Tag Archives: Άρθρα σε εφημερίδες – Newspaper articles

Μετα-μοντερνισμός, μετα-μαρξισμός και το «τέλος» της εργασίας και του κομμουνιστικού κινήματος

Μετα-μοντερνισμός, μετα-μαρξισμός και το «τέλος» της εργασίας και του κομμουνιστικού κινήματος

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο στην εφημερίδα

ΠΡΙΝ 11/11/2001

Στην δεκαετία του 1980 εμφανίσθηκαν μια σειρά τέτοιων θεωριών (όπως ο μετα-μαρξισμός, ο μετα-στρουκτουραλισμός, η μετα-ιστορία, το μετα-μοντέρνο) και κατηγορίες (όπως ο μετα-φορντισμός), που επεδίωξαν να δώσουν νέες ερμηνείες για την νέα κατάσταση (ιδιαίτερα μετά την κρίση του ’73 και την μετέπειτα ανασυγκρότηση), ακόμη και να προεκτείνουν τις ερμηνείες αυτές τόσο σε προηγούμενες περιόδους όσο και σε μελλούμενες είτε και να προτείνουν νέα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία. Oι περισσότερες από αυτές ξεκίνησαν από ριζοσπαστικές θεωρίες και ακόμη και από το έδαφος του Μαρξισμού και προσπάθησαν να προτείνουν είτε μεταλλάξεις τους είτε και ολοκληρωτικά νέες προσεγγίσεις. Το κοινωνικό έδαφος γένεσης όλων αυτών των ρευμάτων ήταν, πρώτον, η διανόηση (και ιδιαίτερα τα ριζοσπαστικά της τμήματα) και, δεύτερον, μεσοαστικά κυρίως στρώματα (σε κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού λόγω της κρίσης). Το πολιτικό έδαφος ήταν ότι μεγάλα τμήματα των στρωμάτων αυτών είχαν το ’60 και το ’70 επαφή με τα κινήματα του ‘68 και πλέον βίωναν την απογοήτευση από την υποχώρηση του φωνακλάδικου και συχνά επιδερμικού αντικαπιταλισμού τους. Η δική τους αδυναμία γείωσης στο εργατικό κίνημα καθώς και η συντριβή βιαστικών και απογειωμένων πολιτικών σχεδίων οδήγησε τα τμήματα αυτά σε μία σταδιακή αποστασιοποίηση από την Αριστερά. Τα ρεύματα αυτά έδωσαν ιδεολογική κάλυψη στην πορεία αυτή, που σήμερα έχει πλέον φτάσει στο τέλος της καθώς οι περισσότεροι διανοούμενοι και πολιτικοί αυτών των χώρων έχουν στραφεί ξεκάθαρα σε ρεφορμιστικές και ακόμη και ξεκάθαρα αντιδραστικές απόψεις ενώ η κοινωνική τους βάση έχει πλέον είτε εξαλειφθεί είτε μεταλλαχθεί πλήρως.

Τι είναι (και τι δεν είναι) ο μετα-μοντερνισμός

Ο μετα-μοντερνισμός ήταν το πιο δημοφιλές από τα ρεύματα αυτά και επιπλέον, στις διάφορες τάσεις του, περιέχει εκδοχές όλων των υπολοίπων. Κεντρικό του στοιχείο – και σε άμεση αντιπαράθεση με τον Μαρξισμό – είναι ότι αμφισβητεί τις γενικές θεωρίες (που καλύπτουν ενιαία τα πιο αφηρημένα και γενικά και τα πιο συγκεκριμένα και ειδικά θέματα). Θεωρεί ότι αυτές οι θεωρίες είναι αυτονομιμοποιούμενες «μεγάλες διηγηματικές» (περίπου παραμύθια), όπως η διαλεκτική του πνεύματος, η ερμηνευτική του νοήματος, η απελευθέρωση του λογικού υποκειμένου ή της εργατικής τάξης ή η δημιουργία πλούτου. Αντίθετα, το μετα-μοντέρνο αρνείται κάθε ομοιογενοποιούσα, τρομοκρατική μετα-διηγηματική, προχωρώντας με την εισαγωγή νέων κινήσεων μέσα σε παλιά παιχνίδια ή εφευρίσκοντας νέα παιχνίδια κυρίως με τις λέξεις και τα νοήματα. Εν τέλει κάθε θεωρία νομιμοποιείται να διεκδικήσει την αλήθεια της και όλα αυτά είναι απλά παιχνίδια με τα νοήματα και τις λέξεις, ενώ δεν υπάρχει καμία αντικειμενική βάση επαλήθευσης.

Η μεθοδολογική βάση του μετα-μοντερνισμού είναι η αποδόμηση, δηλαδή η ριζική κριτική κάθε συνολικής θεωρίας και η αποκάλυψη των ιδεολογικών προκειμένων της και εν τέλει η αμφισβήτηση της καθολικής αλήθειας της. Tα θεμέλιά της βρίσκονται στη λεγόμενη «μετα-μοντέρνα κρίση». Υποτίθεται ότι οι παραδοσιακές προβιομηχανικές κοινωνίες χαρακτηρίζονταν από μια οργανική συνοχή του κόσμου. Aντίθετα ο μοντερνισμός – που ταυτίζεται με τη βιομηχανική κοινωνία – υφίσταται ρήγματα από τη διαφοροποίηση του σε αυτόνομες σφαίρες (μια θέση που έχει ήδη υποστηριχθεί από τους προηγηθέντες θεωρητικούς της μετα -βιομηχανικής κοινωνίας (Bell κλπ.)). Ο μοντερνισμός κατορθώνει να διατηρήσει τη συνοχή του χάρη σε έναν «ιμπεριαλισμό» της λογικότητας και μια ιδεολογία της προόδου, της καθολικότητας και συνέχειας η οποία παίρνει τη μορφή κάποιων «μεγάλων διηγηματικών». H διάλυση  αυτού του ενοποιητικού στοιχείου οδηγεί στη «μετα-μοντέρνα κρίση» και την έκρηξη της ασυνέχειας μέσα στη συνέχεια του μοντερνισμού. Η κατακρήμνιση της λογικότητας μαζί με την υπονόμευση του ρόλου και της βαρύτητας των υλικών σχέσεων ανοίγει το δρόμο για ένα γλωσσικά προσδιορισμένο «λόγο». Tα λεκτικά στοιχεία και όλη η ποικιλία των πιθανών διαπλοκών μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου αποκτούν τον καθοριστικό ρόλο. Tίποτα δεν υπάρχει χωρίς τη λεκτική του αντανάκλαση, το σημαινόμενο είναι άρρηκτα προσδεμένο στο σημαίνον του. Eπιπροσθετα, η αποδόμηση αμφισβητεί ακόμη και την αντιστοίχιση σημαίνοντος και σημαινομένου εφόσον, όπως υποστηρίζει ο Derrida, οι δύο αυτές κατηγορίες είναι εναλλάξιμες. Tο αποτέλεσμα είναι μια ρητή αποδοχή του σχετικισμού ή της προτασιακής μη-αποφασισιμότητας. H αποδόμηση επιδιώκει να αποφύγει οποιαδήποτε τελική προτασιακή δέσμευση, επειδή δεν αναγνωρίζει καμία ουσία των πραγμάτων (σε αντίθεση τόσο με την Εγελιανή όσο και την Μαρξιστική διαλεκτική ουσίας – μορφής). Η μορφή όχι μόνο αυτονομείται αλλά εξαλείφει την ουσία. Kατά τον Derrida η ύπαρξη και η αιώνια επανάληψη της διαφοράς κάνει κάθε ουσιώδες νόημα μη-αποφασίσιμο. Aυτή η σχεσιακή αλλά συγχρόνως μη-προσδιορίσιμη προσέγγιση αποτελεί ένα τυπικό δείγμα του μετα-μοντέρνου σχετικισμού. Tέλος η προτασιακή μη-αποφασισιμότητα συνδυάζεται με το μεθοδολογικό ατομισμό και την επικέντρωση στη μίμηση, την επανάληψη και τις συνήθειες ως τους μοχλούς δημιουργίας των λόγων και των κοινωνικών περιβαλλόντων (στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να υπενθυμιστεί ότι ο μετα-μοντερνισμός αρνείται την έννοια της κοινωνίας ως το συνολικό πλαίσιο). Tο τελικό μείγμα είναι μια εκλεκτικιστική προσφυγή στον ιστοριστικό σχετικισμό.

O Α.Callinicos διακρίνει δύο κύρια μετα-μοντερνιστικά ρεύματα. Tο πρώτο, του Lyotard, βασίζεται στην αναλυτική φιλοσοφία της γλώσσας. Tο δεύτερο ρεύμα είναι ο μετα-στρουκτουραλισμός, ο οποίος επίσης υποδιαιρείται σε δύο τάσεις υπο-ρεύματα. Ο κειμενισμός του Derrida – ο διάδοχος του κλασικού γερμανικού ιδεαλισμού – αρνείται την πιθανότητα του να διαφύγει κανείς ποτέ από το λεκτικό: ο λόγος δεν έχει εξω-λεκτικές παραπομπές και συμπεριλαμβάνει όλες τις πλευρές της πραγματικότητας. Aντίθετα οι Foucault, Deleuze και Guattari υποστηρίζουν μια εκδοχή «εγκόσμιου μετα-στρουκτουραλισμού» ο οποίος αποδέχεται μια συνάρθρωση του λεκτικού και του μη-λεκτικού και συνδέεται συνήθως με τις μετα-μαρξιστικές θεωρίες (αν και ο Lyotard, έχοντας θητεύσει στην ομάδα «Σοσιαλισμός ή Bαρβαρότητα», προτείνει μια παραλλαγή μετα-μαρξισμού).

Μετα-μαρξισμός ή η κακοποίηση του K.MARX

O μετα-μαρξισμός προέρχεται από τον αλτουσεριανό στρουκτουραλισμό και την κακοποίηση της θεωρητικής συνεισφοράς του Gramsci. Τυπικοί εκπρόσωποι του είναι οι Laclau και Mouffe. Ξεκινά αποτασσόμενος τον ουσιαστικισμό (δηλαδή την ύπαρξη μίας βασικής υποκρυπτόμενης ουσίας), ιδιαίτερα στην μορφή του υποτιθέμενου μαρξιστικού οικονομισμού. Έτσι οι δομικές – και ειδικότερα οι οικονομικές – σχέσεις εξοβελίζονται, υποβαθμίζονται, ή σχετικοποιούνται και, αντίθετα, ο λόγος και η ιδεολογία αναλαμβάνουν τον πρωταρχικό ερμηνευτικό ρόλο. Εν τέλει, δεν υπάρχουν υλικές και ταξικές σχέσεις παρά μόνο γλωσσικά κατασκευασμένες ιδέες για αυτές.

O Ρ.Anderson έχει δώσει μια εξαιρετικά ακριβή περιγραφή της κοινής καταγωγής και της θεωρητικής και προσωπικής συνέχειας που συνδέει το στρουκτουραλισμό με το μετα-στρουκτουραλισμό. Πρώτον, η γλωσσολογία είναι η κοινή γενεσιουργός περιοχή τους, πράγμα που οδηγεί στην υπερτίμηση της γλώσσας. Δεύτερον, αυτή η κοινή απολυτοποίηση της γλώσσας οδηγεί στην αραίωση της αλήθειας. H επισφαλής ισορροπία μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, η οποία ήταν έμφυτη στη στρουκτουραλιστική γλωσσολογία, έκανε προβληματική οποιαδήποτε πιθανότητα της αλήθειας ως μιας αντιστοίχησης προτάσεων και πραγματικότητας. Aυτό, με τη σειρά του, συνεπαγόταν μια κρίσιμη εξασθένιση της βαρύτητας της αιτιότητας, καθώς ακόμη και όταν γινόταν δεκτή ποτέ δεν απόκτησε πειστική κεντρικότητα. Tο συνεπακόλουθο ήταν η τυχαιοποίηση της ιστορίας. Eξαιτίας της αποδυνάμωσης της αιτιότητας δημιουργήθηκε ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των γενικών νόμων και αιτιών και των γεγονότων. Έτσι προέκυψε το παράδοξο ο αρχικός απόλυτος ντετερμινισμός να καταλήξει σε μια τελική ολοκληρωτική συγκυριακότητα. Όλα αυτά τα θέματα βρίσκονται στην καρδιά του διαβόητου αινίγματος δομής – υποκειμένου και έχουν ήδη διανοίξει το δρόμο για το μετα-στρουκτουραλισμό. Xρειάζεται μόνον η αναπόφευκτη αμφισβήτηση της αξίας και της βαρύτητας της διάκρισης σημαίνοντος – σημαινομένου ώστε να πυροδοτηθεί μια αλυσιδωτή αντίδραση που οδηγεί στο μετα-στρουκτουραλισμό. Mε λίγα λόγια, ο τρόπος με οποίο ο στρουκτουραλισμός μορφοποίησε και πίστεψε ότι έλυσε το αίνιγμα αυτό περιείχε τους σπόρους για τη μετέπειτα ανατροπή το στην ίδια την αντίθεσή του, το μετα-στρουκτουραλισμό.

Όπως έδειξε η Ε.Wood, αυτή η τροχιά από το στρουκτουραλισμό πήρε σάρκα και οστά στο ταξίδι ορισμένων διανοουμένων από τον αλτουσεριανισμό στο μετα-μαρξισμό. Πρόδρομος της πορείας αυτής ήταν ο Πουλαντζάς. Kατά τους θεωρητικούς αυτούς η ερμηνευτική πρωταρχικότητα του λόγου εδράζεται στην  αυτονόμηση της ιδεολογίας και της πολιτικής από την οικονομία, η οποία ολοκληρώνεται από την τυχαιοποίηση της ιστορίας, και της πολιτικής. H πρώτη θέση συνεπάγεται ότι τα λεκτικά στοιχεία παύουν να προσδιορίζονται, έστω και κατά την τελευταία βαθμίδα, από την οικονομία. Aυτό είναι αναπόσπαστο κομμάτι της αντι-ουσιαστικιστικής και αντι-υπαγωγικής σταυροφορίας τους και της αναζήτησής της «ανοικτότητας» της θεωρίας. Aφετέρου, η τυχαιοποίηση της ιστορίας και της πολιτικής εγκαινιάζει την προσφυγή στον ιστορικισμό. Tο αποτέλεσμα είναι ένα αδέξιο υβρίδιο ενός (υπονοούμενου) απόλυτου ντετερμινισμού και μιας απόλυτης συγκυριακότητας, με την έμφαση στην τελευταία. Aκολουθώντας το αλτουσεριανό παρελθόν τους, οι Laclau και Mouffe θεωρούν τις δομές και τους νόμους κατά ένα στατικό, άκαμπτο και μη-διαλεκτικό τρόπο (αντάξιο πράγματι του μηχανιστικού ντετερμινισμού) ο οποίος, με τη σειρά του, τους διευκολύνει – αλλά κάτω από τη νέα σημαία του μετα-στρουκτουραλισμού πλέον – να απορρίψουν δομές και νόμους προς χάριν της απροσδιορισιμότητας του ιστορικά συγκεκριμένου.

Ορισμένα συγγενή ρεύματα

Μερικοί στην επιστημονική και πολιτική Αριστερά προσπάθησαν να προτείνουν μία σύμφυση του Μαρξισμού με τον μετα-μοντερνισμό. Σύνηθες όχημα αυτής της απόπειρας είναι η αντίληψη ότι μπορεί ο μετα-μονερνισμός να πηγαίνει δεξιά αλλά δίνει μία σωστή ερμηνεία του σύγχρονου καπιταλισμού.

Έτσι μία σειρά θεωρίες (π.χ. η Γαλλική Ρύθμιση, τα κουρέλια της Νεγκρικής αυτονομίας) δανείζονται ανοικτά στοιχεία του. Κεντρικό στοιχείο όλων αυτών των θνησιγενών υβριδίων είναι η αυτονόμηση της πολιτικής και της ιδεολογίας από τις κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις και η εξίσου – εάν όχι η προτεραιοποίηση – της σημασίας τους. Παραδείγματος χάριν, ο Lash, προτείνοντας μια πολιτική οικονομία του μετα-μοντερνισμού, θεωρεί ότι ένα «καθεστώς σήμανσης» συναρθρώνεται με ένα «καθεστώς συσσώρευσης». Ο «μετα-φορντισμός» ή «ανοργάνωτος καπιταλισμός» θεωρείται η νέα ανασυγκροτημένη μορφή καπιταλισμού, που στρέφεται από τη μαζική παραγωγή και κατανάλωση προς τις υπηρεσίες και την πληροφορία, την ευλύγιστη παραγωγή και την εξειδικευμένη κατανάλωση. Η εργατική τάξη συρρικνώνεται και κατακερματίζεται, η αντίσταση επιμερίζεται σε αποκεντρωμένα κοινωνικά κινήματα και ο ατομισμός επανακάμπτει. Το νέο καθεστώς συσσώρευσης μετατρέπεται εν τέλει σε ένα καθεστώς σήμανσης, επειδή τα μέσα παραγωγής και οι παραγωγικές σχέσεις γίνονται ολοένα και περισσότερο πολιτιστικής υφής. Οι παραγωγικές σχέσεις δεν διαμεσολαβούνται πλέον τόσο από υλικά μέσα παραγωγής αλλά είναι ζητήματα λόγου και επικοινωνίας μεταξύ του management και των εργατών (ποιοτικοί κύκλοι, ομαδικές ενημερώσεις κλπ.)

Στο πολιτικό επίπεδο τα υβρίδια αυτά οδηγούν σε δεξιές στροφές που ξεκινούν από την υποστήριξη των Άγγλων οπαδών της Ρύθμισης στον Blair, το πέρασμα του Lipietz από τον σκληρό Μαοϊσμό στους δεξιούς Γάλλους Πράσινους ή τα τελευταία φληναφήματα του Negri για καλές πλευρές της παγκοσμιοποίησης και τα κλαψουρίσματα για την αδιαφορία της Ιταλικής Αριστεράς απέναντι στο προσωπικό του πρόβλημα (και μάλιστα μετά την άθλια στάση του στην περίοδο των μολυβένιων χρόνων).

Ένα επίσης ισχυρό «σημείο πώλησης» του μετα-μοντερνισμού σε πελαγωμένα τμήματα της Αριστεράς σε αναζήτηση ταυτότητας (και με αντίστοιχη με αυτόν κοινωνική βάση) είναι η προβολή της αποδόμησης στην κατάσταση της εργατικής τάξης. Συγκεκριμένα ότι σήμερα η εργατική τάξη κατακερματίζεται. Βέβαια, ξεχνούν συνήθως ότι ο μετα-μοντερνισμός προσθέτει ότι ουσιαστικά έρχεται το ολοκληρωτικό τέλος της εργασίας. Όμως και η ήπια πρώτη εκδοχή έχει σοβαρά προβλήματα. Κατ’ αρχήν η μείωση του εργατικού προσωπικού ανά επιχείρηση έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τις διαδικασίες της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης ενώ σε μία άλλη μελλοντική φάση ανάπτυξης του οικονομικού κύκλου μπορεί να αλλάξει. Δεύτερον, μπορεί να πολλαπλασιάζονται οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις αλλά συνολικά η εργατική τάξη αυξάνει καθώς άλλα κοινωνικά στρώματα τείνουν στην προλεταριοποίηση.

Το μεγαλύτερο όμως σφάλμα είναι ότι παραβλέπεται ότι η μετα-μοντέρνα αποδόμηση συγκαλύπτει πλήρως τον στρατηγικό χαρακτήρα και το ενιαίο της κίνησης του κεφαλαίου. Καθώς όλα θεωρούνται παιχνίδια με τα σύμβολα και τις λέξεις και οι πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί είναι βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα εξίσου βραχύβιων και εν πολλοίς τυχαίων επιλογών δεν μπορεί να αναγνωρισθεί η βαθύτερη ενότητα της καπιταλιστικής τάξης, Η μετα-μοντέρνα μυωπία δεν μπορεί να δει ότι πίσω από τους ενδοκαπιταλιστικούς σκυλοκαβγάδες υπάρχει και τελικά επιβάλλεται η ενοποίηση της τάξης τους απέναντι στον μεγάλο εχθρό της, τον κόσμο της εργασίας. Η ενοποίηση αυτή επιβάλλει την ηγεμονία ορισμένων καπιταλιστικών μερίδων επάνω σε άλλες αλλά το κύριο είναι – και αυτό εξασφαλίζει και την συμπόρευση των ηγεμονευόμενων μερίδων – ότι εγγυάται σε όλους την διασφάλιση και την καλύτερη δυνατή διαχείριση των συνολικών στρατηγικών συμφερόντων της αστικής τάξης.

Για μία μετα-μοντέρνα και μετα-μαρξιστική πολιτική;

Η πολιτική προτασεολογία του μετα-μοντερνισμού συνίσταται σε μεγαλόσχημες διακηρύξεις ασημαντοτήτων, (π.χ. η έκκληση του Lyotard για δημόσια πρόσβαση στις τράπεζες δεδομένων) ή ψυχαναλυτικές ρήσεις (όπως η επίκληση της ανθρώπινης επιθυμίας από τους Deleyze και Guattari).

Ο μετα-μαρξισμός κάνει μία πιο φιλόδοξη προσπάθεια. Ο Laclau συναντά τον Lyotard και το λεγόμενο «μετα-στρουκτουραλισμό της αντίστασης» όπως και τις ριζοσπαστικές παραλλαγές,των θεωριών της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας (όπως αυτή του Gorz). Eνω ο μετα-μοντέρνος ντιλεταντισμός ταυτίζει θριαμβικά την πολιτιστική avant-garde με την αντίσταση στο σύστημα, ο Laclau – πιο σεμνά – τοποθετεί γλωσσικά πληροφορούμενα ηγεμονικά μπλοκ και στρατηγικές στην καρδιά του σοσιαλιστικού σχεδίου. H εργατική τάξη και η ταξική πολιτική απορρίπτονται και υποκαθίστανται από κάποια μορφή ηγεμονικής ή πολιτιστικής πολιτικής οργανωμένης βάσει της αμφίβολης έννοιας της διαφοράς, κάποιων περιβαλλοντικών και αισθητικών ευαισθησιών και των «νέων κοινωνικών κινημάτων». Yπάρχει επίσης μια αξιοσημείωτη ομοιότητα, αν όχι ταυτότητα, μεταξύ της ηγεμονικής πολιτικής του Laclau και των μετα-μοντέρνων επικλήσεων για ευρείες πολυσυλλεκτικές συναινέσεις (τις οποίες ο Lyοtard θεωρεί ως πρόσκαιρα και καθαρά λογικά συμβόλαια) βασισμένες σε ένα εξαιρετικά διαφορετικό κοινό.

Το κεντρικότερο όμως στοιχείο της μετα-μοντέρνας και μετα-μαρξιστικής πολιτικής είναι το τέλος των τάξεων και φυσικά το τέλος της απελευθερωτικής κεντρικότητας της εργατικής τάξης. Το νέο απελευθερωτικό υποκείμενο η συγκυριακή άθροιση των υποτιθέμενα νέων κοινωνικών κινημάτων. Το εργατικό κίνημα είναι ένα από αυτά και σε καμία περίπτωση το κεντρικό. Άλλωστε είναι ύποπτο για αγραμματοσύνη, οικονομισμό και ενσωμάτωση στο σύστημα.

Στο επίπεδο της πολιτικής οργάνωσης σηματοδοτεί το τέλος του κομμουνιστικού κόμματος. Δεν χρειάζεται μία οργάνωση που να ενοποιεί την ιδεολογία, το πρόγραμμα και τα άμεσα μέτωπα πάλης με βάση μία ενότητα στρατηγικής – τακτικής. Αυτά θεωρούνται αυταρχικά ολοκληρωτικά προτάγματα, κατάλοιπα της βιομηχανικής μοντερνικότητας. Αυτό που χρειάζεται είναι μία συνομοσπονδία οργανώσεων κοινωνικών κινημάτων, η κάθε μία με τις πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές ιδιομορφίες. Όλα αυτά μπορούν να συνενώνονται μόνο σε ένα άμεσο πολιτικό πρόγραμμα (συνήθως εκλογικής καταγραφής) και κυρίως στην βάση του «να κάνουμε πολιτική» στην βάση του βλέποντας και κάνοντας, χωρίς πιο μακροπρόθεσμες στοχεύσεις. Στην καλύτερη περίπτωση μπορούν όλα αυτά να επικαλύπτονται από ένα γενικόλογο και θολό αντικαπιταλισμό, που όμως ελάχιστα τελικά καθορίζει την πολιτική στόχευση και πρακτική τους, καθώς δεν μπορεί να γίνει συγκεκριμένος. Βέβαια η τελική κατάληξη έχει πλέον φανεί. Είναι ένας χυδαίος κοινοβουλευτισμός και η πλήρης ενσωμάτωση στο σύστημα και μάλιστα συχνά σαν «τα παιδιά για τις πιο βρώμικες δουλειές». Η πορεία των Γερμανών Πράσινων είναι ένα κλασικό παράδειγμα. Ιδιαίτερα μάλιστα στις πιο μαχητικές εκφάνσεις της, όπως αυτή του Νεγκρικού «στρατηγού οδομαχιών» Γιόσα Φίσερ ή του άλλου μεγάλου πάπα του αριστερισμού Ντανιέλ Κον-Μπετίτ.

Σήμερα ο μετα-μαρξισμός και ο μετα-μοντερνισμός έχουν χάσει σχεδόν όλη την αίγλη τους καθώς ούτε νέοι είναι πλέον και έχουν δείξει το πραγματικό τους πρόσωπο. Στην χώρα μας όμως, που ως γνωστόν ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα και βασιλεύει η γνωσιακή καθυστέρηση, είτε από επίσημους κονδυλοφόρους αντιγραφείς απόψεων εξ Εσπερίας είτε από καθυστερημένα τμήματα της Αριστεράς (ιδιαίτερα από τους χώρους της «ανανεωτικής» αριστεράς και του παλιού εξωκοινοβουλίου) προσφέρεται σήμερα ξαναζεσταμένο αυτό το πιάτο. Αυτό όμως που χρειάζεται η Αριστερά και το εργατικό κίνημα δεν είναι ένα άσκοπο και καθυστερημένο περιτριγύρισμα σε ξεθυμασμένες παραδόσεις αλλά το γόνιμο προχώρημα του Μαρξισμού. Άλλωστε έχει και την παράδοση, και τα εργαλεία και την δυναμική για κάτι τέτοιο.

Advertisement

Αυταρχισμός και νέες οικονομικές σχέσεις

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας
άρθρο στην εφημερίδα
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 8-5-2001
Η προώθηση του νέου υποτιθέμενα «αντι-τρομοκρατικού» νόμου, το κυοφορούμενο νομοσχέδιο για τον ασφυκτικό περιορισμό των διαδηλώσεων καθώς και μια σειρά άλλα αυταρχικά μέτρα που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προωθεί – ουσιαστικά σε αγαστή συνεργασία με την αξιωματική αντιπολίτευση- έχουν δίκαια πυροδοτήσει τη συζήτηση για το πού βαδίζει το δημοκρατικό σύστημα. Και αυτό γιατί είναι ίσως προφανές ακόμη και για τους πιο αφελείς ότι μια σειρά παραδοσιακές δημοκρατικές ελευθερίες αλλά και κατακτημένα λαϊκά δικαιώματα ουσιαστικά φαλκιδεύονται.

Μπροστά σε αυτά τα άκρως ανησυχητικά φαινόμενα είναι ίσως χρήσιμο να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις. Πολλοί ερμηνεύουν αυτή την ένταση του αυταρχισμού, τη δημιουργία μιας ουσιαστικά αυταρχικής δημοκρατίας, ως αποτέλεσμα κάποιων σημαντικών αλλά συγκυριακών γεγονότων (π.χ. Ολυμπιάδα) ή και στην παρέμβαση ισχυρών ξένων κέντρων (ΗΠΑ, Ε.Ε. κ.λπ.). Παρ’ όλο που αναμφισβήτητα τέτοια στοιχεία έχουν παίξει έναν κρίσιμο ρόλο, τουλάχιστον στη χρονική στιγμή και στη μορφή των σχετικών ρυθμίσεων, οι τελευταίες δεν είναι συγκυριακές ενέργειες, αλλά απηχούν πολύ βαθύτερα συμφέροντα και τάσεις.

Η ιστορική περίοδος που διανύουμε είναι μια μεταβατική εποχή, όπου το καπιταλιστικό σύστημα -έχοντας ήδη πίσω του σχεδόν μια τριακονταετία από το ξέσπασμα της μεγάλης δομικής κρίσης του 1973- δοκιμάζει να εγκαινιάσει μια νέα σελίδα στην πορεία του. Βασικό στοιχείο αυτής της νέας εποχής του κεφαλαίου είναι η προσπάθεια υπέρβασης των δομικών προβλημάτων της προηγούμενης περιόδου και ιδιαίτερα η ριζική ανάταξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Η τελευταία περνά κυρίως μέσα από την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Στην κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα, τις δύο προηγούμενες δεκαετίες, ιδιαίτερα σε ορισμένα κρίσιμα πεδία. Είναι σχεδόν κοινή διαπίστωση σήμερα ότι έχει ουσιαστικά αυξηθεί ο πραγματικός χρόνος εργασίας του μέσου εργαζόμενου -υπερβαίνοντας ακόμη και τυχόν μειώσεις του νόμιμου χρόνου εργασίας- και ότι ταυτόχρονα έχει εντατικοποιηθεί δραστικά η εργασία του· και όλα αυτά σε συνδυασμό με την περιστολή των μισθών. Ολα αυτά, που έγιναν εφικτά χάρη στην ήττα του εργατικού κινήματος, έχουν συμβάλει δραστικά στην ανάκαμψη της καπιταλιστικής συσσώρευσης, χωρίς όμως ακόμη να έχουν επιτύχει την επίλυση όλων των δομικών προβλημάτων που τη διαπερνούν και φυσικά χωρίς να έχουν κατορθώσει να εγκαινιάσουν μια νέα «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού (όπως πολύ ανάγλυφα δείχνει η κατάρρευση της ιδεολογικής φούσκας της λεγόμενης «νέας οικονομίας»).

Χρειάζονται ακόμη πολλές δομικές αλλαγές (ιδιαίτερα όσον αφορά τη ρύθμιση του χρόνου εργασίας αλλά και ορισμένα άλλα κρίσιμα ζητήματα, όπως το νέο ρόλο του κράτους, όπου ο νεοφιλελευθερισμός έχει αποτύχει δραματικά) για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.

Είναι φανερό στους κυρίαρχους κύκλους ότι αυτό το νέο τοπίο στις σχέσεις εργασίας – κεφαλαίου εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την καθεστηκυία τάξη. Η δραματική επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας μπορεί να αποτελέσει εστία γένεσης ισχυρών κοινωνικών εκρήξεων, ιδιαίτερα όταν οι πολιτικοί διαχειριστές τους τείνουν να χάσουν οποιαδήποτε σημαντική διαφορά μεταξύ τους και συνεπώς η ικανότητα ενσωμάτωσης των λαϊκών αντιδράσεων μπορεί να διακυβευθεί επικίνδυνα.

Η ένταση των κρατικών αυταρχικών ρυθμίσεων και της καταστολής έχει να κάνει κυρίως με αυτά παρά με το φόβο κάποιων «άγριων» μειοψηφιών.

Η κατεύθυνση αυτή υπαγορεύεται τόσο από εσωτερικά συμφέροντα και κέντρα όσο και από διεθνείς σχέσεις. Η ελληνική καθεστηκυία τάξη επέλεξε συνειδητά να ενταχθεί σε διεθνείς αυταρχικούς μηχανισμούς, όπως το Σένγκεν, ακόμη και εάν αυτό συνεπαγόταν τη μερική ενίσχυση του ρόλου ξένων κέντρων. Και αυτό γιατί μπορεί να έχει εκχωρήσει κάποιους βαθμούς ελευθερίας κίνησης σε ξένα κέντρα, αλλά ταυτόχρονα έχει αναβαθμίσει ριζικά τη δυνατότητα ελέγχου και καταστολής του μεγαλύτερου αντιπάλου της, του δικού της «εσωτερικού εχθρού», δηλαδή των εκμεταλλευόμενων τάξεων και στρωμάτων.

Ορισμένοι εναντιώνονται στα μέτρα αυτά από τη σκοπιά της προάσπισης των δικαιωμάτων κάποιων εξεγερμένων μειοψηφιών («συνήθεις ύποπτοι» κ.λπ.) και περιορίζονται να υπερασπίζονται τα δημοκρατικά δικαιώματα των μειοψηφιών αυτών υποστηρίζοντας ότι η περιστολή τους θα θίξει ίσως και τα δικαιώματα του υπόλοιπου πληθυσμού. Πρόκειται για μια ατελέσφορη στάση. Οι εξεγερμένες μειοψηφίες -όσο έντιμες και εάν είναι μερικές φορές οι προθέσεις και οι ενέργειές τους – δεν αποτελούν το βασικό κίνδυνο για το νεο-εγκαθιδρυόμενο πλαίσιο σχέσεων κεφαλαίου – εργασίας. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι περιπτώσεις που ουσιαστικά χρησιμοποιούνται από γνωστά κέντρα του συστήματος ακριβώς για να δικαιολογήσουν την επιβολή αυταρχικών ρυθμίσεων. Ο κύριος κίνδυνος είναι η μεγάλη εργαζόμενη πλειονότητα και γι’ αυτό όλα αυτά τα μέτρα έχουν ουσιαστικά προληπτικό παρά κατασταλτικό χαρακτήρα: να «συνετίσουν», να απαγορεύσουν και να απομονώσουν επικίνδυνες τάσεις. Πάνω απ’ όλα να προλάβουν οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει στην αμφισβήτηση του νέου δεσποτισμού του κεφαλαίου μέσα στο εργοστάσιο και στην παραγωγή.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους είναι μάλλον μυωπικό να εστιαστεί η αντιπαράθεση στο νέο κύμα αυταρχισμού, στη διατήρηση του προϋπάρχοντος θεσμικού πλαισίου και στις δημοκρατικές εγγυήσεις που αυτό τουλάχιστον παρείχε. Το καπιταλιστικό σύστημα δεν εγκαταλείπει τη δημοκρατική μορφή, που το ίδιο δημιούργησε στην αυγή των μεγάλων επαναστάσεών του αλλά και κάτω από την πίεση των διεκδικήσεων του εργατικού κινήματος, αλλά σίγουρα περιστέλλει σημαντικές πλευρές. Οταν το ίδιο το σύστημα που το γέννησε αλλάζει βασικές πλευρές του πολιτικού και δικαιικού συστήματός του είναι ουτοπικό κάποιος -ιδιαίτερα ο κόσμος της εργασίας- να προσπαθήσει να τις διασώσει. Αντιθέτως, αυτό το οποίο προβάλλει πλέον ολοένα και πιο καθαρά ως ουσία του σύγχρονου προβλήματος δημοκρατίας είναι αυτό που ήδη κάποιες μειοψηφικές ριζοσπαστικές φωνές είχαν επισημάνει στο απόγειο των αστικών επαναστάσεων: το κοινωνικό ζήτημα, το ότι δεν μπορείς να είσαι πολιτικά ελεύθερος εάν δεν είσαι πολιτικά ίσος, αλλά και ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πολιτική ισότητα εάν δεν υπάρχει κοινωνική και οικονομική ισότητα. Αυτή η μεγάλη αλλά και μη επιλύσιμη αντίφαση διαπερνά τα θεμέλια της αστικής δημοκρατίας – τόσο στις λαμπρές δημοκρατικές όσο και στις μαύρες αυταρχικές περιόδους της. Το πρόβλημα της δημοκρατίας υπερβαίνει ολοένα και πιο φανερά τις κοινοβουλευτικές αίθουσες και περνά τις πόρτες του εργοστασίου. Γι’ αυτό άλλωστε και η ανατροπή των σημερινών αυταρχικών ρυθμίσεων δεν μπορεί να τελεσφορήσει παρά μόνο εάν γίνει κατανοητό ότι αφορά την εργαζόμενη πλειονότητα και αποτελέσει ζήτημα των δικών της διεκδικήσεων.


ΟΝΕ και πραγματική σύγκλιση

ΟΝΕ και πραγματική σύγκλιση

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

άρθρο  στην εφημερίδα

ΠΡΙΝ 20-3-2001

Η έλευση του ευρώ αποδεικνύεται σαν κάτι παρόμοιο με γύρο «στημένου» χαρτοπαιγνίου. Η κυρίαρχη τάξη και το κάθε λογής υπηρετικό προσωπικό της προσέλκυσε τα επίδοξα θύματα – εν προκειμένω την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα – σε αυτό το «στημένο» παιχνίδι υποσχόμενη παχυλά κέρδη με την έλευση του ευρώ. Έτσι διεκδικήσεις περιορίσθηκαν, αγώνες ξεπουλήθηκαν, φωνές διαμαρτυρίας καταπνίχθηκαν και το βιοτικό επίπεδο και οι συνθήκες εργασίας χειροτέρευσαν στο όνομα του.

Τώρα όμως που το ευρώ επιτέλους έφθασε μία ανησυχία φαίνεται να καταλαμβάνει τους πάντες. Για τους ηγεμονευόμενους γίνεται πλέον φανερό – και μάλιστα με τον επώδυνο τρόπο της απαίτησης νέων θυσιών – ότι τίποτα από ότι τους υποσχέθηκαν δεν βγαίνει αληθινό. Οι λόγοι ανησυχίας δεν είναι λίγοι. Αρχίζουν από τα μικρά προβλήματα της προσαρμογής σε νέες λογιστικές μονάδες και υποδιαιρέσεις, που είναι κατάλληλες για την γερμανική και γαλλική πραγματικότητα αλλά όχι για την ελληνική. Περνούν στο κύμα κερδοσκοπικών ανατιμήσεων που έχει ήδη αρχίσει να «δαγκώνει» τα λαϊκά εισοδήματα και που ήταν γνωστό εκ των πρότέρων, άλλο αν κυβερνώντες και ΜΜΕ τόσο φιλότιμα προσπάθησαν να το αποκρύψουν. Μάλιστα μόλις ανακοινώθηκαν τα πρόσφατα στοιχεία για την σημαντική αύξηση του πληθωρισμού τα γνωστά δημοσιογραφικά «παπαγαλάκια» έσπευσαν κατ’ εντολήν να την αποδώσουν «στην αύξηση της τιμής των οπωροκηπευτικών λόγω της πρόσφατης αναπάντεχης κακοκαιρίας». Και εν τέλει – γι’ αυτούς που βλέπουν πιο μακριά – οι λόγοι ανησυχίας συγκεφαλαιώνονται στην απαίτηση νέων θυσιών και μακρόχρονης λιτότητας για να διατηρηθεί και βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα και να ακολουθηθούν οι δεσμεύσεις του Συμφώνου Σταθερότητας.

Αντίστοιχη όμως ανησυχία φαίνεται να καταλαμβάνει και τους ηγεμόνες καθώς ένας εξαιρετικά πολύτιμος μύθος – το «θα γίνουμε ευρωπαίοι» και «θα έχουμε ισχυρό νόμισμα» (και ας έχει κατρακυλήσει το ευρώ έναντι του δολαρίου δραματικά για μία μακρά περίοδο) – πλέον τελειώνει. Μάλιστα, η απώλεια αυτού του χρησιμότατου εργαλείου πειθαναγκασμού των εργαζόμενων έρχεται σε μία περίοδο που οξύνεται η καπιταλιστική κρίση και οι ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί και το μέλλον αρχίζει να γίνεται ζοφερό όχι μόνο για αδύναμα αλλά ακόμη και για μεσαία και δυναμικά κεφάλαια. Ένας νέος μύθος χρειάζεται κατεπειγόντως που να μπορεί να κάνει τους «κάτω» να ελπίζουν σε μία νέα ανάσταση. Έτσι, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι απολογητές του συστήματος εξαγγέλουν – οι πρώτοι θετικά, οι δεύτεροι σαν αντικείμενο «αγωνιστικής διεκδίκησης» – την πραγματική σύγκλιση με τις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ.

Έτσι, ο κ.Χριστοδουλάκης προβλέπει ότι το 2006 θα φθάσουμε στο 80-85% του μέσου εισοδήματος της ΕΕ, αντί του 100% που έταζε στις εκλογές του 2000 η κυβέρνηση του (και τα αντίστοιχα μυθοπλαστικά μοντελάκια διάφορων κυβερνητικών ομοτράπεζων και συμβουλατόρων). Βέβαια υπάρχουν ορισμένα κρίσιμα προαπαιτούμενα για αυτή την σύγκλιση που ακολούθως «ανάλαφρα» πετιούνται στο τραπέζι: η παραγωγικότητα της εργασίας πρέπει να αυξάνει 2% παραπάνω από την αντίστοιχη της ΕΕ. Και φυσικά αυτή η μάλλον εξωφρενική αύξηση δεν πρέπει να διασπαθίζεται σε μισθολογικές αυξήσεις αλλά να υποστηρίζει την άνοδο της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού κεφαλαίου. Δηλαδή, σε απλά ελληνικά, ακόμη και αν παίρνουν οι εργαζόμενοι ένα μέρος αυτής της αύξησης μέσω μισθολογικών αυξήσεων αυτό πρέπει να υπολείπεται σημαντικά του συνόλου.

Πριν προχωρήσει κανείς να εξετάσει όλα αυτά τα επιχειρήματα είναι χρήσιμο να συζητήσει την ίδια την υπόθεση της «σύγκλισης». Τα ορθόδοξα Οικονομικά υποστηρίζουν – με βάση κάποιες θεμελιακές ιδιότητες του βασικού νεοκλασικού μονοτομεακού μοντέλου μεγέθυνσης – ότι οι φτωχότερες οικονομίες αναπτύσσονται ταχύτερα από τις πλουσιότερες και συνεπώς προκύπτει μία διαδικασία σύγκλισης των επιπέδων ανάπτυξης τους. Αυτό το μέχρι πρότινος μάλλον ξεχασμένο θεωρητικό πόρισμα έχει γίνει προσφάτως εξαιρετικά δημοφιλές στην επιστημονική έρευνα και με βάση αυτό διάφοροι τύποι θεωριών και μοντέλων προτείνονται, άλλοτε αφορώντας μόνο την λεγόμενη πραγματική οικονομία και άλλοτε εμπλεκόμενα και με διεθνοποιημένα νομισματικά συστήματα. Βέβαια οι περισσότερες εμπειρικές έρευνες έχουν διαψεύσει την υπόθεση της σύγκλισης όχι μόνο μεταξύ χωρών αλλά ακόμη και μεταξύ περιοχών ή περιφερειών της ίδιας χώρας. Βέβαια ο Μαρξισμός – και μαζί του η καπιταλιστική πραγματικότητα – έχουν δείξει ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι οργανικό στοιχείο του καπιταλισμού. Απορρέει από την ίδια την «γενετική κλίμακα» του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού καθώς η επιδίωξη πρόσθετου κέρδους οδηγεί σε διαφορικούς ρυθμούς παραγωγικής ανάπτυξης και αυτοί εκφράζονται σε χωρικό επίπεδο με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης μεταξύ όχι μόνο κρατών αλλά και περιφερειών του ίδιου κράτους. Βέβαια, για το σύστημα όλα αυτά τα μυθοπλαστικά μοντελάκια σύγκλισης – εκτός της παραγωγής ακαδημαϊκής χαρτούρας – έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να αποτελέσουν ισχυρά ιδεολογικά όπλα.

Όμως, αφήνοντας κανείς στην άκρη την υπόθεση της συνολικής σύγκλισης, αξίζει να εξετάσει τους όρους υπό τους οποίους η ελληνική οικονομία μπορεί να προσεγγίσει τους βασικούς μέσους όρους της ΕΕ. Όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η αλματώδης αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και μάλιστα χωρίς αυτή να καλύπτεται, τουλάχιστον πλήρως, από μισθολογικές αυξήσεις. Αυτή υστέρηση σημαίνει ήδη μία κλοπή από τους εργαζόμενους.

Όμως αυτή η κλοπή είναι μεγαλύτερη από ότι φαίνεται στα εισοδηματικά μερίδια γιατί η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας σχεδόν πάντα συμβαδίζει με την εντατικοποίηση της εργασίας. Υπάρχουν ορισμένοι κυρίως ρεφορμιστές θεωρητικοί που υποστηρίζουν ότι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας δεν σημαίνει απαραίτητα και αύξηση της εκμετάλλευσης της. Θεωρητικά μπορεί να διαχωρισθεί η συμβολή της βελτίωση της παραγωγικότητας του εργάτη (το να επιτελεί αποτελεσματικότερα την δουλειά του) στην αύξηση της παραγωγής από αυτή της εντατικοποίησης της εργασίας. Όμως πρακτικά κανένας καπιταλιστής δεν είναι διατεθειμένος να αφήνει τους εργάτες του να «χαζολογάνε» από την στιγμή που θα επιτελέσουν ένα ορισμένο όγκο παραγωγής ούτε φυσικά θα μειώσει το ωράριο τους. Αντίθετα θα επιδιώξει να αυξήσει την παραγωγή του εντατικοποιώντας την εργασία τους. Συνήθως άλλωστε η αύξηση της παραγωγικότητας συμβαδίζει με αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας ή/και τεχνολογική αλλαγή. Στην περίπτωση αυτή αλλάζουν οι θέσεις εργασίας και τα εργασιακά καθήκοντα κάθε μίας. Σε αυτό το ανεξερεύνητο νέο έδαφος ο καπιταλιστής έχει ασύγκριτα περισσότερα πλεονεκτήματα να επιβάλλει μία εντατικότερη νόρμα δουλειάς.

Για όλους αυτούς τους λόγους δεν είναι καθόλου περίεργο ότι όχι μόνο οι εγχώριοι ιθύνοντες αλλά και τα διεθνή κέντρα προωθούν σαν αναγκαία βάση στήριξης του ευρώ την χειροτέρευση των εργασιακών σχέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών εκτίμησε ότι για να ενισχυθεί το ευρώ έναντι του δολαρίου πρέπει να απελευθερωθεί η αγορά εργασίας.

Για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά που θέλει να σέβεται το όνομα και τον εαυτό της δεν πρέπει να υπάρχει καμία ψευδαίσθηση: η «σύγκλιση» τους σημαίνει την ακόμη μεγαλύτερη ουσιαστική «απόκλιση» των εργαζομένων από τα επίπεδα εργασίας και διαβίωσης που ο μόχθος τους δημιουργεί και επιτρέπει να μπορούν να απολαμβάνουν. Γι’ αυτό δεν πρέπει να εγγράψει στις σημαίες της το όραμα μίας ψευδεπίγραφης και αλλότριας «πραγματικής σύγκλισης» αλλά τους αγωνιστικούς στόχους μίας ανατρεπτικής εργατικής απόκλισης από τα καπιταλιστικά κελεύσματα.