Category Archives: Άρθρα σε εφημερίδες – Newspaper articles

«Καθαρή έξοδος» και άλλα παραμύθια – ΠΡΙΝ 25-6-2018

http://prin.gr/?p=21345

 

«Καθαρή έξοδος» και άλλα παραμύθια

Posted: June 25, 2018 / in: Αναλυση, Πρωτοσελιδο

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Κυβέρνηση και ΕΕ ισχυρίζονται πως η Ελλάδα βγαίνει από τα μνημόνια, με ρυθμισμένο το χρέος. Τίποτα πιο αναληθές: οι μνημονιακοί νόμοι παραμένουν καθώς και οι σφαγιαστικοί στόχοι, ενώ το δημόσιο χρέος παραμένει στα ύψη και μάλιστα εν μέσω διεθνούς αστάθειας. Το σημαντικότερο: οι αιτίες της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού δεν έχουν ξεπεραστεί.

Μνημονιακές δεσμεύσεις χωρίς τέλος

 

Από το success story της ΝΔ σε αυτό του ΣΥΡΙΖΑ

Η τυπική ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου τον Αύγουστο 2018 δίνει την ευκαιρία (;) στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προβάλλει και αυτή, όπως η προηγούμενη των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το δικό της success story, δηλαδή ότι βγάζει την χώρα από την κρίση και ότι η εποχή της αντιλαϊκής λιτότητας περνά. Ο κουτοπόνηρος αυτός ισχυρισμός –όπως και ο ανάλογος των προκατόχων της- βασίζεται σε υποκρισίες και συνειδητά αβάσιμα επιχειρήματα. Φυσικά ενορχηστρωτής και αυτού του success story είναι οι ξένοι πάτρωνες της ελληνικής ολιγαρχίας (βασικά η Ευρωπαϊκή Ένωση), ενώ τα εγχώρια (αυτή την φορά ψευδο-αριστερά) φερέφωνα είναι απλοί οργανοπαίκτες. Βέβαια και οι τελευταίοι, όπως και οι προηγούμενοι, προσπαθούν να πουλήσουν την «μελωδία» τους στον λαό για να εξασφαλίσουν την πολιτική επιβίωση τους. Είναι κυριολεκτικά φαιδρός ο σκυλοκαβγάς ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ για το νέο success story, όπου οι δύο εμπλεκόμενοι έχουν ουσιαστικά απλά αλλάξει τις θέσεις τους. Εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση, αποδομούσε το success story των προκατόχων του έρχεται τώρα η ΝΔ – με όχι ουσιαστικά διαφορετικά επιχειρήματα – να κάνει το ίδιο. Αν όμως τα μαλλιοτραβήγματα των εγχώριων οργανοπαικτών μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν, τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά μεταξύ των μαέστρων αυτής της φαρσοκωμωδίας. Για πρώτη φορά η αντιπαράθεση όσον αφορά το ελληνικό success story μεταξύ του ΔΝΤ (βλέπε ΗΠΑ) και της ΕΕ παίρνει τόσο μεγάλη διάσταση με το πρώτο να το αμφισβητεί ευθέως και την δεύτερη να το υπερασπίζεται μανιωδώς (προς λύπη της ΝΔ).

 

Η δομική κρίση στην Ελλάδα,δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί

Η μαρξιστική ανάλυση δείχνει ότι η ελληνική είναι μία βαθιά δομική κρίση του ελληνικού καπιταλισμού που προέρχεται από πρώτον την φθίνουσα κερδοφορία του (παρά την αυξημένη εκμετάλλευση της εργασίας) λόγω της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν επαρκώς κερδοφόρα και δεύτερον από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του ελληνικού υπο-ιμπεριαλισμού μέσα κυρίως στην ευρωπαϊκή ενοποίηση από τους πιο αναπτυγμένους καπιταλισμούς της. Τα αίτια αυτά οδήγησαν στην κρίση (δηλαδή το μπλοκάρισμα της ομαλής λειτουργίας της οικονομίας και την συρρίκνωση των δραστηριοτήτων της). Ο δημόσιος τομέας έσπευσε να στηρίξει την φθίνουσα ιδιωτική καπιταλιστική κερδοφορία με αποτέλεσμα να εκτιναχθούν στα ύψη τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Τα τελευταία χρηματοδοτήθηκαν κυρίως με εξωτερικό δανεισμό – λόγω ευρωζώνης – με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να είναι λιγότερο διαχειρίσιμο. Η κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών οδήγησε στην αδυναμία αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και στον κίνδυνο χρεωκοπίας. Συνεπώς, η ελληνική είναι μία δομική κρίση που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και επιδεινώθηκε από την προβληματική παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας λόγω ένταξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και την ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση της από ισχυρότερους καπιταλισμούς. Η δημοσιονομική κρίση και η κρίση (εξωτερικού) ισοζυγίου πληρωμών – τα διαβόητα δίδυμα ελλείμματα – είναι παράγωγα και όχι αίτια της κρίσης.

Αυτή η κρίση δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί, όπως δείχνει η στασιμότητα των επενδύσεων (τόσο εγχώριων όσο και ξένων). Χαρακτηριστικά, ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου παραμένει στάσιμος, οι μόνες σημαντικές επενδύσεις που γίνονται είναι κυρίως στον τουριστικό κλάδο (που, παρά τα κουτοπόνηρα φληναφήματα των ξενοδόχων, έχει ασήμαντες επιπτώσεις στην απασχόληση, προκαλεί σημαντικές εισαγωγές από το εξωτερικό, είναι εξαιρετικά ευάλωτος στις επιλογές των μεγάλων tour operators και μάλλον αγγίζει ήδη τα όρια της υπάρχουσας υποδομής), ενώ τα ξένα κεφάλαια έρχονται μόνο όταν παίρνουν «φιλέτα» σε τιμές εξευτελιστικές (και όχι για να στήσουν νέες δραστηριότητες).

Βέβαια η κυρίαρχη (νεοφιλελεύθερη και νέο-κεϋνσιανή) αντίληψη (και από κοντά και οι επιπόλαιες ριζοσπαστικές αναλύσεις της χρηματιστικοποίησης και του μετα-κεϋνσιανισμού) δεν μπορούν και δεν θέλουν να δουν όλα τα παραπάνω, γιατί τότε θα έπρεπε είτε να αναγνωρίσουν την προβληματική φύση του καπιταλισμού είτε/και τον καταστροφικό ρόλο της ένταξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αντίθετα, εστιάζουν μόνο στο επιφαινόμενο ζήτημα του χρέους. Όλη η αρχιτεκτονική των μνημονίων εστιάζει στην αποφυγή της χρεωκοπίας (δηλαδή στην βιωσιμότητα του χρέους). Η περιορισμένη αναφορά σε διαρθρωτικά προβλήματα αφορά μόνο την ασυδοσία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και όχι φυσικά την παραγωγική ανασυγκρότηση (καθώς αυτό θα έθιγε τις επιταγές της ευρωπαϊκής ενοποίησης) και λειτουργεί απλά υποστηρικτικά στη διασφάλιση του χρέους.

Η στρατηγική των μνημονίων μέχρι τώρα έχει επιδείξει μόνο αποτυχίες και γι’ αυτό χρειάζεται διαρκείς αναπροσαρμογές. Η πιο κραυγαλέα απόδειξη της αποτυχίας της είναι ο ίδιος ο βασικός στόχος της (ο λόγος χρέους/ΑΕΠ) που αντί να μειωθεί στα χρόνια των μνημονίων έχει αυξηθεί: από 120% σε περίπου 180%! Για να σωθούν τα προσχήματα η μεν ΕΕ κάνει κυριολεκτικά φαιδρές αναλύσεις βιωσιμότητας χρέους ενώ και το ΔΝΤ έχει εφεύρει έναν ηπιότερο μεσοπρόθεσμο ορισμό βιωσιμότητας. Αυτή η υποκρισία κράτησε αρκετά έτσι ώστε, παρόλο ότι αμφότεροι γνώριζαν ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν επιλυνόταν ούτε καν στο ζήτημα του χρέους, να κερδίσουν χρόνο και να αποφύγουν ευρύτερες αναταράξεις στην ΕΕ και στην παγκόσμια οικονομία.

Σήμερα όμως η παρόξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών –ιδιαίτερα με την επιθετική πολιτική Τραμπ– ανατρέπει τους συμβιβασμούς αυτούς. Το ΔΝΤ ξαναθυμήθηκε ότι το πρόβλημα του χρέους δεν επιλύεται και απαιτεί άμεσες και ριζικές λύσεις, δηλαδή να βάλει η ΕΕ το χέρι στην τσέπη. Η ευρύτερη επιδίωξη των ΗΠΑ είναι να γονατίσουν την ΕΕ σαν πιθανό ανταγωνιστή τους. Ιδιαίτερα η Γερμανία ανθίσταται σ’ αυτό αποκλείοντας διαγραφή χρέους και συζητώντας μόνο μία ελεγχόμενη και μικρή αναδιάρθρωση του (επιμήκυνση χρέους, εξομάλυνση της εξυπηρέτησης του ιδιαίτερα μετά το 2023 που η τελευταία αυξάνει δραματικά κλπ.). Επίσης προσπαθεί να κρατήσει το ΔΝΤ μέσα στο ελληνικό πρόγραμμα, κάνοντας έτσι τις ΗΠΑ συνυπεύθυνες και αποκλείοντας έναν πιο αντιπαραθετικό ρόλο τους.

Στη διελκυστίνδα αυτή η ΕΕ προβάλλει ότι το πρόβλημα χρέους έχει ουσιαστικά αντιμετωπισθεί και συνεπώς δεν χρειάζεται τέταρτο μνημόνιο που θα σήμαινε μη-βιωσιμότητα του χρέους και νέα δάνεια. Με τον τρόπο αυτό στηρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ καθώς τις δίνει την δυνατότητα να κατασκευάσει το δικό της ψευδεπίγραφο success story. Η δε τελευταία εγκαταλείπει ουσιαστικά κάθε στόχο ριζικής αναδιάρθρωσης χρέους και περιορίζεται σε ότι ψίχουλα είναι διατεθειμένοι να δώσουν οι ευρωπαίοι πάτρωνες. Για να δοθεί αυτή η ψεύτικη εικόνα επιτυχίας ωθείται η Ελλάδα στη δημιουργία «μαξιλαριού» μέσω δανεισμού από τις διεθνείς αγορές, ο οποίος είναι ακριβός και θα γίνει ακόμη ακριβότερος καθώς έχει ξεκινήσει κύκλος αύξησης των επιτοκίων και επίσης οι κλυδωνισμοί στην ΕΕ (βλέπε Ιταλία πιο πρόσφατα) πολλαπλασιάζονται. Επιπλέον, σχεδιάζεται ένας μηχανισμός χρηματοδότησης μέσω του ESM που θα ενεργοποιηθεί σε περίπτωση αποτυχίας (και που φυσικά θα συνεπιφέρει επιπρόσθετες δεσμεύσεις).

Ταυτόχρονα, και αντίθετα με τα παραμύθια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η εποπτεία θα συνεχισθεί για πολλά χρόνια. Αυτό έχει δηλωθεί από όλες τις επίσημες πλευρές και έχει «σεμνά» αναγνωρισθεί από τον Ευ.Τσακαλώτο. Απλά η εποπτεία θα πάρει άλλη μορφή και θα γίνει λίγο πιο διακριτική (αλλά σε καμία περίπτωση λιγότερο αυστηρή στα καθοριστικά ζητήματα). Όπως διαρρέεται, θα περιλαμβάνει περιοδικές (μάλλον 3μηνιαίες) εκθέσεις που θα αφορούν όλη την ευρεία γκάμα των δεσμεύσεων που έχουν ήδη συνομολογηθεί για αρκετά χρόνια μετά το 2018. Το καρότο του νέου συστήματος εποπτείας δεν περιλαμβάνει δάνεια (αν και θα υπάρχει σχετικό αποθεματικό στον ESM για περίπτωση κατάφορης αποτυχίας του προγράμματος) αλλά «καραμελίτσες» (όπως επιστροφή των κερδών από τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Ελλάδα και ενδεχόμενες νέες ήπιες διευκολύνσεις στην εξυπηρέτηση του χρέους εάν χρειασθεί).

Με άλλα λόγια, τα μνημόνια θα τελειώσουν τυπικά για να συνεχισθούν ουσιαστικά. Όπως επιβεβαίωσε και το πρόσφατα αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, οι στόχοι σχετικά με καθοριστικά μακροικονομικά μεγέθη (πρωτογενές πλεόνασμα, εξυπηρέτηση χρέους, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικά έσοδα κλπ.) παραμένουν πάντα εξαιρετικά υψηλοί (και ιδιαίτερα αυτοί που αφορούν την μακροχρόνια επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ και μεσοσταθμικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ άνω του 2% είναι ουσιαστικά ανεδαφικοί). Εδώ παραμένουν πάντα και τα ήδη θεσμοθετημένα μαστίγια του μνημονιακού προγράμματος. Η αποτυχία εκπλήρωσης των μακροοικονομικών στόχων επιφέρει αυτόματες περικοπές σε βασικά δημοσιονομικά πεδία (οι περιβόητοι κόφτες που κατασκευάσθηκαν ήδη επί υπουργίας Βαρουφάκη).

Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιράζει τη φτώχεια δεν την περιορίζει

Επιβάλλει νέες περικοπές για το λαό, ενώ χαριεντίζεται με το κεφάλαιο

 

Συνεπώς είναι απλά γελοίες οι διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ περί αυξημένης ελευθερίας δημοσιονομικής πολιτικής μετά τον Αύγουστο 2018, η οποία δήθεν θα οδηγήσει σε μείωση της λιτότητας σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Αντιθέτως, στο άμεσο μέλλον προβλέπεται η ουσιαστική μείωση του αφορολόγητου από το 2020 (αλλά ενδεχομένως και νωρίτερα) που θα αυξήσει περαιτέρω την φορολογική ληστεία των λαϊκών εισοδημάτων. Επίσης έχει συνομολογηθεί η γενικευμένη μείωση των συντάξεων (της τάξης των 2,5 δις) από το 2019 μέσω της δραστικής μείωσης της «προσωπικής διαφοράς» και ορισμένων άλλων αλχημειών του νομοθετικού εκτρώματος Κατρούγκαλου.

Αυτό το οποίο ουσιαστικά κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, και θα ήθελε να το πουλήσει ως δώρο στο μέλλον, είναι το μοίρασμα της φτώχειας και όχι ο περιορισμός της. Στην προσπάθεια του να δημιουργήσει και δικά του πελατειακά δίκτυα – ανάλογα με αυτά των άλλων συστημικών κομμάτων – αναδιανέμει ψίχουλα από κάποια στρώματα προς κάποια άλλα. Ιδιαίτερα επιδιώκει να εξαγοράσει με ξεροκόμματα πληβειακά στρώματα διαλύοντας κάθε ταξική συνείδηση τους και οδηγώντας τα κυριολεκτικά στην λουμπενοποίηση. Είναι χαρακτηριστική η πολιτική του στο κρίσιμο ζήτημα της απασχόλησης όπου παρουσιάζεται μείωση της ανεργίας που οφείλεται αφενός στην αύξηση της μετανάστευσης (που δεν είναι μόνο πλέον brain drain) και αφετέρου σε δημιουργία περιστασιακών, ουσιαστικά ανασφάλιστων, κακοπληρωμένων και με άθλιες συνθήκες θέσεων εργασίας.

Φυσικά την ίδια ώρα – και βέβαια με πιο σοβαρά ανταλλάγματα – επιδιώκει να ενδυναμώσει και να διευρύνει τους δεσμούς του με μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου. Χαρακτηριστικά, οι κυβερνητικοί χαριεντισμοί με τους κατά Ωνάση «καρχαρίες» του εφοπλισμού γνωρίζουν λαμπρές στιγμές, όπως άλλωστε και η ασυδοσία και η κραυγαλέα φοροαποφυγή των τελευταίων.

 

Η κρίση είναι εδώ, αναζητείται η θρυαλλίδα

Η ελληνική κρίση, παρά τις μυθοπλασίες των συστημικών κέντρων και της κυρίαρχης οικονομικής σκέψης (αλλά και αρκετών τυχοδιωκτών ριζοσπαστών), κάθε άλλο παρά έχει ξεπεραστεί. Η «κρίσιμη μάζα» που την προκάλεσε παραμένει πάντα στη θέση της και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ξαναεκραγεί. Η πιθανότητα αυτή αυξάνεται και λόγω διεθνών εξελίξεων καθώς οι ενδοϊμπεριαλιστικές συγκρούσεις οξύνονται ραγδαία και επίσης ο φόβος ενός νέου παγκόσμιου κραχ επιστρέφει. Αυτό που λείπει προς το παρόν από αυτή την «κρίσιμη μάζα» είναι η θρυαλλίδα για μία νέα έκρηξη της που θα αναστατώσει ξανά τις πολιτικο-κοινωνικές ισορροπίες του συστήματος.

Το ερώτημα είναι αν αυτή την φορά θα υπάρχει εκείνη η Αριστερά που θα είναι άξια του ονόματος της και που θα μπορέσει να μην αφήσει τις λαϊκές μάζες να πέσουν στην παγίδα είτε ενός (νέου;) ΣΥΡΙΖΑ είτε στον εντεινόμενο κίνδυνο μίας «ακροδεξιάς με γραβάτα» και που θα μπορέσει να τις οδηγήσει σε ένα απελευθερωτικό μέλλον. Η ανατρεπτική Αριστερά στη χώρα μας απέτυχε στην προηγούμενη φάση να παίξει τον ρόλο. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει δεκαετίες αδυναμιών και αρχαίας σκουριάς. Θα καταφέρει αυτή την φορά να ξεπεράσει τις αδυναμίες της;

Η ιστορία και ο λαός συγχωρούν αυτούς που έντιμα κάνουν λάθη. Δεν συγχωρούν όμως ποτέ αυτούς που δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα επαναλαμβάνουν.

Advertisements

Μνημονιακές δεσμεύσεις χωρίς τέλος – «Καθαρή έξοδος» και άλλα παραμύθια, ΠΡΙΝ 24-6-2018

 

ΠΡΙΝ 24-6-2018

αρ. 1384

 

Μνημονιακές δεσμεύσεις χωρίς τέλος

«Καθαρή έξοδος» και άλλα παραμύθια

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Από το success story της ΝΔ σε αυτό του ΣΥΡΙΖΑ

Η τυπική ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου τον Αύγουστο 2018 δίνει την ευκαιρία (;) στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ να προβάλλει και αυτή, όπως η προηγούμενη των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το δικό της success story, δηλαδή ότι βγάζει την χώρα από την κρίση και ότι η εποχή της αντιλαϊκής λιτότητας περνά. Ο κουτοπόνηρος αυτός ισχυρισμός – όπως και ο ανάλογος των προκατόχων της – βασίζεται σε υποκρισίες και συνειδητά αβάσιμα επιχειρήματα. Φυσικά ενορχηστρωτής και αυτού του success story είναι οι ξένοι πάτρωνες τη ελληνικής ολιγαρχίας (βασικά η ΕΕ) ενώ τα εγχώρια (αυτή την φορά ψευδο-αριστερά) φερέφωνα είναι απλοί οργανοπαίκτες. Βέβαια και οι τελευταίοι, όπως και οι προηγούμενοι, προσπαθούν να πουλήσουν την «μελωδία» τους στον λαό για να εξασφαλίσουν την πολιτική επιβίωση τους. Είναι κυριολεκτικά φαιδρός ο σκυλοκαβγάς ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ για το νέο success story όπου οι δύο εμπλεκόμενοι έχουν ουσιαστικά απλά αλλάξει τις θέσεις τους. Εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση, αποδομούσε το success story των προκατόχων του έρχεται τώρα η ΝΔ – με όχι ουσιαστικά διαφορετικά επιχειρήματα – να κάνει το ίδιο. Αν όμως τα μαλλιοτραβήγματα των εγχώριων οργανοπαικτών μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν, τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά μεταξύ των μαέστρων αυτής της φαρσοκωμωδίας. Για πρώτη φορά η αντιπαράθεση όσον αφορά το ελληνικό success story μεταξύ του ΔΝΤ (βλέπε ΗΠΑ) και της ΕΕ παίρνει τόσο μεγάλη διάσταση με το πρώτο να το αμφισβητεί ευθέως και την δεύτερη να το υπερασπίζεται μανιωδώς (προς λύπη της ΝΔ).

 

Η Μαρξιστική ανάλυση δείχνει ότι η ελληνική είναι μία βαθιά δομική κρίση του ελληνικού καπιταλισμού που προέρχεται από (α) την φθίνουσα κερδοφορία του (παρά την αυξημένη εκμετάλλευση της εργασίας) λόγω της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που δεν μπορούν να επενδυθούν επαρκώς κερδοφόρα και (β) από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του ελληνικού υπο-ιμπεριαλισμού μέσα κυρίως στην ευρωπαϊκή ενοποίηση από τους πιο αναπτυγμένους καπιταλισμούς της. Τα αίτια αυτά οδήγησαν στην κρίση (δηλαδή το μπλοκάρισμα της ομαλής λειτουργίας της οικονομίας και την συρρίκνωση των δραστηριοτήτων της). Ο δημόσιος τομέας έσπευσε να στηρίξει την φθίνουσα ιδιωτική καπιταλιστική κερδοφορία με αποτέλεσμα να εκτιναχθούν στα ύψη τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Τα τελευταία χρηματοδοτήθηκαν κυρίως με εξωτερικό δανεισμό – λόγω ευρωζώνης – με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να είναι λιγότερο διαχειρίσιμο. Η κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών οδήγησε στην αδυναμία αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και στον κίνδυνο χρεωκοπίας. Συνεπώς, η ελληνική είναι μία δομική κρίση που προήλθε από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και επιδεινώθηκε από την προβληματική παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας λόγω ένταξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και την ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση της από ισχυρότερους καπιταλισμούς. Η δημοσιονομική κρίση και η κρίση (εξωτερικού) ισοζυγίου πληρωμών – τα διαβόητα δίδυμα ελλείμματα – είναι παράγωγα και όχι αίτια της κρίσης.

Αυτή η κρίση δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί, όπως δείχνει η στασιμότητα των επενδύσεων (τόσο εγχώριων όσο και ξένων). Χαρακτηριστικά, ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου παραμένει στάσιμος, οι μόνες σημαντικές επενδύσεις που γίνονται είναι κυρίως στον τουριστικό κλάδο (που, παρά τα κουτοπόνηρα φληναφήματα των ξενοδόχων, έχει ασήμαντες επιπτώσεις στην απασχόληση, προκαλεί σημαντικές εισαγωγές από το εξωτερικό, είναι εξαιρετικά ευάλωτος στις επιλογές των μεγάλων tour operators και μάλλον αγγίζει ήδη τα όρια της υπάρχουσας υποδομής) ενώ τα ξένα κεφάλαια έρχονται μόνο όταν παίρνουν «φιλέτα» σε τιμές εξευτελιστικές (και όχι για να στήσουν νέες δραστηριότητες).

Βέβαια η Κυρίαρχη (νεοφιλελεύθερη και νέο-κεϋνσιανή) αντίληψη (και από κοντά και οι επιπόλαιες Ριζοσπαστικές αναλύσεις της χρηματιστικοποίησης και του μετα-κεϋνσιανισμού) δεν μπορούν και δεν θέλουν να δουν όλα τα παραπάνω γιατί τότε θα έπρεπε είτε να αναγνωρίσουν την προβληματική φύση του καπιταλισμού είτε/και τον καταστροφικό ρόλο της ένταξης στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αντίθετα, εστιάζουν μόνο στο επιφαινόμενο ζήτημα του χρέους. Όλη η αρχιτεκτονική των μνημονίων εστιάζει στην αποφυγή της χρεωκοπίας (δηλαδή στην βιωσιμότητα του χρέους). Η περιορισμένη αναφορά σε διαρθρωτικά προβλήματα αφορά μόνο την ασυδοσία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και όχι φυσικά την παραγωγική ανασυγκρότηση (καθώς αυτό θα έθιγε τις επιταγές της ευρωπαϊκής ενοποίησης) και λειτουργεί απλά υποστηρικτικά στην διασφάλιση του χρέους.

Η στρατηγική των μνημονίων μέχρι τώρα έχει επιδείξει μόνο αποτυχίες και γι’ αυτό χρειάζεται διαρκείς αναπροσαρμογές. Η πιο κραυγαλέα απόδειξη της αποτυχίας της είναι ο ίδιος ο βασικός στόχος της (ο λόγος χρέους/ΑΕΠ) που αντί να μειωθεί στα χρόνια των μνημονίων έχει αυξηθεί (από 120% σε περίπου 180%). Για να σωθούν τα προσχήματα η μεν ΕΕ κάνει κυριολεκτικά φαιδρές αναλύσεις βιωσιμότητας χρέους ενώ και το ΔΝΤ έχει εφεύρει έναν ηπιότερο μεσοπρόθεσμο ορισμό βιωσιμότητας. Αυτή η υποκρισία κράτησε αρκετά έτσι ώστε, παρόλο ότι αμφότεροι γνώριζαν ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν επιλυνόταν ούτε καν στο ζήτημα του χρέους, να κερδίσουν χρόνο και να αποφύγουν ευρύτερες αναταράξεις στην ΕΕ και στην παγκόσμια οικονομία. Σήμερα όμως η παρόξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών – ιδιαίτερα με την επιθετική πολιτική Τραμπ – ανατρέπει τους συμβιβασμούς αυτούς. Το ΔΝΤ ξαναθυμήθηκε ότι το πρόβλημα του χρέους δεν επιλύεται και απαιτεί άμεσες και ριζικές λύσεις, δηλαδή να βάλει η ΕΕ το χέρι στην τσέπη. Η ευρύτερη επιδίωξη των ΗΠΑ είναι να γονατίσουν την ΕΕ σαν πιθανό ανταγωνιστή τους. Ιδιαίτερα η Γερμανία ανθίσταται σ’ αυτό αποκλείοντας διαγραφή χρέους και συζητώντας μόνο μία ελεγχόμενη και μικρή αναδιάρθρωση του (επιμήκυνση χρέους, εξομάλυνση της εξυπηρέτησης του ιδιαίτερα μετά το 2023 που η τελευταία αυξάνει δραματικά κλπ.). Επίσης προσπαθεί να κρατήσει το ΔΝΤ μέσα στο ελληνικό πρόγραμμα, κάνοντας έτσι τις ΗΠΑ συνυπεύθυνες και αποκλείοντας έναν πιο αντιπαραθετικό ρόλο τους.

Στη διελκυστίνδα αυτή η ΕΕ προβάλλει ότι το πρόβλημα χρέους έχει ουσιαστικά αντιμετωπισθεί και συνεπώς δεν χρειάζεται τέταρτο μνημόνιο που θα σήμαινε μη-βιωσιμότητα του χρέους και νέα δάνεια. Με τον τρόπο αυτό στηρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ καθώς τις δίνει την δυνατότητα να κατασκευάσει το δικό της ψευδεπίγραφο success story. Η δε τελευταία εγκαταλείπει ουσιαστικά κάθε στόχο ριζικής αναδιάρθρωσης χρέους και περιορίζεται σε ότι ψίχουλα είναι διατεθειμένοι να δώσουν οι ευρωπαίοι πάτρωνες. Για να δοθεί αυτή η ψεύτικη εικόνα επιτυχίας ωθείται η Ελλάδα στη δημιουργία «μαξιλαριού» μέσω δανεισμού από τις διεθνείς αγορές, ο οποίος είναι ακριβός και θα γίνει ακόμη ακριβότερος καθώς έχει ξεκινήσει κύκλος αύξησης των επιτοκίων και επίσης οι κλυδωνισμοί στην ΕΕ (βλέπε Ιταλία πιο πρόσφατα) πολλαπλασιάζονται. Επιπλέον, σχεδιάζεται ένας μηχανισμός χρηματοδότησης μέσω του ESM που θα ενεργοποιηθεί σε περίπτωση αποτυχίας (και που φυσικά θα συνεπιφέρει επιπρόσθετες δεμσεύσεις).

Ταυτόχρονα, και αντίθετα με τα παραμύθια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η εποπτεία θα συνεχισθεί για πολλά χρόνια. Αυτό έχει δηλωθεί από όλες τις επίσημες πλευρές και έχει «σεμνά» αναγνωρισθεί από τον Ευ.Τσακαλώτο. Απλά η εποπτεία θα πάρει άλλη μορφή και θα γίνει λίγο πιο διακριτική (αλλά σε καμία περίπτωση λιγότερο αυστηρή στα καθοριστικά ζητήματα). Όπως διαρρέεται, θα περιλαμβάνει περιοδικές (μάλλον 3μηνιαίες) εκθέσεις που θα αφορούν όλη την ευρεία γκάμα των δεσμεύσεων που έχουν ήδη συνομολογηθεί για αρκετά χρόνια μετά το 2018. Το καρότο του νέου συστήματος εποπτείας δεν περιλαμβάνει δάνεια (αν και θα υπάρχει σχετικό αποθεματικό στον ESMγια περίπτωση κατάφορης αποτυχίας του προγράμματος) αλλά «καραμελίτσες» (όπως επιστροφή των κερδών από τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Ελλάδα και ενδεχόμενες νέες ήπιες διευκολύνσεις στην εξυπηρέτηση του χρέους εάν χρειασθεί).

Με άλλα λόγια, τα μνημόνια θα τελειώσουν τυπικά για να συνεχισθούν ουσιαστικά. Όπως επιβεβαίωσε και το πρόσφατα αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, οι στόχοι σχετικά με καθοριστικά μακροικονομικά μεγέθη (πρωτογενές πλεόνασμα, εξυπηρέτηση χρέους, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικά έσοδα κλπ.) παραμένουν πάντα εξαιρετικά υψηλοί (και ιδιαίτερα αυτοί που αφορούν την μακροχρόνια επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3.5% του ΑΕΠ και μεσοσταθμικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ άνω του 2% είναι ουσιαστικά ανεδαφικοί). Εδώ παραμένουν πάντα και τα ήδη θεσμοθετημένα μαστίγια του μνημονιακού προγράμματος. Η αποτυχία εκπλήρωσης των μακροοικονομικών στόχων επιφέρει αυτόματες περικοπές σε βασικά δημοσιονομικά πεδία (οι περιβόητοι κόφτες που κατασκευάσθηκαν ήδη επί υπουργίας Βαρουφάκη).

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιράζει την φτώχεια δεν την περιορίζει

Συνεπώς είναι απλά γελοίες οι διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ περί αυξημένης ελευθερίας δημοσιονομικής πολιτικής μετά τον Αύγουστο 2018 που δήθεν θα οδηγήσει σε μείωση της λιτότητας σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Αντιθέτως, στο άμεσο μέλλον προβλέπεται η ουσιαστική μείωση του αφορολόγητου από το 2020 (αλλά ενδεχομένως και νωρίτερα) που θα αυξήσει περαιτέρω την φορολογική ληστεία των λαϊκών εισοδημάτων. Επίσης έχει συνομολογηθεί η γενικευμένη μείωση των συντάξεων (της τάξης των 2.5 δις) από το 2019 μέσω της δραστικής μείωσης της «προσωπικής διαφοράς» και ορισμένων άλλων αλχημειών του νομοθετικού εκτρώματος Κατρούγκαλου.

Αυτό το οποίο ουσιαστικά κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, και θα ήθελε να το πουλήσει ως δώρο στο μέλλον, είναι το μοίρασμα της φτώχειας και όχι ο περιορισμός της. Στην προσπάθεια του να δημιουργήσει και δικά του πελατειακά δίκτυα – ανάλογα με αυτά των άλλων συστημικών κομμάτων – αναδιανέμει ψίχουλα από κάποια στρώματα προς κάποια άλλα. Ιδιαίτερα επιδιώκει να εξαγοράσει με ξεροκόμματα πληβειακά στρώματα διαλύοντας κάθε ταξική συνείδηση τους και οδηγώντας τα κυριολεκτικά στην λουμπενοποίηση. Είναι χαρακτηριστική η πολιτική του στο κρίσιμο ζήτημα της απασχόλησης όπου παρουσιάζεται μείωση της ανεργίας που οφείλεται αφενός στην αύξηση της μετανάστευσης (που δεν είναι μόνο πλέον brain drain) και αφετέρου σε δημιουργία περιστασιακών, ουσιαστικά ανασφάλιστων, κακοπληρωμένων και με άθλιες συνθήκες θέσεων εργασίας.

Φυσικά την ίδια ώρα – και βέβαια με πιο σοβαρά ανταλλάγματα – επιδιώκει να ενδυναμώσει και να διευρύνει τους δεσμούς του με μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου. Χαρακτηριστικά, οι κυβερνητικοί χαριεντισμοί με τους κατά Ωνάση «καρχαρίες» του εφοπλισμού γνωρίζουν λαμπρές στιγμές, όπως άλλωστε και η ασυδοσία και η κραυγαλέα φοροαποφυγή των τελευταίων.

 

Η κρίση είναι εδώ, αναζητείται η θρυαλλίδα

Η ελληνική κρίση, παρά τις μυθοπλασίες των συστημικών κέντρων και της Κυρίαρχης οικονομικής σκέψης (αλλά και αρκετών τυχοδιωκτών Ριζοσπαστών), κάθε άλλο παρά έχει ξεπεραστεί. Η «κρίσιμη μάζα» που την προκάλεσε παραμένει πάντα στη θέση της και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να ξαναεκραγεί. Η πιθανότητα αυτή αυξάνεται και λόγω διεθνών εξελίξεων καθώς οι ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις οξύνονται ραγδαία και επίσης ο φόβος ενός νέου παγκόσμιου κραχ επιστρέφει. Αυτό που λείπει προς το παρόν από αυτή την «κρίσιμη μάζα» είναι η θρυαλλίδα για μία νέα έκρηξη της που θα ξανα-αναστατώσει τις πολιτικο-κοινωνικές ισορροπίες του συστήματος.

Το ερώτημα είναι αν αυτή την φορά θα υπάρχει εκείνη η Αριστερά που θα είναι άξια του ονόματος της και που θα μπορέσει να μην αφήσει τις λαϊκές μάζες να πέσουν στην παγίδα είτε ενός (νέου;) ΣΥΡΙΖΑ είτε στον εντεινόμενο κίνδυνο μίας «ακροδεξιάς με γραβάτα» και που θα μπορέσει να τις οδηγήσει σε ένα απελευθερωτικό μέλλον. Η ανατρεπτική Αριστερά στη χώρα μας απέτυχε στην προηγούμενη φάση να παίξει τον ρόλο. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει δεκαετίες αδυναμιών και αρχαίας σκουριάς. Θα καταφέρει αυτή την φορά να ξεπεράσει τις αδυναμίες της;

Η ιστορία και ο λαός συγχωρούν αυτούς που έντιμα κάνουν λάθη. Δεν συγχωρούν όμως ποτέ αυτούς που δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα επαναλαμβάνουν.

 

The Financialisation Hypothesis and Marxism: a Positive Contribution or a Trojan Horse? – COUNTERPUNCH May 2018

 

https://www.counterpunch.org/2018/05/11/the-financialisation-hypothesis-and-marxism-a-positive-contribution-or-a-trojan-horse/

 

The Financialisation Hypothesis and Marxism: a Positive Contribution or a Trojan Horse?

Introduction

 The Financialisation Hypothesis (FH) is a popular argument in contemporary Heterodox Economics, Marxist Political Economy but also in Mainstream Economics. Its basic thesis is that modern capitalism has undergone a radical transformation during the last three decades. The financial system, through a series of innovative mechanisms, has conquered capitalism’s commanding heights, became independent from productive capital and has transformed the whole system according to its own prerogatives. This new financialized (or financial or finance-dominated or fiduciary) capitalism operates completely different from traditional capitalism.

The FH proposes four stylised facts as its factual basis:

+ The increased weight of the financial sector in contemporary advanced capitalist economies (share in GDP, profits, new complex financial instruments).

+ Corporate sector’s recent trend to finance itself through retained earnings, capital markets and ‘shadow banking’.

+ The adoption by firms of shareholders’ value maximization policies and the related prominence of institutional investors.

+ The increased indebtedness of working and middle-class households in several advanced capitalist economies.

The combined result of these processes is that (a) productive capital depends totally upon money capital and transforms its modus operandi according to the latter’s requirements and (b) working -class depends directly upon money capital, which exploits it through usury.

This new finance-dominated capitalism is crisis-prone because of its inherent financial instability. Concomitantly, the 2008 global capitalist crisis is considered as a financialisation crisis, caused by financial bubbles and without roots in real accumulation (which was only subsequently affected by finance’s deleveraging).

FH’s shot to prominence made it a leitmotif at the cost of analytical coherence.

This paper discusses the Marxist and Marxisant versions of the FH and argues that they misconceive the actual workings of modern capitalism leading to an explanatory blind alley. The spectacular ballooning of the financial system during the recent decades of weak profitability and accumulation does not constitute a new epoch, let alone a new capitalism. Instead it constitutes a well-known capitalist reaction in periods of weak profitability. This does not preclude the proliferation of new financial instruments which give new special forms of appearance to a usual capitalist process. Contrary to the FH, it will be argued that the Classical Marxist theory of crisis and fictitious capital offers an analytically and empirically superior understanding of this process.

Τhe FH autonomises completely money-capital (that is the fraction of capital that operates in the financial system) from productive-capital and, furthermore, superimposes it on the latter. On top of that the FH maintains that money-capital acquires also means of existence and operation totally independent from productive-capital. This FH argument creates no problems for Mainstream financialisation theory as Neoclassical economics consider the financial system as an independent creator of wealth. However, it is a big leap for those FH currents that ascribe to Political Economy. Political Economy – both Classical and Marxist – considers productive-capital (that is capital engaged in the sphere of production) as the locus of surplus-value creation. The other two main capitalist fractions (money and commercial-capital) operate in the sphere of circulation. They do not produce surplus-value but reap parts of the surplus-value created under productive-capital as payment for their necessary functions. The FH, by rejecting this perspective, actually signifies not a new epoch of capitalism but a new capitalism with different classes and different functions. This is a scenario far removed from reality.

The FH and its Marxist and Marxisant versions

The notion that there was some structural break in capitalism’s historical evolution after which the financial system conquers the system’s commanding heights is not new. Hilferding’s (1910 (1981)) seminal work contemplated the idea about a new strategic importance of the financial system for capitalist reproduction. He argued that because of the increased concentration and centralization of capital and the augmented financial requirements a new hybrid form of capital (finance capital) has emerged. This is the fusion of productive-capital with banking-capital (a section of money-capital) under the dominance of the latter. Implicitly, Hilferding considered this as a new era of capitalism; although he never ventured to state it explicitly. With the emergence of finance capital, finance has dethroned productive-capital from its dominant position in the total circuit of capital. There are well known deficiencies of Hilferding’s finance capital thesis. First, he implicitly side-steps the Marxian Labour Theory of Value (LTV) and proceeds with a problematic theory of monopoly pricing. Second, the empirical validity of the finance capital concept has been disproved (Bond (2010), Harris (1988)). This fusion of productive with banking capital materialized only in a minority segment of the advanced capitalist world. Indicatively, it did not materialise in several crucial Anglo-Saxon economies where the stock exchange rather than the banking system constitutes the main source of finance for private enterprises.

Hilferding’s thesis was re-launched later by Sweezy (1942). However, it should be noted that neither of them broke from the classical Marxist relationship between surplus-value and interest. For Marxist analysis, surplus-value is extracted by productive-capital at the sphere of production and then it is redistributed between profits (accruing to productive-capital), interest (accruing to money-capital) and commercial profit (accruing to commercial-capital). Hence, money-capital may dominate strategically productive-capital but it cannot live independently of the latter.

Hilferding’s idea of this strategic dominance was taken up by both friends and foes within the Marxist tradition. It was Lenin (1917), in his Imperialism, that took up this and recast it within a formal theory of capitalist stages. He argued that a new stage of capitalism, monopoly capitalism, has emerged. One of its main features is this strategic dominance as he adopted Hilferding’s problematic concept. Nevertheless, Lenin followed the Marxian LTV and always considered money-capital an appendage of productive-capital; as interest is part of the surplus-value and money-capital has no independent source of wealth. On the other hand, Lenin’s theory of stages – despite some shortcomings and ambiguities – offers a coherent and valuable toolbox through which Marxist analysis can conceive transformations in capitalism.

Summarising, Marxist Political Economy within its theory of stages argued that during monopoly capitalism the financial system acquired strategic dominance over the total circuit of capital but also never ceased to depend economically upon productive-capital. In a nutshell it was a dominant and also necessary parasite. This, conception – despite problematic aspects like finance capital – has both realism and analytical coherence.

The theoretical landscape changed once again after the 1973 global crisis that signified the exhaustion of the monopoly capitalism stage. The 1973 global economic crisis and its falling profitability which caused several waves of capitalist restructuring succeeded only partially in restoring capital’s profitability. In other words, the profit rate never managed to reach its prior 1973 levels. This incomplete capitalist recovery led to a flight ahead: the system vigorously employed fictitious capital’s operations in order to sustain and invigorate capital accumulation. The rapid deregulation and internationalization of finance during the 1990s started the process of what has been termed financialisation. Capitals that were over-accumulated in the productive sectors of the economy shifted their activities towards fictitious capital operations in order to improve their profitability. These developments have led to interpretations according to which a new epoch for capitalism arise, where the financial capital is released from the governance of productive-capital and, taking an autonomous course, now dominates the whole of the capitalist economy. These significant changes that took place during the last decades of the 20th century influenced crucially the views on the role of the financial system as well as the ongoing debate regarding the relationship between productive-capital and finance.

The very term ‘financialisation’ was firstly coined by the Monthly Review (MR) school. Sweezy (1994, 1997), in his last papers referred to ‘the financialisation of the capital accumulation process’ as one of the three tendencies at the turn of the century (the other two being, monopoly power and stagnation). Financialisation as such was inaugurated in a collective volume edited by Epstein (2005) that included a paper by Krippner (2005). The latter introduced the term ‘financialisation’ as the trade-mark of recent transformations in the capitalist system. Notwithstanding, Krippner (2005, p.199) had reservations whether financialisation constitutes a new phase of capitalism; arguing that it neither necessarily ‘represents an entirely novel phase of capitalism … [nor] do these data allow us to draw any conclusions regarding the permanency of the trends documented here’.

However, it was not the MR school but the Post-Keynesians those who energetically adopted the term and seldom treated it as their exclusive property.

The incorporation of the term in Marxist and Marxisant analyses followed a bit later. Τhere are four FH versions in Marxist literature. The two of them keep within the Marxist analytical framework (B.Fine, MR) whereas the other two have a rather Marxisant flavour in the sense that they abandon the former and flirt with post-Keynesianism (Lapavitsas, Bryan).

Fine (2009, 2010) considers the growth of finance and the new financial forms of the last thirty years as a special phase of neoliberalism (which he defines more as a policy trend rather than as a stage per se). He theorises this new phase through the Marxian LTV and its theory of money. Financialisation occurs when the accumulation of interest-bearing capital (IBC – to be defined below) in the economy becomes extensive and intensive. ‘Intensive’ growth and proliferation of financial assets signifies their increasing distance from production, while ‘extensive’ means the extension of IBC to new areas of economic and social life in hybrid forms of capital (Fine (2013-2014), p.55). Under such conditions finance can acquire a dominant position as regards capital accumulation only in the structured environment of ‘shadow banking’. In the context of the latter, exchange can be facilitated by the intermediation and dominant presence of fictitious capital. For Fine finance cannot acquire autonomous channels of exploitation of the working class. New forms of operation of money capital and novel institutional arrangements are policies that are used by capital in order to surpass its problems and contradictions. In a nutshell, Fine follows the Marxian logic of relating finance to the sphere of production and considering financial profit as part of the surplus-value. What is missing from his analysis is how the current emergence of financialisation relates to profitability.

The MR, although financialisation was initiated under its auspices, was a latecomer in adopting it (e.g. Foster (2010)). Engulfed in its Marxo-Keynesian underconsumptionism, it strived to prove the latter in the face of overtly negative empirical evidence (as the 2008 crisis was not accompanied with underconsumptionist signs). It adopted financialisation in conjunction with the arguments that (a) increasing income inequalities lead to the increasing indebtedness of private households (which is a form of covert underconsumption) and (b) that increased financial leverage and speculation is part of the neoliberal era of deregulation. It identifies the latter as a new stage of capitalism, branded as Neoliberalism, or Globalisation or later as Financial Globalisation. However, neither the MR argues that financial profit has become independent from surplus-value. The Social Structures of Accumulation (SSA) approach follows a similar to the MR path identifying financialisation with the Neoliberal SSA (Tabb (2010)) and adding their own emphasis on institutions.

Bryan et.al (2009) argue since the early 1980s finance has become commodified through several financial innovations (securitization, derivatives etc.). Although Bryan (2010) avoids to characterise this as a new capitalist stage, he essentially implies so. He claims that (a) increased leverage and derivatives and (b) workers’ financial exploitation through usurious loans change radically capitalism’s functions and class structure. They argue that the wage relationship (i.e. labour-time) and its relationship to money have ceased to be related but separate and that the latter has subsumed the former. Concomitantly, labour became a form of capital as the reproduction of labour is now a source of surplus-value transfer in the form of interest-payments and the ‘financialisation of daily life’. In their very peculiar formulation, behind the Marxist terminology (surplus-value etc.) exploitation is not confined to unpaid labour-time but extends to usury. Moreover, the argument that labour is now a form of capital implies directly a new class structure different from typical capitalism.

Lapavitsas (2008), adopted finacialisation directly from post-Keynesianism. He argues, in the spirit of ‘shadow banking’, that typical banking is almost redundant and that the financial system is becoming totally stock-exchange based. Fictitious capital is a redundant concept and new financial developments do not relate, even distantly, to the sphere of production and have to be analysed independently. Thus, the LTV and its money theory are essentially discarded. He introduces the vague concept of ‘finance’ as the new master of the system. To avoid criticisms of proposing two separate capitalist classes he argues that ‘finance’ subsumes and reshapes productive-capital according to its prerogatives. Consequently, there is no meaningful distinction between them. Additionally, ‘finance’ acquires a channel of direct exploitation of workers through the provision of usurious loans: ‘These practices are reminiscent of the age-old tradition of usury, but they are now performed by the formal financial system’ (Lapavitsas (2009)). He initially branded this new source of financial profit as ‘financial exploitation’. After criticism (e.g. Fine (2009)) for confusing capitalist exploitation with the pre-capitalist exploitation of usury, he made an inconsequential facelift and changed the term to ‘financial expropriation’. He argues that this enables financial institutions to boost their profits independently of surplus-value and possibly to exploit ‘us all’ (Lapavitsas (2014), alluding to other social strata apart from labour. For him this new structure constitutes a new stage of capitalism (or a new ‘social order’ as he brands in more graphical but less theoretically coherent terms). Furthermore, he argues that there is no general theory of crisis (as Marxism argues) but each crisis is historically specific. He maintains that the 2008 crisis was a financialisation crisis with no relations whatsoever to profitability (as the latter remained constant (Lapavitsas & Kouvelakis (2012)).

The Marxisant and Marxo-Keynesian FH, essentially adopt the post-Keynesian endogenous money theory which is highly problematic as its cannot define coherently what is ‘capital’ and, consequently, misconceive the relation between interest and profit. Essentially, their approach is akin to that of the old Banking School and faces similar problems. Thus, the Marxisant and Marxo-Keynesian FH sacrifice – or deform beyond recognition – the crucial Marxian concept of fictitious capital and end up with the same with the Mainstreamers and the post-Keynesian argument: the monetary sector dominates the real sector and has independent from the latter sources of profit. But what strikes exceptionally is the Marxisant FH’s essential confluence with the Post-Keynesian theory of classes. As already analysed, Keynesian and Post-Keynesian thought inherits the notion of the rentier from Classical Political Economy but it actually deforms it. For the former rentiers (in the version of landowners, that is a transformed remnant of feudalism) were a separate class, not doing business but appropriating rent that was subtracted from entrepreneurial profits and, thus, diminished investment. This conflict that characterised capitalism during A.Smith’s and D.Ricardo’s years has long ceased to exist. Landowning has been assimilated into the capitalist class and lost its independent existence and function. Keynesianism redefined this distinction between industrialists and financiers, essentially seen as separate classes. Keynesianism does not have analytical problems with this as it argues that other factors affect savings and other investment. However, Marxism conceives money and productive capital as forms of total capital that both take part in the formation of the general rate of profit (which among others is a process unifying the bourgeoisie against the proletariat). Because interest is part of surplus-value and financial profits depend upon the general rate of profit, Marxism does not elevate the distinctiveness of money and productive-capital to the point of being separate classes.

Last but not the least, the Marxisant FH currents have a weak theory of crisis. They do not offer a general theory of capitalist crisis but instead opt for a conjunctural one. Each historical epoch and each particular crisis has its own specificities. But essentially, as Tome (2011) clearly shows, FH ultimately ascribes to a Keynesian possibility theory of crisis. This a very insubstantial theory of crisis especially from those FH currents that refer even in passim to Marxism. Lapavitsas (2014: 37) is again a typical example. He states that the development of financialisation has nothing to do with Marx’s tendency of the profit rate to fall. Moreover, he asserts that falling profitability in capitalist production was never a key factor behind the rise of finance.

III. Classical Marxism versus the FH

The FH purports that it offers a superior analytical framework in order to comprehend the economic transformations of the recent decades. The empirical side of the FH is beyond the scope of this paper; although there is compelling evidence that real accumulation continues to be the centre of the capitalist system and that falling profitability a-la-Marx is at the core of the 2008 crisis (e.g. Shaikh (2010), Mavroudeas & Paitaridis (2015)). There are also forceful rejections of FH’s empirical applicability for specific economies (e.g. Mavroudeas (2015)). This section offers an alternative to FH analysis of the recent developments in capitalism that is based on the Classical Marxist perspective.

Classical Marxism analyses the relationship between monetary and real accumulation through the lenses of the total capital circuit which reveals the modus operandi of the various forms of capital, in unity in the context of real accumulation. This unified exposition is absent both from the Mainstream and post-Keynesian perspectives and gives Marxism a superior understanding of the relationship between finance and production, where the sphere of production has a structural (and historically permanent) primacy over finance. This viewpoint enables Marxism not to fall prey to questionable stylized facts that create false impressions about new stages and, at the same time, to be able to analyze new phenomena within the contours of the fundamental mechanisms of operation of the capitalist system.

The Marxian total capital circuit presents how capital operates and assumes different forms in order to extract surplus-value:

M       C …. P ……C’    M’

↓                  ↓

c+v             c+v+s

where  M: money

C: commodities (means of production (c) and labour-power (v))

P: production process

C’: commodities of greater value produced (via the inclusion of surplus-value (s))

M’: increased money return (in the form of profit) for the C’

The circuit begins with circulation (the advancement of M for buying C) and ends with circulation (the payment of M’ for C’). Between C and C’ takes place the production process where circulation is interrupted and surplus-value is extracted. The three fundamental forms of capital (money-capital, productive-capital and commercial-capital) function differently but are also entwined in this circuit. Money and commercial-capital, that operate in the sphere of circulation, operate in the beginning and the end. Productive-capital operates at the centre. The sphere of production (and thus productive-capital) has primacy over the others as surplus-value (the aim of the capitalist system) is extracted under its auspices (Fine & Harris (1979)). This surplus-value is subsequently redistributed between productive, money and commercial capital because the former needs the support of the two others.

Money plays a crucial role in this circuit. It is the most mobile element of the circuit. When it represents value (it has not become capital), it has its most fluidity. However, when it enters the production process and becomes capital (which is necessary for claiming surplus-value) becomes less fluid. Capital regains its fluidity when the commodities produced are sold in exchange for M’. Part of that money is reinvested in the production process, becoming less fluid capital whilst another part is consumed or hoarded by the money owner.

There is tension between money’s inherent mobility and its necessary bound in the production process. The money owner views it as a process that takes time and is risky. This makes it undesirable and would only be undertaken if the expected returns are likely to be significantly greater than those of other capitalists involved in the process who retained flexibility, such as money-capital who operates at the M stage or commercial-capital who functions at the C stage. As each capitalist sees himself as a free-rider of the system (that is he tries to leave to its peers the costs for the functional operation of the capitalist system), he seldom tries to disentangle himself from the bounds of production. There are phases of the economic cycles that this tendency becomes stronger and phases that it becomes weaker. For example, greater returns to productive-capital were evident throughout much of the 19th century. But, particularly after the 1873 crisis, this changed and the tendency to fluidity returned. Transferable shares and their commodification became the dominant means through which capitalists tried to reduce the risk of their involvement in the production process.

Marxism grasps the unity and the internal strife of capital and the complex functions of money-capital through the distinction between the use of money as credit and the use of money as capital. Borrowing and use of money as capital is different because money is then used not just to buy a good or to meet a payment but in order to make more money. From the perspective of capitalist production, this occurs when money is borrowed in order to expand accumulation with the expectation of a future profit. Marx distinguishes carefully between money-capital’s functions. Money involved in the lending and borrowing activities of the capitalist financial system, is defined as loanable money capital (LMC). LMC is sub-divided in two generic forms: money-dealing capital (MDC) and interest-bearing capital (IBC). MDC advances credit in general for buying and selling in the sphere of circulation. IBC uses credit relations to advance money capital in order to appropriate surplus-value.

Traditionally the capitalist financial system collects idle funds and channels them to investment through the credit and the capital markets (which operate differently). Credit markets involves both MDC and IBC. Capital markets involve solely IBC. The novelty of recent hybrid forms (such as ‘shadow banking’) is that they combine in complex ways the operation of both banking and capital markets. Hence, they combine MDC and IBC.

The credit system begins with trade credit, which arises through trade relations mostly tied to similar and/or related sectors and geographical proximity. Next comes Banking credit (collection and advance of LMC by banks), which arises in the discounting of trade bills and is based on the collection of idle money from several sources and thus overcomes some of the particularities of trade credit. By collecting idle money from several sources in the economy, banks partly homogenize credit and begin to give it a less individual character. The next instance is the money market (where LMC is traded among banks). The top of the credit system is the central bank (the leading bank of the money market).

The capital market accompaniments the credit system. Contrary to the latter, it mobilises idle money on the basis of property (equity) rather than credit (debt). Nevertheless, the credit market is connected with the stock market, as both draw funds from the same pool of LMC and as lending by the former sustains the operations in the latter.

Because IBC is money-capital traded as a commodity commanding interest, it has a dual character in the context of the total circuit. On the one hand it is immediately related to the sphere of real accumulation for interest payment and on the other hand it is immediately related to the form of credit-money. Hence, it has certain degrees of freedom towards the sphere of real accumulation, as the interest rate which determines IBC is formed outside the total circuit by the supply and demand for LMC. This gives to IBC a second duality. First, because it is a relationship between a capitalist possessing money (‘monied’ capitalist) and a capitalist possessing an investment project (‘functioning’ capitalist) it can give rise to speculation (i.e. rent-seeking). Secondly, IBC comes out from the generation of sums of money in the turnover of total social capital, which are transformed subsequently into LMC by the credit system.

IBC differs from productive-capital because its owner through lending claims part of the surplus-value (in the form of interest) without any direct involvement in production. In cases of unwelcomed developments (conflicts between labour and capital in production and distribution, falling profitability etc.) IBC’s lender withdraws it and invests in other sectors instead of having to intervene directly in the industry. This characteristic of IBC is crucial for money-capital (banks) because it enhances the liquidity of their liabilities. Their deposits, which (for commercial banks at least) form the basis of their money-dealing operations are highly liquid since depositors are not tied to any particular bank. In well-developed banking systems personal knowledge and trust do not enter the relation so that deposits and other monetary instruments are non-specific and anonymous forms in which capital can be held. The money-dealing that banks carry out, and competition within banking facilitates this distancing of money and deposits from specific ties. However, IBC’s freedom has limits because by lending directly to industry it cannot be totally indifferent to the latter’s outcomes.

Fictitious capital is a form of IBC. IBC is already defined as money-capital which is loaned in order to be used in the sphere of production for extracting surplus-value, in contrast to the simple loan of money (money as such) which simply facilitates transactions in general. However, since there is an obligation to repay a loan (which takes the form of debt), it is possible for this debt to acquire a life of its own. Consequently, the obligation (which takes the form of securities, e.g. shares, bonds), can autonomously be bought and sold at some money value, which might or might not correspond to the ability of its sum of money (if used as capital in the production sphere) to realize enough surplus-value. This autonomous circulation of IBC in the form of securities is called by Marx fictitious capital. ‘Fictitious’ does not imply that it does not exist or it is artificially created. It denotes that its circulation is distinct from the circulation or the yield of capital which it represents (Fine (2013-2014), pp.49-50). Therefore, fictitious capital is related to the financial activities of capital in general and becomes more crucial when the financial system becomes more complex.

Practically, fictitious capital represents an uncertain bet on surplus-value that might be extracted in the future but which it is being discounted in the present. Its operation is closely related to the expansion of joint-stock companies, the negotiation of their assets in the stock exchange and the expansion of credit-money (that facilitates to a great extent their transactions and their valuations). Periods of economic euphoria usually foment high expectations about the future and, thus, can engineer waves of robust economic growth (as they influence positively investment). These expectations-led booms have usually the tendency to overshoot; that is to create increasingly over-optimistic future expectations. But as soon as the ‘real economy’ cannot keep pace with those expectations (i.e. investment does not lead to the expected profits) then its growth starts faltering. In other words, the so-called ‘fundamentals’ recall to reality the unsustainable growth engineered by fictitious capital. The busts that follow have also the tendency to overshoot; but this time to the downside. These usually lead to the eruption of an economic crisis because of the burst of the so-called ‘bubble’.

This role has been recognized long ago by Marxist economists. H.Grossmann (1929, p.158) showed that “among the factors that counteract the breakdown Marx includes the fact the progressively larger part of social capital takes the form of share capital:

‘…these capitals, although invested in large productive enterprises, yield only large or small amounts of interest, so-called dividends, once costs have been deducted … These do not therefore go into levelling the rate of profit, because they yield a lower than average rate of profit. If they did not enter into it, the general rate of profit would fall much lower. (1959, p.240)’

This pinpoints the credit system’s ability to continue making profits when real accumulation starts facing difficulties in a way which delays the fall of the general profit rate. However, despite the relative autonomy of the credit system, ultimately, its operations broadly comply with the essential motion of capitalist accumulation. Thus, the crisis phase of capitalist business cycle typically begins with the collapse of speculation in stockpiled commodities by wholesale merchants, and the rise of the interest rate which affects the debt structure at some point causing its collapse, bringing the crisis phase to be followed by depression.

Itoh (1988, pp.303-342), following the Uno school of Japanese Marxism, embedded this function within the phases of economic cycles. He argued that towards the upswing’s end and in the beginning of over-accumulation the profit rate declines and commodity prices tend to rise. Then, speculative trading and stockpiling of commodities take place in expectation of further price rises. Speculative trading also appears in the stock exchange as the share prices of some industries begin to rise in response to the increase in their commodity prices.

Summarising, Classical Marxism has a coherent and sophisticated framework to grasp the phenomenon of prolonged financial euphoria without separating it from real accumulation. This framework can also explain satisfactorily the recent financial innovations.

The most dramatic cotemporary change is that the bill of exchange (with its direct links to the financing of production and trade) is substituted as the dominant financial asset by the ‘repo’ (‘sale and repurchase agreement’). In a repo, a borrower of cash sells a bundle of securities for an amount of money to a lender with the agreement that the former will repurchase the securities for another amount of money after a fixed period. The securities thereby act as collateral for the cash loan. In the event that the cash borrower defaults on repayment, the cash lender owns the securities to keep, sell or use again as collateral. In this context institutional developments led to the notion of ‘bank’ to become elastic and the phenomenon of ‘shadow banking’ emerged.

This trend tends to merge the two pillars of the financial system (credit and capital markets) mainly through securitization. However, securitization transforms property into tradable financial assets against a promise for repayment; that is into fictitious capital. In this way the contemporary financial system became more unstable as traditional institutional mechanisms and trust were disturbed.

All this contemporary financial house of cards depends upon the extraction of surplus-value in the sphere of production. In the aftermath of the 1973 profitability crisis, the subsequent waves of capitalist restructuring failed to resolve the overaccumulation crisis. Despite the dramatic increase of labour exploitation (that is the increase of the rate of surplus-value), they shied away from a decisive destruction of unviable capitals. Thus, profitability never recovered sufficiently. The last trick, together with the ‘globalisation’ (that never extinguished the national economy but increased pressure on both labour and unviable capitals), was the expansion of fictitious capital operations. Nevertheless, as argued above, this stratagem has definite limits. Expansion through financial doping soon met its limits set by the real accumulation. Thus, the 2008 crisis erupted. The financial collapse was strictly geared to the problems of the real accumulation.

With regards to the other pillar of the Marxisant FH currents, namely that finance acquires an independent from surplus-value mechanism of ‘direct exploitation’ through usury, there is a robust rejection. Fine (2009) argued accurately that it misinterprets the Marxist analytical framework. The financial revenues from loans given to workers can be (a) an additional appropriation of a part of the value of their labour-power or (b) a part of the value of their labour-power that is being expended for the acquisition of socially necessary commodities. In the first case, if this appropriation becomes permanent, then it will lead to a new lower value of labour-power. In the second case, the current value of labour-power is actually lower than what it appears. In both cases there are no extra – and moreover independent from surplus-value – financial profits. To argue otherwise means that these Marxisant FH currents propose a different theory of the determination of the labour-power and of the operation of the labour market than that of Marxism. In such a theory, direct power relations instead of indirect economic mechanisms are the only mechanism that can enable the financial system to garner extra profits. Again, this view misinterprets capitalism as a pre-capitalist system.

Conclusions

The Marxist and Marxisant FH currents, with the notable exception of B.Fine’s rather peculiar interpretation, err on five counts.

First, they interpret short-run and conjunctural phenomena as long-run structural changes. In methodological terms, the FH is a middle-range theory (for a critique of this methodology see Mavroudeas (2012), Ch.3).

Second, they promote the false perception that the post-1990s financial expansion was a totally new phenomenon without any previous historical precedent.

Third, their argument about the financial system’s novel ‘direct exploitation’ mechanism equates unwarrantedly capitalism with the pre-capitalist era of transition from feudalism to capitalism.

Fourth, they propose an unrealistic class analysis.

Fifth, they lead to unjustified analytical fuzziness as they obscure the understanding of capitalism’s fundamental economic and social processes.

In a nutshell, FH’s grandiose proposition about a new stage of capitalism or even a new brand of capitalism fails to account both analytically and empirically for the evolution of contemporary capitalism. On the contrary, Classical Marxism offers a superior analytical and empirical perspective.

REFERENCES

Bond, P. (2010), ‘A century since Hilferding’s ‘Finanz Kapital’ – again, apparently, a banker’s world?’, Links International Journal of Socialist Renewal, November 19.

Bryan D., Martin R. & Mike Rafferty M. (2009), ‘Financialization and Marx: Giving labor and capital a financial makeover’, Review of Radical Political Economicsvol.41 no.4.

 Bryan, D. (2010), ‘The Duality of Labour and the Financial Crisis’, Economic and Labour Relations Review, vol.20 no.2.

 Fine, B. (2009), ‘Financialisation, the Value of Labour Power, the Degree of Separation, and Exploitation by Banking’, SOAS Research Students, Summer Seminar Series.

 Fine, B. (2010), ‘Locating financialization’, Historical Materialism vol.18 no.2.

Fine, B. (1985-1986), ‘Banking Capital and the Theory of Interest’, Science and Society vol.40 no.4.

Fine, B. (2013-2014), ‘Financialization from a Marxist Perspective’, International Journal of Political Economy vol.42 no.4.

Fine, B. & Harris, L. (1979), Rereading Capital. London: Macmilan.

Foster, J.B. (2010), ‘The Financialization of Accumulation’, Monthly Review vol.62 no.5.

Harris, L. (1988), ‘Alternative Perspectives on the Financial System’, in L.Harris, J.Coakley, M.Groasdale & T.Evans (eds), New Perspectives on the Financial System, London: Croom Helm.

Hilferding, R. (1910 (1981)), Finance Capital, London: Routledge & Kegan Paul.

Itoh, M. (1988), The Basic Theory of Capitalism, London: Macmillan.

Itoh, M. (1988), The Basic Theory of Capitalism, London: Macmillan.

Grossmann, H. (1929), The Law of Accumulation and Breakdown of the Capitalist System, Leipzig: Hirschfeld.

Krippner, G. (2005), ‘The financialization of the American economy’, Socio-economic Review vol.3 no.2.

Lapavitsas, C. (2008) ‘Financialised capitalism: direct exploitation and periodic bubbles’, SOAS.

Lapavitsas C. (2009), ‘Financialised Capitalism: Crisis and Financial Expropriation’, Historical Materialism vol.17 no.2.

Lapavitsas C. & Kouvelakis St. (2012), Crisis and Left Vent, Athens: Livanis [in Greek].

Lapavitsas, C. (2014), Profiting Without Producing: How Finance Exploits Us All, London: Verso.

Lenin, V.I. (1917 (1948)), Imperialism, the Highest Stage of Capitalism, London: Lawrence and Wishart.

Mavroudeas, S. (2012), ‘The Limits of Regulation: A Critical Analysis of Capitalist Development’, Cheltenham: Edward Elgar.

Mavroudeas, S. (2015), ‘‘Financialisation’ and the Greek case’ in Mavroudeas S. (ed.), Greek capitalism in crisis: Marxist Analyses, London: Routledge.

Mavroudea,s S. & Paitaridis, D. (2015), ‘The Greek crisis: a dual crisis of overaccumulation and imperialist exploitation’ in Mavroudeas S. (ed.), Greek capitalism in crisis: Marxist Analyses, London: Routledge.

Shaikh, A. (2010), ‘The first Great Depression of the 21st century’, Socialist Register 2011.

 Sweezy, P. (1942), The Theory of Capitalist Development, New York and London: Monthly Review.

Sweezy P. (1994), ‘The Triumph of Financial Capital’, Monthly Review vol.46 no.2.

Sweezy, P. (1997), ‘More (or Less) on Globalization’, Monthly Review vol.49 no.4.

Tabb, W. (2010), ‘Financialization in the contemporary social structure of accumulation’, in Contemporary Capitalism and its Crises: Social Structure of Accumulation Theory for the 21st Century, edited by McDonough, T., Reich, M. & Kotz, D., Cambridge: Cambridge University Press.

Tomé, J.P. (2011), ‘Financialization as a Theory of Crisis in a Historical Perspective: Nothing New under the Sun’, Working Paper Series 262, PERI.

This paper was presented at the Second World Conference on Marxism, ‘Marxism and the current world and China,’ Peking University, 5-6 May 2018.

More articles by:

Stavros Mavroudeas is a Professor of Political Economy in the Economics Department of the University of Macedonia.

Ενάντια στον πόλεμο και για την υπεράσπιση της πατρίδας, ΠΡΙΝ 1/4/2018

ΠΡΙΝ 1/4/2018

ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

Ι. Είναι σαφές ότι ο καπιταλισμός είναι υπεύθυνος για την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την αποξένιωση των ανθρώπων, την οικολογική καταστροφή του πλανήτη και τους πολέμους.
Είναι επίσης σαφές ότι σήμερα στο πλαίσιο της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων η ανθρωπότητα, και ιδιαιτέρως η ευρύτερη περιοχή μας, ζει διάφορους τοπικούς πολέμους ως συνέπεια ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, που στόχο είχαν και έχουν τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών των πληττόμενων χωρών και γενικότερα το γεωστρατηγικό τους έλεγχο.
Αυτή η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε μια ακόμη γενικευμένη σύρραξη, η οποία, λόγω και της ανάπτυξης της πολεμικής τεχνολογίας, θα είναι πολύ πιο καταστροφική για την ανθρωπότητα σε σχέση με τις προηγούμενες και θα θέτει σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια την ύπαρξη της .

ΙΙ. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η όξυνση των σχέσεων της χώρας μας με την Τουρκία , που με την οποιανδήποτε αφορμή μπορεί να οδηγήσει σε θερμό επεισόδιο, ακόμη και σε πόλεμο.
Η πολιτικά ενδοτική Ελληνική κυβέρνηση με μαέστρο της τον Τσίπρα και πρώτα βιολιά της τον Υπουργό Εξωτερικών Κοτζιά και τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Καμμένο, με την πλήρη συμφωνία όλων των αστικών κομμάτων αντί να ταχθεί υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας, επέλεξε να ενταχθεί στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο πρωτίστως των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, το οποίο για την ώρα συμπορεύεται με την ΕΕ.
Η ντόπια αστική τάξη στηρίζει ολόψυχα αυτήν την επιλογή επιδιώκοντας να γίνει αρεστή σε όσους η ίδια θεωρεί «προστάτες» της ευελπιστώντας να αποκομίσει και η ίδια κάποια οφέλη από την μοιρασιά της λείας.
Έτσι η Ελλάδα μέσω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ και της ανεμπόδιστης λειτουργίας των ξένων βάσεων, οι οποίες αντί να κλείσουν επεκτείνονται και δραστηριοποιούνται, (η βάση της Σούδας είναι το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο της Μεσογείου από το οποίο εκτοξεύονται πύραυλοι κατά Συριακών εδαφών ) συμμετέχει ήδη ενεργά στον επιθετικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο ..

ΙΙΙ. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι αναγκαία μια σαφής, δίχως «ναι μεν, αλλά» και διγλωσσία, στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς.
Πρώτιστο καθήκον της είναι όχι μόνον να καταγγείλει μια ενδεχόμενη πολεμική σύρραξη, στην οποία θα εμπλέκεται και η χώρα μας, αλλά και να παρέμβει για να συμβάλει στην ανατροπή της . Και αυτή η παρέμβαση σημαίνει άμεση αγωνιστική διεκδίκηση της αποχώρησης από ΕΕ και ΝΑΤΟ, πολέμου συνδικάτο, καθώς και πρακτικό αποκλεισμό όλων των ξένων βάσεων με συνεχή αγώνα μέχρι το οριστικό κλείσιμό τους. Η κομμουνιστική Αριστερά θα πρέπει να αναδείξει και να στηρίξει την άρνηση των φαντάρων μας να συμμετέχουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην όποια εκτός των συνόρων μας πολεμική επιχείρηση, να παλέψει για την ακύρωση των κοινών πολυεθνικών ασκήσεων στο έδαφος μας τύπου «Ηνίοχος», αλλά και των στρατιωτικών συμφωνιών με τις πλέον πολεμοχαρείς δυνάμεις της περιοχής όπως το Ισραήλ. Στόχος ενός αυθεντικού αντι-πολεμικού κινήματος πρέπει να είναι και η, με κάθε τρόπο, εναντίωση στην ένταξη της εξωτερικής μας πολιτικής στα Νατοϊκά σχέδια, ένταξη που εκφράζεται και υπηρετείται και με το χειρισμό του ζητήματος της ΠΓΔΜ. Πρέπει να αντισταθούμε στην καλλιέργεια κάθε είδους εθνικισμού, αλυτρωτισμού και ρατσισμού, φαινόμενα που προάγουν τον πόλεμο απέναντι σε άλλους λαούς, τους οποίους πρέπει να αντιμετωπίζουμε διεθνιστικά σαν αδέλφια μας.

IV. Αν παρόλα αυτά επιχειρηθεί από τον οποιονδήποτε να αμφισβητήσει την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας, ελάχιστη προϋπόθεση άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας, όχι μόνον με πολιτικούς και οικονομικούς όρους, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα από την Τρόικα που την δυναστεύει, αλλά και στρατιωτικά , τότε, όπως έπραξαν πάντοτε πρωτοπόρα οι κομμουνιστές, σε αντίθεση με την αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκπροσώπους , θα την υπερασπιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις , με έναν αγώνα διττά απελευθερωτικό, και απέναντι στους ξένους επίδοξους κατακτητές μας και απέναντι στην ντόπια ξενόδουλη αστική τάξη, με ευθύνη της οποίας θα έχουμε οδηγηθεί στον πόλεμο.

Σταύρος Μαυρουδέας
Γιώργος Ρούσης
Αλέξανδρος Χρύσης

Ξανά για το κόμμα, το μέτωπο και το μαζικό κίνημα – ΠΡΙΝ 28-1-2018

 

Ξανά για το κόμμα, το μέτωπο και το μαζικό κίνημα

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Η τρέχουσα τελματώδης κατάσταση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα επιβάλλει στους κομμουνιστές να υποβάλλουν στην αυστηρότερη κριτική τον εαυτό τους. Πως κατόρθωσαν ο ελληνικός καπιταλισμός (παρόλη την σημαντική υποχώρηση του μέσα στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική πυραμίδα και τους οξυμένους εσωτερικούς σκυλοκαβγάδες του) και οι ξένοι πάτρωνες του (παρά και τα δικά τους προβλήματα και ανταγωνισμούς) να ξεδοντιάσουν έτσι το λαϊκό κίνημα και να οδηγούν την χώρα ολοταχώς προς τα πίσω; Η απόδοση της ευθύνης στον ΣΥΡΙΖΑ (με τις πασίγνωστες ανεπάρκειες του πολιτικού του προσωπικού και την φαιδρή γείωση του στο κίνημα) είναι στρουθοκαμηλισμός. Αυτός ο οικτρός χώρος κατόρθωσε να αποκοιμίσει το μαζικό κίνημα, να καπηλευθεί και να εξευτελίζει χυδαία το όνομα της Αριστεράς επειδή κάποιοι άλλοι δεν έκαναν σωστά την δουλειά τους.

Σήμερα πληρώνονται μακρόχρονες αδυναμίες της ελληνικής Κομμουνιστικής Αριστεράς. Εμπρός της είναι ένα βαρύ τριπλό πρόβλημα: (1) δημιουργίας ενός σύγχρονου και πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος (του αναγκαίου συλλογικού διανοούμενου και οργανωτή της εργατικής τάξης), (2) συγκρότησης ενός μάχιμου πολιτικού μετώπου των δυνάμεων της εργασίας και των μικρο-μεσαίων στρωμάτων (στη βάση ενός αριστερού προγράμματος αποδέσμευσης από την ΕΕ που θα προτείνει λύσεις στα άμεσα λαϊκά προβλήματα και ταυτόχρονα θα παραβιάζει αυτό τον κρίσιμο συστημικό κόμβο ώστε να ανοίξει ο δρόμος της σοσιαλιστικής προοπτικής) και (3) της ανασυγκρότησης του μαζικού και συνδικαλιστικού κινήματος (από την σημερινή κατάπτωση του και την παράδοση του σε εξωνημένες γραφειοκρατικές ηγεσίες). Και στα τρία αυτά πεδία οι αδυναμίες είναι τρομακτικές. Είναι επίσης προφανές για τους κομμουνιστές ότι αν είχαν γίνει αποφασιστικά βήματα τις προηγούμενες δεκαετίες στο κομματικό ζήτημα θα είμασταν σε καλύτερη κατάσταση σήμερα και στο πολιτικό και στο μαζικό πεδίο.

Τι μπορεί να γίνει σήμερα εμπρός σε αυτή την άσχημη κατάσταση; Με το ξέσπασμα της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και την έκρηξη των λαϊκών αγώνων δόθηκε μία ιστορική ευκαιρία στις κομμουνιστικές δυνάμεις (που είναι άξιες του προσδιορισμού αυτού) να αλλάξουν την πορεία της χώρας. Αυτό απαιτούσε μία πραγματικά ανατρεπτική αριστερή πολιτική πρόταση και ένα αντίστοιχο λαϊκό μέτωπο (με κόμβο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, την αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ). Η ευκαιρία αυτή σήμερα έχει παρέλθει. Όμως γελιούνται άσχημα οι συστημικοί κονδυλοφόροι όλων των καθεστωτικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και τα παρελκόμενα τους) αν νομίζουν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός πέρασε από τις συμπληγάδες του. Όσα success stories και να κατασκευάσουν οι εκάστοτε κυβερνώντες και τα διάφορα επιχειρηματικά κέντρα, όσα φτιασιδώματα και να κάνουν οι ξένοι πάτρωνες (με τους δικούς τους ανταγωνισμούς) τα βαθύτερα αίτια και μηχανισμοί της κρίσης δεν έχουν επιλυθεί και αργά ή γρήγορα θα ξαναεμφανισθούν.

Είναι καθήκον των κομμουνιστών να μην είναι ξανά ανέτοιμοι. Η ιστορία δεν συγχωρεί αυτούς που δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς να παραγνωρίζεται η κεντρικότητα του μετώπου και της πολιτικής πρότασης (που παραμένουν κρίσιμα για να διατηρηθούν οι ρωγμές στο σύστημα και οι σπίθες της λαϊκής δυναμικής) είναι αναγκαίο να γίνουν βήματα στο κομματικό ζήτημα.

Τα βήματα αυτά δεν είναι απλά και έχουν να ξεπεράσουν συσσωρευμένα λάθη. Η υπόθεση της κομμουνιστικής πολιτικής συγκρότησης έχει αυστηρές απαιτήσεις για τις οποίες πρέπει να υπάρχει σαφής συνείδηση και συγκεκριμένες προτάσεις (μακριά από φλύαρες και χαοτικές διατριβές). Κατ’ αρχήν απαιτεί μία στοιχειώδη τουλάχιστον γείωση στην σύγχρονη εργατική τάξη, κάτι κάθε άλλο παρά δεδομένο. Επιπλέον απαιτεί (α) ιδεολογική, (β) προγραμματική και (γ) οργανωτική ενότητα.

Η ιδεολογική ενότητα σημαίνει όχι την αποπνικτική σιωπή αγράμματων γραφειοκρατικών ιερατείων αλλά την συνειδητή συμφωνία επάνω στις θεμελιακές αρχές του Μαρξισμού. Η συμφωνία αυτή, μακριά από μετα-μοντέρνους και μετα-μαρξιστικούς εκλεκτικισμούς αλλά και αποστεωμένες γραφειοκρατικές Βουλγάτες, πρέπει να αποτυπώνει τον επίκαιρο ρόλο του Μαρξισμού ως της μόνης ρεαλιστικής απελευθερωτικής θεωρίας για τον κόσμο της εργασίας και την ανθρωπότητα. Αυτός ο χαρακτήρας του Μαρξισμού κάνει περιττούς τους φλύαρους επιθετικούς προσδιορισμούς (π.χ. Επαναστατικός Μαρξισμός λες και υπάρχει και αντεπαναστατικός Μαρξισμός) αλλά και αντιμάχεται εκλεκτικιστικές αντιλήψεις περί του Μαρξισμού ως καλαθιού διαφόρων παραλλαγών του. Ταυτόχρονα η ιδεολογική ενότητα σημαίνει την πιο πλατιά και ζωντανή συζήτηση στο εσωτερικό της για την ανάπτυξη του Μαρξισμού.

Η προγραμματική ενότητα σημαίνει την συμφωνία σε ένα κομματικό (ευρύτερο από το μετωπικό) πρόγραμμα. Στόχος του είναι ο σχεδιασμός της δράσης των κομμουνιστών για την μετάβαση στο σοσιαλισμό (ο οποίος παραμένει πάντα ο πρώτος στόχος σε αντίθεση την απροσδιόριστη και παραπλανητική έννοια του αντι-καπιταλισμού αλλά και υπερ-αριστερες κομμουνιστικές βιασύνες). Κεντρικό στοιχείο του κομματικού προγράμματος είναι η εκτίμηση για το τρέχον ιστορικό στάδιο του καπιταλιστικού συστήματος και συνεπώς για τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μέτωπα της ταξικής πάλης. Είναι προφανές ότι ο καπιταλισμός – ένας εξαιρετικά δυναμικό σύστημα – εξελίσσεται και δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη. Οι κομμουνιστές πρέπει να μελετούν μεθοδικά και συστηματικά την εξέλιξη αυτή και να χαράζουν αντίστοιχα την στρατηγική και την τακτική τους. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αποφεύγονται βιαστικές ονοματοδοσίες και αντιφατικές και πρόωρες θεωρήσεις (ιδιαίτερα όταν αυτές καταλήγουν σε εξωπραγματικές καταργήσεις των ενδο-ιμπεριαλιστικών και ενδο-καπιταλιστικών ανταγωνισμών, φλερτάρουν με λανθασμένες αντιλήψεις περί «παγκοσμιοποίησης» και ονειρεύονται παντού και πάντα μία αδιαμεσολάβητη και καθαρή εμφάνιση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας). Επιπλέον η προγραμματική ενότητα πρέπει να βασίζεται σε μία συγκροτημένη και ρεαλιστική ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Τέλος, πρέπει να καθορίζει την ανάλογη στρατηγική και τακτική των κομμουνιστών, με την πρώτη πάντα στο τιμόνι αλλά και την δεύτερη όχι σαν ένα παθητικό εξάρτημα.

Τέλος, η οργανωτική ενότητα συνεπάγεται την συμφωνία για τον τρόπο δράσης των κομμουνιστών. Το κόμμα νέου τύπου (και όχι φυσικά τα γραφειοκρατικά κακέκτυπα του) παραμένει πάντα επίκαιρο. Βασικό του στοιχείο είναι η δημοκρατική ενότητα στη δράση, δηλαδή ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός (πάλι σε σαφή διάκριση από ψευδεπώνυμες παραμορφώσεις του). Η κομμουνιστική οργάνωση δεν είναι όμιλος «φυλάρχων» ούτε λέσχη συζητήσεων (παρόλη την ανάγκη της πιο ζωντανής και έντονης συζήτησης στο εσωτερικό της) αλλά μάχιμος οργανισμός.

Τα προαναφερθέντα προφανώς δεν αποτελούν κάποιες νέες σοφίες. Και όμως τις προηγούμενες δεκαετίες χάθηκαν μέσα σε κυκεώνες αυθορμητιστικών και εκλεκτικιστικών δοξασιών που μόνο ζημιά έκαναν. Θα είναι αυτή την φορά διαφορετικά;

 

 

 

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός; – ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

 

 

ΠΡΙΝ

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017, φ.1333

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

 

Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθορίζει αποφασιστικά τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αυτή η σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί μία στρατηγική επιλογή που σταθεροποίησε την κυριαρχία της στην ταραγμένη μεταδικτατορική περίοδο και της έδωσε ελπίδες για αναβάθμιση μέσα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα (από ένα μεσαίου επιπέδου υπο-ιμπεριαλισμό σε έστω μικρό συνεταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ). Η συμμετοχή στην ΟΝΕ σηματοδότησε την απεγνωσμένη προσπάθεια να αναρριχηθεί στην πρώτη ταχύτητα αυτής της ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα», όπως και οι προηγούμενες, μόνο πόνο και δάκρυα προσφέρει στις υποτελείς τάξεις με την συγκεκαλυμμένη αρχικά (από το 1985) και εξόφθαλμη και ραγδαία σήμερα συμπίεση των λαϊκών δικαιωμάτων και εισοδημάτων.

Αρχίζει όμως να κοστίζει και στο κεφάλαιο. Η ένταξη στην Κοινή Αγορά αποδιάρθρωσε το προηγουμένως παραδοσιακό μεν αλλά σχετικά συνεκτικό και αποτελεσματικό παραγωγικό πρότυπο του ελληνικού καπιταλισμού. Ο ανταγωνισμός των πιο αναπτυγμένων δυτικών κεφαλαίων συρρίκνωσε τον αγροτικό και τον βιομηχανικό τομέα και διόγκωσε αφύσικα τις υπηρεσίες καθώς το ελληνικό κεφάλαιο «κρύφθηκε» σ’ αυτές εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες συγκεκαλυμμένου προστατευτισμού και κρατικο-μονοπωλιακής διαπλοκής που παρέχουν. Επίσης έχασε τα προνόμια της αυτόνομης χρήσης μιας σειράς κρίσιμων εργαλείων (π.χ. νομισματική πολιτική μετά την ένταξη στην ΟΝΕ). Αφετέρου βέβαια, ωφελήθηκε από τις δυνατότητες αποκόμισης ιμπεριαλιστικών υπερ-κερδών (ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων μετά το 1990) που έδωσε η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίσης του 2007-8 και η ανάδυση τόσο της πτωτικής τάσης της κερδοφορίας όσο και των διαρθρωτικών προβλημάτων γκρεμίζει πλέον την σύγχρονη αστική «Μεγάλη Ιδέα» και ο ελληνικός καπιταλισμός τίθεται υπό επιτροπεία, υποβαθμιζόμενος ραγδαία τόσο μέσα στον ευρωπαϊκό όσο και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ιδιαίτερα, ο ρόλος του ξένου κεφαλαίου αυξάνει δραστικά μετατρέποντας σταδιακά το ελληνικό σε φτωχό συγγενή (π.χ. αλλαγές στον κρίσιμο τραπεζικό τομέα). Όμως το τελευταίο δεν τολμά ούτε να σκεφθεί την ανεξαρτητοποίηση του καθώς είναι στενότατα δεσμευμένο στις οικονομικές διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τρέμει το κόστος της ανεξαρτητοποίησης του. Γι’ αυτό τον λόγο, σε αντίθεση με άλλες χώρες κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, δεν έχει εμφανιστεί καμία σοβαρή μερίδα του που να αμφισβητεί την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και αντιδρά λυσσαλέα σε κάθε πρόταση αποδέσμευσης από αυτήν. Οι πρόσφατες τυχοδιωκτικές πρωτοβουλίες επίδοξων και εκπεσόντων πολιτικών και προσωπικοτήτων (που ζητούν φιλικό διαζύγιο από την ΟΝΕ και επιστροφή στη δραχμή με την στήριξη της κυβέρνησης Τραμπ και φυσικά χωρίς κανένα φιλο-λαϊκό και αριστερό περιεχόμενο) δεν έχουν σοβαρή συστημική στήριξη. Προς το παρόν τουλάχιστον, αυτός ο αστικός «δραχμισμός» χρησιμοποιείται μόνο ως μέσο πίεσης προς την ΕΕ.

 

 

 

 

Η κρίση και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός»

 

Η απουσία ενός σοβαρού τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης που να αμφισβητεί την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει συμβάλει ώστε η οικονομική κρίση έχει στρέψει τις λαϊκές μάζες κυρίως προς την Αριστερά. Η ισχυρή αντι-ΕΕ παράδοση της ελληνικής Αριστεράς (παρά τις όποιες ταλαντεύσεις και υπαναχωρήσεις τμημάτων της, όπως η πρόσφατη ανοικτή αποστασία του ΚΚΕ) έχει συμβάλλει δραστικά σ’ αυτό. Αντίθετα, σε πολλές Δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης που δυσφορούν με την Γερμανική κυριαρχία και σε συνδυασμό με προλεταριοποιούμενα (ή φοβούμενα την προλεταριοποίηση) μικρο και μεσο-αστικά στρώματα εμφανίζονται σαν ευρωσκεπτικιστές ή ακόμη και ολικοί αρνητές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το ακροδεξιό εθνικιστικό αυτό μπλοκ κερδίζει αξιοσημείωτη απήχηση στα λαϊκά και εργατικά στρώματα καθώς η συντριπτική πλειοψηφία της Αριστεράς στις χώρες αυτές, πολλές φορές μετά από συντριπτικές ήττες, έχει εκφυλιστεί σε ένα κοσμοπολίτικο, πολιτικά καθωσπρέπει χυλό που έχει εγκαταλείψει την ταξική πολιτική και έχει ενσωματωθεί (με ψευτο-διεθνιστικές ατάκες) στις πολιτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Αριστερά αυτή είναι ανίκανη να εκφράσει την λαϊκή οργή που γεννά η φτωχοποίηση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθώς ασπάσθηκε έναν αταξικό (στην ουσία του) κοσμοπολιτισμό, υποστήριξε την ευρωπαϊκή ενοποίηση εν ονόματι ενός ψευδεπίγραφου διεθνισμού (που υποτασσόταν στην καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση» και καμιά σχέση δεν είχε με τον προλεταριακό διεθνισμό), μετατράπηκε σε «αδελφή νοσοκόμα» του συστήματος (ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό ζήτημα) και αποκήρυξε κάθε προσπάθεια μίας ταξικής γραμμής στα ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας που ανακύπτουν από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Μία τέτοια εκφυλισμένη Αριστερά δεν έχει ακόμη κατορθώσει να κυριαρχήσει στη χώρα μας (αν και υπάρχουν ισχυρές πιέσεις). Από την άλλη όμως μέσα στην ελληνική Αριστερά καλλιεργούνται μία σειρά «δραχμιστικές» προτάσεις που δεν προσφέρουν αλλά αντίθετα υπονομεύουν την αντι-ΕΕ πάλη. Οι προτάσεις αυτές συνδέονται με την ανάδυση μέσα σε εκφυλισμένα τμήματα της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς ενός όψιμου ευρω-σκεπτικισμού. Εμπρός στον κίνδυνο πλήρους αποκοπής τους από τις λαϊκές μάζες αλλάζουν γραμμή και είτε επαγγέλλονται τον προοδευτικό μετασχηματισμό της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως με ένα ήπιο Κεϋνσιανισμό) είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ΟΝΕ και την διατήρηση της ΕΕ περίπου ως ζώνης εμπορίου. Βέβαια πρόκειται για εθελοτυφλικές προτάσεις καθώς ο προοδευτικός μετασχηματισμός της ΕΕ έχει αποδειχθεί ανέφικτος. Αλλά και η πεποίθηση ότι ιδιαίτερα οι ευρω-περιφερειακές χώρες μπορούν να παίξουν με καλύτερους όρους μέσα στην Κοινή Αγορά αγνοεί τόσο την ιστορική εμπειρία όσο και τους βασικούς κανόνες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας η παραμονή στην Κοινή Αγορά με τους μηχανισμούς ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που η τελευταία έχει δεν θα αλλάξει ουσιαστικά τα πράγματα.

Αυτός ο αδιέξοδος «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» εκφράζεται στη χώρα μας ιδιαίτερα από την ΛΑΕ και από μελέτες όπως αυτή του ΕΔΕΚΟΠ (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής), δια χειρός Λαπαβίτσα. Η τελευταία είναι ενδεικτική των προβλημάτων της πρότασης αυτής.

 

 

 

 

 

Κατ’ αρχήν ξεκινά με κλαυθμηρισμούς περί της ζημιάς που προκαλούν οι κυρίαρχες πολιτικές στην Ευρώπη και με επικλήσεις για την σωτηρία της. Πρόκειται για μία πολιτικά αφελή (;) εισαγωγή που παραγνωρίζει τα δομικά χαρακτηριστικά και την ιστορική εμπειρία της ευρωπαϊκής ενοποίησης (σαν μηχανισμού με οργανικά ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά). Η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης επίσης δεν έχει καμία σχέση με τον Μαρξισμό αλλά αναπαράγει και μάλιστα αδύναμα ετερόδοξες αλλά και ορθόδοξες αστικές προσεγγίσεις (π.χ. η εξόφθαλμα λανθασμένη θεωρία της ανταγωνιστικότητας με βάση τα ονομαστικά μοναδιαία κόστη εργασίας).

Στο τεχνικό τμήμα της πρόκειται ουσιαστικά για πρόταση συναινετικού διαζυγίου με την ΟΝΕ και παραμονής στην ΕΕ σε δύο παραλλαγές. Στην καθαρόαιμη εκδοχή της βασίζεται στην βοήθεια της ΕΕ (παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ κλπ.) και μάλιστα με αχρείαστη πολυπλοκότητα καθώς, σ’ αυτή την περίπτωση, ένα συναλλαγματικό swap με την ΕΚΤ (ή υπό την κάλυψη της) θα έλυνε εύκολα τα προβλήματα. Βέβαια, η εν λόγω καλή μελέτη συνειδητά αποσιωπά ότι αυτό είναι το plan B της Γερμανίας ήδη διατυπωμένο σε σχετικές μελέτες (π.χ. Deutsche Bank) και χρησιμοποιημένο από τον Schaeuble για να τρομοκρατήσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (στην οποία η σημερινή ΛΑΕ ασμένως συμμετείχε). Δεν είναι κρυφό ότι η Γερμανία, σε περίπτωση προϊούσας αποσύνθεσης της ΕΕ, προσανατολίζεται στη διατήρηση ενός σκληρού πυρήνα γύρω της που θα περιστοιχίζεται από ζώνες χωρών εξαρτημένες από αυτόν. Ο νομισματικός μηχανισμός αυτού του γερμανικού plan B προβλέπει την ένταξη των νομισμάτων των χωρών αυτών στον Ευρωπαϊκό Συναλλαγματικό Μηχανισμό ΙΙ (ή κάτι ανάλογο), όπου τα νομίσματα αυτά θα είναι εξαρτήματα του ευρώ (ή του Γερμανο-κεντρικού διαδόχου του) αλλά με μία μεγαλύτερη ευελιξία στη διακύμανση των ισοτιμιών τους (και συνεπώς στην απάλυνση των ανισορροπιών στο εξωτερικό εμπόριο και στο ισοζύγιο πληρωμών). Όμως αποκλείει τόσο την «ανταγωνιστική υποτίμηση» (δηλαδή μία επιθετική κίνηση) όσο και (λόγω της παραμονής στην Κοινή Αγορά) την εφαρμογή ενεργητικών βιομηχανικών πολιτικών (δηλαδή ριζικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας), που μόνο αυτές μπορούν να εξαλείψουν τις διαφορές ανταγωνιστικότητας και συνεπώς των εμπορικών και κεφαλαιακών ανισορροπιών. Ουσιαστικά, για τις ευρω-περιφερειακές οικονομίες το Γερμανικό plan B είναι διπλά καταστροφικό. Αφού έχουν περάσει την λαίλαπα των προγραμμάτων λιτότητας θα μεταταχθούν σε μία ζώνη ανοικτής υποτέλειας που θα διατηρεί τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξάρτησης τους από τον πυρήνα. Απλά θα υπάρχει η δυνατότητα, κατόπιν συμφωνίας του ευρω-κέντρου, μίας πιο ελαστικής διαχείρισης ακραίων καταστάσεων. Το κόστος όμως ακόμη και αυτών των διευκολύνσεων τελικά θα το επωμίζονται κυρίως αυτές.

Η συγκρουσιακή παραλλαγή της πρότασης του ΕΔΕΚΟΠ αποτελεί ουσιαστικά παραλλαγή της συναινετικής και ταυτόχρονα αναπαραγωγή της αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ (πριν την παράδοση άνευ όρων) ότι υπάρχουν οι δυνατότητες επιτυχίας μιας «άγριας» διαπραγμάτευσης εντός της ΕΕ. Φυσικά το αποτέλεσμα αυτής της κοντόφθαλμης και ταυτόχρονα υποκριτικής στρατηγικής είναι σήμερα γνωστό. Με αυτή την εθελοτυφλική γραμμή το ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει ότι μπορείς να πάψεις να πληρώνεις το χρέος και να περάσεις στη δραχμή χωρίς αυτό δεν να οδηγήσει σε ανοικτό πόλεμο με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο. Έτσι θα μπορείς να προχωρήσεις σε μία πολιτική εσωτερικής σταθεροποίησης μέσω μία αφελούς Κεϋνσιανής πολιτικής ενίσχυσης της ζήτησης και υποκατάστασης εισαγωγών. Η Μαρξιστική ανάλυση έχει δείξει ότι σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης (δηλαδή πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και όχι φυσικά φληναφημάτων περί ανύπαρκτης «χρηματιστικοποίησης») η τόνωση της ζήτησης δεν επιλύει αλλά επιδεινώνει το πρόβλημα υπερσυσσώρευσης.

Κατά το ΕΔΕΚΟΠ η τόνωση της ζήτησης θα προέλθει κατ’ αρχήν μέσω τυπώματος νομίσματος που υποστηρίζεται ότι θα έχει μικρή πληθωριστική επίπτωση κυρίως λόγω της μεγάλης υποαπασχόλησης παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας. Ο υπολογισμός της τελευταίας είναι καταφανώς υπερβολικός καθώς το μεγαλύτερο μέρος των «κλειστών» επιχειρήσεων – ιδιαίτερα της μεταποίησης – είναι χρόνια στην κατάσταση αυτή και έχει απαξιωθεί πλήρως. Συνεπώς, στα πλαίσια μίας οικονομία της αγοράς με περιορισμένη μόνο κρατική ρύθμιση (όπως το τοποθετεί το ΕΔΕΚΟΠ) μοιραία αυτό θα οδηγήσει σε έκρηξη του πληθωρισμού. Εφόσον μάλιστα αυτό γίνει με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο (που η κατανάλωση βασίζεται σε εισαγωγές) τότε αυτό θα είναι καταστροφικό για την αγοραστική δύναμη των μισθών.

 

Επίσης, η προτεινόμενη παραγωγική ανασυγκρότηση είναι επιεικώς ανεφάρμοστη. Υποθέτει ότι η ΕΕ θα δεχθεί εκτεταμένες «ρήτρες εξαίρεσης» από την απαγόρευση επιδοτήσεων και προστατευτισμού της Κοινή Αγοράς. Αυτό αποκλείεται γιατί θα κουρέλιαζε την τελευταία και θα άνοιγε την όρεξη και άλλων χωρών. Επίσης, υποθέτει ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο θα συνεργαστεί και μάλιστα έγκαιρα στην πολιτική υποκατάστασης εισαγωγών. Πρόκειται επίσης για αφέλεια. Σε περίπτωση πολέμου με την ΕΕ το ελληνικό κεφάλαιο είναι γνωστό με ποιόν θα συμμαχήσει, όπως έδειξε και η περίοδος του δημοψηφίσματος. Η ελληνική αστική τάξη έβγαλε και βγάζει συνεχώς τα κεφάλαια της στο εξωτερικό κρατώντας στη χώρα μόνο τα απολύτως αναγκαία. Έξω μπορεί να τα επενδύσει πολύ πιο ελεύθερα και κερδοφόρα απ’ ότι σε μία Ελλάδα σε κατάσταση οικονομικού πολέμου. Συνεπώς, μόνο μία παραγωγική ανασυγκρότηση βασισμένη σε υποχρεωτικό και καθολικό σχεδιασμό της οικονομίας μπορεί να ανασυγκροτήσει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση την ελληνική οικονομία. Όμως κάτι τέτοιο αποκλείεται εντός της Κοινής Αγοράς και φυσικά το ελληνικό κεφάλαιο δεν θα συναινέσει.

Οι ετερόδοξες αναλυτικές αδυναμίες στην ερμηνεία της ελληνικής κρίσεις και οι μεσοβέζικες πολιτικές επιλογές φαίνονται και στη μελέτη της κλαδικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Θεωρείται ότι στην κατάσταση «μισο-πολέμου» με την ΕΕ θα μπορεί να υπάρξει σταθεροποίηση της οικονομίας με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο. Έτσι, παρά την βούληση των συντακτών για ενίσχυση της εκβιομηχάνισης, στην περίοδο σταθεροποίησης τον βασικό ρόλο παίζουν κλάδοι του πρωτογενούς τομέα και των υπηρεσιών. Δηλαδή αναπαράγεται το υπάρχον καταφανώς αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο. Αγνοούνται βασικά προβλήματα των κλάδων αυτών (π.χ. η ασφυκτική εξάρτηση της έρευνας από ευρωπαϊκά κονδύλια, του τουρισμού από μεγάλα ξένα πρακτορεία). Επίσης η χρησιμοποιούμενη τεχνική μεθοδολογία επιλογής κλάδων είναι εξαιρετικά προβληματική καθώς είναι πολύ μακροσκοπική (για πολιτικές που αναγκαστικά έχουν επιτακτικά βραχυχρόνιο χαρακτήρα) και βασίζεται σε παλιά δεδομένα που παραγνωρίζουν τόσο την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας όσο και αυτή που θα υπάρξει σε μία σύγκρουση με την ΕΕ.

 

Ο «δραχμισμός» του «αριστερού ευρωσκεπτικισμού» οδηγεί σε αδιέξοδα και νέες ήττες την Αριστερά. Υποβαθμίζει το βάθος και την έκταση της ταξικής και διεθνούς σύγκρουσης που απαιτείται για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση. Θεωρεί ότι αυτή μπορεί να προκύψει είτε συναινετικά είτε με ένα «μισο-πόλεμο», δηλαδή δεν έχει διδαχθεί τίποτα από την καταστροφική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (για την οποία έχουν οι «αριστεροί δραχμιστές» σοβαρότατες ευθύνες). Αναζητεί ανέφικτες συμμαχίες με τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης και ταυτόχρονα έχει την ψευδαίσθηση (;) ότι αυτά θα δεχθούν την ηγεμονία της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Αν υπάρξουν τέτοια τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου θα επιδιώξουν την επιστροφή στη δραχμή με δικούς τους όρους, νέες διεθνείς εξαρτήσεις (κυρίως από τις ΗΠΑ) και σε βάρος των εργαζομένων.

Πολλές φορές όλα τα παραπάνω κρύβονται μέσα σε επιεικώς άστοχες πολιτικές διατυπώσεις του τύπου «ας γίνει πρώτα η έξοδος από την ΟΝΕ και μετά θα έλθει και η αποδέσμευση από την ΕΕ». Την ίδια ώρα βέβαια ακόμη και αυτό το μεσοβέζικο πρόγραμμα εξαϋλώνεται μέσα στις συμμαχίες με τυχοδιωκτικά προσωποπαγή μορφώματα με ένα θολό αντι-μνημονιακό και μόνο λόγο.

Οι κομμουνιστές δεν κρύβουν τις προθέσεις τους, όπως εμφατικά διακήρυξε ο Ένγκελς. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση περνά από ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής. Η τελευταία είναι ο στρατηγικός στόχος των κομμουνιστών και φυσικά δεν τον κρύβουν από τις λαϊκές μάζες. Άλλωστε ιδιαίτερα μετά την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ ο μόνος τρόπος για να σε ακούσουν είναι να τους μιλήσεις καθαρά, χωρίς να τάζεις λαγούς με πετραχήλια, και μιλώντας έντιμα για τις αναγκαίες θυσίες που πρέπει να γίνουν για να μπορέσει να «γυρίσει ο ήλιος».

Ο βασικός μεσοπρόθεσμος κόμβος αυτού του προγράμματος και η βάση για την συγκρότηση ενός ευρύτερου λαϊκού μετώπου είναι η συνολική αποδέσμευση από την ΕΕ. Χωρίς αυτήν καμία διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης αλλά και αντιμετώπισης των άμεσων λαϊκών προβλημάτων δεν μπορεί να υπάρξει. Μία έξοδος από την ΟΝΕ χωρίς την πλήρη αποδέσμευση είναι ατελέσφορη ή τμήμα αστικών σχεδίων. Στη βάση αυτού του μεσοπρόθεσμού κόμβου οι κομμουνιστές οφείλουν να συνεργαστούν ακόμη και με δυνάμεις που δεν είναι πεισμένες για την σοσιαλιστική προοπτική χωρίς όμως ποτέ να κρύψουν τις στρατηγικές επιδιώξεις τους και προβάλλοντας πάντα οι ίδιοι ένα ευρύτερο πρόγραμμα όπου η αποδέσμευση από την ΕΕ (και η ειδική περίοδος περίπου «πολεμικής» οικονομίας που θα την χαρακτηρίζει) θα ανοίξει τον δρόμο για την διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης.

Η υλοποίηση αυτού του πολιτικού σχεδίου είναι το κρίσιμο στοίχημα για τους Έλληνες κομμουνιστές σήμερα.

 

 

https://www.scribd.com/document/350279178/%CE%94%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D

https://www.researchgate.net/publication/317336451_Apodesmeuse_apo_ten_EE_e_Drachmismos

 

https://www.academia.edu/33317368/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%95_%CE%AE_%CE%94%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_-_%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D.docx

 

Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ Κέρκυρας 27-4-2017

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ Κέρκυρας

27-4-2017

Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

e-mail: smavro@uom.edu.gr

web: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

 

Το Brexit αλλά και όλες σχεδόν οι προηγούμενες αλλά και οι επόμενες πολιτικές και εκλογικές αναμετρήσεις στην Ευρώπη δείχνουν την βαθιά λαϊκή απέχθεια απέναντι στην αντιλαϊκή ΕΕ που πηγάζει τόσο από τα δομικά χαρακτηριστικά της (δηλαδή την εγγενή εύνοια προς το κεφάλαιο σε βάρος της εργασίας) όσο και από την τρέχουσα οικονομική κρίση της (δηλαδή την ανάδειξη των εγγενών αδυναμιών και αντιφάσεων της).

Οι κατεστημένες αναλύσεις, τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη, αδυνατούν να κατανοήσουν την κρίση της ΕΕ. Εδώ και χρόνια επιδίδονται – υπηρετώντας τα κυρίαρχα πολιτικο-οικονομικά συμφέροντα – σε αυτιστικές αναλύσεις που παρουσιάζουν την ΕΕ σαν ένα τέλειο και αβύθιστο πλοίο. Έτσι συγκαλύπτουν τις σοβαρότατες αδυναμίες της, όπως την μεγάλη διαφορά επιπέδων ανάπτυξης (ανισομετρία) μεταξύ των χωρών του ευρω-κέντρου και αυτών της ευρω-περιφέρειας και το γεγονός ότι η ευρωζώνη δεν είναι μία βέλτιστη νομισματική περιοχή. Συνακόλουθα, την παρουσιάζουν σαν ένα αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο κατασκεύασμα καθώς υποστηρίζουν ότι η «παγκοσμιοποίηση» (και συνεπώς οι περιφερειακές ενοποιήσεις όπως η ΕΕ) είναι κάτι καινοφανές και επίσης μη-αντιστρεπτό. Αγνοούν ότι έχουν προϋπάρξει περίοδοι «παγκοσμιοποίησης» που στη συνέχεια ανατράπηκαν.

Αν οι κατεστημένες αναλύσεις χαρακτηρίζονται από τον αυτιστικό φιλο-ευρωπαϊσμό τους σήμερα είναι επίσης της μόδας μία σειρά ετερόδοξες αναλύσεις που χαρακτηρίζονται από έναν εξίσου προβληματικό ευρωσκεπτικισμό. Ο ετεροδόξος ευρωσκεπτικισμός αποτελεί ουσιαστικά την «αίρεση» της θρησκείας του φιλο-ευρωπαϊσμού καθώς μοιράζονται τα αναλυτικά εργαλεία και πιστεύουν αμφότεροι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Διαφέρει στο ότι καταγγέλλει την νεοφιλελεύθερη ηγεμονία πάνω στην τελευταία και κηρύσσει την επιστροφή ενός «σεμνού» κεϋνσιανισμού. Έτσι πολιτικά επαγγέλλεται την μεταρρύθμιση της ΕΕ και της ευρωζώνης (ή στις πιο ακραίες εκδοχές του την κατάργηση της τελευταίας).

Σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες προσεγγίσεις ο Μαρξισμός έχει μία πιο βαθιά και ρεαλιστική αντίληψη για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Κατανοεί καθαρά ότι πρόκειται για μία επιλογή των ηγεμονικών κεφαλαίων της Ευρώπης και συνεπώς, από τα ίδια τα γενετήσια χαρακτηριστικά της, δεν μπορεί να έχει φιλολαϊκό χαρακτήρα. Επίσης κατανοεί την ιμπεριαλιστική φύση της, δηλαδή ότι έχει κατασκευασθεί για να ευνοήσει την διεθνική εκμετάλλευση τόσο στο εσωτερικό της (των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών-μελών της από τις πιο αναπτυγμένες) όσο και στο εξωτερικό της (σε βάρος άλλων λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών) και να στηρίξει τα ευρωπαϊκά κεφάλαια στους ανταγωνισμούς τους με άλλους παγκόσμιους πόλους (ΗΠΑ, νεο-αναδυόμενες οικονομίες κ.α.). Κατά συνέπεια δεν έχει ψευδαισθήσεις περί της δυνατότητας φιλολαϊκής μεταρρύθμισης της ΕΕ. Κατανοεί επομένως καθαρά ότι ο δρόμος για ένα καλύτερο μέλλον για τους λαούς της Ευρώπης και ευρύτερα περνά από την κατεδάφιση του απεχθούς οικοδομήματος της ΕΕ.

Η Μαρξιστική ανάλυση μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εφόδιο για την πραγματική και μαχόμενη Αριστερά (και όχι για διάφορους τυμβωρύχους του ονόματος της όπως ο ΣΥΡΙΖΑ) ώστε να μιλήσει στην αυθόρμητη λαϊκή απέχθεια έναντι της ΕΕ, να μην την αφήσει έρμαιο σε ακροδεξιές καπηλείες που θα έχουν σαν θύματα τους λαούς και να οργανώσει το αριστερό μεταβατικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση προς όφελος του λαού και του τόπου. Καθοριστικός κόμβος αυτού του μεταβατικού προγράμματος είναι η συνολική αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΕ (και όχι η μεσοβέζικη και από μόνη της ατελέσφορη έξοδος από την ευρωζώνη).