ΝΑ ΦΕΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

Η τραγική σημερινή συγκυρία, τόσο για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά συνολικά όσο και για τους κομμουνιστές ιδιαίτερα (πέρα από επιπόλαιες και παραπλανητικές δημοσκοπικές εξάρσεις) ξαναφέρνει, με τον πιο πιεστικό τρόπο, στο προσκήνιο το πρόβλημα της κομμουνιστικής στρατηγικής και τακτικής (δηλαδή εν τέλει το πρόβλημα της κομμουνιστικής πολιτικής). Η αδυναμία όλων των ρευμάτων της ελληνικής Αριστεράς να συγκροτήσουν ένα ρεαλιστικό και μάχιμο πρόγραμμα επαναστατικής διεξόδου από την σημερινή κατάσταση αποτελεί τρανταχτή απόδειξη όλων των προαναφερθέντων. Οι φτηνοί μικρο-ιδιοκτησιακοί καυγάδες μεταξύ τους, τα φανερά και κρυφά παιχνίδια με το σύστημα και πάνω απ’ όλα η γενικευμένη αίσθηση αφασίας που κυριαρχεί στον κόσμο της εργασίας και της Αριστεράς είναι επίσης εξόφθαλμες ενδείξεις των παραπάνω.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι σχετικά παλιό και γραμμένο στα πλαίσια των αντιπαραθέσεων μέσα στο ΝΑΡ την περίοδο εκείνη. Ιδιαίτερα ήταν μία απάντηση σε ρεύματα που – σιωπηρά ή ρητά – αμφισβητούσαν την χρησιμότητα της λενινιστικής θεωρίας για την στρατηγική και την τακτική και τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό σαν τρόπο οργάνωσης των κομμουνιστών. Αφήνοντας στην άκρη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκείνης της συζήτησης, νομίζω ότι ο βασικός πυρήνας του όσον αφορά την κομμουνιστική πολιτική και οργάνωση παραμένει πάντα επίκαιρος.

 

Αναπαράγεται από το μπλογκ «Κόκκινη Σημαία» που προφανώς το αλίευσε σε κάποια παλιά σεντούκια.

http://kokkinhshmaia.wordpress.com/2000/01/09/%CE%BD%CE%B1-%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BB%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-21%CE%BF-%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%BD%CE%B1/#more-1641

 

ΝΑ ΦΕΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

του Σταύρου Μαυρουδέα

 

09/01/2000, εφημερίδα ΠΡΙΝ

 ΝΑ ΦΕΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ

ΤΟ ΝΑΡ ΚΑΙ Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ

Σήμερα είναι αναγκαίο, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να επανεκτιμηθεί η πορεία του ΝΑΡ και οι πολιτι­κές κατευθύνσεις του. Ιδιαίτερα πρέπει, με πραγματικό επαναστατικό θάρρος, να αποτιμηθεί η πορεία πολιτι­κής και οργανωτικής ανασυγκρότησης της οργάνωσης, που σηματοδοτήθηκε από το 1ο Συνέδριο. Η αποτίμηση αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει μυωπικά, υπερτονίζοντας κανείς είτε τα θετικά είτε τα αρνητικά στοι­χεία. Ένα πολιτικό εγχείρημα κρίνεται σε ένα βάθος χρόνου και τα αποτελέσματά του χαρακτηρίζονται συνή­θως από χρονικές υστερήσεις. Άλλωστε, το δικό μας πολιτικό εγχείρημα, η επανίδρυση τον εργατικού και του κομμουνιστικού κινήματος στη σύγχρονη εποχή, είναι πολύ πιο φιλόδοξο και ταυτόχρονα πιο βαρύ από μία σειρά άλλα. Ιδιαίτερα σε μεταιχμιακές εποχές όπως η σημερινή -εποχές όπου το νέο δεν έχει ακόμη ωριμάσει και το παλιό βαραίνει ακόμη στην πραγματικότητα και στις συνειδήσεις- γραμμές που θέλουν να ανιχνεύσουν το μέλλον και να είναι νικηφόρες σε αυτό μπορεί να υστερούν απέναντι σε συντηρητικές οπτικές που πρεσβεύ­ουν την αναπαλαίωση, την επιστροφή στη σιγουριά του παραδοσιακού – μία σιγουριά όμως, που είναι βέβαιο ότι οδηγεί στην ήττα, εάν όχι στην καταστροφή.

 Η κατεύθυνση του 1ου Συνεδρίου έχει προσφέρει πολύτιμα στοιχεία στο κίνημα και στη ριζοσπαστική Αριστε­ρά. Η ανάλυση της νέας εποχής του καπιταλισμού περιγράφει με σημαντική ακρίβεια τις σύγχρονες εξελίξεις, έτσι όπως η επιστημονική έρευνα και η κοινωνική εμπειρία δείχνουν. Η γραμμή της αντικαπιταλιστικής επανάστασης-κομμουνιστικής απελευθέ­ρωσης και του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου -σε αντίθεση με τους μεσοπρόθεσμους συμβιβασμούς των αντινεοφιλελεύθερων και αντιμο­νοπωλιακών συμμαχιών- αποτελεί τη δύσκολη αλλά και μοναδική κατεύθυνση απάντησης στην καπιταλιστική ανασυγκρότηση. Η θέση της αντίστροφης ιεράρχησης -η στρατηγική στο τιμόνι και η τακτική κινητήρας της-, μία παλιά κατάκτηση του κομ­μουνιστικού κινήματος, αποτελεί επί­σης μία πολύτιμη συνεισφορά της ορ­γάνωσης μας στο επαναστατικό κίνη­μα. Από την άλλη, είναι φανερό ότι η κατεύθυνση του 1ου Συνεδρίου δεν μπορεί να θεωρείται, με έναν αυτάρε­σκο τρόπο, πλήρης. Είναι αναγκαίο να γίνουν ακόμη σημαντικά βήματα σε κρίσιμους τομείς (ανάλυση της ελ­ληνικής κοινωνίας και εργατικής τά­ξης, συγκρότηση ενός αριστερού αντικαπιταλιστικού πολιτικού προγράμ­ματος τόσο συνολικά όσο και στους επιμέρους χώρους κ.λπ.) και να αντ­ληθούν συμπεράσματα από τη σημαντική παρέμβαση της οργάνωσης στους μαζικούς χώρους και αγώνες. Οι διαδικασίες της 4ης Συνδιάσκεψης πρέπει να συμβάλουν στην προοπτική αυτή.

Όμως το θέμα του κειμένου αυτού είναι ένα περισσότερο πεζό, συνήθως παραγνωρισμένο, αλλά πάντα κρίσι­μο θέμα: το ζήτημα της οργάνωσης. Είναι κρίσιμο γιατί η οργάνωση (η πρωτοπορία της τάξης) αποτελεί ανα­γκαίο μέσο για την απελευθέρωση της δεύτερης, και της κοινωνίας συνολικά, αλλά ταυτόχρονα μπορεί -όπως έχει δείξει η πικρή εμπειρία του εργατικού και του κομμουνιστικού κινήματος-να αποτελέσει πεδίο εκδήλωσης ση­μαντικών παρενεργειών. Για πολλούς, αυτό οδηγεί σε μία φοβία της οργάνω­σης και την αντιμετώπιση της ως ανα­γκαίου κακού που πρέπει να περιορί­ζεται στο ελάχιστο δυνατό. Πρόκειται για μία λογική εξίσου κοντόφθαλμη με εκείνη που θεοποιεί την οργάνωση και την ανάγει σε θρησκευτική οντό­τητα τελείως ξένη φυσικά με το μαρξι­σμό.

Είναι γεγονός ότι σε κάθε ιστορι­κή εποχή του καπιταλισμού το οργα­νωτικό ζήτημα επανατίθεται γιατί ακριβώς κάθε νέα φάση του συστήμα­τος σημαίνει τη μερική ή ολική αποτυ­χία των προηγούμενων μορφών οργά­νωσης και πάλης της εργατικής τάξης. Τα ερωτήματα όμως και οι απαντή­σεις, παραμένουν ως ένα βαθμό τα ίδια.

Πρώτον, η κομμουνιστική οργάνωση είναι μία ιδιόμορφη πολιτική οργά­νωση. Στον καπιταλισμό, αντίθετα με τα προκαπιταλιστικά συστήματα, η ενότητα των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων διασπάται, φαινομενικά, σε ξεχωριστές σφαίρες. Οι οικονομικές και οι κοινωνικές σχέσεις χαρακτηρί­ζονται από ελευθερία δράσης και ανισότητα, ενώ οι πολιτικές σχέσεις από ελευθερία δράσης αλλά και τυπική ισότητα. Η πολιτική σφαίρα αφορά κύρια στο κράτος, που συγκροτείται ως ξεχωριστό σώμα. Εκτός και υπεράνω της κοινωνίας, ως ένας επίτροπος αναγκαίος καθώς η κοινωνία δεν μπο­ρεί να αυτοδιευθυνθεί. Γι’ αυτό το κα­πιταλιστικό κράτος εμφανίζεται ως μία ξεχωριστή δραστηριότητα, υπερά­νω κοινωνικών διαφορών, που ταυτό­χρονα διαμεσολαβεί τις αντιφάσεις τους, εξασφαλίζοντας τη γενική «αρ­μονία». Αντιθέτως, στην κομμουνιστι­κή κοινωνία επανενοποιούνται οι κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και η κοι­νωνία αυτοδιευθύνεται. Η κοινότητα των ελεύθερα συνεταιρισμένων παρα­γωγών θα δουλεύει και θα συζητά, θα παράγει και θα διευθύνει ενιαία και χωρίς διαμεσολαβητές.

Δεύτερον, η μετάβαση σε μία απε­λευθερωμένη κοινωνία περνά μέσα από την ανατροπή του καπιταλισμού και αυτό απαιτεί μία επαναστατική ταξική πολιτική στο σήμερα (και τα αντίστοιχα όργανα της) και μία εργα­τική κρατική εξουσία στα πρώτα βή­ματα μετάβασης. Το κομμουνιστικό κίνημα παλεύοντας για το σοσιαλισμό (και για και την κατάργηση κράτους και πολιτικής), πρέπει να αναπτύξει έναν ειδικό τύπο πολιτικής (και κρά­τους) που να νικήσει τον αντίπαλο και ταυτόχρονα να ανοίξει το δρόμο για τη μάρανση του.

Τρίτον, από τα διάφορα μοντέλα επαναστατικής οργάνωσης, το μοντέ­λο του «κόμματος νέου τύπου» και ο κακοποιημένος από εχθρούς και φί­λους λενινιστικός δημοκρατικός συ­γκεντρωτισμός, εξακολουθεί να αποτελεί μία πολύτιμη συνεισφορά. Η οργάνωση πρέπει να αποτελεί επιτελείο και οργανωτή της επανάστασης, που να συνδυάζει, το μακροπρόθεσμο με το βραχυπρόθεσμο, τον τελικό στόχο με τα μικρά καθημερινά βήματα (να συγκροτεί τη λεπτή κόκκινη κλωστή που συνδέει το σήμερα με το αύριο) και να συνενώνει τα πιο διαφορετικά επίπεδα συνείδησης και δράσης αλλά υπό την ηγεμονία του στόχου της κομ­μουνιστικής απελευθέρωσης, σε αντίθεση με το κόμμα-αντανάκλαση του κινήματος του οικονομιστικού ρεφορμισμού και σε αντίθεση με το κόμμα-προπαγανδιστή και παιδαγωγό της σοσιαλδημοκρατικής ορθοδοξίας: Αυ­τή η οργάνωση πρέπει να κάνει κομ­μουνιστική πολιτική – αντίθετα με το κόμμα-αντανάκλαση που κάνει μόνο εκλογική πολιτική ενώ η τάξη κάνει συνδικαλισμό καθώς «το κίνημα είναι τα πάντα, το κόμμα είναι τίποτα», αντίθετα με το κόμμα-προπαγανδιστή που κάνει μόνο εκλογική και αμυντι­κή πολιτική ενώ η τάξη κάνει συνδι­καλισμό, ξεπερνώντας όμως και την λουξεμπουργκιανή αντίληψη της «ορ­γάνωσης ως διαδικασίας» όπου τα προλεταριακά στελέχη περιμένουν το αυθόρμητο των μαζών για να επανα­φέρουν το κόμμα στο σωστό δρόμο και να κάνουν την επανάσταση.

Τέταρτον, αυτή η ενεργή χρήση της επαναστατικής πολιτικής αποτελεί το ρόλο και το λόγο ύπαρξης της κομ­μουνιστικής οργάνωσης. Η τελευταία δεν υπάρχει γιατί κάπως πρέπει να μαζεύονται οι κομμουνιστές, αλλά για να κάνει την επανάσταση. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται όχι μόνο η ενεργο­ποίηση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας αλλά και η προετοιμασία της υπέρβασής της. Αυτό δεν μπορεί να γίνει από μόνο του μέσα στο εργοστάσιο, όπου κυριαρχεί το συγκεκριμένο και το μερικό. Πρέπει να γεννηθεί στο εργοστάσιο, να συγκροτηθεί εκτός του εργοστασίου και να επιστρέψει ως ολοκληρωμένη γραμμή πάλης σε αυτό. Αυτό συνεπάγεται μια τακτική που να απορρέει και να υπηρετεί τη στρατηγική (χωρίς ταυτόχρονα να γί­νεται παθητική και ουσιαστικά ανύ­παρκτη).

Πέμπτον, η κομμουνιστική πολιτι­κή δεν μπορεί να λειτουργεί με τους βολονταριστικούς όρους της αστικής πολιτικής. Η τελευταία έχει δεδομένο το κοινωνικό της σύστημα και περιο­ρίζεται σε ετσιθελικές και τυχοδιωκτι­κές πολιτικές διαχείρισης του. Η κομ­μουνιστική πολιτική δεν έχει δεδομέ­νο το κοινωνικό της έδαφος, αλλά πρέπει να φέρει στην επιφάνεια την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας και να το συγκροτήσει αυτοτελώς, ανταγωνι­στικά και απελευθερωτικά για την δε­ύτερη πλευρά της. Η οργάνωση δεν είναι ταχυδακτυλουργός και η υπόθε­ση της επαναστατικής πολιτικής αφο­ρά τόσο στο κόμμα όσο και στο κίνη­μα και εν τέλει και στην εργατική τά­ξη συνολικά. Η πολιτική είναι υπόθε­ση τόσο του κόμματος όσο και όλων των συνειδητών και ημισυνειδητών συλλογικοτήτων της τάξης, αλλά σε διαφορετικούς βαθμούς και ρόλους.

Έκτον, η κομμουνιστική οργάνω­ση πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ενότητα στις αρχές, στο πρόγραμμα και στη δράση, γιατί μόνο με τέτοιου μακροπρόθεσμου τύπου συμφωνίες μπορεί να σχεδιάσει και να οργανώσει την κομμουνιστική πολιτική, δηλαδή το μακρόπνοο αγώνα κατάκτησης θέσεων στα ταξικά μέτωπα και αλλαγής συνειδήσεων, που διεξάγεται σε όλα τα πεδία- από τα μικρά μέχρι τα μεγάλα. Αυτό δεν σημαίνει πνίξιμο της συζήτησης, όπως έκαναν διάφορα κομματικά ιερατεία. Άλλωστε, ένα θε­μελιακό χαρακτηριστικό του μαρξι­σμού είναι η γνώση των αντιθέσεων και η αντιμετώπιση τους ως πηγή κίνη­σης και ζωής. Όμως, η πιο πλατιά και έντιμη συζήτηση πρέπει να συνδυάζε­ται με την ενοποίηση στα βασικά ση­μεία αντίληψης και στη γραμμή παρέμβασης. Αλλιώς η οργάνωση γίνε­ται ένας όμιλος συζήτησης όπου από εκεί και πέρα ο καθένας κάνει σχεδόν ατομικά ό,τι νομίζει και όπως το νομί­ζει. Αυτό μπορεί να ταιριάζει με τις διάφορες μη-μαζικές κινηματιστικές οργανώσεις στελεχών που προέκυ­ψαν από κινήματα τύπου ’68 και που περιορίζονται να ρίχνουν ιδέες στο κί­νημα. Όμως, δεν έχει σχέση με την κομμουνιστική οργάνωση που οφείλει να είναι μαζική οργάνωση με εσωτε­ρικό -αντιιεραρχικό αλλά λειτουργι­κό- καταμερισμό εργασίας, παρουσία σε διαφορετικούς και μαζικούς χώ­ρους και μέτωπα και να ενοποιεί δια­φορετικά επίπεδα κοινωνικής εμπει­ρίας, προέλευσης και συνείδησης.

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το οργανωτικό ζήτημα είναι ληγ­μένο, όπως διάφοροι πάπες αντιμαρξιστικών ορθοδοξιών διατείνονται. Αντίθετα, σε κάθε ιστορική εποχή πρέπει οι γενικές αρχές να πάρουν τη συγκεκριμένη μορφή που τους αντιστοιχεί. Αυτό σημαίνει αναδιατύπωση των βασικών αρχών (γιατί αλίμονο εάν η μαρξιστική θεωρία παρέμενε στατική), του προγράμματος και της γραμμής παρέμβασης, που συνεπάγο­νται ιστορικά συγκεκριμένη συγκρό­τηση της στρατηγικής και της τακτι­κής. Επίσης, η οργανωτική διάρθρω­ση, τόσο της οργάνωσης, όσο και των άλλων συλλογικοτήτων του εργατικού κινήματος, πρέπει να παρακολουθεί τους μετασχηματισμούς της εργατικής τάξης, αλλά δεν μπορεί να υποτάσσε­ται τυφλά σε αυτούς, γιατί συνήθως εκπορεύονται από το κεφάλαιο. Εδώ όμως, πρέπει να τονισθεί ότι είναι λανθασμένες οι απόψεις που υποστη­ρίζουν ότι η μορφή της επαναστατικής οργάνωσης πρέπει να αλλάζει ανάλο­γα με την ιστορική περίοδο. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η σύγχρονη πα­ραλλαγή τους, που απορρίπτει βασι­κές αρχές της κομμουνιστικής συγ­κρότησης, θεωρώντας ότι αντιστοιχο­ύσε στο τεϊλορικό μοντέλο και υιοθε­τούσε βασικά χαρακτηριστικά του (μαζοποίηση, πειθαρχία, μονοπρόσω­πη διεύθυνση κ.λπ.). Κατ’ αρχήν, αμ­φισβητείται βάσιμα εάν ποτέ υπήρξε ένα τεϊλορικό στάδιο. Επιπλέον, εάν εγκαθιδρύθηκε αυτό, έγινε πολύ αρ­γότερα (τόσο στη Δύση και πολύ πε­ρισσότερο στην Ρωσία) από όταν προ­τάθηκε η αντίληψη του κόμματος νέου τύπου.

Είναι σήμερα ανάγκη, το ΝΑΡ να κάνει σημαντικά βήματα -χωρίς βε­βιασμένες και μηχανιστικές λύσεις καθώς το ζήτημα, συνολικά του επα­ναστατικού υποκειμένου, εκκρεμεί ως θέμα ειδικής συνδιάσκεψης- στην αντιμετώπιση του οργανωτικού ζητή­ματος. Άλλωστε, η ζωντανή συμφωνία και ενοποίηση ενός δυναμικού αξίζει πολύ περισσότερο από χιλιάδες θρη­σκευτικού τύπου συμφωνίες που είναι ουσιαστικά κενές περιεχομένου. Απαιτείται όμως, η κίνηση και η εσωτερική ζωή ενός δυναμικού να παρακολουθεί και να μαθαίνει από τις απαιτήσεις των καιρών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s