Greek public sector workers strike for higher pay – Interview in PRESS TV 14-11-2018

This is the transcript of my interview in PRESS TV News (14-11-2018) on the Greek public workers’ strike. The video of the interview follows.

 

After a considerable period of calm there is currently a resurgence of popular mobilisations in Greece.

The Greek people are suffering from a barbaric EU-IMF austerity program for 8 years.

Initially there were massive popular reactions to austerity policies.

Then they calmed down as SYRIZA’s election in government was supposed to ameliorate people’s living standards.

This was disproved as SYRIZA continued the same austerity policies as its predecessors.

The recent resurgence of popular mobilisations is fomeneted by the following reasons.

First, SYRIZA and the EU are – deceivingly and for their own political and geopolitical reasons – declaring that the Greek crisis is over. This is not true. The Greek crisis is still simmering. However, the people think that if the crisis is over then it is time for recuperating at least some of the huge losses that it has suffered. Keep in mind that the Greek workers and middle classes have curried the burden of austerity whereas the Greek capitalists are largely unscathed.

Second, 2019 is a multi-election year. We have euroelections, local elections and ultimately general elections. So, the people sense that establishment parties are in a vulnerable position and if they don’t want to suffer huge electoral losses then they have to make concessions.

The Greek and EU establishment want to make as little concessions as possible, surpass the elections and then renew the austerity drive.

However, history has taught that once the genie of popular action is liberated from its cage then the corrupt Greek and EU establishments might not be able to contain it.

This is a glimpse of hope for Greece

 

 

 

Συνέντευξη στο PRESS TV 14-11-2018

Μετά από μια σημαντική περίοδο ηρεμίας υπάρχει σήμερα μια αναζωπύρωση των λαϊκών κινητοποιήσεων στην Ελλάδα.

Ο ελληνικός λαός υποφέρει από ένα βάρβαρο πρόγραμμα λιτότητας ΕΕ-ΔΝΤ για 8 χρόνια.

Αρχικά υπήρξαν τεράστιες λαϊκές αντιδράσεις στις πολιτικές λιτότητας.

Κατόπιν μετριάστηκαν καθώς η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση υποτίθεται ότι θα βελτίωνε το βιοτικό επίπεδο του λαού.

Αυτό διαψεύστηκε καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε τις ίδιες πολιτικές λιτότητας με τους προκατόχους του.

Η πρόσφατη αναζωπύρωση των λαϊκών κινητοποιήσεων επηρεάζεται από τους ακόλουθους λόγους.

Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΕΕ – με εξαπάτηση και για δικούς τους πολιτικούς και γεωπολιτικούς λόγους – δηλώνουν ότι η ελληνική κρίση έχει τελειώσει. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η ελληνική κρίση εξακολουθεί να σιγοβράζει. Ωστόσο, ο λαός πιστεύει ότι εάν η κρίση τελειώνει, τότε είναι καιρός να ανακτήσει τουλάχιστον μερικές από τις τεράστιες απώλειες που έχει υποστεί. Λάβετε υπόψη ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι και οι μεσαίες τάξεις έχουν σηκώσει όλο το βάρος της λιτότητας, ενώ οι Έλληνες καπιταλιστές είναι σε μεγάλο βαθμό αλώβητοι.

Δεύτερον, το 2019 είναι ένα έτος πολλαπλών εκλογών. Έχουμε ευρωεκλογές, τοπικές εκλογές και τελικά γενικές εκλογές. Έτσι, ο λαός αισθάνεται ότι τα κόμματα του κατεστημένου βρίσκονται σε ευάλωτη θέση και αν δεν θέλουν να υποστούν τεράστιες εκλογικές απώλειες τότε πρέπει να κάνουν παραχωρήσεις.

Τα κατεστημένα της Ελλάδας και της ΕΕ θέλουν να κάνουν όσο το δυνατόν λιγότερες παραχωρήσεις, να ξεπεράσουν τις εκλογές και στη συνέχεια να ανανεώσουν την προσπάθεια λιτότητας.

Ωστόσο, η ιστορία έχει διδάξει ότι, μόλις απελευθερωθεί ο τζίνι της λαϊκής δράσης από το κλουβί του, τότε τα διεφθαρμένα ελληνικά και ευρωπαϊκά κατεστημένα ίσως δεν θα μπορέσουν να τα συγκρατήσουν.

Αυτή είναι μια χαραμάδα ελπίδας για την Ελλάδα.

Advertisements

“Financialization Hypothesis: A Creative Contribution or a Theoretical Blind Alley?”, S. Mavroudeas, 22nd November 2018, 5.30 pm – Queen Mary University of London

OPEN LECTURE SERIES YEAR III – Academic year 2018/2019

 

Political Economy and Health

“Developing a Dialogue Between Political Economy and Public Health”

 

22nd November 2018| 5.30 pm

Michael Mason seminar room, Yvonne Carter Building (Whitechapel Campus) 58, Turner Street E1 2AB

Stavros Mavroudeas: “Financialization Hypothesis: A Creative Contribution or a Theoretical Blind Alley?”

The  financialization  hypothesis  has  been  interpreted  in  varying  ways.  Mavroudeas  argues  that  it  misrepresents  contemporary developments in capitalism and fails to understand the function of fictitious capital in times of prolonged crisis and stagnation.

 

 Stavros Mavroudeas is a Professor in Political Economy at the University of Macedonia in Thessaloniki-Greece. He holds a Ph.D in Economics from Birkbeck College. He is an expert in Marxist Political Economy and has published extensively on Macroeconomic Policies, Regulation Theory, and Labour Theory. His research interests are in Political Economy, History of Economic Thought, Development Economics, Labour Economics, Economic Growth.

All lectures are free and open to the public.

 

 

For any query, please contact the organising committee of IHPEH Open Lectures:

 Arianna Rotulo (a.rotulo@qmul.ac.uk),

Dr Jonathan Filippon (j.g.filippon@qmul.ac.uk) and

Dr Elias Kondilis (e.kondilis@qmul.ac.uk)

 

 

 

 

 

 

«Ο μύθος της εξόδου από την κρίση», ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 2018 νο.33

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιοδικό ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ

2018, Νο. 33

 

Ο μύθος της εξόδου από την κρίση

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Το ελληνικό πρόβλημα, τα ΠΟΠ και η Αριστερά

 Τον Αύγουστο 2018 εξαγγέλθηκε από την ΕΕ και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ η ολοκλήρωση, μετά κόπων και βασάνων, του τρίτου από τα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής – ΠΟΠ (τα κοινώς λεγόμενα Μνημόνια). Ταυτόχρονα, δηλώθηκε ότι η ελληνική κρίση έχει επιτέλους επιλυθεί. Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι τα ελληνικά ΠΟΠ έχουν μία μακρά ιστορία αποτυχιών. Ξεκίνησαν με το πρώτο ΠΟΠ το 2010 που προέβλεπε την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος εντός τετραετίας με μία μικρή μείωση του ΑΕΠ της χώρας. Απέτυχε πριν καν ολοκληρωθεί και αντικαταστάθηκε από το δεύτερο ΠΟΠ, το οποίο είχε την ίδια τύχη και γι’ αυτό συμπληρώθηκε από το τρίτο ΠΟΠ[1]. Καθένα σημαδευόταν και από μία κυβερνητική αλλαγή.

Η εξαγγελία της ολοκλήρωσης του κατά κοινή ομολογία πιο προβληματικού προγράμματος του ΔΝΤ και της ΕΕ δεν έγινε χωρίς αναταράξεις. Η μεν ΕΕ – και τα διάφορα κέντρα και ηγεμονικές δυνάμεις στο εσωτερικό της – προβληματίσθηκαν είτε για την ανάγκη ενός τέταρτου ΠΟΠ είτε μίας πιο ήπιας εκδοχής του (με την μορφή της προληπτικής πιστωτικής γραμμής). Τελικά η ΕΕ κατέληξε – για γεωπολιτικούς και οικονομικούς λόγους – στην ανακήρυξη της ολοκλήρωσης των ΠΟΠ αλλά επισημαίνοντας ότι η εποπτεία της Ελλάδας θα συνεχισθεί με νέους μηχανισμούς. Το δε ΔΝΤ – απηχώντας τις αμερικανικές απόψεις – επιφυλάχθηκε σαφώς να εξαγγείλει την επιτυχία του προγράμματος και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αμφισβητεί καθοριστικές πλευρές του (και ιδιαίτερα την επίτευξη βιωσιμότητας του χρέους)[2]. Σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο από αυτό των «μεγάλων αφεντικών», τοποθετούνται και το εγχώριο συστημικό πολιτικό υπηρετικό προσωπικό. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ διασαλπίζει ότι είναι αυτός που έλυσε το ελληνικό πρόγραμμα, ότι η χώρα αποκτά την οικονομική (και όχι μόνο) ανεξαρτησία της και ότι σταδιακά θα βελτιωθεί το βάρβαρα υποβαθμισμένο επίπεδο ζωής του ελληνικού λαού. Τα βασικά επιχειρηματικά κέντρα υποστηρίζουν επίσης ότι η χώρα βγαίνει από την κρίση (γιατί έτσι ελπίζουν σε μία βελτίωση προσδοκιών που θα επηρεάσει θετικά κάποια οικονομικά μεγέθη) αν και ταυτόχρονα ψαλιδίζουν τις θριαμβολογίες του ΣΥΡΙΖΑ (υπενθυμίζοντας ότι αυτός προκάλεσε προβλήματα στο παρελθόν στην υλοποίηση των ΠΟΠ που σήμερα πανηγυρίζει για την επιτυχημένη ολοκλήρωση τους). Τέλος, η ΝΔ γκρινιάζει (γιατί φοβάται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται καλύτερος υπηρέτης των ξένων και εγχώριων αφεντικών) και ταυτόχρονα αμφισβητεί την έξοδο από την κρίση (σε μεγάλο βαθμό αντιγράφοντας παλιότερα ανάλογα επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ).

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι οι συστημικές δυνάμεις βρίσκονται σήμερα σε μία κατάσταση σύγχυσης, με αντικρουόμενες τάσεις και κατευθύνσεις. Δυστυχώς όμως το ίδιο συμβαίνει και για την ελληνική Αριστερά. Η αδυναμία της να εκμεταλλευθεί το ρήγμα στο σύστημα που παρουσιάσθηκε με την κρίση και το σημερινό τέλμα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε σοβαρότατα ελλείματα τόσο της ανάλυσης της όσο και της στρατηγικής και της τακτικής της. Για την ελληνική Αριστερά και ιδιαίτερα το κομμουνιστικό ρεύμα της είναι σημαντικό να συγκροτηθεί ένα ρεαλιστικό και μάχιμο πολιτικό σχέδιο – κάτι που έλειψε δραματικά όλα τα προηγούμενα χρόνια – που να μπορεί στην πράξη να αμφισβητήσει και να ανατρέψει την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Για την επεξεργασία του είναι αναγκαίο να ξεπερασθούν οι χειροτεχνισμοί των φωνακλάδικων καταγγελιών και των αόριστων γενικολογιών και να οικοδομηθεί μία συγκροτημένη και τεκμηριωμένη αντίληψη για το που πραγματικά βρίσκονται τα πράγματα στη χώρα μας.

 

 

Τι ακριβώς είναι η ελληνική κρίση;

 Για να εκτιμηθεί εάν υπάρχει έξοδος από την κρίση πρέπει πρώτα να ξεκαθαρισθεί ο χαρακτήρας της.

Οι κυρίαρχες Ορθόδοξες προσεγγίσεις υιοθετούν μία ταυτόχρονα μυωπική και υποκριτική ερμηνεία. Υποκριτική γιατί δεν θέλει να αποδεχθεί ότι τα θεμελιώδη αίτια της κρίσης συνδέονται με τα δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος, γιατί κάτι τέτοιο θα αμφισβητούσε το τελευταίο. Μυωπική γιατί εστιάζει στα επιφαινόμενα ακριβώς γιατί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το άμεσο πρόβλημα αλλά δεν θέλουν ούτε μπορούν να θίξουν τις δομικές πλευρές του. Υποστηρίζουν ότι είναι απλά μία κρίση χρέους που εκφράζεται στα δίδυμα ελλείμματα (του δημοσιονομικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών). Τα τελευταία προέκυψαν λόγω των υποτιθέμενων υπερβολικών μισθολογικών αυξήσεων κυρίως στο δημόσιο (στις οποίες αποδίδεται το δημοσιονομικό έλλειμμα) και δευτερευόντως στον ιδιωτικό τομέα (στις οποίες αποδίδεται το εμπορικό έλλειμμα). Επομένως, δεν σχετίζεται – τουλάχιστον καταρχήν – με την αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου της χώρας (που άλλωστε διαμορφώθηκε καθοριστικά από την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση).

Οι Ετερόδοξες ερμηνείες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από καθαρόαιμες Κεϋνσιανές και μετα-Κεϋνσιανές θεωρίες μέχρι Μαρξίζουσες. Τον βασικό τόνο τον δίνουν οι πρώτες ενώ οι Μαρξίζουσες αποτελούν τους φτωχούς συγγενείς. Επίσης αποφεύγουν να διακρίνουν δομικά συστημικά αίτια στην κρίση. Επιπλέον, αποσκοπούν ρητά – είτε στις Μαρξίζουσες εκδοχές μέσω της στρατηγικής των σταδίων – στην μεταρρύθμιση του συστηματος σε πιο φιλολαϊκή μορφή. Συμφωνούν με την Ορθοδοξία ότι η ελληνική είναι απλά μία κρίση χρέους, αλλά δεν την αποδίδουν κυρίως στο δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά στο εμπορικό έλλειμμα. Για το τελευταίο επιρρίπτουν την ευθύνη στις πολιτικές λιτότητας του ευρω-κέντρου (που μέσω της υποτιθέμενα νεο-μερκαντιλιστικής δομής της ΟΝΕ, διογκώνουν τα εμπορικά ελλείμματα της ευρω-περιφέρειας και την οδηγούν στην υπερχρέωση). Επιπλέον, οι περισσότερες Ετερόδοξες ερμηνείες βασίζονται στην προβληματική θεωρία της χρηματιστικοποίησης (για την κριτική της βλέπε Μαυρουδέας (2016β)).

Τόσο οι Ορθόδοξες όσο και οι Ετερόδοξες ερμηνείες έχουν σοβαρά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα (μερικά από τα οποία είναι κοινά) και δεν κατανοούν τον βαθύ δομικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης (βλέπε Mavroudeas (2015)).

Σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες και τις Ετερόδοξες θεωρήσεις, οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι τα δίδυμα ελλείμματα δεν είναι δημιούργημα το ένα του άλλου (όπως ερίζουν οι δύο πρώτες) αλλά αποτέλεσμα της φθίνουσας κερδοφορίας του κεφαλαίου η οποία επιτάθηκε από το προβληματικό παραγωγικό μοντέλο της χώρας που υπαγορεύθηκε από την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Συνεπώς, το ελληνικό πρόβλημα ξεκινά από την σφαίρα της παραγωγής (διάρθρωση και κερδοφορία) και επηρεάζει την σφαίρα της κυκλοφορίας (οδηγώντας στο πρόβλημα του χρέους). Χωρίς την αναδιάρθρωση της πρώτης δεν πρόκειται να επιλυθούν τελεσίδικα τα προβλήματα της δεύτερης.

Από τις ερμηνείες αυτές προκύπτουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές στρατηγικές διεξόδου από την κρίση, καθώς εκφράζουν ανταγωνιστικές ταξικές οπτικές. Οι Ορθόδοξες θεωρήσεις υποστηρίζουν ρητά το κεφάλαιο, ενώ οι Ετερόδοξες προτιμούν ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Επιπλέον, και οι δύο εντάσσουν τις προτάσεις τους στη θεμελιακή ταξική επιλογή των κυρίαρχων τάξεων για παραμονή της χώρας μέσα στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Εξαιρούνται ορισμένες Ορθόδοξες απόψεις που εκφράζουν τον αντιπαλότητα των ΗΠΑ στην ΟΝΕ καθώς και κάποιες (ολοένα και συρρικνούμενες μετά την άνευ όρων παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ) Ετερόδοξες απόψεις που πρότασσαν την έξοδο μόνον από την ΟΝΕ αλλά την παραμονή στην ΕΕ (για μία κριτική των τελευταίων βλέπε Μαυρουδέας (2017)). Αντίθετα, μόνο οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι μία φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση (και φυσικά όχι μία διέξοδος προς όφελος του κεφαλαίου) περνά αναγκαστικά από την συνολική αποδέσμευση από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Πρακτικά, οι Ορθόδοξες αναλύσεις στοιχίζονται πίσω από την στρατηγική των ΠΟΠ (με εξαίρεση κάποιες φιλοαμερικανικές απόψεις που προβάλλουν την έξοδο από την ΟΝΕ). Αντίθετα, οι περισσότερες Ετερόδοξες αναλύσεις υποστηρίζουν την αναδιάρθρωση των ΠΟΠ με την προσθήκη κάποιων μέτρων αντι-κυκλικής πολιτικής και αναδιάρθρωσης του χρέους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έχει βγει σήμερα ο ελληνικός καπιταλισμός από την κρίση;

Προφανώς, οι διαφορετικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης οδηγούν και σε διαφορετικές εκτιμήσεις για το εάν επιλύεται ή όχι.

Για τις Ορθόδοξες και Ετερόδοξες αναλύσεις το βασικό κριτήριο είναι η βιωσιμότητα του χρέους. Δηλαδή εάν ο λόγος χρέους/ΑΕΠ κατέρχεται σε κάποιο επίπεδο στο οποίο οι διεθνείς αγορές είναι διατεθειμένες να δανείζουν συστηματικά το ελληνικό κράτος. Αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του ΑΕΠ καθώς ήταν η μη-αναμενόμενη κατακόρυφη πτώση του τελευταίου που επιδείνωσε τόσο τον καθοριστικό δείκτη χρέους/ΑΕΠ όσο όμως και άλλες κρίσιμες μεταβλητές (π.χ. την φορολογική επίδοση). Η ανάκαμψη του ΑΕΠ θεωρείται ότι σηματοδοτεί ότι η οικονομική δραστηριότητα επιστρέφει σε κανονικούς ρυθμούς. Άλλωστε οι αναλύσεις αυτές χρησιμοποιούν σαν τεκμήριο εξόδου από την κρίση το απλοϊκό κριτήριο της ύπαρξης μερικών διαδοχικών τριμήνων θετικού ρυθμού μεγέθυνσης.

Σε αντίθεση με τις παραπάνω θεωρήσεις, η Μαρξιστική ανάλυση κοιτάζει πολύ πιο θεμελιακές μεταβλητές (που αφορούν την κερδοφορία και την συσσώρευση του κεφαλαίου). Επιπλέον, εστιάζει περισσότερο σε δομικά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και έχει επίγνωση ότι μία ανάκαμψη της οικονομίας δεν συνεπάγεται έξοδο από την κρίση καθώς η καπιταλιστική οικονομία λειτουργεί με κυκλικές διακυμάνσεις (που τροποποιούνται από βαθιές κρίσεις).

Με βάση τα παραπάνω, για την Μαρξιστική ανάλυση τα δομικά προβλήματα που προκάλεσαν την ελληνική κρίση (δηλαδή η ανεπαρκής κερδοφορία του κεφαλαίου και επιπλέον οι μεταφορές αξίας από τον λιγότερο αναπτυγμένο ελληνικό καπιταλισμό προς τους πιο αναπτυγμένους δυτικούς «εταίρους» του), δεν έχουν αναταχθεί επαρκώς (αναλυτικότερα βλέπε Μαυρουδέας (2018)). Παρά την βάρβαρη μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης η καπιταλιστική κερδοφορία δεν ανατάχθηκε ικανοποιητικά καθώς το σύστημα απέφυγε να εκκαθαρίσει επαρκώς τα μη-κερδοφόρα κεφάλαια. Ένδειξη αυτής της αδυναμίας αποτελεί η υστέρηση των επενδύσεων. Χαρακτηριστικά, παρά τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου σχεδίου δημοσιονομικής στρατηγικής για αύξηση 11,1% για το 2018, για δύο συνεχόμενα τρίμηνα υπάρχει εντυπωσιακή υποχώρηση (Ιανουάριος-Μάρτιος -10,3%, Απρίλιος-Ιούνιος -5,4%). Οι μόνες επενδύσεις που γίνονται είναι είτε σκανδαλώδεις ιδιωτικοποιήσεις (σε κραυγαλέα χαριστικές αποτιμήσεις) είτε επενδύσεις στον τουρισμό (που εξελίσσεται προοπτικά σε νέο «δράκο» της οικονομίας με άθλιες επιδόσεις στην απασχόληση, πρόκληση υψηλών εισαγωγών και επικίνδυνες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις).

Επιπρόσθετα, οι επαγγελλόμενοι «από μηχανής θεοί» της αύξησης των ξένων επενδύσεων και των εξαγωγών εξακολουθούν να μην λειτουργούν. Οι ξένες επενδύσεις είναι περιορισμένες, αφορούν κυρίως ιδιωτικοποιήσεις και χρηματοδοτούνται εν πολλοίς με ελληνικό τραπεζικό δανεισμό (βλέπε επένδυση Fraport, εξαγορά Hilton κλπ.). Αντίστοιχα,

Αντίστοιχα, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων δεν έχει βελτιωθεί ουσιαστικά. Οι εξαγωγές παρά την τεράστια μείωση των μισθών καρκινοβατούν καθώς, παρά τις Ορθόδοξες υποκρισίες, δεν εξαρτώνται κυρίως από το μισθολογικό κόστος και επιπλέον οι Έλληνες καπιταλιστές απλά αύξησαν το περιθώριο κέρδους τους (τσεπώνοντας την μισθολογική μείωση). Αρκεί μόνο να αναφερθεί ότι το βασικότερο εξαγωγικό προϊόν (πετρελαιοειδή) αναγκαστικά συνεπιφέρει αύξηση των εισαγωγών. Επίσης η σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών παραμένει κατά βάση η ίδια εφόσον το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει (καθώς υπαγορεύεται από τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης). Όλα αυτά αποτυπώνονται και στο εμπορικό ισοζύγιο το οποίο έχει εξισορροπηθεί μόνο λόγω της μείωσης των εισαγωγών. Από την άλλη – και αυτό είναι ενδεικτικό – κάθε μικρή άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας μοιραία φέρνει μαζί της και μία αύξηση των εισαγωγών (καθώς το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο εξαρτάται καθοριστικά από τις εισαγωγές ενδιάμεσων εισροών).

 

 

Έχουν επιτύχει τα ΠΟΠ;

 

Όμως ακόμη και με το δικό τους κριτήριο της βιωσιμότητας του χρέους τα ΠΟΠ δεν έχουν επιτύχει. Στο σημείο αυτό έχουν γίνει ήδη αρκετές λαθροχειρίες. Πρώτη, η τοποθέτηση ενός τεχνητού ορόσημου στο 120%. Είναι γνωστό ότι τίποτα δεν διασφαλίζει ότι σε ένα τέτοιο επίπεδο θα υπάρξει μόνιμος δανεισμός και επίσης ότι η επιλογή του έγινε για καθαρά πολιτικούς λόγους (την μη-συμπερίληψη της Ιταλίας σε ΠΟΠ). Δεύτερη, η εφαρμογή εκτός του μεσοπρόθεσμου κριτηρίου του 120% και ενός βραχυπρόθεσμού κριτηρίου βιωσιμότητας (που θεωρεί ότι βραχυχρόνια είναι βιώσιμο το χρέος εάν απλά μπορεί να εξυπηρετείται). Επιπλέον στο τομέα αυτό τα ΠΟΠ έχουν εξόφθαλμα αποτύχει μέχρι τώρα. Το ελληνικό χρέος ξεκίνησε από περίπου 125% και σήμερα, αντί να μειώνεται, έχει αυξηθεί σε περίπου 178%.

Όσον αφορά το μακροχρόνιο κριτήριο, στην τελευταία μελέτη βιωσιμότητας το ΔΝΤ, χρησιμοποιώντας σαφώς σοβαρότερη μεθοδολογία από αυτή της ΕΕ, αποφαίνεται ότι δεν είναι βιώσιμο και μάλιστα ότι θα συνεχίσει να αυξάνει τα επόμενα χρόνια. Αλλά ακόμη και η βραχυπρόθεσμη βιωσιμότητα είναι εξασφαλισμένη μόνο μέχρι περίπου το 2022 που δεν έχουν αρχίσει η αποπληρωμές δανείων αλλά υπάρχει μόνο η εξυπηρέτηση του χρέους.

Αυτό φαίνεται και από τα προβλήματα που υπάρχουν στις περιορισμένες και κατασκευασμένες εξόδους του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς αγορές. Ξεκινώντας από την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και συνεχίζοντας με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το ΠΟΠ προβλέπει ένα σταδιακό ξεκίνημα του ιδιωτικού δανεισμού του ελληνικού δημοσίου τόσο για τεχνικούς λόγους (δημιουργία καμπύλης αποτιμήσεων) όσο, κυρίως, για πολιτικούς λόγους. Οι εκδόσεις ελληνικού χρέους είναι μικρών ποσών και κυρίως μικρής χρονικής διάρκειας, που χαρακτηριστικά δεν ξεπερνά την περίοδο που είναι διασφαλισμένη η εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Τα επιτόκια τους εξακολουθούν να είναι πολύ ακριβά (και ουσιαστικά επιβαρύνουν την δομή χρέους της χώρας). Επιπλέον, είναι εντελώς «στημένες» από την ΕΕ και μερικούς βασικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Μάλιστα σε κάθε κλυδωνισμό της παγκόσμιας οικονομίας – όπως την περίοδο αυτή με την αντιπαράθεση της Ιταλίας με την ΕΕ – σταματούν καθώς τα επιτόκια ξεφεύγουν επικίνδυνα προς τα επάνω.

Για να διατηρηθεί η ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί και να αποπληρώνει το χρέος της είναι αναγκαίο να μπορεί για μία μη-ρεαλιστική μακροχρόνια περίοδο να επιτυγχάνει ανεδαφικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ (μεσοσταθμικά της τάξης του 2%) και αντίστοιχα ανεδαφικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (της τάξης του 3.5%). Το ίδιο το ΔΝΤ έχει αμφισβητήσει την ρεαλιστικότητα αυτής της τροχιάς.

Συγκεφαλαιώνοντας, η ΕΕ αποφάσισε για καθαρά πολιτικούς λόγους να διακηρύξει την ολοκλήρωση των ελληνικών ΠΟΠ και πίσω της έτρεξε σαν πιστός σκύλος η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια η ολοκλήρωση αφορά μόνο το σκέλος των δανείων καθώς υποτίθεται ότι το «μαξιλάρι» των υπαρχόντων δανείων μαζί με τις νέες εκδόσεις ελληνικού χρέους εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση του τελευταίου για τα λίγα επόμενα χρόνια. Οι μνημονιακές υποχρεώσεις όμως δεν έληξαν καθώς υπάρχει μακρά λίστα εκκρεμοτήτων. Επίσης, όπως δήλωσε ανοικτά η ΕΕ, η εποπτεία θα συνεχισθεί για πολλά χρόνια. Απλά θα πάρει διαφορετικές, αλλά όχι λιγότερο αυστηρές, μορφές. Επίσης, έχει πάντα τιμωρητικούς μηχανισμούς, όπως είναι η άρνηση εκταμίευσης εναπομεινάντων δανείων, η άρνηση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους (π.χ. επιστροφή των κερδών από τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Ελλάδα) κλπ. Και βέβαια, σε περίπτωση αποτυχίας εκπλήρωσης των στόχων, υπάρχουν πάντα οι θεσμοθετημένοι αυτόματοι «κόφτες» που η «αγωνιστική» (sic!) διαπραγμάτευση Βαρουφάκη-ΣΥΡΙΖΑ έχει συνομολογήσει.

 

 

Το ηφαίστειο της κρίσης παραμένει ενεργό

Συνοψίζοντας, το ελληνικό ηφαίστειο παραμένει πάντα ενεργό. Τα ΠΟΠ δεν έχουν επιτύχει αλλά ούτε καν ολοκληρωθεί αφού ο στόχος τους παραμένει ανεκπλήρωτος.. Η ΕΕ απλά σπρώχνει τα προβλήματα παρακάτω ελπίζοντας σε κάποιες ευνοϊκές μελλοντικές συγκυρίες. Οι δε ΗΠΑ επωφελούνται να ενισχύσουν τις οικονομικές και πολιτικές θέσεις τους στην Ελλάδα και ταυτόχρονα πιέζουν σε επιμέρους ζητήματα την ΕΕ. Η ελληνική αστική τάξη, ανήμπορη για οποιαδήποτε αυτόνομη κίνηση, απλά επιδιώκει να διασώσει το τομάρι της μεταφέροντας τα βάρη στην πλάτη των εργαζόμενων και των μεσαίων στρωμάτων. Οι πολιτικοί διαχειριστές της – ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ – κοκκορομαχούν για τριτεύοντα ζητήματα επιδιώκοντας την πολιτική επιβίωση και την κυβερνητική εξουσία.

Ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να γίνει ένα νέο ΠΑΣΟΚ χωρίς καν την περιορισμένη αναδιανομή εισοδήματος του τελευταίου αλλά απλά μοιράζοντας την φτώχεια. Ταυτόχρονα προσφέρει μία μακροπρόθεσμη υπηρεσία στο σύστημα δυσφημώντας το όνομα της Αριστεράς.

Το κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική Αριστερά κι ιδιαίτερα για τους κομμουνιστές είναι εάν θα επιτρέψει την συνέχιση αυτής της ζοφερής κατάστασης. Εδώ θα φανεί εάν έμαθε από τα λάθη της και την αδυναμία της να εκμεταλλευθεί την προηγούμενη οκταετία της κρίσης και κάνει αποφασιστικά βήματα για να τα διορθώσει. Αλλιώς, είτε θα παραμείνει θεατής στο λιμάνι καραβιών που φεύγουν (αλλά ποτέ επιβάτης τους) είτε θα καταντήσει σαν την δυτική Αριστερά ένα οικόσιτο του συστήματος.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Μαυρουδέας Στ. (2012), «Η κρίση της ΕΕ, οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η Ελλάδα», Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας νο.1.

Mavroudeas S. (2015), ‘The Greek saga: Competing explanations of the Greek crisis’, Kingston University London Economics Discussion Paper Series 2015-1.

Μαυρουδέας Στ. (2016α), «Ανταγωνιστικές ερμηνείες και στρατηγικές εξόδου της ελληνικής κρίσης και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης», Ουτοπία νο.115.

Μαυρουδέας Στ. (2016β), «Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση», Τετράδια Μαρξισμού νο.1.

Mavroudeas S. (2017), ‘Troika’s Economic Adjustment Programmes for Greece: Why do they Systematically Fail’ σε Marangos, J., (ed.), The Internal Impact and External Influence of the Greek Financial Crisis, Palgrave Macmillan, New York

Μαυρουδέας Στ. (2017), «Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;». εφημερίδα ΠΡΙΝ νο.1333, 3-6-2017.

Μαυρουδέας Στ. (2018), «Έξοδος από την κρίση ή στο ίδιο έργο θεατές;», Τετράδια Μαρξισμού νο.6

 

* Ο Στ. Μαυρουδέας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

[1] Για την ιστορική διαδρομή, την προέλευση, τα ειδικά χαρακτηριστικά και τις αδυναμίες των ελληνικών ΠΟΠ βλέπε Μαυρουδέας (2016α), Mavroudeas (2017).

[2] Για τις ιμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις γύρω από το ελληνικό πρόβλημα βλέπε Μαυρουδέας (2012).

TROIKA’S ECONOMIC ADJUSTMENT PROGRAMMES FOR GREECE: HAVE THEY REALLY SUCCEEDED?, S. Mavroudeas, Oxford Brookes University lecture, 21/11/2018

 

 

 

 

 

 

 

You are invited to an Economics External

Speaker event on the topic:

 

TROIKA’S ECONOMIC ADJUSTMENT PROGRAMMES FOR GREECE: HAVE THEY REALLY SUCCEEDED?

Stavros Mavroudeas

 

In August 2018 the EU and the Greek government declared the successful completion of the 3rd Economic Adjustment Programme (EAP) for Greece. They also explicitly implied that the Greek crisis is over. We dispute the statements made by the EU and the Greek government and argue that Greek EAPs (a) rest on a problematic understanding of the Greek crisis (as simply a debt crisis), (b) applied a disastrous policy recipe in an attempt to deal with the crisis, and (c) failed systematically to achieve their own milestones. We will analyse the theoretical background of these programmes which lie in the neo-conservative notions of pro-cyclicality and growth- creating austerity. We will show that the Greek EAP’s basic structure is a very problematic modification of the typical 1990s IMF’s Structural Adjustment Programmes (as it lacks the lever of currency devaluation and had a belated, half-baked and ineffective debt restructuring). Finally, we will discuss the systematic failure of the Greek EAPs in achieving their own goals.

 

Stavros Mavroudeas is Professor of Political Economy at the Department of Economics, University of Macedonia, Greece. His research focuses on Marxist Political Economy, Development Economics, History of Economic Thought, and Greek Economic History.

 

DATE: 21 November 2018

TIME: 12:00 – 13:30

VENUE: JHBB302

Αμφισβητώντας την Οικονομική Ορθοδοξία: Διεθνές Συνέδριο Πολιτικής Οικονομίας 2018 – Μαργκινάλια

https://marginalia.gr/arthro/amfisvitontas-tin-oikonomiki-orthodoxia-diethnes-synedrio-politikis-oikonomias-2018/

ΜΑΡΓΚΙΝΑΛΙΑ

ΕπικαιραΤευχος #6

1

Αμφισβητώντας την Οικονομική Ορθοδοξία: Διεθνές Συνέδριο Πολιτικής Οικονομίας 2018

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Πρόσφατα (στις 6–9 Σεπτεμβρίου 2018) διεξήχθη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το διεθνές συνέδριο ICOPEC (Διεθνές Συνέδριο Πολιτικής Οικονομίας) που συνδιοργάνωσε η Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ) και το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο συνέδριο έλαβαν μέρος περίπου 100 πανεπιστημιακοί ενώ το παρακολούθησαν επίσης και πολλοί φοιτητές. Με την συν-διοργάνωση του συνεδρίου αυτού η ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας επιδιώκει να συμβάλει στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος για την Πολιτική Οικονομία. Η τελευταία αποτελεί την βασική εναλλακτική προσέγγιση στα σημερινά κυρίαρχα Οικονομικά. Σε αντίθεση με τον μεθοδολογικό ατομισμό των τελευταίων (που υποστηρίζει ότι η οικονομία είναι διαδικασία μεταξύ ατόμων), η Πολιτική Οικονομία αναλύει την οικονομία ως μία κοινωνική διαδικασία, της οποίας τα βασικά δρώντα υποκείμενα είναι κοινωνικές τάξεις με διαφορετικά και συγκρουόμενα συμφέροντα και ρόλους. Επίσης, η ανάλυση της Πολιτικής Οικονομίας συνδέει τις οικονομικές με τις κοινωνικές και τις πολιτικές σχέσεις και διαδικασίες, σε αντίθεση με τη μυωπική θεώρηση των κυρίαρχων Οικονομικών που αδιαφορούν για τις υπόλοιπες και επιπλέον εστιάζουν μόνο σε έναν τομέα των οικονομικών σχέσεων (τις οικονομικές σχέσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσια της αγοράς). Συνακόλουθα, οι βασικές προσεγγίσεις της Πολιτικής Οικονομίας επικεντρώνουν στο σύνολο των οικονομικών σχέσεων (και όχι μόνο στις σχέσεις ανταλλαγής) και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη σφαίρα της παραγωγής (κάτι που τα κυρίαρχα Οικονομικά από τη σύσταση τους υποτιμούν). Για όλους αυτούς τους λόγους η προσέγγιση της Πολιτικής Οικονομίας είναι πιο ρεαλιστική και διαθέτει μεγαλύτερες ερμηνευτικές δυνατότητες. Ταυτόχρονα όμως είναι και πιο ενοχλητική για κατεστημένα συμφέροντα καθώς αναδεικνύει τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που υπάρχουν μέσα στο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα.

Το κεντρικό θέμα του φετινού συνεδρίου της ICOPEC ήταν «Δέκα χρόνια μετά τη Μεγάλη Ύφεση: Η Ορθόδοξη απέναντι στην Ετερόδοξη Οικονομική». Παράλληλα με το κεντρικό θέμα έλαβαν χώρα ομιλίες και συζητήσεις για πολλές επιμέρους θεματικές ενότητες που καλύπτουν όλα σχεδόν τα βασικά πεδία έρευνας και μελέτης της σύγχρονης Πολιτικής Οικονομίας (κρίση, κερδοφορία, μακροοικονομική ανάλυση, χρηματοπιστωτικό σύστημα, διανομή εισοδήματος και ανισότητες, οικονομικά της Εργασίας κ.α.).

Το συνέδριο ξεκίνησε με την ολομελειακή συνεδρία που είχε ως αντικείμενο το κεντρικό θέμα του συνεδρίου. Στη συνεδρία αυτή εισηγήθηκαν ως προσκεκλημένοι ομιλητές οι Γ.Μηλιός (καθηγητής ΕΜΠ) με θέμα ‘Heterodox Economics vis-à-vis Crisis and Finance. Speculation of the ‘absentee rentier’ or Mechanism of disciplining social action?’), Β.Δρουκόπουλος (επίτιμος καθηγητής ΕΚΠΑ) με θέμα ‘Just tweaking around the edges? and/or A bit of repair at the seams?’ και Hun Joo Park (καθηγητής KDI School of Public Policy and Management) με θέμα ‘Triumph and Crisis of Korean Political Economy: Paradigms, Development, and Systemic Resilience’.

Το κεντρικό θέμα του συνεδρίου εστίασε σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ζήτημα. Εφέτος κλείνουν δέκα χρόνια από την μεγάλη παγκόσμια κρίση του 2008 που συγκλόνισε και εξακολουθεί και σήμερα να επηρεάζει με τις συνέπειές της την παγκόσμια οικονομία. Κατά κοινή ομολογία, η κυρίαρχη σήμερα αντίληψη των Οικονομικών απέτυχε δραματικά να προβλέψει την έλευση της κρίσης και ακόμη και την προηγουμένη της εξέδιδε αναλύσεις υποσχόμενες ένα λαμπρό μέλλον για την παγκόσμια οικονομία. Η σημερινή Ορθοδοξία, σε αντίθεση με απλοϊκές θεωρήσεις, δεν είναι ένας καθαρόαιμος Νεοφιλελευθερισμός (καθώς ο δογματισμός του τελευταίου τον κάνει πλήρως αδόκιμο για την άσκηση οικονομικής πολιτικής) αλλά η συνένωση μιας μετριασμένης εκδοχής του με τον εξαιρετικά συντηρητικό Νέο Κεϋνσιανισμό. Το υβρίδιο αυτό αποδέχεται στοιχεία της Κεϋνσιανής ανάλυσης βραχυχρόνια (κυρίως ότι μπορεί να μην εκκαθαρίζονται οι αγορές και ότι η νομισματική κυρίως πολιτική είναι αποτελεσματική) και της Νέας Κλασσικής ανάλυσης μακροχρόνια. Η σύνθεση αυτή έχει αποκληθεί Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση και κυριαρχεί στα βασικά οικονομικά και πολιτικά κέντρα εξουσίας ιδιαίτερα του Δυτικού κόσμου. Όπως προειπώθηκε, η σύγχρονη Οικονομική Ορθοδοξία απέτυχε να προβλέψει και να αποτρέψει την κρίση. Εξίσου προβληματική είναι η επίδοση της στην διαχείριση της κρίσης καθώς σύντομα ακολούθησε η αποκληθείσα δεύτερη «βουτιά» ενώ οι φόβοι για μία νέα παραμένουν μέχρι σήμερα λόγω των ανεπίλυτων δομικών προβλημάτων της οικονομίας.

Σχεδόν όλες οι προηγούμενες μεγάλες δομικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος συνοδεύθηκαν από αντίστοιχες αποτυχίες της εκάστοτε κυρίαρχης οικονομικής αντίληψης. Και σε όλες τις περιπτώσεις αυτό οδήγησε στην αποκαθήλωση της εκάστοτε Ορθοδοξίας και την αντικατάσταση της από ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα. Το παράδοξο είναι ότι παρά την παταγώδη αποτυχία των Ορθόδοξων Οικονομικών η κυριαρχία τους στον πολιτικό και ακαδημαϊκό χώρο όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντιθέτως έγινε ακόμη πιο ασφυκτική. Ιδιαίτερα στον ακαδημαϊκό χώρο επιδίδεται κυριολεκτικά σε μακαρθικές πρακτικές απέναντι σε κάθε άλλη εναλλακτική αντίληψη και ιδιαίτερα απέναντι στην παράδοση της Πολιτικής Οικονομίας. Το φαινόμενο αυτό είναι εξαιρετικά έντονο και στη χώρα μας καθώς τα τμήματα Οικονομικών σπουδών πρακτικά εκκαθαρίζονται από κάθε εναλλακτική άποψη για να επιβληθεί αποκλειστικά η Κυρίαρχη άποψη που επιπλέον ευθύνεται για την ελληνική οικονομική κρίση και την κατάπτωση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Το παράδοξο αυτό αποτελεί αντικείμενο πολλών σύγχρονων συζητήσεων. Η ΕΕΠΟ, προτείνοντας το ως το βασικό θέμα του συνεδρίου ICOPEC 2018, επιδιώκει να το αναδείξει ως ένα καθοριστικό ζήτημα η η εξέλιξη του οποίου επηρεάζει τόσο την πορεία της επιστήμης της οικονομίας όσο όμως και ευρύτερα τις κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις.

Κατά την γνώμη μου η συνεχιζόμενη κυριαρχία των Ορθόδοξων προσεγγίσεων βασίζεται στις αδυναμίες των αντιπάλων τους στο να προσδιορίσουν τόσο τον αντίπαλο τους όσο και όσο και τις εναλλακτικές που προτείνουν. Οι Ετερόδοξες προσεγγίσεις στοχοποιούν ένα μυθικό Νεοφιλελευθερισμό και παραγνωρίζουν εθελοτυφλώντας ότι η σύγχρονη Ορθοδοξία είναι ένα μίγμα ήπιου Νεοφιλελευθερισμού και συντηρητικού Νεου Κεϋνσιανισμού. Η αδυναμία αυτή προκύπτει γιατί οι Ετερόδοξες προσεγγίσεις κυριαρχούνται από Κεϋνσιανές και μετα-Κεϋνσιανές αντιλήψεις με υπαρκτούς δεσμούς με τον Νέο Κεϋνσιανισμό και με μοναδική φιλοδοξία την μεταρρύθμιση του συστήματος. Αντίθετα, ο Μαρξισμός έχει πλήρως περιθωριοποιηθεί ενώ, στις Δυτικές εκδοχές του, πολλά ρεύματα του έχουν καταντήσει πτωχοί συγγενείς του μετα-Κεϋνσιανισμού. Αυτό οδηγεί την Ετεροδοξία να μην μπορεί να συνδεθεί με τον κόσμο της εργασίας και να αποτελεί έναν αδύναμο επαίτη του συστήματος. Το παράδοξο γίνεται ακόμη εντονότερο όταν διαπιστώνεται ότι το καπιταλιστικό σύστημα, αμέσως μετά το ξέσπασμα της κρίσης, χρησιμοποίησε εργαλεία της κεϋνσιανής Ετεροδοξίας (επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, χαλαρή νομισματική πολιτική κλπ.) για να ξεπεράσει το άμεσο πρόβλημα. Αμέσως όμως μετά επανήλθε στην προηγούμενη πεπατημένη του. Ο επαμφοτερισμός αυτός δεν είναι δύσκολο να ερμηνευθεί, τουλάχιστον από την σκοπιά της Μαρξιστικής ανάλυσης. Το σύστημα γνωρίζει καλά ότι μία σοβαρή κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με το Νεοφιλελεύθερο πρόταγμα «να αφήσουμε την αγορά να εκκαθαρισθεί από μόνη της» καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην οικονομική καταστροφή και την κοινωνική έκρηξη. Ταυτόχρονα όμως γνωρίζει ότι εμπρός σε μία δομική κρίση κερδοφορίας και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου τα κεϋνσιανά εργαλεία το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ετεροχρονίσουν την κρίση και τα συστημικά προβλήματα που την δημιούργησαν, αλλά όχι να την επιλύσουν.

Για να ξεπερασθεί το αδιέξοδο του προαναφερθέντος παραδόξου είναι αναγκαία μία ριζική ανατροπή και μέσα στο χώρο των Ετερόδοξων οικονομικών προσεγγίσεων. Αντί να εστιάζουν στην παροχή συμβουλών και βραχύβιων μεταρρυθμίσεων του καπιταλιστικού συστήματος θα πρέπει να επικεντρωθούν στην πιο ανηλεή κριτική του και στη διερεύνηση διεξόδου από αυτό. Αυτό απαιτεί την εγκατάλειψη του ρόλου των συστημικών συμβούλων και τη σύνδεση με τον μεγάλο σιωπηλό ακόμη παράγοντα, τον κόσμο της εργασίας. Η Μαρξιστική παράδοση αποτελεί πάντα το βασικό όχημα μιας τέτοιας πορείας.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Δειτε ολα τα κειμενα

1  Σταύρος Μαυρουδέας

Ο Σταύρος Μαυρουδέας είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Οι προπτυχιακές σπουδές του στα Οικονομικά έγιναν στο ΕΚΠΑ, οι μεταπτυχιακές στο SOAS (University of London) ενώ έλαβε το διδακτορικό του από το Birkbeck College (University of London). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν: Πολιτική Οικονομία, Μακροοικονομική, Ιστορία Οικονομικής Σκέψης, Μεγέθυνση και Οικονομική Ανάπτυξη, Ελληνική Οικονομία. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε πολλά διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά και διατελεί μέλος της συντακτικής επιτροπής, της συμβουλευτικής επιτροπής ή/και κριτή σε αρκετά. Έχει συγγράψει αρκετά βιβλία και κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Αγγλικά. Είναι ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας. Έχει συμμετάσχει σε πολλά ακαδημαϊκά συνέδρια ως εισηγητής, προεδρεύων, μέλος της οργανωτικής ή/και της επιστημονικής επιτροπής και έχει δώσει πολλές ακαδημαϊκές διαλέξεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει ακόμη διατελέσει επισκέπτης ερευνητής και καθηγητής σε αρκετά πανεπιστήμια του εξωτερικού.

 

The FYROM 2018 referendum and its implications – BRAVE NEW EUROPE 7-10-2018

 

 

 

 

Brave New Europe

https://braveneweurope.com/stavros-mavroudeas-macedonia-the-fyrom-2018-referendum-and-its-implications

 

The FYROM 2018 referendum and its implications

Stavros Mavroudeas

 

The area and the identity of Macedonia has been a contested terrain for many decades. Leaving aside references to antiquity, its modern form has its roots in the birth of national states in the Balkans in the beginning of the 20th century with the protracted collapse of the Ottoman empire. During the latter’s rule the area of Macedonia has been inhabited by various ethnic groups. In the Balkans, Greeks were the first, from the 19th century, to acquire a national identity and to construct a national state. Slavic people, in the Macedonian area, were the last to follow in this road and significant segments of them oscillated for a considerable period between different competing national identities (primarily Greek and Bulgarian). After several local wars and two world wars the Balkan area had been stabilized with established nation states that had, to a great extent, homogenized their populations by all the means available. Nevertheless, there remained several contested areas and significant ethnic minorities within every Balkan nation state.

The modern Macedonian issue was born after the 2nd WW. The northern part of the Macedonian area belonged to Titoist Yugoslavia and was inhabited mainly by Slavs. The southern Macedonian area belonged to Greece, was more or less ethnically homogenized – particularly after the exchange of populations between Greece and Turkey – but also contained a Slavic ethnic minority. Before the 2nd WW the Macedonian area was claimed by Bulgaria also, by trying to patronize its Slavic populations. Yugoslavia, in order to secure its southern area – from both Greece and Bulgaria – promoted a distinct Macedonian identity for the people of its southern area. A necessary corollary of this was the promotion of irredentism as the whole Macedonian area was considered the rightful home of the Slavomacedonian people. As usually happens in such cases, the creation of a modern national identity tries to find roots in the ancient times: thus, the ridiculous Slavomacedonian claim on Alexander the Great and the ancient Macedonian kingdom that was, in the end, part of the Greek world.

On the other hand, Greece promoted its own irredentism by claiming that the whole Macedonia – and the Macedonian identity – belong to it. The internal Greek politics and particularly the Greek civil war painted in blood this project. The situation was stabilized during the Cold War era as the two main adversaries belonged to different camps. However, with the collapse of the Eastern bloc and particularly with the bloody disintegration of Yugoslavia under the auspices of the Western imperialisms, the whole situation destabilized abruptly. The big Western powers (the US and the EU) strived to expand their spheres of influence in the Balkans. Local elites and emerging bourgeoisies tried to expand their spaces and maneuvered between the big players. All of them fomented nationalisms as a means for their plans.

This is exactly what happened with the small former Yugoslav Republic of Macedonia (FYROM). Once becoming separated from old Yugoslavia, it faced an acute existential problem as its miniscule political and economic size made it almost unviable. On top of that, the increase of its Albanian population endangered further its unity. This resulted in the exaggerated promotion of the Macedonian identity and the concomitant irredentism.

On the other side, Greek capitalism actually invaded economically FYROM’s and became one of the main Western economic powers in its economy. This was facilitated by FYROM’s drag in the EU’s orbit. Ironically, the bigger the political controversies between FYROM and Greece the bigger the economic influence of the latter in the former. Of course, all these under the wings and succumbing to the prevailing interests of the bigger Western powers. This resulted in a new stalemate: Greece blocked the further political integration of FYROM in the EU and NATO unless it dropped its Macedonian claims.

Recently, this stalemate became strained. The resurgence of Russia led the West to try to secure as much of the Balkan area it can under its influence. Thus, the incorporation of Montenegro, FYROM and possibly Serbia into NATO became a priority. This goes together with their incorporation in the EU (despite the increasing tensions between the US and the EU). For this reason, the West proceeds – extremely heavy-handedly and by blatantly neglecting existing political, social and national balances – to rearrange relationships and even to redraw borders in the very volatile Balkan area (which has produced several wars in the not very distant past).

 

 

 

 

 

 

 

 

The Prespes agreement between Greece and FYROM is such a case. First, the West instigated almost openly a governmental change in FYROM by marginalizing a part of its elite that was subservient to the West but at the same time wanted a better deal with Greece. Then, the West employed the weak and completely subservient to US interests SYRIZA government to pass hurriedly a settlement with FYROM. The end result is a disaster for the peoples of the Balkans. Irrespective of the technical details of the agreement which do not matter, its authoritarian imperialist imposition aggravates nationalist tensions in both countries. Of course, the West is indifferent to this so long as it passes its plans. Afterall, in the end, it can play also with local nationalisms.

But there is a problem in these imperialist games: at some point people have to vote. Such a point was the referendum in FYROM. Despite the blatant Western intervention in internal affairs and the lack of even a major political party opposing the agreement (as the FYROM elite is terribly weak, corrupted and depended from the West), the majority of the population voted with their feet and by a meagre participation actually rejected the agreement. This was a terrible slap in the face to the Western arrogance. Furthermore, it showed the rapidly diminishing charm of the EU as the sweetener of joining it (and supposedly gaining economically) was turned down. Spontaneously, the people of the poorer Balkan country have probably sensed something that the Greek people learned through pain and tears the recent years: the EU is not the paradise but the hell for the peoples and for the countries laying in its periphery.

Nevertheless, the West did not learn its lesson and proceeds with greater impertinence. All of them – big and small, from NATO’s general secretary and the German foreign ministry to the preposterous Greek SYRIZA and FYROM politicians – pronounce the referendum as a success and demanded the implementation of the agreement. Their ludicrous argument is that 91% of those voting (that were merely the 35% of the eligible voters) supported the agreement. It does not require great intelligence to grasp that this is a direct insult to the very basic rules of democracy. Wouldn’t it be better if only a few ‘enlightened elites’ and foreign agents had voting rights instead of the whole population?

Notwithstanding, the West and its local stooges proceed to try to impose the agreement. Currently, their main effort is to practically bribe and/or blackmail some corrupt FYROM MPs in order to pass it the parliament. Ironically, Alexis Tsipras suggested so; probably banking on his well-known expertise on how turning a popular vote to its opposite. As an obedient puppet of his masters, he forgets that in this case it is the turn of his government to begin rocking dangerously.

The West’s plans for the Balkans are bringing again, few years after the bloody Yugoslavian disintegration, tensions and upheaval in the area. They are fomenting nationalism and promoting imperialist conflict. The peoples of the Balkans have nothing to gain from this.

Particularly for the poor populace of FYROM – and contrary to their elites – their country’s participation in the EU and NATO would worsen its condition. These are imperialist organisations infamous for sowing misery and wars in their path. The participation in the EU would make the weak and already dependent FYROM economy even weaker. Greece, and the other euro-peripheral economies have a bitter taste from this participation that made their economies weaker and simple appendages of those of the euro-core economies. It is indicative that other Balkan economies linked to the EU were lucky not to participate at least in the European Monetary Union (EMU). This shielded them from grave consequences during and after the global capitalist crisis of 2008. Moreover, NATO is always the long arm of US aggression and its record is well-known. Instead of stabilization and peace it brings conflicts and war. Its march to the East sows gunpowder in the Balkans.

Concluding, the failure of the Western plans for the Balkans is the only way to keep the possibility of amicable and cooperative relations between the Balkan peoples alive.

 

Comments on the results of the FYROM referendum – SPUTNIK NEWS 2-10-2018

SPUTNIK NEWS requested some comments on the results of the recent FYROM referendum on the Prespes aggreement. As usual these articles are heavily abdridged.

Below is the transcript of my comments followed by the coverage in SPUTNIK’s webpage.

 

SPUTNIK NEWS

2-10-2018

  1. What is your view on outcome of the referendum with low turnout under 37% insufficient for results to be legitimate?

The result of the FYROM referendum shows that there is a huge gap between its people and the political parties of FYROM’s elites. No mainstream political party campaigned for ‘no’ and only a motley grouping of politicians and small organisations campaigned for abstention. On the other hand, all the Western ‘heavy weights’ (from both the US and the EU) intervened blatantly in FYROM’s internal affairs and pressed for a ‘yes’ vote. The very wording of the referendum was a disgrace: instead of voting on the Prespes agreement it dictated that this was a vote for joining the EU and NATO. Yet the people voted with their feet (by abstaining) and threw the whole official political spectrum in disarray.

Another conclusion that can be drawn is that, similarly to the Greek 2015 referendum, the EU has lost its appeal. Even a weak country whose elite is bribed with western funds did not succumb to its blackmail. It is becoming increasingly evident that the EU instead of a ‘paradise’ it is a ‘prison’ for peoples and working men.

2. How do you assess chances of Prime minister to get a two-thirds majority of mandates in the parliament for the adoption of constitutional amendments in accordance with the agreement with Athens? What it will bring for Macedonia?

I think that the probability that Zaev passes the rejected agreement through a parliamentary vote depends upon his western patrons’ ability to literally buy the necessary votes. Both Zaev and his patrons are totally unscrupulous. The demand by EU’s commissioner for European Neighbourhood and Enlargement Negotiations (sic!) Hahn for the Prespes agreement to proceed shows that EU does not respect any democratic rule. It has shown this in several cases in the past when it obliged countries to hold again referendums till they produced the result demanded by the EU. Zaev’s argument that 91.37% have voted for ‘yes’ is a stupidity and at the same time a direct insult to the elementary rules of democracy. Wouldn’t’ t it be better if there is no popular vote at all and only a small minority of elites decided things among themselves?

So, it seems that Zaev and his Western patrons will proceed with this scheme. However, I expect that such a monstrous move would aggravate tensions in FYROM and risks producing a true explosion.

It cannot be unnoticed the equally ridiculous the stance of the Greek prime minister. Tsipras urged Zaev to neglect the popular vote and proceed with the agreement. Of course, as the Greek 2015 referendum have shown, Tsipras and SYRIZA have the know-how of doing exactly the opposite from what the popular vote decided.

3. Do you consider that possibility of holding snap elections is high? What are your expectations from the outcomes of the snap elections in case of holding?

If passing the agreement via bribery from parliament fails then calling a snap election is on the cards. Zaev has actually said so. However, it seems as a rather hollow threat as he has failed in the referendum and this has weakened his political leverage. In normal circumstances this will lead to his political and electoral demise. But these are no normal circumstances, the paly is very dirty and it remains to be seen if Zaev and his partons have some ‘hidden cards’.

4. What consequences of not joining the EU and NATO do you see for Macedonia?

I believe that staying out of the EU and NATO would enhance the ability of the people of this neighbouring country to decide its own future. Contrary to the western sirens, joining the EU would worsen its position even more by making it the last in the list of euro-peripheral countries of limited sovereignty and growing economic misery. As for NATO, joining it would push FYROM directly in the ‘line of fire’ as NATO tries to expand in the Balkans. The Balkan people have already a bitter taste of NATO’s actions via the war and the destruction of Yugoslavia.

 

 

https://sputniknews.com/europe/201810021068527981-macedonia-name-referendum-results/

Macedonia’s Battle for New Name Continues After Low-Turnout Referendum

© AP Photo / Boris Grdanoski

Europe

20:31 02.10.2018(updated 20:36 02.10.2018)

 

BRUSSELS (Sputnik) – While Macedonia has yet to reach a consensus on whether to approve the new name agreed with Greece, the government has claimed victory after an overwhelming majority backed the change in a low-turnout non-binding referendum.

Slightly less than 37 percent of the Macedonian electorate showed up to vote on Sunday, but over 90 percent of them supported the new name, agreed by Greece and Macedonia in June.

Importance of Names

The two countries agreed that the new name should be the Republic of North Macedonia. The deal resolved the decades-long dispute between Athens and Skopje over the use of «Macedonia,» which is also the name of a region in Greece.

© REUTERS / Marko Djurica

Macedonian Opposition Party Claims Victory in Name Change Vote Citing Low Turnout

The Macedonian Parliament has already endorsed the deal twice, in June and in July, but President Gjorge Ivanov has refused to sign it. Prime Minister Zoran Zaev needs two-thirds of the parliament to back the name change. The prime minister’s Social Democratic Union of Macedonia (SDSM) alone does not have the required majority in a 120-seat parliament. It holds roughly the same number of seats as Internal Macedonian Revolutionary Organization – Democratic Party for Macedonian National Unity (VMRO-DPMNE), the main opposition party,

READ MORE: North Macedonia Referendum: How Many Nations Have Changed Their Names and Why?

If the deal is approved in Macedonia, it will pave the way for the country to pursue membership of NATO and the European Union, which Greece could veto in the past over its objection to the name.

Greek Syriza Supportive of Referendum

Vice-President of the European Parliament and a member of the Greek ruling Syriza party Dimitrios Papadimoulis called the result of the vote a «positive development.»

«This is a very important and positive development. Participation was low, it has a consultative character and PM Zaev still has the upper hand in decision-making. The next step now is for the Parliament to ratify the deal and for Zaev to reach the necessary qualified majority of two-thirds,» Papadimoulis told Sputnik.

READ MORE: Greece Sees Results of Macedonian Referendum as Controversial But Respects Them

According to Papadimoulis, Zaev «can secure the necessary qualified majority,» but he could succeed even if he had to call a snap election.

«Such a development could delay the entire process, but we could live with that as long as Zaev can manage to push for the adoption of constitutional reforms,» Papadimoulis said.

The Greek politician stressed that the failure to sign the agreement and, therefore, to join NATO and the European Union would be «a defeat of progressive, pro-European forces.»

Stelios Kouloglou, a vice-chair of the European Parliament’s Committee on Development and a member of the Syriza party, stressed that the stability in the Balkans would be «at stake» if the name change deal was not approved in Macedonia.

«This agreement is for the best interest of both our countries and for the area that is getting into turmoil again. Unfortunately, the conservative parties that belong to the EPP in the European Parliament, have adopted a nationalistic demagogic position that goes against peace and stability,» Kouloglou told Sputnik.

Opposition Wants No Name Change

However, not everyone in Macedonia approves of the name change and subsequent attempts to join NATO or the European Union.

Janko Bachev, the president of United Macedonia opposition party, hailed the results of the low-turnout referendum as the victory of opposition. According to Bachev, the majority of Macedonians were not interested in EU or NATO membership.

«The future of the world belongs to Russia, China and the rest of the BRICS countries and Macedonia must fit in that future,» the opposition politician told Sputnik.

© AP Photo / Boris Grdanoski

Macedonian People Protested Decision Imposed From Outside at Referendum – Envoy

The very wording of the referendum questions was «a disgrace,» as it focused on «joining the EU and NATO» rather than simply a name change, Professor of Political Economy at Department of Economics in the University of Macedonia Stavros Mavroudeas told Sputnik.

According to the expert, the people of Macedonia would have more freedom in deciding its own future if it stayed out of both blocs.

«The Balkan people have already a bitter taste of NATO’s actions via the war and the destruction of Yugoslavia,» the expert said.

Stability in Balkans

Gen. Francis Briquemont, who was head of the UN Protection Force in Bosnia and Herzegovina in 1993-1994, said the referendum in Macedonia reminded him of the 1992 Bosnian independence referendum, largely boycotted by the Bosnian Serbs.

«It could be like what happened some 25 years ago when the Serbs refused to participate and boycotted the vote in Bosnia,» the retired Belgian general told Sputnik.

READ MORE: NATO Welcomes Results of Referendum on Macedonia’s Name — Stoltenberg

Briquemont, who has a first-hand experience of conflict in the Balkans, said he is wary of NATO’s expansion and growing budget.

«To justify an increase of its budgets — the famous increase of member states military budgets to reach 2 percent of GDP — NATO creates itself an enemy: Russia,» Briquemont said.

Russia itself said, regarding the referendum, it was hoping that everything would remain within the legal framework.