py) = (w/py) ´ lx                               (7)

ÅðïìÝíùò ç áîßá ôçò åñãáóéáêÞò äýíáìçò åßíáé áðëÜ ç ìåôÜöñáóç ôïõ ïíïìáóôéêïý ìéóèïý w óå áîéáêïýò üñïõò ìÝóù ôïõ ÅΙ×, äçëáäÞ ôïõ áíôßóôñïöïõ ôïõ ÍΕÅ (ôçò åîïõóéáæüìåíçò åñãáóßáò áðü ôï ÷ñÞìá). Áðü ôçí (6) ðñïêýðôåé üôé ç áîßá ôçò åñãáóéáêÞò äýíáìçò éóïýôáé ìå ôï ìåñßäéï ôùí ìéóèþí óôï êáèáñü ðñïúüí:

VLP = wlx / py

Ôá êÝñäç (óå üñïõò ôéìþí) êáé ç óõíïëéêÞ õðåñáîßá äßíïíôáé áíôßóôïé÷á áðü ôéò (8) êáé (9):

(8)                          P = py – wlx

(9)                          S = (1 – VLP)lx

ÐïëëáðëáóéÜæïíôáò ôçí (8) åðß (1 /ΝΕΕ) ðñïêýðôåé üôé:

(10)                       P(1 /ΝΕΕ) = S

Με τον τρόπο αυτό το πρόβλημα του μετασχηματισμού αντί να επιλυθεί μάλλον ξεπερνιέται. Ο καθορισμός της τιμής από τον χρόνο εργασίας διατηρείται μόνο στο συνολικό επίπεδο, ενώ όσον αφορά τα επιμέρους εμπορεύματα η σχέση προσδιορισμού χάνεται και το μόνο που μένει είναι η μετατροπή της τιμής τους μέσω της ΝΕΕ σε οιωνεί αξίες. Αυτό απαιτεί μία αυστηρή συσχέτιση μεταξύ της νομισματικής μονάδας και του αφηρημένου κοινωνικού χρόνου εργασίας. Μόνο έτσι μία χρηματική μονάδα αντιπροσωπεύει απαίτηση σε μία συγκεκριμένη ποσότητα αφηρημένης κοινωνικής εργασίας. Επιπλέον, οι δύο Μαρξικές συνθήκες αμεταβλητότητας (η ισότητα συνολικών κερδών με την συνολική υπεραξία και η ισότητα της συνολικής τιμής με την συνολική αξία) προκύπτουν με ένα ιδιόμορφο τρόπο. Κατ΄ αρχήν, προϋποτίθεται μία μετασχηματισμένη έκφραση της δεύτερης: η συνολική τιμή του καθαρού προϊόντος είναι ίση με την συνολική αξία του. Με βάση αυτή ορίζεται η ΝΕΕ και η ακολούθως ορίζεται η αξία της εργασιακής δύναμης σαν το γινόμενο των χρηματικών μισθών επί το αντίστροφο της ΝΕΕ. Μετά προκύπτει εύκολα η πρώτη συνθήκη αμεταβλητότητας.

 

 

ΙΙΙ. ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΛΥΣΗΣ»

Το πρόβλημα με την «Νέα Λύση» δεν βρίσκεται τόσο στον μαθηματικό φορμαλισμό όσο στα θεωρητικά της θεμέλια (βλέπε Lapavitsas-Mavroudeas (1997)). Αφήνοντας στην άκρη το ζήτημα του καθαρού προϊόντος[3], οι δύο βασικοί πυλώνες της – η ΝΕΕ (ή η αξία του χρήματος) και η αντίληψη της για την αξία της εργασιακής δύναμης – είναι εξαιρετικά προβληματικοί. Κατ’ αρχήν η ΝΕΕ είναι απλά μία εξ ορισμού σχέση που δεν έχει κανένα αιτιακό περιεχόμενο. Για να εξαχθεί θα πρέπει να γνωρίζουμε την συνολική τιμή. Η «Νέα Λύση» θεωρεί τις τιμές δεδομένες (συνήθως μέσω θεσμικών και ιστορικο-συγκυριακών παραγόντων), εν αντιθέσει με τον Marx που καθόριζε τις τιμές μέσω της αξίας του εμπορευματικού χρήματος. Όμως για την «Νέα Λύση» στον σύγχρονο καπιταλισμό η αξία του χρήματος δεν εξάγεται έστω και έμμεσα από το εμπορευματικό χρήμα. Επιπλέον, ενώ η ΝΕΕ μπορεί να ορισθεί μόνον ex post, χρησιμοποιείται ex ante για να συσχετισθούν οι αξίες με τις τιμές.  Mέσω της ΝΕΕ το χρήμα αντιπροσωπεύει την αξία άμεσα και αδιαμεσολάβητα. Όμως τόσο στην Μαρξική θεωρία όσο και στην καπιταλιστική οικονομία ισχύει το αντίθετο. Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας (η ουσία της αξίας) εκφράζεται σε χρηματικές μονάδες (την τιμιακή μορφή της αξίας) μέσω μίας σειράς διαμεσολαβήσεων, οι οποίες περιέχουν ενδογενώς την δυνατότητα ανισορροπίας. Η ισοπέδωση της διαμεσολαβημένης έκφρασης της αξίας στην τιμή στον λόγο της ΝΕΕ χάνει τόσο την πολυπλοκότητα της διαδικασίας αυτής όσο και την δυνατότητα πρόκλησης ανισορροπίας. Μία σειρά προβλήματα ανακύπτουν από τα παραπάνω που συνδέονται άμεσα με τον δεύτερο πυλώνα της, την αξία της εργασιακής δύναμης. Πρώτον, η εμπορευματική φύση της εργασιακής δύναμης τίθεται υπό αμφισβήτηση (Μohun (1994)) . Δεύτερον, ο ορισμός της αξίας της από την «Νέα Λύση» παραπέμπει στην Σμιθιανή ελεγχόμενη εργασία. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να συλλάβει τις επιπτώσεις των διαφοροποιήσεων της παραγωγικότητας της εργασίας πάνω στην αξία της εργασιακής δύναμης.

Πρώτον, όμως φαίνεται από την εξίσωση (5), η αξία του χρήματος (ΕΙΧ) – και το ίδιο ισχύει και για το αντίστροφο του ΝΕΕ στην εξίσωση (4) – είναι απλά ο έλεγχος που εξασκεί η νομισματική μονάδα πάνω στην αξία του καθαρού προϊόντος στην σφαίρα της ανταλλαγής. Με άλλα λόγια, είναι ο έλεγχος της νομισματικής μονάδας πάνω στην αξία άλλων εμπορευμάτων. Για τον Marx, η αξία του χρήματος είναι κρίσιμη στην διαδικασία με την οποία η ουσία της αξίας (ο χρόνος εργασίας) εκφράζεται σαν τιμή (την χρηματική μορφή). Όμως θεώρησε ότι ο ρόλος αυτός περνά μέσα από την καθοριστική διαμεσολάβηση ενός εμπορευματικού χρήματος και επομένως ο προσδιορισμός της αξίας του χρήματος περνά από διάφορα επίπεδα αφαίρεσης που αποτυπώνουν μία εξίσου πολύπλοκη πραγματική διαδικασία. Γι’ αυτό άλλωστε διέκρινε συστηματικά μεταξύ του ενδογενούς μέτρου της αξίας (του χρόνου εργασίας που καταναλώνεται υπό κανονικές συνθήκες παραγωγής (δηλ. Δεξιότητες, ένταση κλπ.) και το εξωτερικό μέτρο της αξίας (το χρήμα). Στην καπιταλιστική παραγωγή η εργασία κοινωνικοποιείται μόνο έμμεσα διαμέσου της ανταλλαγής. Συνεπώς, η ποσοτική έκφραση της αξίας πρέπει να λάβει μία μορφή κατάλληλη για τα δεδομένα της ανταλλαγής. Η πρωταρχικά καθοριστική σφαίρα της παραγωγής πρέπει να εκφρασθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της δευτερεύουσας και καθοριζόμενης σφαίρας της ανταλλαγής. Επομένως ένα εξωτερικό μέτρο είναι αναγκαίο. Στην «Νέα Λύση» η διάκριση αυτή χάνεται καθώς και οι δύο πλευρές της συγχωνεύονται ουσιαστικά στην ΝΕΕ. Στην τελευταία ο πρωταρχικός ρόλος της σφαίρας της παραγωγής επιεικώς συσκοτίζεται. Με την Μαρξική προσέγγιση της αξίας του χρήματος η πιθανότητα αντιφάσεων και ανισορροπίας – ένα αναγκαίο στοιχείο της προαναφερθείσας διαδικασίας – μπορεί να μελετηθεί. Αντιθέτως, με την ΝΕΕ συσκοτίζεται. Αυτό μπορεί να μην είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για μία θεωρία που απλά ορίζει λογιστικές ισότητες. Όμως είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για μία θεωρία που θέλει να εξάγει από τους ορισμούς της μία συνεκτική και ρεαλιστική μακροοικονομική ανάλυση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός για να ερμηνεύσει πως αλλαγές στα επιμέρους στοιχεία επηρεάζουν την ΝΕΕ. Η τελευταία μπορεί να συλλάβει συνολικές αλλαγές της παραγωγικότητας αλλά αδυνατεί να το κάνει όταν αυτές εκδηλώνονται άνισα μεταξύ τομέων (ένα πρόβλημα που γίνεται εντονότερο εάν ληφθούν υπ’ όψη διαδικασίες εξαγωγής σχετικής υπεραξίας που αποτελούν μία κρίσιμη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος).

Ακριβώς επειδή η ΝΕΕ είναι ένας λόγος που εξάγεται μόνο ex post – όπως δέχεται και ο Foley (1997, σ.23) – δεν μπορεί να δώσει καμία σχέση προσδιορισμού μεταξύ αξίας και τιμής και συνεπώς δεν έχει ερμηνευτική ικανότητα. Αυτό φαίνεται όταν ο Foley(1997, σ.18-19) υποστηρίζει ότι η ΝΕΕ δεν δεσμεύεται με κάποια συγκεκριμένη θεωρία χρήματος και μπορεί να λειτουργήσει εξίσου καλά είτε με ένα εμπορευματικό χρήμα είτε με ένα κρατικό πιστωτικό σύστημα. Αυτό είναι εν μέρει σωστό. Και στις δύο περιπτώσεις ο προσδιορισμός της ΝΕΕ χρειάζεται ένα διαμεσολαβητή: είτε την τιμή ενός εμπορευματικού χρήματος σε σχέση με αυτή των άλλων εμπορευμάτων (που εδράζεται στην παραγωγή) είτε την κερδοσκοπία σχετικά με την μελλοντική φερεγγυότητα του κράτους (που εδράζεται στην κυκλοφορία). Οι διαμεσολαβητές αυτοί επηρεάζουν την ΝΕΕ διαφορετικά.

Το χαρακτηριστικό στοιχείο του καπιταλισμού είναι ότι μετατρέπει το χρήμα και την εργασιακή δύναμη σε ιδιόμορφα εμπορεύματα. Ο Marx (αλλά και ο Ricardo) προσπάθησαν να αναπτύξουν μία Εργασιακή Θεωρία της Αξίας βασισμένη στην αντίληψη ότι η αξία δημιουργείται στην παραγωγή και ενσωματώνεται στα εμπορεύματα η οποία αφορά και τα δύο αυτά ιδιόμορφα εμπορεύματα. Φυσικά λόγω της ιδιομορφίας τους η εφαρμογή της σε αυτά παρουσιάζει μία σειρά ειδικές πλευρές. Όμως το να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα αυτό με την προσφυγή στην οπτική της ελεγχόμενης εργασίας αδυνατίζει την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Aglietta, M. [1979], A Theory of Capitalist Regulation, NLB, London.

Benetti, C.-Berthomieu, C.-Cartelier, J. [1975], Economie classique, economie vulgaire,

Presses Universitaires de Grenoble-Maspero.

De Vroey, M. [1981], «Value, Production and Exchange» in Steedman, I.-Sweezy, P. (eds.)

The Value Controversy, Verso, London.

Dumenil, G. [1980], «De la valeur aux prix de production», Economica.

Dumenil, G. [1983‑84], «Beyond the transformation riddle: a labour theory of value», Science & Society, vol.33, no.4.

Dumenil, G. – Levy, D. [2000], Technology and Distribution: Historical Trajectories a la

Marx”, CEPREMAP

Foley, D. [1982], «The value of money, the value of labour-power and the Marxian       transformation problem», Review of Radical Political Economics, vol.14, no.2.

Foley, D. [1986a], Money, Accumulation and Crisis, Harwood Academic, New York.

Foley, D. [1986b], Understanding Capital, Harvard University Press, London.

Foley, D. [1997], «Recent developments in the Labour Theory of Value», Eastern Economic

Association, Washington DC, USA, 3-6 April.

Gleicher, D. [1985-6], «The ontology of labor values «, Science & Society, vol.XLIV, no.4.

Lapavitsas, C. – Mavroudeas, S. [1997], “The “New Solution” of the Transformation

Problem”, Eastern Economic Association, Washington DC, 3-6 April 1997.

Marx, K. [1981], Grundrisse, Penguin, London.

Marx, K. [1969], Theories of Surplus-Value, Part II, Routledge, London.

Marx, K. [1982], Capital, Vol.I, Penguin, London.

Marx, K. [1987], A Contribution to the Critique of Political Economy in: Marx K.-Engels F. ,

Collected Works, Lawrence and Wishart, London.

Mavroudeas, S. [1990], Regulation Approach: A Critical Appraisal, Ph.D. thesis, University

of London.

Μαυρουδέας Στ. (1998), ‘Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μία επισκόπηση’, Ουτοπία νο.28

Mavroudeas, S. [2001], «Forms of existence of abstract labour and value-form», in Freeman,

A.-Kliman, A.-Wells, J. (eds), The New Value Controversy, Edward Elgar, London, (forthcoming).

Mohun, S. [1994], «A re(in)statement of the labour theory of value» Cambridge Journal of

Economics, vol.18, no.4.

Morishima, M. [1973], Marx’s economics: a dual theory of value and growth, Cambridge

University Press, London.

Rosdolsky, R. [1977], The making of Marx’s «Capital», Pluto, London.

Rubin, I.I. [1973], Essays on Marx’s Theory of Value, Black Rose Books, New York.

Rubin, I.I. [1978], “Abstract labour and value in Marx’s system”, Capital & Class, no.5.

Saad-Filho, A. [1996], «The Value of Money, the Value of Labour-power, and the Net

Product: An Appraisal of the «New Approach» to the Transformation Problem» in Freeman, A. – Carchedi, G. (eds) Marx and Non-Equilibrium Economics, Edward Elgar, Vermont.

Shaikh, A.-Tonak, E. [1994], Measuring the Wealth of Nations, Cambridge University Press,

New York.

Sinha, A. [1997], “The Transformation Problem: A Critique of the “New Solution”, Review of

Radical Political Economics, vol.29, no.3.


[1]                      Σημειωτέον ότι ο Gleicher στόχευε σε μία νέα οντολογία της αφηρημένης εργασίας βασισμένη στα έργα των Sraffa, Uno και Braverman.

[2]                      Αξίζει να σημειωθεί ότι η σχέση της με τον Ρώσο θεωρητικό είναι το λιγότερο προβληματική (βλέπε Μαυρουδέας (1993)). Ο Ι.Ι. Rubin σε πολλά σημεία επιβεβαίωσε ότι η αξία μπορεί να μελετηθεί χωρίς να έχει προϋποτεθεί το χρήμα (Rubin (1978), σ.36) και επίσης απέρριψε την άποψη ότι η πρώτη δημιουργείται στην κυκλοφορία. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι η αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργούνται στην διαδικασίας της άμεσης παραγωγής και μόνο πραγματώνονται στην διαδικασία της ανταλλαγής (Rubin (1978), σ.125). Επίσης, αναφερόμενος στον ποσοτικό προσδιορισμό της αφηρημένης εργασίας, διευκρίνισε ότι θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η κοινωνική εξισοποίηση της εργασίας στην διαδικασία της ανταλλαγής διεξάγεται σε απομόνωση από την εξάρτηση της από την παραγωγή (πχ. μήκος, ένταση, βαθμός εκπαίδευσης κλπ.) καθώς θα χανόταν κάθε κανονικότητα και το μόνο που θα απέμενε θα ήταν η άναρχη κίνηση της αγοράς (Rubin (1973, σ.154).

[3]                      Η χρησιμοποίηση του καθαρού προϊόντος έχει σοβαρά προβλήματα καθώς υποβαθμίζει τον ρόλο του σταθερού κεφαλαίου (Saad-Filho (1996)). Το ακαθάριστο προϊόν εμπεριέχει την αξία του σταθερού κεφαλαίου, δηλαδή απονεκρωμένης εργασίας ξοδευμένης στο παρελθόν και χρήζουσας αποτίμησης στο παρόν. Ενώ την ίδια στιγμή πρέπει να διασφαλίζεται η αναπαραγωγή των υπαρχουσών συνθηκών παραγωγής. Εάν υπάρχει συνεχής τεχνική πρόοδος τότε διαφοροποιείται η κοινωνική αποτίμηση της απονεκρωμένης εργασίας και οι τρέχουσες συνθήκες παραγωγής επηρεάζουν την αποτίμηση .του προϊόντος παλαιότερων συνθηκών παραγωγής. Ο Foley (1997, σ.24) υποστηρίζει ότι η «Νέα Λύση» μπορεί να συμπεριλάβει έναν υπολογισμό του σταθερού κεφαλαίου με βάση την ΝΕΕ. Όμως αυτό είναι ορθό μόνο εάν η έκφραση της αξίας του σταθερού κεφαλαίου στην τιμή του λαμβάνει χώρα στην ίδια αναλογία με την έκφραση της αξίας του καθαρού προϊόντος στην δική του τιμή. Δεν υπάρχει κανένας a priori λόγος να συμβαίνει αυτό.

One response to “«Απεικόνιση της Αφηρημένης Εργασίας στο Χρήμα: Θεωρίες και Προβλήματα – Η περίπτωση της «Νέας Λύσης» στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού»

  1. Παράθεμα: Ο I.I.Rubin, η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και το χρήμα ή γιατί οι εργασιακές αξίες δεν ταυτίζονται αδιαμεσολάβητα με το χρήμα | Stavros Mavroudeas Blog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s