Tag Archives: Άρθρα σε εφημερίδες – Newspaper articles

Συνέντευξη στην εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Συνέντευξη στην εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τρίτη 25-5-2010

http://www.makthes.gr/news/reportage/55878/

ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΥΡΟΥΔΕΑΣ Ο φόβος περνάει τις μειώσεις
Ο Σταύρος Μαυρουδέας, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, υποστηρίζει πως ο φόβος της απόλυσης -και όχι κάποια νομοθετική ρύθμιση- θα περάσει στον ιδιωτικό τομέα τις μισθολογικές μειώσεις.
Επηρεάζουν τις εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση για το δημόσιο τομέα και τους δημόσιους υπαλλήλους;
«Βεβαίως. Πρώτον, παρά τις κυβερνητικές διαψεύσεις, οι μισθολογικές μειώσεις αφορούν και τον ιδιωτικό τομέα, όπως τόνισε τόσο ο  Όλι Ρεν όσο και άλλοι αξιωματούχοι της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Απλά αναμένεται να περάσουν μέσα από το φόβο της απόλυσης και να αποφύγει η κυβέρνηση την νομοθετική ρύθμιση. Η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα έχει ήδη επηρεαστεί αρνητικά λόγω των περικοπών των δημοσίων δαπανών που στερούν ζήτηση από τις επιχειρήσεις και άρα οδηγούν σε απολύσεις και κλεισίματα, που είναι ήδη ορατά».
Η αύξηση των ειδικών φόρων και του ΦΠΑ, αλλά και η μάλλον αναμενόμενη μείωση της κατανάλωσης, θα δημιουργήσουν πιέσεις για την αύξηση της ανεργίας;
«Προφανώς. Η μείωση της κατανάλωσης έχει ήδη συμβεί, λόγω των μισθολογικών μειώσεων και των φορολογικών επιβαρύνσεων τόσο των λαϊκών όσο και των μεσαίων στρωμάτων. Η κυβέρνηση ψεύδεται, όταν μιλά για προοδευτική φορολόγηση, δηλαδή επιβάρυνση των πλουσιοτέρων. Στην πραγματικότητα κάνει το ακριβώς αντίθετο. Μείωσε και αυτή (όπως και οι δύο προηγούμενες κυβερνήσεις – του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ) τη φορολογία των επιχειρήσεων, καταργεί στην πράξη το αφορολόγητο (με το κόλπο των αποδείξεων) και φορολογεί βάναυσα τα λαϊκά και μεσαία στρώματα μέσω των έμμεσων φόρων και κυρίως του ΦΠΑ (δηλαδή του πιο άδικου κοινωνικά φόρου). Αυτό οδηγεί ήδη σε μείωση της ζήτησης και συνεπώς σε κλεισίματα επιχειρήσεων και αύξηση της ανεργίας».
Η μείωση του κόστους εργασίας μπορεί να αποτελέσει «σανίδα σωτηρίας» για τις επιχειρήσεις σε περίοδο κρίσης;
«Αυτή η επιλεγόμενη ‘εσωτερική υποτίμηση’ μπορεί να σώσει κάποιες επιχειρήσεις -ιδιαίτερα τις πιο μεγάλες ή πιο διαπλεκόμενες- σε βάρος τόσο των εργαζομένων όσο και των υπόλοιπων μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Θα αυξήσει την ευημερία μίας μικρής μειοψηφίας ήδη ευκατάστατων στρωμάτων αλλά σε βάρος της γενικότερης κοινωνικής ευημερίας, δηλαδή αυτής της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας. Είναι αμφίβολο βέβαια εάν ακόμη και έτσι η ελληνική οικονομία ανακάμψει και πότε. Ακόμη και οι πρόσφατα δημοσιευμένες -αισιόδοξες κατά τη γνώμη μου- προβλέψεις του ΔΝΤ ανάγουν την ανάκαμψη σε ένα μακρινό μέλλον».

Advertisement

Υπό οικονομική κατοχή η Ελλάδα. Μόνη λύση η έξοδος από την ΕΕ

Υπό οικονομική κατοχή η Ελλάδα.

Μόνη λύση η έξοδος από την ΕΕ

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ 13/5/2010

Δεν έχει στεγνώσει ακόμη το μελάνι από την οικονομική – και εν τέλει και πολιτική – παράδοση της χώρας στην ΕΕ και το ΔΝΤ εν ονόματι της σωτηρίας της και o πολυθρύλητος «μηχανισμός σωτηρίας» αποδεικνύεται ένα ανέκδοτο. Ο μηχανισμός δανεισμού που δημιουργήθηκε, πάνω στα ερείπια των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των λαϊκών και μικρομεσαίων στρωμάτων, αποδεικνύεται πολύ λίγος για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Αποκαλύπτεται ότι το τελευταίο δεν αφορά μόνο κάποια «κακά παιδιά» αλλά ολόκληρη τη ΕΕ και μάλιστα τον σκληρό ηγεμονικό πυρήνα της. Από το Σαββατοκύριακο που πέρασε, πανικόβλητη η ηγεσία της ΕΕ προσπαθεί να φτιάξει ένα νέο «μηχανισμό σωτηρίας». Μάλιστα εξετάζονται ακόμη και μέχρι πρότινος αποδιοπομπαίες προτάσεις, όπως η αγορά ομολόγων και η δημιουργία πληθωριστικού χρήματος από την ΕΚΤ, η έκδοση ευρωομολόγων κλπ. Εύκολα συμπεραίνεται απ’ όλο αυτό τον τραγέλαφο ότι είναι άσκοπες οι θυσίες που υποβαλλόμαστε εν ονόματι μίας αδιέξοδης λύσης. Αντίθετα, πρέπει να αμφισβητηθούν τόσο τα κυρίαρχα μυθεύματα για το πως προέκυψε η σημερινή κατάσταση όσο και η συνταγή ΕΕ – ΔΝΤ ως ο δρόμος εξόδου από το αδιέξοδο.

Κατ’ αρχήν, αντίθετα με τα επισήμως προβαλλόμενα, η ελληνική οικονομία δεν είναι στο χείλος της καταστροφής. Εάν ήταν έτσι τότε τα σημάδια θα είχαν φανεί ήδη προ πολλού. Όλοι αυτοί που σήμερα κρώζουν ότι «δεν παράγεται τίποτα», «δεν υπάρχει σάλιο» κλπ. – και οι οποίοι συνήθως είναι αυτοί που προηγουμένως φωνασκούσαν περί «ισχυρής και ευρωπαϊκής Ελλάδας», «υψηλών ρυθμών ανάπτυξης» κλπ. – ψεύδονται ενσυνείδητα.

Είναι γεγονός ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει ένα συνεκτικό παραγωγικό μοντέλο. Παράγεται πλούτος, και μάλιστα με υψηλότερους ρυθμούς από ότι αλλού, αλλά αυτή η παραγωγική δομή είναι συμπλήρωμα και εξάρτημα των μεγάλων ευρωπαίων «εταίρων» μας και όχι ένα αυτοδύναμο παραγωγικό σχήμα. Η κατάσταση αυτή είναι αποτέλεσμα της ένταξης στην Κοινή Αγορά (που διέλυσε το προϋπάρχον παραγωγικό μοντέλο) και επιδεινώθηκε δραματικά με την υιοθέτηση του ευρώ (που κυριολεκτικά υπονόμευσε την ελληνική ανταγωνιστικότητα)[1].

Αλλά και το δημοσιονομικό πρόβλημα δεν είναι ούτε πρωτοφανές ούτε μία ελληνική ιδιοτροπία. Άλλες χώρες έχουν τα πρωτεία. Μάλιστα σε όρους απόλυτων μεγεθών το ελληνικό πρόβλημα είναι μία απλή παρωνυχίδα. Ακόμη και μέσα στην Ευρωζώνη, με βάση τα δημοσιονομικά στοιχεία για το 2009 που δημοσίευσε στις 22/4/10 η Eurostat, τα σκήπτρα στη σχέση δημ. χρέους προς ΑΕΠ έχει η Ιταλία (115,8%) και ακολουθούν Ελλάδα (115,1%), Βέλγιο (96,7%), Ουγγαρία (78,3%), Γαλλία (77,6%), Πορτογαλία (76,8%), Γερμανία (73,2%), Μάλτα (69,1%), Ηνωμένο Βασίλειο (68,1%), Αυστρία (66,5%), Ιρλανδία (64,0%)[2]. Είναι το λιγότερο αξιοπερίεργο γιατί οι «αδέκαστες» αγορές δεν στοχοποίησαν την Ιταλία (αν μάλιστα συνυπολογισθεί το απόλυτο μέγεθος του χρέους) αλλά αντίθετα, ακόμη και μετά την δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών, η τελευταία δανείσθηκε 6,5 δις ευρώ σε επιτόκια χαμηλότερα από εκείνα των ομολόγων που έληξαν.

Το ξαφνικό αλλά και επιλεκτικό ενδιαφέρον για τα δημοσιονομικά ελλείμματα προέκυψε σήμερα γιατί το καπιταλιστικό σύστημα, στην προσπάθεια του να απαλύνει την τρέχουσα οικονομική (και όχι απλά χρηματοπιστωτική) κρίση του προχώρησε – ξεχνώντας εν μία νυκτί τον νεοφιλελευθερισμό – σε σοσιαλφιλελεύθερες συνταγές με ενεργητική νομισματική αλλά και κυρίως δημοσιονομική πολιτική. Τα τεράστια δημοσιονομικά προγράμματα στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας (στον χρηματοπιστωτικό αλλά και στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας) καλλιεργούν τις πρόσφατες ψευδαισθήσεις περί τέλους της κρίσης. Για τα προγράμματα αυτά όμως προκαταβάλλονται κεφάλαια που πρέπει στο μέλλον να καλυφθούν από αύξηση του παραγόμενου πλούτου. Μάλιστα πρέπει ο ρυθμός αύξησης του πλούτου να υπερβαίνει το ρυθμό αποπληρωμής τους. Αυτό απαιτεί μία αρκετά ισχυρή ανάκαμψη, γεγονός εξαιρετικά αμφίβολο. Άλλωστε τα προγράμματα αυτά τελειώνουν εφέτος και είναι αμφίβολο εάν η θετική επίδραση τους θα επιβιώσει της λήξη τους. Η ανησυχία αυτή έχει μετατρέψει την κρίση σε δημοσιονομική. Οι ηγεμονικές οικονομίες (με πρώτη την αμερικανική), ενώ ευθύνονται πρωταρχικά για το πρόβλημα, το μεταθέτουν στις πιο αδύναμες οικονομίες. Έτσι μία αδύνατη οικονομία στοχοποιείται για παραδειγματισμό, πιέζεται από δανειστές με κυριολεκτικά τοκογλυφικούς όρους (ενώ τα κεφάλαια που απομυζούνται ενισχύουν την ανάκαμψη των ηγεμόνων) και τελικά όταν κυριολεκτικά στραγγισθεί οδηγείται στην προκρούστεια κλίνη του ΔΝΤ για να παραμορφωθεί πλέον οριστικά[3].

Το δημοσιονομικό πρόβλημα αποκτά μία ιδιαίτερη διάσταση μέσα στην ΕΕ καθώς πρόκειται για μία μη-βέλτιστη νομισματική περιοχή (δηλαδή έχει ένα κοινό νόμισμα για εξαιρετικά ανόμοιες και ασυγχρόνιστες οικονομίες). Μία κρίση αποσυντονίζει ιδιαίτερα τέτοιου τύπου τερατουργήματα καθώς οι οικονομίες-μέλη χτυπιούνται με διαφορετικούς τρόπους και ρυθμούς, πρέπει να διατηρηθεί η νομισματική ομοιομορφία και ταυτόχρονα δεν υπάρχουν εργαλεία (δημοσιονομικής πολιτικής) για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα και να απαλύνουν τις ανισομέρειες. Άλλωστε η ΕΕ είναι μία λυκοσυμμαχία μεγαλύτερων και μικρότερων καπιταλισμών με σκοπό την εκμετάλλευση άλλων πιο αδύνατων περιοχών και τον ανταγωνισμό με άλλους ομοίους της. Την μερίδα του λέοντος παίρνει ο γερμανικο-γαλλικός άξονας και τα κόκαλα πετιούνται στους παρακατιανούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα σήμερα προκύπτουν ακριβώς από τα αντίστοιχα ελλείμματα άλλων (μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας). Με το ξέσπασμα της κρίσης οι ηγέτες αυτής της αγέλης επιδιώκουν να φορτώσουν τα βάρη όχι μόνο σε άλλους εκτός αυτής αλλά και στα πιο αδύναμα και πειθήνια μέλη της. Μάλιστα για να μην κινδυνεύσει το οικοδόμημα τους πιέζουν προληπτικά να επωμισθούν αυτό το κόστος. Γι’ αυτό άλλωστε ομαδοποιήθηκαν αρκετά από αυτά στα εξόχως προσβλητικά «γουρούνια» (PIGS). Η πίεση αυτή αρχίζει συνήθως με την αύξηση του κόστους δανεισμού, όπου οι τελευταίοι της αγέλης απομυζούνται τοκογλυφικά κυρίως από τράπεζες των ισχυρότερων. Όταν η διαδικασία αυτή εξαντληθεί τότε επιβάλλεται η «εσωτερική υποτίμηση», δηλαδή η δραματική μείωση των μισθών που διευκολύνει την κερδοφορία των εγχώριων καπιταλιστών αλλά και του ξένου κεφαλαίου αλλά με ασύμμετρο τρόπο. Καθώς αυτή θα πρέπει να ακολουθηθεί από μείωση των τιμών θα μειωθεί και η τιμή περιουσιακών στοιχείων. Η διαδικασία αυτή δεν είναι αυτόματη και στη διαδρομή της η αξία αρκετών ελληνικών κεφαλαίων θα πέσει με αποτέλεσμα επιχειρήσεις και περιουσιακά στοιχεία να μπορούν να εξαγορασθούν κυριολεκτικά για ένα ξεροκόμματο από ξένα κεφάλαια.

Οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ κατόρθωσαν να βάλουν την ελληνική οικονομία ακριβώς στο μάτι αυτού του κυκλώνα. Ήταν πασίγνωστο ότι μία σειρά χώρες – μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα – μπήκαν στην ΟΝΕ με πολιτική συμφωνία και χωρίς να πληρούν τα σχετικά κριτήρια. Στη συνέχεια οι ευρωπαίοι ηγεμόνες επεδίωξαν προληπτικά να σφίξουν τα λουριά. Πρώτη η ΝΔ με την απογραφή Αλογοσκούφη προσπάθησε να κάνει τον καλό υποτακτικό αποκαλύπτοντας (και φουσκώνοντας) το έλλειμμα και φορτώνοντας την ευθύνη στο ΠΑΣΟΚ. Ταυτόχρονα ζήτησε μία υπερβολική αύξηση της εκτίμησης του ΑΕΠ έτσι ώστε ο λόγος δημ. ελλείμματος προς ΑΕΠ να μπορεί να ελεγχθεί εύκολα. Οι ηγεμόνες όμως ήταν σκληροί και τελικά έδωσαν μόνο μία ασήμαντη αύξηση του ΑΕΠ. Το ΠΑΣΟΚ με την σειρά του έπαιξε το ίδιο θέατρο φουσκώνοντας το έλλειμμα και χωρίς καν το τρυκ της αύξησης του ΑΕΠ. Όμως το άθλιο αυτό θέατρο έγινε πλέον όταν είχε ξεσπάσει η κρίση και μάλιστα είχε μετατραπεί σε δημοσιονομική. Έτσι κατάφερε να βάλει την Ελλάδα στο επίκεντρο του προβλήματος και πλέον η ελληνική καθεστηκυία τάξη – από εκεί που ήθελε να κάνει ένα ελεγχόμενο παιχνίδι σε βάρος του λαού και να επιβάλλει αστραπιαία αντιδραστικές αλλαγές στο μισθολογικό, ασφαλιστικό, εργασιακό και πολιτικό σύστημα που αγκομαχά εδώ και χρόνια να επιβάλλει – βρέθηκε μέσα σε μία ανεξέλεγκτη δίνη όπου εκτός από τα λαϊκά και μεσαία στρώματα (που ούτως ή άλλως πληρώνουν) κινδυνεύει να πληρώσει και αυτή ένα μέρος του λογαριασμού.

Οι ευρωπαίοι ηγεμόνες αποδεικνύονται άτεγκτοι, εν πολλοίς για είναι και αυτοί στριμωγμένοι από την οικονομική κρίση. Και φυσικά δεν έχουν καμία ουσιαστική αντίθεση με το ΔΝΤ που έχει χρησιμοποιηθεί σε όλα τα ανάλογα ευρωπαϊκά πειράματα (Ουγγαρία, Ρουμανία, Εσθονία κλπ.). Και αυτό όχι μόνο γιατί έχει την τεχνογνωσία αλλά και γιατί ακριβώς είναι ένα χρήσιμο σκιάχτρο ώστε να προσελκύσει την λαϊκή αγανάκτηση και να μην στραφεί αυτή κατά της ΕΕ.

Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση αποδεικνύεται η νέα «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής καθεστηκυίας τάξης που οδηγεί, όπως και η παλιά, την χώρα στην καταστροφή. Υπάρχει μόνο ένας άλλος δρόμος: η έξοδος από αυτή την παγίδα. Η έξοδο από την ΕΕ και το ευρώ θα ξαναδώσει στη χώρα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που έχουν εκχωρηθεί (εν αγνοία του λαού της) σε υπερεθνικά κέντρα. Η υποτίμηση θα έχει πολύ μικρότερο κόστος για τους εργαζόμενους και τα μεσαία στρώματα απ’ ότι οι αλλαγές των ΕΕ-ΔΝΤ, θα ξαναδώσει ανταγωνιστικότητα στις εξαγωγές και θα αναζωογονήσει παραγωγικούς κλάδους. Η στάση πληρωμών και η αναδιαπραγμάτευση του χρέους, σε συνδυασμό με ελέγχους στην κίνηση του κεφαλαίου, θα απειλήσει περισσότερο τους πιστωτές παρά την χώρα μας, όπως έδειξε και η περίπτωση της Αργεντινής. Ταυτόχρονα θα την απαλλάξει από το βάρος των τοκογλυφικών χρεών. Το επιχείρημα ότι το δημόσιο δεν θα μπορεί να πληρώνει τις εσωτερικές υποχρεώσεις του είναι έωλο καθώς είναι γνωστά τα εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει. Η πραγματικά προοδευτική φορολόγηση του πλούτου των εχόντων και η ορθολογική φιλολαϊκή διαχείριση θα δώσει τους αναγκαίους πόρους. Η κρατικοποίηση των τραπεζών θα τις εξασφαλίσει από κινδύνους χρεοκοπίας και εξαγοράς και ταυτόχρονα θα δώσει ένα ισχυρό εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Τέλος, όλα τα παραπάνω μπορούν να δώσουν την δυνατότητα μίας παραγωγικής αναδιάρθρωσης προς όφελος της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Τον δρόμο αυτό δεν μπορεί να ακολουθήσει η ελληνική καθεστηκυία τάξη λόγω των εσωτερικών και εξωτερικών δεσμεύσεων της. Μένει να φανεί εάν στην πατρίδα μας υπάρχουν εκείνες οι ζωντανές δυνάμεις που να τον επιβάλλουν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μαυρουδέας Στ. (2008), «Καπιταλιστική αναδιάρθρωση και κρατικές πολιτικές: 1985 μέχρι σήμερα», 11ο επιστημονικό συνέδριο του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα, https://stavrosmavroudeas.wordpress.com.

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Το εξωτερικό χρέος, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και ο «κλέψας του κλέψαντος», https://stavrosmavroudeas.wordpress.com.


[1] Για μία αναλυτική επεξήγηση βλέπε Μαυρουδέας (2008).

[2] Έχει ενδιαφέρον ότι η φασαρία για το ελληνικό χρέος άρχισε με βάση τα στοιχεία του 2009 την ίδια στιγμή που, εν γνώσει των ελληνικών κυβερνήσεων, συγκρινόταν με τα στοιχεία του 2008 των άλλων οικονομιών.

[3] Διεξοδική ανάλυση δίνεται σε Μαυρουδέας (2010).

Αποτελεί το ευρώ ασπίδα έναντι της κρίσης;

Αποτελεί το ευρώ ασπίδα έναντι της κρίσης;

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 6/6/2009

Η συγκυρία των επικείμενων ευρωεκλογών χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από ένα νέο στοιχείο που ακόμη και οι γνωστές για τις μεθοδεύσεις τους δημοσκοπήσεις των ΜΜΕ αδυνατούν να κρύψουν. Ένα μεγάλο τμήμα του λαού συνειδητοποιεί πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «βλάπτει σοβαρά» την κοινωνική και οικονομική θέση του. Φυσικά, εμπρός στον κίνδυνο να απαξιωθεί μια μακροχρόνια στρατηγική επιλογή του (η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική πυραμίδα), το σύστημα επιστράτευσε τα γνωστά παπαγαλάκια του ευρωμονόδρομου που με περισπούδαστα πολιτικά και επιστημονικοφανή επιχειρήματα διαλαλούν ότι «το ευρώ αποτελεί ασπίδα προστασίας απέναντι στην κρίση». Πρόκειται για συνειδητή παραπλάνηση.

Πρώτον, η υπερδεκάχρονη υιοθέτηση του ευρώ έχει ψαλιδίσει δραματικά την πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων αλλά και των μεσαίων στρωμάτων. Το πέρασμα από την δραχμή στο ευρώ οδήγησε σε μια δραματική υπερτίμηση ιδιαίτερα των προϊόντων μαζικής λαϊκής κατανάλωσης (δηλαδή αυτών που αγοράζει η εργατική τάξη αλλά και τα μεσαία στρώματα). Αρκετές μελέτες δείχνουν ότι η αύξηση των τιμών των προϊόντων αυτών είναι πολύ ψηλότερη (περίπου δεκαπλάσια) από αυτήν του γενικού δείκτη τιμών. Αυτό ήταν αναμενόμενο, λόγω της μεγάλης διαφοράς αξίας μεταξύ του ενός ευρώ και της μιας δραχμής που έδινε τη δυνατότητα στο κεφάλαιο – και ιδιαίτερα στα μεγάλα μονοπώλια της διανομής (σούπερ μάρκετ κ.λπ.) – να αυξήσει υπερβολικά τις τιμές των ειδών μαζικής λαϊκής κατανάλωσης. Τα είδη αυτά έχουν μικρό ανά μονάδα κόστος (λίγα ευρώ) και συνεπώς οι μεγάλες αυξήσεις της τιμής τους δε γίνονται αρχικά έντονα αισθητές (καθώς είναι κάποια λεπτά) αλλά ταυτόχρονα αγοράζονται συχνά και σε μεγάλες ποσότητες. Άρα η αύξηση των τιμών δε γίνεται γρήγορα κατανοητή και ταυτόχρονα τα αθροιστικά υπερκέρδη είναι μεγάλα, καθώς πωλούνται μεγάλες ποσότητες από τα προϊόντα αυτά. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ συνειδητά επέτρεψαν αυτήν την κλοπή, καθώς ενίσχυε σημαντικά την καπιταλιστική κερδοφορία, αφού το κεφάλαιο (εκτός της κλοπής του απλήρωτου χρόνου εργασίας) έκανε και μια δεύτερη κλοπή από το εργατικό εισόδημα, μέσω των υψηλών τιμών. Άρα το ευρώ έχει χειροτερεύσει ήδη πριν την κρίση τη θέση των εργαζομένων αλλά και των μεσαίων στρωμάτων.

Δεύτερον, το ευρώ έχει, πριν από την κρίση, χειροτερεύσει συνολικά τη θέση της ελληνικής οικονομίας έναντι των Ευρωπαίων «συνεταίρων» της, όπως φαίνεται τόσο από τη χρόνια επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου έναντι της υπόλοιπης ΕΕ όσο και από τη γενικότερη μείωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Βέβαια, το ελληνικό κεφάλαιο προσδοκούσε, και εν μέρει πέτυχε, η υποχώρηση έναντι των Ευρωπαίων «εταίρων» του να αναπληρωθεί από τη δική του ιμπεριαλιστική επέκταση στα Βαλκάνια και σε μια σειρά άλλες περιφερειακές χώρες. Όμως, το ξέσπασμα της κρίσης βάζει πλέον σε σοβαρό κίνδυνο τα οφέλη αυτά.

Τρίτον, η ΟΝΕ έχει επιβάλει με ένα κυριολεκτικά δονκιχωτικό τρόπο το ίδιο νόμισμα (και την ίδια συναλλαγματική ισοτιμία) στις χώρες – μέλη, ενώ οι οικονομίες τους διαφέρουν πάρα πολύ και φυσικά αντί να συγκλίνουν αντιθέτως αποκλίνουν. Για να μπορέσει να συγκρατηθεί ενιαίο αυτό το ετερόκλητο κατασκεύασμα επιβλήθηκε ο ζουρλομανδύας του Συμφώνου Σταθερότητας που δεσμεύει ιδιαίτερα τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες όπως η Ελλάδα. Έτσι, ενώ η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική της ΕΕ ταιριάζει στα δεδομένα των ηγετικών χωρών της είναι εντελώς άσχετη με αυτά των λιγότερο αναπτυγμένων. Με άλλα λόγια, χώρες όπως η Ελλάδα ακολουθούν μακροοικονομικές πολιτικές που δεν αντιστοιχούν ικανοποιητικά στα δικά τους δεδομένα και στις δικές τους ανάγκες. Όταν, μάλιστα, βρίσκονται υπό επιτήρηση, όπως η Ελλάδα, τότε οι περιορισμοί αυτοί είναι ακόμη σκληρότεροι και πιο επικίνδυνοι. Δηλαδή, η ΟΝΕ έχει στερήσει εργαλεία οικονομικής πολιτικής από την Ελλάδα και της επιβάλλει οικονομικές πολιτικές που δεν αντιστοιχούν πλήρως στα ελληνικά δεδομένα. Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης κάνει το πρόβλημα αυτό οξύτερο – ακόμη και από την αστική πλευρά – καθώς για την αντιμετώπιση της κρίσης απαιτούνται χειρισμοί οικονομικής πολιτικής, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό είναι απαγορευμένοι.

Τέταρτον, τα ευρω-παπαγαλάκια ισχυρίζονται ότι το ευρώ (α) κάνει φθηνότερη τη χρηματοδότηση του χρέους της χώρας, (β) αποτρέπει τον πληθωρισμό που θα προκαλούσε μία υποτίμηση και (γ) παρέχει ευρωπαϊκή ασπίδα έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας. Το πρώτο έχει ήδη διαψευσθεί, γιατί η Ελλάδα δανείζεται σε διεθνείς αγορές (και όχι μόνο ευρωπαϊκές) και επιπλέον όλοι οι δανειστές της, φοβούμενοι χρεοκοπία, της επιβάλλουν ακριβότερο δανεισμό (όπως φαίνεται από τη μεγάλη αύξηση της διαφοράς των ελληνικών ομολόγων από τα γερμανικά). Όσον αφορά στον πληθωρισμό, τα λαϊκά εισοδήματα έχουν πληγεί ήδη δραματικά από τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό των τιμών των ειδών μαζικής λαϊκής κατανάλωσης (που προκάλεσε το ευρώ). Οπότε είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν μια υποτίμηση θα μπορούσε να τα θίξει πολύ περισσότερο καθώς δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια περαιτέρω συμπίεσής τους. Τέλος, είναι λόγια του αέρα οι ευρωπαϊκές δηλώσεις ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα δε θα αφεθεί να χρεοκοπήσει, καθώς κανείς δεν ξέρει εάν στην πράξη – και υπό τα δεδομένα που θα έχουν προκύψει – θα τηρηθούν. Αντιθέτως, όπως φάνηκε προσφάτως με τη χρεοκοπία της Αργεντινής, ένα κυρίαρχο κράτος είναι προτιμότερο να κηρύξει παύση πληρωμής χρεών από το να εξαρτάται μακροχρόνια από διεθνή χρηματο – οικονομικά συμφέροντα.

Το φαιδρότερο είναι ότι, ενώ τα εγχώρια ευρω-παπαγαλάκια διαλαλούν τα ανύπαρκτα κάλλη του ευρώ, οι ξένοι «εταίροι» τους ήδη προβληματίζονται για το ενδεχόμενο να πετάξουν αυτοί έξω από την ευρωζώνη τον ελληνικό καπιταλισμό εάν χρειαστεί. Εδώ και καιρό συζητιέται τι θα γίνει με τα υποτιμητικά επονομαζόμενα «γουρούνια» (PIGS από τα αρχικά της Πορτογαλίας, Ιταλίας, Ελλάδας και Ισπανίας) που αποτελούν αδύναμα σημεία της ευρωζώνης καθώς υστερούν δραματικά έναντι του κεντρικού πυρήνα της. Εάν είχαν ξεχωριστά νομίσματα η λύση θα ήταν προφανής: υποτίμηση. Όμως καθώς ανήκουν στο ευρώ οι μόνες εφικτές εναλλακτικές λύσεις είναι είτε η εκδίωξή τους είτε ο εξαναγκασμός τους να βελτιώσουν εσπευσμένα τα οικονομικά τους μέσω της ακόμη πιο άγριας εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Η έξοδος από το ευρώ προς το παρόν αποκλείεται, καθώς αυτό θα έθιγε καίρια τόσο το οικονομικό όσο και το πολιτικό κύρος της ΕΕ. Επομένως, αυτό που απομένει είναι μόνο ο δεύτερος δρόμος. Αυτήν τη συνταγή προωθούν οι πρόσφατες συμβουλές του ΔΝΤ προς την Ελλάδα για άγρια περικοπή τόσο του μισθολογικού όσο και του μη-μισθολογικού (Κοινωνική Ασφάλιση, συντάξεις κ.τ.λ.) κόστους της εργασίας. Όμως τόσο βίαιες αλλαγές κινδυνεύουν να προκαλέσουν εξαιρετικά επικίνδυνους κοινωνικούς και πολιτικούς τριγμούς. Γι’ αυτό, άλλωστε, και πιο ισχυρές αστικές τάξεις, όπως η ιταλική, δε διστάζουν να αντιτείνουν ότι εάν πιεσθούν πολύ θα φύγουν από μόνες τους (επανεισαγωγή της λιρέτας) και στη συνέχεια θα προβούν σε ανταγωνιστικές υποτιμήσεις που θα χτυπήσουν άσχημα το εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ. Συγκρινόμενοι με τις απειλές αυτές υπουργών του Μπερλουσκόνι είναι φαιδρά άτολμοι οι λεονταρισμοί των Ελλήνων «αριστερών ψαλτών» του ευρωμονόδρομου που αφού ψήφισαν την ΟΝΕ δε ζητούν καν την έξοδο από το ευρώ αλλά μόνο την κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας.

Η μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία της χώρας μας δεν έχει κερδίσει τίποτα από το ευρώ. Αντίθετα, έχει χάσει ήδη πολλά και κινδυνεύει να χάσει ακόμη περισσότερα. Η πάλη για την έξοδο από το ευρώ και την αποδέσμευση από την ΕΕ αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για να ανοίξει ο δρόμος για τη βελτίωση της θέση της και την ανατροπή της σημερινής ασφυκτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Η κρίση, τα αίτια της και η ελληνική οικονομία

«Η διεθνής Οικονομική Κρίση και η Θέση της Ελλάδας.

Οι θέσεις του ΚΚΕ»

Ημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ

Αθήνα, 14/5/2009

«Η κρίση, τα αίτια της και η ελληνική οικονομία»

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Ι. Η οικονομική κρίση και η κρίση των αστικών Οικονομικών

Η τρέχουσα οικονομική κρίση αναδεικνύει με τον πιο περίτρανο τρόπο την αναλυτική και εμπειρική αποτυχία των κυρίαρχων σήμερα αστικών Οικονομικών. Μάλιστα η αποτυχία των αστικών Οικονομικών αφορά τόσο την πλειοψηφούσα εκδοχή τους (τα λεγόμενα ορθόδοξα Οικονομικά) όσο και τις αιρετικές εκδοχές τους (τα λεγόμενα ετερόδοξα Οικονομικά). Τις τελευταίες δεκαετίες τα αστικά Οικονομικά – και μάλιστα στην πιο σκληρή εκδοχή τους, αυτή των ορθόδοξων Οικονομικών – έχουν κυριαρχήσει ασφυκτικά μέσα στο πανεπιστήμιο και στις δημόσιες συζητήσεις. Η κυριαρχία τους αυτή επιβλήθηκε με την στήριξη των κυρίαρχων αστικών πολιτικών και οικονομικών κέντρων και εκτόπισε, μέσω κυριολεκτικά Μακαρθικών διωγμών μέσα στα πανεπιστήμια, όχι μόνο την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αλλά και κάθε άλλη κοινωνική θεώρηση της οικονομίας (δηλαδή ακόμη και αστικές εκδοχές της Πολιτικής Οικονομίας ή τον Κεϋνσιανισμό). Τα σημερινά ορθόδοξα Οικονομικά αποτελούν κυριολεκτικά ένα φονταμενταλισμό της οικονομίας της αγοράς, καθώς υποστηρίζουν με τυφλή θρησκευτική μανία την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς και την υποτιθέμενη υπερτερότητα του καπιταλιστικού συστήματος. Μάλιστα για να το κάνουν αυτό προσφεύγουν σε μαθηματικά υποδείγματα που βασίζονται σε εξαιρετικά μη-ρεαλιστικές υποθέσεις (τέλεια πληροφόρηση, ορθολογικές προσδοκίες κλπ.). Αποτελούν έτσι ένα σημαντικό ιδεολογικό στήριγμα της σύγχρονης επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία. Αυτός ο στρουθοκαμηλισμός των ορθόδοξων Οικονομικών έφθασε μάλιστα – μέσω αυτών των μη-οικονομικών μαθηματικών κατασκευών – να κηρύξει όχι μόνο την κατάργηση των οικονομικών κρίσεων αλλά ακόμη και το τέλος των οικονομικών κύκλων.

Ως γνωστόν, σύμφωνα με τα νεοκλασσικά Οικονομικά (δηλαδή τον σκληρό πυρήνα των ορθόδοξων Οικονομικών) – και αντίθετα με τον Κεϋνσιανισμό – το καπιταλιστικό σύστημα θεωρείται ένα τέλειο κατασκεύασμα που δεν μπορεί από μόνο του να μπει σε κρίση. Εάν εκδηλωθεί κρίση είναι γιατί κάποιοι παράγοντες παρεμποδίζουν ή/και παραμορφώνουν την «απρόσκοπτη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς». Τα σημερινά ορθόδοξα Οικονομικά προχώρησαν παραπέρα και ουσιαστικά εξήγγειλαν ότι οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν δημιουργήσει «έναν ωραίο κόσμο, όμορφο, αγγελικά πλασμένο» που πλέον δεν ταλανίζεται ούτε καν από κυκλικές διακυμάνσεις (υφέσεις, ανόδους κλπ.) της οικονομίας.

Η εντελώς αναπάντεχη εμφάνιση της οικονομικής κρίσης ήρθε να γκρεμίσει όλο αυτό το προπαγανδιστικό οικοδόμημα και να γελοιοποιήσει τις πιο επίσημες προβλέψεις (π.χ. IMF World Outlook 2007 ότι η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει με ισχυρή μεγέθυνση το 2007 και 2008).

Όμως η αποτυχία αφορά επίσης και τον μειοψηφικό – και εν μέρει υπό διωγμό – κλάδο των αστικών Οικονομικών, τα ετερόδοξα Οικονομικά. Κατ’ αρχήν, όπως κάθε θρησκεία έχει τις αιρέσεις της (με τις οποίες όμως μοιράζεται βασικά στοιχεία) έτσι και κάθε θεωρητική ορθοδοξία έχει την ετεροδοξία της. Όμως, τα σημερινά ετερόδοξα Οικονομικά – σε αντίθεση με την κάθετη αντιπαράθεση του Κέυνςs με τα ορθόδοξα Οικονομικά της εποχής του – αποτελούν μία «σεμνή» αίρεση. Έτσι, παρόλο που επισήμανε αστάθειες και αδυναμίες του σύγχρονου καπιταλισμού (ιδιαίτερα την υπερβολική απόσυρση της κρατικής ρύθμισης καθώς και προβλήματα της πλευράς της ζήτησης) σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησαν σε κρίσιμα ζητήματα την ορθοδοξία. Έτσι, παρά την ενίσχυση τους τα τελευταία χρόνια (π.χ. με την έχουσα σαφή πολιτικο-επιστημονικά πρόσημα απονομή βραβείων Νόμπελ στους Στίγκλιτζ και Κρούγκμαν) δεν μπόρεσαν να προβλέψουν την κρίση.

Από την στιγμή που ξεσπά η κρίση τα αστικά Οικονομικά, και στις δύο εκδοχές τους, συνεχίζουν με εντυπωσιακό τρόπο τον στρουθοκαμηλισμό τους. Κατ’ αρχήν υπήρξε μία εσπευσμένη στροφή προς την ετεροδοξία και το φαιδρό φαινόμενο πολιτικών και οικονομολόγων που από διαπρύσιοι κήρυκες του νεοφιλελευθερισμού έγιναν εν μία νυκτί υπέρμαχοι του κρατικού παρεμβατισμού. Ταυτόχρονα όμως τόσο η ορθόδοξη όσο και η ετερόδοξη πλευρά φαίνονται να συγκλίνουν σε μία επίσης στρουθοκαμηλική ερμηνεία της κρίσης: το πρόβλημα δεν είναι οργανικό δημιούργημα του συστήματος αλλά παραγόντων που παραμόρφωσαν την ορθή του λειτουργία. Στις μεν ορθόδοξες εκδοχές έφταιγε η αβλεψία του κράτους (που δεν επέβαλε έγκαιρα ρυθμίσεις) και η απληστία της κερδοσκοπίας (τα golden boys). Στις ετερόδοξες αυτό διανθίζεται με την καταγγελία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που καλλιέργησε τα δύο προηγούμενα. Εάν διορθωθούν τα κακά το σύστημα θα επανέλθει σε έναν ανθόσπαρτο δρόμο.

Γι’ αυτό και από κοινού η κρίση θεωρείται ως απλά χρηματοπιστωτική, δηλαδή δεν ξεκίνησε από την λεγόμενη πραγματική οικονομία αλλά από τον φανταιζί – και επιρρεπή σε πλεονασμούς – κόσμο του χρήματος. Αυτό διευκολύνει για δύο λόγους. Πρώτον, εάν το πρόβλημα ξεκίναγε από την πραγματική οικονομία τότε θα ήταν πολύ πιο σοβαρό και ενδεχομένως να υποδείκνυε εγγενείς οργανικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Δεύτερον, είναι εύκολο έτσι να επιρριφθεί η ευθύνη σε ένα τμήμα του συστήματος και όχι στο σύνολο του. Έτσι θα βρεθεί ένας χρήσιμος αποδιοπομπαίος τράγος που θα δικαιολογήσει και την απαίτηση νέων, ακόμη πιο οδυνηρών θυσιών από την εργατική τάξη για την υπέρβαση της κρίσης.

Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι η κρίση ξεκίνησε σαν κρίση της αμερικανικής αγοράς στεγαστικής πίστης (κακά ενυπόθηκα δάνεια). Στη συνέχεια, λόγω της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, εξελίχθηκε σε κρίση του τελευταίου. Και ακολούθως ερωτάται ακόμη μέχρι σήμερα εάν η χρηματοπιστωτική κρίση θα περάσει στην πραγματική οικονομία. Η ερμηνεία αυτή έχει σοβαρά εμπειρικά προβλήματα. Κατ’ αρχήν, τα κακά ενυπόθηκα δάνεια υπολογίζονται στο 10-15% της αμερικανικής στεγαστικής πίστης, δηλαδή ένα όχι ιδιαίτερα σημαντικό μέγεθος. Μάλιστα η αμερικανική κτηματαγορά είχε περάσει ανώδυνα, πριν μερικά χρόνια, μία παραπλήσια κρίση. Το επιχείρημα ότι αυτό που σήμερα έκανε την διαφορά ήταν η μόχλευση (η ανεξέλεγκτη και με νέα συστήματα κερδοσκοπία) επίσης δεν ευσταθεί για δύο λόγους. Πρώτον, η μόχλευση προϋπήρχε και, δεύτερον, δούλεψε για ένα σημαντικό διάστημα χωρίς προβλήματα. Συνοψίζοντας, η αστική σκέψη δεν θέλει να δει το πρόβλημα στον σκληρό πυρήνα της καπιταλιστικής συσσώρευσης (στη σφαίρα της παραγωγής) γιατί αυτό θα συνεπάγεται ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς επιρρεπές σε κρίσεις και συνεπώς ξαναμπαίνει στην ατζέντα το αποδιοπομπαίο ζήτημα του σοσιαλισμού.

ΙΙ. Χρηματιστικοποίηση και υποκατανάλωση: η «κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» μέσα στην Αριστερά και στην Πολιτική Οικονομία

Όμως η οικονομική κρίση έρχεται να αναδείξει και σημαντικά προβλήματα μέσα στο χώρο της Αριστεράς και της Μαρξιστικής και Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας. Μεγάλο τμήμα τόσο των πολιτικών όσο και των επιστημονικών απόψεων διεθνώς ουσιαστικά ακολουθεί τις κυρίαρχες προβληματικές και συνοδοιπορεί ιδιαίτερα με τις ετερόδοξες εκδοχές τους. Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό και κάτω από το βάρος της οπισθοχώρησης του εργατικού κινήματος, υποδηλώνεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία ξεχωριστή επαναστατική πολιτική κατεύθυνση και μαρξιστική επιστημονική ερμηνεία. Αλλά αντίθετα πρέπει τόσο η πολιτική όσο και η επιστημονική προσέγγιση του κόσμου της εργασίας να υπαχθεί ως φτωχός συγγενής στις ετερόδοξες αστικές εκδοχές.

Αυτό είναι εξαιρετικά εμφανές στις ερμηνείες της κρίσης στο χώρο της Μαρξιστικής και Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας, όπου σήμερα κυριαρχούν δύο ερμηνείες της κρίσης. Η πιο δημοφιλής είναι ότι πρόκειται για κρίση της χρηματιστικοποίησης (financialisation). Η λιγότερο δημοφιλής υποστηρίζει ότι πρόκειται για κρίση υποκατανάλωσης. Μάλιστα η δεύτερη συνήθως συγχωνεύεται με την πρώτη (βλέπε την προσέγγιση του κύκλου της Monthly Review). Και οι δύο αυτές εκδοχές, παρά τον φαινομενικό καταγγελτισμό τους ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, καταλήγουν να υποκύπτουν στην γοητεία των κυρίαρχων αναλύσεων και απλά να τις αναπαράγουν με αριστερά πρόσημα. Πολύ περισσότερο όμως, ιδιαίτερα η πρώτη, αδυνατεί να δείξει ότι οι κρίσεις δεν είναι αποτέλεσμα αστοχίας πολιτικής αλλά οργανικό στοιχείο της καπιταλιστικής οικονομίας. Και συνεπώς, αλλαγές οικονομικών πολιτικών μπορεί να ξεπεράσουν μία συγκεκριμένη κρίση αλλά δεν πρόκειται ποτέ να εξαλείψουν τις κρίσεις.

Η ερμηνεία της υποκατανάλωσης εκφράζει μία παλιά παράδοση που φέρει τα αψεγάδιαστα επαναστατικά διαπιστευτήρια της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Η τελευταία θεώρησε εσφαλμένα ότι υπάρχει ένα λάθος στα σχήματα αναπαραγωγής του δευτέρου τόμου του Κεφαλαίου και προσπάθησε να το διορθώσει επικαλούμενη μία πασίγνωστη ρήση του Μαρξ σχετικά με τις κρίσεις και την αγοραστική δύναμη των εργατών. Κατά την ερμηνεία αυτή κάθε οικονομική κρίση προκύπτει από την αδυναμία της ζήτησης να καλύψει την προσφορά εμπορευμάτων λόγω ανεπάρκειας της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Συνεπώς θεωρεί ότι προκύπτει πρόβλημα πραγματοποίησης της αξίας (καθώς εμπορεύματα μένουν απούλητα) και κατά συνέπεια το σύστημα μπαίνει σε κρίση. Η προσέγγιση αυτή επικρίθηκε πολύ νωρίς και βάσιμα για μια σειρά σφάλματα. Μεταξύ αυτών το πιο κρίσιμο είναι ότι ακόμη και εάν υπάρχει ανεπάρκεια της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να καλυφθεί το έλλειμμα της ζήτησης είτε από τους καπιταλιστές είτε από την αύξηση του εργατικού δυναμικού (ακόμη και με μειούμενους μισθούς). Όσον αφορά δε την γνωστή ρήση του Μαρξ αγνοείται από τους μαρξιστές της υποκατανάλωσης ότι αυτή είναι μία απομονωμένη έκφραση ενώ υπάρχουν επίσης αρκετές άλλες που δηλώνουν ότι το να εντοπίζει κανείς την κρίση στην ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης είναι φαινομενολογία και δεν εξηγεί τον αιτιακό μηχανισμό της κρίσης. Τα προβλήματα με την προσέγγιση αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερα, μετά την διατύπωση της από την Λούξεμπουργκ που άλλωστε έμεινε πάντοτε πιστή στην επαναστατική προοπτική. Στις μετέπειτα εκδοχές της συνδέθηκε με την Κεϋνσιανή θεωρία (δηλαδή την αστική ετεροδοξία του μεσοπολέμου που μεταπολεμικά και μέχρι την δεκαετία του 1970 έγινε ορθοδοξία). Ένα κρίσιμο πόρισμα της είναι ότι εάν υπάρξει μία σχεδιασμένη καπιταλιστική διαχείριση της ζήτησης (π.χ. από το κράτος, όπως στις παλιότερες θεωρίες περί οργανωμένου καπιταλισμού) τότε το πρόβλημα των κρίσεων στον καπιταλισμό εξαλείφεται. Κατά συνέπεια το εργατικό κίνημα οδηγείται να συμπλεύσει με έστω φιλολαϊκίζουσες αστικές πολιτικές μεταθέτοντας τους επαναστατικούς του στόχους σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον. Όπως όμως έδειξε η κρίση του 1973-75, που ξέσπασε μετά από μία μακρά περίοδο Κεϋνσιανών πολιτικών, ούτε οι οικονομικές κρίσεις εξοβελίσθηκαν ούτε η αντιμετώπιση τους μέσω της ενίσχυσης της ζήτησης είναι πανάκεια. Και τα δύο αυτά στοιχεία διαψεύδουν την ερμηνεία της υποκατανάλωσης.

Όσον αφορά την σημερινή κρίση η υποκαταναλωτική ερμηνεία αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα. Πρώτον, παραγνωρίζει ότι πριν από το ξέσπασμα της κρίσης στην αμερικάνικη οικονομία υπήρχε ενίσχυση της κατανάλωσης έστω μέσω της πιστωτικής επέκτασης. Δεύτερον, καταλήγει να στοιχίζεται εκόντως – ακόντως πίσω από νεο-κεϋνσιανίζουσες πολιτικές διαχείρισης της ενεργούς ζήτησης (π.χ. χαλάρωση νομισματικής πολιτικής και επιπλέον δημοσιονομικό πακέτο Ομπάμα [σε αντίθεση με την ΕΕ]) ακόμη και όταν καταγγέλλει αδύναμα την ξεδιάντροπη στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα προβλήματα αυτά έχουν οδηγήσει τους πιο σοβαρούς εκφραστές της υποκαταναλωτικής ερμηνείας στην σύζευξη της με την πιο δημοφιλή ερμηνεία της χρηματιστικοποίησης.

Η ερμηνεία ότι η τρέχουσα κρίση είναι απότοκος της χρηματιστικοποίησης του σύγχρονου καπιταλισμού είναι η πιο δημοφιλής και ταυτόχρονα η πιο ολισθηρή προσέγγιση. Προβάλλει ιδιαίτερα τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και του χρήματος υποστηρίζοντας ότι ο δομικός ρόλος του τελευταίου έχει αυξηθεί και καταλήγει, ρητά είτε άρρητα, ότι αυτό έχει δημιουργήσει ένα «νέο καπιταλισμό» διαφορετικό από αυτόν που γνωρίζουμε. Αυτή η έμφαση στο ρόλο του χρήματος κάνει την ερμηνεία αυτή να έχει άλλοτε προφανείς και άλλοτε υποδόριες επαφές με τις μετα-κεϋνσιανές νομισματικές θεωρίες. Στο εμπειρικό επίπεδο ξεκινά από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η σφαίρα του χρηματοπιστωτικού συστήματος είχε διογκωθεί υπέρμετρα σε σχέση με το παραγωγικό κεφάλαιο. Ξεχνά βέβαια ότι αυτό δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο αλλά είναι συνηθισμένο σε περιόδους κυοφορίας της κρίσης. Υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές που κοινή συνισταμένη τους είναι ότι η σημερινή κρίση δεν είναι μία κρίση α-λα-Μαρξ (δηλαδή που ξεκινά από την σφαίρα της παραγωγής) αλλά μία κρίση που ξεκινά από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Σε αυτό συμφωνούν πλήρως με τις αστικές ερμηνείες. Είναι γεγονός, και ο Μαρξ και ο Μαρξισμός γνωρίζουν πολύ καλά, ότι υπάρχουν πράγματι κρίσεις που ήταν καθαρά χρηματοπιστωτικές ή ξεκίνησαν σαν τέτοιες και μετά επηρέασαν την πραγματική οικονομία. Όμως εάν η σημερινή κρίση είναι πράγματι τόσο βαθειά όσο και οι οπαδοί της χρηματιστικοποίησης επαγγέλλονται τότε δεν μπορεί να είναι μία τέτοιου τύπου κρίση. Δεν μπορεί δηλαδή να μην εδράζεται στην πραγματική συσσώρευση του κεφαλαίου.

Η ερμηνεία της χρηματιστικοποίησης υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές. Η παλιότερη ίσως είναι αυτή του καπιταλισμού-καζίνο, που υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί και πλέον στο επίκεντρο δεν βρίσκεται ο βιομήχανος αλλά ο τραπεζίτης (εν τη ευρεία εννοία). Δηλαδή για συγκεκριμένους θεσμικούς και πολιτικούς λόγους μία μερίδα του κεφαλαίου που δρα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει ηγεμονεύσει πάνω στο κεφάλαιο που δρα στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας και καταφέρνει να απομυζά υπέρμετρα κέρδη από αυτό και ταυτόχρονα το οδηγεί στην επενδυτική ασφυξία. Πρόκειται για μία νεο-σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση με σαφή δάνεια από μετα-κεϋνσιανές θεωρίες που ανακαλύπτει νέους ραντιέρηδες (στην θέση είτε της γαιοκτησίας που πολέμησαν οι Σμιθ και Ρικάρντο είτε των ραντιέρηδων που πολέμησε ο Κέυνς). Καλεί δε το εργατικό κίνημα να συμμαχήσει με το παραγωγικό κεφάλαιο ενάντια στους τελευταίους. Η ερμηνεία αυτή αδυνατεί να εξηγήσει πως μπορεί να υπάρξει μακροχρόνια ένας τέτοιος καπιταλισμός εφόσον ο τόκος (χονδρικά το μερίδιο του χρηματικού κεφαλαίου) προέρχεται από την υπεραξία που εξάγεται από το παραγωγικό κεφάλαιο. Δηλαδή πως μπορεί να επιβιώσει για δεκαετίες ένα σύστημα υπεξαίρεσης πλούτου που πνίγει την μηχανή που τον παράγει. Επιπλέον, η θεωρία αυτή αδυνατεί να εξηγήσει τις πολλαπλές συμφύσεις του «παράσιτου» με το παραγωγικό κεφάλαιο και τις σοβαρές διευκολύνσεις που το πρώτο παρέχει στο δεύτερο.

Μία νεώτερη πιο εμβριθής εκδοχή υποστηρίζει ότι ο «νέος καπιταλισμός» χαρακτηρίζεται από την πλήρη αυτονόμηση του χρηματικού κεφαλαίου. Το τελευταίο δεν αντλεί πλέον τα εισοδήματα του από την αναδιανομή της υπεραξίας που εξάγει το παραγωγικό κεφάλαιο αλλά εκμεταλλεύεται το ίδιο κατευθείαν τους εργαζόμενους. Επιδίδεται δηλαδή σε μία «χρηματική εκμετάλλευση» ή «χρηματική ιδιοποίηση» που δεν διαφέρει από την τοκογλυφία. Μάλιστα υποστηρίζεται ότι ο νέος αυτός τύπος χρηματικού κεφαλαίου έχει συστηματικά μεγαλύτερα ποσοστά κερδοφορίας από το παραγωγικό και εμπορικό κεφάλαιο. Κατά τα άλλα, όσον αφορά την εξήγηση του μηχανισμού της σημερινής κρίσης η θεωρία αυτή ακολουθεί την πεπατημένη των μετα-κεϋνσιανών νομισματικών θεωριών (ιδιαίτερα της παράδοσης του Μίνσκυ) και φυσικά αποφαίνεται ότι δεν πρόκειται για μία κρίση α-λα-Μαρξ. Αυτή η εκδοχή ενός νεο-τοκογλυφικού χρηματικού καπιταλισμού έχει επίσης σοβαρά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα. Όσον αφορά την ανάλυση αρνείται την μαρξιστική θεωρία για τον τρόπο λειτουργίας του χρηματεμπορικού και του τοκοφόρου κεφαλαίου και ουσιαστικά δημιουργεί ένα νέο τύπο τοκογλυφικού χρηματικού κεφαλαίου που όμως μάλλον απέχει δραματικά από την πραγματικότητα. Επίσης η θέση ότι αυτό το νέο χρηματικό κεφάλαιο δεν υπόκειται μακροχρόνια στην διαδικασία εξίσωσης του ποσοστού κέρδους είναι επίσης μη-ρεαλιστική. Αλλά πάνω απ’ όλα η ερμηνεία αυτή δίνει την εικόνα ενός καπιταλισμού που στο κέντρο του δεν είναι η σχέση πληρωμένου – απλήρωτου χρόνου στην σφαίρα της παραγωγής (δηλαδή η υπεραξία) αλλά μία τοκογλυφική υπεξαίρεση στην σφαίρα της κυκλοφορίας. Είναι γεγονός ότι βραχυχρόνια τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος μπορούν να λειτουργήσουν τοκογλυφικά. Όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει μακροχρόνια και δομικά γιατί πλέον δεν μιλά κανείς για καπιταλισμό αλλά για κάτι άλλο το οποίο μάλλον περί επιστημονικής φαντασίας πρόκειται. Πολιτικά αυτή η ερμηνεία πάσχει επίσης από τα προαναφερθέντα προβλήματα. Πίσω από ενδεχόμενες φωνακλάδικες καταγγελίες των τοκογλύφων χρηματιστών – που άλλωστε ακόμη και ακροδεξιά μικροαστικά κόμματα δεν έχουν πρόβλημα να εκφωνήσουν – αδυνατεί να βάλει στο επίκεντρο την ουσιαστική εκμετάλλευση των εργαζομένων και να συμβάλλει σε μία κατεύθυνση επαναστατικής αντιμετώπισης της κρίσης.

ΙΙΙ. Για μια Μαρξιστική ερμηνεία της κρίσης: κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και πλασματικό κεφάλαιο

Η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία έχει να προσφέρει μία ερμηνεία της σημερινής κρίσης που και πιο ρεαλιστική είναι και συμβάλλει στην κατεύθυνση επαναστατικής αντιμετώπισης της κρίσης. Αυτή βασίζεται τόσο στα Μαρξικά κείμενα (και ιδιαίτερα σε αυτό που ο Κάρολος Μαρξ θεωρούσε τον θεμελικό νόμο λειτουργίας του καπιταλισμού, την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους) όσο και στη σύγχρονη αναδιατύπωση τους από την θεωρία της Πτωτικής Τάσης του ποσοστού κέρδους λόγω ανόδου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (όπου κρίσιμο ρόλο έπαιξε ο σύγχρονος της Λούξεμπουργκ μαρξιστής οικονομολόγος Χένρυκ Γκρόσμαν).

Η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που εγγενώς παράγει οικονομικές κρίσεις. Ο μηχανισμός που παράγει τις κρίσεις είναι κατά βάση ο ίδιος που παράγει- σε πιο ήπια μορφή – τις κυκλικές διακυμάνσεις που επίσης χαρακτηρίζουν το σύστημα. Η όξυνση των κρισιακών τάσεων τροποποιεί δραστικά τους οικονομικούς κύκλους και οδηγεί στις κρίσεις. Ο μηχανισμός αυτός – αντίθετα με τις αιτιάσεις ριζοσπαστικών και νέο-μαρξιστικών ρευμάτων – είναι επίσης κατά βάση ο ίδιος σε όλα τα στάδια ιστορικής εξέλιξης του καπιταλισμού, καθώς απορρέει από τον θεμελιώδη γονότυπο του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι τα διάφορα ιστορικά στάδια δεν διαφοροποιούν πλευρές του ούτε ότι κάθε κρίση είναι πανομοιότυπη. Αντιθέτως, σημαίνει ότι ο βασικός αιτιακός μηχανισμός είναι ο ίδιος αλλά διαφοροποιείται επιμέρους σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική περίπτωση.

Κωδικά, τα βασικά στοιχεία της θεωρίας της κρίσης είναι τα ακόλουθα. Πρώτον, η κρίση γεννιέται από την ίδια την φυσιολογική λειτουργία του συστήματος. Είναι η υπερβολική επιτυχία του (υπερσυσσώρευση κερδών και άρα κεφαλαίου) που οδηγεί στην αποτυχία του (αδυναμία επαρκώς κερδοφόρων επενδύσεων). Δεύτερον, η κρίση θα προκύψει ακόμη και όταν η εργατική τάξη είναι εντελώς παθητική. Τρίτον, η κρίση γεννιέται στον σκληρό πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος, στη σφαίρα της παραγωγής, και μεταφέρεται στις άλλες οικονομικές σφαίρες (κυκλοφορία, διανομή). Τέταρτον, η κρίση είναι μέσο ανάταξης του προβλήματος μέσω της διαλεκτικής της καταστροφής (απαξίωση παραγωγ. δυνάμεων) και της ανοικοδόμησης. Πιο συγκεκριμένα, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ατομικών κεφαλαίων (και η αναζήτηση από αυτά πρόσθετων {μεγαλύτερων από τα κανονικά} κερδών) οδηγεί σε τεχνολογικές αλλαγές που αυξάνουν την χρήση μέσων παραγωγής και εξοικονομούν εργατικό δυναμικό, δηλαδή αυξάνουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου (ΟΣΚ). Η διαδικασία αυτή αυξάνει την συσσώρευση του κεφαλαίου. Για όσο καιρό κάποια κεφάλαια είναι καινοτόμα έναντι των άλλων τότε πράγματι αντλούν πρόσθετα κέρδη. Όταν όμως η τεχνολογική καινοτομία γενικευθεί (είτε μέσω της εξάλειψης των ανταγωνιστών είτε επειδή οι τελευταίοι τα αντιγράφουν) τότε όχι μόνον εξαλείφονται τα πρόσθετα κέρδη αλλά το νέο γενικό μέσο ποσοστό κέρδους είναι χαμηλότερο από πριν. Αυτό γιατί το ποσοστό κέρδους επηρεάζεται θετικά από το ποσοστό υπεραξίας (τον δείκτη εκμετάλλευσης της εργασίας) και αρνητικά από την ΟΣΚ. Εφόσον ενισχύεται η ΟΣΚ τότε μειώνεται το ποσοστό κέρδους. Η μείωση του ποσοστού κέρδους, με μία χρονική υστέρηση, μειώνει την μάζα των κερδών και αυτό βάζει την οικονομία σε μία κρισιακή τροχιά (δηλαδή στασιμότητα επενδύσεων και εν τέλει αποεπένδυση) και η διαδικασία της συσσώρευσης διακόπτεται. Μόνο όταν αυτή η διαδικασία απαξίωσης κεφαλαίου και παραγωγικών δυνάμεων προχωρήσει αρκετά μπορεί ξανά το σύστημα να ξαναρχίσει την συσσώρευση. Δηλαδή η συσσώρευση κερδών οδηγεί στην υπερσυσσώρευση και αυτή εν τέλει στο μπλοκάρισμα της συσσώρευσης. Φυσικά, αυτή είναι μία μακροχρόνια διαδικασία και δεν εκτυλίσσεται σε μία αλλά σε πολλές διαδοχικές φάσεις και αυτό γιατί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους συνυπάρχει και είναι σε διαρκή διαπάλη με μία σειρά αντεπιδρώσες τάσεις (οικονομίες στην χρήση σταθερού κεφαλαίου, ανάδυση νέων σφαιρών παραγωγή όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι χαμηλότερη (π.χ. λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή νέοι κλάδοι), εντατικοποίηση της παραγωγής, εισαγωγές φθηνών εισροών και συμπίεση των μισθών κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης). Χονδρικά, αυτές οι αντεπιδρώσες τάσεις κατατάσσονται σε αυτές που αυξάνουν την εκμετάλλευση της εργασίας (και άρα το ποσοστό υπεραξίας) και αυτές που εξοικονομούν σταθερό κεφάλαιο (με κάποιες να επιτυγχάνουν και τα δύο).

Η θεωρία αυτή έχει εμπειρικά τεκμηριωθεί από πολλές σύγχρονες μελέτες ιδιαίτερα για την κρίση του 1973 (καθώς τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία για προηγούμενες περιόδους είναι ανεπαρκή). Έχει δηλαδή δειχθεί ότι ήταν η άνοδος της ΟΣΚ που οδήγησε στην πτώση της κερδοφορίας και εν τέλει στην κρίση. Το ίδιο δείχνουν και μελέτες για την κρίση που εκτυλίσσεται σήμερα.

Η σημερινή κρίση είναι κατά κάποιο τρόπο συνέχεια της μεγάλης δομικής κρίσης του 1973-75. Η τελευταία, που η κυοφορία της είχε αρχίσει ενωρίτερα, έβαλε τέρμα στην «χρυσή εποχή» καπιταλιστικής συσσώρευσης της προηγούμενης εικοσαετίας. Το καπιταλιστικό σύστημα μπήκε σε μία περίοδο «ισχνών αγελάδων» (ασταθούς και με χαμηλές επιδόσεις αναπαραγωγής του) ενώ το ποσοστό κέρδους μετά την κρίση έπεσε περίπου στο μισό αυτού που ήταν προηγουμένως. Για να υπερβεί την κρίση το κεφάλαιο προχώρησε αρχικά σε αποτυχημένες δεξιές κεϋνσιανές πολιτικές. Αμέσως μετά, από την δεκαετία του 1980, προχώρησε σε δραστικότερες αναδιαρθρώσεις πρώτα με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές κλειστής οικονομίας (τον μονεταρισμό) και στη συνέχεια με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ανοικτής οικονομίας (την λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση»). Σήμερα τέλος, ήδη πριν την κρίση, φαίνεται να κυοφορούνται νέες σοσιαλφιλελεύθερες πολιτικές.

Οι καπιταλιστικές αυτές αναδιαρθρώσεις είχαν σαν αποτέλεσμα μία σχετικά αναιμική ανάκαμψη της κερδοφορίας και εν τέλει της συσσώρευσης. Αυτή βασίσθηκε ιδιαίτερα στην αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτή προωθήθηκε (α) με την μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης, (β) την εντατικοποίηση της εργασίας αλλά και (γ) την για πρώτη φορά μετά τις αρχές του 20ου αι. αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας (που σήμαινε αύξηση του απλήρωτου χρόνου εργασίας, δηλαδή ενίσχυση της διαδικασίας εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας). Ταυτόχρονα όμως δεν επιτεύχθηκε ούτε μία επαρκής απαξίωση κεφαλαίων ούτε ριζικές αλλαγές στην τεχνολογία και στην οργάνωση της παραγωγής (παρά τις πλήρως διαψευσθείσες εξαγγελίες περί «νέας οικονομίας» της πληροφορικής).

Αυτή η αναιμική ανάκαμψη πέρασε από μία σειρά κυκλικές διακυμάνσεις που σημαδεύθηκαν επίσης από αντίστοιχες περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές κρίσεις (πχ. κραχ του 1987, συναλλαγματικές κρίσεις της δεκαετίας του 1990). Ιδιαίτερα σημαδεύθηκε από μία καθοδική φάση την περίοδο 2000-2003 που ακολουθήθηκε από μία ανάκαμψη το 2003-2007. Ήδη, όμως, μετά την ύφεση του 2000-3 τα σημεία κάμψης της αύξησης του ποσοστού υπεραξίας και συνεπώς της δυνατότητας αντιρρόπησης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους άρχισαν να γίνονται εμφανή. Έτσι ήδη από το 2005-6 ο ρυθμός μεγέθυνσης της αμερικάνικης οικονομίας αρχίζει να λαχανιάζει ενώ από το 2004 υπάρχει κάμψη του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (που εμπεριέχει στοιχεία της αύξησης της εκμετάλλευσης).

Εμπρός στην κατάσταση αυτή το σύστημα, ήδη από το 2000, καταφεύγει στη φυγή προς τα μπροστά: το χρηματοπιστωτικό σύστημα τροφοδοτεί με ρευστότητα το σύστημα και άρα δημιουργεί επενδύσεις και κατανάλωση με στοιχήματα στο μέλλον (τόσο από τους καπιταλιστές [πλασματικό κεφάλαιο, δηλ. στοίχημα σε μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία] όσο και από τα λαϊκά στρώματα [υπερδανεισμός]). Αυτό συνεπάγεται πράγματι μία επιπλέον διόγκωση του χρηματικού κεφαλαίου που όμως ταυτόχρονα μετέθεσε στο μέλλον τα προβλήματα της πραγματικής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η ανάπτυξη του πλασματικού κεφαλαίου οδήγησε, μέσω της μόχλευσης (τα νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα) σε «φούσκες» και συνεπώς η υπερσυσσώρευση επιδεινώθηκε. Όλο αυτό το «τρελό τσίρκο» όμως άντεχε όσο μπορούσε να αυξάνει η εκμετάλλευση της εργασίας. Αυτό πήρε την μορφή παροχής ολοένα και περισσότερου απλήρωτου χρόνου με αντάλλαγμα την διατήρηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Δηλαδή, οι εργαζόμενοι αύξαναν τον χρόνο εργασίας τους (αυξάνοντας δυσανάλογα το απλήρωτο τμήμα του) για να μπορέσουν να διατηρήσουν την αγοραστική τους δύναμη. Από την στιγμή που αυτή η διαδικασία αύξησης της υπεραξίας άρχισε να λαχανιάζει (όπως ήταν αναμενόμενο γιατί για να μπορεί το ποσοστό υπεραξίας να αντιρροπεί την αύξηση της ΟΣΚ πρέπει να αυξάνει με ολοένα και επιταχυνόμενους ρυθμούς που καταντούν στο τέλος εξωπραγματικοί) τότε κατέρρευσαν τα «στοιχήματα». Οι προσδοκίες για αυξανόμενη μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία από επιχειρηματικά σχέδια κατέρρευσε και ταυτόχρονα κατέρρευσε η ικανότητα των εργαζομένων να διατηρούν μέσω δανεισμού το επίπεδο διαβίωσης τους. Ήταν ο συνδυασμός αυτός που οδήγησε, που ξεκίνησε από την σφαίρα της παραγωγής, που έκανε ένα υπό άλλες συνθήκες ασήμαντο πρόβλημα στεγαστικής πίστης να λειτουργήσει σαν θρυαλλίδα. Η κατάρρευση των «στοιχημάτων» ξεκίνησε από την αδυναμία του παραγωγικού κεφαλαίου να εξάγει υπεραξία με τους απαιτούμενα γοργούς ρυθμούς. Αυτό έθιξε άμεσα το πράγματι αφύσικα ψηλά μερίδιο υπεραξίας που αναδιανέμονταν προς το χρηματικό κεφάλαιο. Και αυτό οδήγησε στην χρεοκοπία χρηματοπιστωτικών οργανισμών που με την σειρά τους επιδείνωσαν την κατάσταση των παραγωγικών επιχειρήσεων.

Συνεπώς, η κρίση ξεκίνησε από το παραγωγικό κεφάλαιο, εκφράσθηκε σαν κρίση στεγαστικής πίστης, μεταφέρθηκε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και πλέον επιστρέφει για να επιτείνει την κρίση του παραγωγικού κεφαλαίου. Η κρίση δεν πήρε την μορφή που έχει από την αυτονόμηση του χρηματικού κεφαλαίου αλλά ακριβώς αντίθετα επειδή το χρηματικό κεφάλαιο (και ιδιαίτερα οι πλασματικές δραστηριότητες του) είναι πάντα εν τέλει δέσμιο του παραγωγικού κεφαλαίου. Η δράση αυτή του χρηματικού κεφαλαίου διευκόλυνε κατ’ αρχήν το παραγωγικό κεφάλαιο καθώς ετεροχρόνισε την επαπειλούμενη κρίση. Όμως τελικά ο ετεροχρονισμός της κρίσης οδήγησε, όταν αυτή αναπόφευκτα ξέσπασε, στο να πάρει ακόμη χειρότερες διαστάσεις.

IV. Η προοπτική της κρίσης και η ελληνική οικονομία

Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι η τρέχουσα κρίση δεν είναι μία απλή χρηματοπιστωτική κρίση αλλά μία κανονική και μάλιστα βαθειά κρίση της καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι θα έχει και διάρκεια και σοβαρές επιπτώσεις. Μάλιστα, η Μαρξιστική οικονομική ανάλυση γνωρίζει καλά – σε αντίθεση με τα αστικά Οικονομικά – ότι μία κρίση έχει σχεδόν πάντα τόσο ένα μακρύ διάστημα κυοφορίας όσο και ένα εξίσου μακρύ διάστημα μεθεορτίων. Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ πιθανό τα δραστικά μέτρα τα οποία παίρνουν οι αστικές κυβερνήσεις – και ιδιαίτερα η αμερικανική – να καταφέρουν να αναστρέψουν την κατάσταση. Ιδιαίτερα τα τεράστια ποσά που ρίχνονται για να στηρίξουν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις μπορεί να καταφέρουν να μπαλώσουν, τουλάχιστον προσωρινά, τα προβλήματα. Όμως τα κονδύλια αυτά πρέπει να καλυφθούν με κάποιο τρόπο αλλιώς θα καταλήξουν σε πληθωρισμό και νέα προβλήματα. Ο πιο πρόσφορος τρόπος κάλυψης τους είναι μία επανεκκίνηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και μάλιστα με ταχύρρυθμη και υψηλή κερδοφορία. Στο βαθμό που δεν φαίνονται στον ορίζοντα κάποιες ριζικές τεχνολογικές καινοτομίες (και όχι τα πράσινα άλογα της «πράσινης οικονομίας») τότε ο μόνος δρόμος γι’ αυτό είναι μία δραματική αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Κάτι τέτοιο όμως διακινδυνεύει να ξυπνήσει τον κοιμισμένο γίγαντα και να κάνει τον 21ο αιώνα ακόμη πιο επικίνδυνο για το κεφάλαιο από όσο υπήρξε ο 20ος.

Είναι ενδιαφέρουσες οι αστικές προβληματικές σχετικά με το ζήτημα αυτό. Συνήθως διατυπώνονται τρία σενάρια σχετικά με τις άμεσες προοπτικές της κρίσης. Το πιο αισιόδοξο είναι ήδη ξεπερασμένο καθώς θεωρούσε ότι μέχρι τον Ιούνιο (ή έστω τα τέλη του 2009) θα έχουν εκκαθαρισθεί οι μη-βιώσιμες επιχειρήσεις και η συσσώρευση κεφαλαίου θα επανέλθει δριμύτερη. Το ενδιάμεσο σενάριο υποστηρίζει ότι η οικονομική δυσπραγία θα διαρκέσει τουλάχιστον δύο χρόνια. Τέλος το πιο απαισιόδοξο μιλά για μία παρατεταμένη οικονομική δυσπραγία που θα σημαίνει βαθιά ύφεση ή και κρίση.

Επίσης σχετικά με το τελευταίο ζήτημα έχει ενδιαφέρον η αντιπαράθεση μεταξύ του Κρούγκμαν και των Εϊχενγκριν και Ο’ Ρουρκ. Ο πρώτος, εξετάζοντας τα αμερικανικά στοιχεία και συγκρίνοντας με την κρίση του 1930, αποφαίνεται ότι η σημερινή είναι μία μεγάλη ύφεση αλλά όχι μία κρίση. Αντιθέτως, οι δεύτεροι, εξετάζοντας διεθνή στοιχεία και συγκρίνοντας επίσης με την κρίση του 1930, δείχνουν ότι ο ρυθμός μείωσης βασικών δεικτών της οικονομίας σήμερα είναι ακόμη μεγαλύτερος απ’ ότι στην κρίση του 1930. Και συνεπώς συμπεραίνουν ότι πρόκειται για μία μεγάλη κρίση.

Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό η ελληνική οικονομία αποτελεί κυριολεκτικά μία «ανοχύρωτη πόλη». Στο ξεκίνημα της κρίσης ο αστικός στρουθοκαμηλισμός πέτυχε στην χώρα μας πιθανά το μεγαλύτερο ρεκόρ καθώς και οι δύο πλευρές του δικομματισμού διαβεβαίωναν ότι η αμερικανική κρίση δεν αφορά την ελληνική οικονομία καθώς (α) το τραπεζικό σύστημα δεν είχε εμπλακεί πολύ στην μόχλευση και (β) οι ελληνικές εξαγωγές στις ΗΠΑ είναι αμελητέες. Σύντομα όμως το τροπάριο άλλαξε. Η ελληνική οικονομία είναι πολλαπλώς εκτεθειμένη στην κρίση. Κατ’ αρχήν μέσω του χρηματιστηρίου όπου υπάρχουν μεγάλες ξένες επενδύσεις ιδιαίτερα στην μεγάλη κεφαλαιοποίηση. Αυτές έχουν ήδη αποχωρήσει, κατακρημνίζοντας την Σοφοκλέους, καθώς πάνε να καλύψουν τρύπες στις μητροπολιτικές τους εταιρείες. Δεύτερον, η συνολική κερδοφορία του ελληνικού καπιταλισμού βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό όλο το προηγούμενο διάστημα στην ιμπεριαλιστική οικονομική διείσδυση στα Βαλκάνια και σε άλλες ανατολικές χώρες. Σήμερα οι περισσότερες από αυτές είναι υπό κατάρρευση (π.χ. Ρουμανία, Ουκρανία) ή κινδυνεύουν σοβαρά με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν και τα ελληνικά κεφάλαια που έχουν επενδυθεί εκεί. Τρίτον, η κρίση που έχει έρθει ήδη στην Ευρώπη θίγει τις ελληνικές εξαγωγές εκεί. Τέταρτον, η παγκόσμια διάσταση της κρίσης θίγει ορισμένες κρίσιμες για τον ελληνικό καπιταλισμό δραστηριότητες (π.χ. ναυτιλία, τουρισμός).

Όμως υπάρχουν επίσης πολύ σημαντικοί εσωτερικοί λόγοι που έχουν κυοφορήσει την κρίση μέσα στην ελληνική οικονομία. Οι επιπτώσεις της κρίση του 1973 και η αναιμική ανάκαμψη μέσω των πολιτικών καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που αναλύθηκαν προηγουμένως αφορούν, και μάλιστα με το παραπάνω, την ελληνική οικονομία. Εδώ η κατάσταση επιδεινώθηκε με το περαιτέρω άνοιγμα της οικονομίας και την αφαίρεση εργαλείων οικονομικής πολιτικής που επέβαλλε η ένταξη στην ΕΟΚ αρχικά και στην ΟΝΕ στην συνέχεια. Έτσι η ελληνική οικονομία, πίσω από τους σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης κρύβει τα πήλινα πόδια της καθώς τα διαρθρωτικά προβλήματα της – και η ιδιαίτερα η υποβάθμιση του δευτερογενούς τομέα – την κάνουν εξαιρετικά αδύναμη. Γι’ αυτό άλλωστε οι ευρωπαίοι εταίροι του απαιτούν συνεχώς από τον ελληνικό καπιταλισμό ολοένα και δραστικότερες αλλαγές καθώς τον θεωρούν έναν από τους πιο αδύναμους κρίκους της ΕΕ.

Η Οικονομική κρίση και το χρέος των λαϊκών στρωμάτων

Η Οικονομική κρίση και το χρέος των λαϊκών στρωμάτων

Στ.Δ.Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1-12-2008

Η οικονομική κρίση – πρώτα και κύρια της πραγματικής οικονομίας και όχι απλά χρηματοπιστωτική όπως βαυκαλίζονται ακόμη αρκετοί επίσημοι κύκλοι – χτυπά ήδη την πόρτα της χώρας μας. Την βρίσκει κυριολεκτικά ανοχύρωτη καθώς οι πολιτικές όλων των μέχρι τώρα κυβερνήσεων οδήγησαν σε ευημερία των δεικτών αλλά όχι των πολιτών και ιδιαίτερα των λαϊκών στρωμάτων. Σε μεγάλο βαθμό αυτή η ευημερία των δεικτών βασίσθηκε στην αναδιανομή εισοδήματος από τα πιο φτωχά στρώματα στα πλουσιότερα.

Ιδιαίτερο ρόλο σε αυτή την αρνητική αναδιανομή εισοδήματος έπαιξαν οι τράπεζες. Με πλήρη κυβερνητική κάλυψη από τις κυβερνήσεις και του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, ήδη από πριν από την ένταξη στην ΟΝΕ, το πραγματικό επιτόκιο καταθέσεων ουσιαστικά μηδενίσθηκε ή και κινήθηκε σε αρνητικά επίπεδα (δηλ. το να καταθέτεις τα χρήματα σου στην τράπεζα σήμαινε ότι θα τα «ροκάνιζε» ο πληθωρισμός). Έτσι μεγάλος όγκος των λαϊκών αποταμιεύσεων εξωθήθηκε στο χρηματιστήριο και στα παρα-χρηματιστηριακά προϊόντα, που οι ίδιες οι τράπεζες αφειδώς προωθούσαν με ψευδέστατες διαφημίσεις και κρυφούς όρους. Η μεγάλη κλοπή του χρηματιστηρίου ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αρνητική αναδιανομή εισοδήματος. Όλα αυτά οδήγησαν σταδιακά σε μία αλματώδη αύξηση του δανεισμού των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων για να μπορέσουν να συντηρήσουν το επίπεδο διαβίωσης τους. Ο δανεισμός αυτός γίνεται κυριολεκτικά με τοκογλυφικούς όρους, καθώς τα επιτόκια χορηγήσεων (ιδιαίτερα σε καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες κλπ.) έχουν κρατηθεί μέχρι σήμερα – πάντα με πλήρη κυβερνητική συνέργια – σκανδαλωδώς ψηλά. Έτσι σήμερα τα χρέη ιδιαίτερα των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων αγγίζουν δυσθεώρητα επίπεδα και ένα μεγάλο ποσοστό τους αδυνατεί να καλυφθεί.

Η οικονομική κρίση επιδεινώνει ήδη την κατάσταση αυτή. Αφενός μεν οι τράπεζες, παρά τις μειώσεις των ρυθμιστικών επιτοκίων, έχουν ουσιαστικά ακριβύνει ακόμη περισσότερο τον δανεισμό. Αφετέρου εάν αρχίσουν χρεωκοπίες επιχειρήσεων και απολύσεις το πρόβλημα ιδιαίτερα των λαϊκών στρωμάτων θα γίνει εκρηκτικό. Το λιγότερο που μπορεί να απαιτηθεί είναι, αντί να δίνονται «εξαίφνης ανακαλυφθέντα» δισεκατομμύρια στους τραπεζίτες, να επωμισθούν επιτέλους και αυτοί μέρος του προβλήματος που έχουν δημιουργήσει. Τα αιτήματα για «πάγωμα» όλων δανείων των λαϊκών στρωμάτων, διακοπή κάθε κατάσχεσης τ περιουσιακών στοιχείων των εργαζομένων από χρέη στεγαστικών δανείων για κύρια κατοικία και κατάργηση του ανατοκισμού σε όλα τα δάνεια είναι πιο επίκαιρα παρά ποτέ. Τα μέτρα αυτά θα ανακουφίσουν την μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία του λαού μας που αποτελεί άλλωστε την βασική παραγωγική δύναμη της χώρας.

Και ξαφνικά ανακαλύφθηκε η κρίση

Και ξαφνικά ανακαλύφθηκε η κρίση

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 2-11-2008

Είναι πραγματικά τραγελαφικό το πώς όλοι αυτοί, πολιτικό υπηρετικό προσωπικό του συστήματος και θεωρητικοί κονδυλοφόροι, που μέχρι πριν λίγο αμέριμνοι έπαιζαν με την οικονομία (στην πλάτη της εργατικής τάξης) ξαφνικά αρχίζουν να τρέχουν πανικόβλητοι φωνάζοντας «κρίση». Εκεί που τα διεθνή κέντρα του συστήματος, μέχρι πριν λίγο διαβεβαίωναν ότι το πρόβλημα είναι ελεγχόμενο, τώρα ξαφνικά εξαγγέλλονται σχέδια επί σχεδίων εκτάκτου ανάγκης, με αμελητέα συνήθως αποτελέσματα. Ακόμη και στα καθ’ υμάς εκεί που ιδιαίτερα οι δύο μεγάλες κυρίες του δικομματισμού διαβεβαίωναν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα στην ελληνική οικονομία, ξαφνικά ένας πανικός έχει καταλάβει τους ιθύνοντες.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι περίεργο. Πριν από όλες σχεδόν τις μεγάλες κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος οι ιθύνοντες κύκλοι του – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που συνήθως θεωρούνται αρχικά «περίεργοι» και μετά αναγορεύονται σε μεσσίες – κυριολεκτικά μεθυσμένοι από την αύξουσα συσσώρευση του κεφαλαίου εξορκίζουν την κρίση. Συνήθως μάλιστα εξαγγέλλουν την οριστική (κάθε φορά) εξάλειψη της κρίσης από το καπιταλιστικό σύστημα. Στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα αυτό έγινε με τις θεωρίες περί σχεδιασμένου, κεϋνσιανού (κρατικο-μονοπωλιακού) καπιταλισμού. Στις τελευταίες δεκαετίες με την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, αυτό έγινε με τις τώρα αποκηρυγμένες θεωρίες περί «νέας οικονομίας». Και κάθε φορά η κρίση έρχεται να ξεσκίσει κυριολεκτικά αυτό τον χορό χρυσοκάνθαρων και να προσγειώσει στην σκληρή πραγματικότητα των εγγενών οργανικών προβλημάτων και αντιφάσεων του καπιταλιστικού συστήματος και ιδιαίτερα σε αυτό που πολύ καλά γνωρίζει η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία (και αντιστοίχως περίτρανα αγνοούν τα αστικά Οικονομικά): όσο επιταχύνεται ραγδαία η συσσώρευση του κεφαλαίου τόσο πιθανότερο είναι να προκύψει υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου (με αποτέλεσμα την αδυναμία επαρκούς κερδοφορίας).

Όμως ακόμη και όταν οι ψευδαισθήσεις καταρρέουν το σύστημα εξακολουθεί να παράγει μύθους: εν μέρει για να αποκοιμίσει τις λαϊκές μάζες και να τις πείσει για την βιωσιμότητα του και εν μέρει για να καταπραϋνει τα ατομικά κεφάλαια και να αποφύγει τα «ζωώδη ένστικτα» πανικού που τα καταλαμβάνουν σε περιόδους κρίσεις και που οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση της κρίσης.

Μύθος πρώτος: η κρίση είναι μόνο χρηματοπιστωτική και δεν έχει περάσει (τουλάχιστον ακόμα) στην πραγματική οικονομία. Κι όμως η κρίση έχει ξεκινήσει επειδή η καπιταλιστική συσσώρευση (στον παραγωγικό τομέα, που παράγει υπεραξία) έχει αρχίσει να παρουσιάζει σημεία κόπωσης. Μετά την μεγάλη δομική κρίση του 1973-5 ο καπιταλισμός, με διαδοχικά κύματα αναδιαρθρώσεων του, προσπάθησε να ανακάμψει την κερδοφορία του. Όλες σχεδόν αυτές οι αναδιαρθρώσεις βασίσθηκαν στην ραγδαία αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασίας (του ποσοστού υπεραξίας), οδήγησαν σε σημαντικές ανακάμψεις του ποσοστού κέρδους αλλά δεν μπόρεσαν να λύσουν το μακροχρόνιο δομικό πρόβλημα του συστήματος. Για να γίνει το τελευταίο δεν αρκεί μόνο η αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας αλλά απαιτείται η ριζική ανάταξη των πολιτικο-κοινωνικών συσχετισμών και της τεχνολογίας και της οργάνωσης της παραγωγής. Ιδιαίτερα μάλιστα απαιτείται η δραστική απαξίωση κεφαλαίων (ουσιαστικά η καταστροφή τους) έτσι ώστε το σύστημα να ξαναρχίσει τον κανονικό κύκλο της συσσώρευσης του από πιο μικρή αλλά συγχρόνως πιο υγιή βάση. Μέχρι σήμερα, τριάντα και πλέον χρόνια μετά την κρίση και παρά τις αναδιαρθρώσεις και την απάνθρωπη αύξηση της εκμετάλλευσης, το σύστημα δεν έχει μπορέσει να επιλύσει τα δομικά στοιχεία της κρίσης. Προφανής απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι δεν έχει μπορέσει να οικοδομήσει μία νέα «χρυσή εποχή» (μακρόχρονης, ομαλής και με υψηλούς ρυθμούς) συσσώρευσης, όπως τις αντίστοιχες 25ετίες στον 19ο και στον 20ο αιώνα. Δεν είναι περίεργο αυτό εάν σκεφθεί κανείς ότι η προηγούμενη δομική κρίση του συστήματος (αυτή στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα) χρειάσθηκε μία μεγάλη ενδιάμεση κρίση (αυτή του 1929-30) και δύο παγκόσμιους πολέμους για να μπορέσει να ξεπερασθεί.

Η κρίση επομένως έχει ξεκινήσει από την λεγόμενη «πραγματική οικονομία» καθώς το κεφάλαιο δεν μπορεί να διατηρήσει ανεβασμένα ποσοστά κερδοφορίας στον σημερινό βαθμό υπερσυσσώρευσης του. Το σύστημα προσπάθησε τουλάχιστον να καθυστερήσει το πρόβλημα με ένα κυριολεκτικά στρουθοκαμηλικό τρόπο. Η ανεξέλεγκτη επέκταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος – δηλαδή τα στοιχήματα σε μέλλουσα (και αβέβαια) να παραχθεί υπεραξία και η λειτουργία του πλασματικού κεφαλαίου – έδωσαν επιπλέον καύσιμα στο σύστημα και έσπρωξαν τα «σκουπίδια» κυριολεκτικά κάτω από το χαλί. Αυτό όμως είχε δύο βασικές παρενέργειες. Η πρώτη παρενέργεια ήταν ότι η οικονομική και πολιτική βαρύτητα του χρηματικού κεφαλαίου αυξήθηκε δυσανάλογα σε σχέση με το παραγωγικό κεφάλαιο με αποτέλεσμα το πρώτο να απομυζά δυσανάλογα μεγάλα μερίδια της υπεραξίας που υπεξαιρεί το δεύτερο. Όχι μόνον αυτό αλλά το δεύτερο άρχισε να μιμείται λειτουργίες του πρώτου. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της δημιουργίας χρηματοπιστωτικών τμημάτων από μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες. Η δεύτερη παρενέργεια ήταν ότι όσο συγκαλύπτονται τα δομικά προβλήματα τόσο αυτά συσσωρεύονται και συνεπώς κάθε επόμενη εμφάνιση τους είναι ακόμη πιο οδυνηρή και πιο ανυπέρβλητη από την προηγούμενη. Έτσι έγινε με τις διάφορες λεγόμενες «φούσκες», με πρώτη και καλύτερη αυτή της «νέας οικονομίας». Παρά τις προσπάθειες ελεγχόμενου ξεφουσκώματος τους, σχεδόν σε καμία περίπτωση η καταστροφή του κεφαλαίου δεν έφθασε στις πραγματικά απαιτούμενες διαστάσεις. Γι’ αυτό, όπως εξηγήθηκε σε προηγούμενο άρθρο («Ριζοσπάστης» 7/10/2007), όταν συνέτρεξαν ορισμένες προϋποθέσεις και ιδιαίτερα όταν ο ρυθμός αύξησης του ποσοστού εκμετάλλευσης άρχισε να ασθμαίνει στην αμερικάνικη οικονομία τότε η δυνατότητα του χρηματικού κεφαλαίου να απομυζά διογκωμένα μερίδια υπεραξίας ξαφνικά μπλοκαρίστηκε με αποτέλεσμα να αρχίσει το ντόμινο της κατάρρευσης της χρηματοπιστωτικής «μόχλευσης» (δηλαδή των διαδοχικών στοιχημάτων πάνω στις πλέον διαψευσθείσες προσδοκίες υπεξαίρεσης μελλοντικής υπεραξίας).

Συνεπώς η κρίση ξεκίνησε από την «πραγματική οικονομία» και εκδηλώθηκε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αυτό με την σειρά του επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κρίση στην «πραγματική οικονομία» καθώς δυσκολεύει την άντληση κεφαλαίων από το παραγωγικό κεφάλαιο και μειώνει την συνολική ζήτηση στην οικονομία.

Μύθος δεύτερος: για την κρίση φταίνε οι κερδοσκόποι (τα golden boys). Μάλιστα υπάρχει και η «αριστερή» (και πολύ δημαγωγικά καταγγελτική) παραλλαγή του περί «καπιταλισμού-καζίνο» και περί αντίθεσης μεταξύ των κερδοσκόπων και των «υγιών» καπιταλιστών. Είναι μία παραλλαγή στην οποία αρέσκονται, για εύλογους λόγους, οι διάφοροι παλιοί και νέοι (πολλές φορές «ριζοσπαστικοί») σοσιαλδημοκράτες. Ουδέν ψευδέστερο. Εάν δεν υπήρχε αυτή η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος τα προβλήματα της κρίσης θα είχαν εμφανισθεί πολύ νωρίτερα. Γι’ αυτό παραγωγικό και χρηματικό κεφάλαιο προχώρησαν χέρι-χέρι στις «φούσκες» της προηγούμενης περιόδου.

Μύθος τρίτος: η κρίση είναι αμερικανική αρρώστια ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ανοσοποιημένη από αυτή. Γι’ αυτό μάλιστα προβάλλεται ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός είναι «σοβαρότερος» από τον αμερικανικό. Και αυτός ο μύθος είναι προσφιλής στις διάφορες παραλλαγές της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι γεγονός ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχουν «επενδυτικές» τράπεζες όπως αυτές που κατέρρευσαν, απορροφήθηκαν ή αναγκάσθηκαν να μετατραπούν σε παραδοσιακές τράπεζες στις ΗΠΑ. Όμως, τον ρόλο αυτό παίζουν τμήματα των παραδοσιακών τραπεζών ενώ δεν σπανίζουν – το αντίθετο – οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί με καθαρά βραχυπρόθεσμο κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό άλλωστε και τα πρώτα «κανόνια» έπεσαν από ευρωπαϊκούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που είχαν εκτεθεί τόσο σε αμερικάνικα όσο και σε ευρωπαϊκά «τοξικά» προϊόντα.

Υπάρχουν όμως και οι εγχώριοι μύθοι. Υποστηρίζεται τόσο από πολιτικούς όσο και από οικονομικούς κύκλους ότι ο ελληνικός καπιταλισμός δεν κινδυνεύει γιατί το τραπεζικό σύστημα έχει μεγάλη καταθετική βάση και δεν εκτέθηκε στα «τοξικά» προϊόντα. Είναι γεγονός ότι το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει μάλλον καλύτερη καταθετική βάση καθώς επίσης και ότι άντλησε κέρδη από «μπίζνες στα Βαλκάνια» όλο το προηγούμενο διάστημα. Όμως από την άλλη οι διαδικασίες οικονομικού ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης κινδυνεύουν από το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις χώρες αυτές είναι υπερδανεισμένες. Είναι χαρακτηριστικά τα σημερινά προβλήματα της Ουγγαρίας και ιδιαίτερα της Ουκρανίας, όπου το ελληνικό κεφάλαιο έχει σημαντική παρουσία. Επίσης μπορεί το ελληνικό κεφάλαιο να μην έχει σημαντικές εξαγωγές στις ΗΠΑ, έχει όμως στην Ευρώπη. Και η τελευταία έχει ήδη αρχίσει να μπαίνει σε ύφεση και για λόγους οικονομικού κύκλου αλλά και γιατί αυτό επιδεινώνεται από την μείωση των ευρωπαϊκών εξαγωγών στις ΗΠΑ που είναι ήδη σε κατάσταση ύφεσης. Και επιπλέον το κεφάλαιο στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, αντλούσε μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης του από το χρηματιστήριο σε πιο φτηνούς όρους απ’ ότι από τις τράπεζες. Η Σοφοκλέους όμως ελέγχεται πλέον σε πολύ μεγάλο βαθμό από ξένους κεφαλαιούχους (ιδιαίτερα στην λεγόμενη υψηλή κεφαλαιοποίηση). Οι τελευταίοι, όπως ήδη έχουν κάνει αρκετές φορές προσφάτως, μόλις αντιμετωπίσουν προβλήματα στα μητροπολιτικά κέντρα τους ξεπουλούν στις περιφερειακές αγορές με αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση των τελευταίων, όπως χαρακτηριστικά έχει γίνει στη Σοφοκλέους. Αυτό βάζει σοβαρά προβλήματα στη χρηματοδότηση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Και το πιο σημαντικό είναι ότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού έχουν, σε μεγάλο βαθμό, βασισθεί στον υπερδανεισμό των λαϊκών και ιδιαίτερα των μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων. Ο δανεισμός αυτός γίνεται πλέον πολύ ακριβότερος και ταυτόχρονα πιο δυσεύρετος (οι λίστες αναμονής άλλωστε έχουν ήδη εμφανισθεί στο εξωτερικό). Ήδη οι δείκτες αδυναμίας αποπληρωμής χρεών έχουν κτυπήσει καμπανάκι. Επίσης κρίσιμοι κλάδοι, όπως ο κατασκευαστικός, σημειώνουν κατακόρυφη πτώση. Εάν συνυπολογισθούν και τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού (και ιδιαίτερα οι δομικές αδυναμίες της παραγωγικής βάσης του) τότε το μίγμα γίνεται εκρηκτικό. Και το πιο σημαντικό, ο ελληνικός καπιταλισμός είναι μάλλον από τους πρωτοπόρους τόσο στην ανεξέλεγκτη αύξηση της εκμετάλλευσης (ιδιαίτερα μέσω της αύξησης του απλήρωτου χρόνου εργασίας) όσο και στην αδυναμία ριζικής αναδιάρθρωσης και ελεγχόμενης απαξίωσης του κεφαλαίου. Για όλους αυτούς τους λόγους μάλλον εάν οι πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες «κρυολογήσουν» τότε ο ελληνικός καπιταλισμός «θα πάθει πνευμονία».

Υπάρχει άλλος ένας εγχώριος μύθος που καταρρίφθηκε πρόσφατα: η λιτότητα είναι αναγκαία γιατί δεν υπάρχουν χρήματα. Και όμως, μόλις χρειάσθηκε ανακαλύφθηκε ξαφνικά το δυσθεώρητο ποσό των 28 δις. ευρώ για να προστατευθούν οι τραπεζίτες. Μάλιστα το ποσό αυτό διατίθεται χωρίς καν να προβλέπεται η υπαγωγή αυτών των «νόμιμων ληστών» (που έχουν κερδοσκοπήσει αισχρά όλο το προηγούμενο διάστημα στην πλάτη του ελληνικού λαού) στον κρατικό έλεγχο ή να κρατικοποιηθούν. Και βέβαια ακόμη και οι σοσιαλδημοκράτες ή και οι «ριζοσπάστες αριστεροί» δεν τολμούν να ζητήσουν αυτό που οι πάλαι ποτέ μητροπόλεις του νεοφιλελευθερισμού (οι ΗΠΑ και η Βρετανία) έχουν ήδη κάνει. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξουν ξανά (όπως μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο) ψευδαισθήσεις για τον ρόλο του κράτους στον καπιταλισμό. Ακόμη και όταν το κράτος – στο ρόλο του σαν συλλογικού εκπροσώπου του κεφαλαίου – κρατικοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια το κάνει για να διασώσει το σύστημα. Συνήθως άλλωστε, αργά ή γρήγορα, τα ξαναδίνει σε ιδιώτες. Το ζητούμενο για τις δυνάμεις της εργασίας δεν είναι η με κρατική χείρα βοηθείας υπέρβαση της κρίσης ή έστω απάλυνση της αλλά το άνοιγμα της δυνατότητας ανατροπής ενός συστήματος που – είτε στις καλές εποχές του είτε στις κακές – μόνο πόνο και μιζέρια φέρνει για την μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία.

Χρηματοπιστωτική κρίση ή συνολική οικονομική κρίση;

Χρηματοπιστωτική κρίση ή συνολική οικονομική κρίση;

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ  7-10-2007

Από τα μέσα Αυγούστου το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι σε κατάσταση αναταραχής. Η θρυαλλίδα που την πυροδότησε ήταν η ξαφνική ανακάλυψη ότι έχουν αυξηθεί σημαντικά τα προβλήματα πληρωμής των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης στις ΗΠΑ. Τα δάνεια αυτά – τα λεγόμενα και δάνεια των φτωχών – τα παίρνουν άτομα με μικρό εισόδημα έχοντας προκαταβάλει πολύ μικρό ποσοστό της αξίας του ακινήτου που αγόρασαν (5% ή και λιγότερο). Τα δάνεια αυτά δίνονται με εγγύηση την αξία του ίδιου του ακινήτου και επίσης με υψηλότερα (και συνήθως κυμαινόμενα) επιτόκια λόγω χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας των δανειζομένων.

Μέχρι πρόσφατα τα φτωχότερα στρώματα στις ΗΠΑ μπορούσαν να χρηματοδοτούν την αποπληρωμή τέτοιων ακριβώς στεγαστικών δανείων για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί μέσω της αύξησης των ωρών εργασίας τους (οι ΗΠΑ είναι πρωταγωνιστής στην κούρσα αυτή τα τελευταία χρόνια), μπορούσαν να συμπληρώνουν το εισόδημά τους με επιπλέον εργασία. Φυσικά, για το κεφάλαιο αυτό είναι προσοδοφόρο καθώς οι επιπλέον ώρες εργασίας σε συνδυασμό με τη γενικότερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (που υπήρχε μέχρι πρόσφατα στην αμερικανική οικονομία και που όμως πρόσφατα δείχνει σημεία κάμψης) συμβάλλουν στην αύξηση της απλήρωτης σε σχέση με την πληρωμένη εργασία και συνεπώς δημιουργούν επιπλέον υπεραξία. Δεύτερον, μέχρι πρόσφατα οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν με αποτέλεσμα η εξυπηρέτηση των δανείων αυτών να γίνεται πιο εύκολη (καθώς έτσι λαμβάνονταν νέα δάνεια με καλύτερους όρους) και ακόμη και πολλοί να τα πωλούν και να αντλούν ποσά μεγαλύτερα από τα δάνεια τα οποία καταβάλλουν. Βέβαια, ακόμη και στην περίπτωση αυτή οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που τους είχαν δανείσει δε χάνουν καθώς τα δάνεια αυτά αποφέρουν πολύ υψηλούς τόκους και προμήθειες.

Το πρόβλημα στην αμερικανική αγορά αρχίζει να εμφανίζεται επίσης για δύο λόγους. Συνήθως οι επίσημοι αναλυτές εστιάζουν μόνο στον πρώτο, δηλαδή στην αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων από την FED όλο το προηγούμενο διάστημα που κάνει την αποπληρωμή των δανείων αυτών πιο δύσκολη. Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος που αφορά αυτό που στα αστικά Οικονομικά ονομάζεται «πραγματική οικονομία» ή για τον μαρξισμό αποτελεί το παραγωγικό κεφάλαιο. Φαίνεται ότι μετά από μία μακρά περίοδο καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που αύξησαν το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας δραματικά (με τη γρηγορότερη αύξηση του απλήρωτου σε σχέση με τον πληρωμένο χρόνο εργασίας), παρουσιάζονται σημεία κόπωσης. Είναι γεγονός ότι υπό δεδομένες κοινωνικές και τεχνολογικές συνθήκες, υπάρχουν σαφή όρια στο πόσο μπορεί να αυξηθεί ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας χωρίς να διακινδυνεύει η ίδια η αναπαραγωγή της και εν τέλει η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Μάλιστα, αρκετοί Αμερικανοί μαρξιστές οικονομολόγοι, σε διάφορες πρόσφατες εμπειρικές μελέτες, υποστηρίζουν ότι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ξαναρχίζει να ενισχύεται σε σχέση με τις αντίρροπες δυνάμεις της που κινητοποιήθηκαν από τις αναδιαρθρώσεις. Αυτό σε συνδυασμό με τα υψηλότερα επιτόκια – που ενώ ωφελούν το χρηματικό κεφάλαιο κάνουν πιο ακριβό το κόστος των επενδύσεων του παραγωγικού κεφαλαίου, το οποίο όμως δημιουργεί την υπεραξία και που μέρος της αναδιανέμεται στο χρηματικό κεφάλαιο – ενίσχυσαν τις τάσεις ύφεσης στην αμερικανική οικονομία με αποτέλεσμα τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της φετινής χρονιάς. Δηλαδή, το πρόβλημα στην κτηματαγορά προκύπτει γιατί συνολικά ο αμερικανικός καπιταλισμός ασθμαίνει και επομένως η εργατική τάξη και τα λαϊκά και μεσαία στρώματα δεν έχουν επαρκή εισοδήματα. Αυτό με τη σειρά του μείωσε τη ζήτηση για κατοικίες με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών τους, πράγμα που δυσκόλεψε τη φθηνή αναχρηματοδότηση των στεγαστικών δανείων.

Μέχρι εδώ τα πράγματα θα ήταν σχετικά απλά. Αλλωστε, κρίσεις σε κτηματαγορές έχουν υπάρξει ξανά και δεν επεκτάθηκαν στην υπόλοιπη οικονομία. Ομως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι έτσι. Στην τρέχουσα περίοδο η αμερικανική οικονομία βασίζεται ιδιαίτερα στην κατανάλωση (που βασικό της τμήμα είναι οι δαπάνες των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων). Οι στεγαστικές δαπάνες αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικότατο μερίδιο της κατανάλωσης. Συγχρόνως, η αμερικανική οικονομία αποτελεί σήμερα την ατμομηχανή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας καθώς οι εξαγωγές της Ευρώπης και της Απω Ανατολής απορροφούνται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ και χρηματοδοτούνται μέσω του φθηνού δανεισμού των ΗΠΑ κυρίως από τις χώρες της Απω Ανατολής (δηλαδή, με την αγορά αμερικανικών χρεογράφων ιδιαίτερα από τις κεντρικές τράπεζες των χωρών αυτών). Στο βαθμό που η αμερικανική κατανάλωση παρουσιάσει σημεία κάμψης, τότε θα παρουσιάσουν προβλήματα οι ευρωπαϊκές και απω-ανατολικές εξαγωγές και στη συνέχεια θα υπάρξουν ενδεχομένως προβλήματα και στη φθηνή δανειοδότηση των ΗΠΑ από τις χώρες της Απω Ανατολής. Σε μία τέτοια περίπτωση όλη η σημερινή παγκόσμια αρχιτεκτονική του καπιταλιστικού συστήματος θα κινδυνεύσει σοβαρά.

Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο επισφαλής και περίπλοκη από τη βαρύτητα που έχει αποκτήσει σήμερα το χρηματικό κεφάλαιο. Είναι σαφές ότι η κρίση στην αμερικανική κτηματαγορά έχει γίνει κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτό έγινε όχι μόνο γιατί κινδυνεύουν οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που έχουν δώσει τέτοια επισφαλή στεγαστικά δάνεια, τα οποία σημειωτέον είναι περίπου το 14% των στεγαστικών δανείων, αλλά γιατί με βάση αυτά τα δάνεια – και όχι μόνο το χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει ανοίξει πολλαπλασιαστικά μία σειρά από άλλες δραστηριότητες κερδοφορίας που τώρα με τη σειρά τους κινδυνεύουν. Πρόκειται δηλαδή για μία κατάσταση ντόμινο. Οι τράπεζες που εκδίδουν τα στεγαστικά δάνεια στη συνέχεια τα κάνουν ομόλογα και τα πωλούν σε κερδοσκοπικά κεφάλαια (και ιδιαίτερα τα λεγόμενα ταμεία αντιστάθμισης κινδύνου, τα γνωστά hedge funds). Τα δεύτερα τα αγοράζουν προσδοκώντας – μέσα από τους τίτλους αυτούς και τις αγοραπωλησίες τους ακόμη μεγαλύτερες αποδόσεις από τις αρχικές των στεγαστικών δανείων. Από την άλλη οι τράπεζες, με την πώληση των τίτλων αυτών αντλούν ρευστό με το οποίο εκδίδουν ακόμη περισσότερα στεγαστικά δάνεια. Με αυτό το γαϊτανάκι το χρηματικό κεφάλαιο κυνηγά ακόμη μεγαλύτερες αποδόσεις που όμως πιέζουν και τα λαϊκά εισοδήματα αλλά και το μερίδιο της υπεραξίας που καρπώνεται το παραγωγικό κεφάλαιο.

Από τη στιγμή όμως που παρουσιάστηκαν προβλήματα στα στεγαστικά δάνεια μειωμένης εξασφάλισης μία σειρά από τράπεζες έπαψαν να ρευστοποιούν τους τίτλους που είχαν πουλήσει στα κερδοσκοπικά κεφάλαια. Επιπλέον, προέκυψαν ανησυχίες και για την οικονομική κατάσταση όχι μόνο των κερδοσκοπικών οργανισμών αλλά και αρκετών τραπεζών (με πρόσφατη περίπτωση αυτή της αγγλικής Barclays). Αυτό είχε αποτέλεσμα οι τράπεζες να μη δανείζουν ούτε η μία την άλλη – όπως γίνεται όταν αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας – γεγονός που επιδείνωσε τα πράγματα. Ταυτόχρονα, έχουν επηρεαστεί σοβαρά οι διεθνείς κεφαλαιαγορές για δύο λόγους. Πρώτον, οι περισσότερες τράπεζες είναι εισηγμένες σε αυτές και μάλιστα με σημαντική βαρύτητα. Εάν όμως μία τράπεζα αντιμετωπίσει προβλήματα τότε ενδεχομένως κινδυνεύουν και μία σειρά από επιχειρήσεις (πολλές εκ των οποίων είναι επίσης εισηγμένες στα χρηματιστήρια) που αυτή έχει δανειοδοτήσει, ακόμη και εάν από μόνες τους δεν είχαν προβλήματα. Δεύτερον, το τελευταίο χρονικό διάστημα είχε υπάρξει μία άνοδος των χρηματιστηρίων λόγω ενός κύματος εξαγορών επιχειρήσεων τις οποίες πραγματοποιούσαν κερδοσκοπικοί οργανισμοί (και ιδιαίτερα τα hedge funds). Η χρηματοδότηση των τελευταίων είναι ανάλογη με αυτή των επισφαλών στεγαστικών δανείων, δηλαδή οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί δανείζονται από τις τράπεζες για να κάνουν εξαγορές και οι τράπεζες τιτλοποιούν και πωλούν τα δάνεια για να αντλήσουν ρευστό και να κάνουν επιπλέον δάνεια. Καθώς αυξάνεται η ανησυχία για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας το κύμα εξαγορών αναστέλλεται και οι τράπεζες γίνονται πιο επιφυλακτικές στις χρηματοδοτήσεις τους ενώ οι κερδοσκοπικοί οργανισμοί, που αυτοτροφοδοτούνταν μέσω των εξαγορών, αντιμετωπίζουν ένα επιπλέον πρόβλημα εκτός των επισφαλών στεγαστικών δανείων. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα είναι η αναταραχή και η νευρικότητα στα χρηματιστήρια.

Στο σημείο αυτό παρενέβησαν οι κεντρικές τράπεζες – ακριβώς στο ρόλο του κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή – μειώνοντας τα επιτόκια δανεισμού των τραπεζών που βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Είναι οξύμωρο το πώς όλοι αυτοί οι διαπρύσιοι κήρυκες της τέλειας και απρόσκοπτης λειτουργίας της αγοράς, μόλις η τελευταία διαψευστεί, επιδίδονται σε ανερυθρίαστες «κρατικιστικές» παρεμβάσεις. Ο κύριος λόγος ανησυχίας (παρά τις δημόσιες διαψεύσεις με πρόσφατες αυτές της FED) είναι μήπως η κρίση περάσει στην «πραγματική οικονομία» ή για τον μαρξισμό στο παραγωγικό κεφάλαιο. Δηλαδή, μήπως η χρηματοπιστωτική κρίση καταλήξει σε συνολική οικονομική κρίση. Η πιθανότητα αυτή είναι όντως υπαρκτή γιατί όπως δείχνει η μαρξιστική Πολιτική Οικονομία και αδυνατεί να δει η παρωπιδική οπτική των αστικών Οικονομικών – η κρίση έχει ήδη ξεκινήσει από το παραγωγικό κεφάλαιο καθώς η δυνατότητά του να αντλεί διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό και μάζα υπεραξίας παρουσιάζει κόπωση. Συνεπώς η δυνατότητά του να μοιράζεται το ποσοστό και τη μάζα της υπεραξίας με τις ολοένα και αυξανόμενες απαιτήσεις του χρηματικού κεφαλαίου έχει μειωθεί με αποτέλεσμα το δεύτερο να είναι σε επισφαλή θέση. Αυτό όμως βάζει σε επιπλέον κίνδυνο το παραγωγικό κεφάλαιο γιατί κάνει ακόμη πιο δύσκολη την αναγκαία χρηματοδότησή του. Ολα τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα μπαίνει σε μία περίοδο προβλημάτων με μη εύκολα προβλέψιμες συνέπειες.

«Μοντέρνοι καιροί»: η έλευση του επιχειρηματικού πανεπιστημίου

«Μοντέρνοι καιροί»: η έλευση του επιχειρηματικού πανεπιστημίου

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στο Δελτίο της ΕΕΚΠ, Απρίλιος 2007

Το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας η πανεπιστημιακή εκπαίδευση έχει βρεθεί στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων που ξεπερνούν τα στενά όρια του χώρου της και έχουν γίνει κεντρικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Οι αντιπαραθέσεις αυτές ξεκινούν με βάση νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης της ΝΔ, που όμως έχουν επί της ουσίας προετοιμασθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, αυτή του ΠΑΣΟΚ. Υποστηρίζεται ότι οι πρωτοβουλίες αυτές προσπαθούν να απαντήσουν στην κρίση του δημόσιου πανεπιστημίου.

Είναι γεγονός ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι σε κρίση. Είναι όμως επίσης γεγονός ότι η κρίση του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου εκπορεύεται, σε μεγάλο βαθμό, από τα δύο κυβερνητικά κόμματα που σήμερα διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους γι’ αυτή. Τα περισσότερα από τα σημερινά κακώς κείμενα του δημόσιου πανεπιστημίου είναι δημιουργήματα των δικών τους κυβερνήσεων. O εξοβελισμός της αφιλοκερδούς επιστημονικής έρευνας (τουλάχιστον σαν πρόταγμα), το ανεξέλεγκτο κυνήγι ιδιωτικών οικονομικών οφελών, τα φτηνά άνευ αρχών παιχνίδια εξουσίας καλλιεργήθηκαν, ευδοκίμησαν και αναπτύχθηκαν με την πολιτική και νομοθετική στήριξη των κυβερνήσεων τους. Βέβαια, δεν είναι απλά οι πολιτικές των δύο κυβερνητικών κομμάτων που οδήγησαν στην κατάσταση αυτή. Αυτές εκφράζουν και μορφοποιούν γενικότερες τάσεις μέσα στον σύγχρονο καπιταλισμό, που – ειρήσθω εν παρόδω – επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν σήμερα το πανεπιστήμιο αλλάζει και από χώρος επιστημονικών δραστηριοτήτων μη-συνδεόμενων (τουλάχιστον άμεσα) με επιχειρηματικά συμφέροντα μετατρέπεται σε «οίκο εμπορίου» με την συνακόλουθη κατάπτωση του ερευνητικού και εκπαιδευτικού του έργο, αυτό απορρέει από συνολικότερες ανάγκες και προβλήματα του σύγχρονου καπιταλισμού.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός εξακολουθεί να κινείται στον απόηχο της δομικής κρίσης του 1973-75 που σήμανε ότι η μέχρι πρότινος αρχιτεκτονική του συστήματος έπαψε πλέον να είναι λειτουργική. Μετά από την κρίση αυτή όλοι οι κρίσιμοι δείκτες του καπιταλιστικού συστήματος πήραν την κατιούσα και – πάρα συγκυριακές ανακάμψεις – δεν έχουν ακόμη επιτύχει την οικοδόμηση μίας νέας «χρυσής εποχής» του συστήματος αντίστοιχης με αυτές του 19ου αι. και του 1950-70. Συνεπώς, ξεκίνησε η επίπονη προσπάθεια αναζήτησης και οικοδόμησης μίας νέας αρχιτεκτονικής. Τα διαδοχικά κύματα των νεοσυντηρητικών αναδιαρθρώσεων των δεκαετιών του ’80 και του ’90 (εκπορευόμενες από νεοφιλελεύθερες αλλά πλέον και σοσιαλφιλελεύθερες λογικές) αποτελούν προσπάθειες οικοδόμησης μιάς νέας αρχιτεκτονικής. Βασικό κοινό στοιχείο τους είναι η ακόμη πιο συστηματική κινητοποίηση όλων των πόρων και των μηχανισμών του συστήματος για την αναστύλωση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Μία πλευρά που έχει ιδιαίτερη σημασία για το πανεπιστήμιο είναι ότι πρέπει να περισταλούν (ή να αποκτήσουν μία παραγωγική διάσταση) μία σειρά μη-παραγωγικές δαπάνες του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να έρθει κοντύτερα στις διαδικασίες της καπιταλιστικής παραγωγής και ταυτόχρονα να μειωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο όλες εκείνες οι εκπαιδευτικές δαπάνες που δεν συμβάλουν σε αυτό. Κατά την γνώμη μας αυτό οδηγεί σε ένα νέο μοντέλο πανεπιστημίου, διαφορετικό από οποιοδήποτε προηγούμενο, το οποίο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο». Το μοντέλο αυτό είναι ήδη κυρίαρχο στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξωνικό κόσμο, που σε μεγάλο βαθμό δίνει τον τόνο των διεθνών εξελίξεων στο τομέα αυτό.

Το κεντρικό θεμέλιο του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου» είναι η άμεση σύνδεση της παραγωγής επιστήμης με την κεφαλαιοκρατική παραγωγική διαδικασία, δηλαδή η άμεση υπαγωγή της επιστήμης στο κεφάλαιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η διάσταση του πανεπιστημίου από την κοινωνική παραγωγή, γιατί κάτι τέτοιο θα σηματοδοτούσε την ουσιαστική κατάργηση του πανεπιστημίου. Ως γνωστόν, το πανεπιστήμιο είναι γέννημα της αστικής κοινωνίας και βασίζεται στην αποστασιοποίηση της γνώσης από την παραγωγή. Ταυτόχρονα βέβαια η γνώση και η επιστήμη υπάγονται στο κεφάλαιο. Η υπαγωγή όμως αυτή στα προηγούμενα μοντέλα πανεπιστημίου ήταν έμμεση. Στο «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο» η αποστασιοποίηση πανεπιστημίου και παραγωγής αυτή δεν καταργείται. Όμως, οι ανάγκες και οι επιταγές της καπιταλιστικής παραγωγής και συσσώρευσης έρχονται πλέον πολύ πιο κοντά στο πανεπιστήμιο ενώ πληθαίνουν και ισχυροποιούνται οι μηχανισμοί σύνδεσης.

Η άμεση υπαγωγή της επιστήμης (και του πανεπιστημίου σαν βασικού τόπου συγκρότησης της) στις προτεραιότητες του κεφαλαίου εκφράζεται και στα τρία βασικά πεδία του: την έρευνα, την εκπαίδευση και την διοίκηση. Η έρευνα εμπορευματοποιείται όχι μόνον έμμεσα και σε περιορισμένη έκταση, όπως στο παρελθόν, αλλά πλέον και άμεσα και μάλιστα συστηματικά και σε μεγάλη έκταση. Δηλαδή ενισχύεται ιδιαίτερα η εφαρμοσμένη έρευνα και μάλιστα σε άμεση σύνδεση με ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Η εκπαιδευτική διαδικασία χάνει τον αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα της και συνδέεται πιο στενά με τις άμεσες προτεραιότητες του κεφαλαίου εν γένει αλλά πλέον και επιμέρους ατομικών καπιταλιστών, πράγμα σχεδόν αδιανόητο παλιότερα. Ενδεικτικά, πολλαπλασιάζονται τα προγράμματα σπουδών «ποτ πουρί», που δεν έχουν κάποια συνεκτική επιστημονική βάση αλλά αποτελούν ασταθή συμπιλήματα επιστημονικών πεδίων. Αυτά είναι δημοφιλή στις επιχειρήσεις, τον κρατικό μηχανισμό και κατά συνέπεια στους υποψηφίους φοιτητές αλλά ταυτόχρονα δεν έχουν μεγάλη βιωσιμότητα καθώς σύντομα αντικαθίστανται από νέες «μόδες». Φυσικά οι απόφοιτοι τους μπορεί στην ακμή των προγραμμάτων αυτών να έχουν καλύτερες δυνατότητες επαγγελματικής απασχόλησης αλλά στην πτώση τους αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και φυσικά εμπλέκονται στην ατέρμονη διαδικασία επανακατάρτισης. Τέλος, στην διοικητική λειτουργία των πανεπιστημίων εισάγονται εταιρικά πρότυπα, πράγμα που την εξομοιώνει με αυτή των επιχειρήσεων και φυσικά διαμορφώνει ένα πολύ πιο πρόσφορο περιβάλλον για την διαπλοκή μεταξύ τους.

Οι προωθούμενες νομοθετικές αλλαγές πράγματι προωθούν μία λύση στην κρίση του πανεπιστημίου. Όμως η λύση αυτή δεν υπαγορεύεται από τα συμφέροντα της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας αλλά από αυτά του κόσμου των επιχειρήσεων. Η τυχόν επιτυχία τους θα έχει σαν αποτέλεσμα την ζοφερή κατάσταση των πανεπιστημίων, ιδιαίτερα στον αγγλοσαξωνικό κόσμο, για την οποία ακόμη και υποστηρικτές της πλέον διαμαρτύρονται ότι πήρε ακραίες μορφές.

Ψέματα και αλήθειες σχετικά με την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων και την «αξιολόγηση»

Ψέματα και αλήθειες σχετικά με την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων και την «αξιολόγηση»

Σταύρος  Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 2-11-2008

Η «αξιολόγηση» και η αυτοτέλεια των πανεπιστημίων συνιστούν δύο βασικά επικοινωνιακά κατασκευάσματα που προβάλλονται από κυβερνήσεις και αυτόκλητες συσπειρώσεις πανεπιστημιακών με στόχο να γίνουν αποδεκτές άνευ κριτικής από την ελληνική κοινωνία διαδικασίες που εάν ονομασθούν με το πραγματικό τους όνομα κάθε άλλο παρά αρεστές είναι.

Ο όρος «αξιολόγηση» δεν υπάρχει σε κανένα θεσμικό κείμενο τόσο της ΕΕ όσο και των προτάσεων νόμου της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Αντ’ αυτού υπάρχει ο όρος «διασφάλιση ποιότητας». Είναι χαρακτηριστικά τα σχετικά κείμενα του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Διασφάλιση της Ποιότητας στην Εκπαίδευση (ENQA) που αποτέλεσε και τον σύμβουλο της ΕΕ στην σύνοδο του Μπέργκεν. Τα σχετικά μέτρα δεν μιλούν για την πιο εύηχη ελληνικά «αξιολόγηση» αλλά για «διασφάλιση της ποιότητας» (δηλαδή κάτι σαν ISO) και παραπέμπουν άμεσα σε εμπορικά προϊόντα. Θεωρείται ότι η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να οργανωθεί σαν αγορά όπου υπάρχουν «εταιρικοί συμμέτοχοι» (stakeholders – που υποτίθεται ότι είναι το σύνολο των φορολογούμενων πολιτών), παράγεται ένα εμπορεύσιμο προϊόν (εκπαιδευτικές υπηρεσίες) και πρέπει να διασφαλισθεί η ποιότητα και η τιμή του.

Ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιείται ο πρώτος είναι γιατί ο δεύτερος εγείρει εύλογα ερωτήματα ενώ ο πρώτος εξυπονοεί ότι όποιος διαφωνεί είναι εξ ορισμού αναξιοκράτης. Συγκεκριμένα η προπαγανδιστική χρήση του όρου «αξιολόγηση» βασίζεται σε δύο καταφανή ψεύδη.

Το πρώτο ψεύδος είναι ότι δεν υπάρχουν σήμερα διαδικασίες αξιολόγησης (δηλαδή ορισμού στόχων, διαδικασιών επίτευξης τους και τελικής αποτίμησης τους). Κάθε οργανισμός έχει – σωστούς ή λανθασμένους, επαρκείς είτε ανεπαρκείς – τέτοιους μηχανισμούς αλλιώς δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να επιβιώσει. Φυσικά σε καμία περίπτωση οι διαδικασίες αυτές δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες αλλά πάντα εκφράζουν ταξικά συμφέροντα και συσχετισμούς. Στην ανώτατη εκπαίδευση υπάρχουν τέτοιοι μηχανισμοί τόσο όσον αφορά γενικά τα πανεπιστήμια (για παράδειγμα η μονίμως διαψευδόμενη υπόσχεση για χρηματοδότηση τους στο 5% του ΑΕΠ συνιστά ένα τέτοιο στοιχείο). Επίσης, όσον αφορά τους πανεπιστημιακούς περνούν περισσότερες από ότι συνάδελφοι στο εξωτερικό διαδοχικές διαδικασίες κρίσεις.

Το δεύτερο ψεύδος είναι ότι αυτές οι διαδικασίες αποτίμησης έργου είναι διαβλητές γιατί δεν υπάρχουν εξωτερικοί κριτές. Έχει ενδιαφέρον η υποκρισία αυτού του επιχειρήματος. Tο πρώτο ερώτημα είναι για ποιο λόγο χρειάζεται εξωτερικός διασφαλιστής ποιότητας εφόσον ο κρινόμενος θέτει ο ίδιος τις δυνατότητες, τους στόχους και τις διαδικασίες (σύμφωνα με τις αρχές διασφάλισης ποιότητας); Αν ο θέτων τους στόχους το πράττει εντίμως τότε γιατί δεν μπορεί να το κρίνει και ο ίδιος; Αν ο λόγος είναι το γραφειοκρατικό κόστος, αυτό έχει αποδειχθεί – ιδιαίτερα στην αγγλοσαξωνική διαδικασία – ότι είναι μεγαλύτερο. Αν ο λόγος είναι ότι οι εξωτερικοί αξιολογητές είναι πιο ειδικοί και καλύτεροι, πρόκειται για προφανές ψεύδος. Έχουν ήδη δημιουργηθεί ιδιωτικές ενώσεις (ενώ στις ΗΠΑ είναι κανονικές εταιρείες) που λειτουργούν ως διασφαλιστές ποιότητας της εκπαίδευσης. Πρόκειται για κριτές «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» που κάθε άλλο παρά ειδικοί επί της ουσίας είναι. Αν ο λόγος είναι η ύπαρξη ομάδων συμφερόντων, ο φαβοριτισμός και οι πελατειακές σχέσεις μέσα στο πανεπιστήμιο, αυτά κάλλιστα μπορεί να υπάρξουν και με εξωτερικούς κριτές. Αν κάτι θα αλλάξει είναι ότι τέτοιες δυνατότητες θα έχουν μόνο ισχυρά πανεπιστημιακά, κρατικά και κοινωνικο-οικονομικά κέντρα και όχι η οποιαδήποτε πανεπιστημιακή φατρία. Η διαπλοκή και ο φαβοριτισμός θα υπάρχει σε πολύ ψηλότερα επίπεδα, για πιο κρίσιμες περιπτώσεις και ταυτόχρονα θα είναι περισσότερο αδιαφανή (και άρα θα επισύρουν πιο δύσκολα την δημόσια κατακραυγή). Ταυτόχρονα, τα κυρίαρχα συμφέροντα για να επιβληθούν δεν θα χρειάζεται να διαμεσολαβούνται από ενδιάμεσα συμφέροντα πανεπιστημιακών φατριών αλλά θα επιβάλλονται με μικρότερο κόστος (λόγω της περιστολής της διαμεσολάβησης), πιο απρόσωπα και γι’ αυτό πιο λειτουργικά. Αν ο λόγος είναι ότι δεν μπορούν κριτές και κρινόμενοι να είναι οι ίδιοι τότε αυτό είναι το λιγότερο ασυνεπές και σίγουρα υποκριτικό. Είναι χαρακτηριστικό του αδιεξόδου αυτής της λογικής το εξής: αν πάντα χρειάζεται ένας εξωτερικός κριτής τότε ποιος θα κρίνει τους κριτές; Μπροστά σε αυτό το λογικό αδιέξοδο η ENQA καταλήγει στο εξής υποκριτικό σόφισμα: περιοδικά η μία ένωση διασφαλιστών ποιότητας θα κρίνει τις άλλες. Φυσικά εδώ η απαίτηση περί εξωτερικότητας δολίως εξαφανίζεται.

Η επιβολή του μηχανισμού της διασφάλισης ποιότητας θα έχει μία σειρά αντιδραστικές συνέπειες.

Πρώτον, παρά τις διαψεύσεις – και όπως δείχνει η εμπειρία του αγγλοσαξωνικού συστήματος – αργά ή γρήγορα ο μηχανισμός αυτός θα συνδεθεί με ένα σύστημα ποινών και επιβράβευσης (μέσω της κρατικής χρηματοδότησης). Αυτό θα οδηγήσει σε μία αριστοκρατική ιεράρχηση μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων – όπως άλλωστε η συζήτηση περί «κέντρων αριστείας» υποδηλώνει. Πρακτικά θα επικρατήσει η εξαιρετικά αντιδραστική λογική «οι καλοί να γίνουν καλύτεροι και οι κακοί χειρότεροι» καθώς θα επιβραβεύει αυτούς που πάνε καλά και θα τιμωρεί αυτούς που αποτυγχάνουν με αποτέλεσμα οι τελευταίοι – αν δεν μπορέσουν να περάσουν ένα κατώφλι – ουσιαστικά να οπισθοδρομούν ακόμη περισσότερο.

Δεύτερον, θα δημιουργήσει συνθήκες «επιστημονικού μακαρθισμού» καθώς γνωστικά αντικείμενα και επιστημονικές προσεγγίσεις που είναι μη-χρήσιμα ή κριτικά προς το σύστημα θα εξοβελισθούν συστηματικά στις παρυφές ή και εκτός πανεπιστημίου. Στον χώρο της Οικονομικής Θεωρίας η επιβολή διάφορων λιστών «έγκριτων περιοδικών» – υποτίθεται με κριτήριο ποια διαβάζονται ή αναφέρονται πιο πολύ – είναι γνωστό ότι οδηγεί στον εξοβελισμό όχι μόνο της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας αλλά και ακόμη Κεϋνσιανών, Θεσμιστικών και άλλων προσεγγίσεων καθώς επίσης και στην περιθωριοποίηση ολόκληρων γνωστικών αντικειμένων (π.χ. Ιστορία Οικονομικής Σκέψης).

Τρίτον, προοπτικά θα ανοίξει ο δρόμος για τον κατακερματισμό του σώματος των μελών ΔΕΠ και την δημιουργία πολλών διαφορετικών κατηγοριών πανεπιστημιακών. Κάθε μία από αυτές θα έχει διαφορετικό μισθολόγιο και διαφορετικές διοικητικές αρμοδιότητες και δυνατότητες εξέλιξης. Φυσικά αυτό θα υπονομεύσει κάθε δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης.

Το δεύτερο επικοινωνιακό κατασκεύασμα περί αυτοτέλειας των πανεπιστημίων λειτουργεί συμπληρωματικά στο πρώτο. Κατ’ αρχήν είναι περίεργο τι μεγαλύτερη ανεξαρτησία από το κράτος επιζητούν οι διάφοροι θιασώτες του με τις προτάσεις να γίνουν ΝΠΙΔ; Τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι επαρκώς ανεξάρτητα από τον κεντρικό έλεγχο και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που διάφορες ομάδες εξουσίας – γύρω από πρυτανείες – επιδίδονται σε αδιανόητες αυθαιρεσίες και παρανομίες κυριολεκτικά θεωρώντας ότι είναι ανεξέλεγκτες. Εάν η μεγαλύτερη ανεξαρτησία είναι η αποδέσμευση των οικονομικών δραστηριοτήτων τους από τους δημόσιους ελεγκτικούς μηχανισμούς (όπως συχνά γράφεται στο τύπο και όπως συμβαίνει με τις Επιτροπές Ερευνών και τις Εταιρείες Διαχείρισης της περιουσίας των πανεπιστημίων) αυτό κάθε άλλο παρά ως κοινωφελές μπορεί να προβληθεί. Αντίθετα, είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι οι θεσμοί αυτοί ΄χουν εξελιχθεί σε κυριολεκτικά διαφθορεία και εστίες σκανδάλων ενώ καμία ουσιαστική σχέση δεν έχουν ούτε με την διδασκαλία ούτε με την ανιδιοτελή επιστημονική έρευνα. Υπάρχουν όμως ισχυρά ιδιοτελή ενδοπανεπιστημιακά συμφέροντα που ζητούν αυτή την αυτοτέλεια. Πρόκειται για αυτές τις μερίδες πανεπιστημιακών – που έχουν διογκωθεί τα τελευταία χρόνια – που λειτουργούν σαν μάνατζερς των πανεπιστημίων αναπτύσσοντας (υπό τον δημόσιο μανδύα) επιχειρηματικές δραστηριότητες και προσποριζόμενοι, έμμεσα ή άμεσα, σημαντικά οικονομικά οφέλη.

Πίσω από τα ψευδεπίγραφα επιχειρήματα περί «αξιολόγησης» και αυτοτέλειας κρύβεται ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο του συστήματος: εφόσον η ανώτατη εκπαίδευση δεν μπορεί να γίνει άμεσα μία καθαρόαιμη αγορά (με πανεπιστήμια-επιχειρήσεις και φοιτητές-καταναλωτές) τότε πρέπει, μεσοπρόθεσμα, να λειτουργήσει ως «οιωνεί αγορά», δηλαδή να δημιουργηθεί ένας γραφειοκρατικός οργανισμός που να προσομοιώνει την λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς και να επιβάλλει τις αντίστοιχες κατευθύνσεις στα πανεπιστήμια. Ο μηχανισμός αυτός είναι οι διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας. Ταυτόχρονα, τα πανεπιστήμια – ακόμη και με δημόσιο χαρακτήρα – πρέπει να λειτουργούν σαν αυτοτελείς «επιχειρηματικές μονάδες», ανεξάρτητες από κάποιο κεντρικό έλεγχο και σχεδιασμό και σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Δηλαδή, με την αυτοτέλεια τα πανεπιστήμια ωθούνται να λειτουργούν σαν εκπαιδευτικές και ερευνητικές επιχειρήσεις και μέσω της διασφάλισης ποιότητας δημιουργείται μία καρικατούρα αγοράς εκπαίδευσης και έρευνας. Φυσικά το επόμενο βήμα είναι η πλήρης και ανοιχτή ιδιωτικοποίηση και επιχειρηματικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης με την πλήρη αυτονόμηση-ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων και την επιβολή διδάκτρων ως μηχανισμού αξιολόγησης κάθε πανεπιστημίου από τους υποψήφιους φοιτητές-«καταναλωτές» του.

Είναι φανερό ότι τόσο από την «αξιολόγηση» όσο και από την αυτοτέλεια δεν προωθείται κάποια υποτιθέμενη δημόσια και κοινή ωφέλεια, πολύ δε περισσότερο δεν ωφελείται η μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Αυτοί που ωφελούνται είναι τα διάφορα επιχειρηματικά συμφέροντα και το σύστημα τους συνολικά. Γι’ αυτό άλλωστε όλη η σχετική εκστρατεία παραπληροφόρησης οργανώνεται με τέτοια συστηματικότητα και δολιότητα από όλα τα επικοινωνιακά κέντρα τους.

Οι Ελληνες πρωταθλητές της εργασίας» ή η αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας στον ελληνικό καπιταλισμό

Οι Ελληνες πρωταθλητές της εργασίας» ή η αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας στον ελληνικό καπιταλισμό

Σταύρος  Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 16-7-2006

Τις προηγούμενες μέρες, με αφορμή την ετήσια έκδοση του ΟΟΣΑ «Προοπτικές Απασχόλησης 2006», το ζήτημα του χρόνου εργασίας απέκτησε κάποια ψιχία δημοσιότητας στα ΜΜΕ, για να ξαναεξαφανιστεί «ως μη υπάρξαν» τις αμέσως επόμενες μέρες. Συγκεκριμένα, για ακόμη μία χρονιά στην Ελλάδα ο μέσος πραγματικός χρόνος εργασίας ανά εργαζόμενο είναι ο υψηλότερος μεταξύ των 30 πιο αναπτυγμένων οικονομιών που εξετάζονται. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης για το 2005, ο μέσος πραγματικός χρόνος εργασίας ανά εργαζόμενο είναι 2.053 ώρες, ενώ μόνο στην Κορέα είναι πιθανό να είναι υψηλότερος (καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για την Κορέα για το 2005, αλλά φαίνεται ότι οι ώρες εργασίας εκεί θα πρέπει να πλησιάζουν τις 2.400, που ήταν το 2004). Την Ελλάδα ακολουθεί η Τσεχία με 2.002 ώρες εργασίας και η Πολωνία με 1.994 ώρες εργασίας.

Αυτό που συγκαλύπτεται από την επίσημη συζήτηση – ακόμη και όταν αυτές οι ίδιες οι επίσημες στατιστικές και όχι κάποιοι μαρξιστικοί δείκτες το αποδεικνύουν – είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχει υπάρξει μια σημαντική αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας ανά εργαζόμενο, αντίστοιχη με αυτή που πολλοί ριζοσπάστες οικονομολόγοι (βλέπε Schor, J., 1991, The Overworked American) έχουν επισημάνει για τις ΗΠΑ αλλά και για άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Μάλιστα, αυτό που έχει επιπρόσθετη σημασία είναι ότι η τάση αυτή φαίνεται πλέον να εκδηλώνεται και στην Ευρώπη – το μέχρι τούδε «βασίλειο της κοινωνικής ευαισθησίας» – ξεκινώντας από τις νοτιο-ευρωπαϊκές και τις πρώην Ανατολικές κεντρο-ευρωπαϊκές χώρες αλλά επεκτεινόμενη πλέον και στην καρδιά της ΕΕ (βλέπε τις πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις στη Γερμανία και σε κομβικές επιχειρήσεις, π.χ., «Φολκσβάγκεν», αλλά και τις αντίστοιχες ντιρεκτίβες της ΕΕ). Υπάρχουν μελέτες (βλέπε Μαυρουδέας Στ. & Ιωαννίδης Α., 2004, «Δουλεύουν υπερβολικά οι Ελληνες εργαζόμενοι;», επετηρίδα ΕΡΓΑΣΙΑ 2004) που δείχνουν ότι από το 1985 περίπου και μετά υπάρχει μία διακοπή της μέχρι τότε πτωτικής τάσης του πραγματικού χρόνου εργασίας και μία αισθητή τάση αύξησής του.

Στο σημείο αυτό χρειάζονται ορισμένες επισημάνσεις ιδιαίτερα για την ελληνική περίπτωση. Πρώτον, ο πραγματικός χρόνος εργασίας διαφέρει από τον συμβατικό καθώς περιλαμβάνει όλες τις ώρες εργασίας που δούλεψαν οι εργαζόμενοι (υπερωρίες, νόμιμες και παράνομες επιπρόσθετες ώρες εργασίας, δεύτερη δουλιά, κλπ.). Τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία παγκοσμίως καθώς το κεφάλαιο πιέζει ασφυκτικά για την κατάργηση των ενιαίων ωραρίων και την επιβολή «ευέλικτων» και πολλαπλά διαφοροποιημένων ωραρίων. Τα «ευέλικτα» ωράρια συνοδεύονται σχεδόν παντού από μία αύξηση – καταγεγραμμένη ή μη – των απλήρωτων υπερωριών. Στην Ελλάδα το πρόβλημα αυτό είναι ακόμη πιο έντονο καθώς η λεγόμενη παραοικονομία αποτελεί ένα σημαντικότατο τμήμα της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας και μεγάλο τμήμα αυτών των απλήρωτων υπερωριών (και φυσικά και των μεγάλων ωραρίων εργασίας) λαμβάνει χώρα στον τομέα αυτό. Δεύτερον, υπάρχει μια εντοπισμένη αύξηση στη δεύτερη απασχόληση τα τελευταία χρόνια, η οποία συνήθως δε δηλώνεται, για να αποφευχθούν φόροι και ασφαλιστικές εισφορές και ένα μεγάλο μέρος της παρατηρείται στον προαναφερθέντα «μαύρο τομέα» της οικονομίας. Τρίτον, η αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας είναι ιδιαίτερα έντονη στην περίπτωση των αυτοαπασχολουμένων. Για την Ελλάδα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς μεγάλο τμήμα της ελληνικής εργατικής τάξης (παλιότερων αλλά και νέων στρωμάτων της) εμπίπτει στην κατηγορία αυτή: Δηλαδή ουσιαστικά «αγοράζει τη δουλιά της». Με βάση τα παραπάνω μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα ότι τα επίσημα στοιχεία υποεκτιμούν την τάση αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου και συνεπώς η τάση αύξησής του για την περίπτωση της Ελλάδας είναι ακόμη πιο ισχυρή.

Τι σημαίνει αυτή η αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας ανά εργαζόμενο; Για πολλούς – ιδιαίτερα Αμερικανούς – ριζοσπάστες οικονομολόγους σημαίνει ότι οι νεοσυντηρητικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις των τελευταίων δεκαετιών ξαναζωντάνεψαν το φάσμα της ανεργίας για την εργατική τάξη και συνεπώς η τελευταία είναι διατεθειμένη να παράσχει – είτε κακοπληρωμένο είτε και απλήρωτο – πρόσθετο χρόνο εργασίας στο κεφάλαιο πέρα και πάνω από νομικές ρυθμίσεις. Επομένως, επιλέγουν να εργαστούν περισσότερο για να μαζέψουν κάποια εισοδήματα γιατί αύριο μπορεί να μη βρουν απασχόληση. Για κάποιους σοσιαλ-φιλελεύθερους μεταρρυθμιστές η τάση αυτή δείχνει την ανάγκη να «μοιραστεί» ο χρόνος εργασίας, δηλαδή να μειωθεί ο συμβατικός χρόνος εργασίας ανά εργαζόμενο έτσι ώστε να αυξηθεί η συνολική απασχόληση (και φυσικά να μειωθεί η ανεργία).

Ολες αυτές οι ερμηνείες και προτάσεις είναι προβληματικές. Οσον αφορά στις σοσιαλ-φιλελεύθερες προτάσεις για το 35ωρο αλά Ζοσπέν συνήθως αγνοείται ότι αυτό οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη «ευλυγισία» του εργάσιμου χρόνου και πιθανά – όπως φαίνεται σε κάποιες μελέτες – σε αύξηση εν τέλει της απλήρωτης πρόσθετης εργασίας και ακόμη και του πραγματικού χρόνου εργασίας. Οσον αφορά στις αμερικανικές ριζοσπαστικές ερμηνείες, αυτές αγνοούν το βάθος και τα δομικά αίτια της τάσης αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας. Δεν πρόκειται για μία συγκυριακή αντιστροφή των προτιμήσεων των εργατών – μεταξύ εργασίας και σχόλης – αλλά για πολύ πιο σημαντικά πράγματα: Τη δραματική αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης τα τελευταία χρόνια.

Η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία δίνει μία σαφώς καλύτερη και πιο ρεαλιστική ερμηνεία αυτής της τάσης αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας. Το καπιταλιστικό σύστημα, αρκετές δεκαετίες μετά τη δομική κρίση του 1973-’75, ενεργοποιεί ακόμη πιο έντονα τις διαδικασίες επιμήκυνσης του συνολικού εργάσιμου χρόνου και εν τέλει τις διαδικασίες υπεξαίρεσης απόλυτης υπεραξίας. Φυσικά, οι διαδικασίες υπεξαίρεσης απόλυτης υπεραξίας ήταν πάντα παρούσες και επίσης υπέκειντο πάντα – μετά τα πρώτα πρώιμα βήματα του καπιταλιστικού συστήματος – σε αυτές της σχετικής υπεραξίας, όπως εύστοχα έχει δείξει ο Μαρξ. Ομως, σήμερα μετά από διαδοχικά κύματα καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων – με στόχο τη δομική και μακροπρόθεσμη ανόρθωση του ποσοστού κερδοφορίας – το σύστημα, για πρώτη φορά τόσο δραστικά μετά το 19ο αιώνα, χρησιμοποιεί τις διαδικασίες απόλυτης υπεραξίας. Η αύξηση του πραγματικού εργάσιμου χρόνου σε συνδυασμό με την καθήλωση των μισθών – που τόσο στην ελληνική περίπτωση όσο και σχεδόν παγκοσμίως εύκολα μπορεί να δειχτεί – είναι προφανές ότι αυξάνει τον απλήρωτο χρόνο εργασίας. Μάλιστα, όσο εντείνονται οι τεχνολογικές αλλαγές που αυξάνουν την υπεξαίρεση σχετικής υπεραξίας τόσο – σε κλάδους και σε χώρες που υστερούν τεχνολογικά – εντείνονται οι διαδικασίες υπεξαίρεσης απόλυτης υπεραξίας γιατί μόνο έτσι μπορούν οι καπιταλιστές αυτοί να αντιμετωπίσουν τους τεχνολογικά καινοτομούντες ομοίους τους. Βέβαια, πάρα πολλές φορές οι διαδικασίες αυτές λειτουργούν καθαρά συμπληρωματικά: Πολλές επιχειρήσεις ενώ εκσυγχρονίζουν τεχνολογικά κάποια τμήματά τους ταυτόχρονα δίνουν άλλα είτε σε δικές τους είτε σε ξένες υπεργολαβίες (ιδιαίτερα στα sweatshops των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών).

Φαίνεται λοιπόν ότι άλλος ένας μεγάλος ιστορικός μύθος που συνόδευσε το καπιταλιστικό σύστημα, δηλαδή ο τερματισμός των απάνθρωπων ωραρίων εργασίας – μετά την εισαγωγή της νομοθεσίας για το 8ωρο – διαψεύδεται.

Εχει ενδιαφέρον και είναι ευκόλως ερμηνεύσιμη η αμηχανία της αστικής συζήτησης εμπρός στο ζήτημα του χρόνου εργασίας. Ούτως ή άλλως τα ορθόδοξα Οικονομικά – τόσο τα νεοκλασικά όσο όμως και τα κεϋνσιανά – αδυνατούν και δε θέλουν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα του χρόνου εργασίας γιατί εκεί κρύβεται – όπως κόντεψαν να αφουγκραστούν οι πιο έντιμοι και λαμπροί εκπρόσωποι της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και όπως λαμπρά έδειξε ο Μαρξ και η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία – το μυστικό της εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο.

Εξίσου ευκόλως ερμηνεύσιμη είναι η αμηχανία των κομμάτων του κεφαλαίου αλλά και των «ενσωματωμένων» συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών να αντιμετωπίσουν ένα ζήτημα που αναφέρεται ευθέως στον πυρήνα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Φαίνεται ότι, τουλάχιστον στη χώρα μας, ούτε καν ακροθιγώς δεν ανοίγεται το ζήτημα αυτό. Αυτός είναι ένας λόγος παραπάνω που το ταξικό εργατικό κίνημα και οι κομμουνιστές πρέπει με επιθετικό τρόπο να ανοίξουν το ζήτημα του χρόνου εργασίας παλεύοντας όχι μόνο για την υπεράσπιση του προηγούμενου εργασιακού καθεστώτος που ούτως ή άλλως πεθαίνει αλλά για δραστικές μειώσεις του εργάσιμου χρόνου με μισθολογικές αυξήσεις έτσι ώστε οι πραγματικοί δημιουργοί του κοινωνικού πλούτου να ζουν πιο ανθρώπινα σήμερα και να αποκτήσουν όλο το μερίδιο του κόπου τους αύριο.