Monthly Archives: Μαρτίου 2020

Γιατί ο τουρισμός (η δήθεν «βαριά (sic!) βιομηχανία της χώρας) είναι ένα σοβαρότατο διαρθρωτικό πρόβλημα (και όχι πλεονέκτημα) της ελληνικής οικονομίας

Γιατί ο τουρισμός (η δήθεν «βαριά (sic!) βιομηχανία της χώρας) είναι ένα σοβαρότατο διαρθρωτικό πρόβλημα (και όχι πλεονέκτημα) της ελληνικής οικονομίας

Μέσα στην διπλή (υγειονομική και οικονομική) κρίση, όλες οι επίσημες εκτιμήσεις εστιάζουν στις επιπτώσεις κυρίως στον τουρισμό.

Η έμφαση αυτή δεν είναι αδικαιολόγητη γιατί ο τουρισμός συνεισφέρει σημαντικά ιδιαίτερα στο ΑΕΠ του 2ου και του 3ου τριμήνου της ετήσιας δραστηριότητας της οικονομίας. Αν και η συμβολή αυτή είναι συνήθως εξωφρενικά υπερεκτιμημένη, με εκτιμήσεις που στη βάση παραμυθένιων υποθέσεων ανεβάζουν την συμβολή του τουριστικού τομέα ακόμη και πάνω από 20% του ΑΕΠ. Αυτό διευκολύνεται από το γεγονός ότι ο τουρισμός δεν μετράται σαν αυτοτελής κλάδος στο στατιστικό σύστημα που χρησιμοποιείται. Αντιθέτως, μία πιο ρεαλιστική εκτίμηση υπολογίζει την συμβολή του τουρισμού περίπου στο 11% του ΑΕΠ. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι καθόλου αμελητέα. Και επειδή ο τουρισμός είναι ένας από τους κλάδους που ήδη πλήττονται, πράγματι η επίπτωση του στην ύφεση της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να είναι σημαντική.

Όμως, η έμφαση στον τουρισμό είναι και εκ του πονηρού. Είναι γνωστό στους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ (της εξουσίας)» ότι το lobby των ξενοδόχων είναι μία από τις πιο ισχυρές μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου. Και ότι παραδοσιακά ξεκοκαλίζει τις παροχές όλων των (κατ’ επίφαση) αναπτυξιακών νόμων σε βάρος άλλων κλάδων της οικονομίας. Είναι επίσης γνωστό ότι το ξεκοκάλισμα αυτό γίνεται με εκτεταμένη παραβίαση (που συγκαλύπτεται διαχρονικά από όλες τις αστικές κυβερνήσεις) των απαιτήσεων των αναπτυξιακών νόμων όσον αφορά την απασχόληση, καθώς δεν έχει την συμβολή στην απασχόληση που απαιτείται τόσο ποσοτικά όσο και κυρίως ποιοτικά (εποχική και «μαύρη» εργασία, κακές εργασιακές και μισθολογικές συνθήκες κλπ.). Είτε σε καλούς είτε σε κακούς καιρούς, το ξενοδοχειακό lobby – πότε κλαίγοντας για καταστροφή και πότε κορδακιζόμενο ως η «βαριά βιομηχανία» της χώρας – δεν αφήνει επιδότηση για επιδότηση που να μην αρπάξει. Στρατιές καλά πληρωμένων ΜΜΕ και πολιτικών υποστηρίζουν χρόνια τώρα αυτό τον τραγέλαφο και φυσικά κατακεραυνώνουν όποιον τολμήσει έστω και να ψελλίσει κάποια κριτική.

Όμως πίσω από όλα αυτά κρύβεται μία σοβαρότατη και διαχρονική διαρθρωτική στρέβλωση της ελληνικής οικονομίας. Το κακόγουστο εφεύρημα περί «βαριάς βιομηχανίας είναι, κατ’ αρχήν φαιδρό γιατί ο τουρισμός ούτε βαριά ούτε βιομηχανία είναι. Επίσης, είναι προσβλητικό για μία χώρα που το ελληνικό κεφάλαιο (λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών χαρακτηριστικών του) ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά για να αποκτήσει βαριά βιομηχανία και που επίσης τα όποια ψήγματα της υπήρχαν τα θυσίασε στην αποβιομηχάνιση που προκάλεσε η ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση (και κυρίως στην Κοινή Αγορά της). Συνοπτικά, η απομύζηση παραγωγικών πόρων από τον τουριστικό κλάδο τους αφαίρεσε από άλλους – μακροπρόθεσμα και στρατηγικά – κρισιμότερους κλάδους και οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μία ακόμη πιο στρεβλή δομή.

Επιπλέον όμως, αυτή η υπερανάπτυξη του τουρισμού έχει ήδη αρχίσει να κοστίζει στην χώρα και στον λαό της. Κατ’ αρχήν, για την μέση ελληνική οικογένεια – ιδιαίτερα στην εποχή των μνημονίων – ο τουρισμός έχει γίνει ένα είδος πολυτελείας. Δεύτερον, η πολιτική του «να είμαστε τα γκαρσόνια της Ευρώπης» δημιουργεί ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές παρενέργειες. Τρίτον, το μοντέλο του μαζικού τουρισμού – που το ελληνικό κεφάλαιο έχει κουτοπόνηρα εφαρμόσει – προκαλεί ήδη καταστροφικά αποτελέσματα σε μία σειρά περιοχές της χώρας. Η περίπτωση της Σαντορίνης πλέον είναι παρόμοια με αυτή της Βενετίας και της Βαρκελώνης (προβλήματα στην ενέργεια, την ύδρευση, την συλλογή σκουπιδιών κλπ.).

Το ακόλουθο άρθρο πολύ εύστοχα εντοπίζει τις περισσότερες από τις πλευρές αυτές και γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί. Είναι ενδιαφέρον μάλιστα το ότι εμφανίσθηκε σε ένα ιστολόγιο με γνωστό προσανατολισμό που δεν θα περίμενε κανείς να το δημοσιεύει. Βέβαια η ανάλυση του προφανώς δεν είναι από την σκοπιά του κόσμου της εργασίας. Υπάρχουν όμως σημεία που η πολιτική και προγραμματική προβληματική της Αριστεράς οφείλει να τα δει.

https://www.bankingnews.gr/index.php?id=491251

 

Το πικρό μάθημα από το «κραχ» στον ελληνικό τουρισμό και τα λάθη του παρελθόντος

Δευτέρα 30/03/2020 – 23:59

 

Τα ενοικιαζόμενα, οι ξαπλώστρες και τα… «ρεκόρ αφίξεων» δεν μπορεί να αποτελούν «βαριά βιομηχανία» μιας ανεπτυγμένης χώρας…

 

Ενας από τους τους κεντρικούς στόχους της μνημονιακής «προσαρμογής» ήταν η μετατροπή της Ελλάδας σε ένα είδος πάμφθηνης τουριστικής αποικίας για τους Βορειοευρωπαίους, μεσαίου και χαμηλότερου εισοδήματος.

Το Βερολίνο έψαχνε εναγωνίως έναν ιδανικό μεσογειακό προορισμό για τους Γερμανούς συνταξιούχους που προτιμούν να πλένουν τα πόδια τους σε γαλάζια, αλλά «ασφαλή» νερά.

Κι αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από μια οικονομικά καθημαγμένη Ελλάδα με νεόπτωχους ιθαγενείς που θα επωμίζονταν πρόθυμα, μες στην απόγνωση τους, τον ρόλο του κακοπληρωμένου σερβιτόρου.

Ο τουρισμός ήταν ένας κλάδος που προσαρμόστηκε απότομα στην λογική της «ανταγωνιστικότητας» με την κάθετη μείωση του εργατικού κόστους και τους μισθούς των 500 ευρώ.

Από το 2010 έως σήμερα ο αριθμός Γερμανών τουριστών διπλασιάστηκε ξεπερνώντας πλέον τα 4 εκατομμύρια.

Σύμφωνα με μία μελέτη της PWC οι Γερμανοί αποτελούν με 14% μακράν την μεγαλύτερη ομάδα επισκεπτών στην Ελλάδα, ακολουθούμενοι από τους Βρετανούς τους Ιταλούς και τους Γάλλους.

 

Το στρεβλό μοντέλο μαζικού τουρισμού

Η αυξητική αυτή τάση που καταγράφεται μέσα σε μια δεκαετία ( με το 2019 έτος ρεκόρ από πλευράς αφίξεων αλλά και εσόδων) απεικονίζει και το απολύτως στρεβλό μοντέλο που ακολούθησε ο ελληνικός τουρισμός στην διάρκεια της κρίσης: Διαδοχικά «ρεκόρ αφίξεων» για τα οποία καμάρωναν οι εκάστοτε υπουργοί τουρισμού, αλλά και δραματική μείωση στην κατά κεφαλήν δαπάνη των ξένων επισκεπτών που σε απλά ελληνικά σημαίνει: «πληθαίνουν τα κεφάλια, πέφτει η ποιότητα»…

Ακόμη και αν συμβάδιζε σε πλήρη αρμονία η καμπύλη των αφίξεων με αυτή των τουριστικών εσόδων η προσέλκυση μαζικού τουρισμού αποτελεί μοντέλο με ημερομηνία λήξεως.

Τα «ρεκόρ αφίξεων» δεν εξασφαλίζουν ούτε ευημερία ούτε ανάπτυξη. Αντίθετα δημιουργούν συνθήκες κορεσμού και συχνά οδηγούν σε κανιβαλικές καταστάσεις που υπονομεύουν το επίπεδο διαβίωσης του ντόπιου πληθυσμού.

Το έζησε πρόσφατα η Βενετία, το έζησε η Βαρκελώνη, το έζησε η Ρόδος με το πρόβλημα των απορριμμάτων το έζησε και η Σαντορίνη που κλήθηκε να εξυπηρετήσει 85 χιλιάδες τουρίστες ημερησίως μέχρι ο δήμαρχος της να φωνάξει: «Στόπ! Δεν αντέχουμε άλλους τουρίστες»(ζητώντας επισήμως από την πολιτεία το πάγωμα οικοδομικών αδειών για τουριστικά καταλύματα).

 

Τσιφούτηδες οι Γερμανοί τουρίστες…

Το πρόσθετο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι ειδικά στην περίοδο της κρίσης, παρότι ο τουρισμός στήριξε σημαντικά το ΑΕΠ, η «έκρηξη των αφίξεων» δεν συνοδεύτηκε από έκρηξη τουριστικών εσόδων. Παρότι, όπως προαναφέραμε, από το 2010 ο αριθμός των αφίξεων υπερδιπλασιάστηκε ξεπερνώντας τα 31 εκατομμύρια, η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη γκρεμίστηκε από τα 740 ευρώ στα 530 ευρώ την ίδια στιγμή που στην Ισπανία αυξάνεται έστω και οριακά, ξεπερνώντας τα 1100 ευρώ και στην «δική» μας Κύπρο τα 850 ευρώ.

Η αναντιστοιχία αυτή δεν είναι τυχαία. Η Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης φτήνυνε, ενώ άλλα κράτη κράτησαν ψηλά μισθούς και κόστη υπηρεσιών.

Βάσει και της επιθυμίας των δανειστών η χώρα μας έγινε προσιτή σε χαμηλότερα εισοδήματα ακόμη για  χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ(η Ρουμανία είναι σταθερά στην πρώτη οκτάδα των χωρών προέλευσης).

Την συγκριτική μείωση των εσόδων επέτεινε η έκρηξη στις (μη δηλωμένες) ενοικιάσεις παραθεριστικών κατοικιών μέσω της πλατφόρμας “Airbnb”, οι μισθώσεις φτηνών ιστιοπλοικών και η μαζική επανεμφάνιση τροχόσπιτων, οι κάτοχοι των οποίων αφήνουν ελάχιστα χρήματα στις τοπικές κοινωνίες.

Το εντυπωσιακότερο όλων είναι όμως η κατά κεφαλή τουριστική δαπάνη ανά εθνικότητα που διαψεύδει στερεότυπα και ευρέως διαδεδομένους μύθους.

Το 2014, χρονιά αιχμής της κρίσης με την Ελλάδα ακόμη σε μνημονιακή επιτήρηση, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΣΕΤΕ που επικαλείται η έρευνα της PWC, οι Αμερικανοί τουρίστες αποδείχτηκαν οι πιο…χουβαρντάδες με μέση ημερήσια δαπάνη 89 ευρώ, ακολουθούμενοι κατά πόδας από τους Αυστραλούς και τους Ελβετούς με 87 ευρώ.

Οι Γερμανοί-οποία έκπληξις(!)- βρίσκονται ασθμαίνοντες στην…13η θέση με μόλις 65 ευρώ, την ώρα που ο…μέσος Αλβανός τουρίστας ξοδεύει 57!

Ας πάμε όμως και στα νεότερα στοιχεία του 2019 που ήταν μακράν η καλύτερη χρονιά του ελληνικού τουρισμού.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, πρώτοι στην κατά κεφαλήν δαπάνη έρχονται και πάλι οι Αμερικανοί τουρίστες με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. 1.179.000 Αμερικανοί επισκέπτες ξόδεψαν 1,09 δις ευρώ. Δηλαδή περί τα 926 ευρώ ανά κεφαλή δαπάνη σε αντίθεση με τα μόλις 734 ευρώ των Γερμανών και τα 744 ευρώ που αντιστοιχούν στους 583 χιλιάδες Ρώσους τουρίστες.

Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι Γερμανοί που επιλέγουν τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα είναι χαμηλότερης εισοδηματικής στάθμης από τον μέσο όρο Γερμανού εργαζόμενου, π.χ. ανειδίκευτοι εργάτες, φοιτητές, χαμηλοσυνταξιούχοι κλπ. Και αυτό είναι μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.

Ακόμη και για τους Αμερικάνους μία μέση δαπάνη κάτω από 1000 ευρώ είναι απογοητευτική όταν τα αντίστοιχα νούμερα σε Ισπανία και Ιταλία είναι πολύ μεγαλύτερα. Κι αυτό μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα: Είτε ότι η Ελλάδα…παρά έγινε φτηνή για τους ξένους στα χρόνια της κρίσης, είτε ότι το μοντέλο μαζικού παραθερισμού με τα all inclusive και τα βραχιολάκια δημιουργεί μεν πληρότητες στις (υπερδανεισμένες) ξενοδοχειακές μονάδες, αλλά τα έσοδα νέμονται με θηριώδεις προμήθειες μέσω προ-κρατήσεων ξένοι πράκτορες και ταξιδιωτικά γραφεία όπως η (παραπαίουσα σήμερα) γερμανικών συμφερόντων «TUI» και ο…μακαρίτης πλέον, «Τhomas Cook».

 

 

Το μεγάλο κράχ λόγω κορωνοιού

Αποτελεί ίσως τραγική ειρωνεία ότι το 2020 ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς για τον ελληνικό τουρισμό. Τα πρώτα ανεπίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος μαρτυρούν ότι ο Ιανουάριος κινήθηκε εξαιρετικά εμφανίζοντας αύξηση κατά 24% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 287 εκατ. Ευρώ έναντι 230 εκατ. τον αντίστοιχο μήνα του 2019. Και μετά…ήρθε ο κορωνοιός.

Το ακριβές μέγεθος της ζημιάς που θα υποστεί φέτος ο ελληνικός τουρισμός είναι αδύνατον να υπολογισθεί, αλλά το μόνο βέβαιο είναι ότι μιλάμε για εικόνα γενικευμένης κατάρρευσης, αν λάβουμε μάλιστα υπόψιν ότι ο κλάδος παρουσιάζει υψηλό ποσοστό «κόκκινων δανείων», που με βάση τα πρόσφατα στοιχεία της ΤτΕ φτάνει στο 27,7%.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι προβλέψεις αναθεωρούνται επί τα χείρω διαρκώς και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού(UNWTO), που  στην αφετηρία της κρίσης ανέμενε μείωση κατά 1-3%, γρήγορα αναθεώρησε τις απόψεις του μιλώντας για μείωση τουριστικών αφίξεων από 20-30% το 2020 και συνακόλουθη απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, αλλά και μισού τρις ευρώ παγκοσμίως.

Οι προβλέψεις αυτές είναι εξαιρετικά συντηρητικές.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Τουρισμού(WTTC)μιλάει για τρύπα 2,1 τρις δολαρίων στον ταξιδιωτικό-τουριστικό κλάδο και απώλεια 75 εκατ.  Θέσεων εργασίας ανά την υφήλιο.

Στην Ελλάδα η κατάσταση προιδεάζει για ένα άνευ προηγουμένου κράχ. Το δραματικό σκηνικό αποτυπώνεται σε έρευνα του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων που δόθηκε στην δημοσιότητα στις 17 Μαρτίου και μεταξύ άλλων κατέγραφε απώλειες 522 εκατομμυρίων ευρώ στα ξενοδοχεία από ακυρώσεις δωματίων και συνεδρίων, προβλέποντας πτώση του τζίρου πάνω από 50% για το 2020. Επιπλέον με μία εξόχως συντηρητική εκτίμηση προβλέπεται η απώλεια περισσότερων από 38 χιλιάδες θέσεις εργασίας σε σύνολο 450 χιλιάδων(στην πραγματικότητα θα χαθούν τουλάχιστον οι μισές)

Η έρευνα που έγινε για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος προβλέπει πτώση στον ρυθμό μελλοντικών κρατήσεων κατά 72% στο 92% των ξενοδοχείων δωδεκάμηνης λειτουργίας και κατά 58% στα ξενοδοχεία εποχικής λειτουργίας. Όμως ήδη οι προβλέψεις αυτές έχουν ξεπεραστεί από τα γεγονότα.

Αν η καραντίνα κρατήσει και τον Μάιο που είναι το πιθανότερο, το επικρατέστερο(και εφιαλτικό)σενάριο για τα εποχικά καταλύματα είναι να μην ανοίξουν καθόλου αυτή τη σεζόν. Το καλοκαίρι δηλαδή να μην φτάσει ποτέ για τον ελληνικό τουρισμό…

Αναλογιστείτε απλά ότι ο τουρισμός στα χρόνια της κρίσης συνεισέφερε άμεσα και έμμεσα το 25% του ΑΕΠ και θα αντιληφθείτε εύκολα αυτό τι μπορεί να σημαίνει για την γενικότερη πορεία της ελληνικής οικονομίας…

 

«Βαριά βιομηχανία» ευάλωτη και χωρίς εφεδρείες…

Κάποιος από τους τεμπέληδες πολιτικούς μας ανακάλυψε κάποια στιγμή ότι «ο μαζικός τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας» και την φράση αυτή αναμασούν αβασάνιστα οι ανέμπνευστοι Μαυρογιαλούροι της μεταπολίτευσης.

Μεγαλύτερη ομολογία συλλογικής παραίτησης δεν υπάρχει. Είναι σαν να λες ότι σε βοήθησε ο Θεός να γεννηθείς στο πιο ευλογημένο «οικόπεδο» του πλανήτη, αλλά είσαι παντελώς ανίκανος να το αξιοποιήσεις με παραγωγικούς τρόπους, γι αυτό το παραχωρείς στο γείτονα για να παρκάρει το τροχόσπιτο, να λιάζεται, να κολυμπάει και να σου δίνει λίγο χαρτζιλίκι.

Μόνο που αν για κάποιο λόγο ο γείτονας αρρωστήσει, αλλάξει γνώμη, θελήσει άλλου είδους παροχές εκτός από τον ήλιο, τη θάλασσα και τις τσάμπα μπύρες, μένεις με το οικόπεδο αμανάτι, γεμάτο σκουπίδια από τις προηγούμενες χρήσεις.

Επιμύθιον: Την περίοδο της κρίσης, οι Ελληνες στράφηκαν όλο και περισσότερο σε υπηρεσίες «υποδοχής και φιλοξενίας» οι οποίες δεν μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό κορμό μιας παραγωγικής μηχανής που θα ξεκολλήσει τη χώρα από το τέλμα, θα οδηγήσει σε αυτόνομη ανάπτυξη και θα συγκρατήσει την διαρροή εγκεφάλων στο εξωτερικό. Επιπλέον ο κλάδος του τουρισμού και της φιλοξενίας, υπόκειται σε πολλούς αστάθμητους εξωτερικούς παράγοντες που μπορεί να αφορούν γεωπολιτική αστάθεια(ταξιδιωτική οδηγία), φυσικές καταστροφές ή και μια πανδημία όπως συμβαίνει σήμερα.

Επομένως η εξάρτηση μιας οικονομίας, σε τέτοιο βαθμό, από τους ξένους επισκέπτες αποτελεί αχίλλειο πτέρνα και όχι συγκριτικό πλεονέκτημα.

Ασφαλώς και ο τουρισμός αποτελεί σημαντική εισοδηματική πηγή στο ελληνικό ΑΕΠ. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε έναν τόπο που διαθέτει τόσες φυσικές ομορφιές και τέτοια πολιτισμική κληρονομιά. Αλλά οι ξαπλώστρες και τα ενοικιαζόμενα δεν μπορούν να αποτελούν «βαριά βιομηχανία» μιας ανεπτυγμένης χώρας.

Οφείλουμε να προστατεύσουμε και να αναβαθμίσουμε τον τουρισμό μας. Να φύγουμε επιτέλους από το αξίωμα της «μαζικότητας» και να επιδιώξουμε εξειδίκευση σε ποιοτικότερες μορφές αναψυχής. Με απαραίτητη προυπόθεση πάντα τον σεβασμό στην αισθητική του τοπίου και την ιστορία της πατρίδας μας. Η κρίση προσφέρει ασφαλώς ευκαιρία για ένα restart.

Όμως δεν μπορεί ο τουρισμός, όπως άλλωστε και η οικοδομή στο πρόσφατο παρελθόν, να αποτελεί παραγωγικό μονόδρομο ενός έθνους που αναμφισβήτητα, εκτός από το οικόπεδο, διαθέτει πρωτογενή χαρίσματα και έμφυτες ικανότητες.

Γιατί αν μείνουμε μόνο στις υπηρεσίες φιλοξενίας η οικονομία της χώρας θα είναι μονίμως ευάλωτη σε έκτακτες περιστάσεις όπως αυτές που ζούμε…

 

 

‘The coronavirus pandemic and the health and economic crisis’ by Stavros D. Mavroudeas

The coronavirus pandemic and the health and economic crisis

Stavros D. Mavroudeas

Professor of Political Economy

Panteion University

Department of Social Policy

e-mail: s.mavroudeas@panteion.gr

blog: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

facebook: https://www.facebook.com/stavros.mavroudeas

twitter: @ StavMavroudeas

 

Athens, 25/3/2020

 

A double crisis: health and economic

Today, humanity is in the throes of a coronavirus pandemic resulting in a huge health crisis. At the same time, however, the global economy is entering a recessionary path that is now characterized as economic crisis from almost all sides. So, it is justified to talk about a double crisis, both health and economic. Obviously, the former has immediate priority as it involves massive loss of human lives. But in addition to its direct impact on human lives, it also has major economic implications. These economic implications have important consequences for social well-being, and this also have indirect – though not directly fatal – health effects.

A first question is how the health and economic crisis are linked. They are obviously intertwined; but are they identical or not? And more specifically, is the health crisis the cause or just the excuse of the economic crisis?

A second crucial issue concerns who pays the cost of this double crisis. It is also obvious that because today’s societies are made up of social classes with mainly conflicting interests, the economic costs of health and economic choices are a field of struggle between these classes. It is also to be expected, if one puts aside the hypocritical non-social analyses of Orthodox economics, that the ruling capitalist class seeks to pass at least the greater part of the burden of this double crisis on the backs of the vast working majority of society. Only in this way will not its profitability – that is the essential reason for the functioning of the capitalist system – be undermined.

The third crucial question is what should be the position of the Left and the labor movement towards this double crisis and its aftermath.

The final numbers of the day are displayed above the floor of the New York Stock Exchange (NYSE) stands empty as the building prepares to close indefinitely due to the coronavirus disease (COVID-19) outbreak in New York, U.S., March 20, 2020. REUTERS/Lucas Jackson

The pandemic is not the cause but the trigger of the economic crisis

Nowadays the global stock markets are collapsing and the real economy is already returning to recession despite the frantic efforts of most governments to support them. Already, the first signs point to a decline in production and an increase in unemployment.

Today’s Orthodox economics (i.e. the New Macroeconomic Consensus [1] ) argues that this return to recession (and possibly to the crisis, e.g. El Erian (2020)) is caused by the exogenous event of the coronavirus pandemic. Indicatively, all major international economic organizations projected for 2020 steady if not increasing growth (e.g. the IMF’s January forecast saw the world economy grow from 2.9% in 2019 to 3.3% in 2020). With the outbreak of the pandemic all these forecasts are being revised downwards and negative growth rates are now predicted. As aforementioned, for Orthodox economists this forthcoming recession (or even crisis) does not arise from the organic problems of capitalist economies but from the exogenous factor of the pandemic. After all, the attribution of crises to external factors is the basic way Orthodox economics are interpreting economic crises.

But more careful analyses, such as those of Marxist Political Economy, point out that today’s pandemic is basically the straw that broke the camel’s back: it provoked the eruption of the pre-existing problems of capitalist accumulation. In a nutshell, the 2008 crisis was caused by the declining capitalist profitability and the consequent over-accumulation of capital, i.e. the accumulation of excess capital that could not be sufficiently profitably invested (Carchedi & Roberts (2018)). The crisis had been preceded by a period of economic euphoria that relied heavily on the operation of fictitious capital [2] . The capitalist system has attempted to overcome this crisis by abandoning the neoliberal dogma that the market is self-equilibrating and by resorting to state interventionism. The latter has been manifested through both loose monetary policy (i.e. lowering interest rates and increasing money supply) and expansive fiscal policy (i.e. increasing public spending and investment). The second was sharply curtailed after the crisis was over and fiscal austerity returned as budget deficits (in order to support capitalist profitability) had soared. Loose monetary policy has continued to this day and has exhausted its potential. Thus, after the practical zeroing of interest rates, the unorthodox monetary policies (quantitative easing, etc.) began and when they were exhausted, the negative interest rates were adopted. The result was a completely paradoxical situation where debt (public and private) was rising while stock markets were constantly rising (i.e. expectations for better future economic returns or, in Marxist terms, for increased extraction of surplus-value and hence profits). However, the real economy showed that it was unable to fulfill this bet. Typically, the industrial sector – that is the heart of productive activities – was already in recession long before the pandemic broke out.

The pandemic was the reason for the explosive emergence of all these pre-existing problems. The reasons are obvious. The massive and uncontrolled loss of human lives reduces the workforce and has a negative impact on both production and consumption. In addition, measures to tackle the pandemic have serious economic implications. Particularly the so-called ‘social distancing’, traffic prohibitions and the consequent stoppage or the operation significantly below capacity of much of the economy have obvious negative consequences.

The political economy of the coronation: smoothing out what curve?

For the capitalist system there is a contradictory relationship between the health measures needed to deal with the health crisis and their economic impact; especially in times of economic instability. This has been explicitly recognized by many Orthodox analysts. Characteristically, both the Economist (2020) and El Erian (2020) point out that measures to tackle the pandemic have a high economic cost that aggravates the recession. The interpretation is obvious. In the event of an epidemic it is necessary to limit or even completely shut down many economic processes, which results in a reduction in the product produced.

There is a typical dispute among Orthodox economists as to whether the prolonged halt of many economic activities has an impact on the economy through supply or demand. Marxist political economics overcomes this misleading dilemma that resembles that of the Columbus’ egg. Extended halt in economic activity leads to a reduction in the profitability of capitalist enterprises as fewer products are produced. This decline is further exacerbated because consumption decreases as disposable income shrinks and consequently even declining production does not find sufficient buyers. In addition, these problems of the real economy have multiple negative effects on both the financial system and public finances [3] .

Gurinchas (2020) delineated this contrasting relation very accurately: ‘the normalization of the contamination curve inevitably leads to the deterioration of the macroeconomic recession curve’.

Baldwin & Weder di Mauro (2020) combined Gurinchas’ two curves in the following single diagram:

 

The horizontal axis measures the time since the occurrence of the first case of coronavirus infection. The vertical axis measures the number of infections in its positive segment and the severity of the economic recession in its negative segment. The upper part of the diagram shows that if no containment policies are applied then the incidences will be more but also the retreat of the epidemic will be faster. By contrast, containment policies lead to far fewer cases of infection but at the same time prolong the duration of the epidemic. At the core of this case is the notion of ‘herd immunity’ [4] . Of course, both Gourinchas and & Baldwin Weder di Mauro argue that the choice of implementing containment policies is obligatory as otherwise the cost of human lives would be exorbitant. The lower part of the diagram is drawn on the basis of the assumption that containment policies intensify the economic recession while their absence makes it milder.

There are a number of problems with the above analysis, which are characteristic of the one-sided and deeply socially conservative conception of Orthodox Economics.

First, there is no certainty that the economic downturn would be milder without containment policies. Mass infections – and in addition deaths – have a serious impact on both the available workforce and its ability to perform productive work. Keeping businesses open amid a pandemic with the apparent increase in both sick and dying will not leave the rest of the workforce unaffected. On the contrary, it is more likely to lead to avoidance on the one hand and intense trade unionist actions on the other hand., with the worst-case scenario likely to result: an aggravation of the epidemic and at the same time a halt of the economy.

Second, this analysis ignores the political and economic dimension of the problem, and in particular the fact that different socio-economic systems have different capacities to deal with such epidemics. This has a direct impact on the obvious inability of the private health sector (compared to the public health sector) to cope with the crisis.

A capitalist economy can stand a smaller period of stoppage of the economy comparing to a socialist economy or even state capitalism. As D.Trump put it for the US economy, ‘it is not built to be shut down’. The fundamental reason is that capitalist enterprises operate for profit; or else they have no reason to exist. Consequently, they cannot operate at a cost of production level and moreover with losses. Unless someone else subsidises them to keep operating, they are going to close. On the contrary, a socialist economy can survive without achieving surplus (profits) by simply covering production costs. For the same reasons it can survive longer even with economic losses. Also, the socialist state can bear much greater burdens than its counterpart in capitalism as the former has much greater economic size and power. The case of state capitalism is intermediate. In this case, the capitalist state bears some of the burden of private capitalist enterprises and therefore essentially subsidises their survival under conditions of economic duress. Consequently, in the socialist case the distance between the two curves (economic recession with or without containment policies) is shorter. The case of state capitalism is in between the two above.

From the previous point follows that socio-economic systems based on a public health sector are better able to cope with the epidemic problem. By analogy, capitalist economies that have a large and efficient public health system face the problem better than those that have a weak public health system and rely mainly on the private health sector (e.g. the US).

Economic costs and health policy: suppressing or mitigating the pandemic?

The aforementioned Orthodox analysis sets out the general framework within which health policies to deal with the coronavirus epidemic are discussed. The context of the discussion is very clear from the recent study of the Imperial College (2020) epidemiological research team. This study identifies two alternative health policies.

The first policy is called suppression and aims to halt the epidemic in its tracks with drastic measures. Its main tools are the extensive stoppages of economic, social and political activities (e.g. closing businesses and services other than those strictly necessary, prohibition of movement).

The second policy is called mitigation and aims to make the epidemic milder. Its core tools are targeted stopping of specific activities rather than generalized prohibitions. To a large extent, this second policy is combined with the ‘herd immunity’ hypothesis.

But the Imperial College study, despite its support for the first policy, points out that the epidemic may initially be suppressed but, if no medication and/or vaccine has been found, it may return when the containment policies are lifted. This means that the country should re-apply containment policies. This creates a vicious cycle of imposing and removing containment policies.

So far different countries adopted different health policies. China, which first responded to the epidemic, quickly implemented a draconian suppression policy. Most Western countries initially underestimated the problem – despite China’s precedent – and followed mitigation policies. However, Italy’s tragedy soon obliged most European countries to change course and adopt the suppression policy. Only the Anglo-Saxon countries (USA, UK) continued for a longer period the path of mitigation policies. However, recently the UK was also obliged to change direction. And the US seems to be dragging its feet along the same path.

But second thoughts always remain. Characteristically, the Economist (2020) argues that ‘the policy of mitigation costs many human lives while the policy of supression may be economically unsustainable’. Indeed, the Economist (2020), in the Briefing section, puts it even more emphatically: ‘supression strategies can work for a while’. This is how it prepares for the alternative: it may now be politically impossible for governments to follow mitigation policies and remove restrictions on economic activity. But if the economy risks collapse then there will be no other choice than dropping suppression and adopting mitigation policies.

Thus, on the basis of this argument, it concludes that unless a cure for the coronavirus epidemic is found soon, there will necessarily be a shift towards mitigation.

There is a minor but not insignificant dimension to the above-mentioned discussions. This concerns the ability of the health system to manage the epidemic with either a suppression or a mitigation policy. Gourinchas (2020) describes it accurately in the following diagram.

The ability to effectively implement either of the two above-mentioned health policies depends on the ‘capacity’ of the health system (i.e., practically, the number of ICUs and nursing staff). Also, another important parameter is the degree of protection of the medical staff (i.e. its proportion that gets infected during the epidemic and is practically out of combat). It is obvious from the above but it has also be proven in the current epidemic that countries with stronger and larger public health systems are better off than countries with weak privatized health systems [5] . Interestingly, this public-private dimension is almost completely absent from today’s Orthodox economic debates.

Economic and Health Policy: The End of Neoliberalism and Continuing Neo-Conservatism by Other Means

The current coordination of the economic and health crisis leads to some crucial conclusions.

First, it is clear that Neoliberalism has failed miserably. In economic policy, the notion that the market is self-equilibrating and the state should withdraw from the economy has succeeded in increasing the degree of labour exploitation (that is, the rate of surplus value in Marxist terms) but it has failed to cope with the over-accumulation of capital. Thus, the profit rate has not recovered sufficiently. Additionally, its dogmatic view that economic crises are exogenous makes Neoliberalism particularly incapable of formulating economic policies for overcoming crises. By analogy, regarding the health sector, its attempt to privatize public health systems (either directly or indirectly by fragmenting them and creating competition between their segments and by reinforcing public-private partnerships) has seriously damaged them.

The obvious failure of Neoliberalism in the wake of the 2008 global economic crisis marked its substitution by the social-liberal New Macroeconomic Consensus. The current crisis makes this succession even more evident. Since the first signs of the coming crisis governments are not adopting only loose monetary policies but also shifting to expansive fiscal policies. In the case of the EU, the coronavirus epidemic led to the disengagement of public spending and deficits from the constraints of the Stability and Growth Pact. Even more striking is the relaxation of restrictions on the countries of the eurozone that are in economic adjustment programs (such as Greece).

Indeed, as the long-run use of monetary policy has led to its exhaustion, the center of gravity of economic policy shifts to fiscal policy as extensive fiscal support packages are announced. Moreover, something unthinkable in the neoliberal times is happening: official voices contemplate the nationalization of strategic sectors of the economy [6] .

In addition, industrial policy [7] is returning explicitly, and in a very active and discreet manner. Indicatively, in the context of the epidemic crisis large sums of money are directed to the health sector; and corresponding vertical industrial policy is not only praised but practically implemented. It should be noted that while Neoliberalism abhors industrial policy in general, its successor (the New Macroeconomic Consensus), at least initially preferred only horizontal industrial policies. Now its pendulum is moving towards vertical industrial policies.

Secondly, there are increasing signs of the forthcoming failure of the New Macroeconomic Consensus as well. The policies it promoted – with the return of a measured state interventionism and the systematic anti-cyclical use of all state policies – may have averted the catastrophe on the eve of the 2008 global crisis but it failed to rectify the very deep contradictions and problems of the capitalist economy. These problems are already evident in the inability of its economic policies to avert the economic crisis that is being triggered by the coronary epidemic. In addition, in the field of health policies, the New Macroeconomic Consensus practically continued the policy of austerity and direct and indirect privatization of the health system.

Thirdly, dealing with the health and economic crisis is extremely costly. In capitalism who will bear these costs is a field of intense class struggle. For the ruling capitalist class, this combination of the two crises is both a danger and an opportunity. It is a danger because any such combination threatens the fundamental functions of the capitalist economy. But it is also an opportunity as the system is experimenting with new forms of labour relations and wages. Teleworking is a newly-found vice. Capital tries to discover how many job categories can effectively relegated to this and what new tools of control are required in order to sustain (and even increase) productivity. Reducing wage costs (through flexible employment, subcontracting, direct wage reductions, and reducing wages, pay per piece, etc.).) and further deregulation of labour legislation is already a field for such tests.

In the short-run, the system places the economic burden of dealing with the health crisis on the capitalist state. In this way it is being ‘socialised’ in the sense that other social classes, apart from the capitalists, share it (usually disproportionately) through taxation. Hence, the state subsidizes private businesses that close or work under severely limited capacity. It also covers most of the wage costs of these businesses through various labour allowances. At the same time, however, labour law, in particular as regards redundancies, is practically diminished to smithereens [8].

In the med-run, the system’s concern is how to address the growing fiscal deficits and debt created in the effort to tackle the combination of the two crises. In the long-run, however, the center of gravity is shifted towards the drastic structural changes that it attempts to establish in order to cover its losses and restore capitalist profitability and accumulation.

It is obvious that for labour, that is the great working majority of our societies, this ‘new new normal’ that capital is trying to impose represents an even more dystopian future than the coronavirus epidemic itself.

 

The Left and the Labour Movement in front of the double Crisis

For the Communists, the Left and the labour movement, today’s situation poses serious challenges.

Firstly, the answer to the health crisis can only be that the most drastic measures must be implemented, whatever their economic costs. Capital, when faced with the economic crisis, it has pronounced through prominent officials that bourgeois governments must do ‘whatever it takes’; meaning to implement whatever economic measure is necessary. But facing the health crisis capital has second thoughts comparing the human to the economic damage. The Left and the labour movement must demand that all required containment measures should be taken irrespective of their economic costs. Simultaneously, the economic activities that are necessary should comply with the strictest health measures.

Secondly, the economic cost of the double crisis should not be borne by the working class but by capital. The socio-economic system in which we live belongs to the latter. Much of modern diseases and epidemics has social causes stemming from capitalism’s quest for profits. And finally, the ruling class has accumulated during the recent decades huge stocks of wealth that, because of overaccumulation, it is ‘gambled’ in the financial system. On the contrary, the wage in the aggregate product has steadily and substantially decreased during all these recent decades. Consequently, the crisis is caused and should be paid by the dominant class.

Thirdly, the Left and the labour movement must see clearly who the real adversary is. The usual lachrymose anti-neoliberalism and the pleas for more state interventionism do not challenge the capitalist policies. They simply support the change of the system’s administrators. Neoliberalism has died and the (bourgeois) state – which has never left on crucial issues – has already returned. But today’s social-liberal Orthodoxy simply promises to the working class some aspirins as cure for the socio-economic cancers that the system creates. It is this returning state interventionism that generously supports capital and seeks to pass the burden on workers. And it is the dominant neo-Keynesian policies and perceptions that are the vehicle of this change today. In the face of all this the Left and the labour movement must fight for profound structural changes. In principle, the costs of the double crisis should be borne by capital. In addition, key areas of economic activity must be de-commodified and their products and services be provided through public systems. The case of health case is today the perfect case in point. The establishment of public health systems (with strong funding and staffing and without indirect forms of privatization) is an urgent need; especially given the frequency of contemporary major epidemics. The financing of these schemes must be based on robust progressive taxation systems.

Fourthly, the Left and the labour movement must stand firmly against the ‘new new normality’ that capital is trying to impose. The weakening of labour protection laws must not be tolerated and the latter must be further strengthened. Particular attention must be paid to the intended change in employment relations through telework and the new forms of control and intensification of work that the capital seeks to impose (see Manacourt (2020)).

Last but not least. The coronavirus pandemic and the imposed ‘social distancing’ have severely restricted political and social rights. It is already evident that the system is experimenting with these limitations both for their general application and for new forms of ideological manipulation of the people. The Left and the labour movement must firmly repulse these efforts.

 

REFERENCES

Baldwin R. & Weder di Mauro B. (2020), Introduction to Baldwin R. & Weder di Mauro B. (eds.), Mitigating the COVID Economic Crisis , London: CEPR Press

Carchedi G. & Roberts M. (2018), World in Crisis , Chicago: Haymarket Books.

Economist (2020), ‘Closed by covid-19: Paying to stop the pandemic’, The Economist 19 March

El Erian M. (2020), ‘The Coming Coronavirus Recession and the Uncharted Territory Beyond’, Foreign Affairs 17 March

Gourinchas PO. (2020), ‘Flattening the Pandemic and Recession Curves’ in Baldwin R. & Weder di Mauro B. (eds.), Mitigating the COVID Economic Crisis , London: CEPR Press

Imperial College (2020), COVID-19 Response Team https://www.imperial.ac.uk/news/196234/covid19-imperial-researchers-model-likely-impact/

Manacourt V. (2020), ‘Working from home? Your boss is watching ‘, Politico 3/18/20 https://www.politico.eu/article/working-from-home-your-boss-is-watching/

Mavroudeas S. & Papadatos F. (2018), ‘Is Financialization a Hypothesis Theoretical Blind Alley?’, World Review of Political Economy vol.9 no.4. https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2020/03/11/is-the-financialization-hypothesis-a-theoretical-blind-alley-s-mavroudeas-d-papadatos-world-review-of-political-economy/

[1] The New Macro Consensus has gradually succeeded at the end of the 20th century Neoliberalism after the latter failed to address the long-standing problems of capitalist accumulation. Its dominance became stronger after the global crisis of 2008, which largely sealed the failure of Neoliberalism. The New Macroeconomic Consensus combines New Keynesianism (which recognizes the possibility of short-term imbalances due to rigidities in some markets) with elements of Neoliberalism (rational expectations, long-term market equilibrium). The New Macroeconomic Consensus, in contrast to Neoliberalism, believes that short-term imbalances require state economic intervention. It argues that there is a need for a more strategic economic role for the state as opposed to the traditional Keynesian interventionist state and the Neoliberal dogma of the state’s complete withdrawal from the economy. In this context, it considers that monetary policy is the main economic tool in the short-run, while fiscal policy has a supporting role. But gradually, after the crisis in 2008 and with the coming today’s recession, the role of fiscal policy is constantly being upgraded. In addition, the need for a vertical and discrete industrial policy is recognized.

[2] Fictitious capital is essentially a bet on future profits that it is being discounted today (for a more detailed analysis see Mavroudeas & Papadatos (2018) ). These bets are subject to intra-capitalist trading and, in conjunction with credit money, can engineer periods of exorbitant economic expectations and increased accumulation. If these bets succeed then capital accumulation proceeds normal. But if the real economy does not fulfill them, then economic crises arise.

[3] Weak profitability and/or bankruptcy of productive companies affect adversely both the banking sector (as non-performing loans rise) and the capital market (as stock prices collapse). Simultaneously, the contraction of economic activity entails a reduction in public revenue and, in contemporary times, an increase in fiscal deficits and inability to pay public debt.

[4] The ‘herd immunity’ hypothesis argues that the faster spread of an epidemic will lead to faster production of antibodies by the human population. It will have a great initial human cost but will bring about a faster end of the epidemic.

[5] It is noteworthy that the indirect privatization of the Italian public health system through its fragmentation into separate regions (in competition with each other) has caused serious problems of co-ordination and regional imbalances; especially during the early critical stages of the epidemic.

[6] The case of Alitalia’s nationalization in Italy is exemplary.

[7] The term Industrial Policy describes a wide range of government objectives and actions to promote the economic functioning and sustainability of specific sectors of the economy. It is by its very nature interventionist. Neoliberalism argues that it is ineffective and in fact it should not exist as it ‘distorts the free functioning of the market’. There are two broad categories of Industrial Policy: (a) horizontal (general regulations and policies for the whole economy without affecting the balance between individual sectors of the economy) and (b) vertical (focusing on specific sectors and applying discriminatory (i.e. differentiated) regulations and policies that change the balance between individual sectors of the economy).

[8] It is noteworthy that in the case of the Greek economy there is already a decline in employment by approximately 40,000 jobs. In addition, there is strong evidence of a massive conversion of full-time to part-time contracts.

 

 

https://www.researchgate.net/publication/340163045_The_coronavirus_pandemic_and_the_health_and_economic_crisis

 

https://www.academia.edu/42319128/The_coronavirus_pandemic_and_the_health_and_economic_crisis

«Η πανδημία του κοροναϊου και η υγιειονομική και οικονομική κρίση», Στ. Μαυρουδέας

Η πανδημία του κοροναϊου και η υγιειονομική και οικονομική κρίση

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής

e-mail: s.mavroudeas@panteion.gr

blog: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

facebook: https://www.facebook.com/stavros.mavroudeas

twitter: @StavMavroudeas

 

Αθήνα, 24/3/2020

 

Διπλή κρίση: υγειονομική και οικονομική

Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται στη δίνη της πανδημίας του κοροναϊού με συνέπεια μία τεράστια υγειονομική κρίση. Ταυτόχρονα όμως η παγκόσμια οικονομία μπαίνει σε μία υφεσιακή τροχιά που πλέον από όλες σχεδόν τις πλευρές χαρακτηρίζεται ως οικονομική κρίση. Δικαιολογημένα λοιπόν μπορούμε να μιλήσουμε για μία διπλή κρίση, τόσο υγειονομική όσο και οικονομική. Προφανώς η πρώτη έχει άμεση προτεραιότητα καθώς συνεπάγεται μαζικές απώλειες ανθρώπινων ζωών. Όμως εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις της σε ανθρώπινες ζωές έχει επίσης και σημαντικότατες οικονομικές επιπτώσεις. Αυτές οι οικονομικές επιπτώσεις έχουν σημαντικές συνέπειες στην κοινωνική ευημερία, και αυτό έχει επίσης έμμεσες συνέπειες – αν και όχι άμεσα θανάσιμες – στην υγεία.

Ένα πρώτο ερώτημα είναι πως συνδέεται η υγειονομική και η οικονομική κρίση. Είναι προφανές ότι διαπλέκονται στενά αλλά ταυτίζονται ή όχι; Και πιο συγκεκριμένα, είναι η υγειονομική κρίση το αίτιο ή απλά η αφορμή για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης;

Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά το ποιος πληρώνει το κόστος της διπλής αυτής κρίσης. Είναι επίσης προφανές ότι επειδή οι σημερινές κοινωνίες απαρτίζονται από κοινωνικές τάξεις με εν πολλοίς αντιτιθέμενα συμφέροντα, το οικονομικό κόστος των υγειονομικών και των οικονομικών επιλογών αποτελεί αντικείμενο διαπάλης μεταξύ τους. Είναι επίσης αναμενόμενο, αν αφήσει στην άκρη κανείς τις υποκριτικές α-κοινωνικές αναλύσεις των Ορθόδοξων Οικονομικών, ότι η κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη επιδιώκει να μετακυλήσει τουλάχιστον το μεγαλύτερο τμήμα των βαρών αυτής της διπλής κρίσης στις πλάτες του της μεγάλης εργαζόμενης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Μόνο με τον τρόπο αυτό δεν θα θιχθεί καίρια η κερδοφορία της, δηλαδή ο βασικός λόγος λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος.

Το τρίτο κρίσιμο ζήτημα είναι ποια πρέπει να είναι η στάση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος απέναντι σε αυτή την διπλή κρίση και τα παρεπόμενα της.

 

Η πανδημία δεν είναι το αίτιο αλλά η αφορμή της οικονομικής κρίσης

Τις ημέρες αυτές τα παγκόσμια χρηματιστήρια καταρρέουν και η πραγματική οικονομία ήδη δείχνει να επιστρέφει στην κρίση παρά τις πανικόβλητες προσπάθειες των περισσότερων κυβερνήσεων να τα στηρίζουν. Ήδη οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν μείωση της παραγωγής και αύξηση της ανεργίας.

Τα σημερινά Ορθόδοξα Οικονομικά (δηλαδή η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση[1]) διατείνονται ότι αυτή η επιστροφή της ύφεσης (και ενδεχομένως και της κρίσης, π.χ. El Erian (2020)) οφείλεται στο εξωγενές γεγονός της πανδημίας του κοροναϊου. Χαρακτηριστικά, όλοι οι βασικοί διεθνείς οικονομικού οργανισμοί προέβλεπαν για το 2020 σταθερή αν όχι αυξανόμενη μεγέθυνση (π.χ. η πρόβλεψη του Ιανουαρίου του ΔΝΤ έβλεπε αύξηση του ρυθμού μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας από 2.9% το 2019 σε 3.3% το 2020). Με το ξέσπασμα της πανδημίας όλες αυτές οι προβλέψεις αναθεωρούνται προς τα κάτω και πλέον προβλέπονται αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης. Όπως προ-ειπώθηκε, για τα Ορθόδοξα Οικονομικά αυτή η προβλεπόμενη ύφεση (ή και κρίση) δεν προκύπτει από οργανικά προβλήματα των καπιταλιστικών οικονομιών αλλά από τον εξωγενή παράγοντα της πανδημίας. Άλλωστε η απόδοση των κρίσεων σε εξωγενείς παράγοντες είναι ο βασικός τρόπος ερμηνείας των οικονομικών κρίσεων εκ μέρους τους.

Όμως, πιο προσεκτικές αναλύσεις, όπως αυτές τις Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας, επισημαίνουν ότι η σημερινή πανδημία αποτελεί την αφορμή για την έκρηξη προϋπαρχόντων προβλημάτων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η κρίση του 2008 προκλήθηκε από την φθίνουσα καπιταλιστική κερδοφορία και την συνακόλουθη υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, δηλαδή την υπερβολική συσσώρευση κεφαλαίων που δεν μπορούν πλέον να επενδυθούν επαρκώς κερδοφόρα (Carchedi & Roberts (2018)). Της κρίσης είχε προηγηθεί μία περίοδος οικονομικής ευφορίας που βασίσθηκε ιδιαίτερα στην λειτουργία του πλασματικού κεφαλαίου[2]. Το καπιταλιστικό σύστημα προσπάθησε να υπερβεί την κρίση αυτή εγκαταλείποντας το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα ότι η αγορά εξισορροπείται μόνη της και προσφεύγοντας στον κρατικό παρεμβατισμό. Ο τελευταίος εκδηλώθηκε μέσω τόσο της χαλαρής νομισματικής πολιτικής (δηλαδή της μείωσης των επιτοκίων και της αύξησης της προσφοράς χρήματος) όσο και της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής (δηλαδή της αύξησης των δημόσιων δαπανών και επενδύσεων). Η δεύτερη περιορίσθηκε αισθητά μετά το ξεπέρασμα της κρίσης και επέστρεψε η δημοσιονομική λιτότητα καθώς τα δημοσιονομικά ελλείμματα για την στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας είχαν εκτιναχθεί στα ύψη. Η χαλαρή νομισματική πολιτική συνεχίσθηκε μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα της . Έτσι μετά τον πρακτικό μηδενισμό των επιτοκίων, άρχισαν οι ανορθόδοξες νομισματικές πολιτικές (ποσοτική χαλάρωση κλπ.) και όταν αυτές εξαντλήθηκαν υιοθετήθηκαν τα αρνητικά επιτόκια. Το αποτέλεσμα ήταν η εντελώς παράδοξη κατάσταση όπου το μεν χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) αυξανόταν ενώ ταυτόχρονα ανέβαιναν συνεχώς τα χρηματιστήρια (δηλαδή οι προσδοκίες για καλύτερες προοπτικές της οικονομίας στο μέλλον, ή σε Μαρξιστικούς όρους για αυξανόμενη εξαγωγή υπεραξίας και συνεπώς κερδών στο μέλλον). Η πραγματική οικονομία όμως έδειξε ότι αδυνατούσε να εκπληρώσει το στοίχημα αυτό. Χαρακτηριστικά, ο βιομηχανικός τομέας είχε μπει ήδη σε ύφεση αρκετά πριν το ξέσπασμα της πανδημίας.

Η πανδημία αποτέλεσε την αφορμή για την εκρηκτική ανάδυση όλων αυτών των προϋπαρχόντων προβλημάτων. Οι λόγοι είναι προφανείς. Η μαζική και ανεξέλεγκτη απώλεια ανθρώπινων ζωών μειώνει το εργατικό δυναμικό και έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση. Επιπλέον, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας έχουν σοβαρότατες οικονομικές επιπτώσεις. Ιδιαίτερα η λεγόμενη «κοινωνική αποστασιοποίηση» και το συνακόλουθο σταμάτημα – ή υπο-λειτουργία – του μεγαλύτερο τμήματος της οικονομίας έχουν προφανείς αρνητικότατες συνέπειες.

 

Η πολιτική οικονομία του κοροναϊού: εξομάλυνση ποιας καμπύλης;

Για το επικρατούν καπιταλιστικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα υπάρχει μία αντιθετική σχέση ανάμεσα στα υγειονομικά μέτρα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση της κρίσης και τις οικονομικές επιπτώσεις τους, ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής αστάθειας. Αυτό έχει αναγνωρισθεί ρητά από πάμπολλους Ορθόδοξους αναλυτές. Χαρακτηριστικά, τόσο ο Economist (2020) όσο και ο El Erian (2020) επισημαίνουν ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας έχουν ένα μεγάλο οικονομικό κόστος που επιδεινώνει την ύφεση. Η ερμηνεία είναι προφανής. Στην περίπτωση μιας επιδημίας επιβάλλεται ο περιορισμός ή και το ολοκληρωτικό σταμάτημα πολλών οικονομικών διαδικασιών, γεγονός που συνεπάγεται μείωση του παραγόμενου προϊόντος.

Ανάμεσα στους Ορθόδοξους οικονομολόγους υπάρχει μία τυπική διαμάχη κατά πόσο το εκτεταμένο χρονικά σταμάτημα πολλών οικονομικών δραστηριοτήτων επιδρά στην οικονομία μέσω της προσφοράς ή μέσω της ζήτησης. Η Μαρξιστική πολιτική Οικονομία ξεπερνά αυτό το παραπλανητικό δίλημμα που θυμίζει το αντίστοιχο για το αυγό του Κολόμβου. Το εκτεταμένο σταμάτημα οικονομικών δραστηριοτήτων οδηγεί σε μείωση της κερδοφορίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων καθώς παράγονται λιγότερα προϊόντα. Η μείωση αυτή επιτείνεται περαιτέρω καθώς συνακόλουθα μειώνεται η κατανάλωση καθώς συρρικνώνονται τα διαθέσιμα εισοδήματα και συνεπώς ακόμη και η μειούμενη παραγωγή δεν βρίσκει επαρκεί αγοραστές. Επιπρόσθετα, τα προβλήματα αυτά της πραγματικής οικονομίας έχουν πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και στα δημόσια οικονομικά[3].

Την αντιθετική αυτή σχέση διατύπωσε εξαιρετικά εύστοχα ο Gurinchas (2020): «η ομαλοποίηση της καμπύλης μόλυνσης οδηγεί αναπόφευκτα στην επιδείνωση της καμπύλης μακροοικονομικής ύφεσης».

Οι Baldwin & Weder di Mauro (2020) συνδύασαν τις δύο καμπύλες του Gurinchas στο παρακάτω ενιαίο διάγραμμα:

Στον οριζόντιο άξονα μετριέται ο χρόνος από την εκδήλωση του πρώτου κρούσματος. Στον κάθετο άξονα μετριέται στο θετικό τμήμα του ο αριθμός των κρουσμάτων της επιδημίας και στο αρνητικό τμήμα του η επιδείνωση της οικονομικής ύφεσης. Στο επάνω τμήμα του διαγράμματος δείχνεται ότι στην περίπτωση που δεν εφαρμοσθούν περιοριστικά υγειονομικά μέτρα τότε τα κρούσματα θα είναι πολύ περισσότερα αλλά η ύφεση της επιδημίας θα έρθει γρηγορότερα. Αντιθέτως, τα περιοριστικά υγειονομικά μέτρα οδηγούν σε πολύ λιγότερα κρούσματα αλλά ταυτόχρονα επιμηκύνουν την διάρκεια της επιδημίας. Στην βάση αυτής της υπόθεσης βρίσκεται η αντίληψη περί «ανοσίας αγέλης»[4]. Βέβαια, τόσο ο Gourinchas και οι & Baldwin Weder di Mauro υποστηρίζουν ότι η επιλογή της εφαρμογής περιοριστικών υγειονομικών μέτρων είναι μονόδρομος καθώς στην αντίθετη περίπτωση το κόστος σε ανθρώπινες ζωές θα ήταν υπέρμετρο. Στο κάτω τμήμα του διαγράμματος παρουσιάζεται η υπόθεση ότι τα περιοριστικά υγειονομικά μέτρα εντείνουν την οικονομική ύφεση ενώ η απουσία τους την κάνει ηπιότερη.

Υπάρχουν μία σειρά προβλήματα με την προαναφερθείσα ανάλυση, που είναι χαρακτηριστικά της μονοσήμαντης και βαθύτατα κοινωνικά συντηρητικής αντίληψης των Ορθόδοξων Οικονομικών.

Πρώτον, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η οικονομική ύφεση θα ήταν ηπιότερη χωρίς περιοριστικά υγειονομικά μέτρα. Τα μαζικά κρούσματα – και επιπλέον οι θάνατοι – έχουν σοβαρή επίπτωση τόσο στο διαθέσιμο εργατικό δυναμικό όσο και στην ικανότητα του να επιτελεί παραγωγική εργασία. Η διατήρηση ανοικτών των επιχειρήσεων εν μέσω πανδημίας με την προφανή αύξηση των ασθενούντων αλλά και των θνησκόντων δεν θα αφήσει ανεπηρέαστο και το υπόλοιπο εργατικό δυναμικό στην επιτέλεση της εργασίας του. Αντιθέτως, είναι πιθανότερο να οδηγήσει αφενός σε αποφυγή εργασίας και αφετέρου σε οξύτατες συνδικαλιστικές αντιδράσεις με πιθανό αποτέλεσμα το χειρότερο σενάριο: επιδείνωση της επιδημίας και ταυτόχρονα σταμάτημα της οικονομίας.

Δεύτερον, η ανάλυση αυτή παραγνωρίζει την πολιτικο-οικονομική διάσταση του προβλήματος και ιδιαίτερα το γεγονός ότι διαφορετικά κοινωνικο-οικονομικά συστήματα έχουν διαφορετικές δυνατότητες στην αντιμετώπιση τέτοιων επιδημιών. Αυτό έχει μία άμεση επίπτωση στην διαπιστωμένη αδυναμία του ιδιωτικού τομέα υγείας έναντι του δημόσιου τομέα υγείας στο να αντιμετωπίσει την κρίση.

Το όριο αντοχής της καπιταλιστικής οικονομίας σε ένα επιβεβλημένο για υγειονομικούς λόγους σταμάτημα της οικονομίας είναι σαφώς μικρότερο από αυτό είτε μιας σοσιαλιστικής οικονομίας είτε ακόμη και ενός κρατικού καπιταλισμού. Στην πρώτη περίπτωση οι ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις μοιραία οδηγούνται στην χρεοκοπία εφόσον δεν παράγουν κέρδη. Συνεπώς, δεν μπορεί να επωμισθούν μακροχρόνια το βάρος της λειτουργίας τους έστω και σε συνθήκες κάλυψης απλά του κόστους λειτουργίας τους (πόσο μάλλον με ζημιές). Αντιθέτως, μία σοσιαλιστική οικονομία μπορεί να επιβιώσει χωρίς την επίτευξη πλεονάσματος (κερδών) καλύπτοντας απλά τα κόστη παραγωγής. Για τους ίδιους λόγους μπορεί να επιβιώσει περισσότερο ακόμη και με οικονομικές απώλειες. Επίσης, το σοσιαλιστικό κράτος μπορεί να επωμισθεί πολύ μεγαλύτερα βάρη απ’ ότι το αντίστοιχο του στον καπιταλισμό καθώς το πρώτο έχει πολύ μεγαλύτερο οικονομικό μέγεθος και ισχύ. Η περίπτωση του κρατικού καπιταλισμού είναι ενδιάμεση. Στην περίπτωση αυτή ο καπιταλιστικό κράτος επωμίζεται μέρος των βαρών των ιδιωτικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων και συνεπώς επιδοτεί ουσιαστικά την επιβίωση τους υπό συνθήκες οικονομικής πίεσης. Συνεπώς, στην σοσιαλιστική περίπτωση η απόσταση των δύο καμπυλών (οικονομική δυσπραγία με ή χωρίς περιοριστικά υγειονομικά μέτρα) λογικά είναι αισθητά μικρότερη. Η περίπτωση του κρατικού καπιταλισμού είναι ενδιάμεση των δύο προαναφερθέντων.

Η συνέπεια των προαναφερθέντων είναι ότι κοινωνικο-οικονομικά συστήματα που λειτουργούν με βάση ένα δημόσιο τομέα υγείας ανταπεξέρχονται καλύτερα στο πρόβλημα της επιδημίας. Κατ’ αναλογία, καπιταλιστικές οικονομίες που έχουν ένα μεγάλο και αποτελεσματικό δημόσιο σύστημα υγείας αντιμετωπίζουν καλύτερα το πρόβλημα σε σχέση με αυτές που έχουν ένα αδύναμο δημόσιο σύστημα υγείας και βασίζονται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα υγείας (π.χ. ΗΠΑ).

 

Οικονομικό κόστος και Πολιτική Υγείας: καταστολή ή απάλυνση της πανδημίας;

Η προαναφερθείσα Ορθόδοξη ανάλυση θέτει το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητούνται οι πολιτικές υγείας για την αντιμετώπιση της επιδημίας του κοροναϊου. Το πλαίσιο της συζήτησης έχει δοθεί εξαιρετικά καθαρά από την πρόσφατη μελέτη επιδημιολογικής ερευνητικής ομάδας του Imperial College (2020). Στην μελέτη αυτή διακρίνονται δυο εναλλακτικές πολιτικές υγείας.

Η πρώτη πολιτική ονομάζεται Καταστολή (suppression) και αποσκοπεί στο να σταματήσει με δραστικά μέτρα την επιδημία. Βασικά εργαλεία της είναι το εκτεταμένο κλείσιμο οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δραστηριοτήτων (π.χ. κλεισίματα επιχειρήσεων και υπηρεσιών εκτός των απολύτως αναγκαίων, απαγόρευση κυκλοφορίας).

Η δεύτερη πολιτική ονομάζεται Απάλυνση (mitigation) και αποσκοπεί στο να κάνει ηπιότερη την εκδήλωση της επιδημίας. Βασικά εργαλεία της είναι το στοχευμένο σταμάτημα συγκεκριμένων δραστηριοτήτων και όχι γενικευμένες απαγορεύσεις. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η δεύτερη πολιτική συνδυάζεται με την υπόθεση της «ανοσίας αγέλης».

Όμως η μελέτη του Imperial College, παρόλη την υποστήριξη που παρέχει στην πρώτη πολιτική, επισημαίνει η επιδημία μπορεί αρχικά να κατασταλεί αλλά, εφόσον δεν έχει βρεθεί φάρμακο ή/και εμβόλιο θεραπείας της, να επιστρέψει όταν αρθούν τα περιοριστικά υγειονομικά μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα θα πρέπει να ξαναεφαρμόσει περιοριστικά μέτρα και με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος επιβολής και άρσης περιοριστικών υγειονομικών μέτρων.

Μέχρι τώρα υπάρχουν διαφορετικά δείγματα γραφής από διαφορετικές χώρες όσον αφορά τις εφαρμοζόμενες πολιτικές υγείας. Η Κίνα, που πρώτη αντιμετώπισε την επιδημία, προχώρησε πολύ γρήγορα στην εφαρμογή της πολιτικής της Καταστολής με αποτέλεσμα να εμφανίζει σήμερα σχεδόν πλήρη περιορισμό της. Οι περισσότερες Δυτικές χώρες στην αρχή υποτίμησαν το πρόβλημα – παρά το πρόδρομο παράδειγμα της Κίνας – και κινήθηκαν περισσότερο στη λογική της πολιτικής Απάλυνσης. Όμως, γρήγορα η τραγική περίπτωση της Ιταλίας οδήγησε τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες στην επιλογή της πολιτικής Καταστολής. Μόνο κυρίως οι αγγλο-σαξωνικές χώρες (ΗΠΑ, ΗΒ) εξακολούθησαν στο δρόμο αυτό. Αν και πλέον τουλάχιστον το ΗΒ αναγκάζεται να αλλάξει κατεύθυνση εμπρός στο ανθρώπινο κόστος της επιδημίας. Ανάλογα, οι ΗΠΑ φαίνεται να σύρονται με χρονική υστέρηση στον ίδιο δρόμο.

Όμως οι δεύτερες σκέψεις παραμένουν πάντα. Χαρακτηριστικά, ο Economist (2020) διατείνεται ότι «η πολιτική Απάλυνσης κοστίζει παρά πολλές ανθρώπινες ζωές ενώ η πολιτική Καταστολής μπορεί να είναι οικονομικά μη-βιώσιμη». Μάλιστα, ο Economist (2020), στο τμήμα του Briefing το θέτει ακόμη πιο εμφατικά: «οι στρατηγικές καταστολής μπορεί να δουλεύουν για λίγο». Με τον τρόπο αυτό προετοιμάζει για την εναλλακτική: μπορεί σήμερα να είναι πολιτικά ανέφικτο οι κυβερνήσεις να προχωρήσουν στη λογική της Απάλυνσης και να μειώσουν τους περιορισμούς στις οικονομικές δραστηριότητες, όμως αν το οικονομικό σύστημα κινδυνεύει να καταρρεύσει τότε δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή.

Με βάση το επιχείρημα αυτό υποστηρίζει ότι, εάν δεν βρεθεί σύντομα θεραπεία για την επιδημία του κοροναϊού, τότε αναγκαστικά θα υπάρξει μία στροφή στην πολιτική Απάλυνσης.

Υπάρχει και μία δευτερεύουσα αλλά καθόλου ασήμαντη διάσταση στις προαναφερθείσες συζητήσεις. Αυτή αφορά την ικανότητα του συστήματος υγείας να διαχειρισθεί την επιδημία είτε με πολιτική Καταστολής είτε με πολιτική Απάλυνσης. Ο Gourinchas (2020) την επισημαίνει εύστοχα στο ακόλουθο διάγραμμα.

Η ικανότητα αποτελεσματικής εφαρμογής οποιασδήποτε από τις δύο προαναφερθείσες πολιτικές υγείας εξαρτάται από την «χωρητικότητα» του συστήματος υγείας (δηλαδή, πρακτικά, τον αριθμό των ΜΕΘ και του νοσηλευτικού προσωπικού). Επίσης, μία άλλη σημαντική παράμετρος είναι ο βαθμός προστασίας του νοσηλευτικού προσωπικού (δηλαδή το ποσοστό του που μολύνεται από την επιδημία και βγαίνει πρακτικά εκτός μάχης). Είναι προφανές από τα προαναφερθέντα αλλά αποδεικνύεται και έμπρακτα στην τρέχουσα επιδημία ότι χώρες με ισχυρότερα και μεγαλύτερα δημόσια συστήματα υγείας είναι σε καλύτερη θέση από χώρες με αδύναμα ιδιωτικοποιημένα συστήματα υγείας[5]. Έχει ενδιαφέρον ότι αυτή η διάσταση δημόσιου – ιδιωτικού απουσιάζει σχεδόν εντελώς από τις σημερινές Ορθόδοξες οικονομικές συζητήσεις.

 

 

Οικονομική Πολιτική και Πολιτική Υγείας: το τέλος του Νεοφιλελευθερισμού και η συνέχιση του νεοσυντηρητισμού με άλλα μέσα

Ο σημερινός συντονισμός οικονομικής κρίσης και υγειονομικής κρίσης οδηγεί στην εξαγωγή ορισμένων κρίσιμων συμπερασμάτων.

Πρώτον, είναι φανερό ότι ο Νεοφιλελευθερισμός έχει αποτύχει παταγωδώς. Στην οικονομική πολιτική η αντίληψη του ότι η αγορά αυτορυθμίζεται και το κράτος πρέπει να αποσυρθεί από την οικονομία κατόρθωσε μεν να αυξήσει τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας (δηλαδή το ποσοστό υπεραξίας σε Μαρξιστικούς όρους) αλλά δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων και να ανορθώσει επαρκώς το ποσοστό κέρδους. Επιπλέον, η επίκληση του ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι εξωγενείς έκανε τον Νεοφιλελευθερισμό ιδιαίτερα ανίκανο να διαμορφώσει οικονομικές πολιτικές αντιμετώπισης των κρίσεων. Κατ’ αναλογία, στον τομέα της υγείας η προσπάθεια του να ιδιωτικοποιήσει τα δημόσια συστήματα υγείας (είτε άμεσα είτε έμμεσα κατακερματίζοντας τα και δημιουργώντας συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των τμημάτων τους και ενισχύοντας τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) έχει τραυματίσει καίρια τα συστήματα υγείας.

Η αποτυχία του Νεοφιλελευθερισμού εμπρός στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 σηματοδότησε με εμφατικό τρόπο την διαδοχή του από την σοσιαλ-φιλελεύθερης κοπής Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση. Η σημερινή κρίση κάνει ακόμη πιο εμφανή την διαδοχή αυτή. Με τα πρώτα σημάδια της επερχόμενης κρίσης υιοθετούνται πλέον όχι μόνο χαλαρές νομισματικές πολιτικές αλλά πλέον το κέντρο βάρους περνά σε επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές. Είναι χαρακτηριστική, στην περίπτωση της ΕΕ, η ουσιαστική απελευθέρωση των δημόσιων δαπανών και ελλειμμάτων από τους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης με αφορμή την επιδημία του κοροναϊού. Είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική η χαλάρωση των περιορισμών για τις χώρες της ευρω-περιφέρειας που βρίσκονται μέσα σε Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (όπως η Ελλάδα).

Μάλιστα, εμπρός στην εξάντληση των νομισματικών πολιτικών το κέντρο βάρους περνά στη δημοσιονομική πολιτική καθώς εξαγγέλλονται εκτεταμένα δημοσιονομικά πακέτα στήριξης της οικονομίας. Μάλιστα ήδη διατυπώνονται δι’ επισήμων χειλέων απόψεις για κρατικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας[6].

Επιπρόσθετα, επιστρέφει πλέον και ρητά η βιομηχανική πολιτική[7] και μάλιστα με εξαιρετικά ενεργή και διακριτική μορφή. Χαρακτηριστικά, με αφορμή την επιδημική κρίση μεγάλα κονδύλια κατευθύνονται στον τομέα υγείας και διατυπώνονται αντίστοιχοι προβληματισμοί για κάθετη βιομηχανική πολιτική. Σημειωτέον ότι ο μεν Νεοφιλελευθερισμός αποτάσσεται συλλήβδην την βιομηχανική πολιτική ενώ ο διάδοχος του (η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση), αρχικά τουλάχιστον έβλεπε μόνο οριζόντιες βιομηχανικές πολιτικές.

Δεύτερον, διαφαίνεται όμως και η επερχόμενη αποτυχία της διάδοχης Ορθοδοξίας, δηλαδή της Νέας Μακροοικονομικής Συναίνεσης. Οι πολιτικές που προωθεί – με την επιστροφή ενός ελεγχόμενου κρατικού παρεμβατισμού και την συστηματική αντι-κυκλική χρήση όλων των κρατικών πολιτικών – μπορεί να απέφυγε την καταστροφή στην παγκόσμια κρίση του 2008 αλλά δεν κατόρθωσε να ανατάξει τις πολύ βαθιές αντιφάσεις και τα προβλήματα της καπιταλιστικής οικονομίας. Τα προβλήματα αυτά ήδη διαφαίνονται με την αδυναμία των οικονομικών πολιτικών της να αποσοβήσουν την οικονομική κρίση που επέρχεται με αφορμή την επιδημία του κοροναϊου. Επιπλέον, στον τομέα των πολιτικών υγείας ουσιαστικά δεν έδωσε κάποιο σημαντικό διαφορετικό δείγμα γραφής από τον προκάτοχο της και πρακτικά συνέχισε την πολιτική λιτότητας και άμεσης και έμμεσης ιδιωτικοποίησης του συστήματος υγείας.

Τρίτον, η αντιμετώπιση της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης έχει σοβαρότατο οικονομικό κόστος. Στις ταξικά διαιρεμένες κοινωνίες της εποχής μας το ποιος θα επωμισθεί το κόστος αυτό είναι πεδίο έντονων συγκρούσεων. Για την κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη ο συνδυασμός αυτός των δύο κρίσεων αποτελεί κίνδυνο αλλά και ταυτόχρονα ευκαιρία. Αποτελεί κίνδυνο γιατί κάθε τέτοιος συνδυασμός απειλεί τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής οικονομίας. Όμως αποτελεί και ευκαιρία καθώς το σύστημα πειραματίζεται με νέες μορφές εργασιακών σχέσεων και αμοιβών. Η τηλε-εργασία (για όσες κατηγορίες εργασίας είναι αυτή εφικτή και αποτελεσματική χωρίς να μειώνει την παραγωγικότητα), η μείωση του μισθολογικού κόστους (με ευέλικτες μορφές απασχόλησης και μείωση των μισθών, ενδεχομένως με αμοιβή με το κομμάτι κλπ.) και η περαιτέρω απορρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας είναι ήδη πεδία τέτοιων δοκιμών.

Σε πρώτη φάση βέβαια το οικονομικό κόστος της αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης περνά στο κράτος και συνεπώς μετακυλίεται (συνήθως άνισα) και στις άλλες κοινωνικές τάξεις μέσω της φορολογίας. Έτσι το κράτος επιδοτεί τις επιχειρήσεις που κλείνουν ή δουλεύουν περιορισμένα. Επίσης αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων που υπολειτουργούν ή κλείνουν μέσω διαφόρων εργατικών επιδομάτων (που υπολείπονται του μισθού). Ταυτόχρονα όμως ουσιαστικά φαλκιδεύεται η εργατική νομοθεσία ιδιαίτερα όσον αφορά τις απολύσεις[8].

Μεσοπρόθεσμα, ο προβληματισμός του συστήματος είναι πως θα καλυφθούν τα αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέος που δημιουργούνται στην προσπάθεια αντιμετώπισης του συνδυασμού των δύο κρίσεων. Μακροπρόθεσμα όμως το κέντρο βάρους περνά στις βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές που μπορεί να καλύψουν τις απώλειες του συστήματος και να ανατάξουν την καπιταλιστική κερδοφορία.

Είναι προφανές ότι για τον κόσμο της εργασίας, δηλαδή την μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία των κοινωνιών μας, αυτή η «νέα νέα κανονικότητα» που διερευνάται και επιδιώκεται να επιβληθεί με αφορμή την επιδημία του κοροναϊου υπόσχεται ένα μέλλον ενδεχομένως πιο δυστοπικό και από την επιδημία αυτή καθ’ εαυτή.

Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα απέναντι στη διπλή κρίση

Για τους κομμουνιστές, την Αριστερά και το εργατικό κίνημα η σημερινή συγκυρία θέτει σοβαρότατα ζητήματα προσανατολισμού.

Πρώτον, απέναντι στην υγειονομική κρίση η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη παρά ότι πρέπει να εφαρμοσθούν τα πιο δραστικά μέτρα ασχέτως του οικονομικού κόστους τους. Το κεφάλαιο εμπρός στην οικονομική κρίση έχει διακηρύξει ότι οι αστικές κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν «οτιδήποτε χρειάζεται» (‘whatever it takes’). Απέναντι όμως στην υγειονομική κρίση έχει πάντα δεύτερες σκέψεις. Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να απαιτήσουν τον περιορισμό ή και το κλείσιμο όσων οικονομικών δραστηριοτήτων επιβάλλεται. Ταυτόχρονα, στις απαραίτητες οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να τηρούνται τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας.

Δεύτερον, το οικονομικό κόστος της διπλής κρίσης να μην το επωμισθεί η εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία αλλά το κεφάλαιο. Το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα στο οποίο ζούμε ανήκει στο δεύτερο. Μεγάλο τμήμα των σύγχρονων ασθενειών και επιδημιών έχει και κοινωνικά αίτια που απορρέουν από την λειτουργία του κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Και τέλος, η κυρίαρχη τάξη έχει συσσωρεύσει όλες τις πρόσφατες δεκαετίες τεράστια αποθέματα πλούτου που, αδυνατώντας να τα επενδύσει επαρκώς κερδοφόρα, τα «παίζει» στη σφαίρα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αντίθετα, το μερίδιο των μισθών στο συνολικό προϊόν έχει μειωθεί σταθερά και σημαντικότατα όλες αυτές τις δεκαετίες. Συνεπώς την κρίση οφείλουν και μπορούν να πληρώσουν «οι έχοντες και κατέχοντες».

Τρίτον, για να μην πληρώσει την κρίση ο κόσμος της εργασίας (που άλλωστε είναι ήδη σε οικτρή κατάσταση) η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να δει καθαρά ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλος. Οι αντι-Νεοφιλελεύθερες οιμωγές και οι γονυπετείς παρακλήσεις περί περισσότερου κράτους αποτελούν μυωπική στάση. Ο Νεοφιλελευθερισμός έχει πεθάνει και το (αστικό) κράτος – που ποτέ δεν έφυγε όσον αφορά τα καίρια ζητήματα – έχει ήδη επιστρέψει. Όμως η σημερινή σοσιαλ-φιλελεύθερη Ορθοδοξία απλά υπόσχεται κάποιες περισσότερες ασπιρίνες στους κοινωνικο-οικονομικούς καρκίνους που δημιουργεί το σύστημα. Είναι ο επιστρέφων κρατικός παρεμβατισμός που στηρίζει αφειδώς το κεφάλαιο και επιδιώκει να μετακυλήσει τα βάρη στους εργαζόμενους. Και είναι οι κυρίαρχες σήμερα νεο-Κεϋνσιανές πολιτικές και αντιλήψεις που αποτελούν το όχημα αυτής της αλλαγής. Απέναντι σε όλα αυτά η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να αγωνιστεί για βαθιές δομικές αλλαγές. Κατ’ αρχήν τα κόστη της διπλής κρίσης να τα επωμισθεί το κεφάλαιο. Επιπλέον, βασικοί τομείς της οικονομικής δραστηριότητας να από-εμπορευματοποιηθούν και να οργανωθεί η παροχή των προϊόντων και των υπηρεσιών τους με βάση δημόσια και καθολικά συστήματα. Η περίπτωση της υγείας είναι η πιο χαρακτηριστική και στο επίκεντρο της σημερινής διπλής κρίσης. Η επιβολή δημόσιων συστημάτων υγείας και ισχυρή χρηματοδότηση και στελέχωση και απεξαρτημένων από έμμεσες μορφές ιδιωτικοποίησης είναι άμεση ανάγκη, ιδιαίτερα με την συχνότητα που πλέον εμφανίζονται μεγάλα επιδημικά κύματα. Η χρηματοδότηση των συστημάτων αυτών πρέπει να βασίζεται σε ισχυρά προοδευτικά συστήματα φορολογίας (δηλαδή με μεγάλη φορολογική κλιμάκωση όσο αυξάνουν τα εισοδήματα και με αντίστοιχη αυξημένη φορολογία των επιχειρηματικών κερδών και με σύλληψη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής του κεφαλαίου).

Τέταρτον, η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να σταθούν αποφασιστικά ενάντια στη «νέα νέα κανονικότητα» που προσπαθεί να επιβάλλει το κεφάλαιο. Δεν πρέπει να γίνει ανεκτή η ανατροπή της εργατικής νομοθεσίας και η τελευταία πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω, μετά την εκτεταμένη απορρύθμιση της όλη την τελευταία περίοδο. Ιδιαίτερα πρέπει να αντιμετωπισθεί η επιδιωκόμενη αλλαγή των εργασιακών σχέσεων μέσω της τηλε-εργασίας και οι νέες μορφές ελέγχου και εντατικοποίησης της εργασίας που επιδιώκει να επιβάλλει το κεφάλαιο (βλέπε Manacourt (2020)).

Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό. Η πανδημία του κοροναϊου και η επιβεβλημένη «κοινωνική αποστασιοποίηση» έφερε σοβαρότατους περιορισμούς σε πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Είναι ήδη εμφανές ότι το σύστημα πειραματίζεται, με βάση αυτούς τους περιορισμούς, τόσο για την γενικότερη εφαρμογή τους όσο και για νέες μορφές ιδεολογικής χειραγώγησης της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να αποκρούσουν αποφασιστικά τις προσπάθειες αυτές.

 

Βιβλιογραφία

 

Baldwin R. & Weder di Mauro B. (2020), Introduction σε Baldwin R. & Weder di Mauro B. (eds.), Mitigating the COVID Economic Crisis, London: CEPR Press

 

Carchedi G. & Roberts M. (2018), World in Crisis, Chicago: Haymarket Books.

 

Economist (2020), ‘Closed by covid-19: Paying to stop the pandemic’, Economist 19 March

 

El Erian M. (2020), ‘The Coming Coronavirus Recession and the Uncharted Territory Beyond’, Foreign Affairs 17 March

 

Gourinchas P-O. (2020), ‘Flattening the Pandemic and Recession Curves’ σε Baldwin R. & Weder di Mauro B. (eds.), Mitigating the COVID Economic Crisis, London: CEPR Press

 

Imperial College (2020), COVID-19 Response Team https://www.imperial.ac.uk/news/196234/covid19-imperial-researchers-model-likely-impact/

 

Manacourt V. (2020), ‘Working from home? Your boss is watching’, Politico 3/18/20 https://www.politico.eu/article/working-from-home-your-boss-is-watching/

 

Mavroudeas S. & Papadatos F. (2018), ‘Is the Financialisation Hypothesis a theoretical blind alley?’, World Review of Political Economy vol.9 no.4. https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2020/03/11/is-the-financialization-hypothesis-a-theoretical-blind-alley-s-mavroudeas-d-papadatos-world-review-of-political-economy/

[1] Η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση έχει διαδεχθεί σταδιακά από τα τέλη του 20ου αι. τον Νεοφιλελευθερισμό μετά την αποτυχία του τελευταίου να αντιμετωπίσει τα μακροχρόνια προβλήματα της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η κυριαρχία της ισχυροποιήθηκε μετά την παγκόσμια κρίση του 2008, που σε μεγάλο βαθμό επισφράγισε την αποτυχία του Νεοφιλελευθερισμού. Η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση συνδυάζει τον Νέο Κεϋνσιανισμό (που αναγνωρίζει την πιθανότητα εκδήλωσης βραχυχρόνιων ανισορροπιών λόγω ανελαστικοτήτων κάποιων παραγωγικών συντελεστών) με στοιχεία του Νεοφιλελευθερισμού (ορθολογικές προσδοκίες, μακροχρόνια τάση εξισορρόπησης των αγορών). Η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση, σε αντίθεση με το Νεοφιλελευθερισμό, θεωρεί ότι οι βραχυχρόνιες ανισορροπίες απαιτούν κρατική οικονομική παρέμβαση. Υποστηρίζει ότι χρειάζεται ένας επιτελικός οικονομικός ρόλος του κράτους σε αντίθεση τόσο με το παραδοσιακό Κεϋνσιανό παρεμβατικό κράτος όσο και με την Νεοφιλελεύθερη θέση της πλήρους απόσυρσης του κράτους από την οικονομία. Στα πλαίσια αυτά θεωρεί ότι βραχυχρόνια η νομισματική πολιτική ο κύριος βραχίονας ενώ η δημοσιονομική πολιτική έχει κυρίως υποστηρικτικό ρόλο. Όμως σταδιακά, τόσο μετά την κρίση του 2008 και πλέον με την επερχόμενη ύφεση, ο ρόλος της δημοσιονομικής πολιτικής αναβαθμίζεται συνεχώς. Επιπλέον, αναγνωρίζεται και η ανάγκη κάθετης και διακριτικής βιομηχανικής πολιτικής.

[2] Το πλασματικό κεφάλαιο ουσιαστικά είναι προεξόφληση στο σήμερα μελλοντικών οικονομικών αποδόσεων (για μία διεξοδικότερη ανάλυση βλέπε Mavroudeas & Papadatos (2018)). Λειτουργεί βασικά μέσω των κεφαλαιαγορών. Πρακτικά είναι στοίχημα σε μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία. Εφόσον οι σχετικές προσδοκίες είναι θετικές τότε οδηγεί σε μία αύξηση των επενδύσεων. Εάν όμως η πραγματική οικονομία διαψεύσει τις προσδοκίες αυτές τότε προκαλείται οικονομικό κραχ.

[3] Οι κακές αποδόσεις ή/και η χρεοκοπία παραγωγικών επιχειρήσεων επιδρά αρνητικά τόσο στον τραπεζικό τομέα (καθώς αυξάνονται τα «κόκκινα δάνεια») όσο και στην κεφαλαιαγορά (καθώς καταρρέουν οι τιμές των μετοχών). Αντίστοιχα, η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας συνεπάγεται μείωση των δημόσιων εσόδων και, στους σημερινούς καιρούς, αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αδυναμία πληρωμής του δημόσιου χρέους.

[4] Η υπόθεση της «ανοσίας αγέλης» υποστηρίζει ότι η γρηγορότερη εξάπλωση μιάς επιδημίας θα οδηγήσει στην γρηγορότερη δημιουργία αντισωμάτων από τον ανθρώπινο πληθυσμό. Θα έχει μεν ένα μεγάλο αρχικό ανθρώπινο κόστος αλλά θα φέρει γρηγορότερα τον περιορισμό της επιδημίας.

[5] Είναι χαρακτηριστικό ότι η έμμεση ιδιωτικοποίηση του ιταλικού δημόσιου συστήματος υγείας μέσω του κατακερματισμού του σε ξεχωριστές περιφέρειες (σε οιωνεί ανταγωνισμό μεταξύ τους) προκάλεσε σοβαρά προβλήματα συνεννόησης και περιφερειακές ανισορροπίες ιδιαίτερα στα πρώτα κρίσιμα στάδια της επιδημίας.

[6] Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της κρατικοποίησης της Alitalia στην Ιταλία.

[7] Ο όρος Βιομηχανική Πολιτική περιγράφει ένα ευρύ φάσμα κρατικών στόχων και δράσεων για την προώθηση της οικονομικής αποδοτικότητας και της βιωσιμότητας συγκεκριμένων κλάδων της εγχώριας οικονομίας. Είναι από την φύση της εξαιρετικά παρεμβατική. Ο Νεοφιλελευθερισμός υποστηρίζει ότι είναι αναποτελεσματική και μάλιστα επιβάλλεται να μην υπάρχει καθώς «παραμορφώνει την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς». Διακρίνονται δύο ευρύτερες κατηγορίες Βιομηχανικής Πολιτικής: (α) η οριζόντια (γενικές ρυθμίσεις και πολιτικές για το σύνολο της οικονομίας χωρίς να επηρεάζεται η ισορροπία μεταξύ των επιμέρους κλάδων της οικονομίας) και (β) κάθετη (εστιάζει σε συγκεκριμένους κλάδους και εφαρμόζει διακριτικές (δηλαδή διαφοροποιημένες) ρυθμίσεις και πολιτικές που αλλάζουν την ισορροπία μεταξύ των επιμέρους κλάδων της οικονομίας).

 

[8] Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας ήδη αναφέρεται μία μείωση της απασχόλησης της τάξης των 40.000 θέσεων εργασίας. Επιπλέον, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για μαζική μετατροπή συμβάσεων πλήρους σε μερικής απασχόλησης.

 

 

https://www.researchgate.net/publication/340117767_O_koronaios_kai_e_ygieionomike_kai_oikonomike_krise_-_blog

https://www.academia.edu/42305003/%CE%9F_%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CE%BF%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7_-_blog

 

‘Is the Financialization Hypothesis a theoretical blind alley?’ – S.Mavroudeas & D.Papadatos, WORLD REVIEW OF POLITICAL ECONOMY

The article can be downloaded via the following links:

https://www.researchgate.net/publication/330719577_Is_the_Financialization_Hypothesis_a_Theoretical_Blind_Alley

https://www.academia.edu/42191644/IS_THE_FINANCIALIZATION_HYPOTHESIS_A_THEORETICAL_BLIND_ALLEY

WORLD REVIEW OF POLITICAL ECONOMY

Vol. 9, No. 4 (Winter 2018), pp. 451-476

DOI: 10.13169/worlrevipoliecon.9.4.0451

 

‘Is the Financialization Hypothesis a theoretical blind alley?’

S.Mavroudeas & D.Papadatos

 

Abstract

The Financialization Hypothesis is a popular argument in contemporary heterodox and also mainstream economics. It maintains that capitalism has undergone a radical transformation over at least the past three decades. The financial system, through a series of innovative mechanisms, has conquered the commanding heights of capitalism and has changed the whole system according to its own prerogatives. Concomitantly, the global capitalist crisis of 2008 is considered to have been a financialization crisis. This article disputes the Financialization Hypothesis and argues that instead of casting light on the actual workings of modern capitalism, it misconstrues them and leads into an explanatory blind alley. The spectacular ballooning of the financial system during the recent decades of weak profitability and accumulation does not constitute a new epoch, let alone a new capitalism. Instead, it represents a familiar capitalist response to periods of weak profitability. This does not preclude the proliferation of new financial instruments, which lend specific new forms to a well-known capitalist process. The Marxist theory of crisis and fictitious capital offers an analytically and empirically superior understanding of this process.

Interview on the EU-Turkey refugee clash – PRESS TV 9-3-2020

This is a short interview of S.Mavroudeas’ in PressTV News regarding the recent clash over refugees between the EU and Turkey.

«Σε αυτόν τον πόλεμο ποιος είναι ο εχθρός μας;», Δήλωση πανεπιστημιακών, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 7-8 Μαρτίου 2020

Κοινή δήλωση ελλήνων πανεπιστημιακών ενάντια στην πολεμοκάπηλη και εθνικιστική υστερία.

Η δήλωση δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο φύλλο του Σαββατοκύριακου 7-8 Μαρτίου 2020

Σε αυτόν τον πόλεμο ποιος είναι ο εχθρός μας;

Τις τελευταίες μέρες γινόμαστε μάρτυρες μιας αχαλίνωτης ξενοφοβικής και ρατσιστικής υστερίας, υποκινούμενης από ευρύ φάσμα δεξιών, ακροδεξιών, φασιστικών δυνάμεων και συνεπικουρούμενης από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης και εκπροσώπους της κυβέρνησης. Σε κλίμα εθνικιστικού παροξυσμού ο δημόσιος λόγος γεμίζει κατακλυσμιαία από πολεμικές ιαχές και δηλώσεις απανθρωπιάς που προσβάλλουν τις πλέον θεμελιώδεις ηθικές αξίες των ανθρώπων. Ακούσαμε ανείπωτες φράσεις μίσους να εκστομίζονται εναντίον γυναικών και παιδιών, εναντίον αδύναμων –από κάθε άποψη– ανθρώπων, χωρίς μέτρο και ντροπή!

Η οργανωμένη κλιμάκωση της ξενοφοβικής ψύχωσης επιχειρεί να καλλιεργήσει κλίμα πανικού, να παραλύσει κάθε λογική σκέψη, να πνίξει κάθε φωνή αλληλεγγύης, να μολύνει βαθύτατα μια κουρασμένη και ανασφαλή κοινωνία με το δηλητήριο του ακροδεξιού-φασιστικού μισανθρωπισμού. Οι εξελίξεις που βιώνουμε αποτελούν έξαρση των εδώ και πολύ καιρό συστηματικών προσπαθειών της εγγενώς ρατσιστικής Ακροδεξιάς να ηγεμονεύσει ιδεολογικά στην ελληνική κοινωνία, εκμεταλλευόμενη τα συσσωρευμένα οξύτατα προβλήματα που δημιούργησαν οι σκληρές μνημονιακές πολιτικές όλων των διαχειριστών της κρατικής εξουσίας.

Απέναντι στα παραληρήματα του ακροδεξιού λόγου, δηλώνουμε εμφατικά: Το πρόβλημα του ελληνικού λαού δεν ήταν ποτέ οι πρόσφυγες! Δεν ήταν οι πρόσφυγες που προκάλεσαν την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση! Δεν ήταν αυτοί που σε παγκόσμια κλίμακα –βεβαίως και στην Ελλάδα– οδήγησαν χιλιάδες επιχειρήσεις στο κλείσιμο και εκατομμύρια εργαζόμενους στην ανεργία! Δεν ήταν οι πρόσφυγες που υποχρέωσαν τα κράτη να ληστέψουν τους φορολογούμενους για να σώσουν τις τράπεζες, αυτά τα επιτελικά κέντρα του παγκόσμιου καπιταλισμού! Δεν ήταν οι πρόσφυγες, αλλά η αλαζονική και αδίστακτη ολιγαρχία του πλούτου, που όλα τα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης συνέχιζε να αυξάνει τα κέρδη της σε βάρος του μεγαλύτερου μέρους των ανθρώπων του πλανήτη! Δεν ήταν οι πρόσφυγες αυτοί που οδήγησαν τον ελληνικό λαό στο σφαγείο των μνημονίων, στη μαζική ανεργία και φτώχεια! Δεν ήταν οι πρόσφυγες που οδήγησαν κατά χιλιάδες τα παιδιά του ελληνικού λαού στη μετανάστευση! Δεν είναι οι πρόσφυγες, τέλος, οι θύτες του παγκοσμίως κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος, του θεμελιωμένου στην εκμετάλλευση των ανθρώπων του μόχθου, τον αχαλίνωτο ανταγωνισμό, την αποξένωση και τον πόλεμο.

Οι πρόσφυγες, όπως και οι μετανάστες, είναι –και αυτοί– θύματα αυτού του συστήματος! Ενός συστήματος ταξικού πολέμου των πλουσίων εναντίον των φτωχών! Επιπλέον, είναι αυτοί που βιώνουν σε μέγιστο βαθμό τις καταστροφικές συνέπειες που έχει για την ανθρωπότητα η ανεμπόδιστη λειτουργία του συστήματος αυτού. Είναι τα θύματα των επεμβάσεων και των πολέμων που διεξάγει η κυρίαρχη ιμπεριαλιστική Δύση –οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ενωση– προκειμένου να διατηρήσει και να διευρύνει την κυριαρχία της. Ας μην ξεχνάμε ότι οργανικό μέρος των ευρωατλαντικών οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών δομών είναι και η Ελλάδα. Στο πλαίσιο συμμετοχής της σε αυτές τις δομές, η ελληνική ολιγαρχία προωθεί επιθετικά τα συμφέροντά της στη χώρα και διεθνώς. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι τα θύματα του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου που διεξάγουν οι μονοπωλιακοί κολοσσοί των ιμπεριαλιστικών κρατών εναντίον των παραγωγικών δυνάμεων των ασθενέστερων χωρών του πλανήτη, προκαλώντας αλλά και ανακυκλώνοντας την υπανάπτυξη και τη φτώχεια τους.

Ο ακροδεξιός όμως λόγος, οργανωμένα και συστηματικά, στην Ελλάδα και παντού, επιλέγει να ενοχοποιεί τους πρόσφυγες. Στρέφει την οργή τμημάτων της κοινωνίας εναντίον τους, αποστρέφοντας το βλέμμα από τους πραγματικούς ενόχους, τις δυνάμεις του πολέμου (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ενωση), τις ολιγαρχίες του πλούτου και τους πολιτικούς υπηρέτες τους. Η ξενοφοβική στοχοποίηση των προσφύγων σπέρνει διχόνοια μεταξύ των λαών, υπονομεύει και καταστρέφει την κοινωνική αλληλεγγύη, το αρχέγονο όπλο των όπου γης κατατρεγμένων και καταπιεσμένων εναντίον των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών τους.

Μπροστά στην επιδημία ξενοφοβίας και ρατσισμού, δηλώνουμε ότι δεν είναι εχθροί μας οι πρόσφυγες και οι μετανάστες και ότι δεν πολεμούμε εναντίον τους! Δεν πολεμούμε εναντίον των αδύναμων, των κατατρεγμένων και εξαθλιωμένων του κόσμου αυτού! Εχθροί μας είναι οι δυνάμεις του πολέμου, οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ενωση, η ολιγαρχία του πλούτου σε Ελλάδα και Τουρκία και οι πολιτικοί υπηρέτες της! Εχθροί μας είναι οι κάθε λογής πατριδοκάπηλοι και πολεμοκάπηλοι, οι φασίστες και οι ρατσιστές, οι έμποροι του μισανθρωπισμού!

Απέναντι σε ένα σύστημα που συνθλίβει ολόκληρους λαούς, που κονιορτοποιεί τις ζωές τους και παράγει καθημερινά «περιττούς» ανθρώπους αγωνιζόμαστε για τη μαχητική αλληλεγγύη των λαών ενάντια στους κοινούς εχθρούς τους, για μια κοινωνία συντροφικότητας και ανθρωπιάς!


Οι υπογραφές των πανεπιστημιακών

  • Αγγελάτου Ρόνη,  ομότιμη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Πατρών
  • Αϊδίνης Θανάσης, καθηγητής, ΑΠΘ
  • Αλβανούδη Αγγελική, διδάσκουσα στο ΑΠΘ
  • Αρκολάκης Μανόλης, ΣΕΠ, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
  • Βελισσαρίου Σίσσυ, καθηγήτρια, ΕΚΠΑ
  • Γαγανάκης Κώστας, αναπληρωτής καθηγητής, ΕΚΠΑ
  • Γεροτζιάφας Γρηγόρης, καθηγητής, Sorbonne Université
  • Γεωργούλας Στράτος, καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  • Γιώτη Λαμπρίνα, επίκουρη καθηγήτρια, ΑΠΘ
  • Γουβιάς Διονύσης, αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  • Γούναρη Παναγιώτα, καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης
  • Γραμμένος Θεοφάνης, επίκουρος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  • Γρόλλιος Γιώργος, καθηγητής ΑΠΘ
  • Γρύλλια Στέλλα, λεκτόρισσα, Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης
  • Γρύλλιας Κωνσταντίνος, επίκουρος καθηγητής, Katholieke Universiteit Leuven,
  • Δαμίγος Δημήτρης, καθηγητής, ΕΜΠ
  • Δαλάκογλου Δημήτρης, καθηγητής, Vrije Universiteit Amsterdam
  • Δεσλή Δέσποινα, αναπληρώτρια καθηγήτρια, ΑΠΘ
  • Δαφέρμος Μανώλης, αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Κρήτης
  • Ζαρκάδης Γιάννης, καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών
  • Δημουλάς Κώστας, αναπληρωτής καθηγητής, Πάντειο
  • Ζαχαρόπουλος Νίκος, λέκτορας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  • Ζορμπαλά Τίνα, επίκουρη καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  • Ηλιόπουλος Δημήτρης, Πανεπιστήμιο  Πατρών
  • Ιωαννίδου Αλεξάνδρα, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
  • Καλλέργης Δημήτρης, λέκτορας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
  • Καλιαμπάκος Δημήτρης, καθηγητής, ΕΜΠ
  • Καλτσώνης Δημήτρης, αναπληρωτής καθηγητής, Πάντειο
  • Καραγιάννη Γιώτα, αναπληρώτρια καθηγήτρια, ΑΠΘ
  • Καρακάντζα Ευφημία, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Πατρών
  • Καρανδρέας Νίκος, ομότιμος καθηγητής, ΕΚΠΑ
  • Κάργας Γιώργος, αναπληρωτής καθηγητής, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • Κατσιαμπούρα Γιάννα, διδάσκουσα στο ΑΠΘ
  • Κιουπκιολής Αλέξανδρος, επίκουρος καθηγητής, ΑΠΘ
  • Κουγιουμουτζάκη Φωτεινή, λεκτόρισσα, ΑΠΘ
  • Κουζής Γιάννης, καθηγητής, Πάντειο
  • Κουκουτσάκη Αφροδίτη, Πάντειο
  • Κουσουρής Δημήτρης, επίκουρος καθηγητής επί θητεία, Πανεπιστήμιο Βιέννης
  • Κωσταγιόλας Πέτρος, επίκουρος καθηγητής, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
  • Λαμπροπούλου Δήμητρα, επίκουρη καθηγήτρια, ΕΚΠΑ
  • Λαπαβίτσας Κώστας, καθηγητής, Πανεπιστήμιο Λονδίνου
  • Λουκής Χασιώτης, αναπληρωτής καθηγητής, ΑΠΘ
  • Μαΐστρος Γιάννης, επίκουρος καθηγητής, ΕΜΠ
  • Μαρκέτος Σπύρος, επίκουρος καθηγητής, ΑΠΘ
  • Μαυρίδης Ηρακλής, επίκουρος καθηγητής, Πάντειο
  • Μαυρουδέας Σταύρος, καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Μηλιός Γιάννης, ομότιμος καθηγητής, ΕΜΠ
  • Μιχαλοπούλου Ελένη, senior lecturer, University of Liverpool
  • Μιχελιουδάκης Δημήτρης, επίκουρος καθηγητής, ΑΠΘ
  • Μπένος Αλέξης, καθηγητής, ΑΠΘ
  • Μπίμπου Αννα, καθηγήτρια, ΑΠΘ
  • Μπόκαρης Θέμης, αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
  • Μπουγιούκος Κώστας, επίκουρος καθηγητής, Université de Paris
  • Νικονάνου Νίκη, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  • Παπαδάκη Πολυξένη, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πάντειο
  • Παπαδημητρίου Φωτεινή, αναπληρώτρια καθηγήτρια, ΑΠΘ
  • Παπαθεοδώρου Χρίστος,  καθηγητής,  Πάντειο
  • Παραδείση Μαρία, αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πάντειο
  • Πατέλης Δημήτρης, αναπληρωτής καθηγητής, Πολυτεχνείο Κρήτης
  • Παυλίδης Περικλής, αναπληρωτής καθηγητής, ΑΠΘ
  • Παυλόπουλος Δημήτρης, αναπληρωτής καθηγητής, Vrije Universiteit Amsterdam
  • Πολίτης Τάκης, αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
  • Ποταμιάνος Νίκος, ιστορικός, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών (Ρέθυμνο)
  • Ρούσης Γιώργος, ομότιμος καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Σάμαρης Νικόλαος, Πανεπιστήμιο Πατρών
  • Σαμπανίκου Εύη, καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  • Σαρηγιάννης Μαρίνος, ιστορικός, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών (Ρέθυμνο)
  • Σειρηνίδου Βάσω, επίκουρη καθηγήτρια, ΕΚΠΑ
  • Σερντεδάκις Νίκος, αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Κρήτης
  • Σκορδούλης Κώστας, καθηγητής, ΕΚΠΑ
  • Σουβατζή Στυλιανή, ΣΕΠ, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
  • Σπαθής Γεράσιμος, ομότιμος καθηγητής, ΕΜΠ
  • Σταματόπουλος Δημήτρης, καθηγητής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
  • Στουραΐτης Γιάννης, επίκουρος καθηγητής, Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου
  • Στραβελάκης Νίκος, διδάσκων στο ΕΚΠΑ
  • Σουβλής Γιώργος, διδάσκων στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
  • Σωτήρης Παναγιώτης, ΣΕΠ, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
  • Τουλούμη Γιώτα, καθηγήτρια, ΕΚΠΑ
  • Τουρτούρας Χρήστος, επίκουρος καθηγητής, ΑΠΘ
  • Τριμπέρης Γιώργος, ομότιμος καθηγητής, ΕΚΠΑ
  • Τύμπας Αριστοτέλης, καθηγητής, ΕΚΠΑ
  • Χρύσης Αλέξανδρος, καθηγητής, Πάντειο
  • Χρυσοχόου Ξένια, καθηγήτρια, Πάντειο
  • Ψημμένος Ιορδάνης, καθηγητής, Πάντειο
  • Ωρμπακε Βέμουντ, επίκουρος καθηγητής, ΑΠΘ

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/234237_se-ayton-ton-polemo-poios-einai-o-ehthros-mas

 

Η συμβολή του Ένγκελς στον Μαρξισμό και η προσπάθεια να τεθεί σε αντιπαράθεση με τον Μαρξ – ΠΡΙΝ 29/2/2020

ΠΡΙΝ

29 Φεβρουαρίου – 1 Μαρτίου 2020

Νο.1464

 

Η συμβολή του Ένγκελς στον Μαρξισμό και η προσπάθεια να τεθεί σε αντιπαράθεση με τον Μαρξ

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Μια σύντομη βιογραφία

To 2020 είναι η διακοσιοστή επέτειος από τη γέννηση του Φρ.Ένγκελς, συνιδρυτή της Mαρξιστικής παράδοσης. Προερχόταν από αστική οικογένεια με επιχειρήσεις στη Γερμανία και την Αγγλία. Σαν νεολαίος ακολούθησε την ριζοσπαστικοποίηση της γερμανικής φοιτητικής νεολαίας εκείνης της εποχής που, αν και προερχόταν από την αστική τάξη, ήταν βαθιά απογοητευμένη από την αποτυχία των αστικών δημοκρατικών επαναστάσεων στη τότε κατακερματισμένη Γερμανία. Αυτές οι επαναστάσεις για μια δημοκρατική κοινωνία ξεκινούσαν από την αστική τάξη που όμως εμπρός στην στρατιωτική απειλή σύντομα συμβιβαζόταν αφήνοντας τις λαϊκές τάξεις να πολεμήσουν μέχρι το πικρό τέλος. Ένα σημαντικό τμήμα της φοιτητικής νεολαίας – ανάμεσα τους οι Μαρξ και Ένγκελς – αμφισβήτησε την προοδευτικότητα της αστικής τάξης και αναζήτησε τον χειραφετητή της ανθρώπινης κοινωνίας στις λιγότερο μορφωμένες αλλά πιο αγωνιστικές λαϊκές τάξεις.

Ο Ένγκελς πρωτο-συναντήθηκε με τον Μαρξ το 1842, αλλά η διαχρονική φιλία και η επιστημονική και πολιτική συνεργασία τους ξεκίνησε το 1844. Είχε γίνει κομμουνιστής πριν από τον Μαρξ, με τον τελευταίο να ακολουθεί σύντομα. Συνέγραψαν το 1847 το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Συμμετείχε στις επαναστατικές εξεγέρσεις του 1849 στη Γερμανία και πολέμησε με ένα από τα καλύτερα επαναστατικά στρατιωτικά αποσπάσματα.

Μετά την ήττα των εξεγέρσεων επέστρεψε το 1850 στο Μάντσεστερ στην οικογενειακή επιχείρηση κλωστοϋφαντουργίας και είχε κυριολεκτικά μία «διπλή» ζωή: αφενός, ως διευθυντής εργοστασίου και αφετέρου ως κοινωνικός επαναστάτης. Την ίδια περίοδο ο Μαρξ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και η συνεργασία τους εντατικοποιήθηκε. Μεταξύ τους υπήρχε ένας συστηματικός καταμερισμός εργασίας, όπου ο Ένγκελς πρωταγωνίστησε κυρίως στις πολιτικές δραστηριότητες ενώ ο Μαρξ επικεντρώθηκε στη θεωρητική ανάλυση. Αυτό δεν μειώνει το θεωρητικό ανάστημα του Ένγκελς, καθώς συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση της Μαρξιστικής θεωρίας με τις δικές του συνεισφορές, την συν-συγγραφή έργων με τον Μαρξ και, πάνω απ’ όλα, με την τεράστια γνώση του για τις πραγματικές λειτουργίες της καπιταλιστικής οικονομίας. Όταν ο Ένγκελς τελικά αποχώρησε από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες το 1870, μετακόμισε κοντά στο Μαρξ στο Λονδίνο και η συνεργασία τους εντατικοποιήθηκε περαιτέρω.

Μετά τον θάνατο του Μάρξ το 1883, ο Ένγκελς ανέλαβε το ηράκλειο εγχείρημα του να επεξεργαστεί το αδημοσίευτο έργο του Μαρξ και ιδιαίτερα τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Επιπλέον, προώθησε δραστήρια τον Μαρξισμό και την δημιουργία επαναστατικών εργατικών κομμάτων.

 

Η συμβολή του Ένγκελς στη Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία

Η θεωρητική συνεισφορά του Ένγκελς καλύπτει πολλά πεδία. Ωστόσο, συνήθως παραμελείται η συμβολή του στην Πολιτική Οικονομία.

Το πρώτο οικονομικό έργο του, τα Περιγράμματα μιας Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, ώθησε τον Μαρξ στην Πολιτική Οικονομία. Σε αυτό προσφέρει μια κριτική ανάλυση της Θεωρίας της Αξίας της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και μελετά τους οικονομικούς κύκλους, την τάση συγκέντρωσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου, το ρόλο της κερδοσκοπίας και την εγγενή τάση του καπιταλισμού να δημιουργεί πλεονάζον εργατικό δυναμικό («εφεδρικό στρατό εργασίας»). Τέλος, επισημαίνει τον αναποτελεσματικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και την ανωτερότητα μιας σχεδιασμένης οικονομίας.

Στην Κατάστασή της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία διερευνά κρίσιμα ζητήματα που αργότερα αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά των Μαρξιστικών Οικονομικών της Εργασίας (αγορά εργασίας, προσδιορισμός μισθών και ανεργίας, διαδικασία εκβιομηχάνισης και τεχνικής αλλαγής). Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο τονισμός του κοινωνικού προσδιορισμού της αξίας της εργασιακής δύναμης (σε αντίθεση με τον Ρικαρδιανό απλά φυσικό προσδιορισμό της) και συνεπώς η διατηρησιμότητα των εργατικών κατακτήσεων. Στο θέμα αυτό επανέρχεται στο Στεγαστικό Ζήτημα.

Στο Anti-Duhring αφιερώνει ένα ολόκληρο τμήμα για την Πολιτική Οικονομία όπου αναλύει την επιστημονική μεθοδολογία, την θεωρία της υπεραξίας και την θεωρία της γαιοπροσόδου. Υπογραμμίζει δικαίως ότι η θεωρία της υπεραξίας (και φυσικά η υποκείμενη της Εργασιακή Θεωρία της Αξίας – ΕΘΑ) και ο Νόμος της Πτωτικής Τάσης του Ποσοστού Κέρδους (ΠΤΠΚ) αποτελούν τις βασικές αρχές της μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης και τον κορμό της διαφοροποίησης της από την Κλασική Πολιτική Οικονομία. Ένα συνήθως παραμελημένο πολύτιμο στοιχείο της συνεισφοράς του Ένγκελς στην Πολιτική Οικονομία είναι η επισήμανση από μέρους του της επίδρασης που έχει ο χρόνος περιστροφής του κεφαλαίου στην κερδοφορία. Με βάση τις βαθιές του γνώσεις για τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, επισημαίνει ότι είναι ένας αντεπιδρών παράγοντας στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αυτό είναι ένα ζήτημα που παραμένει μέχρι σήμερα ανεπαρκώς διερευνημένο στη Μαρξιστική οικονομική ανάλυση.

Όμως, η σημαντικότερη συμβολή του Ένγκελς στη Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία είναι το ηράκλειο κατόρθωμα του να εξομαλύνει τα σημειωματάρια του Μαρξ και να τα διαμορφώσει στον δεύτερο και τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Αυτό δεν απαιτούσε έναν σχολαστικό φιλολογικό επιμελητή αλλά έναν πολύ ικανό πολιτικό οικονομολόγο με βαθιά γνώση των ζητημάτων που διαπραγματευόταν. Ο Ένγκελς ήταν σε θέση να επιτύχει σε αυτό όχι μόνο επειδή είχε αυτή την ποιότητα, αλλά και επειδή ήταν «σάρκα και αίμα» της σκέψης του Μαρξ. Η οικονομική ανάλυση του Μαρξ δεν θα ήταν τόσο ισχυρή χωρίς την πολύ στενή αλληλεπίδραση και την συνύπαρξη με την βαθιά γνώση του Ένγκελς σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού και τις δικές του ισχυρές ικανότητες οικονομικής ανάλυσης.

 

 

Σχετικά με τις προσπάθειες αντιπαράθεσης του Ένγκελς στον Μαρξ

 

Συχνά ο Ένγκελς έχει υποστεί επιθέσεις κατηγορούμενος ότι παραμόρφωσε την σκέψη του Μαρξ. Το κοινό έδαφος τους είναι ότι έκανε τον Μαρξισμό μια πολιτική και θεωρητική δύναμη, προκαλώντας την οργή εχθρών αλλά αμφίβολων «φίλων», που προτιμούν τον Μαρξισμό σαν άμορφη «κριτική» προσέγγιση χωρίς πολιτική παρέμβαση.

Οι πρώτες σοβαρές επιθέσεις εκδηλώθηκαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 και επικεντρώθηκαν σε φιλοσοφικά και μεθοδολογικά ζητήματα. Ο Ένγκελς κατηγορήθηκε ότι παραμόρφωσε την διαλεκτική του Μαρξ μετατρέποντας την σε μια μηχανιστικά αντικειμενική μέθοδο και ότι προσπάθησε να φυλακίσει το ελεύθερο κριτικό πνεύμα του Μαρξ στο κλουβί ενός τυποποιημένου «συστήματος» (π.χ. McLellan, Carver). Αυτή η επίθεση είχε μερικές φορές μια υπερ-αριστερή χροιά, καθώς εκθείαζε την υποτιθέμενη απροσδιοριστία της ταξικής πάλης σε αντίθεση με τους αυστηρούς νόμους κίνησης της. Στην αντιπαράθεση που ακολούθησε αποδείχθηκε ότι, παρά ορισμένες μικρές διαφορές, ο Ένγκελς ήταν σύμφωνος με τον Μαρξ.

Το δεύτερο κύμα επιθέσεων εκδηλώθηκε από την δεκαετία του 1990 και επικεντρώθηκε στην Πολιτική Οικονομία. Βασικός πολιορκητικός κριός είναι η λεγόμενη «Νέα Ανάγνωση» (ΝΑ) και η συμπόρευση της με τους Σραφφιανούς. Η Γερμανική ΝΑ αντιτίθεται στην υποτιθέμενη ακαμψία της κλασικής Μαρξιστικής θεωρίας. Υποστηρίζει ότι ο Μαρξ είχε μία «νομισματική θεωρία της αξίας» (δηλαδή άμεση ταύτιση αξίας και χρήματος), όταν ο τελευταίος είχε ρητά επικρίνει αυτή την εσφαλμένη αντίληψη του Φράνκλιν. Επίσης, η ΝΑ αρνείται ότι το κράτος είναι όργανο της αστικής τάξης και υποστηρίζει ότι, παρόλο ότι υποστηρίζει τον καπιταλισμό, έχει σημαντικούς βαθμούς αυτονομίας. Έτσι καταλήγει στη ρεφορμιστική πολιτική. Τέλος, αμφισβητεί τον επαναστατικό χαρακτήρα της εργατικής τάξης. Ο Σραφφιανισμός απορρίπτει την ΕΘΑ και την ΠΤΠΚ και, όταν δεν απορρίπτει τον Μαρξισμό, επιδιώκει να τον αφομοιώσει μέσα στον νεο- Ρικαρδιανισμό. Πολιτικά απεχθάνεται την αυτοτελή οργάνωση και δράση της εργατικής τάξης και προτάσσει την υπαγωγή της σε ρεφορμιστικές Κεϋνσιανές πολιτικές.

 

Το βασικό εργαλείο της επίθεσης αυτής είναι ο έλεγχος της έκδοσης των έργων του Μαρξ και του Ένγκελς (MEGA), μετά την κατάρρευση της Σοβ. Ένωσης, από γερμανικά ιδρύματα σοσιαλδημοκρατικής επιρροής (με κρατική χρηματοδότηση). Ο βασικός ισχυρισμός αυτού του δεύτερου κύματος επιθέσεων είναι ότι ο Ένγκελς παραμόρφωσε το Κεφάλαιο κάνοντας αδικαιολόγητες παρεμβάσεις και παρουσιάζοντας το ως ένα ολοκληρωμένο έργο, ενώ πρόκειται απλώς για ένα ελλιπές και αντιφατικό ερευνητικό σχεδίασμα. Ιδιαίτερα, η επίθεση αυτή επικεντρώνεται στην αμφισβήτηση του ότι ο Μαρξ έχει μία γενική θεωρία της οικονομικής κρίσης με βάση την ΠΤΠΚ. Η τελευταία αποδίδεται από τους νέους αντι-Ενγκελσιονιστές σε παραποιήσεις του Ένγκελς καθώς διατείνονται ότι ο Μαρξ στα χειρόγραφα του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου εμφανίζεται να είχε αμφιβολίες και να είναι ουσιαστικά αγνωστικιστής.

Το κύριο μέτωπο τους είναι στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, αν και ολόκληρο το Κεφάλαιο υφίσταται την επίθεση τους ως αντιφατικό και μη-δυνάμενο να ολοκληρωθεί λόγω αντιφάσεων πόνημα. Βέβαια, δεν μπορούν να κατηγορήσουν τον Ένγκελς για πλαστογράφηση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, καθώς αυτό δημοσιεύθηκε από τον ίδιο τον Μαρξ. Βέβαια, δυστυχώς γι’ αυτούς, ένα μεγάλο τμήμα των θέσεων που συγκεντρώνουν την οργή τους (π.χ. ΕΘΑ, Θεωρία Χρήματος, ΠΤΠΚ) είναι ήδη σαφώς διατυπωμένες στον πρώτο τόμο. Επομένως, η κύρια προσπάθειά τους είναι να εισάγουν μια σφήνα μεταξύ του πρώτου και του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου, υποστηρίζοντας ότι ο Μαρξ είχε ανασκευάσει τις απόψεις του για τα ζητήματα αυτά κατά την συγγραφή του τρίτου τόμου και ότι ο Ένγκελς το απέκρυψε.

Ο M.Heincrich, εξέχων εκπρόσωπος της ΝΑ, υποστηρίζει ότι η παρέμβαση του Ένγκελς παραμόρφωσε το κείμενο του Μαρξ, παρουσιάζοντάς το ως συνεκτικό έργο, ενώ ήταν ένα ανολοκλήρωτο αλλά και μη-ολοκληρώσιμο έργο: η σκέψη του Μαρξ ήταν «πολύ πιο αμφίθυμη και πολύ λιγότερο ανεπτυγμένη», «είναι αμφίβολο αν τα υλικά ήταν διαθέσιμα για την ολοκλήρωση του Κεφαλαίου». Υπονοεί ακόμη και δόλιες προθέσεις, υποστηρίζοντας ότι ο Ένγκελς «δεν έδειξε με κανέναν τρόπο όλες τις παρεμβολές και αλλαγές που έκανε» στον τρίτο τόμο. Ως απόδειξη επικαλείται τους Vollgraf & Jungnickel. Μια προσεκτική εξέταση των αποδείξεών τους δείχνει ότι είναι αβάσιμοι φιλολογικοί σχολαστικισμοί με ουσιαστική άγνοια των αναλυόμενων οικονομικών ζητημάτων. Οι Vygodskii & Naron τους επέκριναν ευστοχότατα για το ότι δεν κατανοούν τον ιστορικό χαρακτήρα του Κεφαλαίου και ότι ουσιαστικά προσπαθούν, χωρίς να έχουν τα προσόντα, να υποκαταστήσουν τον Ένγκελς ως «σύγχρονοι» εκδότες του Κεφαλαίου.

Στα αναλυτικά θέματα, η κύρια εστίασή του δεύτερου αυτού κύματος αντι-Ενγκελσιονιστών είναι στη θεωρία των κρίσεων. Ο Heinrich προβάλλει το σόφισμα ότι μετά το 1865 «Παρόλο ότι ο Μαρξ δεν έκανε πλέον ρητή αναφορά στον« νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους», μια ισχυρή απόδειξη υποδηλώνει ότι ο Μαρξ δεν υποστήριζε πλέον αυτόν τον νόμο» . Η απόδειξη αυτή είναι ένα σημείο του τρίτου τόμου όπου ο Μαρξ εξετάζει αποκλίσεις μεταξύ της αξιακής (ΑΣΚ) και της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ΟΣΚ). Αυτό είναι ένα μελετημένο ζήτημα στην Μαρξιστική ανάλυση (Saad-Filho), που ο Heinrich αγνοεί επιδεικτικά. Όμως η ΠΤΠΚ του Μαρξ στηρίζεται στην ΟΣΚ.

Το επόμενο θεωρητικό ζήτημα που είναι η θεωρία του πιστωτικού συστήματος, όπου δηλώνει ότι ανακάλυψε προφανείς αποδείξεις Ενγκελσιανής παραποίησης του Μαρξ. Υποστηρίζει ότι ο Μαρξ δεν την συζητά στο επίπεδο υψηλής αφαίρεσης του Κεφαλαίου, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο που συνδέεται με ορισμένους ιστορικώς ειδικούς θεσμικούς παράγοντες. Υποστηρίζει μάλιστα ότι για τον Μαρξ «δεν μπορεί να υπάρξει μια γενική θεωρία πίστης». Στη συνέχεια, κατηγορεί τον Ένγκελς ότι παρουσίασε το ερευνητικό υλικό που βρήκε στο χειρόγραφο του Μαρξ ως γενική θεωρία. Αυτό είναι ένα εντελώς αβάσιμο επιχείρημα. Πρώτον, η ανάλυση της πίστης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της θεωρίας του χρήματος. Και η θεωρία του χρήματος του Μαρξ είναι ένα οργανικό μέρος της ανάλυσης του Κεφαλαίου. Δεύτερον, η ανάλυση του Μαρξ προχωρά από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο. Κατά συνέπεια, η ανάλυσή του για την πίστη ακολουθεί την ίδια διαδρομή και δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε κάποιο ενδιάμεσο επίπεδο.

Οι Σραφφιανοί συνεπικουρούν τη ΝΑ, αν και υποτίθεται ότι έχουν αντίθετες απόψεις για την θεωρία της αξίας. Ο H.Kurz, εξέχουσα προσωπικότητα του Σραφφιανισμού, επαινεί τα MEGA γιατί παρουσιάζουν τον Μαρξ ως «αναγεννησιακό άνθρωπο και homo universalis» παρά ως πολιτικό ακτιβιστή. Κατηγορεί τον Ένγκελς ότι «δεν ήταν, τουλάχιστον όχι εντελώς, ο αθώος εκδότης όπως αυτός ισχυρίσθηκε, αν και υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι αισθάνθηκε ότι ήταν». Θρηνεί γιατί τα MEGA δεν βρήκαν καμία υπαναχώρηση του Μαρξ από την ΕΘΑ (αν και ο διαβόητα επιπόλαιος D.Harvey έχει βιαστεί να δηλώσει κάτι τέτοιο). Όμως εκστασιάζεται όσον αφορά την ΠΤΠΚ, όπου ενστερνίζεται πρόθυμα όλους τους ισχυρισμούς της ΝΑ. Τα συμπεράσματά του είναι αποκαλυπτικά πολιτικά. Με βάση την αποδιάρθρωση του Μαρξισμού από τα MEGA καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Μαρξ είχε επιφυλάξεις σχετικά με το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού».

 

Αντιπαλεύουν την αυτοτελή πολιτική δράση του προλεταριάτου

Για τους αντι-Ενγκελσιονιστές που προσπαθούν να προβληθούν ως οι πραγματικοί διερμηνείς της σκέψης του Μαρξ, η ιστορία δεν αφήνει περιθώρια. Η στενή προσωπική σχέση του Μαρξ και του Ένγκελς, ο κοινός τρόπος σκέψης, ο καταμερισμός της εργασίας (τόσο θεωρητικός όσο και πολιτικός) είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση.

Ο λόγος που ο Ένγκελς προσελκύει τόσο μίσος είναι ότι συστηματοποίησε τον Μαρξισμό ως θεωρητικό σύστημα και τον μεταμόρφωσε σε ένα μαζικό πολιτικό κίνημα. Άλλωστε οι σύγχρονοι αντι-Ενγκελσιονιστές προτιμούν να μην έχει δημοσιευθεί το Κεφάλαιο: «είναι ένα ατελές και μη-δυνάμενο να ολοκληρωθεί έργο». Γι’ αυτόν τον λόγο, προσπαθούν να απεικονίσουν τον Μαρξ ως «φιλελεύθερο στοχαστή» (Carver) σε αντίθεση με τον «ύπουλο» κομμουνιστή Ένγκελς. Είναι αλήθεια ότι ο Ένγκελς έγινε κομμουνιστής πριν από τον Μαρξ. Είναι εξίσου αλήθεια ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς είναι συνιδρυτές του Μαρξισμού και του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτός ο δεσμός δεν μπορεί να καταλυθεί, παρά τις «φιλότιμες» προσπάθειες των αντι-Ενγκελσιονιστών.