Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά – 2ο μέρος

Αυτό είναι το 2ο μέρος του κειμένου «Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά».

Το 3ο μέρος θα ακολουθήσει σε λίγες μέρες.

———————————————————————————————————

112fotografias13

«Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά»

Μέρος 20

 

  1. Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού

Με την κυβέρνηση Κίρχνερ (στην αρχή του Nestor και στην συνέχεια της Cristina) η πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Αργεντινή ομαλοποιείται.

Το βασικό στοιχείο της νέας πολιτικής που κατορθώνει να σταθεροποιήσει την κατάσταση είναι η ελεγχόμενη σύγκρουση με το διεθνές πλαίσιο και η σχεδόν πλήρης αντικατάσταση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών από ετερόδοξες που χαρακτηρίζονται ως νεο-αναπτυξιακό υπόδειγμα (new developmentalism ή neo-desarrollismo). Μάλιστα τόσο στις αργεντίνικες όσο και στις διεθνείς συζητήσεις αυτό ονομάζεται συχνά Κιρχνερισμός και θεωρείται μία πιο ριζοσπαστική εκδοχή της «ροζ αριστεράς» (pink Left) που είναι αρκετά διαδεδομένη στη Λατινική Αμερική και έχει σαν κεντρικό (και πιο συντηρητικό) παράδειγμα την Βραζιλία του Lula.

Στο σημείο αυτό χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις που συνήθως, ιδιαίτερα στην ελληνική συζήτηση, χάνονται μέσα σε επιπόλαιες ή/και συγκαλυπτικές αναλύσεις. Ο Κιρχνερισμός ποτέ δεν διεκδίκησε για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό «αριστερή πολιτική». Μπορεί να φλερτάρει κατά το δοκούν με την Αριστερά – τόσο στην Αργεντινή όσο και διεθνώς – και να προσφεύγει στην στήριξη της αλλά το κεντρικό θέμα του είναι η δημιουργία ενός «σοβαρού καπιταλισμού» (Reddy (2014)). Αυτό είναι ένα παλιό μοτίβο του Περονισμού, ήδη από την εποχή του ίδιου του Περόν, που ο Κίρχνερ επανέφερε και ανανέωσε. Τότε σήμαινε την δημιουργία μίας σοβαρής εγχώριας αστικής τάξης σε αντίθεση με τα μεταπρατικά τμήματα. Σήμερα ο αντίπαλος δεν είναι ακριβώς οι «μεταπράτες» αλλά το αεριτζίδικο και διεθνοποιημένο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο (εξ ου και η σχετική δημοφιλία των εσφαλμένων θεωριών της «χρηματιστικοποίησης»). Το πρόταγμα της οικοδόμησης ενός «σοβαρού καπιταλισμού» συνοδεύεται από την επίσης παραδοσιακή Περονιστική επίκληση της ανάγκης δημιουργίας μίας εθνικής αστικής τάξης (χαρακτηριστική η σχετική δήλωση του Κίρχνερ σε συνάντηση του με του Αργεντινούς τραπεζίτες (Reddy (2014)). Ανάλογα πράγματα ισχύουν για το πολιτικό και οικονομικό επιτελείο του Κιρχνερισμού. Για παράδειγμα ο Axel Kicillof που πράγματι ξεκίνησε από τον Μαρξισμό έχει πλέον εγκαταλείψει αυτή την θεωρητική προσέγγιση για χάρη της μετα-κεϋνσιανής θεωρίας (Reddy (2014)). Επίσης, ενώ πράγματι προώθησε την κρατικοποίηση της YPF, προχώρησε στη συνέχεια στην αποζημίωση της μητρικής REPSOL και στην προσπάθεια επαναπροσέγγισης με το διεθνές σύστημα (που διευκόλυνε την κίνηση Griesa).

Οι στόχοι της οικονομικής πολιτικής του Κιρχνερισμού είναι ακόλουθοι:

(α) Ο βασικός στόχος είναι η ανασυγκρότηση του αργεντίνικου καπιταλισμού σε μία πιο αυτοτελή βάση έτσι ώστε να μπορεί να αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο και να μην είναι παντελώς εξαρτημένος από το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα που επιβάλλει τα ιδιαίτερα συμφέροντα των δυτικών κυρίως δυνάμεων και που η εξάρτηση από αυτό οδήγησε την Αργεντινή στην κρίση και στην υποβάθμιση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η στροφή σε μία ανοικοδόμηση της εσωτερικής οικονομίας και ιδιαίτερα σε μία αναστροφή της αποβιομηχάνισης είναι χαρακτηριστικό στοιχείο.

(β) Η ανασυγκρότηση αυτή απαιτεί την σύγκρουση με το διεθνές πλαίσιο και τους όρους που είχε επιβάλλει και την επαναδιαπραγμάτευση της σύνδεσης σε ένα απώτερο μέλλον από καλύτερους όρους. Σε αντίβαρο με τους δυτικούς ιμπεριαλισμούς προκρίνεται η σύνδεση με τις άλλες Λατινοαμερικανικές χώρες στα πλαίσια του Mercosur ή ειδικού τύπου σχέσεις με άλλες δυνάμεις (όπως οι πρόσφατες συμφωνίες με την Ρωσία και την Κίνα).

(γ) Η ανασυγκρότηση της εσωτερικής οικονομίας χρειάζεται επίσης ένα μερικό συμβιβασμό με το εργατικό κίνημα (που βασίζεται σε βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε σχέση με την νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα και λελογισμένες παραχωρήσεις). Αυτός ο συμβιβασμός (πάντα υπό την ηγεμονία του κεφαλαίου) χρειάζεται για να αντιμετωπισθούν οι εξωτερικές (από τους δυτικούς ιμπεριαλισμούς) αλλά και οι εσωτερικές (από τα συνδεδεμένα με τους προηγούμενους αργεντίνικα κεφάλαια) πιέσεις. Επίσης, η μετρημένη αναστροφή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας, εκτός από πολιτική και κοινωνική στήριξη, ενισχύει και την εσωτερική ζήτηση.

Οι στόχοι αυτοί πηγάζουν από την ίδια την ταξική βάση του Κιρχνερισμού. Αυτή είναι πρώτα και κύρια τα τμήματα εκείνα της αστικής τάξης που έχουν αρκετή ζωτικότητα και αυτοτέλεια έτσι ώστε όχι μόνο να δουν την υποβάθμιση της Αργεντινής μέσα στο διεθνή καταμερισμό εργασίας αλλά και να έχουν την υλική δυνατότητα (χάρη στους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της Αργεντινής) να μπορούν να συγκρουστούν με τους δυτικούς ιμπεριαλισμούς. Τα τμήματα αυτά – που είχαν συναινέσει αρχικά σε μεγάλο βαθμό στα νεοφιλελεύθερα εγχειρήματα – είδαν το αδιέξοδο τους και αποφάσισαν να ακολουθήσουν ένα ρηξικέλευθο δρόμο που δεν τους ήταν εντελώς άγνωστος: την επιστροφή, αλλά με νέους όρους, του αναπτυξιακού υποδείγματος. Η επιλογή αυτή έγινε μετά από πολλές ταλαντεύσεις που εκφράσθηκαν στην πολιτική και οικονομική αστάθεια του 2001-3. Όλες σχεδόν οι βραχύβιες και διωγμένες από τις λαϊκές κινητοποιήσεις της περιόδου αυτής κυβερνήσεις επαγγέλθηκαν αντι-νεοφιλελεύθερες και ετερόδοξες πολιτικές. Όταν δεν πρόδιδαν τις επαγγελίες τους αμέσως μετά την εκλογή τους, τότε δίσταζαν τραγικά να συγκρουστούν με το διεθνές σύστημα και να διώξουν το ΔΝΤ. Παραδείγματος χάριν, ακόμη και όταν είχε γίνει η στάση πληρωμών – για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα – ο δανεισμός, ο έλεγχος και οι δεσμεύσεις του ΔΝΤ παρέμειναν. Μόνον εμπρός στο ολοκληρωτικό αδιέξοδο αποφάσισαν να τολμήσουν οι μερίδες αυτές της αργεντίνικης αστικής τάξης. Ο Κίρχνερ παρουσιάσθηκε ακριβώς σε εκείνη τη στιγμή και πρόβαλλε ένα πολύ πιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα διεξόδου που τολμούσε να συγκρουστεί με το διεθνές σύστημα. Ακριβώς επειδή τα άλλα προγράμματα είχαν πλέον αποτύχει – και βέβαια η αργεντίνικη Αριστερά απέτυχε να προβάλλει ένα ρεαλιστικό δικό της πρόγραμμα – κατάφερε να υπερκεράσει τον Duhalde (που τον ήθελε για πιόνι ώστε να εξουδετερώσει τον Menem) και να επικρατήσει. Η ισχύς του Κιρχνερισμού προέκυπτε όχι μόνο γιατί τόλμησε να κάνει αυτή την «εσωτερική επανάσταση» μέσα στην αστική τάξη αλλά και γιατί κατόρθωσε να ηγεμονεύσει πάνω στο εργατικό και το λαϊκό κίνημα που αγωνιζόταν μεν αλλά χωρίς ένα συγκροτημένο και ηγεμονικό πολιτικό πρόγραμμα. Αυτή η ανασυγκρότηση του αργεντίνικου πολιτικού συστήματος έγινε σε μεγάλο βαθμό με την προσφυγή στο δεύτερης σειράς προσωπικό του (τους κυβερνήτες πολιτειών) καθώς το πρώτης σειράς προσωπικό είχε φθαρεί ανεπανόρθωτα. Μόνο με τον τρόπο αυτό κατορθώθηκε να υπερκερασθεί η πάνδημη απαίτηση «Να φύγουν όλοι» (Que se vayan todos).

Το τμήμα αυτό της αργεντίνικης αστικής τάξης, ακριβώς λόγω των αδυναμιών της Αριστεράς, κατόρθωσε να ηγεμονεύσει πάνω στο εργατικό και λαϊκό κίνημα και πάνω στα μικρομεσαία στρώματα. Τα μικρομεσαία στρώματα, που κινδύνευαν άμεσα με προλεταριοποίηση – ιδιαίτερα μετά και την μετατροπή σε πέσο των δολαριακών καταθέσεων τους – είχαν βγει μαζικά στους δρόμους (καθώς οι «διαδηλώσεις της κατσαρόλας» ήταν κυρίως δικός τους τρόπος κινητοποίησης). Η σταθεροποίηση που υποσχόταν ο Κιρχνερισμός, η υπόσχεση σταδιακής βελτίωσης της θέσης τους και η αποφυγή της προλεταριοποίησης στην οποία τους οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια η νεοφιλελεύθερη αποτυχία και πάνω απ’ όλα η απουσία κάποια άλλης ρεαλιστικής εναλλακτικής διεξόδου ήταν περισσότερο από αρκετοί λόγοι για να προσχωρήσουν στον Κιρχνερισμό.

Με το εργατικό και το λαϊκό κίνημα ο Κιρχνερισμός κατ’ αρχήν χρησιμοποίησε την παραδοσιακή πάλαι ποτέ κραταιά Περονιστική συνδικαλιστική γραφειοκρατική που όμως είχε διατηρήσει στοιχεία της ισχύος της. Προχώρησε όμως και παραπέρα στις νέες μορφές κινημάτων που είχαν εμφανισθεί και – πατώντας πάνω στον αυθόρμητο και κινηματικό χαρακτήρα τους αλλά και στα αδύναμα πολιτικά χαρακτηριστικά τους – κατόρθωσε να ενσωματώσει τμήματα τους μέσω ιδιαίτερα των προγραμμάτων κοινωνικής στήριξης στις φτωχογειτονιές που ήταν η βάση των κινημάτων αυτών. Αυτό επηρέασε ιδιαίτερα το κίνημα των piqueteros καθώς υπολογίζεται ότι το 8% του πληθυσμού που λαμβάνει το επίδομα Jefas y Jefas είναι piqueteros και το ποσοστό αυτό αυξάνει αν υπολογίσει κανείς άτυπους και οικογενειακούς δεσμούς (Godio (2004)). Επιπλέον, «μετριοπαθή» κινήματα piquetero (όπως το Agrupación Barrios de Pie) ελέγχουν άμεσα σημαντικά προγράμματα υποδομών και ανάπτυξης στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες. Τέλος, ένας αρχηγός ενός τέτοιου «μετριοπαθούς» κινήματος (ο Luis D’Elia του Fundación Tierra y Vivienda (FTV)) ανέλαβε το υπουργείο σχεδιασμού (Godio (2004)).

Ορθά έχει επισημανθεί (π.χ. (Wylde (2010)) ότι ο Κιρχνερισμός αποτελεί μία διαφορετική πολιτικο-οικονομική πρόταση τόσο από τον παραδοσιακό Περονισμό όσο και από τον Μενεμισμό (δηλαδή τον νεοφιλελεύθερο Περονισμό του 1990). Οι διαφορές με τον δεύτερο είναι εξόφθαλμες. Οι διαφορές όμως με τον πρώτο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές στη χώρα μας και δεν συζητιούνται από διάφορους ειδήμονες (μνημονιακούς και αντι-μνημονιακούς). Και οι δύο στηρίζονται στο αναπτυξιακό υπόδειγμα, έρχονται σε μερική (παρά τις όποιες κατά καιρούς αντι-ιμπεριαλιστικές «κορώνες») σύγκρουση με τους δυτικούς ιμπεριαλισμούς, στηρίζουν την ενδυνάμωση του εγχώριου καπιταλισμού και ακολουθούν μία πολιτική ελεγχόμενων παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη. Όμως, ενώ ο παραδοσιακός Περονισμός έδωσε προτεραιότητα στον κρατικό παρεμβατισμό, ενσωμάτωσε την συνδικαλιστική γραφειοκρατία μέσα στο κράτος, εφάρμοσε ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας καθολικών παροχών και λειτούργησε με συστηματικά ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, ο Κιρχνερισμός λειτουργεί διαφορετικά.

Κατ’ αρχήν δίνει μόνο επιλεκτικά και όχι καθολικά προτεραιότητα στον κρατικό παρεμβατισμό και η έμφαση του είναι σε μίγματα δημόσιων και ιδιωτικών παρεμβάσεων. Ακόμη, ο προστατευτισμός της εσωτερικής οικονομίας είναι επιλεκτικός και όχι γενικευμένος. Ενώ ο παραδοσιακός Περονισμός εφάρμοσε πολιτικές Υποκαθιστούσας Εισαγωγές Εκβιομηχάνισης με κατά βάση κλείσιμο της οικονομίας και γενικευμένη προστασία της (με δασμούς στις εισαγωγές κλπ.), ο Κιρχνερισμός δεν κλείνει την οικονομία αλλά ακολουθεί μία πιο ήπια και έμμεση προστατευτική πολιτική. Όπως υποστηρίζει ο Helleiner (2003), υπάρχει ένα διαφορετικό καλούπι πολιτικής όπου συνδυάζεται ένα επιλεκτικός προστατευτισμός με στοχευμένο κρατικό παρεμβατισμό. Επίσης, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία. Επιπρόσθετα, η σχέση του Κιρχνερισμού με την συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι επιλεκτική, επίσης, και δεν την ενσωματώνει συνολικά στις κρατικές δομές.

Στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής ο Κιρχνερισμός δεν εφαρμόζει καθολικά και γενικευμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας αλλά παρόμοιες με τις νεοφιλελεύθερης έμπνευσης «στοχευμένες πολιτικές» σε συγκεκριμένες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Προγράμματα (όπως το Plan Familias και το Planes Trabajar) δεν αποτελούν ενεργητικές πολιτικές κοινωνικής προστασίας αλλά ακολουθούν την λογική της κοινωνικής αγοράς (social market) που αποσκοπεί να διασώσει όσους πέφτουν πολύ χαμηλά από το να καταλήξουν στην απόλυτη φτώχεια (Beccaria et al. (2007)).

Παρά την ρητορική οι εθνικοποιήσεις δεν ήταν συστηματικές ούτε γενικευμένες. Είναι γεγονός ότι μία σειρά σημαντικές επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν την δεκαετία του 1990 επανακρατικοποιήθηκαν από το 2003 και μετά (π.χ. ταχυδρομεία, ύδρευση του Μπουένος Άιρες, ασφαλιστικά ταμεία, αερομεταφορές, εταιρεία πετρελαίου). Όμως εξακολουθεί πάντα να υπάρχει σημαντική ξένη παρουσία στην οικονομία της Αργεντινής. Ο Κιρχνερισμός είναι μεν εχθρικός απέναντι στις πολυεθνικές εταιρείες κυρίως της Δύσης αλλά διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τις ξένες επιχειρήσεις και συμφέροντα που έχουν μία μακρά και σταθερή παρουσία μέσα στην οικονομία της Αργεντινής.

Η οικονομική πολιτική του Κιρχνερισμού – η οποία αρχικά εκπονήθηκε από τον πρώτο υπουργό οικονομικών του Lavagna (ο οποίος σημειωτέον ήταν και υπουργός οικονομικών του Duhalde) – βασίζεται σε 5 κεντρικούς πυλώνες:

(1) Την πολιτική της σταθερής και ανταγωνιστικής πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας (SCRER (stable and competitive real exchange rate). Πρόκειται για ένα σύστημα ελεγχόμενης ισοτιμίας του πέσο έτσι ώστε να μην παρουσιάζει απρόσμενες διακυμάνσεις αλλά ταυτόχρονα να στηρίζει την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων εξαγωγικών επιχειρήσεων.

(2) Την επίτευξη πλεονασμάτων τόσο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο όσο και στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.

(3) Την αύξηση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας.

(4) Την επιτυχή χρεωκοπία όσον αφορά το εξωτερικό χρέος της χώρας (που οδήγησε στην επαναδιαπραγμάτευση και την αναδιάρθρωση του το 2005).

(5) Μία σειρά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας για να αποφευχθεί η κατακρήμνιση τμημάτων του πληθυσμού σε δραματικές καταστάσεις φτώχειας.

(6) Μία διακριτική βιομηχανική πολιτική ενίσχυσης των εγχώριων παραγωγικών δραστηριοτήτων και προστασίας τους από τον εξωτερικό ανταγωνισμό.

Η οικονομική πολιτική του Κιρχνερισμού απέφερε αξιοσημείωτες επιτυχίες, ιδιαίτερα συγκρινόμενη με τη νεοφιλελεύθερη προκάτοχο της. Το Εθνικό Ακαθάριστο Προϊόν της Αργεντινής αυξήθηκε κατά 60% μέσα σε μια δεκαετία (από το 2001) και ο ρυθμός ανάπτυξής της υστερούσε, για όλη εκείνη την περίοδο, μόνο σε σχέση με αυτόν της Κίνας. Έτσι σήμερα η Αργεντινή είναι η 3η μεγαλύτερη λατινο-αμερικάνικη οικονομία. Αντίστοιχα, το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι σχεδόν διπλάσιο από αυτό του 2003 και πάνω από 30% υψηλότερο από το καλύτερο επίπεδο του επί νεοφιλελευθερισμού. Το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί από το 169% στο 49%. Η ανεργία μειώθηκε από 25% το 2001 στο 7,2% το 2013. Ακόμη, το ποσοστό των πολιτών της χώρας που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας μειώθηκε από 36% σε 22%. Το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ έχει αυξηθεί (από το χαμηλό 34% το 2003 κινείται από το 2012 σε επίπεδα πάνω από 46%). Το εμπορικό ισοζύγιο είναι θετικό και μάλιστα με εντυπωσιακές επιδόσεις συγκρινόμενο με τα άθλια αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης περιόδου. Ανάλογη, αλλά λιγότερο εντυπωσιακή είναι η πορεία του ισοζυγίου εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.

Βέβαια οι επιτυχίες αυτές δεν είναι χωρίς προβλήματα. Η μείωση της ανεργίας συνοδεύεται με την παραμονή πολλών χαρακτηριστικών της αγοράς εργασίας που κληροδότησε ο νεοφιλελευθερισμός και που δεν ανατράπηκαν. Οι νέες θέσεις εργασίας είναι αρκετά κακοπληρωμένες και με άσχημες εργασιακές συνθήκες. Η ανασφάλιστη εργασία υπολογίζεται ότι βρίσκεται σταθερά από το 2005 στο 47.5%. Επίσης η ανεργία είναι πάρα πολύ υψηλή στους νέους. Ο πληθωρισμός επίσης είναι αρκετά υψηλός (πάνω από 10%). Ακόμη, παρά τις πολιτικές «κορώνες», το μεγαλύτερο τμήμα των χρηματοοικονομικών πόρων της χώρας δεν πήγε σε προγράμματα στήριξης αλλά στην αποπληρωμή των δανειστών της χώρας.

Είναι επίσης γεγονός ότι οι εξαγωγικές επιδόσεις της Αργεντινής βοηθήθηκαν ιδιαίτερα από τις ανοδικές τιμές των πρωτογενών προϊόντων μετά το 2001 (και ιδιαίτερα της σόγιας). Όμως είναι εσφαλμένες οι κριτικές τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά, ότι μόνο οι τελευταίες οδήγησαν στις καλές επιδόσεις στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών. Κατ’ αρχήν υπήρξε σημαντική υποκατάσταση εισαγωγών. Επιπλέον, η χρήση του SCRER βοήθησε συνολικά τις εξαγωγικές επιδόσεις. Αυτό φαίνεται και από την ανάπτυξη των μη-παραδοσιακών κλάδων (π.χ. αγροτικά μηχανήματα, ηλεκτρικός εξοπλισμός) σε σχέση με τα παραδοσιακά εξαγωγικά προϊόντα.

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2008 επηρέασε την Αργεντινή κυρίως όσον αφορά τις εξαγωγικές επιδόσεις της και πολύ λίγο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (καθώς το τελευταίο λόγω της χρεωκοπίας του 2001 παρέμενε εν πολλοίς αποκομμένο από τις διεθνείς χρηματαγορές). Η πτώση των τιμών των εμπορευμάτων (commodities) έπληξε την Αργεντινή αν και σχετικά λιγότερο καθώς εξάγει ιδιαίτερα αγροτο-κτηνοτροφικά προϊόντα που επηρεάσθηκαν λιγότερο.

Εν κατακλείδι, ο Κιρχνερισμός κατόρθωσε να σταθεροποιήσει τον αργεντίνικο καπιταλισμό και να τον οδηγήσει σε μία αξιοσημείωτη ανάκαμψη βελτιώνοντας συγχρόνως την θέση των εργαζομένων. Βέβαια η επιτυχίες αυτές είναι ασύμμετρες. Τα οφέλη για το σύστημα είναι δυσανάλογα περισσότερα απ΄’ ότι για τους δεύτερους (που εξακολουθούν να επωμίζονται σημαντικό τμήμα του τιμήματος αυτών των επιτυχιών).

Όμως η πολιτική του Κιρχνερισμού φαίνεται να έχει φθάσει σήμερα στα όρια της και γι’ αυτό έχει ανοίξει και η σχετική συζήτηση για «το τέλος του Κιρχνερισμού».

Κατ’ αρχήν η σύγκρουση με το ηγεμονευόμενο από την Δύση διεθνές σύστημα είναι επιλεκτική και με στόχο την επανασύνδεση αλλά με καλύτερους όρους. Αυτό οδήγησε στην σπατάλη των συναλλαγματικών αποθεμάτων για την αποπληρωμή του αναδιαρθρωμένου χρέους και έριξε την χώρα στην παγίδα των κερδοσκόπων – «όρνεων» και της αμερικάνικης πολιτικής (με την απόφαση Griesa). Η αναδιάρθρωση του εξωτερικού χρέους (δηλαδή η συμφωνία με τους ξένους δανειστές για κούρεμα κατά 70% των χρεογράφων τους με την επανέκδοση νέων που υπόκεινται στο αμερικανικό δίκαιο και με την ρήτρα RUFO (δηλαδή ότι δεν μπορεί να δοθεί καλύτερη συμφωνία στους άλλους δανειστές που δεν συμφώνησαν στην αναδιάρθρωση) έδωσε την δυνατότητα στο διεθνές σύστημα να εκβιάσει με άλλους τρόπους. Η απόφαση Griesa δείχνει ότι η Δύση δεν συγχωρεί αταξίες και μάλιστα αν αυτές δίνουν το «κακό» παράδειγμα και σε άλλους. Η κίνηση αυτή (σε αντίθεση με αυτά που έχει υποστηρίξει ο Γ.Βαρουφάκης και θα δούμε παρακάτω) βασίζεται στην μακροχρόνια προετοιμασία των ΗΠΑ για να ελέγξουν τον παιχνίδι των διεθνών χρεωκοπιών. Η προετοιμασία αυτή ξεκίνησε με τα ομόλογα Brady και συνεχίζεται με την αυθαίρετη αλλά πραγματική άτυπη επιβολή της νομολογίας των δικαστηρίων των ΗΠΑ για τις χρεωκοπίες σαν διεθνή κανόνα. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την ηγεμονική κίνηση παίζει ο ρόλος του δολαρίου σαν διεθνές αποθεματικό νόμισμα και η κυριαρχία των ΗΠΑ στις διεθνείς κεφαλαιαγορές μέσω και του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Συνοπτικά, οι ΗΠΑ έχουν συνειδητοποιήσει ήδη από τις κρίσεις της δεκαετίας του 1990 ότι το πρόβλημα των χρεωκοπιών κυρίαρχων κρατών – λόγω των νεοφιλελεύθερων πολιτικών – έρχεται στο προσκήνιο και προσπαθούν να πάρουν μέτρα για την ελεγχόμενη διαχείριση του. Στόχος του είναι να μπορούν να γίνουν συντεταγμένες αναδιαρθρώσεις χρέους (άλλωστε περιλαμβάνονται στον τσελεμεντέ των Προγραμμάτων Δομικής Αναδιάρθρωσης του ΔΝΤ) που όμως να διατηρούν την ηγεμονία των ΗΠΑ στις εμπλεκόμενες χώρες και, εάν είναι δυνατόν, οι τελευταίες αντί για θύτης (που είναι στην πραγματικότητα έχοντας δημιουργήσει το σημερινό διεθνές πλαίσιο) να εμφανίζονται και σαν σωτήρες. Οι συζητήσεις τόσο μέσα στις ΗΠΑ (για αναπροσαρμογή του πτωχευτικού δικαίου έτσι ώστε να μην είναι εξόφθαλμα υπέρ των δανειστών) όσο και μέσα στο ΔΝΤ (με πρωτοβουλία μάλιστα της νεοφιλελεύθερης A.Krueger για μία νέα προσέγγιση την αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους) κινούνται στην κατεύθυνση αυτή. Στο παιχνίδι αυτό μπλέχθηκε ο Κιρχνερισμός – μέσα από τα πολλά πρόσωπα που έχει ο Ιανός της αμερικανικής πολιτικής) ξεχνώντας ότι οι ηγεμόνες δεν συγχωρούν τις αταξίες ακόμη και αν στο τέλος καταλήξουν σε παραπλήσιες λύσεις.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι όσο σταθεροποιείται ο αργεντίνικος καπιταλισμός τόσο φεύγει ο φόβος από τα αργεντίνικα κεφάλαια και τα πιο ισχυρά και πιο διεθνοποιημένα από αυτά ξεθαρρεύουν και απαιτούν το τέλος της «σοσιαλμανίας» και την επανευθυγράμμιση με το διεθνές σύστημα. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του τομέα της σόγιας. Από τότε που ο Μένεμ επέτρεψε τις γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες ο τομέας αυτός έχει αναπτυχθεί εξαιρετικά. Είναι ένας τομέας εξαιρετικά μονοπωλιακός όπου μία φούχτα μεγάλων επιχειρήσεων κυριαρχεί πάνω σε ένα αριθμό μικρών παραγωγών (που όμως εκφράζουν εξαιρετικά συντηρητικά αγροτικά στρώματα). Είναι πολύ διεθνοποιημένος και ωφελήθηκε τα μέγιστα τόσο από το SCRER συσσωρεύοντας υπερκέρδη. Το 2008 Η Cristina Kirchner συγκρούστηκε με τους βαρόνους της σόγιας καθώς προσπάθησε να επιβάλλει ένα κυλιόμενο φόρο εξαγωγών έτσι ώστε να ενισχύσει τα κρατικά έσοδα και συναλλαγματικά διαθέσιμα (για να αποπληρωθούν οι διεθνείς πιστωτές). Οι βαρόνοι της σόγιας κατόρθωσαν να κινητοποιήσουν τους αγροτικούς πληθυσμούς και με μαζικότατες κινητοποιήσεις περιόρισαν την ροή αγροτικών προϊόντων προς τα αστικά κέντρα. Το αποτέλεσμα ήταν η Cristina Kirchner να υποχωρήσει επιβάλλοντας μόνον ένα σταθερό φόρο. Γενικά, όσο οι πιο δυναμικοί αργεντίνικοι κλάδοι στέκονται στα πόδια τους και συνδέονται με τις περιφερειακές και διεθνείς αγορές τόσο η ανταγωνιστικότητα τους γίνεται πιο σημαντική από την προστασία της εσωτερικής αγοράς. Τότε οι μισθολογικές αυξήσεις του Κιρχνερισμού, από ευλογία λόγω της διεύρυνσης της εσωτερικής αγοράς γίνονται εμπόδιο λόγω αύξησης του κόστους. Επίσης, ο συνακόλουθος εσωτερικός πληθωρισμός επιβαρύνει την διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Με λίγα λόγια, το ίδιο το πολιτικο-οικονομικό πρόγραμμα του Κιρχνερισμού αυτοϋπονομεύεται καθώς η επιτυχία του οδηγεί στην όξυνση των εσωτερικών αντιφάσεων του. Αφενός, η ελεγχόμενη σύγκρουση με το δυτικό διεθνές σύστημα, από την στιγμή που χαλαρώνει, οδηγείται σε παγίδες. Αφετέρου, η μισο-δημόσια μισο-ιδιωτική ανασυγκρότηση της εσωτερικής οικονομίας καταλήγει σε συγκρούσεις καθώς το ανασυγκροτημένο ιδιωτικό κεφάλαιο παλεύει για την αποτίναξη του κρατικού ελέγχου.

Όλα αυτά φάνηκαν καθαρότερα μετά την εκλογή της Cristina Kirchner όπου ο Κιρχνερισμός βρέθηκε εμπρός στις απαιτήσεις τμημάτων του κεφαλαίου και των μεσαίων στρωμάτων για πλήρη επανασύνδεση με το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα που εκφράσθηκε, μεταξύ άλλων, με την αυξημένη ζήτηση για ξένο συνάλλαγμα. Επιπλέον όμως δοκιμάσθηκε και από εργατικές κινητοποιήσεις που απαιτούν περαιτέρω βελτίωση της θέσης των εργαζομένων. Ομολογουμένως, ο Κιρχνερισμός αντί να απαντήσει στο πρόβλημα αυτό με μία ορθόδοξη πολιτική (περιοριστική νομισματική πολιτική με αύξηση των επιτοκίων, λιτότητας στους μισθούς και υποτίμηση του νομίσματος) ακολούθησε μία ετερόδοξη πολιτική ελέγχου των εισαγωγών φορολογίας των εξαγωγών και εξοικονόμησης συναλλάγματος. Αυτό οδήγησε σε αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό (π.χ. με τις μεγάλες επιχειρήσεις εξαγωγής σόγιας αλλά και με μεσαία επιχειρηματικά αγροτικά στρώματα).

Ορθά επισημαίνει ο Reddy (2014) ότι ο Κιρχνερισμός δεν έχει σοσιαλιστική προοπτική αλλά στόχο ένα «σοβαρό καπιταλισμό». Και ο τελευταίος φαίνεται, ιδιαίτερα μετά την παγκ. καπιταλιστική κρίση κερδοφορίας του 2007-8, να απαιτεί εξορθολογισμό και αποπληθωρισμό με επιβάρυνση της θέσης των εργαζομένων. Βέβαια, αν οι παλιοί σύντροφοι του Kiciloff δεν περιμένουν να επιστρέψει στις παλιές επαναστατικές του ιδέες, οι πρώτες κινήσεις του Κιρχνερισμού δεν περιλαμβάνουν μέτρα λιτότητας αλλά αντίθετα ακολουθούν μία μετα-κεϋνσιανή κατεύθυνση με κρατικά προγράμματα τόνωσης της απασχόλησης και ενίσχυσης των επιχειρήσεων (Reddy (2014)). Επίσης, αρνήθηκε την εφαρμογή της απόφασης Griesa και ξανασυγκρούσθηκε με το δυτικό διεθνές σύστημα. Όμως, όπως συχνά συμβαίνει στην πολιτική, πριν από μία δεξιά στροφή προηγείται ένα αριστερό φλας. Ιδιαίτερα στη σύγκρουση με το δυτικό διεθνές σύστημα πολλά λέγονται για το 2015 (που λήγει η ρήτρα RUFO).

Πάρα πολλά πράγματα θα κριθούν από το τι πίεση θα έχει ο Κιρχνερισμός από τα αριστερά και από το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Το τελευταίο παραμένει πάντα ισχυρό – αρά την απουσία πολιτικής κατεύθυνσης – καθώς η εμπειρία των κινητοποιήσεων και των καταλήψεων εργοστασίων (παρά την άδοξη κατάληψη των περισσότερων) παραμένει ζωντανή. Σε προηγούμενες περιπτώσεις (π.χ. σε διάφορες επανακρατικοποιήσεις) το εργατικό και λαϊκό κίνημα έπαιξε ένα καθοριστικό ρόλο για να γίνουν με όχι πολύ ευμενείς όρους για το κεφάλαιο.

Στο πολιτικό επίπεδο στις πρόσφατες εκλογές (Οκτώβριος 2013) το Μέτωπο της Νίκης της Cristina Kirchner πήρε μόλις 33% (χάνοντας 20% από τις προ διετίας επιδόσεις του) ενώ ενισχύθηκαν τόσο οι δεξιές πτέρυγες (ο δεξιός Περονιστής Sergio Massa κέρδισε το Μπουένος Άιρες) όσο και οι αριστερές (με το τροτσκιστικό μέτωπο του FIT σαν βασικό κερδισμένο).

3 responses to “Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά – 2ο μέρος

  1. Μετά από καιρό νομίζω ότι έγραψες ένα σοβαρό άρθρο
    Βασιλόπουλος Χρήστος

    Μου αρέσει!

  2. Παράθεμα: Συμπεράσματα από τη νέα «χρεοκοπία» της Αργεντινής | Αντιφωνίες

  3. Παράθεμα: Συμπεράσματα από τη νέα «χρεοκοπία» της Αργεντινής | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s