Συνέντευξη μου για την κρίση και την οικονομία στον ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ 17/9/2012

Η κρίση του συστήματος οδηγεί στη βαρβαρότητα

Δευτέρα, 17 Σεπτέμβριος 2012 00:25 | Συντάχθηκε απο τον/την Εργατικός Αγώνας

Συνέντευξη του Σταύρου Μαυρουδέα στον Εργατικό Αγώνα

 

1)     Τι είναι το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος σε ένα κράτος;

Το δημόσιο έλλειμμα είναι η υστέρηση των δημόσιων εσόδων έναντι των δημόσιων εξόδων. Διακρίνεται συνήθως σε ισοζύγιο (δηλαδή σχέση εσόδων – εξόδων) του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Το δημόσιο χρέος είναι ο δανεισμός του δημοσίου είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Όμως το εσωτερικό δημόσιο χρέος είναι συνήθως πιο εύκολα χειρήσιμο από το εξωτερικό (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ιαπωνία).

Το ιδιωτικό χρέος είναι ο συνολικός δανεισμός των ιδιωτών είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό.

Η Ελλάδα έχει υψηλό δημόσιο έλλειμμα και δημόσιο χρέος αλλά χαμηλό ιδιωτικό χρέος. Έτσι, συγκρινόμενη με άλλες χώρες της ΕΕ αλλά και του κόσμου, ενώ έχει υψηλό δημόσιο χρέος έχει χαμηλό συνολικό χρέος (δηλαδή άθροισμα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους).

Πώς δημιουργούνται και τι εκφράζουν;

Το δημόσιο έλλειμμα προκύπτει όταν τα δημόσια έσοδα υπολείπονται των δημόσιων εξόδων. Το δημόσιο χρέος προκύπτει από το δανεισμό για να καλυφθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα που προκύπτουν από το προηγούμενο. Τόσο το δημόσιο έλλειμμα όσο και το δημόσιο χρέος μπορεί να είναι διαχειρήσιμα ή όχι. Παραδείγματος χάριν, ένα κράτος μπορεί να δημιουργήσει σήμερα έλλειμμα (και να δανεισθεί για να το καλύψει). Όμως τα κεφάλαια που θα συγκεντρωθούν (και με το δανεισμό) να αξιοποιηθούν παραγωγικά οπότε να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη αύριο ή οποία θα αποφέρει και αύξηση των δημόσιων εσόδων. Οπότε έτσι θα καλυφθεί την επόμενη μέρα το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος. Στην περίπτωση αυτή το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος λειτουργούν σαν ατμομηχανή της αναπτυξιακής διαδικασίας και είναι διαχειρήσιμα. Χονδρικά, αυτό σημαίνει ότι ο ρυθμός αύξησης του δημόσιου χρέους συνδέεται με τον ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας. Αντίθετα, μη διαχειρήσιμα ελλείμματα είναι αυτά που ο ρυθμός αύξησης των αναγκών εξυπηρέτησης τους ξεπερνά τις δυνατότητες της οικονομίας.

Τα δημοσιονομικά ελλείμματα (και συνακόλουθα το δημόσιο χρέος) εκτινάχθηκαν στα ύψη μετά το ξέσπασμα της σημερινής παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης (το 2007-8) καθώς τα αστικά κράτη έσπευσαν να διασώσουν και να επιδοτήσουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις (όλων των τομέων και όχι μόνο του χρηματοπιστωτικού συστήματος αν και κύρια στο τελευταίο εμφανίσθηκαν τα πιο άμεσα πιεστικά προβλήματα).

Το ιδιωτικό χρέος προκύπτει από τις ανάγκες δανεισμού των ιδιωτών (των επιχειρήσεων αλλά και των λεγόμενων «νοικοκυριών»). Στη σημερινή ιστορική συγκυρία στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες το ιδιωτικό χρέος είναι υψηλό ιδιαίτερα μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Αυτό γιατί, ενώ το πραγματικό εισοδηματικό μερίδιο της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων μειώθηκε δραματικά από τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, δόθηκε αφειδώς δυνατότητα δανεισμού άσχετα από τις πραγματικές δυνατότητες των τάξεων αυτών. Με τον τρόπο αυτό διατηρήθηκε σε ανεκτά επίπεδα, μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης του 2007-8, το επίπεδο κατανάλωσης των εργαζομένων και των μεσαίων στρωμάτων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτιναχθεί στα ύψη ο ιδιωτικός δανεισμός όχι μόνο λόγω αυξημένου δανεισμού των επιχειρήσεων αλλά και λόγω υπέρογκα αυξημένου δανεισμού των εργαζομένων. Η Ελλάδα αποτέλεσε σχετική εξαίρεση στην τάση αυτή γιατί μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισε – για τους ίδιους λόγους – να αυξάνει ο ιδιωτικός δανεισμός αλλά δεν έφθασε στα επίπεδα των πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών.

Η Ελλάδα εμφανίζει κάποια ιδιαιτερότητα σε αυτά σχετικά με τα υπόλοιπα καπιταλιστικά κράτη;

Οι ομοιότητες και οι διαφορές της ελληνικής οικονομίας αναλύθηκαν παραπάνω.

Γιατί η ΕΕ έχει θέσει σκληρούς στόχους δημοσιονομικής πολιτικής;

Η ΕΕ έχει θέσει, ήδη με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς (δηλαδή όρια στα δημοσιονομικά ελλείμματα και κατ’ επέκταση στο δημόσιο χρέος) για τις χώρες της Ευρωζώνης. Αυτό γιατί η ΟΝΕ είναι μία προβληματική νομισματική ενοποίηση για δομικούς λόγους, δηλαδή από την ήδη την γέννηση της. Συγκεκριμένα, επιβάλλει το ίδιο νομισματικό πλαίσιο σε πολύ διαφορετικές και άνισες οικονομίες που μάλιστα, εκτός από τις δομικές διαφορές του και τους διαφορετικούς οικονομικούς κύκλους τους, αντί να συγκλίνουν αποκλίνουν μεταξύ τους. Αυτό σε μαρξιστικούς όρους χαρακτηρίζεται ως ανισομέρεια ή ανισομετρία ενώ σε αστικούς όρους ως μη-βέλτιστη νομισματική περιοχή. Σε πιο άμεσο πρακτικό επίπεδο, η ΟΝΕ έχει μία κοινή νομισματική πολιτική (και κάτι παραπάνω: κοινό νόμισμα) αλλά δεν έχει κοινή δημοσιονομική πολιτική. Πολύ περισσότερο, δεν έχει πίσω της μία ενιαία κρατική οντότητα αλλά μία διακρατική ένωση. Έτσι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι μία ιδιόμορφη κεντρική τράπεζα γιατί στηρίζεται μόνο στα κεφάλαια που της έχουν διαθέσει τα κράτη-μέλη της και ενδεχομένως στην «καλή προαίρεση» τους ένωση εάν έχει προβλήματα κεφαλαιοποίησης να της τα καλύψουν. Γι’ αυτό από την πρώτη στιγμή η ΟΝΕ προσπάθησε να βάλει τουλάχιστον ένα πλαίσιο περιορισμών στις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές. Όμως είναι πασίγνωστο ότι αυτό παραβιάσθηκε συστηματικά και μάλιστα ιδιαίτερα από τους ηγεμονικούς ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς (δηλαδή τη Γερμανία και τη Γαλλία). Αυτό ήταν μοιραίο γιατί ακόμη και γι’ αυτούς η καπιταλιστική συσσώρευση στη χώρα τους (και η υποστήριξη της) έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι της μεγαλόσχημης ανοησίας που ονομάζεται «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι». Φυσικά με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και την επίθεση στις ευρωπαϊκές περιφερειακές χώρες (τα PIGS) οι περιορισμοί εντάθηκαν. Ιδιαίτερα στις χώρες που μπήκαν σε μνημόνια εκεί οι δημοσιονομικές πολιτικές μπήκαν υπό τον άμεσο έλεγχο των δανειστών καθώς οι χώρες αυτές έγιναν οικονομικά προτεκτοράτα. Αυτό σήμαινε ότι οι δημοσιονομικές πολιτικές τους έγιναν περιοριστικές (δηλαδή, σε απλά ελληνικά, πετσοκόφτηκαν) με αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση της ύφεσης και της κρίσης στις χώρες αυτές. Τα τελευταία σχέδια περί κοινής ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ένωσης είναι απλά παραμύθια για μικρά παιδιά. Πρώτα θα γίνουν αιματηρές περικοπές στους εργαζόμενους και ιδιαίτερα αυτούς των περιφερειακών χωρών και μετά μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, που θα σημαίνει ότι για τυχόν ανισορροπίες στις περιφερειακές χώρες θα δοθούν ενισχύσεις από τον πλούσιο Βορρά.

Ο ελληνικός δημόσιος τομέας είναι υπερδιογκωμένος;

Αυτό είναι ένα γνωστό παραμύθι των προπαγανδιστικών παπαγαλακίων του συστήματος (π.χ. τα συνειδητά ψεύδη των ΜΜΕ της διαπλοκής περί 1.000.000 δημοσίων υπαλλήλων. Συγκριτικά με τις άλλες χώρες της ΕΕ ο ελληνικός δημόσιος τομέας δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Μάλιστα, το τμήμα του που είναι το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος» (δηλαδή οι δομές κοινωνικής ασφάλισης) είναι και πολύ νεότερο και πολύ μικρότερο από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Όμως ο ελληνικός δημόσιος τομέας είναι μεγάλος σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Αυτό γιατί, όπως σε πολλές λιγότερο αναπτυγμένες ή πρόσφατα αναπτυγμένες χώρες ο δημόσιος τομέας έπαιξε αναγκαστικά το ρόλο της ατμομηχανής της ανάπτυξης. Και αυτό φυσικά γιατί ο ιδιωτικός τομέας δεν είχε καμία διάθεση να ρισκάρει να κάνει κάτι τέτοιο ιδιαίτερα στα πρώτα αμφίβολα βήματα αυτής της πορείας. Όχι μόνον αυτό αλλά ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας είναι κραυγαλέα κρατικοδίαιτος. Δηλαδή, οι έλληνες καπιταλιστές είναι μαθημένοι να κάνουν λεφτά μέσα από το δημόσιο τομέα. Με άλλα λόγια, να κάνουν ιδιωτικές μπίζνες με δημόσια χρήματα. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που τα ελληνικά δημοσιονομικά ελλείμματα εκτινάχθηκαν στα ύψη με την έκρηξη της κρίσης του 2007-8. Φυσικά εκτός από την κρίση συνετέλεσαν και μερικοί άλλοι σημαντικοί παράγοντες. Ένας είναι το μεγάλο φαγοπότι των Ολυμπιακών του 2004 που ουδέποτε αναλογίσθηκε κανονικά (με ξεδιάντροπη πολιτική επιλογή των κομμάτων που τοους ήθελαν) και το οποίο φόρτωσε προβλήματα στα ελληνικά δημοσιονομικά που δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Το δεύτερο είναι το συνειδητό φούσκωμα των μεγεθών από την κυβέρνηση Γ.Παπανδρέου ακριβώς για να εξαναγκασθεί η χώρα να μπει σε μνημόνιο.

Τελικά το έλλειμμα και ο δημόσιος τομέας ευθύνονται για την ελληνική κρίση;

Φυσικά και δεν είναι υπαίτια τα δημοσιονομικά ελλείμματα και ο δημόσιος τομέας για την ελληνική κρίση. Η επίσημη αστική ερμηνεία παρουσιάζει την κρίση αυτή σαν ένα κατά βάση εσωτερικό ελληνικό πρόβλημα δίδυμων ελλειμμάτων. Η ελληνική διαφθορά (που οφείλεται στο πελατειακό σύστημα που υποστηρίζεται ότι «χάιδεψε» ιδιαίτερα τους εργαζόμενους και τους μικρομεσαίους) μαζί με την απληστία (που οδήγησε στην υπερκατανάλωση, δηλαδή στη διαβίωση της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού πλουσιότερα απ’ ότι άντεχε) οδήγησε σε δυσθεώρητα δημοσιονομικά ελλείμματα. Αυτό γιατί το κράτος υποστηρίζεται ότι είναι μεγαλύτερο απ’ ότι έπρεπε και δίνει πλούσιες παροχές ιδιαίτερα στο δημόσιο τομέα. Αυτά τα δημοσιονομικά ελλείμματα συντηρήθηκαν με υπέρογκο εξωτερικό δανεισμό (εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης που έδωσε το ευρώ) και οδήγησαν σε έκρηξη του εξωτερικού χρέους. Συνοπτικά, τα δημοσιονομικά ελλείμματα οδήγησαν σε εξωτερικό χρέος που πλέον είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Έτσι η ελληνική περίπτωση ερμηνεύεται εν τέλει σαν μία κρίση χρέους.

Αυτή η αρχική ερμηνεία διαφοροποιήθηκε σιωπηρά στη συνέχεια όταν, με τη Μνημονιακή πολιτική, μπήκε μαχαίρι όχι μόνο στον δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα (δραστική μείωση των κατώτατων ημερομισθίων, διάλυση της προστασίας των εργασιακών σχέσεων κλπ.). Τότε ξαφνικά ανακαλύφθηκε ότι το ελληνικό πρόβλημα έχει και μία δομική διάσταση, δηλαδή υστερεί σε ανταγωνιστικότητα. Συνεπώς πρέπει να μειωθεί το εργατικό κόστος, λες και αυτό είναι ο βασικός υπαίτιος της ελλιπούς ανταγωνιστικότητας. Έτσι στους συνηθισμένους υποστηρικτικούς δείκτες προστέθηκε και αυτός του (ονομαστικού) μοναδιαίου κόστους εργασίας που δήθεν ανήλθε αδικαιολόγητα.

Η αστική ερμηνεία συνειδητά παραμορφώνει την πραγματικότητα για να δικαιολογήσει τις κυρίαρχες πολιτικές και ιδιαίτερα αυτή του Μνημονίου. Κατ’ αρχήν αποσυνδέει εντελώς την ελληνική κρίση και ευρύτερα την κρίση της ΕΕ από την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση. Δεύτερον, και όπου εξετάζει την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση την θεωρεί απλά σαν μία χρηματοπιστωτική κρίση. Σε αντίθεση με την αστική ερμηνεία η ελληνική κρίση δεν είναι πρωτίστως μία κρίση χρέους και μάλιστα διπλών ελλειμμάτων. Αυτά είναι αποτελέσματα της βαθειάς κρίσης της καπιταλιστικής οικονομίας. Η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού έχει μία διπλή διάσταση: εσωτερική και εξωτερική (πιο αναλυτικά βλέπε https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2011/10/29/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4/). Η εσωτερική διάσταση αφορά την καπιταλιστική κρίση. Ο ελληνικός καπιταλισμός βιώνει και αυτός την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης που ξεκίνησε το 2007-8 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η κρίση αυτή προέρχεται από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους που οδηγεί σε (α) επενδυτική αποχή (καθώς τα κεφάλαια δεν μπορούν να επενδυθούν αρκούντως κερδοφόρα) και ταυτόχρονα (β) συσσώρευση αναξιοποίητων κεφαλαίων (υπερσυσσώρευση). Η εξωτερική διάσταση αφορά το γεγονός ότι η κρίση υπερσυσσώρευσης επιδεινώνεται λόγω της συμμετοχής, από μία υποδεέστερη θέση, στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι ο ελληνικός καπιταλισμός φορτώνεται δυσανάλογα βάρη από ισχυρότερους απ’ αυτόν ηγεμονικούς ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς.

Αν η κύρια αιτία είναι άλλη, έχουν παίξει κάποιο ρόλο τα παραπάνω μεγέθη;

Τα δίδυμα ελλείμματα είναι παράγωγα της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και όχι αίτια. Η πτώση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και συνεπώς της συσσώρευσης κεφαλαίου οδήγησε το αστικό κράτος να τα «επιδοτήσει» μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτό εκτίναξε τα δημοσιονομικά ελλείμματα και μαζί τους το δημόσιο χρέος. Μάλιστα το τελευταίο, πάντα χάρη στο μηχανισμό του ευρώ και του Μάαστριχτ, έγινε σε μεγάλο βαθμό εξωτερικό χρέος. Όμως, αντίθετα με τις κεϋνσιανές ψευδαισθήσεις, η «επιδότηση» της καπιταλιστικής κερδοφορίας με δημόσια χρήματα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μία κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου γιατί διατηρεί εν λειτουργία κεφάλαια που θα έπρεπε να καταστραφούν. Έτσι, παρά τις «επιδοτήσεις», η συσσώρευση του κεφαλαίου (δηλαδή πρακτικά ο ρυθμός ανάπτυξης) δεν μπορούσε να ανακάμψει με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η εξυπηρέτηση του χρέους. Όλα αυτά επιδεινώθηκαν με την παρέμβαση των ηγεμονικών καπιταλισμών της ΕΕ που κυριολεκτικά οδήγησαν τις ευρω-περιφερειακές χώρες (και την Ελλάδα ανάμεσα τους) σε αδυναμία αντιμετώπισης του χρέους έτσι ώστε να μπουν σε μνημόνια. Με τον τρόπο αυτό οι ηγεμονικοί καπιταλισμοί της ΕΕ επιδιώκουν να δημιουργήσουν μία «εσωτερική Κίνα» (με άθλιους μισθούς και εργασιακές σχέσεις) μέσα στην ΕΕ (πιο αναλυτικά βλέπε https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2012/01/11/%CE%B7-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B5-%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC/).

2)     Με ποιο περιεχόμενο χρησιμοποιείται ο όρος καζινοκαπιταλισμός;

Ο όρος καζινοκαπιταλισμός είναι η εκλαϊκευτική εκδοχή της θεωρίας της χρηματιστικοποίησης. Η τελευταία έχει μετα-κεϋνσιανές ρίζες (ιδιαίτερα στη νομισματική θεωρία) και στη συνέχεια μετεγράφηκε, εξαιρετικά επιπόλαια και με σοβαρά αναλυτικά αλλά και πολιτικά προβλήματα, μέσα στους κόλπους του Μαρξισμού. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν είναι αυτός που αναλύει ο Μαρξισμός αλλά έχει μεταλλαχθεί πλήρως. Υποστηρίζεται ότι τις τελευταίες δεκαετίες ο νέο-φιλελευθερισμός έκανε κυρίαρχη φιγούρα όχι τον επιχειρηματία αλλά τον τραπεζίτη (για την ακρίβεια τον καπιταλιστή του χρηματοπιστωτικού συστήματος). Έτσι, η εκμετάλλευση δεν προέρχεται πλέον από τον απλήρωτο χρόνο εργασίας (την υπεραξία) στην παραγωγή αλλά από τοκογλυφικές δραστηριότητες στη σφαίρα της χρηματικής κυκλοφορίας. Με τον τρόπο αυτό το χρηματικό κεφάλαιο εκμεταλλεύεται όχι μόνο τους εργάτες (μέσω όμως της τοκογλυφίας) αλλά και του επιχειρηματίες καπιταλιστές. Στις μαρξίζουσες εκδοχές της η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι δίπλα στην κλασική α-λαΜαρξ εκμετάλλευση της εργασίας στην παραγωγή υπάρχει (και αποκτά βαρύνοντα ρόλο) η τοκογλυφική εκμετάλλευση της. Η θεωρία αυτή, παρά τον φωνακλάδικο καταγγελτισμό της (οι κακοί τραπεζίτες κλπ.), κατανοεί λάθος τη λειτουργία του καπιταλισμού και, επιπλέον, εύκολα οδηγεί σε ρεφορμιστικά συμπεράσματα του τύπου «συμμαχία της εργατικής τάξης με τους παραγωγικούς καπιταλιστές εναντίον των τραπεζιτών» (τα οποία εύκολα μπορεί να βρει, στην Ελλάδα, σε παλαιότερες εκθέσεις της ΓΣΕΕ). Ο καπιταλισμός σε περιόδους κρίσης υπερσυσσώρευσης – ιδιαίτερα μετά την καταλυτική εμπειρία της κρίσης του 1929 – καταφεύγει στο χειρισμό της κρίσης με νομισματικά μέσα. Τμήμα αυτών των χειρισμών είναι η διόγκωση της σφαίρας λειτουργίας του χρηματικού κεφαλαίου. Η διόγκωση αυτή απομακρύνει αλλά δεν λύνει την κρίση. Μάλιστα, εν τέλει, την κάνει οξύτερη και έτσι όταν ξεσπάσει έχει ακόμη πιο καταστροφικές επιπτώσεις. Επιπλέον, η παραγωγή πλούτου – και συνεπώς και η εκμετάλλευση – γίνεται πάντα στη σφαίρα της παραγωγής ενώ στη σφαίρα της νομισματικής κυκλοφορίας μόνο αναδιανομή του παραχθέντος πλούτου μπορεί να γίνει.

Τι είναι το πλασματικό κεφάλαιο;

Το πλασματικό κεφάλαιο είναι ουσιαστικά ένα στοίχημα σε μέλλουσα να παραχθεί υπεραξία που όμως αποτυπώνεται λογιστικά στο σήμερα. Ουσιαστικά απεικονίζει σε τρέχουσες «λογιστικές» καταστάσεις τις προοπτικές μελλοντικής καπιταλιστικής κερδοφορίας. Συνδέεται επίσης – χωρίς να ταυτίζεται – με το πιστωτικό χρήμα (δηλαδή το χρήμα που δημιουργούν οι τράπεζες με το άνοιγμα πιστώσεων). Έκφραση του πλασματικού κεφαλαίου είναι οι λεγόμενες «φούσκες» στην οικονομία.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μορφή καπιταλισμού που μπορεί να διορθωθεί κι έτσι τα όποια προβλήματα να ελαχιστοποιηθούν ή να εξαλειφθούν;

Ο καζινοκαπιταλισμός ή αλλιώς η χρηματιστικοποίηση δεν σηματοδοτούν ένα νέο καπιταλισμό. Απλά είναι μία φάση της κρίσης του σύγχρονου καπιταλισμού που υπήρχε και παλιότερα αλλά σήμερα έχει, για μία σειρά λόγους (και ιδιαίτερα τα εργαλεία καπιταλιστικής διαχείρισης που κατασκευάσθηκαν μετά την κρίση του 1929), αποκτήσει μεγαλύτερη έκταση απ’ ότι παλιότερα. Το σπάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας δεν αρκεί για να λύσει την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος καθώς εκτός από την απαξίωση του χρηματικού κεφαλαίου πρέπει να απαξιωθεί και το παραγωγικό κεφάλαιο. Επιπλέον, η εργατική τάξη δεν έχει να κερδίσει τίποτα από μία συμμαχία με το παραγωγικό κεφάλαιο ενάντια στη χρηματιστικοποίσης για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον, παρά τις επιμέρους αντιθέσεις υπάρχουν ισχυρότατοι και αδιάσπαστοι δεσμοί μεταξύ χρηματικών και παραγωγικών καπιταλιστών. Δεύτερον, το πρόβλημα των εργαζόμενων είναι η εκμετάλλευση τους (ιδιαίτερα από τους παραγωγικούς καπιταλιστές) και όχι η όποια τοκογλυφία των χρηματικών καπιταλιστών που παίζει μόνο περιστασιακό και ήσσονος σημασίας ρόλο. Τρίτον, ο καπιταλισμός για να βγει από την κρίση πρέπει οπωσδήποτε να αυξήσει την εκμετάλλευση της εργασίας. Επομένως, οι εργαζόμενοι δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα ουσιαστικό επιδιώκοντας μία ανέφικτη συμμαχία με μία μερίδα του κεφαλαίου έναντι της άλλης.

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει παίξει ρόλο στην εκδήλωση της κρίσης και με ποιο τρόπο;

Η σημερινή κρίση είναι συνέχεια της μεγάλης δομικής κρίσης του 1973-75, δηλαδή της τρίτης παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού (έπειτα από αυτές του 1873 και 1929). Αυτή ήταν μια κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Έθεσε τέλος στην μεταπολεμική 25ετία ισχυρής και σχετικά απρόσκοπτης καπιταλιστικής συσσώρευσης, που χαρακτηρίσθηκε ως η δεύτερη «χρυσή εποχή» του συστήματος (η πρώτη «χρυσή εποχή» προηγήθηκε της κρίσης του 1873). Ακόμη και μετά το πέρας της κρίσης αυτής καθ’ εαυτής, το σύστημα έμεινε εγκλωβισμένο σε μία μακρά περίοδο «ισχνών αγελάδων» από την οποία – παρά τις μερικές ανακάμψεις – δεν έχει μπορέσει μέχρι σήμερα να βγει. Για όλους αυτούς τους λόγους αποτελεί μία δομική κρίση του συστήματος. Δηλαδή δεν ανήκει στις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες κυκλικές διακυμάνσεις του αλλά στην κατηγορία των κρίσεων που σηματοδοτούν το τέλος εποχής για την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική με την οποία λειτούργησε το σύστημα για μία ολόκληρη περίοδο. Για το ξεπέρασμα των δομικών κρίσεων απαιτείται η ριζική αλλαγή της, δηλαδή η αναδιάρθρωση του συστήματος. Η αλλαγή αυτή είναι ευριστική (δηλαδή προχωρά με την μέθοδο της δοκιμής και του σφάλματος). Επιπλέον, η έκβαση της δεν καθορίζεται μόνο από τα σχέδια και τις εσωτερικές ισορροπίες του κεφαλαίου (δηλαδή από τον συνδυασμό γενικών κοινών συμφερόντων και αντιπαραθέσεων μεταξύ μερίδων του κεφαλαίου) αλλά και από την στάση του κόσμου της εργασίας και ιδιαίτερα από το εάν ο τελευταίος θα υποστεί παθητικά τους πειραματισμούς του κεφαλαίου ή θα τους αμφισβητήσει. Γι’ αυτό, μετά από δομικές κρίσεις, ανοίγει μία μακροχρόνια και ταραγμένη περίοδος δοκιμής διαφόρων πολιτικών καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Έτσι μετά την κρίση του 1973 το κεφάλαιο προχώρησε σε διαδοχικά κύματα καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων: αρχικά δεξιές κεϋνσιανές πολιτικές, ακολούθως νεοφιλελεύθερες πολιτικές κλειστής οικονομίας (τον μονεταρισμό), στη συνέχεια νεοφιλελεύθερες πολιτικές ανοικτής οικονομίας (την «παγκοσμιοποίηση») ενώ σήμερα πειραματίζεται και με σοσιαλφιλελεύθερες πολιτικές. Οι καπιταλιστικές αυτές αναδιαρθρώσεις είχαν ως αποτέλεσμα μία σχετικά αναιμική ανάκαμψη της κερδοφορίας και της συσσώρευσης που βασίσθηκε κυρίως στην αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτή προωθήθηκε (α) με την μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης, (β) την εντατικοποίηση της εργασίας αλλά και (γ) την για πρώτη φορά μετά τις αρχές του 20ου αι. αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας (που σήμαινε αύξηση του απλήρωτου χρόνου εργασίας, δηλαδή ενίσχυση της διαδικασίας εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας. Όμως δεν υπήρξε ούτε επαρκής απαξίωση κεφαλαίων ούτε ριζικές αλλαγές στην τεχνολογία και στην οργάνωση της παραγωγής (παρά τις πλήρως διαψευσθείσες εξαγγελίες περί «νέας οικονομίας»).

Αυτή η αναιμική ανάκαμψη (που δικαιολογημένα έχει χαρακτηρισθεί ως «σιωπηρή ύφεση») πέρασε από μία σειρά κυκλικές διακυμάνσεις που σημαδεύθηκαν επίσης από αντίστοιχες περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές κρίσεις (π.χ. κραχ του 1987, συναλλαγματικές κρίσεις της δεκαετίας του 1990). Ιδιαίτερα σημαδεύτηκε από μία καθοδική φάση την περίοδο 2000-2003 που ακολουθήθηκε από μία ανάκαμψη το 2003-2007. Ήδη, όμως, μετά την ύφεση του 2000-3 τα σημεία κάμψης της αύξησης του ποσοστού υπεραξίας και συνεπώς της δυνατότητας αντιρρόπησης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους άρχισαν να γίνονται εμφανή. Έτσι ήδη από το 2005-6 ο ρυθμός μεγέθυνσης της αμερικάνικης οικονομίας (που δίνει την τόνο με σχετικές χρονικές υστερήσεις στους οικονομικούς κύκλους των άλλων βασικών πόλων του συστήματος) άρχισε να «λαχανιάζει» ενώ από το 2004 σημειώθηκε κάμψη του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (που εμπεριέχει την αύξηση της εκμετάλλευσης). Τότε το σύστημα, ήδη από το 2000, προχώρησε στη φυγή προς τα μπροστά: το απελευθερωμένο (μετά τις νεοφιλελεύθερες αλλαγές) χρηματοπιστωτικό σύστημα τροφοδότησε με ρευστότητα το σύστημα και άρα δημιούργησε επενδύσεις και κατανάλωση με στοιχήματα στο μέλλον (τόσο από τους καπιταλιστές [πλασματικό κεφάλαιο, δηλαδή στοίχημα σε μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία] όσο και από τα λαϊκά στρώματα [υπερδανεισμός]). Αυτό οδήγησε σε επιπλέον διόγκωση του χρηματικού κεφαλαίου που ταυτόχρονα μετέθεσε στο μέλλον τα προβλήματα της πραγματικής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η ανάπτυξη του πλασματικού κεφαλαίου οδήγησε, μέσω της μόχλευσης (των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων) σε «φούσκες» και συνεπώς η υπερσυσσώρευση επιδεινώθηκε. Όλο αυτό το «τρελό τσίρκο» όμως άντεχε όσο μπορούσε να αυξάνει η εκμετάλλευση της εργασίας. Αυτό έγινε μέσω της παροχής ολοένα και περισσότερου απλήρωτου χρόνου με αντάλλαγμα την διατήρηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Δηλαδή, οι εργαζόμενοι αύξαναν τον χρόνο εργασίας τους (αυξάνοντας δυσανάλογα το απλήρωτο τμήμα του) για να μπορέσουν να διατηρήσουν την αγοραστική τους δύναμη. Από την στιγμή που αυτή η διαδικασία αύξησης της υπεραξίας άρχισε να «λαχανιάζει» (όπως ήταν αναμενόμενο γιατί για να μπορεί το ποσοστό υπεραξίας να αντιρροπεί την αύξηση της ΟΣΚ πρέπει να αυξάνει με επιταχυνόμενους ρυθμούς που καταντούν στο τέλος εξωπραγματικοί) τότε κατέρρευσαν και τα «στοιχήματα». Οι προσδοκίες για αυξανόμενη μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία από επιχειρηματικά σχέδια εξανεμίστηκαν και ταυτόχρονα κατέρρευσε η ικανότητα των εργαζομένων να διατηρούν μέσω δανεισμού το επίπεδο διαβίωσης τους. Ήταν ο συνδυασμός αυτός, που ξεκίνησε από την σφαίρα της παραγωγής, που έκανε ένα υπό άλλες συνθήκες ασήμαντο πρόβλημα στεγαστικής πίστης στις ΗΠΑ να λειτουργήσει σαν θρυαλλίδα. Η κατάρρευση των «στοιχημάτων» ξεκίνησε από την αδυναμία του παραγωγικού κεφαλαίου να εξάγει υπεραξία με τους απαιτούμενα γοργούς ρυθμούς. Αυτό έθιξε άμεσα το πράγματι αφύσικα υψηλό μερίδιο υπεραξίας που αναδιανέμονταν προς το χρηματικό κεφάλαιο. Και αυτό οδήγησε στην χρεοκοπία χρηματοπιστωτικών οργανισμών που με την σειρά τους μειώνοντας την παροχή ρευστότητας επιδείνωσαν την κατάσταση των παραγωγικών επιχειρήσεων.

Συνεπώς, η σημερινή κρίση ξεκίνησε από το παραγωγικό κεφάλαιο (πάντα σαν κρίση a-la-Marx), εκφράσθηκε ως κρίση στεγαστικής πίστης (στις ΗΠΑ), μεταφέρθηκε στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και επέστρεψε για να επιτείνει την κρίση του παραγωγικού κεφαλαίου. Η κρίση δεν πήρε την μορφή που έχει από την αυτονόμηση του χρηματικού κεφαλαίου αλλά ακριβώς αντίθετα επειδή το χρηματικό κεφάλαιο (και ιδιαίτερα οι πλασματικές δραστηριότητες του) είναι πάντα εν τέλει δέσμιο του παραγωγικού κεφαλαίου. Η δράση αυτή του χρηματικού κεφαλαίου διευκόλυνε κατ’ αρχήν το παραγωγικό κεφάλαιο καθώς ετεροχρόνισε την επαπειλούμενη κρίση. Όμως τελικά ο ετεροχρονισμός της κρίσης οδήγησε, όταν αυτή αναπόφευκτα ξέσπασε, στο να πάρει ακόμη χειρότερες διαστάσεις.

3)     Πώς ερμήνευσε ο Μαρξ την ύπαρξη κρίσεων στον καπιταλισμό;

Ο Marx θεωρεί ότι η ίδια η φυσιολογική λειτουργία του συστήματος οδηγεί σε κρίσεις. Πιο συγκεκριμένα, κάθε κεφάλαιο ατομικά και το σύστημα συνολικά, μετά από κάθε φάση λειτουργίας του, συσσωρεύει κεφάλαιο το οποίο πρέπει να επανεπενδυθεί γιατί εαν παραμείνει ανενεργό θα σημαίνει απώλεια δυνητικών κερδών και πιθανά υστέρηση κάποιων ατομικών κεφαλαίων έναντι των ανταγωνιστών τους. Ιδιαίτερα το τελευταίο – δηλαδή η πίεση του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού – προκαλεί μία διαρκή και άναρχη τάση των ατομικών κεφαλαίων για συσσώρευση. Αυτή η τάση, ακριβώς επειδή είναι ατομική και άναρχη, οδηγεί αργά ή γρήγορα στο να ξεπερασθούν τα εκάστοτε δεδομένα ιστορικά όρια ασφαλείας του συστήματος. Αυτό σημαίνει να συσσωρευθεί περισσότερο κεφάλαιο από ότι μπορεί να επενδυθεί αποδοτικά υπό τις δεδομένες συνθήκες. Με τον τρόπο αυτό προκαλείται κρίση υπερσυσσώρευσης του συστήματος. Με άλλα λόγια, η υπερβολική επιτυχία του συστήματος (η υπερβολική συσσώρευση κεφαλαίου) οδηγεί στην αποτυχία του (την οικονομική κρίση). Υπάρχουν διάφορες μαρξιστικές θεωρίες για το πως προκαλείται η οικονομική κρίση (π.χ. θεωρία της υποκατανάλωσης, θεωρία της δυσαναλογίας). Η θεωρία όμως που σήμερα θεωρείται ως η πιο πιστή στην ανάλυση του Marx και ταυτόχρονα η περισσότερο εμπειρικά επιβεβαιωμένη είναι η θεωρία που αποδίδει την κρίση υπερσυσσώρευσης στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η τάση αυτή προκύπτει από την αντίστροφη σχέση μεταξύ ποσοστού κέρδους και οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου.

Επομένως η οικονομική κρίση στο καπιταλιστικό σύστημα δεν προκύπτει από την παραβίαση των κανόνων λειτουργίας του (την παρεμπόδιση της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς, όπως υποστηρίζει η Νεοκλασσική Θεωρία) αλλά ακριβώς από την κανονική λειτουργία τους. Γι’ αυτό άλλωστε και οικονομικές κρίσεις προκύπτουν χωρίς καν να υπάρχουν «υπερβολικά» (όπως αρέσκονται να τα χαρακτηρίζουν εργοδοτικές ενώσεις και κυβερνητικοί ιθύνοντες) επίπεδα μισθών αλλά αντιθέτως και όταν αυτά είναι ιδιαίτερα χαμηλά.

Ταυτόχρονα όμως ο Marx θεωρούσε ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι μηχανισμός εκδήλωσης του προβλήματος αλλά και θεραπείας του. Η οικονομική κρίση προκαλεί την καταστροφή των πιο αδύναμων κεφαλαίων – και ταυτόχρονα βέβαια την φτώχεια και την εξαθλίωση στην εργατική τάξη – και με τον τρόπο αυτό εκτονώνεται η υπερσυσσώρευση και, συνήθως, γίνεται ακόμη πιο φθηνή η εργασιακή δύναμη. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέσω αυτής της διαδικασίας καταστροφής ξανανοίγουν οι δυνατότητες για κερδοφόρα επιχειρηματική δράση και συνεπώς αρχίζουν ξανά οι επενδύσεις.

Συνεπώς, για την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η συσσώρευση και η κρίση αποτελούν ένα φαύλο κύκλο του καπιταλιστικού συστήματος, που οι κατά καιρούς εξαγγελίες περί του τέλους του (όσον αφορά το σκέλος της κρίσης) από διάφορους θεωρητικούς διάττοντες αστέρες διαψεύδονται οικτρά από την επόμενη κρίση. Η ίδια η διαδικασία αναπαραγωγής του συστήματος οδηγεί σε κρίσεις της. Και μέσα από τις κρίσεις αυτές επαναδρομολογείται η διαδικασία αναπαραγωγής του συστήματος.

Η υποκατανάλωση είναι μαρξιστική ή κεϋνσιανή θεώρηση;

Η υποκατανάλωση είναι η πιο παλιά θεωρία κρίσης. Πρωτοεμφανίσθηκε μέσα στην Κλασική Πολιτική Οικονομία (Σισμόντι, Μάλθους κλπ.) για ευκόλως εξηγούμενους λόγους: το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς σε μία κρίση είναι απούλητα εμπορεύματα. Αποτελεί επίσης της θεωρία κρίσης που υποστηρίζει ο Κεϋνσιανισμός. Μέσα στο Μαρξισμό ήταν κατά καιρούς εξαιρετικά δημοφιλείς με κορυφαίο εκπρόσωπο την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Αναλυτικά, η θεωρία αυτή έχει σοβαρά προβλήματα. Μεταξύ αυτών το πιο κρίσιμο είναι ότι ακόμη και εάν υπάρχει ανεπάρκεια της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να καλυφθεί το έλλειμμα της ζήτησης είτε από τους καπιταλιστές είτε από την αύξηση του εργατικού δυναμικού (ακόμη και με μειούμενους μισθούς). Τα προβλήματα με την προσέγγιση αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερα, μετά την διατύπωση της από την Λούξεμπουργκ που άλλωστε έμεινε πάντοτε πιστή στην επαναστατική προοπτική. Στις μετέπειτα εκδοχές της συνδέθηκε με την Κεϋνσιανή θεωρία. Ένα κρίσιμο πόρισμα της είναι ότι εάν υπάρξει μία σχεδιασμένη καπιταλιστική διαχείριση της ζήτησης (π.χ. από το κράτος, όπως στις παλιότερες θεωρίες περί οργανωμένου καπιταλισμού) τότε το πρόβλημα των κρίσεων στον καπιταλισμό εξαλείφεται. Κατά συνέπεια το εργατικό κίνημα οδηγείται να συμπλεύσει με έστω φιλολαϊκίζουσες αστικές πολιτικές μεταθέτοντας τους επαναστατικούς του στόχους σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον. Όπως όμως έδειξε η κρίση του 1973-75, που ξέσπασε μετά από μία μακρά περίοδο Κεϋνσιανών πολιτικών, ούτε οι οικονομικές κρίσεις εξοβελίσθηκαν ούτε η αντιμετώπιση τους μέσω της ενίσχυσης της ζήτησης είναι πανάκεια. Και τα δύο αυτά στοιχεία διαψεύδουν την ερμηνεία της υποκατανάλωσης.
Ποιο είναι το πολιτικό παρεπόμενο της μαρξιστικής ερμηνείας;

Η Μαρξιστική ερμηνεία για την κρίση ουσιαστικά θέτει επί τάπητος το ζήτημα της ανατροπής του καπιταλισμού. Αυτό όχι γιατί ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεπεράσει τις κρίσεις του αλλά γιατί το ξεπέρασμα των κρίσεων συνεπάγεται το βύθισμα της μεγάλης εργαζόμενης πλειοψηφίας μέσα στη βαρβαρότητα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s