Monthly Archives: Μαρτίου 2017

Ομιλία στην ημερίδα της ΠΕΝΕΝ: Εφοπλιστικό κεφάλαιο: στυγνός εκμεταλλευτής της χώρας και των εργαζομένων

Ομιλία στην ημερίδα της

ΠΕΝΕΝ (Πανελλήνια Ένωση Ναυτών Εμπορικής Ναυτιλίας)

4/3/2017, Πειραιάς

 

 

 

Εφοπλιστικό κεφάλαιο:

στυγνός εκμεταλλευτής της χώρας και των εργαζομένων

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

e-mail: smavro@uom.gr

web: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

 

 

 

Ι. Η ιστορική διαδρομή του εφοπλιστικού κεφαλαίου:

διαχρονικό παράσιτο στην πλάτη της χώρας

 

Από την συγκρότηση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα το εφοπλιστικό κεφάλαιο αποτελεί την κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού και αποτυπώνει τα ισχυρότερα και ταυτόχρονα πιο χυδαία χαρακτηριστικά του. Αποτελεί μία από τις λίγες βασικές μήτρες γένεσης του ελληνικού καπιταλισμού καθώς είχε αναπτυχθεί ήδη σημαντικά μέσα στα πλαίσια της οικονομίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μάλιστα σαν βασικός κόμβος των σχέσεων της ιδιαίτερα με την Δύση. Ακριβώς λόγω του ρόλου του στο διακρατικό εμπόριο και μεταφορές ήταν από τα πρώτα βήματα του εξαιρετικά διεθνοποιημένο, δηλαδή είχε σχέσεις και κέντρα στο εξωτερικό. Από την συγκρότηση του ελληνικού κράτους αυτή η διεθνοποίηση και η υπέρμετρη ανάπτυξη (συγκριτικά με τα περιορισμένα δεδομένα του ελληνικού καπιταλισμού) του προσέδωσε έχει μία ιδιόμορφη σχέση ανταγωνισμού και εξάρτησης με τους πιο αναπτυγμένους ηγεμονικούς δυτικούς καπιταλισμούς. Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο επιδιώκει πάντα να πατρωνεύεται από τον ισχυρότερο Δυτικό καπιταλισμό. Ταυτόχρονα όμως, και λόγω της υπερ-ανάπτυξης του, αναπτύσσει αυτοτελείς στρατηγικές και δεν διστάζει ακόμη και να συγκρουστεί – σε επιμέρους ζητήματα – όχι μόνο με άλλους καπιταλισμούς αλλά ακόμη και με τους πάτρωνες του.

 

Η μεταπολεμική διαδρομή του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου είναι χαρακτηριστική. Ανδρώθηκε υπό την αμερικανική πατρωνία εκμεταλλευόμενο τις θυσίες του ελληνικού λαού και ιδιαίτερα των ναυτεργατών (με την ισχυρότατη και ηρωική κομμουνιστική παράδοση). Βάσεις της ανάπτυξης του έδωσε η σκανδαλώδης απόκτηση των 100 Λίμπερτυς (και μερικών δεξαμενοπλοίων) μετά των Β΄ Παγκ. Πόλεμο έναντι πινακίου φακής και με εγγύηση του ελληνικού κράτους και η αμερικανική υποστήριξη στη μείωση των διεθνών ναύλων (μέσω συμπίεσης του ναυτεργατικού κόστους και αγοράς «κουρελών», δηλαδή αμφίβολα αξιόπλοων μεταχειρισμένων πλοίων). Με τον τρόπο αυτό ο ελληνικός εφοπλισμός κατόρθωσε να υποσκελίσει τους αντίστοιχους ισχυρότερων καπιταλισμών (π.χ. αγγλικός, νορβηγικός). Οι Έλληνες εφοπλιστές ξεκίνησαν μεταπολεμικά κυριολεκτικά σαν οι «πειρατές» της διεθνούς ναυτιλίας (κάνοντας βρώμικες δουλειές που άλλοι απέφευγαν, βλέπε σπάσιμο αποκλεισμού Ροδεσίας). Ταυτόχρονα δεν δίστασαν να «δαγκώσουν» ακόμη και τους πάτρωνες τους (π.χ. συμφωνίες Κουλουκουντή για το σπάσιμο του αποκλεισμού της Κούβας, καταδίκες πολλών για παράνομη αγορά αμερικανικών καραβιών).

 

Όσον αφορά την Ελλάδα το εφοπλιστικό κεφάλαιο την χρησιμοποιεί σαν μία αναγκαία βάση πολιτικής και οικονομικής στήριξης. Ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο χρειάζεται μία εθνική βάση ακόμη και όταν αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό εκτός χώρας και βασίζεται σε ξένη πατρωνία. Χωρίς την κρατική στήριξη στις διεθνείς σχέσεις και οργανισμούς από ένα μεσαίας ανάπτυξης και ισχύος εθνικό κράτος (όπως το ελληνικό) και μόνο με ξένους πάτρωνες οι Έλληνες εφοπλιστές κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή από ξένες επιβουλές. Η εθνική βάση του δίνει πολλαπλή πολιτική στήριξη (π.χ. στην υπόθεση των Λίμπερτυς), φιλικό νηογνώμονα, προνομιακό καθεστώς φοροαπαλλαγών καθώς και μία ισχυρή ναυτική παράδοση. Άλλωστε το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο γνωρίζει καλά ότι «απάτριδες» πλην όμως πλούσιοι εφοπλιστές εύκολα ανοίγουν τις ορέξεις σε ξένα κράτη εγκατάστασης τους. Γι’ αυτό το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει πάντα ισχυρό έλεγχο και παρέμβαση στα εγχώρια πολιτικά και οικονομικά πράγματα (ενδεικτικά ακόμη και στο ΓΣ της Τράπεζας της Ελλάδας συμμετέχει συνήθως θεσμικά εκπρόσωπος του). Επίσης το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει ισχυρές θέσεις και σε πολλούς άλλους σημαντικού κλάδους της ελληνικής οικονομίας (βιομηχανία πετρελαιοειδών, τουρισμός, τραπεζικό σύστημα κλπ.) καθώς επενδύει σ’ αυτές και πολλές δραστηριότητες του διασυνδέονται στενά με αρκετές από αυτές. Όσον αφορά την πολιτική έχει πάντα ισχυρή επιρροή στα καθεστωτικά κόμματα. Επίσης αναπτύσσει και αυτοτελείς πολιτικές βάσεις όπως μεταπολιτευτικά με την απόκτηση ποδοσφαιρικών και αθλητικών ομάδων (όπου εκτός από «μπίζνες» στρατολογούνται και ορδές μπράβων) και πρόσφατα με τον έλεγχο σημαντικών δήμων από εφοπλιστικά ψηφοδέλτια.

 

Ταυτόχρονα βέβαια το εφοπλιστικό κεφάλαιο απαξιοί να διαμείνει στην Ψωροκώσταινα και προτιμά να κατοικοεδρεύει σε μητροπολιτικά κέντρα του εξωτερικού  τόσο λόγω του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα του και της ανάγκη εγγύτητας σε διεθνή κέντρα αποφάσεων αλλά επίσης και για λόγους κραυγαλέας φοροδιαφυγής. Επίσης σε χώρες του εξωτερικού (Ελβετία, ΗΠΑ, Βρετανία κλπ.) συσσωρεύει το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο των κερδών του, αφήνοντας μόνο ψίχουλα στην ελληνική οικονομία. Ίσως η πιο πρόσφατη χυδαία έκφραση αυτής της κυριαρχικής και ταυτόχρονα απαξιωτικής στάσης του εφοπλισμού απέναντι στην χώρα και τον λαό της είναι η μετατροπή του ιστορικού θωρηκτού «Αβέρωφ» σε προσωπικό κλαμπ για τα πάρτυ και τις δεξιώσεις του εφοπλισμού έναντι της «ευεργεσίας» των ψιχίων της συντήρησης του.

 

ΙΙ. Η μεταπολεμική οργάνωση του εφοπλιστικού κεφαλαίου:

φοροδιαφυγή και εκμετάλλευση

 

Οι έδρες των δραστηριοτήτων του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου αλλάζουν κατά καιρούς ανάλογα με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, το εφοπλιστικό κεφάλαιο μετέφερε αρκετές δραστηριότητες του στην Ελλάδα. Ο λόγος ήταν ότι η Βρετανία επέβαλλε φορολογία στους ξένους εφοπλιστές που έδρευαν εκεί. Βέβαια το λονδρέζικο City παραμένει πάντα η βάση του Committee των Ελλήνων εφοπλιστών (δηλαδή του βασικού διεθνούς lobby τους) τόσο για ουσιαστικούς λόγους (βασικό κέντρο ναυτιλιακών συναλλαγών) όσο και για λόγους παράδοσης. Την παράδοση αυτή δεν την έσπασε ούτε η σύντομη μετακόμιση του αντίστοιχου σχήματος στη Νέα Υόρκη στη διάρκεια του Β΄ Παγκ. Πολέμου για να γλυτώσουν οι Έλληνες εφοπλιστές τα δεινά του πολέμου την ίδια ώρα που θησαύριζαν από τις πολεμικές ναυτιλιακές μεταφορές που τις «πλήρωναν» με αίμα και θυσίες οι Έλληνες ναυτεργάτες στα πλοία τους.

 

Φυσικά το εφοπλιστικό κεφάλαιο προετοίμασε κατάλληλα την επιστροφή μέρους των δραστηριοτήτων του στην Ελλάδα με την κατ’ εντολή του νομοθέτηση από το πολιτικό υπηρετικό προσωπικό του μίας τεράστιας σωρείας σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών και χαριστικών ρυθμίσεων. Αυτές ξεκίνησαν ήδη από τις αρχές του 1950 με τον πρώτο νόμο που μάλιστα πήρε και συνταγματική ισχύ. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι μέχρι σήμερα από όλες τις κυβερνήσεις (με τελευταίο άθλιο δείγμα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ). Η πιο κορυφαία στιγμή αυτού του κυριολεκτικού εξανδραποδισμού της χώρας και της αντιμετώπισης της σαν μπανανίας είναι η ένταξη των χαριστικών ρυθμίσεων στο Καραμανλικό σύνταγμα του 1975. Ιδιαίτερη ελληνική ευρεσιτεχνία – και σκανδαλώδης μέθοδος φοροαπαλλαγής και αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι ξένων κεφαλαίων – είναι η φορολογία με βάση την χωρητικότητα των πλοίων (με πολύ διαφορετικούς κανόνες από αυτούς που ισχύουν σε άλλες χώρες που υιοθέτησαν το σύστημα αυτό).

 

Από την μετακίνηση μέρους των δραστηριοτήτων του στην Ελλάδα και μετά το εφοπλιστικό κεφάλαιο έκανε ακόμη πιο περίπλοκη και αδιαφανή την ούτως ή άλλως «βυζαντινή» οργάνωση των δραστηριοτήτων του. Έχει τον στόλο του κυρίως σε ξένες σημαίες «φορολογικών παραδείσων» (Λιβερία, Παναμάς, Νησιά Μάρσαλ κλπ.) και κρατά μόνο ένα μικρό τμήμα με ελληνική σημαία (ενώ ουκ ολίγοι μεγαλο-εφοπλιστές δεν έχουν κανένα πλοίο με ελληνική σημαία). Κάθε πλοίο είναι και μία ξεχωριστή εταιρεία για λόγους φοροαπαλλαγών, μείωσης κινδύνων και βρώμικων χρηματοπιστωτικών παιχνιδιών. Οι ιδιοκτήτριες εταιρείες βρίσκονται κυρίως στους προαναφερθέντες «φορολογικούς παραδείσους». Η πραγματική ιδιοκτησία των πλοίων κρύβεται μέσα από δαιδαλώδεις τίτλους ιδιοκτησίας (που μπορεί να φθάνουν μέχρι και 20-25 διαφορετικά «χέρια»). Στην Ελλάδα βρίσκονται κυρίως οι λεγόμενες διαχειριστικές εταιρείες (δηλαδή αυτές που διαχειρίζονται τις ναυλομεσιτίες, την τροφοδοσία και την συντήρηση των πλοίων) που είναι ουσιαστικά θυγατρικές των ιδιοκτητριών εταιρειών αλλά εμφανίζονται ως ανεξάρτητες (και που μπορεί να διαχειρίζονται και πλοία άλλων μικρότερων εφοπλιστών). Αυτή η εκ του πονηρού διαφοροποίηση ιδιοκτησίας και διαχείρισης αποτυπώνεται στην εξωφρενική διαφορά μεταξύ των πρώτων και των δεύτερων. Χαρακτηριστικά, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία του 2015 (και το «διαθέσιμα» έχει σημασία καθώς οι Έλληνες εφοπλιστές είναι «δάσκαλοι» στην απόκρυψη ενοχλητικών στατιστικών), οι ελληνικές διαχειρίστριες εταιρείες διαχειρίζονται περισσότερα από 4000 πλοία αξίας 108.2 δις δολαρίων. Αντίθετα, τα υπό ελληνική σημαία πλοία είναι λιγότερα από 900 και αξίας μόλις 27 δις δολαρίων.

 

Το σκόπιμα περίπλοκο αυτό σύστημα λειτουργεί ως εξής. Οι δουλειές των πλοίων κλείνονται από την διαχειρίστρια εταιρεία (στην Ελλάδα). Τα έσοδα από τις δουλειές μοιράζονται άνισα μεταξύ της ιδιοκτήτριας εταιρείας (που στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων εδρεύει στο εξωτερικό και παίρνει την μερίδα του λέοντος) και της διαχειρίστριας εταιρείας (που βρίσκεται στην Ελλάδα και παίρνει ένα πολύ μικρό τμήμα μόνο των εσόδων). Δηλαδή, αποτέλεσμα αυτής της διάρθρωσης του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου είναι ότι μόνο ένα μικρό τμήμα του τζίρου των δραστηριοτήτων του περνά μέσα από την ελληνική οικονομία. Επιπλέον, ούτε καν το τελευταίο μένει ολόκληρο στην ελληνική οικονομία καθώς περίπου το 70% επανεξάγεται με διάφορους τρόπους στο εξωτερικό. Πρόκειται για μία τεράστια ποσοστιαία διαρροή που υποδηλώνει ότι το εφοπλιστικό κεφάλαιο εκπατρίζει ξανά ακόμη και αυτό το μικρό μερίδιο των εσόδων του.

 

 

ΙΙΙ. Η συμβολή της ναυτιλίας στο ΑΕΠ:

εφοπλιστικά και κυβερνητικά παραμύθια

 

Το εφοπλιστικό κεφάλαιο, με την αγαστή συνεργασία των ελληνικών κυβερνήσεων, κατακλύζει την χώρα με διατεταγμένες μελέτες και δημοσιεύματα που διατυμπανίζουν την κολοσσιαία συμβολή του στην ελληνική οικονομία. Και φυσικά έναντι αυτής της υποτιθέμενης συμβολής όχι μόνο απαιτεί να μην αγγιχθούν οι σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές του αλλά ζητά ακόμη περισσότερα (όπως σήμερα την κατάργηση της ελληνικής ναυτεργατικής σύμβασης εργασίας και την υποβάθμιση της στα επίπεδα της τριτοκοσμικής σύμβασης του ITF).

 

Η μελέτη του ΙΟΒΕ (2013) [«Συμβολή της ποντοπόρου ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία»] αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα της προαναφερθείσας κατηγορίας μελετών. Ακολουθεί, σε όχι μεγάλη απόσταση η μελέτη της Boston Consulting (2013) [«Εκτίμηση του αντίκτυπου της Ναυτιλίας στην Ελληνική οικονομία και κοινωνία»]. Και φυσικά τα συμπεράσματα και των δύο αναπαράγονται περίπου αυτολεξεί στην έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2013-4 της Τράπεζας της Ελλάδος. Και στη συνέχεια τα «συνταρακτικά» πορίσματα αυτών των φαιδρών μελετών αναπαράγονται με φουσκωμένους τίτλους από τα ΜΜΕ που ανήκουν στους εφοπλιστές. Χαρακτηριστικά, στην παρουσίαση της μελέτη του ΙΟΒΕ ο τότε υπουργεύων Γ.Στουρνάρας πέταξε την απίθανη μπαρούφα ότι οι άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας που μπορούν να προκύψουν από τη δραστηριότητα της ναυτιλίας μπορούν να φθάσουν ακόμα και τις 370.000 (http://www.skai.gr/news/finance/article/230287/stournaras-sto-iove-i-nautilia-borei-dosei-37000-theseis-ergasias-/#ixzz4ZmwXsowj). Και ακολούθησε ο αρχηγεύων της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών Θ.Βενιάμης που ούτε λίγο ούτε πολύ υποστήριξε ότι η ναυτιλία μπορεί να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση αρκεί να μην πειραχτούν. Φυσικά και οι δύο διατυμπάνισαν ότι προϋπόθεση για όλα αυτά τα «συνταρακτικά» είναι η κατάργηση της ελληνικής ναυτεργατικής σύμβασης και η προσχώρηση σε αυτή του ITF.

 

Όλες αυτές οι κραυγαλέα αναξιόπιστες διατεταγμένες μελέτες για να καταλήξουν στα ανυπόστατα συμπεράσματα τους φουσκώνουν εξωφρενικά την συμβολή της ναυτιλίας τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση κάνοντας φαιδρές υποθέσεις (π.χ. μετρώντας το σύνολο των ναύλων των εφοπλιστών και όχι αυτό που μένει μέσα στη χώρα, θεωρώντας πάμπολλους κλάδους της οικονομίας απλά εξαρτήματα της ναυτιλίας). Χαρακτηριστικά, συνδέουν με τη ναυτιλία δραστηριότητες σχετικές με ακίνητη περιουσία, ξενοδοχεία και εστιατόρια, χονδρικό εμπόριο, λιανικό εμπόριο, αγροτικά προϊόντα, συμβουλευτικές, νομικές και λοιπές υπηρεσίες, τρόφιμα/ποτά, υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες εκπαίδευσης, εμπόριο και συντήρηση οχημάτων. Στη συνέχεια παίρνουν τους πίνακες εισροών/εκροών και κατασκευάζουν συνειδητά παραφουσκωμένους πολλαπλασιαστές αξίας και απασχόλησης και καταλήγουν σε γελοία συμπεράσματα όπως αυτό της μελέτης του ΙΟΒΕ (ότι η ναυτιλία το 2009 δημιούργησε συνολικά (άμεσα και έμμεσα) 13,3 δις ευρώ. εγχώρια προστιθέμενη αξία, δηλαδή περίπου 6.1% του ΑΕΠ). Μάλιστα η μελέτη της Boston Consulting υπερακοντίζει εαυτόν και προσμετρά ακόμη και την «κοινωνική συνεισφορά» (ευεργεσίες κλπ.).

 

Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμη και η ΕΛΣΤΑΤ δεν βγάζει ένα τέτοιο απίθανο νούμερο. Σημειωτέον ότι και η ΕΛΣΤΑΤ φουσκώνει τα ναυτιλιακά μεγέθη καθώς δεν μετρά μόνο τις πληρωμές σε ελληνικές εταιρείες και πρόσωπα αλλά προσθέτει και άλλα στοιχεία (που οι άλλες στατιστικές υπηρεσίες ορθά δεν προσμετρούν). Για το 2009 τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της ΤτΕ δίνουν καθαρά έσοδα (εισπράξεις μείον πληρωμές) από τις Θαλάσσιες Μεταφορές της τάξης των 7.5 δις ευρώ ή περίπου 3.2% του ΑΕΠ. Αν μάλιστα υπολογιζόταν κανονικά η συμβολή των Θαλάσσιων Μεταφορών τότε αυτή θα έπεφτε περίπου στο 1% του ΑΕΠ.

 

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι τα μεγέθη αυτά συρρικνώθηκαν από το 2012 με την υποχώρηση του διεθνούς εμπορίου και την κατάρρευση των ναύλων ιδιαίτερα στα πλοία χύδην φορτίου και κατέρρευσαν κυριολεκτικά μετά την επιβολή των capital controls (καθώς πλέον πολλές εφοπλιστικές δραστηριότητες δεν περνούν καν από την χώρα).

 

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμη και από αυτά τα έσοδα της ναυτιλίας δεν μένει στη χώρα το σύνολο τους αλλά κατ’ εκτίμηση μόνο στο 30% καθώς το μεγαλύτερο τμήμα διαρρέει στο εξωτερικό.

 

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι, μέχρι την επιβολή των capital controls το 2015, η διακίνηση των εφοπλιστικών κεφαλαίων γινόταν σε μεγάλο βαθμό μέσω του ελληνικού τραπεζικού συστήματος (καθώς το εφοπλιστικό κεφάλαιο συμμετείχε ή/και είχε τον έλεγχο πολλών από τις ελληνικές τράπεζες). Αυτό βόλευε το εφοπλιστικό κεφάλαιο που είχε μικρότερα κόστη από την χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και επίσης ενίσχυε με κεφάλαια τις δικές του τράπεζες. Το τελευταίο του έδινε πολλαπλές δυνατότητες να παίζει χρηματοπιστωτικά παιχνίδια και ακόμη και να βγάζει κέρδη με «αέρα κοπανιστό». Μετά τα capital controls και τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών (που ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος περνά σε ξένα χέρια) αυτή η διακίνηση κεφαλαίων μειώνεται δραματικά και, κατά συνέπεια, μειώνεται δραματικά και η συμβολή στο ΑΕΠ. Έτσι μετά τα capital controls αυτό που κυρίως μένει στην ελληνική οικονομία είναι οι δαπάνες για την τροφοδοσία (τρόφιμα, καύσιμα, λιπαντικά και μισθοδοσία).

 

 

 

 

 

IV. H δημοσιονομική συμβολή του εφοπλισμού:

ψίχουλα και κραυγαλέα φοροδιαφυγή

 

Η φορολογική συμβολή του εφοπλισμού είναι αστεία. Οι εφοπλιστές χαίρουν ενός τεράστιου αριθμού φοροαπαλλαγών την ίδια ώρα που τα συνήθη «μισθωτά υποζύγια» ματώνουν κυριολεκτικά από τις φορο-επιδρομές των Μνημονιακών κυβερνήσεων (με πρώτη και καλύτερη αυτή του ΣΥΡΙΖΑ).

 

Η λίστα των φοροαπαλλαγών του εφοπλισμού είναι ατελείωτη. Αξίζει να αναφερθούν μερικές ενδεικτικά και μόνο. Οι εφοπλιστές απαλλάσσονται από οποιονδήποτε φόρο εισοδήματος τα κέρδη από την εκμετάλλευση πλοίων. Επίσης, δεν φορολογούνται τα έσοδα από πωλήσεις πλοίων (μία δουλειά που οι Έλληνες εφοπλιστές γνωρίζουν καλά και τους αποφέρει τεράστια ποσά), εισπράξεις ασφαλιστικών αποζημιώσεων κλπ. Δεν πληρώνουν φόρους ούτε καν για τα έσοδα που έχουν από άλλες δραστηριότητες εκτός από την εκμετάλλευση πλοίων (έτσι δημιουργούν ψεύτικες εταιρείες που εμφανίζονται ως ναυτιλιακές και παρα-ναυτιλιακές και ουσιαστικά δραστηριοποιούνται σε άλλους κλάδους). Απαλλάσσονται από φορολογία οι ναυπηγήσεις των πλοίων τους (αν και έχουν να «χτίσουν» καράβι σε ελληνικό ναυπηγείο δεκαετίες). Απαλλάσσεται από κάθε φορολογία το εισόδημα γραφείων ή υποκαταστημάτων ξένων ναυτιλιακών επιχειρήσεων. Απαλλάσσεται από κάθε φορολογία το εισόδημα από την εκμετάλλευση πλοίου στο εξωτερικό. Δεν πληρώνουν κανένα φόρο για τα εισοδήματα που αποκτώνται από εταιρείες χαρτοφυλακίου που κατέχουν αποκλειστικά μετοχές εταιρειών πλοιοκτητριών που βρίσκονται υπό ελληνική σημαία. Δεν πληρώνουν ΦΠΑ για εισαγωγές πλοίων καθώς και για καύσιμα.

 

Όλες αυτές οι φοροαπαλλαγές δίνουν τεράστια ασυλία από φορολόγηση στους εφοπλιστές. Για παράδειγμα, στα μερίσματα των ναυτιλιακών εταιρειών δεν γίνεται διάκριση του εισοδήματος που προκύπτει από θαλάσσια μεταφορά (καθαρά εφοπλιστική δραστηριότητα) από αυτό που προκύπτει από αγοραπωλησίες πλοίων, τίτλων στα χρηματιστήρια ή άλλες στεριανές επιχειρηματικές δραστηριότητες (π.χ. ακίνητα). Πολλές φορές, τα κέρδη από όλα αυτά ενσωματώνονται στο μέρισμα που μοιράζει η ναυτιλιακή εταιρεία στους μετόχους της, το οποίο είναι αφορολόγητο ως εισόδημα από ναυτιλιακή δραστηριότητα.

 

Ο μόνος φόρος που πλήρωναν μέχρι το 2014 οι εφοπλιστές ήταν ο ελληνικής εφεύρεσης φόρος με βάση την χωρητικότητα και την ηλικία του πλοίου που νομοθετήθηκε το 1975. Τον φόρο αυτό αντέγραψαν στη συνέχεια και άλλες χώρες (π.χ. η Γερμανία το 1999). Όμως ακόμη και έτσι η ελληνική εκδοχή του έχει διάφορες «πονηρά» παραθυράκια που ευνοούν ακόμη περισσότερο το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο. Τα έσοδα από τον φόρο αυτό είναι κυριολεκτικά αστεία: το 2013 ήταν 14 εκ., το 2014 ήταν 13.1 εκ. και το 2015 17.6 εκ.

 

Από το 2014 – και μετά από πιέσεις της ΕΕ και εβραίικο παζάρι με την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (που έπρεπε να ισορροπήσει μεταξύ των ξένων πατρώνων και των εγχώριων αφεντικών) – επιβλήθηκε επιπρόσθετα ο απίθανης γελοιότητας «εθελούσιος φόρος». Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι τα τελευταία χρόνια το εφοπλιστικό κεφάλαιο αντιμετωπίζει την αυξανόμενη πίεση των ηγεμόνων της ΕΕ (κυρίως της Γερμανίας και των χωρών περί αυτήν). Ο γερμανικός εφοπλισμός έχει υποφέρει πολλαπλά από τον ελληνικό καθώς ο τελευταίος τον «έγδυσε» κυριολεκτικά τόσο μετά το τέλος του Α΄ Παγκ. Πολέμου όσο και στις αρχές του 2010 (αγοράζοντας κοψοχρονιά υπερσύγχρονα και καινούργια γερμανικά καράβια και βελτιώνοντας έτσι τον άθλιο προηγουμένως μέσο όρο ηλικίας του ελληνικού εφοπλιστικού στόλου). Με την ενίσχυση του ρόλου του ξένου παράγοντα με τα Μνημόνια το γερμανικό κεφάλαιο (και άλλα εφοπλιστικά κεφάλαια όπως της Δανίας) επιδιώκει να πάρει το αίμα του πίσω επιβάλλοντας την περιστολή των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του ελληνικού εφοπλισμού. Φυσικά ο τελευταίος, με την πλήρη υποστήριξη όλου του καθεστωτικού πολιτικού συστήματος (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ κλπ.) προσπαθεί να διαφύγει με ικανότητες που θα ζήλευε και ο υδράργυρος.

 

Λόγω των πιέσεων της ΕΕ η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ προχώρησε σε ένα αστείο νέο φόρο στο εφοπλιστικό κεφάλαιο. Το ύψος του είναι κυριολεκτικά ασήμαντο. Αλλά ούτε αυτό δεν έγινε εύκολα αποδεκτό από τους εφοπλιστές και χρειάσθηκαν συντονισμένες πιέσεις από την ηγεσία τους για να τον αποδεχθούν με το επιχείρημα ότι έτσι θα αποφύγουν τα χειρότερα. Μάλιστα απαίτησαν – και ο «εθναμύντορας» γίγας της πολιτικής Α.Σαμαράς συναίνεσε – ο νέος φόρος να δηλωθεί ως «εθελοντικός» (δηλαδή ότι τον δίνουν από την καλή καρδιά τους) και δεν αναιρεί τις συνταγματοποιημένες φορο-απαλλαγές τους. Δύσκολα θα τον χαρακτήριζε κανείς νομοθέτημα. Είναι μάλλον κάτι σαν ιδιωτικό συμφωνητικό των ναυτιλιακών εταιρειών με την κυβέρνηση της χώρας για μια ορισμένου χρόνου έκτακτη εισφορά που δίνεται στο κράτος επειδή το θέλουν οι ίδιοι οι εφοπλιστές. Προβλέπει ότι σε τρία χρόνια το δημόσιο θα εισπράξει 420 εκ. ευρώ (140 εκατ. τον χρόνο).

 

Οι εισπράξεις του «εθελούσιου» (sic!) φόρου είναι γελοίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία το 2014 ο εφοπλισμός κατέβαλε 40.1 εκ ευρώ και το 2015 45.4 εκ ευρώ. Μάλιστα δεν είναι βέβαιο αν όλες οι ναυτιλιακές εταιρείες πλήρωσαν το μερίδιο τους. Αν διαιρέσει τα ποσά αυτά κανείς με τον αριθμό των ελληνόκτητων πλοίων τότε προκύπτει η «τεράστια» φορολόγηση των περίπου 10 ευρώ την ημέρα (για την οποία μάλιστα οι εφοπλιστές κλαυθμηρίζουν ότι οκταπλασιάσθηκε σε σχέση με προηγουμένως). Η μέση ετήσια φορολογική επιβάρυνση της κάθε ναυτιλιακής εταιρίας είναι 86.700. Ουσιαστικά δηλαδή οι φόροι που πληρώνουν οι Έλληνες ναυτεργάτες και οι λοιποί εργαζόμενοι σε ναυτιλιακές και παρα-ναυτιλιακές δραστηριότητες (ιδιαίτερα αν αποδεχθούμε τα φουσκωμένα στοιχεία του εφοπλισμού) είναι μάλλον περισσότεροι.

 

Αξίζει επίσης να τονισθεί ότι στην διαβόητη λίστα Λαγκάρντ – που η διερεύνηση της προχωρά πιο αργά και από το γιοφύρι της Άρτας – περιλαμβάνει 24 εφοπλιστές.

 

Τέλος, οι πιέσεις από την ΕΕ συνεχίζονται καθώς οι ξένοι πάτρωνες γνωρίζουν καλά ότι τα κατά Ωνάση ελληνικά «σκυλόψαρα» (βλέπε επιστολή Ωνάση προς Κουλουκουντή, 1953) δεν έχουν θιχθεί στο παραμικρό. Έτσι εστιάζουν σήμερα κυρίως στο γεγονός ότι η φορολογία με την χωρητικότητα φορο-απαλλάσσει έσοδα από παρα-ναυτιλιακές και άλλες δραστηριότητες. Βέβαια τα συστημικά κόμματα προσπαθούν να προστατεύσουν τους εφοπλιστές. Χαρακτηριστικά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ (με γνωστούς δεσμούς αμφότεροι με τον εφοπλισμό) εγκατέλειψε εν μία νυκτί τους προεκλογικούς δεκάρικους περί φορολόγησης του εφοπλισμού. Έτσι ο Α.Τσίπρας ποζάρει στα εφοπλιστικά συνέδρια «γλύφοντας» εμετικά τον εφοπλισμό και η κυβέρνηση του πασάρει στις Βρυξέλλες περίπου αυτολεξεί τα δικολαβικά κατασκευάσματα των νομικών γραφείων του εφοπλιστικού κεφαλαίου.

 

IV. Η απασχόληση στον εμπορικό στόλο:

φύκια για μεταξωτές κορδέλες

 

Τμήμα των ψευδέστατων μελετών των εφοπλιστικών και κυβερνητικών κύκλων για την συμβολή της ναυτιλίας είναι και το ξεδιάντροπο φούσκωμα της συμβολής στην απασχόληση. Σύμφωνα με τους κύκλους αυτούς η άμεση και έμμεση συνεισφορά της ναυτιλίας στην απασχόληση είναι τεράστια. Έτσι η μελέτη του ΙΟΒΕ (2013), ενώ αρχικά αναγνωρίζει ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ η απασχόληση Ελλήνων στη ναυτιλία μειώθηκε, στη συνέχεια προχωρά σε ένα απίθανο μαγείρεμα στοιχείων και υποθέσεων και – ούτε λίγο ούτε πολύ – αποφαίνεται ότι «παρόλα αυτά, το συνολικό όφελος για την ελληνική οικονομία από τις θαλάσσιες μεταφορές σε όρους απασχόλησης – από την ανάγκη εξυπηρέτησης της ζήτησης για θαλάσσιες μεταφορές καθώς και από την κατανάλωση που οφείλεται στο εισόδημα των εργαζομένων κατά μήκος της αλυσίδας αξίας των θαλάσσιων μεταφορών – είναι πολύ σημαντικό, καθώς εκτιμάται με τη χρήση του υποδείγματος εισροών-εκροών της ελληνικής οικονομίας του ΙΟΒΕ ότι το 2009 ξεπέρασε τα 192 χιλ. άτομα». Φυσικά πίσω από την μακρόσυρτη και επιτηδευμένα φρασεολογία κρύβεται ένα κραυγαλέο ψέμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑ η άμεση καταγεγραμμένη συνεισφορά των Θαλάσσιων μεταφορών στην απασχόληση για το 2009 ήταν μόλις 34.000. Μάλιστα το ΙΟΒΕ έχει το θράσος να διατείνεται ότι η ΕΛΣΤΑΤ υποεκτιμά την συνολική απασχόληση καθώς υπολογίζει μόνο τα συμβεβλημένα με το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ) πλοία και όχι όλα τα ελληνόκτητα (δηλαδή και τα ξένης σημαίας). Πρόκειται για άλλο ένα αισχρό παραμύθι. Όπως είναι πασίγνωστο – και φαίνεται και στον παρακάτω πίνακα – η ελληνική απασχόληση στα πλοία αυτά είναι σχεδόν αμελητέα.

 

Φυσικά η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική από αυτή που παρουσιάζουν τα κατά Ωνάση «σκυλόψαρα» του ελληνικού εφοπλισμού (βλέπε επιστολή Ωνάση προς Κουλουκουντή) και τα φερέφωνα τους.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής ναυτεργατικού δυναμικού που διενήργησε το 2014 η ΕΛΣΤΑΤ (και δημοσιεύθηκε με τεράστια καθυστέρηση μόλις προχθές!) η απασχόληση στη ναυτιλία μειώνεται για τα ελληνικά πληρώματα. Ο ακόλουθος πίνακας από την σχετική ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικός. Οι 13.026 Έλληνες ναυτικούς που εργάζονταν το 2012 μειώνονται σε 12.663 το 2014, ενώ η συνολική απασχόληση αυξάνει από 22.880 σε 22.925. Η μείωση αυτή εκφράζει μία διαχρονική τάση – που είναι ακόμη πιο καθαρή αν δούμε ακόμη παλιότερες απογραφές. Είναι αποτέλεσμα τόσο της υποκατάστασης των Ελλήνων ναυτεργατών από φθηνότερα πληρώματα άλλων χωρών (τόσο κατώτερων από τριτοκοσμικές χώρες όσο και ανώτερων από Ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες) όσο και της συνεχούς μείωσης των οργανικών συνθέσεων των πλοίων (δηλαδή της μείωσης του ναυτεργατικού δυναμικού ανά πλοίο).

 

Έλληνες και ξένοι ναυτικοί που υπηρετούσαν σε ελληνικά και ελληνόκτητα εµπορικά πλοία µε ξένη σηµαία συµβεβληµένα µε το ΝΑΤ, 100 ΚΟΧ και άνω, κατά τις απογραφές των ετών 2012 και 2014

 

Αριθµός ναυτικών                     Μεταβολή (%)                 Ποσοστιαία συµµετοχή (%)

 

20-9-2012 20-9-2014 2014/2012 20-9-2012 20-9-2014
Σύνολο ναυτικών που υπηρετούσαν σε ελληνικά και ελληνόκτητα πλοία  

 

22.880

 

 

22.925

 

 

0,2

 

 

100,0

 

 

100,0

Έλληνες 13.026 12.663 -2,8 56,9 55,2
Ξένοι 9.854 10.262 4,1 43,1 44,8
Σύνολο ναυτικών που υπηρετούσαν σε ελληνικά πλοία  

 

21.582

 

 

21.315

 

 

-1,2

 

 

100,0

 

 

100,0

Έλληνες 12.209 11.801 -3,3 56,6 55,4
Ξένοι 9.373 9.514 1,5 43,4 44,6
Σύνολο ναυτικών που υπηρετούσαν σε ελληνόκτητα πλοία  

 

1.298

 

 

1.610

 

 

24,0

 

 

100,0

 

 

100,0

Έλληνες 817 862 5,5 62,9 53,5
Ξένοι 481 748 55,5 37,1 46,5

 

Όμως η θρασύτητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου δεν σταματά στην παραποίηση των στοιχείων της απασχόλησης. Ήδη από το 2013 προσπαθεί να προωθήσει την κατάργηση της ελληνικής ναυτεργατικής συλλογικής σύμβασης και την αντικατάσταση της με την τριτοκοσμική του ITF με το υποκριτικό επιχείρημα ότι έτσι θα αυξήσουν την απασχόληση Ελλήνων ναυτεργατών. Όλα τα σενάρια που προτείνει η μελέτη του ΙΟΒΕ (2013) και αναπαράγει η έκθεση της ΤτΕ βασίζονται στην μισθολογική καταβαράθρωση των Ελληνικών πληρωμάτων σε τριτοκοσμικά επίπεδα. Μόνο έτσι ο εφοπλισμός είναι διατεθειμένος να εξασκήσει τον «εθνοσωτήριο» ρόλο του. Πάντα εν ονόματι του «εθνευεργετικού» ρόλου του άλλωστε έχει συρρικνώσει δραματικά την ελληνική ναυτεργατική απασχόληση όλες τις προηγούμενες δεκαετίες.

 

Όμως ακόμη και αυτό το επιχείρημα είναι ψευδέστατο. Είναι πασίγνωστο ότι η έστω και έμμεση απορρύθμιση της αγοράς εργασίας σε συνθήκες αυξανόμενης φτώχειας και ανεργίας οδηγεί σε ένα «αγώνα προς τον πάτο» (race to the bottom): οι πιο φτωχοί εργαζόμενοι θα ρίξουν ακόμη περισσότερο τις μισθολογικές απαιτήσεις τους για να μπορέσουν να βρουν δουλειά. Έτσι η επόμενη σύμβαση του ITF θα είναι ακόμη μικρότερη και φυσικά αυτό θα συμπεριλάβει τόσο τους Έλληνες όσο και τους αλλοδαπούς ναυτεργάτες. Επιπλέον, σε ένα τέτοιο σκηνικό «αγώνα προς τον πάτο» – και ταυτόχρονα συστηματικών προσπαθειών του εφοπλιστικού κεφαλαίου να μειώσει περαιτέρω τις συνθέσεις των πλοίων – τίποτα δεν εξασφαλίζει αύξηση της τριτοκοσμικά αμοιβόμενης (υπό τις συνθήκες αυτές) Ελληνικής ναυτεργασίας. Άλλωστε ο μόνος πατριωτισμός που γνωρίζουν οι Έλληνες εφοπλιστές είναι αυτός της αδηφάγου τσέπης τους.

 

 

 

 

 

 

 

V. Το εργατικό και λαϊκό κίνημα απέναντι στο ναυτιλιακό κεφάλαιο

 

Για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά καμία ανακωχή δεν μπορεί να υπάρξει με την ληστοσυμμορία του εφοπλισμού. Η τελευταία αντιμετωπίζει την χώρα σαν φέουδο και τους εργαζόμενους σαν υποζύγια. Εκμεταλλεύεται την πολλαπλή και με κόστος πολιτική και οικονομική στήριξη που απολαμβάνει και σαν αντίτιμο δεν δίνει παρά ψυχία. Τα κόστη που επωμίζεται η ελληνική οικονομία για την υποστήριξη τους είναι πολλαπλάσια των εόδων που αποφέρουν. Όπως εύγλωττα είχε γράψει ένας επιφανής εκπρόσωπος τους σε ένα καυγά μεταξύ τους «Πολλά, τα πάντα οφείλετε εις το Έθνος, αυτό δε όχι μόνον δεν σας οφείλει τίποτε, αλλά σας έχει χαρισθεί σκανδαλωδώς» (επιστολή Ωνάση προς Κουλουκουντή, 1953).

 

Η χώρα και ο λαός δεν έχει κανένα λόγο να παρέχει αυτή την σκανδαλώδη στήριξη στον εφοπλισμό και να μην εισπράττει τίποτα. Ένα μεταβατικό πρόγραμμα άμεσης φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση αλλά και σοσιαλιστικής προοπτικής πρέπει να προτάξει:

(α) την άμεση κατάργηση των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του εφοπλισμού και την δραστική αναδρομική φορολόγηση του

(β) την ενίσχυση των ναυτεργατικών αμοιβών και δικαιωμάτων και την επέκταση τους σε όλες τις κατηγορίες πληρωμάτων

(γ) την σχεδιασμένη ανάπτυξη υπό δημόσιο έλεγχο τόσο της ναυτιλίας όσο και του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα

 

Εφόσον ο ελληνικός εφοπλισμός είναι τέτοια τεράστια διεθνής οικονομική δύναμη ας καταβάλλει στη χώρα αυτά που της οφείλει. Η απειλή του ότι θα πάρει τα καράβια και θα φύγει είναι επιεικώς γελοία. Και που μένει τι αλήθεια συνεισφέρει πραγματικά; Ψίχουλα. Και μάλιστα έναντι κόστους καθώς η χώρα θα μπορούσε να αξιοποιήσει αλλιώς τόσο το «πολιτικό» κεφάλαιο όσο και τους πόρους που δαπανά για την υποστήριξη του εφοπλισμού. Επιπλέον, τα εφοπλιστικά «σκυλόψαρα» δεν μένουν στη χώρα από την καλή τους καρδιά αλλά γιατί τους συμφέρει. Αν θέλουν μπορούν να δοκιμάσουν το ρόλο των «Παλαιστήνιων εφοπλιστών» (δηλαδή χωρίς εθνική βάση στήριξης και να δούμε πόσο θα αντέξουν μέσα στο άγριο διεθνές περιβάλλον και με όλες τις αντιπαλότητες που έχουν δημιουργήσει. Άλλωστε η απειλή της φυγής δεν είναι τόσο εύκολη όσο λένε (και η επιστολή Ωνάση προς Κουλουκουντή έχει επίσης ορισμένες ενδιαφέρουσες συστάσεις σχετικά). Αλλά ακόμη και έτσι στην περίπτωση αυτή ο ελληνικός λαός θα απαλλοτριώσει και το τελευταίο εσώβρακο που έχουν μέσα στη χώρα και ότι μπορεί να πάρει στο εξωτερικό. Και δεν έχουν λίγα περιουσιακά στοιχεία μέσα στην χώρα.

 

Στην εξέλιξη του μεταβατικού προγράμματος στην σοσιαλιστική προοπτική του ούτως ή άλλως ο ναυτιλιακός τομέας θα πρέπει να περάσει όχι μόνο σε δημόσιο έλεγχο αλλά και σε ιδιοκτησία.

 

https://www.scribd.com/document/342512444/%CE%95%CF%86%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%A0%CE%95%CE%9D%CE%95%CE%9D-4-3-2017

https://www.researchgate.net/publication/315759850_Elleniko_ephoplistiko_kephalaio

 

https://www.academia.edu/32227162/%CE%A4%CE%BF_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%B5%CF%86%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF

 

Ποσοτική Χαλάρωση και άλλα παραμύθια …

Οι διάφοροι συστημικοί παράγοντες χαλούν τον κόσμο για να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ. Και γι’ αυτό καλούν τον ελληνικό λαό σε νέες θυσίες.

Ο εμβριθής οικονομολόγος – και θαυμαστής της Σκάρλετ Γιόχανσον – Ευκλείδης Τσακαλώτος διατείνεται ότι «θα είναι μια συμφωνία με δυσκολίες και θετικές εκπλήξεις η οποία υπό όρους , αν ανοίξει το δρόμο για το QE, θα δώσει χώρο επιστροφής σε βιώσιμη ανάπτυξη».

Είχε προηγηθεί ο εξίσου εμβριθής οικονομολόγος και επισήμως αντίπαλος (αλλά ανεπισήμως φίλος) Γιάννης Στουρνάρας που απαίτησε να δοθεί γη και ύδωρ στους δανεισττές για να κλείσει η αξιολόγηση και να μπει η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης.

Από κοντά και οι τραπεζίτες όπου αντιπροσωπεία της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών σε επαφές με τον SSM και την ΕΚΤ εκπλιαρούν επίσης για αυτή την συμμετοχή. Φυσικά με αντίτιμο τις λαϊκές θυσίες.

Πρόκειται για γελοία καραγκιοζιλίκια. Όπως εξηγεί και το ακόλουθο σύντομο άρθρο (που θα δημοσιευθεί στο ΠΡΙΝ της Κυριακής), η Ποσοτική Χαλάρωση έχει αμελητέα επίπτωση στο ελληνικό πρόβλημα.

Επίσης, παραβλέπουν όλοι οι προαναφερθέντες ιθύνοντες ότι η διεθνής οικονομία μπαίνει σιγά-σιγά σε κύκλο αύξησης των επιτοκίων ξεκινόντας από την αμερικανική Fed. Επίσης ότι αυξάνουν οι γερμανικές πιέσεις για τον τερματισμό του προγράμματος της ΕΚΤ (ιδιαίτερα με τις φωνές περί αύξησης του ευρωπαϊκού πληθωρισμού). Και φυσικά η τάση αύξησης των επιτοκίων συνεπάγεται τον τερματισμό των ανορθόδοξων νομισματικών πολιτικών τύπου Ποσοτικής Χαλάρωσης.

Το ερώτημα είναι οι συστημικοί ιδύνοντες είναι ανόητοι ή θεωρούν όλους τους υπόλοιπους εμάς ανόητους.


 

 

Κυριακή 19/3/2017, φ.1322

 

Παραμύθι η ωφέλεια της χώρας από την ένταξη

στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

Τα προγράμματα Ποσοτικής Χαλάρωσης αποτελούν μία ανορθόδοξη νομισματική πολιτική που εφαρμόζει το αστικό κράτος εν μέσω βαθιάς κρίσης και ενώ έχει ήδη εφαρμόσει όλες τις παραδοσιακές νομισματικές πολιτικές (δηλαδή έχει ουσιαστικά μηδενίσει τα επιτόκια έτσι ώστε να κάνει φθηνή την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και να αποφευχθεί η επιδείνωση της κρίσης με μαζικές χρεωκοπίες). Με την Ποσοτική Χαλάρωση η κεντρική τράπεζα αγοράζει δημόσια και ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία (κυβερνητικά και εταιρικά ομόλογα κλπ.) που αλλιώς δεν θα αγοραζόντουσαν καθόλου λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης με χρήμα και έτσι ενισχύει την ρευστότητα των κρατών και των επιχειρήσεων ώστε να μην χρεωκοπήσουν. Δεν αποτελεί μία φιλολαϊκή πολιτική (όπως κακαρίζουν διάφοροι σοσιαλφιλελεύθεροι πολιτικοί και οικονομολόγοι και στη χώρα μας ο ΣΥΡΙΖΑ) αλλά για μία νεο-συντηρητική πολιτική έκτακτης ανάγκης. Η ρευστότητα αυτή πηγαίνει ελάχιστα στις τσέπες των εργαζομένων. Κυρίως διευκολύνει τους ισολογισμούς κρατών και επιχειρήσεων. Μάλιστα για να αποφευχθεί μία «αναζωπύρωση του πληθωρισμού» (πρακτικά δηλαδή να διαρρεύσει ευρύτερα η ρευστότητα αυτή) εφαρμόζονται ταυτόχρονα και πολιτικές «αποστείρωσης».

Η Ποσοτική Χαλάρωση χρησιμοποιείται από την αστική εξουσία για να ετεροχρονίσει και να απαλύνει την οξύτητα της καπιταλιστικής κρίσης. Δεν μπορεί να την επιλύσει αλλά μπορεί να «απλώσει» στο χρόνο ορισμένες επιπτώσεις της και ιδιαίτερα να αποφύγει την συσσώρευση μίας «κρίσιμης μάζας» τους σε μία επικίνδυνη στιγμή. Ταυτόχρονα όμως έχει και χρονικά και ποσοτικά όρια γιατί η υπερσυσσώρευση μη-εμπορεύσιμων ιδιοκτησιακών τίτλων στο ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας μπορεί να την οδηγήσει στην χρεωκοπία.

Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8 η Ποσοτική Χαλάρωση πρωτο-εφαρμόσθηκε από τις ΗΠΑ καθώς η παγκόσμια υπερ-δύναμη έχει το προνόμια να περνά μέρος από τα δικά της βάρη στους υποκείμενους καπιταλισμούς. Η ΕΕ – και ιδιαίτερα η Γερμανία – προσπάθησε να την αποφύγει έτσι ώστε να διατηρήσει ισχυρό το ευρώ και να μπορέσει να απειλήσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Τελικά όμως, κάτω από τις έντονες πιέσεις των ΗΠΑ και την ραγδαία επιδείνωση της κρίσης της ευρωζώνης, αναγκάστηκε να την εφαρμόσει. Από την εφαρμογή της όμως εξαιρέθηκαν οι χώρες που βρίσκονται υπό μνημονιακά προγράμματα (όπως η Ελλάδα).

Έκτοτε, η ένταξη στη Ποσοτική Χαλάρωση επισείεται από όλες τις αστικές πριμαντόνες (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και λοιπές) ως έπαθλο για την συμμόρφωση της χώρας στα μνημονιακά προγράμματα. Προβάλλεται ότι με αυτή θα μειωθεί το χρέος και θα βελτιωθεί η ρευστότητα στην οικονομία. Επομένως χαλάλι οι νέες θυσίες και η πρόσθετη λιτότητα.

Πρόκειται για ένα άθλιο και συνειδητό ψέμα. Γνωρίζουν καλά οι συστημικές πριμαντόνες ότι ακόμη και αν αύριο ενταχθεί η χώρα στην Ποσοτική Χαλάρωση το ύψος της παρεχόμενης ρευστότητας θα ήταν της τάξης το πολύ των 3-4 δις ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για αστείο μέγεθος σε σχέση με τον όγκο του ελληνικού χρέους. Το σχετικό μέγεθος είναι γνωστό τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην Τράπεζα της Ελλάδας. Αυτό προκύπτει γιατί όχι μόνο το ύψος του προγράμματος της ΕΚΤ είναι μικρό (60δις μηνιαία που αυξήθηκαν σε 80δις) αλλά και διέπεται από αυστηρούς κανόνες σχετικά με το πόσα (εξαρτάται από το ποσοστιαίο μερίδιο της κάθε εθνικής κεντρικής τράπεζας στο συνολικό ύψος του προγράμματος, 2.9% για την Ελλάδα) και τι περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αγορασθούν (πρέπει να είναι υψηλής πιστοληπτικής αποτίμησης και μάλιστα ένα ποσοστό από αυτά). Έτσι προκύπτει ένα αμελητέο μηνιαίο ποσό που δεν υπερβαίνει τα 2δις, ενώ αθροιστικά (μέσω των αναχρηματοδοτήσεων) δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4δις.

Συγκριτικά, μόνο τα νέα μέτρα λιτότητας που ετοιμάζεται να συνομολογήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για να κλείσει η τρέχουσα μνημονιακή αξιολόγηση είναι της τάξης των 3.5δις.

Με λίγα λόγια ο λαός καλείται να ματώσει ξανά για να μπορέσει η εγχώρια αστική τάξη να πάρει τα λίγα ματωμένα αργύρια της.


 

Μπορεί να χρεωκοπήσει μία Κεντρική Τράπεζα λόγω Ποσοτικής Χαλάρωσης;

Στο παραπάνω άρθρο υποστηρίζεται ότι η υπερβολική Ποσοτική Χαλάρωση μπορεί να οδηγήσει σε χρεωκοπία την ΕΚΤ. Η διατύπωση ήταν αναγκαστικά συνοπτική λόγω του περιορισμού έκτασης των δημοσιογραφικών κειμένων. Αυτό είναι ένα λεπτό ζήτημα γιατί κανονικά μία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να χρεωκοπήσει καθώς έχει το εκδοτικό προνόμιο (δηλαδή μπορεί να «κόψει χρήμα» και συνεπώς να καλύψει τις ζημιές της).

Βέβαια καμία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να επιβαρύνει ανεξέλεγκτα τον ισολογισμό της με προβληματικά χρεώγραφα και μετά να αυξάνει την κυκλοφορία του χρήματος για να καλύψει τις ζημιές της καθώς αυτό συναντά έναν εξωτερικό περιορισμό. Δηλαδή η υπερβολική Ποσοτική Χαλάρωση (σαν υποκατάστατο της μείωσης των επιτοκίων) θα επηρεάσει πτωτικά την συναλλαγματική ισοτιμία και, υπό προϋποθέσεις, το ισοζύγιο κεφαλαίου (δηλαδή θα υπάρξει φυγή κεφαλαίων) με συνέπειες στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.

Όμως στην περίπτωση της ΕΚΤ τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα καθώς η τελευταία δεν είναι μία τυπική Κεντρική Τράπεζα γιατί δεν έχει ένα ενιαίο κράτος πίσω της αλλά μία διακρατική ενότητα. Επομένως ο περιορισμός της κεφαλαιακής της βάσης είναι ακόμη οξύτερος καθώς δεν είναι βέβαιο ότι τα κράτη που την «προίκισαν» με το μετοχικό κεφάλαιο της θα συμβάλλουν επίσης στην ανακεφαλαιοποίηση της. Συνεπώς η επιβάρυνση του ισολογισμού της με προβληματικά χρεώγραφα λόγω Ποσοτικής Χαλάρωσης μπορεί να την οδηγήσει ευκολότερα από τις κλασσικές Κεντρικές Τράπεζες σε αδιέξοδο.

Αντίστοιχα προβλήματα έχουν οι Κεντρικές Τράπεζες που είναι μέλη του ευρω-συστήματος της ΕΚΤ καθώς δεν είναι πλέον αυτοτελείς αλλά έχουν εκχωρήσει το εκδοτικό προνόμιο στην ΕΚΤ. Επίσης οι τράπεζες αυτές, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, έχουν χρέη τόσο προς την ΕΚΤ (π.χ. ELA) όσο και προς τον ESM (λόγω Μνημονιακού δανείων) αλλά και ιδιώτες κεφαλαιούχους (π.χ. στους ιδιώτες μετόχους της καθώς ιδιωτική μετοχική σύνθεση).

Συνοψίζοντας, καμία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να επιδοθεί ανεξέλεγκτα σε ανορθόδοξες νομισματικές πολιτικές τύπου Ποσοτικής Χαλάρωσης λόγω του εξωτερικού περιορισμού. Επιπλέον, ιδιόμορφες Κεντρικές Τράπεζες όπως η ΕΚΤ έχουν επιπρόσθετους περιορισμούς καθώς δεν έχουν μία απεριόριστη κρατική εγγύηση πίσω τους αλλά βασίζονται μόνο στη δεδομένη «προίκα» τους.

 

 

 

 

Το βίντεο της Ημερίδας της ΠΕΝΕΝ

Το βίντεο της Ημερίδας της ΠΕΝΕΝ με θέμα «Το θεσμικό πλαίσιο της ποντοπόρου Ναυτιλίας, η σχέση του εφοπλισμού με την χώρα, η συμβολή του στην οικονομία, τα προβλήματα του Ναυτεργατικού κόσμου και η εναλλακτική ριζοσπαστική επιλογή», Σάββατο 4/3/2017

 

 

Ημερίδα ΠΕΝΕΝ: οι μύθοι και η ασυδοσία του ελληνικού εφοπλισμού

http://www.newsbomb.gr/oikonomia/naytilia/story/775025/h-penen-katarriptei-toys-mythoys-toy-ellinikoy-efoplismoy

 

Η ΠΕΝΕΝ καταρρίπτει τους «μύθους» του ελληνικού εφοπλισμού

Η ΠΕΝΕΝ καταρρίπτει τους «μύθους» του ελληνικού εφοπλισμού

Φωτογραφίες, βίντεο: Ν. Κόρνφορντ

Πρόθυμη εμφανίζεται η κυβέρνηση να κάνει «δώρο» την κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) των ναυτεργατών στους εφοπλιστές, προχωρώντας ακόμα και σε νομοθετική ρύθμιση, χωρίς να περιμένει το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών και στα σωματεία του κλάδου.

Αυτό καταγγέλλει η Πανελλήνια Ένωση Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΝΕΝ), η οποία κάνει λόγο για συντονισμένη επίθεση εφοπλιστών και κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – Ανεξάρτητων Ελλήνων. Σε αυτή την κρίσιμη χρονική συγκυρία, η ΠΕΝΕΝ διοργάνωσε το Σάββατο (04/03/2017), ενημερωτική ημερίδα για να διαλύσει τους «μύθους και την προπαγάνδα» του εφοπλισμού: το θεσμικό πλαίσιο της ποντοπόρου ναυτιλίας, η συμβολή στην εθνική οικονομία και η ανάπτυξη του κλάδου, η οποία συχνά ανάγεται στο επιχειρηματικό δαιμόνιο των εφοπλιστών, χωρίς να γίνεται κουβέντα για τις σκανδαλωδώς ευνοϊκές διευκολύνσεις ή για τις θυσίες –κυριολεκτικά και μεταφορικά- των εργαζομένων στα πλοία διαχρονικά, ήταν κάποια από τα ζητήματα που θίχτηκαν.

Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών εκφράζει πλέον ανοιχτά το σχεδιασμό της για κατάργηση των ΣΣΕ των Ελλήνων ναυτικών και την αντικατάστασή τους με μισθούς και εργασιακούς όρους τρίτων χωρών, στο πλαίσιο της διεθνούς σύμβασης της ITF (Διεθνής Οργάνωση Μεταφορών). Η σύμβαση της ITF διασφαλίζει τα ελάχιστα επίπεδα αμοιβής για τους ναυτικούς των Φιλιππίνων, του Πακιστάν, του Μπαγκλαντές κ.α., τρίτων χωρών δηλαδή όπου δεν υπάρχουν εθνικές συλλογικές συμβάσεις. Το μεγάλο αγκάθι για να προχωρήσουν οι σχεδιασμοί της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών για μισθούς 600 ευρώ για τους ναυτικούς και 400 για τους ναυτόπαιδες, είναι ότι οι Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις υπερισχύουν αυτής της ITF.

PENEN NTALAKOGEORGOS2

Η ΕΕΕ ισχυρίζεται ότι αν καταργηθεί η ΣΣΕ, θα δημιουργηθούν 200.000 θέσεις εργασίας –άλλοτε μιλούν για 50.000. Όπως εξήγησε ο πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ, Αντώνης Νταλακογεώργος, ο αριθμός αυτός δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. «Διαφημίζουν την επιστροφή των Ελλήνων ναυτικών στην ποντοπόρο ναυτιλία και μάλιστα μιλούν για 200.000 νέους που μπορούν να επανδρώσουν την ελληνική και ελληνόκτητη ναυτιλία, ενώ σε δεύτερο πλάνο ψελλίζουν ότι οι όροι εργασίας για τα νέα ελληνόπουλα θα είναι εφάμιλλοι με τα διεθνή κρατούντα, δηλαδή με εργασιακές σχέσεις και μισθούς των χαμηλόμισθων αλλοδαπών ναυτικών του τρίτου κόσμου, που εργάζονται σήμερα στην ελληνική ναυτιλία κατά ποσοστό που υπερβαίνει το 85%».

Σήμερα, δεν αντιστοιχεί ούτε 1 Έλληνας ναυτικός ανά πλοίο, ελληνόκτητο ή στο εθνικό νηολόγιο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που έδωσε ο κ. Νταλακογεώργος για τον εφοπλιστή Γιώργου Προκοπίου. Στους συνολικά 4.500 ναυτικούς που εργάζονται στα πλοία του, οι 2.500 είναι Ινδοί, οι 850 Πακιστανοί και οι υπόλοιποι από το Μπαγκλαντές. Έλληνες είναι μόλις 7 αξιωματικοί, οι 4 μηχανικοί. Αξίζει να σημειωθεί δε, ότι διαθέτει 109 πλοία, τα οποία είναι όλα σε σημαίες ευκαιρίας και κανένα στο εθνικό νηολόγιο.

«Δαιμόνιο» ή φοροασυλία;

Οι Έλληνες εφοπλιστές βρίσκονται στην πρώτη θέση της παγκόσμιας ναυτιλίας, μία ανοδική πορεία η οποία ξεκίνησε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η οποία διαρκεί μέχρι και σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι και κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, οι Έλληνες εφοπλιστές ισχυροποίησαν τη θέση τους σε σχέση με τους συναδέλφους τους άλλων χωρών, όπως της Ιαπωνίας, της Γερμανίας κτλ.

Ο σκληρός πυρήνας των φοροαπαλλαγών των Ελλήνων εφοπλιστών είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος. Απολαμβάνουν τουλάχιστον 56 φοροαπαλλαγές, με το φορολογικό σύστημα για τη ναυτιλία στην Ελλάδα να παραμένει κατά 25% ευνοϊκότερο από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή ναυτιλία, κατά δήλωση πρώην υπουργού Ναυτιλίας της συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ.

Το 2012, τα φορολογικά έσοδα με βάση τη χωρητικότητα και την ηλικία των πλοίων ήταν μόλις 12 εκατ. ευρώ, ενώ τα φορολογικά έσοδα από τους Έλληνες ναυτικούς ξεπέρασαν τα 56 εκατ. ευρώ!

Η «φουσκωμένη» συμβολή στην εθνική οικονομία

Η ελληνική ναυτιλία διαφημίζεται ως ο πρώτος και κύριος πυλώνας της ελληνικής οικονομίας, μαζί με τον τουρισμό, με τους εφοπλιστές να επικαλούνται στοιχεία του ΙΟΒΕ, της ΕΛΣΤΑΤ κτλ. Το ελληνικό κράτος, όμως, εδώ και χρόνια έχει επιλέξει να «φουσκώνει» τους δείκτες οι οποίοι αφορούν στη ναυτιλία, επισήμανε στην ημερίδα ο οικονομολόγος – πανεπιστημιακός, Σταύρος Μαυρουδέας. Η συμβολή της ναυτιλίας στην οικονομία υπολογίζεται στο 7,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ή σε περίπου 17,5 δισ. ευρώ ετησίως. Τα μεγέθη, αυτά, όμως, δεν αφορούν σε καθαρές πληρωμές μέσα στη χώρα, οι οποίες είναι μισθοί ναυτεργατών και εργαζομένων στις διαχειριστικές εταιρείες, εισφορές, προμήθειες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών: Ούτε 5 Έλληνες ναυτικοί σε 5.000 πλοία

Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών: Ούτε 5 Έλληνες ναυτικοί σε 5.000 πλοία

Οι καθαρές πληρωμές ανέρχονται περίπου σε 2 δισ. ευρώ ή 1% του ΑΕΠ, ανέφερε ο κ. Μαυρουδέας. Επισήμανε δε ότι με βάση τις καθαρές πληρωμές υπολογίζουν τη συμβολή της ναυτιλίας στις οικονομίες τους οι υπόλοιπες χώρες.

Πιο συγκεκριμένα για το ναυτιλιακό συνάλλαγμα, ο πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ διευκρίνισε ότι περίπου το 40% του εισερχόμενου συναλλάγματος επανεξάγεται από τους ίδιους τους εφοπλιστές για να καλύπτουν τις ανάγκες εκτός της χώρας σε επισκευές, μετασκευές, συντηρήσεις πλοίων, καύσιμα κτλ., επομένως δεν μένει στην ελληνική οικονομία.

Το τρίγωνο της διαπλοκής

Στη συζήτηση παρενέβη και ο διευθυντής του Newsbomb.gr, Κώστας Τσιτούνας, ο οποίος μεταξύ άλλων έθιξε και το ζήτημα του λεγόμενου τριγώνου της διαπλοκής.

«Το μοντέλο ανάπτυξης που ακολούθησε η Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια αγνόησε έναν βασικό κανόνα της Δημοκρατίας: «Μαζί στα κέρδη και μαζί στα βάρη». Αυτό δεν ίσχυσε ποτέ στην Ελλάδα και εξακολουθεί να μην ισχύει ακόμα και με… αριστερόστροφη κυβέρνηση. Στον τομέα της ναυτιλίας ισχύει το δόγμα: Τα δικά μας δικά μας και τα δικά σας δικά μας. Όσο για το γνωστό εκβιασμό ότι θα πάρουν τα πλοία τους και θα φύγουν, αυτός είναι απόρροια του τριγώνου της διαπλοκής το οποίο ο ίδιος ο κ. Τσίπρας έχει κατονομάσει. Μόνο που το αληθές τρίγωνο της διαπλοκής είναι το ακόλουθο: Εφοπλιστές – Τράπεζες – Πολιτικοί. Αυτό το γνωρίζουν οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Γνωρίζουν πώς επήλθε ο πλουτισμός των εφοπλιστών οι οποίοι είχαν τοποθετήσει στις τράπεζες δικούς τους ανθρώπους για να λαμβάνουν θαλασσοδάνεια χωρίς εγγυήσεις. Από τις ίδιες τράπεζες και τους ίδιους ανθρώπους έπαιρναν θαλασσοδάνεια και τα πολιτικά κόμματα! Ποιοι χρηματοδοτούσαν τις προεκλογικές εκστρατείες δεκάδων πολιτικών; Γίνεται λοιπόν αντιληπτό για ποιο λόγο δεν προχωράει το ζήτημα της φορολόγησης των εφοπλιστών» ανέφερε χαρακτηριστικά. (Διαβάστε αναλυτικά ΕΔΩ)

Στην ημερίδα πήραν μέρος εκπρόσωποι κομμάτων, επιστημονικών φορέων και σωματείων παραβρέθηκαν στην ημερίδα της ΠΕΝΕΝ. Εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, η Αναστασία Φρατζεσκάκη, από το Τμήμα Ναυτιλίας του κυβερνώντος κόμματος, η Έφη Χαλάτση από τη γραμματεία Ναυτιλίας του ΠΑΣΟΚ, ο Γιάννης Τόλιος από τη Λαϊκή Ενότητα, ο Θανάσης Διαβολάκης από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Χαιρετισμό στην εκδήλωση απηύθυναν επίσης το ΕΠΑΜ, η Πλεύση Ελευθερίας, το Σχέδιο Β και το «Συντονισμό ενάντια στα μνημόνια». Επίσης, στη συζήτηση παρενέβησαν, μεταξύ άλλων, ο οικονομολόγος – πανεπιστημιακός Σταύρος Μαυρουδέας, ο Δημήτρης Μπελαντής (Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών), ο Γιώργος Αθανασόπουλος (Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά), ο Χρήστος Σκολαρίκος, γενικός γραμματέας του Συλλόγου υπαλλήλων του ΝΑΤ, ο διευθυντής του Newsbomb.gr, δημοσιογράφος Κώστας Τσιτούνας και εκπρόσωποι σωματείων.

 

Ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο: στυγνή εκμετάλλευση της χώρας και των εργαζομένων – ΠΡΙΝ 5-3-2017

new-doc-2017-03-05_3

 

Ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο: στυγνή εκμετάλλευση της χώρας και των εργαζομένων

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

 

 

Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο αποτελεί την κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού και εκφράζει τα πιο ισχυρά και ταυτόχρονα πιο χυδαία χαρακτηριστικά του. Αποτελεί μία από τις βασικές μήτρες γένεσης του ελληνικού καπιταλισμού μετά την απελευθέρωση από την Οθωμανική κυριαρχία καθώς είχε ήδη αναπτυχθεί στα πλαίσια της τελευταίας (σαν βασικός κόμβος των σχέσεων της με την Δύση). Εξαιρετικά διεθνοποιημένο από την αρχή – έχοντας βασικά κέντρα του στο εξωτερικό – έχει μία ιδιόμορφη σχέση εξάρτησης με τους πιο αναπτυγμένους ηγεμονικούς δυτικούς καπιταλισμούς: πάντα έχει την πατρωνία του ισχυρότερου από αυτούς αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσει αυτοτελείς στρατηγικές και δεν διστάζει ακόμη και να «δαγκώσει» τους πάτρωνες του. Όσον αφορά την Ελλάδα την αντιμετωπίζει σαν μία εξαιρετικά απαραίτητη πολιτική και οικονομική βάση αλλά απαξιοί να διαμείνει στην Ψωροκώσταινα, την εκμεταλλεύεται στυγνά και φυσικά αφήνει ψίχουλα μόνο πίσω (συσσωρεύοντας τον συντριπτικά μεγάλο όγκο των κερδών του στο εξωτερικό).

 

Μεταπολεμικά ανδρώθηκε υπό την αμερικανική πατρωνία εκμεταλλευόμενο τις θυσίες του ελληνικού λαού και ιδιαίτερα των ναυτεργατών (με την ισχυρότατη και ηρωική κομμουνιστική παράδοση). Βάσεις της ανάπτυξης του έδωσε η σκανδαλώδης απόκτηση των 100 Λίμπερτυς (και μερικών δεξαμενοπλοίων) μετά των Β΄ Παγκ. Πόλεμο έναντι πινακίου φακής και με εγγύηση του ελληνικού κράτους και η αμερικανική υποστήριξη στη μείωση των διεθνών ναύλων (μέσω συμπίεσης του ναυτεργατικού κόστους και αγοράς «κουρελών», δηλαδή αμφίβολα αξιόπλοων μεταχειρισμένων πλοίων). Με τον τρόπο αυτό ο ελληνικός εφοπλισμός κατόρθωσε να υποσκελίσει τους αντίστοιχους ισχυρότερων καπιταλισμών (π.χ. αγγλικός, νορβηγικός). Οι Έλληνες εφοπλιστές ξεκίνησαν μεταπολεμικά κυριολεκτικά σαν οι «πειρατές» της διεθνούς ναυτιλίας (κάνοντας βρώμικες δουλειές που άλλοι απέφευγαν, βλέπε σπάσιμο αποκλεισμού Ροδεσίας). Ταυτόχρονα δεν δίστασαν να «δαγκώσουν» ακόμη και τους πάτρωνες τους (π.χ. συμφωνίες Κουλουκουντή για το σπάσιμο του αποκλεισμού της Κούβας, καταδίκες πολλών για παράνομη αγορά αμερικανικών καραβιών).

 

Η Ελλάδα είναι για το εφοπλιστικό κεφάλαιο μία αναγκαία βάση πολιτικής και οικονομικής στήριξης. Ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο χρειάζεται μία εθνική βάση ακόμη και όταν αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό εκτός χώρας και βασίζεται σε ξένη πατρωνία. Η εθνική βάση του δίνει πολλαπλή πολιτική στήριξη (π.χ. στην υπόθεση των Λίμπερτυς), φιλικό νηογνώμονα, προνομιακό καθεστώς φοροαπαλλαγών καθώς και μία ισχυρή ναυτική παράδοση. Άλλωστε το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο γνωρίζει καλά ότι «απάτριδες» πλην όμως πλούσιοι εφοπλιστές εύκολα ανοίγουν τις ορέξεις σε ξένα κράτη εγκατάστασης τους. Γι’ αυτό το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει πάντα ισχυρό έλεγχο και παρέμβαση στα εγχώρια πολιτικά και οικονομικά πράγματα (ενδεικτικά ακόμη και στο ΓΣ της Τράπεζας της Ελλάδας συμμετέχει θεσμικά εκπρόσωπος του). Επίσης το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει ισχυρές θέσεις και σε πολλούς άλλους σημαντικού κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 περίοδο το εφοπλιστικό κεφάλαιο μετέφερε αρκετές δραστηριότητες του στην Ελλάδα γιατί η Βρετανία επέβαλλε φορολογία σε ξένους εφοπλιστές. Βέβαια το λονδρέζικο City παραμένει πάντα η βάση του Committee των Ελλήνων εφοπλιστών (του βασικού διεθνούς lobby τους). Φυσικά προετοίμασε κατάλληλα την επιστροφή του με τη νομοθέτηση σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών (που ξεκίνησαν από τις αρχές του 1950, πριν καν ξεκινήσει η επιστροφή του, και κορυφώθηκαν με την ένταξη τους στο Καραμανλικό σύνταγμα του 1975). Ιδιαίτερη ελληνική ευρεσιτεχνία – και σκανδαλώδης μέθοδος φοροαπαλλαγής και αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι ξένων κεφαλαίων – είναι η φορολογία με βάση την χωρητικότητα των πλοίων.

 

Έκτοτε το εφοπλιστικό κεφάλαιο οργάνωσε ως εξής τις δραστηριότητες του. Έχει τον στόλο του είτε με ελληνική σημαία είτε με σημαίες κυρίως «φορολογικών παραδείσων». Κάθε πλοίο είναι και μία ξεχωριστή εταιρεία για λόγους φοροαπαλλαγών, μείωσης κινδύνων και βρώμικων χρηματοπιστωτικών παιχνιδιών. Οι ιδιοκτήτριες εταιρείες βρίσκονται κυρίως σε «φορολογικούς παραδείσους» (νησιά Καίημαν, Σιγκαπούρη, Μονακό κλπ.). Στην Ελλάδα βρίσκονται κυρίως οι λεγόμενες διαχειριστικές εταιρείες (δηλαδή αυτές που διαχειρίζονται τις ναυλομεσιτίες, την τροφοδοσία και την συντήρηση των πλοίων) που είναι θυγατρικές των ιδιοκτητριών εταιρειών.

 

Από την συνολική δραστηριότητα (τζίρο) του εφοπλιστικού κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία μένουν κυρίως αυτά που αφορούν τις διαχειρίστριες εταιρείες και μάλιστα όχι στο σύνολο τους αλλά κατ’ εκτίμηση μόνο στο 30% καθώς το μεγαλύτερο τμήμα διαρρέει στο εξωτερικό.

 

Επιπλέον, μέχρι την επιβολή των capital controls το 2015, η διακίνηση των εφοπλιστικών κεφαλαίων γινόταν σε μεγάλο βαθμό μέσω του ελληνικού τραπεζικού συστήματος (καθώς το εφοπλιστικό κεφάλαιο συμμετείχε ή/και είχε τον έλεγχο πολλών από τις ελληνικές τράπεζες). Αυτό βόλευε το εφοπλιστικό κεφάλαιο που είχε μικρότερα κόστη από την χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και επίσης ενίσχυε με κεφάλαια τις δικές του τράπεζες. Το τελευταίο του έδινε πολλαπλές δυνατότητες να παίζει χρηματοπιστωτικά παιχνίδια και ακόμη και να βγάζει κέρδη με «αέρα κοπανιστό». Μετά τα capital controls και τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών (που ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος περνά σε ξένα χέρια) αυτή η διακίνηση κεφαλαίων μειώνεται δραματικά και, κατά συνέπεια, μειώνεται δραματικά και η συμβολή στο ΑΕΠ. Έτσι μετά τα capital controls αυτό που κυρίως μένει στην ελληνική οικονομία είναι οι δαπάνες για την τροφοδοσία (τρόφιμα, καύσιμα, λιπαντικά και μισθοδοσία).

 

Τα τελευταία χρόνια το εφοπλιστικό κεφάλαιο αντιμετωπίζει την αυξανόμενη πίεση των ηγεμόνων της ΕΕ (κυρίως της Γερμανίας και των χωρών περί αυτήν). Ο γερμανικός εφοπλισμός έχει υποφέρει πολλαπλά από τον ελληνικό καθώς ο τελευταίος τον «έγδυσε» κυριολεκτικά τόσο μετά το τέλος του Α΄ Παγκ. Πολέμου όσο και στις αρχές του 2010 (αγοράζοντας κοψοχρονιά υπερσύγχρονα και καινούργια γερμανικά καράβια και βελτιώνοντας έτσι τον άθλιο προηγουμένως μέσο όρο ηλικίας του ελληνικού εφοπλιστικού στόλου). Με την ενίσχυση του ρόλου του ξένου παράγοντα με τα Μνημόνια το γερμανικό κεφάλαιο επιδιώκει να πάρει το αίμα του πίσω επιβάλλοντας την περιστολή των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του ελληνικού εφοπλισμού. Φυσικά ο τελευταίος, με την πλήρη υποστήριξη όλου του καθεστωτικού πολιτικού συστήματος (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ κλπ.) προσπαθεί να διαφύγει με ικανότητες που θα ζήλευε και ο υδράργυρος.

 

 

Η ναυτιλία σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής

Η συμβολή της ναυτιλίας στο ελληνικό ΑΕΠ είναι κάτι που οι εφοπλιστές «πουλάνε» (φουσκώνοντας την ξεδιάντροπα) ακριβώς για να αποφύγουν οποιαδήποτε φορολόγηση. Με σειρά πληρωμένες και πολυδιαφημισμένες μελέτες (ΙΟΒΕ το 2013 κλπ.) φουσκώνουν την συμβολή της τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση εξωφρενικά κάνοντας φαιδρές υποθέσεις (π.χ. μετρώντας το σύνολο των ναύλων των εφοπλιστών και όχι αυτό που μένει μέσα στη χώρα, θεωρώντας πάμπολλους κλάδους της οικονομίας απλά εξαρτήματα της ναυτιλίας).

 

Τα πραγματικά μεγέθη είναι δραματικά μικρότερα και επιδεινώθηκαν εξαιρετικά μετά την επιβολή των capital controls (καθώς πλέον πολλές εφοπλιστικές δραστηριότητες δεν περνούν καν από την χώρα). Ιδιαίτερα στον τομέα της απασχόλησης (άμεσης και έμμεσης) τα νούμερα που δίνουν είναι κυριολεκτικά φαιδρά. Η απασχόληση Ελλήνων ναυτεργατών στα ελληνόκτητα πλοία είναι μειούμενη (καθώς αντικαθίστανται από φθηνότερα ξένα πληρώματα). Η νέα θρασύτατη προσπάθεια του ελληνικού εφοπλισμού είναι να ρίξει τις αμοιβές σε τριτοκοσμικά επίπεδα,  μηρυκάζοντας ότι έτσι θα αντικαταστήσει τα ξένα πληρώματα με ελληνικά. Φυσικά τα κατά Ωνάση «σκυλόψαρα» γνωρίζουν καλά ότι αυτό θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση των μισθών τόσο των ελληνικών όσο και των ξένων πληρωμάτων μέσω του ανταγωνισμού τους.

 

Η φορολογική συμβολή του εφοπλισμού είναι αστεία. Ο εθελούσιος (sic!) φόρος αποφέρει αστεία έσοδα (της τάξης των 40-46 εκ. ετησίως) ενώ η μέση ετήσια φορολογική επιβάρυνση της κάθε ναυτιλιακής εταιρίας είναι  86.700. Ουσιαστικά δηλαδή οι φόροι που πληρώνουν οι Έλληνες ναυτεργάτες και οι λοιποί εργαζόμενοι σε ναυτιλιακές και παρα-ναυτιλιακές δραστηριότητες (ιδιαίτερα αν αποδεχθούμε τα φουσκωμένα στοιχεία του εφοπλισμού) είναι μάλλον περισσότεροι.

 

Για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά καμία ανακωχή δεν μπορεί να υπάρξει με την ληστοσυμμορία του εφοπλισμού. Ένα μεταβατικό πρόγραμμα άμεσης φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση αλλά και σοσιαλιστικής προοπτικής πρέπει να προτάξει:

(α) την άμεση κατάργηση των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του εφοπλισμού και την δραστική αναδρομική φορολόγηση του

(β) την ενίσχυση των ναυτεργατικών αμοιβών και δικαιωμάτων και την επέκταση τους σε όλες τις κατηγορίες πληρωμάτων

(γ) την σχεδιασμένη ανάπτυξη υπό δημόσιο έλεγχο τόσο της ναυτιλίας όσο και του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα

 

Στην απειλή περί φυγής του εφοπλισμού θα πρέπει να αντιταχθεί πρώτον η εύγλωττη ρήση Ωνάση «Πολλά, τα πάντα οφείλετε εις το Έθνος, αυτό δε όχι μόνον δεν σας οφείλει τίποτε, αλλά σας έχει χαρισθεί σκανδαλωδώς» (επιστολή προς Κουλουκουντή, 1953). Και βέβαια, επειδή τα λόγια δεν περνούν στα «σκυλόψαρα», να τονισθεί ότι στην περίπτωση αυτή ο ελληνικός λαός θα απαλλοτριώσει και το τελευταίο εσώβρακο που έχουν μέσα στη χώρα και ότι μπορεί να πάρει στο εξωτερικό. Και να δούμε «απάτριδες» εφοπλιστές πόσο μπορούν να αντέξουν ανάμεσα στα όμοια τους διεθνή «σκυλόψαρα».

 

Στην εξέλιξη του μεταβατικού προγράμματος στην σοσιαλιστική προοπτική του ούτως ή άλλως ο ναυτιλιακός τομέας θα περάσει όχι μόνο σε δημόσιο έλεγχο αλλά και σε ιδιοκτησία.

new-doc-2017-03-05_1new-doc-2017-03-05_2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

https://www.scribd.com/document/340973628/%CE%A4%CE%BF-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%95%CF%86%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D-5-3-2017

 

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας – Εφημερίδα των Συντακτών

https://www.efsyn.gr/arthro/i-kyvernitiki-eyresitehnia-tis-dimosionomikis-oydeterotitas-ton-neon-metron-litotitas

2017-03-05_11-01-26

 

 

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας

 

Αίθουσα συνεδριάσεων Eurogroup

Και άλλα παραμύθια της Χαλιμάς… | © European Union

03.03.2017, 23:15 | Ετικέτες:  ΔΝΤ, Eurogroup, ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση

Συντάκτης:

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας*

Το προ-σύμφωνο που συνομολόγησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο τελευταίο Eurogroup φορτώνει νέα μέτρα λιτότητας στις πλάτες του ελληνικού λαού.

Τα μέτρα αυτά θα τα πληρώσουν ξανά οι εργαζόμενοι μέσω νέων φοροεπιδρομών (με την μείωση του αφορολογήτου), της περαιτέρω απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων (αύξηση ποσοστού επιτρεπόμενων ομαδικών απολύσεων κλπ.) και κατακρεούργησης του ασφαλιστικού συστήματος (με ακόμη μικρότερες νέες συντάξεις και μείωση των «προσωπικών διαφορών» στις παλιές). Επίσης η δαμόκλειος σπάθη του «κόφτη» (δηλαδή των οριζόντιων μειώσεων στο δημόσιο τομέα) επεκτείνεται για όσα χρόνια υπάρχει ο φόβος εκτροχιασμού του Μνημονιακού προγράμματος (και συνεπώς εμφάνισης «χρηματοδοτικού κενού», δηλαδή αδυναμίας της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους ξένους δανειστές της).

Έτσι η επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων των «θεσμών» γίνεται με εξαιρετικά άγριες διαθέσεις.

Εμπρός σ’ αυτό το φιάσκο ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται στο μόνο που γνωρίζει, δηλαδή στην κατασκευή και προσπάθεια πώλησης παραμυθιών. Η καινούρια μυθοπλαστική ευρεσιτεχνία του λέγεται «δημοσιονομικά ουδέτερη» επίπτωση των νέων μέτρων λιτότητας. Πρόκειται βέβαια για μία χονδροειδή κακοποίηση όχι μόνο της οικονομικής ανάλυσης αλλά και της κοινής λογικής.

Δημοσιονομικά ουδέτερα χαρακτηρίζονται τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση (φόροι, δαπάνες κλπ.) που δεν επηρεάζουν την οικονομική συμπεριφορά των πολιτών  – ή στην πιο κεϋνσιανή παραλλαγή δεν επηρεάζουν την ζήτηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι τα νέα μέτρα λιτότητας που συνομολογεί με τους ξένους πάτρωνες δεν θα είναι μέτρα λιτότητας. Σύμφωνα με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο «εάν είναι ένα πακέτο 1 δισ. που θα είναι μέτρα που περιορίζουν τη ζήτηση, θα υπάρχει και 1 δισ. μέτρα θετικά, που θα επιστρέφουν στην οικονομία».

Τα νέα μέτρα που διαπραγματεύεται ο κ.Τσακαλώτος και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ξένους πάτρωνες αφορούν το «χρηματοδοτικό κενό» που προβλέπεται να εμφανίσει το Μνημονιακό πρόγραμμα από το 2018. Το «χρηματοδοτικό κενό» αυτό προκύπτει γιατί τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται για να συνεχίσει να εξυπηρετείται το ελληνικό χρέος εκτινάσσονται στο 3.5% και πρέπει να διατηρηθούν εκεί για αρκετά χρόνια (έναν πανθομολογουμένως εξωπραγματικό στόχο). Για να επιτευχθεί αυτός ο απίθανος στόχος και να διατηρηθεί η επίφαση βιωσιμότητας του Μνημονιακού προγράμματος απαιτούνται τα νέα πρόσθετα μέτρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη αποδεχθεί τον «κόφτη» (δηλαδή τα οριζόντια καθολικά μέτρα λιτότητας) μέχρι και το 2019. Τώρα στο τραπέζι είναι η επέκταση του και για μετά. Γνωρίζει καλά ότι μία ενεργοποίηση του «κόφτη» θα οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη και στην εκπαραθύρωση του από τους ζεστούς και πλουσιοπάροχους κυβερνητικούς θώκους. Γι’ αυτό αποδέχεται μεν τα πιο σκληρά μέτρα λιτότητας αλλά προσπαθεί να τα ετεροχρονίσει για την θητεία της επόμενης κυβέρνησης που γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα είναι δικό του.

Από την άλλη το ΔΝΤ πιέζει για νέα μέτρα λιτότητας της τάξης του 2% του ΑΕΠ από το 2019, πολλά από τα οποία όμως θα εφαρμοσθούν από το 2018 αν δεν πιαστεί τότε ο στόχος του 3.5%. Ο στόχος του είναι να πιέσει περαιτέρω την ΕΕ αυξάνοντας τα προβλήματα στην Ελλάδα και φλερτάροντας ακόμη και με τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης.

Το ευρω-ιερατείο δεν ενοχλείται άμεσα που το ΔΝΤ τον αναλαμβάνει τον ρόλο του «κακού» και πιέζει σε μεγαλύτερο ξεζούμισμα της άμοιρης χώρας μας. Κρατά όμως ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά το ύψος της πίεσης καθώς αν οι απαιτήσεις ανέβουν πάρα πολύ τότε τα αδιέξοδα του Μνημονιακού προγράμματος θα γίνουν ακόμη πιο εξόφθαλμα. Αυτό θα θέσει επί τάπητος το ζήτημα της διαγραφής χρέους (κάτι που η ΕΕ δεν θέλει ούτε να ακούσει) και την κοινωνική έκρηξη (η αποφυγή της οποίας είναι ο μοναδικός λόγος που αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση καθώς σ’ αυτό έχει προσφέρει ασυναγώνιστες υπηρεσίες).

Τέλος, συζητιούνται κάποια αντίμετρα που δεν θα κάνουν λιγότερο επώδυνες τις περικοπές αλλά που θα λειτουργήσουν αντικυκλικά. Γύρω από αυτά τα αντίμετρα στήνει ο ΣΥΡΙΖΑ το παραμυθάκι της δημοσιονομικής ουδετερότητας. Το ΔΝΤ, ιδιαίτερα μετά τον εξευτελισμό του στην κρίση της Αργεντινής, προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα του αλλά και να διορθώσει τα προγράμματα του. Έτσι προσπάθησε να αμβλύνει τον βαθιά υφεσιακό (προ-κυκλικό) χαρακτήρα των προγραμμάτων του εισάγοντας στοχευμένες παρεμβάσεις. Στο νέο πλαίσιο παραμένουν τα οριζόντια μέτρα λιτότητας, οι ιδιωτικοποιήσεις και η περιστολή του δημόσιου τομέα αλλά συνδυάζονται με διακριτικές πολιτικές για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και (δευτερευόντως και ως φύλλο συκής) για την ακραία φτώχεια. Βέβαια, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μελέτες, τα προγράμματα του ΔΝΤ παρέμειναν βαθύτατα υφεσιακά, δηλαδή δεν είναι δημοσιονομικά ουδέτερα. Αυτό γιατί τα μέτρα λιτότητας (σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων) και η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα (που είναι ο βασικότερος πάροχος απασχόλησης) οδηγούν σε βαθιά ύφεση. Τα αντίμετρα δεν κατορθώνουν να την αποτρέψουν καθώς ο ιδιωτικός τομέας δεν αναλαμβάνει τον κίνδυνο επενδύσεων εν μέσω βαθιάς ύφεσης και η συνολική κατανάλωση των πλουσίων στρωμάτων πάντα υπολείπεται της αντίστοιχης των φτωχότερων στρωμάτων. Αντίστοιχα, στο μέτωπο της φτώχειας τα αντίμετρα δεν μειώνουν την φτώχεια αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, αμβλύνουν τις οξύτερες εκδηλώσεις της.

Υπό αυτό το πρίσμα το ΔΝΤ, προτείνει αντίμετρα όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια καθώς και για την επιχειρηματική δραστηριότητα (λες και η ελληνική ολιγαρχία πλήρωνε ποτέ φόρους). Τα αντιμέτρα αυτά είναι, πρώτον, βαθύτατα ταξικά και, δεύτερον, σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάλι αντιπροτείνει την μείωση του ΕΝΦΙΑ για τους μικροϊδιοκτήτες και του ΦΠΑ σε φάρμακα και ηλεκτρισμό προσπαθώντας να διασώσει κάτι από την λαϊκή απήχηση του.

Η όλη διαπραγμάτευση είναι μία καρικατούρα ακόμη και των τυπικών προγραμμάτων του ΔΝΤ γιατί ο στόχος της είναι καθαρά εισπρακτικός. Ο στόχος του νέου πακέτου μέτρων είναι η άμεση άντληση φορολογικών εσόδων και η μείωση δαπανών. Μόνο έτσι μπορεί να καλυφθεί το «χρηματοδοτικό κενό». Εάν τα νέα μέτρα λιτότητας υπεραποδώσουν τότε μπορεί να επιστραφούν κάποια ψίχουλα στους «πτωχούς ιθαγενείς». Σε κάθε περίπτωση, τα αντιμέτρα είναι σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Δεν θα είχε νόημα και αλλιώς.

Συνεπώς οι κυβερνητικές δηλώσεις περί δημοσιονομικής ουδετερότητας είναι συνειδητά και άθλια παραμύθια.

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Το φιάσκο του Eurogroup και η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας»

 

 

Το φιάσκο του Eurogroup

και

η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας»

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

tsakalotos-xouliarakis_0

 

 

 

 

Σε άλλο ένα φιάσκο για την χώρα μας εξελίχθηκε το Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου 2017. Η ΕΕ προσπάθησε να πλησιάσει τις απαιτήσεις σκληρής λιτότητας του ΔΝΤ (που κοστίζουν σκληρά στον ελληνικό λαό) αλλά και να αποφύγει τις απαιτήσεις του για διαγραφή τμήματος του ελληνικού χρέους (που κοστίζουν στην ΕΕ). Η φαιδρή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πήγε με μοναδικό στρατηγικό στόχο την εξασφάλιση της ευμένειας των πατρώνων της ΕΕ έτσι ώστε να παρατείνει την παραμονή της στην εξουσία. Έτσι και οι δύο ανέκραξαν σε όλους τους τόνους ότι το Μνημονιακό πρόγραμμα δεν έχει εκτροχιασθεί ανεπανόρθωτα και δεν χρειάζεται δραματικές αλλαγές (είτε όσον αφορά την αναδιάρθρωση του χρέους είτε όσον αφορά το επίπεδο και την χρονική διάρκεια των πρωτογενών πλεονασμάτων που πρέπει να επιτύχει η Ελλάδα). Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ εγκατέλειψε πλήρως τις παλιές οιμωγές του περί αποτυχημένου Μνημονιακού προγράμματος, ανέφικτων πρωτογενών πλεονασμάτων και ανάγκης αναδιάρθρωσης του χρέους και οι δουλοπρεπέστατοι εκπρόσωποι του συμφώνησαν σε όλες τις απαιτήσεις του ευρω-ιερατείου. Το μόνο το οποίο ζητούν είναι να τους δοθούν λίγα φύλλα συκής και κάποιος πολιτικός χρόνος ώστε να περάσουν σταδιακά τα μέτρα στον ελληνικό λαό και να αποφύγουν μία κοινωνική έκρηξη που θα οδηγήσει στην εκπαραθύρωση τους από του κυβερνητικούς θώκους.

Το αποτέλεσμα ήταν το ευρω-ιερατείο να επιβάλλει ακόμη σκληρότερες εκδοχές των μέτρων λιτότητας ακριβώς για να προσπαθήσει να εξευμενίσει το ΔΝΤ με το επιχείρημα ότι με περισσότερη λιτότητα το Μνημονιακό πρόγραμμα «βγαίνει» χωρίς να απαιτείται αναδιάρθρωση του χρέους. Ο ΣΥΡΙΖΑ – έτοιμος από καιρό – εγκατέλειψε για άλλη μία φορά όλα τα φληναφήματα περί «κόκκινων γραμμών» (και τις Τσακαλώτειες απειλές περί παραίτησης του) και αποδέχθηκε τα πάντα.

Το «καθαρό αποτέλεσμα» – όπως αρέσκονται να τιτιβίζουν τελευταία τα παπαγαλάκια του ΣΥΡΙΖΑ – είναι ότι νέα και αυξημένα μέτρα λιτότητας έρχονται να επιβληθούν στις πλάτες του ελληνικού λαού. Τα μέτρα αυτά θα τα πληρώσουν ξανά οι εργαζόμενοι μέσω νέων φοροεπιδρομών (με την μείωση του αφορολογήτου), της περαιτέρω απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων (αύξηση ποσοστού επιτρεπόμενων ομαδικών απολύσεων κλπ.) και κατακρεούργησης του ασφαλιστικού συστήματος (με ακόμη μικρότερες νέες συντάξεις και μείωση των «προσωπικών διαφορών» στις παλιές). Και βέβαια η δαμόκλειος σπάθη του Βαρουφάκειου (για να μην ξεχνιόμαστε) «κόφτη» (δηλαδή των οριζόντιων μειώσεων στο δημόσιο τομέα) επεκτείνεται για όσα χρόνια υπάρχει ο φόβος εκτροχιασμού του Μνημονιακού προγράμματος (και συνεπώς εμφάνισης «χρηματοδοτικού κενού», δηλαδή αδυναμίας της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους ξένους δανειστές της).

Βέβαια ακόμη και αυτή η ενίσχυση της Μνημονιακής λιτότητας δεν αρκεί να πείσει το ΔΝΤ (βλέπε ΗΠΑ). Επίσης δεν αρκεί για να διευκολύνει την άθλια γραφειοκρατία του ΔΝΤ (την συμμορία Λαγκαρντ, Τόμσεν κ.α.) να δεσμεύσει το τελευταίο στο 3ο Μνημονιακό πρόγραμμα πριν πάρει την επίφοβη νέα «γραμμή» Τραμπ (που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα είναι πιο συγκρουσιακή έναντι της ΕΕ). Χαρακτηριστικό είναι το σκηνικό αμέσως μετά την συνάντηση Μέρκελ-Λαγκαρντ. Στην συνάντηση αυτή οι δύο αυτές συστημικές γκρανκάσες προσπάθησαν, για άλλη μία φορά, να βοηθήσουν η μία την άλλη για πολλούς λόγους (κάποιοι μεταξύ των οποίων, απ’ ότι διαρρέεται, είναι εντελώς ιδιοτελείς – βλέπε απειλή νέων ποινικών διώξεων για Λαγκαρντ). Γι’ αυτό της συνάντησης προηγήθηκαν και κυρίως ακολούθησαν μία σειρά ευρωπαϊκά δημοσιεύματα – κάποια από τα οποία προφανώς «στημένα» – περί «μυστικής συμφωνίας» των δύο με στόχο την χρηματοδοτική συμμετοχή του ΔΝΤ στο 3ο Μνημονιακό πρόγραμμα με αντάλλαγμα νέα μέτρα λιτότητας επάνω στην ελληνική πλάτη χωρίς όχι μόνο διαγραφή χρέους αλλά και με ετεροχρονισμό για μετά το 2018 (δηλαδή τις γερμανικές εκλογές) των αστείων μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Βέβαια, πριν αλέκτωρ φωνήσαι τρις, το ίδιο κιόλας απόγευμα βγήκε ο εκπρόσωπος τύπου του ΔΝΤ Τζ.Ράις και δήλωσε ότι το τελευταίο εμμένει πάντα στις θέσεις του.

Έτσι η επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων των «θεσμών» (άλλου ενός κακόγουστου Βαρουφάκειου νεολογισμού) γίνεται με εξαιρετικά άγριες διαθέσεις καθώς όποιος ενδεχόμενος βραχύβιος συμβιβασμός υπάρξει μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ θα πληρωθεί ακριβά από την χώρα μας.

Εμπρός σ’ αυτό το φιάσκο ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται στο μόνο που γνωρίζει, δηλαδή στην κατασκευή και προσπάθεια πώλησης παραμυθιών. Η καινούρια μυθοπλαστική ευρεσιτεχνία του λέγεται «δημοσιονομικά ουδέτερη» επίπτωση των νέων μέτρων λιτότητας. Πρόκειται βέβαια για μία χονδροειδή κακοποίηση όχι μόνο της οικονομικής ανάλυσης αλλά και της κοινής λογικής.

Δημοσιονομικά ουδέτερα χαρακτηρίζονται τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση (φόροι, δαπάνες κλπ.) που δεν επηρεάζουν την οικονομική συμπεριφορά των πολιτών  – ή στην πιο κεϋνσιανή παραλλαγή δεν επηρεάζουν την ζήτηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι τα νέα μέτρα λιτότητας που συνομολογεί με τους ξένους πάτρωνες δεν θα είναι μέτρα λιτότητας. Σύμφωνα με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο «εάν είναι ένα πακέτο 1 δισ. που θα είναι μέτρα που περιορίζουν τη ζήτηση, θα υπάρχει και 1 δισ. μέτρα θετικά, που θα επιστρέφουν στην οικονομία». Βέβαια δεν θα χαρακτήριζε κανείς τον Τσακαλώτο υπόδειγμα αναλυτικής και πόσο μάλλον λεκτικής – συνοχής. Όμως η παραπάνω δήλωση ξεπερνά τα όρια της χαζομάρας και περνά στο χώρο της απάτης.

Τα νέα μέτρα που διαπραγματεύεται ο κ.Τσακαλώτος και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ξένους πάτρωνες αφορούν το «χρηματοδοτικό κενό» που προβλέπεται να εμφανίσει το Μνημονιακό πρόγραμμα από το 2018. Να επισημανθεί ότι το ούτως ή άλλως εκτροχιασμένο και ανέφικτο αυτό πρόγραμμα λήγει το 2018 όσον αφορά το σκέλος των δανείων που δίνονται στην Ελλάδα για να αποφύγει την χρεωκοπία. Δεν λήγει όμως όσον αφορά τις υποχρεώσεις της χώρας προς τους ξένους πάτρωνες για την αποπληρωμή του ήδη διογκωμένου χρέους της. Το «χρηματοδοτικό κενό» αυτό προκύπτει γιατί τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται για να συνεχίσει να εξυπηρετείται το ελληνικό χρέος εκτινάσσονται στο 3.5% και πρέπει να διατηρηθούν εκεί για αρκετά χρόνια (έναν πανθομολογουμένως εξωπραγματικό στόχο). Για να επιτευχθεί αυτός ο απίθανος στόχος και να διατηρηθεί η επίφαση βιωσιμότητας του Μνημονιακού προγράμματος απαιτούνται τα νέα πρόσθετα μέτρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη αποδεχθεί τον «κόφτη» (δηλαδή τα οριζόντια καθολικά μέτρα λιτότητας) μέχρι και το 2019. Τώρα στο τραπέζι είναι η επέκταση του και για μετά. Γνωρίζει καλά ότι μία ενεργοποίηση του «κόφτη» θα οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη και στην εκπαραθύρωση του από τους ζεστούς και πλουσιοπάροχους κυβερνητικούς θώκους. Γι’ αυτό αποδέχεται μεν τα πιο σκληρά μέτρα λιτότητας αλλά προσπαθεί να τα ετεροχρονίσει για την θητεία της επόμενης κυβέρνησης που γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα είναι δική του.

Από την άλλη το ΔΝΤ πιέζει για νέα μέτρα λιτότητας της τάξης του 2% του ΑΕΠ από το 2019, πολλά από τα οποία όμως θα εφαρμοσθούν από το 2018 αν δεν πιαστεί τότε ο στόχος του 3.5%. Ο στόχος του είναι να πιέσει περαιτέρω την ΕΕ αυξάνοντας τα προβλήματα στην Ελλάδα και φλερτάροντας ακόμη και με τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης.

Το ευρω-ιερατείο δεν ενοχλείται άμεσα που το ΔΝΤ τον αναλαμβάνει τον ρόλο του «κακού» και πιέζει σε μεγαλύτερο ξεζούμισμα της άμοιρης χώρας μας. Κρατά όμως ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά το ύψος της πίεσης καθώς αν οι απαιτήσεις ανέβουν πάρα πολύ τότε τα αδιέξοδα του Μνημονιακού προγράμματος θα γίνουν ακόμη πιο εξόφθαλμα. Αυτό θα θέσει επί τάπητος το ζήτημα της διαγραφής χρέους (κάτι που η ΕΕ δεν θέλει ούτε να ακούσει) και την κοινωνική έκρηξη (η αποφυγή της οποίας είναι ο μοναδικός λόγος που αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση καθώς σ’ αυτό έχει προσφέρει ασυναγώνιστες υπηρεσίες).

Τα βήματα αυτού του ελεεινού παιχνιδιού πάνω στις πλάτες του ελληνικού λαού είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον, πρέπει τώρα – και όχι τον Ιούνιο που βγαίνουν οι τελικές εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ και της EUROSTAT – να εκτιμηθεί το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2016. Το τελευταίο, λόγω της φοροεπιδρομής, ξεπέρασε τον Μνημονιακό στόχο του 0.5% αλλά για το ύψος του υπάρχουν διαφωνίες. Άλλωστε όλοι αυτοί οι υπολογισμοί βασίζονται σε εκτιμήσεις οπότε μία μικρή αλλαγή υποθέσεων μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες αποκλίσεις εκτιμήσεων.

Δεύτερον, πρέπει να εκτιμηθεί ποιο τμήμα του πρωτογενούς αυτού πλεονάσματος είναι διατηρήσιμο (δηλαδή μπορούν να συνεχίσουν να το πληρώνουν τα «εγχώρια υποζύγια» και τα επόμενα χρόνια χωρίς να χρεωκοπήσουν) και ποιο συγκυριακό. Η εκτίμηση αυτή είναι κρίσιμη καθώς θα δείξει πόσο θα είναι το «χρηματοδοτικό κενό» για το 2017 και το 2018. Αυτά τα δύο χρόνια «καίνε» κυριολεκτικά τον ΣΥΡΙΖΑ – ενώ για μετά δεν πολυνοιάζεται – καθώς θα κρίνουν τον χρόνο παραμονής του στην κυβέρνηση.

Τρίτον, ανάλογα με τις εκτιμήσεις για το «χρηματοδοτικό κενό» – δηλαδή τον βαθμό αποτυχίας του Μνημονιακού προγράμματος – μπαίνουν στο τραπέζι τα νέα πρόσθετα μέτρα λιτότητας. Εδώ το ΔΝΤ ανοίγει τον χορό – με την ΕΕ να ακολουθεί – απαιτώντας μέτρα της τάξης του 2% του ΑΕΠ (ή 3.5 δις ευρώ περίπου). Τα μέτρα αυτά είναι οριζόντια και αφορούν περικοπές του αφορολόγητου εισοδήματος, απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, ακόμη μεγαλύτερη περικοπή όχι μόνο των νέων αλλά και των παλιών συντάξεων.

Τέλος, συζητιούνται κάποια αντίμετρα που δεν θα κάνουν λιγότερο επώδυνες τις περικοπές αλλά που θα λειτουργήσουν αντικυκλικά. Γύρω από αυτά τα αντίμετρα στήνει ο ΣΥΡΙΖΑ το παραμυθάκι της δημοσιονομικής ουδετερότητας. Το ΔΝΤ, ιδιαίτερα μετά τον εξευτελισμό του στην κρίση της Αργεντινής, προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα του αλλά και να διορθώσει τα προγράμματα του. Αυτό συνδέθηκε και με το πέρασμα από την νεοφιλελεύθερη «Συναίνεση της Ουάσιγκτον» στην σοσιαλφιλελεύθερη «μετά-Ουάσιγκτον Συναίνεση». Έτσι προσπάθησε να αμβλύνει τον βαθιά υφεσιακό (προ-κυκλικό) χαρακτήρα των προγραμμάτων του εισάγοντας στοχευμένες παρεμβάσεις. Στο νέο πλαίσιο παραμένουν τα οριζόντια μέτρα λιτότητας, οι ιδιωτικοποιήσεις και η περιστολή του δημόσιου τομέα αλλά συνδυάζονται με διακριτικές πολιτικές για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και (δευτερευόντως και ως φύλλο συκής) για την ακραία φτώχεια. Βέβαια, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μελέτες, τα προγράμματα του ΔΝΤ παρέμειναν βαθύτατα υφεσιακά, δηλαδή δεν είναι δημοσιονομικά ουδέτερα. Αυτό οφείλεται γιατί τα μέτρα λιτότητας (σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων) και η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα (που είναι ο βασικότερος πάροχος απασχόλησης) οδηγούν σε βαθιά ύφεση. Τα αντίμετρα δεν κατορθώνουν να την αποτρέψουν καθώς ο ιδιωτικός τομέας δεν αναλαμβάνει τον κίνδυνο επενδύσεων εν μέσω βαθιάς ύφεσης και η συνολική κατανάλωση των πλουσίων στρωμάτων πάντα υπολείπεται της αντίστοιχης των φτωχότερων στρωμάτων. Αντίστοιχα, στο μέτωπο της φτώχειας τα αντίμετρα δεν μειώνουν την φτώχεια αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, αμβλύνουν τις οξύτερες εκδηλώσεις της.

Υπό αυτό το πρίσμα το ΔΝΤ, και η ΕΕ ξοπίσω του, προτείνει αντιμέτρα όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια καθώς και για την επιχειρηματική δραστηριότητα (λες και η ελληνική ολιγαρχία πλήρωνε ποτέ φόρους). Τα αντιμέτρα αυτά είναι, πρώτον, βαθύτατα ταξικά και, δεύτερον, σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάλι αντιπροτείνει την μείωση του ΕΝΦΙΑ για τους μικροϊδιοκτήτες και του ΦΠΑ σε φάρμακα και ηλεκτρισμό προσπαθώντας να διασώσει κάτι από την λαϊκή απήχηση του.

Η όλη διαπραγμάτευση είναι μία καρικατούρα ακόμη και των τυπικών προγραμμάτων του ΔΝΤ. Ο στόχος του νέου πακέτου μέτρων είναι καθαρά εισπρακτικός, δηλαδή η άμεση άντληση φορολογικών εσόδων και η μείωση δαπανών. Μόνο έτσι μπορεί να καλυφθεί το «χρηματοδοτικό κενό». Η επίπτωση του στην ελληνική οικονομία είναι ένα δεκατεύον ζήτημα για τους ξένους πάτρωνες. Εάν τα νέα μέτρα λιτότητας υπεραποδώσουν τότε μπορεί – γιατί με τους ξένους πάτρωνες ποτέ κανείς δεν ξέρει – να επιτραπεί να επιστραφούν κάποια ψίχουλα στους «πτωχούς ιθαγενείς». Γι’ αυτό και, σε κάθε περίπτωση, τα αντίμετρα είναι σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Δεν θα είχε νόημα και αλλιώς. Πρωταρχικός στόχος του νέου πακέτου μέτρων και αντιμέτρων είναι να ξεζουμισθεί ο ελληνικός λαός έτσι ώστε να συνεχίσει να πληρώνει τους ξένους πάτρωνες του. Το «χρηματοδοτικό κενό» πρέπει να καλυφθεί με νέες αφαιμάξεις. Επειδή όμως είναι ορατός ο κίνδυνος ο αφαιμασόμενος να τα «τινάξει», προβλέπονται κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες – μερικές μπουκάλες αίματος – για την περίπτωση που χρειασθεί μία εσπευσμένη μετάγγιση για να κρατηθεί στη ζωή.

Τα παραπάνω είναι προφανή όχι μόνο γι’ αυτούς που έχουν στοιχειώδεις γνώσεις πολιτικής οικονομίας αλλά και για όσους διαθέτουν κοινή λογική. Εκτός και εάν οι εμβριθείς οικονομολόγοι κ.κ.Τσακαλώτος και Χουλιαράκης με κάποια άξια βραβείου Νόμπελ μελέτη τους αποδείξουν το αντίθετο. Λέτε;

 

————————————————————————

http://mignatiou.com/2017/03/to-fiasko-tou-eurogroup-ke-i-kivernitiki-evresitechnia-tis-dimosionomikis-oudeterotitas/

http://pandiera.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%86%ce%b9%ce%ac%cf%83%ce%ba%ce%bf-%cf%84%ce%bf%cf%85-eurogroup-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%ce%ba%cf%85%ce%b2%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b5%cf%85%cf%81%ce%b5/

https://eleutheriellada.wordpress.com/2017/03/04/%cf%84%ce%bf-%cf%86%ce%b9%ce%ac%cf%83%ce%ba%ce%bf-%cf%84%ce%bf%cf%85-eurogroup-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%ce%ba%cf%85%ce%b2%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b5%cf%85%cf%81%ce%b5/