Category Archives: Ζητήματα Παιδείας – Education issues

Άρθρα και κείμενα σχετικά κυρίως με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση

Ένα πολύ διαφωτιστικό κείμενο στο Alfavita για την απεργία των διοικητικών υπαλλήλων των ΑΕΙ

Συνήθως το να σχολιάζονται εκ του μακρόθεν (θετικά ή αρνητικά) αγώνες (και οι αγωνίες που αυτοί κουβαλούν για τους συμμετέχοντες) δεν είναι το καλύτερο δυνατό. Εξάλλου σήμερα στην πατρίδα μας έχουμε γεμίσει «μάγους» και τυχοδιώκτες (μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς) που προσφέρουν «αφιλοκερδώς» (sic!) και εκ του ασφαλούς τις υπηρεσίες τους.

Όμως αυτό που γίνεται στα ελληνικά πανεπιστήμια αυτό τον καιρό ξεπερνά ίσως κάθε όριο.

Είναι αηδιαστική η ασφυκτική γκαιμπελική προπαγάνδα – ακόμη και φερόμενων ως αντι-μνημονιακών ΜΜΕ – εναντίον της απεργίας των διοικητικών υπαλλήλων και των άλλων πανεπιστημιακών κινητοποιήσεων κατά της διάλυσης των ΑΕΙ από την άθλια και διαπλεκόμενη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.

Η διαστροφή της πραγματικότητας και η «ρουφιανιά» (όπως εύστοχα την χαρακτηρίζει η λαϊκή γλώσσα) έχει ξεπεράσει κάθε όριο.

Η κυβέρνηση ανδρείκελων τρέμει για την ύπαρξη της και για την απώλια των προνομίων που αποκομίζει όλος αυτός ο εσμός του πολιτικού υπηρετικού προσωπικού της εγχώριας και των ξένων αστικών τάξεων αλλά ταυτόχρονα εξαγριώνεται και θέλει να εξαλείψει υριολεκτικά με κάθε κοινωνικό σκίρτημα που ξεπερνά τον δικό της άθλιο εξανδραποδισμό.

Οι πάτρωνες αυτής της άθλιας κυβέρνσηης είναι η ελληνική αστική τάξη. Φοβισμένη από την υποβάθμιση της από τους ευρωπαίους «εταίρους» της και τις απαιτήσεις τους. Με απίθανους εσωτερικούς καυγάδες και αλητείες, λήσταρχοι διαχρονικά αυτού του τόπου που μπροστά τους ακόμη και οι χειρότεροι εγκληματίες φαντάζουν Αρσακειάδες. Συμπράττει στη Μνημονιακή στρατηγική προσπαθώντας να σώσει το τομάρι της. Που και που σπονσοράρει και λίγο αντι-μνημονιακά σκιρτήματα για να ψευτο-διαπραγματευτεί με τους ξένους πάτρωνες (λες και αυτοί δεν γνωρίζουν το παιχνίδι αυτό πολύ καλά). Αλλά τρέμει όποτε αυτά πάνε να ξεφύγουν από τον έλεγχο και τα όρια που θέλει.

Στην περίπτωση των ΑΕΙ όλα αυτά φαίνονται με τον πιο καθαρό τρόπο. Όταν τα πράγματα ξεφεύγουν τότε ξαφνικά κυβερνητικά και αντι-κυβερνητικά καθεστωτικά κέντρα συνασπίζονται με λύσσα κατά του «εχθρού λαού».

Όχι γιατί οι διοικητικοί των ΑΕΙ έγιναν εξαίφνης επαναστατική πρωτοπορεία. Άνθρωποι με τα κουσούρια και τις αμαρτίες όλων μας είναι. Όμως η αναλγησία των καθεστωτικών πολιτικών έφερε ακόμη και αυτό το σχετικά παραδοσιακά πειθήνιο (σε κυβερνητικές και πανεπιστημιακές εξουσίες) στρώμα στα όρια του.

Ούτε γιατί υπάρχει μία αριστερή δύναμη με στρατηγική και πρόγραμμα πίσω από αυτές τις κινητοποιήσεις. Μακάρι να ήταν αλήθεια, επί της ουσίας, η κυριολεκτικά αλήτικη δήλωση Αρβανιτόπουλου περί «μειοψηφιών ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Αλλά ο τρόμος του συστήματος και η λύσσα και η αλητεία με την οποία ξεσπά οφείλεται στο ότι βλέπει αυτούς που μέχρι πρότινος ήταν πειθήνιοι ακόλουθοι του να εξεγείρονται εναντίον του.

Το κείμενο του Alfavita έχει ιδιαίτερη αξία όχι γιατί κάνεις περισπούδαστες αναλύσεις. Από αυτές άλλωστε, συμπεριλαμβανόμενης και της δικής μου, έχουμε γεμίσει. Αλλά γιατί με απλό και τεκμηριωμένο τρόπο δείχνει όλο το βρώμικο παιχνίδι εκβιασμών, προσπάθειας «διαίρει και βασίλευε» που επιστρατεύει το σάπιο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Επιπλέον γιατί δείχνει τον γκαιμπελικό μηχανισμό παραπληροφόρησης που έχει εδώ και χρόνια στηθεί ειδικά για το ζήτημα των πανεπιστημίων. Ίσως κάποτε αυτά θα πρέπει να ειπωθούν και πιο καθαρά. Πως στήθηκε αυτός ο μηχανισμός με δημιοσιογράφους και ΜΜΕ (κυβερνητικά και αντι-κυβερνητικά) ήδη από την εποχή της προσπάθειας κατάληψης της ΠΟΣΔΕΠ. Τι ρόλο έπαιξαν και παίζουν γνωστοί δημοσιογράφι του «πανεπιστημιακού ρεπορταζ». Τι ρόλο έπαιξαν κάτι μυστήρια Παρατηρητήρια, προγράμματα μελετών (sic!) κλπ. Και φυσικά οι καθ’ ημάς «κίνηση των χιλίων μεταρρυθμιστών πανεπιστημιακών» (κατά κόσμον «χιλιάρχων» του συστήματος που ποτέ δεν ήταν 1000 αλλα οι γκαιμπελίσκοι τους τους βαφτισαν έτσι …).

—————————————————————————————-

Συνιστούν οι προτάσεις Αρβανιτόπουλου αιτία επιστροφής των διοικητικών υπαλλήλων στις θέσεις τους;

Διατυπώνεται η ερώτηση μήπως οι προτάσεις της 23/11/2013 του Υπουργού Παιδείας, κ. Αρβανιτόπουλου προς τον Πρύτανη του ΕΚΠΑ για λύση της κρίσης συνιστούν μια διέξοδο, τέτοια που να επιτρέπει στους διοικητικούς υπαλλήλους του ΕΚΠΑ να επανέλθουν στις θέσεις εργασίας τους.

Υπενθυμίζουμε, εν συντομία, ότι προ τριών περίπου μηνών, με Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των υπουργών παιδείας, Αρβανιτόπουλου, και διοικητικής μεταρρύθμισης, Κυρ. Μητσοτάκη, αποφασίστηκε να τεθούν σε διαθεσιμότητα 1349 διοικητικοί υπάλληλοι από 8 ΑΕΙ της χώρας, με τα 2/3 από αυτούς να ανήκουν στο ΕΚΠΑ και στο ΕΜΠ. Για το ΕΚΠΑ οι συνέπειες εφαρμογής της απόφασης αυτής θα είναι καταστρεπτικές. Έχουν δοθεί αναλυτικά στοιχεία της καταστροφής που επιτελείται, με τεράστιους χώρους να μένουν αφύλακτοι και χωρίς πυρασφάλεια, τις γραμματείες των περισσότερων τμημάτων να μένουν χωρίς υπαλλήλους ή με έναν ή δύο, πλήθος βιβλιοθηκών και αναγνωστηρίων να κλείνουν, εργαστήρια και κρίσιμες πανεπιστημιακές κλινικές να χάνουν το προσωπικό τους, κ.ο.κ. Ουσιαστικά επιχειρείται ένα καίριο χτύπημα διάλυσης ενάντια στα δύο κεντρικά ΑΕΙ της χώρας, χωρίς προηγούμενο  στην υπεραιωνόβια ιστορία τους.

Εδώ δεν θα μπούμε στη συζήτηση της αυθαιρεσίας με την οποία επιλέχτηκαν τα νούμερα των προς διαθεσιμότητα (χαρακτηριστικά, αν εφαρμόζονταν οι ίδιοι δείκτες σε 14 πανεπιστήμια του ευρωπαϊκού νότου, το ποσοστό μείωσης διοικητικού προσωπικού που θα έπρεπε να υποστούν θα ήταν της τάξεως του 67,2% [1]) ούτε στους στόχους της στρατηγική διάλυσης των ΑΕΙ που ακολουθεί ο υπουργός παιδείας, γνωστός υποστηρικτής των ιδιωτικών ΙΕΚ, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από την καταστροφή του Δημόσιου Πανεπιστημίου μέσω της χρεοκοπίας του και της συνακόλουθης επιβολής διδάκτρων και πώλησης μερών του. Κυρίως μας ενδιαφέρει το κομβικό σημείο στο οποίο έχει βρεθεί ο αγώνας των εργαζομένων στα ΕΚΠΑ και ΕΜΠ, και ιδίως στο πρώτο.

Για να παρακολουθήσουμε τη συνέχεια, να θυμίσουμε ότι αντιδρώντας στην ΚΥΑ και ζητώντας την ανάκλησή της, οι διοικητικοί υπάλληλοι του ΕΚΠΑ (όπως και του ΕΜΠ) ξεκίνησαν ένα σοβαρό απεργιακό αγώνα που οδήγησε (στο ΕΚΠΑ) στο μερικό κλείσιμό του. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχαν και τα μέλη ΔΕΠ (στο ΕΜΠ και στη Σχολή Θετικών Επιστημών (ΣΘΕ) του ΕΚΠΑ), καθώς και οι φοιτητικοί σύλλογοι με καταλήψεις. Τις κινητοποιήσεις έδειξαν να κατανοούν σε μεγάλο βαθμό και οι (συνήθως) συντηρητικές σύγκλητοι των δύο ΑΕΙ, οι οποίες επανειλημμένα εξέπεμψαν εκκλήσεις βοήθειας προς το Υπουργείο Παιδείας, υπογραμμίζοντας τα αυτονόητα: ότι τα δύο ιδρύματα δε μπορούν αν λειτουργήσουν στοιχειωδώς μετά από αυτές τις περικοπές προσωπικού. Αλλά ο υπουργός παιδείας μέχρι την προηγούμενη βδομάδα είχε επιλέξει την πολιτική της κώφευσης, θεωρώντας ότι δεν τρέχει τίποτα και οι απολύσεις θα περάσουν, όπως παντού αλλού έχει συμβεί μέχρι τώρα.

Όμως, μετά από 12 εβδομάδες κινητοποιήσεων, ο κ. Αρβανιτόπουλος που εμφανιζόταν οπαδός του δόγματος «δε συζητάμε με απεργούς», αποφάσισε να δει τους πρυτάνεις. Σαν αποτέλεσμα της συνάντησής του με τον πρύτανη του ΕΚΠΑ, κ. Θ. Πελεγρίνη, το προηγούμενο Σάββατο (23/11), είχαμε ορισμένες προφορικές προτάσεις, τις οποίες εκόμισε ο κ. πρύτανης στη Σύγκλητο τη Δευτέρα 25/11. Μετά από αρκετές διαφορετικές εκτιμήσεις, η Σύγκλητος κατέληξε ότι οι προτάσεις είναι θετικές και τις έθεσε υπόψη του Συλλόγου Διοικητικού Προσωπικού στη ΓΣ του στις 26/11. Ο Σύλλογος αποφάσισε να συζητήσει τις προτάσεις με τον υπουργό με ψήφους 239 έναντι 225, θεωρώντας τις ως καλή αφετηρία διαπραγματεύσεων (με την οριακή μειοψηφία να επιμένει στην ανάκληση της ΚΥΑ).

Αντιπροσωπεία από τον Πρύτανη, ένα μέλος ΔΕΠ, το νομικό σύμβουλο του ΕΚΠΑ, την πρόεδρο και το γ. γραμματέα του συλλόγου των διοικητικών είχαν συνάντηση με τον υπουργό στις 27/11. Από την αντιπροσωπεία αποκλείστηκε η «μειοψηφία» καθώς και ιδιαίτερα πληττόμενες κατηγορίες προσωπικού, όπως εκείνοι που δεν απογράφησαν στην παράνομη, κατά τη γνώμη έγκριτων νομικών, διαδικασία που επέλεξε το υπουργείο για να παρακάμψει το πρόβλημα έλλειψης στοιχείων για το ποιους ακριβώς θα έθετε σε διαθεσιμότητα. Η αντιπροσωπεία, χωρίς να αποκομίσει ούτε μία πρόταση γραπτή από τον υπουργό και «δίνοντας» του ουσιαστικά τους μη απογραμμένους (πράγμα που αρνήθηκε κατηγορηματικά να πράξει η αντίστοιχη αντιπροσωπεία του ΕΜΠ), πρότεινε στη ΓΣ των διοικητικών την Πέμπτη, 28/11, να ψηφιστεί η λήξη της απεργίας με …κάλπη. Στη διάρκεια της ΓΣ όμως, η οποία ήταν από τις μαζικότερες του Συλλόγου, και όταν έγινε σαφές ότι δεσμεύσεις πάνω στις προτάσεις δεν υπάρχουν, η ΓΣ αποφάσισε η ψηφοφορία να γίνει πάνω στις νέες διαμορφωμένες προτάσεις και κανονικά, όπως γινόταν πάντα, δι’ ανατάσεως της χειρός. Εκεί, με συντριπτική πλειοψηφία αποφασίστηκε η συνέχιση της απεργίας και να παραμείνει ως αίτημα η ανάκλιση της ΚΥΑ.

Το αποτέλεσμα της ΓΣ παραδέχτηκαν καθαρά με δηλώσεις τους, και η πρόεδρος και ο γ. γραμματέας του Συλλόγου Διοικητικού Προσωπικού, οι οποίοι είχαν υποστηρίξει τις προτάσεις Αρβανιτόπουλου [2]. Όμως, από το απόγευμα της Πέμπτης ξέσπασε ένα αναπάντεχο μπαράζ δηλώσεων που αμφισβητούσαν τη νομιμότητα της ΓΣ και ψευδώς μιλούσαν για κλοπή(!) της κάλπης (υπάρχουν φωτογραφίες που τη δείχνουν να βρίσκεται εκεί κατά την ψηφοφορία δι’ ανατάσεως της χειρός) καθώς και για τάχα «ψηφοφορία δια βοής»!! Το χορό αυτής της φασαρία ξεκίνησε ο κ. Αρβανιτόπουλος, ο οποίος ανακάλυψε πίσω από τη ΓΣ και τις αποφάσεις της πράκτορες του ΣΥΡΙΖΑ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του …χάους (sic!), ακολουθούμενος από την γνωστή χορωδία των γνωστών μνημονιακών ΜΜΕ [3]

Αλλά, ας αφήσουμε τον κ. Αρβανιτόπουλο και τις πριμαντόνες των ΜΜΕ, και ας μπούμε στην ουσία. Την Παρασκευή, ο Δ. Σακκάτος (ο γ. γραμματέας) έκανε τις πρώτες απεργοσπαστικές κινήσεις με νέες δηλώσεις του, ότι τάχα το 40%-50% των υπαλλήλων προσήλθαν στις εργασίες τους (παρά τις αποφάσεις της ΓΣ τους) αλλά εμποδίστηκαν από τους απεργούς [4]. Δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά είναι παντελώς αποκυήματα φαντασίας, διερωτάται κανένας «πού το πάει ο γ. γραμματέας του Συλλόγου;». Είναι σαφές, κατά τη γνώμη μας, ότι επιχειρείται το στήσιμο απεργοσπαστικού μηχανισμού που θα ποντάρει στη φυσική κόπωση καθώς και στο σοβαρό οικονομικό πρόβλημα των απεργών μετά από τρεις μήνες απεργίας. Ενδεχομένως να επιδιώκεται η δημιουργία επεισοδίων που θα δώσουν στην αστυνομία την ευκαιρία να επέμβει. Εκτός από το απονενοημένο τέτοιων διαβημάτων από πλευράς υπουργείου, εκτός από τους σοβαρότατους κινδύνους που εγκυμονούν οι σχεδιασμοί τετοιων προκλήσεων και την αύξηση των πιθανοτήτων μιας ευρύτερης ανάφλεξης, αν προχωρήσουν σε αυτές οι (αν)εγκέφαλοι της ΝΔ, η παράμετρος που ενδιαφέρει εμάς είναι η εξής: Μήπως τελικά η στάση της απεργιακής επιτροπής καθώς και της πλειοψηφίας των απεργών εμφορείται από ιδέες του τύπου «ή όλα ή τίποτα»; Μήπως απορρίπτοντας τις προτάσεις του ΥΠΑΙΘ οδηγείται η σύγκρουση σε αδιέξοδο;

Δε μιλάμε εδώ για την ανάγκη διαπραγμάτευσης με το ΥΠΑΙΘ, την οποία υποστηρίζουμε απολύτως. Μιλάμε για το αν οι συγκεκριμένες προτάσεις του κ. Αρβανιτόπουλου μπορούν να αποτελέσουν βάση επιστροφής στην εργασία (;) για τους διοικητικούς.

Εν συντομία, οι προτάσεις αυτές πρόβλεπαν περιορισμό του αριθμού αυτών που θα τεθούν σε διαθεσιμότητα στους 399 από 498 και τον χωρισμό τους σε 4 ομάδες των 100, με διαφορετική μεταχείριση για την κάθε ομάδα. Με ποια κριτήρια θα γινόταν η τοποθέτηση του καθενός στην αντίστοιχη ομάδα δεν προβλεπόταν. Επίσης προβλεπόταν ότι όσοι αρνήθηκαν να απογραφούν θα ετίθεντο στον πάτο της λίστας με αρνητική μοριοδότηση.

Πριν δούμε κάθε κατηγορία από τις τέσσερις χωριστά, ας απαντήσουμε στο ερώτημα αν ο κ. Πρύτανης του ΕΚΠΑ έπαιξε το παιχνίδι του υπουργείου. Κατά τη γνώμη μας όχι, γι’ αυτό και πάλι έχουν ξεσπάσει με λύσσα εναντίον του το ΥΠΑΙΘ και τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Κατά τη γνώμη μας, κ. Πρύτανης προσπάθησε να αποσπάσει ρυθμίσεις από τον Υπουργό, οι οποίες θα επέτρεπαν να λήξει χωρίς σημαντικές απώλειες η περιπέτεια στην οποία μας έβαλε το υπουργείο. Όμως, έδειξε μεγάλη ευπιστία στο «λόγω τιμής» του κ. Αρβανιτόπουλου, αφού, κατά τη γνώμη μας οι υποσχέσεις του υπουργού κάθε άλλο παρά σοβαρές ήσαν. Γιατί;

(α) Δεν υπήρχε καμία νομική ρύθμιση ή έστω γραπτή δέσμευση που να επιτρέπει την υλοποίησή τους. Ήδη την επομένη ο Κυριάκος Μητσοτάκης »άδειασε» τις ρυθμίσεις Αρβανιτόπουλου επιμένοντας ότι οι προς διαθεσιμότητα υπάλληλοι θα ήσαν 498 και όχι 399, όπως υποσχόταν ο κ. Αρβανιτόπουλος, και μάλιστα είπε ότι η δέσμευση αυτή του κ. Αρβανιτόπουλου προς την Κυβέρνηση έχει δοθεί γραπτώς και ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης έχει δει το γραπτό αυτό. [5]

(β) 100 υπάλληλοι θα απολύονταν, αλλά θα περνούσαν στον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ). Αυτό σημαίνει στο εξής ανασφάλιστη εργασία και ορισμένου χρόνου. Σήμερα είσαι, αύριο δεν είσαι. Ουσιαστικά αυτοί θα ήσαν απολυμένοι που το πανεπιστήμιο θα τους έδινε κάποιο βοήθημα έναντι παροχής έργου. Επίσης, αυτοί θα ήσαν από τους μη απογραφέντες, που σημαίνει ότι θα ήσαν, κατά τεκμήριο, υψηλά ειδικευμένο και αναγκαίο για το ΕΚΠΑ προσωπικό (εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε αρκετούς μη απογραφέντες και η εκτίμηση για την ποιότητα του προσωπικού αυτού είναι από πρώτο χέρι). Ακόμη να προσθέσουμε ότι τα αποθεματικά του ΕΛΚΕ προέρχονται κυρίως από ευρωπαϊκά προγράμματα, των οποίων το πλαίσιο απαγορεύει τη χρήση των ποσοστών που εισπράττει από αυτά ο ΕΛΚΕ για πρόσληψη πανεπιστημιακού προσωπικού, άρα πολύ σύντομα ο ΕΛΚΕ θα επεδίωκε να απαλλαγεί από αυτούς τους υπαλλήλους προκειμένου να μη διακινδυνεύσει τις εισροές από προγράμματα. Και τέλος να επισημάνουμε ότι ορισμένοι συμβασιούχοι προγραμμάτων του ΕΛΚΕ έχουν να πληρωθούν εδώ και έξι μήνες.

(γ) 100 υπάλληλοι θα μεταπηδούσαν στα Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό (ΕΔΙΠ). Αυτό όμως δε μπορεί να γίνει, επειδή οι υπό διαθεσιμότητα που έχουν προσόντα ΕΔΙΠ είναι 25-30. Ή θα έπρεπε να πάρει τεχνικούς εργαστηρίων οι οποίοι ΔΕΝ είναι σε διαθεσιμότητα και να τους περάσει σε διαθεσιμότητα ή τελικά οι 100 θα γινόταν 25-30. Αλλά, το βασικό είναι: Γιατί τόσο καιρό δεν προκηρύσσονται οι θέσεις ΕΔΙΠ, για τις οποίες υπάρχει το νομικό πλαίσιο έτοιμο; Απάντηση: Διότι δεν το επιτρέπει η τρόϊκα (διορισμοί στο Δημόσιο, κ.λπ.). Άρα, γιατί να πιστέψουμε ότι τώρα θα ανοίξουν 100 θέσεις ΕΔΙΠ, και μάλιστα για το ΕΚΠΑ ειδικά;  Προφορικά κάποιος τάσσει τον ουρανό και τη θάλασσα. Αλλά τι αντίκρυσμα έχουν τα λόγια;

(δ) 100 υπάλληλοι θα περνούσαν στην κινητικότητα, που σημαίνει ότι θα έφευγαν οριστικά από το ΕΚΠΑ. Υποσχόταν ότι αυτοί θα περνούσαν σε άλλες θέσεις, εντός Αθηνών και μάλιστα στο ΤΕΙ Αθήνας. Αλλά το ΤΕΙ Αθήνας είχε βρεθεί «υπεράριθμο» στο προηγούμενο κύμα διαθεσιμοτήτων και είχε χάσει το 10% του προσωπικού του. Πώς τώρα θα βρισκόταν με «έλλειψη» προσωπικού; Επίσης, δεν είναι παράλογο να βάζεις σε κινητικότητα βιβλιοθηκονόμους, να κλείνουν βιβλιοθήκες και αναγνωστήρια στο ΕΚΠΑ και μετά να λες ότι σου περισσεύουν, αφού σε όλη την Αττική υπάρχουν κενές μόνο 4 θέσεις βιβλιοθηκονόμων; (το παράδειγμα από διοικητικό-βιβλιοθηκονόμο, που το έφερε στη Σύγκλητο της 25ης/11).

(ε) Τέλος, 100 υπάλληλοι ΘΑ καταλάμβαναν αντίστοιχες οργανικές θέσεις που ΘΑ ανοίγονταν στο ΕΚΠΑ, μετά τη διαμόρφωση του Οργανισμού του. Αυτό μας φαίνεται λίγο σα σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Πώς το ΕΚΠΑ, που βεβαίως είναι και τώρα υποστελεχωμένο, αν και το υπουργείο αποφάσισε με βάση τους έωλους δείκτες του (για τους οποίους ο Σύλλογός της ΣΘΕ έχει παρουσιάσει σχετική μελέτη, βλ. [1]) ότι έχει περίσσια 40% του προσωπικού του, ξαφνικά θα βρεθεί με ανάγκη 100 οργανικών θέσεων επιπλέον; Και πώς θα γίνουν αυτοί οι ΝΕΟΙ διορισμοί, τη στιγμή που υπάρχει δέσμευση ότι για κάθε 20 που φεύγουν από το Δημόσιο θα προσλαμβάνεται 1;  Μήπως η υπόσχεση εδώ είναι σαν το τυρί στη φάκα;

(στ) Στις προτάσεις που μετέφερε ο κ. Πρύτανης υπήρχε η πρόβλεψη ότι η διαφορά του 25% του μισθού εκείνων που θα ετίθεντο σε διαθεσιμότητα θα πληρωνόταν από πόρους του Πανεπιστημίου (ΕΛΚΕ) και από χρήματα που ΘΑ έδινε το υπουργείο. Καταρχήν, η αιφνίδια γεναιοδωρία του υπουργείου μόνο υποψίες μπορεί να προκαλέσει. Αλλά,  ενώ ο κ. Πρύτανης είχε πει ότι η προσφορά χρημάτων ήταν δέσμευση του υπουργού, στη συνέχεια η ανακοίνωση της Συγκλήτου μιλά για «διεκδίκηση χρημάτων από το υπουργείο». Άρα, στην πραγματικότητα, ΔΕΝ υπήρχε οποιαδήποτε δέσμευση του Υπουργείου για προσφορά χρημάτων για πληρωμή υπαλλήλων (λένε, «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλι»).

(ζ) Αλλά ειδικά στην εκταμίευση χρημάτων από το ΕΚΠΑ για την πληρωμή μισθών (100 από ΕΛΚΕ + 398 από ΕΛΚΕ + άλλους πόρους του ΕΚΠΑ(;)), ο Σύλλογος Διδασκόντων της ΣΘΕ του ΕΚΠΑ, του οποίου τις απόψεις απηχούμε, είναι ΚΑΘΕΤΑ αντίθετος. Όχι διότι δεν θέλουμε τους υπαλλήλους, κάθε άλλο. Αλλά διότι θεωρούμε ότι η πολιτική εκείνων που θέλουν να ιδιωτικοποιήσουν το ΕΚΠΑ είναι να το οδηγήσουν στην χρεοκοπία, ώστε να βάλουν χέρι στην περιουσία του και να αρχίσουν το ξεπούλημα (και εδώ θα κληθεί, κατά τη γνώμη μας, να παίξει ρόλο η εταιρία διαχείρισης της περιουσίας του ΕΚΠΑ, την οποία θα αναλάβει το Συμβούλιο Ιδρύματος). Η εκταμίευση μηνιαίως ενός ποσού της τάξης των 300,000 ευρώ, όπως το υπολογίσαμε πρόχειρα, είναι βέβαιο ότι θα χρεοκοπήσει τον ΕΛΚΕ. Από κει και πέρα, η μόνη λύση, εκτός από την εκποίηση της περιουσίας του ΕΚΠΑ, θα είναι ΤΑ ΔΙΔΑΚΤΡΑ. Βλέπουμε δηλαδή ότι το σχέδιο του Αρβανιτόπουλου, ενώ είναι παντελώς έωλο όσο αφορά τις θετικές του ρυθμίσεις, είναι εντελώς καταστροφικό για το Δημόσιο Πανεπιστήμιο όσο αφορά τις συνέπειες που θα επιφέρει.

(η) Η ρύθμιση για τους 172 μη απογραφέντες υπαλλήλους του ΕΚΠΑ, δηλαδή να τεθούν σε διαθεσιμότητα με αρνητική μοριοδότηση, εξασφαλίζει την απόλυσή τους ΧΩΡΙΣ να περάσουν πειθαρχικό. Αποφεύγει έτσι ο κ. υπουργός τον πονοκέφαλο να υποστηρίξει στα Δικαστήρια τη νομιμότητα τόσο της απογραφής όσο και της αναδρομικής θέσπισης διατάξεων τιμωρίας, όταν τόσο η μία όσο και η άλλη έχουν αμφισβητηθεί δημοσίως και έντονα από έγκριτους νομικούς και πετυχαίνει την απόλυση του πλέον συνειδητού τμήματος των υπαλλήλων. Στο ΕΜΠ ο Σύλλογος των υπαλλήλων είναι κάθετος επ’ αυτού: Η απόλυση έστω και ενός μη απογραφέντος αποτελεί αιτία πολέμου (βλ. [6]). Μήπως λοιπόν και ο Σύλλογος του ΕΚΠΑ πρέπει να ακολουθήσει ανάλογη στάση, αντί της στάσης των αρχικών «διαπραγματευτών» στη συνάντηση με τον υπουργό, όπου ουσιαστικά «του έδωσαν» τους μη απογραφέντες;

Συμπερασματικά: Οι προτάσεις Αρβανιτόπουλου μπορούν να συζητούνται, άλλωστε αυτό κάνουμε αυτή τη στιγμή, αλλά με κανένα τρόπο δεν αποτελούν λύση ούτε καν κατεύθυνση λύσης, των προβλημάτων που δημιούργησε η ΚΥΑ. Δίνονται προφορικά, χωρίς πραγματικές ή νομικές δεσμεύσεις. Όταν μιλάμε για «νομικές δεσμεύσεις» αξίζει να υπενθυμίζουμε το προφανές: Οι «προτάσεις» Αρβανιτόπουλου προς το Σύλλογο αντιφάσκουν με την ΚΥΑ. Αλλά η ΚΥΑ είναι το νομικό πλαίσιο που ισχύει αυτή τη στιγμή. Επιστροφή στην εργασία, χωρίς αναστολή της ΚΥΑ, σημαίνει ότι, ενώ από νομική άποψη καμία από τις προτάσεις Αρβανιτόπουλου δεν ισχύει, ο Σύλλογος Διοικητικού Προσωπικού, αντί να κοιτά την υπάρχουσα νομική πραγματικότητα και να βάζει αίτημα αλλαγής της, προτιμά να ονειροφαντασιώνεται μιάν άλλη, μη υπαρκτή νομική πραγματικότητα. Οι συνέπειες τέτοιων στρουθοκαμηλισμών, εάν βεβαίως συμβούν, θα είναι προφανείς και καταστροφικές και για τους υπαλλήλους και για το ΕΚΠΑ.

Οι προτάσεις Αρβανιτόπουλου αποσκοπούν να χωρίσουν το διοικητικό προσωπικό των ΑΕΙ και του ΕΚΠΑ σε κατηγορίες, που η μία θα πολεμά την άλλη. Η αυτονόητη υποχρέωση διόρθωσης των άπειρων λαθών που περιέχουν οι λίστες διαθεσιμότητας, τις οποίες οριστικοποίησε βιαστικά και παράνομα ο υπουργός, ΑΝ ΚΑΙ ΕΦΟΣΟΝ τελικά υλοποιηθούν διαθεσιμότητες, εμπεριέχεται ως «υπόσχεση» στις προτάσεις Αρβανιτόπουλου. Επιδιώκεται έτσι, αντί να παλεύουν για να μην υπάρξουν διαθεσιμότητες, όσοι είδαν το όνομά τους στις λίστες να υποστηρίξουν τις προτάσεις Αρβανιτόπουλου, ώστε να έχουν μία ακόμη ευκαιρία, δεδομένων των λαθών και της μη εγκυρότητας των τωρινών λιστών. Ελπίζει έτσι ο υπουργός να πετύχει το γνωστό «διαίρει και βασίλευε».

Το οποίο βεβαίως επιδιώκει να πετύχει με ταυτόχρονους χωρισμούς των εργαζομένων σε πολλά επίπεδα: Χωρισμός των διοικητικών του ΕΚΠΑ από εκείνους των υπόλοιπων 7 ΑΕΙ. Χωρισμός των διοικητικών του ΕΚΠΑ μεταξύ τους σε εκείνους που απεγράφησαν και σε εκείνους που δεν απεγράφησαν (και συλλογική τιμωρία των τελευταίων). Χωρισμός των εργαζομένων σε εκείνους που ΘΑ προσληφθούν και πάλι σε οργανικές θέσεις και σε εκείνους που θα είναι του κλώτσου και του μπάτσου με συμβάσεις έργου. Χωρισμός των τεχνικών σε εκείνους που θα τεθούν σε διαθεσιμότητα στην επόμενη φάση και σε εκείνους που ΘΑ γίνουν ΕΔΙΠ.

Τελειώνω υπενθυμίζοντας μια εμπειρία που είχε ο Σύλλογος της ΣΘΕ. Πριν 10 χρόνια περίπου το ΔΕΠ είχε κάνει πανελλαδικά μεγάλη απεργία για τα συνταξιοδοτικά. Όταν ο κ. Ευθυμίου, υπουργός παιδείας στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τότε, αποφάσισε να διαπραγματευτεί προσέφερε ένα πακέτο, του οποίου οι μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις (που ήταν οι πιο ουσιαστικές) θα γινόταν αντικείμενο επεξεργασίας μιας κοινής επιτροπής, που οι άξονες στους οποίους θα εκινείτο συμφωνήθηκαν με τον υπουργό. Η απεργία λύθηκε, οι καθηγητές άρχισαν μαθήματα και η ΠΟΣΔΕΠ συγκρότησε τα μέλη της επιτροπής από πλευράς ΔΕΠ και πήγαν στο Υπουργείο. Εκεί τους είπαν: «Επιτροπή; Πότε είπαμε εμείς για επιτροπή;». Και έτσι έληξε τελείως άδοξα το έργο της επιτροπής αυτής.

Με όλα αυτά θέλουμε να πούμε ότι καλώς γίνονται οι όποιες διαπραγματεύσεις με το Υπουργείο. Αλλά, (α) οι διοικητικοί υπάλληλοι θα αυτοκτονήσουν αν δεχτούν τις προτάσεις Αρβανιτόπουλου (που έτσι κι αλλιώς πάσχουν) χωρίς πραγματικές νομικές δεσμεύσεις και (β) Αν επιστρέψουν στην εργασία πριν αποσπαστούν αυτές οι δεσμεύσεις, καμία πρόταση δε θα υλοποιηθεί και απλώς θα επιλέγονται κάθε εβδομάδα μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες διοικητικών υπαλλήλων «προς σφαγήν». Ο πραγματικός δρόμος λύσης του προβλήματος, αν θέλουμε να κρατήσουμε τη σοβαρότητά μας, είναι αυτός που από την πρώτη στιγμή υποστηρίζει ο Σύλλογος: Αναστολή της ΚΥΑ, που έτσι κι αλλιώς αποτελεί μνημείο ετσιθελισμού και διαλύει ΕΚΠΑ και ΕΜΠ. Δημιουργία ικανής τεχνικής επιτροπής με σύνθεση αποδεκτή από όλους, ενδεχομένως και πανεπιστημιακών από το εξωτερικό, η οποία θα εκτιμήσει τςι ανάγκες σε προσωπικό των ΑΕΙ με βάση συγκεκριμένη μελέτη της κατανομής του διοικητικού προσωπικού και των αναγκών σύμφωνα με αντικειμενικούς δείκτες και νόρμες, όπως αυτοί χρησιμοποιούνται διεθνώς σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Αν προκύψει περίσσευμα, να τεθεί σε διαθεσιμότητα. Αν όμως προκύψει έλλειμμα, όπως αποφαίνονται όλες οι εκθέσεις αξιολόγησης που έχουν γίνει μέχρι αυτή τη στιγμή, τότε να σταματήσει κάθε συκοφάντηση των ΑΕΙ και του προσωπικού τους και να δούμε πώς σταδειακά θα φέρουμε τα Ελληνικά ΑΕΙ στα διεθνή στάνταρς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σχετικά βλ. http://www.alfavita.gr/arthron/%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%B7-%C2%AB%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7%C2%BB-%CE%AD%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%AC%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD

[2] Η πρόεδρος, κ. Νάνσυ Μιχοπούλου αναφέρει «Οι συνάδελφοι, όμως, αποφάσισαν να συνεχίσουν την απεργία. Δεν μπορούμε παρά να σεβαστούμε το αποτέλεσμα» (http://www.tovima.gr/vimafm/interviews/article/?aid=543919) ενώ ο γ. γραμματέας, κ. Δ. Σακκάτος, αναφέρει «Η Γενική Συνέλευση αποφάσισε μετά από μία συνεδρία με ένταση, αναλύθηκε όλο το πλαίσιο που είχε θέσει το υπουργείο με βάση την αντιπρόταση της Συγκλήτου, αποφασίστηκε η εισήγηση για τρεις εικοσιτετράωρες απεργίες [ΣΗΜ: δηλ. η αντίθετη πρόταση, που υπερψηφίστηκε]]. Το αίτημα ήταν ότι επί της ουσίας δεν κρίθηκαν επαρκείς οι επεξηγήσεις που έδωσε ο κ. υπουργός  και το τεχνικό κλιμάκιο…» (https://www.youtube.com/watch?v=khGAxBb-La8#t=43).

[3] Τα δελτία των καναλιών, αλλά και οι γνωστές εφημερίδες αφηνίασαν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του «σοβαρού» «Βήματος», του  οποίου το ρεπορτάζ για τις δηλώσεις της προέδρου του Συλλόγου Διοικητικού Προσωπικού, στο οποίο παραπέμψαμε πριν, τιτλοφορείται « Νάνσυ Μιχοπούλου: “Υπάρχει πολιτική υποκίνηση στις απεργίες”», χωρίς να προκύπτει κάτι τέτοιο από κανένα σημείο των δηλώσεων.

[4] Σχετικά βλ. http://www.esos.gr/article/eidisis-tritovathmia-ekpaidefsi/misanoije_ekpa_ypallilioi_theseis. Το esos έχει κατηγορηθεί από τους διοικητικούς ότι αποτελεί δίοδο παραπληροφόρησης του ΥΠΑΙΘ, και εξ όσων προκύπτουν εδώ, η κατηγορία είναι ορθή. Για αναλυτική πληροφόρηση και τις θέσεις της απεργιακής επιτροπής, βλ. https://www.facebook.com/depthetepistuoa/posts/366870186783547.

[5] http://www.real.gr/VideoViewer.aspx?FileType=4&FileName=279487.mp3, από το 5:30 και μετά.

«Μισό λεπτό να το αποσαφηνίσω αυτό. Δεν υπάρχει καμία υπαναχώρηση της κυβέρνησης ως προς τον αριθμό των υπαλλήλων των πανεπιστημίων που θα τεθούν στη διαθεσιμότητα. Ενδεχομένως μέσα από τις αιτήσεις θεραπείας να προκύψουν διορθώσεις στους πίνακες. Δεν αλλάζει όμως ο συνολικός αριθμός, ούτε υπάρχει καμία υπαναχώρηση της κυβέρνησης ως προς τον αριθμό όσων θα τεθούν σε διαθεσιμότητα από τους διοικητικούς υπαλλήλους των πανεπιστημίων θέλω να είμαι απόλυτος και κατηγορηματικός»

Σε ερώτηση της δημοσιογράφου σχετικά με δημοσιεύματα στον τύπο, σύμφωνα με τα οποία ο αριθμός των διαθεσιμοτήτων έχει μειωθεί, ο Μητσοτάκης απάντησε πως εχει δει δηλωση του αρμοδιου υπουργου (Αρβανιτόπουλος) χθες, η οποία διαψεύδει όσαν εχουν γραφτεί στον τυπο και επιβεβαιώνει πως δεν υπαρχει κανενα απολύτως ζήτημα να αλλάξει ο αριθμός των όσων τεθούν στη διαθεσιμότητα από την κατηγορία των διοικητικών υπαλλήλων των πανεπιστημίων.

[6] https://www.facebook.com/depthetepistuoa/posts/366186750185224

Κ.Μ.

Advertisements

Κείμενο υπογραφών για την Υπεράσπιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου

Κείμενο υπογραφών για την Υπεράσπιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου

 ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ  ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Ο νέος νόμος-πλαίσιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση που ετοιμάζει η κυβέρνηση Παπανδρέου όχι μόνο δεν διορθώνει κακώς κείμενα αλλά συνεχίζει και επιτείνει δραματικά υπαρκτές παθογένειες της Ανώτατης Εκπαίδευσης που οι κυβερνήσεις έχουν δημιουργήσει και επιπλέον προσθέτει και καταστροφικές νέες μετατρέποντας το πανεπιστήμιο σε ένα εταιρικό σχήμα. Ιδιαίτερα υπονομεύει τον δημόσιο, κοινοφελή και ακαδημαϊκό χαρακτήρα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, χειροτερεύει δραματικά τις εργασιακές και μισθολογικές σχέσεις για όλες σχεδόν της κατηγορίες της πανεπιστημιακής κοινότητας και υποβαθμίζει τις σπουδές και τα πτυχία των φοιτητών.

Το ακόλουθο κείμενο υπογραφών υποστηρίζει σθεναρά το δημόσιο πανεπιστήμιο προς όφελος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας και της επιστημονικής προόδου.  Όσοι συμφωνούν με τις κατευθύνσεις αυτές θα ήταν χρήσιμο να το προσυπογράψουν.

Η υπογραφή γίνεται ηλεκτρονικά στην διεύθυνση:

http://www.gopetition.com/petitions/support-the-public-university.html

Χρήσιμο είναι οι υπογράφοντες να αναγράφουν τα πανεπιστημιακά στοιχεία τους (θέση, πανεπιστήμιο κλπ.)

 

http://publicuniversitas.wordpress.com/

 

 

———————————————————————————–

ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Με το νομοσχέδιο «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ» το οποίο έχει καταθέσει προς ψήφιση η κυβέρνηση όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται τα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά στην ουσία επιχειρείται η κατάργηση του δημόσιου χαρακτήρα του Πανεπιστήμιου. Οι επιχειρούμενες αλλαγές αποσκοπούν στην κατάλυση της αυτοτέλειας και της δημοκρατικής δομής των οργάνων διοίκησης των Πανεπιστημίων με την εισαγωγή του Συμβουλίου Διοίκησης, την κατάργηση της εκλογής του Πρύτανη από την Πανεπιστημιακή κοινότητα και με τη Σύγκλητο πλέον να αποκτά διακοσμητικό ρόλο.Το προτεινόμενο μοντέλο διοίκησης ενισχύει την αδιαφάνεια στη διοίκηση των Ιδρυμάτων και ταιριάζει περισσότερο σε ανώνυμες εταιρείες και όχι στα Πανεπιστήμια.
Μετά και τις μεγάλες περικοπές στη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, με το νέο νομοσχέδιο διαμορφώνεται το πλαίσιο για τη μεταφορά της Συνταγματικά κατοχυρωμένης υποχρέωσης του κράτους για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας των Πανεπιστημίων στις πλάτες των οικογενειών των φοιτητών.Δημιουργούνται εκπαιδευτικά προγράμματα πολλών ταχυτήτων και υποβαθμίζονται δραματικά οι σπουδές και τα πτυχία με την εισαγωγή 2ετών και 3ετών προγραμμάτων ταχύρρυθμης κατάρτισης διαλύοντας το ενιαίο των επιστημονικών αντικειμένων. Η ουσιαστική κατάργηση των Τμημάτων και των Τομέων οδηγεί ευθέως στη διάλυση των γνωστικών αντικειμένων και την πολτοποίηση των επιστημονικών κλάδων. Ο κατακερματισμός συνάμα των πτυχίων και η αποσύνδεση του πτυχίου από τα επαγγελματικά δικαιώματα θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την καταδίκη των αποφοίτων των Πανεπιστημίων σε ένα διευρυμένο καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και παρατεταμένης ανεργίας.Η διδακτική διαδικασία υποβαθμίζεται με ανάθεση διδακτικού έργου σε «μισθοφόρους εντεταλμένους διδάσκοντες» με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως και από «ιπτάμενους» επισκέπτες καθηγητές της αλλοδαπής, με σκοπό να καλυφθούν τα κενά σε διδάσκοντες, αποτέλεσμα της περικοπής νέων διορισμών μονίμου προσωπικού.Η κατάργηση της βαθμίδας του λέκτορα, πέρα από την εξαφάνιση μιας δυναμικής μερίδας του διδακτικού προσωπικού, παραπέμπει σε εποχές και καταστάσεις του παρελθόντος που είχαν στιγματίσει την πορεία και την πρόοδο του Πανεπιστημίου.Οι διαδικασίες πιστοποίησης ποιότητας με αγοραία και εξωακαδημαϊκά κριτήρια θα οδηγήσουν σε μαρασμό τη βασική έρευνα, η οποία στη χώρα μας σε συντριπτικό ποσοστό διεξάγεται στα Πανεπιστήμια. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες θα εξαλειφθούν ως «μη παραγωγικές».Ο επιχειρηματικός ανταγωνισμός ανάμεσα στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, για την εξασφάλιση ευνοϊκότερης οικονομικής μεταχείρισης (bonus παραγωγικότητας) θα αντικαταστήσει την ευγενική επιστημονική άμιλλα. Συγχρόνως τα προτεινόμενα κριτήρια και οι διαδικασίες για την αναγκαία εκτίμηση του έργου του Πανεπιστημίου και των Πανεπιστημιακών διαστρεβλώνουν την έννοια της αξιολόγησης και εισάγουν κριτήρια της πιο στυγνής εμπορευματοποίησης και ευτελούς χρησιμοθηρίας.

Ταυτόχρονα, καθιερώνεται ένα αντιδημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας του Πανεπιστημίου στον εκπαιδευτικό τομέα σχετικά με τα δικαιώματα των φοιτητών, τον τρόπο αντιπροσώπευσής τους στα όργανα και ουσιαστική ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών προς αυτούς παροχών (σίτιση, στέγαση, συγγράμματα). Το πανεπιστημιακό άσυλο καταργείται.

Όσοι υπογράφουμε το κείμενο αυτό καταδικάζουμε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτό το σχέδιο νόμου.Καλούμε την Πανεπιστημιακή Κοινότητα, την κοινωνία και τις πολιτικές δυνάμεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους για να μη δοθεί η χαριστική βολή στο Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο. Καλούμε την κυβέρνηση να αποσύρει αμέσως το νομοσχέδιο, όλα τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα, διδάσκοντες-φοιτητές-εργαζομένους, συλλόγους πανεπιστημιακών αλλά και κάθε εργαζόμενο, σε κοινό αγώνα στην κατεύθυνση αυτή.Διαμηνύουμε στην Κυβέρνηση πως ακόμα και αν ψηφίσει το νομοσχέδιο πραξικοπηματικά, από το Σεπτέμβρη, θα προχωρήσουμε αγωνιστικά και αταλάντευτα σε πολύμορφες κινητοποιήσεις και ενέργειες για την ανατροπή των καταστροφικών για την Ανώτατη Εκπαίδευση και το μέλλον του τόπου διατάξεών του, έως και την ακύρωσή του στην πράξη.Σε αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο όπου τα πάντα εκποιούνται, είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε για μια Δημόσια και Δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση που θα ανταποκρίνεται στην εξέλιξη των επιστημών και θα υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της παιδείας και της κοινωνίας.

«Μοντέρνοι καιροί»: η έλευση του επιχειρηματικού πανεπιστημίου

«Μοντέρνοι καιροί»: η έλευση του επιχειρηματικού πανεπιστημίου

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στο Δελτίο της ΕΕΚΠ, Απρίλιος 2007

Το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας η πανεπιστημιακή εκπαίδευση έχει βρεθεί στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων που ξεπερνούν τα στενά όρια του χώρου της και έχουν γίνει κεντρικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Οι αντιπαραθέσεις αυτές ξεκινούν με βάση νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης της ΝΔ, που όμως έχουν επί της ουσίας προετοιμασθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, αυτή του ΠΑΣΟΚ. Υποστηρίζεται ότι οι πρωτοβουλίες αυτές προσπαθούν να απαντήσουν στην κρίση του δημόσιου πανεπιστημίου.

Είναι γεγονός ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι σε κρίση. Είναι όμως επίσης γεγονός ότι η κρίση του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου εκπορεύεται, σε μεγάλο βαθμό, από τα δύο κυβερνητικά κόμματα που σήμερα διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους γι’ αυτή. Τα περισσότερα από τα σημερινά κακώς κείμενα του δημόσιου πανεπιστημίου είναι δημιουργήματα των δικών τους κυβερνήσεων. O εξοβελισμός της αφιλοκερδούς επιστημονικής έρευνας (τουλάχιστον σαν πρόταγμα), το ανεξέλεγκτο κυνήγι ιδιωτικών οικονομικών οφελών, τα φτηνά άνευ αρχών παιχνίδια εξουσίας καλλιεργήθηκαν, ευδοκίμησαν και αναπτύχθηκαν με την πολιτική και νομοθετική στήριξη των κυβερνήσεων τους. Βέβαια, δεν είναι απλά οι πολιτικές των δύο κυβερνητικών κομμάτων που οδήγησαν στην κατάσταση αυτή. Αυτές εκφράζουν και μορφοποιούν γενικότερες τάσεις μέσα στον σύγχρονο καπιταλισμό, που – ειρήσθω εν παρόδω – επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν σήμερα το πανεπιστήμιο αλλάζει και από χώρος επιστημονικών δραστηριοτήτων μη-συνδεόμενων (τουλάχιστον άμεσα) με επιχειρηματικά συμφέροντα μετατρέπεται σε «οίκο εμπορίου» με την συνακόλουθη κατάπτωση του ερευνητικού και εκπαιδευτικού του έργο, αυτό απορρέει από συνολικότερες ανάγκες και προβλήματα του σύγχρονου καπιταλισμού.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός εξακολουθεί να κινείται στον απόηχο της δομικής κρίσης του 1973-75 που σήμανε ότι η μέχρι πρότινος αρχιτεκτονική του συστήματος έπαψε πλέον να είναι λειτουργική. Μετά από την κρίση αυτή όλοι οι κρίσιμοι δείκτες του καπιταλιστικού συστήματος πήραν την κατιούσα και – πάρα συγκυριακές ανακάμψεις – δεν έχουν ακόμη επιτύχει την οικοδόμηση μίας νέας «χρυσής εποχής» του συστήματος αντίστοιχης με αυτές του 19ου αι. και του 1950-70. Συνεπώς, ξεκίνησε η επίπονη προσπάθεια αναζήτησης και οικοδόμησης μίας νέας αρχιτεκτονικής. Τα διαδοχικά κύματα των νεοσυντηρητικών αναδιαρθρώσεων των δεκαετιών του ’80 και του ’90 (εκπορευόμενες από νεοφιλελεύθερες αλλά πλέον και σοσιαλφιλελεύθερες λογικές) αποτελούν προσπάθειες οικοδόμησης μιάς νέας αρχιτεκτονικής. Βασικό κοινό στοιχείο τους είναι η ακόμη πιο συστηματική κινητοποίηση όλων των πόρων και των μηχανισμών του συστήματος για την αναστύλωση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Μία πλευρά που έχει ιδιαίτερη σημασία για το πανεπιστήμιο είναι ότι πρέπει να περισταλούν (ή να αποκτήσουν μία παραγωγική διάσταση) μία σειρά μη-παραγωγικές δαπάνες του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να έρθει κοντύτερα στις διαδικασίες της καπιταλιστικής παραγωγής και ταυτόχρονα να μειωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο όλες εκείνες οι εκπαιδευτικές δαπάνες που δεν συμβάλουν σε αυτό. Κατά την γνώμη μας αυτό οδηγεί σε ένα νέο μοντέλο πανεπιστημίου, διαφορετικό από οποιοδήποτε προηγούμενο, το οποίο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο». Το μοντέλο αυτό είναι ήδη κυρίαρχο στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξωνικό κόσμο, που σε μεγάλο βαθμό δίνει τον τόνο των διεθνών εξελίξεων στο τομέα αυτό.

Το κεντρικό θεμέλιο του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου» είναι η άμεση σύνδεση της παραγωγής επιστήμης με την κεφαλαιοκρατική παραγωγική διαδικασία, δηλαδή η άμεση υπαγωγή της επιστήμης στο κεφάλαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η διάσταση του πανεπιστημίου από την κοινωνική παραγωγή, γιατί κάτι τέτοιο θα σηματοδοτούσε την ουσιαστική κατάργηση του πανεπιστημίου. Ως γνωστόν, το πανεπιστήμιο είναι γέννημα της αστικής κοινωνίας και βασίζεται στην αποστασιοποίηση της γνώσης από την παραγωγή. Ταυτόχρονα βέβαια η γνώση και η επιστήμη υπάγονται στο κεφάλαιο. Η υπαγωγή όμως αυτή στα προηγούμενα μοντέλα πανεπιστημίου ήταν έμμεση. Στο «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο» η αποστασιοποίηση πανεπιστημίου και παραγωγής αυτή δεν καταργείται. Όμως, οι ανάγκες και οι επιταγές της καπιταλιστικής παραγωγής και συσσώρευσης έρχονται πλέον πολύ πιο κοντά στο πανεπιστήμιο ενώ πληθαίνουν και ισχυροποιούνται οι μηχανισμοί σύνδεσης.

Η άμεση υπαγωγή της επιστήμης (και του πανεπιστημίου σαν βασικού τόπου συγκρότησης της) στις προτεραιότητες του κεφαλαίου εκφράζεται και στα τρία βασικά πεδία του: την έρευνα, την εκπαίδευση και την διοίκηση. Η έρευνα εμπορευματοποιείται όχι μόνον έμμεσα και σε περιορισμένη έκταση, όπως στο παρελθόν, αλλά πλέον και άμεσα και μάλιστα συστηματικά και σε μεγάλη έκταση. Δηλαδή ενισχύεται ιδιαίτερα η εφαρμοσμένη έρευνα και μάλιστα σε άμεση σύνδεση με ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Η εκπαιδευτική διαδικασία χάνει τον αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα της και συνδέεται πιο στενά με τις άμεσες προτεραιότητες του κεφαλαίου εν γένει αλλά πλέον και επιμέρους ατομικών καπιταλιστών, πράγμα σχεδόν αδιανόητο παλιότερα. Ενδεικτικά, πολλαπλασιάζονται τα προγράμματα σπουδών «ποτ πουρί», που δεν έχουν κάποια συνεκτική επιστημονική βάση αλλά αποτελούν ασταθή συμπιλήματα επιστημονικών πεδίων. Αυτά είναι δημοφιλή στις επιχειρήσεις, τον κρατικό μηχανισμό και κατά συνέπεια στους υποψηφίους φοιτητές αλλά ταυτόχρονα δεν έχουν μεγάλη βιωσιμότητα καθώς σύντομα αντικαθίστανται από νέες «μόδες». Φυσικά οι απόφοιτοι τους μπορεί στην ακμή των προγραμμάτων αυτών να έχουν καλύτερες δυνατότητες επαγγελματικής απασχόλησης αλλά στην πτώση τους αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και φυσικά εμπλέκονται στην ατέρμονη διαδικασία επανακατάρτισης. Τέλος, στην διοικητική λειτουργία των πανεπιστημίων εισάγονται εταιρικά πρότυπα, πράγμα που την εξομοιώνει με αυτή των επιχειρήσεων και φυσικά διαμορφώνει ένα πολύ πιο πρόσφορο περιβάλλον για την διαπλοκή μεταξύ τους.

Οι προωθούμενες νομοθετικές αλλαγές πράγματι προωθούν μία λύση στην κρίση του πανεπιστημίου. Όμως η λύση αυτή δεν υπαγορεύεται από τα συμφέροντα της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας αλλά από αυτά του κόσμου των επιχειρήσεων. Η τυχόν επιτυχία τους θα έχει σαν αποτέλεσμα την ζοφερή κατάσταση των πανεπιστημίων, ιδιαίτερα στον αγγλοσαξωνικό κόσμο, για την οποία ακόμη και υποστηρικτές της πλέον διαμαρτύρονται ότι πήρε ακραίες μορφές.

Ψέματα και αλήθειες σχετικά με την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων και την «αξιολόγηση»

Ψέματα και αλήθειες σχετικά με την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων και την «αξιολόγηση»

Σταύρος  Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 2-11-2008

Η «αξιολόγηση» και η αυτοτέλεια των πανεπιστημίων συνιστούν δύο βασικά επικοινωνιακά κατασκευάσματα που προβάλλονται από κυβερνήσεις και αυτόκλητες συσπειρώσεις πανεπιστημιακών με στόχο να γίνουν αποδεκτές άνευ κριτικής από την ελληνική κοινωνία διαδικασίες που εάν ονομασθούν με το πραγματικό τους όνομα κάθε άλλο παρά αρεστές είναι.

Ο όρος «αξιολόγηση» δεν υπάρχει σε κανένα θεσμικό κείμενο τόσο της ΕΕ όσο και των προτάσεων νόμου της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Αντ’ αυτού υπάρχει ο όρος «διασφάλιση ποιότητας». Είναι χαρακτηριστικά τα σχετικά κείμενα του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Διασφάλιση της Ποιότητας στην Εκπαίδευση (ENQA) που αποτέλεσε και τον σύμβουλο της ΕΕ στην σύνοδο του Μπέργκεν. Τα σχετικά μέτρα δεν μιλούν για την πιο εύηχη ελληνικά «αξιολόγηση» αλλά για «διασφάλιση της ποιότητας» (δηλαδή κάτι σαν ISO) και παραπέμπουν άμεσα σε εμπορικά προϊόντα. Θεωρείται ότι η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να οργανωθεί σαν αγορά όπου υπάρχουν «εταιρικοί συμμέτοχοι» (stakeholders – που υποτίθεται ότι είναι το σύνολο των φορολογούμενων πολιτών), παράγεται ένα εμπορεύσιμο προϊόν (εκπαιδευτικές υπηρεσίες) και πρέπει να διασφαλισθεί η ποιότητα και η τιμή του.

Ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιείται ο πρώτος είναι γιατί ο δεύτερος εγείρει εύλογα ερωτήματα ενώ ο πρώτος εξυπονοεί ότι όποιος διαφωνεί είναι εξ ορισμού αναξιοκράτης. Συγκεκριμένα η προπαγανδιστική χρήση του όρου «αξιολόγηση» βασίζεται σε δύο καταφανή ψεύδη.

Το πρώτο ψεύδος είναι ότι δεν υπάρχουν σήμερα διαδικασίες αξιολόγησης (δηλαδή ορισμού στόχων, διαδικασιών επίτευξης τους και τελικής αποτίμησης τους). Κάθε οργανισμός έχει – σωστούς ή λανθασμένους, επαρκείς είτε ανεπαρκείς – τέτοιους μηχανισμούς αλλιώς δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να επιβιώσει. Φυσικά σε καμία περίπτωση οι διαδικασίες αυτές δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες αλλά πάντα εκφράζουν ταξικά συμφέροντα και συσχετισμούς. Στην ανώτατη εκπαίδευση υπάρχουν τέτοιοι μηχανισμοί τόσο όσον αφορά γενικά τα πανεπιστήμια (για παράδειγμα η μονίμως διαψευδόμενη υπόσχεση για χρηματοδότηση τους στο 5% του ΑΕΠ συνιστά ένα τέτοιο στοιχείο). Επίσης, όσον αφορά τους πανεπιστημιακούς περνούν περισσότερες από ότι συνάδελφοι στο εξωτερικό διαδοχικές διαδικασίες κρίσεις.

Το δεύτερο ψεύδος είναι ότι αυτές οι διαδικασίες αποτίμησης έργου είναι διαβλητές γιατί δεν υπάρχουν εξωτερικοί κριτές. Έχει ενδιαφέρον η υποκρισία αυτού του επιχειρήματος. Tο πρώτο ερώτημα είναι για ποιο λόγο χρειάζεται εξωτερικός διασφαλιστής ποιότητας εφόσον ο κρινόμενος θέτει ο ίδιος τις δυνατότητες, τους στόχους και τις διαδικασίες (σύμφωνα με τις αρχές διασφάλισης ποιότητας); Αν ο θέτων τους στόχους το πράττει εντίμως τότε γιατί δεν μπορεί να το κρίνει και ο ίδιος; Αν ο λόγος είναι το γραφειοκρατικό κόστος, αυτό έχει αποδειχθεί – ιδιαίτερα στην αγγλοσαξωνική διαδικασία – ότι είναι μεγαλύτερο. Αν ο λόγος είναι ότι οι εξωτερικοί αξιολογητές είναι πιο ειδικοί και καλύτεροι, πρόκειται για προφανές ψεύδος. Έχουν ήδη δημιουργηθεί ιδιωτικές ενώσεις (ενώ στις ΗΠΑ είναι κανονικές εταιρείες) που λειτουργούν ως διασφαλιστές ποιότητας της εκπαίδευσης. Πρόκειται για κριτές «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» που κάθε άλλο παρά ειδικοί επί της ουσίας είναι. Αν ο λόγος είναι η ύπαρξη ομάδων συμφερόντων, ο φαβοριτισμός και οι πελατειακές σχέσεις μέσα στο πανεπιστήμιο, αυτά κάλλιστα μπορεί να υπάρξουν και με εξωτερικούς κριτές. Αν κάτι θα αλλάξει είναι ότι τέτοιες δυνατότητες θα έχουν μόνο ισχυρά πανεπιστημιακά, κρατικά και κοινωνικο-οικονομικά κέντρα και όχι η οποιαδήποτε πανεπιστημιακή φατρία. Η διαπλοκή και ο φαβοριτισμός θα υπάρχει σε πολύ ψηλότερα επίπεδα, για πιο κρίσιμες περιπτώσεις και ταυτόχρονα θα είναι περισσότερο αδιαφανή (και άρα θα επισύρουν πιο δύσκολα την δημόσια κατακραυγή). Ταυτόχρονα, τα κυρίαρχα συμφέροντα για να επιβληθούν δεν θα χρειάζεται να διαμεσολαβούνται από ενδιάμεσα συμφέροντα πανεπιστημιακών φατριών αλλά θα επιβάλλονται με μικρότερο κόστος (λόγω της περιστολής της διαμεσολάβησης), πιο απρόσωπα και γι’ αυτό πιο λειτουργικά. Αν ο λόγος είναι ότι δεν μπορούν κριτές και κρινόμενοι να είναι οι ίδιοι τότε αυτό είναι το λιγότερο ασυνεπές και σίγουρα υποκριτικό. Είναι χαρακτηριστικό του αδιεξόδου αυτής της λογικής το εξής: αν πάντα χρειάζεται ένας εξωτερικός κριτής τότε ποιος θα κρίνει τους κριτές; Μπροστά σε αυτό το λογικό αδιέξοδο η ENQA καταλήγει στο εξής υποκριτικό σόφισμα: περιοδικά η μία ένωση διασφαλιστών ποιότητας θα κρίνει τις άλλες. Φυσικά εδώ η απαίτηση περί εξωτερικότητας δολίως εξαφανίζεται.

Η επιβολή του μηχανισμού της διασφάλισης ποιότητας θα έχει μία σειρά αντιδραστικές συνέπειες.

Πρώτον, παρά τις διαψεύσεις – και όπως δείχνει η εμπειρία του αγγλοσαξωνικού συστήματος – αργά ή γρήγορα ο μηχανισμός αυτός θα συνδεθεί με ένα σύστημα ποινών και επιβράβευσης (μέσω της κρατικής χρηματοδότησης). Αυτό θα οδηγήσει σε μία αριστοκρατική ιεράρχηση μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων – όπως άλλωστε η συζήτηση περί «κέντρων αριστείας» υποδηλώνει. Πρακτικά θα επικρατήσει η εξαιρετικά αντιδραστική λογική «οι καλοί να γίνουν καλύτεροι και οι κακοί χειρότεροι» καθώς θα επιβραβεύει αυτούς που πάνε καλά και θα τιμωρεί αυτούς που αποτυγχάνουν με αποτέλεσμα οι τελευταίοι – αν δεν μπορέσουν να περάσουν ένα κατώφλι – ουσιαστικά να οπισθοδρομούν ακόμη περισσότερο.

Δεύτερον, θα δημιουργήσει συνθήκες «επιστημονικού μακαρθισμού» καθώς γνωστικά αντικείμενα και επιστημονικές προσεγγίσεις που είναι μη-χρήσιμα ή κριτικά προς το σύστημα θα εξοβελισθούν συστηματικά στις παρυφές ή και εκτός πανεπιστημίου. Στον χώρο της Οικονομικής Θεωρίας η επιβολή διάφορων λιστών «έγκριτων περιοδικών» – υποτίθεται με κριτήριο ποια διαβάζονται ή αναφέρονται πιο πολύ – είναι γνωστό ότι οδηγεί στον εξοβελισμό όχι μόνο της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας αλλά και ακόμη Κεϋνσιανών, Θεσμιστικών και άλλων προσεγγίσεων καθώς επίσης και στην περιθωριοποίηση ολόκληρων γνωστικών αντικειμένων (π.χ. Ιστορία Οικονομικής Σκέψης).

Τρίτον, προοπτικά θα ανοίξει ο δρόμος για τον κατακερματισμό του σώματος των μελών ΔΕΠ και την δημιουργία πολλών διαφορετικών κατηγοριών πανεπιστημιακών. Κάθε μία από αυτές θα έχει διαφορετικό μισθολόγιο και διαφορετικές διοικητικές αρμοδιότητες και δυνατότητες εξέλιξης. Φυσικά αυτό θα υπονομεύσει κάθε δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης.

Το δεύτερο επικοινωνιακό κατασκεύασμα περί αυτοτέλειας των πανεπιστημίων λειτουργεί συμπληρωματικά στο πρώτο. Κατ’ αρχήν είναι περίεργο τι μεγαλύτερη ανεξαρτησία από το κράτος επιζητούν οι διάφοροι θιασώτες του με τις προτάσεις να γίνουν ΝΠΙΔ; Τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι επαρκώς ανεξάρτητα από τον κεντρικό έλεγχο και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που διάφορες ομάδες εξουσίας – γύρω από πρυτανείες – επιδίδονται σε αδιανόητες αυθαιρεσίες και παρανομίες κυριολεκτικά θεωρώντας ότι είναι ανεξέλεγκτες. Εάν η μεγαλύτερη ανεξαρτησία είναι η αποδέσμευση των οικονομικών δραστηριοτήτων τους από τους δημόσιους ελεγκτικούς μηχανισμούς (όπως συχνά γράφεται στο τύπο και όπως συμβαίνει με τις Επιτροπές Ερευνών και τις Εταιρείες Διαχείρισης της περιουσίας των πανεπιστημίων) αυτό κάθε άλλο παρά ως κοινωφελές μπορεί να προβληθεί. Αντίθετα, είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι οι θεσμοί αυτοί ΄χουν εξελιχθεί σε κυριολεκτικά διαφθορεία και εστίες σκανδάλων ενώ καμία ουσιαστική σχέση δεν έχουν ούτε με την διδασκαλία ούτε με την ανιδιοτελή επιστημονική έρευνα. Υπάρχουν όμως ισχυρά ιδιοτελή ενδοπανεπιστημιακά συμφέροντα που ζητούν αυτή την αυτοτέλεια. Πρόκειται για αυτές τις μερίδες πανεπιστημιακών – που έχουν διογκωθεί τα τελευταία χρόνια – που λειτουργούν σαν μάνατζερς των πανεπιστημίων αναπτύσσοντας (υπό τον δημόσιο μανδύα) επιχειρηματικές δραστηριότητες και προσποριζόμενοι, έμμεσα ή άμεσα, σημαντικά οικονομικά οφέλη.

Πίσω από τα ψευδεπίγραφα επιχειρήματα περί «αξιολόγησης» και αυτοτέλειας κρύβεται ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο του συστήματος: εφόσον η ανώτατη εκπαίδευση δεν μπορεί να γίνει άμεσα μία καθαρόαιμη αγορά (με πανεπιστήμια-επιχειρήσεις και φοιτητές-καταναλωτές) τότε πρέπει, μεσοπρόθεσμα, να λειτουργήσει ως «οιωνεί αγορά», δηλαδή να δημιουργηθεί ένας γραφειοκρατικός οργανισμός που να προσομοιώνει την λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς και να επιβάλλει τις αντίστοιχες κατευθύνσεις στα πανεπιστήμια. Ο μηχανισμός αυτός είναι οι διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας. Ταυτόχρονα, τα πανεπιστήμια – ακόμη και με δημόσιο χαρακτήρα – πρέπει να λειτουργούν σαν αυτοτελείς «επιχειρηματικές μονάδες», ανεξάρτητες από κάποιο κεντρικό έλεγχο και σχεδιασμό και σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Δηλαδή, με την αυτοτέλεια τα πανεπιστήμια ωθούνται να λειτουργούν σαν εκπαιδευτικές και ερευνητικές επιχειρήσεις και μέσω της διασφάλισης ποιότητας δημιουργείται μία καρικατούρα αγοράς εκπαίδευσης και έρευνας. Φυσικά το επόμενο βήμα είναι η πλήρης και ανοιχτή ιδιωτικοποίηση και επιχειρηματικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης με την πλήρη αυτονόμηση-ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων και την επιβολή διδάκτρων ως μηχανισμού αξιολόγησης κάθε πανεπιστημίου από τους υποψήφιους φοιτητές-«καταναλωτές» του.

Είναι φανερό ότι τόσο από την «αξιολόγηση» όσο και από την αυτοτέλεια δεν προωθείται κάποια υποτιθέμενη δημόσια και κοινή ωφέλεια, πολύ δε περισσότερο δεν ωφελείται η μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Αυτοί που ωφελούνται είναι τα διάφορα επιχειρηματικά συμφέροντα και το σύστημα τους συνολικά. Γι’ αυτό άλλωστε όλη η σχετική εκστρατεία παραπληροφόρησης οργανώνεται με τέτοια συστηματικότητα και δολιότητα από όλα τα επικοινωνιακά κέντρα τους.