Category Archives: Χρήσιμο διδακτικό υλικό – Useful teaching material

‘Labour Process Theory: A Critical Reappraisal’ – S.Mavroudeas ICOPEC 2020, Marmara University, Istanbul

I was an invited speaker in ICOPEC 2020 (Marmara University, Istanbul http://www.icopec.org/)

The subject of my presentation was ‘Labour Process Theory: A Critical Reappraisal’

Below follow (a) the abstract of my talk and (b) my voice powerpoint

ICOPEC 2020

11th International Conference of Political Economy

Global Inequalities

June 24-26, 2020, Marmara University, Istanbul

 

‘Labour Process Theory:

 A critical reappraisal’

 

Stavros Mavroudeas

Professor (Political Economy)

Dept. of Social Policy

Panteion University

e-mail: s.mavroudeas@panteion.gr

web: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

 

 

Abstract

Labour Process Theory was born after H.Braverman’s ground-breaking work ‘Labor and Monopoly Capital’ (1974). Its major contribution was that it reinstated at the foreground the Marxist analysis of Labour Economics as a credible alternative to both the Neoclassical and the Keynesian theories of Labour Economics. Following from this a vibrant discussion was born that led to the creation of the scientific sub-field of Labour Process Theory within the academia. Notwithstanding its crucial contributions and significant advances over the previous forty years, today the Labour Process Theory is in a stalemate. This has been accurately characterized as a state of identity crisis. This paper reviews the evolution of Labour Process Theory and periodizes it in four distinct phases. The first one is marked by Braverman’s seminal contribution and his deskilling thesis. The second one scrutinised several of Braverman’s stylized facts (and especially the deskilling thesis) and expanded analytical and empirical studies to new issues (e.g. labour market segmentation, power and control in the workplace, designing job descriptions, cohersion and consent in the factory). The third phase attempted a generalization of the Labour Process Theory and ventured into macroeconomic projections on the basis of it (e.g. theories about Fordist and psot-Fordist capitalism, Flexible Specialisation). The last phase is characterized by a distancing from the Marxist theory of the social mode of production, the Labour Theory of Value and class struggle and is being lost in interesting but limited empirical issues concerning the workplace and managerial strategies. This paper argues that a return to the foundations of Marxist economic analysis is necessary in order for the Labour Process Theory to regain its identity and explanatory power. This task is particularly pressing in the current era of rapid changes in the workplace and the labour market.

 

Γιατί ο τουρισμός (η δήθεν «βαριά (sic!) βιομηχανία της χώρας) είναι ένα σοβαρότατο διαρθρωτικό πρόβλημα (και όχι πλεονέκτημα) της ελληνικής οικονομίας

Γιατί ο τουρισμός (η δήθεν «βαριά (sic!) βιομηχανία της χώρας) είναι ένα σοβαρότατο διαρθρωτικό πρόβλημα (και όχι πλεονέκτημα) της ελληνικής οικονομίας

Μέσα στην διπλή (υγειονομική και οικονομική) κρίση, όλες οι επίσημες εκτιμήσεις εστιάζουν στις επιπτώσεις κυρίως στον τουρισμό.

Η έμφαση αυτή δεν είναι αδικαιολόγητη γιατί ο τουρισμός συνεισφέρει σημαντικά ιδιαίτερα στο ΑΕΠ του 2ου και του 3ου τριμήνου της ετήσιας δραστηριότητας της οικονομίας. Αν και η συμβολή αυτή είναι συνήθως εξωφρενικά υπερεκτιμημένη, με εκτιμήσεις που στη βάση παραμυθένιων υποθέσεων ανεβάζουν την συμβολή του τουριστικού τομέα ακόμη και πάνω από 20% του ΑΕΠ. Αυτό διευκολύνεται από το γεγονός ότι ο τουρισμός δεν μετράται σαν αυτοτελής κλάδος στο στατιστικό σύστημα που χρησιμοποιείται. Αντιθέτως, μία πιο ρεαλιστική εκτίμηση υπολογίζει την συμβολή του τουρισμού περίπου στο 11% του ΑΕΠ. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι καθόλου αμελητέα. Και επειδή ο τουρισμός είναι ένας από τους κλάδους που ήδη πλήττονται, πράγματι η επίπτωση του στην ύφεση της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να είναι σημαντική.

Όμως, η έμφαση στον τουρισμό είναι και εκ του πονηρού. Είναι γνωστό στους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ (της εξουσίας)» ότι το lobby των ξενοδόχων είναι μία από τις πιο ισχυρές μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου. Και ότι παραδοσιακά ξεκοκαλίζει τις παροχές όλων των (κατ’ επίφαση) αναπτυξιακών νόμων σε βάρος άλλων κλάδων της οικονομίας. Είναι επίσης γνωστό ότι το ξεκοκάλισμα αυτό γίνεται με εκτεταμένη παραβίαση (που συγκαλύπτεται διαχρονικά από όλες τις αστικές κυβερνήσεις) των απαιτήσεων των αναπτυξιακών νόμων όσον αφορά την απασχόληση, καθώς δεν έχει την συμβολή στην απασχόληση που απαιτείται τόσο ποσοτικά όσο και κυρίως ποιοτικά (εποχική και «μαύρη» εργασία, κακές εργασιακές και μισθολογικές συνθήκες κλπ.). Είτε σε καλούς είτε σε κακούς καιρούς, το ξενοδοχειακό lobby – πότε κλαίγοντας για καταστροφή και πότε κορδακιζόμενο ως η «βαριά βιομηχανία» της χώρας – δεν αφήνει επιδότηση για επιδότηση που να μην αρπάξει. Στρατιές καλά πληρωμένων ΜΜΕ και πολιτικών υποστηρίζουν χρόνια τώρα αυτό τον τραγέλαφο και φυσικά κατακεραυνώνουν όποιον τολμήσει έστω και να ψελλίσει κάποια κριτική.

Όμως πίσω από όλα αυτά κρύβεται μία σοβαρότατη και διαχρονική διαρθρωτική στρέβλωση της ελληνικής οικονομίας. Το κακόγουστο εφεύρημα περί «βαριάς βιομηχανίας είναι, κατ’ αρχήν φαιδρό γιατί ο τουρισμός ούτε βαριά ούτε βιομηχανία είναι. Επίσης, είναι προσβλητικό για μία χώρα που το ελληνικό κεφάλαιο (λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών χαρακτηριστικών του) ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά για να αποκτήσει βαριά βιομηχανία και που επίσης τα όποια ψήγματα της υπήρχαν τα θυσίασε στην αποβιομηχάνιση που προκάλεσε η ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση (και κυρίως στην Κοινή Αγορά της). Συνοπτικά, η απομύζηση παραγωγικών πόρων από τον τουριστικό κλάδο τους αφαίρεσε από άλλους – μακροπρόθεσμα και στρατηγικά – κρισιμότερους κλάδους και οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μία ακόμη πιο στρεβλή δομή.

Επιπλέον όμως, αυτή η υπερανάπτυξη του τουρισμού έχει ήδη αρχίσει να κοστίζει στην χώρα και στον λαό της. Κατ’ αρχήν, για την μέση ελληνική οικογένεια – ιδιαίτερα στην εποχή των μνημονίων – ο τουρισμός έχει γίνει ένα είδος πολυτελείας. Δεύτερον, η πολιτική του «να είμαστε τα γκαρσόνια της Ευρώπης» δημιουργεί ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές παρενέργειες. Τρίτον, το μοντέλο του μαζικού τουρισμού – που το ελληνικό κεφάλαιο έχει κουτοπόνηρα εφαρμόσει – προκαλεί ήδη καταστροφικά αποτελέσματα σε μία σειρά περιοχές της χώρας. Η περίπτωση της Σαντορίνης πλέον είναι παρόμοια με αυτή της Βενετίας και της Βαρκελώνης (προβλήματα στην ενέργεια, την ύδρευση, την συλλογή σκουπιδιών κλπ.).

Το ακόλουθο άρθρο πολύ εύστοχα εντοπίζει τις περισσότερες από τις πλευρές αυτές και γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί. Είναι ενδιαφέρον μάλιστα το ότι εμφανίσθηκε σε ένα ιστολόγιο με γνωστό προσανατολισμό που δεν θα περίμενε κανείς να το δημοσιεύει. Βέβαια η ανάλυση του προφανώς δεν είναι από την σκοπιά του κόσμου της εργασίας. Υπάρχουν όμως σημεία που η πολιτική και προγραμματική προβληματική της Αριστεράς οφείλει να τα δει.

https://www.bankingnews.gr/index.php?id=491251

 

Το πικρό μάθημα από το «κραχ» στον ελληνικό τουρισμό και τα λάθη του παρελθόντος

Δευτέρα 30/03/2020 – 23:59

 

Τα ενοικιαζόμενα, οι ξαπλώστρες και τα… «ρεκόρ αφίξεων» δεν μπορεί να αποτελούν «βαριά βιομηχανία» μιας ανεπτυγμένης χώρας…

 

Ενας από τους τους κεντρικούς στόχους της μνημονιακής «προσαρμογής» ήταν η μετατροπή της Ελλάδας σε ένα είδος πάμφθηνης τουριστικής αποικίας για τους Βορειοευρωπαίους, μεσαίου και χαμηλότερου εισοδήματος.

Το Βερολίνο έψαχνε εναγωνίως έναν ιδανικό μεσογειακό προορισμό για τους Γερμανούς συνταξιούχους που προτιμούν να πλένουν τα πόδια τους σε γαλάζια, αλλά «ασφαλή» νερά.

Κι αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από μια οικονομικά καθημαγμένη Ελλάδα με νεόπτωχους ιθαγενείς που θα επωμίζονταν πρόθυμα, μες στην απόγνωση τους, τον ρόλο του κακοπληρωμένου σερβιτόρου.

Ο τουρισμός ήταν ένας κλάδος που προσαρμόστηκε απότομα στην λογική της «ανταγωνιστικότητας» με την κάθετη μείωση του εργατικού κόστους και τους μισθούς των 500 ευρώ.

Από το 2010 έως σήμερα ο αριθμός Γερμανών τουριστών διπλασιάστηκε ξεπερνώντας πλέον τα 4 εκατομμύρια.

Σύμφωνα με μία μελέτη της PWC οι Γερμανοί αποτελούν με 14% μακράν την μεγαλύτερη ομάδα επισκεπτών στην Ελλάδα, ακολουθούμενοι από τους Βρετανούς τους Ιταλούς και τους Γάλλους.

 

Το στρεβλό μοντέλο μαζικού τουρισμού

Η αυξητική αυτή τάση που καταγράφεται μέσα σε μια δεκαετία ( με το 2019 έτος ρεκόρ από πλευράς αφίξεων αλλά και εσόδων) απεικονίζει και το απολύτως στρεβλό μοντέλο που ακολούθησε ο ελληνικός τουρισμός στην διάρκεια της κρίσης: Διαδοχικά «ρεκόρ αφίξεων» για τα οποία καμάρωναν οι εκάστοτε υπουργοί τουρισμού, αλλά και δραματική μείωση στην κατά κεφαλήν δαπάνη των ξένων επισκεπτών που σε απλά ελληνικά σημαίνει: «πληθαίνουν τα κεφάλια, πέφτει η ποιότητα»…

Ακόμη και αν συμβάδιζε σε πλήρη αρμονία η καμπύλη των αφίξεων με αυτή των τουριστικών εσόδων η προσέλκυση μαζικού τουρισμού αποτελεί μοντέλο με ημερομηνία λήξεως.

Τα «ρεκόρ αφίξεων» δεν εξασφαλίζουν ούτε ευημερία ούτε ανάπτυξη. Αντίθετα δημιουργούν συνθήκες κορεσμού και συχνά οδηγούν σε κανιβαλικές καταστάσεις που υπονομεύουν το επίπεδο διαβίωσης του ντόπιου πληθυσμού.

Το έζησε πρόσφατα η Βενετία, το έζησε η Βαρκελώνη, το έζησε η Ρόδος με το πρόβλημα των απορριμμάτων το έζησε και η Σαντορίνη που κλήθηκε να εξυπηρετήσει 85 χιλιάδες τουρίστες ημερησίως μέχρι ο δήμαρχος της να φωνάξει: «Στόπ! Δεν αντέχουμε άλλους τουρίστες»(ζητώντας επισήμως από την πολιτεία το πάγωμα οικοδομικών αδειών για τουριστικά καταλύματα).

 

Τσιφούτηδες οι Γερμανοί τουρίστες…

Το πρόσθετο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι ειδικά στην περίοδο της κρίσης, παρότι ο τουρισμός στήριξε σημαντικά το ΑΕΠ, η «έκρηξη των αφίξεων» δεν συνοδεύτηκε από έκρηξη τουριστικών εσόδων. Παρότι, όπως προαναφέραμε, από το 2010 ο αριθμός των αφίξεων υπερδιπλασιάστηκε ξεπερνώντας τα 31 εκατομμύρια, η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη γκρεμίστηκε από τα 740 ευρώ στα 530 ευρώ την ίδια στιγμή που στην Ισπανία αυξάνεται έστω και οριακά, ξεπερνώντας τα 1100 ευρώ και στην «δική» μας Κύπρο τα 850 ευρώ.

Η αναντιστοιχία αυτή δεν είναι τυχαία. Η Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης φτήνυνε, ενώ άλλα κράτη κράτησαν ψηλά μισθούς και κόστη υπηρεσιών.

Βάσει και της επιθυμίας των δανειστών η χώρα μας έγινε προσιτή σε χαμηλότερα εισοδήματα ακόμη για  χώρες του πρώην ανατολικού μπλόκ(η Ρουμανία είναι σταθερά στην πρώτη οκτάδα των χωρών προέλευσης).

Την συγκριτική μείωση των εσόδων επέτεινε η έκρηξη στις (μη δηλωμένες) ενοικιάσεις παραθεριστικών κατοικιών μέσω της πλατφόρμας “Airbnb”, οι μισθώσεις φτηνών ιστιοπλοικών και η μαζική επανεμφάνιση τροχόσπιτων, οι κάτοχοι των οποίων αφήνουν ελάχιστα χρήματα στις τοπικές κοινωνίες.

Το εντυπωσιακότερο όλων είναι όμως η κατά κεφαλή τουριστική δαπάνη ανά εθνικότητα που διαψεύδει στερεότυπα και ευρέως διαδεδομένους μύθους.

Το 2014, χρονιά αιχμής της κρίσης με την Ελλάδα ακόμη σε μνημονιακή επιτήρηση, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΣΕΤΕ που επικαλείται η έρευνα της PWC, οι Αμερικανοί τουρίστες αποδείχτηκαν οι πιο…χουβαρντάδες με μέση ημερήσια δαπάνη 89 ευρώ, ακολουθούμενοι κατά πόδας από τους Αυστραλούς και τους Ελβετούς με 87 ευρώ.

Οι Γερμανοί-οποία έκπληξις(!)- βρίσκονται ασθμαίνοντες στην…13η θέση με μόλις 65 ευρώ, την ώρα που ο…μέσος Αλβανός τουρίστας ξοδεύει 57!

Ας πάμε όμως και στα νεότερα στοιχεία του 2019 που ήταν μακράν η καλύτερη χρονιά του ελληνικού τουρισμού.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, πρώτοι στην κατά κεφαλήν δαπάνη έρχονται και πάλι οι Αμερικανοί τουρίστες με μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους. 1.179.000 Αμερικανοί επισκέπτες ξόδεψαν 1,09 δις ευρώ. Δηλαδή περί τα 926 ευρώ ανά κεφαλή δαπάνη σε αντίθεση με τα μόλις 734 ευρώ των Γερμανών και τα 744 ευρώ που αντιστοιχούν στους 583 χιλιάδες Ρώσους τουρίστες.

Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι Γερμανοί που επιλέγουν τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα είναι χαμηλότερης εισοδηματικής στάθμης από τον μέσο όρο Γερμανού εργαζόμενου, π.χ. ανειδίκευτοι εργάτες, φοιτητές, χαμηλοσυνταξιούχοι κλπ. Και αυτό είναι μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.

Ακόμη και για τους Αμερικάνους μία μέση δαπάνη κάτω από 1000 ευρώ είναι απογοητευτική όταν τα αντίστοιχα νούμερα σε Ισπανία και Ιταλία είναι πολύ μεγαλύτερα. Κι αυτό μπορεί να σημαίνει δύο πράγματα: Είτε ότι η Ελλάδα…παρά έγινε φτηνή για τους ξένους στα χρόνια της κρίσης, είτε ότι το μοντέλο μαζικού παραθερισμού με τα all inclusive και τα βραχιολάκια δημιουργεί μεν πληρότητες στις (υπερδανεισμένες) ξενοδοχειακές μονάδες, αλλά τα έσοδα νέμονται με θηριώδεις προμήθειες μέσω προ-κρατήσεων ξένοι πράκτορες και ταξιδιωτικά γραφεία όπως η (παραπαίουσα σήμερα) γερμανικών συμφερόντων «TUI» και ο…μακαρίτης πλέον, «Τhomas Cook».

 

 

Το μεγάλο κράχ λόγω κορωνοιού

Αποτελεί ίσως τραγική ειρωνεία ότι το 2020 ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς για τον ελληνικό τουρισμό. Τα πρώτα ανεπίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος μαρτυρούν ότι ο Ιανουάριος κινήθηκε εξαιρετικά εμφανίζοντας αύξηση κατά 24% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις οι οποίες διαμορφώθηκαν στα 287 εκατ. Ευρώ έναντι 230 εκατ. τον αντίστοιχο μήνα του 2019. Και μετά…ήρθε ο κορωνοιός.

Το ακριβές μέγεθος της ζημιάς που θα υποστεί φέτος ο ελληνικός τουρισμός είναι αδύνατον να υπολογισθεί, αλλά το μόνο βέβαιο είναι ότι μιλάμε για εικόνα γενικευμένης κατάρρευσης, αν λάβουμε μάλιστα υπόψιν ότι ο κλάδος παρουσιάζει υψηλό ποσοστό «κόκκινων δανείων», που με βάση τα πρόσφατα στοιχεία της ΤτΕ φτάνει στο 27,7%.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι προβλέψεις αναθεωρούνται επί τα χείρω διαρκώς και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού(UNWTO), που  στην αφετηρία της κρίσης ανέμενε μείωση κατά 1-3%, γρήγορα αναθεώρησε τις απόψεις του μιλώντας για μείωση τουριστικών αφίξεων από 20-30% το 2020 και συνακόλουθη απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, αλλά και μισού τρις ευρώ παγκοσμίως.

Οι προβλέψεις αυτές είναι εξαιρετικά συντηρητικές.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Τουρισμού(WTTC)μιλάει για τρύπα 2,1 τρις δολαρίων στον ταξιδιωτικό-τουριστικό κλάδο και απώλεια 75 εκατ.  Θέσεων εργασίας ανά την υφήλιο.

Στην Ελλάδα η κατάσταση προιδεάζει για ένα άνευ προηγουμένου κράχ. Το δραματικό σκηνικό αποτυπώνεται σε έρευνα του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων που δόθηκε στην δημοσιότητα στις 17 Μαρτίου και μεταξύ άλλων κατέγραφε απώλειες 522 εκατομμυρίων ευρώ στα ξενοδοχεία από ακυρώσεις δωματίων και συνεδρίων, προβλέποντας πτώση του τζίρου πάνω από 50% για το 2020. Επιπλέον με μία εξόχως συντηρητική εκτίμηση προβλέπεται η απώλεια περισσότερων από 38 χιλιάδες θέσεις εργασίας σε σύνολο 450 χιλιάδων(στην πραγματικότητα θα χαθούν τουλάχιστον οι μισές)

Η έρευνα που έγινε για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος προβλέπει πτώση στον ρυθμό μελλοντικών κρατήσεων κατά 72% στο 92% των ξενοδοχείων δωδεκάμηνης λειτουργίας και κατά 58% στα ξενοδοχεία εποχικής λειτουργίας. Όμως ήδη οι προβλέψεις αυτές έχουν ξεπεραστεί από τα γεγονότα.

Αν η καραντίνα κρατήσει και τον Μάιο που είναι το πιθανότερο, το επικρατέστερο(και εφιαλτικό)σενάριο για τα εποχικά καταλύματα είναι να μην ανοίξουν καθόλου αυτή τη σεζόν. Το καλοκαίρι δηλαδή να μην φτάσει ποτέ για τον ελληνικό τουρισμό…

Αναλογιστείτε απλά ότι ο τουρισμός στα χρόνια της κρίσης συνεισέφερε άμεσα και έμμεσα το 25% του ΑΕΠ και θα αντιληφθείτε εύκολα αυτό τι μπορεί να σημαίνει για την γενικότερη πορεία της ελληνικής οικονομίας…

 

«Βαριά βιομηχανία» ευάλωτη και χωρίς εφεδρείες…

Κάποιος από τους τεμπέληδες πολιτικούς μας ανακάλυψε κάποια στιγμή ότι «ο μαζικός τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας» και την φράση αυτή αναμασούν αβασάνιστα οι ανέμπνευστοι Μαυρογιαλούροι της μεταπολίτευσης.

Μεγαλύτερη ομολογία συλλογικής παραίτησης δεν υπάρχει. Είναι σαν να λες ότι σε βοήθησε ο Θεός να γεννηθείς στο πιο ευλογημένο «οικόπεδο» του πλανήτη, αλλά είσαι παντελώς ανίκανος να το αξιοποιήσεις με παραγωγικούς τρόπους, γι αυτό το παραχωρείς στο γείτονα για να παρκάρει το τροχόσπιτο, να λιάζεται, να κολυμπάει και να σου δίνει λίγο χαρτζιλίκι.

Μόνο που αν για κάποιο λόγο ο γείτονας αρρωστήσει, αλλάξει γνώμη, θελήσει άλλου είδους παροχές εκτός από τον ήλιο, τη θάλασσα και τις τσάμπα μπύρες, μένεις με το οικόπεδο αμανάτι, γεμάτο σκουπίδια από τις προηγούμενες χρήσεις.

Επιμύθιον: Την περίοδο της κρίσης, οι Ελληνες στράφηκαν όλο και περισσότερο σε υπηρεσίες «υποδοχής και φιλοξενίας» οι οποίες δεν μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό κορμό μιας παραγωγικής μηχανής που θα ξεκολλήσει τη χώρα από το τέλμα, θα οδηγήσει σε αυτόνομη ανάπτυξη και θα συγκρατήσει την διαρροή εγκεφάλων στο εξωτερικό. Επιπλέον ο κλάδος του τουρισμού και της φιλοξενίας, υπόκειται σε πολλούς αστάθμητους εξωτερικούς παράγοντες που μπορεί να αφορούν γεωπολιτική αστάθεια(ταξιδιωτική οδηγία), φυσικές καταστροφές ή και μια πανδημία όπως συμβαίνει σήμερα.

Επομένως η εξάρτηση μιας οικονομίας, σε τέτοιο βαθμό, από τους ξένους επισκέπτες αποτελεί αχίλλειο πτέρνα και όχι συγκριτικό πλεονέκτημα.

Ασφαλώς και ο τουρισμός αποτελεί σημαντική εισοδηματική πηγή στο ελληνικό ΑΕΠ. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε έναν τόπο που διαθέτει τόσες φυσικές ομορφιές και τέτοια πολιτισμική κληρονομιά. Αλλά οι ξαπλώστρες και τα ενοικιαζόμενα δεν μπορούν να αποτελούν «βαριά βιομηχανία» μιας ανεπτυγμένης χώρας.

Οφείλουμε να προστατεύσουμε και να αναβαθμίσουμε τον τουρισμό μας. Να φύγουμε επιτέλους από το αξίωμα της «μαζικότητας» και να επιδιώξουμε εξειδίκευση σε ποιοτικότερες μορφές αναψυχής. Με απαραίτητη προυπόθεση πάντα τον σεβασμό στην αισθητική του τοπίου και την ιστορία της πατρίδας μας. Η κρίση προσφέρει ασφαλώς ευκαιρία για ένα restart.

Όμως δεν μπορεί ο τουρισμός, όπως άλλωστε και η οικοδομή στο πρόσφατο παρελθόν, να αποτελεί παραγωγικό μονόδρομο ενός έθνους που αναμφισβήτητα, εκτός από το οικόπεδο, διαθέτει πρωτογενή χαρίσματα και έμφυτες ικανότητες.

Γιατί αν μείνουμε μόνο στις υπηρεσίες φιλοξενίας η οικονομία της χώρας θα είναι μονίμως ευάλωτη σε έκτακτες περιστάσεις όπως αυτές που ζούμε…

 

 

3η διάλεξη ΓΣΕΒΕΕ: «Βασικά ζητήματα οικονομικής πολιτικής: μέσα, στόχοι και αντιπαραθέσεις μεταξύ των βασικών ρευμάτων της οικονομικής σκέψης»

Ακολουθεί το video της τρίτης διάλεξης στο ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, που έγινε στις 16/12/2019.

Το θέμα της διάλεξης ήταν «Βασικά ζητήματα οικονομικής πολιτικής: μέσα, στόχοι και αντιπαραθέσεις μεταξύ των βασικών ρευμάτων της οικονομικής σκέψης»

Τα βασικά σημεία της διάλεξης ήταν τα ακόλουθα:

  • Τι είναι η οικονομική πολιτική και ποιες είναι οι βασικές κατηγορίες της
  • Πως προκύπτει το ζήτημα του οικονομικού ρόλου του κράτους σε μία καπιταλιστική οικονομία και οι κύριες εναλλακτικές θεωρήσεις του από τα βασικά ρεύματα της οικονομικής σκέψης
  • Βασικές σύγχρονες αντιπαραθέσεις σχετικά με κρίσιμα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής (π.χ. ρόλος και περιεχόμενο της βιομηχανικής πολιτικής, το ζήτημα του οικονομικού σχεδιασμού κλπ.)

Ο σύνδεσμος για το video της διάλεξης είναι ο ακόλουθος::

 

Η παρουίαση της διάλεξης σε pdf βρίσκεται στους ακόλουθους συνδέσμους:

https://www.researchgate.net/publication/338548328_Basika_zetemata_oikonomikes_politikes_mesa_stochoi_kai_antiparatheseis_metaxy_ton_basikon_reumaton_tes_oikonomikes_skepses_Stauros_Mauroudeas_Dialexeis_GSEBEE

https://www.academia.edu/41609883/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1_%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%87%CE%BF%CE%B9_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BE%CF%8D_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%88%CE%B7%CF%82_%CE%A3%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AD%CE%B1%CF%82_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%93%CE%A3%CE%95%CE%92%CE%95%CE%95

https://www.scribd.com/document/442719843/3%CE%B7-%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%96%CE%B7%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82

 

Crisi economiche e crisi dell’economia: L’economia politica come alternativa realistica e credibile – Stavros Mavroudeas

Traduzione italiana del mio documento ‘‘Economic Crisis and the crisis of Economics: Political Economy as a realistic and credible alternative’

Mille grazie a Francesco Maccelli

 

 

Crisi economiche e crisi dell’economia:

L’economia politica come alternativa realistica e credibile

 

Stavros Mavroudeas

Professore di Economia Politica

 

Traduzione italiana di Francesco Maccelli

 

Questo video si concentra sulle crisi della disciplina economica e sulla rilevanza dell’Economia politica come alternativa credibile e realistica. L’ultima Grande Recessione capitalistica del 2008 ha riaperto un dibattito a lungo dimenticato sulle questioni delle crisi economiche dalla tradizione dominante nella teoria economica, ovvero l’Economia. Quest’ultima – ovvero, lo studio delle società che si astrae dalle relazioni sociale e politiche, come un “gioco” tra individui e non tra classi sociali – ha fallito, sia nella variante ortodossa (Neoclassica) sia in quella eterodossa (Keynesiana) nel comprendere e in confronto alla crisi del 2008. Questa è una ripetizione del passato in quanto l’Economia non ha saputo interpretare o prevedere le principali crisi precedenti. Nella fattispecie, la versione ortodossa considera il capitalismo come un sistema perfetto dove le crisi sopraggiungono solamente perché è avvenuto uno spostamento dal “normale” equilibrio di mercato. Nella versione eterodossa il capitalismo, in accordo con la sua natura anarchica è soggetto a crisi, ma l’esistenza di contrappesi, ovvero gli Stati, può garantire il ripetersi di tali episodi. Entrambe le tradizioni hanno fallito completamento quando le crisi hanno colpito sia economie dai principi liberisti sia regolamentate. Dall’altra parte, l’Economia politica – l’altra grande tradizione presente nella teoria economica – propone una comprensione credibile e realistica della società e dell’economia. Quest’ultima non si basa su individui ma su classi sociali antagoniste. Questa lotta di classe dentro al perimetro dell’economia ha una natura sociale intrinseca ed è necessariamente legata alla politica. Pertanto, l’Economia Politica sostiene un’analisi unificata dell’economia, della società e della politica. All’interno di quest’ultima, la tradizione marxista identifica il capitalismo come un sistema instabile, che alterna periodi di boom a periodi di crisi. Questo è il normale funzionamento del sistema nel suo complesso in quanto presenta fluttuazioni cicliche (cicli economici). In questa visione, le crisi non sono aberrazioni ma normali fasi. Inoltre, l’intervento statale può influenzare l’aprirsi di crisi e le sue evoluzioni, ma non può mai estinguere la loro esistenza. In tal senso sostengo che questo quadro analitico ha un potere esplicativo maggiore dell’Economia.

 

I punti principali

 

Storicamente il pensiero economico si è diviso tra due principali approcci alternativi: l’Economia politica e l’Economia. La seguente tabella riassume le differenze fondamentali dei due orientamenti.

 

Tabella 1. I due principali approcci    
  Economia Politica Economia
Agenti Classi sociali. L’economia è un ‘gioco’ sociale Individui. L’economia è un ‘gioco’ tra individui
Focus principale Produzione Circolazione (e solo quello coinvolto negli scambi di mercato)
Quadro analitico Sistema duale: valore (lavoro) determina prezzi Prezzi determinati dai prezzi
Analisi dell’economia in relazione alla società e alla politica In un quadro unificato Separatamente

 

L’Economia è lo studio dell’economia in astrazione rispetto alle relazioni sociali e politiche, come un ‘gioco’ tra individui. Non possono esserci gruppi sociali poiché ogni individuo è diverso dall’altro. Tuttavia, queste totali differenze individuali obbediscono miracolosamente alla stessa norma comportamentale, ovvero minimizzando i costi e massimizzando l’utilità. Al contrario, l’Economia Politica considera l’economia come un processo sociale; quindi un ‘gioco’ tra classi sociali, con la presenza di antagonismo e differenti regole comportamentali.

 

Ognuno dei due approcci alternativi è suddiviso in due correnti, come mostrato nella Tabella 2.

 

Tabella 2. Sottodivisione dei due principali approcci  
Economia Politica Economia
Economia Politica Classica (Smith e Ricardo) Neoclassici
Economia Politica Marxista Keynesiani

 

Fino dalla fine del diciannovesimo secolo, l’Economia è divenuta la variante dominante all’interno della disciplina. Infatti, costituisce l’Ortodossia o il Mainstream della disciplina. L’Economia Politica ha continuato ad esistere (soprattutto sotto forma di Economia politica Marxista e Radicale) ma è stata relegata nel ‘sottomondo’, esclusa dalle posizioni dominanti dei processi decisioni della politica economica. Tuttavia, a causa della sua natura individualista e delle sue assunzioni fondamentali non realistiche (mercati perfetti, ecc.), l’Economia è stata segnata dai conflitti interni. Questi problemi sono particolarmente evidenti durante le grandi e prolungate crisi economiche ed è a questo punto che subentra la tradizione eterodossa. Quest’ultima ha alcuni punti in comuni con l’Ortodossia, ma si discosta da essa in altri.

 

Dalla metà degli anni ’80 il pensiero economico e la politica sono sempre più stati egemonizzati da tipi di teoria Neoclassica molto dogmatici e conservatori, di solito etichettati come neoliberismo. Le aspettative razionali, l’infatuazione matematica senza considerazioni sul realismo, la credenza in un perfetto funzionamento dei mercati sono le sue principali caratteristiche. In questo solco, il Keynesismo, la precedente ortodossia, divenne un filone eterodosso.

 

Tuttavia, il neoliberismo, a cause delle sue ipotesi non realistiche – ha seri problemi nell’istruire la politica economica. Pertanto, anche prima della crisi capitalistica globale del 2008, fu creata una nuova ortodossia. Questo è quello che ho chiamato il Nuovo Consenso Macroeconomico (NCM), che è un ibrido tra un lieve neoliberismo e il nuovo keynesismo conservatore. In breve, il NCM è keynesiamo nel breve termine, accettando l’esistenza così di attriti e disequilibri e quindi l’intervento in politica economica, e neoliberale nel lungo periodo, puntando sulle aspettative razionali e nei mercati auto-regolanti.

 

Al contrario, la Grande Recessione del 2008 e le sue conseguenze hanno fatto a pezzi la credibilità di questa nuova ortodossia e ha mostrato ancora una volta la palese ed intrinseca incapacità dell’Economia di comprendere, prevedere e affrontare le crisi economiche.

 

Vi sono ampie prove di questo fallimento: in questo senso, i Neoclassici avevano preannunciato la fine dei cicli economici. In particolare, il Fondo Monetario Internazionale nell’ottobre 2007 ha dichiarato che “nelle economie avanzate le recessioni sono praticamente scomparse nel secondo dopoguerra”.

E poi è sopravvenuto lo stupore: il vincitore del Premio Nobel e principale economista neoclassico di Chicago, Eugene Fama ha dichiarato che “non sappiamo che cosa causa le recessioni. Non sono un macroeconomista, quindi non mi sento in difetto per questo. Non l’abbiamo mai saputo. Ancora oggi continuano i dibattiti su ciò che ha causato la Grande Depressione. L’economia non è molto brava a spiegare le oscillazioni dell’attività economica… Se avessi potuto prevedere la crisi, lo avrei fatto. Non le vedo. Mi piacerebbe sapere di più cosa provoca i cicli economici”.

 

Il fallimento dell’Economia, in entrambi le varianti (Ortodossi e Eterodossi), nel comprendere le crisi economiche deriva dalla sua stessa metodologia. La tabella 3 riassume il percorso principale degli approcci delle scuole del pensiero economiche al problema delle crisi economiche

 

Essenzialmente, il Neoclassici credono che il capitalismo è un sistema perfetto, un orologio svizzero, che non fallirà mari e che non cade in crisi. Queste ultime sopraggiungono perché alcuni agenti non seguono il normale comportamento del mercato, distorcendo il perfetto funzionamento di esso. Il capitalismo è intrinsecamente perfetto e auto-equilibrante.

 

I Keynesiani ritengono che il capitalismo può cadere nelle crisi per colpa della sua natura anarchica che consente agli agenti di funzionare in modo irregolare. Tuttavia, una supervisione dello Stato nazione può evitare crisi o risolverle. Il capitalismo è il miglior sistema economico possibile, ma deve essere salvato dalle sue stesse contraddizioni.

 

Questi due approcci hanno fallito non solo nell’ultima crisi, ma anche in quelle precedenti. Il loro tracollo deriva dalle loro basi comune all’interno della tradizione dell’Economia:

  • La comprensione dell’economia è un ‘gioco’ tra individui che non riescono a interpretare la sua dimensione sociale e, in particolare, il loro ruolo di lotta di classe. Non riescono a collegare i processi economici a quelli sociali e politici.
  • La loro convinzione che il capitalismo sia il miglior sistema socioeconomico porta a ignorare le sue carenze e contraddizioni fondamentali o a pensare che possano essere corrette.
  • La loro enfasi sulla sfera della circolazione ignora che la base dell’economia è la sfera della produzione. Pertanto, sia il neoclassicismo che il keynesismo ignorano il ruolo critico della redditività – il tasso di profittabilità e il totale dei profitti – nell’economia capitalistica. Di conseguenza, questi due approcci non sono in grado di discernere come una caduta della redditività proti alla crisi economica.

 

Contrariamente a questi ultimi, l’Economia Politica propone una comprensione più realistica e credibile dell’Economia. Quest’ultimo non è un ‘gioco’ tra individui ma tra classi sociali antagoniste. La lotta di classe all’interno dell’economia ha una natura sociale intrinseca ed è naturalmente legata alla politica. Infatti, l’Economia Politica sostiene un’analisi unificata dell’economia, della società e della politica.

 

All’interno dell’Economia Politica, la tradizione Marxista offre una teoria della crisi molto realistica, sofisticata e coerente. Sostiene che il capitalismo è un sistema che alterna periodi di crescita a periodi di crisi. Questo è il normale funzionamento del sistema in quanto presenta fluttuazioni cicliche, ovvero cicli economici. Pertanto, le crisi non sono un’aberrazione ma una caratteristica. In questo senso, l’intervento statale può influenzare il dispiegarsi e l’evolversi delle crisi, ma non può estinguere la loro esistenza.

 

I punti principali della teoria marxista delle crisi possono essere riassunti come segue:

  • Le crisi economiche fanno parte del normale funzionamento del sistema capitalistico, cioè hanno cause sistemiche o endogene.
  • Ciò implica che le crisi sono un evento comune e frequente, ovvero un fenomeno ricorrente.
  • Ciò però non implica che il capitalismo sia in crisi continuamente, né che è destinato a crollare a causa di un più semplice effetto economico. Il capitalismo passa da periodi di boom a periodi di recessione. Questa successione di cicli provoca le fluttuazioni dell’attività economica (cicli economici) ed è espressa sia nei cicli di breve che in quelli di lungo periodo.
  • Le cause sistemiche delle crisi derivano dalla sfera dominante della produzione. Esprimono le contraddizioni dell’accumulazione capitalista e operano anche senza gli effetti della lotta di classe. In breve, le crisi compaiono anche senza la militanza dei lavoratori e la loro contrapposizione ai capitalisti.
  • La causa sistemica delle fluttuazioni economiche sia di breve che di lungo periodo è il tasso di profitto. La profittabilità è lo scopo e, quindi, il fattore determinante nel funzionamento del sistema capitalista. Pertanto, le sue fluttuazioni determinano sia i cicli a breve sia quelli a lungo termine dell’accumulazione di capitale, espresse grossolanamente nelle fluttuazioni degli investimenti e del PIL.
  • La regola di base che determina il movimento del profitto è la legge di tendenza della caduta del saggio di profitto individuata da Marx. Questo meccanismo fornisce l’essenza centrale coesiste nella lotta continua con una serie di tendenze contrarie. La loro interazione provoca sia le fluttuazioni di lungo periodo, ovvero l’alternanza di periodi d’oro di forte crescita e di fasi di crisi strutturali, sia le fluttuazioni di breve periodo, che alternano crescita e crollo.
  • La competizione intra-capitalista si svolge in funzione dei tassi di profitto, mettendo in relazione i capitalisti. Il cambiamento tecnico, in tal senso, è il principale fattore determinante del vantaggio competitivo in questa corsa tra produttori. Questo ruolo cruciale attribuito al cambiamento tecnologico differenzia Marx sia da Adam Smith sia da David Ricardo.
  • Le crisi sono sia un’espressione dei problemi del capitalismo, sia un meccanismo di rettifica interno a tale sistema.
  • I problemi: il successo stesso del sistema, cioè la sua eccessiva accumulazione di capitale, causa il suo fallimento, ovvero l’incapacità di continuare ad accumulare. La sua sovrapproduzione lo porta a superare i suoi limiti sociali e tecnici in un periodo dato.
  • La rettifica: un processo di distruzione e ri-costruzione, partendo dalla scomparsa di una parte del sistema per lasciare spazio ad un nuovo fenomeno.

Questo quadro analitico ha un potere esplicativo maggiore di quello dimostrato dall’Economia come il dibatto sulla recente crisi globale ha confermato.

Crise econômica e a crise da Economia: Economia Política como alternativa realista – Stavros Mavroudeas, Crítica Ontológica

This is the Portuguese translation of ‘Economic Crisis and the crisis of Economics: Political Economy as a realistic and credible alternative’.

It was published at Crítica Ontológica

Thanks to Guilherme Nunes Pires for the translation.

 

Crise econômica e a crise da Economia: Economia Política como alternativa realista |Stavros Mavroudeas

Por Stavros Mavroudeas (texto original)

Tradução de Guilherme Nunes Pires (@guinunespires)

Esta palestra em vídeo enfoca a atual crise econômica e a relevância da economia política como uma alternativa realista e credível. A última crise capitalista global de 2008 reabriu as discussões sobre a questão da crise econômica; uma questão há muito esquecida pela tradição dominante na teoria econômica, Economia. A economia (que é o estudo da economia em abstração das relações sociais e políticas, como uma “brincadeira” entre indivíduos e não entre classes sociais) falhou, tanto nas versões Mainstream (Neoclassicismo) quanto Heterodoxa (Keynesianismo) para prever, compreender e enfrentar a crise de 2008. Esta é uma repetição do histórico sombrio da Economia contra quase todas as principais crises econômicas anteriores. Sua versão Mainstream considera o capitalismo um sistema perfeito, onde as crises só surgem devido a deformações do funcionamento “normal” do mercado.

Sua versão heterodoxa sustenta que o capitalismo – por causa de sua natureza anárquica – é propenso a crises, mas a existência de um superintendente (na forma do estado) pode garantir a prevenção de episódios tão tristes. Ambas as versões falharam completamente quando a crise atingiu as economias desreguladas e regulamentadas. Por outro lado, a Economia Política – a outra grande tradição na teoria da economia – propõe uma compreensão mais realista e credível da economia. O último não é um “jogo” entre indivíduos, mas entre classes sociais antagônicas. Essa luta de classes na economia tem uma natureza social inerente e está necessariamente ligada à política.

Assim, a Economia Política defende uma análise unificada da economia, da sociedade e da política. Dentro da Economia Política, a tradição marxista argumenta que o capitalismo é um sistema que passa de períodos de boom para períodos de rebentação. Esse é o funcionamento normal do sistema, pois exibe flutuações cíclicas (ciclos econômicos). Assim, as crises não são uma aberração, mas uma característica normal. Além disso, a intervenção estatal pode afetar a erupção e a evolução das crises, mas não pode extinguir sua existência. Essa estrutura analítica tem maior poder explicativo que a economia.

OS PRINCIPAIS PONTOS DA CONVERSA SÃO OS SEGUINTES:

O assunto desta palestra em vídeo é a atual crise econômica e a relevância da economia política como uma alternativa realista e credível à primeira.

Historicamente, o pensamento econômico é dividido entre duas abordagens alternativas principais: Economia Política e Economia.

A tabela a seguir resume as diferenças fundamentais entre essas abordagens.

Tabela 1: Principais abordagens econômicas alternativas

1

Economia é o estudo da economia em abstração das relações sociais e políticas, como um “jogo” entre indivíduos. Não pode haver grupos sociais, pois cada indivíduo é diferente do outro. No entanto, esses indivíduos totalmente diferentes obedecem milagrosamente à mesma norma comportamental (minimizam o custo e maximizam a utilidade).

Pelo contrário, a Economia Política considera a economia como um processo social; portanto, é uma ‘brincadeira’ entre classes sociais. Existem antagonismos entre eles (luta de classes). E também são regras comportamentais diferentes para diferentes classes sociais.

Cada uma das duas principais abordagens econômicas alternativas é subdividida em duas correntes, conforme mostrado na Tabela 2.

Tabela 2: Subdivisões das principais abordagens econômicas alternativas

2

Desde o final do século 19, a economia se tornou a abordagem dominante. Assim, constitui a Ortodoxia ou o Mainstream. A Economia Política continua sua existência (principalmente na forma de Economia Política Marxista e Radical), mas é relegada ao ‘submundo’, excluído das alturas de comando da formulação de políticas econômicas.

No entanto, devido à sua natureza social e suas suposições fundamentais irrealistas (mercados perfeitos etc.), a Economia foi marcada por conflitos internos. Esses problemas são particularmente evidentes durante grandes e prolongadas crises econômicas. Assim, na economia também aparece uma heterodoxia. Este último é praticamente uma heresia: compartilha vários artigos de fé com a Ortodoxia, mas discorda de outros.

Desde meados da década de 1980, o pensamento e as políticas econômicas têm sido cada vez mais dominados por tipos muito dogmáticos e conservadores da teoria neoclássica (geralmente denominada neoliberalismo). Expectativas racionais, paixão pela matematização sem considerar seu realismo, crença no perfeito funcionamento dos mercados são suas principais características. O keynesianismo – a ortodoxia anterior – tornou-se uma heterodoxia.

No entanto, o neoliberalismo – por causa de suas suposições irrealistas – tem sérios problemas ao instruir a política econômica. Assim, mesmo antes da crise capitalista global de 2008, uma nova ortodoxia foi criada. Este é o Novo Consenso Macroeconômico, que é um híbrido entre um Neoliberalismo moderado e o Novo Keynesianismo conservador. Em resumo, a Nova Ortodoxia do Consenso Macroeconômico é keynesiana no curto prazo (aceitando a existência de atritos e desequilíbrios e, portanto, a eficácia da política econômica) e neoliberal no longo prazo (acreditando nas Expectativas Racionais e nos mercados auto-equilibrados).

No entanto, a crise capitalista global de 2008 e suas consequências destruíram a credibilidade dessa Ortodoxia e mostram mais uma vez a flagrante incapacidade da Economia em entender, prever e enfrentar crises econômicas.

Há ampla evidência dessa falha:

Novos clássicos anunciaram o fim dos ciclos econômicos.

Em um nível mais prático, o FMI declarou em outubro de 2007 que “nas economias avançadas, as recessões econômicas praticamente desapareceram no período pós-guerra”.

E então houve espanto:

O vencedor do Prêmio Nobel e o economista neoclássico de Chicago Eugene Fama declarou: “Não sabemos o que causa recessões. Eu não sou macroeconomista, então não me sinto mal com isso. Nós nunca soubemos. Os debates continuam até hoje sobre o que causou a Grande Depressão. A economia não é muito boa em explicar as oscilações da atividade econômica … Se eu pudesse prever a crise, teria. Eu não vejo isso. Gostaria de saber mais o que causa ciclos de negócios. “

O fracasso da Economia (em suas versões ortodoxa e heterodoxa) em compreender a crise econômica decorre de sua própria metodologia.

A Tabela 3 resume a maneira como as principais escolas de pensamento econômico abordam a questão da crise econômica.

Tabela 3: Escolas de pensamento econômico & a crise econômica

3

Essencialmente, o neoclassicismo acredita que o capitalismo é um sistema perfeito (um relógio suíço) que nunca falha (e cai em crise). As crises ocorrem porque algum agente não segue o comportamento normal do mercado (portanto, distorce o perfeito funcionamento do mercado). O capitalismo é perfeito e se equilibra.

O keynesianismo acredita que o capitalismo pode cair em crise (teoria das possibilidades da crise) porque sua natureza anárquica permite que os agentes funcionem irregularmente. No entanto, uma supervisão sensata do estado pode evitar crises ou resolvê-las. O capitalismo é o melhor, mas deve ser salvo de suas próprias contradições.

Essas abordagens falharam não apenas na última crise, mas também nas anteriores. Seu fracasso deriva de seus fundamentos comuns da Economia:

  • A compreensão da economia é uma “brincadeira” entre indivíduos que não consegue compreender sua dimensão social e, particularmente, o papel da luta de classes. Ele também falha em vincular processos econômicos, sociais e políticos.
  • Sua crença de que o capitalismo é o melhor sistema socioeconômico leva a ignorar suas deficiências e contradições fundamentais ou a pensar que elas podem ser retificadas.
  • Sua ênfase na esfera da circulação ignora que a base da economia é a esfera da produção. Assim, tanto o neoclassicismo quanto o keynesianismo ignoram o papel crítico da lucratividade (a taxa e a massa do lucro) na economia capitalista. Consequentemente, eles não conseguem discernir como uma queda na lucratividade leva à crise econômica.

Ao contrário de ambos, a economia política propõe uma compreensão mais realista e credível da economia. O último não é um “jogo” entre indivíduos, mas entre classes sociais antagônicas. Essa luta de classes na economia tem uma natureza social inerente e está necessariamente ligada à política. Assim, a Economia Política defende uma análise unificada da economia, da sociedade e da política.

Na economia política, a tradição da economia política marxista oferece uma teoria da crise muito realista, sofisticada e coerente. Argumenta que o capitalismo é um sistema que passa de períodos de booms para períodos de rebentação. Esse é o funcionamento normal do sistema, pois exibe flutuações cíclicas (ciclos econômicos). Assim, as crises não são uma aberração, mas uma característica normal. Além disso, a intervenção estatal pode afetar a erupção e a evolução das crises, mas não pode extinguir sua existência.

Os principais pontos da teoria marxista da crise podem ser resumidos da seguinte forma:

  • As crises econômicas fazem parte do funcionamento normal do sistema capitalista (isto é, têm causas endógenas [sistêmicas]).
  • Isso implica que as crises são um evento usual e frequente (ou seja, são um fenômeno sistemático).
  • Isso não implica que o capitalismo esteja em crise contínua nem que esteja destinado a entrar em colapso devido a uma simples economia. Em vez disso, o capitalismo passa de períodos de boom (crescimento) para períodos de rebentamento (recessão). Essa sucessão causa flutuações da atividade econômica (ciclos econômicos) e é expressa tanto nos ciclos econômicos de curto prazo quanto nos de longo prazo.
  • As causas sistêmicas das crises derivam da esfera dominante da produção (e são subsequentemente expressas nas demais e não vice-versa). Expressam as contradições da acumulação capitalista e operam mesmo sem os efeitos da luta de classes (ou seja, as crises aparecem mesmo sem a militância dos trabalhadores).
  • O determinante básico (causa sistêmica) das flutuações econômicas de curto e longo prazo é a taxa de lucro (e a massa de lucros ligada a ela). A motivação do lucro é o objetivo e, portanto, o fator determinante na operação do sistema capitalista. Portanto, suas flutuações determinam as flutuações de curto e de longo prazo da acumulação de capital (expressas grosseiramente nas flutuações do investimento e do PIB).
  • A regra básica que determina o movimento do lucro é a Lei da Queda Tendencial da Taxa de Lucro (LQTTL). Ele fornece o centro. Ele coexiste em luta contínua com várias tendências de contra-ação. Sua interação causa tanto as flutuações de longo prazo (alteração entre as “épocas douradas” de forte crescimento e profundas crises estruturais) quanto as flutuações de curto prazo (alterações entre crescimento e queda).
  • A competição intra-capitalista ocorre em vista das taxas de lucro (cada capitalista vê seus adversários) e é modelada de forma crucial pelos aspectos técnicos de sua empresa. Portanto, a mudança técnica é o principal determinante da vantagem competitiva. Esse papel crucial atribuído à mudança técnica diferencia Marx de A. Smith (ele considerou mudança técnica, mas não em relação à taxa de lucro) e D. Ricardo (ele não considerou mudança técnica em relação à taxa de lucro)
  • A crise é uma expressão dos problemas do sistema capitalista e um mecanismo de retificação.
  • Problemas: o próprio sucesso do sistema (sua superacumulação de capital) causa seu fracasso (a incapacidade de continuar acumulando). Sua superextensão leva a superar seus limites sociais e técnicos (no período determinado).
  • Retificação: um processo de destruição e reconstrução. Parte do sistema deve ser destruída (por exemplo, falências) para deixar espaço para sua [reconstrução].

Esse arcabouço analítico tem maior poder explicativo que a Economia, como provou o debate sobre a recente crise global.

‘Economic Crisis and the crisis of Economics: Political Economy as a realistic and credible alternative’ – video lecture by S.Mavroudeas

I have been invited by the ISEPA’19 conference (organised by the Dicle University) to speak atheir conference.

Since I could not make it due to other obligations I was asked for a video lecture.

Its subject is ‘Economic Crisis and the crisis of Economics: Political Economy as a realistic and credible alternative’

Nikos Zappas did an excellent job in recording and editing the video.

The link for watching the video is below:

 

  • The abstract of the lecture is the following:

 

INTERNATIONAL SYMPOSIUM ON ECONOMICS, POLITICS AND ADMINISTRATION

ISEPA’19

‘Rethinking the Economy and Politics: Current Solutions for New Problems’

10-12 October 2019, Dicle University, Diyarbakir

 

‘Economic Crisis and the crisis of Economics:

Political Economy as a realistic and credible alternative’

 

Stavros Mavroudeas

Professor of Political Economy

Panteion University

Dept. of Social Policy

e-mail: s.mavroudeas@panteion.gr

 

ABSTRACT

This video lecture focuses on the current crisis of Economics and the relevance of Political Economy as a realistic and credible alternative. The last global capitalist crisis of 2008 reopened discussions on the issue of economic crisis; an issue long forgotten by the dominant tradition within economic theory, Economics. Economics (that is the study of the economy in abstraction from social and political relations, as a ‘play’ between individuals and not between social classes) has failed, in both its Mainstream (Neoclassicism) and Heterodox (Keynesianism) versions to forecast, comprehend and confront the 2008 crisis. This is a repetition of Economics’ dismal record against almost all previous major economic crises. Its Mainstream version considers capitalism a perfect system where crises erupt only because of deformations of the ‘normal’ functioning of the market. Its Heterodox version maintains that capitalism – because of its anarchic nature – is prone to crises but the existence of an overseer (in the form of the state) can secure the avoidance of such sad episodes. Both versions have failed utterly as the crisis hit both deregulated and regulated economies. On the other hand, Political Economy – the other major tradition in economy theory – proposes a more realistic and credible understanding of the economy. The latter is not an ‘play’ between individuals but between antagonistic social classes. This class struggle within the economy has an inherent social nature and is necessarily linked with politics. Thus, Political Economy argues for a unified analysis of the economy, the society and politics. Within Political Economy the Marxist tradition argues that capitalism is a system that passes from periods of booms to periods of bust. This is the normal functioning of the system as it exhibits cyclical fluctuations (economic cycles). Thus, crises are not an aberration but a normal characteristic. Moreover, state intervention can affect the eruption and the evolution of crises but it cannot extinguish their existence. This analytical framework has greater explanatory power that Economics.

 

  • The main points of the talk are the following:

The subject of this video lecture is the current crisis of Economics and the relevance of Political Economy as a realistic and credible alternative to the former.

Historically, economic thought is divided between two main alternative approaches: Political Economy and Economics.

The following table summarises the fundamental differences between these approaches.

 

 

Table 1: Main alternative economic approaches

 

POLITICAL ECONOMY

 

 

ECONOMICS

Agents social classes

the economy is a social ‘game’

individuals

the economy is a ‘game’ between individuals

Primary focus production circulation (and only that involved in market exchange
Analytical framework Dual system:

(labour) values detn. prices

Single system:

prices detn. prices

Analysis of the economy in relation to society and politics in a unified framework separately

 

Economics is the study of the economy in abstraction from social and political relations, as a ‘play’ between individuals. There cannot be social groups as each individual is different from the other. However, these totally different individuals obey miraculously the same behavioural norm (minimize cost while maximizing utility).

On the contrary, Political Economy considers the economy as a social process; thus it is a ‘play’ between social classes. There is antagonisms between them (class struggle). And also they are different behavioural rules for different social classes.

Each of the two main alternative economic approaches is sub-divided two currents, as shown in Table 2.

 

Table 2: Sub-divisions of the Main alternative economic approaches

 

Since the end of the 19th century, Economics have become the dominant approach. Thus, it constitutes the Orthodoxy or the Mainstream. Political Economy continues its existence (mainly in the form of Marxist and Radical Political Economy) but it is relegated to the ‘underworld’, excluded from the commanding heights of economic policy making.

However, because of its a-social nature and its unrealistic fundamental assumptions (perfect markets etc.), Economics has been scarred by internal strife. These problems are particularly evident during big and prolonged economic crises. Thus, there appears within Economics also a Heterodoxy. The latter is practically a heresy: it shares several articles of faith with the Orthodoxy but it disagrees in some others.

Since the mid-1980s economic thought and policy has been increasingly dominated by very dogmatic and conservative types of Neoclassical theory (usually branded as Neoliberalism). Rational Expectations, infatuation with mathematization without considering its realism, belief in the perfect functioning of markets are its main features. Keynesianism – the previous Orthodoxy – became a Heterodoxy.

However, Neoliberalism – because of its unrealistic assumptions – has serious problems in instructing economic policy. Thus, even before the 2008 global capitalist crisis, a new Orthodoxy was created. This is the New Macroeconomic Consensus, which is a hybrid between a mild Neoliberalism and the conservative New Keynesianism. In a nutshell, the New Macroeconomic Consensus Orthodoxy is Keynesian in the short-run (accepting the existence of frictions and disequilibria and thus the efficacy of economic policy) and Neoliberal in the long-run (believing in Rational Expectations and self-equilibrating markets).

Nevertheless, the 2008 global capitalist crisis and its aftermath tore apart the credibility of this Orthodoxy and show once again the blatant inability of Economics to understand, forecast and confront economic crises.

There is ample evidence of this failure:

New Classicals have pronounced the end of economic cycles.

On a more practical level, the IMF declared in October 2007 that “in advanced economies, economic recessions had virtually disappeared in the post-war period”.

And then there was astonishment:

Nobel Prize winner and top Chicago neoclassical economist Eugene Fama declared: “We don’t know what causes recessions. I’m not a macroeconomist, so I don’t feel bad about that. We’ve never known. Debates go on to this day about what caused the Great Depression. Economics is not very good at explaining swings in economic activity… If I could have predicted the crisis, I would have. I don’t see it. I’d love to know more what causes business cycles.”

The failure of Economics (both in their Orthodox and Heterodox versions) to comprehend the economic crisis stems from their very methodology.

Table 3 summarises the way the main schools of economic thought approach the issue of economic crisis.

Table 3: Schools of economic thought

& the economic crisis

 

Essentially, Neoclassicism believes that capitalism is a perfect system (a Swiss clock) that never fails (and falls into crisis). Crises occur because some agent does not follow the normal market behaviour (hence it distorts the perfect functioning of the market). Capitalism is perfect and self-equilibrating.

 

Keynesianism believes that capitalism may fall into crisis (possibility theory of crisis) because its anarchic nature permits agents to function irregularly. However, a wise state supervision can either avoid crises or solve them. Capitalism is the best but it has to be saved from its own contradictions.

 

These approaches have failed not only in the last crisis but also in the previous ones. Their failure stems from their common foundations of Economics:

  • Understanding of the economy as a ‘play’ between individuals fails to grasp its social dimension and particularly the role of class struggle. It fails also to link economic and social and political processes.
  • Their belief that capitalism is the best socio-economic system leads to either ignore its fundamental deficiencies and contradictions or think that they can be rectified.
  • Their emphasis on the sphere of circulation ignores that the basis of the economy is the sphere of production. Thus, both Neoclassicism and Keynesianism ignore the critical role of profitability (the rate and the mass of profit) in the capitalist economy. Consequently, they cannot discern how a falling profitability leads to economic crisis.

 

Contrary to both of them, Political economy proposes a more realistic and credible understanding of the economy. The latter is not a ‘play’ between individuals but between antagonistic social classes. This class struggle within the economy has an inherent social nature and is necessarily linked with politics. Thus, Political Economy argues for a unified analysis of the economy, the society and politics.

 

Within Political Economy the Marxist Political Economy tradition offers a very realistic, sophisticated and coherent theory of crisis. It argues that capitalism is a system that passes from periods of booms to periods of bust. This is the normal functioning of the system as it exhibits cyclical fluctuations (economic cycles). Thus, crises are not an aberration but a normal characteristic. Moreover, state intervention can affect the eruption and the evolution of crises but it cannot extinguish their existence.

 

The main points of the Marxian theory of crisis can be summarized as follows:

 

  • Economic crises are part of the normal functioning of the capitalist system (that is, they have endogenous [systemic] causes).
  • This implies that crises are a usual and frequent event (that is they are a systematic phenomenon).
  • This does not imply that capitalism is in continuous crisis; neither than that it is destined to collapse due to simply an economic Rather, that capitalism passes from periods of boom (growth) to periods of bust (recession). This succession causes the fluctuations of economic activity (economic cycles) and is expressed both in the short-run economic cycles and in the long-run ones.
  • The systemic causes of crises derive from the dominant sphere of production (and are subsequently expressed in the others and not vice versus). They express the contradictions of capitalist accumulation and they operate even without the effects of class struggle (i.e. crises appear even without workers’ militancy).
  • Τhe basic determinant (systemic cause) of both the shοrt-run and the long-run economic fluctuations is the profit rate (and the linked to it mass of profits). The profit motive is the aim and, hence the determining factor in the operation of the capitalist system. Therefore, its fluctuations determine both the short-run and the long-run fluctuations of the accumulation of capital (grossly expressed in the fluctuations of investment and the GDP).
  • The basic rule that determines the movement of profit is the Law of the Tendency of the Rate of Profit to Fall (TRPF). It provides the central direction. It co-exists in continuous struggle with a number of counter-acting tendencies. Their interplay causes both the long-run fluctuations (alteration between ‘golden eras’ of strong growth and deep structural crises) and the short-run fluctuations (alterations between growth and slump).
  • Intra-capitalist competition takes place in view of rates of profit (each capitalist eyes his adversaries) and is crucially shaped by the firms’ technical structure. Therefore, technical change is the main determinant of competitive advantage. This crucial role attributed to technical change differentiates Marx from both A.Smith (he considered technical change but not in relation to the rate of profit) and D.Ricardo (he did not considered technical change in relation to the rate of profit)
  • The crisis is both an expression of the problems of the capitalist system and a rectification mechanism.
  • Problems: the very success of the system (its overaccumulation of capital) causes its failure (the inability to continue to accumulate). Its overextension leads it to surpass its social and technical limits (in the given period).
  • Rectification: a process of destruction and reconstruction. Part of the system must be destroyed (e.g. bankruptcies) in order to leave space for its

 

This analytical framework has greater explanatory power than that of Economics as the debate on the recent global crisis proved.

 

The contemporary relevance of Marx’s analysis of credit, indebtedness and speculation – A comment on Ramirez – ECONOMIC THOUGHT

Economic Thought

http://etdiscussion.worldeconomicsassociation.org/?wea_paper=credit-indebtedness-and-speculation-in-marxs-political-economy&cpage=1#comment-10473

 

 

The contemporary relevance of Marx’s analysis of credit, indebtedness and speculation – A comment on Ramirez

 

Stavros Mavroudeas

Department of Economics

University of Macedoni

Thessaloniki, Greece

e-mail: smavro@uom.edu.gr

 

I. Introduction

The 2008 global capitalist crisis and its financial intricacies has shattered the Mainstream dictums of efficient market hypothesis and the benevolent role of finance and has regenerated interest in the ‘underworld’ theories of Marx and Marxist Political Economy. This return to Marx has taken place within a broader resurgence of interest in Heterodox economic approaches. However, this much needed resurgence is not without problems.

A first one is that despite its obvious failure Mainstream Economics instead of losing they increased their grip on the economics profession and academia. The reasons for this abnormal dominance are manifold. A fundamental one is that the dominant classes has not yet found a suitable alternative and that the depth of economic turbulence does not leave them much room for economic concessions to the subaltern classes. A second reason might be that the Heterodox assault against Mainstream economics has, too a great extent, mis-specified its target. The brunt of the attack is on a largely fictitious Neoliberalism and missed that the actual current Mainstream is a fusion of mild Neoliberalism with conservative New Keynesianism – as exemplified in the New Macroeconomic Consensus. Hence, much of the attacks on the Mainstream miss their target. Moreover, they make false alliances with well-publicised Keynesian and New Keynesian approaches (P.Krugman and J.Stiglitz being the more prominent of them) that blunt both the Heterodox critique of the Mainstream and its ability to offer an alternative.

It is within this framework that Ramirez’s article can be understood and situated. In this article (‘Credit, Indebtedness, and Speculation in Marx’s Political Economy’), as in other similar papers (e.g. Ramirez (2014)), he advances a very meticulous and reading of Marx’s analysis of capitalism’s financial system. He argues that, despite the fragmented nature of Marx’s writings on this issue, they offer a coherent and insightful framework for grasping the modus operandi of capitalism’s financial system. Ramirez accurately points out that for Marx the financial system and its main attributes (credit, debt, speculation) plays a double and contradictory role. On the one hand, it facilitates the expanded reproduction of capital. But, on the other hand, it increases the fragility of the capitalist system. Especially during the phase of the economic cycle that precedes a depression, the financial system may succeed in postponing it but at the cost of aggravating it when the day of reckoning can no longer be delayed.

 

II. The significance of credit and the turnover of capitaRamirez follows meticulously Marx’s analysis of the development of credit in capitalism, beginning from commercial credit and evolving towards bank credit and more complex forms of debt and speculation.

He identifies three major channels through which credit enhances capitalist reproduction:

  • It is pivotal in equalizing the profit rate by helping speed up the flow of capital from one industry to another
  • It reduces the costs of circulation by speeding up the circulation of commodities and shortening the turnover time of capital
  • It facilitates the concentration and centralization of capitals via the formation of stock companies which, in turn, further stimulates the scale of production and the creation of surplus-value and the development of capitalism on both a national and international scale

 

But at the same time, credit, debt and speculation increases the instability of the system due to the anarchic character of capitalism’s modus operandi.

Moreover, Ramirez analyses how Marx very appositely related this contradictory role to different phases of the economic cycle.

In my opinion, the most important point of this point is its emphasis on the turnover of capital, how this is related to credit and how it affects the capitalist reproduction. This is a very interesting issue given the limited attention that it has received till now. This paper is part of a small but growing research on this crucial matter (e.g. Fichtenbaum (1988), Jones (2016)). Ramirez shows that in Volumes II and III of Capital Marx considers that the expansion of credit during capitalism’s development reduces the turnover time of capital. The latter increases the rate of surplus-value and thus the rate of profit. This means that the shortening of the turnover time operates as a counteracting factor to the tendency of the rate of profit to fall. He commendably pays attention to Engels’ contribution on this and the latter’s copious reworking and expansion of Marx’s fragmented notes.

In a nutshell we can formulate the issue of turnover time as follows. First, consider the following well known Marxian equations referring to the whole (annual) turnover of capital.

 

rate of profit                                                   r = s/(c + v)                 (1)

rate of surplus-value                                       s’ = s/v                         (2)

organic composition of capital                       g = c/v                         (3)

then by combining (1), (2):                            r = s’/(g+1)                  (4)

 

Then if we assume a higher turnover time within a year, the rate of surplus-value is transformed as follows:

s’ = (si/v)*n                 (5)

where              si: surplus value produced in one turnover time

n: number of turnover times per year

 

Then the annual rate of profit is:

r = ((si*n)/(c + v)                     (6)

or alternatively           r = ((si/v)*n)/(g + 1)                (7)

 

It is evident from this that, ceteris paribus, if the turnover time decreases (hence n, the number of turnover times during the year increases) the profit rate increases.

As Shukian (1991) among others observes, turnover time consists of two parts: (a) production time and (b) circulation time. The relationship between them is particularly important in empirical calculations.

 

III. Some critical issues

There are some lacunae and possible problems in Ramirez’s paper.

 

Is fictitious capital a mere hoax?

First, Ramirez’s analysis would benefit immensely if it clarified more the significance and the role of Marx’s categories of loanable money capital, money dealing capital and interest-bearing capital. The way Marx distinguishes and relates them is one of the more incisive parts of his analysis.

Marx is correctly keen in demonstrating that (a) capitalism is an exploitative system, (b) its exploitation is through the extraction of surplus-value by productive capitalists at the point of production and (c) this surplus-value is subsequently redistributed between the different fractions of the capitalist class (productive, money and merchant capital). The money capitalist has no independent channels of exploitation but depends upon the abovementioned redistribution. It is within this framework that Marx analyses the function of the financial system and the determination of interest. He distinguishes between money as capital (related to the production of surplus-value) and money as such. It the first that is relevant to the analysis of the credit system and the rate of interest (Harris (1976)). Money involved in the lending and borrowing activities of the capitalist financial system, is defined as loanable money capital (LMC). LMC is sub-divided in money-dealing capital (MDC) and interest-bearing capital (IBC). MDC advances credit in general for buying and selling in the sphere of circulation. IBC uses credit relations to advance money capital in order to appropriate surplus-value. The capitalist financial system collects idle funds and channels them to investment through the credit and the capital markets (which operate differently). Credit markets involves both MDC and IBC. Capital markets involve solely IBC. These formulations differentiate Marx from Keynes as their understanding of the determination of interest is completely different (see Harris (1976) and Fine (1985/6) particularly in his debate in Science & Society with Panico). Keynes and his followers understand interest in its juristic form and do not differentiate between the different lending activities. Moreover, they neglect the profit rate and make it dependent upon the interest rate, whereas Marx correctly follows the opposite path. Finally, and related to the previous points, they do not ascribe to the Labour Theory of Value.

The crucial Marxian concept of fictitious capital derives exactly from these definitions. Fictitious capital is a form of IBC. IBC is money-capital which is loaned in order to be used in the sphere of production for extracting surplus-value, in contrast to the simple loan of money (money as such) which simply facilitates transactions in general. However, since there is an obligation to repay a loan (which takes the form of debt), it is possible for this debt to acquire a life of its own. Consequently, the obligation (which takes the form of securities, e.g. shares, bonds), can autonomously be bought and sold at some money value, which might or might not correspond to the ability of its sum of money (if used as capital in the production sphere) to realize enough surplus-value. This autonomous circulation of IBC in the form of securities is called by Marx fictitious capital. ‘Fictitious’ does not imply that it does not exist or it is artificially created. It denotes that its circulation is distinct from the circulation or the yield of capital which it represents.

This is a crucial point as several contemporary radical analyses (and especially several Marxo-Keynesians) consider fictitious capital as a mere hoax. This is not so. Fictitious capital is a wager on surplus-value that might be extracted in the future and which it is being discounted in the present. This does make it a ‘bubble’ but it does not make it purely illusory as Ramirez tends to argue.

 

Marx and Keynes or Marx versus Keynes?

Second, Ramirez equates Marx’s understanding of the evolution of the financial system with that of Keynes. He begins with Marx’s analysis of the emerging separation of ownership from management in the advanced capitalism of his day and its tendency towards excessive risk-taking and debt-fueled speculation. Then he considers it akin to Keynes’ structural separation of industrialists from modern financial rentiers.

The Marxian approach has common points with that of Keynes; but they are essentially different. They differ in scope, in methodology and in analysis. Marx’s aim is the overthrow of the capitalist system whereas Keynes’ its rescue from itself. Marx considers the operation of the financial system as subservient to the capitalist (productive) accumulation. Thus, interest is a subtraction from the surplus-value extracted by the industrial capitalist. This creates tensions and conflict between these two fractions of the bourgeoisie. Nevertheless, in the end both the industrialist and the financier are part of the capitalist class and despite their partial differences they together operate the total circuit of capital.

On the contrary, Keynes juxtaposes the one to the other, as separate classes with entirely different interests. He borrows the notion of the rentier from the Classical Political Economy (which was attributed to the separate class of the landowners) and applies it to the financiers. Thus, Keynesianism employs a different class analysis which leads to different economic and political conclusions.

 

What crisis theory?

Third, Ramirez’s analysis of the operation of the financial system within the economic cycle would benefit if it was situated within a coherent crisis theory. Instead, Ramirez seems to oscillate between different versions of Marxist theories of crisis (distinguished as supply and demand side ones). He assumes that Marx had a tendency of the rate of profit to fall (TRPF) theory of crisis; which is indeed correct. And then he analyses how the functioning of the financial system relates to the economic fluctuations caused by the TRPF.

This is legitimate but not necessarily satisfactory. The analysis of the operation of the financial system is enlightening when it addresses real and not hypothetical scenarios. The way the financial system operates differs radically in an economy whose cycles dependent upon demand from in an economy whose cycles depend upon profitability. The Keynesian analysis follows the former path whereas the Marxist the latter.

 

Financialisation with or without inverted commas?

Last, Ramirez has an ambiguous position towards a very popular contemporary leitmotiv: ‘financialisation’. The central thesis of the Financialisation Hypothesis (FH) is that during the last decades the financial system, through a series of innovative mechanisms, has conquered capitalism’s commanding heights and has changed the whole system according to its own prerogatives. This new financialized capitalism operates completely different from traditional capitalism.

In Mavroudeas & Papadatos (2018) we have criticized the FH on five counts.

First, it interprets short-run and conjunctural phenomena as long-run structural changes. The FH is a middle-range theory and suffers from the weaknesses of this methodology.

Second, it considers the post-1990s financial expansion as a totally unprecedented whereas such phenomena are usual during a pre-crisis period. Although there are some new forms of this financial expansion, they do not constitute a new qualitative different system.

Third, it erroneously maintains that money capital has become independent from productive capital and acquired an autonomous mechanism of exploitation through usurious lending not only of the workers but of other classes (or even other capitalists) as well. This argument unwarrantedly equates capitalism with the pre-capitalist era of transition from feudalism to capitalism.

Fourth, it proposes an unrealistic class analysis – very similar to the Keynesian one – where you have two capitalist classes (the financiers and the rest).

Fifth, the FH leads to unjustified analytical fuzziness as it blurs the understanding of capitalism’s fundamental economic and social processes.

Another crucial conclusion of the FH is that in ‘financialisation’ crises are caused by financial instabilities and not by problems in real accumulation.

In the under discussion article Ramirez takes a dubious stand vis-à-vis the FH. In the greater part of it he refers to the FH as ‘financialisation’ and emphasizes that ‘the crash is mistakenly attributed to financial causes such as a banking crisis or speculative bubbles when, in reality, it is primarily the result of the reproduction process being strained beyond its capitalistic limits in terms of both demand and supply-side factors’. However, towards the end of the article Ramirez reverts to financialisation (without inverted commas) and refers to post-Keynesian and Marxo-Keynesian theorists that support the FH.

 

IV. In place of conclusion

Ramirez’s article offers a useful analysis of Marx’s understanding of the operation of the capitalist financial system. It accurately emphasizes its relevance for the analysis of contemporary phenomena. Moreover, it makes a significant contribution in expounding the role of the turnover time of capital. His analysis would be even more productive if it addresses some ambiguous points. To return to the observation at the beginning of this comment, our challenge of the Mainstream analysis is more successful when it has clarity and coherence.

 

REFERENCES

Fichtenbaum R. (1988), ‘Business Cycles’, Turnover and the Rate of Profit: An Empirical Test of Marxian Crisis Theory’, Eastern Economic Journal, Vol. 14, No. 3.

 Fine B. (1985/6), ‘Banking Capital and the Theory of Interest’, Science & Society Vol. 49, No.4.

Harris L. (1976), ‘On interest, credit and capital’, Science & Society vol.5 no.2

Jones P. (2016), ‘Turnover time and the organic composition of capital’, Cambridge Journal of Economics no.41

Mavroudeas S. & Papadatos F. (2018), ‘Is the Financialisation Hypothesis a theoretical blind alley?’, World Review of Political Economy (forthcoming).

Ramirez M.D. (1990), ‘Keynes, Marx, and the Business Cycle,’ Eastern Economic Journal, Vol. 16.

Ramirez M.D. (2014), ‘Credit, The Turnover of Capital, and The Falling Rate of Profit: A Critical Note’, Contributions to Political Economy, Vol. 33.

Shuklian S. (1991), ‘Marx on Credit, Interest and Financial Instability’, Review of Social Economy, vol.49 no.2

 

 

 

 

 

 

https://www.researchgate.net/publication/327838870_Economic_Thought_httpetdiscussionworldeconomicsassociationorgwea_papercredit-indebtedness-and-speculation-in-marxs-political-economycpage1comment-10473_The_contemporary_relevance_of_Marx’s_analysis_of

 

https://www.scribd.com/document/389318161/The-Contemporary-Relevance-of-Marx-Th-of-Credit

 

https://www.academia.edu/37468609/The_contemporary_relevance_of_Marx_theory_of_credit

‘Marx and the theory of economic crisis’, a 2-part lecture for freshers (without a concise background in Marxist economics)

The pdf file (downloable through the links underneath) is the presentation of a 2-part series of lectures for students of economic departments that have no prior knwoledge (or at least a concise background) in Marxist economic analysis. As such it offers a simplified, but consistent to Marxian analysis, presentation of Marx’s theory of economic crises and its relation to the other major economic perspectives.

Marx and the theory of economic crisis

 

 

https://www.scribd.com/document/361000299/Marx-and-the-Theory-of-Economic-Crisis?secret_password=B88YWFP1NSfAMlqtDtvh

https://www.academia.edu/34796299/Marx_and_the_theory_of_economic_crisis

https://www.researchgate.net/publication/320272103_%27Marx_and_the_theory_of_economic_crisis%27_a_2-part_lecture_for_freshers_without_a_concise_background_in_Marxist_economics

 

Ο I.I.Rubin, η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και το χρήμα ή γιατί οι εργασιακές αξίες δεν ταυτίζονται αδιαμεσολάβητα με το χρήμα

 

Ο I.I.Rubin, η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και το χρήμα

ή

γιατί οι εργασιακές αξίες δεν ταυτίζονται αδιαμεσολάβητα με το χρήμα

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτελεί την καρδιά της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας και το βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί τα εργαλεία και την ανάλυση της από τις άλλες οικονομικές θεωρίες. Η βασική της θέση είναι ότι το καπιταλιστικό σύστημα συγκροτείται από διακριτές αλλά και συνδεόμενες σφαίρες: την παραγωγή, την κυκλοφορία και την διανομή (συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου). Η σφαίρα της παραγωγής είναι θεμελιακή καθώς καθορίζει τις υπόλοιπες αλλά ταυτόχρονα μεταξύ των σφαιρών αυτών υπάρχουν σχέσεις ανάδρασης (βλέπε Fine & Harris (1979)). Στο καπιταλιστικό σύστημα η παραγωγή οργανώνεται από ιδιωτικές επιχειρήσεις (ατομικά κεφάλαια) που το καθένα χαράζει την δική του πορεία με βάση τα ιδιοτελή συμφέροντα του. Η «χαοτική» αυτή οικονομία συντονίζεται και γίνεται ενιαίο σύνολο στη σφαίρα της κυκλοφορίας που οργανώνεται μέσω του μηχανισμού της αγοράς (εμπορευματική ανταλλαγή). Στη σφαίρα της κυκλοφορίας όλα τα ανεξάρτητα παραγόμενα προϊόντα μετατρέπονται σε εμπορεύματα που αντιμετωπίζουν το ένα το άλλο (μέσω του ενδοκλαδικού και του διακλαδικού ανταγωνισμού). Στη σφαίρα της κυκλοφορίας κάθε εμπόρευμα αποκτά μία «τιμή» (δηλαδή μία αναλογία στην οποία ανταλλάσσεται με άλλα εμπορεύματα). Η τιμή αυτή εν τέλει είναι χρηματική τιμή (δηλαδή αποτίμηση στο νόμισμα, δηλαδή το γενικό ισοδύναμο όλων των εμπορευμάτων κατά τον Marx), αν και στα πρώτα βήματα ή σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να είναι και μία αναλογία αντιπραγματισμού. Συνεπώς, στη σφαίρα της κυκλοφορίας συγκροτείται το σύστημα των τιμών. Ο Μαρξισμός και η Εργασιακή Θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας (δηλαδή η ειδική εκδοχή Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας που πρότεινε ο Marx) υποστηρίζει ότι το σύστημα των τιμών δεν είναι αυτοκαθοριζόμενο, όπως υποστηρίζουν τα Ορθόδοξα Οικονομικά (νεοκλασικά και κεϋνσιανά). Αντιθέτως, το σύστημα των τιμών (δηλαδή τα δεδομένα της σφαίρας της κυκλοφορίας) καθορίζονται από την θεμελιακή σφαίρα της οικονομίας (δηλαδή από τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής). Ο Μαρξισμός υποστηρίζει ότι ο βασικός δημιουργός του πλούτου είναι η ανθρώπινη εργασία. Δηλαδή η ανθρώπινη δράση είναι υπέρτερη και δεν εξισώνεται με τεχνικούς παράγοντες (π.χ. τεχνολογία, γη) όπως υποστηρίζει η θεωρία των παραγωγικών συντελεστών των Ορθόδοξων Οικονομικών. Συνεπώς, τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής είναι ο χρόνος εργασίας που ξοδεύεται για να κατασκευασθούν τα διάφορα προϊόντα. Αυτά ονομάζονται εργασιακές αξίες. Ο Μαρξισμός και η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας υποστηρίζουν ότι το σύστημα των αξιών καθορίζει το σύστημα των τιμών (και συνεπώς τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής καθορίζουν τα δεδομένα της σφαίρας της κυκλοφορίας). Αυτή η διαδικασία προσδιορισμού είναι μία σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία όπου οι αξίες μετασχηματίζονται σε τιμές παραγωγής και εντέλει σε τιμές αγοράς (που στην πλήρη και πιο αναπτυγμένη μορφή τους είναι χρηματικές τιμές).

Αυτή η διαδικασία προσδιορισμού και οι αναλυτικές και τεχνικές πλευρές της έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιπαράθεσης τόσο μεταξύ του Μαρξισμού και των άλλων οικονομικών ρευμάτων όσο και μέσα στους κόλπους του Μαρξισμού. Ιδιαίτερα το διαβόητο μη-πρόβλημα του μετασχηματισμού βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης αυτής.

Δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να αναλύσει την διαδρομή και τις πολυποίκιλες συζητήσεις της εργασιακής Θεωρίας της Αξίας (για μία αναλυτική επισκόπηση βλέπε Μαυρουδέας (1998)). Αντικείμενο του είναι να εξετάσει μία συγκεκριμένη άποψη μέσα στην Μαρξιστική ανάλυση που ταυτίζει την εργασιακή αξία με το χρήμα και που συνήθως αποδίδει εσφαλμένα την πατρότητα της ιδέας αυτής σε ένα σημαντικότατο Μαρξιστή Σοβιετικό οικονομολόγο τον Isaac Ilich Rubin. Ο τελευταίος πρότεινε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία της αξιακής θεωρίας της αφηρημένης εργασίας που συνδύαζε το τεχνικό και το κοινωνικό στοιχείο στον προσδιορισμό της τελευταίας.

Στη δεκαετία του 1970 η συζήτηση για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας σημαδεύθηκε από την Σραφφιανή απάντηση στο λεγόμενο «πρόβλημα του μετασχηματισμού». Η τελευταία ξεκινούσε από τα φυσικά δεδομένα της παραγωγής και συγκροτούσε ένα μοντέλο ισορροπίας εξισώσεων εισροών – εκροών όπου η σχέση των τιμών με τα φυσικά μεγέθη ήταν εντελώς ανεξάρτητη από τις αξίες. Αυτή η έμφαση στα τεχνικά χαρακτηριστικά της παραγωγής έκανε την κατηγορία «αξία» σχεδόν περιττή. Εύλογα, οι Μαρξιστικές απαντήσεις στην Σραφφιανή πρόκληση επικεντρώθηκαν στην αφηρημένη εργασία, σαν την έννοια που διαφοροποιεί τον Marx από την ρικαρδιανή θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας. Οι περισσότερες από τις απαντήσεις αυτές προσπερνούσαν το τεχνικιστικό και στατικό Σραφφιανό πλαίσιο και στόχευαν στην συγκρότηση ενός κοινωνικού παραδείγματος. Ο στόχος αυτός εμπεριέχει μία κρίσιμη ερώτηση: με ποιο τρόπο εκφράζεται η αφηρημένη εργασία στην πραγματικότητα; Οι Μαρξιστικές απαντήσεις συνδυάζουν το τεχνικό και το κοινωνικό στοιχείο με ένα συγκροτημένο και ιεραρχημένο τρόπο. Σ’ αυτό βοήθησε καθοριστικά το έργο του Rubin που δημοσιεύθηκε με καθυστέρηση στη Δύση στη δεκαετία του 1970.

Όμως, ορισμένες προσεγγίσεις οδηγήθηκαν στην άκριτη έμφαση στην κοινωνική διάσταση με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο άλλο άκρο από τον σραφφιανό τεχνικισμό. Έτσι, αναζήτησαν εσφαλμένα έναν άμεσο και αδιαμεσολάβητο αντιπρόσωπο της αφηρημένης εργασίας στο χρήμα. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι είναι η λεγόμενη «σχολή Rubin» (Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), Cartelier (1976) και De Vroey (1982)) και η «Νέα Λύση» (ή «Νέα Ερμηνεία») στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού (Dumenil G. [(1980), (1983-84), Foley D. (1982)). Το κοινό τους στοιχείο είναι η αναγνώριση του χρήματος ως της άμεσης και αποκλειστικής ενσάρκωσης της αφηρημένης εργασίας. Βέβαια η Νέα Λύση μέσω της αξίας του χρήματος κάνει πιο σύνθετη, λιγότερο χοντροκομμένη αλλά εξίσου εσφαλμένη την ταύτιση αυτή (βλέπε «Απεικόνιση της Αφηρημένης Εργασίας στο Χρήμα: Θεωρίες και Προβλήματα – Η περίπτωση της «Νέας Λύσης» στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού»).

Στον πρόλογο μιας παλιάς μετάφρασης μου των διαλέξεων του Rubin στο σοβιετικό Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών (Μαυρουδέας (1993)) είχα δείξει τα ακόλουθα:

Η «σχολή Rubin» αποσκοπεί στην συγκρότηση ενός κοινωνικού υποδείγματος, σε αντιπαράθεση τόσο με τον Σραφφιανο τεχνικισμο όσο και με θεωρήσεις όπως αυτές των Dobb και Meek. Αυτό το κοινωνικό παράδειγμα βασίζεται στην θεωρία της αφηρημένης εργασίας, εν αντιθέσει με την νεο-Ρικαρντιανη και Σραφφιανη έμφαση στην ενσωματωμένη εργασία. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εγκαλείται ως πηγή έμπνευσης και αναφοράς το έργο του Rubin. Το χρήμα θεωρείται ως αναπόσπαστο στοιχείο και ως η υλική έκφραση του μετασχηματισμού του ιδιωτικού σε κοινωνικό κεφάλαιο και ως η κοινωνική ενσάρκωση της αξίας-εν-διαδικασία (value-in-process). Ακολούθως υποστηρίζεται ότι μόνο διάμεσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα αξιοποιείται (validated) η ιδιωτική εργασία και γίνεται αφηρημένη εργασία. Χαρακτηριστικό, κατά τους Benetti (1974) και Cartelier (1976) η αξία, αντί να συνδέεται με μια απλή ενσωμάτωση εργασίας – ένα αποκλειστικά και μόνον τεχνικό προτσές κατά την γνώμη τους – προκύπτει από αυτήν την αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας μέσω της ανταλλαγής της με χρήμα.

Το θεμελιακό σφάλμα των απόψεων αυτών είναι ότι προσπαθώντας να αντιπαρέλθουν τις τεχνικιστικές και φυσικιστικές παρεκκλίσεις και να αποδώσουν την κοινωνική διάσταση καταλήγουν στην κυκλοφοριακή (circulationist) παρέκκλιση. Τα αίτια του σφάλματος τους είναι δυο. Αφενός αναζητούν μια άμεση, μη-διαμεσολαβούμενη ενσάρκωση της διάστασης αυτής, γεγονός που ουσιαστικά ισοπεδώνει, διαμελίζει και τελικά αναιρεί την ανάλυση της μορφής-αξίας. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της «έκφρασης της αξίας» (πχ. την αναπτυγμένη ή την χρηματική έκφραση) και της «μορφής της αξίας» (που αναφέρεται στις διαφορές θέσεις που παίρνουν τα εμπορεύματα μέσα στην έκφραση αύτη, πχ. σχετική και ισοδύναμη μορφή), απορρίπτοντας την ενιαία αντιμετώπιση τους από τον Marx ως μορφές της αξίας. Αφετέρου ανακαλύπτουν αύτη την ενσάρκωση της κοινωνικής διάστασης στο χρήμα, με αποτέλεσμα να αναιρούν την πρωτοκαθεδρία της παραγωγής και να κάνουν την αξία μια κατηγορία της σφαίρας της ανταλλαγής.

Οι θέσεις αυτές αντίκεινται στην Μαρξική θεωρία της αξίας. Κατά τον Marx, στην ανταλλαγή γίνεται ορατή η εσωτερική αντίθεση που ενυπάρχει μέσα στην παραγωγή καθ’ εαυτή, δηλαδή η αντίφαση μεταξύ των ιδιωτικών προτσές εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Η αντίθεση αύτη είναι εσωτερική στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας του καπιταλισμού ο όποιος εδράζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μεσών παραγωγής και την ιδιωτική (από την πλευρά της αστικής τάξης) ιδιοποίηση του προϊόντος (και του υπερπροϊόντος) της εργασίας. Γι’ αυτό άλλωστε η αξία – η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα των κοινωνικών σχέσεων – δημιουργείται στην παραγωγή και ορίζεται πριν και ανεξάρτητα από το χρήμα. Με αύτη την έννοια ο Marx χρησιμοποιεί την Αξιακή θεωρία, στον 1ο Τόμο του «Κεφαλαίου» για να αναλύσει την σφαίρα της παραγωγής σε αφαίρεση από αυτές της ανταλλαγής και της διανομής. Φυσικά για τον Marx το χρήμα είναι αναπόσπαστο στοιχειό του καπιταλισμού, σε αντίθεση με την Κλασσική Πολιτική Οικονομία που τον αντιμετωπίζει ως ένα σύστημα αντιπραγματισμού. Όμως είναι μια δευτερεύουσα, προκύπτουσα και εξαρτημένη παράμετρος. Η ανταλλακτική ισοδυναμία μεταξύ των εμπορευμάτων προκύπτει πρώτα και κύρια από τον κοινό χαρακτήρα τους, δηλαδή το ότι είναι προϊόντα της εργασίας. Αυτό κάνει τα εμπορεύματα σύμμετρα καθ’ εαυτά. Το χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαμεσολαβούν την ισοδυναμία αύτη αλλά δεν είναι οι πρωταρχικοί προσδιοριστικοί παράγοντες. Το χρήμα δεν προηγείται του εμπορεύματος – στην γενετική του αναγκαιότητα και λειτουργία – αλλά γεννάται από την διαφοροποίηση μέσα στην εμπορευματική ανταλλαγή, όταν η τελευταία έχει αναπτυχτεί επαρκώς.

Αντίθετα, η αυτοαποκαλούμενη «σχολή Rubin» αντιστρέφει και τελικά αρνείται την Μαρξική προσέγγιση. Ξεκίνα σωστά απορρίπτοντας την θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας. Ακολούθως όμως σπάζει οποιοδήποτε δεσμό μεταξύ του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας και της συγκεκριμένης εργασίας που ξοδεύτηκε σε ένα ιδιαίτερο προτσές εργασίας και εκφράζεται σε ένα εμπόρευμα. Η εργασία θεωρείται ως η ουσία της αξίας στο γενικό επίπεδο (ως συνολική αφηρημένη εργασία) αλλά η σχέση μεταξύ των ιδιαίτερων, αυτόνομων προτσές παραγωγής και των εμπορευματικών αξίων (βασισμένων και διαμεσολαβούντων από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας και την συγκεκριμένη εργασία) υποτιμάται καθοριστικά. Συνεπώς η αποδοχή της σχέσης αυτής στο επίπεδο της κοινωνίας συνολικά ανοίγει τον δρόμο για την ανατροπή της στα επιμέρους, αυτόνομα τμήματα της: η εργατική δύναμη που ξοδεύτηκε σε όλα τα αυτόνομα προτσές εγκαθιστά την «συμμετρικότητα» (commensurability) των προϊόντων των προτσές αυτών γενικά. Το χρήμα θεωρείται ως ο αναγκαίος και επαρκής παράγοντας, η αληθινή ενσάρκωση της σχέσης αυτής. Στην συνεχεία το χρήμα εκτοπίζει τον χρόνο εργασίας ως βασικό προσδιοριστικό στο επίπεδο της ανταλλαγής των ιδιαίτερων εμπορευμάτων. Η αφηρημένη εργασία και η αξία γίνονται κατηγορίες της ανταλλαγής και μέτρο της αφηρημένης εργασίας θεωρείται το χρήμα. Κατά συνέπεια είναι πλέον το χρήμα το όποιο παρέχει ουσιαστικά αύτη την «συμμετρικότητα» (μέσω συνήθως μιας αμφίβολης σύνδεσης του στο συνολικό επίπεδο με την αφηρημένη εργασία γενικά) και αποτελεί το μέτρο της.

Τα σφάλματα αυτά οδήγησαν την «σχολή Rubin» στον κυκλοφορισμό (circulationism), δηλαδή στην προτεραιοποίηση της σφαίρας της κυκλοφορίας και στην υποβάθμιση της σφαίρας της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου. Στη συνέχεια εγκατέλειψε εντελώς την θεωρία της αξίας σαν κάτι περιττό εφόσον υπάρχει το χρήμα.

Ο Rubin είχε ρητά διαχωριστεί από τις απόψεις αυτές. Σε πάμπολλα σημεία δηλώνει ότι μπορούμε να μελετήσουμε την αξία χωρίς να μελετήσουμε το χρήμα (πχ. Rubin (1978), σ.36). Επίσης καταδικάζει ρητά την θέση ότι η αξία δημιουργείται στην ανταλλαγή. Δολώνει πολύ καθαρά ότι «η αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργούνται ή «προέρχονται» (come about), «γίνονται» (become) στο προτσές της άμεσης παραγωγής (πιο συχνά ο Marx χρησιμοποιούσε την έκφραση ‘werden’ για το προτσές αυτό) και μόνο πραγματοποιούνται (realised) στο προτσές της ανταλλαγής» (Rubin (1978), σ.125). Επιπλέον απορρίπτει εξίσου ρητά την άποψη ότι το μέγεθος (το μέτρο) της αξίας μετράται από τις σχέσεις ανταλλαγείς αντί του χρόνου εργασίας (Rubin (1972), σ.154):

Από μια πρώτη ματιά μπορεί να φαινόταν ότι εάν η αφηρημένη εργασία είναι το αποτέλεσμα της κοινωνικής εξισοποίησης της εργασίας δια μέσου της εξισοποιησης των προϊόντων της εργασίας, το μόνο κριτήριο της ισότητας ή της ανισότητας των δυο δαπανών εργασίας είναι το γεγονός της ισότητας (ή ανισότητας) στο προτσές ανταλλαγής. Από αυτή την οπτική γωνία δεν μπορούμε να μιλάμε για ισότητα ή ανισότητα των δυο δαπανών εργασίας πριν την στιγμή της κοινωνικής εξισοποιησης τους μέσω του προτσές ανταλλαγής. Από την άλλη μεριά, εάν στο προτσές ανταλλαγής αυτές οι δαπάνες εργασίας είναι κοινωνικά εξισωμένες, θα πρέπει να τις θεωρήσουμε ως ίσες παρόλο ότι δεν είναι ίσες (για παράδειγμα, όσον αφορά τον αριθμό των ωρών εργασίας) στο προτσές της άμεσης παραγωγής… Μια τέτοια υπόθεση θα οδηγούσε σε λάθος συμπεράσματα. Μας αποστερεί το δικαίωμα να πούμε ότι στο προτσές ανταλλαγής ίσες ποσότητες εργασίας, και μερικές φορές πολύ άνισες ποσότητες… εξισώνονται κοινωνικά… Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι η κοινωνική εξισοποίηση της εργασίας στο προτσές ανταλλαγής επιτελείται σε απομόνωση εξάρτησης από ποσοτικές πλευρές οι όποιες χαρακτηρίζουν την εργασία στο προτσές άμεσης παραγωγής (για παράδειγμα, το μήκος, την ένταση, το μήκος της εκπαίδευσης για ένα δεδομένο επίπεδο ειδίκευσης κλπ.) και επομένως, η κοινωνική αξιοποίηση δεν θα είχε καμιά κανονικότητα εφόσον θα προσδιοριζόταν αποκλειστικά από τον αυθορμητισμό της αγοράς.

 

Βιβλιογραφία

Aglietta M. (1979), A Theory of Capitalist Regulation, NLB, London.

Benetti C.-Berthomieu C.-Cartelier J. (1975), Economie classique, economie vulgaire, Presses Universitaires de Grenoble-Maspero.

De Vroey M. (1981), ‘Value, Production and Exchange’ in Steedman, I.-Sweezy, P. (eds.) The Value Controversy, Verso, London.

Dumenil G. (1980), ‘De la valeur aux prix de production’, Economica.

Dumenil G. (1983‑84), ‘Beyond the transformation riddle: a labour theory of value’, Science & Society, vol.33, no.4.

Dumenil G. – Levy D. (2000), ‘Technology and Distribution: Historical Trajectories a la Marx’, CEPREMAP

Fine B. & Harris L. (1979), Rereading Capital, London: Macmillan.

Foley D. (1982), ‘The value of money, the value of labour-power and the Marxian transformation problem’, Review of Radical Political Economics, vol.14, no.2.

Foley D. (1986a), Money, Accumulation and Crisis, Harwood Academic, New York.

Foley D. (1986b), Understanding Capital, Harvard University Press, London.

Μαυρουδέας Στ. (1993), «Ο Ι.Ι.Rubin και η συνεισφορά του στη Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία», Θέσεις νο.44.

Μαυρουδέας Στ. (1998), «Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μία επισκόπηση», Ουτοπία νο.28.

Rubin I.I. (1972), Essays on Marx’s Theory of Value, Black Rose Books, New York.

Rubin I.I. (1978), ‘Abstract labour and value in Marx’s system’, Capital & Class, no.5.

 

———————————————

Ακολουθούν προς διευκόλυνση η μετάφραση μου της διάλεξης του Rubin στο Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών και ο προλογισμός μου σ’ αυτή.

 

«Εναλλακτικά σενάρια δομικής προσαρμογής στην Ελλάδα και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης»

Εισήγηση στο Συνέδριο «Παραγωγική Ανασυγκρότηση της Ελλάδας: Μελετώντας το Παρελθόν Σχεδιάζουμε το Μέλλον»

27-8 Νοεμβρίου 2015

Τμήμα Οικονομικών ΑΠΘ

Τμήμα Οικονομικών Παν. Μακεδονίας

ΙΚΕ Δημήτρης Μπάτσης

https://www.researchgate.net/publication/292285046_Enallaktika_senaria_domikes_prosarmoges_sten_Ellada_kai_to_problema_tes_paragogikes_anasynkroteses

https://www.academia.edu/21216596/%CE%95%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF_%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82

 

Αρέσει σε %d bloggers: