Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2015

Συνέντευξη στον Prisma 95 1 fm 23-9-2015: Αδύναμη η νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ – Εφικτή η έξοδος από την ΕΕ

Συνέντευξη στον Prisma 95 1 fm 23-9-2015
Αδύναμη η νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ
Εφικτή η έξοδος από την ΕΕ

 

 

 

«Αριστερός ευρωσκεπτικισμός ή αριστερό μέτωπο κατά της ΕΕ;», ΠΡΙΝ 19-9-2015

Αριστερός ευρωσκεπτικισμός ή αριστερό μέτωπο κατά της ΕΕ;

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

ΠΡΙΝ, 19/9/2015

 

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2007-8 αποτελεί την πρώτη μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα. Το ξέσπασμα της αναστάτωσε την ούτως ή άλλως ανισόμετρη ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και όξυνε τις ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις μεταξύ των βασικών πόλων του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Η δομική κρίση της ευρωζώνης (και ευρύτερα της ΕΕ καθώς η προηγούμενη αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της τελευταίας) είναι μία από τις βασικές περιοχικές κρίσεις που εκδηλώνονται στον απόηχο της παγκόσμιας κρίσης. Σηματοδοτεί τα προβλήματα ενός από τους βασικούς ανταγωνιστικούς πόλους στην αμερικανική παγκόσμια ηγεμονία και έχει εκδηλωθεί με ιδιαίτερη ένταση αλλά και με άνισες επιπτώσεις στο σύνολο των χωρών της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ (οι χώρες του ευρω-κέντρου) έχει ξεφορτώσει μεγάλο μέρος των δικών του προβλημάτων στους ηγεμονευόμενους υπο-ιμπεριαλισμούς της ευρω-περιφέρειας με αποτέλεσμα η κρίση των δεύτερων να είναι οξύτερη. Η υπαγωγή πολλών από τις τελευταίες σε βάρβαρες πολιτικές αναδιάρθρωσης – ιδιαίτερα με προγράμματα προσαρμογής από τρόικες – έχει οξύνει δραματικά τις ταξικές εντάσεις σ’ αυτές, σε διάκριση με τις χώρες του ευρω-κέντρου που η κατάσταση είναι ηπιότερη.

diagram

Η προαναφερθείσα διαφορά έχει ορισμένες κρίσιμες πολιτικές επιπτώσεις. Τόσο για τους παραπάνω οικονομικούς λόγους όσο όμως και για όχι αμελητέους λόγους πολιτικής παράδοσης οι πολιτικές επιπτώσεις της κρίσης είναι διαφορετικές στις χώρες του ευρω-κέντρου και στις χώρες του Βορρά απ’ ότι στις χώρες της ευρω-περιφέρειας του Νότου. Γενικά, παρατηρείται ότι ο μεγάλος πολιτικός κερδισμένος στις πρώτες από την κρίση είναι η λεγόμενη «ριζοσπαστική Δεξιά» ενώ στις δεύτερες η ριζοσπαστική Αριστερά.

Σαν «ριζοσπαστική Δεξιά» χαρακτηρίζεται στις επίσημες συζητήσεις η μέχρι πρότινος εκτός επίσημου πολιτικού συστήματος ακροδεξιά. Η τελευταία κερδίζει γιατί εκτός από την παραδοσιακή ατζέντα της ξενοφοβίας κάνει πλέον κυρίαρχη στον πολιτικό της λόγο την αντίθεση στην ΕΕ. Στις χώρες του ευρω-κέντρου η Αριστερά – μετά από διαδοχικές ήττες κυρίως στη δεκαετία του 1980 – έχει ουσιαστικά καταθέσει τα όπλα και, ακόμη και όπου διατηρεί δυνάμεις, έχει συνήθως ενσωματωθεί στο σύστημα. Ιδιαίτερα έχει αποδεχθεί την βασική «κόκκινη γραμμή» του συστήματος αυτή την ιστορική περίοδο: την ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Έτσι η διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στον πλέον εξόφθαλμα αντιλαϊκό χαρακτήρα της ΕΕ δεν βρίσκει διέξοδο στην Αριστερά. Αντίθετα, η ακροδεξιά – υποστηριζόμενη από σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου που ανησυχούν για την αυξανόμενη γερμανική ηγεμονία – βάζει ολοένα και περισσότερο στην ατζέντα της την σύγκρουση με την ΕΕ και κατορθώνει να παραπλανά μεγάλα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα. Αφετέρου, στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η απεχθής μνήμη του ανύπαρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η ελεεινή μετέπειτα πορεία των κληρονόμων του εξοντώνει από τα γεννοφάσκια της κάθε προσπάθεια αριστερής αναγέννησης.

Αντίθετα, κυρίως στις χώρες της ευρω-περιφέρειας του Νότου, η κρίση ενίσχυσε την ριζοσπαστική Αριστερά (που στην επίσημη συζήτηση σηματοδοτεί την πέραν της κλασσικής σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά). Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε ο κυρίαρχος ρόλος στην Αριστερά των περισσότερων από τις χώρες αυτές της κομμουνιστικής παράδοσης που διατήρησε – παρά τις όποιες ευρωκομμουνιστικές παρεκκλίσεις – την αντίθεση στην ΕΕ τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματα της.

kokkinisimaiapoli

Αυτή η ιδιομορφία του ευρω-Νότου και τα συνακόλουθα μαζικά λαϊκά κινήματα στην περιοχή αυτή δεν έχουν περάσει καθόλου απαρατήρητα από τα ηγεμονικά ιμπεριαλιστικά κέντρα της ΕΕ και τις εγχώριες αστικές τάξεις. Η συζήτηση για την ανάγκη να μπει «τέλος στην ελληνική ιδιομορφία» (που ιδεολογικοί κονδυλοφόροι των ΗΠΑ και εγχώρια παπαγαλάκια φθάνουν υποκριτικά και βλακωδώς να βαφτίζουν «τελευταία σοβιετία») είναι χαρακτηριστική.

Εμπρός στην κατάσταση αυτή εκτός από την κυρίαρχη γραμμή του συστήματος – το κατά μέτωπο χτύπημα του αριστερού αντι-ΕΕ ρεύματος – αναπτύσσεται και μία άλλη γραμμή. Σημαντικά τμήματα της μέχρι πρότινος ευρώδουλης δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς (ιδιαίτερα στο Νότο), βλέποντας την απώλεια λαϊκής στήριξης και το ότι βαθαίνει συνεχώς (λόγω της διάρκειας και του βάθους της κρίσης) η βαρβαρότητα της ΕΕ, μετακινούνται στη γραμμή του αριστερού ευρωσκεπτικισμού. Η λειψή και καθυστερημένη αυτή γραμμή εκφράζεται είτε με την αφελή επίκληση ενός προοδευτικού μετασχηματισμού της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως σε ένα ήπιο Κεϋνσιανισμό) είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ευρωζώνη. Συνήθως όταν έχει ξεφτίσει η πρώτη πρόταση – μέσα από τα προφανή αδιέξοδα της – κάποια τμήματα αυτής της οικόσιτης Αριστεράς μετακινούνται στη δεύτερη. Βέβαια πρόκειται για μία εξίσου εθελοτυφλική με την προηγούμενη πρόταση. Βασίζεται στην αφελή πεποίθηση (ιδιαίτερα για ευρω-περιφερειακές χώρες) ότι φεύγοντας από την ΟΝΕ μπορείς να μείνεις και να παίξεις με καλύτερους όρους μέσα στην ΕΕ. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά φορτώσουν στην πλάτη της εργασίας τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας – με αποδιαρθρωμένες παραγωγικές δομές καθώς έχουν γίνει μεσαία και χαμηλά εξαρτήματα πανευρωπαϊκών αλυσίδων παραγωγής και λιγότερο ισχυρές αστικές τάξεις που ούτε αποτολμούν να αμφισβητήσουν τις εξαρτημένες σχέσεις τους με τους δυτικο-ευρωπαίους πάτρωνες τους – η πρόταση αυτή είναι απλά ανέφικτη χωρίς την ταυτόχρονη απόσχιση από την ΕΕ.

Και στις δύο αυτές εκδοχές αντί για μία ανεξάρτητη γραμμή της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, που φυσικά δεν θα αγνοεί τις και θα παρεμβαίνει στις ενδοαστικές αντιθέσεις, προκρίνεται μία γραμμή ακολουθητισμού και εξάρτησης από τις τελευταίες. Η γραμμή αυτή δεν οδηγεί σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση αυτών των τμημάτων της Αριστεράς, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται. Ούτε βοηθά στη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα είναι ένα καθυστερημένο σύρσιμο ποδιών πίσω από τις εξελίξεις, μπλεγμένο με τις αντιφάσεις του που αντί να οδηγεί την λαϊκή συνείδηση αποτελεί έρμα και εμπόδιο σε μελλοντικές εξελίξεις: ένα καθυστερημένο βήμα μπροστά που ακολουθείται δύο δειλά βήματα πίσω.

Αποτέλεσμα εικόνας για smash European Union

Ο μόνος δρόμος για την ανασυγκρότηση της Αριστεράς (που θέλει να είναι αντάξια του ονόματος της και πραγματικά ανατρεπτική) δεν περνά από τις ολισθηρές ατραπούς του ευρω-σκεπτικισμού. Η ανατρεπτική Αριστερά στις χώρες της ιμπεριαλιστικής ΕΕ πρέπει να έχει στην προμετωπίδα της πολιτικής πρότασης της την σύγκρουση με την ΕΕ και την αποδέσμευση από αυτή. Μέσα σ’ αυτό το «λάκκο των λεόντων» καμιά φιλολαϊκή εναλλακτική και καμιά δυνατότητα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δεν υπάρχει. Γι’ αυτό η ανατρεπτική Αριστερά πρέπει να αφήσει στην άκρη ιδεοληπτικές αγκυλώσεις – του τύπου ότι αν προφέρεις πολλές φορές κάποια επίθετα προσεγγίζεις την ουσία τους (σαν κάτι θρησκευτικές αιρέσεις) – και να επικεντρωθεί στο να είναι έμπρακτα επαναστατική: να ανατρέπει τους κρίσιμους κόμβους της κυρίαρχης κατάστασης πραγμάτων και να πλέκει το μακρύ κόκκινο νήμα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η πρόταση της ανατρεπτικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι μία πρόταση ιδεολογικής ενότητας (του τύπου «αντικαπιταλιστικό μέτωπο»). Οφείλει να είναι η πρόταση ενός αριστερού παλλαϊκού κοινωνικο-πολιτικού μετώπου για την αποδέσμευση από την ΕΕ. Το μέτωπο αυτό οφείλει να συγκροτηθεί πάνω σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ που δεν θα κρύβει την σοσιαλιστική προοπτική του. Ταυτόχρονα όμως θα μπορεί να ενώσει υπό την σκέπη του ακόμη και δυνάμεις και ιδιαίτερα λαϊκές μερίδες που δεν είναι πεισμένες για την προοπτική αυτή αλλά αναγνωρίζουν στις προτάσεις του την μόνη δυνατότητα επιβίωσης τους. Η συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου μπορεί να παρέμβει και να ριζοσπαστικοποιήσει και τμήματα του αριστερού ευρω-σκεπτικισμού κι όχι να εγκλωβισθεί στα δικά τους αδιέξοδα.

Η μάχη των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 και η ενίσχυση συνεργασίας της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. με το Ε.Ε.Κ. και ανένταχτους αγωνιστές της αριστεράς πρέπει να αποτελέσει βήμα στην κατεύθυνση αυτή.

Ψήφο στη μετωπική ανατρεπτική Αριστερά

Advertisement

Μπορεί να υπάρξει εναλλακτική πολιτική στα Μνημόνια εντός της ΕΕ; (Μερικά σχόλια με αφορμή το πρόγραμμα της ΛΑΕ και μία συνέντευξη του Κ.Λαπαβίτσα)

ΜπορεΙ να υπΑρξει εναλλακτικΗ πολιτικΗ στα ΜνημΟνια εντΟς της ΕΕ;

(Μερικά σχόλια με αφορμή το πρόγραμμα της ΛΑΕ και μία συνέντευξη του Κ.Λαπαβίτσα)

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Η χώρα μας διατρέχει τον έβδομο χρόνο οικονομικής κρίσης και τον έκτο υπό τα δεσμά της Μνημονιακής πολιτικής. Η τελευταία επιβλήθηκε ουσιαστικά στη χώρα από την συμπαιγνία της εγχώριας ελίτ με τα ηγεμονικά κέντρα της ΕΕ χωρίς καμία ουσιαστική δημοκρατική διαβούλευση και μέσω εκβιασμών και παραπληροφόρησης. Πρόκειται για μία συνειδητά υφεσιακή πολιτική δομικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εγχώριας ελίτ και του ευρω-ιερατείου. Η πολιτική αυτή είναι σαφώς αντιλαϊκή (καθώς το κόστος της το επωμίζονται οι εργαζόμενοι και τα μικρομεσαία στρώματα), ενώ η προοπτική που υπόσχεται είναι επιεικώς ζοφερή. Η ενδεχόμενη επιστροφή της ανάπτυξης μπορεί να γίνει μόνο αν η χώρα μετασχηματισθεί σε μία «κινεζοποιημένη» οικονομία εξευτελιστικών μισθών, φθηνών περιουσιακών στοιχείων, χαμηλής προστιθέμενης αξίας και τεχνολογικής εξειδίκευσης στην εξώτερη περιφέρεια της ΕΕ. Είναι μία υπερφιλόδοξη πολιτική καθώς απαιτεί δραματικές κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές που διακινδυνεύουν ανεξέλεγκτες (για το σύστημα) κοινωνικές εκρήξεις. Επιπλέον όμως έχει και σοβαρότατα τεχνικά προβλήματα (υπερβολικά εμπροσθοβαρής και αισιόδοξη, χωρίς μία αποτελεσματική αναδιάρθρωση χρέους και χωρίς την διευκόλυνση της συναλλαγματικής υποτίμησης) που προέκυψαν κυρίως λόγω πολιτικών επιταγών της ΕΕ. Τόσο λόγω της κοινωνικής αναταραχής όσο και λόγω των τεχνικών προβλημάτων της, η Μνημονιακή πολιτική αποτυγχάνει συστηματικά και απαιτεί συνεχώς νέες διορθώσεις, δάνεια και δεσμεύσεις. Όμως για το ευρω-ιερατείο και την εγχώρια ελίτ δεν υπάρχει άλλος δρόμος (βλέπε «Τι είναι (και τι δεν είναι) η Μνημονιακή στρατηγική και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά»).

Καθώς όμως η Μνημονιακή πολιτική έχει βυθίσει την χώρα στην κρίση και την εξαθλίωση ξεκίνησε ακόμη και σε επίσημους κύκλους η συζήτηση για τις εναλλακτικές πολιτικές της. Αρχικά η επίσημη συζήτηση επικεντρώθηκε στην αναδιαπραγμάτευση και τροποποίηση των Μνημονίων. Αυτό εκφράσθηκε με τα Ζάππεια προγράμματα της ΝΔ που ουσιαστικά ζητούσαν μία πιο ήπια και λιγότερο εμπροσθοβαρή προσαρμογή. Χρησιμοποιήθηκαν σαν πρόγραμμα αλίευσης ψήφων και εγκαταλείφθηκαν την αμέσως επομένη της κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας καθώς η ΕΕ ξεκαθάρισε ότι δεν δέχεται οποιαδήποτε τροποποίηση. Το ίδιο έργο επαναλήφθηκε με τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ πλειοδότησε προβάλλοντας την πλήρη κατάργηση της Μνημονιακής πολιτικής και την διαγραφή του χρέους (ενώ ψέλλισε ακόμη και το «καμία θυσία για το ευρώ» για να το αποσύρει πολύ γρήγορα). Υποσχέθηκε επίσης ότι αυτή η εναλλακτική είναι εφικτή μέσα στα πλαίσια της ΕΕ. Και αυτός με την σειρά του, εμπρός στην κατηγορηματική αντίθεση της ΕΕ, πρώτα υποχώρησε από την διαγραφή του χρέους στην επιμήκυνση του. Στη συνέχεια έκανε την μεγάλη κωλοτούμπα και όχι μόνο δεν ανέτρεψε τις Μνημονιακές πολιτικές λιτότητας αλλά συμφώνησε σε ένα τρίτο βάρβαρο και υφεσιακό Μνημόνιο.

Όλες αυτές οι παλινωδίες αποδεικνύουν ότι για την ΕΕ τα Μνημόνια είναι μονόδρομος. Καμία μικρή ή μεγάλη τροποποίηση τους δεν γίνεται αποδεκτή από το ευρω-ιερατείο και αυτό γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι μια βάρβαρη ταξική πολιτική για την αντιμετώπιση της κρίσης της ευρωζώνης και την διατήρηση των ελπίδων της για διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας από τις ΗΠΑ που δεν επιδέχεται ελαστικές οικονομικές πολιτικές (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί»). Αυτός είναι ο βασικός λόγος που το ευρω-ιερατείο επιμένει σε μία οικονομική πολιτική που εντείνει τους πολιτικούς και οικονομικούς τριγμούς στο εσωτερικό της ΕΕ.

Επιπρόσθετα, είναι πλέον προφανές ακόμη και στους πιο αδαείς ότι δεν υπάρχουν περιθώρια μετασχηματισμού του οικοδομήματος της ΕΕ. Η τελευταία συγκροτείται με βάση συγκεκριμένα κοινωνικο-οικονομικά και κρατικά συμφέροντα και δεν είναι μία εν γένει ένωση των ευρωπαϊκών χωρών. Σε όλη την μακρόχρονη διαδρομή της τα συμφέροντα αυτά αποτυπώνουν την ηγεμονία τους και επιβάλλουν τις επιλογές τους και, κατ’ αντιστοιχία, διαψεύδονται οι ψευδαισθήσεις περί εναλλακτικών δυνατοτήτων μέσα στα πλαίσια της.

Η πρόσφατη αποκάλυψη της απάτης του ΣΥΡΙΖΑ (περί εναλλακτικής εντός της ΕΕ όταν, παρά τα εκ των υστέρων υποκριτικά λεγόμενα, γνώριζε καλά ότι αυτό είναι ανέφικτο) εξώθησε την αριστερή πτέρυγα του να αποσκιρτήσει και να δημιουργήσει την ΛΑΕ. Η τελευταία, με αρκετές ομολογουμένως παλινωδίες μεταξύ κειμένων και δημόσιων τοποθετήσεων (βλέπε «Το μετέωρο βήμα της ΛΑΕ»), προτείνει ένα πρόγραμμα ανατροπής του Μνημονίου που βασίζεται στην έξοδο από την ΟΝΕ αλλά στην παραμονή στην ΕΕ. Μάλιστα σε συνεντεύξεις του Κ.Λαπαβίτσα η έξοδος από την ΟΝΕ δεν θεωρείται λύση ύστατης ανάγκης (όπως σε άλλες δηλώσεις στελεχών της ΛΑΕ) αλλά κεντρικός άξονας του οικονομικού προγράμματος της. Συγκεκριμένα, προτείνεται (α) ακύρωση των μνημονίων, τερματισμό της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων, κατάργηση μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων), (β) διαγραφή μέρους του χρέους, (γ) εθνικοποίηση των τραπεζών, (δ) δημόσιο έλεγχο των επιχειρήσεων με στρατηγική σημασία, (ε) παραγωγική αναδιάρθρωση και (στ) έξοδο από το ευρώ. Το τελευταίο αποτελεί τον κεντρικό άξονα καθώς από αυτό εξαρτάται η εισοδηματική πολιτική, η αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και της πραγματικής οικονομίας και η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Μία πρώτη παρατήρηση είναι ότι αποδίδεται υπέρμετρη σημασία στην δυνατότητα της νομισματικής αλλαγής να αντιμετωπίσει το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων της οικονομίας και μάλιστα εγκαίρως. Συνακόλουθα παραγνωρίζεται ότι ακόμη και με εθνικό νόμισμα μία σειρά άλλες κρίσιμες αλλαγές προσκρούουν στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ.

Ορισμένες επιπρόσθετες διευκρινήσεις του Κ.Λαπαβίτσα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αναδεικνύουν – εκτός ορισμένων θετικών στοιχείων – τις βαθύτατες αντιφάσεις του προγράμματος αυτού.

Πρώτον, προτείνει στάση πληρωμών και στη συνέχεια διαπραγμάτευση για την συναινετική διαγραφή μέρους του χρέους. Όμως η πρόταση αυτή προτάθηκε ήδη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και απορρίφθηκε ρητά από το ευρω-ιερατείο. Για ποιο λόγο στο άμεσο μέλλον το ευρω-ιερατείο θα αλλάξει θέση;

Δεύτερον, η ανατροπή των μνημονιακών ρυθμίσεων θα είναι σταδιακή καθώς αναγνωρίζεται εμμέσως πλην σαφώς ότι η ανεργία θα παραμείνει σχετικά υψηλή για σημαντικό χρονικό διάστημα και συνεπώς δεν θα συμβάλλει σε πληθωριστικές τάσεις λόγω υποτίμησης του νέου νομίσματος. Το ίδιο προφανώς εξυπονοείται – αλλά δεν λέγεται – για την αύξηση των μισθών. Η θέση αυτή φαλκιδεύει τις διαβεβαιώσεις περί άμεσης κατάργησης των Μνημονίων.

Τρίτον, η αλλαγή του νομίσματος θα γίνει σε σχέση 1 προς 1 και αργότερα θα υποτιμηθεί. Η πρόταση αυτή είναι το λιγότερο αξιοπερίεργη τεχνικά. Κατ’ αρχήν δεν διευκρινίζεται αν θα υπάρχει ελεύθερη μετατρεψιμότητα του νέου νομίσματος στο διάστημα αυτό. Εάν υπάρχει τότε λογικά θα υπάρξει μία δραματική εκροή συναλλαγματικών διαθεσίμων που θα γονατίσει την χώρα. Εάν δεν υπάρχει μετατρεψιμότητα τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος η μετατροπή να μην γίνει κατευθείαν στην (υποτιμημένη) νέα ισοτιμία. Επιπλέον, δεν διευκρινίζεται το ύψος της υποτίμησης.

Τέταρτον, θεωρεί ότι η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (που προέκυψε λόγω της κατάρρευσης της ζήτησης εξαιτίας της Μνημονιακής λιτότητας) θα συνεχισθεί και σύντομα θα γίνει πλεονασματικό. Προφανώς υπονοείται ότι το τελευταίο θα συμβεί λόγω της υποκατάστασης εισαγωγών που θα γίνει εξαιτίας της εισαγωγής του νέου νομίσματος. Μάλιστα η υποκατάσταση εισαγωγών θα οδηγήσει επίσης σε κλαδική αναδιάρθρωση την οικονομία (με ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα σε βάρος της σημερινής τριτογενοποίησης). Η κλαδική αυτή αναδιάρθρωση θα γίνει με λοκομοτίβα τον δημόσιο τομέα αλλά και την δραστική συμβολή του ιδιωτικού τομέα. Όλα αυτά στα πλαίσια μίας νέας βιομηχανικής πολιτικής που ευθαρσώς παραδέχθηκε ο Κ.Λαπαβίτσας ότι δεν είναι επεξεργασμένη.

Αυτό το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι επιπόλαιες θεωρίες της χρηματιστικοποίησης (τις οποίες υιοθετεί ο Κ.Λαπαβίτσας) αποδίδουν ελάχιστη σημασία στην πραγματική οικονομία. Η ελληνική εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με τις θεωρίες αυτές (βλέπε «Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση»). Η ελληνική κρίση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις στρεβλώσεις της παραγωγικής δομής της χώρας που προκάλεσε η ένταξη της στην ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση και στην επιδείνωση των σχέσεων εξαρτημένης ανάπτυξης που προϋπήρχαν (που η ένταξη στην ΟΝΕ επιδείνωσε περαιτέρω). Τα προβλήματα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι παράγωγα των στρεβλώσεων της πραγματικής οικονομίας. Για την ανάταξη τους δεν αρκεί μία ανταγωνιστική υποτίμηση ούτε απλά μία λίγο πιο επεμβατική δημόσια βιομηχανική πολιτική. Απαιτείται ένα μακροχρόνιο συνολικό πλάνο δομικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας υποχρεωτικής ισχύος που προφανώς θα είναι δημόσιο και ο βασικός βραχίονας του θα είναι οι δημόσιες επενδύσεις και η δημόσια ιδιοκτησία. Ο ιδιωτικός τομέας ούτε θέλει σε συνθήκες κρίσης να επωμισθεί τέτοιο κίνδυνο ούτε μπορεί να το κάνει. Όμως μία τόσο δραστική δημόσια πολιτική (με επιδότηση και προστασία κλάδων κλπ.) αντίκειται σαφώς στις συνθήκες της ευρωπαϊκής κοινής αγοράς και όχι απλά στην ΟΝΕ. Πως μπορεί αυτό να γίνει παραμένοντας μέσα στην ΕΕ;

Το παραπάνω ζήτημα αποτελεί και την βασική αντίφαση του προγράμματος της ΛΑΕ και που το κάνει να είναι μία ακόμη μη-ρεαλιστική εναλλακτική. Η Λυδία λίθος του ελληνικού προβλήματος είναι η σχέση της με την ΕΕ συνολικά.

Η αντίφαση αυτή αναδεικνύεται όταν εξετάσει κανείς την έξοδο από την ΟΝΕ με ταυτόχρονη παραμονή στην ΕΕ. Ο δρόμος αυτός μπορεί να είναι είτε συναινετικός είτε συγκρουσιακός. Στην πρώτη περίπτωση – και δεδομένου του συσχετισμού δυνάμεων (καθώς η Ελλάδα δεν είναι ούτε Αγγλία ούτε Σουηδία) – ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι τύπου σχεδίου Σόιμπλε (δηλαδή επιδεινώνοντας περαιτέρω την θέση της χώρας και εντείνοντας την εξάρτηση από την ΕΕ). Στην δεύτερη περίπτωση η σύγκρουση μοιραία θα οδηγήσει τόσο για οικονομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους στην έξοδο από την ΕΕ. Κατά την ταπεινή μου γνώμη αυτή είναι η μόνη επίπονη μεν αλλά ελπιδοφόρα δε ρεαλιστική εναλλακτική στη Μνημονιακή βαρβαρότητα (βλέπε «Έξοδος από την ΕΕ: η μόνη λύση στο αδιέξοδο»).

Δημοσιεύθηκε στο euro2day.gr στις 14/9/2015 με τίτλο:

«Γιατί δεν βγαίνει το σχέδιο Λαφαζάνη για δραχμή»

http://www.euro2day.gr/specials/opinions/article/1360905/giati-den-vgainei-to-shedio-lafazanh-gia-drahmh.html

Προεκλογική εκδήλωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ – Πεύκη 16/9/05

ΠΕΥΚΗ (19:30)

«Κολώνες»

Ομιλητές : Σταύρος Μαυρουδέας, Αντώνης Δραγανίγος, Δημήτρης Πολυχρονιάδης .

 

pefki1609

Αντιφάσεις και αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της ΛΑΕ

Αντιφάσεις και αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της ΛΑΕ

Σταύρος Μαυρουδέας

Μετά από αρκετές παλινωδίες η ΛΑΕ ξεκαθαρίζει σιγά-σιγά το οικονομικό πρόγραμμα της.

Μία πρώτη παρατήρηση είναι ότι η ΛΑΕ αντιμετωπίζει το πρόγραμμα απλά σαν ένα προπαγανδιστικό εργαλείο που είναι συνειδητά ασαφές για να επιτρέπει την πολυγλωσσία και την πολυσυλλεκτικότητα και επιπλέον είναι κάτι ευμετάβλητο με βάση φευγαλέες πολιτικές σκοπιμότητες. Πρόκειται για μία καθαρά αστική αντίληψη που ελάχιστη σχέση έχει με την παράδοση ιδιαίτερα της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Χαρακτηριστικά, όταν η ΛΑΕ απευθύνεται στο ευρύ κοινό υποβαθμίζει την θέση περί εξόδου από το ευρώ σε εργαλείο (και όχι στόχο) τελευταίας καταφυγής. Αντίστοιχα κρύβεται πίσω από το δάκτυλο της σχετικά με το ζήτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ καθώς δηλώνει ότι δεν αποτελεί στόχο της και εάν προκύψουν προβλήματα τότε θα θέσει το ερώτημα σε δημοψήφισμα (χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει τι θα προτείνει η ίδια). Αυτό την διευκολύνει στις σχέσεις και διαπραγματεύσεις της με πολιτικούς παράγοντες όπως η Ζ. Κωνσταντοπούλου, ο Μ. Γλέζος, η Ρ. Μακρή αλλά και ο Γ. Ρωμανιάς. Αντίθετα, όταν απευθύνεται ψευδο-ενωτικά στην Αριστερά και ιδιαίτερα στην ανατρεπτική Αριστερά παρουσιάζει κείμενα με θολές ριζοσπαστικότερες διατυπώσεις.

Alexander Rodchenko, Red and Yellow

Αφήνοντας στην άκρη αυτούς τους κουτοπόνηρους χειρισμούς, έχει ενδιαφέρον να εξετασθεί αυτό που φαίνεται να είναι η ουσία του προγράμματος της ΛΑΕ.

Κατ’ αρχήν, ο γενικός προσανατολισμός του είναι ένας αριστερός ευρω-σκεπτικισμός και όχι ένα αριστερό αντι-ΕΕ μέτωπο. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την εμμονή σε συναινετικές λύσεις με την ΕΕ καθώς και στην εμμονή στην παραμονή σε αυτήν (Κ.Λαπαβίτσας: «δεν είναι στόχος μας η έξοδος από την ΕΕ»). Ουσιαστικά θεωρείται ότι μέσα στην ΕΕ αλλά εκτός του υποτιθέμενα ασφυκτικότερου πλαισίου της ΟΝΕ μπορεί να υπάρξει μία φιλολαϊκή προοπτική καθώς υπάρχουν τόσο τα θεσμικά περιθώρια όσο και οι δυνητικές συμμαχίες γι’ αυτό.

Αν δοκιμαστεί να διακριβωθεί – μέσα από την πολυγλωσσία της ΛΑΕ – το οικονομικό της πρόγραμμα φαίνεται ότι αυτό έχει τους ακόλουθους άξονες:

(α) ακύρωση των μνημονίων: τερματισμός της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων, κατάργηση μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων

(β) στάση πληρωμών και έναρξη διαπραγματεύσεων για την διαγραφή μέρους του χρέους

(γ) εθνικοποίηση των τραπεζών και δημιουργία τριών τραπεζών ειδικού σκοπού (αγροτική τράπεζα, τράπεζα επενδύσεων και ταχυδρομικό ταμιευτήριο).

(δ) παραγωγική αναδιάρθρωση με δημόσιο έλεγχο των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και επικουρία του ιδιωτικού τομέα

(ε) έξοδο από την ΟΝΕ

Η τελευταία αποτελεί τον κεντρικό άξονα καθώς από αυτό εξαρτάται η εισοδηματική πολιτική, η αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και της πραγματικής οικονομίας και η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Στο πρόγραμμα αυτό αποδίδεται υπέρμετρη σημασία στην δυνατότητα της νομισματικής αλλαγής να αντιμετωπίσει το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων της οικονομίας και μάλιστα εγκαίρως. Συνακόλουθα παραγνωρίζεται ότι ακόμη και με εθνικό νόμισμα μία σειρά άλλες κρίσιμες αλλαγές προσκρούουν στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ.

Πρόσφατες συνεντεύξεις του Κ. Λαπαβίτσα αναδεικνύουν – εκτός ορισμένων θετικών στοιχείων – τις βαθύτατες αντιφάσεις του προγράμματος αυτού.

Πρώτον, αντί για άρνηση του χρέους προτείνει στάση πληρωμών και στη συνέχεια διαπραγμάτευση για την συναινετική διαγραφή μέρους του χρέους. Αυτό σημαίνει ουσιαστικά – και πέραν φληναφημάτων περί «απεχθούς χρέους» κ.λπ. – ότι αναγνωρίζεις το χρέος αλλά δηλώνεις ότι δεν μπορείς να το πληρώσεις. Όμως η πρόταση αυτή προτάθηκε ήδη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και απορρίφθηκε ρητά από την ΕΕ. Για ποιο λόγο στο άμεσο μέλλον το ευρω-ιερατείο θα αλλάξει θέση;

Δεύτερον, η ανατροπή των μνημονιακών ρυθμίσεων θα είναι σταδιακή καθώς αναγνωρίζεται εμμέσως πλην σαφώς ότι η ανεργία θα παραμείνει σχετικά υψηλή για σημαντικό χρονικό διάστημα και συνεπώς δεν θα συμβάλλει σε πληθωριστικές τάσεις λόγω υποτίμησης του νέου νομίσματος. Το ίδιο προφανώς εξυπονοείται – αλλά δεν λέγεται – για την αύξηση των μισθών. Ουσιαστικά κλείνεται το μάτι προς διάφορες πλευρές ότι δεν θα υπάρξει μία άμεση ανατροπή των μισθολογικών μειώσεων και συνεπώς τα περιθώρια κερδοφορίας θα βρουν χρόνο να προσαρμοσθούν. Επίσης ότι η λελογισμένη επαναφορά των μισθών δεν θα δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις (σε συνδυασμό με την ύπαρξη μεγάλης υποαπασχόλησης των παραγωγικών πόρων). Η θέση αυτή φαλκιδεύει τις διαβεβαιώσεις περί άμεσης κατάργησης των Μνημονίων. Επιπλέον, το ερώτημα είναι πώς με μία τέτοια σταδιακή αύξηση της εσωτερικής ζήτησης θα επιστρέψει η οικονομική ανάπτυξη; Αρκούν οι δημόσιες δαπάνες και πώς; Υποστηρίζει η ΛΑΕ ότι αυτή θα προέλθει από το εξωτερικό (με αύξηση εξαγωγών ή/και εισροή κεφαλαίων) και πώς;

Τρίτον, η αλλαγή του νομίσματος θα γίνει σε σχέση 1 προς 1 και αργότερα θα υποτιμηθεί. Η πρόταση αυτή είναι το λιγότερο αξιοπερίεργη τεχνικά. Κατ’ αρχήν δεν διευκρινίζεται αν θα υπάρχει ελεύθερη μετατρεψιμότητα του νέου νομίσματος στο διάστημα αυτό. Εάν υπάρχει τότε λογικά θα υπάρξει μία δραματική εκροή συναλλαγματικών διαθεσίμων που θα γονατίσει την χώρα. Εάν δεν υπάρχει μετατρεψιμότητα τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος η μετατροπή να μην γίνει κατευθείαν στην (υποτιμημένη) νέα ισοτιμία. Επιπλέον, δεν διευκρινίζεται το ύψος της υποτίμησης. Αν αυτή ακολουθήσει το ύψος του πληθωρισμού (που υποτίθεται κατά τον Κ. Λαπαβίτσα ότι δεν θα ξεπεράσει το 10% τον πρώτο χρόνο) δεν αρκεί για να ανατάξει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών. Αν είναι μεγαλύτερη υπάρχει ένα επιπρόσθετο πρόβλημα καθώς θα συνεπάγεται εισαγόμενο πληθωρισμό. Ο τελευταίος μπορεί να περιορισθεί στο σκέλος της καταναλωτικής ζήτησης (καθώς τα εισοδήματα δεν θα έχουν ανακάμψει από τις Μνημονιακές μειώσεις) αλλά θα επηρεάσει άμεσα τις εισαγόμενες ενδιάμεσες εισροές εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων. Ιδιαίτερα θα επηρεάσει αρνητικά μεγάλο μέρος των εξαγωγών (π.χ. πετρελαιοειδή) καθώς αυτές εξαρτώνται από εισαγωγές. Υπάρχει λύση στο πρόβλημα αυτό αλλά αυτή απαιτεί πολύ πιο ρηξικέλευθες επιλογές από αυτές του μεσοβέζικου αριστερού ευρωσκεπτικισμού. Ένα αριστερό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ μπορεί να προχωρήσει σε ένα αυστηρό εσωτερικό διοικητικό καθορισμό τιμών (για τον έλεγχο της ιδιωτικής κερδοσκοπίας), σε μη-μετατρεψιμότητα του εθνικού νομίσματος (τουλάχιστον για ένα κρίσιμο διάστημα) και σε ένα σύστημα πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών όπως πολλές χώρες (π.χ. Βενεζουέλα, Ιράν) έχουν κάνει.

Τέταρτον, θεωρεί ότι η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (που προέκυψε λόγω της κατάρρευσης της ζήτησης εξαιτίας της Μνημονιακής λιτότητας) θα συνεχισθεί και σύντομα θα γίνει πλεονασματικό. Δύο σημεία αξίζουν προσοχής εδώ. Το πρώτο σημείο είναι ότι η σημερινή εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών βασίζεται στις υπηρεσίες (και ιδιαίτερα στα τουριστικά και ναυτιλιακά έσοδα). Αν μπεις σε μία τροχιά σύγκρουσης, έστω και ελεγχόμενης, με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο είναι σαφές ότι τα έσοδα αυτά θα πληγούν (π.χ. στον τουρισμό υπάρχει ασφυκτική εξάρτηση από λίγους ευρωπαϊκούς παρόχους τουριστικών υπηρεσιών). Αυτό το πρόβλημα ένα συνεπές και συνεκτικό αριστερό πρόγραμμα δεν μπορεί να το υπεκφεύγει ούτε να καλλιεργεί ψευδαισθήσεις στο λαό γι’ αυτό. Αντιθέτως πρέπει να προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης του. Το δεύτερο σημείο αφορά το εμπορικό ισοζύγιο (δηλαδή ένα ακόμη προβληματικό τμήμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών). Προφανώς υπονοείται ότι λόγω της εισαγωγής του νέου νομίσματος θα υπάρξει υποκατάσταση εισαγωγών η οποία μάλιστα θα οδηγήσει επίσης σε κλαδική αναδιάρθρωση την οικονομία (με ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα σε βάρος της σημερινής τριτογενοποίησης). Η κλαδική αυτή αναδιάρθρωση θα γίνει με λοκομοτίβα τον δημόσιο τομέα αλλά και την δραστική συμβολή του ιδιωτικού τομέα. Όλα αυτά στα πλαίσια μίας νέας βιομηχανικής πολιτικής που ευθαρσώς παραδέχθηκε ο Κ. Λαπαβίτσας ότι δεν είναι επεξεργασμένη.

poster-1920qbeathewhites_190x130

Αυτό το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι επιπόλαιες θεωρίες της χρηματιστικοποίησης (τις οποίες υιοθετεί ο Κ. Λαπαβίτσας) αποδίδουν ελάχιστη σημασία στην πραγματική οικονομία. Η ελληνική εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με τις θεωρίες αυτές (βλέπε «Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση»). Η ελληνική κρίση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις στρεβλώσεις της παραγωγικής δομής της χώρας που προκάλεσε η ένταξη της στην ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση και στην επιδείνωση των σχέσεων εξαρτημένης ανάπτυξης που προϋπήρχαν. Η ένταξη στην ΟΝΕ επιδείνωσε την κατάσταση αυτή περαιτέρω. Τα προβλήματα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι παράγωγα των στρεβλώσεων της πραγματικής οικονομίας. Για την ανάταξη τους δεν αρκεί μία ανταγωνιστική υποτίμηση ούτε απλά μία λίγο πιο επεμβατική δημόσια βιομηχανική πολιτική. Απαιτείται ένα μακροχρόνιο συνολικό πλάνο δομικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας του τύπου των κλασσικών πεντάχρονων πλάνων. Το πλάνο αυτό πρέπει να καλύπτει το σύνολο της οικονομίας και να έχει υποχρεωτική ισχύ. Είναι προφανές ότι θα είναι δημόσιο και θα πρέπει να διαμορφωθεί με την δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων και του λαού. Επίσης για την επιτυχή εκτέλεση του απαιτείται η ενεργητική συμμετοχή, ο έλεγχος και η πρωτοβουλία του λαϊκού παράγοντα. Βασικός βραχίονας του θα είναι οι δημόσιες επενδύσεις και η δημόσια ιδιοκτησία ενώ ο ιδιωτικός τομέας θα έχει συμπληρωματικό ρόλο. Αυτό γιατί, πέραν ιδεολογικών λόγων, ο ιδιωτικός τομέας ούτε θέλει σε συνθήκες κρίσης να αναλάβει τα κόστη και τον κίνδυνο ενός τέτοιου γιγάντιου εγχειρήματος αλλά ούτε και μπορεί να το κάνει. Και στο βαθμό που θα το κάνει θα απαιτεί εξευτελιστικά αντίτιμα. Όμως μία τόσο δραστική δημόσια πολιτική (με επιδότηση και προστασία κλάδων κλπ.) αντίκειται σαφώς στις συνθήκες της ευρωπαϊκής κοινής αγοράς και όχι απλά στην ΟΝΕ. Πώς μπορεί αυτό να γίνει παραμένοντας μέσα στην ΕΕ;

Συνοψίζοντας, το πρόβλημα της Ελλάδας ξεκινά από την μη-βιώσιμη (ακόμη και σε καπιταλιστικούς όρους) παραγωγική δομή της που προέκυψε εν πολλοίς από την ένταξη της στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Υπάρχουν δύο διαφορετικοί δρόμοι για να αναταχθεί το πρόβλημα αυτό καθώς και τα παράγωγα του προβλήματα (ανισορροπίες σε δημοσιονομικό ισοζύγιο, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και εμπορικό ισοζύγιο, χαμηλή παραγωγικότητα κλπ.). Ο πρώτος είναι μέσα στην ΕΕ και είναι ο δρόμος των Μνημονίων και κανένας άλλος: μετατροπή της Ελλάδας σε μία «κινεζοποιημένη» οικονομία εξευτελιστικών μισθών, φθηνών περιουσιακών στοιχείων, χαμηλής προστιθέμενης αξίας και τεχνολογικής εξειδίκευσης στην εξώτερη περιφέρεια της ΕΕ. Ο δομικός αυτός μετασχηματισμός βασίζεται στον ιδιωτικό τομέα (και μάλιστα με αυξημένο τον ρόλο του ξένου κεφαλαίου) με την σιδηρά φυσικά στήριξη του αστικού κράτους. Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός της εκκίνησης μίας διαδικασίας ριζοσπαστικών αλλαγών με άμεσο κεντρικό άξονα την αποδέσμευση από την ΕΕ με βάση ένα συνολικό δημόσιο σχέδιο οικονομικής αναδιάρθρωσης (στη βάση της δημόσιας ιδιοκτησίας) και προοπτική τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Ο δομικός μετασχηματισμός του δεύτερου δρόμου είναι διαφορετικός από αυτόν του πρώτου τόσο όσον αφορά τα ταξικά συμφέροντα που θα εξυπηρετεί όσο όμως και την τεχνική του διάσταση (κλαδική αναδιάρθρωση, εργαλεία οικονομικής πολιτικής κλπ.). Και φυσικά θα πρέπει να βασίζεται σε μία διαφορετική πολιτική εξουσία και ένα άλλο δημόσιο τομέα.

Η βασική αντίφαση του προγράμματος της ΛΑΕ, που το κάνει να είναι μία ακόμη μη-ρεαλιστική εναλλακτική, είναι ότι προσπαθήσει να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο αυτούς δρόμους. Θέλει να συγκρουστεί με πλευρές της κυρίαρχης κατάστασης πραγμάτων αλλά ταυτόχρονα τρέμει την συνολική ρήξη. Σε άλλους καιρούς – όπως με το ΠΑΣΟΚ – κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Σήμερα με το βάθος και την διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης το να στέκεσαι πάνω στο φράκτη είναι απλά αδιέξοδο.

Η αντίφαση αυτή αναδεικνύεται όταν εξετάσει κανείς την έξοδο από την ΟΝΕ με ταυτόχρονη παραμονή στην ΕΕ. Ο δρόμος αυτός μπορεί να είναι είτε συναινετικός είτε συγκρουσιακός. Στην πρώτη περίπτωση – και δεδομένου του συσχετισμού δυνάμεων (καθώς η Ελλάδα δεν είναι ούτε Αγγλία ούτε Σουηδία) – ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι τύπου σχεδίου Σόιμπλε (δηλαδή επιδεινώνοντας περαιτέρω την θέση της χώρας και εντείνοντας την εξάρτηση από την ΕΕ). Στην δεύτερη περίπτωση η σύγκρουση μοιραία θα οδηγήσει τόσο για οικονομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους στην έξοδο από την ΕΕ.

Η θέση της ΛΑΕ απέναντι στην ΕΕ είναι επίσης μνημείο υπεκφυγής. Γιατί, όταν είναι προφανές ότι ακόμη και αυτά τα λειψά προγραμματικά της στοιχεία θα την οδηγήσουν σε σύγκρουση με την ΕΕ, αρνείται να το αναγνωρίσει; Γιατί επίσης, εφόσον προκύψει το πρόβλημα, θα το παραπέμψει σε δημοψήφισμα ενώ για την έξοδο από την ΟΝΕ θα αρκεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Και επίσης, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, γιατί δεν δηλώνει τι θα υποστηρίξει η ΛΑΕ;

Συγκεφαλαιώνοντας, το οικονομικό πρόγραμμα της ΛΑΕ δεν μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο μετωπικής συσπείρωσης και δράσης των υποτελών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας. Απέναντι σε κρίσιμες επιλογές στέκεται δίβουλο και αναποφάσιστο. Αντί να λειτουργεί προωθητικά για την λαϊκή συνείδηση σέρνεται πίσω της και πολλές φορές, στο βαθμό που την επηρεάζει, αποτελεί έρμα.

red train

Η Αριστερά της ανατροπής και ο πρωτοπόρος κόσμος της εργασίας δεν έχουν ανάγκη μία τέτοια πρόταση δισταγμών και μισών βημάτων. Μόνο σε νέες ήττες και αδιέξοδα μπορούν να οδηγήσουν. Αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη είναι ένα στιβαρό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ και σοσιαλιστικής προοπτικής και η συγκρότηση ενός παλλαϊκού κοινωνικο-πολιτικού μετώπου για την εφαρμογή του.

Προεκλογική εκδήλωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Πόρτο Ράφτη 13/9

portorafti1309

Προεκλογική εκδήλωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ,

Πόρτο Ράφτη, Λιμάνι

Κυριακή 13/9/2015, 20:00

Ομιλητές : Σταύρος Μαυρουδέας, Κώστας Τουλγαρίδης

ampethess1309

Δήλωση στήριξης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

logo

Δήλωση στήριξης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ –
ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΕΕΚ & ΑΝΕΝΤΑΧΤΟΥΣ/-ΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ/ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΕΣ

στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου 2015

 

Οι εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου διεξάγονται μετά έξι χρόνια Μνημονιακής βαρβαρότητας που έχει καταστρέψει την χώρα μας και φτωχοποιήσει την μεγάλη εργαζόμενη κοινωνική πλειονότητα και τα μικρομεσαία στρώματα. Η Μνημονιακή πολιτική επιβλήθηκε από την ελληνική ολιγαρχία και τους πάτρωνες της ΕΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους σε βάρος του λαού και του τόπου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκλέχθηκε στις προηγούμενες εκλογές ευαγγελιζόμενος τον τερματισμό των Μνημονίων (αλλά μέσα στην ΕΕ και με την συναίνεση της) και καπηλευόμενος το όνομα της Αριστεράς. Πολύ σύντομα απέδειξε την βαθειά συστημική φύση του προδίδοντας ασύστολα τις προεκλογικές υποσχέσεις του και την περήφανη λαϊκή ανυπακοή στις ιταμές επιταγές της ΕΕ που εκφράσθηκε – με τις όποιες αντιφάσεις της – στο πρόσφατο δημοψήφισμα. Σε αγαστή συνεργασία με όλο το συστημικό πολιτικό προσωπικό (ΝΔ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ κλπ.) οδήγησε την χώρα σε ένα τρίτο βάρβαρο και αντιλαϊκό Μνημόνιο. Με τον τρόπο αυτό σπέρνεται η ηττοπάθεια μέσα στο λαό («τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει»), καλλιεργείται η αποχή από τα κοινά («όλοι ίδιοι είναι») και διευκολύνονται τα σχέδια της ελληνικής ολιγαρχίας και των ευρωπαίων πατρώνων της.

Απέναντι σε αυτό το αποπνικτικό σκηνικό ο κόσμος της Αριστεράς και της εργασίας πρέπει να πάρει θέση. Πράγματι, αυτό που αποδείχθηκε περίτρανα είναι ότι μέσα στην Ευρωζώνη και την ΕΕ δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά αυτός των Μνημονίων, της λιτότητας, της εξαθλίωσης και της εκμετάλλευσης. Όμως υπάρχει ένας άλλος δρόμος εκτός της ΕΕ που θα χρειαστεί τις προσπάθειες και τις θυσίες του λαού μας αλλά αυτή τη φορά προς όφελος δικό του και των παιδιών του. Για ένα φωτεινό και ελπιδοφόρο μέλλον σε αντίθεση με τον ευρω-Μνημονιακό ζόφο. Ο δρόμος αυτός μπορεί να ανοίξει σήμερα με την πλατειά συσπείρωση όλων των ζωντανών δυνάμεων της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας επάνω σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα με κύριο στοιχείο την αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ. Παρά το γεγονός ότι σημαντικά τμήματα του λαού και των εργαζομένων δεν είναι πεισμένα ακόμη για την ανάγκη της ρήξης με την ΕΕ, πιστεύουμε  ακράδαντα ότι η σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και η έξοδος από αυτήν, είναι ό μόνος δρόμος  τόσο για την απαλλαγή από τις καταστροφικές πολιτικές των μνημονίων όσο και για την σοσιαλιστική προοπτική της κοινωνίας.

Σε αυτό τον αναγκαίο δρόμο δεν βοηθά ούτε ο πολιτικός απομονωτισμός του ΚΚΕ στο όνομα της ιδεολογικής «καθαρότητας» (που προσφέρει εκ των πραγμάτων άριστες υπηρεσίες στο σύστημα) ούτε η ατολμία απέναντι στο ζήτημα της ΕΕ και η πρόταση ενός «συνεπούς ΣΥΡΙΖΑ» της ΛΑΕ.

Μόνο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ο ευρύτερος χώρος της ανατρεπτικής Αριστεράς έχει δοκιμάσει να βαδίσει στον αναγκαίο δρόμο που προδιαγράφθηκε. Τις περισσότερες φορές με αντιφάσεις, ιδεοληψίες και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και υπαναχωρήσεις. Όμως, παρόλα αυτά, με επιμονή και συνέπεια και μέσα στις λαϊκές μάζες, στους αγώνες και στις αγωνίες τους. Επίσης προβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά του αναγκαίου μεταβατικού προγράμματος με βασικούς άξονες την κατάργηση των μνημονίων, την μονομερή διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, την σχεδιασμένη φιλολαϊκή παραγωγική αναδιάρθρωση με βάση την δημόσια ιδιοκτησία των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, την έξοδο από την ευρωζώνη και την ρήξη και αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για όλους τους παραπάνω λόγους στηρίζουμε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου 2015. Μόνο με την ενίσχυση της μπορούν να δυναμώσουν στο αμέσως επόμενο διάστημα οι αγώνες για την ανατροπή της Μνημονιακής βαρβαρότητας και οι προσπάθειες για την συγκρότηση του παλλαϊκού μετώπου που θα ανατρέψει την σάπια κυρίαρχη κατάσταση πραγμάτων και θα ανοίξει τον δρόμο για να γίνει πραγματικά ο λαός νοικοκύρης στον τόπο του.

 

Βλάχος Χριστόφορος (εκπαιδευτικός)

Ζαντιώτης Γιώργος (οικονομολόγος)

Κουντούρης Μάνος (πανεπιστημιακός)

Μαυρουδέας Σταύρος (πανεπιστημιακός)

Παπαδάτος Δημοφάνης (οικονομολόγος)

Παριανός Γιωργος (δικηγόρος)

Περακάκης Γιάννης (μηχανολόγος μηχανικός)

Στραβελάκης Νίκος (οικονομολόγος)

Τριανταφυλλόπουλος Τάκης (χημικός μηχανικός )

 

 

Η ΜΑΡΣ (Μετωπική Αριστερή Συμπόρευση) έκλεισε τον κύκλο της

Η ΜΑΡΣ (Μετωπική Αριστερή Συμπόρευση) έκλεισε τον κύκλο της

 

Η ΜΑΡΣ δημιουργήθηκε για να προωθήσει την πρόταση ενός παλλαϊκού πολιτικού και κοινωνικού μετώπου για την εφαρμογή ενός μεταβατικού προγράμματος φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση που απαραίτητη προϋπόθεση υλοποίησής του είναι  η έξοδος από την ΟΝΕ και η  αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΕ. Η αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ είναι ο μόνος δρόμος όχι μόνο για να υπάρξει μία φιλολαϊκή διέξοδος από την σημερινή κρίση αλλά και να ανοίξει η προοπτική του να γίνει ο λαός κυρίαρχος στον τόπο του. Η ΜΑΡΣ αποτέλεσε συντονισμό ανεξάρτητων αγωνιστών της Αριστεράς και πολιτικών συλλογικοτήτων. Προσπάθησε με τις μικρές δυνάμεις της να εκφράσει την πλατειά πεποίθηση τόσο του κόσμου της Αριστεράς όσο και μεγάλων πρωτοπόρων τμημάτων των εργαζομένων ότι μόνο με ένα τέτοιο παλλαϊκό μέτωπο μπορεί να ανοίξει μία άλλη πορεία για τη χώρα και το λαό μας, πέρα από μνημόνια, χρέη, υποταγή στους πάτρωνες της ΕΕ και στην ελληνική ολιγαρχία. Στα πλαίσια αυτά πήρε μία σειρά πρωτοβουλίες που συνάντησαν μία αξιοσημείωτη ανταπόκριση από ευρύτερες μάζες της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Με βάση την λογική αυτή στις προηγούμενες εκλογές συνεργάσθηκε με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και συνέβαλε με τις όποιες δυνάμεις της στην αποφυγή της λεηλασίας του κόσμου της Αριστεράς και της εργασίας από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Σήμερα, μετά την αποκάλυψη της απάτης του ΣΥΡΙΖΑ και εμπρός στη βαρβαρότητα του 3ου Μνημονίου και στο ενιαίο μέτωπο όλων των δυνάμεων της εγχώριας ολιγαρχίας και του νενεκισμού στους πάτρωνες της ΕΕ που το στηρίζει, η ανάγκη του παλλαϊκού μετώπου κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπέρ της αποδέσμευσης από αυτήν είναι πιο επίκαιρη παρά ποτέ. Δυστυχώς επειδή μεταξύ του δυναμικού που συνέθεσε την ΜΑΡΣ προέκυψαν αφενός μεν διαφορετικές και αποκλίνουσες επιλογές για το τι πρέπει να γίνει μέσα στις νέες συνθήκες αφετέρου διαπιστώθηκαν μονομερείς ενέργειες που όχι μόνο δεν είχαν την σύμφωνη γνώμη του συνόλου της ΜΑΡΣ αλλά έγιναν γνωστές εκ των υστέρων. Μετά και την προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων, είναι προφανές ότι  η ΜΑΡΣ – που υπήρξε πάντα ένα σχήμα που λειτουργούσε με την ομοφωνία και την ευρύτατη συναίνεση – δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και αυτοδιαλύεται. Οι αγωνιστές που συσπειρώθηκαν σ’ αυτή παραμένουν πάντα ενεργοί μέσα στους αγώνες της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας.
Τριανταφυλλόπουλος Τάκης (Συντονιστής ΣΕ)

Ζαντιώτης Γιώργος (Μέλος ΣΕ)

Μαυρουδέας Σταύρος (Μέλος ΣΕ)

Περακάκης Γιάννης Μέλος (ΣΕ)

Ρούσης Γιώργος Μέλος (ΣΕ)

Στραβελάκης Νίκος Μέλος (ΣΕ)

Το μετέωρο βήμα της ΛΑΕ ή αλλιώς (ξανά) ένα βήμα εμπρός και δύο βήματα πίσω

Το μετέωρο βήμα της ΛΑΕ

ή αλλιώς

(ξανά) ένα βήμα εμπρός και δύο βήματα πίσω

Σταύρος Μαυρουδέας

anamonh

Μετά από πολλούς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις τελικά το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά την απόφαση της συστημικής ηγεσίας του τελευταίου να προκηρύξει εκλογές και να το πετάξει ουσιαστικά έξω από τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ. Όλο το προηγούμενο διάστημα και μέχρι την μεγάλη κωλοτούμπα του ΣΥΡΙΖΑ με την συμφωνία για 3ο Μνημόνιο, το Αριστερό Ρεύμα παρέμεινε μέσα ακόμη και στην συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ. Προηγουμένως ψήφισε τον νεοδημοκράτη Π.Παυλόπουλο (που εκστράτευσε για το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα) για πρόεδρο της δημοκρατίας, παρακάθησε με τους δεξιούς πατριδοκάπηλους ΑΝΕΛΛ στην κυβέρνηση και σιωπηρά δέχθηκε μία σειρά αντιλαϊκές ενέργειες (όπως την 42σέλιδη μνημονιακή πρόταση Βαρουφάκη, το καλπάζον στρατιωτικο-οικονομικό δέσιμο με το Ισραήλ κλπ.). Όταν πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε καταφανώς την μεγάλη κωλοτούμπα και προχώρησε στις συμφωνίες για το 3ο Μνημόνιο τότε το Αριστερό Ρεύμα ακολούθησε την τραγελαφική τακτική του να καταψηφίζει τα μέτρα αλλά να δηλώνει ότι στηρίζει την κυβέρνηση. Μάλιστα – αντί να βγει εκτός ΣΥΡΙΖΑ και να αγωνιστεί με το λαϊκό κίνημα για την ανατροπή των μέτρων, του νέου Μνημονίου και της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ που τα προωθούσε – επέλεξε να δώσει την μάχη μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ συμμετέχοντας στις επιτροπές και στις διαδικασίες για το συνέδριο του. Παρά τα επανειλημμένες προσκλήσεις της ανατρεπτικής Αριστεράς για απεμπλοκή από την απάτη του ΣΥΡΙΖΑ (στην οποία με τη συμμετοχή του το Αριστερό Ρεύμα συνέβαλε) και κοινή δράση, επέμεινε στο να δώσει τον αγώνα μέσα στο σάπιο οικοδόμημα του ΣΥΡΙΖΑ.

Όταν η συστημική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να μην προχωρήσει σε ψήφο εμπιστοσύνης και συνέδριο αλλά να προκηρύξει εκλογές (με την συμφωνία και την καθοδήγηση των ιμπεριαλιστικών κέντρων της ΕΕ) τότε μόνον το Αριστερό Ρεύμα αποφάσισε να αποχωρήσει. Εν μία νυκτί κατασκεύασε μόνο του την Λαϊκή Ενότητα (με αρχηγό, εκπροσώπους, θέσεις κλπ.), την αναγόρευσε σε μέτωπο και κάλεσε όλη την Αριστερά να συμμετάσχει σε αυτό.

Κατ’ αρχήν αποτελεί το λιγότερο απαξιωτική πράξη το γεγονός ότι το πρώην Αριστερό Ρεύμα και νυν ΛΑΕ δεν έχει κάνει τουλάχιστον μία στοιχειώδη δημόσια αυτοκριτική για την μέχρι τώρα εμπλοκή του στην απάτη του ΣΥΡΙΖΑ.

Επιπλέον, αποτελεί αμετροέπεια και προσβολή στην πολύτιμη ιδέα του παλλαϊκού μετώπου η υπερφίαλη αυτοαναγόρευση της ΛΑΕ σε τέτοιο. Τα μέτωπα συνδιαμορφώνονται και δεν φτιάχνονται από κάποιον που μετά καλεί άλλους να συμμετάσχουν στο ήδη προδιαμορφωμένο πλαίσιο. Καμία πολιτική και κοινωνική δύναμη που σέβεται τον εαυτό της και την πρόταση του μετώπου δεν πρόκειται να συμμετάσχει σε τέτοια κατασκευάσματα.

Όμως, αφήνοντας στην άκρη όλα τα προηγούμενα, το χειρότερο στοιχείο είναι ο ασταθής και διπρόσωπος δημόσιος λόγος της ΛΑΕ και η πλήρης απαξίωση της έννοιας του προγράμματος από αυτήν.

Στη δημόσια παρουσία της ΛΑΕ κυριαρχεί ένας ρηχός αντιμνημονιακός λόγος ανακατεμένος με στοιχεία του εκλογικίστικου – και ανέφικτου – προγράμματος της Θεσσαλονίκης του Τσίπρα. Στην παρθενική παρουσίαση του εγχειρήματος από τον Π.Λαφαζάνη τα προγραμματικά στοιχεία που παρουσιάσθηκαν ήταν η διαγραφή μέρους του χρέους (και μάλιστα συναινετικά), η εθνικοποίηση των τραπεζών και μία τραγικά ακαθόριστη παραγωγική ανασυγκρότηση (παρά την θητεία του Π.Λαφαζάνη στο ομώνυμο υπουργείο). Μόνο στην τρίτη δημοσιογραφική ερώτηση αποτόλμησε να πει ότι «αν χρειασθεί για την εφαρμογή του προγράμματος αυτού θα φύγουμε από το ευρώ». Το μοτίβο αυτό κυριαρχεί στη συντριπτική πλειονότητα των δημόσιων τοποθετήσεων της ΛΑΕ. Οι εξαιρέσεις φθάνουν μέχρι την έξοδο από την ΟΝΕ και σταματούν εκεί. Αντίθετα, ένα πολυκυκλοφορημένο κείμενο με πολυποίκιλους και προσθαφαιρούμενους συγγραφείς που στην αρχή προβλήθηκε ως το πρόγραμμα, στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε προγραμματική διακήρυξη για να καταλήξει μάλλον στο ταπεινότερο της «εκλογικής διακήρυξης», αποφαίνεται ότι η ΛΑΕ υποστηρίζει την έξοδο από το ευρώ και, εφόσον τα πράγματα οδηγηθούν σε σύγκρουση με την ΕΕ, τότε θα προτείνει δημοψήφισμα για να αποφασίσει ο λαός για την αποδέσμευση ή μη από την ΕΕ.

Φαίνεται καθαρά ότι για την ΛΑΕ η έννοια του προγράμματος είναι κάτι σαν παιχνίδι πλαίημομπίλ: φτιάχνεται στο πόδι, αλλάζει κατά το δοκούν και στο τέλος της γραφής δεν έχει και μεγάλη σημασία. Καμία σχέση δεν έχει η προσέγγιση αυτή με την παράδοση της Αριστεράς (και ιδιαίτερα της κομμουνιστικής Αριστεράς). Για την τελευταία, και σε αντίθεση με τον αστικό πολιτικαντισμό, η πολιτική δράση εκπορεύεται από πολιτικά προγράμματα (που στην κομμουνιστική παράδοση απορρέουν από ιδεολογικές αρχές).

Όμως, ακόμη και αν αγνοήσει κανείς την πολυγλωσσία της δημόσιας παρουσίας της ΛΑΕ και πάρει κατά γράμμα την προαναφερθείσα διακήρυξη, φαίνεται καθαρά ότι βρίθει από αντιφάσεις και έχει κατασκευαστεί σαν εργαλείο μάρκετινγκ παρά σαν ένα σοβαρό και συνεκτικό πρόγραμμα.

Πρώτον, ο μόνος τρόπος για να αποχωρήσεις από την ΟΝΕ και να παραμείνεις μέσα στην ΕΕ είναι αυτό να γίνει με την συναίνεση των ηγεμονικών κέντρων της τελευταίας. Σε μία τέτοια περίπτωση το επάνω χέρι έχουν τα τελευταία και συνεπώς ο μόνος δρόμος για αυτή τη συναινετική έξοδο από το ευρώ είναι αυτός του αντιδραστικού σχεδίου Σόιμπλε που θα φορτώσει ακόμη περισσότερα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων και θα επιδεινώσει την εξάρτηση της χώρας από την ΕΕ.

Δεύτερον, ο θεμελιακός πυρήνας του οικονομικού προβλήματος της χώρας είναι η αποδιάρθρωση της παραγωγικής δομής της και η μετατροπή της σε ένα χαμηλής τάξης παρακολούθημα πανευρωπαϊκών αλυσίδων παραγωγής με χαμηλή συνοχή, τεχνολογία, προστιθέμενη αξία και ανταγωνιστικότητα και φυσικά μισθούς εξαθλίωσης. Η απλή ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και η υποτίμηση του νομίσματος δεν μπορούν να ανατάξουν την παραγωγική δομή της χώρας. Η ιδιωτική πρωτοβουλία – που επίσης εκθειάζεται σε δημόσιες τοποθετήσεις ειδημόνων της ΛΑΕ – δεν πρόκειται να το κάνει μέσα σε συνθήκες σύγκρουσης με την ΕΕ και βέβαια είναι πολύ αργή και ταυτόχρονα απαιτεί αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Ο μόνος δρόμος για την φιλολαϊκή παραγωγική αναδιάρθρωση είναι ένα οικονομικό σχέδιο για το σύνολο της οικονομίας, υποχρεωτικής εφαρμογής και βασισμένο σε δημόσιες επενδύσεις και με την δημόσια ιδιοκτησία όλων των στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Η ΛΑΕ δεν λέει λέξη γι’ αυτό.

Η εξαναγκασμένη και καθυστερημένη αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ από αυτό το άθλιο και καταστροφικό για το λαό εγχείρημα είναι καλοδεχούμενη. Ήταν ένα βήμα μπροστά. Θα όφειλε όμως να έχει εξάγει και τα ανάλογα συμπεράσματα από τα μέχρι τώρα λάθη της και να επιδείξει και την ανάλογη συμπεριφορά ιδιαίτερα απέναντι στις λαϊκές μάζες που συνέβαλε στην παραπλάνηση τους. Η ΛΑΕ δεν φαίνεται να διακατέχεται από αυτές τις αρετές. Ξανασερβίρει ένα «μοντέλο ΣΥΡΙΖΑ» με μία πανσπερμία ομάδων με διαφορετικές πολιτικές επιλογές, φαιδρούς εκλογικίστικους καυγάδες, καρικατούρα προγράμματος και βασικό συνεκτικό στοιχείο την εκλογική επιβίωση. Μετά το άτολμο βήμα της εμπρός κάνει ήδη δύο βήματα πίσω.