Category Archives: Πολιτικές παρεμβάσεις – Political interventions

Η επικαιρότητα και τα προβλήματα του μαρξισμού – Σταύρος Δ. Μαυρουδέας, Τετράδια Μαρξισμού νο.5

Το κείμενο του άρθρου μου στο 5ο τεύχος των ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ με θέμα «Η επικαιρότητα και τα προβλήματα του Μαρξισμού» μπορεί να διαβαστεί στους παρακάτω συνδέσμους:

https://www.scribd.com/document/366206587/%CE%97-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-150-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-%CE%9D%CE%BF5

https://www.researchgate.net/publication/321485392_E_epikairoteta_kai_ta_problemata_tou_Marxismou_150_chronia_meta_ten_ekdose_tou_Kephalaiou_51_theseis_gia_ton_Marxismo_semera_Tetradia_Marxismou_no5_Cheimonas_2017

 

https://www.academia.edu/35326427/%CE%91%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1_150_%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF_-_%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CE%BD%CE%BF5.docx

 

Τετράδια Μαρξισμού νο.5

 

Η επικαιρότητα και τα προβλήματα του Μαρξισμού
150 χρόνια μετά την έκδοση του «Κεφαλαίου»
5+1 θέσεις για τον Μαρξισμό σήμερα

 Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

Περίληψη

Το κείμενο επισημαίνει τα βασικά και θεμελιακά στοιχεία της Μαρξιστικής ανάλυσης που εξακολουθούν να την κάνουν επίκαιρη σήμερα τόσο επιστημονικά όσο και πολιτικά. Ταυτόχρονα εξετάζει μία σειρά προβλήματα και προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο Μαρξισμός σήμερα.

 

Η επέτειος των εκατό πενήντα ετών από την πρώτη έκδοση του «Κεφαλαίου», του βασικότερου έργου του Κ. Μαρξ, αποτελεί πρόσκληση για τους Μαρξιστές και τους αγωνιστές της Κομμουνιστικής Αριστεράς στο να αναστοχαστούν για την σημερινή κατάσταση της θεωρίας επάνω στην οποία βασίζεται το ρεύμα τους. Οι παρακάτω θέσεις ευελπιστούν να συμβάλουν στην συζήτηση αυτή.

  1. Ο Μαρξισμός διατηρεί πάντα τον ρόλο του ως της βασικής κοσμοθεωρίας που θεμελιώνει και υποστηρίζει το αίτημα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και την δημιουργία μιας δίκαιης και ταυτόχρονα αποτελεσματικής κοινωνίας. Κανένα άλλο ρεύμα που διεκδίκησε τον ρόλο αυτό δεν έχει μπορέσει να τον υποκαταστήσει.

Βασικά προτερήματα του ρεύματος του Επιστημονικού Σοσιαλισμού είναι ακριβώς η σύζευξη πολιτικής δράσης και επιστημονικής ανάλυσης. Μακριά από την βουλησιαρχία και τον ουτοπισμό, σηματοδοτεί την απαίτηση γείωσης της επαναστατικής και απελευθερωτικής δράσης των κομμουνιστών στην ρεαλιστική ανάλυση της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας. Η αντίληψη αυτή διατηρεί πάντα την ζωτικότητα της καθώς αφενός δεν στενεύει σε ένα στείρο επιστημονισμό (που επαγγέλλεται μία υπερταξική αντικειμενικότητα) αλλά και αφετέρου δεν ξεπέφτει σε ένα βουλησιαρχικό (και εν τέλει ιδεαλιστικό) υποκειμενισμό. Αντίθετα, μπορεί να συνδυάσει τα ρεαλιστικά στοιχεία της επιστημονικής ανάλυσης με την ταξική σκοπιά του κόσμου της εργασίας. Αυτή η σύζευξη ταξικής σκοπιάς και επιστημονικής αναλυτικής δυνατότητας εφοδιάζει τον Μαρξισμό με εργαλεία που κανένα άλλο αντι-καπιταλιστικό ρεύμα δεν διαθέτει.

 

  1. Θεμελιακά στοιχεία, μεταξύ άλλων, αυτής της παραμένουσας επικαιρότητας του Μαρξισμού είναι η υλιστική διαλεκτική μεθοδολογία του, η σχέση θεωρίας και πράξης, η σύνδεση οικονομικού και πολιτικού (με πρωτεύοντα ρόλο στο πρώτο), η οικονομική και ταξική ανάλυση του και, πρώτα απ’ όλα, η έμφαση του στον πρωτεύοντα απελευθερωτικό ρόλο του κόσμου της εργασίας.

Χαρακτηριστικά, το «Κεφάλαιο» δίνει το γενικό πλαίσιο επιστημονικής ανάλυσης της καπιταλιστικής οικονομίας που είναι αναγκαία για την συγκρότηση του πολιτικού και ταξικού ρεύματος της απελευθέρωσης της εργασίας από την εκμετάλλευση. Ο ρόλος του αυτός βασίζεται στην εύστοχη θέση των κλασσικών του Μαρξισμού ήταν ότι αυτή η οικονομική λειτουργία αποτελεί την βάση πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η πολιτική και κοινωνική υπερ-κατασκευή του καπιταλισμού. Σε αντίθεση με τον μετα-μοντερνισμό, τον μετα-μαρξισμό καθώς και τους σύγχρονους διαστρεβλωτές της σκέψης του Α. Γκράμσι, αυτή η διαλεκτική σχέση βάσης και εποικοδομήματος διατηρεί πάντα την ενάργεια της και την αναλυτική της υπεροχή.

Αντίστοιχα, η μεθοδολογία του Διαλεκτικού Υλισμού (που προχωρά από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο μέσω διαδοχικών ενδιάμεσων επιπέδων ανάλυσης) διατηρεί πάντα την αναλυτική της υπεροχή τόσο έναντι τόσο των «ξύλινων» αφαιρέσεων της Ρικαρδιανής Κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας όσο και του εμπειρισμού των αστικών Οικονομικών. Αυτή η αναλυτική πληρότητα και η δομημένη σύνθεση γενικής ανάλυσης και συγκεκριμένης εμπειρικής μελέτης κάνει την Μαρξιστική προσέγγιση ισχυρότερη και στο εμπειρικό πεδίο έναντι των εμπειριστικά προσανατολισμένων αστικών θεωριών (με τις πολλαπλές και εξόφθαλμες προβλεπτικές αποτυχίες τους).

Το βασικότερο όμως στοιχείο, που απορρέει από όλους τους πόρους της Μαρξιστικής ανάλυσης, είναι το τέλος του ιστορικού ρόλου του καπιταλισμού και η ανάγκη ανατροπής του και οικοδόμησης της κοινωνίας της απελευθερωμένης από την εκμετάλλευση εργασίας. Με αυτή την έννοια, το «Κεφάλαιο» αποτελεί το άρρηκτο συμπλήρωμα του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος», δηλαδή της αυτοτελούς οργάνωσης των κομμουνιστών για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η θεώρηση αυτή συνδέει άρρηκτα την πάλη για τα άμεσα προβλήματα του κόσμου της εργασίας με τον στρατηγικό στόχο της σοσιαλιστικής μετάβασης μέσα από την ενότητα της κομμουνιστικής στρατηγικής και τακτικής και όπως αυτή οφείλει να αποτυπώνεται στο κομμουνιστικό πρόγραμμα. Η θεώρηση αυτή απαιτεί πάντα η στρατηγική να είναι στο τιμόνι αλλά ταυτόχρονα δεν υποτιμά ούτε εξοβελίζει τον ρόλο της τακτικής. Η αντίληψη αυτή βοήθησε τον Μαρξισμό να αποφύγει τα σφάλματα άλλων ρευμάτων που είτε κατέληξαν σε έναν ατελέσφερο και αυθορμητιστικό εξεγερτισμό είτε στην ενσωμάτωση των μικρών διεκδικήσεων στο σήμερα που δεν εντάσσονται σε ένα στρατηγικό ορίζοντα (είτε, πολλές φορές, στις παλινωδίες μεταξύ αυτών των δύο αδόκιμων στάσεων).

 

  1. Ο Μαρξισμός αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο με αυστηρές θεμελιακές ορίζουσες. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν πολλοί «μαρξισμοί» (πόσο μάλλον επαναστατικοί και μη-επαναστατικοί μαρξισμοί). Θεμελιακή ορίζουσα του Μαρξισμού είναι η επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Με αυτή την έννοια είναι αντίφαση εν τοις όροις η επίκληση «μαρξιστικών» θεωριών που ευαγγελίζονται την επιδιόρθωση ή/και την υποστήριξη του καπιταλισμού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μέσα από το έδαφος του Μαρξισμού δεν έχουν εμφανισθεί ή δεν μπορεί να εμφανισθούν ρεύματα που εν τέλει να παρεκκλίνουν και να αποστοιχίζονται από αυτόν. Άλλωστε ήδη προαναφέρθηκαν ορισμένες. Τέτοιες παρεκκλίσεις εμφανίζονται μέσα σε κάθε μεγάλο κοσμοθεωρητικό και ταυτόχρονα ταξικό και πολιτικό ρεύμα. Κάθε τέτοιο εγχείρημα έχει δυναμικό χαρακτήρα δηλαδή διαμορφώνει αλλά και διαμορφώνεται από την ταξική πάλη. Ταυτόχρονα όμως δεν αποτελεί ένα χυλό που οτιδήποτε μπορεί να συμβεί στο εσωτερικό του. Επομένως, μέσα από τις αντιφάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας μπορεί να εμφανισθούν ρεύματα (ακόμη και κατά καιρούς πλειοψηφικά) που εν τέλει να αποσχίζονται από τον Μαρξισμό. Η ύπαρξη τους δεν έχει μπορέσει να ακυρώσει τις καταστατικές αρχές του τελευταίου και να τον συμπαρασύρει μαζί τους. Αντίθετα έχει οδηγήσει στην αποβολή τους από τις τάξεις του. Αυτή η ικανότητα αποκάθαρσης αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία της διατήρησης του Μαρξισμού σαν του κυρίαρχου απελευθερωτικού ρεύματος. Βάση αυτής της ικανότητας αποκάθαρσης αποτελεί η σύνδεση του με τον κόσμο της εργασίας (έστω και σαν μόνιμη απαίτηση ακόμη και όταν δεν υπάρχει στην πράξη) και η αταλάντευτη θέση του στην πάλη των τάξεων σαν αντίπαλου της αστικής τάξης αλλά και η ίδια η θεωρητική αρχιτεκτονική του.

 

  1. Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία διέσωσαν το Μαρξισμό ακόμη και μετά τις από μεγάλες ήττες του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος και αποστασίες σημαντικών ρευμάτων του.

Είναι γεγονός ότι, από την σύσταση του, ο Μαρξισμός πέρασε από πολλά κύματα και κακοποιήθηκε από εχθρούς και «φίλους». Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς, καθώς η στενή του σύνδεση με την ταξική πάλη και τις διακυμάνσεις της τον επηρεάζει άμεσα. Σε κάθε περίπτωση όμως κατόρθωσε να ξανασταθεί στα πόδια του και να ξανασηκώσει το σοσιαλιστικό λάβαρο.

Ενδεικτικά, ο Μαρξισμός είχε την εσωτερική δύναμη για να υπερβεί την σοσιαλδημοκρατική αποστέωση του Κάουτσκυ και της Β΄ Διεθνούς. Μπόρεσε επίσης να ξεπεράσει την εξάντληση και την εσωτερική κατάρρευση της Σοβιετικής παράδοσης από τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Μάλιστα μετά από κάθε μία από τις προηγούμενες ιστορικές καμπές επέδειξε ισάριθμες λαμπρή ανάκαμψη τόσο πολιτικά όσο και θεωρητικά. Στην πρώτη περίπτωση με την Οκτωβριανή Επανάσταση και τα συνακόλουθα επαναστατικά σκιρτήματα παγκόσμια. Στην δεύτερη περίπτωση με την αντιφασιστική πάλη και την μεταπολεμική επαναστατική άνθηση τόσο στη Δύση όσο και ιδιαίτερα στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Στην πιο πρόσφατη περίοδο, από την δεκαετία του 1980 και μετά, ξεπέρασε τα «μολυβένια χρόνια» που ακολούθησαν τις ήττες του εργατικού κινήματος στη Δύση και την κατάρρευση των πρώτων σοσιαλιστικών εγχειρημάτων στην Ανατολή. Σ’ αυτή την περίοδο ο τότε θριαμβεύων νεοσυντηρητισμός είχε την ιδεοληπτική απρονοησία να εξαγγείλει ακόμη και τον τελεσίδικο θάνατο του Μαρξισμού, συμβοηθούμενος από το γεγονός ότι η πάλαι ποτέ Σοβιετική γραφειοκρατία είχε ήδη από πριν εγκαταλείψει τον Μαρξισμό αλλά και μεγάλα τμήματα της Δυτικής Αριστεράς, εμπρός στις ήττες του εργατικού κινήματος, νέρωσαν το κρασί τους στρεφόμενα στο μετα-μοντερνισμό και στις ετερόδοξες αστικές προσεγγίσεις. Παρόλη αυτή την δίσεκτη συγκυρία ο Μαρξισμός κατόρθωσε, ακόμη και με ένα συρρικνωμένο ρεύμα συγκροτημένης στήριξης, να κεντρίζει το ενδιαφέρον των πιο ανήσυχων τμημάτων της κοινωνίας. Γι’ αυτό άλλωστε και τα αμφισβητισιακά ξεσπάσματα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την κρίση του 2007-8 (την πρώτη μεγάλη παγκόσμια κρίση του καπιταλιστικού συστήματος στον 21ο αιώνα) αναζητούν κυρίως στο Μαρξισμό τις αναλύσεις και την έμπνευση τους.

Σε κάθε περίπτωση αυτή την αντοχή του Μαρξισμού βοήθησε τόσο η διαρκής επιστροφή των μεγάλων κρίσεων του καπιταλισμού (με πιο πρόσφατη αυτή του 2007-8) για τις οποίες ο Μαρξισμός συστηματικά μιλά και που γι’ αυτό άλλωστε έχει λοιδορηθεί τόσο από εχθρούς όσο και από άσπονδους «φίλους». Επίσης, γιατί κάθε μεγάλη κρίση φέρνει στο επίκεντρο το ζήτημα της εργασίας και του κόσμου της, για τα οποία ο Μαρξισμός παραμένει το μόνο ρεύμα που μπορεί να μιλήσει σε αναλυτικό βάθος και πολιτική επάρκεια.

 

  1. Όμως όλα τα προαναφερθέντα δεν συνεπάγονται ότι ο Μαρξισμός είναι σε εύρωστη κατάσταση σήμερα. Μπορεί να έχει κατορθώσει να επιβιώσει καταστροφών που θα είχαν διαλύσει άλλα ρεύματα, αλλά παρόλα αυτά σήμερα του λείπουν σημαντικά στοιχεία που απαιτούνται για να τροφοδοτήσει ένα νέο επαναστατικό κύμα στον 21ο αιώνα.

Σε διάφορες ιστορικές περιόδους συγκεκριμένα επαναστατικά ρεύματα και παραδόσεις έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του Μαρξισμού καθώς τον τροφοδότησαν με σημαντικές προβληματικές και εμπειρίες. Η Οκτωβριανή επανάσταση σηματοδοτεί ένα χαρακτηριστικό τέτοιο ρεύμα που η επίδραση του ξεπέρασε τα στενά γεωγραφικά όρια του και που τροφοδότησε την ανάπτυξη του Μαρξισμού.

Στην περίοδο από την δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα η Αριστερά στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες (στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η προ πολλού εξωνημένη σοσιαλδημοκρατία) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αναζωογόνηση και ανάπτυξη του Μαρξισμού. Σε μία κρίσιμη ιστορική στιγμή, πριν από τη μεγάλη κρίση του 1974 αλλά και ενώ το Ανατολικό μπλοκ και η στρατηγική του ρεύματος που το ακολουθούσε είχε ήδη δείξει τα όρια και τις αδυναμίες της, τα κινήματα που ξέσπασαν γύρω από το 1968 ξαναέφεραν το επαναστατικό πρόταγμα στο προσκήνιο. Από αυτή την έκρηξη γεννήθηκαν θεωρητικές συζητήσεις, ρεύματα ανάλυσης αλλά και προσπάθειες πολιτικής συγκρότησης. Ενδεικτικά, οι προβληματικές για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, για τον Οικονομικό Σχεδιασμό, για τον Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας και τον Ιμπεριαλισμό, για την Θεωρία Σταδίων και για την Σύνθεση της Εργατικής Τάξης αποτέλεσαν μερικά από τα βασικά πεδία επεξεργασιών που αναπτύχθηκαν. Ένα κεντρικό στοιχείο όλων αυτών των προβληματικών ήταν η ανάδειξη της διαφορετικότητας και της υπεροχής του Μαρξισμού έναντι ετερόδοξων αστικών θεωρήσεων. Χαρακτηριστικά, στην Συζήτηση για της Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αναδείχθηκε η διαφορετικότητα και η αναλυτική υπεροχή της Μαρξιστικής προσέγγισης έναντι των νεο-Ρικαρδιανών απόψεων. Η θέση αυτή συγκρούσθηκε τόσο με την εκκινούσα από σοσιαλδημοκρατικές και κεϋνσιανές βάσεις προβολή του νεο-Ρικαρδιανισμού όσο και με την υπόκλιση πίσω από τον τελευταίο αρκετών φιλο-σοβιετικών απόψεων. Ένα συνακόλουθο πόρισμα αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η ανάγκη αυτοτελούς συγκρότησης του επαναστατικού ρεύματος σε αντιπαράθεση με την ενσωμάτωση στην Κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία ή στην φιλο-σοβιετική υποταγή σε αυτήν. Μέσα από αυτό το καζάνι προέκυψαν τόσο θεωρητικές προσεγγίσεις όσο και πολιτικά εγχειρήματα που επηρέασαν παγκόσμια την εξέλιξη του Μαρξισμού.

Σήμερα η Αριστερά στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες είναι εξαντλημένη θεωρητικά και πολιτικά και αδυνατεί να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε όλη την προηγούμενη περίοδο. Παρόλο ότι επαγγέλθηκε – τουλάχιστον τα σοβαρότερα τμήματα του – την σύνδεση με την εργατική τάξη, δεν κατόρθωσε να την επιτύχει (τουλάχιστον ικανοποιητικά). Παρόλο ότι τροφοδότησε και στήριξε μεγαλειώδεις μάχες ενάντια στην επελαύνουσα καπιταλιστική αντεπανάσταση του νεοφιλελευθερισμού, δεν κατόρθωσε να την σταματήσει. Το αποτέλεσμα είναι, μετά την κατίσχυση της καπιταλιστικής αντεπανάστασης το ρεύμα αυτό να είναι διαλυμένο και σε τέλμα. Βασικές θεωρητικές σχολές του είτε έκλεισαν είτε (απαρνούμενες τον παλιό εαυτό τους) εναγκαλίσθηκαν την αστική ετεροδοξία. Φυσικά δεν έλειψαν και οι κραυγαλέα εξωνημένες περιπτώσεις, όπως αυτή του Α. Νέγκρι.

Αυτό που απέμεινε από το ρεύμα αυτό είναι, πρώτον, κοινωνικά περιθωριοποιημένο σε κύκλους διανοουμένων και νεολαίας κυρίως και χωρίς σοβαρή επαφή με τον κόσμο της εργασίας. Χαρακτηριστικά, στην περίπτωση του Brexit χάθηκε στον αστικό κοσμοπολιτισμό (ασχολούμενο με κυριολεκτικά μπουρδο-φιλοσοφούντες τύπου Σλαβόι Ζίζεκ) και δεν κατανόησε τα προβλήματα της εργατικής τάξης (όπως την δικαιολογημένη ανησυχία από την καθοδηγούμενη από το κεφάλαιο διεθνή μετανάστευση). Τελικά – με εξαίρεση την μικρή, φιλότιμη αλλά ανεπαρκή προσπάθεια της καμπάνιας για την αριστερή έξοδο (Lexit) – άφησε τον κόσμο της εργασίας έρμαιο στις αστικές αντιπαραθέσεις. Έτσι, ακόμη και όταν η απόφαση της εξόδου από την ιμπεριαλιστική ΕΕ συντάραξε τις ισορροπίες μέσα στην αστική τάξη αυτό δεν έγινε λόγω της αυτοτελούς παρουσίας του εργατικού παράγοντα αλλά πήρε την μορφή την παραμορφωμένης έκφρασης του μέσα από τις αστικές διαμάχες. Και στη συνέχεια δεν μπόρεσε να δημιουργήσει έστω μία βάση αυτοτελούς συγκρότησης και παρέμβασης του εργατικού και λαϊκού παράγοντα αλλά σέρνεται πίσω από το εκ φύσεως ενσωματωμένο Εργατικό Κόμμα και έναν αδύναμο Κόρμπυν.

Δεύτερον, το ρεύμα αυτό είναι θεωρητικά τελματωμένο. Ταλαντεύθηκε ισχυρά από τον μετα-μοντερνισμό και τον μετα-μαρξισμό που υπονόμευσαν την οικονομική και ταξική ανάλυση προς χάριν ουσιαστικά ιδεαλιστικών θεωρήσεων περί ιδεολογίας. Με βάση τις τελευταίες οι θεμελιώδεις παράμετροι της οικονομίας και της ταξικής διάρθρωσης εξαϋλώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με διαταξικές θεωρίες περί ιδεολογίας. Έτσι, μέσα από αναλύσεις για πολλαπλές ταυτότητες και εξαγγελίες για το τέλος της εργασίας και της εργατικής τάξης, οι τάξεις και η ταξική πολιτική αντικαταστάθηκαν με διαταξικά πολιτικά υποκείμενα (αμφίβολης ή ανύπαρκτης οντότητας). Η ταξική πολιτική αντικαταστάθηκε από την «πολιτική ορθότητα» και η ουσία θυσιάσθηκε στο φαίνεσθαι.

Σήμερα, ακόμη και τα ρεύματα που δεν υπέκυψαν στις μετα-μοντέρνες και μετα-μαρξιστικές σειρήνες έχουν τρωθεί καίρια. Η κεντρικότητα της ταξικής ανάλυσης έχει υποκατασταθεί με αναλύσεις του συρμού για τον νεοφιλελευθερισμό, την παγκοσμιοποίηση και εσχάτως την χρηματιστικοποίηση. Οι αναλύσεις αυτές συνήθως χάνουν την αναλυτική συνοχή και ενάργεια τους καθώς θυσιάζουν κρίσιμες πλευρές της πραγματικότητας και της Μαρξιστικής ανάλυσης στην αναζήτηση της ακαδημαϊκής «πρωτοτυπίας» αλλά και σε αστικά δημοσιογραφικά στερεότυπα. Ενδεικτικά, στην περίπτωση της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης και την ίδια στιγμή που έχουμε μία έκρηξη των εθνικών ανταγωνισμών και των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, η συντριπτική πλειοψηφία των αναλύσεων αυτών εγκαταλείπουν την ανάλυση του Μαρξισμού για την σχέση εθνικού – διεθνικού και την θεωρία του ιμπεριαλισμού και γίνονται – στις καλύτερες περιπτώσεις – οπαδοί νεο-Καουτσκιανών απόψεων περί υπερ-ιμπεριαλισμού. Ανάλογα, η μεγάλη πλειοψηφία των αναλύσεων περί νεοφιλελευθερισμού – εκτός από μία σειρά αναλυτικές αστοχίες της – κατέληξε στην υποταγή σε ετερόδοξες αστικές απόψεις και πολιτικές μέσω διαταξικών αντι-νεοφιλελεύθερων μετώπων. Τέλος, η τρέχουσα μόδα της χρηματιστικοποίησης εγκαταλείπει τόσο την Μαρξιστική Εργασιακή Θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας όσο την αντίστοιχη θεωρία χρήματος προς χάριν μετα-κεϋνσιανών θεωριών και σοσιαλ-φιλελεύθερων αστικών πολιτικών.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, από την πλειοψηφία των ρευμάτων της Αριστεράς στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες εγκαταλείπεται η αυτοτέλεια της συγκρότησης και της δράσης των Μαρξιστών και των κομμουνιστών προς χάριν της σύμπλευσης με αστικές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις (συνήθως τιτλοφορούμενες ως «μαχητικός ρεφορμισμός»). Και μάλιστα την ίδια ώρα που ο μεταρρυθμισμός των τελευταίων είναι απλά μία σκιά του παλιού Κεϋνσιανού εαυτού τους. Όσο δε για την μαχητικότητα τους αυτή κάνει την σοσιαλδημοκρατία του Κάουτσκυ και του Μπερνστάιν να φαντάζει ως αδιάλλακτος μπολσεβίκος.

Υπό αυτή την έννοια, ο Μαρξισμός και η Κομμουνιστική Αριστερά είναι σε αναζήτηση ενός νέου ρεύματος που θα παίξει τον ρόλο του πρωταγωνιστή. Το που και πως θα προκύψει το ρεύμα αυτό δεν είναι ακόμη προφανές. Τα λατινοαμερικανικά εγχειρήματα της προηγούμενης δεκαετίας, παρά τις ενδιαφέρουσες εμπειρίες και προβληματισμούς τους, είναι εμφανώς εξαντλημένα και σε κρίση σήμερα. Την ίδια ώρα ενδιαφέρουσες θεωρητικές επεξεργασίες και πολιτικές και ταξικές εμπειρίες παρουσιάζονται σε πολλές άλλες περιοχές εκτός της γηραιάς ηπείρου. Όμως, τουλάχιστον ακόμη, πουθενά δεν έχει συγκροτηθεί ένα σχετικά συνεκτικό ρεύμα.

 

  1. Απέναντι σε όλες αυτές τις προκλήσεις, για τις ζωντανές και μαχόμενες δυνάμεις του κόσμου της εργασίας και της Αριστεράς το στοίχημα είναι η δημιουργική ανάπτυξη του Μαρξισμού και η γείωση του με το μαζικό κίνημα. Κρίσιμα θέματα μεταξύ άλλων είναι η μελέτη των σταδίων εξέλιξης του καπιταλισμού, της διαδικασίας των κρίσεων και της διαδικασίας παραγωγής και εργασίας καθώς και η επεξεργασία των εργαλείων εμπειρικής έρευνας της Μαρξιστικής θεωρίας. Το πιο κρίσιμο όμως απ’ όλα είναι η παραγωγή των αναγκαίων θεωρητικών και προγραμματικών επεξεργασιών που απαιτούνται για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού ρεύματος και την νικηφόρα ανάκαμψη του εργατικού κινήματος.

Μέσα από τον δρόμο αυτό θα μπορέσουν να ξεπηδήσουν νέα ρεύματα και νέες επαναστατικές διεργασίες που να ξανακάνουν την υπόθεση του σοσιαλισμού επίκαιρη.

 

Advertisements

Έξοδος από την ελληνική κρίση ή στο ίδιο έργο θεατές;

Το τελευταίο διάστημα διατυμπανίζεται από διάφορες πλευρές το αφήγημα της επικείμενης εξόδου από την ελληνική κρίση (ή αλλιώς success story). Το αφήγημα αυτό το προωθεί ξεδιάντροπα ο ΣΥΡΙΖΑ, αντιγράφοντας κυριολεκτικά την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, ελπίζοντας ότι έτσι θα εδραιώσει καλύτερα τις διασυνδέσεις του με το κεφάλαιο και κυρίως ότι θα καταφέρει να κοροϊδέψει τον αφαιμαζόμενο ελληνικό λαό ότι τα δεινά του τελειώνουν. Το προωθεί επίσης η ΕΕ – με ακόμη και την Γερμανία να σέρνει τον χορό – καθώς θέλει να εξευμενίσει τις ΗΠΑ (και ίσως να πετύχει κάποιου τύπου συνέχιση της συμμετοχής του ΔΝΤ στο αποτυχημένο ελληνικό πρόγραμμα) και ταυτόχρονα να βγάλει την Ελλάδα στις ιδιωτικές αγορές (έτσι ώστε να μην ρισκάρει νέα δανειακά κεφάλαια). Το προωθούν επίσης και τα περισσότερα εγχώρια επιχειρηματικά κέντρα (ακόμη και αυτά που συνδέονται με την ΝΔ και είναι ακραιφνώς αντι-ΣΥΡΙΖΑ) καθώς έτσι ελπίζουν ότι θα γλυτώσουν να επωμισθούν και αυτά κάποιο κόστος από την κρίση. Τέλος, ουσιαστικά το αποδέχονται και ορισμένοι από την φαιδρή χορεία «ριζοσπαστών» οικονομολόγων και γκουρού που έπαιξαν με τον ΣΥΡΙΖΑ και μετά η δεξιά κωλοτούμπα του τελευταίου τους ξέβρασε.

Πέρα από τις επιμέρους σκοπιμότητες και ιδιοτέλειες του κάθενος από τους παραπάνω, το κοινό στοιχείο τους – Ορθόδοξων και «ριζοσπαστών» – είναι ότι θεωρούν την ελληνική κρίση ως απλά μία κρίση χρέους (που δεν έχει βάσεις στην πραγματική οικονομία). Αντίθετα με όλους αυτούς η Μαρξιστική θεώρηση υποστηρίζει ότι η ελληνική κρίση είναι πρώτα και κύρια μία κρίση της πραγματικής συσσώρευσης (κρίση κερδοφορίας και ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης) που συνεπακόλουθο της είναι το πρόβλημα του χρέους. Κατά συνέπεια όσο δεν ανατάσσονται τα προβλήματα στην πραγματική οικονομία η κρίση παραμένει και το «τενεκεδάκι» του χρέους όσο και να το κλωτσάνε πιο μπρος δεν εξαφανίζεται.

Το ακόλουθο κείμενο αναλύει το ζήτημα αυτό.

 

Έξοδος από την ελληνική κρίση

ή

στο ίδιο έργο θεατές;

 

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

Ι. Εισαγωγή

Βαδίζοντας προς τα τέλη του 2017 η Ελλάδα διανύει το ένατο έτος καπιταλιστικής κρίσης (από το 2008) και το έβδομο έτος (από το 2010) σιδεροδέσμια στα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) που η ελληνική αστική τάξη (από υποδεέστερη θέση) συνομολόγησε με τους ξένους πάτρωνες της (δηλαδή την ΕΕ και τις ΗΠΑ). Σ’ αυτή την χρονική περίοδο και υπό το συνδυασμένο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης και της εφαρμογής των ΠΟΠ η χώρα έχει χάσει περίπου το 26% του ΑΕΠ της ενώ η ανεργία σκαρφάλωσε στο 27% (για να αποκλιμακωθεί λίγο τον τελευταίο καιρό).

Όλη αυτή την περίοδο η χώρα έχει ζήσει την τριπλή επανάληψη της ίδιας κακόγουστης πολιτικής θεατρικής παράστασης αλλά με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις (του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και των ΣΥΡΙΑ-ΑΝΕΛΛ) εκλέχθηκαν υποσχόμενες την έξοδο από την κρίση και την μη-εφαρμογή πολιτικών λιτότητας για να κάνουν ακριβώς το αντίθετο την επαύριο της εκλογής τους. Το ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκε την κατάργηση της λιτότητας της προηγούμενης κυβέρνησης της ΝΔ για να προχωρήσει τελικά στο 1ο ΠΟΠ. Το τελευταίο είχε το δικό του success story: μετά από μόνο τέσσερα έτη και με μία μικρή καθαρή μείωση του ΑΕΠ (κατά ) η χώρα θα έβγαινε από την κρίση. Το 1ο ΠΟΠ απέτυχε ήδη στο μέσο της διαδρομής του, διακόπηκε και αντικαταστάθηκε από το 2ο ΠΟΠ που εντέλει εφάρμοσε η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, όπου ο πρώτος και βασικός εταίρος της είχε εκλεγεί διακηρύσσοντας ότι «το μνημόνιο δεν λειτουργεί», θα το επαναδιαπραγματευθεί και θα εφαρμόσει αντι-κυκλικές πολιτικές («Ζάππεια» 1 και 2) και ότι η χώρα θα βγει από την κρίση το 2018. Και το 2ο ΠΟΠ απέτυχε συστηματικά καθώς το προβαλλόμενο success story μόνο σκώμματα προκαλούσε. Ακολούθησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ με ακόμη πιο κραυγαλέες αντι-μνημονιακές διακηρύξεις. Αυτή την φορά το θέατρο της επαναδιαπραγμάτευσης κράτησε περισσότερο και είχε μεγαλύτερο σασπενς. Τελικά βέβαια, συνομολογήθηκε το 3ο ΠΟΠ με επιπρόσθετες επαχθείς δεσμεύσεις για την χώρα και το λαό. Από το 2017 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ προσπαθεί να παίξει και αυτή την θεατρική πράξη του success story.

Εν ολίγοις, είναι τμήμα της πολιτικής διαχείρισης όλων των συστημικών κομμάτων η προσπάθεια πώλησης στον υποφέροντα ελληνικό λαό ενός happy end. Βέβαια, το θεατρικό αυτό δρώμενο εμπλέκεται στους ανταγωνισμούς των μερίδων της ελληνικής αστικής τάξης αλλά και σ’ αυτούς των ξένων πατρώνων της. Ενδεικτικά, στην περίοδο διακυβέρνησης ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ η τελευταία και η μερίδα της αστικής τάξης που την υποστηρίζει πρόβαλλε την δυνατότητα ενός άμεσου happy end ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ και τα τμήματα της αστικής τάξης πίσω απ’ αυτόν διακωμωδούσαν τα επιχειρήματα των πρώτων. Με την αλλαγή διακυβέρνησης οι ρόλοι άλλαξαν αν και οι ατάκες του κάθε ρόλου παρέμειναν ουσιαστικά τα ίδιες. Παράλληλα, ενώ στα πρώτα δύο ΠΟΠ τόσο το ΔΝΤ (εκφράζοντας κυρίως τις επιλογές των ΗΠΑ) όσο και η ΕΕ στήριζαν το προβαλλόμενο happy end, από το 2016 τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, και ιδιαίτερα αυτού μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, οδήγησε σε διαφορετικές στάσεις απέναντι στο ελληνικό πρόβλημα. Η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, που σηματοδοτεί μία ακόμη πιο ανταγωνιστική έναντι της ΕΕ στρατηγική, επιτείνει την κατάσταση αυτή. Έτσι, το ΔΝΤ αμφισβητεί πλέον τόσο αρχιτεκτονική των ΠΟΠ, προβάλλοντας την ανάγκη μίας ριζικής αναδιάρθρωσης του ελληνικού εξωτερικού χρέους, την χαλάρωση των ρυθμών δημοσιονομικής συστολής αλλά και την επίταση των αντιλαϊκών διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία. Από την άλλη πλευρά, η ΕΕ – μετά την άνευ όρων παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ – υποστηρίζει λελογισμένα το νέο κυβερνητικό θέατρο περί happy end ακριβώς για να αποτρέψει πιέσεις ιδιαίτερα για χαλάρωση του προγράμματος.

Πίσω όμως από τους διαχειριστικούς θεατρινισμούς ποια είναι η πιθανότητα άμεσης διεξόδου από την ελληνική κρίση με βάση τα ΠΟΠ; Κατ’ αρχήν πρέπει να προσδιορισθεί τι ακριβώς είναι η ελληνική κρίση καθώς υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες της και από αυτές απορρέουν διαφορετικά προγράμματα επίλυσης της και διαφορετικές εκτιμήσεις για την διέξοδο από αυτή. Δεύτερον, αφήνοντας στην άκρη τα προπαγανδιστικά επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, πρέπει να προσδιορισθεί ποια είναι η αντικειμενική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στα τέλη του 2017. Και τέλος να εκτιμηθεί εάν πράγματι επίκειται κάποια διέξοδος από την κρίση.

 

ΙΙ. Ελληνική κρίση: Διαφορετικά ταξικά συμφέροντα,  διαφορετικές ερμηνείες και διαφορετικές στρατηγικές διεξόδου

Ανάλογα με την θεωρητική οπτική αλλά και τα ταξικά συμφέροντα που εκφράζονται μέσω αυτής προκύπτουν διαφορετικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης, οι οποίες καταλήγουν σε διαφορετικές στρατηγικές διεξόδου από αυτήν (βλέπε αναλυτικά Μαυρουδέας (2016α)). Κατατάσσονται σε τρία μεγάλα θεωρητικά ρεύματα: (α) Ορθόδοξες, (β) Ετερόδοξες και (γ) Μαρξιστικές.

Η Ορθοδοξία αποτελείτο κυρίαρχο ρεύμα μέσα στους κρατικούς θεσμούς και τα πανεπιστήμια. Αντίθεση με την περιρρέουσα δημοσιολογία, δεν είναι ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη (καθώς ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα καλό ιδεολογικό εργαλείο για την άρχουσα τάξη αλλά ένα εξαιρετικά αναποτελεσματικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής) αλλά ένα πιο ρεαλιστικό μίγμα ήπιων νεοφιλελεύθερων προσεγγίσεων και του Νέου Κεϋνσιανισμού (μία συντηρητική εκδοχή του παραδοσιακού ρεύματος). Η Ετεροδοξία απαρτίζεται από ρεύματα που συμμερίζονται βασικά στοιχεία του αναλυτικού και μεθοδολογικού πλαισίου της Ορθοδοξίας αλλά αμφισβητούν κάποιες κρίσιμες υποθέσεις της. Σήμερα, ο βασικός κορμός της απαρτίζεται από τον Μετα-Κεϋνσιανισμό (μία ριζοσπαστική εκδοχή του παραδοσιακού ρεύματος) και τα ρεύματα της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας (κυρίως συνθέσεις Νεο-Μαρξιστικών και Μετα-Κεϋνσιανών ρευμάτων). Τέλος, η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αποτελεί μία ριζικά διαφορετική προσέγγιση διαφέροντας μεθοδολογικά και αναλυτικά από τα δύο προηγούμενα ρεύματα. Αυτό που την διαφοροποιεί από τις επιλεκτικές και εκλεκτικιστικές αναφορές στον Μαρξισμό των μαρξιζόντων Ετερόδοξων ρευμάτων είναι η έμφαση στα ειδικά εργαλεία της Μαρξιστικής ανάλυσης (π.χ. θεωρία της Αξίας, σημασία της κερδοφορίας).

Οι Ορθόδοξες ερμηνείες της ελληνικής κρίσης ακολουθούν την γενική πεπατημένη τους, δηλαδή να θεωρούν τον καπιταλισμό ένα τέλειο σύστημα και συνεπώς μη επιρρεπές σε κρίσεις. Οι τελευταίες προκύπτουν μόνο τυχαία, όταν κάποιοι παράγοντες παραβιάζουν τους κανόνες λειτουργίας του συστήματος. Συνεπώς η ελληνική κρίση δεν προέρχεται από τις δομικές αντιφάσεις του συστήματος αλλά από συγκυριακά σφάλματα οικονομικής διαχείρισης. Υποστηρίζουν ότι είναι απλά μία κρίση χρέους που εκφράζεται στα δίδυμα ελλείμματα (του δημοσιονομικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών). Τα τελευταία προέκυψαν λόγω των υποτιθέμενων υπερβολικών μισθολογικών αυξήσεων κυρίως στο δημόσιο (στις οποίες αποδίδεται το δημοσιονομικό έλλειμμα) και δευτερευόντως στον ιδιωτικό τομέα (στις οποίες αποδίδεται το εμπορικό έλλειμμα). Επομένως, δεν σχετίζεται – τουλάχιστον καταρχήν – με την αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου της χώρας (που άλλωστε διαμορφώθηκε καθοριστικά από την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση).

Οι Ετερόδοξες ερμηνείες θεωρούν τον καπιταλισμό ένα ασταθές σύστημα αλλά προτείνουν μεταρρυθμίσεις και πολιτικές που αφενός θα μειώσουν την αστάθεια και αφετέρου θα το κάνουν λιγότερο εκμεταλλευτικό. Ιδιαίτερα επικρίνουν τον νεοφιλελευθερισμό και προτείνουν διαφόρων τύπων Κεϋνσιανές πολιτικές. Συμφωνούν με την Ορθοδοξία ότι η ελληνική είναι απλά μία κρίση χρέους, αλλά αντί να την αποδίδουν στις ελληνικές μισθολογικές αυξήσεις (και συνεπώς στο δημοσιονομικό ισοζύγιο) επιρρίπτουν την ευθύνη στις πολιτικές λιτότητας της Γερμανίας (και ευρύτερα του ευρω-κέντρου). Οι τελευταίες, μέσω της υποτιθέμενα νεο-μερκαντιλιστικής δομής της ΟΝΕ, διογκώνουν τα ελλείμματα των εμπορικών ισοζυγίων της ευρω-περιφέρειας και οδηγούν τις τελευταίες στην υπερχρέωση. Οι περισσότερες Ετερόδοξες ερμηνείες βασίζονται στην προβληματική θεωρία της χρηματιστικοποίησης (για την κριτική της βλέπε Μαυρουδέας (2016β)).

Όπως έχει δειχθεί αλλού (βλέπε Mavroudeas (2015γ)), τόσο οι Ορθόδοξες όσο και οι Ετερόδοξες ερμηνείες έχουν σοβαρά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα (μερικά από τα οποία είναι κοινά) και δεν κατανοούν τον βαθύ δομικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης.

Αντιθέτως, οι Μαρξιστικές ερμηνείες (βλέπε Mavroudeas (2015α)), ακριβώς λόγω της αναλυτικής κατασκευής τους (που αποδίδει έμφαση στη σφαίρα της παραγωγής και την κερδοφορία) είναι πολύ πιο αποτελεσματικές στη διάγνωση του βαθύ δομικού χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης. Χαρακτηριστικά οι Mavroudeas & Paitaridis (2015β) επισημαίνουν δύο βασικές δομικές διαστάσεις:

(α) Η εσωτερική κρίση υπερσυσσώρευσης του ελληνικού κεφαλαίου (εκδηλωμένη στα πλαίσια της παγκ. κρίσης το 2007-8) και οφειλόμενη στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου.

(β) Η εξωτερική ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του υπο-ιμπεριαλιστικού ελληνικού καπιταλισμού (ιδιαίτερα από τους πιο αναπτυγμένους καπιταλισμούς της ΕΕ), η οποία επιδεινώνει περαιτέρω την εσωτερική του κρίση (αναλυτικότερα βλέπε Mavroudeas & Seretis (2017α)).

Σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες και τις Ετερόδοξες θεωρήσεις, οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι τα δίδυμα ελλείμματα δεν είναι δημιούργημα το ένα του άλλου (όπως ερίζουν οι δύο πρώτες) αλλά αποτέλεσμα της φθίνουσας κερδοφορίας του κεφαλαίου η οποία επιτάθηκε από το προβληματικό παραγωγικό μοντέλο της χώρας που υπαγορεύθηκε από την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση[1]. Συνεπώς, το ελληνικό πρόβλημα ξεκινά από την σφαίρα της παραγωγής (διάρθρωση και κερδοφορία) και επηρεάζει την σφαίρα της κυκλοφορίας (οδηγώντας στο πρόβλημα του χρέους). Χωρίς την αναδιάρθρωση της πρώτης δεν πρόκειται να επιλυθούν τελεσίδικα τα προβλήματα της δεύτερης.

Από τις ερμηνείες αυτές προκύπτουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές στρατηγικές διεξόδου από την κρίση, καθώς εκφράζουν ανταγωνιστικές ταξικές οπτικές. Οι Ορθόδοξες θεωρήσεις υποστηρίζουν ρητά το κεφάλαιο, ενώ οι Ετερόδοξες προτιμούν ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Επιπλέον, και οι δύο εντάσσουν τις προτάσεις τους στη θεμελιακή ταξική επιλογή των κυρίαρχων τάξεων για παραμονή της χώρας μέσα στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Εξαιρούνται ορισμένες Ορθόδοξες απόψεις που εκφράζουν τον αντιπαλότητα των ΗΠΑ στην ΟΝΕ καθώς και κάποιες (ολοένα και συρρικνούμενες μετά την άνευ όρων παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ) Ετερόδοξες απόψεις που πρότασσαν την έξοδο μόνον από την ΟΝΕ αλλά την παραμονή στην ΕΕ (για μία κριτική των τελευταίων βλέπε Μαυρουδέας (2017γ)). Αντίθετα, μόνο οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι μία φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση (και φυσικά όχι μία διέξοδος προς όφελος του κεφαλαίου) περνά αναγκαστικά από την συνολική αποδέσμευση από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Πρακτικά, οι Ορθόδοξες αναλύσεις στοιχίζονται πίσω από την στρατηγική των ΠΟΠ (με μόνο κάποιες φιλοαμερικανικές απόψεις που προβάλλουν την έξοδο από την ΟΝΕ). Αντίθετα, οι περισσότερες Ετερόδοξες αναλύσεις υποστηρίζουν την αναδιάρθρωση των ΠΟΠ με την προσθήκη κάποιων μέτρων αντι-κυκλικής πολιτικής και αναδιάρθρωσης του χρέους.

Τα ελληνικά ΠΟΠ είναι μεσοπρόθεσμα προγράμματα (α) ανάταξης χρέους και (β) διαρθρωτικού μετασχηματισμού της χώρας (αναλυτικότερα βλέπε Μαυρουδέας (2017β, 2017δ)). Ουσιαστικά και τα τρία ΠΟΠ είναι ένα πρόγραμμα που, εμπρός στις συστηματικές αποτυχίες του, τροποποιείται συνεχώς. Επειδή ακριβώς κατανοούν την ελληνική ως απλά κρίση χρέους, γι’ αυτό κεντρικός στόχος τους είναι η διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους (με τα νέα ηπιότερα κριτήρια που υιοθέτησε το ΔΝΤ ακριβώς για να δικαιολογήσει την συμμετοχή του στην ελληνική κρίση όπου το εξωτερικό χρέος είναι εξώφθαλμα μη-βιώσιμο)[2]. Είναι προκυκλικά (και μάλιστα εξαιρετικά εμπροσθοβαρή), δηλαδή επιβάλλουν την δημοσιονομική συρρίκνωση και την εισοδηματική αναδιανομή σε βάρος της εργασίας και των μικρομεσαίων στρωμάτων εν γνώσει τους ότι αυτό οδηγεί σε περαιτέρω ύφεση την οικονομία. Πίσω από την πολιτική αυτή βρίσκεται η θεωρία της «αναπτυξιακής λιτότητας», δηλαδή μία νεοσυντηρητική αντίληψη που υποστηρίζει ότι για να βγεις γρηγορότερα από την κρίση πρέπει αρχικά να μπεις πιο βαθιά σ’ αυτήν. Πρακτικός στόχος τους είναι η συντομότερη δυνατή επιστροφή της Ελλάδας στο δανεισμό από τις διεθνείς ιδιωτικές αγορές. Για να επιτευχθεί αυτό έχει τοποθετηθεί ως ορόσημο (αυθαίρετα, χωρίς επιστημονική αιτιολόγηση και για κουτοπόνηρους πολιτικούς λόγους) η υποχώρηση του λόγου δημόσιου εξωτερικού χρέους προς ΑΕΠ στο 120%. Ο τελευταίος χρονικός στόχος για την επίτευξη του (καθώς όλοι οι προηγούμενοι φιλοδοξότεροι στόχοι απέτυχαν παταγωδώς) είναι το 2020[3]. Με βάση αυτό το ορόσημο ρυθμίζονται οι άλλες παράμετροι του προγράμματος δηλαδή ο απτός στόχος των πρωτογενών πλεονασμάτων του δημοσίου (που περνά από τις πλάτες του ελληνικού λαού), οι εικοτολογικές (και συνήθως μονίμως διαψευδόμενες) προβλέψεις για το ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας και οι ενδεχόμενες μικρο-αναδιαρθρώσεις του χρέους (με επιμηκύνσεις, επιστροφές κερδών κ.α. αλλά πάντα έναντι αιματηρών θυσιών του λαού).

Οι Ετερόδοξες αναλύσεις επίσης εστιάζουν κυρίαρχα στο πρόβλημα του χρέους. Συνήθως προτείνουν είτε τον ετεροχρονισμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και τη λιτότητας μετά το ξεπέρασμα της ύφεσης είτε το μπόλιασμα των προ-κυκλικών με αντι-κυκλικά μέτρα τόνωσης της ζήτησης έτσι ώστε να μετριασθεί η ύφεση. Θεωρούν δηλαδή ότι η επιστροφή στην βιωσιμότητα του χρέους δεν περνά μέσα από την «αναπτυξιακή λιτότητα» αλλά μέσα από αναπτυξιακές πολιτικές που θα τονώσουν (ή θα συγκρατήσουν την μείωση του ΑΕΠ) έτσι ώστε να βελτιωθεί ο λόγος χρέους/ΑΕΠ. Οι πιο ριζοσπαστικές εκδοχές τους υποστηρίζουν ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να επιτευχθεί βάσιμα για μία ευρω-περιφερειακή χώρα όσο παραμένει εντός της «νεο-μερκαντιλιστικής» ΟΝΕ και απαιτείται επιπλέον η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα και η ανταγωνιστική υποτίμηση του έτσι ώστε να προκληθεί υποκατάσταση εισαγωγών και βελτίωση εξαγωγών. Οι προτάσεις αυτές παραγνωρίζουν ότι τέτοιες πολιτικές δεν επιλύουν αλλά οξύνουν μία κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Επίσης, παραγνωρίζουν ότι οι προτάσεις για ουσιαστικά συναινετικά διαζύγια με την ΟΝΕ μπορούν να γίνουν μόνο με τους βάρβαρους και καταστροφικούς όρους των ξένων πατρώνων. Αντιθέτως, μία συγκρουσιακή έξοδος από την ΟΝΕ είναι αποτελεσματική μόνο όταν αποτελεί τμήμα ενός προγράμματος συνολικής αποδέσμευσης από την ΕΕ.

Σε αντίθεση με όλες τις προαναφερθείσες προσεγγίσεις, η Μαρξιστική ανάλυση θεωρεί ότι η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού μπορεί να αναταχθεί είτε προς όφελος του κεφαλαίου (και εκεί πράγματι ο μόνος δρόμος, στην παρούσα συγκυρία, είναι αυτός των ΠΟΠ) είτε προς όφελος της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Σε κάθε περίπτωση η επίλυση της κρίσης απαιτεί μία ριζική πολιτικο-οικονομική ανάταξη της χώρας. Τον δρόμο της φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση μπορεί να υλοποιήσει μόνο ένα μεταβατικό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ (αναλυτικότερα βλέπε Μαυρουδέας (2016α)).

 

ΙΙΙ. Υπάρχει φως στην έξοδο του ελληνικού τούνελ;

Είναι προφανές από τα προαναφερθέντα ότι διαφορετικές αναλύσεις και προγράμματα (που μάλιστα υποκρύπτουν και διαφορετικά ταξικά συμφέροντα) οδηγούν και σε διαφορετικές εκτιμήσεις για το εάν επιλύεται ή όχι η ελληνική κρίση.

Για τις Ορθόδοξες και Ετερόδοξες αναλύσεις το βασικό κριτήριο είναι αν εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα του χρέους. Αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του ΑΕΠ καθώς ήταν η μη-αναμενόμενη κατακόρυφη πτώση του τελευταίου που επιδείνωσε τόσο τον καθοριστικό δείκτη χρέους/ΑΕΠ όσο όμως και άλλες κρίσιμες μεταβλητές (π.χ. την φορολογική επίδοση). Αν υπάρξει μία ανάκαμψη του ΑΕΠ τότε θεωρείται ότι επιτέλους η οικονομική δραστηριότητα επιστρέφει σε πιο κανονικούς ρυθμούς. Άλλωστε οι Ορθόδοξες (αλλά πρακτικά και οι περισσότερες Ετερόδοξες) αναλύσεις χρησιμοποιούν σαν τεκμήριο εξόδου από την ύφεση το απλοϊκό κριτήριο της ύπαρξης μερικών διαδοχικών τριμήνων θετικού ρυθμού μεγέθυνσης. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι των ΠΟΠ δεν αρκεί η απλή επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης αλλά επιπλέον αυτοί πρέπει να είναι εξαιρετικά υψηλοί για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα.

Σε αντίθεση με τις παραπάνω θεωρήσεις, η Μαρξιστική ανάλυση κοιτάζει πολύ πιο θεμελιακές μεταβλητές (που αφορούν την κερδοφορία και την συσσώρευση του κεφαλαίου). Επιπλέον, εστιάζει περισσότερο σε δομικά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και έχει επίγνωση ότι μία ανάκαμψη της οικονομίας δεν συνεπάγεται έξοδο από την κρίση καθώς η καπιταλιστική οικονομία λειτουργεί με κυκλικές διακυμάνσεις (όσο και εάν αυτές τροποποιούνται από βαθιές κρίσεις). Έτσι, παραδείγματος χάριν, δεν συμμερίσθηκε την εκτίμηση των δύο άλλων ρευμάτων περί τέλους της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 μόλις εμφανίσθηκαν διαδοχικά τρίμηνα θετικής μεγέθυνσης. Και φυσικά επιβεβαιώθηκε με την εκδήλωση της «δεύτερης βουτιάς» (double dip). Αντίστοιχα, σήμερα δεν ξαφνιάζεται από τους φόβους μιας τρίτης βουτιάς και φυσικά δεν εξαγγέλλει το τέλος της κρίσης της ΕΕ (δηλαδή μιας από τις σημαντικότερες περιφερειακές κρίσεις που πυροδότησε η παγκόσμια οικονομική κρίση).

Ακόμη όμως και με τα επιφανειακά κριτήρια που θέτουν οι Ορθόδοξες και οι περισσότερες Ετερόδοξες αναλύσεις, διαφαίνονται σήμερα αχτίδες εξόδου από την κρίση; Ας δούμε ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα.

 

Ανάκαμψη του ΑΕΠ;

Πρώτον, επίκειται κάποια ανάκαμψη του ΑΕΠ; Είναι πιθανόν καθώς η ελληνική οικονομία έχει παραμείνει για καιρό σε ύφεση και αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται – υπό σχετικά ομαλές συνθήκες – επ’ αόριστόν. Τόσο οι επιβιώνουσες επιχειρήσεις όσο και οι απλοί πολίτες σε κάποιες στιγμές πρέπει τουλάχιστον να ανανεώσουν τα αποθέματα τους. Άλλωστε μία αναιμική ανάκαμψη του ΑΕΠ παρουσιάσθηκε το 2014 για να επιστρέψει όμως σύντομα η ύφεση. Το διάγραμμα 1 παρουσιάζει τον ρυθμό μεγέθυνσης του πραγματικού (δηλαδή αποπληθωρισμένου) ΑΕΠ, ο οποίος – μετά την μεγάλη βουτιά που κράτησε μέχρι το 2012 – έχει αρχίσει να ανακάμπτει και πλησιάζει σε θετικά επίπεδα. Παρόλα αυτά το κενό που έχει αφήσει η απομείωση του ΑΕΠ λόγω κρίσης και ΠΟΠ, και που έφθασε το 27%, είναι περίπου αδύνατο να καλυφθεί στο εγγύς μέλλον.

 

Διάγραμμα 1: Ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ

 

Ισχυρή και διατηρήσιμη μία ανάκαμψη του ΑΕΠ;

Δεύτερον, θα είναι ισχυρή και διατηρήσιμη η ανάκαμψη αυτή και μάλιστα στη χρονική διάρκεια και στα επίπεδα που απαιτούν τα ΠΟΠ; Αυτό είναι ελάχιστα απίθανο να συμβεί καθώς θα πρέπει να συντρέξουν όχι ένας αλλά πολλοί ευνοϊκοί παράγοντες. Κατ’ αρχήν η προβληματική διάρθρωση της οικονομίας παραμένει. Πρόκειται για μία οικονομία με συρρικνωμένο τον παραγωγικό τομέα, χαμηλής τεχνολογίας και μικρής προστιθέμενης αξίας και υπερβολικά μεγάλη εξάρτηση από τις υπηρεσίες. Επιπλέον, στη διάρκεια της κρίσης η παραγωγικότητα υποχώρησε.

Από όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ΑΕΠ η εγχώρια ζήτηση παραμένει πάντα ο σημαντικότερος (βλέπε ΕΛΣΤΑΤ (2017)). Αυτό σημαίνει ότι ο υποτιθέμενος στόχος των ΠΟΠ για μετατροπή της ελληνικής οικονομίας σε εξαγωγική έχει αποτύχει. Η εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου δεν προήλθε από την αύξηση των εξαγωγών αλλά από την κατάρρευση των εισαγωγών[4]. Επιπλέον, με το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο μία εξαγωγική έκρηξη είναι εξαιρετικά δύσκολη καθώς οι ελληνικές εξαγωγές εξαρτώνται καθοριστικά από εισαγωγές ενδιάμεσων προϊόντων (π.χ. πετρελαιοειδή)[5]. Άλλωστε, η θέση της Ελλάδας στον καταμερισμό εργασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι αυτή ενός χαμηλού κρίκου και τα ΠΟΠ όχι μόνο δεν την αλλάζουν αλλά την επιδεινώνουν περαιτέρω. Επιπλέον, οι κατά καιρούς προβαλλόμενες από όλους τους εκάστοτε κυβερνώντες ελεύσεις ξένων επενδύσεων είναι κουτόχορτο για αφελείς. Οι ξένες επενδύσεις παραμένουν μικρές και επιπλέον έχουν σχεδόν ληστρικό χαρακτήρα καθώς αγοράζονται κοψοχρονιά φιλέτα δημόσιας κυρίως περιουσίας.

Επομένως, το ΑΕΠ βασίζεται καθοριστικά στις εγχώριες δραστηριότητες. Από αυτές, οι δημόσιες επενδύσεις και δαπάνες – που παλιότερα είχαν μία αποφασιστική συμβολή – τώρα είναι εξαιρετικά περιορισμένες λόγω της δημοσιονομικής περιστολής που επιβάλλουν τα ΠΟΠ. Τα υποκατάστατα τους, με την μορφή των διαφόρων ευρωπαϊκών προγραμμάτων είναι περίπου ασπιρίνες στον καρκίνο. Η ιδιωτική κατανάλωση έχει χτυπηθεί άγρια καθώς τα εισοδήματα των εργαζομένων και των μικρομεσαίων στρωμάτων έχουν μειωθεί – και συνεχίζουν να μειώνονται – δραματικά.

Το τελευταίο στοιχείο της εγχώριας δραστηριότητας, οι επενδύσεις, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν έναν έμμεσο δείκτη της κερδοφορίας. Το Διάγραμμα 2 παρουσιάζει την εξέλιξη του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου (ένα μέγεθος που σε πολύ μεγάλο βαθμό αποτυπώνει την πορεία των επενδύσεων) ως ποσοστού του ΑΕΠ. Είναι εξώφθαλμη η μεγάλη πτώση του στα χρόνια της κρίσης και των ΠΟΠ και η μακροχρόνια παραμονή του σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Ενδεικτικά, το απόλυτο μέγεθος του δείκτη αυτού από περίπου 60 δις ευρώ το 2007 (σε σταθερές τιμές) κυμαίνεται σήμερα περίπου στα 20 δις ευρώ. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την επενδυτική αποχή του κεφαλαίου λόγω ανεπαρκούς κερδοφορίας. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το ελληνικό κεφάλαιο είναι συνηθισμένο να κάνει «σίγουρες δουλειές» και μάλιστα με ξένα λεφτά (κατά προτίμηση του δημοσίου) και να ασφαλίζει τα δικά του στο εξωτερικό και είναι συνηθισμένο σε «σίγουρες δουλειές».

 

Διάγραμμα 2: Ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (ως % του ΑΕΠ)

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία που δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ (Σεπτέμβριος 2017) για τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2017 επιβεβαιώνουν εν πολλοίς τις παραπάνω παρατηρήσεις. Ατμομηχανή του ΑΕΠ παραμένει η ιδιωτική κατανάλωση ενώ ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ξαναγίνεται αρνητικός όπως και το 2015 (αν και είχε μεσολαβήσει μία σημαντική αύξηση το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016 μάλλον για συγκυριακούς). Επίσης, ενώ η τελική καταναλωτική δαπάνη είναι αυξημένη (1,2%), αυτή των νοικοκυριών αυξάνεται λιγότερο (0,7%) καθώς επιδεινώνεται συνεχώς η θέση των εργαζομένων και των μικρομεσαίων στρωμάτων.

Το συμπέρασμα που προκύπτει απ’ όλα τα προαναφερθέντα είναι ότι η όποια ανάκαμψη του ΑΕΠ παρουσιασθεί θα έχει πήλινα πόδια, είναι απίθανο να μην είναι αναιμική και δύσκολα θα είναι διατηρήσιμη. Κάτι τέτοιο εκτροχιάζει για πολλοστή φορά τα ΠΟΠ καθώς η ομαλή εξέλιξη τους βασίζεται στην υπόθεση ενός μάλλον εξωπραγματικού μέσου ρυθμού μεγέθυνσης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Ενδεικτικά, το ΠΟΠ αρχικά προέβλεπε 2.5% μεγέθυνση του ΑΕΠ για το 2017. Στη συνέχεια ο στόχος αναθεωρήθηκε στο 2.1% από την ΕΕ, ενώ με βάση τα τελευταία στοιχεία προβλέπεται να κυμανθεί γύρω στο 1.7%. Ανάλογα υπερφιλόδοξοι είναι οι μακροχρόνιοι στόχοι για το ΑΕΠ, όπου για παράδειγμα το Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-21 προβλέπει ρυθμούς μεγέθυνσης σταθερά ανώτερους του 2% (2.4% το 2018, 2.6% το 2019, 2.3% το 2020, 2.2% το 2021).

 

Βελτίωση της θέσης των εργαζομένων;

Τρίτον, η όποια ανάκαμψη του ΑΕΠ ενδεχομένως υπάρξει θα μεταφρασθεί σε έστω και μικρή βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας των εργαζομένων και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων; Είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο. Οι εργαζόμενοι και τα μικρομεσαία στρώματα έχουν σηκώσει το μεγάλο βάρος της κρίσης και των ΠΟΠ, σε αντίθεση με το ελληνικό κεφάλαιο.

Το μερίδιο των μισθών στο συνολικό προϊόν (ή αλλιώς το πραγματικό μοναδιαίο κόστος εργασίας που τόσο οι Ορθόδοξες όσο και οι Ετερόδοξες αναλύσεις συνειδητά παραγνωρίζουν) έχει καταβαραθρωθεί.

 

Διάγραμμα 3: Πραγματικό μοναδιαίο κόστος εργασίας

Πηγή: Ameco

 

Αντίστοιχα, η ανεργία εκτινάχθηκε στο 27.5% (βλέπε Διάγραμμα 4) πριν αρχίσει να αποκλιμακώνεται λίγο πρόσφατα (κυρίως λόγω της μετανάστευσης και της απόσυρσης από την αγορά εργασίας). Μάλιστα, η πραγματική ανεργία (πίσω από τις επιφανειακές εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ) έφθασε πολύ υψηλότερα επίπεδα και παραμένει εκεί (Ioannides (2015), ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (2017)).

 

 

Διάγραμμα 4: Εναρμονισμένο ποσοστό ανεργίας

Παρά τις παραμυθίες όλων των εκάστοτε κυβερνώντων, η επιτυχία των ΠΟΠ προϋποθέτει την συγκράτηση των μισθών σε χαμηλά επίπεδα αλλιώς ο δείκτης του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας θα αυξηθεί και, κατά τις κυρίαρχες αναλύσεις, θα εκτροχιάσει τόσο το δημοσιονομικό όσο και το εμπορικό ισοζύγιο. Άλλωστε ο κ.Τόμσεν είχε δηλώσει σκαιότατατα ότι μία Βαλκανική χώρα, όπως η Ελλάδα, θε πρέπει να έχει και βαλκανικούς μισθούς. Βασικό εργαλείο για την συμπίεση των μισθών είναι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας (με την μετάβαση της κυριολεκτικά σε έναν εργασιακό μεσαίωνα) και η διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Η τελευταία (ο εφεδρικός στρατός εργασίας στην πολύ πιο επακριβή Μαρξιστική ορολογία) είναι απολύτως αναγκαία γιατί λειτουργεί κατασταλτικά στις μισθολογικές διεκδικήσεις. Συνεπώς, η όποια ανάκαμψη υπάρξει θα είναι ανάκαμψη χωρίς απασχόληση (jobless recovery) και δεν θα μεταφράζεται σε ουσιαστικές μισθολογικές αυξήσεις.

 

Βιωσιμότητα του χρέους;

Τέταρτον, θα κάνει η ενδεχόμενη ανάκαμψη του ΑΕΠ το ελληνικό δημόσιο εξωτερικό χρέος βιώσιμο; Η απάντηση εδώ είναι σαφώς αρνητική. To ελληνικό χρέος αντί να μειώνεται με την εφαρμογή των ΠΟΠ αντιθέτως αυξάνει (βλέπε Διάγραμμα 5). Βέβαια, η εξυπηρέτηση του δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα μέχρι το 2019 οπότε – αν δεν υπάρξει κάποια νέα αναδιάρθρωση χρέους – οι αποπληρωμές δανείων θα ξαναεκτιναχθούν στα ύψη και τα σχετικά προβλήματα θα γίνουν ιδιαίτερα έντονα. Η όποια ανάκαμψη του ΑΕΠ υπάρξει δεν είναι – όπως αναλύθηκε παραπάνω – αρκετή για να ανατάξει τον λόγο χρέους/ΑΕΠ σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιτευχθεί ακόμη και ο τεχνητός στόχος του 120% το 2020. Κατά συνέπεια, τα ΠΟΠ θα συνεχίσουν να αποτυγχάνουν συστηματικά.

Διάγραμμα 5: Εξέλιξη δημόσιου χρέους στην Ελλάδα (2005-2017)

  Πηγή: AMECO, Φεβρουάριος 2017

Έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2017 σ.38

 

 

  1. IV. Αντί επιλόγου

Πέρα από τις επιφανειακές αναλύσεις και διαμάχες των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών απόψεων (επίσημων και αιρετικών) περί εξόδου από την κρίση, η καπιταλιστική πραγματικότητα για τον ελληνικό λαό είναι πολύ πιο στυγνή. Με ή χωρίς ανάκαμψη της οικονομίας η υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας και ζωής του δεν τελειώνει αλλά γίνεται μόνιμη κατάσταση. Αυτό είναι προϋπόθεση για να ανακάμψει έστω και αναιμικά η κερδοφορία του κεφαλαίου. Η Μαρξιστική οικονομική ανάλυση το δείχνει με ρεαλισμό και συνέπεια. Είναι καθήκον της Αριστεράς (και ιδιαίτερα της κομμουνιστικής) και του κόσμου της εργασίας να ανατρέψει την πορεία αυτή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΛΣΤΑΤ (2017), Η Ελληνική Οικονομία, Αθήνα: Σεπτέμβριος.

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (2017), Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση, Αθήνα: Μάρτιος.

Ioannides A. (2015), ‘A comparative study of the structure of employment in Greece before and after the crisis’ σε Mavroudeas S. (ed.), Greek capitalism in crisis: Marxist Analyses, London: Routledge.

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος (2010), «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. Τόπος.

Μαυρουδέας Στ. (2011), «Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση: καπιταλιστική κρίση και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» σε Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ), «Οικονομική κρίση και Ελλάδα», Αθήνα: Gutenberg.

Mavroudeas S. (2015α) ed., Greek capitalism in crisis: Marxist Analyses, London: Routledge.

Mavroudeas S. & Paitaridis D. (2015β), ‘The Greek crisis: a dual crisis of overaccumulation and imperialist exploitation’ σε Mavroudeas S. (ed.), Greek capitalism in crisis: Marxist Analyses, London: Routledge.

Mavroudeas S. (2015γ), ‘The Greek saga: Competing explanations of the Greek crisis’, Kingston University London Economics Discussion Paper Series 2015-1.

Μαυρουδέας Στ. (2016α), «Ανταγωνιστικές ερμηνείες και στρατηγικές εξόδου της ελληνικής κρίσης και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης», Ουτοπία νο.115.

Μαυρουδέας Στ. (2016β), «Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση», Τετράδια Μαρξισμού νο.1.

Mavroudeas S. & Seretis S. (2017α), ‘Imperialist exploitation and the Greek crisis’, East-West (forthcoming).

Μαυρουδέας Στ. (2017β), «Μνημόνιο ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ: ένα αποτυχημένο πρόγραμμα», Foreign Affairs Hellenic Edition, Ιανουάριος.

Μαυρουδέας Στ. (2017γ), «Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;». εφημερίδα ΠΡΙΝ νο.1333, 3-6-2017.

Mavroudeas S. (2017δ), ‘Troika’s Economic Adjustment Programmes for Greece: Why do they Systematically Fail’ σε Marangos, J., (ed.), The Internal Impact and External Influence of the Greek Financial Crisis, Palgrave Macmillan, New York.

 

 

 

[1] Η ένταξη του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτέλεσε την νέα «Μεγάλη Ιδέα» του που, όπως και οι προηγούμενες, έφερε την χώρα και τον λαό στο χείλος της καταστροφής (βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011)). Οι φιλοδοξίες για αναβάθμιση μέσα στην διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα έχουν πλέον διαψευσθεί. Αντιθέτως, ο ελληνικός καπιταλισμός υποβαθμίζεται ραγδαία. Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση οδήγησε στην εκτεταμένη αποβιομηχάνιση και υποβάθμιση του παραγωγικού τομέα και στην υπερδιόγκωση των υπηρεσιών.

[2] Ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός (οι λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις») παίζει υποστηρικτικό ρόλο καθώς η Ορθοδοξία δεν δίνει έμφαση στη σφαίρα της παραγωγής αλλά, επιπλέον, δεν θέλει να αμφισβητήσει το σημερινό αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο (που υπαγορεύθηκε από την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση). Γι’ αυτό, πέραν της διαμόρφωσης ενός γενικού θεσμικού πλαισίου επιχειρηματικής ασυδοσίας και αυξημένης εκμετάλλευσης της εργασίας, οι κλαδικές τους προτεραιότητες απλά αναπαράγουν το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο (βλέπε επιλογές τρέχοντος ΕΣΠΑ).

[3] Για την επίτευξη αυτής της μονιμότερης εξόδου στις διεθνείς αγορές δοκιμάσθηκαν να γίνουν προπαρασκευαστικά βήματα, όπως το ομόλογο Σαμαρά (στα πλαίσια του 2ου ΠΟΠ) και το πρόσφατο ομόλογο ΣΥΡΙΖΑ (στα πλαίσια του 3ου ΠΟΠ). Τα εγχειρήματα αυτά δεν έχουν καμία ουσιαστική οικονομική σημασία γιατί (α) δεν μπορούν να έχουν συστηματική συνέχεια και (β) επιβαρύνουν το εξωτερικό χρέος καθώς το κόστος δανεισμού είναι υψηλό (και ενώ η χώρα παραμένει δέσμια σε Μνημόνιο αλλά και έχει περιθώριο φθηνότερου δανεισμού από το ΠΟΠ). Απλά χρησιμοποιούνται για προπαγανδιστικούς λόγους αφενός από τους ξένους πάτρωνες για να πείσουν για την επιτυχία των ΠΟΠ και αφετέρου από τους εκάστοτε κυβερνώντες για να πείσουν ότι αυτοί είναι καλύτεροι διαχειριστές. Χαρακτηριστικά, στην πρόσφατη έκδοση του ομολόγου ΣΥΡΙΖΑ – με τα ίδια χαρακτηριστικά με το ομόλογο Σαμαρά – η ελληνική κοινωνία είδε το ίδιο μονόπρακτο, με τις ίδιες ατάκες και απλά με την αντιμετάθεση ρόλων των πρωταγωνιστών.

[4] Το γεγονός αυτό διαψεύδει την απόδοση της φθίνουσας ελληνικής ανταγωνιστικότητας σε δήθεν υπερβολικές μισθολογικές αυξήσεις (μέσω του έωλου δείκτη του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας). Όπως γνωρίζουμε πολύ καλά σήμερα, h βάρβαρη μείωση των μισθών (και h αντίστοιχη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας) δεν μεταφράσθηκε σε αντίστοιχη αύξηση των εξαγωγών.

[5] Μόνον η ιδιόμορφη «εξαγωγή» του τουρισμού δείχνει μία δυναμική ανάπτυξης, εν πολλοίς και λόγω ευνοϊκών γεωπολιτικών λόγων (αστάθεια σε μία σειρά ανταγωνίστριες χώρες). Όμως και εδώ τα προβλήματα είναι γνωστά. Πρώτον, οι τουριστικές επενδύσεις δεν δημιουργούν ουσιαστικά θέσεις απασχόλησης (ή αυτές είναι αδήλωτες, κακοπληρωμένες και εποχικές). Δεύτερον, χρησιμοποιούν όχι αμελητέους όγκους εισαγόμενων προϊόντων. Τρίτον, η κατά κεφαλή τουριστική δαπάνη μειώνεται (με αποτέλεσμα το φαινόμενο της αύξησης των αφίξεων και της μείωσης των εσόδων). Τέταρτον, εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από την βούληση τριών – τεσσάρων μεγάλων ξένων tour operators.

 

 

https://www.scribd.com/document/365966705/%CE%88%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%82

 

«Ελληνική κρίση και πολιτική εκπροσώπηση: υπάρχουν ακόμη ευκαιρίες για την επαναστατική Αριστερά;» video

Το video της ομιλίας μου με θέμα «Ελληνική κρίση και πολιτική εκπροσώπηση: υπάρχουν ακόμη ευκαιρίες για την επαναστατική Αριστερά;» στην προσυνεδριακή 2ημερίδα του ΝΑΡ στις 8/10/2017 στον πολυχώρο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΟΛΥΒΙ βρίσκεται στους ακόλουθους συνδέσμους:

«Ελληνική κρίση και πολιτική εκπροσώπηση: υπάρχουν ακόμη ευκαιρίες για την επαναστατική Αριστερά;» (Μαυρουδέας Σταύρος)

 

https://youtu.be/BhrVvt7ZiMc

 

https://youtu.be/P7HWdhHEWtk

Ούτε λέξη για την ταμπακιέρα … Μία οφειλόμενη απάντηση σε νέο σχόλιο της Iskra

 

 

Ούτε λέξη για την ταμπακιέρα …

Μία οφειλόμενη απάντηση σε νέο σχόλιο της Iskra

Σταύρος Μαυρουδέας

 

11/6/2017

Στις 10/6/2017 η Iskra δημοσίευσε την απάντηση μου σε προηγούμενο σχόλιο της μαζί με νέο δικό της σχόλιο («Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑ.Ε») με την δήλωση ότι «ότι είχε να πει το έγραψε στο σχόλιο της» και ότι δεν σκοπεύει να συμμετάσχει «σε ένα άκομψο σίριαλ ερωταπαντήσεων, σύνηθες στην Αριστερά, που συχνά δεν χρησιμεύει σε τίποτε άλλο παρά να καλλιεργεί «εξυπνάδες» και να δηλητηριάζει το κλίμα και τις σχέσεις».

Φίλοι της Iskra αν θεωρείτε ότι η μέχρι τώρα συζήτηση καλλιεργεί «εξυπνάδες» και «δηλητηριάζει» τότε δεν θα έπρεπε να μπείτε καν στον κόπο να την προκαλέσετε με επανειλημμένα σχόλια σας. Δεν ανοίγει κανείς μία συζήτηση όταν βιάζεται να αποδράσει από αυτήν.

Επίσης, τον προσωπικό τόνο και τις «εξυπνάδες» (τύπου Βρούτου) μάλλον πρέπει να τις αναζητήσετε στα κείμενα σας. Επίσης, ότι καλό είναι να συγκρατήσετε την ορμή σας και να φρεσκάρετε τις γλωσσικές σας γνώσεις. Το «παρακαλώ» μόνο επιτακτικό δεν είναι στην ελληνική γλώσσα.

Για την ουσία του ζητήματος, που είναι και το σημαντικότερο, δεν λέτε τίποτα ή μάλλον επιδίδεστε στις γνωστές διγλωσσίες στις οποίες διαπρέψατε – προς η ζημία σας – ιδιαίτερα στην περίοδο των εκλογών.

Ευτυχώς οι ανώνυμοι «κύκλοι της ΛΑΕ» αντικαθίστανται από το «γραφείο τύπου της ΛΑΕ». Φυσικά να δηλώσω προκαταβολικά ότι περιποιεί τιμή στην ασημαντότητα μου η ενασχόληση ενός τόσο βαρυσήμαντου οργάνου με τις απόψεις μου.

Το τελευταίο κατά πρώτον αντιπαρέρχεται μετά απαξίας «μικροπρεπείς χαρακτηρισμούς που αποδίδονται στην ΛΑΕ» και δεν απαντά σε «εύκολες μειωτικές κρίσεις για την παράταξη και για διαδρομές προσώπων και συλλογικοτήτων της». Εύγε φίλτατοι. Ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την αυτοκριτική για πράξεις και δηλώσεις σου είναι να υποδυθείς την προσβεβλημένη παρθένα. Αλήθεια, δεν θεωρεί η ΛΑΕ ότι οφείλει μία αυτοκριτική για τα μέχρι τώρα πεπραγμένα της (ιδιαίτερα στην περίοδο της συμμετοχής της στο ΣΥΡΙΖΑ); Ποιο από τα αναφερόμενα στο κείμενο μου είναι άστοχο και άδικο;

Στη συνέχεια το ερίτιμο γραφείο τύπου της ΛΑΕ δηλώνει ότι «συμφωνεί πλήρως με την θέση που διατυπώνει ο σ.Μαυρουδέας πως η έξοδος από την ΟΝΕ αποτελεί τμήμα της συνολικής και άμεσης αποδέσμευσης από την ΕΕ. Τελεία και παύλα.». Αυτό αποτελεί σίγουρα μία πρόοδο. Όμως μήπως θα έπρεπε να διατυπωθεί και στα επίσημα πολιτικά ντοκουμέντα της ΛΑΕ; Για παράδειγμα στην πρόσφατη απόφαση του ΠΣ της ΛΑΕ τίποτα ανάλογο δεν λέγεται αλλά μόνον επαναλαμβάνονται οι παλιές εσφαλμένες και ανεπαρκείς διατυπώσεις της ιδρυτικής διακήρυξης της ΛΑΕ.

Επίσης, το γραφείο τύπου της ΛΑΕ, αμέσως μετά την προαναφερθείσα θετική διατύπωση έρχεται να την «νερώσει» επαναλαμβάνοντας τα γνωστά τετριμμένα περί αμεσότητας της εξόδου από την ΟΝΕ. Πρόκειται περί κουτοπονηριάς. Όπως προσπάθησε να εξηγήσει το αρχικό κείμενο μου, άλλο τεχνικό πρόγραμμα και άλλες πολιτικές προκείμενες θέτει ένα μέτωπο αποδέσμευσης από την ΕΕ και άλλες ένα μέτωπο «εξόδου από την ΟΝΕ κατ’ αρχήν και βλέπουμε».

Φίλοι της ΛΑΕ, συγχωρήστε αυτή την εμμονή στην ακρίβεια αλλά οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Πόσο μάλλον αν κάποιοι έχουν υποστεί το ευτελές παιχνίδι διγλωσσίας, παραπλανητικών διατυπώσεων και καιροσκοπισμού στο οποίο επιδοθήκατε συλλήβδην (για να αφήσουμε στην άκρη ορισμένες συνιστώσες σας που έκαναν πρωταθλητισμό σ’ αυτό) στην περίοδο των εκλογών.

Αν πράγματι συμφωνείτε σε στη μετωπική συμπόρευση της Αριστεράς με βάση ένα πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ επιτέλους πείτε το καθαρά.

Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑΕ»

Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑΕ»

 

Σταύρος Μαυρουδέας

8/6/2017

 

 

 

 

 

 

 

Το κείμενο μου «Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;» (ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017) προκάλεσε την κριτική ανώνυμου σχολιογράφου της Iskra και επίσης ανώνυμων κύκλων της ΛΑΕ με τίτλο «Ο «δραχμισμός» και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» της ΛΑ.Ε. Και εσύ Βρούτε;». Με την πιο φιλική διάθεση θα ήθελα να κάνω ορισμένες επισημάνσεις και να προβώ σε αντίστοιχες συμβουλές.

 

 

 

Πρώτον, αυτή η οχύρωση πίσω από την ανωνυμία – πόσο μάλλον το σχήμα «κύκλοι της ΛΑΕ» που ανάγει σε κυβερνητικές μεθόδους συγκεκαλυμμένων διαρροών – δεν βοηθά την συζήτηση στην Αριστερά.

 

Δεύτερον, Βρούτους καλύτερα θα ήταν να αναζητούσατε στον δικό σας πολιτικό χώρο (όπου μάλλον έχετε πολλούς). Εξ όσων γνωρίζω ούτε στον ίδιο πολιτικό χώρο ανήκουμε, ούτε κοινή πολιτική διαδρομή είχαμε. Θα μπορούσε να κάνει κανείς αρκετά ειρωνικά σχόλια περί αμετροέπειας, Καισαρισμού κλπ. αλλά δεν θα συμβάλλουν στην ουσία της συζήτησης στην οποία το κείμενο μου θέλει να προκαλέσει.

 

Τρίτον, αποτελεί υπεκφυγή και ένδειξη αδυναμίας το να προσπαθείς να αντικρούσεις μία άποψη ταυτίζοντας την με κάποια άλλη. Εν προκειμένω η ταύτιση από μέρους σας της άποψης που διατύπωσα με την κριτική του ΚΚΕ στη ΛΑΕ (παρόλο ότι φευγαλέα αναγνωρίζονται οι διαφορές τους) είναι καθαρή υποκρισία.

 

Τέταρτον, το τρυκ το οποίο χρησιμοποιείται, δηλαδή το να παρουσιάζετε και σχολιάζετε απόψεις κατά το δοκούν (ή για να το πω ευγενικά παραποιώντας τες) χωρίς καν να τις παραθέτετε ή να παραπέμπετε τον αναγνώστη σ’ αυτές ανήκει στις χειρότερες παραδόσεις γραφειοκρατικών κύκλων της Αριστεράς και θα συνιστούσα θερμά να το αποφεύγετε.

 

Πέμπτον, αν πράγματι οι ανούσιες αδελφοκτόνες διαμάχες είναι μία γάγγραινα για την Αριστερά το ίδιο είναι και η σιωπή του κατώτατου κοινού όρου και το τέλμα της έλλειψης αντιπαράθεσης. Πίσω από τα τελευταία κρύβονται συνήθως καταστροφικές και δεξιόστροφες πολιτικές ατζέντες (όπως έδειξε η υπόθεση ΣΥΡΙΖΑ και για την οποία έχετε σοβαρότατες ευθύνες). Αντίθετα, η ανοικτή συζήτηση και κριτική αντιπαράθεση – ιδιαίτερα σε χαλεπούς καιρούς όπως τον τωρινό – είναι αναγκαία για την Αριστερά για να μπορέσει να παράγει νέες ιδέες και να ξεπεράσει τα σημερινά αδιέξοδα της.

 

Έκτον, για την πολιτική ουσία – που είναι και το πιο σημαντικό – δεν λέτε τίποτα. Επαναλαμβάνεται ότι τάσσεστε υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, κάτι που δεν λέγατε τον καιρό που συμμετείχατε στο ΣΥΡΙΖΑ και υπερασπίζατε ενθουσιωδώς όχι μόνον το δεξιόστροφο και αναποτελεσματικό πρόγραμμα του αλλά ακόμη και την φαιδρότητα που ονομάσθηκε «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Όμως αυτή η καλοδεχούμενη μετατόπιση σας δεν παίζει κανένα ουσιαστικό ρόλο στα νέα προγράμματα που προτείνετε. Πρόκειται μόνο για ένα ευχολόγιο που ανάγεται σε ένα ακαθόριστο μέλλον και χάνεται μέσα σε φλύαρες διατυπώσεις που αποσκοπούν σε ακαθόριστα αντι-μνημονιακά μέτωπα με πρόσωπα και δυνάμεις καθόλα αφερέγγυες και που αρκετές δεν συμμερίζονται ούτε καν την έξοδο από την ΟΝΕ. Αυτό κάνατε στις τελευταίες εκλογές και είδατε τα αποτελέσματα, τόσο τότε όσο και μετά. Αυτό όμως συνεχίζετε να κάνετε και σήμερα.

 

Στα πιο συνεκτικά κείμενα σας προτείνεται ένα πρόγραμμα μετωπικής συμπόρευσης με κέντρο την έξοδο από την ΟΝΕ και μόνο. Υποστηρίζεται (όπως και στο σχόλιο σας για το κείμενο μου) ότι αυτό είναι το πολιτικά άμεσο που μάλιστα σε χρόνο dt θα οδηγήσει σε πλήρη αναδιαμόρφωση του οικονομικού τοπίου και στη συνέχεια, μετά από συγκρούσεις με την ΕΕ, θα οδηγήσει στο να τεθεί το ερώτημα της εξόδου από την ΕΕ σε δημοψήφισμα.

Ακριβώς αυτή την στρουθοκαμηλική αντίληψη επικρίνει το κείμενο μου. Συγκεκριμένα, δείχνει ότι η έξοδος από την ΟΝΕ είναι αδιέξοδη αν δεν αποτελεί τμήμα της συνολικής και άμεσης αποδέσμευσης από την ΕΕ. Για να το τεκμηριώσει αυτό προβάλει (όπως και άλλα πιο αναλυτικά κείμενα μου, π.χ. «Ανταγωνιστικές ερμηνείες και στρατηγικές εξόδου της ελληνικής κρίσης και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης» ΟΥΤΟΠΙΑ νο.115) συγκεκριμένα επιχειρήματα με πιο σημαντικό την υποτίμηση της προβληματικής παραγωγικής δομής της ελληνικής οικονομίας και την αδυναμία άμεσης και δραστικής αναδιάρθρωσης της εντός της ΕΕ. Επ’ αυτών έχετε να πείτε κάτι;

Η επίκληση ως απάντησης του φυλλαδίου της ΛΑΕ για την μετάβαση στο εθνικό νόμισμα – που στην καλύτερη περίπτωση είναι έκθεση ιδεών και ερωταποκρίσεις για πολιτικό καφενείο αλλά όχι συνεκτικό πρόγραμμα – επιβεβαιώνουν τα προαναφερθέντα επιχειρήματα.

Το πιο σημαντικό όμως απ’ όλα είναι η εμμονή σας σε πολιτικές αντιλήψεις τύπου ΣΥΡΙΖΑ και συγκεκριμένα στις ψευδαισθήσεις ότι (α) μπορεί να υπάρξει επιτυχής συγκρουσιακή διαπραγμάτευση μέσα στην ΕΕ και (β) «χαϊδεύοντας» τα αυτιά του κόσμου (ότι ο στόχος δεν είναι δύσκολος και επίπονος) θα προκύψουν εύκολα και γρήγορα πολιτικά αποτελέσματα. Η μακρά πορεία σας μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να σας είχε διδάξει για το αντίθετο.

Φίλοι της ΛΑΕ οι καθαροί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Αντίθετα υποκριτικοί κλαυθμυρισμοί (π.χ. «Η ΛΑ.Ε «περιορίζεται μόνο στο ευρώ») ούτε βοηθούν ούτε πείθουν.

 

Οι σύνδεσμοι των επίδικων κειμένων ακολουθούν:

Στ. Μαυρουδέας, Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;» (ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Iskra, Ο «δραχμισμός» και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» της ΛΑ.Ε. Και εσύ Βρούτε;

 

Ημερίδα της ΠΕΝΕΝ με θέμα «Το θεσμικό πλαίσιο της ποντοπόρου Ναυτιλίας, η σχέση του εφοπλισμού με την χώρα, η συμβολή του στην οικονομία, τα προβλήματα του Ναυτεργατικού κόσμου και η εναλλακτική ριζοσπαστική επιλογή», Σάββατο 4/3/2017

Η ΠΕΝΕΝ (Πανελλήνια Ένωση Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού) οργανώνει ημερίδα με θέμα «Το θεσμικό πλαίσιο της ποντοπόρου Ναυτιλίας, η σχέση του εφοπλισμού με την χώρα, η συμβολή του στην οικονομία, τα προβλήματα του Ναυτεργατικού κόσμου και η εναλλακτική ριζοσπαστική επιλογή» το Σάββατο 4-3-2017 (9πμ-4.30μμ) στο Ξενοδοχείο SAVOY (Λεωφ. Ηρώων Πολυτεχνείου 93, Πειραιάς).

Πρόγραμμα ημερίδας ΠΕΝΕΝ 4/3/2017
Ξενοδοχείο SAVOY – Λεωφ. Ηρώων Πολυτεχνείου 93, Πειραιάς
Θέμα: «Το θεσμικό πλαίσιο της ποντοπόρου Ναυτιλίας, η σχέση του εφοπλισμού με την χώρα, η συμβολή του στην οικονομία, τα προβλήματα του Ναυτεργατικού κόσμου και η εναλλακτική ριζοσπαστική επιλογή»
Έναρξη Ημερίδας: 9.00
9.00 έως 9.30: Ομιλία – Εισήγηση Προέδρου ΠΕΝΕΝ
9.30 έως 10.30: Ομιλίες εκπροσώπων
10.30 έως 11.00: Διάλειμμα
11.00 έως 13.00: Ομιλίες εκπροσώπων
13.00 έως 14.00: Διακοπή για καφέ και διάφορα σνακ
14.00 έως 16.00: Ομιλίες εκπροσώπων
16.00 έως 16.30: Κλείσιμο Ημερίδας

 

penen

Συμφωνία στο πρόσφατο Eurogroup περί νέων μέτρων χωρίς λιτότητα; ή Πως ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι τετραγώνισε τον κύκλο

Συμφωνία στο πρόσφατο Eurogroup περί νέων μέτρων χωρίς λιτότητα;

ή

Πως ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι τετραγώνισε τον κύκλο

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

pinocchio-595468_960_720

 

 

21/2/2017

 

 

Για την ελληνική ολιγαρχία το πρόσφατο Eurogroup είχε αναχθεί περίπου στην «μητέρα όλων των μαχών». Ο λόγος ήταν προφανής. Η ελληνική ολιγαρχία ανησυχεί σφόδρα εαν η οξυνόμενη αντιπαράθεση ΗΠΑ-ΕΕ θα επιδράσει στα συμφέροντα της και στη θέση της μέσα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Ιδιαίτερα ανησυχεί μήπως επιδεινωθούν δραματικά οι ισορροπίες του Μνημονιακού προγράμματος που έχει συνυπογράψει – από υποδεέστερη θέση φυσικά – με το ΔΝΤ (βλέπε ΗΠΑ) και την ΕΕ. Το πρόγραμμα αυτό το πληρώνει αιματηρά ο ελληνικός λαός. Αλλά η ελληνική αστική τάξη μέχρι τώρα δεν έχει βάλει το χέρι στην τσέπη, παρόλο ότι έχει υποβαθμισθεί περαιτέρω έναντι των ξένων πατρώνων της καθώς ο ρόλος του ξένου κεφαλαίου στην χώρα έχει αυξηθεί. Η ανησυχία της είναι μήπως χρειασθεί να «πληρώσει» και αυτή καθώς επίσης μήπως ένας πλήρης εκτροχιασμός του Μνημονιακού προγράμματος οδηγήσει σε πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αναταραχές στη χώρα που θα διασαλεύσουν την κυριαρχία της ελληνικής ολιγαρχίας.

Βέβαια, πριν το Eurogroup είδαμε ξανά τον κακόγουστο θεατρικό καυγά μεταξύ των «ακραιφνών μνημονιακών» (ΝΔ, Δημ.Συμπαράταξη και παρατρεχάμενοι) και των «τραβάτε με και ας κλαίω μνημονιακών» (ΣΥΡΙΖΑ). Ο σκυλοκαυγάς αυτός δεν αφορά τα μεγάλα προβλήματα του τόπου αλλά έχει να κάνει με τα ιδιαίτερα συμφέροντα των διαφορετικών μερίδων της ελληνικής ολιγαρχίας καθώς και με την πολιτική επιβίωση του πολιτικού υπηρετικού προσωπικού καθεμιάς.

Και τελικά – ω του θαύματος – από αυτό το Eurogroup χαμηλών προσδοκιών υποτίθεται ότι βγήκε λευκός καπνός και όλα βαίνουν καλώς. Φυσικά οι δύο πολιτικο-οικονομικές μερίδες της ελληνικής ολιγαρχίας συνεχίζουν να σκιαμαχούν για αστεία ζητήματα. Όμως υποτίθεται ότι ο κοινός αντικειμενικός στόχος – δηλαδή η διάσωση του αποτυχημένου Μνημονιακού προγράμματος – έχει επιτευχθεί.

Βέβαια, την αμέσως επομένη οι ξένοι πάτρωνες άλλα εκφώνησαν. Ο φαιδρός Ολλανδός (βλέπε Γ.Νάισεμπλουμ) εξέμεσε ότι υπάρχει δρόμος ακόμα και ότι η επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων της τρόικα δεν σημαίνει και συμφωνία. Και, από την άλλη, το ΔΝΤ δήλωσε το ίδιο επιμένοντας επιπλέον και σε πρόσθετα μέτρα λιτότητας και σε διαγραφή χρέους.

Η μεν ΕΕ προσπαθεί να δεσμεύσει τις ΗΠΑ στο Μνημονιακό πρόγραμμα και επομένως, σ’ αυτή την φάση, θέλει να δείξει ότι πάει σχετικά καλά. Αλλά, από την άλλη, δεν εγκαταλείπει την πίεση για νέα μέτρα λιτότητας. Οι δε χρυσοκάνθαροι λιμοκοντόροι γραφειοκράτες του ΔΝΤ, περιμένοντας την «φωνή του (αμερικανικού) αφεντικού», ανεβάζουν την πίεση τόσο προς την ΕΕ όσο και προς την Ελλάδα.

Το αποτέλεσμα είναι η χθεσινή απόφαση του Eurogroup που κάνει την χάρη στην ελληνική ολιγαρχία να ξαναστείλει τους πραίτορες της τρόικα στη χώρα έναντι νέων αντι-λαϊκών μέτρων λιτότητας (με επίκεντρο την μείωση του αφορολόγητου, την διάλυση των εργασιακών σχέσεων και την κατεδάφιση του ασφαλιστικού συστήματος). Με τον τρόπο αυτό η ΕΕ προσπαθεί να δελεάσει το ΔΝΤ ότι βαδίζει στο δρόμο της λιτότητας που το τελευταίο προτείνει. Ταυτόχρονα όμως όχι μόνο δεν θέλει να ακούσει λέξη για διαγραφή χρέους αλλά ακόμη και τα φαιδρά και ατελέσφορα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους τα πάει πιο πίσω το 2018.

Και μέσα σε όλη αυτή την καταστροφή για τον λαό και τον τόπο η ελληνική ολιγαρχία και οι φράξιες της κορυβαντιούν και ταυτόχρονα τσακώνονται μεταξύ τους.

Φυσικά τον ρόλο της πριμαντόνας τον έχει ο ΣΥΡΙΖΑ που υποστηρίζει ότι «η συμφωνία περιλαμβάνει τελικά τον απαράβατο όρο που έθεσε η ελληνική πλευρά για ούτε ένα ευρώ περισσότερη λιτότητα». Χυδαία ψεύδη που, αν δεν κόστιζαν τόσο ακριβά στον ελληνικό λαό, μόνο γέλιο θα προκαλούσαν.

Η θρασύτατη αυτή δήλωση δεν απέχει από τον ισχυρισμό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να τετραγωνίσει τον κύκλο.

Τα πράγματα είναι απλά. Το Μνημονιακό πρόγραμμα αποτυγχάνει συστηματικά όχι μόνο γιατί καταστρέφει την χώρα αλλά και σε σχέση με τα ίδια τα ορόσημα και τους στόχους του. Η αποτυχία του εκφράζεται στην εμφάνιση «χρηματοδοτικών κενών», δηλαδή αδυναμίας της Ελλάδας να συνεχίσει να εξυπηρετεί τα Μνημονιακά χρέη. Στο βαθμό που η Ελλάδα δεν μπορεί να δανεισθεί από τις διεθνείς ιδιωτικές αγορές τότε το «χρηματοδοτικό κενό» μπορεί να καλυφθεί είτε με νέα Μνημονιακά δάνεια είτε με νέα μέτρα λιτότητας. Τα πρώτα προς το παρόν αποκλείονται (εδώ καθυστερεί συστηματικά η καταβολή των προηγούμενων) καθώς οι ξένοι πάτρωνες έχουν επίγνωση του κινδύνου ελληνικής χρεωκοπίας. Συνεπώς μένουν μόνο τα νέα μέτρα λιτότητας. Και αυτά έρχεται να επιβάλλει η τρομερή και φοβερή συμφωνία του τελευταίου Eurogroup.

Τα νέα μέτρα ουσιαστικά προεκτείνουν το τρέχον Μνημονιακό πρόγραμμα πέραν του 2018 (δηλαδή της τυπικής ημερομηνίας λήξης του). Επιπλέον θα τα πληρώσουν τα συνήθη υποζύγια, δηλαδή τα λαϊκά και μεσαία στρώματα.

Απαιτεί θράσος υπερχιλίων πιθήκων ο θρασύς ισχυρισμός του ΣΥΡΙΖΑ ότι τα μέτρα αυτά δεν είναι μέτρα λιτότητας. Οι παπαγάλοι του μάλιστα προβάλλουν το φαιδρότατο επιχείρημα ότι η φορολογική αφαίμαξη λόγω μείωσης αφορολογήτου θα αναπληρωθεί από μειώσεις στα κλιμάκια των φόρων κλπ. Προφανώς ψάχνουν για ηλίθιους. Το «χρηματοδοτικό κενό» δεν καλύπτεται με αέρα κοπανιστό. Αν ήταν ότι αφαιρούν από την δεξιά τσέπη του ελληνικού λαού να του το επέστρεφαν από την αριστερή τότε κανένα «χρηματοδοτικό κενό» δεν θα καλυπτόταν.

arkas1

 

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσιευμένο

http://www.efsyn.gr/arthro/pos-o-syriza-prospathei-na-peisei-oti-tetragonise-ton-kyklo

http://mignatiou.com/2017/02/metra-choris-litotita-pos-o-siriza-prospathi-na-pisi-oti-tetragonise-ton-kiklo/