Category Archives: Άρθρα σε εφημερίδες – Newspaper articles

Ξανά για το κόμμα, το μέτωπο και το μαζικό κίνημα – ΠΡΙΝ 28-1-2018

 

Ξανά για το κόμμα, το μέτωπο και το μαζικό κίνημα

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Η τρέχουσα τελματώδης κατάσταση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα επιβάλλει στους κομμουνιστές να υποβάλλουν στην αυστηρότερη κριτική τον εαυτό τους. Πως κατόρθωσαν ο ελληνικός καπιταλισμός (παρόλη την σημαντική υποχώρηση του μέσα στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική πυραμίδα και τους οξυμένους εσωτερικούς σκυλοκαβγάδες του) και οι ξένοι πάτρωνες του (παρά και τα δικά τους προβλήματα και ανταγωνισμούς) να ξεδοντιάσουν έτσι το λαϊκό κίνημα και να οδηγούν την χώρα ολοταχώς προς τα πίσω; Η απόδοση της ευθύνης στον ΣΥΡΙΖΑ (με τις πασίγνωστες ανεπάρκειες του πολιτικού του προσωπικού και την φαιδρή γείωση του στο κίνημα) είναι στρουθοκαμηλισμός. Αυτός ο οικτρός χώρος κατόρθωσε να αποκοιμίσει το μαζικό κίνημα, να καπηλευθεί και να εξευτελίζει χυδαία το όνομα της Αριστεράς επειδή κάποιοι άλλοι δεν έκαναν σωστά την δουλειά τους.

Σήμερα πληρώνονται μακρόχρονες αδυναμίες της ελληνικής Κομμουνιστικής Αριστεράς. Εμπρός της είναι ένα βαρύ τριπλό πρόβλημα: (1) δημιουργίας ενός σύγχρονου και πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος (του αναγκαίου συλλογικού διανοούμενου και οργανωτή της εργατικής τάξης), (2) συγκρότησης ενός μάχιμου πολιτικού μετώπου των δυνάμεων της εργασίας και των μικρο-μεσαίων στρωμάτων (στη βάση ενός αριστερού προγράμματος αποδέσμευσης από την ΕΕ που θα προτείνει λύσεις στα άμεσα λαϊκά προβλήματα και ταυτόχρονα θα παραβιάζει αυτό τον κρίσιμο συστημικό κόμβο ώστε να ανοίξει ο δρόμος της σοσιαλιστικής προοπτικής) και (3) της ανασυγκρότησης του μαζικού και συνδικαλιστικού κινήματος (από την σημερινή κατάπτωση του και την παράδοση του σε εξωνημένες γραφειοκρατικές ηγεσίες). Και στα τρία αυτά πεδία οι αδυναμίες είναι τρομακτικές. Είναι επίσης προφανές για τους κομμουνιστές ότι αν είχαν γίνει αποφασιστικά βήματα τις προηγούμενες δεκαετίες στο κομματικό ζήτημα θα είμασταν σε καλύτερη κατάσταση σήμερα και στο πολιτικό και στο μαζικό πεδίο.

Τι μπορεί να γίνει σήμερα εμπρός σε αυτή την άσχημη κατάσταση; Με το ξέσπασμα της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και την έκρηξη των λαϊκών αγώνων δόθηκε μία ιστορική ευκαιρία στις κομμουνιστικές δυνάμεις (που είναι άξιες του προσδιορισμού αυτού) να αλλάξουν την πορεία της χώρας. Αυτό απαιτούσε μία πραγματικά ανατρεπτική αριστερή πολιτική πρόταση και ένα αντίστοιχο λαϊκό μέτωπο (με κόμβο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, την αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ). Η ευκαιρία αυτή σήμερα έχει παρέλθει. Όμως γελιούνται άσχημα οι συστημικοί κονδυλοφόροι όλων των καθεστωτικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και τα παρελκόμενα τους) αν νομίζουν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός πέρασε από τις συμπληγάδες του. Όσα success stories και να κατασκευάσουν οι εκάστοτε κυβερνώντες και τα διάφορα επιχειρηματικά κέντρα, όσα φτιασιδώματα και να κάνουν οι ξένοι πάτρωνες (με τους δικούς τους ανταγωνισμούς) τα βαθύτερα αίτια και μηχανισμοί της κρίσης δεν έχουν επιλυθεί και αργά ή γρήγορα θα ξαναεμφανισθούν.

Είναι καθήκον των κομμουνιστών να μην είναι ξανά ανέτοιμοι. Η ιστορία δεν συγχωρεί αυτούς που δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς να παραγνωρίζεται η κεντρικότητα του μετώπου και της πολιτικής πρότασης (που παραμένουν κρίσιμα για να διατηρηθούν οι ρωγμές στο σύστημα και οι σπίθες της λαϊκής δυναμικής) είναι αναγκαίο να γίνουν βήματα στο κομματικό ζήτημα.

Τα βήματα αυτά δεν είναι απλά και έχουν να ξεπεράσουν συσσωρευμένα λάθη. Η υπόθεση της κομμουνιστικής πολιτικής συγκρότησης έχει αυστηρές απαιτήσεις για τις οποίες πρέπει να υπάρχει σαφής συνείδηση και συγκεκριμένες προτάσεις (μακριά από φλύαρες και χαοτικές διατριβές). Κατ’ αρχήν απαιτεί μία στοιχειώδη τουλάχιστον γείωση στην σύγχρονη εργατική τάξη, κάτι κάθε άλλο παρά δεδομένο. Επιπλέον απαιτεί (α) ιδεολογική, (β) προγραμματική και (γ) οργανωτική ενότητα.

Η ιδεολογική ενότητα σημαίνει όχι την αποπνικτική σιωπή αγράμματων γραφειοκρατικών ιερατείων αλλά την συνειδητή συμφωνία επάνω στις θεμελιακές αρχές του Μαρξισμού. Η συμφωνία αυτή, μακριά από μετα-μοντέρνους και μετα-μαρξιστικούς εκλεκτικισμούς αλλά και αποστεωμένες γραφειοκρατικές Βουλγάτες, πρέπει να αποτυπώνει τον επίκαιρο ρόλο του Μαρξισμού ως της μόνης ρεαλιστικής απελευθερωτικής θεωρίας για τον κόσμο της εργασίας και την ανθρωπότητα. Αυτός ο χαρακτήρας του Μαρξισμού κάνει περιττούς τους φλύαρους επιθετικούς προσδιορισμούς (π.χ. Επαναστατικός Μαρξισμός λες και υπάρχει και αντεπαναστατικός Μαρξισμός) αλλά και αντιμάχεται εκλεκτικιστικές αντιλήψεις περί του Μαρξισμού ως καλαθιού διαφόρων παραλλαγών του. Ταυτόχρονα η ιδεολογική ενότητα σημαίνει την πιο πλατιά και ζωντανή συζήτηση στο εσωτερικό της για την ανάπτυξη του Μαρξισμού.

Η προγραμματική ενότητα σημαίνει την συμφωνία σε ένα κομματικό (ευρύτερο από το μετωπικό) πρόγραμμα. Στόχος του είναι ο σχεδιασμός της δράσης των κομμουνιστών για την μετάβαση στο σοσιαλισμό (ο οποίος παραμένει πάντα ο πρώτος στόχος σε αντίθεση την απροσδιόριστη και παραπλανητική έννοια του αντι-καπιταλισμού αλλά και υπερ-αριστερες κομμουνιστικές βιασύνες). Κεντρικό στοιχείο του κομματικού προγράμματος είναι η εκτίμηση για το τρέχον ιστορικό στάδιο του καπιταλιστικού συστήματος και συνεπώς για τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μέτωπα της ταξικής πάλης. Είναι προφανές ότι ο καπιταλισμός – ένας εξαιρετικά δυναμικό σύστημα – εξελίσσεται και δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη. Οι κομμουνιστές πρέπει να μελετούν μεθοδικά και συστηματικά την εξέλιξη αυτή και να χαράζουν αντίστοιχα την στρατηγική και την τακτική τους. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αποφεύγονται βιαστικές ονοματοδοσίες και αντιφατικές και πρόωρες θεωρήσεις (ιδιαίτερα όταν αυτές καταλήγουν σε εξωπραγματικές καταργήσεις των ενδο-ιμπεριαλιστικών και ενδο-καπιταλιστικών ανταγωνισμών, φλερτάρουν με λανθασμένες αντιλήψεις περί «παγκοσμιοποίησης» και ονειρεύονται παντού και πάντα μία αδιαμεσολάβητη και καθαρή εμφάνιση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας). Επιπλέον η προγραμματική ενότητα πρέπει να βασίζεται σε μία συγκροτημένη και ρεαλιστική ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Τέλος, πρέπει να καθορίζει την ανάλογη στρατηγική και τακτική των κομμουνιστών, με την πρώτη πάντα στο τιμόνι αλλά και την δεύτερη όχι σαν ένα παθητικό εξάρτημα.

Τέλος, η οργανωτική ενότητα συνεπάγεται την συμφωνία για τον τρόπο δράσης των κομμουνιστών. Το κόμμα νέου τύπου (και όχι φυσικά τα γραφειοκρατικά κακέκτυπα του) παραμένει πάντα επίκαιρο. Βασικό του στοιχείο είναι η δημοκρατική ενότητα στη δράση, δηλαδή ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός (πάλι σε σαφή διάκριση από ψευδεπώνυμες παραμορφώσεις του). Η κομμουνιστική οργάνωση δεν είναι όμιλος «φυλάρχων» ούτε λέσχη συζητήσεων (παρόλη την ανάγκη της πιο ζωντανής και έντονης συζήτησης στο εσωτερικό της) αλλά μάχιμος οργανισμός.

Τα προαναφερθέντα προφανώς δεν αποτελούν κάποιες νέες σοφίες. Και όμως τις προηγούμενες δεκαετίες χάθηκαν μέσα σε κυκεώνες αυθορμητιστικών και εκλεκτικιστικών δοξασιών που μόνο ζημιά έκαναν. Θα είναι αυτή την φορά διαφορετικά;

 

 

 

Advertisements

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός; – ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

 

 

ΠΡΙΝ

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017, φ.1333

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

 

Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθορίζει αποφασιστικά τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αυτή η σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί μία στρατηγική επιλογή που σταθεροποίησε την κυριαρχία της στην ταραγμένη μεταδικτατορική περίοδο και της έδωσε ελπίδες για αναβάθμιση μέσα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα (από ένα μεσαίου επιπέδου υπο-ιμπεριαλισμό σε έστω μικρό συνεταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ). Η συμμετοχή στην ΟΝΕ σηματοδότησε την απεγνωσμένη προσπάθεια να αναρριχηθεί στην πρώτη ταχύτητα αυτής της ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα», όπως και οι προηγούμενες, μόνο πόνο και δάκρυα προσφέρει στις υποτελείς τάξεις με την συγκεκαλυμμένη αρχικά (από το 1985) και εξόφθαλμη και ραγδαία σήμερα συμπίεση των λαϊκών δικαιωμάτων και εισοδημάτων.

Αρχίζει όμως να κοστίζει και στο κεφάλαιο. Η ένταξη στην Κοινή Αγορά αποδιάρθρωσε το προηγουμένως παραδοσιακό μεν αλλά σχετικά συνεκτικό και αποτελεσματικό παραγωγικό πρότυπο του ελληνικού καπιταλισμού. Ο ανταγωνισμός των πιο αναπτυγμένων δυτικών κεφαλαίων συρρίκνωσε τον αγροτικό και τον βιομηχανικό τομέα και διόγκωσε αφύσικα τις υπηρεσίες καθώς το ελληνικό κεφάλαιο «κρύφθηκε» σ’ αυτές εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες συγκεκαλυμμένου προστατευτισμού και κρατικο-μονοπωλιακής διαπλοκής που παρέχουν. Επίσης έχασε τα προνόμια της αυτόνομης χρήσης μιας σειράς κρίσιμων εργαλείων (π.χ. νομισματική πολιτική μετά την ένταξη στην ΟΝΕ). Αφετέρου βέβαια, ωφελήθηκε από τις δυνατότητες αποκόμισης ιμπεριαλιστικών υπερ-κερδών (ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων μετά το 1990) που έδωσε η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίσης του 2007-8 και η ανάδυση τόσο της πτωτικής τάσης της κερδοφορίας όσο και των διαρθρωτικών προβλημάτων γκρεμίζει πλέον την σύγχρονη αστική «Μεγάλη Ιδέα» και ο ελληνικός καπιταλισμός τίθεται υπό επιτροπεία, υποβαθμιζόμενος ραγδαία τόσο μέσα στον ευρωπαϊκό όσο και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ιδιαίτερα, ο ρόλος του ξένου κεφαλαίου αυξάνει δραστικά μετατρέποντας σταδιακά το ελληνικό σε φτωχό συγγενή (π.χ. αλλαγές στον κρίσιμο τραπεζικό τομέα). Όμως το τελευταίο δεν τολμά ούτε να σκεφθεί την ανεξαρτητοποίηση του καθώς είναι στενότατα δεσμευμένο στις οικονομικές διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τρέμει το κόστος της ανεξαρτητοποίησης του. Γι’ αυτό τον λόγο, σε αντίθεση με άλλες χώρες κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, δεν έχει εμφανιστεί καμία σοβαρή μερίδα του που να αμφισβητεί την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και αντιδρά λυσσαλέα σε κάθε πρόταση αποδέσμευσης από αυτήν. Οι πρόσφατες τυχοδιωκτικές πρωτοβουλίες επίδοξων και εκπεσόντων πολιτικών και προσωπικοτήτων (που ζητούν φιλικό διαζύγιο από την ΟΝΕ και επιστροφή στη δραχμή με την στήριξη της κυβέρνησης Τραμπ και φυσικά χωρίς κανένα φιλο-λαϊκό και αριστερό περιεχόμενο) δεν έχουν σοβαρή συστημική στήριξη. Προς το παρόν τουλάχιστον, αυτός ο αστικός «δραχμισμός» χρησιμοποιείται μόνο ως μέσο πίεσης προς την ΕΕ.

 

 

 

 

Η κρίση και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός»

 

Η απουσία ενός σοβαρού τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης που να αμφισβητεί την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει συμβάλει ώστε η οικονομική κρίση έχει στρέψει τις λαϊκές μάζες κυρίως προς την Αριστερά. Η ισχυρή αντι-ΕΕ παράδοση της ελληνικής Αριστεράς (παρά τις όποιες ταλαντεύσεις και υπαναχωρήσεις τμημάτων της, όπως η πρόσφατη ανοικτή αποστασία του ΚΚΕ) έχει συμβάλλει δραστικά σ’ αυτό. Αντίθετα, σε πολλές Δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης που δυσφορούν με την Γερμανική κυριαρχία και σε συνδυασμό με προλεταριοποιούμενα (ή φοβούμενα την προλεταριοποίηση) μικρο και μεσο-αστικά στρώματα εμφανίζονται σαν ευρωσκεπτικιστές ή ακόμη και ολικοί αρνητές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το ακροδεξιό εθνικιστικό αυτό μπλοκ κερδίζει αξιοσημείωτη απήχηση στα λαϊκά και εργατικά στρώματα καθώς η συντριπτική πλειοψηφία της Αριστεράς στις χώρες αυτές, πολλές φορές μετά από συντριπτικές ήττες, έχει εκφυλιστεί σε ένα κοσμοπολίτικο, πολιτικά καθωσπρέπει χυλό που έχει εγκαταλείψει την ταξική πολιτική και έχει ενσωματωθεί (με ψευτο-διεθνιστικές ατάκες) στις πολιτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Αριστερά αυτή είναι ανίκανη να εκφράσει την λαϊκή οργή που γεννά η φτωχοποίηση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθώς ασπάσθηκε έναν αταξικό (στην ουσία του) κοσμοπολιτισμό, υποστήριξε την ευρωπαϊκή ενοποίηση εν ονόματι ενός ψευδεπίγραφου διεθνισμού (που υποτασσόταν στην καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση» και καμιά σχέση δεν είχε με τον προλεταριακό διεθνισμό), μετατράπηκε σε «αδελφή νοσοκόμα» του συστήματος (ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό ζήτημα) και αποκήρυξε κάθε προσπάθεια μίας ταξικής γραμμής στα ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας που ανακύπτουν από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Μία τέτοια εκφυλισμένη Αριστερά δεν έχει ακόμη κατορθώσει να κυριαρχήσει στη χώρα μας (αν και υπάρχουν ισχυρές πιέσεις). Από την άλλη όμως μέσα στην ελληνική Αριστερά καλλιεργούνται μία σειρά «δραχμιστικές» προτάσεις που δεν προσφέρουν αλλά αντίθετα υπονομεύουν την αντι-ΕΕ πάλη. Οι προτάσεις αυτές συνδέονται με την ανάδυση μέσα σε εκφυλισμένα τμήματα της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς ενός όψιμου ευρω-σκεπτικισμού. Εμπρός στον κίνδυνο πλήρους αποκοπής τους από τις λαϊκές μάζες αλλάζουν γραμμή και είτε επαγγέλλονται τον προοδευτικό μετασχηματισμό της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως με ένα ήπιο Κεϋνσιανισμό) είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ΟΝΕ και την διατήρηση της ΕΕ περίπου ως ζώνης εμπορίου. Βέβαια πρόκειται για εθελοτυφλικές προτάσεις καθώς ο προοδευτικός μετασχηματισμός της ΕΕ έχει αποδειχθεί ανέφικτος. Αλλά και η πεποίθηση ότι ιδιαίτερα οι ευρω-περιφερειακές χώρες μπορούν να παίξουν με καλύτερους όρους μέσα στην Κοινή Αγορά αγνοεί τόσο την ιστορική εμπειρία όσο και τους βασικούς κανόνες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας η παραμονή στην Κοινή Αγορά με τους μηχανισμούς ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που η τελευταία έχει δεν θα αλλάξει ουσιαστικά τα πράγματα.

Αυτός ο αδιέξοδος «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» εκφράζεται στη χώρα μας ιδιαίτερα από την ΛΑΕ και από μελέτες όπως αυτή του ΕΔΕΚΟΠ (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής), δια χειρός Λαπαβίτσα. Η τελευταία είναι ενδεικτική των προβλημάτων της πρότασης αυτής.

 

 

 

 

 

Κατ’ αρχήν ξεκινά με κλαυθμηρισμούς περί της ζημιάς που προκαλούν οι κυρίαρχες πολιτικές στην Ευρώπη και με επικλήσεις για την σωτηρία της. Πρόκειται για μία πολιτικά αφελή (;) εισαγωγή που παραγνωρίζει τα δομικά χαρακτηριστικά και την ιστορική εμπειρία της ευρωπαϊκής ενοποίησης (σαν μηχανισμού με οργανικά ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά). Η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης επίσης δεν έχει καμία σχέση με τον Μαρξισμό αλλά αναπαράγει και μάλιστα αδύναμα ετερόδοξες αλλά και ορθόδοξες αστικές προσεγγίσεις (π.χ. η εξόφθαλμα λανθασμένη θεωρία της ανταγωνιστικότητας με βάση τα ονομαστικά μοναδιαία κόστη εργασίας).

Στο τεχνικό τμήμα της πρόκειται ουσιαστικά για πρόταση συναινετικού διαζυγίου με την ΟΝΕ και παραμονής στην ΕΕ σε δύο παραλλαγές. Στην καθαρόαιμη εκδοχή της βασίζεται στην βοήθεια της ΕΕ (παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ κλπ.) και μάλιστα με αχρείαστη πολυπλοκότητα καθώς, σ’ αυτή την περίπτωση, ένα συναλλαγματικό swap με την ΕΚΤ (ή υπό την κάλυψη της) θα έλυνε εύκολα τα προβλήματα. Βέβαια, η εν λόγω καλή μελέτη συνειδητά αποσιωπά ότι αυτό είναι το plan B της Γερμανίας ήδη διατυπωμένο σε σχετικές μελέτες (π.χ. Deutsche Bank) και χρησιμοποιημένο από τον Schaeuble για να τρομοκρατήσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (στην οποία η σημερινή ΛΑΕ ασμένως συμμετείχε). Δεν είναι κρυφό ότι η Γερμανία, σε περίπτωση προϊούσας αποσύνθεσης της ΕΕ, προσανατολίζεται στη διατήρηση ενός σκληρού πυρήνα γύρω της που θα περιστοιχίζεται από ζώνες χωρών εξαρτημένες από αυτόν. Ο νομισματικός μηχανισμός αυτού του γερμανικού plan B προβλέπει την ένταξη των νομισμάτων των χωρών αυτών στον Ευρωπαϊκό Συναλλαγματικό Μηχανισμό ΙΙ (ή κάτι ανάλογο), όπου τα νομίσματα αυτά θα είναι εξαρτήματα του ευρώ (ή του Γερμανο-κεντρικού διαδόχου του) αλλά με μία μεγαλύτερη ευελιξία στη διακύμανση των ισοτιμιών τους (και συνεπώς στην απάλυνση των ανισορροπιών στο εξωτερικό εμπόριο και στο ισοζύγιο πληρωμών). Όμως αποκλείει τόσο την «ανταγωνιστική υποτίμηση» (δηλαδή μία επιθετική κίνηση) όσο και (λόγω της παραμονής στην Κοινή Αγορά) την εφαρμογή ενεργητικών βιομηχανικών πολιτικών (δηλαδή ριζικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας), που μόνο αυτές μπορούν να εξαλείψουν τις διαφορές ανταγωνιστικότητας και συνεπώς των εμπορικών και κεφαλαιακών ανισορροπιών. Ουσιαστικά, για τις ευρω-περιφερειακές οικονομίες το Γερμανικό plan B είναι διπλά καταστροφικό. Αφού έχουν περάσει την λαίλαπα των προγραμμάτων λιτότητας θα μεταταχθούν σε μία ζώνη ανοικτής υποτέλειας που θα διατηρεί τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξάρτησης τους από τον πυρήνα. Απλά θα υπάρχει η δυνατότητα, κατόπιν συμφωνίας του ευρω-κέντρου, μίας πιο ελαστικής διαχείρισης ακραίων καταστάσεων. Το κόστος όμως ακόμη και αυτών των διευκολύνσεων τελικά θα το επωμίζονται κυρίως αυτές.

Η συγκρουσιακή παραλλαγή της πρότασης του ΕΔΕΚΟΠ αποτελεί ουσιαστικά παραλλαγή της συναινετικής και ταυτόχρονα αναπαραγωγή της αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ (πριν την παράδοση άνευ όρων) ότι υπάρχουν οι δυνατότητες επιτυχίας μιας «άγριας» διαπραγμάτευσης εντός της ΕΕ. Φυσικά το αποτέλεσμα αυτής της κοντόφθαλμης και ταυτόχρονα υποκριτικής στρατηγικής είναι σήμερα γνωστό. Με αυτή την εθελοτυφλική γραμμή το ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει ότι μπορείς να πάψεις να πληρώνεις το χρέος και να περάσεις στη δραχμή χωρίς αυτό δεν να οδηγήσει σε ανοικτό πόλεμο με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο. Έτσι θα μπορείς να προχωρήσεις σε μία πολιτική εσωτερικής σταθεροποίησης μέσω μία αφελούς Κεϋνσιανής πολιτικής ενίσχυσης της ζήτησης και υποκατάστασης εισαγωγών. Η Μαρξιστική ανάλυση έχει δείξει ότι σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης (δηλαδή πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και όχι φυσικά φληναφημάτων περί ανύπαρκτης «χρηματιστικοποίησης») η τόνωση της ζήτησης δεν επιλύει αλλά επιδεινώνει το πρόβλημα υπερσυσσώρευσης.

Κατά το ΕΔΕΚΟΠ η τόνωση της ζήτησης θα προέλθει κατ’ αρχήν μέσω τυπώματος νομίσματος που υποστηρίζεται ότι θα έχει μικρή πληθωριστική επίπτωση κυρίως λόγω της μεγάλης υποαπασχόλησης παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας. Ο υπολογισμός της τελευταίας είναι καταφανώς υπερβολικός καθώς το μεγαλύτερο μέρος των «κλειστών» επιχειρήσεων – ιδιαίτερα της μεταποίησης – είναι χρόνια στην κατάσταση αυτή και έχει απαξιωθεί πλήρως. Συνεπώς, στα πλαίσια μίας οικονομία της αγοράς με περιορισμένη μόνο κρατική ρύθμιση (όπως το τοποθετεί το ΕΔΕΚΟΠ) μοιραία αυτό θα οδηγήσει σε έκρηξη του πληθωρισμού. Εφόσον μάλιστα αυτό γίνει με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο (που η κατανάλωση βασίζεται σε εισαγωγές) τότε αυτό θα είναι καταστροφικό για την αγοραστική δύναμη των μισθών.

 

Επίσης, η προτεινόμενη παραγωγική ανασυγκρότηση είναι επιεικώς ανεφάρμοστη. Υποθέτει ότι η ΕΕ θα δεχθεί εκτεταμένες «ρήτρες εξαίρεσης» από την απαγόρευση επιδοτήσεων και προστατευτισμού της Κοινή Αγοράς. Αυτό αποκλείεται γιατί θα κουρέλιαζε την τελευταία και θα άνοιγε την όρεξη και άλλων χωρών. Επίσης, υποθέτει ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο θα συνεργαστεί και μάλιστα έγκαιρα στην πολιτική υποκατάστασης εισαγωγών. Πρόκειται επίσης για αφέλεια. Σε περίπτωση πολέμου με την ΕΕ το ελληνικό κεφάλαιο είναι γνωστό με ποιόν θα συμμαχήσει, όπως έδειξε και η περίοδος του δημοψηφίσματος. Η ελληνική αστική τάξη έβγαλε και βγάζει συνεχώς τα κεφάλαια της στο εξωτερικό κρατώντας στη χώρα μόνο τα απολύτως αναγκαία. Έξω μπορεί να τα επενδύσει πολύ πιο ελεύθερα και κερδοφόρα απ’ ότι σε μία Ελλάδα σε κατάσταση οικονομικού πολέμου. Συνεπώς, μόνο μία παραγωγική ανασυγκρότηση βασισμένη σε υποχρεωτικό και καθολικό σχεδιασμό της οικονομίας μπορεί να ανασυγκροτήσει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση την ελληνική οικονομία. Όμως κάτι τέτοιο αποκλείεται εντός της Κοινής Αγοράς και φυσικά το ελληνικό κεφάλαιο δεν θα συναινέσει.

Οι ετερόδοξες αναλυτικές αδυναμίες στην ερμηνεία της ελληνικής κρίσεις και οι μεσοβέζικες πολιτικές επιλογές φαίνονται και στη μελέτη της κλαδικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Θεωρείται ότι στην κατάσταση «μισο-πολέμου» με την ΕΕ θα μπορεί να υπάρξει σταθεροποίηση της οικονομίας με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο. Έτσι, παρά την βούληση των συντακτών για ενίσχυση της εκβιομηχάνισης, στην περίοδο σταθεροποίησης τον βασικό ρόλο παίζουν κλάδοι του πρωτογενούς τομέα και των υπηρεσιών. Δηλαδή αναπαράγεται το υπάρχον καταφανώς αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο. Αγνοούνται βασικά προβλήματα των κλάδων αυτών (π.χ. η ασφυκτική εξάρτηση της έρευνας από ευρωπαϊκά κονδύλια, του τουρισμού από μεγάλα ξένα πρακτορεία). Επίσης η χρησιμοποιούμενη τεχνική μεθοδολογία επιλογής κλάδων είναι εξαιρετικά προβληματική καθώς είναι πολύ μακροσκοπική (για πολιτικές που αναγκαστικά έχουν επιτακτικά βραχυχρόνιο χαρακτήρα) και βασίζεται σε παλιά δεδομένα που παραγνωρίζουν τόσο την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας όσο και αυτή που θα υπάρξει σε μία σύγκρουση με την ΕΕ.

 

Ο «δραχμισμός» του «αριστερού ευρωσκεπτικισμού» οδηγεί σε αδιέξοδα και νέες ήττες την Αριστερά. Υποβαθμίζει το βάθος και την έκταση της ταξικής και διεθνούς σύγκρουσης που απαιτείται για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση. Θεωρεί ότι αυτή μπορεί να προκύψει είτε συναινετικά είτε με ένα «μισο-πόλεμο», δηλαδή δεν έχει διδαχθεί τίποτα από την καταστροφική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (για την οποία έχουν οι «αριστεροί δραχμιστές» σοβαρότατες ευθύνες). Αναζητεί ανέφικτες συμμαχίες με τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης και ταυτόχρονα έχει την ψευδαίσθηση (;) ότι αυτά θα δεχθούν την ηγεμονία της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Αν υπάρξουν τέτοια τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου θα επιδιώξουν την επιστροφή στη δραχμή με δικούς τους όρους, νέες διεθνείς εξαρτήσεις (κυρίως από τις ΗΠΑ) και σε βάρος των εργαζομένων.

Πολλές φορές όλα τα παραπάνω κρύβονται μέσα σε επιεικώς άστοχες πολιτικές διατυπώσεις του τύπου «ας γίνει πρώτα η έξοδος από την ΟΝΕ και μετά θα έλθει και η αποδέσμευση από την ΕΕ». Την ίδια ώρα βέβαια ακόμη και αυτό το μεσοβέζικο πρόγραμμα εξαϋλώνεται μέσα στις συμμαχίες με τυχοδιωκτικά προσωποπαγή μορφώματα με ένα θολό αντι-μνημονιακό και μόνο λόγο.

Οι κομμουνιστές δεν κρύβουν τις προθέσεις τους, όπως εμφατικά διακήρυξε ο Ένγκελς. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση περνά από ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής. Η τελευταία είναι ο στρατηγικός στόχος των κομμουνιστών και φυσικά δεν τον κρύβουν από τις λαϊκές μάζες. Άλλωστε ιδιαίτερα μετά την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ ο μόνος τρόπος για να σε ακούσουν είναι να τους μιλήσεις καθαρά, χωρίς να τάζεις λαγούς με πετραχήλια, και μιλώντας έντιμα για τις αναγκαίες θυσίες που πρέπει να γίνουν για να μπορέσει να «γυρίσει ο ήλιος».

Ο βασικός μεσοπρόθεσμος κόμβος αυτού του προγράμματος και η βάση για την συγκρότηση ενός ευρύτερου λαϊκού μετώπου είναι η συνολική αποδέσμευση από την ΕΕ. Χωρίς αυτήν καμία διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης αλλά και αντιμετώπισης των άμεσων λαϊκών προβλημάτων δεν μπορεί να υπάρξει. Μία έξοδος από την ΟΝΕ χωρίς την πλήρη αποδέσμευση είναι ατελέσφορη ή τμήμα αστικών σχεδίων. Στη βάση αυτού του μεσοπρόθεσμού κόμβου οι κομμουνιστές οφείλουν να συνεργαστούν ακόμη και με δυνάμεις που δεν είναι πεισμένες για την σοσιαλιστική προοπτική χωρίς όμως ποτέ να κρύψουν τις στρατηγικές επιδιώξεις τους και προβάλλοντας πάντα οι ίδιοι ένα ευρύτερο πρόγραμμα όπου η αποδέσμευση από την ΕΕ (και η ειδική περίοδος περίπου «πολεμικής» οικονομίας που θα την χαρακτηρίζει) θα ανοίξει τον δρόμο για την διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης.

Η υλοποίηση αυτού του πολιτικού σχεδίου είναι το κρίσιμο στοίχημα για τους Έλληνες κομμουνιστές σήμερα.

 

 

https://www.scribd.com/document/350279178/%CE%94%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D

https://www.researchgate.net/publication/317336451_Apodesmeuse_apo_ten_EE_e_Drachmismos

 

https://www.academia.edu/33317368/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%95_%CE%AE_%CE%94%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_-_%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D.docx

 

Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ Κέρκυρας 27-4-2017

Εφημερίδα ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ Κέρκυρας

27-4-2017

Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

e-mail: smavro@uom.edu.gr

web: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

 

Το Brexit αλλά και όλες σχεδόν οι προηγούμενες αλλά και οι επόμενες πολιτικές και εκλογικές αναμετρήσεις στην Ευρώπη δείχνουν την βαθιά λαϊκή απέχθεια απέναντι στην αντιλαϊκή ΕΕ που πηγάζει τόσο από τα δομικά χαρακτηριστικά της (δηλαδή την εγγενή εύνοια προς το κεφάλαιο σε βάρος της εργασίας) όσο και από την τρέχουσα οικονομική κρίση της (δηλαδή την ανάδειξη των εγγενών αδυναμιών και αντιφάσεων της).

Οι κατεστημένες αναλύσεις, τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη, αδυνατούν να κατανοήσουν την κρίση της ΕΕ. Εδώ και χρόνια επιδίδονται – υπηρετώντας τα κυρίαρχα πολιτικο-οικονομικά συμφέροντα – σε αυτιστικές αναλύσεις που παρουσιάζουν την ΕΕ σαν ένα τέλειο και αβύθιστο πλοίο. Έτσι συγκαλύπτουν τις σοβαρότατες αδυναμίες της, όπως την μεγάλη διαφορά επιπέδων ανάπτυξης (ανισομετρία) μεταξύ των χωρών του ευρω-κέντρου και αυτών της ευρω-περιφέρειας και το γεγονός ότι η ευρωζώνη δεν είναι μία βέλτιστη νομισματική περιοχή. Συνακόλουθα, την παρουσιάζουν σαν ένα αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο κατασκεύασμα καθώς υποστηρίζουν ότι η «παγκοσμιοποίηση» (και συνεπώς οι περιφερειακές ενοποιήσεις όπως η ΕΕ) είναι κάτι καινοφανές και επίσης μη-αντιστρεπτό. Αγνοούν ότι έχουν προϋπάρξει περίοδοι «παγκοσμιοποίησης» που στη συνέχεια ανατράπηκαν.

Αν οι κατεστημένες αναλύσεις χαρακτηρίζονται από τον αυτιστικό φιλο-ευρωπαϊσμό τους σήμερα είναι επίσης της μόδας μία σειρά ετερόδοξες αναλύσεις που χαρακτηρίζονται από έναν εξίσου προβληματικό ευρωσκεπτικισμό. Ο ετεροδόξος ευρωσκεπτικισμός αποτελεί ουσιαστικά την «αίρεση» της θρησκείας του φιλο-ευρωπαϊσμού καθώς μοιράζονται τα αναλυτικά εργαλεία και πιστεύουν αμφότεροι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Διαφέρει στο ότι καταγγέλλει την νεοφιλελεύθερη ηγεμονία πάνω στην τελευταία και κηρύσσει την επιστροφή ενός «σεμνού» κεϋνσιανισμού. Έτσι πολιτικά επαγγέλλεται την μεταρρύθμιση της ΕΕ και της ευρωζώνης (ή στις πιο ακραίες εκδοχές του την κατάργηση της τελευταίας).

Σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες προσεγγίσεις ο Μαρξισμός έχει μία πιο βαθιά και ρεαλιστική αντίληψη για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Κατανοεί καθαρά ότι πρόκειται για μία επιλογή των ηγεμονικών κεφαλαίων της Ευρώπης και συνεπώς, από τα ίδια τα γενετήσια χαρακτηριστικά της, δεν μπορεί να έχει φιλολαϊκό χαρακτήρα. Επίσης κατανοεί την ιμπεριαλιστική φύση της, δηλαδή ότι έχει κατασκευασθεί για να ευνοήσει την διεθνική εκμετάλλευση τόσο στο εσωτερικό της (των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών-μελών της από τις πιο αναπτυγμένες) όσο και στο εξωτερικό της (σε βάρος άλλων λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών) και να στηρίξει τα ευρωπαϊκά κεφάλαια στους ανταγωνισμούς τους με άλλους παγκόσμιους πόλους (ΗΠΑ, νεο-αναδυόμενες οικονομίες κ.α.). Κατά συνέπεια δεν έχει ψευδαισθήσεις περί της δυνατότητας φιλολαϊκής μεταρρύθμισης της ΕΕ. Κατανοεί επομένως καθαρά ότι ο δρόμος για ένα καλύτερο μέλλον για τους λαούς της Ευρώπης και ευρύτερα περνά από την κατεδάφιση του απεχθούς οικοδομήματος της ΕΕ.

Η Μαρξιστική ανάλυση μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εφόδιο για την πραγματική και μαχόμενη Αριστερά (και όχι για διάφορους τυμβωρύχους του ονόματος της όπως ο ΣΥΡΙΖΑ) ώστε να μιλήσει στην αυθόρμητη λαϊκή απέχθεια έναντι της ΕΕ, να μην την αφήσει έρμαιο σε ακροδεξιές καπηλείες που θα έχουν σαν θύματα τους λαούς και να οργανώσει το αριστερό μεταβατικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση προς όφελος του λαού και του τόπου. Καθοριστικός κόμβος αυτού του μεταβατικού προγράμματος είναι η συνολική αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΕ (και όχι η μεσοβέζικη και από μόνη της ατελέσφορη έξοδος από την ευρωζώνη).

Ο καραγκιόζ μπερντές της δεύτερης αξιολόγησης – Εφημερίδα των Συντακτών

Ο καραγκιόζ μπερντές της δεύτερης αξιολόγησης

Αλέξης Τσίπρας, Κυριάκος Μητσοτάκης

 

Εδώ και μήνες η χώρα «χορεύει» στο ρυθμό της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου στη σειρά των αποτυχημένων μνημονιακών προγραμμάτων που την έχουν καταστρέψει. Αντικείμενο της είναι η επιβολή ενός νέου πακέτου αντιλαϊκών μέτρων λιτότητας (περικοπές συντάξεων, διάλυση και ιδιωτικοποίηση ΔΕΗ, ακόμη μεγαλύτερος εργασιακός μεσαίωνας με απορρύθμιση των απολύσεων κλπ.) που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση την ελληνική οικονομία. Το πακέτο αυτό είναι αναγκαίο γιατί το μνημονιακό πρόγραμμα προσαρμογής επτά συναπτά χρόνια αποτυγχάνει συστηματικά και γι’ αυτό απαιτούνται διαρκείς παρεμβάσεις για την διάσωση του.

Η συνταγή της δημοσιονομικής λιτότητας που θα οδηγήσει σε ανάπτυξη –δηλαδή ότι ο ιδιωτικός τομέας θα υπερκαλύψει την συρρίκνωση του δημοσίου– αποδείχθηκε εντελώς αβάσιμη. Η ελληνική οικονομική ολιγαρχία έχει μάθει να αποκομίζει κέρδη με δημόσια λεφτά και ακίνδυνα. Γι’ αυτό δεν ρισκάρει να επενδύσει στο μνημονιακό υφεσιακό περιβάλλον αλλά μόνο αρπάζει κοψοχρονιά δημόσια φιλέτα.

Σύσσωμη η καθεστηκυία τάξη (φιλο-ΣΥΡΙΖΑ και αντι-ΣΥΡΙΖΑ) χοροπηδά, φωνασκεί και αλληλοκαθυβρίζεται για το γιατί δεν κλείνει η διαπραγμάτευση. Άλλωστε το κόστος της το πληρώνει ο εργαζόμενος λαός.

Σε αυτό το γελοίο θέατρο σκιών οι αντιμαχόμενοι καραγκιοζοπαίκτες κρύβουν συστηματικά τα πραγματικά επίδικα.

Η κυβέρνηση Τραμπ κινείται πολύ πιο μονομερώς και πιο επιθετικά έναντι της ΕΕ. Όχι μόνο το ΔΝΤ δεν έχει από το 2014 εκπληρώσει τις δικές του δανειακές υποχρεώσεις αλλά πλέον απειλεί ανοικτά με την αποχώρηση του από το πρόγραμμα. Οι ΗΠΑ πιέζουν στυγνά τον γερμανικό ιμπεριαλισμό ότι δεν θα συμμετέχουν οικονομικά και θα εκβιάζουν πολιτικά με νέα Brexit στο μαλακό νότιο υπογάστριο της γερμανικής ΕΕ εάν δεν υποκύψει στις γενικότερες απαιτήσεις τους. Γι’ αυτό η χρυσοπληρωμένη και ανίκανη γραφειοκρατία του ΔΝΤ – φοβούμενη για τις καρέκλες της – εγκαταλείπει την προηγουμένως συγκαταβατική στάση της έναντι της ΕΕ, υπονομεύει συστηματικά κάθε συμφωνία για τον «λογαριασμό» της αξιολόγησης και επαναφέρει συνεχώς την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (που ούτε θέλει να ακούσει η Γερμανία). Και γι’ αυτό τρενάρει την αξιολόγηση αλλάζοντας συνεχώς τις απαιτήσεις της.

Η Γερμανία προσπαθεί – εκμεταλλευόμενη τις ενδο-αμερικανικές διαμάχες – να δημιουργήσει τετελεσμένα και αν είναι δυνατόν να δεσμεύσει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Πολλές φορές τραβά τα πράγματα από τα μαλλιά με βλακώδεις κινήσεις που εντέλει επιδεινώνουν την θέση της. Θέλει τουλάχιστον μέχρι τις γερμανικές εκλογές (Σεπτέμβριος 2017) να αποφευχθεί μία πλήρης αποχώρηση του ΔΝΤ ή ακόμη και μία (πιθανότερη) δήλωση παραμονής του μόνο ως τεχνικού συμβούλου. Θέλει να κλείσει η αξιολόγηση αλλά καθώς δεν δεσμεύονται οι ΗΠΑ δεν μπορεί να υπολογίσει τον τελικό λογαριασμό που θα φορτωθεί στην Ελλάδα.

Ακριβώς επειδή τα δύο μεγάλα αφεντικά τσακώνονται γι΄αυτό δεν κλείνει και ο λογαριασμός της αξιολόγησης.

Ο καυγάς των αφεντικών οδηγεί στη σχιζοφρένεια τους νενέκους της ελληνικής ολιγαρχίας καθώς δεν ξέρουν που πρέπει να προσπέσουν. Βέβαια όλοι τρέμουν την κατάρρευση του μνημονιακού προγράμματος που θα δείξει στο λαό την απόλυτη γύμνια τους και θα διακινδυνεύσει τις καλά προστατευμένες περιουσίες τους. Έτσι ανέχονται αγόγγυστα ακόμη και την ρητή υπαγωγή του ελληνικού καπιταλισμού στην τελευταία από τις πολλαπλές ταχύτητες της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η μερίδα που εκφράζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, πίσω από το θέατρο της «σκληρής διαπραγμάτευσης», υπογράφει τα πάντα για να κλείσει η αντιλαϊκή αξιολόγηση. Το μόνο που διαπραγματεύεται είναι ο ετεροχρονισμός των μέτρων έτσι ώστε να μην πέσουν όλα μέσα στο επόμενο διάστημα για να μπορέσει να επιμηκύνει την παραμονή της στην κυβέρνηση και να φορτωθεί μέρος του κόστους η επόμενη κυβέρνηση. Άλλωστε το ίδιο έκαναν και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Η αντιπολιτευόμενη μερίδα συνυπογράφει επίσης οποιοδήποτε λογαριασμό φέρουν οι ξένοι πάτρωνες αλλά θέλει να εφαρμοσθεί άμεσα έτσι ώστε να τον χρεωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και να της αδειάσει την θέση στην κυβέρνηση μία ώρα αρχύτερα. Και κάποιοι κοντοτιέροι (π.χ. Στουρνάρας) ονειρεύονται χούντες τεχνοκρατών με τους εαυτούς τους επικεφαλής.

Αφήνοντας στην άκρη τον υποκριτικό σκυλοκαβγά των μερίδων της ελληνικής ολιγαρχίας, η αξιολόγηση που θα φορτώσει νέα δεινά στον ελληνικό λαό δεν κλείνει γιατί οι ξένοι πάτρωνες δεν τα βρίσκουν.

Αυτό το βρώμικο παιχνίδι έχει ημερομηνία λήξης. Περίπου στα τέλη Μαΐου πρέπει να υπάρξει κάποια λύση καθώς η Ελλάδα δεν μπορεί να αποπληρώσει τα περίπου 10,5 δισ. που λήγουν μέσα στο καλοκαίρι. Μέχρι τότε οι Γερμανοί πρέπει να αποφασίσουν αν μπορούν να συνεχίζουν να παίζουν καθυστέρηση ή θα σηκώσουν το ελληνικό πρόγραμμα μόνοι τους (μέσω του ESM όπως ήδη σχεδιάζεται) ή ακόμη και θα «εκτοξεύσουν» την Ελλάδα σε διπλό νόμισμα (φυσικά εξαρτημένο από το ευρώ).

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Αναδημοσιεύσεις

http://mignatiou.com/2017/04/o-karagkioz-berntes-tis-defteris-axiologisis/

Ποσοτική Χαλάρωση και άλλα παραμύθια …

Οι διάφοροι συστημικοί παράγοντες χαλούν τον κόσμο για να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ. Και γι’ αυτό καλούν τον ελληνικό λαό σε νέες θυσίες.

Ο εμβριθής οικονομολόγος – και θαυμαστής της Σκάρλετ Γιόχανσον – Ευκλείδης Τσακαλώτος διατείνεται ότι «θα είναι μια συμφωνία με δυσκολίες και θετικές εκπλήξεις η οποία υπό όρους , αν ανοίξει το δρόμο για το QE, θα δώσει χώρο επιστροφής σε βιώσιμη ανάπτυξη».

Είχε προηγηθεί ο εξίσου εμβριθής οικονομολόγος και επισήμως αντίπαλος (αλλά ανεπισήμως φίλος) Γιάννης Στουρνάρας που απαίτησε να δοθεί γη και ύδωρ στους δανεισττές για να κλείσει η αξιολόγηση και να μπει η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης.

Από κοντά και οι τραπεζίτες όπου αντιπροσωπεία της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών σε επαφές με τον SSM και την ΕΚΤ εκπλιαρούν επίσης για αυτή την συμμετοχή. Φυσικά με αντίτιμο τις λαϊκές θυσίες.

Πρόκειται για γελοία καραγκιοζιλίκια. Όπως εξηγεί και το ακόλουθο σύντομο άρθρο (που θα δημοσιευθεί στο ΠΡΙΝ της Κυριακής), η Ποσοτική Χαλάρωση έχει αμελητέα επίπτωση στο ελληνικό πρόβλημα.

Επίσης, παραβλέπουν όλοι οι προαναφερθέντες ιθύνοντες ότι η διεθνής οικονομία μπαίνει σιγά-σιγά σε κύκλο αύξησης των επιτοκίων ξεκινόντας από την αμερικανική Fed. Επίσης ότι αυξάνουν οι γερμανικές πιέσεις για τον τερματισμό του προγράμματος της ΕΚΤ (ιδιαίτερα με τις φωνές περί αύξησης του ευρωπαϊκού πληθωρισμού). Και φυσικά η τάση αύξησης των επιτοκίων συνεπάγεται τον τερματισμό των ανορθόδοξων νομισματικών πολιτικών τύπου Ποσοτικής Χαλάρωσης.

Το ερώτημα είναι οι συστημικοί ιδύνοντες είναι ανόητοι ή θεωρούν όλους τους υπόλοιπους εμάς ανόητους.


 

 

Κυριακή 19/3/2017, φ.1322

 

Παραμύθι η ωφέλεια της χώρας από την ένταξη

στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

Τα προγράμματα Ποσοτικής Χαλάρωσης αποτελούν μία ανορθόδοξη νομισματική πολιτική που εφαρμόζει το αστικό κράτος εν μέσω βαθιάς κρίσης και ενώ έχει ήδη εφαρμόσει όλες τις παραδοσιακές νομισματικές πολιτικές (δηλαδή έχει ουσιαστικά μηδενίσει τα επιτόκια έτσι ώστε να κάνει φθηνή την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και να αποφευχθεί η επιδείνωση της κρίσης με μαζικές χρεωκοπίες). Με την Ποσοτική Χαλάρωση η κεντρική τράπεζα αγοράζει δημόσια και ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία (κυβερνητικά και εταιρικά ομόλογα κλπ.) που αλλιώς δεν θα αγοραζόντουσαν καθόλου λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης με χρήμα και έτσι ενισχύει την ρευστότητα των κρατών και των επιχειρήσεων ώστε να μην χρεωκοπήσουν. Δεν αποτελεί μία φιλολαϊκή πολιτική (όπως κακαρίζουν διάφοροι σοσιαλφιλελεύθεροι πολιτικοί και οικονομολόγοι και στη χώρα μας ο ΣΥΡΙΖΑ) αλλά για μία νεο-συντηρητική πολιτική έκτακτης ανάγκης. Η ρευστότητα αυτή πηγαίνει ελάχιστα στις τσέπες των εργαζομένων. Κυρίως διευκολύνει τους ισολογισμούς κρατών και επιχειρήσεων. Μάλιστα για να αποφευχθεί μία «αναζωπύρωση του πληθωρισμού» (πρακτικά δηλαδή να διαρρεύσει ευρύτερα η ρευστότητα αυτή) εφαρμόζονται ταυτόχρονα και πολιτικές «αποστείρωσης».

Η Ποσοτική Χαλάρωση χρησιμοποιείται από την αστική εξουσία για να ετεροχρονίσει και να απαλύνει την οξύτητα της καπιταλιστικής κρίσης. Δεν μπορεί να την επιλύσει αλλά μπορεί να «απλώσει» στο χρόνο ορισμένες επιπτώσεις της και ιδιαίτερα να αποφύγει την συσσώρευση μίας «κρίσιμης μάζας» τους σε μία επικίνδυνη στιγμή. Ταυτόχρονα όμως έχει και χρονικά και ποσοτικά όρια γιατί η υπερσυσσώρευση μη-εμπορεύσιμων ιδιοκτησιακών τίτλων στο ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας μπορεί να την οδηγήσει στην χρεωκοπία.

Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8 η Ποσοτική Χαλάρωση πρωτο-εφαρμόσθηκε από τις ΗΠΑ καθώς η παγκόσμια υπερ-δύναμη έχει το προνόμια να περνά μέρος από τα δικά της βάρη στους υποκείμενους καπιταλισμούς. Η ΕΕ – και ιδιαίτερα η Γερμανία – προσπάθησε να την αποφύγει έτσι ώστε να διατηρήσει ισχυρό το ευρώ και να μπορέσει να απειλήσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Τελικά όμως, κάτω από τις έντονες πιέσεις των ΗΠΑ και την ραγδαία επιδείνωση της κρίσης της ευρωζώνης, αναγκάστηκε να την εφαρμόσει. Από την εφαρμογή της όμως εξαιρέθηκαν οι χώρες που βρίσκονται υπό μνημονιακά προγράμματα (όπως η Ελλάδα).

Έκτοτε, η ένταξη στη Ποσοτική Χαλάρωση επισείεται από όλες τις αστικές πριμαντόνες (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και λοιπές) ως έπαθλο για την συμμόρφωση της χώρας στα μνημονιακά προγράμματα. Προβάλλεται ότι με αυτή θα μειωθεί το χρέος και θα βελτιωθεί η ρευστότητα στην οικονομία. Επομένως χαλάλι οι νέες θυσίες και η πρόσθετη λιτότητα.

Πρόκειται για ένα άθλιο και συνειδητό ψέμα. Γνωρίζουν καλά οι συστημικές πριμαντόνες ότι ακόμη και αν αύριο ενταχθεί η χώρα στην Ποσοτική Χαλάρωση το ύψος της παρεχόμενης ρευστότητας θα ήταν της τάξης το πολύ των 3-4 δις ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για αστείο μέγεθος σε σχέση με τον όγκο του ελληνικού χρέους. Το σχετικό μέγεθος είναι γνωστό τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην Τράπεζα της Ελλάδας. Αυτό προκύπτει γιατί όχι μόνο το ύψος του προγράμματος της ΕΚΤ είναι μικρό (60δις μηνιαία που αυξήθηκαν σε 80δις) αλλά και διέπεται από αυστηρούς κανόνες σχετικά με το πόσα (εξαρτάται από το ποσοστιαίο μερίδιο της κάθε εθνικής κεντρικής τράπεζας στο συνολικό ύψος του προγράμματος, 2.9% για την Ελλάδα) και τι περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αγορασθούν (πρέπει να είναι υψηλής πιστοληπτικής αποτίμησης και μάλιστα ένα ποσοστό από αυτά). Έτσι προκύπτει ένα αμελητέο μηνιαίο ποσό που δεν υπερβαίνει τα 2δις, ενώ αθροιστικά (μέσω των αναχρηματοδοτήσεων) δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4δις.

Συγκριτικά, μόνο τα νέα μέτρα λιτότητας που ετοιμάζεται να συνομολογήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για να κλείσει η τρέχουσα μνημονιακή αξιολόγηση είναι της τάξης των 3.5δις.

Με λίγα λόγια ο λαός καλείται να ματώσει ξανά για να μπορέσει η εγχώρια αστική τάξη να πάρει τα λίγα ματωμένα αργύρια της.


 

Μπορεί να χρεωκοπήσει μία Κεντρική Τράπεζα λόγω Ποσοτικής Χαλάρωσης;

Στο παραπάνω άρθρο υποστηρίζεται ότι η υπερβολική Ποσοτική Χαλάρωση μπορεί να οδηγήσει σε χρεωκοπία την ΕΚΤ. Η διατύπωση ήταν αναγκαστικά συνοπτική λόγω του περιορισμού έκτασης των δημοσιογραφικών κειμένων. Αυτό είναι ένα λεπτό ζήτημα γιατί κανονικά μία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να χρεωκοπήσει καθώς έχει το εκδοτικό προνόμιο (δηλαδή μπορεί να «κόψει χρήμα» και συνεπώς να καλύψει τις ζημιές της).

Βέβαια καμία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να επιβαρύνει ανεξέλεγκτα τον ισολογισμό της με προβληματικά χρεώγραφα και μετά να αυξάνει την κυκλοφορία του χρήματος για να καλύψει τις ζημιές της καθώς αυτό συναντά έναν εξωτερικό περιορισμό. Δηλαδή η υπερβολική Ποσοτική Χαλάρωση (σαν υποκατάστατο της μείωσης των επιτοκίων) θα επηρεάσει πτωτικά την συναλλαγματική ισοτιμία και, υπό προϋποθέσεις, το ισοζύγιο κεφαλαίου (δηλαδή θα υπάρξει φυγή κεφαλαίων) με συνέπειες στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.

Όμως στην περίπτωση της ΕΚΤ τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα καθώς η τελευταία δεν είναι μία τυπική Κεντρική Τράπεζα γιατί δεν έχει ένα ενιαίο κράτος πίσω της αλλά μία διακρατική ενότητα. Επομένως ο περιορισμός της κεφαλαιακής της βάσης είναι ακόμη οξύτερος καθώς δεν είναι βέβαιο ότι τα κράτη που την «προίκισαν» με το μετοχικό κεφάλαιο της θα συμβάλλουν επίσης στην ανακεφαλαιοποίηση της. Συνεπώς η επιβάρυνση του ισολογισμού της με προβληματικά χρεώγραφα λόγω Ποσοτικής Χαλάρωσης μπορεί να την οδηγήσει ευκολότερα από τις κλασσικές Κεντρικές Τράπεζες σε αδιέξοδο.

Αντίστοιχα προβλήματα έχουν οι Κεντρικές Τράπεζες που είναι μέλη του ευρω-συστήματος της ΕΚΤ καθώς δεν είναι πλέον αυτοτελείς αλλά έχουν εκχωρήσει το εκδοτικό προνόμιο στην ΕΚΤ. Επίσης οι τράπεζες αυτές, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, έχουν χρέη τόσο προς την ΕΚΤ (π.χ. ELA) όσο και προς τον ESM (λόγω Μνημονιακού δανείων) αλλά και ιδιώτες κεφαλαιούχους (π.χ. στους ιδιώτες μετόχους της καθώς ιδιωτική μετοχική σύνθεση).

Συνοψίζοντας, καμία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να επιδοθεί ανεξέλεγκτα σε ανορθόδοξες νομισματικές πολιτικές τύπου Ποσοτικής Χαλάρωσης λόγω του εξωτερικού περιορισμού. Επιπλέον, ιδιόμορφες Κεντρικές Τράπεζες όπως η ΕΚΤ έχουν επιπρόσθετους περιορισμούς καθώς δεν έχουν μία απεριόριστη κρατική εγγύηση πίσω τους αλλά βασίζονται μόνο στη δεδομένη «προίκα» τους.

 

 

 

 

Ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο: στυγνή εκμετάλλευση της χώρας και των εργαζομένων – ΠΡΙΝ 5-3-2017

new-doc-2017-03-05_3

 

Ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο: στυγνή εκμετάλλευση της χώρας και των εργαζομένων

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

 

 

Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο αποτελεί την κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού και εκφράζει τα πιο ισχυρά και ταυτόχρονα πιο χυδαία χαρακτηριστικά του. Αποτελεί μία από τις βασικές μήτρες γένεσης του ελληνικού καπιταλισμού μετά την απελευθέρωση από την Οθωμανική κυριαρχία καθώς είχε ήδη αναπτυχθεί στα πλαίσια της τελευταίας (σαν βασικός κόμβος των σχέσεων της με την Δύση). Εξαιρετικά διεθνοποιημένο από την αρχή – έχοντας βασικά κέντρα του στο εξωτερικό – έχει μία ιδιόμορφη σχέση εξάρτησης με τους πιο αναπτυγμένους ηγεμονικούς δυτικούς καπιταλισμούς: πάντα έχει την πατρωνία του ισχυρότερου από αυτούς αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσει αυτοτελείς στρατηγικές και δεν διστάζει ακόμη και να «δαγκώσει» τους πάτρωνες του. Όσον αφορά την Ελλάδα την αντιμετωπίζει σαν μία εξαιρετικά απαραίτητη πολιτική και οικονομική βάση αλλά απαξιοί να διαμείνει στην Ψωροκώσταινα, την εκμεταλλεύεται στυγνά και φυσικά αφήνει ψίχουλα μόνο πίσω (συσσωρεύοντας τον συντριπτικά μεγάλο όγκο των κερδών του στο εξωτερικό).

 

Μεταπολεμικά ανδρώθηκε υπό την αμερικανική πατρωνία εκμεταλλευόμενο τις θυσίες του ελληνικού λαού και ιδιαίτερα των ναυτεργατών (με την ισχυρότατη και ηρωική κομμουνιστική παράδοση). Βάσεις της ανάπτυξης του έδωσε η σκανδαλώδης απόκτηση των 100 Λίμπερτυς (και μερικών δεξαμενοπλοίων) μετά των Β΄ Παγκ. Πόλεμο έναντι πινακίου φακής και με εγγύηση του ελληνικού κράτους και η αμερικανική υποστήριξη στη μείωση των διεθνών ναύλων (μέσω συμπίεσης του ναυτεργατικού κόστους και αγοράς «κουρελών», δηλαδή αμφίβολα αξιόπλοων μεταχειρισμένων πλοίων). Με τον τρόπο αυτό ο ελληνικός εφοπλισμός κατόρθωσε να υποσκελίσει τους αντίστοιχους ισχυρότερων καπιταλισμών (π.χ. αγγλικός, νορβηγικός). Οι Έλληνες εφοπλιστές ξεκίνησαν μεταπολεμικά κυριολεκτικά σαν οι «πειρατές» της διεθνούς ναυτιλίας (κάνοντας βρώμικες δουλειές που άλλοι απέφευγαν, βλέπε σπάσιμο αποκλεισμού Ροδεσίας). Ταυτόχρονα δεν δίστασαν να «δαγκώσουν» ακόμη και τους πάτρωνες τους (π.χ. συμφωνίες Κουλουκουντή για το σπάσιμο του αποκλεισμού της Κούβας, καταδίκες πολλών για παράνομη αγορά αμερικανικών καραβιών).

 

Η Ελλάδα είναι για το εφοπλιστικό κεφάλαιο μία αναγκαία βάση πολιτικής και οικονομικής στήριξης. Ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο χρειάζεται μία εθνική βάση ακόμη και όταν αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό εκτός χώρας και βασίζεται σε ξένη πατρωνία. Η εθνική βάση του δίνει πολλαπλή πολιτική στήριξη (π.χ. στην υπόθεση των Λίμπερτυς), φιλικό νηογνώμονα, προνομιακό καθεστώς φοροαπαλλαγών καθώς και μία ισχυρή ναυτική παράδοση. Άλλωστε το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο γνωρίζει καλά ότι «απάτριδες» πλην όμως πλούσιοι εφοπλιστές εύκολα ανοίγουν τις ορέξεις σε ξένα κράτη εγκατάστασης τους. Γι’ αυτό το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει πάντα ισχυρό έλεγχο και παρέμβαση στα εγχώρια πολιτικά και οικονομικά πράγματα (ενδεικτικά ακόμη και στο ΓΣ της Τράπεζας της Ελλάδας συμμετέχει θεσμικά εκπρόσωπος του). Επίσης το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει ισχυρές θέσεις και σε πολλούς άλλους σημαντικού κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 περίοδο το εφοπλιστικό κεφάλαιο μετέφερε αρκετές δραστηριότητες του στην Ελλάδα γιατί η Βρετανία επέβαλλε φορολογία σε ξένους εφοπλιστές. Βέβαια το λονδρέζικο City παραμένει πάντα η βάση του Committee των Ελλήνων εφοπλιστών (του βασικού διεθνούς lobby τους). Φυσικά προετοίμασε κατάλληλα την επιστροφή του με τη νομοθέτηση σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών (που ξεκίνησαν από τις αρχές του 1950, πριν καν ξεκινήσει η επιστροφή του, και κορυφώθηκαν με την ένταξη τους στο Καραμανλικό σύνταγμα του 1975). Ιδιαίτερη ελληνική ευρεσιτεχνία – και σκανδαλώδης μέθοδος φοροαπαλλαγής και αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι ξένων κεφαλαίων – είναι η φορολογία με βάση την χωρητικότητα των πλοίων.

 

Έκτοτε το εφοπλιστικό κεφάλαιο οργάνωσε ως εξής τις δραστηριότητες του. Έχει τον στόλο του είτε με ελληνική σημαία είτε με σημαίες κυρίως «φορολογικών παραδείσων». Κάθε πλοίο είναι και μία ξεχωριστή εταιρεία για λόγους φοροαπαλλαγών, μείωσης κινδύνων και βρώμικων χρηματοπιστωτικών παιχνιδιών. Οι ιδιοκτήτριες εταιρείες βρίσκονται κυρίως σε «φορολογικούς παραδείσους» (νησιά Καίημαν, Σιγκαπούρη, Μονακό κλπ.). Στην Ελλάδα βρίσκονται κυρίως οι λεγόμενες διαχειριστικές εταιρείες (δηλαδή αυτές που διαχειρίζονται τις ναυλομεσιτίες, την τροφοδοσία και την συντήρηση των πλοίων) που είναι θυγατρικές των ιδιοκτητριών εταιρειών.

 

Από την συνολική δραστηριότητα (τζίρο) του εφοπλιστικού κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία μένουν κυρίως αυτά που αφορούν τις διαχειρίστριες εταιρείες και μάλιστα όχι στο σύνολο τους αλλά κατ’ εκτίμηση μόνο στο 30% καθώς το μεγαλύτερο τμήμα διαρρέει στο εξωτερικό.

 

Επιπλέον, μέχρι την επιβολή των capital controls το 2015, η διακίνηση των εφοπλιστικών κεφαλαίων γινόταν σε μεγάλο βαθμό μέσω του ελληνικού τραπεζικού συστήματος (καθώς το εφοπλιστικό κεφάλαιο συμμετείχε ή/και είχε τον έλεγχο πολλών από τις ελληνικές τράπεζες). Αυτό βόλευε το εφοπλιστικό κεφάλαιο που είχε μικρότερα κόστη από την χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και επίσης ενίσχυε με κεφάλαια τις δικές του τράπεζες. Το τελευταίο του έδινε πολλαπλές δυνατότητες να παίζει χρηματοπιστωτικά παιχνίδια και ακόμη και να βγάζει κέρδη με «αέρα κοπανιστό». Μετά τα capital controls και τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών (που ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος περνά σε ξένα χέρια) αυτή η διακίνηση κεφαλαίων μειώνεται δραματικά και, κατά συνέπεια, μειώνεται δραματικά και η συμβολή στο ΑΕΠ. Έτσι μετά τα capital controls αυτό που κυρίως μένει στην ελληνική οικονομία είναι οι δαπάνες για την τροφοδοσία (τρόφιμα, καύσιμα, λιπαντικά και μισθοδοσία).

 

Τα τελευταία χρόνια το εφοπλιστικό κεφάλαιο αντιμετωπίζει την αυξανόμενη πίεση των ηγεμόνων της ΕΕ (κυρίως της Γερμανίας και των χωρών περί αυτήν). Ο γερμανικός εφοπλισμός έχει υποφέρει πολλαπλά από τον ελληνικό καθώς ο τελευταίος τον «έγδυσε» κυριολεκτικά τόσο μετά το τέλος του Α΄ Παγκ. Πολέμου όσο και στις αρχές του 2010 (αγοράζοντας κοψοχρονιά υπερσύγχρονα και καινούργια γερμανικά καράβια και βελτιώνοντας έτσι τον άθλιο προηγουμένως μέσο όρο ηλικίας του ελληνικού εφοπλιστικού στόλου). Με την ενίσχυση του ρόλου του ξένου παράγοντα με τα Μνημόνια το γερμανικό κεφάλαιο επιδιώκει να πάρει το αίμα του πίσω επιβάλλοντας την περιστολή των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του ελληνικού εφοπλισμού. Φυσικά ο τελευταίος, με την πλήρη υποστήριξη όλου του καθεστωτικού πολιτικού συστήματος (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ κλπ.) προσπαθεί να διαφύγει με ικανότητες που θα ζήλευε και ο υδράργυρος.

 

 

Η ναυτιλία σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής

Η συμβολή της ναυτιλίας στο ελληνικό ΑΕΠ είναι κάτι που οι εφοπλιστές «πουλάνε» (φουσκώνοντας την ξεδιάντροπα) ακριβώς για να αποφύγουν οποιαδήποτε φορολόγηση. Με σειρά πληρωμένες και πολυδιαφημισμένες μελέτες (ΙΟΒΕ το 2013 κλπ.) φουσκώνουν την συμβολή της τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση εξωφρενικά κάνοντας φαιδρές υποθέσεις (π.χ. μετρώντας το σύνολο των ναύλων των εφοπλιστών και όχι αυτό που μένει μέσα στη χώρα, θεωρώντας πάμπολλους κλάδους της οικονομίας απλά εξαρτήματα της ναυτιλίας).

 

Τα πραγματικά μεγέθη είναι δραματικά μικρότερα και επιδεινώθηκαν εξαιρετικά μετά την επιβολή των capital controls (καθώς πλέον πολλές εφοπλιστικές δραστηριότητες δεν περνούν καν από την χώρα). Ιδιαίτερα στον τομέα της απασχόλησης (άμεσης και έμμεσης) τα νούμερα που δίνουν είναι κυριολεκτικά φαιδρά. Η απασχόληση Ελλήνων ναυτεργατών στα ελληνόκτητα πλοία είναι μειούμενη (καθώς αντικαθίστανται από φθηνότερα ξένα πληρώματα). Η νέα θρασύτατη προσπάθεια του ελληνικού εφοπλισμού είναι να ρίξει τις αμοιβές σε τριτοκοσμικά επίπεδα,  μηρυκάζοντας ότι έτσι θα αντικαταστήσει τα ξένα πληρώματα με ελληνικά. Φυσικά τα κατά Ωνάση «σκυλόψαρα» γνωρίζουν καλά ότι αυτό θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση των μισθών τόσο των ελληνικών όσο και των ξένων πληρωμάτων μέσω του ανταγωνισμού τους.

 

Η φορολογική συμβολή του εφοπλισμού είναι αστεία. Ο εθελούσιος (sic!) φόρος αποφέρει αστεία έσοδα (της τάξης των 40-46 εκ. ετησίως) ενώ η μέση ετήσια φορολογική επιβάρυνση της κάθε ναυτιλιακής εταιρίας είναι  86.700. Ουσιαστικά δηλαδή οι φόροι που πληρώνουν οι Έλληνες ναυτεργάτες και οι λοιποί εργαζόμενοι σε ναυτιλιακές και παρα-ναυτιλιακές δραστηριότητες (ιδιαίτερα αν αποδεχθούμε τα φουσκωμένα στοιχεία του εφοπλισμού) είναι μάλλον περισσότεροι.

 

Για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά καμία ανακωχή δεν μπορεί να υπάρξει με την ληστοσυμμορία του εφοπλισμού. Ένα μεταβατικό πρόγραμμα άμεσης φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση αλλά και σοσιαλιστικής προοπτικής πρέπει να προτάξει:

(α) την άμεση κατάργηση των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του εφοπλισμού και την δραστική αναδρομική φορολόγηση του

(β) την ενίσχυση των ναυτεργατικών αμοιβών και δικαιωμάτων και την επέκταση τους σε όλες τις κατηγορίες πληρωμάτων

(γ) την σχεδιασμένη ανάπτυξη υπό δημόσιο έλεγχο τόσο της ναυτιλίας όσο και του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα

 

Στην απειλή περί φυγής του εφοπλισμού θα πρέπει να αντιταχθεί πρώτον η εύγλωττη ρήση Ωνάση «Πολλά, τα πάντα οφείλετε εις το Έθνος, αυτό δε όχι μόνον δεν σας οφείλει τίποτε, αλλά σας έχει χαρισθεί σκανδαλωδώς» (επιστολή προς Κουλουκουντή, 1953). Και βέβαια, επειδή τα λόγια δεν περνούν στα «σκυλόψαρα», να τονισθεί ότι στην περίπτωση αυτή ο ελληνικός λαός θα απαλλοτριώσει και το τελευταίο εσώβρακο που έχουν μέσα στη χώρα και ότι μπορεί να πάρει στο εξωτερικό. Και να δούμε «απάτριδες» εφοπλιστές πόσο μπορούν να αντέξουν ανάμεσα στα όμοια τους διεθνή «σκυλόψαρα».

 

Στην εξέλιξη του μεταβατικού προγράμματος στην σοσιαλιστική προοπτική του ούτως ή άλλως ο ναυτιλιακός τομέας θα περάσει όχι μόνο σε δημόσιο έλεγχο αλλά και σε ιδιοκτησία.

new-doc-2017-03-05_1new-doc-2017-03-05_2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

https://www.scribd.com/document/340973628/%CE%A4%CE%BF-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%95%CF%86%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D-5-3-2017

 

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας – Εφημερίδα των Συντακτών

https://www.efsyn.gr/arthro/i-kyvernitiki-eyresitehnia-tis-dimosionomikis-oydeterotitas-ton-neon-metron-litotitas

2017-03-05_11-01-26

 

 

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας

 

Αίθουσα συνεδριάσεων Eurogroup

Και άλλα παραμύθια της Χαλιμάς… | © European Union

03.03.2017, 23:15 | Ετικέτες:  ΔΝΤ, Eurogroup, ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση

Συντάκτης:

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας*

Το προ-σύμφωνο που συνομολόγησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο τελευταίο Eurogroup φορτώνει νέα μέτρα λιτότητας στις πλάτες του ελληνικού λαού.

Τα μέτρα αυτά θα τα πληρώσουν ξανά οι εργαζόμενοι μέσω νέων φοροεπιδρομών (με την μείωση του αφορολογήτου), της περαιτέρω απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων (αύξηση ποσοστού επιτρεπόμενων ομαδικών απολύσεων κλπ.) και κατακρεούργησης του ασφαλιστικού συστήματος (με ακόμη μικρότερες νέες συντάξεις και μείωση των «προσωπικών διαφορών» στις παλιές). Επίσης η δαμόκλειος σπάθη του «κόφτη» (δηλαδή των οριζόντιων μειώσεων στο δημόσιο τομέα) επεκτείνεται για όσα χρόνια υπάρχει ο φόβος εκτροχιασμού του Μνημονιακού προγράμματος (και συνεπώς εμφάνισης «χρηματοδοτικού κενού», δηλαδή αδυναμίας της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους ξένους δανειστές της).

Έτσι η επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων των «θεσμών» γίνεται με εξαιρετικά άγριες διαθέσεις.

Εμπρός σ’ αυτό το φιάσκο ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται στο μόνο που γνωρίζει, δηλαδή στην κατασκευή και προσπάθεια πώλησης παραμυθιών. Η καινούρια μυθοπλαστική ευρεσιτεχνία του λέγεται «δημοσιονομικά ουδέτερη» επίπτωση των νέων μέτρων λιτότητας. Πρόκειται βέβαια για μία χονδροειδή κακοποίηση όχι μόνο της οικονομικής ανάλυσης αλλά και της κοινής λογικής.

Δημοσιονομικά ουδέτερα χαρακτηρίζονται τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση (φόροι, δαπάνες κλπ.) που δεν επηρεάζουν την οικονομική συμπεριφορά των πολιτών  – ή στην πιο κεϋνσιανή παραλλαγή δεν επηρεάζουν την ζήτηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι τα νέα μέτρα λιτότητας που συνομολογεί με τους ξένους πάτρωνες δεν θα είναι μέτρα λιτότητας. Σύμφωνα με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο «εάν είναι ένα πακέτο 1 δισ. που θα είναι μέτρα που περιορίζουν τη ζήτηση, θα υπάρχει και 1 δισ. μέτρα θετικά, που θα επιστρέφουν στην οικονομία».

Τα νέα μέτρα που διαπραγματεύεται ο κ.Τσακαλώτος και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ξένους πάτρωνες αφορούν το «χρηματοδοτικό κενό» που προβλέπεται να εμφανίσει το Μνημονιακό πρόγραμμα από το 2018. Το «χρηματοδοτικό κενό» αυτό προκύπτει γιατί τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται για να συνεχίσει να εξυπηρετείται το ελληνικό χρέος εκτινάσσονται στο 3.5% και πρέπει να διατηρηθούν εκεί για αρκετά χρόνια (έναν πανθομολογουμένως εξωπραγματικό στόχο). Για να επιτευχθεί αυτός ο απίθανος στόχος και να διατηρηθεί η επίφαση βιωσιμότητας του Μνημονιακού προγράμματος απαιτούνται τα νέα πρόσθετα μέτρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη αποδεχθεί τον «κόφτη» (δηλαδή τα οριζόντια καθολικά μέτρα λιτότητας) μέχρι και το 2019. Τώρα στο τραπέζι είναι η επέκταση του και για μετά. Γνωρίζει καλά ότι μία ενεργοποίηση του «κόφτη» θα οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη και στην εκπαραθύρωση του από τους ζεστούς και πλουσιοπάροχους κυβερνητικούς θώκους. Γι’ αυτό αποδέχεται μεν τα πιο σκληρά μέτρα λιτότητας αλλά προσπαθεί να τα ετεροχρονίσει για την θητεία της επόμενης κυβέρνησης που γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα είναι δικό του.

Από την άλλη το ΔΝΤ πιέζει για νέα μέτρα λιτότητας της τάξης του 2% του ΑΕΠ από το 2019, πολλά από τα οποία όμως θα εφαρμοσθούν από το 2018 αν δεν πιαστεί τότε ο στόχος του 3.5%. Ο στόχος του είναι να πιέσει περαιτέρω την ΕΕ αυξάνοντας τα προβλήματα στην Ελλάδα και φλερτάροντας ακόμη και με τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης.

Το ευρω-ιερατείο δεν ενοχλείται άμεσα που το ΔΝΤ τον αναλαμβάνει τον ρόλο του «κακού» και πιέζει σε μεγαλύτερο ξεζούμισμα της άμοιρης χώρας μας. Κρατά όμως ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά το ύψος της πίεσης καθώς αν οι απαιτήσεις ανέβουν πάρα πολύ τότε τα αδιέξοδα του Μνημονιακού προγράμματος θα γίνουν ακόμη πιο εξόφθαλμα. Αυτό θα θέσει επί τάπητος το ζήτημα της διαγραφής χρέους (κάτι που η ΕΕ δεν θέλει ούτε να ακούσει) και την κοινωνική έκρηξη (η αποφυγή της οποίας είναι ο μοναδικός λόγος που αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση καθώς σ’ αυτό έχει προσφέρει ασυναγώνιστες υπηρεσίες).

Τέλος, συζητιούνται κάποια αντίμετρα που δεν θα κάνουν λιγότερο επώδυνες τις περικοπές αλλά που θα λειτουργήσουν αντικυκλικά. Γύρω από αυτά τα αντίμετρα στήνει ο ΣΥΡΙΖΑ το παραμυθάκι της δημοσιονομικής ουδετερότητας. Το ΔΝΤ, ιδιαίτερα μετά τον εξευτελισμό του στην κρίση της Αργεντινής, προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα του αλλά και να διορθώσει τα προγράμματα του. Έτσι προσπάθησε να αμβλύνει τον βαθιά υφεσιακό (προ-κυκλικό) χαρακτήρα των προγραμμάτων του εισάγοντας στοχευμένες παρεμβάσεις. Στο νέο πλαίσιο παραμένουν τα οριζόντια μέτρα λιτότητας, οι ιδιωτικοποιήσεις και η περιστολή του δημόσιου τομέα αλλά συνδυάζονται με διακριτικές πολιτικές για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και (δευτερευόντως και ως φύλλο συκής) για την ακραία φτώχεια. Βέβαια, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μελέτες, τα προγράμματα του ΔΝΤ παρέμειναν βαθύτατα υφεσιακά, δηλαδή δεν είναι δημοσιονομικά ουδέτερα. Αυτό γιατί τα μέτρα λιτότητας (σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων) και η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα (που είναι ο βασικότερος πάροχος απασχόλησης) οδηγούν σε βαθιά ύφεση. Τα αντίμετρα δεν κατορθώνουν να την αποτρέψουν καθώς ο ιδιωτικός τομέας δεν αναλαμβάνει τον κίνδυνο επενδύσεων εν μέσω βαθιάς ύφεσης και η συνολική κατανάλωση των πλουσίων στρωμάτων πάντα υπολείπεται της αντίστοιχης των φτωχότερων στρωμάτων. Αντίστοιχα, στο μέτωπο της φτώχειας τα αντίμετρα δεν μειώνουν την φτώχεια αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, αμβλύνουν τις οξύτερες εκδηλώσεις της.

Υπό αυτό το πρίσμα το ΔΝΤ, προτείνει αντίμετρα όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια καθώς και για την επιχειρηματική δραστηριότητα (λες και η ελληνική ολιγαρχία πλήρωνε ποτέ φόρους). Τα αντιμέτρα αυτά είναι, πρώτον, βαθύτατα ταξικά και, δεύτερον, σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάλι αντιπροτείνει την μείωση του ΕΝΦΙΑ για τους μικροϊδιοκτήτες και του ΦΠΑ σε φάρμακα και ηλεκτρισμό προσπαθώντας να διασώσει κάτι από την λαϊκή απήχηση του.

Η όλη διαπραγμάτευση είναι μία καρικατούρα ακόμη και των τυπικών προγραμμάτων του ΔΝΤ γιατί ο στόχος της είναι καθαρά εισπρακτικός. Ο στόχος του νέου πακέτου μέτρων είναι η άμεση άντληση φορολογικών εσόδων και η μείωση δαπανών. Μόνο έτσι μπορεί να καλυφθεί το «χρηματοδοτικό κενό». Εάν τα νέα μέτρα λιτότητας υπεραποδώσουν τότε μπορεί να επιστραφούν κάποια ψίχουλα στους «πτωχούς ιθαγενείς». Σε κάθε περίπτωση, τα αντιμέτρα είναι σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Δεν θα είχε νόημα και αλλιώς.

Συνεπώς οι κυβερνητικές δηλώσεις περί δημοσιονομικής ουδετερότητας είναι συνειδητά και άθλια παραμύθια.

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας