Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά – 3ο μέρος

Αυτό είναι το 3ο (και τελευταίο) μέρος του κειμένου «Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά».

————————————————————————————————————–

332456917argentinazo2

 

  1. Η ελληνική Αριστερά και η Αργεντινή: παθήματα που δεν γίνονται μαθήματα;

Η περίπτωση της Αργεντινής προσφέρει μία σειρά πολύτιμα μαθήματα για την ελληνική Αριστερά λόγω των πολλών ομοιοτήτων μεταξύ των δύο χωρών (χωρίς να υποβαθμίζονται οι σημαντικές επίσης διαφορές τους) καθώς και της χρονικής εγγύτητας της κρίσης τους. Δυστυχώς, ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί. Οι βασικές σχετικές προβληματικές μέσα στην ελληνική Αριστερά είναι επιπόλαιες, παραγνωρίζουν σημαντικές πλευρές της αργεντίνικης εμπειρίας και κυρίως στοχεύουν να δικαιολογήσουν τις κοντόθωρες και αδιέξοδες πολιτικές των φορέων τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται συστηματικά σε διάφορα αριστερούλικα πυροτεχνήματα για το τι καλά τα κατάφερε η Αργεντινή (με χαρακτηριστικές σχετικές δηλώσεις του Α.Τσίπρα) αλλά δεν ξεκαθαρίζει ούτε τι έκανε σωστά η Αργεντινή ούτε ποια είναι τα ενδεχόμενα λάθη ή παραλείψεις της. Έτσι στηρίζει άκριτα τον Κιρχνερισμό χωρίς όμως να δηλώνει κάποια ουσιαστική προγραμματική δέσμευση. Σκιαμαχεί με τα συστημικά και μνημονιακά πολιτικά και δημοσιογραφικά παπαγαλάκια αλλά δεν δηλώνει το δικό του πρόγραμμα. Δύο είναι τα βασικότερα προβλήματα στις πολυποίκιλες παρεμβάσεις από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος προγραμματικά δεν δεσμεύεται έστω σε αυτό που τόλμησε ο Κιρχνερισμός: την σύγκρουση (έστω και ελεγχόμενη) με το δυτικό διεθνές σύστημα (και εν προκειμένω με την ΕΕ). Ο Κιρχνερισμός αποτόλμησε να συγκρουστεί και αυτό τον διαφοροποίησε και τον έσωσε πολιτικά σε σχέση με όλες τις άλλες αντι-νεοφιλελεύθερες πλατφόρμες και προεδρίες πριν από αυτόν που κατέρρεαν σωρηδόν και ταχύτατα λόγω της κοινωνικής αγανάκτησης. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχεται την κόκκινη γραμμή της ΕΕ και ευελπιστεί σε μία συναινετική επαναδιαπραγμάτευση μαζί της: «η παρθένα με τον σατανά» όπως έλεγε και ένα παλιό άσμα. Βέβαια, την ίδια ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ λεονταρίζει απέναντι στα συστημικά φερέφωνα οι πιο «ψύχραιμες» φωνές στο εσωτερικό του κλείνουν το μάτι ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν θα προβεί σε εξαλλοσύνες με τους ευρωπαίους «εταίρους». Θα είχε αλήθεια ενδιαφέρον να εξηγηθεί ποιες από τις οικονομικές πολιτικές του Κιρχνερισμού (π.χ. ανταγωνιστική ισοτιμία, διακριτική βιομηχανική πολιτική, προστατευτισμός κλπ.) μπορούν να εφαρμοσθούν μέσα στα πλαίσια της ΕΕ. Ουσιαστικά καμία σχεδόν. Το δεύτερο πρόβλημα των τοποθετήσεων του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν διευκρινίζει σε τι διαφέρει, στο βαθμό που ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ως Αριστερά, από τον κεντρο-αριστερό Κιρχνερισμό. Αποδέχεται τον στόχο του «σοβαρού καπιταλισμού» (όπως διάφορα φραστικά πυροτεχνήματα του Α.Τσίπρα υπαινίσσονται); Η πολιτική του πρόταση έχει, έστω κατά τάση, μία σοσιαλιστική προοπτική; Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν λέγεται και απλά αφήνονται οι αριστερές συνιστώσες να παίζουν τον ρόλο της οπισθοφυλακής.

Η ηγεσία του ΚΚΕ και στο θέμα της Αργεντινής ακολουθεί την σεκταριστική και λικβινταριστική πολιτική που έχει όλα αυτά τα χρόνια. Με μία σειρά παλιότερων και πρόσφατων άρθρων (που διακρίνονται για την ασύγγνωστη άγνοια της αργεντίνικης κατάστασης) εξισώνει βλακωδώς τον Κιρχνερισμό με τον νεο-φιλελευθερισμό σαν πολιτικές αστικής διαχείρισης και θεωρεί ότι η εργατική τάξη είναι το ίδιο άσχημα είτε με τον ένα είτε με τον άλλο. Και φυσικά καταλήγει ότι μόνη λύση είναι ο σοσιαλισμός για τον οποίο όμως δεν λέει κουβέντα – είτε στην περίπτωση της Αργεντινής είτε στην Ελλάδα – για το πώς μπορεί να έρθει. Στην πράξη μάλιστα, στην αντιπαράθεση για το ζήτημα της Αργεντινής με τα συστημικά φερέφωνα ουσιαστικά έριξε νερό στο μύλο τους (όπως άλλωστε έχει κάνει και σε πάρα πολλά άλλα ζητήματα). Με τον τρόπο αυτό σπέρνει την απογοήτευση, την ηττοπάθεια και την διάλυση μέσα στις λαϊκές μάζες και στο κίνημα.

Η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (και ιδιαίτερα οι «μεγάλες κυρίες» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) δείχνει χαμένη κάπου στη μετάφραση, ταλαντευόμενη ανάμεσα σε κινηματίστικες και συναισθηματικές υποστηρίξεις της Αργεντινής (χωρίς κριτικές στον Κιρχνερισμό) και χιλιαστικές αναλύσεις ανάλογες με αυτές του Περισσού (αλλά διατυπωμένες με μία πιο κινηματιστική «ευαισθησία»).

Όμως σοβαρά προβλήματα έχουν και οι αναλύσεις μίας σειράς διανοουμένων με δημοφιλία μέσα στο αντι-μνημονιακό κίνημα. Συνήθως χαρακτηρίζονται από μία συναισθηματική στήριξη στην Αργεντινή απέναντι στα συστημικά φερέφωνα που όμως δεν βλέπει τις αντιφάσεις και τα προβλήματα του Κιρχνερισμού. Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις του Γ.Βαρουφάκη και του Κ.Λαπαβίτσα για το ζήτημα της Αργεντινής.

Ο Γ.Βαρουφάκης, σε μία σειρά τοποθετήσεις του, υποστήριξε την Αργεντινή και την άρνηση της να συμμορφωθεί με την απόφαση Griesa. Όμως, μέσα στις τοποθετήσεις του υπήρχαν και δύο άλλα ενδιαφέροντα και εξαιρετικά προβληματικά στοιχεία. Πρώτον, επέκρινε την πολιτική εθνικοποιήσεων της κυβέρνησης Κίρχνερ χωρίς να αιτιολογεί περαιτέρω την κριτική του. Δεύτερον, υποστήριξε ότι σύμφωνα με αμερικανικές πληροφορίες που του δόθηκαν η απόφαση Griesa μπορεί να είναι και για καλό καθώς «κάνει πάσα» στην αμερικανική κυβέρνηση για να διορθώσει το πτωχευτικό δίκαιο που είναι υπέρμετρα ευνοϊκό έναντι των δανειστών.

Όσον αφορά την κριτική στην υποτιθέμενη «σοσιαλμανία» του Κιρχνερισμού – όποια και αν είναι η αιτιολογία της (π.χ. επιδείνωση των σχέσεων με το διεθνές σύστημα ή/και αντι-παραγωγικές επιπτώσεις στο εσωτερικό) είναι λανθασμένη. Όπως δείχθηκε στην ενότητα 3 («Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού) δεν υπάρχει κάποια «σοσιαλμανία» αλλά περισσότερο κάποιες αναγκαστικές κινήσεις για να εξασφαλισθεί ένα συνεκτικό εθνικό παραγωγικό μοντέλο. Οι κινήσεις αυτές συνοδεύονται από προσπάθειες συνδιαλλαγής με τους ιδιοκτήτες των εθνικοποιούμενων επιχειρήσεων. Επιπλέον, από την σκοπιά της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας, η απουσία ενός τέτοιου βραχίονα (δηλαδή ενός προγράμματος εθνικοποίησης τουλάχιστον των βασικών στρατηγικών κλάδων) είναι που φορτώνει βάρη στους εργαζόμενους και στρατηγικά λειτουργεί για την σταθεροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος. Βέβαια, ο Γ.Βαρουφάκης δεν μίλησε ποτέ από τη σκοπιά μίας σοσιαλιστικής προοπτικής. Όμως και σε πρακτικό επίπεδο η απουσία ενός τέτοιου προγράμματος (έστω στα επίπεδα του παραδοσιακού Περονισμού) είναι που οξύνει τις εσωτερικές αντιφάσεις του Κιρχνερισμού και θέτει επί τάπητος το ζήτημα του τέλους του.

Όσον αφορά την απόφαση Griesa, η θέση του Γ.Βαρουφάκη καλλιεργεί ψευδαισθήσεις για το ρόλο και την λειτουργία των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι η αμερικανική πολιτική έχει πολλά πρόσωπα και μιλάει – ανάλογα με τον συνομιλητή – με πολλές φωνές. Όμως είναι ψευδαίσθηση να αγνοείται ότι έχει κεντρικό άξονα και βασική συνισταμένη για τους οποίους δουλεύουν (ακόμη και ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους) οι επιμέρους φωνές και πρόσωπα. Παρά τις δηλώσεις ή νεύματα του φιλελεύθερου (δηλαδή, με την αμερικανική έννοια, του κεντρο-αριστερού) τμήματος του αμερικανικού κατεστημένου (το οποίο άλλωστε είναι στην κυβέρνηση με τον Μπ. Ομπάμα) η βασική συνισταμένη της αμερικανικής πολιτικής είναι ότι δεν συγχωρούνται οι μονομερείς ενέργειες και η σύγκρουση με το ηγεμονευόμενο από τις ΗΠΑ διεθνές σύστημα. Στο τέλος της ενότητας 3 («Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού) εξηγήθηκε πως κινούνται οι ΗΠΑ όσον αφορά το ζήτημα των χρεωκοπιών εθνικών κρατών. Η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων σχετικά με τον ρόλο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού – που στην χώρα μας εκφράζεται από κύκλους του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛΛ και άλλους ως η προσδοκία ότι οι ΗΠΑ θα συγκρουσθούν με την ΕΕ για χάρη της Ελλάδας – μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει στα λαϊκά συμφέροντα. Είναι άλλο πράγμα να χρησιμοποιήσεις τις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και άλλο πράγμα να πιστέψεις σε κάποια πλευρά τους.

Οι τοποθετήσεις του Κ.Λαπαβίτσα είναι πιο απλές αλλά όχι λιγότερο προβληματικές – πόσο μάλλον όταν ο τελευταίος ενίοτε αναφέρεται και στη σοσιαλιστική προοπτική. Καλώς υποστήριξε την Αργεντινή στην αντιπαράθεση της με την απόφαση Griesa. Όμως σε όλες τις τοποθετήσεις του δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο κριτικής στον Κιρχνερισμό. Καμία λέξη ότι δεν αποτελεί αριστερή αλλά κεντρο-αριστερή πρόταση. Ούτε μία αναφορά στον στόχο του περί «σοβαρού καπιταλισμού» και στις αντιλαϊκές πλευρές κάποιων πολιτικών του. Αντίθετα υπάρχει μία άκριτη στήριξη του Κριχνερισμού επιεικώς απαράδεκτη για κάποιον που θέλει να ανήκει στην Αριστερά. Αυτή μάλιστα συνοδεύεται από φαιδρές «αγιογραφίες» κάποιων επιφανών οικονομικών παραγόντων του Κιρχνερισμού (κυρίως του πρώην Μαρξιστή A.Kiciloff αλλά ακόμη και της κεντρώας Mercedes Del Ponte). Ιδιαίτερα το τελευταίο αποτελεί καρικατούρα μίας αριστερής προσέγγισης. Αν την πολιτική και την ταξική πάλη τις διαμόρφωναν καθοριστικά φιλικά μας ή ακόμη και αριστερά πρόσωπα σε κρίσιμες θέσεις τότε η ιστορία της ανθρωπότητας θα ήταν διαφορετική. Όμως δεν είναι έτσι. Οι λογικές αυτές μόνο σε ρόλο ουράς σε αστικά σχέδια μπορεί να οδηγήσουν το λαϊκό κίνημα, με φυσική κατάληξη την ήττα.

argentinazo

Πέρα από όλες αυτές τις αδιέξοδες τοποθετήσεις είναι ανάγκη οι ζωντανές τουλάχιστον δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος να μελετήσουν σοβαρά την περίπτωση της Αργεντινής. Ποια είναι τα σημαντικότερα συμπεράσματα που μπορούν να αποκομισθούν από την αργεντίνικη εμπειρία;

Το πρώτο συμπέρασμα είναι η διάψευση διάφορων κουτών απόψεων του τύπου ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί σήμερα να κάνει παραχωρήσεις στην εργατική τάξη και συνεπώς την εξωθεί αναγκαστικά στην εξαθλίωση και αυτό θα την οδηγήσει στην εξέγερση. Μπορεί ο καπιταλισμός να μην μπορεί να κάνει σήμερα τις παραχωρήσεις που έκανε μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο (με το ξεπέρασμα της κρίσης υπερσυσσώρευσης του 1929 και την μεταπολεμική «χρυσή εποχή» του). Όμως, μετά από μία περίοδο βαθειάς εξαθλίωσης (και εφόσον δεν υπάρξουν οι πολιτικές δυνάμεις που θα οδηγήσουν στη εξέγερση) τότε μπορεί να δώσει πίσω κάτι από αυτά που υφάρπαξε. Αυτό, όπως δείχνει η περίπτωση της Αργεντινής, μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης σε αστικές διαχειριστικές πολιτικές. Πολύ δε περισσότερο όταν την κρίσιμη στιγμή της βαθύτερης εξαθλίωσης δεν ηγεμονεύσουν οι δυνάμεις της αλληλεγγύης και της επαναστατικής προοπτικής αλλά αφεθούν οι εργαζόμενοι στην απελπισία και στην προσπάθεια ατομικής διεξόδου. Τότε ακόμη και τα ψίχουλα παραχωρήσεων φαντάζουν υπερπολύτιμα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν οι δυνατότητες για κάποιες αστικές ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές. Όμως οι δυνατότητες αυτές σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από το πόσο πολύ συμπίεσε προηγουμένως η νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα την εργατική τάξη.

Το δεύτερο μάθημα είναι ότι – εφόσον δεν διατυπώνεται μία ρεαλιστική επαναστατική πολιτική πρόταση – τότε το σύστημα κατορθώνει να διατηρεί την πρωτοβουλία κινήσεων. Αυτό του δίνει την δυνατότητα να διορθώνει τα λάθη του και να αποφεύγει την κατάρρευση ακόμη και περνώντας από το ένα αδιέξοδο στο άλλο. Η περίοδος αστάθειας 2001-3 στη Αργεντινή είναι διδακτική. Το σύστημα χρησιμοποιεί απίθανους πολιτικούς συνδυασμούς και ετερόκλητες πολιτικές συμμαχίες για να μπορέσει να διατηρήσει τον έλεγχο. Πάμπολλες παραλλαγές κυρίως κεντρο-αριστερών και αντι-νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων εμφανίσθηκαν για να καταρρεύσουν γρήγορα μέσα στα αδιέξοδα τους και την λαϊκή οργή. Όμως όσο δεν υπήρχε μία ρεαλιστική αριστερή πολιτική πρόταση διεξόδου το σύστημα κατόρθωνε να επανέρχεται με νέα σχέδια και νέες πολιτικές εφεδρείες. Και όλα αυτά με τον κόσμο στους δρόμους (και όχι με την σημερινή κινηματική άπνοια που υπάρχει στην Ελλάδα).

Το πιο μεγάλο και ταυτόχρονα πικρό μάθημα είναι αυτό που αναφέρθηκε ήδη στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις. Χωρίς ένα ρεαλιστικό επαναστατικό πρόγραμμα που να χαράζει ένα μακρύ δρόμο ριζικών αλλαγών και να απαντά στα άμεσα προβλήματα επιβίωσης των εργαζομένων συνδέοντας τα με την σοσιαλιστική προοπτική δεν μπορεί να υπάρξει άλλος δρόμος εκτός από τον συστημικό. Από μόνο του το κίνημα και οι λαϊκές αντιστάσεις δεν επαρκούν για να δώσουν άλλη προοπτική. Το δυστύχημα ήταν ότι η αργεντίνικη Αριστερά φάνηκε δραματικά κατώτερη των περιστάσεων. Κατ’ αρχήν ήταν πάντα στη σκιά του Περονισμού ενώ όταν απογαλακτίσθηκε μερικώς αρκέσθηκε στην παγίδα της καταγγελίας της περονιστικής διαφθοράς και ταλαντεύθηκε με τους αντιπάλους της. Το μεγαλύτερο τμήμα της (του ΚΚ Αργεντινής συμπεριλαμβανομένου, που παρεμπιπτόντως είναι ένα κόμμα πιο ρεφορμιστικό από το ΙΚΚ του Μπερλιγκουέρ) ταλαντεύθηκε με διάφορους λαϊκιστές αστούς πολιτικούς και διαχειριστικά αιτήματα. Από την άλλη οι οργανώσεις εκείνες που έθεσαν πιο ριζοσπαστικά ζητήματα και ιδιαίτερα το ζήτημα της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας το έκαναν με ένα γενικόλογο διακηρυκτικό τρόπο και χωρίς να μπορούν να το συνδέσουν με τις πιεστικές άμεσες ανάγκες των εργαζομένων που κυριολεκτικά πεινούσαν. Το αποτέλεσμα ήταν ο σοσιαλισμός να ακούγεται μάλλον σαν ευχολόγιο παρά σαν μία συγκροτημένη ρεαλιστική πρόταση. Έτσι δόθηκε χρόνος και περιθώριο για κυριολεκτικά μία «επανάσταση» μέσα στην αστική τάξη. Η τρίτη βαθμίδα του επίσημου πολιτικού συστήματος, συγκροτημένη γύρω από τους Περονιστές κυβερνήτες πολιτειών και προβάλλοντας τον N.Kirchner, αμφισβήτησε με περίπου ακροαριστερούς όρους όχι το σύστημα γενικά αλλά την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική του γύρω από το άνοιγμα της οικονομίας, την δολαριοποίηση και τις σχέσεις με το ξένο κεφάλαιο. Ξαναενθυμούμενο το ριζοσπαστικό πολιτικό παρελθόν το – άλλωστε οι Κίρχνερ είχαν σχέσεις στο παρελθόν με τους Μοντονέρος – το νέο αυτό προσωπικό με το ριζοσπαστικό του πρόγραμμα κατόρθωσε να ηγεμονεύσει πάνω στις εξεγερμένες μάζες.

Όπως εύστοχα τονίζει η ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας για την Αριστερή Μετωπική Συμπόρευση (http://aristerisymporefsi.gr/index.php/component/k2/item/75-argentina ) αυτό είναι το πολυτιμότερο δίδαγμα της Αργεντινής και το βασικό καθήκον σήμερα για τις ζωντανές δυνάμεις της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Είναι άμεση ανάγκη η συγκρότηση ενός μεγάλου κοινωνικο-πολιτικού μετώπου στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το σύστημα. Ενός προγράμματος που θα βαδίζει στον δρόμο της εξέγερσης της Αργεντινής αλλά και θα τον βαθαίνει θετικά παραμερίζοντας και ξεπερνώντας τους διάφορους Κίρχνερ.

 

Βιβλιογραφία

Beccaria L. et al (2007), ‘Crisis y recuperacion. Efectos sobra el Mercado del trabajo y la distribution del ingreso’, Universidad Nacional del General Sarmiento, Argentina.

Godio, J. (2003) ‘Los Movimientos Piqueteros ante una Seria Disyuntiva Política’, Diario C, www.diarioc.com.ar/lanota/10-01-2004

Godio, J. (2004) ‘The “Argentine Anomaly”: From Wealth through Collapse to Neo-Developmentalism’, Internationale Politik und Gesellschaft, N.2. http://www.fes.de/ipg/IPG2_2004/ARTGODIO.PDF

Helleiner, E. (2003) ‘Economic Liberalism and Its Critics: the Past as Prologue?’, Review of International Political Economy vol. 10 no. 4.

Krueger Α. (2002), ‘A New Approach to Sovereign Debt Restructuring’, International Monetary Fund http://www.imf.org/external/pubs/ft/exrp/sdrm/eng/ .

Μαυρουδέας Στ. (1996), «Οικονομικές πολιτικές στην Αργεντινή μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο», Θέσεις νο.54.

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος (2010), «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. Τόπος.

Munck R. (1985), ‘Democratization and Demilitarization in Argentina’, Bulletin of Latin American Research, vol. 4, no. 2.

Petras J. (2006), ‘Centre-Left regimes in Latin America: History repeating itself as farce?’, Journal of Peasant Studies vol. 22 no. 2.

Reddy N. (2014), ‘Argentina: The End of Kirchnerism?’, New Politics Vol. XV No. 1, Whole Number 57

Wylde C. (2010), ‘Argentina, Kirchnerismo and Desarrollismo: Argentine Political Economy under the administration of Nestor Kirchner 2003-7’, Documento de Trabajo, FLACSO Argentina.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s