Category Archives: Χρήσιμο διδακτικό υλικό – Useful teaching material

Ο I.I.Rubin, η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και το χρήμα ή γιατί οι εργασιακές αξίες δεν ταυτίζονται αδιαμεσολάβητα με το χρήμα

 

Ο I.I.Rubin, η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και το χρήμα

ή

γιατί οι εργασιακές αξίες δεν ταυτίζονται αδιαμεσολάβητα με το χρήμα

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτελεί την καρδιά της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας και το βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί τα εργαλεία και την ανάλυση της από τις άλλες οικονομικές θεωρίες. Η βασική της θέση είναι ότι το καπιταλιστικό σύστημα συγκροτείται από διακριτές αλλά και συνδεόμενες σφαίρες: την παραγωγή, την κυκλοφορία και την διανομή (συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου). Η σφαίρα της παραγωγής είναι θεμελιακή καθώς καθορίζει τις υπόλοιπες αλλά ταυτόχρονα μεταξύ των σφαιρών αυτών υπάρχουν σχέσεις ανάδρασης (βλέπε Fine & Harris (1979)). Στο καπιταλιστικό σύστημα η παραγωγή οργανώνεται από ιδιωτικές επιχειρήσεις (ατομικά κεφάλαια) που το καθένα χαράζει την δική του πορεία με βάση τα ιδιοτελή συμφέροντα του. Η «χαοτική» αυτή οικονομία συντονίζεται και γίνεται ενιαίο σύνολο στη σφαίρα της κυκλοφορίας που οργανώνεται μέσω του μηχανισμού της αγοράς (εμπορευματική ανταλλαγή). Στη σφαίρα της κυκλοφορίας όλα τα ανεξάρτητα παραγόμενα προϊόντα μετατρέπονται σε εμπορεύματα που αντιμετωπίζουν το ένα το άλλο (μέσω του ενδοκλαδικού και του διακλαδικού ανταγωνισμού). Στη σφαίρα της κυκλοφορίας κάθε εμπόρευμα αποκτά μία «τιμή» (δηλαδή μία αναλογία στην οποία ανταλλάσσεται με άλλα εμπορεύματα). Η τιμή αυτή εν τέλει είναι χρηματική τιμή (δηλαδή αποτίμηση στο νόμισμα, δηλαδή το γενικό ισοδύναμο όλων των εμπορευμάτων κατά τον Marx), αν και στα πρώτα βήματα ή σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να είναι και μία αναλογία αντιπραγματισμού. Συνεπώς, στη σφαίρα της κυκλοφορίας συγκροτείται το σύστημα των τιμών. Ο Μαρξισμός και η Εργασιακή Θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας (δηλαδή η ειδική εκδοχή Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας που πρότεινε ο Marx) υποστηρίζει ότι το σύστημα των τιμών δεν είναι αυτοκαθοριζόμενο, όπως υποστηρίζουν τα Ορθόδοξα Οικονομικά (νεοκλασικά και κεϋνσιανά). Αντιθέτως, το σύστημα των τιμών (δηλαδή τα δεδομένα της σφαίρας της κυκλοφορίας) καθορίζονται από την θεμελιακή σφαίρα της οικονομίας (δηλαδή από τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής). Ο Μαρξισμός υποστηρίζει ότι ο βασικός δημιουργός του πλούτου είναι η ανθρώπινη εργασία. Δηλαδή η ανθρώπινη δράση είναι υπέρτερη και δεν εξισώνεται με τεχνικούς παράγοντες (π.χ. τεχνολογία, γη) όπως υποστηρίζει η θεωρία των παραγωγικών συντελεστών των Ορθόδοξων Οικονομικών. Συνεπώς, τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής είναι ο χρόνος εργασίας που ξοδεύεται για να κατασκευασθούν τα διάφορα προϊόντα. Αυτά ονομάζονται εργασιακές αξίες. Ο Μαρξισμός και η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας υποστηρίζουν ότι το σύστημα των αξιών καθορίζει το σύστημα των τιμών (και συνεπώς τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής καθορίζουν τα δεδομένα της σφαίρας της κυκλοφορίας). Αυτή η διαδικασία προσδιορισμού είναι μία σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία όπου οι αξίες μετασχηματίζονται σε τιμές παραγωγής και εντέλει σε τιμές αγοράς (που στην πλήρη και πιο αναπτυγμένη μορφή τους είναι χρηματικές τιμές).

Αυτή η διαδικασία προσδιορισμού και οι αναλυτικές και τεχνικές πλευρές της έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιπαράθεσης τόσο μεταξύ του Μαρξισμού και των άλλων οικονομικών ρευμάτων όσο και μέσα στους κόλπους του Μαρξισμού. Ιδιαίτερα το διαβόητο μη-πρόβλημα του μετασχηματισμού βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης αυτής.

Δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να αναλύσει την διαδρομή και τις πολυποίκιλες συζητήσεις της εργασιακής Θεωρίας της Αξίας (για μία αναλυτική επισκόπηση βλέπε Μαυρουδέας (1998)). Αντικείμενο του είναι να εξετάσει μία συγκεκριμένη άποψη μέσα στην Μαρξιστική ανάλυση που ταυτίζει την εργασιακή αξία με το χρήμα και που συνήθως αποδίδει εσφαλμένα την πατρότητα της ιδέας αυτής σε ένα σημαντικότατο Μαρξιστή Σοβιετικό οικονομολόγο τον Isaac Ilich Rubin. Ο τελευταίος πρότεινε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία της αξιακής θεωρίας της αφηρημένης εργασίας που συνδύαζε το τεχνικό και το κοινωνικό στοιχείο στον προσδιορισμό της τελευταίας.

Στη δεκαετία του 1970 η συζήτηση για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας σημαδεύθηκε από την Σραφφιανή απάντηση στο λεγόμενο «πρόβλημα του μετασχηματισμού». Η τελευταία ξεκινούσε από τα φυσικά δεδομένα της παραγωγής και συγκροτούσε ένα μοντέλο ισορροπίας εξισώσεων εισροών – εκροών όπου η σχέση των τιμών με τα φυσικά μεγέθη ήταν εντελώς ανεξάρτητη από τις αξίες. Αυτή η έμφαση στα τεχνικά χαρακτηριστικά της παραγωγής έκανε την κατηγορία «αξία» σχεδόν περιττή. Εύλογα, οι Μαρξιστικές απαντήσεις στην Σραφφιανή πρόκληση επικεντρώθηκαν στην αφηρημένη εργασία, σαν την έννοια που διαφοροποιεί τον Marx από την ρικαρδιανή θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας. Οι περισσότερες από τις απαντήσεις αυτές προσπερνούσαν το τεχνικιστικό και στατικό Σραφφιανό πλαίσιο και στόχευαν στην συγκρότηση ενός κοινωνικού παραδείγματος. Ο στόχος αυτός εμπεριέχει μία κρίσιμη ερώτηση: με ποιο τρόπο εκφράζεται η αφηρημένη εργασία στην πραγματικότητα; Οι Μαρξιστικές απαντήσεις συνδυάζουν το τεχνικό και το κοινωνικό στοιχείο με ένα συγκροτημένο και ιεραρχημένο τρόπο. Σ’ αυτό βοήθησε καθοριστικά το έργο του Rubin που δημοσιεύθηκε με καθυστέρηση στη Δύση στη δεκαετία του 1970.

Όμως, ορισμένες προσεγγίσεις οδηγήθηκαν στην άκριτη έμφαση στην κοινωνική διάσταση με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο άλλο άκρο από τον σραφφιανό τεχνικισμό. Έτσι, αναζήτησαν εσφαλμένα έναν άμεσο και αδιαμεσολάβητο αντιπρόσωπο της αφηρημένης εργασίας στο χρήμα. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι είναι η λεγόμενη «σχολή Rubin» (Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), Cartelier (1976) και De Vroey (1982)) και η «Νέα Λύση» (ή «Νέα Ερμηνεία») στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού (Dumenil G. [(1980), (1983-84), Foley D. (1982)). Το κοινό τους στοιχείο είναι η αναγνώριση του χρήματος ως της άμεσης και αποκλειστικής ενσάρκωσης της αφηρημένης εργασίας. Βέβαια η Νέα Λύση μέσω της αξίας του χρήματος κάνει πιο σύνθετη, λιγότερο χοντροκομμένη αλλά εξίσου εσφαλμένη την ταύτιση αυτή (βλέπε «Απεικόνιση της Αφηρημένης Εργασίας στο Χρήμα: Θεωρίες και Προβλήματα – Η περίπτωση της «Νέας Λύσης» στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού»).

Στον πρόλογο μιας παλιάς μετάφρασης μου των διαλέξεων του Rubin στο σοβιετικό Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών (Μαυρουδέας (1993)) είχα δείξει τα ακόλουθα:

Η «σχολή Rubin» αποσκοπεί στην συγκρότηση ενός κοινωνικού υποδείγματος, σε αντιπαράθεση τόσο με τον Σραφφιανο τεχνικισμο όσο και με θεωρήσεις όπως αυτές των Dobb και Meek. Αυτό το κοινωνικό παράδειγμα βασίζεται στην θεωρία της αφηρημένης εργασίας, εν αντιθέσει με την νεο-Ρικαρντιανη και Σραφφιανη έμφαση στην ενσωματωμένη εργασία. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εγκαλείται ως πηγή έμπνευσης και αναφοράς το έργο του Rubin. Το χρήμα θεωρείται ως αναπόσπαστο στοιχείο και ως η υλική έκφραση του μετασχηματισμού του ιδιωτικού σε κοινωνικό κεφάλαιο και ως η κοινωνική ενσάρκωση της αξίας-εν-διαδικασία (value-in-process). Ακολούθως υποστηρίζεται ότι μόνο διάμεσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα αξιοποιείται (validated) η ιδιωτική εργασία και γίνεται αφηρημένη εργασία. Χαρακτηριστικό, κατά τους Benetti (1974) και Cartelier (1976) η αξία, αντί να συνδέεται με μια απλή ενσωμάτωση εργασίας – ένα αποκλειστικά και μόνον τεχνικό προτσές κατά την γνώμη τους – προκύπτει από αυτήν την αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας μέσω της ανταλλαγής της με χρήμα.

Το θεμελιακό σφάλμα των απόψεων αυτών είναι ότι προσπαθώντας να αντιπαρέλθουν τις τεχνικιστικές και φυσικιστικές παρεκκλίσεις και να αποδώσουν την κοινωνική διάσταση καταλήγουν στην κυκλοφοριακή (circulationist) παρέκκλιση. Τα αίτια του σφάλματος τους είναι δυο. Αφενός αναζητούν μια άμεση, μη-διαμεσολαβούμενη ενσάρκωση της διάστασης αυτής, γεγονός που ουσιαστικά ισοπεδώνει, διαμελίζει και τελικά αναιρεί την ανάλυση της μορφής-αξίας. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της «έκφρασης της αξίας» (πχ. την αναπτυγμένη ή την χρηματική έκφραση) και της «μορφής της αξίας» (που αναφέρεται στις διαφορές θέσεις που παίρνουν τα εμπορεύματα μέσα στην έκφραση αύτη, πχ. σχετική και ισοδύναμη μορφή), απορρίπτοντας την ενιαία αντιμετώπιση τους από τον Marx ως μορφές της αξίας. Αφετέρου ανακαλύπτουν αύτη την ενσάρκωση της κοινωνικής διάστασης στο χρήμα, με αποτέλεσμα να αναιρούν την πρωτοκαθεδρία της παραγωγής και να κάνουν την αξία μια κατηγορία της σφαίρας της ανταλλαγής.

Οι θέσεις αυτές αντίκεινται στην Μαρξική θεωρία της αξίας. Κατά τον Marx, στην ανταλλαγή γίνεται ορατή η εσωτερική αντίθεση που ενυπάρχει μέσα στην παραγωγή καθ’ εαυτή, δηλαδή η αντίφαση μεταξύ των ιδιωτικών προτσές εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Η αντίθεση αύτη είναι εσωτερική στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας του καπιταλισμού ο όποιος εδράζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μεσών παραγωγής και την ιδιωτική (από την πλευρά της αστικής τάξης) ιδιοποίηση του προϊόντος (και του υπερπροϊόντος) της εργασίας. Γι’ αυτό άλλωστε η αξία – η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα των κοινωνικών σχέσεων – δημιουργείται στην παραγωγή και ορίζεται πριν και ανεξάρτητα από το χρήμα. Με αύτη την έννοια ο Marx χρησιμοποιεί την Αξιακή θεωρία, στον 1ο Τόμο του «Κεφαλαίου» για να αναλύσει την σφαίρα της παραγωγής σε αφαίρεση από αυτές της ανταλλαγής και της διανομής. Φυσικά για τον Marx το χρήμα είναι αναπόσπαστο στοιχειό του καπιταλισμού, σε αντίθεση με την Κλασσική Πολιτική Οικονομία που τον αντιμετωπίζει ως ένα σύστημα αντιπραγματισμού. Όμως είναι μια δευτερεύουσα, προκύπτουσα και εξαρτημένη παράμετρος. Η ανταλλακτική ισοδυναμία μεταξύ των εμπορευμάτων προκύπτει πρώτα και κύρια από τον κοινό χαρακτήρα τους, δηλαδή το ότι είναι προϊόντα της εργασίας. Αυτό κάνει τα εμπορεύματα σύμμετρα καθ’ εαυτά. Το χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαμεσολαβούν την ισοδυναμία αύτη αλλά δεν είναι οι πρωταρχικοί προσδιοριστικοί παράγοντες. Το χρήμα δεν προηγείται του εμπορεύματος – στην γενετική του αναγκαιότητα και λειτουργία – αλλά γεννάται από την διαφοροποίηση μέσα στην εμπορευματική ανταλλαγή, όταν η τελευταία έχει αναπτυχτεί επαρκώς.

Αντίθετα, η αυτοαποκαλούμενη «σχολή Rubin» αντιστρέφει και τελικά αρνείται την Μαρξική προσέγγιση. Ξεκίνα σωστά απορρίπτοντας την θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας. Ακολούθως όμως σπάζει οποιοδήποτε δεσμό μεταξύ του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας και της συγκεκριμένης εργασίας που ξοδεύτηκε σε ένα ιδιαίτερο προτσές εργασίας και εκφράζεται σε ένα εμπόρευμα. Η εργασία θεωρείται ως η ουσία της αξίας στο γενικό επίπεδο (ως συνολική αφηρημένη εργασία) αλλά η σχέση μεταξύ των ιδιαίτερων, αυτόνομων προτσές παραγωγής και των εμπορευματικών αξίων (βασισμένων και διαμεσολαβούντων από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας και την συγκεκριμένη εργασία) υποτιμάται καθοριστικά. Συνεπώς η αποδοχή της σχέσης αυτής στο επίπεδο της κοινωνίας συνολικά ανοίγει τον δρόμο για την ανατροπή της στα επιμέρους, αυτόνομα τμήματα της: η εργατική δύναμη που ξοδεύτηκε σε όλα τα αυτόνομα προτσές εγκαθιστά την «συμμετρικότητα» (commensurability) των προϊόντων των προτσές αυτών γενικά. Το χρήμα θεωρείται ως ο αναγκαίος και επαρκής παράγοντας, η αληθινή ενσάρκωση της σχέσης αυτής. Στην συνεχεία το χρήμα εκτοπίζει τον χρόνο εργασίας ως βασικό προσδιοριστικό στο επίπεδο της ανταλλαγής των ιδιαίτερων εμπορευμάτων. Η αφηρημένη εργασία και η αξία γίνονται κατηγορίες της ανταλλαγής και μέτρο της αφηρημένης εργασίας θεωρείται το χρήμα. Κατά συνέπεια είναι πλέον το χρήμα το όποιο παρέχει ουσιαστικά αύτη την «συμμετρικότητα» (μέσω συνήθως μιας αμφίβολης σύνδεσης του στο συνολικό επίπεδο με την αφηρημένη εργασία γενικά) και αποτελεί το μέτρο της.

Τα σφάλματα αυτά οδήγησαν την «σχολή Rubin» στον κυκλοφορισμό (circulationism), δηλαδή στην προτεραιοποίηση της σφαίρας της κυκλοφορίας και στην υποβάθμιση της σφαίρας της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου. Στη συνέχεια εγκατέλειψε εντελώς την θεωρία της αξίας σαν κάτι περιττό εφόσον υπάρχει το χρήμα.

Ο Rubin είχε ρητά διαχωριστεί από τις απόψεις αυτές. Σε πάμπολλα σημεία δηλώνει ότι μπορούμε να μελετήσουμε την αξία χωρίς να μελετήσουμε το χρήμα (πχ. Rubin (1978), σ.36). Επίσης καταδικάζει ρητά την θέση ότι η αξία δημιουργείται στην ανταλλαγή. Δολώνει πολύ καθαρά ότι «η αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργούνται ή «προέρχονται» (come about), «γίνονται» (become) στο προτσές της άμεσης παραγωγής (πιο συχνά ο Marx χρησιμοποιούσε την έκφραση ‘werden’ για το προτσές αυτό) και μόνο πραγματοποιούνται (realised) στο προτσές της ανταλλαγής» (Rubin (1978), σ.125). Επιπλέον απορρίπτει εξίσου ρητά την άποψη ότι το μέγεθος (το μέτρο) της αξίας μετράται από τις σχέσεις ανταλλαγείς αντί του χρόνου εργασίας (Rubin (1972), σ.154):

Από μια πρώτη ματιά μπορεί να φαινόταν ότι εάν η αφηρημένη εργασία είναι το αποτέλεσμα της κοινωνικής εξισοποίησης της εργασίας δια μέσου της εξισοποιησης των προϊόντων της εργασίας, το μόνο κριτήριο της ισότητας ή της ανισότητας των δυο δαπανών εργασίας είναι το γεγονός της ισότητας (ή ανισότητας) στο προτσές ανταλλαγής. Από αυτή την οπτική γωνία δεν μπορούμε να μιλάμε για ισότητα ή ανισότητα των δυο δαπανών εργασίας πριν την στιγμή της κοινωνικής εξισοποιησης τους μέσω του προτσές ανταλλαγής. Από την άλλη μεριά, εάν στο προτσές ανταλλαγής αυτές οι δαπάνες εργασίας είναι κοινωνικά εξισωμένες, θα πρέπει να τις θεωρήσουμε ως ίσες παρόλο ότι δεν είναι ίσες (για παράδειγμα, όσον αφορά τον αριθμό των ωρών εργασίας) στο προτσές της άμεσης παραγωγής… Μια τέτοια υπόθεση θα οδηγούσε σε λάθος συμπεράσματα. Μας αποστερεί το δικαίωμα να πούμε ότι στο προτσές ανταλλαγής ίσες ποσότητες εργασίας, και μερικές φορές πολύ άνισες ποσότητες… εξισώνονται κοινωνικά… Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι η κοινωνική εξισοποίηση της εργασίας στο προτσές ανταλλαγής επιτελείται σε απομόνωση εξάρτησης από ποσοτικές πλευρές οι όποιες χαρακτηρίζουν την εργασία στο προτσές άμεσης παραγωγής (για παράδειγμα, το μήκος, την ένταση, το μήκος της εκπαίδευσης για ένα δεδομένο επίπεδο ειδίκευσης κλπ.) και επομένως, η κοινωνική αξιοποίηση δεν θα είχε καμιά κανονικότητα εφόσον θα προσδιοριζόταν αποκλειστικά από τον αυθορμητισμό της αγοράς.

 

Βιβλιογραφία

Aglietta M. (1979), A Theory of Capitalist Regulation, NLB, London.

Benetti C.-Berthomieu C.-Cartelier J. (1975), Economie classique, economie vulgaire, Presses Universitaires de Grenoble-Maspero.

De Vroey M. (1981), ‘Value, Production and Exchange’ in Steedman, I.-Sweezy, P. (eds.) The Value Controversy, Verso, London.

Dumenil G. (1980), ‘De la valeur aux prix de production’, Economica.

Dumenil G. (1983‑84), ‘Beyond the transformation riddle: a labour theory of value’, Science & Society, vol.33, no.4.

Dumenil G. – Levy D. (2000), ‘Technology and Distribution: Historical Trajectories a la Marx’, CEPREMAP

Fine B. & Harris L. (1979), Rereading Capital, London: Macmillan.

Foley D. (1982), ‘The value of money, the value of labour-power and the Marxian transformation problem’, Review of Radical Political Economics, vol.14, no.2.

Foley D. (1986a), Money, Accumulation and Crisis, Harwood Academic, New York.

Foley D. (1986b), Understanding Capital, Harvard University Press, London.

Μαυρουδέας Στ. (1993), «Ο Ι.Ι.Rubin και η συνεισφορά του στη Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία», Θέσεις νο.44.

Μαυρουδέας Στ. (1998), «Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μία επισκόπηση», Ουτοπία νο.28.

Rubin I.I. (1972), Essays on Marx’s Theory of Value, Black Rose Books, New York.

Rubin I.I. (1978), ‘Abstract labour and value in Marx’s system’, Capital & Class, no.5.

 

———————————————

Ακολουθούν προς διευκόλυνση η μετάφραση μου της διάλεξης του Rubin στο Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών και ο προλογισμός μου σ’ αυτή.

 

«Εναλλακτικά σενάρια δομικής προσαρμογής στην Ελλάδα και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης»

Εισήγηση στο Συνέδριο «Παραγωγική Ανασυγκρότηση της Ελλάδας: Μελετώντας το Παρελθόν Σχεδιάζουμε το Μέλλον»

27-8 Νοεμβρίου 2015

Τμήμα Οικονομικών ΑΠΘ

Τμήμα Οικονομικών Παν. Μακεδονίας

ΙΚΕ Δημήτρης Μπάτσης

https://www.researchgate.net/publication/292285046_Enallaktika_senaria_domikes_prosarmoges_sten_Ellada_kai_to_problema_tes_paragogikes_anasynkroteses

https://www.academia.edu/21216596/%CE%95%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF_%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82

 

Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει και ολοκληρώνει το καταστροφικό έργο των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ

Ολόκληρο το κείμενο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών («Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει και ολοκληρώνει το καταστροφικό έργο των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ«) σε σύνδεσμο στο scribd

Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει και ολοκληρώνει το καταστροφικό έργο των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ (1ο μέρος)

Η ανάλυση αυτή θα δημοσιευθεί σε 2 τμήματα λόγω έκτασης. Το δεύτερο τμήμα θα ακολουθήσει τις επόμενες μέρες.

———————————————————–

Η ανακεφαλαιοποΙηση των τραπεζΩν απΟ την κυβΕρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνεχΙζει και ολοκληρΩνει το καταστροφικΟ Εργο των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ

 

Σταύρος Μαυρουδέας

1ο ΤμΗμα

21209643

Ι. Ο ελληνικός καπιταλισμός και ο τραπεζικός τομέας του

Η πρόσφατη (Δεκέμβριος 2015) ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών διατυμπανίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (δια στόματος Γ.Σταθάκη) σαν διαφορετική από τις προηγούμενες (επειδή συμβαδίζει με την αναδιάρθρωση των «κόκκινων» δανείων, οι νέες μετοχές του Δημοσίου [αλλά όχι οι παλιές]) ψηφίζουν για διοίκηση και δίνει δυνατότητα αλλαγής διοικήσεων) και επιτυχής (επειδή δεν χρειάσθηκε κούρεμα καταθέσεων). Τίποτα ψευδέστερο. Πρόκειται για άλλο ένα θέατρο του ΣΥΡΙΖΑ που βαφτίζει το κρέας ψάρι. Η νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών συνεχίζει στον ίδιο δρόμο αυτών των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και ολοκληρώνει το καταστροφικό τους έργο.

Ορισμένες προκαταρκτικές επισημάνσεις είναι απαραίτητες για την πλήρη κατανόηση του θέματος.

Πρώτον, ο ελληνικός καπιταλισμός υπήρξε από την γέννηση του τραπεζοκεντρικός. Δηλαδή η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων περνά κυρίως μέσω του τραπεζικού δανεισμού και πολύ λίγο μέσω του χρηματιστηρίου (με μικρή εξαίρεση την βραχύβια περίοδο Σημίτη και την συνεπακόλουθη «ληστεία του χρηματιστηρίου»). Αυτό τον διαφοροποιεί από τους περισσότερους Δυτικούς (και κυρίως τους αγγλοσαξωνικούς) καπιταλισμούς όπου ο βασικός πυλώνας χρηματοδότησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι η κεφαλαιαγορά και όχι το τραπεζικό σύστημα. Βέβαια αυτό προσδίδει στον ελληνικό καπιταλισμό αρκετές ομοιότητες τόσο με το γαλλικό και γερμανικό πρότυπο όσο και με την Άπω Ανατολή.

Δεύτερον, τα μεγάλα ηγεμονικά «τζάκια» της ελληνικής οικονομικής ολιγαρχίας κατείχαν πάντα τράπεζες για να κάνουν τα βρώμικα παιχνίδια τους. Η κατοχή μίας τράπεζας δίνει ουσιαστικά την δυνατότητα στον ιδιοκτήτη της για μία σειρά σημαντικά προνόμια. Κατ’ αρχήν, βγάζει χρήμα με τα χρήματα άλλων (των καταθετών). Επιπλέον, χρηματοδοτεί φθηνά και αδιαφανώς τις δικές του επιχειρήσεις (βλέπε σκάνδαλα Κοσκωτά, Ρέστη, Λαυρεντιάδη για να αναφέρουμε μόνο τα πρόσφατα). Ακόμη, επηρεάζει και ελέγχει άλλες επιχειρήσεις καθώς εξαρτώνται από την χρηματοδότηση του. Τέλος, οργανώνει αποτελεσματικά την διαπλοκή του με το κράτος και τα συστημικά κόμματα (δηλαδή δημιουργεί κρατικομονοπωλιακές σχέσεις). Αντίθετα με τα περιρρέοντα νεοφιλελεύθερα φληναφήματα είναι ο τραπεζίτης που είναι ο ισχυρός στη σχέση αυτή και εκμεταλλεύεται το δημόσιο και όχι το αντίστροφο. Για παράδειγμα, μόλις στη δεκαετία του 1920 μπόρεσε το ελληνικό δημόσιο να σπάσει, και μάλιστα με μεγάλη δυσκολία, την ισχύ της (ιδιωτικής τότε και πανίσχυρης) Εθνικής Τράπεζας και να φτιάξει δημόσια ελεγχόμενη κεντρική τράπεζα. Και ακόμη και στην μεταπολιτευτική περίοδο του δημόσιου ελέγχου μεγάλου τμήματος του τραπεζικού συστήματος το ελληνικό κεφάλαιο μπορούσε να κάνει κάτι που άλλωστε γνωρίζει εξαιρετικά καλά: να κρύβεται πίσω από τον δημόσιο μανδύα και να κερδοφορεί απρόσκοπτα.

Τρίτον, η τρέχουσα κρίση του ελληνικού καπιταλισμού θέτει υπό αμφισβήτηση την μέχρι τώρα αρχιτεκτονική του που αποδείχθηκε – ιδιαίτερα με την παταγώδη αποτυχία της σύγχρονης ευρωπαϊκής «Μεγάλης Ιδέας» του – μη-βιώσιμη και χρήζουσα επείγουσας αναδιάρθρωσης. H κυρίαρχη αστική στρατηγική – που την συνομολόγησαν μεν αλλά από θέσεις ανισόμετρης ισχύος τα ηγεμονικά ιμπεριαλιστικά κέντρα της ΕΕ και η ελληνική αστική τάξη – για την αναδιάρθρωση συγκεφαλαιώνεται στα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (ή αλλιώς Μνημόνια). Η στρατηγική των προγραμμάτων αυτών είναι μία τροποποίηση των κλασσικών Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής που κατασκεύασε το ΔΝΤ στη δεκαετία του 1990. Απορρέει από τα διεθνή μακρο-οικονομικά θέσφατα της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον που επιτάσσουν ότι οι «διασωζόμενες» υπερχρεωμένες οικονομίες πρέπει να εγκαταλείψουν ακόμη και τα τελευταία ίχνη έμμεσου προστατευτισμού και όχι απλά να επιτρέπουν αλλά να διευκολύνουν με περίπου αποικιοκρατικούς όρους την δραστηριότητα του ξένου κεφαλαίου. Στην ελληνική περίπτωση η στρατηγική αυτή έμμεσα υπαγορεύει ότι τομείς όπως ο τραπεζικός που παίζουν ένα στρατηγικό ρόλο πρέπει να «ανοίξουν» στα κεφάλαια της ΕΕ. Μέχρι τώρα – και παρά την ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση – ο τραπεζικός τομέας παρέμενε ουσιαστικά στα χέρια της ελληνικής ολιγαρχίας. Οι ξένες διεισδύσεις ήταν σχετικά περιορισμένες και ποτέ δεν απείλησαν την κυριαρχία της. Χαρακτηριστική είναι η κακήν κακώς κατάληξη της γαλλικής συμμετοχής στην Εμπορική και στη Γενική Τράπεζα. Ενδεικτικά, στην πρώτη η Credit Agricole (επειδή «δεν κατανοούσε την ελληνική τραπεζική αγορά» (sic)) αποχώρησε καταβάλλοντας κατ’ απαίτηση της ΤτΕ ένα «δώρο» 3 δις στην AlphaBank για να εξαγοράσει η τελευταία την Εμπορική. Αυτή η κατάσταση έδινε στην ελληνική ολιγαρχία σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα (στρατηγικά και άλλα) σε σχέση με τους ξένους «εταίρους» της (οι έλληνες καπιταλιστές είχαν προνομιακή μεταχείριση από το δικό τους τραπεζικό σύστημα έναντι ξένων ανταγωνιστών). Αυτό πλέον βαδίζει στο τέλος του και ο ΣΥΡΙΖΑ, υπακούοντας στα κελεύσματα της ΕΕ, δίνει μάλλον την χαριστική βολή. Όπως πανθομολογείται, πλέον με τη νέα ανακεφαλαιοποίηση όλες σχεδόν οι τράπεζες περνούν υπό ξένο έλεγχο.

2C02B1DB7AC0EEE975740DE82C0D5115

ΙΙ. Η κρίση, τα Μνημόνια και τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος

Πως όμως έφθασαν τα πράγματα ως εδώ; Οι κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες και σοσιαλφιλελεύθερες παπαγαλίες υποστηρίζουν ότι ήταν το PSI (δηλαδή η φαιδρή αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους) και η εκμετάλλευση των «πτωχών και ανίσχυρων τραπεζών» από το ελληνικό δημόσιο (που υποτίθεται τις ανάγκαζε να παίρνουν τα χρεόγραφα του) τις οδήγησε και από εκεί που δεν είχαν πρόβλημα (καθώς στην παγκόσμια κρίση του 2007-8 ο βαθμός μόχλευσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ήταν πολύ χαμηλότερος από αυτό των δυτικών οικονομιών) στην κατάρρευση. Πρόκειται για μία ανερυθρίαστη υποκρισία που, στην περίπτωση αρκετών δημοσιογραφικών μέσων, έχει πληρωθεί καλά από τις τράπεζες. Πρώτον, οι τράπεζες – όπως εύστοχα δείχνει η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία – δεν παράγουν πλούτο αλλά αποκομίζουν έσοδα από την διαχείριση του χρήματος (ιδιαίτερα του χρήματος άλλων). Εφόσον η παραγωγή πλούτου αρχίσει να μειώνεται (δηλαδή η οικονομία μπει σε ύφεση) τότε αργά ή γρήγορα θα επηρεασθεί και η κερδοφορία των τραπεζών (εφόσον τα έσοδα εξαρτώνται από την πραγματική οικονομία που παράγει πλούτο). Συνεπώς, το θεμελιώδες αίτιο των τραπεζικών προβλημάτων είναι η αδυναμία του ιδιωτικού τομέα. Δεύτερον, οι ελληνικές τράπεζες και μέσα στην κρίση υποστηρίχθηκαν σκανδαλωδώς από το ελληνικό δημόσιο. Συστηματικά τους εκχωρήθηκαν δραστηριότητες που προηγουμένως ήταν δημόσιες και που ήταν εξαιρετικά επικερδείς (π.χ. μεταφορά αποθεματικών ΝΠΔΔ). Αφέθηκαν να εκμεταλλευθούν τους απλούς πολίτες με κυριολεκτικά σκανδαλώδεις τρόπους (π.χ. η σκανδαλώδης διαφορά μεταξύ επιτοκίου καταθέσεων και επιτοκίου χορηγιών, τα τοκογλυφικά επιτόκια των πιστωτικών καρτών και των διαφόρων καταναλωτικών κλπ. δανείων). Τρίτον, τα ελληνικά χρεόγραφα είχαν εξαιρετικές αποδόσεις για τις τράπεζες μέχρι και το «κούρεμα» τους. Τέταρτον, οι διάφορες εγγυήσεις που το ελληνικό δημόσιο έχει αφειδώς δώσει στις τράπεζες και που εν τέλει το βαρύνουν (π.χ. 7 «πακέτα» εγγυήσεων συνολικού ύψους 210 δις στη διετία 2010-12). Τελευταίο και πιο σημαντικό, οι προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις τους – όπως θα δείξουμε παρακάτω – προσπάθησαν επίσης με σκανδαλώδη τρόπο να διαφυλάξουν τον έλεγχο της ελληνικής ολιγαρχίας πάνω στο τραπεζικό σύστημα και γι’ αυτό πλήρωσαν οι έλληνες πολίτες (εργαζόμενοι και μικρομεσαίοι) ενώ οι ιδιοκτήτες τους δεν έβαλαν ουσιαστικά παρά πενταροδεκάρες.

Η κρίση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος προέκυψε ακριβώς γιατί τα έσοδα του προκύπτουν από τον παρασιτισμό του επάνω στην πραγματική οικονομία. Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης – που όπως υποστηρίζει εύστοχα η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία έχει ως αίτιο την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους – η πηγή των εσόδων του χρηματοπιστωτικού συστήματος έδειξε ότι έχει σοβαρά προβλήματα. Στην ελληνική περίπτωση αυτά δεν επηρέασαν άμεσα και με την ίδια σφοδρότητα, όπως στις ΗΠΑ, το χρηματοπιστωτικό σύστημα ακριβώς γιατί ο βαθμός μόχλευσης του ήταν χαμηλότερος και γιατί η στήριξη από το κράτος ήταν άμεση και καθολική: το 2008 με το πακέτο Αλογοσκούφη των 28 δις κρατικής στήριξης με αντάλλαγμα προνομιούχες μετοχές (δηλαδή χωρίς δικαιώματα στη διοίκηση) ξεκίνησε ο χορός των αφειδών ενέσεων ρευστότητας στις τράπεζες από το ελληνικό Δημόσιο χωρίς ούτε αυτό αλλά ούτε και η πραγματική οικονομία να αποκομίζουν κανένα όφελος καθώς οι τράπεζες προσπαθώντας να σώσουν την κεφαλαιακή τους διάρθρωση περιόριζαν την παροχή πιστώσεων.

Με την επιδείνωση της κρίσης και την επιβολή των Μνημονίων η ύφεση της πραγματικής οικονομίας βάθυνε περαιτέρω. Παρεμπιπτόντως, αυτό το βάθεμα της ύφεσης είναι συνειδητή επιλογή της Μνημονιακής στρατηγικής λόγω του προ-κυκλικού χαρακτήρα της, δηλαδή της λογικής ότι όσο πιο γρήγορα και πιο βαθιά μπεις στην κρίση τόσο πιο γρήγορη και απότομη θα είναι η ανάκαμψη. Γρήγορα βέβαια η λογική αυτή διαψεύσθηκε οικτρά και κατέληξε στους επιπόλαιους επίσημους καυγάδες σχετικά με το εάν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής (δηλαδή η επίπτωση της συρρίκνωσης του δημοσίου στο σύνολο της οικονομίας) είναι μεγαλύτερος ή όχι της μονάδας. Η αναπάντεχα (για τους επιτελείς του συστήματος) υπέρμετρη διάρκεια της κρίσης οδήγησε στην απώλεια (μέχρι και το 2015) περισσότερου από το 25% του ΑΕΠ της χώρας. Η δραματική αυτή ύφεση σημαδεύθηκε από μαζικές χρεοκοπίες επιχειρήσεων, αδυναμία μεγάλου τμήματος του πληθυσμού να εξυπηρετήσει τις δανειακές υποχρεώσεις του αλλά και ουσιαστική «απεργία επενδύσεων» από την ελληνική αστική τάξη καθώς δεν έβλεπε ευκαιρίες κερδοφόρας δραστηριότητας (και συνεπώς προτιμούσε να ασφαλίσει τα κεφάλαια της στο εξωτερικό λόγω του φόβου χρεοκοπίας). Αυτή η συνολική πτώση της οικονομικής δραστηριότητας επηρέασε πλέον και τις τράπεζες ιδιαίτερα με την διόγκωση του φαινομένου των μη-εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs). Σε όλο αυτό το διάστημα, όπως και στη συνέχεια, ο τραπεζικός τομέας απορροφούσε βραχυχρόνιο κυρίως κρατικό δανεισμό. Δεν επρόκειτο φυσικά για θυσία γιατί έτσι συντηρούσε το σύστημα κρατικο-μονοπωλιακής διαπλοκής που του έδινε την ισχύ του. Εξάλλου, όσο μπορούσε να ενεχυριάζει τους κρατικούς τίτλους στην ΕΚΤ είχε την δυνατότητα να αντλεί ρευστότητα (βέβαια σχετικά ακριβά λόγω του «κουρέματος» των εγγυήσεων αυτών σε εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό έναντι της ονομαστικής αξίας τους).

ύφεση ΑΕΠ

ΙΙΙ. Οι προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις

Η αποτυχία του πρώτου Μνημονίου οδήγησε στο δεύτερο Μνημόνιο και στη βιαστική συμπερίληψη σ’ αυτό μιας προηγουμένως αποδιοπομπαίας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Όμως το λεγόμενο PSI (που ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2012) με τον τρόπο που έγινε χαντάκωσε κυριολεκτικά την ελληνική οικονομία ενώ εξασφάλισε κυρίως τα συμφέροντα των ξένων ιδιωτικών και δημόσιων δανειστών. Άλλωστε τα πρακτικά αποτελέσματα του ήταν μηδαμινά (όπως αποκάλυψε ο αμέσως επόμενος κρατικός προϋπολογισμός). Συνέπεια του ήταν ότι ο τραπεζικός τομέας υπέστη ένα επιπρόσθετο πλήγμα καθώς κουρεύτηκαν στοιχεία του ισολογισμού του και πλέον το πρόβλημα της κεφαλαιακής επάρκειας έγινε δύσκολα ελέγξιμο. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν δύο δρόμοι: είτε η διάσωση εκ των έσω (bail in) είτε η διάσωση εκ των έξω (bail out). Η διάσωση εκ των έσω γίνεται με κούρεμα (α) των μετόχων, (β) των ομολογιούχων και (γ) των μεγάλων καταθέσεων (αν και αυτό μπορεί να γενικευθεί υπό προϋποθέσεις). Η διάσωση εκ των έσω απορρίφθηκε γιατί θα έθιγε τους τραπεζίτες αλλά επίσης θα προκαλούσε κοινωνική έκρηξη καθώς η αστική τάξη δεν είχε προλάβει να φυγαδεύσει τις καταθέσεις της και τα μεσοστρώματα και οι εργαζόμενοι είχαν ακόμη σχετικά σημαντικές καταθέσεις στις τράπεζες. Επιλέχθηκε επομένως η διάσωση εκ των έξω με την παροχή κεφαλαίων αλλά χωρίς να αφαιρεθεί η διοίκηση από την ελληνική ολιγαρχία. Έτσι στην πρώτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών (Μάιος 2013) το ελληνικό δημόσιο δανείσθηκε από την τρόικα 40 δις για να εισφέρει στις τράπεζες παίρνοντας (κατά τα πρότυπα Αλογοσκούφη) κοινές μετοχές άνευ ψήφου για 5 χρόνια και μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια (CoCos, που δίνουν το δικαίωμα να μετατραπούν σε ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα σε νέες μετοχές). Με τον τρόπο αυτό προέκυψε το σκανδαλώδες παράδοξο η πλειοψηφία των μετοχών των τραπεζών να ανήκει στο κράτος αλλά οι διοικήσεις στην ολιγαρχία. Υποτίθεται ότι σε καλύτερους καιρούς, με ανάκαμψη της οικονομίας και της χρηματιστηριακής αξίας των τραπεζών, το δημόσιο θα έπαιρνε πίσω τα χρήματα του με την πώληση των μετοχών του. Επίσης, μία σειρά άλλα «δωράκια» και διευκολύνσεις δόθηκαν στους τραπεζίτες με την μορφή του «αναβαλλόμενου φόρου» περίπου 11,5 δις ευρώ (δηλαδή ο σκανδαλώδης συμψηφισμός μέρους των απωλειών από το PSI με φόρους που θα πρέπει να καταβάλλουν οι τράπεζες στο μέλλον που σημαίνει ουσιαστικά την πλήρη απαλλαγή των τραπεζών από την υποχρέωση να καταβάλλουν φόρους επί των κερδών τους για τα επόμενα 30 χρόνια) καθώς και των διαβόητων Bermuda call warrants (του δικαιώματος κάποιου που αγόρασε μία μετοχή στη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης να αγοράσει επιπλέον μετοχές εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος σε προνομιακή τιμή ή να πουλήσει αυτό το δικαίωμα).

Ταυτόχρονα, υπό μνημονιακή καθοδήγηση, ξεκίνησε μία ταχύτατη κούρσα μονοπωλιοποίησης του τραπεζικού τομέα που οδήγησε μέχρι σήμερα στη δημιουργία 4 (λεγόμενων «συστημικών») τραπεζικών μεγαθηρίων (Πειραιώς, Εθνική, AlphaBank, EuroBank) που καταβρόχθισαν 18 άλλες τράπεζες. Αυτή η μονοπωλιοποίηση έγινε συνήθως με σημαδεμένες και σκανδαλώδεις διαδικασίες (ιδιαίτερα στην περίπτωση δημόσιων τραπεζών, όπως η ΑΤΕ και το Ταχ. Ταμιευτήριο) που κυριολεκτικά χαρίστηκαν στην ελληνική ολιγαρχία. Παρεμπιπτόντως, αυτή η ραγδαία μονοπωλιοποίηση αντίκειται κατάφωρα στα κελεύσματα της ορθόδοξης οικονομικής θεωρίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού τα οποία συνήθως μηρυκάζουν οι διάφοροι κατεστημένοι ιθύνοντες (πανεπιστημιακοί και μη).

Ουσιαστικά, η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να διατηρήσει η ελληνική ολιγαρχία των έλεγχο των τραπεζών την ίδια ώρα που το Δημόσιο αποκτούσε την πλειοψηφία των μετοχών τους. Οι ιμπεριαλιστές πάτρωνες της ΕΕ το αποδέχθηκαν για να εξασφαλίσουν την συνεχιζόμενη σύμπραξη της ελληνικής ολιγαρχίας στη Μνημονιακή στρατηγική. Αλλά επίσης γιατί υπολόγιζαν βάσιμα ότι γρήγορα τα πράγματα θα οδηγούσαν στο να αποκτήσουν την κυριαρχία στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα που όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαν.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Τα σχέδια περί ανάκαμψης αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες, η κατάσταση της οικονομίας συνέχισε να χειροτερεύει και μαζί της και η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Η αστική τάξη, εμπρός στον κίνδυνο της αστάθειας, φυγάδευσε τα χρήματα της στο εξωτερικό ενώ τα μεσοστρώματα και οι εργαζόμενοι, βαριά χτυπημένοι από τη λιτότητα, εξάντλησαν σε μεγάλο βαθμό τις καταθέσεις τους για την πληρωμή υποχρεώσεων. Αυτό ενέτεινε την αιμορραγία ρευστών διαθεσίμων από τις τράπεζες. Το αποτέλεσμα ήταν να χρειασθεί σύντομα δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση (Απρίλιος 2014). Αυτή έγινε με τρόπο που οδήγησε σε κατάφωρη ζημία του Δημοσίου. Με τα επιχειρήματα ότι το Δημόσιο δεν πρέπει να επιβαρυνθεί με τη δαπάνη της συμμετοχής στη νέα ανακεφαλαιοποίηση και ότι οι τράπεζες πρέπει να επαναιδιωτικοποιηθούν στις νέες αυτές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου συμμετείχαν ιδιώτες με 8,3 δισ. ευρώ. Η ανακεφαλαιοποίηση έγινε σε τιμές αγοράς με εύλογο τίμημα (fair value), που πρακτικά σήμαινε ότι οι νέες μετοχές αγοράσθηκαν φθηνότερα από αυτές που είχε αγοράσει το ελληνικό Δημόσιο. Το αποτέλεσμα ήταν η απίσχναση (dilution) των μεριδίων του Δημοσίου στις τράπεζες. Aυτό συμπληρώθηκε με νομοθετική διάταξη που προέβλεπε ότι το ΤΧΣ μπορεί να πουλά τραπεζικές μετοχές που είναι στην κατοχή του σε τιμές χαμηλότερες από εκείνες που τις αγόρασε. Επίσης, το Δημόσιο ουσιαστικά εκχώρησε την Eurobank σε ξένους επενδυτές καθώς δεν συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της η οποία έγινε σε σκανδαλωδώς χαμηλότερες τιμές (0,31) όχι μόνον από αυτές που είχε πληρώσει (1,54) αλλά και από την τότε τρέχουσα χρηματιστηριακή αξία τους. Έτσι ξένα κερδοσκοπικά funds με 2,86 δις ευρώ απέκτησαν το 65% του μετοχικού κεφαλαίου της ενώ το δημόσιο που κατέβαλε στην προηγούμενη αύξηση 5,8 δις και κατείχε το 95% περιορίσθηκε στο 35%. Έτσι έγινε το πρώτο μεγάλο και καθαρό βήμα ώστε ξένα κεφάλαια να αποκτήσουν μία μεγάλη «συστημική» ελληνική τράπεζα την οποία είχε ξελασπώσει το ελληνικό Δημόσιο χωρίς ο Σπ.Λάτσης να πληρώσει φράγκο και στην οποία επίσης είχαν δοθεί σαν «δωράκια» το Ταχ. Ταμιευτήριο και οι ανακεφαλαιοποιημένες με δημόσια χρήματα Proton και Aspis. Πρακτικά, το ελληνικό Δημόσιο είχε καταβάλλει περίπου 13,2 δις για το ξελάσπωμα της και είχε μία καθαρή απώλεια ανώτερη των 11 δις. Τον δρόμο της Eurobank φαίνεται – γιατί ποτέ δεν μπορεί να είναι κανείς απολύτως βέβαιος στο σκοτεινό και βρώμικο κόσμο των τραπεζιτών – ότι ακολούθησε και η AlphaBank με την είσοδο κεφαλαίων από το Κατάρ και την αλλαγή της διοίκησης της (Μάιος 2014).

Συμπερασματικά, η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση οδήγησε στο πέρασμα πλέον ενός μεγάλου τμήματος του τραπεζικού συστήματος σε ξένα χέρια. Κατά τα φαινόμενα αυτά είναι κυρίως αμερικανικής προέλευσης. Επίσης έδειξε ότι η ελληνική ολιγαρχία προτιμά να ασφαλίσει τα χρήματα της στο εξωτερικό παρά να τα διακινδυνεύσει στο δικό της τραπεζικό σύστημα καθώς γνωρίζει πολύ καλά – και άσχετα από τα παραμύθια των μέσων μαζικής ενημέρωσης που ελέγχει – ότι η επιτυχία της Μνημονιακής στρατηγικής δεν είναι καθόλου βέβαιη και ότι ο ελληνικός καπιταλισμός υποβαθμίζεται συνεχώς μέσα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι σε αντίθεση με την προηγούμενη ανακεφαλαιοποίηση πλέον η ΕΕ απέκτησε άλλο ένα εργαλείο παρέμβασης στο τραπεζικό σύστημα με την διεξαγωγή των πανευρωπαϊκών τραπεζικών εξετάσεων αντοχής (stress tests) από την ΕΚΤ. Με το εργαλείο αυτό η ΕΕ μπορεί να καθορίζει τέτοιες κεφαλαιακές απαιτήσεις που το ελληνικό κεφάλαιο (και αντίστοιχα σε άλλες ευρω-περιφερειακές χώρες τα εθνικά τους κεφάλαια) να μην μπορεί να ανταποκριθεί.

Παρά τα φληναφήματα και τους διθυράμβους των κατεστημένων ΜΜΕ και των φερέφωνων του τραπεζικού συστήματος περί επιτυχούς ανακεφαλαιοποίησης τα πράγματα συνέχισαν να πηγαίνουν προς το χειρότερο. Παρά το φαιδρό θέατρο της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ περί success story και επικείμενης ανάκαμψης, η πραγματική οικονομία συνέχισε την κατιούσα ενώ η λαϊκή κατακραυγή εναντίον των Μνημονίων συνέχιζε να διογκώνεται ασταμάτητα.

Στο σημείο αυτό έγινε ένα κυριολεκτικό μπρα-ντε-φερ μέσα στους κόλπους τόσο της ελληνικής αστικής τάξης όσο και των ξένων πατρώνων της (ευρωπαίων και υπερατλαντικών με τους ανταγωνισμούς και τις συμφωνίες τους) που οδήγησε στην παράδοση της σκυτάλης του διαχειριστή της αστικής εξουσίας στον ΣΥΡΙΖΑ, στο κακόγουστο θέατρο των υποτιθέμενα «σκληρών διαπραγματεύσεων» του τελευταίου με την ΕΕ, στην κακοπαιγμένη μπλόφα του δημοψηφίσματος και στην τελική κατάφωρη προδοσία του από τον ΣΥΡΙΖΑ και την ανοικτή προσχώρηση του τελευταίου στο Μνημονιακό στρατόπεδο. Μέρος αυτού του μπρα-ντε-φερ αποτέλεσε ο ανοικτός εκβιασμός από το ευρω-ιερατείο με χρηματοπιστωτική ασφυξία και η φυγή καταθέσεων κυρίως από την αστική τάξη που οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ στην επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων (capital controls).

capitalist

Most Americans have no savings even for a simple emergency situation

It is well established that in particularly the anglo-saxon types of capitalism the majority of working and lower middle-income people have no significant savings. They are simply sustaining themselves by their mothly pay and by going into debt. The recent economic crisis has worsened further this situtation.

This article in MarketWatch is telling.

 

http://www.marketwatch.com/story/most-americans-are-one-paycheck-away-from-the-street-2016-01-06/print

Most Americans are one paycheck away from the street

Published: Jan 6, 2016 10:52 a.m. ET

Some 63% of people can’t deal with a $500 emergency

Shutterstock

Most households struggle to cope with financial surprises.

Americans are starting 2016 with more job security, but most are still theoretically only one paycheck away from the street.

Approximately 63% of Americans have no emergency savings for things such as a $1,000 emergency room visit or a $500 car repair, according to a survey released Wednesday of 1,000 adults by personal finance website Bankrate.com, up slightly from 62% last year. Faced with an emergency, they say they would raise the money by reducing spending elsewhere (23%), borrowing from family and/or friends (15%) or using credit cards to bridge the gap (15%).

Read: This guy has 1,497 credit cards — does he know something we don’t?

This lack of emergency savings could be a problem for millions of Americans. More than four in 10 Americans either experienced a major unexpected expense over the past 12 months or had an immediate family member who had an unexpected expense, Bankrate found. (The survey didn’t specify the impact of that expense.) “Without emergency savings, you may not have money to cover needed home repairs,” says Signe-Mary McKernan, senior fellow and economist at the Urban Institute, a nonprofit organization that focuses on social and economic policy. “Similarly, without emergency savings, people could raid their retirement account.”

The findings are strikingly similar to two other reports, one by the U.S. Federal Reserve survey of more than 4,000 adults released in 2014. “Savings are depleted for many households after the recession,” it found. Among those who had savings prior to 2008, 57% said they’d used up some or all of their savings in the Great Recession and its aftermath. And another survey of 1,000 adults released last year by personal finance website GOBankingRates.com found that most Americans (62%) have less than $1,000 in their savings account (although that doesn’t include retirement or other investment accounts).

Read: 5 reasons Americans are not saving money

Why aren’t people saving? Millions of Americans are struggling with student loans, medical bills and other debts, says Andrew Meadows, a San Francisco-based producer of “Broken Eggs,” a documentary about retirement. Central bankers hiked their short-term interest rate target last month to a range of 0.25% to 0.50% from near-zero, but that’s still a small return for savings left in bank accounts. Indeed, personal savings rates as a percentage of disposable income dropped from 11% in December 2012 to 4.6% in August 2015, according to the Bureau of Economic Analysis, and now hover at 5.5%.

Read: Should I accept financial gifts from my family?

More money and education can help. The latest Bankrate survey found that savings increased with income and education: Just 46% of the highest-income households ($75,000-plus per year) and 52% of college graduates lack enough savings to cover a $500 car repair or $1,000 emergency room visit. And while those figures could still be lower, Americans are willing to cut back on at least some expenses when money is tight: 58% say they’re “very/somewhat” likely to cut back on eating out, are likely to decrease their cable bill and 41% are likely to spend less on coffee at places like Starbucks, while 39% will seek out lower-cost cellphone bills.

But while unemployment is falling (5% in November 2015 versus 5.8% in November 2014) and the Affordable Care Act has given an estimated 16.4 million people access to medical care, the amount of wealth held by the middle class is shrinking. The share of income held by middle-income families has plunged to 43% of households in 2015 versus 62% in 1970, according to a report released last month by the nonprofit think tank Pew Research Center in Washington, D.C.

A very interesting article in ZeroHedge on the repatriation of gold reserves

This is a very interesting article in ZeroHedge on the recent moves by Austria, Germany and Netherlands to repatriate (from Anglo-Saxon custody) significant parts of their gold reserves (The equally interesting articles on these two transactions follow; note that the Germans have actual backstepped).

Its main point is that these moves denote that ‘trust is now very publicly fraying at the highest levels of the international monetary system’. In other words, trust between the German-dominated euro-core of the European Union and the special Anglo-Saxon axis of USA and UK is waning.

The moves also by China and Russia to bolster their gold reserves indicates that the fragility of the western-dominated international financial system is increasing.

It is equally interesting the link provided in this article regarding the looting on the eve of the 2nd Eorld War of the Czechoslovak gold reserves by Nazi Germany with the complicity of the West (and particularly the Bank of England and the BIS):

What Happens When You Hand Over Your Gold To The Bank Of England For «Safekeeping»

http://www.zerohedge.com/news/2015-05-01/what-happens-when-you-hand-over-your-gold-bank-england-safekeeping

 

 

 

———————————————————————————————–

Austria Proudly Shows Off The 15 Tons Of Gold It Repatriated From London

http://www.zerohedge.com/news/2015-12-12/austria-proudly-shows-15-tons-gold-it-repatriated-london

 

On May 28, the Austrian Central Bank surprised the world when it announced that it too would follow in the footsteps of Germany and the Netherlands, and repatriate half of its sovereign physical gold, currently held almost entirely at the Bank of England, to Austria while transferring a modest portion in Switzerland by the year 2020.

Back then, the central bank headed by Ewald Nowotny said it took the decision after recommendations made by the Austrian Court of Audit in February, which warned of a «heightened concentration risk» linked to storing the majority of its reserves in Britain. At the time, the bank had argued the policy was warranted because London was a major international centre for the gold trade.»

This was the official statement the Austrian National Bank (OeNB) released in May:

In May 2015, the gold reserves held by the OeNB amounted to 280 tons, having remained unchanged since 2007. Austria’s gold reserves are fully owned by the OeNB, which maintains and manages them with utmost care. In line with the OeNB’s current gold storage policy, 17 % of its gold holdings are at present kept in Austria, 80 % in the United Kingdom and 3 % in Switzerland.

 

Recently, the Governing Board of the OeNB adopted the 2020 gold storage policy following a regular in-house gold strategy and storage policy review, while also considering the recommendations made by the Austrian Court of Audit. The cornerstones of this policy are as follows:

  • By the year 2020, 50% of Austria’s gold reserves are to be held in Austria (OeNB and Münze Österreich AG), 30% in London and 20% in Switzerland.
  • Starting from mid-2015, the new storage policy will be gradually implemented in keeping with security and logistical requirements.
  • A comprehensive review and, if need be, adaptation of the storage policy is scheduled for 2019.
  • The OeNB will regularly report on the progress in its upcoming annual reports.

What the central bank did not say, is that by repatriating its gold from the UK, it was implicitly confirming that trust is now very publicly fraying at the highest levels of the international monetary system, with first Germany, then the Netherlands, then Austria, and most recently China, all demonstrating they are moving and/or building up their domestic gold reserves, and withdrawing their gold held at either the NY Fed or the Bank of England, something hardly surprising for those who have read our article explaining What Happens When You Hand Over Your Gold To The Bank Of England For «Safekeeping».

Which is also why yesterday, with great fanfare, Austria proudly announced to the world that it has moved 15 tonnes of gold from London of its gold reserves as part of its aforementioned repatriation plan.

«By the end of November, the Austrian National Bank brought 15 tonnes of its gold back into its own vaults,» the OeNB said in a statement. A spokesman for the central bank said it had begun repatriating the gold from London in October.

According to Reuters, after the repatriation, Austria held roughly 65 tonnes of gold, or about 23 percent of its reserves, on its territory, the spokesman said. Around three quarters, 209 tonnes, were in London, he said, and six tonnes were in Switzerland.

«London and Zurich remain the most significant trading centres for physical gold,» the OeNB said in its statement, a point it has made before in explaining why it kept such a large share of its reserves abroad.

In the decades after World War Two, security concerns also played a part because international trading centres were the best place to make use of the gold if needed in the case of an international crisis, the OeNB said in its statement.

«Geopolitical considerations in the time of the Cold War also played a role,» said the central bank in Vienna, which was only an hour’s drive away from the Iron Curtain that divided Europe for four decades.

It would appear that despite conditions between the west and Russia deteriorating to levels not seen since the depths of the cold war, Austira is more confident it can withstand the renewed Russian «threat» by storing its gold in house, rather than «trusting» Goldman’s Mark Carney, currently performing his GS alumnus duties as the head of the Bank of England, with possession of its gold.

How times have changed.

* * *

But perhaps what was most surprising about the repatriation is that in order to «prove» the gold is indeed back, the Austrian central bank also released a 3 minute clip showing not only where the Austrian gold is located now:

 

… but where it is headed:

 

… how it is measured:

 

… how it is tested using ultrasound:

 

… while validating its Rand Refinery serial numbers (read more about the refinery that has processed one third of all gold ever mined here):

 

… and finally holding a gold welcoming celebration party for media and journalists in its vault room:

 

The full clip is below.

 

We congratulate the Austrians on have such access and transparency to their own gold: sadly, for some unknown reason, when it comes to the US gold held at Fort Knox, the secrecy over the past several decades has prevented any member of the media or public to observe the thousands of tons which the US allegedly holds in storage. On behalf of the general population.

We wonder: why do Austrians celebrate the arrival of their gold and televize it for the entire world to see, while the world’s allegedly biggest gold inventory remains a national secret, even, or rather especially, from those to whom it supposedly belongs – the citizens of USA?

On May 28, the Austrian Central Bank surprised the world when it announced that it too would follow in the footsteps of Germany and the Netherlands, and repatriate half of its sovereign physical gold, currently held almost entirely at the Bank of England, to Austria while transferring a modest portion in Switzerland by the year 2020.

Back then, the central bank headed by Ewald Nowotny said it took the decision after recommendations made by the Austrian Court of Audit in February, which warned of a «heightened concentration risk» linked to storing the majority of its reserves in Britain. At the time, the bank had argued the policy was warranted because London was a major international centre for the gold trade.»

This was the official statement the Austrian National Bank (OeNB) released in May:

In May 2015, the gold reserves held by the OeNB amounted to 280 tons, having remained unchanged since 2007. Austria’s gold reserves are fully owned by the OeNB, which maintains and manages them with utmost care. In line with the OeNB’s current gold storage policy, 17 % of its gold holdings are at present kept in Austria, 80 % in the United Kingdom and 3 % in Switzerland.

 

Recently, the Governing Board of the OeNB adopted the 2020 gold storage policy following a regular in-house gold strategy and storage policy review, while also considering the recommendations made by the Austrian Court of Audit. The cornerstones of this policy are as follows:

  • By the year 2020, 50% of Austria’s gold reserves are to be held in Austria (OeNB and Münze Österreich AG), 30% in London and 20% in Switzerland.
  • Starting from mid-2015, the new storage policy will be gradually implemented in keeping with security and logistical requirements.
  • A comprehensive review and, if need be, adaptation of the storage policy is scheduled for 2019.
  • The OeNB will regularly report on the progress in its upcoming annual reports.

What the central bank did not say, is that by repatriating its gold from the UK, it was implicitly confirming that trust is now very publicly fraying at the highest levels of the international monetary system, with first Germany, then the Netherlands, then Austria, and most recently China, all demonstrating they are moving and/or building up their domestic gold reserves, and withdrawing their gold held at either the NY Fed or the Bank of England, something hardly surprising for those who have read our article explaining What Happens When You Hand Over Your Gold To The Bank Of England For «Safekeeping».

Which is also why yesterday, with great fanfare, Austria proudly announced to the world that it has moved 15 tonnes of gold from London of its gold reserves as part of its aforementioned repatriation plan.

«By the end of November, the Austrian National Bank brought 15 tonnes of its gold back into its own vaults,» the OeNB said in a statement. A spokesman for the central bank said it had begun repatriating the gold from London in October.

According to Reuters, after the repatriation, Austria held roughly 65 tonnes of gold, or about 23 percent of its reserves, on its territory, the spokesman said. Around three quarters, 209 tonnes, were in London, he said, and six tonnes were in Switzerland.

«London and Zurich remain the most significant trading centres for physical gold,» the OeNB said in its statement, a point it has made before in explaining why it kept such a large share of its reserves abroad.

In the decades after World War Two, security concerns also played a part because international trading centres were the best place to make use of the gold if needed in the case of an international crisis, the OeNB said in its statement.

«Geopolitical considerations in the time of the Cold War also played a role,» said the central bank in Vienna, which was only an hour’s drive away from the Iron Curtain that divided Europe for four decades.

It would appear that despite conditions between the west and Russia deteriorating to levels not seen since the depths of the cold war, Austira is more confident it can withstand the renewed Russian «threat» by storing its gold in house, rather than «trusting» Goldman’s Mark Carney, currently performing his GS alumnus duties as the head of the Bank of England, with possession of its gold.

How times have changed.

* * *

But perhaps what was most surprising about the repatriation is that in order to «prove» the gold is indeed back, the Austrian central bank also released a 3 minute clip showing not only where the Austrian gold is located now:

 

… but where it is headed:

 

… how it is measured:

 

… how it is tested using ultrasound:

 

… while validating its Rand Refinery serial numbers (read more about the refinery that has processed one third of all gold ever mined here):

 

… and finally holding a gold welcoming celebration party for media and journalists in its vault room:

 

The full clip is below.

We congratulate the Austrians on have such access and transparency to their own gold: sadly, for some unknown reason, when it comes to the US gold held at Fort Knox, the secrecy over the past several decades has prevented any member of the media or public to observe the thousands of tons which the US allegedly holds in storage. On behalf of the general population.

We wonder: why do Austrians celebrate the arrival of their gold and televize it for the entire world to see, while the world’s allegedly biggest gold inventory remains a national secret, even, or rather especially, from those to whom it supposedly belongs – the citizens of USA?

 

———————————————————————————————–

The Real Reason Why Germany Halted Its Gold Repatriation From The NY Fed

Following the stunning announcement in January 2013 that the Bundesbank would repatriate 674 tons of gold from the NY Fed and the French Central Bank, a year later the Bundesbank followed up with a just as stunning revelation that of the 84 tons the bank was supposed to bring back home, it had managed to obtain just a paltry 37 tons, with only 5 tons originating from the NY Fed.

The reason given for this disappointing amount was as follows:

The Bundesbank explained [the low amount of US gold] by saying that the transports from Paris are simpler and therefore were able to start quickly.» Additionally, the Bundesbank had the «support» of the BIS «which has organized more gold shifts already for other central banks and has appropriate experience – only after months of preparation and safety could transports start with truck and plane.» That would be the same BIS that in 2011 lent out a record 632 tons of gold…

 

Going back to the main explanation, we wonder: how exactly is a gold transport «simpler» because it originates in Paris and not in New York? Or does the NY Fed gold travel by car along the bottom of the Atlantic, and is French gold transported by a Vespa scooter out of the country?

 

Supposedly, there was another reason: «The bullion stored in Paris already has the elongated shape with beveled edges of the «London Good Delivery» standard. The bars in the basement of the Fed on the other hand have a previously common form. They will need to be remelted [to LGD standard]. And the capacity of smelters are just limited.»

Or, simply said, generic pretexts for a failure to follow through with the Bundesbank’s original intention of redomiciling physical gold, especially after Zero Hedge posted in November 2012 proof of collusion between the 1968 Bank of England and the Fed seeking to defraud Deutsche Bank: ‘Bank Of England To The Fed: «No Indication Should, Of Course, Be Given To The Bundesbank…»

The charade ended with a thud in June of this year, when instead of continuing the farce, Germany simply gave up, providing an even more laughable reason why it can no longer even pretend to collect its physical gold located at New York’s 9 Liberty Street.

Germany has decided its gold is safe in American hands. “The Americans are taking good care of our gold,” Norbert Barthle, the budget spokesman for Merkel’s Christian Democratic bloc in parliament, said in an interview. “Objectively, there’s absolutely no reason for mistrust.”

And that was it: not a single word more from Germany on the topic of its failed gold repatriation initiative. Until this week, when Deutsche Bank – the bank which is Germany’s equivalent to America’ Goldman Sachs in terms of policy decision-making – once again revealed just what the true reason behind the failure of Germany’s attempt to bring its gold back. From Robin Winkler’s special report:

… the gold community paid great attention to the decision of the German Bundesbank to “bring German gold home”. At the beginning of 2013, the Bundesbank announced it would repatriate 300 tonnes of gold stored in the US by 2020. It is well behind schedule, citing logistical difficulties. Yet diplomatic difficulties are more likely to be the chief cause of the delay, especially seeing as the Bundesbank has proven its capacity to organise large-scale gold transports. In the early 2000s, the Bundesbank incrementally repatriated 930 tonnes of German gold held by the Bank of England.

Because if anyone knows what really happened behind the scenes in Germany, and inside closed doors at the Bundesbank, it is Deutsche Bank.

And there you have it: it wasn’t transportation, or «good delivery standards» concerns, or anything remotely related to Germany «decididng its gold is safe in American hands», but just the opposite: Germany was pressured to keep its gold in the US after a «diplomatic» line of communication was opened, most likely the result of the Fed making it all too clear clear to the Bundesbank not only who runs the show, but what the assured failure to repatriate Germany’s gold would mean for «price stability.»

Which has, for now at least, ended Germany’s gold repatriation demands.

Now the question is, just how will the US pressure the Swiss «diplomatically» to make sure its own gold repatriation referendum does not succeed. Because if Germany failed miserably to obtain 674 tons of gold in 2013, it is assured that Switzerland will find absolutely nothing in its quest to obtain more than double, or 1,500 tons, of gold as a successful November 30 referendum outcome would require.

Then again, considering it was Obama’s action that destroyed the Swiss banking sector after the US crushed the centuries-long tradition of «Swiss banking anonymity», this could be just the right action with which «neutral» Switzerland could finally take its revenge on the regime that cost it what was for centuries the primary source of capital inflow into the small and so very prosperous (until then) central-European nation.

———————————————————————————————–

Gold Repatriation Stunner: Dutch Central Bank Secretly Withdrew 122 Tons Of Gold From The New York Fed

A week ago, we penned «The Real Reason Why Germany Halted Its Gold Repatriation From The NY Fed«, in which we got, for the first time ever, an admission by an official source, namely the bank that knows everything that takes place in Germany – Deutsche Bank – what the real reason was for Germany’s gold repatriation halt after obtaining a meager 5 tons from the NY Fed:

… the gold community paid great attention to the decision of the German Bundesbank to “bring German gold home”. At the beginning of 2013, the Bundesbank announced it would repatriate 300 tonnes of gold stored in the US by 2020. It is well behind schedule, citing logistical difficulties. Yet diplomatic difficulties are more likely to be the chief cause of the delay, especially seeing as the Bundesbank has proven its capacity to organise large-scale gold transports. In the early 2000s, the Bundesbank incrementally repatriated 930 tonnes of German gold held by the Bank of England.

Some took offense with this, pointing out, accurately, that the gold held at the NY Fed in deposit form for foreign institutions had continued to decline into 2014 despite the alleged German halt. Well, today we know the answer: it wasn’t Germany who was secretly withdrawing gold from the NYFed contrary to what it had publicly disclosed.  

It was the Netherlands.

This is the stunning statement made by the Dutch Central Bank earlier today, and which, all compliments to China’s rate cut, is truly the biggest news of the day, as it shows that one doesn’t need a referendum to repatriate their gold, nor does one run into logistic or diplomatic problems if one is truly set on procuring their physical.

As to why the DNB decided it was time to cut its gold held at the NY Fed by 122 tons? «»It is no longer wise to keep half of our gold in one part of the world,» a DNB spokesman told Telegraaf. «Maybe it was desirable during the Cold War, but not now.»

From the source:

De Nederlandsche Bank (DNB) has adjusted its gold stock location policy and has shipped gold from the United States to the Netherlands to spread its gold stock in a more balanced way.

 

Under the previous policy, 11% of the gold stock was located in the Netherlands, 51% in the United States, with the remainder held in Canada (20%) and the United Kingdom (18%). Under the new policy, the breakdown by location is as follows: 31% in Amsterdam, 31% in New York, with the relative holdings in Ottawa and London remaining unchanged at 20% and 18%, respectively. Following this adjustment, DNB is in line with other central banks holding a greater part of their gold stock in their own countries. Beyond realising a more balanced distribution of the gold stock across the different locations, this may also have a positive effect on public confidence.

 

Changing the distribution of the gold holdings across the different locations is not without precedent. From the end of the Second World War until the early 1970s, for example, DNB increased its gold reserves following the Bretton Woods Accord, mainly in New York. Since then, there have been other movements in DNB’s gold stock. The main reasons for this being the gold sales in the past few decades and the closure of the vaults of the Reserve Bank of Australia, as a result of which DNB shipped gold from Australia to the United Kingdom in 2000.

Sure enough, AP confirmed:

The Dutch Central Bank says it has recently shipped 122.5 tons of gold worth around 4 billion euros ($5 billion) from safekeeping in New York back to its headquarters in Amsterdam.

 

In a statement Friday morning the bank said that its 612.5-ton national gold reserve is now divided 31 percent in Amsterdam, 31 percent in New York, 20 percent in Ottawa, Canada and 18 percent in London.

 

«With this adjustment the Dutch Central Bank joins other banks that are keeping a larger share of their gold supply in their own country,» the bank said in a statement. «In addition to a more balanced division of the gold reserves...this may also contribute to a positive confidence effect with the public.»

This is how the Old and New gold allocation of the Dutch Central Bank look currently:

Note: the reallocation has already taken place, and is not – like Germany – subject to a 5 year period during which the NY Fed is expected to recoup the gold. So it can be done!?

As to when it was done, here is the NY Fed’s monthly reports of gold deposits by foreign entities: here we can see that while the 5 tons outflow in 2013 was most likely Germany, the recent surge in gold repatriation from Liberty 33 was the Netherlands. That said, only 57.5 tons of NY deposits gold has been officially repatriated through September, which means the October update, when it comes out, will be a doozy.

 

Some more details from the Dutch Telegraaf, google-translated:

In the vaults at the Amsterdam Frederiksplein was until recently 11% percent of the total of 612 tons of government gold. That is screwed up to 31%.

For years there were major concerns of the gold was still there. This months of almost military organized gold shipments from Manhattan DNB wants a ‘balanced’ distribution of the national gold buffer.

 

In addition, DNB expects Dutch citizens more confident that enough of our gold is in their own ‘home’ to guide the country if necessary following major crises.

 

At that effect also highlights the German Bundesbank, which are gold also partially recovered. De Nederlandsche Bank has great silence in recent months retrieved 130 tons of gold bars.

 

Last week drove armored trucks back and forth towards the Amsterdam Frederiksplein. «It is no longer wise to keep half of our gold in one part of the world,» the DNB spokesman on the massive operation with gold bars to Amsterdam says. «Maybe that was during the Cold War still desirable, not now. »

 

In Amsterdam is recently 31% of the gold. In the vaults of New York is 31%. It remains. De Nederlandsche Bank carries no gold bars back from the protected storage in Ottawa, Canada, where 20% of the gold remains. In London, the Netherlands keeps 18% of all Dutch ‘sandwiches’ gold as nest egg.

 

Netherlands moved his gold in the past frequently. In the period after the Second World War until the early seventies the Dutch central bank bought gold to replenish its reserves. That was mainly focused on the vaults in New York, which are built to earthquakes and bomb attacks endured. Since then bought and sold DNB gold and earned it every robustly.

Another curiosity: the gold was repatriated by ship. From Dutch News:

In total, 120 tonnes of gold valued at €4bn has been brought back to the Netherlands by ship, Nos television said. The high security reparations for the move took months.

Luckily, that particular vessel did not suffer any «boating incidents.»

And now that the Dutch have shown just how «easy» it is to repatriate one’s gold when not entangled in shifting alliances, diplomatic feuds, or suffering from «logistical problems» preventing one from collecting their gold, we wonder just how much more eager Germany or Switzerland will be to collect their own gold, or whether the Swiss November 30 referendum will decide to let countries like the Netherlands have a right of first refusal of whatever gold may still be held at the vault located 90 feet below street level at the New York Federal Reserve Bank (which as we reported a year ago, is connected by an underground tunnel to the JPMorgan precious metal which was located just across the street).

Το κείμενο και η μαγνητοφώνηση της ομιλίας μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Carlos Tablada «Τσε Γκεβάρα: Η Πολιτική Οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού»

Το κείμενο και η μαγνητοφώνηση της ομιλίας μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Carlos Tablada «Τσε Γκεβάρα: Η Πολιτική Οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού»

prosklisi

————————————————————————————–

Σημειώσεις για το βιβλίο του Carlos Tablada «Τσε Γκεβάρα: Η Πολιτική Οικονομία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού», εκδ. Διεθνές Βήμα

Στ. Μαυρουδέας

 

Εισαγωγή

Συνήθως, όταν μιλάς για τον Τσε ακόμη και σε ενημερωμένο κοινό υπάρχει σχετική άγνοια των απόψεων του για την οικονομία και ιδιαίτερα για την πολιτική οικονομία της σοσιαλιστικής μετάβασης.

Και όμως, μετά τη νίκη της κουβανέζικης επανάστασης ο Τσε Γκεβάρα ανέλαβε μία σειρά κρίσιμες οικονομικές αρμοδιότητες. Αρχικά, παράλληλα με στρατιωτικά καθήκοντα, ανέλαβε επικεφαλής του Τομέα Βιομηχανίας του Εθνικού Ινστιτούτου της Αγροτικής Μεταρρύθμισης (που συγκροτήθηκε για να δώσει βιομηχανική διέξοδο και ώθηση στην αγροτική μεταρρύθμιση της κουβανέζικης επανάστασης). Γρήγορα τοποθετήθηκε επίσης διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας. Ανάμεσα στις πρώτες του ενέργειες, ήταν μία σειρά μέτρων με στόχο τον έλεγχο του αποθέματος συναλλάγματος, καθώς και η ρευστοποίηση των τραπεζών του καθεστώτος του Μπατίστα. Στο μεταξύ διετέλεσε μέλος μίας σειράς σημαντικών διεθνών αποστολών και ιδιαίτερα αυτών που οικοδόμησαν τους δεσμούς με το Σοβιετικό μπλοκ. Στη συνέχεια ως υπουργός βιομηχανίας επεδίωξε να προωθήσει την ταχεία εκβιομηχάνιση της Κούβας, πρόγραμμα που υπήρξε όμως βιαστικό, υποτίμησε τον ρόλο των ενδιάμεσων εισροών και κατέληξε σε αποτυχία.

Με την ζέση του πραγματικού επαναστάτη προσπάθησε να αντιμετωπίσει πιεστικά άμεσα προβλήματα συνδέοντας τα – με ένα ουσιαστικό και μη-ιδεοληπτικό τρόπο – με την Μαρξιστική οικον. ανάλυση.

Ο Γκεβάρα γρήγορα σχημάτισε μία αντίληψη εξαιρετικά κριτική απέναντι στο πρότυπο της Σοβ. Ένωσης. Ουσιαστικά θεωρούσε ότι η τελευταία έχει μπει σε ένα δρόμο οπισθοχώρησης προς τον καπιταλισμό. Προσπάθησε συνεπώς να συγκροτήσει ένα διαφορετικό πρότυπο σοσιαλιστικής μετάβασης για την Κούβα. Οι απόψεις του αντιπάλευαν τα σοβιετικά πρότυπα που όμως εν τέλει, μεταξύ άλλων λόγω πιεστικών αναγκών, επικράτησαν. Η σύγκρουση αυτή αποτυπώθηκε στη διαπάλη μεταξύ του «Προϋπολογιστικού Συστήματος Χρηματοδότησης» (που υποστήριζε ο Τσε) και του σοβιετικού «Συστήματος Οικονομικού Λογισμού». Συνοπτικά, το πρώτο τόνιζε πολύ περισσότερο τον ρόλο του σχεδιασμού ενώ το δεύτερο έδινε σημαντική αυτονομία στις επιμέρους επιχειρήσεις.

Η συζήτηση αυτή αποτυπώθηκε στη λεγόμενη Μεγάλη Συζήτηση του 1963-5 στην οποία εκτός των Κουβανών ενεπλάκησαν και μία σειρά Δυτικοί Μαρξιστές (βλέπε Silverman (1971)).

Μετά από και αυτή την αντιπαράθεση ο Τσε έφυγε από την Κούβα, διατηρώντας πάντα τους στενούς δεσμούς του με την κουβανέζικη επανάσταση, και ξεκίνησε το επαναστατικό του ταξίδι στον κόσμο που κατέληξε με τον θάνατο του στη Βολιβία.

Για αρκετό καιρό οι οικονομικές απόψεις του Τσε χάνονται πίσω από το ηρωικό του πρότυπο αλλά και κριτικές – όσο επέτρεπε το πρώτο – περί βολονταρισμού.

Η κατάρρευση του Σοβιετικού μπλοκ και η κρίσιμη κατάσταση της κουβανέζικης οικονομίας – που επιμένει στο δρόμο του σοσιαλισμού – ξαναέφεραν στην επικαιρότητα τις απόψεις του. Μία σειρά Κουβανοί μελετητές, όπως ο Fernando Martinez Heredia και ιδιαίτερα ο Carlos Tablada (του οποίου και το βιβλίο για το οποίο συζητάμε), αλλά συγγραφείς από άλλες χώρες (όπως η Yaffe (2009) με το βιβλίο της «Τσε Γκεβάρα: Τα Οικονομικά της Επανάστασης») ανακίνησαν την συζήτηση για την συνεισφορά του Τσε στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην Κούβα και στην οικονομική θεωρία της σοσιαλιστικής μετάβασης εν γένει.

 

Ο πυρήνας της οικονομικής αντίληψης του Γκεβάρα

H οικονομική αντίληψη του Τσε διαμορφώθηκε μέσα από την αντιμετώπιση πιεστικών πρακτικών προβλημάτων της κουβανέζικης οικονομίας. Ο Γκεβάρα τα αντιμετώπισε με ένα υποδειγματικό κομμουνιστικό τρόπο που συνδύαζε – σε αντίθεση με τον αστικό πρακτικισμό – την ενότητα θεωρίας και πράξης. Επεδίωξε δηλαδή όχι μόνο την επίλυση τους με βάση τις μαρξιστικές κατευθυντήριες αλλά και την θεωρητική τους ανάλυση.

Το θεμελιακό πρόβλημα που αντιμετώπιζε η κουβανική επανάσταση μετά την νίκη της το 1959 ήταν πώς να ανοικοδομήσει και στη συνέχεια να αναπτύξει την οικονομία της σε συνθήκες υπανάπτυξης και επιδιώκοντας ταυτόχρονα την μετάβαση στο σοσιαλισμό.

Προσπαθώντας να απαντήσει στο πρόβλημα αυτό ο Τσε μελέτησε ενδελεχώς την σοβιετική εμπειρία τόσο στην πρακτική όσο και στη θεωρητική της διάσταση. Ταυτόχρονα μελέτησε τους κλασικούς του Μαρξισμού ενώ ταυτόχρονα ήταν βουτηγμένος κυριολεκτικά στα άμεσα πρακτικά προβλήματα της κουβανέζικης οικονομίας.

Πολύ σύντομα υποψιασμένος για τα στραβά του σοβιετικού συστήματος προσπάθησε να ανιχνεύσει ένα άλλο δρόμο σοσιαλιστικής μετάβασης. Ο πρακτικός πυλώνας αυτής της σύγκρουσης ήταν η αμφισβήτηση του σοβιετικού «Συστήματος Οικονομικού Λογισμού» και η προώθηση του «Προϋπολογιστικού Συστήματος Χρηματοδότησης».

Το κεντρικό ερώτημα για την κουβανική επανάσταση ήταν τι είδους κομμουνισμός να οικοδομήσει και πώς θα φτάσει σ’ αυτόν. Γύρω από το ερώτημα αυτό συγκρούστηκαν δύο διαφορετικές απόψεις.

Η πρώτη άποψη ακολούθησε το σοβιετικό πρότυπο. Οι υποστηρικτές του σοβιετικού μοντέλου, όπως ο Carlos Rafael Rodriguez (επιφανής αξιωματούχος του ΚΚΚ), υποστήριζαν ότι σε όλη την μεταβατική περίοδο και ακόμη και στο σοσιαλισμό (κατώτερη φάση του κομμουνισμού κατά Μαρξ) λειτουργεί ο νόμος της αξίας. Συνεπώς, υποστήριζαν ένα χαλαρό οικονομικό σχεδιασμό που έδινε στις επιχειρήσεις μία περιορισμένη οικονομική αυτονομία. Οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να ανταγωνίζονται μέσω του χρήματος (νόμος της αξίας). Τα υλικά κίνητρα θα δώσουν ώθηση σ’ αυτό τον σοσιαλιστικό ανταγωνισμό. Ουσιαστικά επρόκειτο για ένα σύστημα συγκεκαλυμμένου σοσιαλισμού της αγοράς όπου το σχέδιο προσομοιώνει τις κατηγορίες της καπιταλιστικής αγοράς (και χρησιμοποιεί αντίστοιχους όρους π.χ. τόκος) και ταυτόχρονα οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Επιπλέον, οι υποστηρικτές της άποψης αυτής, δεν έβλεπαν επίσης μία μεγάλη προσπάθεια για δομική αναδιάρθρωση της κουβανέζικης οικονομίας – και ιδιαίτερα την μαζική εκβιομηχάνιση της και την απομάκρυνση από την έμφαση στη ζαχαρο-καλλιέργεια.

Η δεύτερη άποψη, που εξέφρασε ο Τσε Γκεβάρα, αντιπαρατέθηκε στην πρώτη θεωρώντας ότι ανοίγει τον δρόμο στην παλινόρθωση του καπιταλισμού (όπως η ολισθηρή γιουγκοσλαβική αυτοδιαχείριση). Συγκεκριμένα, αντιτέθηκε κατηγορηματικά σε οποιαδήποτε μορφή της ανταλλαγής μεταξύ των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων στο σοσιαλιστικό τομέα, εκτός από την κατανομή των πόρων. Σε αυτό το πλαίσιο οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προβούν σε πράξεις ανταλλαγής ανεξάρτητα από το σχέδιο, δεδομένου ότι το σύνολο της παραγωγικής δραστηριότητας της επιχείρησης υπαγορεύεται από το σχέδιο. Το κράτος, με τη μορφή της κεντρικής τράπεζας είναι η αρχή και το τέλος της ροής της σοσιαλιστικής επιχείρησης: αποκτά από αυτή τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για να αποκτήσει τα μέσα παραγωγής και καταθέτει σ’ αυτή τα έσοδα της. Οι πόροι αυτοί χρησιμοποιούνται στη συνέχεια από το σοσιαλιστικό σύστημα σχεδιασμού για την παροχή πόρων στην κάθε επιχείρηση για επενδύσεις κεφαλαίου ή μη-παραγωγικές ανάγκες. Υπό την έννοια αυτή η επιχείρηση δεν εξάγει κέρδος αλλά μεταφέρει ένα θετικό ισοζύγιο μεταξύ του κόστους παραγωγής και του εισοδήματος. Είναι το σοσιαλιστικό κράτος που λαμβάνει την τελική απόφαση σύμφωνα με το σχέδιο για την τύχη αυτού του θετικού ισοζυγίου.

Η έννοια του σοσιαλιστικού σχεδιασμού στο σύστημα του Γκεβάρα συνδέεται στενά με την έννοια της κερδοφορίας του συνόλου του παραγωγικού συστήματος. Η αποτελεσματικότητα της σοσιαλιστικής οικονομίας δεν είναι τα αποτελέσματα του αθροίσματος των αποτελεσμάτων των ατομικών επιχειρήσεων. Παρόλο ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό η επιχείρηση (η παραγωγική μονάδα) να είναι πλεονασματική μέσω της μείωσης του κόστους παραγωγής, η αποτελεσματικότητα της οικονομίας πρέπει να αποτιμάται συνολικά. «Δεδομένου ότι το σύστημα αυτό βασίζεται στον κεντρικό έλεγχο της οικονομίας, η σχετική αποδοτικότητα της επιχείρησης θα γίνει απλά ένας δείκτης* αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι η συνολική κερδοφορία του συνόλου του παραγωγικού συστήματος» (Τσε Γκεβάρα, «Σκέψεις για τα έξοδα », σελ.48).

Ουσιαστικά ο Τσε αμφισβητήσει οποιαδήποτε μορφή σοσιαλισμού της αγοράς. Δεν πίστευε ότι το σχέδιο θα μπορούσε να λειτουργήσει μέσω των αγορών αλλά θεωρούσε ότι αυτά είναι αντιθετικά μεταξύ τους.

Επιπλέον, ο Τσε θεωρούσε ότι η διαμόρφωση μίας νέας σοσιαλιστικής κοινωνικής συνείδησης αποτελεί κρίσιμη παράμετρο της διαδικασίας της σοσιαλιστικής μετάβασης. Αυτό προσέλκυσε την κριτική του βολονταρισμού. Πρόκειται για μία σχετικά άδικη κριτική. Κάθε προλεταριακή επανάσταση τονίζει το στοιχείο της συνείδησης. Επίσης σχεδόν όλες χρειάστηκε κάποια στιγμή να προσφύγουν – περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένα (ή και αποτυχημένα) – στον εθελοντισμό των πλατειών λαϊκών μαζών. Τα «κόκκινα Σάββατα» της Οκτωβριανής επανάστασης αλλά και το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός της κινεζικής είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Είναι γεγονός ότι ο Τσε τόνισε – ίσως υπέρμετρα – την σημασία της συνείδησης. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι αμφισβήτησε την ανάγκη για υλικά κίνητρα. Θεωρούσε όμως ότι αυτά πρέπει να έχουν δευτερεύοντα και μειούμενο ρόλο. Στη θέση τους η σοσιαλιστική συνείδηση μαζί με την ενεργή συμμετοχή του λαού στη διαμόρφωση ενός δημοκρατικού και όχι γραφειοκρατικού πλάνου θα πρέπει να αποτελεί την ατμομηχανή της οικονομίας.

Ξεκινώντας αυτή την αντιπαράθεση ο Τσε ανέτρεξε τόσο στους κλασικούς όσο και στις σοβιετικές συζητήσεις για τη ΝΕΠ, το νόμο της αξίας και το ρόλο του χρήματος, του εμπορεύματος και της πίστης στη σοσιαλιστική μετάβαση.

Θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε τα βασικά στοιχεία της αντίληψης του ως ακολούθως:

(α) Ο συντονιστικός μηχανισμός του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής είναι το σχέδιο, δηλαδή η συνειδητή συλλογική επιλογή της κοινωνίας για την κατανομή και αποτίμηση των παραγωγικών δυνάμεων της.

(β) Αντιθέτως, ο νόμος της αξίας (δηλαδή ο αυθόρμητος προσδιορισμός της τιμής από τις αξίες μέσω του μηχανισμού της αγοράς) είναι ο μηχανισμός συντονισμού του καπιταλιστικού συστήματος. Ο μηχανισμός αυτός, αντιθέτως με το σχέδιο λειτουργεί μέσω του ανταγωνισμού, αυθόρμητα (και όχι συνειδητά) και ατομικά (ο καθένας ιδιοτελώς και συνεπώς όχι συλλογικά).

(γ) Συνεπώς, παρόλο ότι η αγορά (και άρα πλευρές του νόμου της αξίας) δεν καταργείται με διατάγματα στη μεταβατική περίοδο, το σχέδιο πρέπει να αποτελεί την καθοδηγητική αρχή της λειτουργίας της οικονομίας συνολικά. «Πιστεύουμε ότι η μερική ύπαρξη του νόμου της αξίας οφείλεται στα κατάλοιπα της οικονομάς της αγοράς, που εκφράζονται επίσης στον τύπο ανταλλαγής μεταξύ του κράτους και του ιδιώτη καταναλωτή» (Τσε Γκεβάρα, «Σκέψεις για τα έξοδα », σελ.95).

(δ) Αν θεωρήσουμε την οικονομία της μετάβασης σαν ένα διτομεακό υπόδειγμα α-λα-Πρεομπραζένσκυ (δηλ. ένας σοσιαλιστικός και ένα καπιταλιστικός τομέας με στόχο μία ομαλή επικράτηση του πρώτου μέσω της συρρίκνωσης του δεύτερου – και της αντίστοιχης μεταφοράς πόρων) τότε μέσα στον πρώτο δεν πρέπει να υπάρχουν αγοραίες σχέσεις αλλά να λειτουργεί επί τη βάση του σχεδίου.

(ε) Στα πλαίσια αυτά η ΝΕΠ αποτελούσε μία αναγκαστική (λόγω συνθηκών) υποχώρηση που όμως δεν ανατάχθηκε. Αυτό οδήγησε την Σοβ. Ένωση σταδιακά στο δρόμο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αυτό αποτυπώνεται στην προϊούσα χρήση αστικών κατηγοριών ή της προσομοίωσης τους στα σοβιετικά σχέδια.

(στ) Το χρήμα στη μεταβατική περίοδο έχει μόνο δύο λειτουργίες (μέτρο αξίας και μέσο πληρωμών) και όχι τις υπόλοιπες λειτουργίες του στον καπιταλισμό.

(ζ) Στο «Προϋπολογιστικό Σύστημα Χρηματοδότησης» ο τεχνικο-διοικητικός καταναγκασμός αντικαθιστά τον οικονομικό. Το τραπεζικό σύστημα απλοποιείται και οδηγείται στη μάρανση καθώς δεν χορηγεί πιστώσεις ούτε αποδίδει τόκους. Αντίστοιχα, το σύστημα μισθοδοσίας θα πρέπει να αποτυπώνει διαφορές στην ποιότητα και την ποσότητα της αμειβόμενης εργασίας αλλά με την τάση της απλοποίησης και του εξισωτισμού (σε συνδυασμό με την υποχώρηση των υλικών κινήτρων).

Ο Ταμπλάδα στο κεφ.4 περιγράφει διεξοδικά την γένεση και τα βασικά χαρακτηριστικά του «Προϋπολογιστικού Συστήματος Χρηματοδότησης»:

  • Συγκέντρωση όλων των οικονομικών πόρων των επιχειρήσεων του Τμήματος Βιομηχανίας σε ένα ενιαίο κοινό ταμείο στην Κεντρική Τράπεζα.
  • Τρεις λογαριασμοί (μισθοδοσίας, επενδύσεων, λοιπών εξόδων) από τους οποίους αντλούν με βάση τους περιορισμούς του σχεδίου.
  • Συναλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων με βάση το σχέδιο (δηλ. μη- εμπορευματική συναλλαγή)

 

Η επικαιρότητα των απόψεων του Τσε και το ελληνικό πρόβλημα

Σήμερα η αναζωογόνηση της συζήτησης γύρω από τις απόψεις και τις προσπάθειες του Τσε για το σοσιαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα έχει ιδιαίτερη σημασία. Πρώτον, για την αποτίμηση της αποτυχημένης εμπειρίας του Σοβιετικού μπλοκ. Δεύτερον , για την κατανόηση της ταραγμένης διαδρομής του Κουβανικού εγχειρήματος σοσιαλιστικής μετάβασης εν μέσω τεράστιων αντιξοοτήτων. Τρίτον, και σημαντικότερο για εμάς στην Ελλάδα, γιατί δίνει μία χρήσιμη εμπειρία για την επεξεργασία ενός μεταβατικού προγράμματος σοσιαλιστικής προοπτικής απέναντι στον ευρωμονόδρομο των μνημονίων που τόσο ο παλιός νενεκισμός της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και των συνοδοιπόρων τους όσο πλέον και ο νέος νενεκισμός του ΣΥΡΙΖΑ προσπαθούν να επιβάλλουν.

Το βιβλίο του Carlos Tablada – με σαφήνεια και απλότητα ώστε να μπορεί να μελετήσει αυτά τα δύσκολα ζητήματα ο απλός αναγνώστης – συμβάλλει στην αναζωογόνηση της συζήτησης αυτής. Και γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί.

 

Βιβλιογραφία

Silverman Bertram (1971), Man and Socialism in Cuba: The Great Debate. New York: Athenaeum.

Yaffe Helen (2009), Che Guevara: The Economics of Revolution, Palgrave Macmillan.

 

———————————————————————-

Η μαγνητοφώνηση της παρέμβασης μου