Category Archives: Άρθρα σε εφημερίδες – Newspaper articles

Ο χάρτινος πύργος του κυβερνητικού οικονομικού αφηγήματος – Στ. Μαυρουδέας, DOCUMENTO 23-24/4/2022

Ο χάρτινος πύργος του κυβερνητικού οικονομικού αφηγήματος

Στ. Μαυρουδέας

Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής

Η σημερινή κυβέρνηση, ακολουθώντας την πεπατημένη και όλων των προκατόχων της, προβάλλει ένα αφήγημα οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας. Όπως και όλα τα προηγούμενα υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια στα λαϊκά στρώματα, εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ελληνικής ολιγαρχίας (και προνομιακά των διαπλεκόμενων με αυτήν μερίδων της) και υπακούει πειθήνια στους ξένους πάτρωνες. Το αφήγημα αυτό βασίζεται στην ραγδαία αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, των άμεσων ξένων επενδύσεων και βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (μέσω της αύξησης της ανταγωνιστικότητας). Έτσι υποτίθεται ότι θα υπερκαλυφθεί η ουσιαστικά διψήφια υποχώρηση του ΑΕΠ (που συγκαλύφθηκε με στατιστικές αλχημείες σε μονοψήφιο νούμερο).

Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει.

Η αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων είναι μη-σημαντική, ασταθής και περιορίζεται σε σκανδαλώδεις και διαπλεκόμενες εκποιήσεις των «ασημικών» της δημόσιας περιουσίας έναντι πινακίου φακής. Χαρακτηριστικά η προβεβλημένη ιστορία του Ελληνικού όπου ο όμιλος Λάτση δεν βάζει δεκάρα από την τσέπη του. Επιπλέον, οι ξένες επενδύσεις κατευθύνονται στους «παραδοσιακούς» τομείς της έγγειας ιδοκτησίας και του τουρισμού που απλά αναπαράγουν το στρεβλό παραγωγικό υπόδειγμα του ελληνικού καπιταλισμού. Όσο για τα περιβόητα «χρυσά κουτάλια» του Ταμείου Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης της ΕΕ, αυτά ακόμη να φανούν ενώ – λόγω του ουκρανικού – το μέλλον τους δεν είναι ιδιαίτερα λαμπρό.

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας – το υποκριτικό επιχείρημα της ελληνικής ολιγαρχίας για την συμπίεση των μισθών – μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια περιοριστικών και αντιλαϊκών πολιτικών παραμένει ένα κακόγουστο αστείο. Το προβληματικό παραγωγικό υπόδειγμα κάνει την οικονομία μόνιμα δέσμια εισαγωγών πρώτων υλών και ενδιάμεσων εισροών και αδύναμη να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της.

Η ιδιωτική κατανάλωση παραπαίει λόγω της αύξησης των εισοδηματικών ανισοτήτων και της φτώχειας των λαϊκών στρωμάτων. Η σημερινή κυβέρνηση προσπάθησε βίαια να την αύξήσει πιέζοντας να ξοδευθούν οι αυξημένες αποταμιεύσεις λόγω της πανδημικής καραντίνας. «Κλείστηκε το μάτι» στις επιχειρήσεις να αρχίσουν αυξήσεις τιμών επικαλούμενες υπαρκτές και ανύπαρκτες διαταραχές στις διεθνείς αλυσσίδες παραγωγής και εφοδιασμού. Έτσι, πριν τα ουκρανικά, εμφανίσθηκε ένας πληθωρισμός κερδών που οφειλόταν στην αύξηση των επιχειρηματικών περιθωρίων κέρδους. Η Σκύλλα του πληθωρισμού κερδών συνοδεύθηκε με την Χάρυβδη της με κυβερνητική κάλυψη συστηματικής ληστείας των καταθέσεων από το τραπεζικό καρτέλ μέσω των αρνητικών επιτοκίων.

Το επιστέγασμα αυτού του χάρτινου πύργου είναι η χρηματοδότηση ουσιαστικά προεκλογικών προϋπολογισμών (παρά την επανειλλημένη κυβερνητική αδυναμία υλοποίησης εκλογικού αιφνιδιασμού) μέσω της γιγάντωσης του εξωτερικού χρέους και με την πλήρη ανοχή των πάλαι ποτέ άτεγκτων Ευρωπαίων και Αμερικανών πατρώνων. Τα μέχρι σήμερα χαμηλά επιτόκια αποτέλεσαν το «λεφτόδενδρο» μιας κυβέρνησης που εξελέγη καταγγέλλοντας το σε όλους τους τόνους. Παράλληλα, προβλήθηκε ένα κυριολεκτικά παραμυθένιο πρόγραμμα ραγδαίας αποκλιμάκωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μέσω μιάς «βίαιης» (sic!) ανάπτυξης που φυσικά δεν ήρθε και ούτε μπορούσε να έρθει.

Σήμερα το κυβερνητικό αφήγημα καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Το ουκρανικό πυροδότησε μακροχρόνια συσσώρευμενες αντιφάσεις του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος και ιδιαίτερα σάπιου οικοδομήματος της ΕΕ. Και φυσικά όταν τρέμουν γίγαντες τότε μπανανίες όπως η ελληνική συγκλονίζονται. Ο πληθωρισμός ενισχύεται από τα ενεργειακά κόστη βοηθούμενος από την απίθανης βλακείας αλλά και βαθύτατης διαπλοκής «βίαιη απολιγνιτοποίηση» και του ξεπουλήματος της ΔΕΗ (που εγκαινίασε βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ) και προχωρά σε επίπεδα αδιανόητα για τις φαιδρές κυβερνητικές και ευρωενωσιακές προβλέψεις. Τα επιτόκια προβλέπεται γρηγορότερα του επισήμως δηλούμενου να πάρουν την ανιούσα. Και αντίστοιχα οι προοπτικές της οικονομίας επιδεινώνονται ραγδαία και γελοιοποιούν τις κυβερνητικές και ευρωενωσιακές προβλέψεις.

Η κυβέρνηση ελπίζει να ξεπεράσει τις συμπληγάδες βασιζόμενοι στην αδυναμία της συστημικής αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ κλπ.). Ξεχνά όμως, μέσα στην αλαζονεία της εξουσίας, ότι οι λαοί ενίοτε ξυπνούν και τότε οι εξελίξεις μπαίνουν σε αχαρτογράφητα για το σύστημα νερά.

Παραμένει η μείωση των μισθών στο δημόσιο κατά 25,6% πάνω από μια δεκαετία

Το μεγαλύτερο τσεκούρι σε όλη την ΕΕ, με αύξηση των ανισοτήτων, καταγράφει η Μελέτη για το Κοινωνικό Πολυκέντρο της ΑΔΕΔΥ ΠΡΙΝ 6-4-2022

▸Την τρομερή ταπείνωση των μισθών στο δημόσιο τομέα, η οποία παραμένει για πάνω από μία δεκαετία, με συνέπεια τη φτωχοποίηση των δημοσίων υπαλλήλων, τη συμπίεση προς τα κάτω των αμοιβών, με ταυτόχρονη όξυνση των ανισοτήτων εντός τους καταγράφει μελέτη με τίτλο «Το επίπεδο και η εξέλιξη των αμοιβών στον Ελληνικό Δημόσιο Τομέα από την κρίση του 2009-10 μέχρι σήμερα», η οποία εκπονήθηκε από τον καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, Σταύρο Μαυρουδέα, και τον ερευνητή στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, Κώστα Πασσά, για λογαριασμό του Κοινωνικού Πολυκέντρου της ΑΔΕΔΥ.

Όπως σημειώνει η μελέτη με τον ν. 4024/2011, οι κατώτεροι μισθοί μειώθηκαν στα 780 ευρώ (από 850 ευρώ), καταργήθηκαν επιδόματα, «πάγωσε» η μισθολογική εξέλιξη, οι υπάλληλοι επανακατατάχθηκαν σε χαμηλότερα μισθολογικά κλιμάκια και υποβαθμίστηκαν μισθολογικά εργαζόμενοι στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης και νέοι υπάλληλοι. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν μισθοί δημοσίων υπαλλήλων κατά 20%-53%, ανά περίπτωση. Επιπλέον επιβλήθηκαν η κατάργηση του 13ου – 14ου μισθού, η σωρευτική περικοπή 20% διαφόρων επιδομάτων κ.ά., ενώ βασικό εργαλείο για την περικοπή του μισθολογικού κόστους ήταν η θέσπιση του ενιαίου μισθολογίου – βαθμολογίου.

Σύμφωνα με την μελέτη ο μέσος μισθός στον δημόσιο τομέα έχει μειωθεί κατά 25,6% την περίοδο 2008-2020! Και είναι εντυπωσιακό πως ενώ υποτίθεται «η Ελλάδα έχει βγει από τα μνημόνια» και έχει περάσει και η «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η «αναπτυξιακή» της ΝΔ οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων (αλλά και του ιδιωτικού τομέα) παραμένουν πετσοκομμένοι.

Είναι εντυπωσιακό πως ενώ υποτίθεται «η Ελλάδα έχει βγει από τα μνημόνια» και έχει περάσει και η «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η «αναπτυξιακή» της ΝΔ οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων (αλλά και του ιδιωτικού τομέα) παραμένουν πετσοκομμένοι

Εκτός από τη γενική μείωση των μισθών, η μελέτη εντοπίζει και σημαντική διεύρυνση ανισοτήτων. Μεταξύ 2010-2020, ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη του Δημοσίου υπέστησαν μεσοσταθμικές μειώσεις (ύψους 11,2%: από 1.632 ευρώ σε 1.449 ευρώ) μικρότερες συγκριτικά με όλους τους υπόλοιπους συναδέλφους τους. Οι μειώσεις στους επιστήμονες δημόσιους υπάλληλους (γιατροί, εκπαιδευτικοί κ.λπ.) ανήλθαν σε 15,8% (από 1.366 ευρώ σε 1.150 ευρώ). Οι μειώσεις στους τεχνικούς ανήλθαν σε 13,4% (από 1.265 ευρώ σε 1.096 ευρώ) και στη μεγάλη κατηγορία των υπαλλήλων γραφείου, οι μειώσεις ανήλθαν στο 15,3% (από 1.196 ευρώ σε 1.013 ευρώ).

Επίσης, διευρύνεται η ανισότητα και στη βάση του φύλου. Όπως σημειώνουν οι ερευνητές οι μέσοι μισθοί τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες υποχωρούν κατά την περίοδο 2010-2020, ενώ συγχρόνως η απόσταση ανάμεσα στο μισθό κατά φύλο αυξάνει. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι ο μέσος μισθός για τους άνδρες δημόσιους υπαλλήλους υποχωρεί κατά 14,7% από 1.326 ευρώ σε 1.131 ευρώ, ενώ αντίστοιχα για τις γυναίκες υποχωρεί κατά 15,4% από 1.210 ευρώ σε 1.024 ευρώ. Ως αποτέλεσμα της ταυτόχρονης αυτής υποχώρησης ο μέσος μισθός για τις γυναίκες από 92,1% του αντίστοιχου για τους άνδρες το 2010 υποχωρεί στο 90,6%.

Συνολικά, στη δεκαετία 2010-2020, υπάλληλοι με μισθό:

– κάτω των 900 ευρώ, αυξήθηκαν στο 20% του συνόλου (συγκριτικά με 12% το 2010).

– 900-1.000 ευρώ αυξήθηκαν στο 10% του συνόλου (από 6%).

– 1.000-1.100 ευρώ αυξήθηκαν στο 16% (από 11%).

– 1.100-1.300 ευρώ αυξήθηκαν στο 32% (από 29%).

– 1.300-1.600 ευρώ μειώθηκαν στο 17% (από 27%).

– Άνω των 1.600 ευρώ μειώθηκαν στο 6% (από 15%)

Εντυπωσιακή είναι και η σύγκριση των εξελίξεων των μισθών στο Δημόσιο στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και άλλες χώρες που μπήκαν σε προγράμματα «προσαρμογής». Ενώ λοιπόν στην Ελλάδα ο μέσος μισθός στο Δημόσιο έχει μειωθεί κατά 25,6% από το 2008-2020, σύμφωνα με την μελέτη, στην ΕΕ των «27» αυξήθηκε κατά 23,8%, στην ευρωζώνη αυξήθηκε κατά 21,4%, μεγάλες αυξήσεις καταγράφηκαν στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου, όπως 37,2% στη Γερμανία, 29,8% στην Ολλανδία και 21,8% στη Γαλλία, ενώ μικρότερες αυξήσεις υπήρξαν και σε χώρες όπου εφαρμόστηκαν περιοριστικά μέτρα, όπως η Κύπρος (6,3%), η Ισπανία (6,3%) και η Πορτογαλία (5,2%). Το μειωμένο εύρος αποδεικνύει βέβαια πως δεν υπάρχει καμία «αυτόματη» διαδικασία σύγκλισης στην ΕΕ… Μόνο στην Ιρλανδία καταγράφεται μείωση του μέσου μισθού στο Δημόσιο κατά 6,5%, πολύ μικρότερη όμως από το -25,6% της Ελλάδας.

Τα βασικά συμπεράσματα της Μελέτης, όπως συνοψίστηκαν από το Κοινωνικό Πολύκεντρο της ΑΔΕΔΥ, έχουν ως εξής:

  • Η μελέτη επικαιροποιεί και επιβεβαιώνει την εμπειρική διαπίστωση ότι στην αναδιανομή εισοδήματος (δηλαδή το εάν οι εργαζόμενοι συνεισφέρουν λιγότερο ή περισσότερο στα δημόσια έσοδα από όσα λαμβάνουν από αυτά) οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα συνεισφέρουν περισσότερο από όσα τους επιστρέφονται.
  • Ο βασικός όγκος της φορολογίας καταβάλλεται από τους μισθωτούς και ιδιαίτερα από τους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα.
  • Μέσα στο σημερινό δυσμενές μακροοικονομικό περιβάλλον οι μισθοί γενικότερα αλλά ιδιαίτερα για τους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα πλήττονται περισσότερο. Στον δημόσιο τομέα – λόγω των θεσμικών ρυθμίσεων των προγραμμάτων προσαρμογής – δεν παρουσιάσθηκε το περιορισμένο μεν αλλά αισθητό φαινόμενο των μισθολογικών αυξήσεων λόγω στενοτήτων στην αγορά εργασίας στις αρχές του 2022 που παρουσιάσθηκε σε κάποιους κλάδους του ιδιωτικού τομέα. Συνεπώς η εισοδηματική τους θέση είναι σχετικά πιο ευάλωτη.
  • Την περίοδο 2010 έως 2020 ο μέσος μισθός των γιατρών μειώθηκε κατά 10,5% από 1.443 ευρώ σε 1.291 ευρώ, αντίστοιχα ο μισθός των εκπαιδευτικών μειώθηκε κατά 15,7% από 1.311 ευρώ σε 1.105 ευρώ, των τεχνικών υγείας κατά 11,9% από 1.176 ευρώ σε 10.36 ευρώ και τέλος ο μισθός των υπαλλήλων γραφείου γενικών καθηκόντων κατά 14,7% από 1.196 ευρώ σε 1.020 ευρώ. Αντίστοιχα παρατηρούμε ότι η μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας ανέρχεται σε 11.5% στον κλάδο της υγείας, σε 15,8% στον κλάδο της εκπαίδευσης και σε 15% στο κλάδο της δημόσιας διοίκησης.
  • Οι μέσοι μισθοί τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες υποχωρούν κατά την περίοδο 2010-2020, ενώ συγχρόνως η απόσταση ανάμεσα στο μισθό κατά φύλο αυξάνει. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούμε ότι ο μέσος μισθός για τους άνδρες δημόσιους υπαλλήλους υποχωρεί κατά 14,7% από 1.326 ευρώ σε 1.131 ευρώ, ενώ αντίστοιχα για τις γυναίκες υποχωρεί κατά 15,4% από 1.210 ευρώ σε 1.024 ευρώ. Ως αποτέλεσμα της ταυτόχρονης αυτής υποχώρησης ο μέσος μισθός για τις γυναίκες από 92,1% του αντίστοιχου για τους άνδρες το 2010 υποχωρεί στο 90,6%. Με άλλα λόγια, η κρίση οδηγεί σε αύξηση της απόκλισης των μισθών κατά φύλο.
  • Η ψαλίδα στο μέσο μισθό εργαζομένου που ασκεί καθήκοντα επίβλεψης επί άλλων εργαζομένων διευρύνεται βαθαίνοντας τις μισθολογικές ανισότητες μεταξύ κατηγοριών εργαζομένων.
  • Η ανισότητα επεκτείνεται και στη σχέση μισθού με το εκπαιδευτικό επίπεδο του εργαζόμενου: το 2010 η αμοιβή για πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν αυξημένη κατά 18,1% σε σχέση με αυτό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ κατά το 2020 η επιπλέον αμοιβή περιορίστηκε σε ένα πρόσθετο 10,5% σε σχέση με το πτυχίο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
  • Η κατανομή των εισοδημάτων στο δημόσιο μετατοπίζεται σημαντικά προς τα κάτω. Είναι ενδεικτικό ότι οι υπάλληλοι που λαμβάνουν από 1.000 έως 1.100 ευρώ αυξάνονται από 11% σε 16% του συνόλου, από 900 έως 1.000 ευρώ αυξάνονται από 6% σε 10%, ενώ για επίπεδο μισθού κάτω από 900 ευρώ αυξάνονται από 12% σε 20%.
  • Συγκριτικά με την εξέλιξη των μισθών στο δημόσιο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην Ελλάδα έχουμε μοναδικότητα αρνητικής προσαρμογής του μισθού των δημοσιών υπαλλήλων. Σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης που τους επιβλήθηκαν Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής βλέπουμε ότι: η Κύπρος εμφανίζει αύξηση κατά 6,3%, η Πορτογαλία κατά 5,2%, ενώ μόνον η Ιρλανδία εμφανίζει μείωση κατά 6,5% (που όμως πάλι είναι αισθητά μικρότερη με την ελληνική απομείωση κατά 25,6%).

Ο πιο βαρύς πέλεκυς στο Δημόσιο – ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, Τρίτη 5/4/2022

Ο πιο βαρύς πέλεκυς στο Δημόσιο

Στέργιος Ζιαμπάκας

Στη χώρα μας ο μέσος μισθός έχει μειωθεί κατά 25,6% την περίοδο 2008-2020 ● Πέρα από τις άμεσες μειώσεις (κατάργηση 13ου-14ου μισθού, σωρευτική περικοπή 20% διαφόρων επιδομάτων κ.ά.), βασικό εργαλείο για την περικοπή του μισθολογικού κόστους ήταν η θέσπιση του ενιαίου μισθολογίου.

Πορεία… κατρακύλας και παγίωσης στο ναδίρ καταγράφουν οι μισθολογικές αποδοχές των εργαζομένων στο ελληνικό Δημόσιο. Μελέτη του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ καταγράφει μείωση κατά 25,6% του μέσου μισθού των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων μεταξύ 2008 – 2020, επιβεβαιώνοντας αφενός το μεγάλο οικονομικό πλήγμα που έχουν υποστεί από την αρχή της οικονομικής κρίσης και αποκαλύπτοντας, αφετέρου άλλη μια αρνητική πανευρωπαϊκή «πρωτιά» για τη χώρα μας: ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα «ξεχωρίζει» για το ύψος της αρνητικής προσαρμογής του μισθού των δημοσίων υπαλλήλων της. Ακόμα και στην Πορτογαλία, την Ισπανία ή την Κύπρο, όπου έχουν επιβληθεί μνημόνια, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων εμφανίζουν αυξήσεις.

Η μελέτη με τίτλο «Το επίπεδο και η εξέλιξη των αμοιβών στον Ελληνικό Δημόσιο Τομέα από την κρίση του 2009-10 μέχρι σήμερα» (εκπονήθηκε από τον καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, Σταύρο Μαυρουδέα, και τον ερευνητή στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, Κώστα Πασσά) αποτυπώνει μια σημαντική μετατόπιση προς τα κάτω των εισοδημάτων των δημοσίων υπαλλήλων και ταυτόχρονα αύξηση των μισθολογικών ανισοτήτων μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών τους.

Πέρα από τις άμεσες μειώσεις μισθών (κατάργηση 13ου – 14ου μισθού, σωρευτική περικοπή 20% διαφόρων επιδομάτων κ.ά.), βασικό εργαλείο για την περικοπή του μισθολογικού κόστους ήταν η θέσπιση του ενιαίου μισθολογίου – βαθμολογίου, επισημαίνει η μελέτη, επικαλούμενη έρευνα του καθηγητή Εργασιακών Σχέσεων, Γ. Κουζή. Μεταξύ άλλων, με τον ν. 4024/2011, οι κατώτεροι μισθοί μειώθηκαν στα 780 (από 850) ευρώ, καταργήθηκαν επιδόματα, «πάγωσε» η μισθολογική εξέλιξη, οι υπάλληλοι επανακατατάχθηκαν σε χαμηλότερα μισθολογικά κλιμάκια και υποβαθμίστηκαν μισθολογικά εργαζόμενοι στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης και νέοι υπάλληλοι. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν μισθοί δημοσίων υπαλλήλων κατά 20%-53%, ανά περίπτωση.

Το επίπεδο αμοιβών στον ελληνικό δημόσιο τομέα «είναι από τα χειρότερα ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε. και της ευρωζώνης», τονίζει η μελέτη, παρατηρώντας ότι, ενώ «παραμένουν πάντα καθηλωμένοι» οι μισθοί των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων, «σε αρκετές άλλες χώρες της Ε.Ε. έχουν ήδη αρχίσει να δίνονται μισθολογικές αυξήσεις στον δημόσιο τομέα». Στην ευρωπαϊκή σύγκριση, η «οικτρή εικόνα» των μισθολογικών συνθηκών στο ελληνικό Δημόσιο «γίνεται εντονότερη». Συγκεκριμένα, ενώ στην Ελλάδα ο μέσος μισθός στο Δημόσιο έχει μειωθεί κατά 25,6% την περίοδο 2008-2020:

■ αυξήθηκε κατά 23,8% στην Ευρωπαϊκή Ενωση των «27»,

■ αυξήθηκε κατά 21,4% στην ευρωζώνη,

■ εμφάνισε «εντυπωσιακές αυξήσεις» σε χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου, όπως 37,2% στη Γερμανία, 29,8% στην Ολλανδία και 21,8% στη Γαλλία,

■ αυξήθηκε ακόμα και σε χώρες όπου εφαρμόστηκαν περιοριστικά μέτρα, όπως η Κύπρος (6,3%), η Ισπανία (6,3%) και η Πορτογαλία (5,2%).

Περιοριστικές πολιτικές εφαρμόστηκαν και στην Ιρλανδία, όπου καταγράφεται μείωση του μέσου μισθού στο Δημόσιο κατά 6,5%, «που όμως πάλι είναι αισθητά μικρότερη συγκριτικά με την ελληνική απομείωση κατά 25,6%», τονίζεται στη μελέτη.

Εσωτερικές ανισότητες

Εκτός από τη μείωση των μισθών, οι μελετητές εντοπίζουν και διεύρυνση ανισοτήτων. Ειδικότερα, στη δεκαετία 2010-2020, υπάλληλοι με μισθό:

  • ● κάτω των 900 ευρώ, αυξήθηκαν στο 20% του συνόλου (συγκριτικά με 12% το 2010)
  • ● 900-1.000 ευρώ αυξήθηκαν στο 10% του συνόλου (από 6%)
  • ● 1.000-1.100 ευρώ αυξήθηκαν στο 16% (από 11%)
  • ● 1.100-1.300 ευρώ αυξήθηκαν στο 32% (από 29%)
  • ● 1.300-1.600 ευρώ μειώθηκαν στο 17% (από 27%)
  • ● άνω των 1.600 ευρώ μειώθηκαν στο 6% (από 15%)

Από την άλλη, μεταξύ 2010-2020, ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη του Δημοσίου υπέστησαν μεσοσταθμικές μειώσεις (ύψους 11,2%: από 1.632 ευρώ σε 1.449 ευρώ) μικρότερες συγκριτικά με όλους τους υπόλοιπους συναδέλφους τους. Οι μειώσεις στους επιστήμονες δημόσιους υπάλληλους (γιατροί, εκπαιδευτικοί κ.λπ.) ανήλθαν σε 15,8% (από 1.366 ευρώ σε 1.150 ευρώ). Οι μειώσεις στους τεχνικούς ανήλθαν σε 13,4% (από 1.265 ευρώ σε 1.096 ευρώ) και στη μεγάλη κατηγορία των υπαλλήλων γραφείου, οι μειώσεις ανήλθαν στο 15,3% (από 1.196 ευρώ σε 1.013 ευρώ).

Αυξάνεται, επίσης, η μισθολογική απόκλιση μεταξύ των δύο φύλων: ο μέσος μισθός για τους άνδρες υπαλλήλους υποχωρεί κατά 14,7% (από 1.326 ευρώ σε 1.131 ευρώ), κατά 15,4% στις γυναίκες (από 1.210 ευρώ σε 1.024 ευρώ).

Ευάλωτοι

Στο σημερινό δυσμενές μακροοικονομικό περιβάλλον, γενικότερα οι μισθωτοί αναμένουν νέα πλήγματα στο εισόδημά τους. Αν και κατά την περίοδο 2010-2020 οι τιμές αγαθών παρέμεναν σχετικά σταθερές, «αντίθετα, κατά την παρούσα περίοδο η σοβαρή άνοδος του πληθωρισμού θα οδηγήσει σε ανάλογη μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, αν δεν υπάρξει αντίστοιχη αύξηση των μισθών», τονίζουν οι μελετητές.

Σύμφωνα με παλαιότερες μελέτες, η ιδιόμορφη ελληνική οικονομία «κρατιέται» σε σημαντικό βαθμό από τις καταναλωτικές δαπάνες δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων και θεωρείται ότι μια αύξηση στις αποδοχές των παραπάνω κοινωνικών ομάδων μπορεί να οδηγήσει σε ένα ανοδικό οικονομικό «σπιράλ».

Η μελέτη του Κοινωνικού Πολύκεντρου επισημαίνει ότι ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα παίζει διαχρονικά «στρατηγικό ρόλο στη λειτουργία της οικονομίας» και τονίζει ότι η διπλή (υγειονομική και οικονομική) κρίση του Covid-19 «έκανε ακόμη πιο έντονη την ανάγκη ισχυρού κρατικού οικονομικού παρεμβατισμού». Η πανδημία, εκτός από την ενίσχυση των βασικών οικονομικών πολιτικών, επέβαλε και την υλική μεγέθυνση τουλάχιστον του δημόσιου τομέα υγείας, «καθώς ο ιδιωτικός τομέας υγείας αποδείχθηκε ανίκανος να αντιμετωπίσει την υγειονομική πλευρά της κρίσης», τονίζουν οι μελετητές, συμπληρώνοντας ότι «το γεγονός ότι ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας παραμένει πάντα κατά βάση κρατικοδίαιτος συντείνει σε αυτόν τον σημαντικό ρόλο του δημόσιου τομέα».

Η μελέτη συμπίπτει με την αυριανή πανεργατική απεργία που έχει κεντρικό σύνθημα «Ο μισθός δεν φτάνει, ο λογαριασμός δεν βγαίνει». Η ΑΔΕΔΥ, μεταξύ άλλων, διεκδικεί άμεσες αυξήσεις μισθών, ίσες τουλάχιστον με την αύξηση του ΑΕΠ και του πληθωρισμού, επαναφορά 13ου-14ου μισθού, κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, στήριξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας και προσλήψεις για την κάλυψη των χιλιάδων σημερινών οργανικών κενών στο Δημόσιο.

La pandémie et ses conséquences sur l’économie et le travail – entretien avec Stavros Mavroudeas

Le site francais Alternative Révolutionnaire Communiste (tendance de NPA) a traduit et publié en français l’interview suivante de l’économiste marxiste grec Stavros Mavroudeas sur la pandémie de COVID-19 et ses conséquences sur l’économie et le travail.https://alt-rev-com.fr/2021/09/01/la-pandemie-et-ses-consequences-sur-leconomie-et-le-travail-entretien-avec-stavros-mavroudeas/

La pandémie et ses conséquences sur l’économie et le travail – entretien avec Stavros Mavroudeas.

Colin Dresdner , Stavros Mavroudeas 1 septembre 2021

Le site italien Bollettino Culturale a publié l’interview suivante de l’économiste marxiste grec Stavros Mavroudeas sur la pandémie de COVID-19 et ses conséquences sur l’économie et le travail, que nous retraduisons ici en français.

Publié initialement sur Bolletino Culturale , traduit en français par Colin Dresdner

  1. Comment jugez-vous la gestion de la pandémie dans l’Union européenne ?

J’ai soutenu ailleurs1 que la pandémie de COVID-19 est une double crise. La crise économique couvait déjà (parce que le capitalisme n’a pas réussi à dévaloriser suffisamment les capitaux après la crise de 2008) et le coronavirus a déclenché et aggravé cette crise.

La réponse de l’UE a été similaire à celle des États-Unis, mais avec une différence marquée dans la “puissance de feu” politique. Comme après la crise de 2008, les États-Unis et l’UE se sont lancés dans des politiques sociales-libérales (donc non néolibérales) dictées par le nouveau consensus macroéconomique keynésien désormais dominant. Ces politiques comportent des mesures typiquement keynésiennes : une politique budgétaire expansive et une politique monétaire accommodante. Elles impliquent également une insulte au néolibéralisme : une politique industrielle discrétionnaire. Cependant, et contrairement à ce que pense une certaine “gauche” myope et réformiste antilibérale, ces politiques sont néoconservatrices et ne sont pas en faveur du travail et de la classe ouvrière. Bien qu’elles s’en écartent radicalement en utilisant activement la dépense publique pour soutenir la rentabilité capitaliste, elles partagent avec le néolibéralisme le fait de faire peser le fardeau sur les travailleurs.

Comme je l’ai déjà dit, l’UE a suivi cette voie. Mais les “munitions” utilisées (c’est-à-dire l’expansion fiscale et monétaire) sont nettement inférieures à celles utilisées par les États-Unis. Cela découle de deux facteurs :

– L’Allemagne (et le bloc “prudent” qui l’entoure) ne veut pas trop étendre ces mesures, car elle supporte la charge principale de leur financement.

– Les États-Unis ont une plus grande marge de manœuvre en raison du rôle dominant du dollar en tant que principale monnaie de réserve mondiale.

  1. Pensez-vous que l’argent du plan de relance « NextGenerationEu » (NGEU) un changement radical potentiel dans les politiques économiques européennes ou l’urgence sera-t-elle utilisée pour une transition vers un modèle de société pire que le modèle pré-covid ?

Comme je l’ai déjà dit, ces politiques néoconservatrices sociales-libérales n’amélioreront pas la situation des travailleurs. Le NGEU est un outil de restructuration des capitalismes européens face aux antagonismes américains et chinois. Ses priorités favorisent des intérêts sectoriels spécifiques (largement dictés par les principaux conglomérats de l’UE) et suivent une stratégie industrielle visant à renforcer leur position vis-à-vis de leurs homologues américains et chinois.

Le NGEU obéit à la directive visant à créer des “champions européens” (c’est-à-dire de grands conglomérats multinationaux européens capables de faire face aux concurrents américains et chinois). Par conséquent, il entraînera une concentration et une centralisation accrues du capital (c’est-à-dire l’oligopolisation et la monopolisation). Cela frappera durement les capitalismes périphériques et méditerranéens qui sont caractérisés par une énorme couche d’entreprises de taille moyenne. En ce qui concerne le travail, il n’y a aucun engagement à augmenter les salaires. Au contraire, la reprise planifiée est basée sur le maintien de coûts salariaux bas. Bien sûr, le capitalisme peut faire des plans, mais il est aussi traversé par des contradictions. Ainsi, en raison de cette violente restructuration capitaliste, il apparaît aujourd’hui – du moins en ce qui concerne la main-d’œuvre spécialisée – un manque d’offre de travail qui se traduit par une augmentation des salaires dans ces secteurs.

  1. Pour l’avenir post-pandémie, pensez-vous que le Green New Deal est une stratégie à soutenir ? Ces derniers mois, il y a eu de nombreuses discussions au sein des syndicats en Italie sur l’utilisation de ce type de politiques économiques pour créer des emplois bien rémunérés pour les diplômés, pour favoriser une situation de plein emploi à associer à des politiques de “garantie d’emploi”. Qu’en pensez-vous ?

Le Green New Deal fait partie intégrante de ces restructurations capitalistes sociales-libérales néoconservatrices. Il a été présenté comme le New Deal keynésien de notre époque. Et la majorité myope et réformiste de la “gauche” occidentale s’est immédiatement jetée dessus et a agi comme les meilleurs publicitaires du capitalisme. Le Green New Deal est en grande partie une stratégie industrielle crypto-protectionniste qui vise à soutenir les capitaux occidentaux contre le défi de la Chine et des marchés émergents.

Il n’est vert que de nom, car il oscille entre (a) repousser les concurrents (dont les références écologiques sont moins bonnes) et (b) ne pas nuire aux intérêts particuliers des capitaux occidentaux (en imposant des restrictions écologiques trop sévères). Les récents tiraillements réglementaires concernant l’énergie et le transport maritime en sont des exemples.

Il n’envisage pas d’augmenter les salaires. C’est un fantasme de la majorité de la “gauche” occidentale réformiste. Au contraire, en raison de la restructuration capitaliste qu’elle implique, de nombreux emplois seront perdus. En Grèce, il y a un exemple typique avec l’arrêt brutal des usines d’électricité au lignite. Cela a augmenté les coûts de l’énergie électrique pour l’économie grecque (qui se répercutent sur les factures des consommateurs et augmentent la pauvreté énergétique) et dévaste les régions productrices de lignite (provoquant une augmentation du chômage et de la pauvreté). Bien sûr, d’un autre côté, cela favorise des intérêts entrepreneuriaux spécifiques ayant une énorme influence sur les gouvernements grecs (SYRIZA inclus).

Il n’y a pas de plein emploi ni d’augmentation des salaires dans le conte de fées du Green New Deal. Les syndicats qui jouent ce jeu ne sont que des pions du capital. Si l’on jette un coup d’œil à la littérature environnementale dominante, on découvre que l’un des faits stylisés est que l’existence des syndicats est anti-environnementale car ils favorisent les salaires au détriment des politiques vertes. La conclusion est que ces deux éléments sont contradictoires.

  1. La pandémie a démontré les lacunes de la protection sociale en Europe en raison des politiques d’austérité des dernières décennies. Pensez-vous que cette expérience puisse être utilisée pour réformer l’aide sociale dans le bon sens ? Certaines organisations communistes ont proposé un revenu de base universel pour résoudre les problèmes liés au manque de revenus créé par le verrouillage. Pensez-vous qu’il s’agisse d’une solution viable et permettant de résoudre le problème du chômage en Europe ou plutôt qu’elle représente une résignation face aux taux de chômage élevés dans nos pays ?

A court et à moyen terme, il y a une augmentation du financement du secteur de la santé publique car c’est le seul capable de faire face à la pandémie. Cependant, les domaines les plus rentables (vaccins, médicaments, etc.) ont été réservés au secteur privé et subventionnés par l’argent public. Je m’attends, une fois que la pandémie se sera calmée, à ce que l’on revienne au moins en partie sur l’expansion du secteur de la santé publique et que l’on redonne de la vigueur à la part du secteur privé de la santé.

En ce qui concerne le système de protection sociale en général, le social-libéralisme n’est pas mieux que le néolibéralisme. Le social-libéralisme veut également réduire les dépenses publiques, en particulier dans les économies occidentales vieillissantes. Cependant, il est plus intelligent que le néolibéralisme et comprend que le secteur public doit être l’épine dorsale du système et supporter les principaux coûts. De même, une réglementation stricte par l’État ou les organismes paraétatiques (comme les fameuses autorités de surveillance indépendantes) est nécessaire, faute de quoi les capitaux privés feront des ravages.

Je suis en total désaccord avec l’idée du revenu de base universel. Il s’agit d’une proposition néoconservatrice lancée initialement par M. Friedman. Elle est envisagée par les sociaux-libéraux et les néolibéraux comme un faible filet de sécurité pour prévenir les bouleversements sociaux et les révolutions. Elle aura également un effet dissuasif sur les luttes pour l’augmentation des salaires. Cela rappelle la politique de l’empire romain du “pain et des jeux ” afin de maintenir le prolétariat romain sous contrôle.

  1. La journée de travail en Grèce a récemment été portée à dix heures. Pouvez-vous nous expliquer quel plan de restructuration du capitalisme grec se cache derrière ce choix politique ?

Cela fait partie intégrante des politiques néoconservatrices de flexibilité du travail (que la majorité de la “gauche” occidentale, myope et réformiste, a épousé et vanté). Elle allongera le temps de travail effectif au prix d’un chômage croissant. Elle augmentera également le taux de plus-value (c’est-à-dire l’exploitation du travail) puisque les heures supplémentaires sont pratiquement abolies (qui étaient mieux payées) et que le temps de travail supplémentaire n’est pas payé mais récompensé par des vacances supplémentaires (!!!). Le plan du capitalisme grec est de supprimer davantage de coûts salariaux.

  1. En Italie, on discute ces jours-ci de la fin de l’interdiction des licenciements. Les syndicats se sont opposés à l’idée d’une fin sélective de cette mesure en fonction de la situation de chaque secteur individuel, proposant une réforme des filets de sécurité sociale. Y a-t-il des discussions similaires en Grèce ?

Le gouvernement déclare généralement que le budget public est épuisé et que, lorsque la pandémie aura reculé, ces mesures de protection de l’emploi seront supprimées. En Grèce, les entreprises qui ont reçu des subventions et des aides pour lutter contre la pandémie sont tenues de ne pas licencier leurs employés. En revanche, leurs travailleurs, une fois mis en suspension d’emploi (c’est-à-dire qu’ils travaillaient moins) n’étaient payés qu’une fraction de leur salaire normal. Aujourd’hui, de nombreux porte-parole des entrepreneurs (en particulier ceux du secteur du tourisme, scandaleusement désinhibé) affirment que ces programmes de protection de l’emploi sont désastreux car les travailleurs préfèrent bénéficier de ces subventions plutôt que de travailler pour des salaires de misère dans d’autres endroits que leur lieu de résidence.

Il existe une autre complication. Ces régimes d’emploi ont facilité les astuces statistiques avec le taux de chômage et l’ont ainsi maintenu artificiellement bas. C’est nécessaire pour le gouvernement de droite de la Nouvelle Démocratie, qui tente de mettre en place un plan de double élection, probablement à l’automne (en misant sur les piètres résultats de SYRIZA). Une augmentation du chômage n’est pas bonne pour cette stratégie électorale. C’est pourquoi le gouvernement hésite pour l’instant à supprimer ces régimes de protection de l’emploi. Mais à terme, élections ou pas, il les supprimera.

Les syndicats officiels (GSEE, etc.) en Grèce sont principalement les laquais du gouvernement et du capital. Aucune discussion sérieuse n’a donc lieu sur ces questions et le public n’y prête de toute façon pas attention.

  1. Dans cette phase de reprise économique, les entrepreneurs italiens critiquent le revenu de base des citoyens (une forme de « workfare »2 qui ne fonctionne toujours pas). Les jeunes préfèrent recevoir ce revenu plutôt que des salaires très bas pour de nombreuses heures de travail dans le secteur du tourisme ou de la restauration. Au lieu d’augmenter les salaires, ils demandent l’annulation du revenu de base des citoyens. Cette histoire rend flagrant un problème: de nombreux travailleurs sont pauvres alors qu’ils travaillent, à cause de salaires très bas. A mon avis, c’est un problème lié au système de production italien spécialisé dans les produits à faible valeur ajoutée. Par conséquent, de nombreuses entreprises peuvent rester sur le marché soit avec l’argent public, soit en baissant les salaires et en annulant les droits des travailleurs. Ces problèmes seront-ils exacerbés par les conséquences de la pandémie ? Comment une force politique qui défend les travailleurs devrait-elle intervenir sur ces problèmes ?

J’ai déjà répondu à cette question dans des questions précédentes. Permettez-moi de systématiser mon point de vue. Les faillites et les licenciements vont augmenter après la suppression des régimes de protection. C’est le cours naturel d’une crise capitaliste. Les gouvernements bourgeois interviennent dans ce cycle en essayant de reporter une partie du poids de la crise principalement sur les capitaux individuels mais aussi sur le travail. Ils agissent ainsi parce qu’ils craignent que si la crise se déroule sans contraintes, le système soit confronté à un effondrement économique et à une révolution sociale. Cependant, une fois que le zénith de la crise a été dépassé, les coûts de ces politiques doivent être payés. Rien n’est gratuit dans le capitalisme et la théorie monétaire moderne (MMT), essentiellement keynésienne, est totalement erronée 3.

Le mouvement communiste et la gauche (digne de ce nom) doivent mener une politique de classe contre le capitalisme et, en même temps, lutter pour que le fardeau de la crise soit payé par le capital et non par le travail. Le système appartient au capital et, par conséquent, c’est le capital (et non le travail) qui doit payer pour sa double crise (sanitaire et économique).

Mais la gauche et le mouvement communiste doivent voir clairement qui est le véritable adversaire. Les antilibéraux larmoyants et les plaidoyers pour plus d’interventionnisme étatique ne remettent pas en cause les politiques capitalistes. Ils soutiennent simplement un changement dans l’administration et la gestion du système. Le néolibéralisme est mort et l’État bourgeois – qui n’est jamais parti sur les questions cruciales – est déjà de retour. Mais l’orthodoxie sociale-libérale d’aujourd’hui se contente de promettre à la classe ouvrière quelques aspirines comme remède aux cancers socio-économiques que le système crée. C’est ce retour de l’interventionnisme étatique qui soutient généreusement le capital et cherche à faire porter le fardeau aux travailleurs. Et ce sont les politiques néo-keynésiennes dominantes qui sont le vecteur de ce changement aujourd’hui. La gauche et le mouvement communiste doivent lutter contre toutes les formes de restructuration capitaliste, néolibérales et sociales libérales, et proposer le socialisme comme seule alternative crédible.

En termes de revendications transitoires, les communistes et le mouvement ouvrier doivent s’efforcer d’obtenir la démarchandisation des principaux secteurs de l’activité économique et la fourniture de leurs produits et services par le biais de systèmes publics. Le cas de la santé en est aujourd’hui le parfait exemple. La mise en place de systèmes de santé publics (dotés d’un financement et de personnels conséquents et sans formes indirectes de privatisation) est une nécessité urgente, surtout au vu de la fréquence des grandes épidémies contemporaines. Le financement de ces systèmes doit reposer sur de solides systèmes d’imposition progressive frappant le capital.

En outre, ils doivent s’opposer fermement à la “nouvelle normalité” que le capital tente d’imposer. L’affaiblissement des lois de protection du travail ne doit pas être toléré et ces dernières doivent être encore renforcées. Une attention particulière doit être accordée au changement prévu dans les relations de travail par le biais du télétravail et aux nouvelles formes de contrôle et d’intensification du travail que le capital cherche à imposer.

Dernier point, mais non le moindre, la pandémie de coronavirus et la “distanciation sociale” imposée ont fortement restreint les droits politiques et sociaux. Il est déjà évident que le système expérimente ces limitations tant pour leur application générale que pour de nouvelles formes de manipulation idéologique du peuple. La gauche et le mouvement communiste doivent fermement repousser ces efforts.

  1. Une forme de travail qui s’est répandue rapidement en raison de la pandémie est le télétravail. Sa diffusion a donné lieu à de nombreuses discussions dans les syndicats en Italie. Personnellement, j’ai associé cette forme de travail à l’industrie domestique analysée par Marx au chapitre 13 du Capital. Il semble que le paysage contemporain du travail évolue vers ce que Ricardo Antunes appelle l’”ubérisation” du travail – un modus operandi entrepreneurial imparable, qui recherche le profit et l’augmentation de la valeur du capital à travers des formes de travail précaire en expansion à l’échelle mondiale. Par conséquent, cette ” ubérisation ” du travail, ajoutée aux lacunes législatives et à leurs possibles conséquences néfastes, favorise l’émergence d’une série de difficultés liées au travail à distance : individualisation des tâches, isolement social, perte de l’action collective, augmentation de la charge de travail… avec des conséquences sur la santé physique et mentale du travailleur. Pensez-vous que cette forme de travail peut encore se développer ou qu’elle va fortement décliner dès que la pandémie sera terminée ?

J’ai déjà évoqué ce point dans les questions précédentes.

Je voudrais ajouter quelques éléments.

Dans le cadre de ses politiques de restructuration, le capital tente à nouveau de sous-traiter plusieurs emplois qui s’y prêtent. Dans le climat sociopolitique actuel, cette sous-traitance minimise les coûts du capital et les transfère aux travailleurs précaires (en les qualifiant d’”entrepreneurs d’eux-mêmes” et en essayant de leur inculquer cette idéologie réactionnaire).

Cependant, il y a des contradictions dans cette politique car le capital peut minimiser ses coûts mais il perd sa capacité à contrôler et diriger ces travailleurs. Le système d’usine a été créé avec le capitalisme car c’est seulement grâce à lui que la prérogative managériale du capitaliste a pu être réellement établie (subsomption réelle du travail par le capital) et que des augmentations continues de la productivité du travail ont pu être réalisées. L’”ubérisation” présente le danger pour le capital de perdre la capacité à diriger et à contrôler efficacement le travail. Pour éviter cette perte éventuelle, des coûts supplémentaires de surveillance et de contrôle (caméras, applications, etc.) sont engagés. L’équilibre final est loin d’être assuré. Il en va de même pour son impact idéologique.

  1. La pandémie a montré à quel point le travail reste central. Elle a démenti de manière flagrante toutes les analyses sur la finalité du travail qui ont vu le jour au cours des quarante dernières années. Est-ce une preuve supplémentaire de la validité de la théorie de la valeur travail de Marx ?

La théorie de la valeur travail de Marx tient en tout cas. La crise jumelée d’aujourd’hui, une fois de plus, vérifie la centralité du travail. Cependant, le capital et ses porte-paroles ont, même avant la crise, vanté la fin du travail par le biais du marketing de l’inexistante 4ème révolution industrielle 4. Le tournant vers l’automatisation pendant la pandémie de COVID-19 a renforcé cette attaque idéologique. Après tout, c’est toujours le fantasme du capitalisme d’un monde sans la présence gênante du travail. Le problème est, comme le montre très justement le marxisme, que s’il n’y a pas de travailleurs, il n’y a pas de capital.

Notes de bas de page

1. Stavros Mavroudeas, The Economic and Political Consequences of the COVID-19 pandemic – OPE-L lecture, 11 février 2021 ; Stavros Mavroudas, ‘The Economic and Political Consequences of the COVID-19 Pandemic’ in INTERNATIONAL CRITICAL THOUGHT, février 2021.

2. Le Workfare (littéralement « travailler pour le bien-être » en anglais) est une aide sociale des États-Unis apparue dans les années 1970, qui prévoit que les bénéficiaires aptes au travail doivent travailler en échange de leur allocation.

3. pour une critique, voir : Michael Roberts, Modern monetary theory – Part 1 : Chartalism and Marx, 28 janvier 2019.

4. pour une critique, voir : Stavros Mavroudeas, 4e révolution industrielle : mythe ou réalité ?, 17 juillet 2019, [].

Οι «τρεις εποχές του πανεπιστημίου» και η πάλη ενάντια στο Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο

Την Παρασκευή (21/5/2021, 18¨00, κάτω Πολυτεχνείο) η νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση διοργανώνει εκδήλωση με θέμα «Το σύγχρονο πανεπιστήμιο στην υπηρεσία του κεφαλαίου – Η μάχη για την παιδεία των αναγκών μας», στην οποία θα συμμετάσχω σαν ομιλητής

Η άποψη μου για το Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο είναι διατυπωμένη σε αρκετές δημοσιεύσεις όπως οι ακόλουθες (με τους διαθέσιμους διαδικτυακούς συνδέσμους):

Μαυρουδέας Στ. (2005), «Οι τρεις εποχές του πανεπιστημίου – Το πανεπιστήμιο στον καπιταλισμό», Ελληνικά Γράμματα.

https://www.academia.edu/1906762/%CE%9F%CE%B9_%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%A4%CE%BF_%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B9%CE%BF_%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD_%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C

https://www.scribd.com/document/508317486/%CE%9F%CE%B9-%CE%A4%CF%81%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%95%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AD%CF%82-%CE%A4%CE%BF%CF%85-%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%94-%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AD%CE%B1%CF%82

Μαυρουδέας Στ. (1997), «Πανεπιστήμιο και καπιταλισμός», Ουτοπία νο.18

Μαυρουδέας Στ. (2007), «Μοντέρνοι καιροί»: η έλευση του επιχειρηματικού πανεπιστημίου», Ενημερωτικό Δελτίο της Ελληνικής Εταιρείας Κοινωνικής Πολιτικής νο.1, Απρίλιος

Μαυρουδέας Στ. (2020), ««Η Πολιτική Οικονομία των νεοσυντηρητικών αναδιαρθρώσεων στην Ανώτατη Εκπαίδευση» , Τετράδια Μαρξισμού νο.12

https://www.researchgate.net/publication/344217404_E_Politike_Oikonomia_ton_neosynteretikon_anadiarthroseon_sten_Anotate_Ekpaideuse

Τα σχόλια μου για την μπροσούρα της νΚΑ βρίσκονται σε

Μαυρουδέας Στ. (2021), «Πάλη κόντρα στο Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο», εφημερίδα ΠΡΙΝ 8-9 Μαϊου, Νο. 1522

Πάλη κόντρα στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο – ΠΡΙΝ 8-9 Μαϊου 2021

ΠΡΙΝ 8-9 Μαϊου 2021

νο.1522

Πάλη κόντρα στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο

Πάλη κόντρα στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο

Σταύρος Μαυρουδέας

Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ, συνεχίζοντας στον δρόμο όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων και ακολουθώντας τις επιταγές της ΕΕ και τις σύγχρονες τάσεις του καπιταλισμού, εντείνει τις αντιδραστικές θεσμικές αλλαγές στο ελληνικό πανεπιστήμιο τόσο μέσω της ενίσχυσης αυταρχικών μηχανισμών ελέγχου όσο και μέσω της εμβάθυνσης της επιχειρηματικοποίησης του. Όμως, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, σήμερα βρίσκει απέναντι της ένα ογκούμενο φοιτητικό κίνημα καθώς και αντιδράσεις και από άλλες κοινωνικές μερίδες στο πανεπιστήμιο.

Το κίνημα αυτό δείχνει ήδη τις δυνατότητες του να παλέψει. Όμως κανένας κοινωνικός «πόλεμος» δεν κερδήθηκε με κινηματισμούς αν δεν είχε μία ευρύτερη ανάλυση και μία στρατηγική ματιά – και αντίστοιχη οργάνωση – στο τιμόνι. Ιδιαίτερα σήμερα που το κεφάλαιο, εμπρός στα ίδιες τις αντιφάσεις του, εντείνει και βαθαίνει την επίθεση του είναι αναγκαίο – μαζί με τους αγώνες – να ξανανοίξει μέσα στην Αριστερά (και κυρίως την κομμουνστική) η θεωρητική και πολιτική συζήτηση για το πανεπιστήμιο. Η απουσία της και η μυωπική (ρητή ή άρρητη) πεποίθηση ότι το πανεπιστήμιο παραμένει το ίδιο από τη μεταπολίτευση και μετά και, συνεπώς, το φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα συγκροτείται με τον ίδιο τρόπο και μπορεί να κερδίσει την μάχη απέναντι στο κεφάλαιο οδήγησε στην σημερινή αφασία καθώς δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει ότι το σύστημα άλλαζε τους δομικούς όρους του παιχνιδιού. Η μπροσούρα της νΚΑ για το σύγχρονο πανεπιστήμιο είναι μία θετική συμβολή στην κατεύθυνση αυτή.

Πρώτον, είναι σημαντικό να αναγνωρισθεί ότι το πανεπιστήμιο – σαν θεσμός του καπιταλισμού – ακολουθεί και συμμετέχει στις αλλαγές σταδίων του τελευταίου. Η αναγνώριση ότι σήμερα έχουμε να κάνουμε με το Επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο που αντιστοιχεί σε ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού είναι κρίσιμο σημείο για να οργανωθεί τόσο το πρόγραμμα στόχων όσο και η πάλη απέναντι στο σύστημα. Η ελληνική Αριστερά ταλανίσθηκε για χρόνια από μυωπικές αντιλήψεις, όπως της αλήστου μνήμης Αλτουσεριανές απόψεις περί πανεπιστημίου απλά ιδεολογικού μηχανισμού που μαζί με παραπλήσιες αναρχίζουσες υπερεπεαναστατικές φωνασκίες περί «άρνησης του ρόλου» οδήγησαν σημαντικά τμήματα του κινηματος στην αποστράτευση. Επίσης, εμπόδισαν την διαμόρφωση ενός προγράμματος – και της αντίστοιχης συνδιακλιστικής οργάνωσης και πολιτικών – που να βλέπει την είσοδο της μισθωτής εργασίας στο πανεπιστήμιο.

Δεύτερον, είναι εξαιρετικά χρήσιμη η συζήτηση για τις σημαντικές ιδιαιτερότητες του ελληνικού Επιχειρηματικού Πανεπιστημίου. Το τελευταίο, χάρις στους αγώνες του φοιτητικού και πανεπιστημιακού κινήματος, έχει καθυστερήσει πολύ να προχωρήσει. Επίσης χαρακτηρίζεται από την ατομική επιχειρηματικοποίηση (δηλαδή ομάδες πανεπιστημιακών που συγκροτούν επιχειρηματικούς θύλακες στο εσωτερικό του) και μόνο πρόσφατα κινείται στην κατεύθυνση της συνολικής επιχειρηματικοποίησης (δηλαδή το ίδρυμα συνολικά να λειτουργεί με επιχειρηματικά κριτήρια και διαδικασίες).

Τρίτον, για την κομμουνιστική πρωτοπορεία, είναι κρίσιμο να συγκροτήσει και να υλοποιήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής που να συνδέει τους αγώνες στο σήμερα με τον κομμουνιστικό ορίζοντα. Οι σχετικές ενότητες της μπροσούρας της νΚΑ συμβάλλουν θετικά στην κατεύθυνση αυτή.

Κλείνοντας, ορισμένες κριτικές επισημάνσεις. Στην ανάγνωση των αλλαγών στο σύγχρονο καπιταλισμό δεν πρέπει να παρασύρεται κανείς από πολυδιαφημισμένες αλλά πολλές φορές κενές περιεχομένου διακηρύξεις του συστήματος. Παραδείγματος χάριν, η 4η βιομηχανική επανάσταση είναι μία παλιά θεωρητική φούσκα. Καμία βιομηχανική επανάσταση δεν συνέβη χωρίς μία συνακόλουθη έκρηξη της παραγωγικότητας* πράγμα που κάθε άλλο συμβαίνει. Επίσης, η συνακόλουθη πεποίθηση περί πλήρους αυτοματοποίησης και εκτόπισης της εργασίας στις υπηρεσίες είναι εξίσου προβληματική. Κατ΄ αρχήν, η αυτοματοποίηση έχει εφαρμοσθεί περισσότερο στις υπηρεσίες. Επιπλέον, δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλισμός χωρίς εργάτες (παρόλο ότι το σύστημα πάντα το ονειρεύεται).

Επιτροπή Πισσαρίδη – ΠΡΙΝ 25-26/7/2020

ΠΡΙΝ 25-26/7/2020

Επιτροπή Πισσαρίδη: Ξαναζεσταμένες συνταγές με κύριο πιάτο τους εργαζόμενους

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Πριν μερικές ημέρες ο συστημικός τύπος πλημμύρισε από διθυραμβικές ανακοινώσεις για την τηλεδιάσκεψη μεταξύ κυβέρνησης και επιτροπής Πισσαρίδη. Η τελευταία συγκροτήθηκε με απόφαση της πρώτης για να εκπονήσει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας μετά από πάνω από δέκα χρόνια βαθειάς κρίσης. Η σύνθεση της είναι η αναμενόμενη: βαθύτατα συντηρητικοί οικονομολόγοι, υποστηρικτές των Μνημονίων και στενά συνδεδεμένοι με επιχειρηματικά κέντρα (π.χ. ΣΕΒ).

Η τηλεδιάσκεψη και τα συνακόλουθα δελτία τύπου καταναλώθηκαν σε αλληλο-συγχαρητήρια ανάμεσα στην κυβέρνηση (που τα όρισε) και τα μέλη της επιτροπής ενώ πολύ λίγα πράγματα επί της ουσίας του ζητήματος (την κατάσταση της οικονομίας) ειπώθηκαν. Μάλιστα, η φαιδρότητα της υπόθεσης και το ότι έγινε απλά και μόνο για προπαγανδιστικούς λόγους φαίνεται από το ότι μέχρι τώρα δεν έχει δοθεί στην δημοσιότητα όχι το πλήρες κείμενο της έκθεσης αλλά ούτε καν η εκτενής περίληψη. Όμως, από τα δημοσιευθέντα σημεία εξάγονται σαφή συμπεράσματα για τον ρόλο της εν λόγω επιτροπής και τις κατευθυντήριες της.

Είναι απόδειξη της φαιδρότητας του ελληνικού καπιταλισμού και του πολιτικού υπηρετικού προσωπικού του το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτή την δεκαετία κρίσης και υποβάθμισης στην διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα (και αφήνοντας στην άκρη τον πόνο και την μιζέρια του λαού που ελάχιστα τους απασχολεί) δεν έχει προβληματισθεί για τα βαθειά διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας – που οι ίδιοι δημιούργησαν και που την οδήγησαν στα σημερινά χάλια. Σε παλιότερες «ηρωικές» εποχές της ελληνικής αστικής τάξης, σε ανάλογες κρισιακές περιόδους είχαν πυροδοτηθεί σημαντικοί προβληματισμοί (π.χ. διαμάχη Βαρβαρέσου – Ζολώτα) σχετικά με τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Φυσικά, πάντα από την σκοπιά του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας.

Αντιθέτως, στην εποχή μας η πρώτη αντίδραση του συστήματος ήταν να ρίξει την ευθύνη στην εργασία (υπερβολικές μισθολογικές αυξήσεις κλπ.). Όταν οι μισθοί καταβαραθρώθηκαν αλλά τα χάλια παρέμειναν οι αστικοί στρουθοκαμηλισμοί συνεχίστηκαν με ακόμη μεγαλύτερη επίθεση στην εργασία (επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, δημιουργία σιδερόφραχτου θεσμικού πλαισίου καταστολής των λαϊκών αντιδράσεων κλπ.). Το δε κεφάλαιο, ο βασικός υπαίτιος του προβλήματος, ενισχύθηκε άμεσα και έμμεσα από όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις. Βέβαια, η καχεκτική κατάσταση της οικονομίας παρέμεινε καθώς το ελληνικό κεφάλαιο έκανε αυτό που διαχρονικά γνωρίζει πολύ καλά: πήρε τις ενισχύσεις και απήλθε στο εξωτερικό.

Η επενδυτική απεργία του ελληνικού κεφαλαίου δεν οφείλεται στο δήθεν αντι-επιχειρηματικό θεσμικό πλαίσιο για το οποίο κλαυθμυρίζουν καπιταλιστές και συστημικά κόμματα. Το ελληνικό κεφάλαιο μια χαρά έκανε χρυσές δουλειές με αυτό το πλαίσιο, που άλλωστε αποτελούσε και μορφή συγκεκαλυμμένου προστατευτισμού έναντι των ξένων ανταγωνιστών του. Αντιθέτως προκύπτει από την γνώση των βαθειών διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας τα οποία είναι δημιούργημα του ίδιου του συστήματος και όχι κάποιας μυθικής «ελληνικής σοβιετίας» (λες και Καραμανλήδες, Παπανδρέου και Μητσοτάκηδες ήταν μέλη κάποιου κομμουνιστικού πολιτμπυρό). Ο μεσαίου επιπέδου ανάπτυξης ελληνικός καπιταλισμός (με αντίστοιχες υπο-ιμπεριαλιστικές δραστηριότητες) ταλανίζεται από τα κλασικά προβλήματα της πτωτικής τάσης της κερδοφορίας. Επιπλέον, ως καπιταλισμός δεύτερης γενεάς σέρνεται πίσω από τους πρωτεύοντες. Στη μεταδικτατορική περίοδο πρόβαλλε τη νέα εξίσου καταστροφική με τις προηγούμενες «Μεγάλη Ιδέα»: την αναβάθμιση του μέσω της ένταξης στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Αυτή οδήγησε στην αποβιομηχάνιση, την απώλεια αυτόνομης οικονομικής πολιτικής και την δημιουργία μιάς οικονομίας υπηρεσιών απόλυτα εξαρτημένης από το εξωτερικό. Πρόκειται για την καταγέλαστη «ισχυρή Ελλάδα» του «καταλληλότερου» Σημίτη που ασμένως ακολούθησαν όλοι οι διάδοχοι του. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2008 και η επακολουθήσασα κρίση της ευρωζώνης (2010) καταρράκωσαν τον καραγκιοζ-μπερντε του ελληνικού καπιταλισμού ακριβώς λόγω αυτών των βαθιών διαρθρωτικών προβλημάτων του.

Και εδώ έρχεται η επιτροπή Πισσαρίδη. Κατ’ αρχήν η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της ανήκει στο προσωπικό που ευθύνεται για προβληματικό παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας. Γι’ αυτό άλλωστε δεν λέγεται και λέξη γι’ αυτό. Αντιθέτως, αναμασώνται προτάσεις-μπαλώματα που δεν αντιμετωπίζουν την καρδιά του προβλήματος. Άλλωστε έχουν προϋπάρξει στην έκθεση McKinley, σε μελέτες του ΣΕΒ και στους βασικούς στόχους του ΕΣΠΑ.

Αναμασάται η στρατηγική κατεύθυνση της μετατροπής της Ελλάδας σε εξαγωγική οικονομία. Ο στόχος αυτός υπάρχει στα τρία Μνημόνια και σήμερα, μετά από δέκα χρόνια και αναρίθμητες θεσμικές και άλλες αλλαγές, παραμένει άπιαστος. Η αποτυχία αυτή οφείλεται στο ότι μία οικονομία υπηρεσιών στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν έχει αυτή την δυνατότητα. Οι ελληνικές εξαγωγές εξαρτώνεται ασφυκτικά από ανάλογες εισαγωγές με αποτέλεσμα το ισοζύγιο να παραμένει στάσιμο. Επίσης, το μισθολογικό κόστος είναι μικρό τμήμα του συνολικού κόστους και γι’ αυτό η καταβαράθρωση των μισθών δεν οδήγησε σε αύξηση εξαγωγών.

Αναμασόνται επίσης τα περί ψηφιοποίησης και περιβαλλοντικών πολιτικών όταν αυτά μικρή επίπτωση έχουν στην αύξηση της παραγωγικότητας. Ιδιαίτερα δε οι τελευταίες έχουν σημαντικά κόστη για την καταρρακωμένη ελληνική οικονομία.

Το κέντρο βάρους των προτάσεων είναι η ενίσχυση του κεφαλαίου. Ξεχωρίζουν η απαίτηση για ολιγοπωλιοποίηση της οικονομίας (λιγότερες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις), περαιτέρω φοροαπαλλαγές (αύξηση αποσβέσεων κλπ.), κίνητρα για να ξαναληστευθούν λαϊκές αποταμιεύσεις στο χρηματιστήριο καθώς και η προνομιακή δικαστική μεταχείριση των επιχειρηματικών υποθέσεων. Επίσης, τα πανεπιστήμια και η εκπαίδευση εν γένει έχουν την τιμητική τους μέσω της απαίτησης για ακόμη μεγαλύτερη πρόσδεση στις απαιτήσεις της αγοράς.

Σαν φύλλο συκής προτείνονται κάποια δήθεν φιλε-εργατικά μέτρα (ενίσχυση άδειας μητρότητας και πατρότητας, μείωση φορολογικής επιβάρυνσης). Όμως αυτά κρύβουν αγκάθια. Εξώφθαλμη περίπτωση η εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στον δεύτερο πυλώνα κοινωνικής ασφάλισης.

Πρακτικά, από τα μέχρι σήμερα γνωστά η επιτροπή Πισσαρίδη είναι απλά μία από τα ίδια. Η μόνη χρήση της είναι για την ενίσχυση των κυβερνητικών και συστημικών παραμυθιών και για την δικαιολόγηση επιπρόσθετων ενισχύσεων στο κεφάλαιο και βαρών στην εργασία.

 

«Η ελληνική οικονομία και η κρίση του κορωναϊού», Στ.Μαυρουδέας – DOCUMENTO 12-7-2020

DOCUMENTO

Κυριακή, 12-7-2020

 

Η ελληνική οικονομία και η κρίση του κορωναϊού

 

Σταύρος Μαυρουδέας

* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Η επιδημία του COVID-19 πυροδοτεί μία βαθειά ύφεση της ελληνικής οικονομίας που θα φθάσει διψήφια ποσοστά το 2020. Συγκριτικά, από την κρίση του 2010 ποτέ η ετήσια ύφεση δεν ξεπέρασε το 10%. Η ύφεση αυτή κυοφορούνταν ήδη, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις όλων των κατά καιρούς κυβερνήσεων. Η ελληνική οικονομία είναι μια αποτυχημένη οικονομία. Από την ένταξή της στην ΕΕ, αποβιομηχανοποιήθηκε και έγινε οικονομία υπηρεσιών, εξαρτώμενη σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό και την εσωτερική ζήτηση. Η παγκόσμια κρίση του 2008 και η επακόλουθη κρίση της ευρωζώνης του 2010 την έπληξαν καίρια.

Τα επιβληθέντα προγράμματα λιτότητας των ΕΕ-ΔΝΤ την εξασθένισαν περαιτέρω, αντί να επιδιορθώσουν τα διαρθρωτικά προβλήματα της. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να γίνει αλλιώς καθώς τα περισσότερα διαρθρωτικά προβλήματα πηγάζουν από την ένταξη στην ΕΕ και φυσικά τα Μνημόνια ήρθαν για να διασφαλίσουν την παραμονή της χώρας στην ευρω-φυλακή. Η σταθεροποίηση που πέτυχαν από το 2015 είχε πήλινα πόδια καθώς η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει προβληματική. Ενδεικτικά, παρά τους διθυράμβους περί ανάπτυξης τόσο της προηγούμενης όσο και της τωρινής κυβέρνησης, το πάγιο κεφάλαιο της ελληνικής οικονομίας μειώνεται συνεχώς για 9 έτη. Έτσι, ήδη από τα τέλη του 2019 φάνηκαν σημάδια επιβράδυνσης.

Η επιδημία του κοραναϊού επιδείνωσε αυτήν την κατάσταση  και πυροδότησε μια σοβαρή κρίση. Άλλωστε τα συνακόλουθα κλεισίματα οικονομικών δραστηριοτήτων πλήττουν ισχυρότερα οικονομίες υπηρεσιών (όπως η ελληνική) συγκριτικά με βιομηχανικές οικονομίες.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν αυτή τη θλιβερή κατάσταση: -16% του ΑΕΠ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2020, δηλαδή χωρίς τον Απρίλιο και τον Μάιο όταν το κλείσιμο δραστηριοτήτων ήταν σε πλήρη ισχύ. Οι προοπτικές είναι εξίσου δυσοίωνες. Η κυβέρνηση μέχρι τώρα μίλαγε για μικρή ύφεση και μόνο εσχάτως, και σαν το χειρότερο σενάριο, μηρυκάζει περί συρρίκνωσης του ΑΕΠ κατά -9,7%. Αυτή είναι καθαρή υποκρισία. Η συρρίκνωση θα είναι πολύ υψηλότερη από το 10%, αλλά η κυβέρνηση προσπαθεί να κάνει μασάζ στους αριθμούς για να αποφύγει τον πολιτικά ζημιογόνο διψήφιο αριθμό.

Εξίσου υποκριτικό είναι το σενάριο μιας γρήγορης ανάκαμψης (σχήματος V στην οικονομική ορολογία) το 2021. Οι οικονομίες υπηρεσιών δεν έχουν την ευελιξία να προβούν σε τέτοιες ανακάμψεις. Πόσο μάλλον εάν έχουν τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής. Συνεπώς, θα χρειαστεί πολύ περισσότερος χρόνος για ανάκαμψη της οικονομίας.

Μπροστά σε αυτή την ζοφερή κατάσταση η ελληνική ολιγαρχία στρουθοκαμηλίζει ως συνήθως. Η κυβέρνηση προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και χώρο βασιζόμενη στην αντιπολιτευτική ανυπαρξία του ΣΥΡΙΖΑ (άλλωστε μοιράζονται την ίδια μνημονιακή οικονομική πολιτική και τις δεσμεύσεις της) και σε ξεροκόμματα από την ΕΕ. Η τελευταία υποχρεώθηκε να χαλαρώσει για εφέτος τους κανόνες λιτότητας και επίσης να φτιάξει ένα πρόγραμμα έκτακτης βοήθειας (που ακόμη η δομή και το μέγεθος του είναι αντικείμενο καυγάδων). Όμως, η βοήθεια αυτή θα είναι μικρότερη της διατυμπανιζόμενης, θα εκταμιευθεί αργά (από το 2021) και θα έχει όρους λιτότητας. Μετά το εφετινό δημοσιονομικό ξεχαρβάλωμα της ΕΕ δεν υπάρχει περίπτωση να μην παρθούν μέτρα για συμμάζεμα των δημοσιονομικών ισοζυγίων. Στην περίπτωση της Ελλάδας το πρόβλημα είναι εντονότερο δεδομένου ότι ο λόγος χρέους/ΑΕΠ θα ξεπεράσει το 200%.

Ταυτόχρονα, το κυβερνητικό πακέτο στήριξης της οικονομίας είναι περιορισμένο και λειτουργεί μόνο επιβραδυντικά. Επίσης αφορά κυρίως το κεφάλαιο ενώ τα μέτρα για την εργασία είναι περιορισμένα. Χαρακτηριστικά, η ανεργία αναμένεται να ξεπεράσει το 22%.

Η κυβέρνηση της ΝΔ – πιστή στην παράδοση όλων των προκατόχων της – προσπαθεί να κρύψει αυτή τη ζοφερή εικόνα από το λαό. Θα αποτύχει όπως οι προκάτοχοι της. Η ελληνική οικονομία και κοινωνία μπαίνει σε μια νέα περίοδο πόνου και κοινωνικής αναταραχής. Για την μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία της χώρας ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος είναι η απεμπλοκή από τα δεσμά των συστημικών κομμάτων, της ελληνικής ολιγαρχίας και των ξένων πατρώνων και η ανοικοδόμηση της χώρας με βάση τις λαϊκές ανάγκες.

 

The Political Economy of Modern Epidemics by S.Mavroudeas – MARXIST STUDIES, YORK UNIVERSITY

Marxist Studies in a Global and Asian Perspective (MSGAP) is a research initiative within the York Centre for Asian Research: https://ycar.apps01.yorku.ca/msgap/

Working Hypotheses for the Political Economy of Modern Epidemics

Working Hypotheses for the Political Economy of Modern Epidemics

By Stavros Mavroudeas

1. During the last 30 to 40 years, capitalism has become more and more prone to epidemics, in contrast to the prevailing belief that the advances in medicine and the creation of universal and developed health systems had put an end to such phenomena. Especially after 1975, we have the appearance of the ‘emerging epidemics’, i.e. dozens of new diseases, mainly due to viruses, with a frequency that has no analogue in history. These new epidemics are mainly zoonoses, i.e. animal viruses transmitted to humans.

2. The general explanation of this phenomenon lies in the Marxist thesis on the ‘metabolic gap’, that is, in the realistic argument that capitalism drastically worsens human-nature relations as it blindly promotes the commodification and exploitation of the latter, ignoring natural limitations and social consequences. This thesis does not imply accepting various outrageous ecological views on the return to nature and de-growth, which ignore the fact that (a) all human socio-economic systems intervene and metabolize nature and also that (b) this metabolism is necessary for ensuring even the basic survival of large sections of the human population. But it does mean that capitalism is uncontrollably expanding this metabolism as its central motive is the profitability of capital, which operates with a blind logic (‘après moi la deluge’: I do not care about the system’s survival so long as I get my profit).

3. But this general explanation does not suffice to explain this increase of epidemics during the last 30 to 40 years and needs to be supplemented with historical conjunctural determinations. We can reasonably identify the following factors. First, the uncontrolled growth of (otherwise necessary) industrial agriculture has led to the use of problematic hygienic methods that, however, enhance capitalist profitability and has already caused significant problems (e.g. salmonella). Secondly, due to the internationalization of capital (the so-called ‘globalization’), increasing competition internationally imposes the dominance of these production methods as they involve lower costs. Third, the uncontrolled growth of the capitalist agro-industrial complex dramatically limits virgin areas and brings humanity into contact with diseases and viruses that were previously restricted there and concerned small indigenous communities. The latter had either acquired relative immunity to them or the epidemics were limited to these communities and did not spread significantly. Fourth, the internationalization of capital with the proliferation of transport and communication routes between remote areas of the world facilitates the rapid transmission of epidemics throughout the world, while in the past was more limited and therefore more controllable. Fifth, the commodification of the use and consumption of exotic species enhances zoonotic diseases.

4. Most of these new epidemics (a) do not have strict class barriers but (b) have class asymmetric effects. They do not have strict class barriers because they are transmitted through consumer goods (in the diet) and social gathering and therefore classical methods of class segregation cannot be easily applied (e.g. ‘letting the plebeians die in their ghettos’). However, they have asymmetric effects as workers are more exposed to infections (e.g. ‘front-line workers’), have more unhealthy working and living conditions (e.g. buying cheaper and worse quality consumer products) and of course inferior health care.

5. The neoconservative capitalist restructuring of the past four decades weakened the public universal health systems as it has privatized (mostly indirectly) parts of them and their functions, reduced their funding and strengthened the private health sector. But the public universal health systems are only who can bear the large costs of treating the whole population during epidemic waves because this task is too expensive and non-profitable to be undertaken by the private health sector. That is why the latter, in the face of such epidemics, withdraws and remains only in ‘fillets» that promise significant profitability (extra profits), e.g. research in treatments, drugs and vaccines.

6. Dealing with any new epidemic—and until therapies and vaccines are found—requires restrictions on social and especially economic activities. These restrictions cause a recession or even a crisis in economic activity. This poses a crucial dilemma for capital: which curve to flatten? Meaning that it oscillates between dealing with the health crisis (which aggravates the economic crisis) or vice versa.

7. At the same time, however, capital treats this situation not only as a risk but also as an opportunity. In this way, it is experimenting more and more intensely with the creation of a ‘new’ economic and social normality that will strengthen its profitability and dominance.

8. At the social level, the ‘new normality’ means the imposition of ‘social distancing’ literally as a new dystopian way of life. However, it has a significant benefit for the capitalist system as it intensifies individualization and acts as a deterrent to collective popular mobilizations. Epidemic outbreaks produce mass social psychologies of anger and fear. The first leads to rebellion against the system that leaves society helpless. The second leads to submissiveness towards state power. For the Left, it is crucial to rely on the former and turn it from a blind emotion to a logical understanding (consciousness) and a program of struggle. At the same time, it must not underestimate the latter as there are objective health risks; but without accepting the dystopia of ‘social distancing’. This contradiction has a class dimension that is also manifested differently in countries with diverse levels of capitalist development. The working classes, under the threat of unemployment and poverty, often choose to return to work (even under the threat of an epidemic) in the face of ‘social distancing’: the dilemma of ‘dying of hunger or the virus?’. In contrast, middle-class strata with relative reserves of wealth and obsessions with the ‘quality of life’ become fanatical supporters of the most extreme forms of restriction of social and economic activities and even admirers of literally fascist control measures. Correspondingly, in developed capitalist economies, these layers are stronger and strongly influence developments. In contrast, in less developed capitalist economies (or in politically backward countries such as the United States), the working and popular strata are pushing for a return to work—as long as they have no political conscience to articulate their demands more fully and direct them against the capitalist system.

9. At the economic level, the ‘new regularity’ means extensive experiments with teleworking. The latter offers advantages but also poses problems for capital. Among the advantages are ability to limit and streamline production costs (particularly regarding wage and non-wage costs). Regarding wage, telework can lead to many categories of employees. Especially in the service sector and less in manufacturing, some jobs can be done through telework at home. Here two possible cases appear. In the first, tele-workers belong to the company but are paid lower wages. In the second, tele-workers may be formally independent and employed under a piecework pay system (a method of remuneration that increases surplus-value extraction). In both cases, there is a reduction in wage costs and savings in fixed capital costs. A consequence of all this experimentation is the rapid rise in unemployment (the augmentation of the reserve army of labour), resulting in further wage compression. The problems concern the ability to exercise managerial control and exert continuous pressure to increase productivity. Tele-work can cause difficulties in both these intertwined fields. In the case of piecework pay, the pressure to increase productivity can be facilitated by demanding higher production. But the downside is that there should be even a small increase in pay. In the case of typically waged tele-work productivity increases benefit more easily capital. But the exercise of managerial control is more difficult; and, thus, continuous productivity increases are more difficult to be achieved. That’s why management experiments extensively with cameras, recording operations, multiple teleconferences etc. However, all these processes of controlling and intensifying work require significant time loss and are also costly.

10. In contrast to these experiments by capital, the labour movement and the Left must demand the use of computer and telecommunications tools in order to reduce working time and increase work-sharing. Thus, instead of increasing, to reduce unemployment. At the same time, the use of these tools can only be helpful if they enhance human cooperation and interaction and, of course, help (instead of purging) human contact and collective processes.

————————————————–

This piece will appear as a commentary in the forthcoming issue of the Greek journal Marxism Textbooks.

Stavros Mavroudeas is Professor of Political Economy in the Department of Social Policy at Panteion University, Greece. (s.mavroudeas@panteion.gr)

 

https://www.researchgate.net/publication/341684298_Marxist_Studies_in_a_Global_and_Asian_Perspective_MSGAP_is_a_research_initiative_within_the_York_Centre_for_Asian_Working_Hypotheses_for_the_Political_Economy_of_Modern_Epidemics

 

Η έκθεση της Κομισιον και μία μπανανία – DOCUMENTO 24-5-2020

DOCUMENTO

24/5/2020

 

Η έκθεση της Κομισιον, ο εικονικός κόσμος του ευρωιερατείου

και μία μπανανία

Σταύρος Μαυρουδέας *

 

Δημοσιεύθηκε η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας της Κομισιόν για την Ελλάδα. Όσον αφορά τις εκτιμήσεις της είναι εκτός τόπου και χρόνου καθώς η σημερινή διπλή (υγειονομική και οικονομική) κρίση έχει αλλάξει δραματικά τα δεδομένα. Χαρακτηριστικά, ανεδαφικές είναι οι προβλέψεις για βασικές παραμέτρους του μνημονιακού Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής (ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας, δημοσιονομικοί δείκτες, βιωσιμότητα χρέους κ.λ.π.) που καθορίζει πάντα την πορεία της χώρας. Το μόνο ενδιαφέρον είναι ότι χαϊδεύει λίγο τις κυβερνητικές προβλέψεις (προ κορωναϊού) για την μεγέθυνση αν και δεν ενστερνίζεται πλήρως την υπερβολική αισιοδοξία τους. Βέβαια, παραγνωρίζει την κάμψη του ρυθμού μεγέθυνσης ήδη πριν την διπλή σημερινή κρίση, θεωρεί ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα ενδυναμώνεται (αν και με αδυναμίες) ενώ είναι γνωστό ότι είναι ένας χάρτινος πύργος και βρίσκει το χρέος βιώσιμο όταν είναι προφανώς ότι δεν μειώθηκε ουσιαστικά. Επιπλέον, στα «ψιλά» της γράμματα κρύβει επώδυνες μνημονιακές ρυθμίσεις που εκκρεμούν (π.χ. κατάργηση προστασίας πρώτης κατοικίας, χειροτεύρευση του ασφαλιστικού συστήματος, διάλυση της ΔΕΗ). Μέσα στις σελίδες τεχνοκρατίζουσας ωραιοποίησης βρίσκει κανείς «διαμάντια» όπως την πρόβλεψη ότι το 2020 και 2021 η μεγέθυνση θα στηριχθεί (εκτός από την κατανάλωση) στις επενδύσεις* όταν ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου παραμένει εδώ και χρόνια ουσιαστικά στάσιμος σε χαμηλά επίπεδα. Συνοπτικά, η έκθεση είναι ένα ακόμη από τα γραφειοκρατικά κείμενα του ευρωιερατείου που έχουν ελάχιστη επιστημονική αξία και κυρίως δείχνουν πολιτικές ισορροπίες και στοχεύσεις.

Η εμφανής ανεδαφικότητα της έκθεσης δεν άφησε μεγάλα περιθώρια ψευδο-μονομαχίας μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, με την πρώτη να επικαλείται τα εύσημα της ΕΕ για χρηστή οικονομική διαχείριση και τον δεύτερο να μηρυκάζει για το πραγματικό ύψος του προγράμματος αντιμετώπισης της διπλής κρίσης. Αυτή η αφασία των δύο βασικών κυβερνητικών ανταγωνιστών απορρέει από το γεγονός ότι ακολουθούν και οι δύο την ίδια οικονομική πολιτική, που υπαγορεύεται από το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής.

Απέναντι στην εικονική πραγματικότητα του ευρωιερατείου και τις σκιαμαχίες των εγχώριων ελίτ η οικονομική πραγματικότητα της χώρας παραμένει τραγική. Δέκα χρόνια μετά την κρίση του 2010, με επώδυνα μνημόνια και εν μέσω μίας νέας κρίσης με σημαντική και απότομη συρρίκνωση της οικονομίας η χώρα παραμένει μια μπανανία, δέσμια των ξένων πατρώνων και της ελληνικής ιεραρχίας. Τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα της (π.χ. η «μονοκαλλιέργεια» του τουρισμού που θα πληρωθεί ακριβά στην τρέχουσα κρίση) όχι μόνο δεν αντιμετωπίσθηκαν αλλά επιδεινώθηκαν. Ο λόγος είναι απλός: είναι δημιουργήματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Για να υπάρξει διέξοδος από αυτό τον φαύλο κύκλο πρέπει να σπάσει αυτό το κλουβί.

 

* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο