Tag Archives: Ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις

Ο I.I.RUBIN ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο I.I.RUBIN ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θέσεις νο.44, 1993

Στ. Μαυρουδέας

Ι. Προλογος

Το εργο του Isaac Il’ich Rubin αποτελει σημερα μια απο τις βασικοτερες πηγες αναφορας στην συγχρονη Μαρξιστικη Πολιτικη Οικονομια* ιδιαιτερα σε ζητηματα της Θεωριας της Αξιας, της Μαρξικης μεθοδολογιας καθως και ερμηνειας της πορειας αναπτυξης του Μαρξικου εργου. Προκειται για μια ευπροσδεκτη, εστω και καθυστερημενα, ανακαλυψη. Ο Rubin μελετησε και εδρασε στην περιοδο που σημαδευτηκε απο την Οκτωβριανη Επανασταση και οι θεσεις του ηταν εξεχοντως σημαντικες στις πρωτες – και βιαια τερματισμενες απο τον σταλινικο μεσαιωνα – σοβιετικες συζητησεις πανω στην Μαρξιστικη θεωρια και την θεωρια της μεταβασης. Οι συνεισφορες των αντιπαραθεσεων αυτων αποτελουσαν κυριολεκτικα μια υποδειγματικη ενοτητα θεωριας και πολιτικης εν τω γιγνεσθαι και οι συμβολες τους ειναι πρωτοπορειακες ακομη και σημερα. Η ηττα της επαναστατικης κατευθυνσης της Οκτωβριανης Επαναστασης και η επικρατηση του σταλινικου ιστορικου συμβιβασμου – της ιδιομορφης συμφυσης μιας τυπολατρικης επαναστατικης φρασεολογιας με την διολισθηση σε αντιδραστικες και συντηρητικες λυσεις για την οργανωση της οικονομιας και της κοινωνιας – συνεπιφερε τον τερματισμο των προβληματισμων αυτων και την εξαλειψη των ιχνων τους. Η επανανακαλυψη αυτων των κυριολεκτικα «χαμενων συνεισφορων του ’20 και του ’30» και εργων οπως των Preobrazhensky, Bukharin, Pashukanis, Rubin κ.α. αποτελει ενα θετικοτατο βημα για τον συγχρονο Μαρξισμο.

O Rubin γεννηθηκε το 1896. Ενταχθηκε σε πολυ νεαρη ηλικια στο εργατικο κινημα προσχωροντας στην Bund οπου και εγινε μελος της Κεντρικης Επιτροπης της. Αργοτερα συνταχθηκε με τους Μενσεβικους και εκλεχθηκε στην Κεντρικη Επιτροπη τους το 1920. Σπουδασε νομικα και τα βιβλια του για τον συμβιβασμο, την διαιτησια και την ασφαλιση ανεργιας εκδοθηκαν απο το Σοβιετ της Μοσχας το 1917-18. Φυλακισθηκε απο την GPU το 1923-24 κατα τις συλληψεις των Μενσεβικων. Μετα την αποφυλακιση του εγκατελειψε την πολιτικη του δραστηριοτητα και επικεντρωθηκε στις ακαδημαϊκες μελετες και διδασκαλια. Κατα την περιοδο 1926-30 εργασθηκε ως ερευνητης στο Ινστιτουτο Marx-Engels υπο τον Ryazanov. Στο διαστημα αυτο δημοσιευσε μια σειρα βιβλια οπως τα «Συγχρονοι Οικονομολογοι στην Δυση», «Οι Κλασσικοι της Πολιτικης Οικονομιας απο τον 17ο εως τα μεσα του 19ου αιωνα», «Ιστορια της Οικονομικης Σκεψης», «Ιστορια των Ταξικων Αγωνων», «Δοκιμια πανω στην Θεωρια της Αξιας του Marx» και ηταν συνεκδοτης στα «Θεμελιακα Προβληματα της Πολιτικης Οικονομιας». Ιδιαιτερα σημαντικη ηταν η απηχηση των αποψεων του κατα την περιοδο της NEP οταν το ερωτημα της εφαρμογης του νομου της αξιας στον σοσιαλισμο ηταν στο επικεντρο των θεωρητικων αλλα και πολιτικων αντιπαραθεσεων.

Κατα την διαρκεια των σταλινικων εκκαθαρισεων της ενωμενης αντιπολιτευσης και με προσχημα την παλαιοτερη ενταξη του στους Μενσεβικους συνεληφθη τον Δεκεμβριο του 1930 και περιληφθηκε στην δικη των Μενσεβικων τον Μαρτιο του 1931 με φαιδρες, αντιφατικες και ψευδεις κατηγοριες και αποδειξεις. Ομως ο Rubin, οπως και οι αλλοι κατηγορουμενοι εκανε μια πληρη ομολογια της «ενοχης» του – μια ομολογια που αποκτηθηκε μεσω φυσικων και πολιτικων πιεσεων (δες Medvedev (1972), σ.132-6). Ο βασικος στοχος της ενοχοποιησης του Rubin ηταν για να κτυπηθει ο Ryazanov, που μετα απο αυτο διαγραφθηκε απο το κομμα και απολυθηκε. Ο Rubin καταδικαστηκε σε φυλακιση πεντε χρονων. Αρχικα περασε τρια χρονια σε απομονωση και μετα εξορισθηκε στο Turgai και στην συνεχεια στο Aktiubinsk, οπου εργασθηκε ως οικονομολογος σχεδιασμου σε μια καταναλωτικη κοοπερατιβα και συνεχισε τις μελετες του. Συνεληφθη ξανα το 1937 και μεταφερθηκε απο το Aktiubinsk οποτε και εξαφανισθηκε για παντα.

Το καθεστως του Stalin επιδοθηκε σε μια συστηματικη εξαλειψη του εργου του Rubin. Προετοιμαζοντας το κλιμα της δικης του οι V.Milyutin και D.Bovilin δημοσιευουν στον Bolshevik (1930, νο.2) ενα κειμενο οπου κατηγορειται ως «εκπροσωπος της ιδεολογιας των θεωρητικων της 2ης Διεθνους στην Πολιτικη Οικονομια» και ως «μη αυστηρα Μαρξιστης» μαζι με μια δηλωση που ανακοινωνε τον πληρη τερματισμο των δημοσιων και εντυπων συζητησεων πανω στις θεσεις του. Χρειασθηκαν ομως και αλλες παρεμβασεις του Bovilin σε διαφορα τευχη της Pravda που επαναδιατυπωναν τις κατηγοριες αυτες ωστε να εξαλειφθει οποιαδηποτε απηχηση και αναφορα των αποψεων του.

Το κειμενο που ακολουθει ειναι μεταφραση απο τα Αγγλικα (Rubin (1978)) της διαλεξης που εδωσε ο Rubin τον Μαϊο και τον Ιουνιο του 1927 στο Τμημα Γενικων Οικονομικων του Ινστιτουτου Οικονομικων της Μοσχας. Εντασσεται στην γενικοτερη συζητηση που προκληθηκε απο το βιβλιο του «Δοκιμια πανω στην θεωρια της Αξιας του Marx» (Rubin (1972)) και επικεντρωνεται ιδιαιτερα πανω στα ζητηματα της διαλεκτικης, της Μαρξικης μεθοδου και της μορφης της αξιας, οπως επισης απαντα και σε μια σειρα κριτικες που του ειχαν γινει. Ειναι ιδιαιτερα ενδιαφερον γιατι διευκρινιζει περαιτερω μια σειρα ζητηματα που θιχθηκαν στα «Δοκιμια» και πολλα απο τα οποια επανηλθαν στο προσκηνιο – με ρητη ή αρρητη συνδεση με το εργο του Rubin – στις συγχρονες Μαρξιστικες συζητησεις.

ΙΙ. Ο Rubin και οι συγχρονες συζητησεις στην Μαρξιστικη Πολιτικη Οικονομια

Mετα τα ταραχωδη χρονια της δεκαετιας του ’60, και ιδιαιτερα την αναταραχη μεσα στα πανεπιστημια, παρουσιασθηκε μια αξιοσημειωτη αυξηση του ενδιαφεροντος για τον Μαρξισμο στην Δυση τοσο μεσα στον ακαδημαϊκο κοσμο οσο και εξω απο αυτον. Αυτο το αναζωογονημενο ενδιαφερον συναντηθηκε αλλα ταυτοχρονα συγκρουσθηκε με τις μεχρι τοτε παραδοσεις και ρευματα του Δυτικου Μαρξισμου, οδηγωντας στην ανανεωση τους ή και στην δημιουργια νεων τασεων. Ιδιαιτερα στο πεδιο της Πολιτικης Οικονομιας (και της κριτικης της) αυτη η συγκρουση με τα προυπαρχοντα θεωρητικα παραδειγματα ηταν εξαιρετικα ρηξικελευθη.

Γενικα ο Κευνσιανισμος, τοσο με τις ορθοδοξες οσο και τις ριζοσπαστικες παραλλαγες του, εξασκουσε μια αποπνικτικη επιδραση στις συζητησεις μεσα στον Μαρξισμο αλλα και εν γενει σε οσες θεωρησεις αντιπαλευαν την προηγουμενη νεοκλασσικη ορθοδοξια των αστικων οικονομικων. Αλλωστε η απογοητευση απο την σταλινικη και μετα-σταλινικη σοβιετικη παραμορφωση του Μαρξισμου καθως και η ενσωματωση μεγαλων τμηματων του εργατικου κινηματος στην πολιτικη και την ιδεολογικη επιρροη των κευνσιανων πολιτικων του κρατους προνοιας ανοιξαν τον δρομο για την πορεια αυτη. Ιδιαιτερα τα ριζοσπαστικα Κευνσιανα ρευματα, με την εμφαση που αποδιδαν στην συνολικες μακρο-οικονομικες σχεσεις και στην ταξικη παλη αλλα μονο στην σφαιρα της διανομης του εισοδηματος, παρουσιαζοντουσαν ως ο μονος ρεαλιστικος και δυμητικα επιτυχης αντιπαλος των νεοκλασσικων.

Στις Ηνωμενες Πολιτειες – αλλα εχοντας συγχρονως μια παγκοσμια απηχηση – το κυριαρχο θεωρητικο μοντελο για την Αριστερα ηταν η θεωρια της σχολης της Μηνιαιας Επιθεωρησης, η οποια ηταν συγκροτημενη γυρω απο τις θεσεις του «Μονοπωλιακου Κεφαλαιου» των Sweezy και Baran. Η προσεγγιση αυτη – παρολο οτι ηταν μια απο τις λιγες μοναχικες φωνες υπερασπισης του Μαρξισμου στα ψυχροπολεμικα χρονια – ουσιαστικα υπηγαγε τον τελευταιο στο θεωρητικο πλαισιο του Κευνσιανισμου. Η θεωρια αυτη υποκαθιστουσε την Μαρξικη Αξιακη θεωρια με μια θεωρια δυνητικου πλεονασματος. Αυτο ηταν συνεπακολουθο της ρητης εξαρτησης της απο την Κευνσιανη αντιληψη της ενεργους ζητησης. Κατ’ επεκταση προτεινε την θεση της υποκαταναλωσης (λογω ανεπαρκειας της ενεργους ζητησης) ως θεωρια της κρισης. Επιπλεον ισοπεδωνε την Μαρξικη διαλεκτικη μεθοδο σε μια απλη παραλλαγη της ορθοδοξης μεθοδολογιας της διαδοχικης προσεγγισης στην πραγματικοτητα.

Κατα την ιδια περιοδο στην Αγγλια οι Maurice Dobb και Ronald Meek ηταν οι βασικοι – και μοναχικοι – υποστηρικτες του Μαρξισμου. Ομως η προσεγγιση τους υπεφερε απο αναλογες αδυναμιες με αυτες των Baran και Sweezy και επισης υπηγαγαν τον Μαρξισμο στον Κευνσιανισμο. Σε αντιθεση με την Μηνιαια Επιθεωρηση, το βασικο εδαφος συγκροτησης τους ηταν η θεωρια της αξιας. Ομως τοσο η αντιληψη που ειχαν για αυτην οσο και η παραγνωριση του χαρακτηρα και της ιδιαιτεροτητας τη Μαρξικης μεθοδου ηταν εξισου προβληματικες. Οσον αφορα  το μεθοδολογικο σκελος, εγκατελειπαν την Μαρξικη σχεση αφαιρεσης-ιστορικα συγκεκριμενου και μορφης- περιεχομενου προς χαριν μιας θεωρησης κατασκευης διανοητικων μοντελων. Επιπροσθετα, ο Dobb υποστηριζε οτι η Αξιακη θεωρια του Marx ειναι ταυτοσιμη με αυτην του Ricardo – ενω αντιθετα ο Meek τις διαχωριζε (αν και οχι συστηματικα και ριζικα) και γι’ αυτο αλλωστε το εργο του συγκεντρωνε λιγοτερες συμπαθειες.

Απο αυτο το εδαφος γεννηθηκαν οι μετα το 1960 συζητησεις, με πιο επιφανη εκπροσωπο της αγγλοσαξωνικη Συζητηση πανω στην Αξια (Value Debate). Το εναυσμα της δοθηκε απο την πλευρα των ριζοσπαστικων μετα-Κευνσιανων θεωριων. Η Κριτικη της Θεωριας του Κεφαλαιου του Cambridge – η οποια επεκρινε την μονο-τομεακη θεωρια μεγεθυνσης και την θεωρια της διανομης του νεοκλασσικισμου – σε συνδυασμο με την επανερμηνεια του εργου του Ricardo απο τον Sraffa (1960) αποτελεσε το πεδιο συγκροτησης του ρευματος που ονομαστηκε Σραφφιανοι ή νεο-Ρικαρντιανοι, με βασικους εκπροσωπους τους Steedman (1977, 1981), Hodgson (1976, 1977), Gough (1975) κλπ. Κατ’ αυτους, αν και ο Μαρξισμος αποτελουσε την πιο προσφορη θεωρια για την κοινωνικη και πολιτικη αναλυση, ειχε ξεπεραστει απο τις εξελιξεις στα μαθηματικα και στα αστικα οικονομικα. Ως απαντηση στο προβλημα αυτο προτειναν την μετατροπη του Μαρξισμου σε μια προσδιορισμενη θεωρια τιμων και την υποκατασταση της Μαρξικης κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας απο μια θεωρια γενικης ισορροπιας εκφρασμενης σε ενα επιλυσιμο συστημα εξισωσεων. Επιπλεον υιοθετουσαν την αποψη του Ricardo που ερμηνευε την αξια ως ενσωματωμενη εργασια και προτειναν μια φυσικιστικη θεωρια βασισμενη στην τεχνολογια της παραγωγης. Ολη η αναλυση τους γινεται με βαση της σφαιρες της ανταλλαγης και της διανομης, οι οποιες εξεταζονται μονο απομονωμενα απο την σφαιρα της παραγωγης, ενω η τελευταια θεωρειται ως ενα απλα τεχνικο προτσες στο οποιο η εργασια χρησιμοποιει μεσα παραγωγης για να παραγει προϊοντα. Οι σχεσεις διανομης προσδιοριζουν την διανομη του προϊοντος μεταξυ των διαφορων ταξεων. Επομενως οι σχεσεις αυτες επικαθοριζουν την παραγωγη ως το κοινωνικο πλαισιο μεσα στο οποιο η υλικη παραγωγη λαμβανει χωρα* ομως η παραγωγη καθ’ εαυτη δεν θεωρειται ως ενα κοινωνικο προτσες. Στα πλαισια αυτα – και εφοσον η αναλυση της σφαιρας της παραγωγης σε αφαιρεση, για την οποια η θεωρια της αξιας ειναι αναγκαια, απορριπτεται – η αξια γινεται μια περιττη τεχνικη παραμετρος και μπορει να αγνοηθει. Η μονη χρησιμοτητα της ειναι στην αποκαλυψη της πηγης της υπεραξιας και του ταξικου χαρακτηρα του καπιταλισμου. Κατ’ επεκταση η ταξικη παλη θεωρειται οτι λαμβανει χωρα μονο στην σφαιρα της διανομης και υπαρχει μια σιωπηρη αρνηση της στην σφαιρα της παραγωγης.

Στους Σραφφιανους αντιπαρατεθηκαν δυο ρευματα που προασπιζαν το εργο του Marx και θεωρουσαν οτι ο τελευταιος ειχε μια Αξιακη θεωρια που εθετε ως ουσια της αξιας την αφηρημενη κοινωνικη εργασια αντι της ενσωματωμενης εργασιας του Ricardo. Τα ρευματα αυτα ηταν οι Φονταμενταλιστες (Fundamentalists) και η θεση της ενοτητας του συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου (unity of the total circuit of capital). Και τα δυο αυτα ρευματα τονιζαν την ιδιαιτερη σημασια της Μαρξικης διαλεκτικης και αποσκοπουσαν στην συγκροτηση ενος κοινωνικου υποδειγματος, σε αντιθεση με τον Σραφφιανο τεχνικισμο. Οι πρωτοι συγκροτηθηκαν με βαση τις θεσεις των Yaffe (1972, 1973, 1975) και Bullock (1973, 1974). Kατ’ αυτους το βασικο στοιχειο που διαφοροποιει την Αξιακη θεωρια του Marx απο αυτην του Ricardo ειναι η αντιληψη του για την παραγωγη, η οποια ειναι και η μονη σφαιρα που αναλυουν με επαρκη τροπο τεινοντας ομως να υποβαθμιζουν τις υπολοιπες σε εντελως παθητικους ρολους. Συνεπως προτειναν μια εκδοχη της Μαρξικης θεωριας της αφηρημενης εργασιας η οποια επασχε απο εναν μονισμο της παραγωγης.

Αντιθετα, η θεση της ενοτητας του συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου – την οποια υποστηριξαν οι Fine και Harris (1979) – θεωρουσε επισης οτι ο Marx προτεινε μια Αξιακη θεωρια βασισμενη στην αφηρημενη εργασια, σε αντιθεση με την Ρικαρντιανη θεωρια της ενσωματωμενης εργασιας. Ομως – αντιθετα με τους Φονταμενταλιστες – η θεση αυτη υποστηριξε ορθως οτι η παραγωγη, η ανταλλαγη, η διανομη και η κυκλοφορια συναποτελουν το ενιαιο συνολικο κυκλωμα του κεφαλαιου μεσα στο οποιο η παραγωγη ειναι μεν η κυριαρχη στιγμη (dominant moment) ομως συνδεεται με εναν διαλεκτικο τροπο με τις υπολοιπες σφαιρες και αλληλοπροσδιοριζεται με αυτες στην συνεχεια. Αυτη η ολοτητα θεωρειται ως ενα προτσες παρα ως μια στατικη δομη και οι διαφορες επιμερους σφαιρες δεν ειναι ανεξαρτητες μεταξυ τους αλλα αποτελουν διαφοροποιημενες στιγμες αυτου του ενιαιου συνολικου κυκλωματος του κεφαλαιου (της αξιας σε κινηση – value in motion). Στα πλαισια αυτου του ολικου προτσες η σφαιρα της παραγωγης εχει μια διαλεκτικου τυπου – δηλαδη δυναμικη – πρωτοκαθεδρια. Η καθοριστικη εννοιακη διακριση ειναι μεταξυ της αξιας-χρησης (που εκφραζει την τεχνικη βαση της παραγωγης) και της αξιας (που αντιπροσωπευει την κοινωνικη μορφη). Η παραγωγη και η κυκλοφορια των αξιων χρησης μπορει να ορισθει ανεξαρτητα απο τις αλλες σφαιρες πλην της παραγωγης, με την εννοια οτι μια προσδιορισμενη ποσοτητα αξιων χρησης πρωτα παραγεται και μετα ανταλλασσεται. Ομως η παραγωγη και η κυκλοφορια της αξιας δεν μπορει να ορισθει ανεξαρτητα γιατι ο χρονος εργασιας αναλισκεται στην παραγωγη αλλα αξιοποιειται κοινωνικα (socially validated) στην κυκλοφορια.

Η θεση των Fine και Harris προεκυψε μεσα απο τις θεωρητικες διεργασιες που στην συνεχεια μορφοποιηθηκαν στο ρευμα της θεωριας της μορφης-αξιας. Πρωτος ο Pilling (1972) επεκρινε την θεση Dobb-Meek και προδιεγραψε, παρα τον πρωτολειο χαρακτηρα της εργασιας του, τα βασικα χαρακτηριστικα του ρευματος αυτου. Κατ’ αρχην τονισε την σημασια της Αξιακης θεωριας και διεκρινε ριζικα την θεωρια του Marx απο αυτην του Ricardo. Δευτερον, επισημανε την καθοριστικη σημασια του ιδιαιτερου χαρακτηρα της Μαρξικης διαλεκτικης μεθοδου, τοσο γενικα οσο και σε μια σειρα ειδικοτερα θεματα (οπως στο λεγομενο «Προβλημα του Μετασχηματισμου»). Κατα συνεπεια η διαλεκτικη μορφης-περιεχομενου, εμφανισης-ουσιας, ποιοτικου-ποσοτικου, ιστορικα συγκεκριμενου-αφαιρεσης, η εννοια της αντιφασης και η διακριση αλλα και η διαπλοκη των επιπεδων αφαιρεσης που συνθετουν την διαλεκτικη ανελιξη απο το αφηρημενο προς το συγκεκριμενο διαδραματιζουν εναν αποφασιστικο ρολο τοσο στην μεθοδολογικη και εννοιολογικη συγκροτηση οσο και στην ερμηνεια και κατανοηση του Μαρξικου εργου.

Με βαση τα χαρακτηριστικα αυτα προεκυψε η παραδοση της αναλυσης της μορφης-αξιας που διακρινει συστηματικα και ερευνα τις σχεσεις μεταξυ αξιας χρησης και αξιας ανταλλαγης, αξιας και τιμης, εργασιας και εργατικης δυναμης και συγκεκριμενης και αφηρημενης εργασιας – στοιχεια που προκυπτουν απο το εργο του Marx και απουσιαζουν απο αυτο του Ricardo. To προγραμμα της παραδοσης αυτης βασιζεται στην Μαρξικη αποστροφη οτι εαν η μορφη ταυτιζοταν με το περιεχομενο τοτε καθε επιστημη θα ηταν αχρηστη και θεωρει οτι ακριβως η αναλυση των οικονομικων μορφων – και πρωτα και κυρια της μορφης της αξιας ως της αφηρημενης – γενικοτερης μορφης – αποτελει την βασικη ειδοποιο διαφορα της Μαρξικης Κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας. Το εμπορευμα θεωρειται ως το σημειο εκκινησης της Μαρξικης αναλυσης επειδη για την αστικη κοινωνια η εμπορευματικη μορφη του προϊοντος της εργασιας ή η αξιακη μορφη του εμπορευματος ειναι η οικονομικη κυτταρικη μορφη, δηλαδη συμπυκνωνει τους ελαχιστους αναγκαιους προσδιορισμους για την υπαρξη του και ταυτοχρονα αποτελει το εδαφος και την πηγη κινησης που οδηγουν με αναγκαιο και δεσμευτικο τροπο στην αναπτυξη ολης της κοινωνικης δομης αλλα και της θεωρητικης απεικονισης της (της ιδιοποιησης της πραγματικοτητας απο την σκεψη). Ακολουθως το εμπορευμα οριζεται ως η ενεργητικη αντιφαση της αξιας χρησης (που αποτελει το περιεχομενο του πλουτου σε καθε κοινωνια) και της αξιας ανταλλαγης (που εκφραζει τον ειδικο χαρακτηρα του πλουτου στην καπιταλιστικη κοινωνια). Η αντιφαση αφηρημενης-συγκεκριμενης εργασιας και η συνεχης επιλυση της με την αναγωγη της δευτερης στην πρωτη αποτελουν το υπεδαφος της αντιφασης αξιας χρησης-αξιας ανταλλαγης (η συγκεκριμενη εργασια εκφραζεται στην αξια χρησης ενω η αφηρημενη στην αξια ανταλλαγης) και της επιλυσης της με την υπαγωγη της πρωτης στην δευτερη, εφοσον στον καπιταλισμο οι αξιες χρησης γινονται οι υλικοι φορεις των ανταλλακτικων αξιων και τελικα η αξια χρησης τους για τους παραγωγους τους εγκειται ακριβως στην ανταλλακτικη αξια τους. Η αξια ανταλλαγης αποτελει την μορφη εμφανισης του κοινου περιεχομενου των εμπορευματων, η υπαρξη του οποιου κανει δυνατη την εξομοιωση και την ανταλλακτικη ισοδυναμια των εμπορευματων: της αξιας, δηλαδη του γεγονοτος οτι ολα ειναι προϊοντα της εργασιας. Ουσια (essence, wesen) της αξιας ειναι η αφηρημενη εργασια. Περιεχομενο (content) της αξιας ειναι η κοινωνικη σχεση με την οποια αλληλοσυνδεονται οι ανεξαρτητοι παραγωγοι στην εμπορευματικη παραγωγη, δηλαδη εκει οπου υπαρχουν αυτονομα προτσες παραγωγης και κοινωνικος καταμερισμος εργασιας. Η αξια δεν εχει μια αμεση και αδιαμεσολαβητη παρουσια* η «αξιακη αντικειμενικοτητα» εκφραζεται μεσω της μορφης της, αλλα με στρεβλο τροπο. Παρουσιαζεται δηλαδη οχι ως αυτο που πραγματικα ειναι – δηλαδη σχεση μεταξυ ανθρωπων και μεταξυ διαφορετικων ανθρωπινων εργασιων που διαμεσολαβειται μονον απο πραγματα (τα εμπορευματα) – αλλα ως σχεση μεταξυ αυτων των πραγματων. Παιρνει επομενως μια «πραγμωδη» φετιχιστικη μορφη. Το χρημα αντιπροσωπευει την πληρη ολοκληρωση της διαδικασιας αυτης, την πιο προωθημενη μορφη της αξιας, αυτην του γενικου ισοδυναμου. Κατ’ επεκταση η αξια (ουσια της οποιας ειναι η αφηρημενη εργασια) καταληγει να εκφραζεται – στρεβλα παντα – στην τιμη και επομενως και η ουσια της εκφραζεται, βρισκει την μορφη εμφανισης της στο χρημα.

Τελος, ενα αλλο χαρακτηριστικο της παραδοσης της μορφης-αξιας ειναι η μελετη και η αντληση αναφορων απο μια σειρα σχετικα παραγνωρισμενων ή και αγνωστων μεχρι προτινος κειμενων του Marx (οπως τα εισαγωγικα κεφαλαια του Τομου Ι του «Κεφαλαιου», το παραρτημα «Η αξιακη μορφη» της πρωτης γερμανικης εκδοσης, και τα κειμενα-εργαστηρια των Grundrisse [«Βασεις της Κριτικης της Πολιτικης Οικονομιας»] και των Resultate [«Αποτελεσματα της αμεσης διαδικασιας παραγωγης»]) καθως και απο τα εργα συγγραφεων οπως οι Rubin και Rosdolsky (1977). Το θεμελιακο χαρακτηριστικο ολων αυτων των εργων ειναι οτι ιχνηλατουν και αποκαλυπτουν την πορεια συγκροτησης του «Κεφαλαιου» αλλα και του συνολου της Μαρξικης θεωριας αποδιδοντας επιπλεον εξεχουσα σημασια στην σχεση της Μαρξικης διαλεκτικης με την φιλοσοφια του Hegel και στον ρολο της τοσο γενικα οσο και στην αναλυση της μορφης-αξιας. Η εργασια του Rosdolsky ηταν απο τις πρωτες που διανοιγαν τον δρομο αυτο μεσω της μελετης των τοτε προσφατα δημοσιοποιημενων Grundrisse και επιπλεον συνεδεοταν με τις «χαμενες συνεισφορες του ’20 και του ’30» και ιδιαιτερα με αυτην του Rubin (δες Rosdolsky (1977), σ.73, 78, 570 κλπ.). Οσο για την θεωρια του Rubin αποτελουσε μια απο τις πιο ολοκληρωμενες τοποθετησεις πανω στα ζητηματα αυτα στα πλαισια των βιαια τερματισμενων πρωιμων σοβιετικων συζητησεων. Κατ’ αυτον τον τροπο ο Isaac Il’ich Rubin ξαναηλθε στο προσκηνιο των Μαρξιστικων συζητησεων περιπου σαραντα χρονια μετα την φυσικη και διανοητικη εξοντωση του.

ΙΙΙ. Η Θεωρια της Αφηρημενης Εργασιας και η αυτοαποκαλουμενη «σχολη Rubin»

Οι περιπετειες ομως του Rubin στα χερια της σταλινικης αντεπαναστασης δεν αρκουσαν. Αντιθετα, η αιγλη της υστεροφημιας τεινει να αποδειχθει εξισου, αν οχι περισσοτερο, επικινδυνη για το εργο του απο οτι οι διωξεις και οι αποκηρυξεις των σταλινικων κονδυλοφορων. Μια σειρα συγγραφεις (οπως οι Foley (1982), Lipietz (1982), De Vroey (1982) κ.α.), αναφερομενοι στο ρευμα της μορφης- αξιας, διεκδικησαν ρητα ή αρρητα την επωνυμια της «σχολης Rubin», αν και οι θεσεις που προτειναν – περα απο επιφανειακες και επιπολαιες ομοιοτητες – απειχαν πολυ απο την θεωρια του Rubin. H βασικη θεση των συγγραφεων αυτων ειναι οτι η εργασια γινεται αφηρημενη μονο στην πραξη της ανταλλαγης μεταξυ εμπορευματος και χρηματος και επομενως το χρημα ειναι το μονο μετρο της αφηρημενης εργασιας και κατ’ επεκταση η υλικη ενσαρκωση της. Πολλοι αλλωστε απο αυτους καταληξαν να θεωρουν οτι η αξια ειναι κατι ανυπαρκτο ή/και αχρηστο και πρεπει να αντικατασταθει απο το χρημα.

Η «σχολη Rubin» αποσκοπει στην συγκροτηση ενος κοινωνικου υποδειγματος, σε αντιπαραθεση τοσο με τον Σραφφιανο τεχνικισμο οσο και με θεωρησεις οπως αυτες των Dobb και Meek. Aυτο το κοινωνικο παραδειγμα βασιζεται στην θεωρια της αφηρημενης εργασιας, εν αντιθεσει με την νεο-Ρικαρντιανη και Σραφφιανη εμφαση στην ενσωματωμενη εργασια. Σε αυτο ακριβως το σημειο εγκαλειται ως πηγη εμπνευσης και αναφορας το εργο του Rubin. Το χρημα θεωρειται ως αναποσπαστο στοιχειο και ως η υλικη εκφραση του μετασχηματισμου του ιδιωτικου σε κοινωνικο κεφαλαιο και ως η κοινωνικη ενσαρκωση της αξιας-εν-διαδικασια (value-in-process). Aκολουθως υποστηριζεται οτι μονο διαμεσου της ανταλλαγης εμπορευματων με χρημα αξιοποιειται (validated) η ιδιωτικη εργασια και γινεται αφηρημενη εργασια. Ειναι χαρακτηριστικο, παραδειγματος χαριν, οτι κατα τους Benetti (1974) και Cartelier (1976) η αξια, αντι να συνδεεται με μια απλη ενσωματωση εργασιας – ενα αποκλειστικα και μονον τεχνικο προτσες κατα την γνωμη τους – προκυπτει απο αυτην την αξιοποιηση της ιδιωτικης εργασιας μεσω της ανταλλαγης της με χρημα.

Το θεμελιακο σφαλμα των αποψεων αυτων ειναι οτι προσπαθωντας να αντιπαρελθουν τις τεχνικιστικες και φυσικιστικες παρεκκλισεις και να αποδωσουν την κοινωνικη διασταση καταληγουν στην κυκλοφοριακη (circulationist) παρεκκλιση. Τα αιτια του σφαλματος τους ειναι δυο. Αφενος αναζητουν μια αμεση, μη-διαμεσολαβουμενη ενσαρκωση της διαστασης αυτης, γεγονος που ουσιαστικα ισοπεδωνει, διαμελιζει και τελικα αναιρει την αναλυση της μορφης-αξιας. Ειναι χαρακτηριστικο οτι οι Eldred και Hanlon (1981, σ.54, σημ.10) υποστηριζουν οτι πρεπει να διακρινουμε μεταξυ της «εκφρασης της αξιας» (πχ. την εκτεταμενη ή την χρηματικη εκφραση) και της «μορφης της αξιας» (που αναφερεται στις διαφορες θεσεις που παιρνουν τα εμπορευματα μεσα στην εκφραση αυτη, πχ. σχετικη και ισοδυναμη μορφη), απορριπτωντας την ενιαια αντιμετωπιση τους απο τον Marx ως μορφες της αξιας. Αφετερου ανακαλυπτουν αυτη την ενσαρκωση της κοινωνικης διαστασης στο χρημα, με αποτελεσμα να αναιρουν την πρωτοκαθεδρια της παραγωγης και κανουν την αξια μια κατηγορια της σφαιρας της ανταλλαγης.

Οι θεσεις αυτες αντικεινται καταφορα στην Μαρξικη θεωρια της αξιας. Κατα τον Marx, στην ανταλλαγη γινεται ορατη η εσωτερικη αντιθεση που ενυπαρχει μεσα στην παραγωγη καθ’ εαυτη, δηλαδη η αντιφαση μεταξυ των ιδιωτικων προτσες εργασιας και του κοινωνικου καταμερισμου της εργασιας. Η αντιθεση αυτη ειναι εσωτερικη, ενδοφυης στον κοινωνικο καταμερισμο εργασιας του καπιταλισμου ο οποιος εδραζεται στην ιδιωτικη ιδιοκτησια των μεσων παραγωγης και την ιδιωτικη (απο την πλευρα της αστικης ταξης) ιδιοποιηση του προϊοντος (και του υπερπροϊοντος) της εργασιας. Γι’ αυτο αλλωστε η αξια – η οποια αποτελει τον κεντρικο αξονα των κοινωνικων σχεσεων – δημιουργειται στην παραγωγη και οριζεται πριν και ανεξαρτητα απο το χρημα. Με αυτη την εννοια ο Marx χρησιμοποιει την Αξιακη θεωρια, στον Τομο Ι του «Κεφαλαιου», για να αναλυσει την σφαιρα της παραγωγης σε αφαιρεση απο αυτες της ανταλλαγης και της διανομης. Φυσικα για τον Marx το χρημα ειναι αναποσπαστο στοιχειο του καπιταλισμου – σε αντιθεση με την Πολιτικη Οικονομια των κλασσικων που τον αντιμετωπιζουν ως ενα συστημα εμπραγματης ανταλλαγης. Ομως ειναι μια δευτερευουσα, προκυπτουσα και εξαρτημενη παραμετρος. Η ανταλλακτικη ισοδυναμια μεταξυ των εμπορευματων προκυπτει πρωτα και κυρια απο τον κοινο ενδοφυη χαρακτηρα τους, δηλαδη το οτι ειναι προϊοντα της εργασιας. Αυτο κανει τα εμπορευματα συμμετρα καθ’ εαυτα. Το χρημα και οι χρηματικες τιμες διαμεσολαβουν την ισοδυναμια αυτη αλλα δεν ειναι οι πρωταρχικοι προσδιοριστικοι παραγοντες. Το χρημα δεν προηγειται του εμπορευματος – στην λειτουργικη και γενετικη του αναγκαιοτητα και λειτουργια – αλλα γενναται απο την διαφοροποιηση μεσα στην εμπορευματικη ανταλλαγη, οταν η τελευταια εχει αναπτυχθει επαρκως.

Αντιθετα, η αυτοαποκαλουμενη «σχολη Rubin» αντιστρεφει και τελικα αρνειται την Μαρξικη προσεγγιση. Ξεκινα σωστα απορριπτοντας την θεωρια της ενσωματωμενης εργασιας. Ακολουθως ομως σπαζει οποιοδηποτε δεσμο μεταξυ του κοινωνικα αναγκαιου χρονου εργασιας και της συγκεκριμενης εργασιας που ξοδευτηκε σε ενα ιδιαιτερο προτσες εργασιας και εκφραζεται σε ενα εμπορευμα. Η εργασια θεωρειται ως η ουσια της αξιας στο γενικο επιπεδο (ως συνολικη αφηρημενη εργασια) αλλα η σχεση μεταξυ των ιδιαιτερων, αυτονομων προτσες παραγωγης και των εμπορευματικων αξιων (βασισμενων και διαμεσολαβουμενων απο τον κοινωνικα αναγκαιο χρονο εργασιας και την συγκεκριμενη εργασια) υποτιμαται καθοριστικα. Συνεπως η αποδοχη της σχεσης αυτης στο επιπεδο της κοινωνιας συνολικα ανοιγει τον δρομο για την ανατροπη της στα επιμερους, αυτονομα τμηματα της: η εργατικη δυναμη που ξοδευτηκε σε ολα τα αυτονομα προτσες εγκαθιστα την «συμμετρικοτητα» (commensurability) των προϊοντων των προτσες αυτων γενικα. Το χρημα θεωρειται ως ο αναγκαιος και επαρκης παραγοντας, η αληθινη ενσαρκωση της σχεσης αυτης. Στην συνεχεια το χρημα εκτοπιζει τον χρονο εργασιας ως βασικο προσδιοριστικο στο επιπεδο της ανταλλαγης των ιδιαιτερων εμπορευματων. Η αφηρημενη εργασια και η αξια γινονται κατηγοριες της ανταλλαγης και μετρο της αφηρημενης εργασιας θεωρειται το χρημα. Κατα συνεπεια ειναι πλεον το χρημα το οποιο παρεχει ουσιαστικα αυτη την «συμμετρικοτητα» (μεσω συνηθως μιας αμφιβολης συνδεσης του στο συνολικο επιπεδο με την αφηρημενη εργασια γενικα) και αποτελει το μετρο της.

Τα προβληματα της θεωρησης της «σχολης Rubin» – και ιδιαιτερα το τελευταιο – γινονται εμφανη στην προτεινομενη εκ μερους πολλων απο τους συγγραφεις της «Νεας Λυσης στο Προβλημα του Μετασχηματισμου» (Lipietz (1982), Foley (1982) κ.α.). Βασιζομενοι στον ολοκληρωτικο διαχωρισμο της αφηρημενης εργασιας απο την συγκεκριμενη εργασια και τον κοινωνικα αναγκαιο χρονο εργασιας που ξοδευτηκαν για την παραγωγη ενος ιδιαιτερου εμπορευματος, προτεινουν καποιου τυπου μαθηματικη συνδεση της συνολικης αφηρημενης εργασιας και του χρηματος. Δημιουργουν επομεννως σχηματα οπως το «εργατικο (ή αξιακο) ισοδυναμο του χρηματος» (το πηλικον της ποσοτητας της εργασιας που χρειαζεται για να παραχθει το καθαρο προϊον δια της τιμης του προϊοντος αυτου – Lipietz), η «αξια του χρηματος» (το πηλικον του συνολικου αμεσου χρονου εργασιας προς την συνολικη προστιθεμενη αξια – Foley) ή η «χρηματικη εκφραση του κοινωνικου χρονου εργασιας» (το πηλικον του συνολου των τιμων προς το συνολο των αξιων – De Vroey) προσπαθωντας να επιτυχουν μια αυστηρη και μαθηματικου τυπου σχεση μεταξυ της χρηματικης μοναδας και του συνολικου αφηρημενου χρονου εργασιας. Το αποτελεσμα βεβαια ειναι μια καρικατουρα της Μαρξικης αναλυσης της μορφης-αξιας και η απαρνηση θεμελιακων στοιχειων της.

Οσον αφορα τον Rubin – στον οποιο αποδιδεται, ρητα ή αρρητα και απο εχθρους και φιλους, η πατροτητα ή η πηγη εμπνευσης των αποψεων αυτων – πορω απεχει απο του να τις συμμεριζεται. Σε παμπολλα σημεια δηλωνει οτι μπορουμε να μελετησουμε την αξια χωρις να μελετησουμε το χρημα (πχ. Rubin (1978), σ.36). Επισης καταδικαζει ρητα την θεση οτι η αξια δημιουργειται στην ανταλλαγη. Δηλωνει πολυ καθαρα οτι «η αφηρημενη εργασια και η αξια δημιουργουνται ή «προερχονται» (come about), «γινονται» (become) στο προτσες της αμεσης παραγωγης (πιο συχνα ο Marx χρησιμοποιουσε την εκφραση «werden» για το προτσες αυτο) και μονο πραγματοποιουνται (realised) στο προτσες της ανταλλαγης» (Rubin (1978), σ.125). Eπιπλεον απορριπτει εξισου ρητα την αποψη οτι το μεγεθος (το μετρο) της αξιας μετραται απο  τις σχεσεις ανταλλαγης αντι του χρονου εργασιας:

Απο μια πρωτη ματια μπορει να φαινοταν οτι εαν ηαφηρημενη εργασια ειναι το αποτελεσμα της κοινωνικης εξισοποιησης της εργασιας διαμεσου της εξισωποιησης των προϊοντων της εργασιας, το μονο κριτηριο της ισοτητας ή της ανισοτητας των δυο δαπανων εργασιας ειναι το γεγονος της ισοτητας (ή ανισοτητας) στο προτσες ανταλλαγης. Απο αυτη την οπτικη γωνια δεν μπορουμε να μιλαμε για ισοτητα ή ανισοτητατων δυο δαπανων εργασιας πριν την στιγμη της κοινωνικης εξισοποιησης τους τους διαμεσου του προτσες ανταλλαγης. Απο την αλλη μερια, εαν στο προτσες ανταλλαγης αυτες οι δαπανες εργασιας ειναι κοινωνικα εξισωμενες, θα πρεπει να τις θεωρησουμε ως ισες παρολο οτι δεν ειναι ισες (για παραδειγμα, οσον αφορα τον αριθμο των ωρων εργασιας) στο προτσες της αμεσης παραγωγης… Μια τετοια υποθεση θα οδηγουσε σε λαθος συμπερασματα. Μας αποστερει το δικαιωμα να πουμε οτι στο προτσες ανταλλαγης ισες ποσοτητες εργασιας, και μερικες φορες πολυ ανισες ποσοτητες… εξισωνονται κοινωνικα… Θα πρεπει να αποδεχθουμε οτι η κοινωνικη εξισοποιηση της εργασιας στο προτσες ανταλλαγης επιτελειται σε απομονωση εξαρτησης απο ποσοτικες πλευρες οι οποιες χαρακτηριζουν την εργασια στο προτσες αμεσης παραγωγης (για  παραδειγμα, το μηκος, την ενταση, το μηκος της εκπαιδευσης για ενα δεδομενο επιπεδο ειδικευσης κλπ.) και επομενως, η κοινωνικη εξισοποιηση δεν θα ειχε καμμια κανονικοτητα εφοσον θα προσδιοριζοταν αποκλειστικα απο τον αυθορμητισμο της αγορας.

(Rubin (1972), σ.154)

Ομως, οπως προαναφερθηκε, η συγχυση που προκαλεσε η «σχολη Rubin» δεν αφορα μονο το εργο του ιδιου τον Rubin αλλα σχεδον το συνολο της θεωρησης της μορφης-αξιας. Επι παραδειγματι, ο Gleicher (1983) – ο οποιος προτεινε μια απο τις πρωτες κριτικες της «σχολης Rubin» – κατατασσει σε αυτη συγγραφεις οπως οι Pilling (1972), Rowthorn (1974), Arthur (1976), Gerstein (1976), Kay (1976), Fine και Harris (1977), Himmelweit και Mohun (1978), Banaji (1979), Elson (1979), Eldred και Hanlon (1981), De Vroey (1981, 1982), Foley (1982), Lipietz (1982). Προκειται για μια αδικαιολογητη συμπαραθεση οσων συγγραφεων αναφερονται στο εργο του Rubin και υποστηριζουν την θεωρηση της μορφης-αξιας, η οποια παραγνωριζει το γεγονος οτι δεν συμμεριζονται ολοι οι αναφερομενοι τις θεσεις της «σχολης Rubin». Βεβαια οι Foley, Lipietz και De Vroey αποδεχονται τον χαρακτηρισμο, ενω οι Eldred και Hanlon υποστηριζουν τις θεσεις αυτες αν και επισημαινουν τις διαφωνιες του Rubin. Τελος, οι Himmelweit και Mohun αποδεχονται την ουσια των θεσεων αυτων αν και διατηρουν – ουσιαστικα μεταλλαγμενες ομως – τις Mαρξικες εννοιες και την ιεραρχηση τους (πχ. θεωρουν οτι ο κοινωνικα αναγκαιος χρονος εργασιας αποτιμαται και οριζεται κατα την πωληση, δηλαδη στην σφαιρα της ανταλλαγης). Απο την αλλη πλευρα ομως, συγγραφεις οπως οι Elson, Fine, Harris, Pilling κ.α. σαφως δεν θεωρουν το χρημα ως την αμεση ενσαρκωση της αφηρημενης εργασιας και διακρινουν συστηματικα – αλκολουθωντας τον Marx – μεταξυ εμφυτου (immanent) και εξωτερικου (external) μετρου της αξιας.

IV. To προβλημα του τεχνικισμου

Υπαρχει ομως και μια αλλη πλευρα επικρισεων απεναντι στον Rubin. H Elson (1979, σ.124) επεκρινε τον Rubin οτι μοιραζεται την τεχνικιστικη οπτικη της Αξιακης θεωριας μαζι με τους Sweezy, Dobb, Meek, Althusser κλπ.:

Απο την αρχη του βιβλιου του ο Rubin κανει καθαρο οτι οι παραγωγικες δυναμεις που στοιχειοθετουν τους διαφορους βιομηχανικους κλαδους ειναι αυτονομα προϊοντα ενος υλικο-τεχνικου προτσες (Rubin (1972), σ.1-3). Αυτο το οποιο γι’ αυτον ειναι κοινωνικο ειναι απλως το δικτυο των συνδεσμων μεταξυ του κοσμου σε αυτην την προ-δεδομενη δομη.

Κατα την Elson η αντιληψη του Rubin για την αξια ως την μορφη με την οποια ατομικοι τυποι εργασιας κατανεμονται και συνδεονται μαζι σε μια προ-δεδομενη δομη καθηκοντων (υπονοωντας τις υλικο-τεχνικες συνθηκες παραγωγης και την κατανομη των τεχνικων μεσων παραγωγης μεταξυ των ταξεων που προσδιοριζει τις κοινωνικες σχεσεις παραγωγης) δεν απεχει πολυ απο την αντιληψη των Sweezy-Dobb-Meek για την αξια ως ταυτοσιμη με τον χρονο εργασιας που λειτουργει σε ενα μη-κοινωνικα προσδιορισμενο παραγωγικο πλαισιο. Aυτο οδηγει στην υποκατασταση της αφηρημενης εργασιας απο την κοινωνικη μορφη του καταμερισμου εργασιας. Ακολουθως υποστηριζει οτι ο Rubin υποβιβαζει την αξια σε μια απλη κατηγορια της κυκλοφοριας και επομενως αδυνατει να κανει συστηματικη διακριση μεταξυ αξιας ανταλλαγης και αξιας. Παρομοια οι Sweezy, Dobb και Meek υποβιβαζαν την αξια σε μια απλη κατηγορια του προτσες παραγωγης και αδυνατουσαν να διακρινουν την αξια απο τον χρονο εργασιας. Επομενως ολοι τους μειωναν τις Μαρξικες κατηγοριες απο τρεις (χρονος εργασιας, αξια, αξια ανταλλαγης) σε δυο.

Προκειται για μια αστοχη κριτικη και στα δυο σκελη της. Οσον αφορα την υποκατασταση της αφηρημενης εργασιας απο τον κοινωνικο καταμερισμο εργασιας, προκειται για μια παλαιοτερη κριτικη του Daschkowski την οποια αντικρουει o Rubin στο τελος του δευτερου μερους της διαλεξης που ακολουθει. Σχετικα με την κατηγορια της μη-διακρισης αξιας και αξιας ανταλλαγης η αβασιμοτητα της φαινεται καθαρα στο τριτο μερος της διαλεξης του Rubin οπου αναλυεται εκτενως και συστηματικα η διακριση αξιας και αξιας ανταλλαγης, απαντωντας στο ερωτημα του πως προχωρα ο Marx απο την αξια ανταλλαγης στην αξια.

Ειναι ομως αληθεια οτι υπαρχουν αποηχοι των τεχνικιστικων παρεκκλισεων της 2ης και 3ης Διεθνους στην οπτικη του Rubin και ειδικοτερα οσον αφορα την αντιληψη του για την σχεση μεταξυ παραγωγικων δυναμεων και σχεσεων παραγωγης:

Το προτσες της αλλαγης και της αναπτυξης της εργασιακης δραστηριοτητας των ανθρωπων αφορα αλλαγες δυο τυπων: πρωτον, υπαρχουν αλλαγες στα μεσα παραγωγης και στις τεχνικες μεθοδους με τα οποια ο ανθρωπος επιδρα στην φυση, με αλλα λογια υπαρχουν αλλαγες στις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας* δευτερον, αντιστοιχωντας σε αυτες τις αλλαγες υπαρχουν αλλαγες σε ολοκληρο το προτυπο των σχεσεων παραγωγης μεταξυ των ανθρωπων, των συμμετεχοντων στο κοινωνικο προτσες παραγωγης. Οι οικονομικοι σχηματισμοι ή τυποι οικονομιας (για παραδειγμα, η αρχαια δουλοκτητικη οικονομια, φεουδαρχικη ή καπιταλιστικη οικονομια) διαφερουν αναλογα με τον χαρακτηρα των σχεσεων παραγωγης μεταξυ των ανθρωπων.

(Rubin (1972), σ.1)

Αυτη η σχηματοποιηση – οι παραγωγικες σχεσεις αντιστοιχουν στο υλικο-τεχνολογικο προτσες και δεν εχουν μια κοινωνικη μορφη (επομενως και οι αλλαγες στα μεσα παραγωγης και στις τεχνικες μεθοδους ανηκουν στο μη-κοινωνικο πεδιο) και οι σχεσεις παραγωγης αντιπροσωπευουν την κοινωνικη μορφη – συγγενευει με τον τεχνικισμο και παραγνωριζει το γεγονος οτι οι σχεσεις παραγωγης (και η κοινωνικη μορφη) σφραγιζουν τις παραγωγικες δυναμεις. Το προβλημα αυτο στην θεωρηση του Rubin  επιδεινωνεται περαιτερω απο την διχοτομηση της θεωριας, πανω σε αυτη την διακριση, που προτεινει:

Το τελικος στοχος της επιστημης ειναι να κατανοησει την καπιταλιστικη οικονομια ως συνολο, ως ενα συγκεκριμενο συστημα παραγωγικων δυναμεων και σχεσεων παραγωγης μεταξυ ανθρωπων. Ομως για να προσεγγισει αυτο τον τελικο στοχο η επιστημη πρεπει πρωτα απο ολα να διαχωρισει, μεσω της αφαιρεσης, δυο διαφορετικες πλευρες της καπιταλιστικης οικονομιας: την τεχνικη και την κοινωνικο-οικονομικη, τις υλικες παραγωγικες δυναμεις και τις κοινωνικες σχεσεις  παραγωγης. Καθε μια απο αυτες τις δυο πλευρες του οικονομικου προτσες ειναι το θεμα μιας ξεχωριστης επιστημης. Η επιστημη της κοινωνικης μηχανικης – ακομη σε εμβρυακη κατασταση – πρεπει να κανει θεμα της αναλυσης της τις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας ετσι οπως αλληλεπιδρουν με τις σχεσεις παραγωγης. Απο την αλλη μερια, η θεωρητικη πολιτικη οικονομια ασχολειται με τις σχεσεις παραγωγης οι οποιες ειναι ειδικες για την καπιταλιστικη οικονομια οπως αλληλεπιδρουν με τις παραγωγικες δυναμεις της κοινωνιας.

(Rubin (1972), σ.1-2)

O κοινωνικος χαρακτηρας, ο οποιος αρμοζει στην εννοια του καπιταλιστικου τροπου παραγωγης ως της ενοτητας του υλικο-τεχνολογικου προτσες και των κοινωνικων μορφων, εκφραζεται αποδυναμωμενα στο οτι «καθε μια απο αυτες τις δυο επιστημες, ασχολουμενες μονο με μια πλευρα του ολου προτσες παραγωγης, προυποθετει την παρουσια της αλλης πλευρας του προτσες παραγωγης με την μορφη μιας υποθεσης που υπολανθανει της ερευνας της» (Rubin (1972), σ.2). Ομως, αφετερου, η αποψη του Rubin διαφερει απο τον κλασσικο τεχνικισμο κατα το οτι ο τελευταιος εισαγει μια διχοτομηση μεταξυ της κοινωνικης διαστασης και του θεωρουμενου ως «τεχνικου» επιπεδου με το να αντιπαραθετει την σφαιρα της παραγωγης με αυτη της κυκλοφοριας: η πρωτη προσδιοριζεται βασικα απο τεχνικους παραγοντες ενω η δευτερη εκφραζει – και μαλιστα κυρια μεσω των εισοδηματικων ροων της διανομης – τον κοινωνικο χαρακτηρα. Αντιθετα, για τον Rubin ο διαχωρισμος αυτος διαπερνα το συνολο της ενοτητας του προτσες παραγωγης και αξιοποιησης.

V. Eπιλογος

Ο I.I.Rubin, η πολιτικη δραση και το εργο του ειναι κομματι μιας ιστορικης περιοδου του εργατικου και του κομμουνιστικου κινηματος. Εμφορειται αλλα και εκφραζει τις κατακτησεις, τις αντιφασεις, τα θετικα και τα αρνητικα στοιχεια της περιοδου εκεινης. Η προσωπικη του πορεια – τοσο η πολιτικη δραση οσο και το θεωρητικο εργο – διαπερνωνται απο αλλα και αντιπροσωπευουν τα στοιχεια αυτα. Το τελος της σιωπης γυρω απο την περιοδο αυτη – ειτε λογω αντιδραστικων ιδεολογικων απαγορευσεων, ειτε λογω ακριτων και κακοχωνεμενων τυπολατριων – αλλα και η αντισταση στην σημερινη ισοπεδωση ολης της υποθεσης της Οκτωβριανης Επαναστασης και του Σοβιετικου κρατους απο τον νεο-συντηρητισμο αλλα και την πλειονοτητα των πρωην διαπρησιων υποστηρικτων της ειναι σημερα κατι περισσοτερο απο αναγκαια. Γι’ αυτο η μελετη των αγωνων, των αντιφασεων και των προβληματισμων που γεννηθηκαν στο εδαφος της –  ιδιαιτερα κατα την επαναστατικη περιοδο – ειναι εξαιρετικα χρησιμη σημερα. Το εργο του Rubin αποτελει μια οχι ασημαντη συμβολη στην υποθεση αυτη.

Bιβλιογραφια

Aglietta M. (1979), «A Theory of Capitalist Regulation», NLB

Arthur C.J. (1976), «The Concept of Abstract Labour», CSEB 14

Banaji J. (1979), «From the commodity to capital: Hegel’s dialectic in Marx’s Capital», σε Elson D. (ed.) «Value: the representation of labour in capitalism», CSE Books

Benetti C. (1974), «Valeur et Repartition», PUG

Bohm-Bawerk E. (1949), «Karl Marx and the Close of his System», edit. P.Sweezy, New York, Augustus M. Kelley

Bullock P. (1973), «Categories of Labour Power for Capital «, CSEB, vol.2 no.6

Bullock P. (1974), «Defining Productive Labour for Capital», CSEB vol.3 no.9

Cartelier J. (1976), «Surproduit et reproduction sociale», PUG

De Vroey M. (1981), «Value, production and exchange», στο Steedman et al. «The Value Controversy», New Left Books

De Vroey M. (1982), «On the obsolescence of the Marxian theory of value: a critical review», Capital & Class no.17

Eldred Μ.-Hanlon Μ. (1981), «Reconstructing value-form analysis», Capital & Class νο.13

Elson D. (1979), «The Value Theory of Labour», στο Elson D. (ed.) «Value: The Representation of Labour in Capitalism», CSE Books

Faccarello G. (1982), «Sraffa versus Ricardo: the Historical Irrelenance of the «corn-profit» model», Economy & Society vol.11 no.2

Fine B. (1983), «On the Economics of Ricardo and Sraffa», Economy & Society vol.12, no.2

Fine B.- Harris L. (1977), «Surveying the Foundations», Socialist Register

Fine B.- Harris L. (1979), «Rereading Capital», Columbia University Press, ελληνικη εκδοση Gutenberg (1986)

Fine B., et al. (1986), «The Value Dimension», Routledge

Foley D. (1982), «The value of money, the value of labor power and the Marxian transformation problem», Review of Radical Political Economics vol.14 no.2

Franklin B. (1836), «The works of Benjamin Franklin», Boston

Gerstein I. (1976), «Production, Circulation and Value: the significance of the «Transformation Problem» in Marx’s Critique of Political Economy», Economy & Society vol.5 no.3

Gleicher D. (1983), «A Hiistorical Approach to the Question of Abstract Labour», Capital & Class no.21

Gough I. (1975), «State Expenditure in Capitalism», New Left Review no.92

Himmelweit S.-Mohun S. (1978), «The anomalies of capital», Capital & Class no.7

Hodgson G. (1976), «Exploitation and Embodied Labour Time», CSEB vol.V no.1 (March)

Hodgson G. (1977), «Papering over the cracks», Socialist Register

Hollander S. (1979), «The Economics of David Ricardo», Heinemann, London

Ilyenkov E.V. (1982), «The dialectics of the abstract and the concrete in Marx’s Capital», Progress

Kay G. (1976), «A Note on Abstract Labour», CSEB, March

Lipietz A. (1982), «The so-called «transformation problem» revisited», Journal of Economic Theory no.26

Marx Κ. (1987), «A contribution to the Critique of Political Economy», in Marx K.-

Engels F., «Collected Works», vol.29, Lawrence and Wishart

Medvedev R. (1972), «Let History judge», London

Pilling G. (1972), «Law of Value in Ricardo and Marx», Economy & Society vol.1

Rosdolsky R. (1977), «The Making of Marx’s Capital», Pluto Press

Rowthorn Β. (1974), «Νeo-classicism, neo-Ricardianism and Marxism», New Left Review no.86

Rubin I.I. (1972), «Essays on Marx’s Theory of Value», Detroit

Rubin I.I. (1978), «Abstract Labour and Value in Marx’s system», Capital & Class

no.5, μεταφραση K.Gilbert

Sraffa P. (1960), «The Production of Commodities by Means of Commodities»,

Cambridge University Press

Steedman I. (1977), «Marx after Sraffa», New Left Books

Steedman I., et al. (1981), «The Value Controversy», Verso

Yaffe D. (1972), «The Marxian Theory of Crisis, Capital and the State», CSEB vol.1, no.4, αναδημοσιευμενο στο Economy &  Society Vo.11, no.2 (1973)

Yaffe D. (1973), «The Crisi of Profitability: A Critique of the Glyn-Sutcliffe Thesis», New Left Review no.80

Yaffe D. (1975), «Value and Price in Marx’s Capital», Revolutionary Communist vol.1

Zeleny J. (1980), «The logic of Marx», Blackwel

 

—————————————————–

 

Advertisement

H ΘEΩPIA THΣ AΞIAΣ KAI H PYΘMIΣH

H ΘEΩPIA THΣ AΞIAΣ KAI H PYΘMIΣH

Στ. Δ. Mαυρουδέας

Βήμα Κοινωνικών Επιστημών νο.9 1992

 

ABSTRACT

The objective of this paper is to analyse critically the relationship between the Regulation Approach -and in particular its value-teoretical wing- and the Marxian Value theory.  In the economic theory of the former, such as the role and the theory of money, the «wage» and commodity relations etc.  We arque that both its successive -and contradictory- positions towards Value theory and their subsequent macroeconomic tenets are profoundly erroneous and lead to an exchange-based and production-less economics.

 

 

I.          EIΣAΓΩΓH

 

O στόχος του κειμένου αυτού είναι να αναλύσει κριτικά τη θέση της Προσέγγισης της Pύθμισης απέναντι στη Mαρξιστική θεωρία της Aξίας.  Πρέπει να επισημανθεί ότι μόνο μια μερίδα -και μάλιστα μειοψηφική, σήμερα- των Pυθμιστών αποδέχονται την αναγκαιότητα μιας θεωρία της αξίας γενικά, αν όχι μιας Mαρξιστικής θεωρίας.  Eπιπλεόν, αυτή η μελέτη από την οπτική γωνία της Aξιακής θεωρίας συνδέεται με ορισμένα σημαντικά αξιώματα της οικονομικής θεωρίας της αξιο-θεωρητικής πτέρυγας της Pύθμισης, ειδικότερα σε συνάρτηση με τη θεωρία και το ρόλο του χρήματος, το ποσοστό κέρδους, τη «μισθωτή σχέση» και το ρόλο της εμπορευματικής σχέσης και το συγκριτικό βάρος της σε συνάρτηση με άλλες σχέσεις.

H κριτική της αξιακής πτέρυγας της Pύθμισης αναπτύσσεται σε τρία στάδια που αντιστοιχούν στους διαδοχικούς μετασχηματισμούς της πτέρυγας αυτής.  Tα στάδια αυτά μοντελοποιούνται σε σχέση πρωταρχικά με τη θεωρία του Aglietta, παρόλο ότι οι συνεισφορές του Lipietz και άλλων παίρνονται επίσης υπόψη.  H επιλογή αυτή υπαγορεύεται από τρείς λόγους.  Πρώτον, η θεωρία του είναι μάλλον ο αρτιότερος και πιο συνολικός αντιπρόσωπος της Pύθμισης.  Δεύτερον, η πορεία και οι μεταλλαγές στη θεωρία του μπορούν να ανιχνευθούν πολύ καθαρά, εφόσον φαίνεται λιγότερο απασχολημένος, σε σύγκριση με άλλους συγγραφείς, στο να συγκαλύψει τις αλλαγές αυτές κάτω από τον απατηλό μανδύα της ενιαίας και συνεχούς θεωρητικής εξέλιξης.  O τρίτος λόγος είναι ότι η εξέλιξη των θέσεών του καλύπτει ολόκληρο το χρονικό και θεματικό φάσμα από τα εγκαίνια της Προσέγγισης της Pύθμισης έως τις πιο πρόσφατες εκδοχές της.  Για όλους αυτούς τους λόγους, και παρά τον ιδιοσυγκρατικό χαρακτήρα των τελευταίων θέσεών του (με την έννοια ότι διαφέρουν από το consensus απόψεων της πλειοψηφίας της Pύθμισης σήμερα), παρέχει το πιο πρόσφορο «μέτρο» σύγκρισης εν αντιθέσει με άλλες λιγότερο συνολικές ή/και λιγότερο αναπτυγμένες εκδοχές της Pύθμισης.

 

 

II.         H ΘEΩPIA THΣ PYΘMIΣHΣ KAI H AΞIAKH ΘEΩPIA

 

H θεωρία της αξίας δεν ήταν ποτέ πολύ δημοφιλής ανάμεσα στις τάξεις της Pύθμισης.  Tο πρώτο βιβλίο του Aglietta και οι εργασίες του Lipietz (μαζί με την αμφίβολη θέση και τα κείμενα του De Vroey[1]) είναι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της αξιακής παράδοσης στα πλαίσια της Pύθμισης.  Όμως ο Aglietta στα πρόσφατα έργα του με τους Orlean (1982) και Brender (1984) εγκαταλείπει την αξία.  Tα υπόλοιπα τμήματα της Προσέγγισης της Pύθμισης δεν έχουν (και δεν βλέπουν και την ανάγκη απόκτησης) μια θεωρία της αξίας.  Παραδείγματος χάριν, οι Mazier, Basle και Vidal αντικαθιστούν την Aξιακή θεωρία με την ποσοτική ιστορία και τα εφαρμοσμένα μακροοικονομικά.  Πράγματι, με μοναδική εξαίρεση την απομονωμένη και μεταβατική πρώτη θέση του Aglietta, η Aξιακή θεωρία δεν αποτελούσε ποτέ ένα οργανικό θεωρητικό προαπαιτούμενο της Προσέγγισης της Pύθμισης.  H ύπαρξη ή όχι ενός αξιακού θεωρητικού πλαισίου δεν έχει (ή έχει αρνητική) σημασία για την τελευταία, εφόσον μπορεί να διατυπωθεί χωρίς, και ανεξάρτητα από, την αξία.  H «μεσαίου βεληνεκούς» θεωρητική φύση της Pύθμισης[2] επιβάλλει -και ταυτόχρονα διευκολύνει- την τοποθέτηση αυτή vis-a-vis στην αξία.  Mια τέτοια θεωρία που προκύπτει και ταυτίζεται με τα πιο άμεσα εμπειρικά φαινόμενα δεν μπορεί να συμβιβαστεί εύκολα με την ανάγκη έρευνας πίσω από τη φαινόμενη εμφάνιση της καπιταλιστικής πραγματικότητας με στόχο την ανακάλυψη και την εδραίωση του ρόλου της εργασίας και της αξίας.  Mια «μεσαίου βεληνεκούς» προσέγγιση δεν έχει τίποτα να κερδίσει, με τους δικούς της μεθοδολογικούς όρους, από μια τέτοια πορεία εκτός από ενοχλητικά και αποσταθεροποιητικά ερωτήματα και προβλήματα.  Για τους λόγους αυτούς η Aξιακή θεωρία αντιμετωπίζεται ως ένα μη-ουσιαστικό, και ακόμη και ενοχλητικό, εξάρτημα.

Διακρίνουμε τρεις φάσεις όσον αφορά τη σχετική σημασία και την εξέλιξη των αναφερομένων στην αξία έργων της Pύθμισης.

H σύντομη και μεταβατική αρχική φάση σηματοδοτείται από την πρώτη εργασία του Aglietta, όπου ο Mαρξισμός θεωρείται ως η «γενική θεωρία» της Pύθμισης και όπου προσπαθεί να εδραιώσει την αντίληψή του για τη Mαρξιανή Aξιακή θεωρία ως τη βάση όλης της ανάλυσής του.  Σε μεθοδολογικούς όρους -και παρά κυοφορούμενη απόρριψη της προσέγγισης αυτής- χαρτογραφεί την πορεία του σε συνάρτηση με την προσέγγιση του Marx.  Eίναι ενδεικτική η έντονη ομοιότητα του καταμερισμού και της εσωτερικής οργάνωσης του βιβλίου του με την δομή του «Kεφάλαιου» του Marx.  Όμως αυτή η ομοιότητα είναι παραπλανητική εφόσον έχει αρχίσει ήδη να υπονομεύεται από τη λανθάνουσα αλλά καθοριστική παρουσία στοιχείων του «μεσαίου βεληνεκούς» εμπειρισμού και ιστορικισμού.  Στη διάρκεια αυτής της παλαιότερης περιόδου η Aξιακή θεωρία υποτίθεται ότι αποτελεί ένα εσωτερικό οργανικό στοιχείο της θεωρίας της Pύθμισης και την αναγκαία θεμελίωσή της.  Tο σύνολο της κοινωνικο-οικονομικής θεωρίας της προκύπτει και εδράζεται σε αυτήν.

Tο δεύτερο στάδιο της Pύθμισης, το οποίο χαρακτηρίζεται από την προσέγγιση «μεσαίου βεληνεκούς», βασίζεται σε μια αγνωστικιστική θέση απέναντι στη θεωρία της αξίας.  Kατά την περίοδο αυτή η θεωρία της Pύθμισης δεν έχει καμμία οργανική σχέση με την Aξιακή θεωρία και η κοινωνικο-οικονομική θεωρία της δεν προκύπτει ούτε αποκλειστικά ούτε αναγκαία απ’ αυτή.  Aντίθετα, υποτίθεται ότι οικοδομείται αυτοδύναμα και χωρίς την ανάγκη ενός αξιακού πλαισίου.  Mερικοί από τους Pυθμιστές προτείνουν ένα αξιακό πλαίσιο ενώ άλλοι το απορρίπτουν ως αρχικά λανθασμένο ή δεν εκφέρουν άποψη και δεν θεωρούν την αξία σημαντική για τη θεωρία τους.  H τελευταία στάση είναι το κυρίαρχο και διακριτικό χαρακτηριστικό της δεύτερης περιόδου.  O Boyer (1988, σ. 59), αποπειρώμενος να υπερασπιστεί την ενότητα της Pύθμισης και να απορρίψει το πρόβλημα της θεωρίας της αξίας ως πηγής αντιθέσεων και σύγχυσης, δίνει ένα ξεκάθαρο παράδειγμα της τάσης αυτής:

«Θα ήταν δυνατό, για παράδειγμα, το πρόβλημα της αξίας να μην εισάγει διαφοροποιήσεις σε σχέση με τα ερωτήματα που οι συγγραφείς πραγματεύονται.  Aρκεί, παραδείγματος χάριν, να γίνει δεκτό ότι στον καπιταλισμό ο συνδυασμός της εμπορευματικής σχέσης και της μισθωτής σχέσης αναδεικνύει τις τιμές παραγωγής σε ρυθμιστή των τιμών αγοράς, σύμφωνα με μια οπτική ανάλογη με εκείνη των A. Medio, L. Johensen.  Kάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, οι αντικειμενικές, υποκειμενικές και συμμετρικές θεωρίες της αξίας καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα (βλ. θεωρήματα μη υποκαταστασιμότητας).  Oπότε, η μακροοικονομική ανάλυση μπορεί να ξεκινήσει από το αποτέλεσμα αυτό, χωρίς να αναρωτηθεί για τις θεωρίες της αξίας.  Γενικότερα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι όλοι σχεδόν οι συγγραφείς συμφωνούν σε ένα σύνολο ενδιαμέσων εννοιών, που οι ίδιες τους είναι δυνατό να επανενταχθούν σε γενικές προβληματικές αρκετά διαφορετικές.  Tο στοίχημα του παρόντος κεφαλαίου είναι να πείσει ότι η αντίληψη αυτή είναι σωστά θεμελιωμένη.»

Tέλος, στην τελευταία περίοδο φαίνεται να λαμβάνει χώρα ένα ολοκληρωτικό σχίσμα με την Aξιακή θεωρία (παράλληλο και επιβεβαιώνον τη ρήξη με το Mαρξισμό γενικά).  Για την πλειοψηφία των θεωρητικών της Pύθμισης, με εξαίρεση τον Lipietz, το χρήμα υποκαθιστά την αξία ως άξονας της ανάλυσης και η ίδια η έννοια της αξίας τίθεται υπό κατηγορία.  Aυτή τη φορά δεν πρόκειται για μια αγνωστικιστική τοποθέτηση αλλά για μια δηλωμένη απάρνηση.  H εξέλιξη αυτή ισχυροποιεί περισσότερο ορισμένες καθοριστικές θέσεις της Pύθμισης οι οποίες προηγουμένως παρέμεναν καλυμμένες και υπανάπτυκτες εξαιτίας του αξιακού πλαισίου.  Παραδείγματος χάριν, η πρόσφατη θεωρία του Aglietta για τη «μισθωτή κοινωνία» (wage society), που παρά το ότι ελάνθανε ήδη και εν τέλει προέκυψε από την αρχική του θέση της μισθωτής σχέσης, δεν θα ήταν δυνατό να διατυπωθεί ανοιχτά μέσα από την προηγούμενη οπτική της αξίας.

 

 

III.        H AΠHXHΣH OPIΣMENΩN ΓAΛΛIKΩN ΣYZHTHΣEΩN

 

Oι γενικότερες μεθοδολογικές επιφυλάξεις της Pύθμισης απέναντι στη θεωρία της αξίας έχουν επηρεασθεί σημαντικά από την πορεία του επικρατούντος γενικότερου διανοητικού κλίματος, ειδικότερα -αλλά όχι αποκλειστικά- στη Γαλλία.  Παρά το ότι η αντήχηση στη Γαλλία της συζήτησης πάνω στο νεο-Pικαρδιανισμό και στην αξία δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη και σημαντική όσο η αυθεντική Aγγλοσαξωνική αντιπαράθεση, έθεσε όμως το έδαφος για τις μετέπειτα θεωρητικές εξελίξεις στα πλαίσια και περί τη θεωρία της αξίας στη Γαλλία.  Mια σημαντική χωρία συγγραφέων -με πιο επιφανείς τους Benetti και Cartelier (δες Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), και Cartelier (1976))- υπεραμύνθηκαν της Mαρξιστικής Aξιακής θεωρίας επεξεργαζόμενοι μια θεωρία της αφηρημένης εργασίας στη βάση αυτού το οποίο ο De Vroey (1982) καλεί κοινωνικό παράδειγμα, εν αντιθέσει με το τεχνολογικό Σραφφιανό.  Όσον αφορά τη Σραφφιανή θεωρία είναι αλήθεια ότι βασίζεται σε μια τεχνικιστική και φυσικιστική οπτική υπερτονίζοντας τις τεχνικές παραμέτρους και υποβαθμίζοντας τις κοινωνικές πλευρές της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής.  Όμως αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις σοβαρότατες ελλείψεις και τα προβλήματα αυτών των Γαλλικών συνεισφορών που αντιπαρατέθηκαν στο νεο-Pικαρδιανισμό.

O κύριος στόχος αυτών των συνεισφορών ήταν η κατασκευή ενός κοινωνικού παραδείγματος.  Για το σκοπό αυτό τόνιζαν εμφατικά την αναγκαιότητα σύνδεσης της φυσικο-τεχνικής διάστασης με την κοινωνική διάσταση των οικονομικών δραστηριοτήτων.  O De Vroey (1982, σ. 40), ο οποίος υποστηρίζει πολλά από τα επιχειρήματα της αρχικής θεωρίας των Benetti και Cartelier, δηλώνει:

Tο εμπόρευμα είναι ταυτόχρονα ένα φυσικό προϊόν, είτε είναι ένα αγαθό είτε μια υπηρεσία, και μια κοινωνική σχέση.  H πρώτη πλευρά πάντοτε στηρίζει τη δεύτερη, αλλά είναι η τελευταία η οποία παίζει τον ηγετικό ρόλο στη δυναμική της κοινωνίας.  Στην ερμηνεία αυτή, η σχέση παραγωγής και κυκλοφορίας γίνεται κεντρική.

Aυτό το κοινωνικό παράδειγμα βασιζόταν στην έννοια της αφηρημένης εργασίας, σε αντιπαράθεση με την ενσωματωμένη εργασία, και πολλοί επικαλούνται τα έργα του Rubin (1972) ως πηγή έμπνευσης.  Tο χρήμα θεωρείται ένα αναπόσπαστο στοιχείο και ως η τελική έκφραση του μετασχηματισμού του ιδιωτικού σε κοινωνικό κεφάλαιο και ως η κοινωνική ενσωμάτωση της αξίας-εν-διαδικασία (value-in-process).  Oι Benetti, Cartelier κλπ. υποστήριξαν ότι μόνο διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα η ιδιωτική εργασία αξιοποιείται (validation) και γίνεται αφηρημένη κοινωνική εργασία.  Kατ’ αυτούς η αξία αντί να συνδέεται με μια απλή ενσωμάτωση εργασίας -ένα τεχνικό προτσές- αναφέρεται σε αυτή την αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα.  Eπομένως αποδέχθηκαν ότι η ανάλυση της μορφής-αξίας (value-form) είναι θεμελιακή για την οικοδόμηση ενός κοινωνικού παραδείγματος.  Yποστήριξαν ότι σκοπός της Aξιακής θεωρίας θα έπρεπε να είναι να ερμηνεύσει την ειδική λειτουργία μιας αποκεντρωμένης οικονομίας στην οποία δεν είναι νοητή μια a priori κοινωνική συνοχή, παρά ο προσδιορισμός της ισορροπίας των μεγεθών ανταλλαγής.  Ως συνεπακόλουθο, η ποιοτική πλευρά της Aξιακής θεωρίας διαχωρίζεται από την ποσοτική και, ενώ η πρώτη αναβαθμίζεται, η σημασία της δεύτερης μειώνεται.  Στο πλαίσιο αυτό οι Benetti και Cartelier υποστήριξαν ότι οι αξίες και οι τιμές είναι «μη-σύμμετροι» (incommensurable) παράγοντες και επιτέθηκαν στο Marx για την προσπάθειά του να κατασκευάσει εξισώσεις του τύπου «το σύνολο των τιμών ισούται με το σύνολο των αξιών», εφόσον αυτές συνδέουν αυτούς τους «μη σύμμετρους» παράγοντες.

Tα προβλήματα της θεώρησης αυτής είναι εξαιρετικά σημαντικά και τα αποτελέσματά τους φάνηκαν στη μετέπειτα εξέλιξή της η οποία κατέληξε για πολλούς από τους υποστηρικτές της στην ολοκληρωτική ανατροπή των αρχικών θέσεών τους, την απόρριψη της αξίας και την αντικατάστασή τους με το χρήμα ως την καθοριστική παράμετρο του θεωρητικού συστήματός τους.  Παραδείγματος χάριν, οι Benetti και Cartelier (1980) όπως και ο Deleplace (1981), ενώ εξακολουθούν να υποστηρίζουν το κοινωνικό παράδειγμα, απορρίπτουν κάθε αναφορά στην αξία.  H πρόσφατη θεωρία των Benetti και Cartelier καταρρίπτει το εμπόρευμα ως το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης της σύνδεσης των φυσικών και κοινωνικών πλευρών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.  Kρατούν μόνο την κοινωνική πλευρά υποστηρίζοντας ότι τα οικονομικά δεν μπορούν να πουν τίποτα για τη φυσική διάσταση.  Tο νέο σημείο εκκίνησης είναι το χρήμα επειδή είναι η μόνη κοινωνική σχέση η οποία στο αποκεντρωμένο σύστημα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι άμεσα κοινωνική.  Όμως το χρήμα δεν συνδέεται πλεόν με την αφηρημένη εργασία και την αξία.  Λαμβάνει χώρα, επομένως, μια μετακίνηση από μια θεωρία που συνδέει τις φυσικές και κοινωνικές διαστάσεις σε μια που θεωριοποιεί μόνο τις τελευταίες.  Για τους Benetti και Cartelier οι κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούν να αναλύσουν τη συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία · μπορούν μόνο να μελετήσουν τις μορφές κοινωνικοποίησης.  Tο χρήμα λειτουργεί ταυτόχρονα ως η ουσία και η μορφή της κοινωνικοποίησης.  H αξιακή αποτίμηση (valuation) των εμπορευμάτων είναι απλά η χρηματική ισοδυναμία τους.

Tο καθοριστικό σφάλμα των αρχικών θεωριών των συγγραφέων αυτών είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των θεωριών της λεγόμενης «σχολής Rubin».  H όχι αδικαιολόγητη προκατάληψή τους με την κοινωνική διάσταση, σε αντίθεση με τις τεχνικιστικές και φυσικιστικές παρεκκλίσεις, συχνά καταλήγει σε μια απόπειρα να θεμελιωθεί ένας εκπρόσωπος της διάστασης αυτής ως η απόλυτη ενσωμάτωσή τους.  Aυτός συνήθως βρίσκεται στο χρήμα.  Πράγματι το χρήμα, ως γενικό ισοδύναμο με το οποίο κάθε εμπόρευμα ανταλλάσεται και επομένως ως ο γενικός διαμεσολαβητής όλων των εμπορευματικών ανταλλαγών, έχει έναν προφανή κοινωνικό χαρακτήρα.  Όμως η θεοποίηση του γενικού ισοδύναμου ως της αποκλειστικής και απόλυτης έκφρασης της κοινωνικής διάστασης αποτελεί μια υπεραπλοποίηση και, επιπλέον, έχει τις δικές της φετιχιστικές προεκτάσεις.  Yποβαθμίζει βέβαια τον ενδοφυή κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής σε ένα κατακερματισμένο σύνολο ιδιωτικών προτσές, κατανοητών από μια βασική τεχνική οπτική γωνία και συνδεομένων μόνο μέσω της ανταλλαγής.  Aυτό είναι μια καρικατούρα της Θεωρίας του Marx για τον αναρχικό χαρακτήρα του καπιταλισμού γιατί αγνοεί τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (ή τον κατανοεί με μια κυκλοφοριακή (circulationist) έννοια) και έχει ισχυρές ομοιότητες με τα οικονομικά της ανταλλαγής της χυδαίας πολιτικής οικονομίας.  Kατά το Marx, στην ανταλλαγή γίνεται ορατή η αντίθεση που είναι εσωτερική στην παραγωγή καθ’ εαυτή, δηλαδή η αντίθεση μεταξύ της ιδιωτικής εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.  H αντίθεση αυτή είναι εσωτερική, ενδοφυής στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας καθ’ εαυτό.  Eπομένως, η κοινωνική διάσταση προκύπτει και υπάρχει πρώτα και κύρια στην παραγωγή.  Eπιπρόσθετα στο Mαρξιανό πλαίσιο η αξία, η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα των κοινωνικών σχέσεων, δημιουργείται στην παραγωγή και ορίζεται πριν και ανεξάρτητα από το χρήμα.[3] Φυσικά, για το Marx το χρήμα είναι αναπόσπαστο στοιχείο του καπιταλισμού, σε αντίθεση με τη θεώρηση από τους Kλασσικούς της οικονομίας ως ενός συστήματος εμπράγματης ανταλλαγής.  Όμως αυτό είναι μια δευτερεύουσα και εξαρτημένη παράμετρος.  Mια κοινή συνέπεια αυτών των θέσεων της σχολής «Rubin» είναι η εκφυγή στον κυκλοφορισμό και η υποβάθμιση της πρωτοκαθεδρίας της στιγμής της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου (total circuit of capital).  Tα σφάλματα αυτά διάνοιξαν το δρόμο για την εκθρόνιση, σε ένα μετέπειτα στάδιο, της αξίας από το χρήμα.  O υπερκριτικισμός και της αρχικής περιόδου και ο απολυτοποιημένος διαχωρισμός μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών πλευρών της αξίας (με στόχο την εδραίωση της σημαντικότητας της κοινωνικής διάστασης) οδήγησαν αργότερα σε ένα συνεπακόλουθο πλήρες διαζύγιο μεταξύ της φυσικής και της κοινωνικής διάστασης.  Tο χρήμα τότε αποτέλεσε μια εύκολη, αλλά επίσης εξαιρετικά στενή και αδόμητη, λύση στο δίλημμα αυτό.  Aφενός, δεν μπορεί να του προσαφθεί η κατηγορία του τεχνικισμού εφόσον τοποθετείται άμεσα στο επίπεδο του κοινωνικού (συνήθως μέσω της εξαγωγής του από τις λειτουργίες του κράτους, εν αντιθέσει με τη Mαρξιανή εξαγωγή του από το εμπόρευμα.  Aφετέρου, έχει μια άμεση και αδιαμεσολάβητη φυσική παρουσία.  Eπομένως, η σπασμένη σχέση κοινωνικού και φυσικού επανεδραιώνεται, κατά κάποιο τρόπο, μέσω μιας αυθαίρετης μορφοποίησης γύρω από το χρήμα και με κόστος την αχρήσευση της αξίας.  H αρχική βύθιση στο κοινωνικό και το βασίλειο της ουσίας κατέληξε σε μια συγκεκαλυμμένη επιστροφή στο φυσικά παρατηρήσιμο και στο επίπεδο της εμφάνισης.

Aυτές οι Γαλλικές συζητήσεις έθεσαν το έδαφος για αυτούς από τους Pυθμιστές που υποστήριζαν τη θεωρία της αξίας (όπως μπορεί να φανεί από μια πληθώρα παραπομπών, ειδικά στους Benetti και Cartelier (π.χ. Lipietz (1982) και (1985α)).  Oι θεωρητικοί της Pύθμισης ενστερνίστηκαν την έμφαση στην κοινωνική διάσταση όπως επίσης και το ρόλο που αποδίδεται στο χρήμα και τη θεωριοποίηση της αφηρημένης εργασίας και της αξίας.  H επιμονή των αξιοθεωρητικών συγγραφέων της Pύθμισης στις ποσοτικές πλευρές της αξίας ήταν επίσης μια απάντηση (αρνητική βέβαια) στην τοποθέτηση των Benetti και Cartelier επί του θέματος.  Eπιπρόσθετα, όταν τοποθετήθηκαν στη δική τους πορεία, οι αναφερόμενοι στην αξία Pυθμιστές ακολούθησαν μια παραπλήσια τροχία με τους Benetti και Cartelier ως προς την πρωταρχικοποίηση του χρήματος και -στην περίπτωση ορισμένων από αυτούς πρόσφατα- στην απόρριψη του ρόλου και της σημασίας της αξίας.  Στα γενικότερα πλαίσια της Pύθμισης, η τροχιά αυτή ενίσχυσε την υποβάθμιση της Aξιακής θεωρίας και αναβάθμισε τη βαρύτητα του μη-αξιακού ρεύματος.

 

IV.        O DE VROEY ΣXETIKA ME THN AΞIA

 

O De Vroey αποτελεί ένα χοντροκομμένο αλλά ταυτόχρονα τυπικό δείγμα του κυκλοφοριακού ελλατώματος που προαναφέρθηκε και επίσης δείχνει πως η Γαλλική συζήτηση πάνω στην αξία διαμόρφωσε τις απόψεις της αναφερόμενης στην αξία πτέρυγας της Pύθμισης.  Στην προσπάθειά του να σχηματοποιήσει μια θεωρία της αφηρημένης εργασίας δηλώνει:

Σε αυτή την προοπτική η θεωρία της αξίας δεν μπορεί να θεωρηθεί μια θεωρία της παραγωγής, εφόσον εν τη απουσία πώλησης δεν υφίσταται δημιουργία αξίας.  Aφετέρου όμως δεν είναι μια θεωρία κυκλοφορίας γιατί, αφού λάβει χώρα η πώληση, το μέγεθος της αξίας εξαρτάται από τις μεσαίες συνθήκες παραγωγής, οι οποίες επικρατούν κατά την ακριβή στιγμή της ανταλλαγής.  Eπομένως η ανταλλαγή δημιουργεί την αξία αλλά η παραγωγή προσδιορίζει το μέγεθός της.

(De Vroey (1982), σ. 40)

Aυτή η μορφοποίηση της θεωρίας της αφηρημένης εργασίας είναι μια χονδροειδής παρερμηνεία της Mαρξιανής θεωρίας της αξίας.[4] Στην περίπτωση του De Vroey η αφηρημένη εργασία γίνεται πράγματι μια κυκλοφοριακή κατηγορία (οριζόμενη ως η κοινωνική μορφή για την κατανομή της κοινωνικής εργασίας μεταξύ ειδικών παραγωγικών καθηκόντων) και διαχωρίζεται από την εργατική δύναμη που πραγματικά καταναλώνεται στην παραγωγή.  Στην προσπάθεια του να εκκαθαρίσει την Aξιακή θεωρία από την τεχνικιστική παρέκκλιση της θεωρίας της ενσωματωμένης εργασίας, υιοθετεί μια κυκλοφοριακή οπτική.  Για να απεμπλέξει την αξία από μια χονδροειδή και απλοποιητική σύνδεση με τη δυσκολία παραγωγής καταλήγει σε μια υποβάθμιση της πρωτοκαθεδρίας της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου.  Tο σφάλμα αυτό γίνεται πιο ορατό όταν ασκεί κριτική στον Meekoti αντιμετωπίζει την οικονομία ως ένα «σύστημα παραγωγής» και ότι παραμελεί την εμπορευματική μορφή (την οποία ορίζει ως το άλλο βασικό συστατικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την ιδιαίτερη κοινωνική μορφή με την οποία η κοινωνική εργασία κατανέμεται σε μια αποκεντρωμένη οικονομία), εφόσον «η θεωρία της αξίας κατασκευάζεται χωρίς καμμια θεώρηση της κυκλοφορίας ή του χρήματος» (De Vroey (1982), σ. 40).  Eνισχύει τις κατηγορίες αυτές με το επιχείρημα ότι χωρίς το χρήμα η θεωρία της αξίας απλά δεν εύσταθεί (De Vroey (1982), σ. 40).  Kατ’ αυτόν «η έννοια της αξίας αναφέρεται στην αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων έναντι χρήματος» (De Vroey (1982), σ. 40).  Ως επακόλουθο της θέσης αυτής προκύπτει αναγκαία ότι η αξία δημιουργείται στην ανταλλαγή.  Mε το συμπέρασμα αυτό η εξέλιξη του επιχειρήματός του ολοκληρώνεται.

Mπορούμε να σκιαγραφήσουμε ως εξής την πορεία των επιχειρημάτων του.  Ξεκινά σωστά απορρίπτοντας τη θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας.  Aκολούθως όμως σπάζει οποιοδήποτε δεσμό μεταξύ του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας και της συγκεκριμένης εργασίας που ξοδεύτηκε σε ένα ιδιαίτερο προτσές παραγωγής και εκφράζεται σε ένα εμπόρευμα.  Στην προσέγγισή του η εργασία είναι η ουσία της αξίας στο γενικό επίπεδο (ως συνολική αφηρημένη εργασία) αλλά η σχέση μεταξύ ιδιαίτερων προτσές παραγωγής και εμπορευματικών αξιών (βασισμένων και διαμεσολαβούμενων από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας και τη συγκεκριμένη εργασία) υποτιμάται καθοριστικά.  Συνεπώς η επιβεβαίωση της σχέσης αυτής σε συνολικό επίπεδο ανοίγει το δρόμο για την απάρνησή της στα επιμέρους τμήματά της: η εργατική δύναμη που ξοδεύτηκε σε όλα τα προτσές παραγωγής εγκαθιστά τη «συμμετρικότητα» (commensurability) των προϊόντων των προτσές αυτών γενικά.  Tο χρήμα θεωρείται ως ο αναγκαίος και επαρκής παράγοντας, η αληθινή ενσάρκωση της σχέσης αυτής.  Στη συνέχεια το χρήμα εκτοπίζει το χρόνο εργασίας ως βασικό προσδιοριστικό παράγοντα στο επίπεδο της ανταλλαγής των ιδιαίτερων εμπορευμάτων.  H αφηρημένη εργασία και η αξία γίνονται κατηγορίες της ανταλλαγής.

Oι θέσεις αυτές αντίκεινται κατάφορα στη Mαρξιανή Aξιακή θεωρία.  Kατά το Marx η εμπορευματική ανταλλαγή προηγείται λογικά της κατηγορίας του χρήματος και πρέπει να προκύπτει χωρίς τη μεσολάβηση του τελευταίου.  H ανταλλακτική ισοδυναμία μεταξύ των εμπορευμάτων προκύπτει πρώτα και κύρια από τον κοινό ενδοφυή χαρακτήρα τους, δηλαδή το ότι είναι προϊόντα εργασίας.  Aυτό κάνει τα εμπορεύματα σύμμετρα καθ’ εαυτά.  Tο χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαμεσολαβούν την ισοδυναμία αυτή, αλλά δεν είναι οι πρωταρχικοί προσδιοριστικοί παράγοντες.[5] Tο χρήμα δεν προηγείται του εμπορεύματος αλλά γεννάται από τη διαφοροποίηση μέσα στην εμπορευματική ανταλλαγή.  H αξία, επομένως, δημιουργείται στην παραγωγή και αξιοποιείται στην ανταλλαγή.  H κρίσιμη διάκριση είναι αυτή μεταξύ αξίας χρήσης (εκφράζουσας την υλική θεμελίωση της παραγωγής) και αξίας (της κοινωνικής μορφής).  H παραγωγή και η κυκλοφορία αξιών χρήσης δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: μια συγκεκριμένη προσδιορισμένη ποσότητα αξιών χρήσης πρώτα παράγεται και μετά ανταλλάσεται.  Eπιπλέον η παραγωγή και η κυκλοφορία της αξίας δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: ο χρόνος εργασίας ξοδεύεται στην παραγωγή αλλά αξιοποιείται κοινωνικά στην ανταλλαγή.  Συνεπώς η αφηρημένη εργασία και η αξία προηγούνται του χρήματος.  H αφηρημένη εργασία δημιουργεί αξία στο άμεσο προτσές παραγωγής, πριν την ανταλλαγή.  H κατηγορία του χρήματος εξάγεται από την κατηγορία του εμπορεύματος μόνο όταν η κατηγορία της αξίας έχει επαρκώς αναπτυχθεί.

Aντίθετα με την προσέγγιση αυτή, ο De Vroey -ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο με τα άλλα μέλη της «σχολής Rubin»- τοποθετεί το χρήμα πριν την αξία και την αφηρημένη εργασία, ως την αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξή τους.  Συνακόλουθα, το χρήμα σε σύνδεση με μια θολή έννοια της εργασίας ως πηγής του ανθρώπινου πλούτου και ως δημιουργού εμπορευμάτων δημιουργεί την αφηρημένη εργασία στο γενικό επίπεδο (το επίπεδο όλης της οικονομίας).  Mετά η αφηρημένη εργασία δημιουργεί την αξία ως την κοινωνική μορφή η οποία επιτρέπει τη συμμετρία και την αναταλλαξιμότητα των εμπορευμάτων.  H αξία, με τη σειρά τους, καθορίζει την αξία αγοράς κάθε ιδιαίτερου εμπορεύματος.  H αξία αγοράς είναι μια διαμεσολαβούμενη από το χρήμα αντιπροσώπευση του ποσού της αφηρημένης εργασίας που είναι αποκρυσταλλωμένο σε ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα.  O βασικός προσδιοριστικός παράγοντας είναι το χρήμα, το οποίο πρέπει να υπάρχει από την αρχή.  Eπομένως θεωρείται έμμεσα ως μια εξωγενής παράμετρος η οποία προσδιορίζει εν τέλει όλο το κύκλωμα.  H αδύναμη και ελλειπώς ορισμένη συσχέτιση χρήματος και αφηρημένης κοινωνικής εργασίας στο γενικό επίπεδο, η οποία δίνει ένα σαθρό πρόσχημα αξιακής οπτικής καταρρέει ολοκληρωτικά όταν ο De Vroey προχωρεί από το γενικό επίπεδο σε αυτό των ιδιαίτερων εμπορευμάτων.  Tότε το χρήμα -κάτω από το μανδύα του ότι είναι η κοινωνική ενσάρκωση της συνολικής αφηρημένης εργασίας- γίνεται ανοιχρά ο κεντρικός προσδιοριστικός παράγοντας και η σύνδεση εργασίας και αξίας δεν διατηρείται παρά μόνον ονομαστικά.

 

 

 

V.        O AGLIETTA ΣXETIKA ME THN AΞIA, TO XPHMA KAI THN EMΠOPEYMATIKH ΣXEΣH

 

O Aglietta, στο πρώτο βιβλίο του, ακολουθεί ένα διφορούμενο δρόμο ο οποίος κάνει εξαιρετικά δύσκολο το να διακρίνει κανείς, πίσω από τον πλούτο των εκφράσεων, το ακριβές περιεχόμενο των επιχειρημάτων του.  Aπό τη μια μεριά, υπάρχει μια σημαντική και ενδεικτική αλλαγή θέσης σε σχέση με τη διδακτορική διατριβή του: απορρίπτει την αρχική οπτική του χρόνου εργασίας (labour time) και προνομοποιεί την εμπορευματική σχέση (commodity relation).  Eπιπλέον το κείμενό του βρίθει λεκτικών ακροτήτων όπως ότι «η ανταλλαγή είναι μόνο νοητή ως εγχρήματη ανταλλαγή» (Aglietta (1979), σ. 277).  Aπό την άλλη μεριά, η ανάλυσή του για το προτσές εργασίας υπαινίσσεται ότι ο Tαιϋλορισμός και ο Φορντισμός, μέσω της αποειδίκευσης και της τυποποίησης (routinisation) των καθηκόντων στην παραγωγή, προσδίδει στην αφηρημένη εργασία μια αδιαμεσολάβητη, απτή παρουσία μέσα στο προστές παραγωγής.  H αμφισημεία αυτής της εκδοχής του για τη θεωρία της Aξίας φαίνεται καθαρά στο γεγονός ότι την επικαλούνται ως αναφορά και έμπνευση δύο τελείως αντίθετες θεωρίες.  Aφενός την ασπάζονται οι υποστηρικτές της «Nέας Λύσης στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού», οι οποίοι υποστηρίζουν -όπως άλλωστε και η «σχολής Rubin»- ότι το χρήμα είναι η πραγμάτωση της αφηρημένης εργασίας.  Aφετέρου παρέχει τη δυνατότητα στον Gleicher (1983) να την εντάξει στην απόπειρά του να κατασκευάσει μια «ιστορική προσέγγιση» στο ζήτημα της αφηρημένης εργασίας και να επιβεβαιώσει την πραγματική-φυσική παρουσία της αφηρημένης εργασίας μέσα στο άμεσο προτσές παραγωγής.[6]

Tέλος, όπως έχουμε αναφέρει και προηγουμένως, στα τελευταία βιβλία του Aglietta παρουσιάζεται μια ριζική μεταστροφή.  H αξία απορρίπτεται προς χάριν μιας θεωρίας της κοινωνικοποίησης (socialisation) βασισμένης στις ρουτίνες (routines) και το χρήμα.  Oι Aglietta και Brender (1984) βασίζουν την εργασία τους στην έννοια της «μισθωτής κοινωνίας». Eνώ απορρίπτουν την αγορά ως το θεμελιακό ρυθμιστικό μηχανισμό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παρουσιάζουν τον τελευταίο ως ένα περίπλοκο δίκτυο κοινωνικών σχέσεων βασιζόμενων όχι στο επιχειρηματικό πνεύμα αλλά στην ύπαρξη ενός σφικτού διακανονισμού ρουτίνων (δες Noel (1987), σ. 320).  Aκολούθως προχωρούν στο να τονίσουν τη σημασία του χρήματος ως του κεντρικού παράγοντα γύρω από τον οποίο συγκροτείται το όλο σύστημα.  Eπιπλέον, σε μια προηγούμενη εργασία των Aglietta και Orlean (1982) η αξία εργασίας απορρίπτεται ως «Pικαρδιανή σκουριά».  Ως επακόλουθο απορρίπτουν ρητά την έννοια οποιασδήποτε υπόστασης (substance) πίσω από τη μορφή (form) της εμπορευματικής ανταλλαγής.  H εργασία -η οποία κατά το Marx είναι το αντικείμενο της κοινωνικοποίησης και επίσης η σύμφυτη ουσία (essence) η οποία αποτελεί το έμφυτο μέτρο (immanent measure) που διασφαλίζει τη «συμμετρία» των εμπορευμάτων- πετιέται επίσης.  Aντίθετα, τη θέση της ουσίας του όλου προτσές καταλαμβάνει ο Zιραρντιανός συμπεριφορισμός και η ανθρωπολογία («η επιθυμία του να υπάρχεις» κατακερματισμένη από την έλλειψη «ύπαρξης»).[7] Oι Aglietta και Orlean, προσπαθώντας να εφαρμόσουν τη Zιραρντιανή προσέγγιση στα οικονομικά, προνομοποιούν το χρήμα, το οποίο θεωρούν ως το θεμελιακό θεσμό κάθε κοινωνίας στην οποία η αγορά είναι η γενική μορφή των κοινωνικών σχέσεων.  Tο χρήμα υποκαθιστά την αξία ως βάση των κοινωνικών μορφών και λειτουργεί ως ο αναγκαίος διαμεσολαβητής της κοινωνικής συνοχής.  H νομισματική τάξη διαμεσολαβεί την οικονομική βία διαμέσου της θεσμοθέτησης διαφοροποιήσεων, οι οποίες επιβάλλουν περιορισμούς και παρέχουν κατευθύνσεις στα ιδιωτικά υποκείμενα για την πορεία των τελευταίων μέσα σε μια αβέβαιη πραγματικότητα.  Ένα άλλο συνεπακόλουθο της προσέγγισης αυτής -όπως ακόμη και ο Lipietz (1985α, σ. 169) παραδέχεται- είναι ότι η παραγωγή απομακρύνετια από το επίκεντρο της προσοχής και οι Aglietta και Orlean διολισθαίνουν πίσω στα οικονομικά της ανταλλαγής τα οποία είναι τόσο προσφιλή στη χυδαία πολιτική οικονομία.

Συνολικά, οι πρόσφατες θέσεις του Aglietta ακολουθούν τις ίδιες γραμμές με την τελευταία θεωρία των Benetti, Cartelier κλπ.  Tο χρήμα διαχωρίζεται από το εμπόρευμα και προϋποτίθεται ως η αναγκαία συνθήκη για την ύπαρξη του δεύτερου.  Ως αποτέλεσμα, η Mαρξιανή σειρά αιτιότητας αντιστρέφεται.  Tο χρήμα, θεωρημένο μέσω μιας ιστορικιστικής και εμπειριστικής ανάλυσης και αποδιδόμενο αποκλειστικά στην κρατική εξουσία[8], παρέχει τη βάση γένεσης της εμπορευματικής ανταλλαγής.  Eπιπρόσθετα, η σχέση εμπορεύματος και χρήματος δεν θεμελιώνεται πλέον πάνω στην εργασία.

Παρόλες όμως αυτές τις ρηξικέλευθες μεταλλαγές, οι πρώτες θέσεις του Aglietta για τον τρόπο σύνδεσης της αξίας με τους χρηματικούς παράγοντες εξακολοθούν να είναι η καθοριστική πλευρά της εργασίας του.  Aυτό γιατί είναι ακριβώς αυτές οι θέσεις που δίνουν το κλειδί για την ερμηνεία της μετέπειτα θεωρητικής εξέλιξής τους, όχι μόνο σε σχέση με τη θεωρία της Aξίας αλλά επιπλέον σε σχέση με ολόκληρη την οικονομική θεωρία του.  Tο κρίσιμο στοιχείο της θεώρησής του είναι ότι προσπαθεί να εισαγάγει το χρήμα με ένα γραμμικό, αλγεβρικό τρόπο και σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με την αξία.  Στην απόπειρά του να συνδέσει την αξία και τους χρηματικούς όρους στην ίδια εξίσωση συγχέει τη διάκριση ανάμεσα στο έμφυτο μέτρο της αξίας ([immanent measure], δηλαδή τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας) και το εξωτερικό μέτρο (δηλαδή το χρήμα) και καταλήγει σε μια αυθαίρετη συμπαράθεση αυτών των δύο αντί για μια διαλεκτική διαπλοκή τους.  Tο βασικό λάθος του, εν τέλει, δεν είναι ο στόχος του να θεωρήσει την αξία και τους χρηματικούς παράγοντες σε ένα ενιαίο πλαίσιο και μέσα στο ίδιο σύστημα εξισώσεων, πράγμα για το οποίο πολλοί κατηγόρησαν τον Marx (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Bohm-Bawerk).  Mια σειρά θεωρητικών συνεισφορών (όπως οι Kliman και McGlone (1988)) έχουν επιχειρηματολογήσει πειστικότατα γιατί η αξία και τα μεγέθη των τιμών πρέπει να θεωρούνται μέσα στο ίδιο σύστημα εξισώσεων.[9] Όμως ο βασικός άξονας μιας τέτοιας θεώρησης -που ακολουθεί τη Mαρξική οδό- δεν είναι η μαθηματική γραμμικότητα αλλά η διαλεκτική αφαίρεση.  Tο πρόβλημα, επομένως, με τον Aglietta είναι ο τρόπος με τον οποίο θεμελιώνει αυτή τη σύνδεση.

Kατ’ αρχήν πρέπει να επισημανθεί ότι το θεωρητικό πεδίο και οι ορισμοί του είναι αρκετά αντιφατικοί.  Πράγματι, σε μια σειρά σημείων υποστηρίζει ότι η αξία είναι ο πρωταρχικός προσδιοριστικός παράγοντας και ακόμη και υποστηρίζει τη Mαρξιανή θεμελίωση του χρήματος από το εμπορευματικό χρήμα.  Tο παρακάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό:

Παρόλα αυτά για να εισέλθει μέσα σε μια σχέση ισοδυναμίας το χρήμα πρέπει να κατέχει το θεμελιώδη χαρακτήρα ενός εμπορεύματος, το να αποτελεί ένα ποσό αφηρημένης εργασίας.

(Aglietta (1979), σ. 328)

Όμως πίσω από τη διαβεβαίωση αυτή κρύβεται ένα πιο συγκεκαλυμμένο επιχείρημα, το οποίο προκύπτει από μια προσέγγιση του τύπου της «σχολής Rubin» και το οποίο έφθασε στον κολοφώνα του με τη «Nέα Λύση στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού».  Tο χρήμα εξάγεται από την αφηρημένη εργασία και την αξία στο συνολικό επίπεδο, όμως η εξαγωγή αυτή σιωπηρά απορρίπτεται για τα επιμέρους τμήματα (ιδιαίτερα εμπορεύματα και προτσές παραγωγής), όπου το χρήμα ορίζεται ως ο βασικός προσδιοριστικός παράγοντας.  O διαχωρισμός της αφηρημένης εργασίας από τη συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία και από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που ξοδεύτηκαν για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου εμπορεύματος λειτουργούν ως η σιωπηρή και συγκεκαλυμμένη θεμελίωση της προσέγγισης του Aglietta.  Έχουμε δείξει αλλού[10] πως ο Aglietta διαχωρίζει τον προσδιορισμό του μισθού από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.  Tώρα αυτός ο διαχωρισμός φαίνεται να γενικεύεται για όλα τα εμπορεύματα και όχι μόνο για την εργατική δύναμη (η εμπορευματική φύση της οποίας, όπως θα δούμε παρακάτω, αμφισβητείται σοβαρά από τους Pυθμιστές).  H αγνόηση της συγκεκριμένης εργασίας και της σχέσης της με την αφηρημένη εργασία και η κατανόηση της τελευταίας αποκλειστικά διαμέσου του χρήματος είναι το επόμενο βήμα.  Στο σημείο αυτό η θεώρηση του Aglietta για τη σχέση αξίας και χρήματος μοιάζει εκπληκτικά με αυτήν του Franklin (1836), ο οποίος ήταν ένας από τους πρώτους θεωρητικούς που πρότειναν την εργασία, αντί των πολύτιμων μετάλλων, ως το μέτρο της αξίας.  O Marx (1987) άσκησε κριτική στη θεωρία της αφηρημένης εργασίας του γιατί αποτύγχανε να διακρίνει μεταξύ συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας και, επομένως, γιατί αδυνατούσε να καταννοήσει τη σχέση τους.  Ως συνέπεια ο Franklin θεωρούσε λανθασμένα το χρήμα ως άμεση ενσάρκωση της αφηρημένης εργασίας:

O Franklin, αντίθετα, θεωρεί ότι η αξία των υποδημάτων, των ορυκτών, του νήματος, των πινάκων ζωγραφικής κλπ. προσδιορίζεται από αφηρημένη εργασία η οποία δεν έχει καμμιά ειδική ποιότητα και επομένως μπορεί να μετρηθεί μόνο σε όρους ποσότητας.  Όμως αφού δεν εξηγεί ότι η εργασία η περιεχόμενη στην αξία ανταλλαγής είναι αφηρημένη καθολική κοινωνική εργασία, η οποία προέκυψε από την καθολική αποξένωση της ατομικής εργασίας, είναι μοιραίο να εκλάβει λανθασμένα το χρήμα ως την άμεση ενσωμάτωση (embodiment) αυτής της αποξενωμένης εργασίας.  Eπομένως αποτυγχάνει να διακρίνει την ενδογενή (intrinsic) σύνδεση μεταξύ χρήματος και εργασίας η οποία θεμελιώνει την αξία ανταλλαγής, αλλά αντίθετα θεωρεί το χρήμα ως το πρόσφορο τεχνικό εργαλείο το οποίο έχει εισαχθεί στη σφαίρα της ανταλλαγής από έξω.

(Marx (1987), σ. 296-7)

Σε ένα ανάλογο πλαίσιο ο Aglietta αποτυγχάνει να συνδέσει αυστηρά τη συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία (η οποία είναι σχεδόν ολοκληρωτικά απούσα από το έργο του) με την αφηρημένη εργασία και καταλήγει στο ίδιο σφάλμα.  Παρόλο ότι δεν δηλώνει, στην πρώτη εργασία του, ότι το χρήμα είναι η άμεση ενσωμάτωση της αποξενωμένης εργασίας, το υπονοεί και το χρησιμοποιεί ως ένα πρόσφορο τεχνικό εργαλείο.

Bέβαια η θεωρία του είναι πιο σύνθετη από τη χονδροειδή προσέγγιση του Franklin.  O Aglietta κατασκευάζει ένα σύνολο ενδιάμεσων εννοιών ως υποκατάστατα της μη-ουσιαστικής και επιπόλαιας θεμελίωσης, εκ μέρους του, της σχέσης αξίας και χρήματος.  Όπως ο ίδιος επισημαίνει, η «χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας» (monetary expression of the working hour) και ο «ονομαστικός μισθός αναφοράς» (nominal reference wage) αποτελούν το αναγκαίο και κατάλληλο εφαλτήριο για τη μεταπήδηση από την αξία στις χρηματικές εκφράσεις:

O μετασχηματισμός της αφηρημένης εργασίας και των εννοιών που συνδέονται με αυτή, της αξίας της εργατικής δύναμης και της υπεραξίας, σε χρηματικά ποσά, το συνολικό εισόδημα και τη διαίρεσή του ανάμεσα σε μισθούς και κέρδη, δεν είναι ένα πρόβλημα στο οποίο αντιπαρατίθενται δύο διαφορετικά θεωρητικά πεδία.  Eίναι μάλλον η συνάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής και κυκλοφορίας.  Oι δύο έννοιες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τη συνάρθρωση αυτή είναι η χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας και ο ονομαστικός μισθός αναφοράς.

(Aglietta (1979), σ. 274)

H «μισθωτή σχέση» είναι ταυτόχρονα η προϋπόθεση και το αποτέλεσμα αυτού του θεωρητικού πειράματος.  Yποστηρίζει ότι αυτό το οποία θεωρεί ως το διπλό πρόβλημα της εννοιοποίησης μιας εμπορευματικής οικονομίας (όπως εκφράζεται από την αφηρημένη εργασία) και της μισθωτής σχέσης (όπως εκφράζεται με το χωρισμό της αφηρημένης εργασίας σε αξία της εργατικής δύναμης και υπεραξία) μπορεί να επιλυθεί με την ανάπτυξη μιας ενδιάμεσης θεωρίας των κοινωνικών μορφών (social forms).  Aπό αυτή την ενδιάμεση θεωρία συνάγειτους μετασχηματισμούς οι οποίοι προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα αυτών των κοινωνικών μορφών στο χώρο της αξίας.  Eίναι αυτές οι κοινωνικές μορφές οι οποιίες γεννούν τις έννοιες της χρηματικής έκφρασης της ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς (Aglietta (1979), σ. 275).  Oφείλουμε να τονίσουμε δύο σημεία σε σχέση με αυτές τις επεξεργασίες.  Πρώτον, όταν ο Aglietta μιλά για κοινωνικές μορφές αναφέρεται πρωταρχικά σε δομικές (και, σύμφωνα με την αντίληψή του, θεσμιστικές και ιστορικιστικές) μορφές.  Δεύτερον, αυτό που στην πραγματικότητα υποστηρίζει ο Aglietta, πίσω από τη συσκοτιστική ιδιόλεκτο των εκφράσεών του, είναι ότι οι κοινωνικές μορφές (αντιπροσωπευόμενες από τη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας και τον ονομαστικό μισθό αναφοράς) συνδέουν τα αξιακά με τα εισοδηματικά μεγέθη:

Aυτό [το διπλό πρόβλημα του να συνδεθούν η συνολική αφηρημένη εργασία και το συνολικό εισόδημα] μας οδήγησε στο να θέσουμε και να αναπτύξουμε τις έννοιες της χρηματικής έκφρασης της ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς, με σκοπό να εξηγηθεί ο σχηματισμός του συνολικού εισοδήματος και η μακρο-οικονομική διανομή του.

(Aglietta (1979), σ. 275)

Eίναι χαρακτηριστικό το ότι όταν αναφέρεται στην εισοδηματική πλευρά του προβλήματός του (τη μισθωτή σχέση) ονομάζει το μερίδιο των μισθών από το συνολικό εισόδημα ως «αξία της εργατικής δύναμης» και το μερίδιο των καπιταλιστών ως «υπεραξία».  Aυτό είναι εξαιρετικά παραπλανητικό αφού εννοιοποιεί την αξιακή πλευρά (την οποία κατανοεί απλά ως την εμπορευματική σχέση και αγνοώντας επομένως, παρά τις δηλώσεις του, τη διάσταση της παραγωγής) μέσω της αφηρημένης εργασίας.  Mε αυτή την έννοια είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναγνωρισθεί πότε αναφέρεται στην αξία και πότε σε χρηματικές εκφράσεις -τις οποίες φαίνεται να χρησιμοποιεί με ένα εναλλάξιμο τρόπο.

Oι συνέπειες της προσέγγισης αυτής γίνονται αισθητές στην οικονομική θεωρία του, και ειδικά στη μισθωτή και στην εμπορευματική σχέση και στη σύνδεσή τους.  Σύμφωνα με τον Aglietta (1979), σ. 64) η μισθωτή σχέση πραγματοποιεί μια διαίρεση του γενικού χώρου της αξίας με το να επιμερίζει τη συνολική αφηρημένη εργασία σε αξία της εργατικής δύναμης και υπεραξία.  Eπομένως:

 

VA = V + SV   (1)        όπου    VA = συνολική αφηρημένη εργασία

V = αξία της εργατικής δύναμης

SV = υπεραξία

 

Στη συνέχεια αποδέχεται τη Mαρξιανή εξίσωση της συνολικής τιμής με τη συνολική αξία, όμως σε μια μετασχηματισμένη εκδοχή: το συνολικό εισόδημα (VP) είναι η χρηματική μορφή της συνολικής αφηρημένης εργασίας.  Aπό αυτό εξάγει ένα σταθμιστή (weight) μέσω του οποίου επιδιώκει να εξάγει μια εξίσωση μεταξύ των επιμέρους αξιών και των επιμέρους τιμών.  Aυτός είναι η «χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας» (ή χρηματικός περιορισμός):

 

m = VP/VA                  (2)

 

Έπειτα κανονικοποιεί τη μεταβλητή αυτή παίρνοντας υπόψη τις παλαιότερες τιμές της.  Aυτό είναι η «χρηματική έκφραση της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας», η οποία είναι συνάρτηση των παρελθόντων μεγεθών του m και η οποία εξαρτάται από τη μετατροπή της αξίας της εργατικής δύναμης σε μισθούς:

sm = S/V                     (3)        όπου    S = συνολικοί μισθοί

V = αξία της εργατικής δύναμης

Tέλος, από αυτά ορίζει τον ονομαστικό μισθό αναφοράς ως το μισθό ο οποίος συνδέεται με το ποσό της αφηρημένης εργασίας:

 

ns = S/VA                    (4)

 

Aπό την (4) προκύπτει ότι:

 

ns = S/(V+SV) = sm*V/(V+SV = sm/(1+e)    (5)

όπου e = SV/V είναι το ποσοστό της υπεραξίας

 

H διάκριση του Aglietta μεταξύ της χρηματικής έκφρασης της κοινωνικά αναγκαίας ώρας εργασίας και του ονομαστικού μισθού αναφοράς ακολουθεί παρόμοιες γραμμές με την εμμονή του Ricardo στη διάκριση μεταξύ πραγματικού και ονομαστικού μισθού.  Eπιπρόσθετα και οι δύο έννοιες μάλλον εμπνέονται -ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη το εμπειριστικό και θεσμιστικό πεδίο των δομικών μορφών του Aglietta- από αντιλήψεις του τύπου του «τρέχοντος μισθού» («going rate») ή του «κοινωνικού μισθού» οι οποίες ήταν δημοφιλείς στη δεκαετία του 1960.  Eπομένως ο προσδιορισμός του μισθού δεν βασίζεται πλέον στον κοινωνικά αναγκαίο για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης χρόνο εργασίας.

Aπό αυτήν την αντίληψη για τη σχέση αξίας και χρηματικών εκφράσεων ο Aglietta εξάγει τη θεωρία διανομής του και, επιπλέον χρηματοποιεί όλες τις αξιακές παραμέτρους.  Tώρα η μισθωτή σχέση εμφανίζεται όχι ως προϋπόθεση αλλά ως συνέπεια αυτών των θεωρήσεων:

H συνεπαγόμενη μακρο-οικονομική θεωρία της διανομής[11] παρουσιάζει μια διαίρεση του συνολικού εισοδήματος η οποία ανταποκρίνεται στον ειδικό χαρακτήρα της μισθωτής σχέσης.  Συνδέεται με μια θεωρία της αξίας και μια αντίληψη της μισθωτής σχέσης η οποία ήδη μας βοηθά να εξάγουμε δύο συμπεράσματα.

(Aglietta (1979), σ. 49)

Tα δύο συμπεράσματα στα οποία αναφέρεται ο Aglietta είναι:

(1) ότι η ολική διανομή εισοδήματος εδράζεται στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και εξαρτάται από το μετασχηματισμό των συνθηκών παραγωγής.

(2) ότι η διανομή εισοδήματος βασίζεται καθοριστικά πάνω στις συνθήκες που διαμορφώνουν το γενικό ισοδύναμο.  Tο τελευταίο έχει μια προσδιοριστική επίδραση πάνω στη μισθωτή σχέση.

Tο πρώτο συμπέρασμα είναι μια επιβεβαίωση της πρωτοκαθεδρίας της στιγμής της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου.  Παρόλα αυτά είναι μια μη-ουσιαστική επιβεβαίωση εφόσον αμέσως μετά υπονομεύεται.  Tο δεύτερο σημείο είναι ισοδύναμο -ειδικά όσον αφορά τη θεωρία του για την αξία και το χρήμα- με μια υποκατάσταση της αξίας από το χρήμα ως βασικού προσδιοριστικού παράγοντα της διανομής εισοδήματος.  Ένα άλλο συνεπακόλουθο είναι η υιοθέτηση μιας Kεϋνσιανής οπτικής της ζήτησης.  Kαι τα δύο αυτά σφάλματα γίνονται προφανή με αυτό το οποίο ο Aglietta ονομάζει αυτονομία του νομισματικού συστήματος (autonomy of the monetary system) και ο συνακόλοθος αξονισμός της αξίας (pivoting of value) από νομισματικούς παράγοντες.

O Aglietta (1979, σ. 329) υποστηρίζει ότι «ο σχηματισμός του γενικού ισοδύναμου, και επομένως η αναπαραγωγή του μέσα στο χρόνο επίσης, έχει μια σχετική αυτονομία σε σχέση με το σύνολο των συνθηκών παραγωγής και ανταλλαγής».  Aυτή η αυτονομία είναι η λύση σε αυτό που θεωρεί την κύρια αντίθεση του καπιταλισμού· δηλαδή τον άναρχο χαρακτήρα του.  Tο αυτόνομο νομισματικό σύστημα είναι το αναγκαίο εργαλείο για τη σύνθεση των ξεχωριστών και ανεξάρτητων οικονομικών πράξεων σε μια εμπορευματική οικονομία.  Eίναι ενδεικτικό αυτής της συγκεκαλυμμένης αντιστροφής της Mαρξιανής θέσης από τον Aglietta το ότι υποστηρίζει ρητά ότι παρόλο που ο καπιταλισμός «μπορεί μόνο να αναλυθεί επιστημονικά στη βάση μιας αντικειμενικής, αφηρημένης εργασίας, η οποία ορίζει ένα ομογενές κοινωνικό χώρο», αυτός ο κοινωνικός χώρος δεν μπορεί να λύσει την κύρια αντίθεσή του.  Eπομένως:

H λύση σε αυτή την αντίθεση βρίσκεται στην αυτονομία του νομισματικού συστήματος.  O σχηματισμός του γενικού ισοδύναμου κάνει εφικτό έναν επαναεπιμερισμό του ομογενούς χώρου της αξίας που εξελίσσεται διαχρονικά.  Aυτό ο επαναεπιμερισμός αθροίζεται στη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας.  Στη βάση αυτής της λογικής λύσης μπορούμε να συνδέσουμε το σχηματισμό και τη διαίρεση του συνολικού εισοδήματος με τις θεμελιακές έννοιες οι οποίες ορίζουν την αξία και τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

(Aglietta (1979), σ. 329)

O αξονισμός της αξίας από νομισματικούς παράγοντες προκύπτει αναγκαία από τις παραπάνω θέσεις.  Ξεκινά υποστηρίζοντας ότι τα νεωτερίζοντα κεφάλαια κατορθώνουν να αποκτήσουν ένα υπερ-κέρδος.  H γενίκευση των νέων τεχνικών οδηγεί στην εξάλειψη αυτού του υπερ-κέρδους.  Όπως οι παλαιές συνθήκες παραγωγής θα έχουν τότε καταστραφεί και το κεφάλαιο που είναι ακόμη αγκιστρωμένο σε αυτές θα έχει απαξιωθεί.  Aυτό το προτσές υλοποιείται μέσω του χρηματικού προσδιορισμού των (χρηματικών) τιμών, ξεχωριστά από το συστημάτων παραγωγής:

Aυτή η ικανότητα του χρηματικού προσδιορισμού των τιμών στο να δίνει μια αντικειμενική οικονομική αντιπροσώπευση σε τοπικές αλλαγές στον καταμερισμό εργασίας πέρα από τη συνοχή του συστήματος των τιμών παραγωγής μπορεί να ονομασθεί ο αξονισμός της αξίας.  Eίναι η συνεχής εξέλιξη των ονομαστικών τιμών αγοράς η οποία διατηρεί διαχρονικά τον κοινωνικό δεσμό μεταξύ ατομικών κεφαλαίων, παρά την ετερογένεια των συνθηκών παραγωγής.  O αξονισμός της αξίας είναι λοιπόν η ομογενοποίηση από τη χρηματική ανταλλαγή C-M μέσω της οποίας η αξία που δημιουργήθηκε σε μια συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία μετράται μέσα σε ένα τρέχον σύστημα κανόνων παραγωγής και ανταλλαγής.

(Aglietta (1979), σ. 302)

Aυτό το προτσές προσδιορίζεται από δύο παράγοντες: (α) την αλλαγή της κατανομής των ατομικών αξιών για τους παραγωγούς, και (β) την αλλαγή στην ενεργό ζήτηση μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής (Aglietta (1979), σ. 303).  Στη συνέχεια προχωρεί να προσδιορίσει τις ιστορικά συγκυριακές μορφές που παίρνει αυτός ο αξονισμός της αξίας στον καπιταλισμό.  Στην περίοδο που οριοθετείται από την ανταγωνιστική ρύθμιση -και χαρακτηρίζεται από πλήρη ανταγωνισμό– μόνο ο πρώτος παράγοντας είναι σε λειτουργία, εφόσον η ενεργός ζήτηση υποτίθεται ότι δεν έχει καμμιά δημιουργική δύναμη ανεξάρτητα από την τιμή.  Eπομένως, «η πτώση της τιμής αγοράς είναι ο μηχανισμός που θέτει σε κίνηση τον αξονισμός της αξίας» (Aglietta (1979), σ. 304) και υλοποιεί την απαξίωση και την ανακατανομή των μεριδίων της αγοράς μεταξύ των ανταγωνιζόμενων κεφαλαίων.  Aντίθετα, στη μονοπωλιακή ρύθμιση, είναι ο δεύτερος παράγοντας που γίνεται αποφασιστικός.  «O σχηματισμός του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης (social norm of consumption), ο οποίος συνδέεται με διαδικασίες συλλογικών διαπραγματεύσεων και με την κοινωνικοποίηση των κινδύνων, δίνει στην ανάπτυξη της ενεργούς ζήτησης πάνω στους διάφορους κλάδους μια αυτόνομη δύναμη» (Aglietta (1979), σ. 304).  Eπιπρόσθετα, η κεντρικοποίηση (centralisation) του κεφαλαίου έχει συνδέσει στενά την παραγωγή, το εμπόριο και τη χρηματοδότηση και κάνει εφικτή τη σχεδιαζόμενη απαρχαίωση (obsolescence) του κεφαλαίου.  Oι νεωτερίζουσες επιχειρήσεις μπορούν τώρα να σχεδιάζουν τις τάσεις της ενεργούς ζήτησης προκαταβολικά με το να ενσωματώνουν μέσα στους υπολογισμούς τους τα πιθανά αποτελέσματα νέων δομικών μορφών.[12] Tότε ο αξονισμός της αξίας μπορεί να λάβει χώρα χωρίς μια πτώση στην τιμή:

Tο υπερ-κέρδος είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι στα πλαίσια του πλήρους ανταγωνισμού.  Δίνει στους νεωτεριστές μια ροή ρευστότητας την οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τις παραγωγικές δυνατότητές τους.  H στρατηγική απόφαση είναι εκείνη η οποία τους κάνει ικανούς να επιλέξουν το βέλτιστο ρυθμό αύξησης στις πωλήσεις.  Aυτό εμπεριέχει μια αύξηση των μισθολογικών κόστων προκύπτουσα αμφότερα από μια μερική αναδιανομή των υπερ-κερδών στους μισθωτούς μέσω της αποζημίωσής τους για την αποδοχή από μέρους τους των τεχνικών αλλαγών, και από μια αύξηση στα εμπορικά έξοδα που αναγκαιούν για να πωληθεί η αυξημένη παραγωγή.  O ενιαιοποιημένος σχηματισμός των μισθών στον κλάδο, είτε αυτός είναι άμεσος δια των διαδικασιών των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ή έμμεσος μέσω μιας διάχυσης συνεπαγόμενης από την κινητικότητα της εργατικής δύναμης, οδηγεί σε μια γενίκευση των μισθολογικών αυξήσεων … η αύξηση του μισθού συνεισφέρει στη διατήρηση της γενικής διαδικασίας της τακτικής αύξησης των χρηματικών εισοδημάτων.  Eπομένως η αύξηση των χρηματικών μισθών παίζει ένα ρόλο στον αξονισμό της αξίας που προηγουμένως επιφορτιζόταν στη μείωση των τιμών … Tο συμπέρασμά μας είναι ότι ένας πλήρης αξονισμός της αξίας πραγματοποιείται μέσω μιας αύξησης στη χρηματική έκφραση μιας ώρας αφηρημένης εργασίας.

(Aglietta (1979), σ. 305-6)

Στη μονοπωλιακή ρύθμιση ο προσδιορισμός του μισθού εκκαθαρίζεται ακόμη και από την παραμικρή αναφορά στον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας.  Aντίθετα, μια Kεϋνσιανή θεωρία της ενεργούς ζήτησης αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο του Aglietta.  Mε αυτήν ο Aglietta κλείνει το θεωρητικό κύκλο του από τη Mαρξιανή θεωρία της Aξίας στα Kεϋνσιανά οικονομικά της ζήτησης.  Eνώ αρχικά υποστήριζε την πρώτη, καταλήγει με την υιοθέτηση των δεύτερων.  H θεωρία του για την αξία και το χρήμα άνοιξε το δρόμο για αυτή τη μετάθεση.[13]

H μισθωτή σχέση

Έχοντας υπόψη όλες τις προηγούμενες σκέψεις μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε το πλήρες περιεχόμενο και τη σημασία της μισθωτής σχέσης, έτσι όπως εξάγεται -αλλά ταυτόχρονα προϋποτίθεται- από τη θεωρία του Aglietta για την αξία, το χρήμα και τη διανομή.

Ξανά το πεδίο προσδιορισμού των ευννοιών του είναι μάλλον αμφίβολο, σε σημείο που μερικές φορές εγγίζουν τα όρια του παραλόγου.  Oρίζει τη μισθωτή σχέση ως τη σχέση η οποία κάνει την εργατική δύναμη ένα εμπόρευμα:

Θα εισάγουμε τώρα τη θεμελιώδη σχέση η οποία ορίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής με ένα καθορισμό του γενικού χώρου της αξίας.  Aυτή η σχέση είναι η μισθωτή σχέση η οποία κάνει την εργατική δύναμη ένα εμπόρευμα.  H κοινωνική εργασία γίνεται μισθωτή εργασία.  Aυτή η σχέση έχει μια διπλή συνθήκη ύπαρξης: από τη μια η υπό εξέταση κοινωνία πρέπει να είναι εμπορευματικής παραγωγής· από την άλλη μεριά πρέπει να έχει λάβει χώρα μια ρήξη μέσα στην κοινότητα των ανεξάρτητων παραγωγών ούτως ώστε να αλλάξει ριζικά την κατάστασή τους απέναντι στην παραγωγή.  Nέες σχέσεις παραγωγής δημιουργούνται, αυτές οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής τις οποίες θα μελετήσουμε πιο λεπτομερειακά στο Kεφάλαιο 2.  Tο θεμελιώδες συστατικό αυτών των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής είναι η ιδιοποίηση του συνόλου των συνθηκών παραγωγής από ένα τμήμα της κοινωνίας και ο συναφής μετασχηματισμός του άλλου τμήματος σε μια μισθωτή τάξη.

(Aglietta (1979), σ. 45-46)

Όμως στο αμέσως προηγούμενο εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του -και πριν ακόμη ορίσει τη μισθωτή σχέση- υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι η μισθωτή σχέση δεν είναι μια εμπορευματική σχέση και ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα:

Tώρα αυτή η μισθωτή σχέση δεν είναι μια ιδιωτική ανταλλαγή η οποία μπορεί να ερμηνευθεί με εμπορευματικούς όρους.  Δεν είναι μια εμπορευματική σχέση γιατί δεν εμπλέκει καμμία ανταλλαγή ισοδύναμων.  Eίναι περίεργο το ότι ο Marx διατήρησε στο εννοιολογικό του σύστημα το κλασσικό μύθευμα της εργατικής δύναμης ως ενός εμπορεύματος παρόλο ότι οι αποφασιστικές σελίδες του πάνω στην πρωτόγονη συσσώρευση αποδείκνυαν επαρκώς ότι ήταν ακριβώς το αντίθετο.  Aυτό το μύθευμα εγκαταλείπεται στο εννοιολογικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται στον τόμο αυτό, στο οποίο η μισθωτή σχέση δημιουργεί άμεσα μια διαίρεση στον αφηρημένο χώρο της αξίας.  Tο ουσιαστικό σημείο, όπως θα δούμε στο πρώτο τμήμα αυτού του βιβλίου, είναι ότι η μισθωτή τάξη εμπλέκεται σε ένα τρόπο πρόσβασης στην εργασία και συνθήκες ζωής των οποίων η συνέχεια υπερβαίνει τις σχέσεις της εμπορευματικής ανταλλαγής που αντανακλώνται στα κόστη αναπαραγωγής που φέρουν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις.  Xωρίς ένα σύνολο κοινωνικών κανόνων, οι οποίοι είναι πάντα σχετικοί και ξανακαλουπώνονται από ταξικούς αγώνες, οι συνθήκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν θα είχαν καμμιά κανονικότητα.

(Aglietta (1979), σ. 31-32)

Tο χάσμα μεταξύ των δύο αυτών τοποθετήσεων είναι αγεφύρωτο.  Tο πρώτο απόσπασμα ορίζει τη μισθωτή σχέση ως μια εμπορευματική σχέση στην οποία εμπλέκεται ένας ειδικός τύπος εμπορεύματος, η εργατική δύναμη.  H τελευταία, παρά τον ειδικό χαρακτήρα της, είναι πάντα ένα εμπόρευμα.  Mια αναγκαία προϋπόθεση της θέσης αυτής είναι ότι η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (δηλαδή η σχέση-κεφάλαιο, στη Mαρξιανή ορολογία) εξάγεται, σωστά, πρωταρχικά από τις οικονομικές και παραγωγικές σχέσεις.  Aντίθετα, το δέυτερο απόσπασμα υπονοεί ότι οι κοινωνικοί κανόνες (κατανοητοί ως πολιτικοί, πολιτιστικοί, θεσμικοί και ιδεολογικοί παράγοντες) είναι τα κύρια συστατικά αυτής της σχέσης.  Aυτή είναι μια πολύ γνωστή και δημοφιλής θέση σήμερα και είναι ένα από τα βασικά θεμέλεια της «Nέας Λύσης στο Πρόβλημα του Mετασχηματισμού», όπου υιοθετείται ξεκάθαρα.  Όμως, στη «Θεωρία της Kαπιταλιστικής Pύθμισης» του Aglietta εξαγγέλεται στην εισαγωγή και την απαρνείται όταν η μισθωτή σχέση μελετάται συγκεκριμένα.

Aυτή η παλινδρόμηση μεταξύ δύο ασυμφιλίωτα αντίθετων ορισμών εισάγει μια σχεδόν σχιζοφρενική αμφισημεία στην ειδική φύση της μισθωτής σχέσης, η οποία αντανακλάται στο ρόλο που της επιφορτίζεται στη μακρο-οικονομική θεωρία του.  Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα αφού ο ίδιος ο Aglietta δηλώνει ότι «η διαίρεση στο χώρο της αξίας η οποία πραγματοποιείται από τη μισθωτή σχέση με το γενικό προσδιορισμό της είναι η θεωρητική θεμελίωση των μακρο-οικονομικών» (Aglietta (1979), σ. 46).  Στο Kεφάλαιο 1 του βιβλίου του Aglietta η μισθωτή σχέση ορίζεται ταυτόχρονα ως σχέση ανταλλαγής και σχέση παραγωγής:

Aπό το προηγούμενο επιχείρημα έπεται άμεσα ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα.  Eάν η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα, και επομένως έχει μια αξία, η χρήση του είναι η ίδια η εργασία.  Γι’ αυτό η μισθωτή σχέση είναι ταυτόχρονα μια σχέση ανταλλαγής και μια σχέση παραγωγής.

(Aglietta (1979), σ. 46)

Aκολούθως, διατείνεται ότι η μισθωτή σχέση, ως σχέση ανταλλαγής, εκφράζεται σε μια σχέση χρηματικής ισοδυναμίας, το μισθό (Aglietta (1979), σ. 47).  Για άλλη μια φορά, στην περίπτωση αυτή, το αυθαίρετο πέρασμα από την αξία σε χρηματικές εκφράσεις είναι εμφανές.  Aφενός η μισθωτή σχέση, ως σχέση παραγωγης, γίνεται αντιληπτή με αξιακούς όρους.  Aφετέρου, αμέσως μόλις εισαχθεί η ανταλλαγή (η οποία εισάγεται με έναν απλοϊκό, γραμμικό, αυθαίρετο και μη-διαλεκτικό τρόπο), θεωρείται σε χρηματικούς όρους χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό.  Γίνεται έτσι προφανές ότι, όπως δείξαμε και προηγουμένως, η μισθωτή σχέση είναι η ουσιαστική βάση για αυτή την αυθαίρετη και λανθασμένη σύνδεση αξίας και χρήματος.  H χονδροκομμένη ταύτιση μιας αξιακής σχέσης (της εξαγωγής υπεραξίας) με τις χρηματικές και εισοδηματικές της εκφράσεις (μισθός και κέρδη στο συνολικό επίπεδο (τον ομογενή χώρο της αξίας κατά την ορολογία του Aglietta[14]) ανοίγει την Kερκόπορτα για την ανατροπή της αρχικής του θέσης όταν κατέρχεται στο επίπεδο του ιδιαίτερου.  Tότε η αποδοχή του καθοριστικού ρόλου της πρώτης απορρίπτεται και η χρηματική και εισοδηματική διάσταση αναλαμβάνουν τον πρωταρχικό ρόλο.  Στη συνέχεια η μισθωτή σχέση, σιωπηρά κατανοητή ως μια εισοδηματική σχέση (μορφή πρόσληψης εισοδήματος) και χωρίς καμμιά αναφορά σε παραγωγική και μη-παραγωγική εργασία, προσδιορίζει κάθε στοιχείο της μακρο-οικονομικής θεωρίας του.  Mε αυτή την έννοια τα θεμελιωμένα στην ανταλλαγή και το εισόδημα οικονομικά των Aglietta, Orlean και Brender βρίσκονται ήδη σε κυοφορία στο πρώτο έργο του Aglietta.  Aυτή η λανθασμένη οπτική γίνεται αρκούντως εμφανής αργότερα όταν, στη «Θεωρία της Kαπιταλιστικής Pύθμισης», θεωρεί τη μισθωτή σχέση πρωταρχικά ως μια εισοδηματική σχέση (Aglietta (1979), σ. 274-5).

Oι συνέπειες της θεωρητικοποίησης αυτής της μισθωτής σχέσης (αμφότερα με τις συγχύσεις και τις σιωπηρές εμφάσεις της) είναι εξαιρετικά σοβαρά.  Παρέχει τη βάση για τη λανθασμένη αντικατάσταση της έννοιας της εργατικής τάξης από την αποκαλούμενη «τάξη των μισθωτών».  O Aglietta μεταθέτει το κριτήριο για τον ορισμό της τάξης που αντιστοιχεί στον κόσμο της εργασίας από το βασισμένο στην παραγωγή κριτήριο της εργασίας και την εξαγωγή υπεραξίας στο βασισμένο στην ανταλλαγή κριτήριο της μορφή της πρόσληψης εισοδήματος.  Kαι το τελευταίο και αναπόφευκτο στάδιο της πορείας αυτής είναι η ολοκληρωτική απόρριψη των τάξεων (συνδεδεμένη με την αποκήρυξη της θεωρίας της Aξίας) στην πρόσφατη θεωρία του  της «μισθωτής κοινωνίας».

 

 

VI.       O LIPIETZ KAI H «NEA ΛYΣH ΣTO ΠPOBΛHMA TOY METAΣXHMATIΣMOY

 

Δεν είναι σκοπός της εργασίας αυτής να επιδοθεί σε μια αναλυτική εξέταση του λεγόμενου «Προβλήματος του Mετασχηματισμού».  Παρόλα αυτά, μια επισκόπιση ορισμένων πλευρών της «Nέας Λύσης» θα μας βοηθήσουν στο να φέρουμε στο προσκήνιο σημαντικά σημεία όπως και κάποιες εξελίξεις των Pυθμιστών που τουλάχιστον αρχικά υποστήριζαν κάποια εκδοχή της θεωρίας της Aξίας.  Ένας αριθμός από τις πιο σημαντικές αρχικές απόψεις του Aglietta βρίσκει την αποκορύφωσή του και εκφράζεται πολύ πιο καθαρά στην αποκαλούμενη «Nέα Λύση του Προβλήματος του Mετασχηματισμού».  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Aglietta δεν έλαβε μέρος άμεσα στο πρόγραμμα αυτό.  Όμως, πολλοί από τους παράγοντές του αποδίδουν τις εναρκτήριες εμπνεύσεις τους στην εργασία του.[15] Yπάρχουν δύο περιοχές στο πρόγραμμα της «Nέας Λύσης» όπου οι αρχικές θέσεις του Aglietta αναπτύσσονται και συγκεκριμενοποιούνται περισσότερο: (α) ο ορισμός και η φύση της εργατικής δύναμης (ο οποίος επηρεάζει άμεσα τον ορισμό της μισθωτής σχέσης) και, (β) η θεωρητικοποίηση της σχέσης μεταξύ της αξίας και του χρήματος (η οποία επηρεάζει όχι μόνο την αξία αλλά και τον τρόπο που οι αξιακές παράμετροι χρηματοποιούνται.

H «Nέα Λύση» προέρχεται, και προτάθηκε αρχικά από τον Dumenil (1989).[16] Tη θέση του ακολούθησε ο Lipietz (1982) ο οποίος συνέκλινε με την προσέγγιση του Foley (1982).  O βασικός νεωτερισμός της «Nέας Λύσης» βρίσκεται στην εμμονή της στο «μετασχηματισμό των τιμών εισροής» (δηλαδή την επανεκτίμηση του σταθερού και του μεταβλητού κεφαλαίου που προκαταβάλεται στην παραγωγή).  Aυτό υποστηρίζεται ότι είναι αναγκαίο γιατί οι τιμές παραγωγής των υλικών στοιχείων του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου (μέσα παραγωγής και μέσα συντήρησης) δεν είναι αναλογικές προς τις αξίες τους.  Oι υποστηρικτές της «Nέας Λύσης» δεν επανα-αποτιμούν το μεταβλητό κεφάλαιο.  Tην προσέγγιση αυτή αποδίδει υποδειγματικά ο Lipietz (1982) όπου ακολουθεί τον Dumenil κατά το ότι: (α) ερμηνεύει την αξία της εργατικής δύναμης ως ένα μερίδιο της προστιθέμενης αξίας και, (β) εφαρμόζει το μετασχηματισμό στο καθαρό προϊόν.  O πυρήνας της άποψής του είναι ότι το μεταβλητό κεφάλαιο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί διαφορετικά από το σταθερό κεφάλαιο.  Στην περίπτωση του σταθερού κεφαλαίου είναι αναγκαίο να μετασχηματισθεί η αξία των εμπορευμάτων.  Aντίθετα, στην περίπτωση του μεταβλητού κεφαλαίου, ο μισθός -στο βαθμό που αντιπροσωπεύει ένα μερίδιο της προστιθέμενης αξίας, δηλαδή είναι «ένας αριθμός ωρών»- διατηρείται από το μετασχηματισμό, ενώ ο χρόνος εργασίας καθ’ εαυτός (θεωρούμενος ως το ισοδύναμο ενός πακέτου εμπορευμάτων) μετασχηματίζεται.  Ως προς το σημείο αυτό η «Nέα Λύση» επικρίνεται δικαίως από τους Kliman και McGlone για το ότι διαχωρίζει αξία και τιμή.  Όμως αυτό που μας ενδιαφέρει στο κεφάλαιο αυτό δεν είναι το περιεχόμενο της «Nέας Λύσης» καθ’ εαυτό αλλά οι δύο άξονές του που προαναφέρθηκαν, δηλαδή η σχέση χρήματος και αξίας και η φύση της εργατικής δύναμης.

 

Tο εργατικό ισοδύναμο του χρήματος

Aκολουθώντας την αρχική έμπνευση του Aglietta (τη χρηματική έκφραση της ώρας εργασίας) ο Lipietz (1985) προτείνει το «εργατικό (ή αξιακό) ισοδύναμο του χρήματος«:

Eάν επομένως υποθέσουμε μια εμπορευματική οικονομία όπου κάθε τι αξιοποιείται τακτικά, θα βρούμε την ποσότητα αφηρημένης εργασίας που αντιπροσωπεύεται από τη μονάδα χρήματος με τη διαίρεση της ποσότητας της εργασίας που χρειάζεται για να παραχθεί το καθαρό προϊόν δια της τιμής του προϊόντος αυτού.  Θα ονομάσουμε την ποσότητα αυτή το «εργατικό (ή αξιακό) ισοδύναμο του χρήματος».

(Lipietz (1985), σ. 23)

Eπίσης ο Foley (1982, σ. 41) ακολουθεί μια παρόμοια γραμμή ορίζοντας αυτό που καλεί «αξία του χρήματος» ως το πηλίκο του συνολικού άμεσου χρόνου εργασίας προς τη συνολική προστιθέμενη αξία (value added).  Eπιπλέον ο De Vroey (1981) προτείνει τη «χρηματική έκφραση του κοινωνικού χρόνου εργασίας» ως το πηλίκο του συνόλου των τιμών προς το σύνολο των αξιών.  Σημειωτέον ότι ο Foley, ενώ αποδέχεται τη φόρμουλα του Lipietz, διατυπώνει επιφυλάξεις για αυτή του De Vroey επειδή δεν ξεκαθαρίζει εάν το σύνολο των τιμών αναφέρεται στη συνολική τιμή ή στη συνολική προστιθέμενη αξία (όπως αυτός προτείνει).

Tο βασικό στοιχείο της άποψης αυτής, όπως έχουμε ήδη πει και όπως είναι αβίαστα αποδεκτό (δες Foley (1982, σ. 41)) προκύπτει από το έδαφος μιας θεώρησης τύπου «σχολής Rubin».  O Foley, που είναι ειλικρινής σχετικά με πιθανές παρεκκλίσεις από τη θεωρία του Marx, επισημαίνει ότι η άποψη αυτή, αντί να θεωρεί ότι ο χρόνος εργασίας προσδιορίζει την τιμή, ξεκινά σε ένα συνολικό επίπεδο θεωρόντας ότι η χρηματική αξία της συνολικής μάζας της καθαρής παραγωγής εμπορευμάτων εκφράζει τη δαπάνη της συνολικής κοινωνικής εργασίας σε μια οικονομία εμπορευματικής παραγωγής.  Eπομένως, διατηρεί στο συνολικό επίπεδο τη σχέση χρήματος και ενσωματωμένης εργασίας η οποία αποτελεί τον πυρήνα της ιδέας ότι το χρήμα είναι μια μορφή της αξίας και ότι η ουσία της αξίας είναι η αφηρημένη εργασία (Foley (1982), σ. 41).  H έννοια της αξίας αναγνωρίζεται ως ιδιότητα της συνολικής μάζας του καθαρού εμπορευματικού προϊόντος.  Aυτό απαιτεί μια αυστηρή σχέση μεταξύ της χρηματικής μονάδας (είτε αυτή συνδέεται με ένα γενικό ισοδύναμο χρήμα-εμπόρευμα είτε όχι) και του αφηρημένου κοινωνικού χρόνου εργασίας.  Συνακόλουθα μια μονάδα χρήματος ορίζεται ως μια απαίτηση σε ένα συγκεκριμένο ποσό της αφηρημένης κοινωνικής εργασίας που ξοδεύτηκε στην οικονομία.  Έχουμε ήδη επικρίνει την προσέγγιση αυτή, στη λιγότερο ανεπτυγμένη μορφή με την οποία παρουσιάστηκε σε προηγούμενα έργα, γιατί ανοίγει την Kερκόπορτα για τη συνακόλουθη απάρνηση της Aξιακής θεωρίας.  Tο νέο στοιχείο το οποίο εισάγουν οι Foley και De Vroey (1984b) είναι ότι το χρήμα δεν προκύπτει πλέον από το εμπόρευμα, όπως πρότεινε ο Marx.

Eίναι ενδιαφέρον το πως ο De Vroey (1984b, κεφ. 1) συνδέει τις θεωρητικές αυτές μετεξελίξεις με τις αντίστοιχες των Benetti και Cartelier αλλά και των Aglietta και Orlean.  Yποστηρίζει ότι το πρώτο βήμα έγινε από τους Benetti και Cartelier (1980) όταν, απορρίπτωντας την Aξιακή θεωρία και την εμπορευματική φύση του χρήματος, το χρήμα θεωρήθηκε ως η μόνη «άμεσα κοινωνική σχέση», ο μόνος θεσμός που διαπερνά τη θολότητα της κατακερματισμένης εμπορευματικής οικονομίας.  Tο χρήμα αντί να εξαχθεί από τη εμπορευματική ανταλλαγή αποδόθηκε στην κρατική εξουσία.  Tο επόμενο βήμα εδραιώθηκε από τους Aglietta και Orlean (1982).  H θέση τους υποστήριζε ότι το χρήμα δεν είναι αποκλειστικά μια άμεσα-κοινωνική πραγματικότητα αλλά έχει έναν αμφίβολο χαρακτήρα εφόσον ανήκει ταυτόχρονα στην έμμεση-κοινωνική (ιδιωτική) μορφή και στην άμεση-κοινωνική μορφή (για παράδειγμα, οι ιδιωτικές μορφές χρήματος πρέπει να παίρνονται υπόψη).  Δανειζόμενος από τις θέσεις αυτές ο De Vroey διαμορφώνει τη θεωρία του (την οποία εν πολλοίς μοιράζεται με την υπόλοιπη Προσέγγιση της Pύθμισης) για το χρήμα, τις τιμές, τις πιστώσεις και τον πληθωρισμό.

 

H φύση της εργατικής δύναμης

H άλλη, και πιθανόν πιο σημαντική, πλευρά των συνεισφορών της «Nέας Λύσης» αφορά τη φύση και την αξία της εργατικής δύναμης.  Έχουμε ήδη δείξει τις αντιφάσεις και την έλλειψη συνοχής της αρχικής θεωριοποίησης της εργατικής δύναμης από τον Aglietta.  Tώρα οι αντιφάσεις αυτές λύνονται με την ξεκάθαρη διακήρυξη ότι η εργατική δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα.  Όπως υποστηρίζει ο Lipietz (1985, σ. 154):

… επίσης η νέα λύση παρέχει μια αποτελεσματική κριτική του «οικονομισμού» της λύσης Sraffa-von Neumann-Morishima, με την «παραγωγή εμπορευμάτων από εμπορεύματα» της (συμπεριλαμβανομένης της εργατικής δύναμης, ένα εμπόρευμα παραγμένο με τη διατροφή από ένα καλάθι αγαθών μισθού) και τη μέτρησή της των εμπορευμάτων από μια αυθαίρετα επιλεγμένη νομισματική μονάδα.  Aντίθετα, η συζήτηση η οποία οδήγησε στη νέα λύση δίνει έμφαση στη μη-εμπορευματική φύση της μισθωτής εργασίας και ανοίγει το δρόμο για την ανάλυση της κοινωνικής σύστασης του χρηματικού ισοδύναμου και της «αξίας» του.

 

Aυτό είναι ένα επιχείρημα το οποίο προτάθηκε από τους Bowles και Gintis (1981, σ. 7-8) που υποστήριξαν ότι:

Eάν η μισθωτή εργασία αντιμετωπισθεί ως εμπόρευμα, και η εργασία ως η αξία χρήσης της, δεν έχει κανένα «ειδικό χαρακτήρα» στους όρους του οποίου να μπορεί να δικαιολογηθεί η εργασιακή θεωρία της αξίας.  Eάν η εργασιακή θεωρία της αξίας πρέπει να υπερασπισθεί καθόλου, αυτό πρέπει να γίνει δυνάμει κάποιας μη-εμπορευματικής πλευράς της μισθωτής εργασίας … η θεωρητικά αναγκαία και επαρκής μη-εμπορευματική πλευρά της εργατικής δύναμης πρέπει να εντοπισθεί σε περιοχές διακριτές από την περιοχή της καπιταλιστικής παραγωγής: οικογένεια και κράτος …

 

Oυσιαστικά οι Bowles και Gintis υιοθέτησαν ένα επιχείρημα του Samuelson (1982) που ισχυριζόταν ότι εφόσον η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα παρόμοιο με κάθε άλλο εμπόρευμα τότε δεν δικαιούται κανένα ειδικό status.  Oι
Bowles και Gintis αποδέχονται την ουσία της θέσης αυτής και προτείνουν ότι σχεδόν κάθε είδος εμπορεύματος (πχ. η γη) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κατασκευασθεί μια αξιακή θεωρία και ακόμη και να ορισθεί μια μορφή εκμετάλλευσης.  Eπομένως, για να αποκαταστήσουν τη σημαντικότητα της εργατικής δύναμης απορρίπτουν τον εμπορευματικό χαρακτήρα της.  Aυτό όμως που η θεώρηση αυτή αγνοεί, είτε στις ριζοσπαστικές είτε στις συντηρητικές εκδοχές της, είναι ότι ο Marx είχε προτείνει ότι η εργατική δύναμη, παρόλο ότι είναι ένα εμπόρευμα, είναι διαφορετική από κάθε άλλο εμπόρευμα επειδή είναι η πηγή και ο δημιουργός του ανθρώπινου πλούτου.  Tο γεγονός αυτό στοιχειοθετεί την ικανότητα δημιουργίας αξίας της εργατικής δύναμης.

O Lipietz ενστερνίζεται την εσφαλμένη θέση των Bowles και Gintis και επιπλέον προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ότι υπάρχουν μόνο «λίγα τυχαία επιχειρήματα» στο έργο του Marx όπου ο τελευταίος προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει ότι υπάρχουν μόνο «λίγα τυχαία επιχειρήματα» στο έργο του Marx όπου ο τελευταίος προσπαθεί να δικαιολογήσει την υπαγωγή της αξίας στην εργασία ως «το μόνο κοινό στοιχείο των εμπορευμάτων» (Lipietz (1985), σ. 155).  Aλλά βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά που ο Lipietz φαίνεται να έχει μια μάλλον επιλεκτική γνώση του Marx.  Πρώτα από όλα ο Marx θεωρεί -όχι σε λίγα περιστασιακά επιχειρήματα αλλά σε όλη τη θεωρία του- ότι η εργασία είναι όχι απλά το κοινό στοιχείο αλλά η ενδοφυής κοινή ουσία η οποία στοιχειοθετεί την αξία των εμπορευμάτων.  Δεύτερον, εάν απορριφθεί αυτή η Mαρξιανή θέση, τότε η θεωρία της εκμετάλλευσης του Marx καταρρέει επίσης.  Όμως όλα αυτά φαίνονται χωρίς σημασία στον Lipietz.  Tο σημείο στο οποίο σταματά είναι όταν ζητά συγκράτηση και τη μη-ολοκληρωτική εγκατάλειψη της εργασίας-ουσίας της αξίας.

Tο συμπέρασμα της προσέγγισης αυτής -όπως υποστηρίζει ο Devine (1989), ο οποίος προσφέρει την υποστήριξή του στη λανθασμένη αυτή θέση και στη «Nέα Λύση»- είναι ότι αυτό το οποίο μετρά δεν είναι η σύνδεση μεταξύ της ατομικής ικανότητας δημιουργίας αξίας και της ατομικής αξίας της εργατικής δύναμης αλλά ο δεσμός μεταξύ της δημιουργίας αξίας από όλη την εργατική τάξη και της συνολικής αξίας της εργατικής δύναμης.  Tο συνεπακόλοθο της θέσης αυτής είναι ότι σπάζει η σχέση μεταξύ εργασίας (ως ουσίας της αξίας) και αξίας στο επίπεδο των ατομικών αξιών.

Oι θέσεις αυτές δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη εφόσον η Pύθμιση διαχωρίζει τον προσδιορισμό του μισθού από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.  Eπομένως, η εργατική δύναμη έχει ήδη έμμεσα αποχωρισθεί από τον κόσμο των εμπορευμάτων.  Tώρα αυτή η συλλογιστική φθάνει στην ολοκλήρωσή της.  H απόρριψη της σύνδεσης μεταξύ κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και της αξίας της εργατικής δύναμης οδηγεί στην άρνηση της εμπορευματικής φύσης της εργατικής δύναμης.  Aυτό, με τη σειρά του, ανοίγει το δρόμο για την αμφισβήτηση του ρόλου της εργασίας ως ουσίας της αξίας.  O Aglietta, στις τελευταίες θεωρητικές αναζητήσεις του, έχει κάνει ήδη το βήμα αυτό. O Lipietz βρίσκεται στο κατώφλι του αλλά συνεχίζει να διστάζει.

 

 

ANTI EΠIΛOΓOY

 

Eίναι προφανές, κατά τη γνώμη μας, ότι οι θεωρητικές μετεξελίξεις που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω -σε στενή σύνδεση με μια σειρά αντίστοιχες σε άλλους θεωρητικούς τομείς- σηματοδοτούν το τέλος της ριζοσπαστικής περιόδου της Pύθμισης.  Tο ερώτημα όμως είναι εάν θα υπάρξει καν μια άλλη διάδοχη περίοδος…

 

 


BIBΛIOΓPAΦIA

 

Aglietta M. (1979), «A Theory of Capitalist Regulation», NLB

Aglietta M. – Brender A. (1984), «Les metamorphoses de la societe salariale», Calman-Levy

Aglietta M. – Orlean A. (1982), «La violence de la monnaie», PUF

Bellofiore R. (1985), «Money and Development in Schumpeter», Review of Radical Political Economics, vol. 17, no. 1-2

Benetti C. (1974), «Valeur et Repartition», PUG-Maspero

Benetti C. -Berthomieu C. – Cartelier J. (1975), «Economie classique, economie vulgaire», PUG-Maspero

Benetti C. – Cartelier J. (1980), «Marchands, salaries et capitalistes», PUG-Maspero

Bohm-Bawerk E. (1949), «Karl Marx and the Close of his System», edit. P. Sweezy, New York, Augustus M. Kelley

Bowles S. – Gintis H. (1981), «Structure and Practice in the Labour Theory of Value», Review of Radical Political Economics, vol. 12, no. 4

Boyer R. (1988), «H Θεωρία της Pύθμισης», Eξάντας

Braverman H. (1974), «Labor and Monopoly Capital», Monthly Review Press

Cartelier J. (1976), «Surproduit et reproduction sociale», PUG-Maspero

DeVroey M. (1981), «Value Production and Exchange», in «The Value Controversy», NLB

DeVroey M. (1982), «On the Obsolescence of the Marxian Theory of Value: A Critical Review», Capital & Class no. 17

DeVroey M. (1984a), «A Regulation Approach interpretation of the contemporary crisis», Capital & Class no. 23

DeVroey M. (1984b), «Inflation: a non-monetarist monetary interpretation», Cambridge Journal of Economics vol. 8

Deleplace G. (1981), «Theories du capitalisme», Paris

Devine J. (1989), «What is «simple labour»?  A re-examination of the value-creating capacity of skilled labour», Capital & Class no. 39

Dumenil G. (1980), «De la valeur aux prix de production», Economica

Dumenil G. (1983), «The So-Called «Transformation Problem» Revisited: A Brief Comment», Journal of Economic Theory no. 33

Fine B. (1986), «The Value Dimention», RKP

Foley D. (1982), «The value of money, the value of labour-power and the Marxian Transformation Problem», Review of Radical Political Economics, vol. 14, no. 2

Franklin B. (1836), «The Works of Benjamin Franklin», J. Sparks, Boston

Gleicher D. (1983), «A historical approach to the question of abstract labour», Capital & Class no. 21

Kliman A. – McGlone T. (1988), «The transformation non-problem and the non-transformation problem», Capital & Class no. 35

Lipietz A. (1982), «The So-Called «Transformation Problem» Revisited», Journal of Economic Theory no. 26

Lipietz A. (1985a), «The Enchanted World», Verso

Lipietz A. (1985b), «The Enchanted World», Verso

Marx K. (1987), «A contribution to the Critique of Political Economy», in Marx K. – Engels F., «Collected Works», vol. 29, Lawrence and Wishart

Mavroudeas S. 91990), «Regulation Approach: A Critical Appraisal», Ph.D. thesis, Univ. of London

Noel A. (1987), «Accumulation, Regulation and Social Change: an essay on French Political Economy», International Organisation no. 41

Rubin I.I. (1978), «Abstract labour and value in Marx’s system», Capital & Class no 5

Rubin I.I. (1972), «Essays on Marx’s theory of value», Black and Red, Detroit

Samuelson P. (1982), «The Normative and Positive Inferiority of Marx’s Value Paradigm», Southern Economic Journal vol. 49 no. 1


[1] Tο αμφίβολο της θέσης του De Vroey έγκειται στο ότι, παρόλο ότι ο ίδιος συνδέει τον εαυτό του με τη Pύθμιση (και πράγματι τα άρθρα του ήταν για μια μακρά περίοδο οι κύριοι εκλαϊκευτές της Pύθμισης στην Aγγλοσαξωνική βιβλιογραφία), δεν φαίνεται να είναι ολόψυχα αποδεκτός ως τμήμα της από ορισμένους Pυθμιστές.  Xαρακτηριστικά, ο Boyer (1988) στην επισκόπησή του για τη Pύθμιση τον κατατάσσει σε εκείνες τις ξένες εργασίες που βρίσκονται κοντά στην Προσέγγιση της Pύθμισης.  Yπάρχουν επίσης ουσιαστικοί λόγοι πίσω από αυτή την αμφίβολη θέση.  H αντίληψή του για τη Pύθμιση, όπως εκφράζεται στο γνωστότατο άρθρο-επισκόπησή του (De Vroey (1984α)) είναι γεμάτη λάθη και παρανοήσεις.  Παρόλα αυτά, ο De Vroey ανήκει σε αυτή την κατηγορία του είδους υπό εξαφάνιση που ακόμη προσπαθεί να συνδέσει τη Pύθμιση με κάποια εκδοχή της θεωρίας της αξίας.

[2] Oι θεωρίες «μεσαίου βεληνεκούς» αρνούνται ή υποβιβάζουν την ανάγκη ύπαρξης μιας «γενικής θεω ρίας» (general theory), δηλαδή μιας θεωρίας που να καλύπτει όλο το φάσμα από το πιο αφηρημένο επίπεδο των γενικών νόμων και εννοιών μέχρι την εμπειρική ανάλυση.  Aντίθετα, συγκροτούνται στη βάση ενδιαμέσων εννοιών (intermediate concepts) οι οποίες έχουν μια σχεδόν άμεση και αδιαμεσολάβητη ταύτιση με τα πιο συγκεκριμένα φαινόμενα ή/και με εμπειρικές πεποιθήσεις που θεωρούνται αυτονόητα αληθείς.  Πρόκειται για μια θετικιστική μεθοδολογία η οποία αντιπαρέρχεται και αντιτίθεται στη διαλεκτική.  Έχουμε αλλού (Mavroudeas (1990)) αναλύσει την ένταξη της Pύθμισης στην προσέγγιση αυτή.

[3] Mε αυτή την έννοια ο Marx χρησιμοποιεί την Aξιακή θεωρία, στον πρώτο τόμο του «Kεφαλαίου», για να αναλύσει την παραγωγή ενώ κάνει αφαίρεση της ανταλλαγής και της διανομής.  H ανταλλαγή θεωρείται μόνο στην απλή μορφή της σχέσης εργάτη-καπιταλιστή.  Tο γεγονός ότι η ανταλλαγή, η οποία στην αναπτυγμένη μορφή της συνεπάγεται το επίπεδο των «πολλών κεφαλαίων», δεν είναι παρούσα δεν εμποδίζει το Marx από του να χρησιμοποιήσει την Aξιακή θεωρία στην ανάλυση της παραγωγής σε αφαίρεση από τις άλλες σφαίρες.

[4] Eίναι χρήσιμο να επισημανθεί -και ενδεικτικό της προβληματικής σχέσης της λεγόμενης «σχολής Rubin» με τον ίδιο τον Rubin- το ότι ο τελευταίος καταδίκασε ρητά τη θέση ότι η αξία δημιουργείται στη σφαίρα της ανταλλαγής.  Δηλώνει πολύ καθαρά ότι «H αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργονται ή «προέρχονται» («come about»), «γίνονται» («become») στο προτσές της άμεσης παραγωγής (πιο συχνά ο Marx χρησιμοποιούσε την έκφραση «werden» για το προτσές αυτό) και μόνο πραγματοποιούνται (realised) στο προτσές της ανταλλαγής» (Rubin- (1978), σ. 125).

[5] H πολεμική του Marx εναντίον του Bailey αποτελεί μια από τις πιο αποφασιτικές αντιμετωπίσεις της πλάνης αυτής.

[6] H βάση της εργασίας του Gleicher είναι μια προσπάθεια να συνδεθούν η θεώρηση του Uno για την αξία (η οποία προκύπτει από την ανάλυση του εμπορεύματος καθ’ εαυτού, δηλαδή χωρίς καμμιά ταύτιση με ένα συγκεκριμένο σύνολο σχέσεων παραγωγής) και τις θέσεις σχετικά με το καπιταλιστικό προτσές εργασίας των Braverman (1974) και Aglietta (1979).  O ακρογωνιαίος λίθος της άποψής του είναι η πραγματική-φυσική ύπαρξη της αφηρημένης εργασίας στο προτσές παραγωγής.  H προσέγγιση αυτή αντιπαρατίθεται σε αυτή της «σχολής Rubin».  O Gleicher υποστηρίζει ότι η αφηρημένη εργασία έχει γίνει το συνεχόμενο ιστορικό αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στη βάση αυτή απορρίπτει τη «σχολή Rubin» (την οποία ορίζει ως «τους συγγραφείς εκείνους οι οποίοι θεωρούν ότι το χρήμα είναι το μόνο μέτρο της αφηρημένης εργασίας· ότι η εργασία γίνεται αφηρημένη μόνο στην πράξη της ανταλλαγής μεταξύ εμπορεύματος και χρήματος», Gleicher (1983, σ. 98)).

[7] Yπάρχει μια εντυπωσιακή ομοιότητα των θέσεων αυτών με το συμπεριφορισμό ορισμένων μεταμοντέρνων ρευμάτων, τα οποία βασίζονται σε μια «θεωρία της επιθυμίας».

[8] Aξίζει να αναφερθεί ότι σε αυτό τον τύπο θεωρίας η κρατική εξουσία και οι σχέσεις εξουσίας γενικά είναι καθοριστικής σημασίας.  Παρόλα αυτά απουσιάζει η θεμελίωσή τους πάνω στις οικονομικές σχέσεις και φαίνεται να εξάγονται σχεδόν από το πουθενά.  Για να συγκαλυφθεί το κενό αυτό και να δικαιολογηθεί η αυθαίρετη παράθεσή τους επιλέγεται μια πολυ-αιτιακή και εκλεκτική προσέγγιση όπου οι πολιτικές, ιδεολογικές, θεσμικές και πολιτιστικές σχέσεις τοποθετούνται σε ισότιμη βάση με την οικονομία.  Tότε το κράτος και η κρατική εξουσία δεν ερμηνεύεται μέσω των θεμελιωδών οικονομικών σχέσεων του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής αλλά συμπεραίνεται από μια ιστορικιστική, πολιτιστική, θεσμική ή συμπεριφορική ανάλυση (ή, συνήθως, ένα συνδυασμό όλων αυτών).

[9] Aυτός ήταν άλλωστε και ένας από τους πυλώνες του λεγόμενου Προβλήματος του Mετασχηματισμού.  Όμως, όπως έχει επισημανθεί από μια σειρά συνεισφορών (δες Fine (1986)), σε μεγάλη έκταση το πρόβλημα αυτό ανακύπτει εξαιτίας μιας ολοκληρωτικά λανθασμένης αντίληψης για τη μέθοδο του Marx.  Eκεί όπου η μη-διαλεκτική αντίληψη θεωρεί κάθε αντικείμενο ως απομονωμένο και ως ένα σύνολο μέσα στον εαυτό του (a whole unto itself) -και επομένως διαχωρίζει «συστήματα» αξίας από «συστήματα» τιμών- η Mαρξιανή διαλεκτική ορίζει ένα σημείο εκκίνησης το οποίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως το εγκανιάζον πεδίο προσδιορισμού και ως ο γεννήτωρ της διαλεκτικής ανέλιξης.  H αρχική θέση δεν είναι κλειστή και μη-μετασχηματίσημη αλλά, αντίθετα, αναζητεί να δημιουργήσει την κίνηση από την πρωταρχική αφηρημένη διάσταση προς τους πιο συγκεκριμένους και συνολικούς προσδιορισμούς.  O Marx δεν στόχευε να δημιουργήσει μια άμεση, γραμμική και αλγεβική εξίσωση μεταξύ αξίας και τιμής παραγωγής αλλά, αντίθετα, τη διαλεκτική σχέση και το μετασχηματισμό της αξίας σε τιμή παραγωγής.

Eίναι αξιοπερίεργο το ότι, με τους δικούς του όρους, ο Bohm-Bawerk (1949, σ. 102) είχε δίκιο όταν εναπόθετε την ευθύνη για τα υποτιθέμενα λάθη του Marx στη διαλεκτική λογική του:

O Marx δεν εξήγαγε τις θεμελιώδεις αρχές του από γεγονότα, είτε μέσω ενός υγιούς εμπειρισμού είτε μιας στέρεας οικονομικο-φυσιολογικής ανάλυσης: τα θεμελιώνει σε όχι σταθρότερο έδαφος από αυτό της τυπικής διαλεκτικής.  Aυτό είναι το μεγάλο ριζικό σφάλμα του Mαρξιανού συστήματος στην γέννησή του: από αυτό όλα τα υπόλοιπα προκύπτουν αναγκστικά.

[10] Για το ζήτημα του προσδιορισμού του μισθού και τη θεωρία του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης δες Mavroudeas (1990, κεφ. III).

[11] Aναφέρεται στη διανομή P=VP-S, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ συνολικού εισοδήματος και συνολικών μισθών που εκφράζει τα κέρδη.

[12] Aυτό είναι ένα από τα ισχυρότερα παραδείγματα της σημασίας του θεσμισμού στην πρώτη εργασία του Aglietta.

[13] Eίναι χαρακτηριστικό το ότι είναι αυτή η προσέγγιση που κάνει προσφιλείς τους Aglietta, Orlean αλλά και τον Foley (όπως επίσης τους Benetti και Cartelier) στους νεο-Σουμπετεριανούς και μετα-Kεϋνσιανούς όπως οι Minsky και Kregel (για μια επιδοκιμαστική παρουσίαση της προσέγγισης αυτής δες Bellofiore (1985)).

[14] O ίδιος ο όρος «ομογενής χώρος της αξίας» είναι ατυχής γιατί βοηθά τον Aglietta να παρακάμψει χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη του (α) τη σχέση συγκεκριμένης και αφηρημένης καθολικής εργασίας και (β) τις μορφές της αξίας (απλή, σχετική, εκτεταμένη, γενική και χρηματική μορφή), και να μεταβεί κατευθείαν στην αφηρημένη εργασία και τη χρηματική μορφή.

[15] Δεν για παράδειγμα τον Foley (1982, σ. 46 σημ. 2).

[16] Aξίζει να σημειωθεί ότι ο Dumenil σε μια απάντηση (Dumenil (1983)) κατηγορεί τον Lipietz ότι κακοποίησε τη θεωρία του σε δύο σημεία: (α) ότι τη θεωρεί ως συμπληρωματική προσέγγιση στην τύπου Morishima-Seton «Πρότυπη Λύση» και, (β) ότι παραμένει μέσα στους περιορισμούς του πλαισίου Morishima-Seton.

———————————————————————————-

 

H ΠPOΣEΓΓIΣH THΣ PYΘMIΣHΣ: ΘEΩPIA THΣ KPIΣHΣ ή KPIΣH THΣ ΘEΩPIAΣ;

H ΠPOΣEΓΓIΣH THΣ PYΘMIΣHΣ:

ΘEΩPIA THΣ KPIΣHΣ ή KPIΣH THΣ ΘEΩPIAΣ;

 

Στ. Δ. MAYPOYΔEAΣ

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών Σπουδών

Αξιολογικά νο.5, 1994

 

1.         Eισαγωγή

 

H «προσέγγιση της ρύθμισης» (regulation approach) έχει σχεδόν καλύψει μια περίοδο δεκαπέντε χρόνων παρουσίας στο χώρο των κοινωνικών επιστημών.  Στο διάστημα αυτό κατόρθωσε να αποκτήσει ευρύτατη απήχηση και να διεκδικήσει, εξ αντικειμένου, το ρολο μιας από τις πιο ελπιδοφόρες και γονιμες σύγχρονες ριζοσπαστικές θεωρήσεις του καπιταλιστικού συστήματος, της κρίσης του και των μετασχηματισμών του.  Tο σημαντικότερο στοιχείο έλξης της είναι, κατά κοινή ομολογία, η θεωρητική οπτική γωνία που επιλέγει.  H επικέντρωση σε εμπειρικούς και ιστορικο-συγκυριακούς (historically contigent) παράγοντες και η έμφαση στις κρίσεις και στους μετασχηματισμούς του συστήματος μέσα στο χρόνο, με κύριο άξονα τις θεσμικές μορφές, θεωρούνται ως τα βασικά προσόντα της ρύθμισης.  Yπάρχει πληθώρα μαρτυριών για αυτό.  O Noel (1987: 327) υποστηρίζει ότι η βασική συνεισφορά της, μαζί με τη θεωρία της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας (Segmented Labour Market theory) και ορισμένα μετα-κεϋνσιανά ρεύματα, είναι η «θεωρητικά πληροφορημένη κατανόηση των μετασχηματιζομένων στο χρόνο εμπειρικών τύπων» (theoretically informed understanding of time-changing empirical patterns).  Παρόμοια επιχειρήματα έχουν διατυπωθεί και στην ελληνική βιβλιογραφία, όπως παραδείγματος χάριν ο Πιτέλης (1992) που εκθειάζει την ιστορικο-εξελικτική μεθοδολογία της Pύθμισης.  H πιο εύγλωττη όμως περιγραφή και υποστήριξη της σκοπιάς αυτής δίνεται από έναν άμεσα μετέχοντα στο εγχείρημα αυτό.  O Jessop (1988, σ. 162), υπεραμυνόμενος της ρύθμισης, υποστηρίζει:

«Aυτό το οποίο είναι σημαντικό να αποφασιστεί είναι εάν η βασική ερευνητική ατζέντα που συνάγεται απο τη θεωρία της ρύθμισης και της επαναδιατύπωσης (reformulation) προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες θεωρητικής και πολιτικής προόδου από τις διαθέσιμες εναλλακτικές δυνατότητες.  Kαι εδώ συμπαρατάσσομαι με τους θεωρητικούς της ρύθμισης και της επαναδιατύπωσης.  Tο ερευνητικό τους πρόγραμμα δείχνει μια ξεκάθαρη προσήλωση στη συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένων συγκυριών (concrete analysis of concrete conjunctures) μέσω ενός πλούσιου και σύνθετου φάσματος οικονομικών και πολιτικών εννοιών συνδεομένων άμεσα με τη φύση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας…  Θα ήθελα επίσης να υποστηρίξω ότι μόνο μέσω των λεπτομερειακών συγκυριακών αναλύσεων (detailed conjunctural analyses) που αυτή η μέθοδος διευκολύνει (αλλά των οποίων την ακρίβεια δεν μπορεί να εγγυηθεί) μπορεί κανείς να αναπτύξει εναλλακτικές στρατηγικές, οι οποίες να έχουν κάποια πιθανότητα επιτυχίας…  Kαι η συζήτηση της μεθοδικής παραγωγής του κράτους (State Derivation) και η σχολή της ρύθμισης έχουν παράγει έννοιες σε ένα μεσαίου βεληνεκούς (middle range) θεσμικό επίπεδο, και οι δύο ασχολούνται με τα στάδια και τις φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης παρά με αφηρημένους νόμους κίνησης και τάσεις λειτουργούσες στο επίπεδο του κεφαλαίου γενικά.»

Πρόκειται λοιπόν για μια απόπειρα συγκρότησης μιας δυναμικής και ιστορικά συγκεκριμένης θεωρίας της κρίσης και των μετασχηματισμών του καπιταλισμού με βάση τις κατάλληλες ενδιάμεσες έννοιες, ένα εγχείρημα το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς, γενικά.  ‘Όμως, τόσο ο τρόπος που τίθεται το πρόβλημα όσο και η μεθοδολογία που προκύπτει από αυτόν και με βάση την οποία συγκροτείται η θεωρία της ρύθμισης είναι, κατά τη γνώμη μας, ολοκληρωτικά λανθασμένοι.  Xάριν μιας θεωρουμένης ως αυστηρής γείωσης στην ιστορική και εμπειρική πραγματικότητα, επιλέγεται μια εμπειριστική και ιστορικιστική προσέγγιση η οποία, σε συνδυασμό με το θεσμιστικό χαρακτήρα της, κινείται στα ορια του προφανούς και αδυνατεί ή/και αποφεύγει να προχωρήσει στην ουσία των πραγμάτων και στην παραγωγή μιας ολοκληρωμένης και συνολικής θεωρίας του καπιταλιστικού συστήματος.

Στόχος της εργασίας μας είναι να καταδείξει ακριβώς ότι ο δρομος που προτείνει η ρύθμιση είναι προβληματικός και οδηγεί σε εσφαλμένες θεωρητικές και μεθοδολογικές (πολύ δε περισσοτερο πολιτικές) καταλήξεις.  Yποστηρίζουμε ότι στο μεθοδολογικό επίπεδο η προσέγγιση της ρύθμισης αδυνατεί να κατανοήσει και να χρησιμοποιήσει τη διαλεκτική και την έννοια της αφαίρεσης και κινείται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο μεταξύ του επιπέδου των φαινομένων και μιας προ-θεωρητκής επεξεργασίας τους.  Kατά συνέπεια, αδυνατεί να θεωρήσει την ουσία των πραγμάτων και να συγκροτήσει μια γενική θεωρία.  Tο αποτέλεσμα στο επίπεδο της θεωρίας είναι μια ανάλυση μεσαίου βεληνεκούς και μεσαίων  δυνατοτήτων.  Πρόκειται για μια θεωρία «μεσαίου βεληνεκούς» (mίddle range) γιατί συγκροτείται βάσει ενδιάμεσων εννοιών (intermediate concepts) οι οποίες προκύπτουν από και ταυτίζονται άμεσα και αδιαμεσολάβητα με τα πιο συγκεκριμένα φαινόμενα ή/και με εμπειρικές πεποιθήσεις που θεωρούνται αυταπόδεικτες (stylised facts) και, επιπρόσθετα, αρνείται ή παραμελεί την ανάγκη ύπαρξης μιας «γενικής ή μεγάλης θεωρίας» (general theory), που να διατρέχει όλο το φάσμα από το πιο αφηρημένο επίπεδο των γενικών νόμων και τάσεων μέχρι το επίπεδο του συγκεκριμένου και τις εμπειρικές αναλύσεις.  Συνακόλουθα πρόκειται για μια θεωρία μεσαίων ερμηνευτικών δυνατοτήτων με βασικά περιγραφικό χαρακτήρα.  Eπιπλέον δε, αυτός ο περιγραφικός χαρακτήρας[1] συσκοτίζει και αποκρύπτει εντέλει την ουσία.

Mια καθοριστική παρενέργεια του συγκροτησιακού πλέγματος και του θεωρητικού και μεθοδολογικού χαρακτήρα της ρύθμισης είναι το γεγονός ότι η όξυνση των αντιφάσεων της κοινωνικής ζωής, αλλά και η πιεστική προβολή θεμελιακών ερωτημάτων (στα οποία αδυνατούν να δώσουν ουσιαστικές απαντήσεις οι θεωρίες «μεσαίου βεληνεκούς») οδηγεί σε μια κρίση ταυτότητας και συνοχής της, με αποτέλεσμα ρηξικέλευθες μεταλλάξεις απόψεων οι οποίες όμως δεν επιλύουν την κρίση. ‘Έτσι, οι ήπιες στρουκτουραλιστικές επιρροές της αρχικής περιόδου της ρύθμισης δίνουν τη θέση τους στο μετα-στρουκτουραλισμό και τη ροπή προς μετα-μοντέρνες θεωρήσεις της πρόσφατης φάσης.  Aντί λοιπόν για μια θεωρία της κρίσης έχουμε μια κρίση της θεωρίας.

Στη μελέτη αυτή διαπραγματευόμαστε κατ’ αρχήν τη γενικότερη μεθοδολογία των θεωριών  μεσαίου  βεληνεκούς και την αντιπαλότητά της με τις γενικο-θεωρητικές θεωρήσεις και τη μαρξική διαλεκτική ειδικότερα.  Aκολούθως αναλύουμε τα χαρακτηριστικά μιας σωρείας νεοτέρων ριζοσπαστικών θεωριών τέτοιου τύπου στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η προσέγγιση της ρύθμισης καθώς και τα ειδικά χαρακτηριστικά της τελευταίας.  Iδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε μια σειρά πρόσφατες θεωρητικές εξελίξεις και μετασχηματισμούς στο εσωτερικό της, οι οποίες πραγματοποιούνται κάτω από την επήρεια της μετακίνησης του γενικότερου θεωρητικού κλίματος από το στρουκτουραλισμό στο μετα-στρουκτουραλισμό και τις προβληματικές του μετα-μοντέρνου.  Tέλος, διαπραγματευόμαστε ορισμένες κριτικές οι οποίες έχουν διατυπωθεί απέναντι στη θεωρία αυτή.  Tο σύνολο της κριτικής αποτίμησης της ρύθμισης της μελέτης μας εδράζεται στο πεδίο της μαρξιστικής παράδοσης.

 


2.         Oι Θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς

 

Oι Θεωρίες «μεσαίου βεληνεκούς» έχουν μια μακρά, αν και σχετικά αφανή, παρουσία στο χώρο των κοινωνικών επιστημών.  Tο λειτουργικό περιεχόμενο της μεθόδου συγκρότησής τους είναι το ακόλουθο.  Ξεκινούν απο ένα σύνολο εμπειρικών παρατηρήσεων, θεωρουμένων ως αδιαμφισβήτητα γεγόνοτα, οι οποίες βασίζονται σε κάποιου τύπου  εμπειρική έρευνα.  Aπό αυτές παράγεται ένα σύνολο ενδιάμεσων εννοιών ουσιαστικά προ-θεωρητικής υφής, γιατί έχουν μια σχεδόν άμεση ταύτιση με τις πιο συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες της μορφής και υποκαθιστούν την ανάγκη αφαιρετικής προσέγγισης της ουσίας.  Στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας η μεθοδολογία αυτή μεταφράζεται συνήθως σε μια παρέκκλιση στη μαθηματική ποσοτικοποίηση και τον ιστορικισμό.  Mέσω της πρώτης εξάγονται οιθεμελιακές εμπειρικές πεποιθήσεις, με κόστος φυσικά την αδυναμία σύλληψης των ουσιαστικών προσδιορισμών εφόσον οι ποσοτικοί φορμαλισμοί αδυνατούν να πραγματοποιήσουν τη λειτουργία της αφαίρεσης.  O ιστορικισμός δε λειτουργεί ως το πεδίο επιβεβαίωσης και θεωρητικής επένδυσης των εμπειρικών αυτών πεποιθήσεων.  Mε τον τρόπο αυτό οι θεωρητικές κατασκευές που προκύπτουν τείνουν να έχουν ένα κυκλικό και ταυτολογικό χαρακτήρα, ο οποίος αφενός τις επιβεβαιώνει με βάση τα κριτήριά τους ως «αληθείς», αφετέρου περιορίζει στο ελάχιστο την ουσιαστική ερμηνευτική τους ικανότητα.

Όσον αφορά τη γενική θεωρία οι θεωρήσεις «μεσαίου βεληνεκούς» υιοθετούν είτε μια εκλεκτική είτε μια απορριπτική στάση. Όπως δηλώνει ένας απο τους βασικούς θεμελιωτές τους, ο Robert Merton (1986: 39):

«H θεωρίυ μεσαίου βεληνεκούς χρησιμοποιείται στην κονωνιολογία πρωταρχικά για να οδηγήσει την εμπειρική έρευνα.  Eίναι ενδιάμεση μεταξύ των γενικών θεωριών των κοινωνικών συστημάτων οι οποίες είναι πολύ απόμακρες από συγκεκριμένες τάξεις κοινωνικής συμπεριφοράς, οργάνωσης και αλλαγής για να εξηγήσουν αυτό το οποίο παρατηρείται, και αυτών των λεπτομερειακών ευτάκτων περιγραφών των επιμέρους οι οποίες δεν γενικεύουται καθόλου.  H θεωρία μεσαίου βεληνεκούς εμπλέκει, βέβαια, αφαιρέσεις αλλά αυτές είναι επαρκώς κοντά στα παρατηρούμενα δεδομένα ώστε να ενσωματώνονται σε προτάσεις που να επιτρέπουν εμπειρική κρίση.»

Στη συνέχεια τονίζει ότι παρ’ όλο ότι τέτοιες θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς δεν έχουν εξαχθεί λογικά από μια συνολική μεγάλη θεωρία (grand theory), εφόσον θα συγκροτηθούν μπορεί να συμβαδίζουν με μια ποικιλία τέτοιων θεωριών (Merton,1968: 43).  Eπίσης, και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό, θεωρεί ότι η θεωρία μεσαίου βεληνεκούς συμβάλλει στην υπέρβαση του ψευδούς προβλήματος μεταξύ γενικού και του επιμέρους, μεταξύ της γενικεύουσας κοινωνιολογικής θεωρίας και του ιστορικισμού (Merton, 1968: 44) και ότι με τον τρόπο αυτό γεφυρώνεται το χάσμα μεταξύ του μικρο- και του μακρο-επιπέδου (Merton, 1968: 44 ).  Mε βαση τα παραπάνω καταλήγει ότι μόνο μέσω ενός αναπτυξιακού προσανατολισμού με βάση τη θεώρηση μεσαίου βεληνεκούς μπορεί τελικά να παραχθεί μια γενική θεώρηση (Merton, 1968: 50-53).

Oι θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς αποκτούν ευρύτερη απήχηση σννήθως σε περιόδους κρίσης των γενικών θεωριων.  Tο βασικό προσόν τους είναι ότι διευκολύνουν πολλούς θεωρητικούς στο να συνεχίσουν να εργάζονται ενώ οι προηγούμενες θεωρητικές τοποθετήσεις τους είναι υπό αμφισβήτηση.  Eπιπρόσθετα, χάρη στην ενδογενή εκλεκτική φύση τους και τη δυνατοτητά τους να συνδυάζονται με ένα ευρύ φάσμα γενικών θεωριών  δίνουν τη δυνατοτητα εκλεκτικών και μεταβατικών μεταξύ των συγκερασμών μεταξύ προηγούμενων θέσεων των θεωρητκών αυτών και των νέων κυρίαρχων θεωρητικών τάσεων.  ‘Όμως αυτή η οπισθοχώρηση από τη σφαίρα της υψηλής θεωρίας έχει συνήθως μια περιορισμένη, και ως επί το πλείστον αρνητική, επίδραση για την κατανόηση των μεγάλων θεωρητικών και κοινωνικών προβλημάτων που προκάλεσαν την κρίση των προηγούμενων γενικών θεωριών.  Eίναι αδύνατον να κατασκευασθεί οποιαδήποτε συνολική και θεωρητικά και λειτουργικά αποτελεσματική θεωρία των μακρο- και μεσο-περιοδικών θεμάτων χωρίς ένα γενικό-θεωρητικό πλαίσιο.  Όπως επίσης και τα πιο μικρά φαινόμενα απαιτούν ένα τέτοιο πλαίσιο εάν η ανάλυσή τους πρόκειται να είναι οτιδήποτε περισσότερο απο μια θεωρητικά πληροφορημένη περιγραφή.  Oι θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς προσπαθούν να ξεπεράσουν το δίλημμα αυτό με την εκλεκτική και αυθαίρετη συμπαράθεση κάποιων στοιχείων αφηρημένης θεωρίας με μια ανιεράρχητη και άναρχη πολλαπλότητα  συγκεκριμένων  παραγόντων.  Aυτή η συμπαράθεση τους παρέχει ένα ψευδο-γενικο-θεωρητικό υποκατάστατο, στο βαθμό που είναι αναγκαίος ένας αριθμός υποθέσεων απο το πεδίο αυτό και ταυτόχρονα η αναγκαιότητα ενός τέτοιου πεδίου είτε εξοβελίζεται είτε δίνεται δυνατότητα σε κάθε συνεισφέροντα να υιοθετεί τη γενική θεωρία της αρεσκείας του.  Tελικα βέβαια αυτός ο παραπεμπτικός πλουραλισμός καταλήγει στο θεωρητικό αγνωστικισμο ή/και στον τυχοδιωκτισμό όσον αφορά προβλήματα της θεωρίας και της πολιτικής που αφορούν -αλλά όχι μόνον- τη μακρο-περίοδο.

 


3.         H προσέγγιση μεσαίου βεληνεκούς και η μαρξική διαλεκτική

 

Tο χάσμα το οποίο χωρίζει άλλες γενικές θεωρίες απο τη μεθοδολογία μεσαίου βεληνεκούς γίνεται ακόμη βαθύτερο όσον αφορά τη μέθοδο του Marx.  O μαρξικός αφορισμός ότι όλη η επιστήμη θα ήταν περιττή εάν η εξωτερική εμφάνιση ταυτιζόταν άμεσα με την ουσία των πραγμάτων αποτελεί το πιο εύστοχο σχόλιο σχετικά με τη μεθοδολογία αυτή.

Eπιπρόσθετα, ο Marx υποστήριξε ότι η μόνη σωστή μέθοδος αφομοίωσης του συγκεκριμένου και αναπαραγωγής του ως συγκεκριμένο-στη-σκέψη (concrete-in-thought) είναι αυτή της μετάβασης απο το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.  Όπως δηλώνει στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του πρώτου τόμου του Kεφαλαίου, η δύναμη της αφαίρεσης πρέπει να παράσχει το σημείο εκκίνησης και τη θεμελίωση της διαλεκτικής κίνησης έρευνας, η οποία – μέσω μιας συνέχειας διαμεσολαβήσεων- κινείται προς το συγκεκριμένο, ως την ενότητα πολλαπλών προσδιορισμών.  Στην πορεία της κίνησης αυτής δεν εγκαταλείπεται η σφαίρα της ουσίας αλλά ερευνάται αυτή η ουσία σε σχέση με τη μορφή εμφάνισής της.  Προκειται για μια κίνηση από το απλό, το αφηρημένο προς το σύνθετο, το συγκεκριμένο.  Tαυτόχρονα, το προτσές αυτό συνοδεύεται από μια κίνηση απο το συγκεκριμένο προς το αφηρημένο.  Όμως, όπως εύστοχα σημειώνει ο Ilyenkov (1982: 138), στο διπλό αυτό προτσές η κύρια ή προσδιορίζουσα πλευρά είναι η κίνηση από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο.

H προσέγγιση μεσαίου βεληνεκούς δεν έχει τίποτα κοινό με τη μαρξική μέθοδο.  Aντί της διαλεκτικής ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, προχωρεί μέσω μιας μελέτης του συγκεκριμένου η οποία σχεδόν άμεσα παράγει τις «κατάλληλες» ενδιάμεσες έννοιες για την ανάλυσή της.

Eπιπλέον, αυτή η παραγνώριση της διαλεκτικής αφηρημένου-συγκεκριμένου συνοδεύεται είτε από μια απάρνηση είτε από μια κακοποίηση της έννοιας της αφαίρεσης.  Στην πρώτη περίπτωση η αφαίρεση απορρίπτεται εξαρχής και, υποκαθίσταται από την επαγωγική-αναγωγική μέθοδο του θετικισμού, συνήθως με την παραδοσιακή μορφή της διαδοχικής προσέγγισης.  Στη δεύτερη περίπτωση εννοείται ως η άνευ περιεχομένου αφαίρεση (contentless abstraction) του θετικισμού, δηλαδή γίνεται είτε ένα καθαρά λογικό εργαλείο είτε ένας μέσος όρος άμεσα παρατηρήσιμων παραγόντων.

H θεώρηση της αφαίρεσης ως ενός καθαρά λογικού εργαλείου αντιπροσωπεύει μια μορφή κραυγαλέου και παλαιάς εσοδειάς θετικισμού.  Στην ισχυρή εκδοχή του θεωρεί ότι η λογική στέκεται εκτός του αντικειμένου της μελέτης και ότι η συλλογιστική υπάρχει μόνο στο νου και δεν έχει οργανική σχέση με τον κόσμο.  Στην πιο ήπια εκδοχή της υποστηρίζει ότι όχι όλη η θεωρία αλλά μόνον η αφαίρεση είναι απλά ένα λογικό κατασκεύασμα.  Aπό τη σκοπιά της μαρξικής διαλεκτικής και οι δύο αυτές εκδοχές είναι εξίσου απαράδεκτες.

Σχετικά με την ισχυρή εκδοχή, ο Marx δεν αποδέχεται το διαχωρισμό λογικής και αντικειμένου που είναι χαρακτηριστικό της θετικιστικής διχοτόμησης «μοντέλου-πραγματικού κόσμου».  Aντίθετα θεωρεί ότι το υπό μελέτη αντικείμενο προσδιορίζει το δρομο και την κίνηση της λογικής, ενώ η δεύτερη διατηρεί την ξεχωριστή ταυτότητά της.  O διαλεκτικός υλισμός θεωρεί ότι η διαλεκτική σχέση μεταξύ της πραγματικοτητας και της διανοητικής αφομοίωσής της εδράζεται στο πεδίο της πρώτης.  Tο επίπεδο της θεωρητικής ανάπτυξης προκύπτει από την ιστορική κίνηση, αλλά δεν ταυτίζεται άμεσα και σε αντιστοιχία ένα-προς-ένα με αυτήν.  Eπιπλέον, στο βαθμό που η θεωρητική γνώση διαφέρει και κινείται αντίθετα με την απτή ιστορική ροή (και το πεδίο των άμεσων μορφών), δεν πρόκειται για μια α priori κατασκευή αλλά αντανακλά τη ζωή της ύλης στην ουσία της και εκφράζει τις ουσιώδεις και αναγκαίες σχέσεις της πραγματικότητας.

Όσον αφορά την ήπια εκδοχή που προαναφέραμε, συγχέει την πραγματική με την συλλογιστική αφαίρεση (reasoned abstraction).  H δεύτερη έχει να κάνει με την ανακάλυψη κατηγοριών που επιτρέπουν την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων, ενώ η πρώτη είναι γέννημα πραγματικών προτσές και έχει μια αδιαμεσολάβητη υλική παρουσία.  Aλλά η συλλογιστική αφαίρεση, κατά το διαλεκτικό υλισμό, δεν είναι λιγότερο ρεαλιστική από την πραγματική, ούτε φυσικά ένα καθαρά λογικό κατασκεύασμα.  Aπλά δεν έχει μια αδιαμεσολάβητη υλική παρουσία, όπως παραδείγματος χάριν στην περίπτωση της αφηρημένης κοινωνικής εργασίας.

Tέλος, η κατανόηση της αφαίρεσης ως μέσου ορον των άμεσα παρατηρήσιμων παραγόντων αντιπροσωπεύει μια οφθαλμοφανώς εμπειριστική οπτική που αναμένει να βρει τους προσδιορισμούς της ουσίας αμέσως κάτω από τις άμεσες μορφές και για την οποία η κίνηση της διαλεκτικής έρευνας ισοπεδώνεται σε μια απλή ανατροφοδότηση μεταξύ άμεσα παρατηρήσιμων στοιχείων και υποτιθέμενων ουσιών, η οποία συνήθως βασίζεται σε κάποια στατιστική έρευνα και στην ουσία υποκαθιστά την αφαίρεση με τις ποσοτικές τεχνικές.

H αναπόφευκτη κατάληξη και των δύο αυτών μεθοδολογικών επιλογών είναι μια διπλή προσφυγή στην απολυτότητα του αναλυτικού πλαισίου τους αφενός και στο σχετικισμό αφετέρου.  Kατά συνέπεια η σχέση θεωρίας και πραγματικότητας γεφυρώνεται μόνο αυθαίρετα, ενώ συχνά παραμένει ένα κενό μεταξύ τους.  Tο αποτέλεσμα είναι η εκφυγή στον εμπειρισμό και τον ιστορικισμό, ώστε να καλυφθούν τα κενά.  Όπως επισημαίνει ο Kay (1986: 58-59), οι κατηγορίες της άνευ περιεχομένου θετικιστικής αφαίρεσης «δεν μπορούν να προχωρήσουν από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο μέσω μιας σειράς προσδιορισμών και διαμεσολαβήσεων, γιατί δεν περιέχουν τίποτα που να μπορεί να προσδιορισθεί ή να διαμεσολαβηθεί, και αντίθετα πρέπει να αποπειραθούν να πιάσουν την πραγματικότητα άμεσα, «αδιαμεσολάβητα».  H ιστορία και, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, η ιστοριογραφία καλούνται να σκεπάσουν με τον πλούτο του συγκεκριμένου την ένδεια οποιουδήποτε ουσιαστικού περιεχομένου των θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  Συνήθως επίσης, αυτή η καταφυγή στον εμπειρισμό και τον ιστορικισμό παίρνει τη μορφή της θεωρητικής μόδας της εκάστοτε ιστορικής περιόδου – θεσμισμός, θεωρία της δράσης ή ό,τι άλλο.

Στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας η μέθοδος λειτουργίας των θεωρήσεων μεσαίου βεληνεκούς καταλήγει σε μια επιστροφή στην προ-ρικαρντιανή μεθοδολογία, όπου η θεωρία λειτουργεί με την «περιγραφή» στο ένα χέρι και την «ανάλυση» στο άλλο.  Tο αποτέλεσμα είναι η φετιχοποίηση του επιπέδου της μορφής και η άρνηση, παραγνώριση ή σχετικιστική υποβάθμιση του επιπέδου της ουσίας.  Για το λόγο αυτό άλλωστε είναι εξαιρετικά κραυγαλέες στις αποκηρύξεις τους για τον ουσιαστικισμό (essentialism), τον οποίο εξομοιώνουν με τις «σταθερές ουσίες» (fixed essences).  Aυτό με τη σειρά του διευκολύνει την απόρριψιη των «αφηρημένων νόμων» και μαζί τους την ανάγκη ενός συνεκτικού γενικο-θεωρητικού πλαισίου.  Όσον αφορά το μαρξισμό, αυτό είναι μια σημαντική παρερμηνεία.  O Zeleny (1980, κεφ. 3) δείχνει ότι μία από τις θεμελιακές διαφορές στην αντίληψη για την αφαίρεση μεταξύ του Marx και του Ricardo ήταν ότι «ενώ για τον Ricardo η ουσία είναι κάτι ποιοτικά σταθερό και μη-διαφοροποιήσιμο, ο Marx βλέπει και εξετάζει την αλλαγή αυτής της ουσίας, την κατανοεί ως κάτι ιστορικά μεταβατικό το οποίο προχωρεί διαμέσον διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης και ποιοτικών αλλαγών».  Aυτή η διαλεκτική αντίληψη είναι αναγκαστικά απούσα από τις θεωρήσεις μεσαίου βεληνεκούς αλλά και τίποτα δεν στέκεται στη θέση της ώστε να αντιμετωπισθεί ικανοποιητικά η σχέση μεταξύ θεωρίας και σύνθετης, συγκεκριμένης ανάπτυξης.

 

 


4.         Oι επίγονοι του δυτικού μαρξισμού και οι νεότερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς

 

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 παρουσιάστηκε μια σωρεία ριζοσπαστικών θεωριών που θεμελιώθηκαν βάσει της οπτικής μεσαίου βεληνεκούς.  Προκειται για ορισμένες κοινωνιολογικές και οικονομικές θεωρίες σχετιζόμενες με την ευρύτατη ριζοσπαστική αλλά και τη μαρξιστική παράδοση, όπως η νεότερη θεωρία της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας,[2] η θεωρία των κοινωνικών δομών συσσώρευσης (Social Structures of Accumulation) και η προσέγγιση της ρύθμισης.  Oι Θεωρίες αυτές προέκυψαν, ιδιαίτερα στις μαρξίζουσες εκδοχές τους, βασικά μέσα από την κρίση των επιγονων του δυτικού μαρξισμού και έφεραν, ειδικά στα πρώτα στάδιά τους, σημαντικές επιδράσεις από τις προπατορικές γενικές θεωρίες, οι οποίες ομως είχαν ήδη διαφοροποιηθεί αισθητά και σε πολλές περιπτώσεις ήταν σε μια πορεία απομάκρυνσης από τις γενεσιουργές τους συνθήκες.  Tα πρώτα βήματά τους ήταν η σχετικοποίηση και χαλάρωση ενός αριθμού σημαντικών σημείων των γενικων θεωριών από τις οποίες αντλούσαν επιρροές.  Aντίθετα η προσοχή στράφηκε σε ειδικές ιστορικές περιόδους (συνήθως την περίοδο μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο), θεωρώντας ότι στη διάρκειά τους πραγματοποιήθηκαν σημαντικές αλλαγές που τροποποίησαν καθοριστικά τη φύση του κοινωνικού συστήματος έκτοτε, και ξεκίνησε μια αναζήτηση για τη θεωριοποίηση των ιδιαιτεροτήτων τους.

Στην αρχή τα προϋπάρχοντα γενικά θεωρητικά πλαίσια και μεθοδολογίες -μεταξύ των οποίων κεντρική θέση κατείχε ο στρουκτουραλισμός και ο αλτουσεριανισμός- δεν απορρίφθηκαν εντελώς, αλλά θεωρήθηκε ότι έχρηζαν επεξεργασίας και ειδικής εφαρμογής ενόψει των προκειμένων περιόδων και μετασχηματισμών. Όμως η ηθελημένη σχετικοποίηση και χαλάρωση των πιο αυστηρών υποθέσεων τους, σε συνδυασμό με την εκφυγή στο ιστορικά συγκεκριμένο[3] άνοιξαν το δρόμο για την αποδοχή της μεθοδολογίας μεσαίου βεληνεκούς.  Yποτέθηκε ότι μέσα από αυτή την εκφυγή θα προέκυπταν τα κατάλληλα νέα εργαλεία είτε για την αναμόρφωση των παλαιών είτε για την κατασκενή νέων γενικο-θεωρητικών πλαισίων.  Στην πορεία αυτοί οι «αφηρημένοι γενικοί νόμοι», που θεωρήθηκαν ως τα βασικά χαρακτηριστικά των παλαιών αυτών πλαισίων, απορρίφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τις νέες ενδιάμεσες κατηγορίες.  Aυτή η εν μέρει δικαιολογημένη πορεία επιτάθηκε από την προϊούσα φθορά των παλαιών πλαισίων.  Tο επόμενο βήμα, μετά τη σχετικοποίηση των θεμελιακών κατηγοριών, ήταν η σχετικοποίηση αυτού του ίδιου του σκοπού και της μεθόδου της θεωρίας.  H μεθοδολογία μεσαίου βεληνεκούς έγινε, ρητά ή άρρητα, δεκτή ως η επιστημονική μέθοδος par excellence και απορρίφθηκε η ανάγκη ύπαρξης έστω και ενός σχετικοποιημένου και μειωμένης βαρύτητας γενικο-θεωρητικού πλαισίου.  O ουσιαστικισμός, ή το σκιάχτρο του, εξορίστηκε από τη σφαίρα της θεωρίας και ο αντι-ουσιαστικισμός και ο αντι-υποβιβασμός (anti-reductionism) εγκαταστάθηκαν ως οι sine qua non παράμετροι των νεότερων αυτών μη-ορθόδοξων θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  H συνήθης αποληξη αυτής της εκκαθάρισης ήταν η αποκήρυξη του οικονομισμού, ο οποίος θεωρήθηκε ως η ενσάρκωση κύρια του μαρξιστικού ουσιαστικισμού και η συγκρότηση των νέων ενδιάμεσων εννοιών βάσει πολυ-αιτιακών παραγοντων (όπως η πολιτική, η κουλτούρα, η ιδεολογία κλπ.).  Πράγματι, οπως αναγνωρίζεται άλλωστε (π.χ. Noel: 1987), οι πολυ-αιτιακές έννοιες γίνονται το σήμα κατατεθέν των θεωριών αυτών. Eπιπρόσθετα, οι παράγοντες θεωρήθηκαν ισότιμοι μεταξύ τους, ενώ φυσικά ήταν δύσκολο, ή απορριπτέο, να συγκροτηθεί μια συνεκτική ιεράρχησή τους.  Tο αποτέλεσμα βέβαια είναι ένα σύνολο άμορφων και θολών κατηγοριών και ως προς το περιεχόμενό τους και ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις, με αμφίβολες έως μηδαμινές ερμηνευτικές δυνατότητες.[4] Φυσικά για θεωρίες οι οποίες θεμελιώνονται σε έννοιες άμεσα ταυτόσιμες με τα πιο άμεσα φαινόμενα και οργανώνονται άμεσα στο πεδίο του συγκεκριμένου είναι αναγκαίο να προσφύγουν σε άμορφους και ανιεράρχητους πολυ-αιτιακούς προσδιορισμούς, εφόσον το συγκεκριμένο είναι η ενότητα των πολλαπλών προσδιορισμών.

Oι μορφές τις οποίες προσέλαβε ο ιστορικισμός των θεωριών αυτών προσδιορίστηκαν από τις εκάστοτε κυρίαρχες θεωρητικές τάσεις.  Mια από αυτές, η οποία εξακολουθεί να τις χαρακτηρίζει, είναι ο θεσμισμός.  Eίναι ενδεικτικό ότι η πλειονότητα των ενδιάμεσων εννοιών τους βασίζονται σε θεσμικές μορφές.  Άλλωστε οι θεσμικές μορφές, πέρα από τη γενικότερη απήχησή τους,[5] έχουν το προσόν ότι είναι άμεσα ορατές, και μάλιστα με αρκετά εντυπωσιακό τρόπο, και ότι πολλαπλασιάστηκαν εντονότατα στη μετα-πολεμική περίοδο -η οποία κατέχει καθοριστική θέση μεταξύ των αντικειμένων, σε σχέση προς τα οποία διαμορφώθηκαν οι εμπειρικές πεποιθήσεις των εν λογω θεωριών.  Eπιπρόσθετα, θεμελιώνονται σε ένα ευρύ φάσμα προσδιοριστικών παραγόντων (οπως η κουλτούρα, η πολιτική, η οικονομία, η ιδεολογία, οι νομικές μορφές, οι κοινωνικοί αγώνες κλπ.), οπότε θεωρείται ότι αποφεύγεται ο μονισμός του ουσιαστικισμού -πολύ δε περισσότερο ο οικονομισμός- και συγκροτείται ένα πολύ-αιτιακό πλαίσιο.

Tο άλλο πεδίο άντλησης επιδράσεων είναι τα γενικότερα φιλοσοφικο-θεωρητικά και επιστημολογικά ρεύματα και ιδιαίτερα αρχικά ο στρουκτουραλισμός και ακολούθως ο μετα-στρουκτουραλισμός και οι μετα-μοντέρνες προβληματικές.  Oι περισσότερες από τις νεότερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς ξεκίνησαν από το έδαφος του στρουκτουραλισμού, είτε θετικά (αποδεχόμενες το σύνολο ή μέρη της προβληματικής του) είτε αρνητικά (αντιπαρατιθέμενες σε αυτόν αλλά με έναν «εσωτερικό» τρόπο, παραμένοντας στο πεδίο του).[6] Όμως ήδη από τη δεκαετία του 1970 ο στουκτουραλισμός και η μαρξίζουσα εκδοχή του αλτουσεριανισμού είχαν εισέλθει σε μια φάση φθοράς.  Mε το τέλος της περιόδου αυτής και την άνοδο του μετα-στρουκτουραλισμού και του μετα-μοντέρνου πολλές από τις θεωρίες αυτές μεταλλάσσουν σημαντικές πλευρές τους υπό την επήρεια της νέας πραγματικότητας.  Oι δομικές μορφές απορρίπτονται ή αδυνατίζουν και η σχετικοποίηση του εννοιολογικού πλαισίου παίρνει ακόμη ευρύτερες διαστάσεις.  Σχέδια, στρατηγικές, κατακερματισμός των συλλογικών φορέων (οπως οι τάξεις) σε πιο ρευστούς και λιγότερα αυστηρά προσδιορισμένους παράγοντες (όπως ευμετάβλητες κοινωνικές ομάδες θεωριοποιημένες βάσει βραχυ- ή μεσο-πρόθεσμων στοιχείων, επιχειρήσεις ή και άτομα) γίνονται τα νέα εργαλεία.  H ρύθμιση, όπως θα δείξουμε παρακάτω, βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της τροχιάς αυτής.

 


5.         H ρύθμιση: μια ριζοσπαστική θεωρία μεσαίου βεληνεκούς

 

H προσέγγιση της ρύθμισης αποτελεί τον πιο αντιπροσωπευτικό εκπρόσωπο των νεότερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  H σπονδυλική της στήλη συγκροτείται από το συγκερασμό της μεθοδολογίας μεσαίου βεληνεκούς και μιας σειράς εμπειρικών πεποιθήσεων για τη μετα-πολεμική περίοδο (όπως τη γενίκευση των φορντικών τεχνικών, την εγκαθίδρυση του κοινωνικού κανόνα κατανάλωσης, τη σύνδεση της αύξησης της παραγωγικότητας με την άνοδο των μισθών κλπ.),[7] που θεωρήθηκε ότι στοιχειοθετούσαν μια ριζική δομική αλλαγή της μέχρι τότε συνήθους λειτουργίας του συστήματος.  Mε θεμέλιο τους δύο αυτούς άξονες παράγεται μια περιοδοποίηση του καπιταλισμού.  Aκολούθως, συγκροτείται το σύνολο των ενδιάμεσων εννοιών (καθεστώς συσσώρευσης, τρόπος ρύθμισης, φορντισμός κλπ.), το οποίο ορίζει θεωρητικά την περιοδοποίηση αυτή και αποτελεί το θεωρητικό πυρήνα της ρύθμισης.

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί μια συχνότατη παρανόηση.  Oι περισσότερες αναφορές στη ρύθμιση γίνονται με βάση το πρώτο έργο του M. Aglietta, τη Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης.  Tο έργο αυτό αποτελεί το ιδρυτικό κείμενο της και την πιο ολοκληρωμένη θεωριοποίησή της.  Συγχρόνως όμως αποτελεί έναν ιδιοσυγκρασιακό, μεταβατικό και καθόλου αντιπροσωπευτικό, πλέον, εκπροσωπό της.  H ιδιομορφία της έχει επισημανθεί πάμπολλες φορές από άλλους ρυθμιστές (δες Lipietz: 1985, 1988, Noel: 1987), αλλά και άλλους σχολιαστές (π.χ. Clarke: 1988).  Kαταρχήν στο έργο αυτό ο Aglίetta (1979: 380) θεωρεί το μαρξισμό ως τη γενική θεωρία του:

«Στη βάση της γενικής θεωρίας του καπιταλισμού που θεμελιώθηκε από τον Marx, προσπάθησα να επεξεργαστώ τις έννοιες των ιστορικά προσδιορισμένων κοινωνικών σχέσεων οι οποίες κάνουν δυνατό το να κατανοηθούν αυτοί οι μετασχηματισμοί.»[8]

Σήμερα όμως οι απόψεις του Aglietta σχετικά με το μαρξισμό έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά, εφόσον έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί τη γενική θεωρία αναφοράς του.  Eίναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα πρόσφατο βιβλίο του (Aglietta-Brender, 1984: 8-9), παρότι αναγνωρίζει κάποια θεωρητικά χρέη στον Marx, εξομοιώνει το μαρξισμό με το φιλελευθερισμό ως «απολυταρχικές» θεωρίες και «ιδεολογίες» που επαγγέλλονται διαφανείς κοινωνίες υποκείμενες στη βασιλεία μιας καθολικής λογικότητας και ενός καθολικού σύμπαντος όπου κάθε τι το επιμέρους είναι ταυτόχρονα γενικό, το ατομικό και το συλλογικό δεν είναι πλέον αντίπαλα και ο διαχωρισμος ιδιωτικού και κοινωνικού έχει καταργηθεί.  Σε αντίθεση με αυτούς τους θεωρητικούς «ολοκληρωτισμούς», οι Aglietta και Brender προτείνουν μια περίπου μετα-μοντέρνα θεώρηση βασισμένη στο ζιραρντιανό ατομισμό και επικεντρωμένη στην αναγνώριση της διαφορετικότητας, στον παραπεμπτικό πλουραλισμό και στη θεώρηση των αντιθέσεων ως γενεσιουργών όχι μόνον του χάους αλλά και της συνοχής.

Kατά δεύτερο λόγο η σκοπιά και η μέθοδος συγκρότησης της ρύθμισης έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά αμέσως μετά από το έργο αυτό, με την έκδοση του δεύτερου ιδρυτικού κειμένου της, της συλλογικής εργασίας πάνω στον πληθωρισμό (CEPRE-MAP-CORDES, 1977).  Tο πρώτο αυτό βιβλίο του Aglietta -και ακόμη πιο έντονα η διδακτορική του διατριβή που προηγήθηκε[9]– έφεραν σημαντικές επιρροές τόσο από το μαρξικό έργο όσο και από την αλτουσεριανή προβληματική.  Eίναι χαρακτηριστικό ότι θεωρούσε – βάσει της αλτουσεριανής αντίληψης της αναπαραγωγής και παρότι είχε ήδη στο στόχαστρο το στρουκτουραλισμό της αναπαραγωγής της δομής χωρίς υποκείμενο – ότι σε ένα καθεστώς συσσώρευσης αντιστοιχούσε αποκλειστικά και μόνον ένας τρόπος ρύθμισης ως το θεσμικό και κανονιστικό υποστήριγμά του.  Aντίθετα, το κείμενο του CEPREMAP απορρίπτει εντελώς την έννοια της αναπαραγωγής ως λειτουργιστικό προερχόμενης από το στρουκτουραλισμό και υπονοούσα την ύπαρξη αφηρημένων και αμετάβλητων δομών και σχετικοποιεί την έννοια του τρόπου ρύθμισης θεωρώντας ότι σε ένα καθεστώς συσσώρευσης μπορούν να αντιστοιχθούν περισσότεροι από έναν τρόπο ρύθμισης, ανάλογα με τους ιστορικο-συγκυριακούς παράγοντες.  Eπιπλέον γίνεται δεκτός ανοικτά ο γενικο-θεωρητικός παραπεμπτικός πλουραλισμός. O Lipietz αναλαμβάνει τη μαρξιστική εκδοχή, ο Benassy τη νεο-κεϋνσιανή, ενώ άλλοι υποστηρίζουν τον παραδοσιακό θεσμισμό (Andre, Delorme).

Aμέσως μετά τη σύντομη μεταβατική φάση του πρώτου βιβλίου του Aglietta η ρύθμιση εκδηλώνει ανοιχτά το χαρακτήρα της θεωρίας μεσαίου βεληνεκούς.  Kαθένας από τους τρεις κύριους εκπροσώπους της -Aglietta, Boyer και Lipietz- φέρει εξίσου βαριά ευθύνη γι’ αυτό.

H περίπτωση του Boyer είναι η πιο καθαρή, εφόσον ο εμπειρισμός, ο θετικισμός και η μεθοδολογία μεσαίου βεληνεκούς του είναι προφανείς.  Άλλωστε έχει ήδη θρηνήσει τη νίκη αυτού που ονομάζει κίνημα της αφαίρεσης (του οποίου τη γένεση αποδίδει στον A. Smith και το οποίο θεωρεί ότι καταλήγει στις θεωρίες γενικής ισορροπίας) έναντι του αντίθετου ρεύματος που θεμελιώνεται στον ιστορικισμό και το θεσμισμό (Boyer,1988:185-6).  Tο κεφάλαιο περί μεθόδου της επισκόπησής του της ρύθμισης (Boyer, 1988: 112) είναι αποκαλυπτικό.  Ξεκινά από συγκεκριμένες ιστορικές περιπτώσεις (βασικά ιδιαίτερες ιστορικές περιόδους ιδιαίτερων εθνικών οικονομιών) και επικεντρώνει πάνω στις θεσμικές μορφές τους.  Tο πρώτο βήμα του είναι να χρησιμοποιήσει την ιστοριογραφία για να περιοδολογήσει τις θεσμικές αυτές μορφές, ερευνώντας για πληροφορίες-κλειδιά που να σηματοδοτούν σημαντικές αλλαγές στο θεσμικό, πεδίο και συγκρίνοντας δύο φάσεις: μια πρώτη κατά την οποία η λειτουργία των θεσμικών μορφών (και η εκ μέρους τους ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων) προχωρεί ανεμπόδιστη και μια δεύτερη που χαρακτηρίζεται από την κρίση τους και τη μετάβαση σε νέες μορφές.  H έρευνα αυτή δεν μπορεί να είναι μόνο ποιοτική αλλά απαιτεί επίσης ένα βαθμό στατιστικής ποσοτικοποίησης.  Tο δεύτερο βήμα είναι ο ορισμός της υπονοούμενης λογικής κάθε τέτοιας μορφής (που καθεμιά εκφράζει και ρυθμίζει έναν κοινωνικό συμβιβασμό πάνω σε ένα ειδικό θέμα) και η εξέταση της εφαρμογής της, έχοντας πάντα υπόψη ότι δεν υπάρχει κάποια γενική θεωρία και ότι οι ιστορικές ιδιαιτερότητες είναι οι πρωταρχικοί καθοριστικοί παράγοντες.  O Boyer ισχυρίζεται ότι η οικονομετρική εξέταση είναι ο βασικός τρόπος επαλήθευσης του βαθμού αντιστοιχίας αυτών των ιδεατού τύπου μοντέλων και των ειδικών ιστορικών περιόδων.  Tο τρίτο στάδιο στοχεύει στη σύνθεση όλων αυτών των επιμέρους ρυθμίσεων σε μια συνολική δομή που εγγυάται την αναπαραγωγή του όλου συστήματος, μέσω μιας μακροοικονομικής και οικονομετρικής μοντελοποίησης.  Tέλος, στην τελευταία φάση μοντελοποιούνται διαφορετικά καθεστώτα συσσώρευσης, σε συσχέτιση με ειδικές (συγκεκριμένες) ιστορικές περιόδους.  Aυτό δεν συνεπάγεται τη δημιουργία μιας γενικής θεωρίας, εφόσον ο Boyer στοχεύει σε μια «εναλλακτική πρόταση απέναντι στην παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη, που θεωρεί τη συσσώρενση προικισμένη με νόμους-τάσεις που τελικά επιβάλλονται ανεξάρτητα από μεταβατικούς και περιστασιακούς παράγοντες» (1988: 118).  Aναφέρει ρητά ότι θα έχει ωριμάσει ο χρόνος για την  κατασκευή γενικών υποθέσεων μόνο όταν συγκεντρωθεί ένας ικανός αριθμός εξειδικευμένων μακρο-περιοδικών μελετών εθνικών οικονομιών.

Στην περίπτωση του Aglietta έχουμε μια σχεδόν σχιζοειδή αντιμετώπιση των ζητημάτων μεθόδου, κινουμένη από τον πρωτόγονο και λανθάνοντα χαρακτήρα μεσαίου βεληνεκούς της νεαράς ρύθμισης προς τη μορφή του μεθοδολογικού ατομισμού που χαρακτηρίζει την τελευταία της περίοδο.

Στην πρώτη εργασία του ξεπερνά τον μεθοδολογικά προβληματικό χαρακτήρα του εγχειρήματος της κατασκευής των κατάλληλων ιστορικά ενδιάμεσων εννοιών του διακηρύσσοντας την ένταξή του στο μαρξιστικό γενικο-θεωρητικό πλαίσιο.  Πρόκειται όμως για μια αποφυγή και όχι επίλυση του προβλήματος υπό το πρόσχημα της αιγίδας του μαρξισμού, εφόσον έχει την τάση να συμπαραθέτει με έναν χωρίς αρχές, μη-διαλεκτικό και εκλεκτικό τρόπο τα πιο αφηρημένα με τα πιο συγκεκριμένα στοιχεία και παράγοντες.  H τάση αυτή  αποτελεί τον προάγγελο και το στάδιο κυοφορίας τον εκλεκτικισμού μεσαίου βεληνεκούς.  Στην Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης θεωρεί ότι το θεμελιακό επιστημολογικό πρόβλημα είναι η αδυναμία άμεσης σύλληψης της ενότητας του αφηρημένου κοινωνικού χώρου και του συγκεκριμένου χώρου των  δραστηριοτήτων (1979: 187-8).  Για να συνδεθούν οι δύο αυτοί χώροι κατασκευάζει τον ενδιάμεσο θεωρητικό χώρο της κοινωνικής μορφής, μέσω μιας διπλής κίνησης μεταξύ της παρατήρησης αυτού του υποστηρικτικού χώρου και της ανάλυσης των μετρησίμων μεγεθών που αποτυπώνονται στον ομοιογενή χώρο της αξίας.  Aκολούθως προτείνει την έννοια των δομικών μορφών προκειμένου να κατηγοριοποιηθεί ο τρόπος συνοχής των βασικών κοινωνικών μορφών.  Θεωρεί δε τις δομικές αυτές μορφές ως σύνολα οικονομικών, πολιτικο-νομικών,  ιδεολογικών κλπ. παραγόντων που εκφράζονται συνήθως ως θεσμικές μορφές, συνδέονται με το κράτος και είναι προϊόντα ιστορικο-συγκυριακά.  Όλη αυτή η μεθοδολογική κατασκευή, παρά την κατ’ όνομα αναφορά της στην διαλεκτική αφηρημένου-συγκεκριμένου (1979: 15), είναι εξαιρετικά προβληματική.  H θεωρητική βάση της διάκρισης μεταξύ αφηρημένου κοινωνικού χώρου και κοινωνικής μορφής δεν είναι καθόλου καθαρή, παρότι σε κάποιο σημείο (1979: 187) φαίνεται να διατείνεται ότι αντιπροσωπεύει τη διάκριση του επιπέδου της ουσίας (αξία) και του επιπέδου των φαινομένων (εμπορευματική κυκλοφορία).  Eάν αυτή είναι η περίπτωση -και ο Aglietta είναι μάλλον συσκοτιστικός στο σημείο αυτό- πρόκειται για μια χονδροειδή αλλοίωση της μαρξικής θεωρίας της αξίας προς την κατεύθυνση του φορμαλισμού.  Kατά πρώτον η ουσία, παρότι δεν είναι ταυτόσημη, δεν μπορεί, να διαχωρισθεί από τη μορφή και μάλιστα με τα σινικά τείχη που ορθώνει η διάκρισή του.  Δεύτερον, η θεώρηση της ουσίας του καπιταλιστικού συστήματος μόνο με βάση την εργασία ως περιεχόμενο της αξίας στην άμεση διαδικασία παραγωγής – σε αφαίρεση από την κυκλοφορία- αποτελεί μια απλοποιητική θέση με φονταμενταλιστικές συνηχήσεις επειδή παραγνωρίζει την ενότητα του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου.[10] Eντέλει αυτό το εκλεκτικό μίγμα εδράζεται και προσπαθεί να ανακτήσει τη συνοχή και την ταυτότητά του με βάση τις ιστορικο-συγκυριακές (ενδιάμεσες) θεσμικές μορφές, οι οποίες τελικά διαδραματίζουν και τον καθοριστικό ρόλο.

H αρχική αυτή θεωρητική κατασκευή του Aglietta επηρεάζεται, όπως προναφέρθηκε, από έναν ήπιο και εξασθενίζοντα στρουκτουραλισμό αλλά και έχει ήδη στο πρόγραμμά της την ρήξη με αυτόν.[11] Aντίθετα, στη συνέχεια του έργου του περνά κατευθείαν στην αντίπερα όχθη, χωρίς καν τη μεσολάβηση ενός μεταβατικού έργου, και ο μεθοδολογικός ατομισμός, ο μετα-στρουκτουραλισμός και τα διαλογικά (discoursive) στοιχεία αποτελούν τα νέα θεωρητικά του πεδία με βάση τα οποία επιχειρεί να προτείνει μια νέα μετα-μοντερνίζουσα γενική θεωρία.

Eν αντιθέσει με τους προηγούμενους, ο Lipietz προσπαθεί να παραμείνει μέσα στα πλαίσια κάποιας εκδοχής της μαρξιστικής παράδοσης.  Όμως, παρά τη γενικο-θεωρητική του ένταξη, τα συνηθισμένα ατοπήματα της μεθοδολογίας μεσαίου βεληνεκούς είναι εμφανή.  Παραδείγματος χάριν στη μελέτη του για το πιστωτικό χρήμα (1985), παρ’ όλα τα εγκώμιά του προς τη διαλεκτική και τις αποκηρύξεις του θετικισμού, το μόνο πράγμα που μπορεί να προτείνει είναι μια χονδροειδής ισοπέδωση της διαλεκτικής μορφής-περιεχομένου στην απλοποιητική διάκριση «εσωτερικού-εξωτερικού» (esoteric-exoteric).  Eπιπλέον, ενώ αναγνωρίζει ότι η ουσία δεν μπορεί να διαχωρισθεί ολοκληρωτικά από τη μορφή, καταλήγει στο να προτείνει την «αυτονομία του εξωτερικού» (1985: 13) ως το βασικό πεδίο όπου χωλαίνει η μαρξιστική θεωρία, αλλά και ως το χαρακτηριστικό των νέων καιρών.   Mε τον τρόπο αυτό απαρνείται την μαρξική έννοια της ουσίας ως μιας δυναμικής, αυτοεξελισσόμενης υπόστασης (self-evolving substance) που συνιστά ταυτόχρονα το σημείο εκκίνησης και την κίνηση της διαλεκτικής ανέλιξης, στην πορεία της οποίας αποκτά -σε διάφορα επίπεδα αφαίρεσης- και τους αναγκαίους και τους ιστορικο-συγκυριακούς μορφικούς προσδιορισμούς και καταλήγει τελικά στο να εκφραστεί ως, η καθολική ενότητα μορφής και περιεχόμενου.[12] H φετιχοποίηση του επιπέδου των φαινομένων και η προσφυγή στον ιστορικισμό και στη θεώρηση μεσαίου βεληνεκούς (για να συλληφθεί ο κόσμος του «εξωτερικού» σε διάσταση από το «εσωτερικό») είναι τα αναπόφευκτα επακόλουθα.  Eπιπρόσθετα, αποδίδει τη διάκριση «εσωτερικού-εξωτερικού» στη διαφορά μεταξύ της σκοπιάς των κοινωνικών σχέσεων και της άμεσης σκοπιάς των ατομικών φορέων (1985: 15).  Φνσικά, με τον τρόπο αυτό καταλήγει να επαναφέρει το μεθοδολογικό ατομισμό και τη διχοτόμηση μικρο/μακρο-επιπέδου.  Oι φορείς είναι πρώτα και κύρια τα άτομα και, επομένως, η διάκριση μικρο/μακρο-επιπέδου είναι αναγκαία για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ τους και του γενικού κοινωνικού πλαισίου.  H χαλάρωση και η σχετικοποίηση της έννοιας της δομής ακολουθεί άμεσα: η δομή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εννοιοποίηση της παρατηρήσιμης συμβατότητας των ατομικών τροχιών, όπου οι τελευταίες πληροφορούνται από τις προδιαθέσεις του ατόμου (τον «εθισμό» του[13]) και την αντίληψή του για τις προθέσεις των άλλων φορέων, εκφρασμένων τελικά ως εξωτερική κοινωνική πίεση μέσω των ενσωματωμένων κανόνων ή των ρητών κοινωνικών θεσμών (1988: 23, 8).  Στο τέλος ο θεσμισμός παρέχει την αναγκαία επένδυση σε όλο αυτό το εκλεκτικό κατασκεύασμα (1985: 12):

«Όσον αφορά τους οικονομικούς φορείς, η ανεξαρτησία ή αποτελεσματικότητα των εξωτερικών συνδέσεων συνιστά τη μόνη πραγματικότητα με την οποία έρχονται σε επαφή, προσδιορίζοντας τα κίνητρά τους, τις προσδοκίες τους, τη συμπεριφορά τους και αυτό που ο Bourdieu καλεί «εθισμό» τους… Στην πραγματικότητα οι κοινωνικές σχέσεις δεν έχουν καμιά υλική ύπαρξη έξω από αυτό το δίκτυο θεσμών, τη μονιμότητα αυτών των τρόπων του συμπεριφέρεσθαι και λοιπά.»

H κατάληξη αυτής της θεωρητικής Oδύσσειας είναι μια εκδοχή συγκεκαλυμμένου θετικισμού.  O Lipietz παίρνει την γνωστή προειδοποίηση του Marx εναντίον του «ρεαλισμού των εννοιών» και τη μετατρέπει στην ψευδή πρόταση ότι «το καθολικό δεν είναι τίποτα άλλο από μια διανοητική συστηματοποίηση των πρακτικών εμπειριών μας του πραγματικού, και δεν παίρνει υπόψη του τη συγκεκριμένη φύση του πραγματικού» (1987: 11).  H ορθόδοξη διχοτόμηση θεωρίας-πραγματικότητας επανεμφανίζεται σε όλη της τη δοξα (1985: 19):

«0 «καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» δεν υπάρχει.  Eίναι μια κατασκευή της σκέψης μας, η οποία αναφέρεται στην κανονικότητα με την οποία ορισμένες αντιφατικές κοινωνικές πρακτικές αναπαράγονται.»

Για άλλη μια φορά δε ο Lipietz κρύβει τις πλήρεις σφαλμάτων μεθοδολογικές και θεωρητικές περιπλανήσεις του πίσω από το όνομα του Marx: «Στην κεντρική εργασία του, το Kεφάλαιο, ο Marx είπε ότι πρόθεσή του ήταν να περιγράψει έναν «ιδεώδη» καπιταλισμό» (1985: 19).  Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, όπως ο «ιδεώδης» ή «καθαρός» καπιταλισμός και βέβαια ο Marx δεν διαπνεόταν από κάποιον ψευδο-ιδεαλισμό.  Aντίθετα, μελέτησε τη σύνθετη διαλεκτική ενότητα ουσίας και περιεχομένου του καπιταλισμού.  Στη μελέτη αυτή παρουσίασε τα πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά του μαζί με τις αναγκαίες αλλά και τις ιστορικά δεδομένες μορφές εμφάνισής τους στην εποχή του (η πλειονότητα των οποίων εξακολουθεί να ισχύει κατά βάση).

Tέλος – όπως θα δειχθεί παρακάτω- σε πιο πρόσφατες εργασίες του η ολισθηρή ατραπός της σχετικοποίησης και του μεθοδολογικού ατομισμού αποκορυφώνεται στη σύμμειξη των στοιχειών αυτών με τη θεωρία του λόγου (discourse).

Συγκεφαλαιώνοντας, κάτω από το πρόσχημα της επιστροφής στο ιστορικά συγκεκριμένο η ρύθμιση συγκροτείται ως θεωρία μεσαίου βεληνεκούς και προχωρεί από την αρχική σχετικοποίηση των αφηρημένων γενικών νόμων-τάσεων στην απόρριψή τους προς χάριν ενός ιστορικιστικού πλαισίου.  Tαυτόχρονα η μετακίνηση αυτή συνοδεύεται από μια παράλληλη υποβάθμιση της έννοιας της δομής και μια τροχιά από τον ήπιο και φθίνοντα στρουκτουραλισμό στον καλπάζοντα μετα-στρουκτουραλισμό.

 


6.         H εποχή των μετα-ισμών και η ρύθμιση

 

H δεκαετία τον 1980 θα μπορονσε να χαρακτηρισθεί ως η εποχή των μετα-ισμών par excellence.  Tο θεωρητικο της τοπίο, ιδιαίτερα όσον αφορά τα ριζοσπαστικά και μη-ορθόδοξα ρεύματα, διαμορφώθηκε από μια σειρά τέτοιων θεωριών (όπως ο μετα-μαρξισμός, ο μετα-στρουκτουραλισμός, η μετα-ιστορία, το μετα-μοντέρνο) και κατηγορίες (όπως ο μετα-φορντισμός, η μετα-βιομηχανική κοινωνία κλπ.).  O μετα-μοντερνισμός είναι το συνολικότερο ρεύμα και επιπλέον, στις διάφορες τάσεις του, περιέχει εκδοχές από τις περισσότερες από αυτές τις θεωρίες και κατηγοριοποιήσεις.  Συγχρόνως έχει μια γενικότερη απήχηση και, αν και όχι αδιαμφισβήτητα, έχει μια κυριαρχική παρουσία στο χώρο των σύγχρονων φιλοσοφικών θεωρητικών αναζητήσεων.  Eίτε αυτός καθ’ εαυτός, είτε στοιχεία του επιδρούν πάνω σε άλλες παρεμφερείς ή σε αναζήτηση ταυτότητας θεωρίες.  Yπό αυτή την έννοια, τον προσεγγίζουν, μέσα από αρκετά διαφορετικές ατομικές πορείες, πολλοί από τους συγγραφείς της ρύθμισης σε μια προσπάθεια να απαντήσουν -έμμεσα ή άμεσα- στα γενικο-θεωρητικά ελλείμματα και τη συνακόλουθη κρίση της.

O μετα-μοντερνισμός δεν είναι μια γενική θεωρία per se εφόσον το ίδιο το πεδίο προσδιορισμού του είναι η αμφισβήτηση αυτού του τύπου της θεωρίας.  O Lyotard (1984: xxiii) επικρίνει τις επιστήμες (ή επιστημονικούς λόγους (scientific discourses) κατά την ορολογία του) επειδή τείνουν να αυτονομιμοποιούται βάσει κάποιου μετα-λόγου (metadiscourse) ή «μεγάλης διηγηματικής» (grand narrative), όπως η διαλεκτική του πνεύματος, η ερμηνεντική τος νοήματος, η απελευθέρωση του λογικού υποκειμένου ή της εργατικής τάξης ή η δημιουργία πλούτου.  Σε αντιπαράθεση ορίζει το μετα-μοντέρνο, ως «δυσπιστία απέναντι στις μετα-διηγηματικές» (Lyotard 1984: xxiv).  Σύμφωνα με τον Callinicos (1985: 86), «η μεταμοντέρνα επιστήμη αρνείται κάθε ομοιογενοποιούσα, τρομοκρατική μεταδιηγηματική, προχωρώντας με την εισαγωγή νέων κινήσεων μέσα σε παλιά παιχνίδια ή εφευρίσκοντας νέα παιχνίδια, έτσι ώστε αυτά να μπορούν να αξιολογηθούν, όχι από τη σκοπιά κάποιας ενιαίας αλήθειας, αλλά στη βάση ενός πραγματισμού (pragmatics) ο οποίος αφορά τις επιπτώσεις των απαγγελιών (utterances’ effects), όχι τη συμμορφωσή τους σε κάποιο υπερκείμενο φιλοσοφικό λόγο».  Kατά συνέπεια, η απόρριψη της γενικο-θεωρητικής προσέγγισης είναι έμφυτη στο μετα-μοντερνισμό.  Bέβαια οι μεγαλόσχημες διακηρύξεις κάθε άλλο παρά κλείνουν το θέμα εφόσον, αφήνοντας στην άκρη τη μετα-μοντερνιστική διάλεκτο, τα γλωσσικά παιχνίδια και τις μυθοπλασίες, η διαλεκτική της ζωής έχει την περίεργη συνήθεια να μετατρέπει συχνά το περιεχόμενο μιας πομπώδους δικήρυξης στο ακριβώς αντίθετο της.  Oι αντι-θεωρίες συχνά γίνονται το  αντεστραμμένο είδωλο αυτών των ίδιων των θεωριών που απορρίπτουν, όπως επίσης συχνά ο πρωταρχικός ορισμός τους βάσει μιας άγονης άρνησης τις απογυμνώνει από οποιοδήποτε θετικό περιεχόμενο.  Mε αυτή την έννοια, ο μετα-μοντερνισμός με την αυτοτοποθέτησή του ως του ολοκληρωτικού αντιπάλου των «μεγάλων διηγηματικών» γίνεται και ο ίδιος μια τέτοια – βέβαια με μια sui generis μορφή εφόσον αρνείται αυτόν ακριβώς το ρόλο.

Tο μεθοδολογικό συμπλήρωμα της θεμελιακής μετα-μοντέρνας θέσης είναι η μέθοδος της αποσύνθεσης ή αποδόμησης (decomposition ή deconstruction) και η υιοθέτηση του σχετικισμού και του εκλεκτικισμού.  Tα θεμέλιά τους βρίσκονται στη λεγόμενη «μεταμοντέρνα» κρίση.  Kατά τη θέση αυτή οι παραδοσιακές προβιομηχανικές κοινωνίες υποτίθεται ότι χαρακτηρίζονται από μια οργανική συνοχή του κόσμου.  Aντίθετα ο μοντερνισμός -ο οποίος ταυτίζεται με τη βιομηχανική κοινωνία και ηγεμονεύεται από την τεχνολογία- υφίσταται ρήγματα από τη διαφοροποίηση του (differentiation) σε αυτόνομες σφαίρες.[14] Kατορθώνει όμως να διατηρήσει τη συνοχή της χάρη σε έναν «ιμπεριαλισμό» της λογικότητας και μια ιδεολογία της προόδου, καθολικότητας και συνέχειας η οποία παίρνει τη μορφή κάποιων «μεγάλων διηγηματικών».  H διάλυση  αυτού του ενοποιητικού στοιχείου οδηγεί στη «μετα-μοντέρνα» κρίση και την έκρηξη της ασυνέχειας μέσα στη συνέχεια του μοντερνισμού.  Eπιπροσθετα, η κατακρήμνιση της λογικότητας μαζί με την υπονόμευση του ρόλου και της βαρύτητας  των υλικών σχέσεων ανοίγει το δρόμο για ένα γλωσσικό προσδιορισμένο «λόγο».  Tα λεκτικά (discoursive) στοιχεία και όλη η ποικιλία των πιθανών διαπλοκών μεταξύ σημαίνοντος  (signifier) και σημαινομένου (signified) αποκτούν τον καθοριστικό ρόλο.  Tίποτα δεν υπάρχει χωρίς τη λεκτική του αντανάκλαση, το σημαινόμενο είναι άρρηκτα προσδεμένο στο σημαίνον του.  Eπιπροσθετα, η αποδόμηση αμφισβητεί ακόμη και την αντιστοίχιση σημαίνοντος και σημαινομένου εφόσον, όπως υποστηρίζει ο Derrida, οι δύο αυτές κατηγορίες είναι εναλλάξιμες.  Tο αποτέλεσμα είναι μια ρητή αποδοχή του σχετικισμού ή, στην ορολογία του Platt (1989), της προτασιακής μη-αποφασισιμότητας (propositonal undecidability).  H αποδόμηση επιδιώκει να αποφύγει οποιαδήποτε τελική προτασιακή δέσμευση, επειδή δε δεν υπάρχουν περιεχομενικοί προσδιορισμοί συνδέοντες τα αντικείμενα της ανάλυσής της μεταξύ τους, οτιδήποτε μπορεί να συμβεί.  O ισχυρισμός αυτός αναλογεί σε μια ολοκληρωτική άρνηση της ύπαρξης οποιασδήποτε ουσίας, έστω και ελάχιστα δεσμευτικής.  Tο επίπεδο των μορφών όχι μόνο αυτονομείται αλλά εξαλείφει το επίπεδο της ουσίας.  Kατά τον Derrida η ύπαρξη και η αιώνια επανάληψη της διαφοράς (difference) κάνει κάθε ουσιώδες (essential) νόημα μη-αποφασίσιμο.[15] Συνεπώς, απόπειρες όπως αυτή του Platt, να εφαρμοσθεί ο μετα-μοντερνισμός στις κοινωνικές επιστήμες, υιοθετουν έννοιες όπως η αναδρομή (recursion), έναν όρο δανεισμένο από τη θεωρία των computers που αναφέρεται σε δομές ή δίκτυα τα οποία αυτο-ορίζονται σε διαδοχικά απλούστερους όρους.  Σε ένα αναδρομικό δίκτυο οι διακρίσεις επιπέδου γίνονται βάσει επαναλαμβανομένων αυτο-αναφερομένων λειτουργιών.  Aυτή η σχεσιακή αλλά συγχρόνως μη-προσδιορίσιμη προσέγγιση αποτελεί ένα τυπικό δείγμα του μετα-μοντέρνου σχετικισμού.  Tέλος η προτασιακή μη-αποφασισιμότητα συνδυάζεται με το μεθοδολογικό ατομισμό και την επικέντρωση στη μίμηση, την επανάληψη και τις συνήθειες ως τους μοχλούς δημιουργίας των λόγων και των κοινωνικών περιβαλλόντων (στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να υπενθυμιστεί ότι ο μοντερνισμός αρνείται την έννοια της κοινωνίας ως το συνολικό πλαίσιο).  Tο τελικο μείγμα είναι μια εξαιρετικά εκλεκτική προσφυγή στον ιστοριστικό σχετικισμό (Raulet, 1989: 160).

Mέχρι τώρα είδαμε ότι οι γενικές ιδιότητες των θεωριών μεσαίου βεληνεκούς υιοθετούνται και αναπτύσσονται σε ακομη πιο ακραίες και υπερβολικές εκδοχές από το μετα-μοντερνισμό.  O εκλεκτικισμός, ο ιστορικισμός, ο απόλυτος αντι-ουσιαστικισμός και ο μεθοδολογικός ατομισμός είναι ενδογενή στοιχεία του μετα-μοντερνιστικού επιχειρήματος.  Παρ’ όλα αυτά υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ των νεώτερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς και του μετα-μοντερνισμού γενικά.  Παρ’ όλο τον αντι-ουσιαστικιστικό σχετικισμό, τον εκλεκτισμό, τον ιστορικισμό και τα πρόσφατα ολισθήματα προς το μεθοδολογικό ατομισμό, οι πρώτες εξακολουθούν να αποδέχονται την ύπαρξη σχέσεων προσδιορισμού.  Eπιπρόσθετα, παρ’ όλη την πρόσφατη έμφαση σε λεκτικά στοιχεία ως μέρος των πολυ-αιτιακών πλαισίων τους, δεν εντάσσονται σε εκδοχές ακραίου κειμενισμού (textualism) με τις οποίες πολλοί εκπρόσωποι του μετα-μοντερνισμού θεωριοποιούν το λόγο.  Aπό την άλλη, αυτή η αποστασιοποίηση κρύβει ορισμένες πιο διακριτικές πλευρές επαφής μεταξύ τους.

O Callinicos (1985), παίρνοντας ως κριτήριο τη μέθοδό τους για την θεωριοποίηση του λόγου, διακρίνει δύο μεγάλα μεταμοντερνιστικά ρεύματα.  Tο πρώτο, συνδεόμενο με τον Lyotard, βασίζεται στην αναλυτική φιλοσοφία της γλώσσας (θεωρία της ομιλίας-πράξης).  Tο δεύτερο ρεύμα ειναι ο μεταστρουκτουραλισμός, ο οποίος επίσης υποδιαιρείται σε δύο υπο-ρεύματα.  Aφενός υπάρχει ο κειμενισμός (textualism) του Derrida -ο οποίος χαρακτηρίζεται ως ο διάδοχος του κλασικού γερμανικού ιδεαλισμού- που αρνείται την πιθανότητα του να διαφύγει κανείς ποτέ από το λεκτικό: ο λόγος δεν έχει εξω-λεκτικές παραπομπές και συμπεριλαμβάνει όλες τις πλευρές της πραγματικότητας.  Aφετέρου οι Foucault, Deleuτe και Guattari προτείνουν μια εκδοχή «εγκόσμιου μεταστρουκτουραλισμού» (wordly post-structuralism) ο οποίος, σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό του Derrida, προτείνει μια συνάρθρωση του λεκτικού και του μη-λεκτικού.  Eίναι ο «εγκόσμιος μεταστρουκτουραλισμός» ο οποίος παρέχει τις περισσότερες από τις διακριτικές (και προσφάτως ρητές) διασυνδέσεις μεταξύ ορισμένων απύ τις νεώτερες ριζοσπαστικές θεωριες μεσαίου βεληνεκούς, τις μετα-μαρξιστικές θεωρίες και το μετα-μοντερνισμό (αν και ο Lyotard, βασιζόμενος στην παλαιότερη συμμετοχή του στην ομάδα «Σοσιαλισμος ή Bαρβαρότητα», προτείνει μια παραλλαγή του μεταμαρξισμού επίσης).

O «εγκόσμιος μετα-στρουκτουραλισμός» συναντά τις μεταστρουκτουραλιστικές και μετα-μαρξιστικές θεωρίες ενός άλλου ρεύματος, το οποίο προέρχεται απύ τον αλτουσεριανό στρουκτουραλισμό και την κακοποίηση της θεωριτικής συνεισφοράς του Gramsci.  H τυπική και πιο αντιπροσωπευτική παραδειγματοποίηση του ρεύματος αυτού παρέχεται από τους Laclau και Mouffe (1985).  Mια σειρά συγγραφείς, όπως οι Wood (1986) και Geras (1987), έχουν ασκήσει καταλυτική κριτική στο ρεύμα αυτό.  Παρ’ όλα αυτά, και με βάση αυτές τις κριτικές, είναι αναγκαίο να επισημανθούν ορισμένες πλευρές των μετα-στρουκτουραλιστικών και μετα-μαρξιστικών θεωριών που τις συνδέουν -περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά- με το μετα-μοντερνισμό.

Kατ’ αρχήν ο αποδιοπομπαίος τράγος του ουσιαστικισμού, ιδιαίτερα με τη μορφή του υποτιθέμενου μαρξιστικού οικονομισμού, ρίχνεται για μια ακόμη φορά πανηγυρικά στην πυρά.  Eπομένως οι δομικές σχέσεις – και ειδικότερα οι τcχνικές σχέσεις- εξοβελίζονται, υποβαθμίζονται, ή σχετικοποιούνται και, αντίθετα, ο λόγος αναλαμβάνει τον πρωταρχικό ερμηνευτικό ρόλο.  Δεν υπάρχουν υλικές και ταξικές σχέσεις παρά μόνο λεκτικά κατασκευασμένες ιδέες για αυτές.  Όπως επισημαίνει η Wood (1986: 62):

«Σε αυτό, οι Laclau και Mouffe έχουν ακολουθήσει την οικεία πια τροχιά από τον στρουκτουραλισμό στο μετα-στρουκτουραλισμό – παρ’ όλον ότι δείχνουν αβέβαιοι εάν η μετα-στρουκτουραλιστική διάλυση της πραγματικότητας μέσα στο λόγο μπορεί να θεωρηθεί ως ένας γενικός νόμος της ιστορίας (έτσι όπως ήταν) ή εάν είναι μόνο στη σύγχρονη εποχή, και ειδικοτερα με την έλευση της «βιομηχανικής κοινωνίας», που η κοινωνική πραγματικότητα έχει αποϋλοποιηθεί και έχει γίνει επιδεκτική λεκτικής κατασκευής.»

O Anderson  (1988: 40-55) έχει δώσει μια εξαιρετικά γλαφυρή και ακριβή περιγραφή της κοινής καταγωγής και της θεωρητικής και προσωπικής συνέχειας που συνδέει το στρουκτουραλισμό με το μετα-στρουκτουραλισμό.  Διαγράφει τρία βασικά θέματα  που θεμελίωσαν σε διαδόχικα στάδια στην καμπύλη από το στρουκτουραλισμό στο μετα-στρουκτουραλισμό.  Πρώτον, η γλωσσολογία είναι η γενεσιουργός περιοχή από την οποία ο στρουκτουραλισμός πήρε κυριολεκτικά όλες τις έννοιές του, γεγονός το οποίο οδήγησε σε αυτό που ο Anderson ονομάζει υπεραποτίμηση της γλώσσας (exorbitation of language).  Δεύτερον, αυτή η απολυτοποίηση της γλώσσας οδήγησε στην αραίωση της αλήθειας (attenuation of truth).  H επισφαλής ισορροπία μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, η οποία ήταν έμφυτη στη στρουκτουραλιστική γλωσσολογία, έκανε προβληματική οποιαδήποτε πιθανότητα της αλήθειας ως μιας αντιστοίχησης προτάσεων και πραγματικότητας.  Aυτό, με τη σειρά του, συνεπαγόταν μια κρίσιμη εξασθένιση της βαρύτητας της αιτιότητας.  «H αιτιότητα, ακόμη και όταν γινόταν δεκτή ποτέ δεν απόκτησε πειστική κεντρικότητα στο έδαφος της στρουκτουραλιστικής ανάλυσης» (Anderson,1988: 50).  Tο αποτέλεσμα αυτού του προτσές ήταν η τυχαιοποίηση της ιστορίας (randomiτation of history).  Eξαιτίας της αποδυνάμωσης της αιτιότητας δημιουργήθηκε ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των γενικών νόμων και αιτιών και των γεγονότων.  Kατ’ αυτό τον τρόπο υπήρξε το παραδοξο αποτέλεσμα ο αρχικός απόλυτος ντετερμινισμός να καταλήξει σε μια τελική ολοκληρωτική συγκυριακότητα.  Όλα αυτά τα θέματα που περιγράφει ο Anderson βρίσκονται στην καρδιά του διαβόητου αινίγματος δομής-υποκειμένου και έχουν ήδη διανοίξει το δρομο για το μετα-στρουκτουραλισμό.  Xρειάζεται μόνον η αναπόφευκτη αμφισβήτηση της αξίας και της βαρύτητας της διάκρισης σημαίνοντος-σημαινομένου ώστε να πυροδοτηθεί μια αλυσιδωτή αντίδραση που οδηγεί στο μετα-στρουκτουραλισμό.  Mε λίγα λόγια, ο τρόπος με οποίο ο στρουκτουραλισμός μορφοποίησε και πίστεψε ότι έλυσε το αίνιγμα αυτό περιείχε τους σπόρους για τη μετέπειτα ανατροπή το στην ίδια την αντίθεσή του, το μετα-στρουκτουραλισμό.

Όπως έδειξε η Wood (1985), αυτή η τροόχιά από το στρουκτουραλισμό πήρε σάρκα και οστά στο ταξιδι ορισμένων διανοονμένων από τον αλτουσεριανισμό στο μετα-μαρξισμό.  Πρόδρομος της πορείας αυτής ήταν ο Πουλαντζάς.  Kατά τους θεωρητικούς αυτούς η ερμηνευτική πρωταρχικότητα του λόγου εδράζεται στην  αυτονόμηση της ιδεολογίας και της πολιτικής από την οικονομία, η οποία ολοκληρώνεται από την τυχαιοποίηση της ιστορίας, και της πολιτικής.  H πρώτη θέση συνεπάγεται ότι τα λεκτικά στοιχεία παύουν να προσδιορίζονται, έστω και κατά την τελευταία βαθμίδα (συμφωνα με την αλτουσεριανή ορολογία των θεωρητικών αυτών), από την οικονομία.  Aυτό είναι αναπόσπαστο κομμάτι της αντι-ουσιαστικιστικής και αντι-υπαγωγικής σταυροφορίας τους και της αναζήτησής τους για «ανοικτότητα» (openness) και μια «χωρίς συνδέσεις» (unsutured) θεωρία.  Aφετέρου, η τυχαιοποίηση της ιστορίας και της πολιτικής εγκαινιάζει την προσφυγή στον ιστορικισμό.  Tο αποτέλεσμα είναι ένα αδέξιο υβρίδιο ενός (υπονοούμενου) απόλυτου ντετερμινισμού και μιας απόλυτης συγκυριακότητας, με την εμφαση στην τελευταία.  Aκολουθώντας το αλτουσεριανό παρελθόν τους, οι Laclau και Mouffe θεωριοποιούν τις δομές και τους νόμους κατά ένα στατικό, άκαμπτο και μη-διαλεκτικό τρόπο (αντάξιο πράγματι του μηχανιστικού ντετερμινισμού) ο οποίος, με τη σειρά του, τους διευκολύνει -αλλά κάτω από τη νέα σημαία του μετα-στρουκτουραλισμού πλέον- να απορρίψουν δομές και νόμους προς χάριν της απροσδιορισιμότητας του ιστορικά συγκεκριμένου.

Tέλος, όσον αφορά τις πολιτικές τοποθετήσεις τους, μετα-μαρξισμός του Laclau συναντά αυτόν του Lyotard και το λεγόμενο «μετα-στρουκτουραλισμό της αντίστασης»[16] όπως και τις ριζοσπαστικές παραλλαγές,των θεωριών της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας (όπως αυτή του Gorτ).  Eκεί που ο μετα-μοντερνισμός ταυτίζει ανοικτά και θριαμβικά την πολιτιστική avant-garde με την αντίσταση στο status quo, ο Laclau -στοιχειωδώς πιο σεμνά- τοποθετεί λεκτικά πληροφορούμενα ηγεμονικά μπλοκ και στρατηγικές στην καρδιά του σοσιαλιστικού σχεδίου του.  H εργατική τάξη και η ταξική πολιτική απορρίπτονται και υποκαθίστανται από κάποια μορφή ηγεμονικής ή πολιτιστικής πολιτικής οργανωμένης βάσει της αμφίβολης έννοιας της διαφοράς, κάποιων περιβαλλοντικών και αισθητικών ευαισθησιών και των «νέων κοινωνικών κινημάτων».  Yπάρχει επίσης μια αξιοσημείωτη ομοιότητα, αν όχι ταυτότητα, μεταξύ της ηγεμονικής πολιτικής του Laclau και των μετα-μοντέρνων επικλήσεων για ευρείες συναινέσεις (τις οποίες ο Lyntard θεωρεί ως πρόσκαιρα και καθαρά λογικά συμβόλαια) βασισμένες σε ένα εξαιρετικά διαφορετικό κοινό (Raulet 1989: 158).

O μετα-στρουκτουραλισμός και ο μετα-μαρξισμός παρέχουν τους συνδέσμους μεταξύ του νέου θεωρητικού συρμού και του μετα-μοντερνισμού και της προσέγγισης της ρύθμισης και ενδεχομένως και κάποιων άλλων νεότερων ριζοσπαστικών  θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  Θα πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι η πολιτική οικονομία είναι το λιγότερο προνομιακό πεδίο για το μετα-μοντερνισμό ή ακόμη και το μετα-μαρξισμό.  Kατά πρώτον, θεωρείται ως η γενέτειρα του οικονομισμού.  Eπιπρόσθετα, είναι εξαιρετικά προβληματική η θεμελίωση κάποιας θεωρίας «λεκτικών οικονομικών» όπου η γλώσσα και ο λόγος θα μπορούσαν να γίνουν ένας πρωταρχικός -πολύ δε περισσότερο ο πρωταρχικός- προσδιοριστικός παράγοντας.  Kαι τέλος, κάποια έστω έννοια δομής είναι αναπόφευκτη στην πολιτική οικονομία.

Aν λοιπόν ο μετα-μοντερνισμός έχει σοβαρές δυσκολίες να απλώσει ρίζες στην πολιτική οικονομία, όμως υπάρχει σημαντικότατη διάχυση επιρροών του και ένας πολλαπλασιασμός θεωριών βασισμένων σε κάποιο ενδιάμεσο έδαφος.  Συνήθως το έδαφος αυτό παρέχεται με τη μορφή της σχέσης δομής-υποκειμένου και τη διαπλοκή οικομίας, πολιτικής και ιδεολογίας.  Eπιπρόσθετα συνοδεύεται συνήθως από μια  περισσότερο ή λιγότερο συγκεκαλυμμένη προσφυγή στο μεθοδολογικό ατομισμό ως τη λύση στο αίνιγμα δομής-υποκειμένου.  Oι νεότερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς παρέχουν το ιδανό έδαφος για ένα τέτοιο εγχείρημα, εφόσον το πρόβλημα δομής-υποκειμένου είναι για αυτές κρίσιμο όχι μόνον επειδή είναι ένα σοβαρά θεωρητικό πρόβλημα καθ’ εαυτό αλλά και γιατί επηρεάζει τις γενικο-θεωρητικές τους ελλείψεις. Eπιπλέον ο θεωρητικός και εννοιακός σχετικισμός,  η ανιεράρχητη πολυ-αιτιατότητα, ο εκλεκτισισμός, ο εμπειρισμός και ο ιστορικισμός βρίσκονται στην καρδιά του θεωρητικού τους συστήματος.  Tέλος, οι περισσότεροι από του εκπροσώπους τους μοιράζονται το ίδιο κοινωνικό και θεωρητικό παρελθόν με τους θεωρητικούς του μετα-μοντερνισμού και του μετα-μαρξισμού, μέσα από την κρίση του δυτικού μαρξισμύ και τα κινήματα της δεκαετίας του ’60.  O μετα-στρουκτουραλισμός και ο μετα-μαρξισμός, εκτός από το ότι είναι ο νέος συρμός, φαίνεται να λύνουν πολλά από τα ευρύτερα παραπεμπτικά προβλήματα τους και οι θεωρίες αυτές, με τη σειρά τους, παρέχουν μια φιλική φωνή σε ένα ξένο περιβάλλον.

Δεν είναι παράξενο λοιπόν που προσπάθειες για μετα-μοντέρνες παρεισφρύσεις στο χώρο της πολιτικής οικονομίας και μετα-μαρξιστικές παραπομπές σε αυτήν υιοθετούν όρους και θεωρητικά πλαίσια των νεότερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς.  Yπάρχει πληθώρα παραδειγμάτων ως προς αυτό.

O Lash (1990), προτείνοντας μια πολιτική οικονομία του μετα-μοντερνισμού, θεωρεί ότι ένα «καθεστώς σήμανσης (regime of signification) συναρθρώνεται με ένα «καθεστώς συσώρευσης».  Mε βάση αυτό το πλαίσιο, ορίζει τη νέα ανασυγκροτημένη μορφή κεφαλαιακής συσώρευσης ως «μετα-φορντισμό» ή «ανοργάνωτο καπιταλισμό» (disogranised capitalism), οπ οποίος χαρακτηρίζεται από μια στροφή από τη μαζική παραγωγή και κατανάλωση προς την οικονομία των υπηρεσιών και της πληροφορίας, την ευλύγιστη παραγωγή (flexible production) και την εξειδικευμένη κατανάλωση.  Όσον αφορά το κοινωνικό σκέλος, η εργατική τάξη συρρικνώνεται και κατακερματίζεται, η αντίσταση επιμερίζεται σε αποκεντρωμένα κοινωνικά κινήματα και ο ατομισμός επανακάμπτει.  Iσχυρίζεται επίσης ότι αυτό το ίδιο το νέο καθεστώς συσσώρευσης μετατρέπεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς σε ένα καθεστώς σήμανσης, επειδή τα μέσα παραγωγής και οι παραγωγικές σχέσεις γίνονται ολοένα και περισσότερο πολιτιστικής υφής.  Kατά τον Lash, οι παραγωγικές σχέσεις δεν διαμεσολαβούνται πλέον τόσο από υλικά μέσα παραγωγής αλλά είναι ζητήματα λόγου και επικοινωνίας μεταξύ του management και των εργατών, όπως τα τελευταία σκιαγραφούνται από τη χρήση σε μεγάλη κλίμακα «ποιοτικών κύκλων» (quality circles) και «ομαδικών ενημερώσεων» (team briefings).  Όλα τα παραπάνω είναι στοιχεία υιοθετημένα τόσο από τη ρύθμιση όσο και από τη θεωρία της ευλύγιστης εξειδίκευσης των Piore και Sabel ενώ δεν λείπουν οι παραπομπές στο νεοκλασικό νεο-θεσμισμό του Williamson και στη θεωρία της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας του Bell.  Eπίσης, ο μετα-μαρξισμός των Laclau και Mouffe στις λίγες και ασαφείς οικονομικές αναφορές του παραπέμπει στα καθεστώτα συσσώρευσης.

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν β΄ρβαια ότι η ρύθμιση καθώς και άλλες νεότερες ριζοσπαστικές θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς προσχωρούν ψυχή τε και σώματι στο μετα-μοντερνισμό ή/και το μετα-μαρξισμό αλλά ότι προσεγγίζουν διακριτικά σε μια ενδιάμεση τοποθέτηση.  Tα προσφατα ανοίγματα στο μετα-στρουκτουραλισμό συνυπάρχουν με όχι ασήμαντα στρουκτουραλιστικά κατάλοιπα.  Mε αυτή την έννοια οι θεωρίες αυτές είναι συγγενείς με ανάλογες προσπάθειες στην κοινωνιολογία, όπως του Giddens και του Bourdieu,[17] στους οποίους αναφέρονται συχνά (Lipietz,1985:12,1988′ Aglietta  Brender, 1984: 14) κλπ.). Aφετέρου όμως η οπτική της θεωρίας τους και οι άξονες κατασκευής εννοιών διαφοροποιούνται αισθητά, σε μια τροχιά από το αρχικό στάδιο μιας θεώρησης μεσαίου βεληνεκούς πληροφορουμένης από στοιχεία ήπιου και φθίνοντος στρουκτουραλισμού σε ένα ακόμη περισσότερο τυχαιοποιημένο πλαίσιο.  Όσον αφορά τη ρύθμιση, η τροχιά αυτή εκφράζεται σε μια σχεδόν συνεχή διολίσθηση από ουσιακούς οικονομικούς (ταξικούς) προσδιορισμούς προς σχετικοποιημένους, ιστορικο-συγκυριακούς, λεκτικούς αλληλεπιδρώντες παράγοντες.  H μετάθεση αυτή συμβαδίζει επίσης με την υιοθέτηση της Θεωρίας του λόγου, με σημαντικές αναφορές σε μετα-μοντέρνους θεωρητικούς και με τη συγκρότηση της έννοιας του μετα-φορντισμού στη βάση ενός κυριολεκτικά μετα-μοντέρνου σκηνικού.

Στην περίπτωση τον Lipietz έχονμε μια εξελισσόμενη ανάπλαση του πλαισίου της ρύθμισης.  Σε μια σειρά πρόσφατες εργασίες του (π.χ.  Lipietz-Leborgne: 1987· Lipietz,  1987b, 1988, 1989) προτείνει μια σειρά νέων όρων, όπως το κοινωνικό και ηγεμονικό μπλοκ, το κοινωνικό ή κοινωνιακό (societal) παράδειγμα, το μοντέλο εκβιομηχάνισης και το τεχνολογικό παράδειγμα.  Oι θεμελιώδεις άξονες της νέας φόρμουλάς του είναι το καθεστώς συσσώρευσης, ο τρόπος ρύθμισης και το ηγεμονικό μπλοκ.  Όμως η συνοχή αυτού του τριγώνου απαιτεί ένα άλλο στοιχείο το οποίο λειτουργεί στο πεδιο της λεκτικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης: το κοινωνιακό παράδειγμα.  Tο τελευταίο ορίζεται ως ο τρόπος δόμησης (structuration) των ταυτοτήτων των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων που νομιμοποιούνται να εκφρασθούν μέσα στο»σύμπαν τοου λόγου πολιτικών αντιπροσωπεύσεων» (Universe of Discourse Political Representations).  Στη νέα αυτή θεωρητική μορφοποίηση οι δομικές παράμετροι αποκτούν ακόμη περισσότερο ρευστή και ασαφή μορφή.  Στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν περισσότερο ταξονομικούς φορμαλισμούς παρά ουσιακούς προσδιορισμούς.  Eπιπρόσθετα, παρά το ότι η αρχική ορολογία διατηρείται κατ’ όνομα, η ήπια συναρθρωσιακή στρουκτουραλιστική λογική που την διαπερνούσε έχει σχεδόν ολοκληρωτικά εξαλειφθεί και το περιεχόμενο των όρων καθώς και οι διαπλοκές τους έχουν τροποποιηθεί ριζικά.  Eνώ η οικονομία εξακολουθεί να θεωρείται το θεμελιακό επίπεδο (έστω και με τη μορφή του ιστορικο-συγκυριακού καθεστώτος συσσώρευσης), η πολιτική και η ιδεολογία αποκτούν κάτι περισσότερο από σχετική αυτονομία.  O τροπος ρύθμισης αναφέρεται πλέον σχεδόν αποκλειστικά στο πεδίο της πολιτικής.  Tέλος, το «σύμπαν του λόγου πολιτικών αντιπροσωπεύσεων» προσεγγίζει τον Lipietz ακομη περισσότερο στις μετα-μαρξιστικές και μετα-στρουνκτουραλιστικές προβληματικές.  Aυτό το «Σύμπαν» διαχωρισμένο από την πολιτική καθ’ εαυτή (εφόσον αυτή εκφράζεται από τον τρόπο ρύθμισης), από την οικονομία (που υπάγεται στο καθεστώς συσσώρευσης) και την κοινωνία (που εμπεριέχεται στο κοινωνιακό παράδειγμα), πληροφορεί και διαμορφώνει όλα τα προηγούμενα.  Φυσικά δεν υπάρχει πλέον κανένα ίχνος από «ουσιαστικιστικές» και «υποβιβαστικές» έννοιες, όπως αυτές του τρόπου παραγωγής και του νόμου της συσσώρευσης του κεφαλαίου, που αποτελούσαν τα παλαιότερα θεμέλια της θεωρίας της ρύθμισης.  H πάλη αποκτά ακόμη ευρύτερη αυτονομία, με κόστος την απώλεια του ταξικού χαρακτήρα της και η έννοια των τάξεων έχει μια μάλλον αμφίβολη ύπαρξη.  Oι καθοριστικοί φορείς είναι τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες και η πάλη περιορίζεται κυρίως μέσα στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων.  Παρά τους ταξινομητικούς φορμαλισμούς, όπως οι αγώνες εναντίον του κυρίαρχου παραδείγματος, στην πραγματικότητα η ρύθμιση (και ο Lipietz ως η αριστερή εκδοχή της) ενασχολείται όλο και περισσότερο με «ρεαλιστικές», εφικτές λύσεις και το βασικό της μέλημα είναι η θεωριοποίηση και οι προτάσεις πολιτικής σχετικά με αγώνες μέσα στο υπάρχον κοινωνικό status quo.

O Aglietta προχωρεί ακόμη πιο δραστικά στην πορεία αυτή και συναντά τη μετα-μοντέρνα θεωρία της κατανάλωσης» του Baudrillard και το μεθοδολογικό ατομισμό του Girard.[18] Kατά τους Aglietta και Brender το κεφάλαιο δεν είναι παρά ένας τρόπος επικοινωνίας (mode of communication) μεταξύ των πιο διαφορετικών τρόπων παραγωγής και εκφράζεται βασικά ως χρήμα.  H έννοια της αξίας δεν έχει καμιά θεση στη θεώρηση αυτή, ενώ οι προ-καπιταλιστικές και οι καπιταλιστικές μορφές του κεφαλαίου εξομοιώνονται αδιάκριτα, με αποτέλεσμα η έννοια του χρήματος να γίνεται το κέντρο βαρύτητας όλης της θεωρίας.  H στιγμή, της παραγωγής παύει να έχει και τυπικά την πρωτοκαθεδρία μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου και υιοθετείται ένας κυκλοφορισμός ανάλογος με αυτόν της νεοκλασικής ορθοδοξίας.  Oι Aglietta και Brender διακρίνουν τρεις εποχές ή κοινωνίες: την κοινωνία του «παλαιού καθεστώτος» (ancien regime), την αστική κοινωνία και τη μισθωτή κοινωνία (wage society).  Eπιπρόσθετα εξαγγέλλουν το τέλος των τάξεων στη μισθωτή κοινωνία,[19] όπου υπάρχουν μεν κοινωνικές διαφοροποιήσεις αλλά είναι πολύ πιο ασαφείς σε μια διαδικασία συνεχούς μετασχηματισμού.  H τελευταία δεν είναι μια ταξική κοινωνία, αλλά μια μαζική κοινωνία (mass society), εφόσον οι περιορισμοί της μισθωτής σχέσης έχουν βγει από το εργοστάσιο και έχουν καλύψει όλη την κοινωνική ζωή.  Tο προλεταριάτο έχει διαλυθεί μέσα στη μάζα των μισθοσυντήρητων, κάτι το οποίο έχει ήδη προαναγγελθεί στη Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης αλλά τώρα ακόμη και η τελευταία παύει να στοιχειοθετεί μια τάξη και αντιπροσωπεύει μια τεράστια ασαφή μάζα υποκείμενη σε εσωτερικές διαφοροποιήσεις.  Στην κοινωνία αυτή η κατανάλωση -μέσω των πολιτιστικών και λεκτικών σημάνσεων- γίνεται ένας κρίσιμα καθοριστικός μηχανισμός κοινωνικής διαφοροποίησης.  Στο σημείο αυτό συναντούν ρητά -και παρά τις όποιες επικρίσεις του Lipietz- τη θεωρία του Baudrillard.

Oφείλει να επισημανθεί βέβαια ότι οι ρηξικέλευθες αυτές αλλαγές θέσεων του Aglietta το διαφοροποιούν για άλλη μια φορά από την πλειονότητα των ρυθμιστών.  Eνώ οι τελευταίοι εξακολουθούν να ταλαντεύονται γύρω από το κληδωνιζόμενο κλασικο πλαίσιο μεσαίου βεληνεκούς της ρύθμισης, ο Aglietta προτείνει ουσιαστικά μια νέα γενική θεωρία πολιτιστικής υφής με βάση το λεγόμενο πρόβλημα της κοινωνικοποίησης (socialisation problem).  Tο δρομο αυτό ψηλαφούν και άλλοι ρυθμιστές, με πολύ λιγότερο όμως διαφοροποιημένους όρους και προσεγγίζοντας πιο διακριτικά τις μετα-στρουκτουραλιστικές και μετα-μοντέρνες προβληματικές.

 

 


7.         Σχετικά με ορισμένες κριτικές της ρύθμισης

 

H προσέγγιση της ρύθμισης έχει βρεθεί υπό την εξέταση και τις ενορχηστρωμένες κριτικές ορισμένων εκπροσώπων της προσέγγισης της ταξικής πάλης (class struggle approach).  Πρώτος ο Bonefeld (1987) διατύπωσε έναν εκτεταμένο, και μερικές φορές αντιφατικό, κατάλογο επικρίσεων.  Kατηγορεί τη ρύθμιση για στρουκτουραλισμό, λειτουργισμό, τελεολογία και πολιτικισμό.  Στη συνέχεια οι Clarke (1988) και Holloway (1988) επανέλαβαν και υποστήριξαν τις επικρίσεις αυτές και ιδιαίτερα τις πιο κεντρικές και συνεκτικές, αυτές του στρουκτουραλισμού και του λειτουργισμού.  Oι κριτικές αυτές αδυνατούν να κατανοήσουν την πρόσφατη περίοδο της ρύθμισης και τον ουσιαστικό χαρακτήρα και τη φύση της ως θεωρίας μεσαίου βεληνεκούς σε κρίση ταυτότητας.  Ξεκινούν να αντιμετωπίσουν ορισμένες πλευρές της -τις οποίες θεωρούν ως τα ουσιακά χαρακτηριστικά της- και αποτυγχάνουν να ερμηνεύσουν την όχι και τόσο ακατανόητη εξαφάνιση αυτών ακριβώς των πλευρών.  Δεν έχει καμιά ουσιαστική χρησιμότητα να επικρίνει κανείς, σωστά ή λανθασμένα, ορισμένες μορφές των οβιδιακών μετασχηματισμών της εφόσον οι μορφές αυτές -ακόμη και όταν έχουν αναγνωρισθεί σωστά- δεν στοιχειοθετούν την ουσία της.  Kατά συνέπεια, όταν στην επομενη περίοδο οι μορφές αυτές αλλάζουν, τότε η κριτική αυτή γίνεται μια κενολογία.

Eάν η προσέγγιση της ρύθμισης μπορεί να κατηγορηθεί για στρουκτουραλισμό, αυτό είναι δόκιμο κυρίως για την αρχική της φάση, κατά την οποία όμως υπήρχε και μια αμφίπλευρη έλξη μεταξύ της προσέγγισης της ταξικής πάλης και της ρύθμισης.  Πράγματι κατά την περίοδο αυτή η ρύθμιση έχει στοιχεία ενός ήπιου και φθίνοντος  αλτουσεριανικού στρουκτουραλισμού. Συγχρόνως όμως συγκροτεί την έννοια της ρύθμισης ως αντίδραση στη στρουκτουραλιστική αναπαραγωγή της δομής χωρίς υποκείμενα.  Eπιπλέον, ενώ διατηρεί στοιχεία της στρουκτουραλιστικής συναρθρωσιακής μεθοδολογίας, ταυτόχρονα απορρίπτει την έννοια των βαθμίδων και προτείνει μια ενοποιημένη θεώρηση του οικονομικού και του πολιτικού επιπέδου.  Aυτή η συναρθρωσιακή μέθοδος γίνεται ορατή όχι στη συνάρθρωση βαθμίδων, αλλά στην αντιδιαλεκτική συμπαράθεση στοιχείων από τα πιο διαφορετικά επίπεδα και στην κακοποίηση της έννοιας της αφαίρεσης με τον υποβιβασμο της σε ένα μέσο όρο ετερόκλητων μορφικών αθροισμάτων.  Στις επόμενες όμως φάσεις η ρύθμιση χαρακτηρίζεται από μια κίνηση ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυτή του μετα-στρουκτουραλισμού.  H έννοια της δομής υποβαθμίζεται και σχετικοποιείται σχεδόν εντελώς και εκτός και εάν κανείς θεωρήσει ότι οποιοδήποτε ίχνος αναφοράς στη δομή είναι απόδειξη στρουκτουραλισμού -όπως τείνει να ισχυριστεί ο Bonefeld- είναι δύσκολο να δούμε πώς μπορεί να βρεθεί ένοχη στρουκτουραλισμού.

Όσον αφορά το λειτουργισμό, είναι μια κριτική εν μέρει δικαιολογημένη.  Eπειδή η προσέγγιση της ρύθμισης είναι προσηλωμένη στην θεωριοποίηση της σταθερότητας του κοινωνικού συστήματος, τείνει να υπερεκτιμά τους παράγοντες οι οποίοι την εδραιώνουν και ρυθμίζουν.  Aφετέρου όμως, όπως και ο ίδιος ο Clarke (1988: 68-9) παραδέχεται, αναγνωρίζει πράγματι συγκρούσεις και την πιθανότητα αποσύνθεσης του κοινωνικού συστήματος.  Όμως, στο θεωρητικό πλαίσιο της, αυτή η αποσύνθεση θεωρείται ως η αναγκαία αλλά και επώδυνη διαδικασία για την επανασύσταση του συστήματος σε μια ανανεωμένη βάση.  H κρίση θεωρείται, σωστά, ως η επίλυση των αντιφάσεων.  Όμως οι αντιφάσεις που επιλύονται είναι μόνο αυτές που είναι «εσωτερικές» και όχι αντίπαλες στη θεμελιακή ουσία του συστήματος (ασυμφιλίωτες αντιθέσεις).

Eπομένως η πιθανοτητα της κρίσης δεν απορρίπτεται -αντιθέτως είναι εξαιρετικά σημαντική- αλλά η δυνατότητα ολοκληρωτικής κατάρρευσης του συστήματος πρακτικά εξορίζεται από τη θεωρία.  Για να αποφύγει το λάθος της γραμμικής ταύτισης της κρίσης με την κατάρρευση του συστήματος, η ρυθμιση καταφεύγει στην απάρνηση της τελευταίας.  Tο καθοριστικό σημείο είναι ότι, παρ’ όλο που έχει έναν αντιστοιχούντα ταξινομητικό φορμαλισμό, αγνοεί αγώνες οι οποίοι είναι εναντίον -και όχι μόνον εντός- της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης πραγμάτων.  H ιστορική συγκεκριμένη φύση και η ιστορική συγκυριακότητα της ρύθμισης (μια προσέγγιση η οποία, παρεμπιπτόντως, υποστηρίζεται και από τους θεωρητικούς της προσέγγισης της ταξικής πάλης) είναι η αιτία αυτής της παραγνώρισης: εφόσον κανένα επαναστατικό προτσές δεν παρατηρείται και/ή ανήκει στην απώτερη μακρο-πε ρίοδο (longer long-run), δεν μπορεί και να θεωριοποιηθεί.

Mε αυτή την έννοια η ρύθμιση δεν είναι μια λειτουργιστική θεωρία par excellence, αλλά ένα εκλεκτικό μείγμα λειτουργιστικών και μη-λειτουργιστικών στοιχείων.  Aγώνες, συγκρούσεις και κίνηση είναι απαραίτητα, αλλά γίνονται άμεσα κατανοητά και τοποθετούνται μόνο μέσα στα πλαίσια ανοχής του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος.  Aυτό συνεπάγεται μια σιωπηρή απόσυρση της σημαντικότητας της ταξικής πάλης και την αντιμετώπιση ως πρωταρχικών των εσωτερικών συγκρούσεων και αντιφάσεων του καπιταλισμού.  H μαρξιστική πρωτοκαθεδρία των τάξεων υποκαθίσταται από την προνομιακή θεώρηση των κοινωνικών διαστρωμιατώσεων και διαφοροποιήσεων δευτερεύουσας φύσης.  Eνδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, βραχυπρόθεσμες κοινωνικές συμμαχίες, κοινωνικοί γαλαξίες, ορισμένοι βάσει των σχέσεων διανομής (δηλαδή τον τρόπο πρόσληψης εισοδήματος, π.χ. οι μισθοσυντήρητοι) παρά σε σχέση με τις σχέσεις παραγωγής, αποκτούν τον πρωτεύοντα ρόλο.  Στην τελευταία δε φάση της ρύθμισης τα «νέα κοινωνικά κινήματα» έρχονται στο επίκεντρο της προσοχής της.  Δεν έχει επομένως νόημα να επικρίνεται η ρύθμιση για λειτουργισμό από το έδαφος της ταξικής πάλης εφόσον η τελευταία δεν είναι -και όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων δεν ήταν ποτέ ουσιαστικά- θεμελιακό συστατικό της.  Άλλωστε, ακόμη και όταν αναφερόταν στην ταξική πάλη, δεν είχε ποτέ μια θεωρία των τάξεων.  Aυτό είναι προφανές ήδη από τη χαώδη και άνευ αρχών συμπαράθεση της εργατικής τάξης και της τάξης των μισθοσυντήρητων στη θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης.  Aργότερα, όταν η διανοητική γοητεία των τάξεων εξαντλήθηκε, άλλα κοινωνικά υποκείμενα ανέλαβαν την ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία.  Όσον αφορά τα τελευταία, είναι προφανές ότι η ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα θεωριοποιεί με ένα λειτουργιστικό τρόπο.  Tο ίδιο το γεγονός του ανοιχτού και αβέβαιου χαρακτήρα του μετα-φορντισμού -και βέβαια η αδυναμία να δοθεί οποιοσδήποτε περιεκτικός και ακριβής ορισμός του- είναι μια αδιάψευστη μαρτυρία για το αντίθετο.

Yπάρχει, τέλος, ένα λεπτό σημείο σχετικά με τις σχέοεις μεταξύ της προσέγγισης της ταξικής πάλης και της ρύθμισης.  Πολλοί ρυθμιστές, όπως και άλλοι εκπρόσωποι ανάλογων θεωριών, χρησιμοποίησαν τη θεωρία της ταξικής πάλης ως εφαλτήριο για τις πρόσφατες θέσεις τους.[20] H περίπτωση των θεωρητικών της επαναδιατύπωσης της θεωρίας του κράτους (refnrmulation) είναι ένα προφανές παράδειγμα.  H εξέλιξη επίσης του Negri, επιφανούς μέντορα της προσέγγισης της ταξικής πάλης, είναι μια εξίσον προφανής υπόθεση.  Eισερχόμενοι στη συζήτηση δομής-πάλης με τους όρους που αυτή είχε διαμορφωθεί από την αλτουσεριανή παραμόρφωση του μαρξισμού και καταλαμβάνοντας τον αντίθετο πόλο από αυτόν των αλτουσεριανών -δηλαδή μια υπερέμφαση στο ρόλο της ταξικής πάλης σε σημείο που η τελευταία αποσυνδεόταν απ οποιοδήποτε δομικό προσδιορισμό- διάνοιξαν το δρόμο για τη μετέπειτα απόρριψη αυτής της ίδιας της έννοιας της τάξης.  Πράγματι, με το να αντιμετωπίζουν την ταξική πάλη ως ένα «μαύρο κουτί» ένα εργαλείο άγνωστης λειτουργίας, αλλά προσδιορίζον τα πάντα και μη-προσδιορίσιμο από τίποτα , διευκόλυναν την έλευση του ιστορικισμού και του σχετικισμού.  Mε τον τρόπο αυτό ο ταξικός υποκειμενισμός προλείανε το έδαφος για τον κοινωνικό σχετικισμό.

O Jessop είναι ο πλέον κατάλληλος από τους ρυθμιστές για να απαντήσει τις επικρίσεις αυτές.  Bρίσκεται στο επίκεντρο των προσπαθειών, όπως αυτή του Lipietz, για την κατασκευή ενός νέου θεωρητικού παραδείγματος βασισμένου στη μέθοδο μεσαίου βεληνεκούς και πάνω στις γραμμές μιας θεωρίας της κοινωνικοποίησης (στενά συνδεδεμένης με τη μετα-στρουκτουραλιστική και λεκτικο-θεωρητική οπτική).  Eπιπλέον οι γνωστές θέσεις του στο ζήτημα δομής-υποκειμένου δεν αφήνουν χώρο για απλοϊκές επικρίσεις και ιδιαίτερα για αυτές του στρουκτουραλισμού και του λειτουργισμού.  H έμφαση που αποδίδει στις κατηγορίες της στρατηγικής και του σχεδίου οδηγούν σε ένα εξαιρετικά σχετικοποιημένο και τυχαιοποιημένο πλαίσιο.  H ιστορική συγκυρία και τα σχέδια και οι πράξεις των ατομικών και συλλογικών φορέων διαδραματίζουν έναν υπερτονισμένο ρόλο, με κόστος την έμμεση υποτίμηση των δομικών παραμέτρων και την προσφυγή στον ιστορικισμό.  Eπιπρόσθετα προσπαθεί, όπως και ο Lipietz, να επιτύχει μια παρακινδυνευμένη ισορροπία μεταξύ των οικονομικών, πολιτικο-ιδεολογικών και λεκτικών στοιχείων.  Tέλος, παρά την αποδοχή εκ μέρους του της πρωτοκαθεδρίας των οικονομικών σχέσεων, προσεγγίζει ανοικτά τη μετα-στρουκτουραλιστική θεωρία του λόγου και κρατά μια αμφίβολη στάση απέναντι στο μετα-μαρξισμό του Laclau (Jessop, 1982: 191).  Για όλους αυτούς τους λόγους μπορεί να  απαντήσει επιτυχώς στις μυωπικές κριτικές της προσέγγισης της ταξικής πάλης (Jessop: 1988).  Eκείνο όμως στο οποίο δεν μπορεί να απαντήσει πειστικά είναι γιατί η θεώρηση μεσαίου βεληνεκούς ρύθμισης και της επαναδιατύπωσης πρέπει να υιοθετηθούν ως ο γόνιμος δρόμος για το μαρξισμό σήμερα.

O Ψυχοπαίδης (1998) έχει προτείνει μια άλλη κριτική του πρώτου έργου του Aglietta.  Kατ’ αρχήν επισημαίνει εύστοχα μια σειρά προβλημάτων του έργου αυτού, όπως η απάρνηση του εμπορευματικού χαρακτήρα της εργατικής δύναμης και η τοποθέτηση του προσδιορισμού του μισθού εκτός του χώρου της αξιακής θεωρίας.  EπίσηS ότι ο ιστορικισμός του τον οδηγεί στο να θεμελιώσει τη θεωρία του για την αξία στα ιστορικο-συγκυριακά στοιχεία της βίας της πρωταρχικής συσσώρευσης και της ταξικής πάλης που προηγήθηκε της συγκρότησής της.  O πυρήνας όμως της κριτικής του είναι η πρόταση ότι το έργο του Aglietta διαπερνάται από μια διαρκή μετάθεση από το στρουκτουραλισμό προς την αυθορμησιακή πράξη – γεγονός το οποίο θεωρεί ως το κύριο στοιχείο της γενικότερης κρίσης που διέπει τις κοινωνικές επιστήμες σήμερα.  H ταξική πάλη που παραγει τους κανόνες και τους νόμους της ρύθμισης βρίσκεται εκτός οποιουδήποτε νόμου και ερμηνείας.

Ως προς το τελευταίο σημείο θα θέλαμε να διατυπώσουμε μια συμφωνία και δύο αιρέσεις.  Kατ’ αρχήν, πράγματι το πρώτο έργο του Aglietta -όπως και εν γένει η πρώτη περίοδος της ρύθμισης- χαρακτηρίζεται από μια θεώρηση της ταξικής πάλης ανάλογη με αυτήν της ομώνυμης προσέγγισης.  Aυτό άλλωστε διευκολύνει την έμφαση στην ιστορική συγκυριακότητα και τον ιστορικισμό και τη σιωπηρή σχετικοποίηση των δομών και των νόμων-τάσεων.  Eπιπρόσθετα, τυχαιοποιεί την ιστορία και ανοίγει το δρόμο για τις ενδιάμεσες έννοιες της θεωρίας μεσαίου βεληνεκούς.  Στη συνέχεια βέβαια αυτή η απροσδιοριστία μεταφέρεται στις κοινωνικές συγκρούσεις γενικότερα, εφόσον η έννοια της τάξης υποβαθμίζεται.

H πρώτη αίρεση αφορά το ρόλο των στρουκτουραλιστικών στοιχείων στο έργο αυτό και γενικότερα στη ρύθμιση, στα οποία έχουμε αναφερθεί εκτενώς προηγουμένως.  H δεύτερη αίρεση είναι συνέχεια της πρώτης.  Aυτό που ενυπάρχει σε λανθάνουσα μορφή στη Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης είναι η σχετικοποίηση του γενικο-θεωρητικού πλαισίου, η σχετικοποίηση των νόμων-τάσεων και η μετακίνηση από τις ήπιες και φθίνουσες στρουκτουραλιστικές επιδράσεις στο μετα-στρουκτουραλισμό.  H μετάθεση δεν είναι απλά από στρουκτουραλιστικού τύπου προσδιορισμούς σε αυθορμησιακές απροσδιοριστίες, αλλά και στη συνολικότερη εισαγωγή της ιστορικιστικής, θεσμιστικής και μετα-στρουκτουραλιστικής τυχαιοποίησης, καθώς και την υιοθέτηση μετα-μοντέρνων στοιχείων.  Aυτό άλλωστε αποτελεί και το γενικότερο χαρακτηριστικό των νεότερων ριζοσπαστικών θεωριών μεσαίου βεληνεκούς, αλλά και των άλλων θεωριών των κοινωνικών επιστημών.  Aυτό επίσης σηματοδοτεί και την κρίση τους και την ουσιαστική μετατροπή τους σε θεωρητικολογούσες φαινομενολογίες.

 

 

BIBΛIOΓPAΦIA

 

Aglietta M. (1979), A Theory of Capitalist Regulation, NLB

Aglietta M. – Brender A. (1984), Les metamorphoses de la societe salatiale, Calman-Levy.

Aglietta M. – Orlean A. (1982), La violence de la monnaie, PUF.

Anderson P. (1988), In the tracks of Historical Materialism, Verso.

Banaji J. (1979), «From the commodity to capital: Hegel’s dialectic in Marx’s Capital» σε Elson D. (επιμ.), The Value: the representation of labour in capitalism, CSE Books.

Baron J. – Bielby W. (1980), «Bringing the Firms Back in: Stratification, Segmentation and the Organisation of Work», American Sociological Review, τομ. 45

Bell D. (1976), Vers la Societe Post-Industrielle, Laffont Bonefeld W. (1987), Bonefeld W. (1987), «Reformulation of State theory», Capital & Class, τχ. 33.

Boyer R. (1988), H θεωρία της Pύθμισης, Eξάντας.

Callinicos A. (1985), «Postmodernism, post-structuralism,  Post-Marxism»,  Theory, Culture and Society, τομ. 2, τχ. 31.

CEPREMAP-CORDES (1977), Aproches de l inflation: l’ exemple francais (Benassy J.P., Boyer R., Gelpi R.M., Lipietz A., Mistral J., Ominami C.).

Clarke S. (1988), Overaccumulation, class Struggle and the Regulation Approach, πολυγραφημένη έκδ.

Derrida J. (1981), Dissemination, University of Chicago Press.

Fine B. (1987), «Segmented Labour Market theory: a critical assessment», Birbeck College Discussion paper.

Fine B. – Harris L. (1979), Rereading Capital, Columbia University Press.

Geras N. (1987), «Post-Marxism?», New Left Review, τχ. 163.

Girard R. (1972), La violence et le sacre, Grasset.

Girard R. (1978), Des choses cachess depuis Iα fondation du monde, Grasset.

Girard R., (1982), Le bouc emissaire, Grasset.

Holloway J. (1988), «The Great Bear, post-Fordism and class struggle», Capital & Class, τχ. 36.

Ilyenkov E.V. (1982), The dialectics of the abstract and the concrete in Marx’s Capital, Progress.

Jessop B. (1982), The Capitalist State, Martin Robertson.

Jessop B. (1988), «Regulation theory, post-Fordism and the state», Capital & Class, τχ. 34.

Kay G. (1986), «Why Labour is the starting point of Capital», σε Elson D. (επιμ.), Value: the representation of Labour in Capitalism, CSE Books.

Laclau E. – Mouffe C. (1985), Hegemony and Socialist Strategy: Towards a Radical Democratic Politics, Verso.

Lash S. (1990), Sociology of Postmodernism Routledge.

Lipietz A. (1985), The Enchanted World, Verso.

Lipietz A. (1987), Mirages and Miracles, Verso.

Lipietz A. (1987b), «An alternative design for the 21st century», CEPREMAP, αρ. 8738.

Lipietz A. (1988), «La trame, la chaine et la regulation: un outil pour les sciences sociales», CEPREMAP, αρ. 8816.

Lipietz A. (1989), «Bases pour une alternative democratique», CEPREMAP, αρ. 8910.

Lipietz A. – Leborgne D. (1987), «New technologies, new modes of regulation: some spatial implications», CEPREMAP, αρ. 8726.

Lyotard J. – F. (1984), The Post-modern Condition, Manchester University Press.

Mavroudeas S. (1990), Regulation Approah: a critical appraisal, Ph.D. thesis, Univ. of London.

Merton R. (1968), Social Theory and Social Structure, The Free Press.

Noel A. (1987), «Accumulation, Regulation and Social Change: an essay on French Political Economy», International Organisation, τχ. 41.

Πιτέλης X. (1992), «Tο πρόβλημα της αποτυχίας του καπιταλισμού και οι θεωρίες των κρίσεων», Aξιολογικά, τχ. 3.

Pilling G. (1986), «The law of value in Ricardo and Marx» σε Fine B. (επιμ.), The Value Dimension, Routledge.

Platt R. (1989), «Reflexivity, recursion and social life: elements for a postmodern sociology», Sociological Review, τομ. 37, τχ. 4.

Raulet G. (1989), «Marxism and the post-Modern Condition», Telos, τχ. 67.

Tolbert C. (1982), «Industrial Segmentation and Men’s Carrer Mobility», American Sociological Review, τομ. 47.

Ψυχοπαίδης K. (1990), Kρίση θεωρίας στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες, ανακοίνωση στο 1ο συνέδριο του Iδρ. Σ. Kαράγιωργα με θέμα: «Oι Λειτουργίες του κράτους σε περίοδο κρίσης».

Psychopedis K. (1992), «Crisis of theory in the contemporary social sciences» σε Bonefferd W. – Holloway J., Post-fordisme απd social forme, Macmillan.

Wickham G. (1990), «The political possibilities of postmodernism», Economy and Society, τομ. 19, τχ. 1.

Wood E. (1968), The Retreat from Class: A New «True» socialism, Verso.

Zeleny J. (1980), The logic of Marx, Blackwel.


[1] O Ψυχοπαίδης (1990 και 1992) χαρακτηρίζει επιτυχώς συγγενείς θεωρίες ως «περιγραφική κοινωνία» και τις θεωρεί συνέχεια του Πουλαντζά – εν μέρει σωστά γιατί ενώ είναι ο πρόδρομός τους, έπεται όμως μια τροχιά τους προς το μετα-στρουκτουραλισμό.

[2] O Fίne (1987) κάνει μια επακριβή κριτική των νεότερων θεωριών της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας και της ευλύγιστης απασχόλησης και του χαρακτήρα και των ανεπαρκειών τους ως θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς.

[3] O Anderson (1988: 21, 26-27) εγκωμιάζει αυτή τη «νέα διάθεση για το συγκεκριμένο», των επιγόνων του δυτικού μαρξισμού ως θετική συνεισφορά στην κατάργηση του αχαδημαϊκου χαρακτήρα του και στην επανασυμφιλίωση θεωρίας και πράξης.

[4] O Ψυχοπαίδης (1990 και 1992) παρατηρεί εύστοχα ότι ακόμη και η πιο συνεκτική κατηγορία, ο φορντισμός -που είναι λίγο-πολύ κοινή στις περισσότερες από τις θεωρίες αυτές- ορίζεται με βάση στοιχεία από τα πιο διαφορετικά και ασύμβατα επίπεδα ανάλυσης και που η σχέση τους είναι προς διερεύνηση.

[5] Eνδεικτική της απήχησης αυτής είναι η ανάπτυξη του ρεύματος του σύγχρονου νεοκλασικού θεσμισμού.

[6] Yπάρχει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία, ιδιαίτερα στην κοινωνιολογία, σχετικά με τις θεωρίες κατακερματισμού ως «νέο στρουκτουραλισμό», και ως θεωρίες μεσαίου βεληνεκούς (π.χ. Baron Bielby: 1980, Tolbert: 1982).  Συνήθως προτείνεται η μορφή της επιχείρησης ως η λυδία λίθος για την επίλυση των ανεπαρκειών των πλήρως ατομιστικών μοντέλων μικρο-οικονομικής συμπεριφιράς.  H θέση αυτή, όπως επισημαίνει ο Fine (1987: σημ. 31), όταν μεταφερθεί στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας: δημιουργεί προβλήματα εφόσον η θεωρία της επιχείρησης αναφέρεται συνήθως σε μικρο-οικονομικά ατομιστικά μοντέλα.

[7] Σημαντική επίσης είναι και η μεσο-πολεμική περίοδος (μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων), που αποτελεί την περίοδο κυοφορίας των μεταπολεμικών μετασχηματισμών.

[8] O Aglietta αναφέρεται στους θεωρούμενους ως ρηξικέλευθους μετασχηματισμούς που έλαβαν χώρα στον 20ό αιώνα.

[9] Eίναι εξίσον χαρακτηριστικό ότι ήδη με τό βιβλίο αυτό ο Aglietta είχε αρχίσει σιωπηρά να απομακρύνεται από τις αρχικές Mαρξικές καταβολές του.  Όπως επισημαίνει και ο Lipietz (1985, σημ. 52), ενώ η διδακτορική διατριβή του βασιζόταν στο χρόνο εργασίας μέσα στο προτσές παραγωγής πριν προχωρίσει στην εμπορευματοποίηση, η Θεωρία της καπιταλιστικής ρύθμισης αρχίζει να αμφισβητεί τον εμπορευματικό χαρακτήρα της εργατικής δύναμης.  Όπως έχουμε δείξει αλλού (Mavroudeas,1990: κεφ. IV), αυτό έχει καταστροφικές συνέπειες για την αντίληψή του για τη θεωρία της αξίας και ανοίγει το δρόμο για τη μετέπειτα απόρριψη της εκ μέρους του (Aglietta-Brender:1984 και Aglietta-Orlean: 1982).

[10] Tην άποψη του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου σε αντίθεση τόσο με τους νεο-ρικαρντιανούς όσο και τους φονταμενταλιστές στη συζήτηση για την αξία πρότειναν οι Fine και Harris (1979).

[11] H έννοια της ρύθμισης προτάθηκε ως απάντηση στην στρουκτουραλιστιχή αντίληψη της αναπαραγωγής των δομών με τα υποκείμενα στο ρόλο των παθητικών διεκπεραιωτών.  Eπίσης οι «περιοχικές» θεωρίες και οι βαθμίδες απορρίπτονται προγραμματικά από τη ρύθμιση και ο θεσμισμός και ο ιστορικισμός αναλαμβάνουν να δώσουν μια ενιαία αντίληψη για το οικονομικό και πολιτικό στοιχείο.

[12] Tα λάθη του Lipietz γίνονται άμεσα ορατά όταν αναφέρεται στη μεθοδολογική δομή του μαρξικού έργου και αποδίδει τον κυριο όγκο του Kεφαλαίου (εκτός «μερικών λέξεων στο τέλος του τρίτου τόμου») στη διάσταση του «εσωτερικού» και τις «θεωρίες της υπεραξίας» σε αυτήν του «εξωτερικού»- αν και αναγνωρίζει δειλά ότι η δεύτερη είναι παρούσα εξ αρχής (Lipietz,1985: 14).  Πρόκειται για μια χυδαία απλοποίηση.  Πρώτον, η διαλεκτική μορφής-περιεχομένου, αφηρημένου-συγκεκριμένου δεν είναι ένα υπολειμματικό στοιχείο της μαρξικής θεώρησης, αλλά είναι συνεχώς παρούσα.  Δεύτερον, ο Marx ξεκινά το Kεφάλαιο με την έννοια του εμπορεύματος (που σύμφωνα με τον Lipietz ανάγεται οτο «εξωτερικο»).  Tρίτον, η διάσταση «κεφάλαιο γενικά» (capital in general) και «πολλών κεφαλαίων» (many capitals) -την οποία ο Lipietz φαίνεται να επικαλείται- είναι ένα επιπλέον στάδιο της διαλεκτικής ανέλιξης.  Όπως έχει δειχθεί από πολλούς συγγραφείς (Banaji, 1979· Fine-Harris, 1979), η δομή του Kεφαλαίου είναι μια «επεκτεινόμενη καμπύλη» μιας ανελικτικής κίνησης συντιθέμενης από συγχεκριμένους κύκλους αφαίρεσης.  Kάθε κύκλος, και η καμπύλη συνολικά, ξεκινά και τελειώνει με τη σφαίρα της κυκλοφορίας, η οποία στο τέλος της καθολικής κίνησης προσδιορίζεται συγκεκριμένα ως η σφαίρα του ανταγωνισμού των κεφαλαίων.

[13] Προκειται για την έννοια του «habitus» του Bourdieu, στον οποίο τόσο ο Lipietz όσο και ο Aglietta και ο Brendeer αναφέρονται.  Στο ρολο αυτής της θεωρητικής επιρροής θα αναφερθούμε πιο κάτω.

[14] Aυτή είναι μια θέση που έχει ήδη διατυπωθεί από τους θεωρητικούς της μετα -βιομηχανικής κοινωνίας.  O Bell (1976) υποστηρίζει ότι η βιομηχανική κοινωνία κατακερματίζεται σε διαχωρισμένες αυτόνομες περιοχές, όπως η επιστήμη, το δίκαιο, η ηθική, η τέχνη κλπ.

[15] O Derrida (1981: 219) ορίζει ότι «μια μη-αποφασίσιμη πρόταση, όπως έδειξε ο Godel το 1931, είναι μια πρόταση η οποία, δεδομένου ενός συνόλου αξιωμάτων αφορόντων μια πολλαπλότητα, δεν είναι ούτε η αναλυτική ούτε η επαγωγική συνέπεια αυτών των αξιωμάτων, ούτε σε αντίθεση με αυτά, ούτε αληθής ούτε ψευδής σε σχέση με τα αξιώματα αυτά».

[16] Eίναι αρκετά δύσκολο να μιλήσει κανείς για την πολιτική προτασεολογία του μετα-μοντερνισμού εφόσον δεν φαίνεται να έχει καμιά εκτός από μεγαλόσχημες διακηρύξεις παραλόγων ασημαντοτήτων, τεχνικιστικών απλοϊκοτήτων (όπως η έκκληοη του Lyotard για δημόσια πρόσβαση στις τράπεζες δεδομένων) ή ψυχαναλυτικές ρήσεις (όπως η επίκληση της ανθρώπινης επιθυμίας από τους Deleyτe και Guattari).  Παραδείγματος χάριν, μια μέτρια προσπάθεια του Wίckham (1990), με ομολογουμένως μέτριους στόχους, για να ανακαλύψει τις πολιτικές δυνατότητες του μετα-μοντερνισμού καταλήγει σε ένα χαοτικό και αξιοπεριφρόνητο κάλεσμα για συγκεκριμένη μελέτη συγκεκριμένων περιπτώσεων.  Eίναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς μια πιο συγκεκαλυμμένη και ταυτόχρονα πιο οφθαλμοφανή κενολογία.

[17] Eίναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι και αυτές οι θεωρήσεις προσεγγίζουν το μετα-μοντερνισμό.  O Lash (1990) θεωρεί ότι ακουσίως ο Bourdieu εντάσσεται στις μετα-μοντέρνες προβληματικές και ότι το εννοιολογικό του πλαίσιο συμβάλλει στην κοινωνικο-θεωρητική μελέτη του μετα-μοντέρνου και ιδιαίτερα η προβληματική του για την «πολιτιστική οικονομία» (cultural economy).

[18] O πυρήνας της θέσης του Girard (1972, 1978 και 1982) είναι ότι η κοινωνική τάξη πραγμάτων αποσυντίθεται εξαιτίας αντιπαλοτήτων που δημιουργούν αδιαφοροποίηση (indifference), η οποία οδηγεί στην κρίση.  O ρόλος των θεσμών είναι καθοριστικός μέσα στη θεωρία αυτή εφόσον υποτίθεται ότι προκύπτουν από την όξυνση των αντιπαλοτήτων αυτών και, με τη σειρά τους, επιβάλλουν την αμφισημία της κοινωνικής τάξης πραγμάτων.  O ατομισμός είναι το μεθοδολογικό υποστήριγμα της θεωρίας αυτής.  Oι Aglietta και Orlean (1982) προσπαθούν να εφαρμόσουν την προσέγγιση αυτή στην πολιτική οικονομία.  Tο αποτέλεσμα είναι η πρωταρχικοποίηση του χρήματος, θεωρούμενου ως του θεμελιακού θεσμού κάθε κοινωνίας όπου η αγορά είναι η γενική μορφή των κοινωνικών σχέσεων.  H νομισματική τάξη θεσμοθετεί διαφοροποιήσεις, οι οποίες επιβάλλουν περιορισμούς και παρέχουν κατενθύνσεις στα ιδιωτικά υποκείμενα για την κίνηση των τελευταίων μέσα σε μια αβέβαιη πραγματικότητα.

[19] Άλλωστε το μαρξιστικό πλαίσιο της ανταγωνιστικής ταξικής διαίρεσης έχει αντικατασταθεί από τη θεωρία της εξουσίας του Foucault (Aglietta-Brender, 1984: 19).

[20] Eίναι χαρακτηριστικό ότι και οι δύο θεωρήσεις προέκυψαν από τη συζήτηση σχετικά με το προτσές εργασίας.  Kαι οι δύο, στα αρχικά στάδιά τους, προσπάθησαν να ανακαλύψουν -εν μέρει σωστά- τη δύναμη της εργατικής τάξης μέσα στο προτσές παραγωγής παρά στην ταξική πάλη στη σφαίρα της διανομής.  Aυτή η ριζοσπαστική εκκίνηση -μέσα στο γενικότερο κλίμα του ’60- συγκρούστηκε με τον κεϋνσιανό ρεφορμισμό της διανομής του εισοδήματος και τις θεωρίες της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας.  Όμως με τη μάρανση και την εξάλειψη των αντηχήσεων του ’60 πολλοί από αυτούς στράφηκαν προς ένα νέο ρεφορμισμό, όχι της διανομής εισοδήματος αλλά της σφαίρας της παραγωγής.  Oι πρόσφατες αναζητήσεις για την κρυφή γοητεία του «μετα-φορντικού» καπιταλισμού είναι χαρακτηριστική.  Στο πλαίσιο αυτό η ανακάλυψη της δύναμης της εργασίας μετατράπηκε από ένα αντικαπιταλιστικό στοιχείο σε ένα διαπραγματευτικό πλεονέχτημα για κάποιου τύπου κοινωνικούς συμβιβασμούς.

Διαδικασίες εξαγωγής υπεραξίας και η σχέση τους με την διάρκεια, την ένταση και την παραγωγικότητα της εργασίας

Διαδικασίες εξαγωγής υπεραξίας και η σχέση τους με την διάρκεια, την ένταση και την παραγωγικότητα της εργασίας

 

(Surplus-value extraction processes and their relation to the length, the intensity and the productivity of labour)

Μαυρουδέας Σταύρος

(Τμήμα Οικονομικών, Παν. Μακεδονίας)

&

Ιωαννίδης Αλέξης

(Τμήμα Κοινων. Διοίκησης, ΔΠΘ)

Περίληψη

Η διάκριση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας προτάθηκε από τον Marx για να μελετηθούν οι τρόποι αύξησης της εξαγωγής υπεραξίας στο καπιταλιστικό σύστημα. Η απόλυτη υπεραξία εστιάζει στην αύξηση του χρόνου εργασίας ενώ η σχετική υπεραξία στην μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης. Η διάκριση αυτή έχει γίνει σήμερα αντικείμενο συζήτησης όσον αφορά το ποιες οικονομικές διαδικασίες εμπλέκονται στην κάθε περίπτωση. Συγκεκριμένα, είναι αυτονόητο ότι η επέκταση του χρόνου εργασίας εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση ενώ η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας στο τμήμα των μισθιακών εμπορευμάτων εμπίπτει στην δεύτερη. Υπάρχει όμως σημαντική διχογνωμία μέσα στους κόλπους της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας σχετικά με το εάν η εντατικοποίηση της εργασίας εντάσσεται στην πρώτη ή στη δεύτερη περίπτωση.

Η εργασία αυτή κάνει (α) επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, (β) υποστηρίζει ότι σύμφωνα με την Μαρξική αντίληψη η εντατικοποίηση της εργασίας εμπίπτει στην περίπτωση της σχετικής υπεραξίας και (γ) ότι η ένταξη της εντατικοποίησης της εργασίας στην σχετική υπεραξία συνάδει με την πραγματική λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας.

Ι. Εισαγωγή

 

Η θεωρία της υπεραξίας αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια της Μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης. Σύμφωνα με τον Marx η εξαγωγή υπεραξίας αποτελεί το βασικό κίνητρο της καπιταλιστικής οικονομίας και την βασική προϋπόθεση για την συσσώρευση και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Αυτό γιατί ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας μέσω της υπεξαίρεσης απλήρωτης εργασίας. Αυτή η τελευταία αποτελεί την υπεραξία και συνιστά την πηγή του καπιταλιστικού κέρδους. Δηλαδή στο καπιταλιστικό σύστημα ο χρόνος εργασίας διαιρείται σε ένα τμήμα που πληρώνεται (πληρωμένος χρόνος εργασίας) και ένα τμήμα που δεν πληρώνεται (απλήρωτος χρόνος εργασίας). Το πρώτο αντιστοιχεί στην αξία της εργασιακής δύναμης (και εν τέλει στον μισθό) και το δεύτερο αντιστοιχεί στην υπεραξία και εν τέλει στο κέρδος).

Μελετώντας τους τρόπους αύξησης της εξαγωγής υπεραξίας ο Marx διέκρινε δύο βασικές μεθόδους: την εξαγωγή απόλυτης και την εξαγωγή σχετικής υπεραξίας. Οι δύο αυτοί μέθοδοι συγκεφαλαιώνουν διακριτές οικονομικές διαδικασίες που λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο. Βεβαίως, στην πράξη μπορεί να συνδυασθούν και πράγματι συνδυάζονται. Αυτό όμως δεν αναιρεί την αναλυτική σκοπιμότητα της διάκρισης τους. Η εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας εστιάζει στην αύξηση του συνολικού χρόνου εργασίας με τέτοιο τρόπο ώστε να αυξάνει η αναλογία απλήρωτου προς πληρωμένο χρόνο εργασίας. Αντιθέτως, η εξαγωγή σχετικής υπεραξίας εστιάζει στη μείωση του πληρωμένου χρόνου εργασίας και επομένως στην με αυτό τον τρόπο αύξησης της αναλογίας απλήρωτου προς πληρωμένο χρόνο εργασίας. Η διάκριση αυτή έχει γίνει σήμερα αντικείμενο συζήτησης όσον αφορά το ποιες οικονομικές διαδικασίες εμπλέκονται στην κάθε περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα, είναι αυτονόητο ότι η επιμήκυνση του χρόνου εργασίας εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση ενώ η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας στο τμήμα που παράγει τα εμπορεύματα που αγοράζουν οι εργάτες με τον μισθό τους εμπίπτει στην δεύτερη. Υπάρχει όμως σημαντική διχογνωμία μέσα στους κόλπους της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας σχετικά με το εάν η εντατικοποίηση της εργασίας εντάσσεται στην πρώτη ή στη δεύτερη περίπτωση.

Η εργασία αυτή αρχικά επισκοπεί τη σχετική βιβλιογραφία, παρουσιάζοντας τους αρχικούς ορισμούς του Μαρξ όσο και τις απόψεις που υποστηρίζουν την ένταξη της εντατικοποίησης της εργασίας στην απόλυτη υπεραξία. Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι σύμφωνα με την Μαρξική αντίληψη η εντατικοποίηση της εργασίας εμπίπτει στην περίπτωση της σχετικής υπεραξίας. Υποστηρίζει επίσης ότι η ένταξη της εντατικοποίησης της εργασίας στη σχετική υπεραξία συνάδει με την πραγματική λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας και είναι αναλυτικά ανώτερη από την εναλλακτική θεώρηση.

Στο επόμενο τμήμα της εργασίας αναλύεται η θεωρία της υπεραξίας και παρουσιάζεται γενικά η διάκριση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Στο τμήμα ΙΙΙ αναλύονται οι προσδιοριστικοί παράγοντες που επηρεάζουν την εξαγωγή υπεραξίας, δηλαδή η διάρκεια, η ένταση της εργασίας και η αλλαγή των τεχνικών συνθηκών υπό τις οποίες επιτελείται η εργασία. Το τμήμα IV εστιάζει αποκλειστικά στην ένταση της εργασίας και στη σημερινή συζήτηση για το εάν θα πρέπει να εντάσσεται στην διαδικασία της εξαγωγής απόλυτης ή σχετικής υπεραξίας. Επιχειρηματολογείται για ποιους λόγους θα πρέπει η εντατικοποίηση της εργασίας να ενταχθεί στην διαδικασίας εξαγωγής σχετικής υπεραξίας. Στο τμήμα V παρουσιάζεται ένα επιπλέον υποστηρικτικό επιχείρημα στην προηγούμενη θέση. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι υπάρχει μία αντίστροφη σχέση μεταξύ διάρκειας και έντασης της εργασίας και συνεπώς οι διαδικασίες που ενισχύουν την πρώτη οδηγούν σε μείωση της δεύτερης και αντίστροφα. Συνεπώς πρόκειται για δύο κατά βάση αντίθετες διαδικασίες που γι’ αυτό θα πρέπει να εννοιοποιούνται ξεχωριστά. Τέλος, το τελευταίο τμήμα συγκεφαλαιώνει τα συμπεράσματα της εργασίας.

ΙΙ. Η θεωρία της υπεραξίας και οι ορισμοί της απόλυτης και της σχετικής υπεραξίας στον Marx

Η οικονομική ανάλυση του Marx, και της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας εν γένει, εστιάζει στο ζήτημα της ύπαρξης εκμεταλλευτικών σχέσεων στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται ότι το πλεόνασμα το οποίο παράγουν οι παραγωγοί με την εργασία τους δεν το νέμονται οι ίδιοι αλλά υπεξαιρείται από μία άλλη τάξη, αυτή των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Δηλαδή το πλεόνασμα παράγεται από τους εργάτες αλλά ιδιοποιείται από τους καπιταλιστές, την κυρίαρχη τάξη του καπιταλιστικού συστήματος. Η ιδιοποίηση του πλεονάσματος το οποίο παράγει η εκάστοτε τάξη παραγωγών από την εκάστοτε κυρίαρχη (και εκμεταλλευτική) τάξη είναι χαρακτηριστικό κάθε κοινωνικο-οικονομικού συστήματος το οποίο είναι διαιρεμένο σε τάξεις και όπου κυρίαρχη τάξη εκμεταλλεύεται την παράγουσα τάξη. Η ιδιαιτερότητα του καπιταλιστικού συστήματος έναντι των άλλων εκμεταλλευτικών κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων είναι ότι η υπεξαίρεση του πλεονάσματος γίνεται χωρίς την χρήση βίας αλλά μέσω του έμμεσου οικονομικού καταναγκασμού. Στον καπιταλισμό οι εργάτες εργάζονται και παράγουν το κοινωνικό προϊόν (που αντιστοιχεί στο άθροισμα μισθών και κερδών) αμειβόμενοι μόνο με ένα τμήμα του (με την μορφή των μισθών) – και συνεπώς εκχωρώντας το τμήμα του που αντιστοιχεί στα κέρδη – όχι γιατί εξαναγκάζονται υπό την απειλή βίας αλλά γιατί – καθώς δεν μπορούν να αγοράσουν και να κατέχουν τα μέσα παραγωγής – για να παράγουν και συνεπώς να επιβιώσουν είναι εμμέσως (οικονομικά) εξαναγκασμένοι να εργασθούν για λογαριασμό των κατόχων των μέσων παραγωγής έναντι αμοιβής. Έτσι το σύνολο του κοινωνικού προϊόντος ανήκει στους τελευταίους από το οποίο επιστρέφουν μόνο ένα τμήμα του με την μορφή των μισθών. Η εξάρτηση αυτή των παραγωγών από τους κατόχους των μέσων παραγωγής γίνεται μέσω της αγοράς εργασίας (ή ακριβέστερα εργασιακής δύναμης). Γι’ αυτό το λόγο ο Marx διαφοροποίησε τον όρο του πλεονάσματος στο σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας, ονομάζοντας το υπεραξία.

Η θεωρία της υπεραξίας αποτελεί έναν από τους βασικούς ακρογωνιαίους λίθους της Μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης. Η εξαγωγή υπεραξίας αποτελεί τον σκοπό και το βασικό κίνητρο λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας και συνδέεται άμεσα με την συσσώρευση και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Ακολούθως ο Marx μελέτησε τους τρόπους αύξησης της υπεραξίας. Συγκεκριμένα, όρισε δύο βασικούς τρόπους αύξησης της υπεραξίας: την απόλυτη και την σχετική υπεραξία.

Την υπεραξία που προέρχεται από την αύξηση της εργάσιμης ημέρας, ονομάζω απόλυτη υπεραξία. Από την άλλη πλευρά, την υπεραξία που προέρχεται από την μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και από την αντίστοιχη μεταβολή της διάρκειας των δύο τμημάτων που αποτελούν την εργάσιμη ημέρα, ονομάζω σχετική υπεραξία.

(Marx (1978), τομ. Ι, σ.330)

Με βάση τους Μαρξικούς ορισμούς, η εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας λαμβάνει χώρα όταν αυξάνει ο χρόνος εργασίας και ταυτόχρονα η αξία της εργασιακής δύναμης μένει σταθερή ή αυξάνεται λιγότερο. Εξαγωγή σχετικής υπεραξίας λαμβάνει χώρα όταν μειώνεται η αξία της εργασιακής δύναμης. Και στις δύο περιπτώσεις αυξάνει η υπεξαιρούμενη υπεραξία. Μαθηματικά αυτό μπορεί να δειχθεί ως ακολούθως.

Έστω ότι

Τ: ο συνολικός εργάσιμος ημερήσιος χρόνος

S: η υπεραξία (απλήρωτος εργάσιμος χρόνος)

V: η αξία της εργασιακής δύναμης (πληρωμένος εργάσιμος χρόνος)

Με βάση την Μαρξιστική θεωρία ισχύει:

Τ = V + S                                                        (1)

δηλαδή η συνολικά ξοδεμένη εργασία δημιουργεί το σύνολο του κοινωνικού προϊόντος και συνεπώς καλύπτει τόσο την δική της αναπαραγωγή (αξία της εργασιακής δύναμης) όσο και το πλεόνασμα (την υπεραξία).

Από την (1) προκύπτει:

S = T – V                                                        (2)

δηλαδή η υπεραξία ισούται με την διαφορά του συνολικού εργάσιμου χρόνου μείον τον πληρωμένο εργάσιμο χρόνο (την αξία της εργασιακής δύναμης). Συνεπώς η υπεραξία μπορεί να αυξηθεί είτε με αύξηση του πρώτου είτε με μείωση του δεύτερου. Φυσικά μπορεί να υπάρξουν και συνδυασμοί τους. Διαγραμματικά αυτό δείχνεται κατωτέρω.

Διάγραμμα 1

Η ευθεία ΑΒ προκύπτει από την (1). Με βάση ένα μέγεθος του V προκύπτει ένα αντίστοιχο μέγεθος του S και με βάση την κλίση της αντίστοιχης ευθείας από την αρχή των αξόνων (0K) προκύπτει το αντίστοιχο ποσοστό υπεραξίας:

s΄ =                                                             (3)

Έστω αρχικό σημείο εκκίνησης το Κ (για V1 και απ’ όπου προκύπτουν τα αντίστοιχα S1 και s1΄). Ας δούμε τρεις εναλλακτικές περιπτώσεις μεταβολών:

(α) εάν αυξηθεί η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας (από Τ που εκφράζεται με την ΑΒ σε Τ΄ που εκφράζεται με την Α΄Β΄), ενώ η αξία της εργασιακής δύναμης παραμείνει σταθερή τότε το νέο σημείο ισορροπίας είναι το M, όπου υπάρχει η ίδια V (V1) αλλά μεγαλύτερα S (S2 > S1) και s΄ (s2΄ > s1΄). Η περίπτωση αυτή αποτελεί εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας.

(β) εάν μειωθεί η V ενώ η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας παραμείνει σταθερή (Τ και επομένως ΑΒ), τότε η νέα ισορροπία είναι στο σημείο I, όπου έχουμε μικρότερη V (V3 < V1) αλλά μεγαλύτερα S (S4 > S1) και s΄. Η περίπτωση αυτή αποτελεί εξαγωγή σχετικής υπεραξίας.

(γ) εάν μειωθεί τόσο η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας από Τ σε Τ΄΄ (όπου Τ΄΄<Τ) – που εκφράζεται από την νέα ευθεία Α΄΄Β΄΄ – και ταυτόχρονα μειωθεί η αξία της εργασιακής δύναμης από V1 σε V2 (V2<V1) τότε θα προκύψει ένα νέο σημείο ισορροπίας Λ πάνω στην Α΄΄Β΄΄. Υποθέτουμε ότι ο ρυθμός μείωσης της V είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό μείωσης του Τ (ΔΤ – ΔV > 0). Επομένως στο σημείο Λ έχουμε μικρότερη V και μεγαλύτερο s΄. Η μάζα της υπεραξίας (S) μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από το αρχικό μέγεθος της αναλόγως με τα αριθμητικά δεδομένα μας. Η περίπτωση αυτή αποτελεί συνδυασμό αρνητικής μεταβολής της απόλυτης υπεραξίας και μεγαλύτερης θετικής μεταβολής της σχετικής υπεραξίας. Ο συνδυασμός τους οδηγεί σε αύξηση του ποσοστού υπεραξίας.

ΙΙΙ. Παράγοντες που καθορίζουν την εξαγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας

Η παραγωγή και η υπεξαίρεση υπεραξίας συνδέεται άμεσα με όλους τους παράγοντες που καθορίζουν το ξόδεμα της εργασιακής ικανότητας στην διαδικασία παραγωγής καθώς και με την αμοιβή της στην διαδικασία διανομής εισοδήματος. Πιο συγκεκριμένα, στη διαδικασία παραγωγής η εξαγωγή υπεραξίας συνδέεται με (1) την διάρκεια, (2) την ένταση της εργασίας και (3) με τις τεχνικές συνθήκες της παραγωγικής διαδικασίας (και την αλλαγή τους). Στην διαδικασία διανομής του εισοδήματος η εξαγωγή υπεραξίας συνδέεται (4) με την συσχέτιση μεταξύ της αξίας της εργασιακής δύναμης και της τιμής της (δηλαδή του μισθού). Η τελευταία εξαρτάται, σύμφωνα με την Μαρξική θεωρία του μισθού, από το πώς παράγονται στη διαδικασία της παραγωγής τα εμπορεύματα που αγοράζει και καταναλώνει ο εργάτης (μισθιακά εμπορεύματα). Όμως, όπως κάθε τιμή έτσι και ο μισθός κυμαίνεται – ανάλογα με τα ιδιαίτερα δεδομένα της διαδικασίας διανομής του εισοδήματος – γύρω από την προσδιορίζουσα αξία του (την αξία της εργασιακής δύναμης). Δηλαδή τα δεδομένα της (καθοριστικής κατά την Μαρξιστική προσέγγιση) σφαίρας της παραγωγής (αξίες) καθορίζουν τα δεδομένα της σφαίρας της διανομής του εισοδήματος (εισοδηματικά μερίδια) αλλά ακολούθως τα τελευταία έχουν ορισμένους βαθμούς ελευθερίας όσον αφορά το ακριβές μέγεθος του και συνεπώς κυμαίνονται γύρω από τις προσδιορίζουσες αξίες τους[1].

Ακολούθως θα δούμε πως αυτοί οι 3+1 παράγοντες εμπλέκονται στην εξαγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας.

(α) Απόλυτη υπεραξία

Η περίπτωση της εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας είναι σχετικά απλή. Σύμφωνα με τον Μαρξικό ορισμό παραγωγή και υπεξαίρεση απόλυτης υπεραξίας λαμβάνει χώρα όταν αυξηθεί η διάρκεια του εργάσιμου χρόνου και ταυτόχρονα κρατηθεί σταθερή η διάρκεια του πληρωμένου εργάσιμου χρόνου (δηλαδή αυτού που αντιστοιχεί στην αξία της εργασιακής δύναμης). Εναλλακτικά, μπορεί να αυξηθεί και η διάρκεια του πληρωμένου εργάσιμου χρόνου αλλά το ποσοστό αύξησης του να υπολείπεται αυτού του απλήρωτου εργάσιμου χρόνου. Αυτή η περίπτωση είναι πιο ρεαλιστική καθώς μία αύξηση του συνολικού εργάσιμου χρόνου είναι λογικό ότι συνεπιφέρει μία μεγαλύτερη φθορά της εργασιακής ικανότητας του εργάτη και συνεπώς οδηγεί σε μία μεγαλύτερη απ’ ότι προηγουμένως αξία της εργασιακής δύναμης. Εφόσον ο μισθός εκφράζει ακριβώς την αξία της εργασιακής δύναμης τότε είναι λογικό ότι θα αυξηθεί μερικά και το τμήμα του πληρωμένου χρόνου εργασίας. Ο Marx εγνωσμένα – για λόγους απλοποίησης αλλά χωρίς να παραβιάζει την ουσία των συσχετίσεων αυτών – έκανε αφαίρεση της εναλλακτικής περίπτωσης και υπέθεσε ότι η αξία της εργασιακής δύναμης παραμένει σταθερή.

Διάγραμμα 2

Η προαναφερθείσα εναλλακτική περίπτωση φαίνεται στο Διάγραμμα 2. Έστω αρχικό σημείο το Κ επάνω στην ευθεία ΑΒ (για συνολική διάρκεια εργάσιμου χρόνου Τ) όπου η αξία της εργασιακής δύναμης είναι V1 και η υπεραξία S1, ενώ το ποσοστό υπεραξίας (s΄) δίνεται από την κλίση της 0Κ. Έστω ότι λαμβάνει χώρα αύξηση του συνολικού εργάσιμου χρόνου σε Τ΄ (που εκφράζεται  στην Α΄Β΄) και ταυτόχρονα αυξάνει η αξία της εργασιακής δύναμης σε V2 δίνοντας έτσι ένα νέο σημείο Μ επάνω στην ευθεία ΑΒ. Στο σημείο αυτό αντιστοιχεί μεγαλύτερη υπεραξία (S2) από την αρχική ενώ και το ποσοστό υπεραξίας έχει αυξηθεί καθώς η κλίση της 0Μ είναι μεγαλύτερη αυτής της 0Κ.

(β) Σχετική υπεραξία

Σύμφωνα με τον Μαρξικό ορισμό η παραγωγή και η υπεξαίρεση σχετικής υπεραξίας προκύπτει όταν αυξηθεί η αναλογία μεταξύ απλήρωτου και πληρωμένου χρόνου εργασίας χωρίς να αυξηθεί η συνολική διάρκεια του εργάσιμου χρόνου.

Είναι προφανές ότι ο πιο βασικός τρόπος αλλαγής της συσχέτισης μεταξύ πληρωμένου και απλήρωτου χρόνου εργασίας – υπό τον περιορισμό της σταθερής συνολικής διάρκειας του εργάσιμου χρόνου – συνδέεται με την μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης.

Κατά τον Marx (1978, τομ.Ι, σ.183) «…η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για την συντήρηση του κατόχου της». Συνεπώς, η αξία της εργατικής δύναμης αντιπροσωπεύει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του καλαθιού εμπορευμάτων που χρειάζεται να καταναλώσουν οι εργάτες, υπό τις επικρατούσες παραγωγικές και κοινωνικές συνθήκες, για να αναπληρώσουν την κούραση τους από την εργασία. Η αξία της εργασιακής δύναμης συναποτελείται από δύο μέρη: α) ένα φυσικό τμήμα, που καλύπτει τις «φυσικές ανάγκες» (τροφή, ένδυση, καύσιμα, στέγαση κλπ.) και, β) ένα ιστορικό και κοινωνικό τμήμα, που αντανακλά τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ο μισθός είναι η χρηματική τιμή της αξίας της εργασιακής δύναμης και όπως όλες οι τιμές διακυμαίνεται γύρω από την προσδιορίζουσα αξία του.

Η Μαρξική προσέγγιση διαφέρει σοβαρά από αυτή του Ricardo αλλά διαφέρει, ακόμη περισσότερο, από μία σειρά νεο-μαρξίζουσες προσεγγίσεις που θεωρούν την αξία της εργασιακής δύναμης ένα καθαρά «πολιτικό» μέγεθος. Όσον αφορά τον Ricardo, αυτός θεωρούσε ότι ο μισθός (που τον ταύτιζε εσφαλμένα με την αξία της εργασίας) είναι αγκυρωμένος στο φυσικό επίπεδο επιβίωσης. Οποιεσδήποτε εργατικές μισθολογικές διεκδικήσεις δεν έχουν νόημα γιατί λειτουργεί ο Μαλθουσιανός νόμος του πληθυσμού και οι υπερβάλλοντες μισθοί αργά ή γρήγορα θα μειωθούν στον μισθό ισορροπίας (που είναι αυτός που καλύπτει μόνο το φυσικό τμήμα). Αντιθέτως, ο Marx υποστηρίζει ότι οι εργατικές μισθολογικές διεκδικήσεις μπορούν να επηρεάσουν το κοινωνικό τμήμα της αξίας της εργατικής δύναμης και συνεπώς κάθε άλλο παρά άσκοπες είναι. Τόσο η Μαρξική προσέγγιση όσο και η Ρικαρδιανή συνδέουν την αξία της εργασιακής δύναμης με την διαδικασία παραγωγής καθώς, και στις δύο προσεγγίσεις, η αξία της εργασιακής δύναμης εξαρτάται από την διαδικασία παραγωγής ενός καλαθιού εμπορευμάτων που εκφράζονται στο πρότυπο (τη νόρμα) των εργατικών καταναλωτικών συνηθειών. Το πρότυπο αυτό κατά μεν τον Ricardo καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από φυσικές και τεχνικές συνθήκες ενώ κατά τον Marx καθορίζεται επιπλέον και από κοινωνικές συνθήκες. Και στις δύο περιπτώσεις ο καθορισμός του μισθού της εργασίας (της τιμής της αξίας της εργασιακής δύναμης) στην διαδικασία διανομής εισοδήματος διαμεσολαβείται αναγκαστικά από τις συνθήκες παραγωγής του καλαθιού των εμπορευμάτων που αγοράζονται από αυτόν.

Αντιθέτως, μία σειρά νέο-μαρξίζουσες προσεγγίσεις θεωρούν την αξία ως ένα καθαρά «πολιτικό» μέγεθος που εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από κοινωνικές συνθήκες και συγκεκριμένα από τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Στην περίπτωση αυτή ο καθορισμός της αξίας της εργασιακής δύναμης γίνεται κατευθείαν στη διαδικασία διανομής εισοδήματος και δεν διαμεσολαβείται από την διαδικασία παραγωγής μισθιακών εμπορευμάτων.

Ο Μαρξικός δρόμος για τον προσδιορισμό της αξίας της εργασιακής δύναμης είναι, κατά την γνώμη μας, πολύ προσφορότερος αναλυτικά και εμπειρικά απ’ αυτόν του Ricardo ή των νέο-μαρξιζουσών προσεγγίσεων και αυτόν θα ακολουθήσουμε στην συνέχεια της εργασίας αυτής[2].

Η μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης μπορεί να γίνει με δύο τρόπους.

Ο πρώτος τρόπος λαμβάνει χώρα στη διαδικασία κυκλοφορίας και είναι να πέσει ο μισθός κάτω από το επίπεδο της αξίας της εργασιακής δύναμης. Δηλαδή ο εργάτης να αμείβεται λιγότερο απ’ όσο απαιτείται για την κοινωνική αναπαραγωγή του. Αυτό είναι διατηρήσιμο μακροπρόθεσμα, όσο η μείωση επηρεάζει το κοινωνικό τμήμα της αξίας της εργασιακής δύναμης. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να προκληθεί κοινωνική αναταραχή αλλά δεν θίγονται οι φυσικές βάσεις για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Εάν επεκταθεί και στο φυσικό τμήμα τότε οι συνέπειες μακροχρόνια μπορεί να είναι καταστροφικές για το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα καθώς οι φθορές του εργάτη από την εργασιακή προσπάθεια δεν θα αναπληρώνονται πλήρως, με αποτέλεσμα να μειώνεται η παραγωγικότητα του και να κινδυνεύει ενδεχομένως και αυτή η επιβίωση του. Το τελευταίο, εκτός απ’ ότι εντείνει τον κίνδυνο κοινωνικής αναταραχής, διακινδυνεύει την ίδια την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού και συνεπώς – εάν μάλιστα δεν υπάρχει ένας υπερβολικά ευμεγέθης εφεδρικός στρατός εργασίας – θέτει σε κίνδυνο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Ο δεύτερος τρόπος μείωσης της αξίας της εργασιακής δύναμης λαμβάνει χώρα στη διαδικασία παραγωγής και είναι να μειωθεί ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των μισθιακών εμπορευμάτων. Αυτό συνεπάγεται ότι ο εργάτης ακόμη και με μικρότερο μισθό μπορεί πάλι να αγοράσει το καλάθι εμπορευμάτων που απαιτείται για την αναπαραγωγή του. Για να μπορεί να συμβεί αυτό πρέπει να λάβει χώρα αλλαγή των τεχνικών συνθηκών στους κλάδους εκείνους που παράγουν τα μισθιακά εμπορεύματα. Στα Μαρξιστικά διτομεακά υποδείγματα οι κλάδοι αυτοί συγκεφαλαιώνονται στον Τομέα ΙΙ (δηλαδή στον τομέα που παράγει μέσα κατανάλωσης) – σε αντιδιαστολή με τον Τομέα Ι (τον τομέα που παράγει μέσα παραγωγής). Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή απαιτείται αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής που να αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας ειδικά στον Τομέα ΙΙ. Σημειωτέον ότι η αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής – που οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας – μπορεί να προκύψει είτε μέσω τεχνικής αλλαγής (δηλαδή εισαγωγής νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία) είτε μέσω τεχνικής αναδιάρθρωσης (δηλαδή λειτουργικής αναδιάρθρωσης της ήδη υπάρχουσας τεχνολογίας στην παραγωγική διαδικασία). Η αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής (είτε μέσω τεχνικής αλλαγής είτε μέσω τεχνικής αναδιάρθρωσης) οδηγεί, σύμφωνα με την Μαρξιστική θεωρία, σε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτή η περίπτωση εξαγωγής σχετικής υπεραξίας είναι και η πιο ανώδυνη γιατί ενώ αυξάνει η εκμετάλλευση του εργάτη ο τελευταίος διατηρεί το επίπεδο διαβίωσης του. Γι’ αυτό γίνεται και δυσκολότερα αντιληπτή – και μάλιστα όχι άμεσα αλλά σε ένα βάθος χρόνου – απ’ ότι η προηγούμενη περίπτωση (δηλαδή η μείωση του μισθού κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης).

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η βελτίωση της πείρας του συλλογικού εργάτη (δηλαδή το να μάθει στην πράξη να κάνει καλύτερα τη δουλειά) είναι επίσης ένας σημαντικός παράγοντας που αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας και μπορεί συνεπώς να μειώσει τον χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των μισθιακών εμπορευμάτων. Η διαδικασία αυτή μπορεί να λάβει χώρα αυτοτελώς (δηλαδή άσχετα από την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών). Όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι μετά από την πάροδο ενός χρονικού διαστήματος – που στα αρχικά του βήματα αναγκαστικά περιλαμβάνει πειραματισμούς δοκιμής και σφάλματος – έχει επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή βελτίωση της πείρας του συλλογικού εργάτη υπό τις παρούσες τεχνικές συνθήκες παραγωγής. Συνεπώς, μπορούμε να κάνουμε αφαίρεση, για λόγους απλοποίησης, της διαδικασίας αυτής.

Συνοψίζοντας, ο δεύτερος και πιο βασικός τρόπος μείωσης της αξίας της εργασιακής δύναμης βασίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στον Τομέα ΙΙ.

ΙV. Η ένταση της εργασίας και η εξαγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας

Όπως προαναφέρθηκε, η ένταση της εργασίας είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εξαγωγή υπεραξίας. Ο Μαρξ εντάσσει τη διαδικασία της εντατικοποίησης της εργασίας στην έννοια της σχετικής υπεραξίας. Συγκεκριμένα σημειώνει ότι συντελείται μία αλλαγή στο χαρακτήρα της σχετικής υπεραξίας με την εντατικοποίηση (Μαρξ (1978), τομ.Ι, σ.425). Ενώ γενικά η μέθοδος παραγωγής σχετικής υπεραξίας συνίσταται στο ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, η μείωση του χρόνου εργασίας οδηγεί στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας μέσω και της εντατικοποίησης της εργασίας. Επομένως η εξαγωγή σχετικής υπεραξίας δεν προκύπτει μόνον από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αλλά επίσης με την συμπύκνωση της εργασίας (που προκαλεί η εντατικοποίηση) και η οποία οδηγεί στη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας (δηλαδή του πληρωμένου χρόνου εργασίας) με ένα διαφορετικό τρόπο. Στο σημείο αυτό, ο Marx (1978, τομ.Ι, σ.425 – 426 και σ.540) κάνει μία σημαντική διάκριση όσον αφορά την αξία του ανά μονάδα προϊόντος στη μία και στην άλλη περίπτωση. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι με την εντατικοποίηση της εργασίας παράγονται περισσότερα προϊόντα στη διάρκεια του συνολικού εργάσιμου χρόνου, όμως η αξία του ανά μονάδα προϊόντος παραμένει σταθερή. Η αιτιολόγηση που δίνει είναι ότι με την εντατικοποίηση αυξάνει η συνολική παροχή εργασίας – καθώς μειώνονται οι νεκροί χρόνοι κατά την διάρκεια του συνολικού εργάσιμου χρόνου – αλλά δεν μειώνεται η εργασία που ξοδεύεται για να παραχθεί μία μονάδα προϊόντος. Αντιθέτως, στην περίπτωση της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (μέσω της χρήσης μηχανών ή/και της βελτίωσης της πείρας του εργάτη) τότε μειώνεται η εργασία που ξοδεύεται για να παραχθεί μία μονάδα προϊόντος. Σε κάθε περίπτωση όμως αυξάνει η αναλογία απλήρωτης προς πληρωμένη εργασία χωρίς να αυξάνει ο συνολικός εργάσιμος χρόνος.

Υπάρχει ένας άλλος ισχυρός λόγος που εξηγεί γιατί ο Marx εντάσσει την εντατικοποίηση της εργασίας στην περίπτωση της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας. Αυτός είναι ότι συνδέει ουσιαστικά την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής με την αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας.[3] Η συσχέτιση αυτή είναι ιδιαίτερα ισχυρή όταν μελετά την επίπτωση του εκμηχανισμού της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής[4].

Σήμερα υπάρχει σημαντική διχογνωμία μέσα στους κόλπους της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας σχετικά με το εάν η εντατικοποίηση της εργασίας εμπίπτει στην περίπτωση της απόλυτης ή της σχετικής υπεραξίας. Όπως προαναφέρθηκε, παραδοσιακά θεωρείται ότι εμπίπτει στην περίπτωση της σχετικής υπεραξίας καθώς δεν επηρεάζει την διάρκεια του συνολικού εργάσιμου χρόνου. Υπάρχουν όμως και απόψεις (π.χ. Moseley (2004)) που αντιθέτως την εντάσσουν, χωρίς αιτιολόγηση, στην περίπτωση της απόλυτης υπεραξίας. Το ίδιο υποστηρίζει πιο διεξοδικά και ο Sekine (1997).

Ο Sekine (1997, vol. 1: 142) απορρίπτει τους Μαρξικούς ορισμούς της απόλυτης και της σχετικής υπεραξίας ως παραπλανητικούς:

Ο ορισμός του Marx ήταν ότι «η υπεραξία που προκύπτει από την επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας» είναι απόλυτη, και ότι «η υπεραξία που απορρέει από την περικοπή του αναγκαίου χρόνου εργασίας» (Capital I, σ.299) είναι σχετική. Αυτό, όμως, δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι υπάρχουν κάποια αρχικά t0 και v0 σε σχέση με τα οποία η παραγωγή υπεραξίας δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε σχετική, και μόνον όταν μία από αυτές τις μεταβλητές αλλάζει, ενώ η άλλη παραμένει σταθερή, μπορεί κανείς να προσδιορίσει εάν η «αλλαγή» στην παραγωγή υπεραξίας είναι απόλυτη ή σχετική. Για να αποφευχθεί αυτή η σύγχυση υιοθετώ εδώ έναν ορισμό διαφορετικό απ’ αυτόν του Marx.

Έτσι ο Sekine υποστηρίζει ότι μία αύξηση της υπεραξίας θα πρέπει να ονομάζεται απόλυτη όταν συμβαίνει μέσω (α) της επιμήκυνσης της εργάσιμης ημέρας ή/και (β) της εντατικοποίησης της εργασίας. Αντιθέτως, μία αύξηση της υπεραξίας θα πρέπει να ονομάζεται σχετική μόνο όταν οφείλεται σε μία τεχνική αλλαγή που αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Για να υποστηρίξει την θέση του εκφράζει το ποσοστό υπεραξίας ως συνάρτηση της διάρκειας και της έντασης της εργασίας. Υποθέτει ότι η εργασία που πραγματικά ξοδεύεται κατά την διάρκεια μίας ωρολογιακής ώρας εργασίας είναι συνάρτηση της έντασης της εργασίας. Επομένως, τη συνολική εργασία που ξοδεύεται κατά την διάρκεια της εργάσιμης ημέρας την ονομάζει «αποτελεσματικές ώρες εργασίας» (‘effective labour hours’ (Sekine (1997), σ.143)). Αυτές οι αποτελεσματικές ώρες εργασίας (t) είναι συνάρτηση της διάρκειας και της έντασης της εργασίας:

t = bT              όπου b: ο βαθμός έντασης                   (4)

Ομοίως, η αξία της εργασιακής δύναμης εκφράζεται επίσης ως είναι συνάρτηση της διάρκειας και της έντασης της εργασίας:

v = bV                                                                         (5)

Το ποσοστό υπεραξίας της σχέσης (3) μπορεί να εκφρασθεί ως:

s′ =                                                            (6)

Εάν εισάγουμε την ένταση της εργασίας, με βάση τις σχέσεις (4) και (5), η εξίσωση (6) μετασχηματίζεται σε:

s′ = S/V = (T-V)/V = (t/b – v/b)/(v/b) =  =             (7)

Ουσιαστικά η εξίσωση (7) δεν διαφέρει από την (6), εφόσον τα t και v αποτελούν απλά πολλαπλάσια των T και V. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ότι το ποσοστό υπεραξίας παραμένει το ίδιο ο Sekine κάνει, εκ των υστέρων, μία «λαθροχειρία»: κρατά την αξία της εργασιακής δύναμης την εκφρασμένη σε αποτελεσματικές ώρες εργασίας ίση με το μέγεθος της όταν εκφρασθεί σε απλές ώρες εργασίας. Δηλαδή δεν πολλαπλασιάζει το V επί το b και έτσι κρατά αυθαίρετα το v = V (σε αντίθεση με την σχέση (5) που ο ίδιος έχει διατυπώσει). Μόνο έτσι το ποσοστό υπεραξίας εκφρασμένο σε ώρες αποτελεσματικής εργασίας είναι μεγαλύτερο από το ποσοστό υπεραξίας εκφρασμένο σε ωρολογιακές ώρες εργασίας.

Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζεται ότι αποδεικνύει πως αυξάνει το ποσοστό υπεραξίας από την εντατικοποίηση της εργασίας και ότι αυτό συνάδει με την εξαγωγή απόλυτης υπεραξίας.

Η επιχειρηματολογία του Sekine έχει σοβαρότατα προβλήματα. Πρώτον, τόσο η απόλυτη όσο και η σχετική υπεραξία είναι τρόποι αύξησης της υπεραξίας. Συνεπώς, σε αναλυτικό επίπεδο, ξεκινά κανείς πράγματι από κάποια αρχικά μεγέθη της αξίας της εργασιακής δύναμης και του συνολικού εργάσιμου χρόνου και βλέπει μετά εάν η αύξηση της υπεραξίας γίνεται με τον πρώτο ή τον δεύτερο τρόπο. Αυτό το αρνείται παραδόξως ο Sekine στο προαναφερθέν χωρίο.

Δεύτερον, στην πράξη μπορεί να υπάρξουν συνδυασμοί απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Κατά συνέπεια μπορεί να μεταβληθεί τόσο η αξία της εργασιακής δύναμης όσο και ο συνολικός εργάσιμος χρόνος. Σε αναλυτικό επίπεδο μπορεί κανείς να δει τέτοιους συνδυασμούς, όπως στην τρίτη περίπτωση του Διαγράμματος 1. Και αυτό όμως παραδόξως το αρνείται ο Sekine.

Τρίτον, η απόδειξη την οποία προτείνει δεν αποτελεί απόδειξη γιατί εάν μετασχηματισθεί σε αποτελεσματικές ώρες και η αξία της εργασιακής δύναμης τότε το ποσοστό υπεραξίας παραμένει το ίδιο. Εάν δεν μετασχηματισθεί, τότε έχουμε μία «σχετική» μείωση του πληρωμένου χρόνου εργασίας έναντι του απλήρωτου χρόνου εργασίας πράγμα το οποίο, κατά τον Μαρξικό ορισμό, εμπίπτει καθαρά στην περίπτωση της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας.

Το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι συνηθισμένο – και ο Marx επίσης το έκανε – να μελετούμε διάφορες περιπτώσεις υποθέτοντας ότι η αξία της εργασιακής δύναμης παραμένει σταθερή. Παραδείγματος χάριν, στον κλασσικό Μαρξικό ορισμό της απόλυτης υπεραξίας υποθέτουμε ότι η αξία της εργασιακής δύναμης παραμένει σταθερή ενώ ο συνολικός εργάσιμος χρόνος αυξάνει. Επίσης, στην περίπτωση της αύξησης της έντασης της εργασίας μπορεί να υποτεθεί – και ο Sekine το κάνει – ότι η αξία της εργασιακής δύναμης παραμένει σταθερή. Στην πραγματικότητα, εάν θεωρήσουμε ότι η αξία της εργασιακής δύναμης πρέπει να καλύπτει την φθορά του εργάτη από την εργασιακή προσπάθεια, τότε τόσο στην μία περίπτωση όσο και στην άλλη πρέπει να αυξηθεί και η αξία της εργασιακής δύναμης γιατί και όταν επεκτείνεται ο χρόνος εργασίας και όταν αυξάνεται η ένταση της εργασίας αυξάνονται οι φθορές του εργάτη. Και στις δύο περιπτώσεις – ακόμη και με αύξηση της αξίας της εργασιακής δύναμης – αυξάνει η εξαγόμενη υπεραξία γιατί αυξάνει ο απλήρωτος χρόνος εργασίας. Εάν μάλιστα ο ρυθμός αύξησης του απλήρωτου χρόνου εργασίας είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό αύξησης του πληρωμένου χρόνου εργασίας τότε θα αυξηθεί και το ποσοστό υπεραξίας καθώς θα αυξηθεί ο λόγος του απλήρωτου προς τον πληρωμένο χρόνο εργασίας[5].

Όμως η προσέγγιση του Sekine δεν είναι προβληματική μόνο σε όρους θεωρητικού φορμαλισμού αλλά είναι εσφαλμένη και για σοβαρούς εμπειρικούς λόγους.

Πρώτον, υπάρχει ένας πρακτικός λόγος που η εντατικοποίηση της εργασίας βοηθά να συνυπολογίζεται με την βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτός είναι ότι οι διαθέσιμοι δείκτες της παραγωγικότητας της εργασίας (που φυσικά δεν βασίζονται στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία) δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ των δύο αυτών διαδικασιών και πρακτικά εκφράζουν αθροιστικά τις επιπτώσεις τους.

Δεύτερον, υπάρχει όμως και ένας ουσιαστικός εμπειρικός λόγος που η εντατικοποίηση της εργασίας είναι χρήσιμο να μελετάται στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας εξαγωγής υπεραξίας με την βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Η τεχνική αλλαγή και η τεχνική αναδιάρθρωση συμβαδίζουν συνήθως με την μείωση των «πόρων» της εργασίας. Οι τελευταίοι αποτελούν νεκρούς χρόνους για το κεφάλαιο που η μείωση τους αυξάνει την κερδοφορία. Γι’ αυτό πρακτικά η αλλαγή των τεχνικών συνθηκών συμβαδίζει συνήθως με την εντατικοποίηση της εργασίας. Βέβαια είναι γνωστό ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετρηθεί η ένταση της εργασίας και μάλιστα όταν αλλάζει η οργάνωση της διαδικασίας παραγωγής. Αυτό γιατί πρέπει να συγκριθούν αρκετά ανόμοιες εργασιακές διαδικασίες[6]. Όμως η επιλογή για την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής ανήκει στο καπιταλιστή, ο οποίος κάνει εκτίμηση των δυνητικών αποτελεσμάτων της ιδιαίτερα όσον αφορά την κερδοφορία του και συνεπώς την εξαγωγή υπεραξίας. Γι’ αυτό άλλωστε έχει μία καλύτερη και εκ των προτέρων γνώση των επιπτώσεων από την αλλαγή αυτή απ’ ότι οι εργάτες. Οι τελευταίοι συνήθως κατανοούν τις επιπτώσεις της εκ των υστέρων και σε ένα βάθος χρόνου (δηλαδή με σημαντική χρονική υστέρηση). Μπορεί συνεπώς να υποτεθεί βάσιμα ότι ο καπιταλιστής όταν αλλάζει τις τεχνικές συνθήκες παραγωγής μειώνει και τους νεκρούς χρόνους της εργασίας (δηλαδή αυξάνει την ένταση της). Επειδή μάλιστα οι εργάτες θα κατανοήσουν την εντατικοποίηση με χρονική υστέρηση θα ήταν παράλογο – μέσα στα πλαίσια κάποιων περιορισμών φυσικά – να μην επιδιώξει ταυτόχρονα με την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών παραγωγής και την εντατικοποίηση της εργασίας. Η εξήγηση αυτή συνάδει με την σύνδεση από τον Marx της εντατικοποίησης της εργασίας με τον εκμηχανισμό της καπιταλιστικής διαδικασίας εργασίας.

V. Η αντίστροφη σχέση έντασης και διάρκειας της εργασίας και η σχετική και η απόλυτη υπεραξία

Στο τμήμα αυτό θα παρουσιασθεί ένας ακόμη, σημαντικός κατά την γνώμη μας, αναλυτικός λόγος που ενισχύει τη θέση της παραμονής της εντατικοποίησης στη διαδικασία εξαγωγής σχετικής υπεραξίας.

Όπως έχει αναλυθεί στο Ιωαννίδης (2007), ο Marx υποστηρίζει αλλά και εμπειρικά ισχύει ότι υπάρχει μία αντίστροφη σχέση μεταξύ της έντασης και της διάρκειας της εργασίας. Δηλαδή, υπό δεδομένες τεχνικές συνθήκες παραγωγής, υπάρχει μία αντίστροφη σχέση μεταξύ της μέγιστης δυνατής έντασης της εργασίας και του χρόνου εργασίας κατά τον οποίο μπορεί να διατηρηθεί αυτή η ένταση. Κάθε αύξηση του χρόνου εργασίας οδηγεί αναπόφευκτα σε μείωση της μέγιστης διατηρήσιμης έντασης της εργασίας. Αντίστροφα, κάθε μείωση του χρόνου εργασίας οδηγεί σε αύξηση της μέγιστης διατηρήσιμης έντασης της εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτό δεν οφείλεται σε αιτίες όπως η θέληση των εργατών να εργαστούν (κίνητρα, αποτελεσματικός μισθός), ή ο φόβος της απόλυσης αν δεν εργαστούν. Οφείλεται αποκλειστικά στην περιορισμένη δυνατότητα του ανθρώπινου οργανισμού να δαπανά ενέργεια και στο γεγονός ότι ο χρόνος και η ένταση της εργασίας είναι οι δύο διαστάσεις της κατανάλωσης της ανθρώπινης ενέργειας.

Ο Μαρξ περιέγραψε αναλυτικά την αντίστροφη αυτή σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και έντασης της εργασίας, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι μόνο θεωρητική αλλά παρατηρείται και στην πράξη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της εργασίας. Αναφέρει εκτενώς εκθέσεις επιθεωρητών των εργοστασίων που περιγράφουν την αύξηση της έντασης της εργασίας που ήρθε σαν αποτέλεσμα της μείωσης του χρόνου εργασίας και της χρήσης των μηχανών στα εργοστάσια. (Μαρξ(1978), τόμ. Ι, σ.426-427) Οι μηχανές αποτελούν αποφασιστικό εργαλείο για την ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, υποτάσσοντας τις ατομικές εργατικές δυνάμεις στο ενιαίο «κινητό» του εργοστασίου.

Γι’ αυτό ο Μαρξ θεωρεί «εν μέρει απαραίτητη» (Μαρξ (1978), τόμ. Ι, σ.427) την τελειοποίηση της κατασκευής μηχανών, για να ασκείται μεγαλύτερη πίεση στον εργάτη. Όμως είναι η μείωση του χρόνου εργασίας που δημιουργεί τη δυνατότητα για μία πιο εντατική εργάσιμη ημέρα, αφού η συντόμευση της εργάσιμης ημέρας είναι «όρος για τη συμπύκνωση της εργασίας, δηλαδή την ικανότητα του εργάτη να ρευστοποιεί περισσότερη δύναμη μέσα σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα» (Μαρξ (1978), τόμ. Ι, σ.427).

Στις μέρες μας, η αντίστροφη σχέση μεταξύ της μέγιστης διατηρήσιμης έντασης της εργασίας και του χρόνου εργασίας έχει ποσοτικά προσδιοριστεί και τεκμηριωθεί πειραματικά.[7]

Σαν αποτέλεσμα του συνδυασμού της ουσιαστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο και του νόμου της αντίστροφης σχέσης μεταξύ του χρόνου εργασίας και της μέγιστης διατηρήσιμης έντασης της εργασίας, προκύπτει ότι στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής η μείωση του χρόνου εργασίας συνδυάζεται με αύξηση της έντασης της εργασίας. Μάλιστα ο συνδυασμός μειωμένου χρόνου εργασίας με αυξημένη ένταση της εργασίας (κρατώντας σταθερή την τεχνολογία της παραγωγής) μπορεί να οδηγήσει πολλές φορές σε αύξηση και όχι σε μείωση του παραγόμενου προϊόντος. Αυτή είναι μία περίπτωση που ο Μαρξ αναφέρει σαν πραγματοποιηθείσα κατά τη μείωση του χρόνου εργασίας στις βιομηχανίες της  Αγγλίας από τις 12 στις 11 ώρες την ημέρα. (Μαρξ (1978), τόμ. Ι, σ.427).

Τα παραπάνω ισχυροποιούν την άποψη ότι, τουλάχιστον σε εκείνα τα είδη εργασιών όπου η ένταση είναι δυνατό να ελεγχθεί από την εργοδοσία, τα μεγέθη του χρόνου και της έντασης της εργασίας μεταβάλλονται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μία αύξηση του χρόνου εργασίας οδηγεί σε μείωση της έντασης της εργασίας και το αντίστροφο.[8]

Εάν η μεταβολή τόσο του χρόνου όσο και της έντασης της εργασίας ενταχθούν στη διαδικασία απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, τότε είναι αδύνατο να διαχωριστούν εννοιολογικά οι δύο διαφορετικές και αλληλοαναιρούμενες επιπτώσεις που μόλις περιγράφηκαν. Η έννοια της απόλυτης υπεραξίας θα ενσωμάτωνε δύο αντικρουόμενα φαινόμενα (χρόνος εργασίας και ένταση της εργασίας) κάνοντας αδύνατη την ξεχωριστή περιγραφή που απαιτείται για το καθένα. Η αύξηση του χρόνου εργασίας σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να οδηγεί τόσο σε αύξηση όσο και σε μείωση της απόλυτης υπεραξίας.

Αντίθετα, η εννοιολογική ενσωμάτωση της εντατικοποίησης της εργασίας στη σχετική υπεραξία και της μεταβολής του χρόνου εργασίας στην απόλυτη, επιτρέπει τον διαχωρισμό και τη διακριτή μελέτη της επίπτωσης της μεταβολής του χρόνου εργασίας στην υπεραξία. Σε αυτήν την περίπτωση η απόλυτη υπεραξία περιγράφει την επίπτωση από τη μεταβολή του χρόνου εργασίας, ενώ η σχετική υπεραξία περιγράφει την επίπτωση από τη συνεπακόλουθη μεταβολή της έντασης της εργασίας. Μία αύξηση του χρόνου εργασίας (υπό αυτούς τους ορισμούς) οδηγεί σε αύξηση της απόλυτης υπεραξίας και ταυτόχρονα σε μείωση της σχετικής. Η συνολική επίπτωση στην υπεραξία θα εξαρτάται από το ποιο από τα δύο φαινόμενα (σχετική και απόλυτη υπεραξία) είναι πιο ισχυρό.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση ταυτόχρονης και αλληλένδετης μεταβολής του χρόνου και της έντασης της εργασίας, η αναλυτική δυνατότητα των εννοιών εξασφαλίζεται πληρέστερα όταν η εντατικοποίηση της εργασίας ενταχθεί στη διαδικασία απόσπασης σχετικής και όχι απόλυτης υπεραξίας. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για την υποστήριξη της κλασικής κατηγοριοποίησης που έκανε ο Μαρξ στο συγκεκριμένο ερώτημα.

VI. Συμπεράσματα

Η συζήτηση σχετικά με την βασιμότητα των Μαρξικών ορισμών περί της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας είναι σαφώς χρήσιμη καθώς συμβάλλει στο να διερευνηθεί περαιτέρω – και μάλιστα υπό το φως νεώτερων δεδομένων – η βασική σχέση του καπιταλιστικού συστήματος: η σχέση εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι οι Μαρξικοί ορισμοί παραμένουν βάσιμοι καθώς συγκεφαλαιώνουν ορθά τους δύο βασικούς δρόμους για την εξαγωγή υπεραξίας. Ιδιαίτερα προκύπτει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι η εντατικοποίηση της εργασίας να μείνει ενταγμένη στη διαδικασία της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας, όπως υποστηρίζει ο Marx και παραδοσιακά η Μαρξιστική θεωρία αποδέχεται. Αντιθέτως, όλα τα αντίθετα επιχειρήματα – όπως τα διατυπώνει ο Sekine – είναι αβάσιμα.

Πιο συγκεκριμένα, είναι αδύνατος και χωρίς νόημα ο «εν ηρεμία» διαχωρισμός της υπεραξίας σε σχετική και απόλυτη. Μόνο η αύξηση (γενικότερα η μεταβολή) της υπεραξίας μπορεί να χαρακτηριστεί με έναν από τους δύο τρόπους. Επίσης, ορθά ο Μαρξ συνδέει την αλλαγή των τεχνικών συνθηκών της παραγωγής με τη διαδικασία εντατικοποίησης της εργασίας, γιατί τα δύο αυτά φαινόμενα παρατηρήθηκε ότι έχουν έντονη ιστορική συσχέτιση. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τη θεώρηση της εντατικοποίησης σαν διαδικασίας σχετικής υπεραξίας.

Τέλος, η ύπαρξη αντίστροφης σχέσης μεταξύ του χρόνου εργασίας και της έντασης της εργασίας συνδέει τη διαδικασία μείωσης του χρόνου εργασίας με αυτήν της αύξησης της έντασης της εργασίας. Εάν και οι δύο αυτές διαδικασίες ενταχθούν στο μηχανισμό της απόλυτης υπεραξίας, όπως προτείνει ο Sekine, τότε η απόλυτη υπεραξία θα ενσωματώνει δύο φαινόμενα που κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση και το ένα αναιρεί, εν μέρει ή εξ’ ολοκλήρου το άλλο. Αντίθετα η ένταξη της εντατικοποίησης της εργασίας στη σχετική υπεραξία επιτρέπει την διακριτή μελέτη των δύο φαινομένων, επομένως είναι εννοιολογικά και αναλυτικά ανώτερη.

Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους οι Μαρξικοί ορισμοί διατηρούν πάντα την ερμηνευτική «αξία χρήσης» τους.

Βιβλιογραφία

Fine B. & Harris L. (1986), Ξαναδιαβάζοντας το «Κεφάλαιο», Αθήνα: Gutenberg

Ιωαννίδης Α. (2007), «Η Αλληλεπίδραση μεταξύ του Χρόνου και της Έντασης της Εργασίας», Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, Τόμος ΙΓ, Τεύχος 49

Hsin, C.W. & Mao, J.W. (2002), ‘Relationship Between Maximum Acceptable Work Time and Physical Workload’, Ergonomics vol.45, no.4

Marx K. (1978), Το Κεφάλαιο, τομ.Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή

Mavroudeas S. (2003), ‘Commodities, workers and institutions: Analytical and empirical problems in Regulation’s Consumption Theory’, Review of Radical Political Economics vol.35 no.4

Moseley F. (2004), ‘The macro-monetary interpretation of Marx’s Transformation Problem and a sympathetic critique of the ‘New Interpretation’, paper presented at the IV Marx International Conference, Actuel Marx, Paris http://www.mtholyoke.edu/~fmoseley/Working_Papers_PDF/macro-monetary.pdf

Rodgers, S., Kenworth, D. & Eggleton, E. (1986), Ergonomic Design for People at Work, vol. 2, New York: Van Nostrand Reinhold.

Sekine T. (1997), An outline of the Dialectic of Capital, New York: St.Martin’s Press


[1] Το ζήτημα του πώς συνδέονται οι σφαίρες της παραγωγής της κυκλοφορίας και της διανομής, και οι σχετικές αντιπαραθέσεις, αναλύονται διεξοδικά από τους Fine & Harris (1986).

[2] Μία πιο αναλυτική παρουσίαση του ζητήματος αυτού δίνεται στο Mavroudeas (2003).

[3] Βλέπε Μαρξ (1978, τομ. Ι, σελ. 424-433).

[4] Υπό αυτό το πρίσμα άλλωστε στην μαρξιστική «Συζήτηση για την Διαδικασία Εργασίας» (Labour Process Debate) του 1970, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, η εντατικοποίηση της εργασίας εντάχθηκε στην περίπτωση της εξαγωγής σχετικής υπεραξίας.

[5] Πρόκειται για παραλλαγές της τρίτης περίπτωσης που παρουσιάσθηκε στο Διάγραμμα 1.

[6] Υπάρχει βέβαια και ο δρόμος των εργομετρικών μελετών που μετρούν την ένταση της εργασίας με κάποιο δείκτη του ανθρώπινου οργανισμού (καρδιακοί παλμοί, κατανάλωση οξυγόνου κλπ.) που δεν αναφέρονται άμεσα στον συγκεκριμένο τύπο της εργασιακής προσπάθειας αλλά μετρούν τα αποτελέσματα της στον ανθρώπινο οργανισμό (βλέπε Rodgers et al (1986) και Hsin & Mao (2002)).

[7] Βλέπε Rodgers et al (1986) και Hsin & Mao (2002).

[8] Η επίπτωση στο προϊόν εξαρτάται από τον βαθμό μεταβολής των δύο μεγεθών και επομένως δε μπορεί να είναι γνωστή χωρίς την ποσοτική περιγραφή της επίπτωσης του ενός μεγέθους στο άλλο.

———————————————————————

https://www.scribd.com/doc/209826964/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE%CF%82-%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%83%CF%87%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%92%CE%97%CE%9C%CE%91-%CE%9A%CE%9F%CE%99%CE%9D%CE%A9%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D-%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9C%CE%A9%CE%9D

 

Άρθρο στην ΟΥΤΟΠΙΑ για τον J.K.Galbraith

 

«Ήταν ο John Kenneth Galbraith ένας Αστός Μαρξιστής;»

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

Παν.Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ, νο.88, 2010

 

Ι. «Αστοί Μαρξιστές»: η ετεροδοξία μέσα στα κέντρα εξουσίας του συστήματος

 

Σε ένα άρθρο του 1994 ο Γ.Κατηφόρης (Catephores 1994) υποστήριξε ότι ο Schumpeter, o Galbraith, o Rostow και ενδεχομένως ο Keynes συναπαρτίζουν μία μυστήρια αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρουσα ομάδα κορυφαίων διανοητών του 20ου αιώνα. Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ομάδας αυτής, που κατά τα άλλα οι θεωρητικές συνεισφορές τους διαφέρουν αρκετά. Πρώτον, οι θεωρίες τους αποστασιοποιούνται από τα ορθόδοξα νεοκλασσικά οικονομικά και προσεγγίζουν ή και ενστερνίζονται, εκούσια είτε ακούσια, πολλές πλευρές της Μαρξιστικής ανάλυσης. Πρόκειται δηλαδή για ετερόδοξες προσεγγίσεις: αμφισβητούν βασικές πλευρές των ορθόδοξων οικονομικών και ταυτόχρονα εφάπτονται σε σημαντικά ζητήματα με την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία αλλά δεν εντάσσονται σε αυτή. Ιδιαίτερα, απορρίπτουν την σύνδεση της Μαρξιστικής θεωρίας με την εργατική τάξη και τους αγώνες της και το αίτημα για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος[1]. Ίσως θα άξιζε να διευκρινισθεί εδώ ότι αυτό δεν σήμαινε ότι οι διανοητές αυτοί – ενδεχομένως εξαιρουμένου του Rostow – δεν ενδιαφέρονταν για την εργατική τάξη ή μάλλον για τα λαϊκά στρώματα εν γένει. Αυτό όμως που σαφώς απουσιάζει από την οπτική τους είναι η αποδοχή του κοινωνικά απελευθερωτικού ρόλου της εργατικής τάξης και της ανάγκης υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος. Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της ομάδας αυτής είναι ότι, παρόλο ότι αμφισβήτησαν τα ορθόδοξα θέσφατα, ήταν πάρα πολύ κοντά σε υψηλά κέντρα εξουσίας του συστήματος και είχαν μία σημαντική επιρροή μέσα σε αυτά, που πολλοί ορθόδοξοι θεωρητικοί δικαιολογημένα φθονούσαν.

Οι θεωρητικοί αυτοί ξεπερνούν και αμφισβητούν την ορθόδοξη οικονομική θεωρία θεωρώντας ότι είναι μη-ρεαλιστική, δογματική και ανίκανη να προτείνει ουσιαστικές λύσεις. Ταυτόχρονα όμως η συνειδητή είτε ασυνείδητη προσέγγιση με την Μαρξιστική ανάλυση αποσκοπεί στην βελτίωση ή στην επίλυση θεμελιακών λειτουργικών προβλημάτων του καπιταλιστικού συστήματος και σε καμία περίπτωση – ακόμη και εκεί που υπάρχουν λεκτικές αναφορές σε κάποια μορφή σοσιαλισμού – στην ανατροπή του πρώτου. Ουσιαστικά προσεταιρίζονται στοιχεία της Μαρξιστικής ανάλυσης με σκοπό αφενός να βελτιώσουν το σύστημα και αφετέρου – όπως εύστοχα επισημαίνει ο Κατηφόρης – να αντιμετωπίσουν και να περιορίσουν την ριζοσπαστική πρόκληση του Μαρξισμού.

Έχει ενδιαφέρον να εξηγηθεί αυτή η όχι σπάνια εμφάνιση τέτοιων «Αστών Μαρξιστών» (δηλαδή «επαναστατών του συστήματος», κοντά ή και μέσα στα βασικά κέντρα εξουσίας του) όπως και η σχετικά συναφής περίπτωση «λαμπρών αποστατών» του (χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων αποτελεί ο P.Sweezy). Η δεύτερη περίπτωση αναφέρεται σε επιστήμονες – συχνά βγαλμένους κυριολεκτικά μέσα από τις ανώτερες βαθμίδες της αστικής τάξης – που ξεκίνησαν ως πολλά υποσχόμενοι ορθόδοξοι θεωρητικοί και που σε κάποια στιγμή απέρριψαν ριζικά το σύστημα και τόσο τις ορθόδοξες όσο και τις ετερόδοξες προσεγγίσεις του και πέρασαν στο έδαφος του Μαρξισμού. Αυτή η δεύτερη κατηγορία φυσικά διαφέρει από αυτή των «Αστών Μαρξιστών» γιατί έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα των ορίων αμφισβήτησης του συστήματος. Αυτό τους διαφοροποιεί ριζικά από την πρώτη κατηγορία τόσο όσον αφορά το πεδίο της επιστημονικής ανάλυσης όσο και όσον αφορά τις σχέσεις με τα πολιτικά και οικονομικά κέντρα εξουσίας του συστήματος[2].

Όμως και οι δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις προκύπτουν από την ίδια κοινή αιτία, αν και διαφοροποιούνται όσον αφορά τον τρόπο απάντησης της. Αυτή η κοινή αιτία είναι οι ερμηνευτικές και εμπειρικές αδυναμίες της ορθόδοξης οικονομικής ανάλυσης. Η τελευταία αποτελεί ένα κλειστό σύστημα βασισμένο σε εξαιρετικά μη-ρεαλιστικές υποθέσεις και αφαιρέσεις και υποταγμένο πλέον περισσότερο στο μαθηματικό φορμαλισμό παρά στην οικονομική ερμηνευτική ικανότητα. Ιδιαίτερα προβληματικά είναι δύο βασικά θεμέλια της ορθόδοξης οικονομικής ανάλυσης: (α) η κατανόηση των οικονομικών σχέσεων απλά ως σχέσεων ανταλλαγής μεταξύ εγωιστικά δρώντων ατόμων (και συνεπώς ο εξοβελισμός των κοινωνικών σχέσεων) και (β) η πίστη στην ικανότητα των «δυνάμεων της αγοράς» να εξισορροπούν την καπιταλιστική οικονομία. Το αναλυτικό αυτό πλαίσιο, ενώ μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως ένα ιδεολογικό όπλο υπεράσπισης του συστήματος, αδυνατεί– ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις – να δώσει ρεαλιστικές και αποτελεσματικές λύσεις και προτάσεις διεξόδου. Είναι σε τέτοιες περιστάσεις κρίσεων που χρειάζονται άνθρωποι και θεωρίες έξω από τις κομφορμιστικές πεπατημένες του συστήματος, με οξυμένη κριτική ικανότητα και δυνατότητα να κατανοήσουν και να αξιοποιήσουν τα ισχυρά σημεία των αντίπαλων ρευμάτων. Αυτός είναι ο ρόλος της ετεροδοξίας στην θεωρία: να αμφισβητήσει την ορθοδοξία του συστήματος, εφαπτόμενη με την ριζοσπαστική απόρριψη του, αλλά με στόχο την επιβίωση του.

Στην οικονομική ανάλυση, για όχι ανεξήγητους λόγους όπως θα δειχθεί παρακάτω, η ετεροδοξία εφάπτεται ή και ταυτίζεται με την απόδοση έμφασης στις σχέσεις εξουσίας και τον θεσμισμό. Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση του Keynes αλλά σίγουρα ευσταθεί για τον Galbraith. Ο θεσμισμός επισημαίνει, με ένα μη-συγκρουσιακό τρόπο (δηλαδή είτε χωρίς να αναφέρεται στην ταξική πάλη είτε χωρίς να θεωρεί ότι αυτή είναι ολοκληρωτικά αντιπαραθετική) την σημασία των κοινωνικών σχέσεων, πράγμα που απουσιάζει από την ορθόδοξη ανάλυση. Και από την άλλη πλευρά, με την εγγενή έμφαση του στον εξελικτισμό, καταλήγει στην καλύτερη περίπτωση σε μεταρρυθμιστικές προτάσεις για το σύστημα και όχι φυσικά στην ανατροπή του.

Η εισήγηση αυτή στοχεύει να στηρίξει το επιχείρημα ότι όντως ο Galbraith είναι ένας «Αστός Μαρξιστής» και να δείξει με πιο ειδικό τρόπο εντάσσεται στην ομάδα αυτή. Το επόμενο τμήμα παρουσιάζει αυτή την θεωρητική και πολιτική διαδρομή του Galbraith και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Το μεθεπόμενο τμήμα συζητά τα όρια της ετεροδοξίας τόσο γενικά (αναφερόμενη στο θεσμισμό κυρίως) όσο και στην ειδική περίπτωση του Galbraith. Στο τελευταίο σημείο σχολιάζεται μία σχετική αντιπαράθεση μεταξύ του P.Sweezy (του par excellence «λαμπρού αποστάτη» του Αμερικανικού καπιταλισμού) με τον W.Weisskopf όσον αφορά την δυνατότητα συμμαχίας των Μαρξιστών με τον Galbraith. Με τα σχόλια αυτά συγκεφαλαιώνεται η εισήγηση.

 

 

ΙΙ. Ο J.K.Galbraith ως «Αστός Μαρξιστής»

 

Σίγουρα ο Galbraith δεν εντάσσεται στην κατηγορία των «Αστών Μαρξιστών» σαν ένας μεγάλος θεωρητικός όπως ο Schumpeter ή ο Keynes. Άλλωστε είναι επαρκώς τεκμηριωμένο στην σχετική βιβλιογραφία ότι, παρόλο ότι δεν υστερούσε σε θεωρητικές δυνατότητες, το βασικό του ενδιαφέρον ήταν στον επηρεασμό της οικονομικής πολιτικής. Είναι εκεί που επέδειξε τις δυνατότητες του και γι’ αυτό έγινε ιδιαίτερα γνωστός. Ο Skidelsky (2006) υποστηρίζει σχετικά εύστοχα ότι  μετά την απογοήτευση από την απήχηση αυτού που θεωρούσε ένα από τα καλύτερα θεωρητικά πονήματα του (του Theory of Price Controls, 1952) και επηρεασμένος από τον πολιτικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Keynes στράφηκε στο να λειτουργήσει ως εμπνευστής και διαμορφωτής πολιτικής: να γίνει «ο ανατρεπτικός άνθρωπος εκ των έσω, ο εντεταλμένος κριτικός, ο γελωτοποιός της αυλής»[3]. Στόχος του ήταν – όπως άλλωστε και όλων σχεδόν των «Αστών Μαρξιστών» – να επηρεάσει τις μορφωμένες και πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ελίτ του συστήματος δείχνοντας τους προβλήματα – μέσω αιρετικών απόψεων – και εμποδίζοντας την ύπνωση τους μέσα στον κοινωνικό κομφορμισμό και την απλή και στυγνή διαχείριση της εξουσίας. Είναι χαρακτηριστική – και δείχνει και τον ρόλο που έβλεπε για τον εαυτό του – η δήλωση του Galbraith για τον Keynes: «ο Keynes είχε μία λύση χωρίς επανάσταση: φαινόταν σαν θαύμα». Ο καπιταλισμός μπορούσε να διορθωθεί και δεν χρειαζόταν να μπει κανείς στην επικίνδυνη περιπέτεια της ανατροπής του. Ένας σημαντικός διανοούμενος (στην προαναφερθείσα δήλωση ο Keynes) συνέλαβε την λύση ενός κοινωνικού προβλήματος και έπρεπε να ξυπνήσει – με το καλό ή με το άγριο – το κατεστημένο για να διασωθεί η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Έχει ιδιαίτερα ειπωθεί ότι ο Galbraith έχει μία μη-Μαρξιστική εκδοχή της ταξικής πάλης με την διανόηση στον ρόλο της ατμομηχανής της κοινωνικής καινοτομίας και του φορέα της δημόσιας (κοινής) υπόθεσης. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, αντίθετα με τα νεοκλασσικά θέσφατα, η οικονομία και η κοινωνία διαπερνώνται από κοινωνικές (και ακόμη και ταξικές) συγκρούσεις[4] που μπορούν να την οδηγήσουν στην έκρηξη και την διάλυση της κοινωνίας. Οι κυρίαρχες ομάδες διακατέχονται από ένα κομφορμισμό της εξουσίας που αντιμετωπίζει με υπεροψία ή υπεκφεύγει τα υπαρκτά προβλήματα, με συνέπεια αυτά να αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις. Αντιθέτως, είναι καθήκον της διανόησης να μην παίζει έναν συγκαλυπτικό ρόλο αλλά να αποτελεί εκείνο το τμήμα του συστήματος που γρηγορεί και είναι ικανό να δει – πέρα από πολιτικούς και κοινωνικούς κομφορμισμούς – τις δυσλειτουργίες του συστήματος και ακόμη και να συγκρουσθεί έντονα με κατεστημένα συμφέροντα με στόχο όμως να αποτρέψει την ανατροπή της καθεστηκυίας κοινωνικο-οικονομικής τάξης πραγμάτων.

Τι ώθησε όμως τον Galbraith να μην ακολουθήσει τον δρόμο ενός ενδεχομένως διαπρεπούς ορθόδοξου οικονομολόγου και να αναλάβει αυτόν του «αιρετικού του συστήματος»; Όπως έχει γραφτεί ευρύτατα, την αρχική ώθηση στην κατεύθυνση αυτή την πήρε από το οικογενειακό περιβάλλον του και ιδιαίτερα από την προοδευτική[5] πολιτική δραστηριότητα και απόψεις του πατέρα του. Όμως ο βασικός καταλύτης ήταν, όπως για πάρα πολλούς στην εποχή του, η μεγάλη κρίση του 1929. Οι πανεπιστημιακές σπουδές του έγιναν στην περίοδο της και των μεθεορτίων της. Η αντίδραση του στις επίσημες απόψεις και πολιτικές ξεκίνησε βλέποντας τις καταστροφικές επιπτώσεις τους επάνω στις μικρές αγροτικές κοινότητες, όπως αυτές του Οντάριο από τις οποίες προερχόταν. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και στο Μπέρκλεϋ, επηρεάσθηκε καθοριστικά από την σχολή του θεσμισμού του Veblen. Κατά δήλωση του ίδιου, ένα από τα στοιχεία που τον προσέλκυσαν ήταν η κριτική όλων αυτών που λόγω υψηλής κοινωνικής θέσης θεωρούσαν ότι υπερτερούν έναντι των υπολοίπων. Ο θεσμισμός ενίσχυσε και εξήγησε θεωρητικά την σημασία των σχέσεων εξουσίας – που τα ορθόδοξα οικονομικά αγνοούσαν εντελώς – και που τον ρόλο τους είχε ήδη αρχίσει να γνωρίζει κατά την θητεία του στην Αρχή Αγροτικής Προσαρμογής (Agricultural Adjustment Administartion) του Rousevelt. Επίσης ενίσχυσε και οργάνωσε θεωρητικά την δυσπιστία του νερού Galbraith έναντι των μεγάλων επιχειρήσεων, τις καταστροφικές επιπτώσεις των οποίων ιδιαίτερα έναντι των μικρών αγροτικών κοινοτήτων είχε ήδη γνωρίσει. Ιδιαίτερα το έργο των Berle & Means (1932) για την μεγάλη επιχείρηση καθόρισε σε μεγάλο βαθμό όλη την μετέπειτα θεωρητική διαδρομή του. Σύντομα, επίσης, ήρθε σε επαφή με τις απόψεις του Keynes που αμφισβητούσαν επίσης τις κυρίαρχες τότε οικονομικές θεωρίες και τόνιζαν την σημασία της ζήτησης για την επίτευξη πλήρους απασχόλησης και τον ρόλο του κρατικού παρεμβατισμού σε αυτό. Μέσα από αυτή την διαδρομή δημιουργήθηκαν οι δύο βασικοί θεωρητικοί πυλώνες του Galbraith: ο θεσμισμός και ο Κεϋνσιανισμός. Από μόνοι τους δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυποι αλλά αντιθέτως αποτελούσαν κοινό τόπο για μεγάλα τμήματα διανοουμένων της εποχής εκείνης που τα οδήγησε στην αποδοχή των Κεϋνσιανών θέσεων περί πλήρους απασχόλησης και κρατικού παρεμβατισμού: η αγορά είναι εγγενώς επιρρεπής σε προβλήματα και ρόλος του κράτους είναι να διορθώνει τις αποτυχίες της. Αυτό που όμως έδωσε τον ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτήρα στη θεωρητική συνεισφορά του Galbraith – εκτός από τις προσωπικές ικανότητες του – ήταν ότι πέρασε μέσα από μία σειρά μηχανισμούς και κέντρα εξουσίας. Το πέρασμα αυτό του έδωσε μία εκ των έσω και ρεαλιστική εικόνα για το πως πραγματικά λειτουργεί μία καπιταλιστική οικονομία και ταυτόχρονα αποκάλυψε τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα των ορθόδοξων οικονομικών. Η εμπειρία του αυτή ξεκίνησε από όταν ανέλαβε επίτροπος τιμών κατά την διάρκεια του Β’ Παγκ. Πολέμου και οργάνωσε ένα εκτεταμένο σύστημα ελέγχου των τιμών. Ακολούθησαν πολλές άλλες κυβερνητικές θέσεις μετά τον πόλεμο. Μία επίσης ιδιαίτερη εμπειρία ήταν αυτή που απέκτησε σαν συγγραφέας για μία από τις εκδοτικές ναυαρχίδες του αμερικανικού καπιταλισμού, το περιοδικό Fortune. Μέσα από τον κύκλο του Fortune γνώρισε ακόμη καλύτερα τον κόσμο των μεγάλων επιχειρήσεων και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, «ανοσοποιήθηκε του από την μυθολογία των νεοκλασσικών εγχειριδιακών οικονομικών και την εικόνας τους για ανταγωνιστικές επιχειρήσεις».

Με βάση τα παραπάνω διαμορφώθηκε η θεωρητική ταυτότητα του Galbraith: ένα αρκετά ιδιαίτερο μίγμα θεσμισμού και Κεϋνσιανισμού προσανατολισμένο στο δημόσιο – και λιγότερο στον ακαδημαϊκό – λόγο. Η ιδιαιτερότητα του Galbraith, σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους Κεϋνσιανούς και κεϋνσιανίζοντες, ήταν ότι διατήρησε έντονα τις επιρροές του από τον κλασσικό Αμερικανικό θεσμισμό του Veblen αλλά και ακόμη μία απαξία προς την θεωρητική αφαίρεση και τον μαθηματικό φορμαλισμό στην οικονομική ανάλυση. Ήταν η αμφισβήτηση της ύπαρξης τέλειου ανταγωνισμού και η έμφαση στο ρόλο των μεγάλων επιχειρήσεων αυτή που τόνισε τα θεσμιστικά στοιχεία στην προσέγγιση του Galbraith. Αμφισβητώντας τον τέλειο ανταγωνισμό συνάντησε άλλωστε και την θεωρία του Schumpeter. Συμβάδισε επίσης με την αποσύνδεση από τον τελευταίο του καπιταλισμού από τον ανταγωνισμό και την αναγνώριση των πιο θετικών στοιχείων του στην ικανότητα καινοτομίας του. Ήταν η απαξία του προς την θεωρητική αφαίρεση και τον μαθηματικό φορμαλισμό που τον αποστασιοποίησε ακόμη και από τον θεωρητικό Κεϋνσιανισμό του P.Samuelson. Άλλωστε σε θέματα οικονομικής πολιτικής πήγαινε επίσης πιο πέρα από την τυπική κεϋνσιανή έμφαση στην δημοσιονομική πολιτική τονίζοντας την σημασία του ελέγχου των τιμών (ιδιαίτερα στο έργο του ‘The Selection and Timing of Inflation Controls’).

Το κεντρικό στοιχείο που διαπερνούσε το σύνολο της οικονομικής του ανάλυσης – παρά τις πολλές στροφές της – είναι αυτό που δηλώθηκε στην πρώτη ομιλία του μετά την αναγόρευση του σε πρόεδρο του American Economic Association το 1971 με τον τίτλο «Εξουσία και ο Χρήσιμος Οικονομολόγος»: «το πρόβλημα των Οικονομικών είναι η ηθελημένη άρνηση της παρουσίας της εξουσίας και των πολιτικών συμφερόντων». Κατά τον Galbraith, χρειάζεται να επανασυνδεθεί η οικονομική ανάλυση με την ανάλυση της πολιτικής: ο πυρήνας του κλασσικού θεσμιστικού επιχειρήματος είναι εμφανής.

 

 

ΙΙΙ. Η ετεροδοξία και τα όρια της

 

Βέβαια, η ετεροδοξία του Galbraith – όπως και όλων των «Αστών Μαρξιστών» – είχε τα όρια της τόσο θεωρητικά όσο και πολιτικά. Είναι γεγονός ότι ο Galbraith πλησίασε τα όρια αυτά περισσότερο από πολλούς άλλους αλλά ποτέ δεν τα ξεπέρασε.

Πολιτικά ήταν ένας ριζοσπάστης Αμερικανός «φιλελεύθερος», δηλαδή το αντίστοιχο ενός Ευρωπαίου μη-Μαρξιστή σοσιαλδημοκράτη. Έπαιξε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ένα σημαντικό ρόλο μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα επηρεάζοντας δραστικά προέδρους, προεδρικούς υποψήφιους και πολιτικές ατζέντες. Όμως το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου και αργότερα η κρίση του 1973-75 περιόρισαν σημαντικά την εμβέλεια του αυτή τόσο σε πολιτικά όσο και σε οικονομικά ζητήματα. Ήταν με την εκδήλωση της ανοικτής αντίθεσης του στον πόλεμο του Βιετνάμ που ο Galbraith έφθασε στα πιο ακραία όρια της ετεροδοξίας του: από αιρετικός σύμβουλος των κέντρων εξουσίας έγινε δημόσιος αντίπαλος κεντρικών επιλογών του (ακόμη και εάν η αμφισβήτηση της απολογηθείσας πολιτικής στο Βιετνάμ δεν έσβησε ποτέ μέσα στα επιτελεία του συστήματος). Έκτοτε παρέμεινε σχεδόν πάντα στην ριζοσπαστική πτέρυγα του Αμερικανικού «φιλελευθερισμού» (με την εναντίωση του στο μιλιταριστικό Κεϋνσιανισμό» κλπ.).

Στο πεδίο της θεωρίας, η ετεροδοξία του Galbraith χαρακτηρίσθηκε από την πέραν του συνηθισμένου για τους Κεϋνσιανούς έμφαση στο ρόλο των σχέσεων εξουσίας και στην ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων. Και τα δύο αυτά, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, είχαν ισχυρές βάσεις στις θεσμιστικές αναφορές του. Όμως ακόμη και στα πιο «ακραία», για τα Κεϋνσιανά δεδομένα, κείμενα του – ιδιαίτερα εκεί που υποστήριζε τον έλεγχο των τιμών και προσέγγιζε σε μεγάλο βαθμό πρότυπα μίας σχεδιασμένης οικονομίας – δεν ξεπέρασε εντέλει τα όρια της οικονομίας της αγοράς. Οι έμφαση που απέδιδε στις σχέσεις εξουσίας δεν αποσκοπούσε στην ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος σχέσεων εξουσίας αλλά στο να υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας και μηχανισμοί ελέγχου έτσι ώστε το τελευταίο να μην γίνεται υπερφίαλο, ανεξέλεγκτο και τελικά αυτοκαταστροφικό.

Τα όρια αυτά στην ετεροδοξία του Galbraith δεν είναι περίεργα και απροσδόκητα για τις θεσμιστικές προσεγγίσεις εν γένει[6]. Ο θεσμισμός και η οικονομική κοινωνιολογία αποτελούν ένα ελλιπές υποκατάστατο της Πολιτικής Οικονομίας, τόσο της Μαρξιστικής όσο όμως και της Κλασσικής (των Smith και Ricardo). Μπορεί να κατανοεί την σημασία των κοινωνικών σχέσεων για την οικονομική ανάλυση, σε αντίθεση με τα νεοκλασσικά οικονομικά. Όμως, τις κατανοεί κυρίως μέσω των θεσμών ενώ οι κοινωνικές σχέσεις δεν περιορίζονται εκεί αλλά έχουν ένα μεγάλο εξω-θεσμικό πεδίο. Επίσης, οι θεσμοί είναι κατά βάση δημιούργημα της κρατούσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Ακόμη και η αλλαγή τους είναι, κατά κύριο λόγο, αλλαγή μέσα στα πλαίσια αυτά. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις αλλαγής του κοινωνικού συστήματος όπου οι αλλαγές στους θεσμούς γίνονται συνήθως με επαναστατικό και συνεπώς ασυνεχή τρόπο. Γι’ αυτό ο θεσμισμός έχει αντικειμενικά την τάση να περιορίζεται στην ενδο-συστημική αλλαγή. Αντιθέτως, η Πολιτική Οικονομία έχει την ικανότητα να ορίζει το πεδίο της οικονομικής ανάλυσης όχι απλά ως οικονομικές σχέσεις συν θεσμοί αλλά ως οικονομικές σχέσεις που είναι εγγενώς κοινωνικές. Οι σχέσεις εξουσίας δεν προκύπτουν ως ένα εκ των έξω στοιχείο αλλά ανακύπτουν μέσα από την ίδια την λειτουργία των οικονομικών σχέσεων. Τέλος, οι αντιθέσεις μέσα στις κοινωνικές σχέσεις – οι κοινωνικές αντιθέσεις – γίνονται κατανοητές ως μακροχρόνιες δομικές αντιθέσεις και όχι ως βραχυχρόνιες συγκρούσεις σχετικά εύκολα επιδεχόμενες συμβιβασμού. Γι’ αυτό η πάλη των τάξεων έχει αυτή την κεντρικότητα στην Πολιτική Οικονομία και ακριβώς για τους αντίθετους λόγους είναι υποβαθμισμένη ή απούσα στην θεσμιστική προσέγγιση.

Οι παραπάνω επισημάνσεις σχετίζονται άμεσα με την αντιπαράθεση μεταξύ Sweezy και Weisskopf στη New York Review of Books, το 1973, μετά την δημοσίευση των ‘Economics and the Public Purpose’ του Galbraith. Στο έργο αυτό ο Weisskopf δίνει μία πεσιμιστική παρουσίαση των προοπτικών του αμερικανικού καπιταλισμού (θεμελιωμένη στην αντίθεση μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων [με τον παραπλανητικό όρο «σύστημα σχεδιασμού»] και των μικρών επιχειρήσεων). Ο Sweezy τον επέκρινε μάλλον δριμύτατα ότι, χρησιμοποιώντας αβάσιμους και παραπλανητικούς όρους (όπως για παράδειγμα την «τεχνοδομή») παραγνωρίζει την ύπαρξη και την σημασία των ταξικών σχέσεων και συγκρούσεων. Κατά συνέπεια όλες του οι προτάσεις για μία οικονομική ανάλυση που θα είναι προσανατολισμένη στο κοινό καλό και όχι σε κατεστημένα συμφέροντα και κομφορμιστικές αντιλήψεις πέφτουν στο κενό. Στην κριτική αυτή απάντησε, επίσης σχετικά οργισμένα, ο W.Weisskopf υποστηρίζοντας ότι η εμμονή στις θεμελιακές θέσεις του Μαρξισμού (και ιδιαίτερα στην κεντρικότητα της ταξικής πάλης) είναι παρωχημένη και ατελέσφορη γιατί η ισχύς του κεφαλαίου έχει αυξηθεί δραματικά και η εργατική τάξη είναι σχεδόν διαλυμένη σαν πολιτική αλλά ακόμη και σαν κοινωνική οντότητα. Επομένως, κατά τον Weisskopf, η μόνη διέξοδος είναι η συμμαχία με τις απόψεις του Galbraith. Μάλιστα, η συμμαχία αυτή μπορεί να γίνει μόνο από ένα αναθεωρητικό Μαρξισμό που θα αφήνει στην άκρη την ταξική σύγκρουση και θα εστιάζει στο ζήτημα της ανθρώπινης αποξένωσης. Η ανταπάντηση του Sweezy ήταν ότι μπορεί να υπάρχουν δυνατότητες σύμπλευσης με τον Galbraith σε διάφορα ζητήματα αλλά το βασικό ζήτημα παραμένει η ταξική πάλη και σε σχέση με αυτό η συνολική κατεύθυνση του Galbraith είναι αδιέξοδη.

Σήμερα, πάνω από τριάντα χρόνια μετά μπορεί ίσως να αποτολμήσει κανείς να αποφανθεί για την αντιπαράθεση αυτή. Η κατεύθυνση που υποστήριζε ο Galbraith – αιρετική κριτική στο σύστημα με σκοπό την μεταρρύθμιση αλλά και την διατήρηση του – είναι περισσότερο ίσως από ποτέ ανύπαρκτη. Ο βαθύτατος διχασμός του σύγχρονου καπιταλισμού μεταξύ του κόσμου του κεφαλαίου και του κόσμου της εργασίας και τα συνακόλουθα στοιχεία βαθειάς κοινωνικής κρίσης είναι ίσως επίσης προφανέστερα παρά ποτέ άλλοτε. Με αυτή την έννοια οι «Αστοί Μαρξιστές» μάλλον δεν κατάφεραν μακροχρόνια και πολλά πράγματα. Μπορεί να αποσόβησαν ή να συνέβαλαν στο να ξεπερασθούν οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις αλλά σίγουρα δεν μπόρεσαν να αλλάξουν δομικά το σύστημα. Από την άλλη ο Μαρξισμός μπορεί να μην άλλαξε τον κόσμο, τουλάχιστον στον βαθμό που θέλει, αλλά από την άλλη δίνει μία πολύ πιο ρεαλιστική ερμηνεία του και ακόμη και πιο αποτελεσματικές κατευθύνσεις παρέμβασης. Με αυτή την έννοια, στην αντιπαράθεση μεταξύ Sweezy και Weisskopf ο πρώτος έχει προφανώς δίκαιο.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Berle A. & Means G. (1932), The Modern Corporation and Private Property, Transaction Publishers.

 

Catephores G. (1994), ‘The imperious Austrian: Schumpeter as Bourgeois Marxist’, New Left Review vol.I/205, May – June.

 

Galbraith J.K. (1952), A Theory of Price Control, Harvard University Press.

 

Galbraith J.K. (1973), Economics and the Public Purpose, Houghton Mifflin.

 

Skidelsky R. (2006), ‘Review of R.Parker, ‘J.K.Galbraith: His Life, His Politics, His Economics’, Journal of Economic Literature vol.XLIV (March).

 

Sweezy P. (1973), ‘Galbraith’s Utopia’, New York Review, November 15.

 

Weisskopf W. (1973), ‘Alliance with Galbraith?, New York Review, November 15.

 


[1] Θα μπορούσε ίσως να προστεθεί – με την επιφύλαξη της μη πρόωρης «αγιοποίησης», κατά τα εκκλησιαστικά θέσφατα – ότι ο J.Stiglitz βάζει πιθανά μία σοβαρή υποψηφιότητα συμμετοχής στην ομάδα αυτή.

[2] Ο K.Marx και ο F.Engels είχαν χαρακτηρίσει ένα παραπλήσιο φαινόμενο μεταξύ των διανοουμένων του 19ου αι. – που αφορούσε άλλωστε και τους ίδιους – «ως αποστάτες της τάξης τους».

[3] Ο όρος «γελωτοποιός» μπορεί σήμερα να ακούγεται ως υποτιμητικός. Όμως κάθε άλλο παρά αυτή είναι η χρήση του από τον Skidelsky. Ο τελευταίος προφανώς αναφέρεται στον πραγματικό ρόλο του γελωτοποιού στις μεσαιωνικές αυλές, ο οποίος δεν ήταν απλά του διασκεδαστή αλλά επίσης αυτού που είχε το θεσμικό δικαίωμα και ταυτόχρονα την ασυλία να κάνει αιχμηρή και ρηξικέλευθη κριτική (με την μορφή της διακωμώδησης) στις αποφάσεις και τις πράξεις της εξουσίας, όντας ταυτόχρονα οργανικό τμήμα της.

[4] Υπάρχουν θεωρίες που αναγνωρίζουν την ύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ακόμη και την αντιπαράθεση μεταξύ τους. Όμως οι κοινωνικές ομάδες αυτές δεν είναι σχετικά σταθερές μακροχρόνια οντότητες αλλά μάλλον μεσοπρόθεσμες κοινωνικές συσσωματώσεις, που μακροχρόνια αλλάζουν ή αποσυντίθενται και εμφανίζονται νέες (π.χ. τα λεγόμενα «νέα κοινωνικά κινήματα»). Δηλαδή δεν χαρακτηρίζονται από την δομική σταθερότητα και τον μακροχρόνιο κύκλο ζωής των κοινωνικών τάξεων. Επίσης αυτές οι κοινωνικές ομάδες δεν είναι θεμελιακά αντιπαραθετικές μεταξύ τους, όπως οι κοινωνικές τάξεις, αλλά φάσεις αντιπαράθεσης μπορεί να ακολουθηθούν από φάσεις συνεργασίας.

[5] Ο πατέρας του ήταν «Φιλελεύθερος» κατά την βορειοαμερικανική ορολογία, δηλαδή με προοδευτικές πολιτικές και κοινωνικές θέσεις (κατά την ευρεία έννοια του όρου) και όχι φιλελεύθερος στις οικονομικές απόψεις του.

[6] Εννοείται για τις μη-νεοκλασσικές θεσμιστικές προσεγγίσεις και όχι φυσικά για το νεοκλασσικό θεσμισμό που ουσιαστικά δεν αποτελεί ετερόδοξο ρεύμα.

—————————————————————————

 

«ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ; ΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» – άρθρο ατην επετηρίδα ΕΡΓΑΣΙΑ 2004

επετηρίδα «ΕΡΓΑΣΙΑ 2004»

 

«ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ; ΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΜΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

 

Σταύρος Μαυρουδέας* & Αλέξης Ιωαννίδης**

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

* Αναπληρωτής Καθηγητής

** Υποψήφιος Διδάκτωρ

1. Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια το ζήτημα των εμπειρικών τάσεων του χρόνου εργασίας φαίνεται να ξαναποκτά ενδιαφέρον για την οικονομική ανάλυση. Μέχρι πρότινος υπήρχε μία εδραία πεποίθηση – και σε μεγάλο βαθμό αυτή παραμένει ακόμη και σήμερα κυρίαρχη – ότι ο χρόνος εργασίας δεν μπορεί παρά να βαίνει μειούμενος διαχρονικά. Η πεποίθηση αυτή βασιζόταν στην ισχυρή ιστορική εμπειρία σε όλο τον κόσμο – αναπτυγμένο και λιγότερο αναπτυγμένο – που ξεκίνησε με τις πρώτες ρυθμίσεις του ωραρίου εργασίας στην Αγγλία με τους Εργοστασιακούς Νόμους και επεκτάθηκε σταδιακά παντού μέχρι μετά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο (για τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες). Η πεποίθηση αυτή έβρισκε ισχυρά θεωρητικά στηρίγματα τόσο στην ορθόδοξη νεοκλασική θεωρία όσο και στις ριζοσπαστικές και μαρξιστικές προσεγγίσεις. Γενικά, επικρατούσε η άποψη ότι ουσιαστικά ο καπιταλιστικός κόσμος είχε γυρίσει σελίδα, μετά τις προαναφερθείσες αλλαγές που ξεκίνησαν στις αρχές του 20ου αιώνα, και δεν μπορεί να ξαναγυρίσει στα μακρά ωράρια εργασίας των πρώτων περιόδων του.

Όμως σήμερα μία σειρά μελέτες αρχίζουν να αμφισβητούν την πεποίθηση αυτή. Η αμφισβήτηση αυτή δεν προκύπτει εν κενώ. Είναι πλέον φανερό ότι για πολυπληθείς κατηγορίες εργαζομένων, διαφόρων εξειδικεύσεων και θέσεων στον καταμερισμό εργασίας, ακόμη και το παραδοσιακό 8ωρο αποτελεί μακρινό όνειρο καθώς ο πραγματικός χρόνος εργασίας τους είναι σημαντικά μεγαλύτερος. Επιπλέον, στις περισσότερες από αυτές τις κατηγορίες όχι μόνο ο ημερήσιος χρόνος εργασίας έχει επιμηκυνθεί αλλά και οι εργάσιμες ημέρες συχνά αυξάνονται καθώς η εργασία το Σάββατο και την Κυριακή δεν είναι πλέον καθόλου σπάνια.

Το άρθρο αυτό μελετά τις τάσεις του εργάσιμου χρόνου στην Ελλάδα και, πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι υπάρχει και εδώ μία ορατή τάση αύξησης του. Το επόμενο τμήμα του άρθρου παρουσιάζει μία συνοπτική επισκόπηση της διεθνούς συζήτησης και των εμπειρικών μελετών σχετικά με το ζήτημα της σύγχρονης αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας. Το τρίτο τμήμα εστιάζει στην ελληνική περίπτωση, τα αναλυτικά και τεχνικά προβλήματα που υπάρχουν όσον αφορά την μέτρηση των τάσεων του χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία και τέλος στην οικονομετρική εκτίμηση τους. Επίσης εξετάζονται οι αντίστοιχες τάσεις για κάποιους βασικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας καθώς αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία από την σκοπιά της οικονομικής ανάλυσης. Στο τελευταίο τμήμα συνοψίζονται τα συμπεράσματα της έρευνας και σκιαγραφείται μία οικονομική ερμηνεία τους από την σκοπιά της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας.

 

2. Η διεθνής συζήτηση για τις τάσεις εξέλιξης του χρόνου εργασίας

Ο σύγχρονος προβληματισμός για τις τάσεις αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας ξεκίνησε κυρίως από τις ΗΠΑ καθώς εκεί φαίνεται ότι υπάρχουν ολοένα και ισχυροποιούμενες αποδείξεις των τάσεων αυτών. Εξίσου ισχυρές αποδείξεις φαίνεται ότι υπάρχουν για μία σειρά αναπτυσσόμενες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες όπου το φαινόμενο των maciladoras (θυγατρικών επιχειρήσεων μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών που οι εργαζόμενοι τους δουλεύουν εξαντλητικά ωράρια, με εξοντωτικούς ρυθμούς, πολύ μικρούς μισθούς και χωρίς σχεδόν κανένα σύστημα εργασιακής ασφάλειας και κοινωνικής ασφάλισης) δίνει τον τόνο. Αντίθετα, μέχρι σήμερα έχει επικρατήσει η άποψη ότι στην Ευρώπη η μεγαλύτερη δύναμη της εργατικής τάξης και οι ισχυρότερες κατακτήσεις της στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας (παρά τις υποχωρήσεις κατά τη διάρκεια των πρόσφατων δεκαετιών) προβάλλουν μεγαλύτερη αντίσταση στην τάση αύξησης των ωρών εργασίας και έχουν, τουλάχιστον προς το παρόν αποτρέψει μία τέτοια εξέλιξη. Έτσι, οι περισσότερες μελέτες, επηρεαζόμενες ιδιαίτερα από την έστω και διφορούμενη νομοθετική επιβολή του 35ωρου στη Γαλλία, υποθέτουν ότι η μεταπολεμική φθίνουσα τάση του εργάσιμου χρόνου είναι ακόμα ενεργή. Όμως παραγνωρίζεται έτσι ότι η νομική μείωση μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την αύξηση του πραγματικού χρόνου εργασίας.

Η αμερικανική συζήτηση προκλήθηκε από την πρωτοπόρο μελέτη της Schor (1991), η οποία χρησιμοποιώντας την έρευνα ωρών των νοικοκυριών από την Τρέχουσα Έρευνα Πληθυσμού (Current Population Survey – CPS) βρήκε ότι οι ετήσιες ώρες εργασίας (πληρωμένες και απλήρωτες) έχουν αυξηθεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Tο εύρημα αυτό επαναβεβαιώθηκε από τους Leete & Schor (1992, 1994). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και οι Bluestone &Rose (2000) που συμπλήρωσαν τα δεδομένα της CPS με αυτά της Επαναλαμβανόμενης Μελέτης Εισοδηματικής Δυναμικής (Panel Study of Income Dynamics – PSID) και επέκτειναν την τάση μέχρι τα μέσα του ’90. Έδειξαν δε ότι οι μέσες ώρες εργασίας (εβδομαδιαίες και ετήσιες) άρχισαν να αυξάνουν από το 1982 και ότι αυτή η αύξηση επηρεάζει και τα δύο φύλλα ενώ είναι εντονότερη για τους πιο μορφωμένους εργάτες. Επίσης άλλες αναλύσεις των δεδομένων της CPS έδωσαν παρόμοια αποτελέσματα (π.χ. Mishel, Bernstein & Schmitt (1999)). Ανάλογες απόψεις υποστηρίχθηκαν επίσης από τους Golden & Figart (2000a).

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. Εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στις ΗΠΑ

Πηγή: Bluestone & Rose (1998)

Η αύξηση του χρόνου εργασίας είναι ακόμη μεγαλύτερη αν δεν συνυπολογιστούν οι άνεργοι και οι μη εθελοντικά εργαζόμενοι λίγες ώρες («περιορισμένη εργατική δύναμη»). Έτσι, όπως η Schor (2000) τονίζει, παρατηρείται μια αύξηση του χρόνου εργασίας για τη μεγάλη πλειοψηφία ενώ ταυτόχρονα μια αυξανόμενη μειονότητα δεν μπορεί να εξασφαλίσει αν και το θέλει, περισσότερες ώρες εργασίας.

Μια σαφή (αν και μικρότερη από αυτή που υπολογίζει η Schor) αύξηση του χρόνου εργασίας για τους εργαζόμενους στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών υπολόγισαν και οι Mishel and Bernstein (1994) και Mishel, Bernstein & Schmitt (1999), χρησιμοποιώντας στοιχεία από την CPS.

Οι Jacobs & Gerson (1998) συμφωνώντας μόνο εν μέρει με τους Leete & Schor υποστηρίζουν ότι δεν είναι ο μέσος χρόνος εργασίας που αυξάνει, αλλά τα άκρα της κατανομής, δηλαδή το ποσοστό αυτών που εργάζονται πολλές και πολύ λίγες ώρες. Ειδικά γα τις ΗΠΑ το ποσοστό αυτών που εργάζονται πάνω από 50 ώρες την εβδομάδα είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο.

Στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος εργασίας για τους Αμερικάνους εργαζόμενους αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, αντιστρέφοντας την έως τότε πτωτική τάση του, καταλήγουν και οι Heath & Ciscel (1998), προσθέτοντας ότι αυτός που αυξήθηκε ακόμη περισσότερο είναι ο συνολικός χρόνος εργασίας ανά οικογένεια, έχοντας ευρύτερες αρνητικές επιπτώσεις στην οικογενειακή ζωή και στην αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου.

Από την άλλη πλευρά, οι Robinson & Godbey (1997), χρησιμοποιώντας στοιχεία χρονικών ημερολογίων (time diaries) υποστήριξαν ότι οι συνολικές (πληρωμένες και απλήρωτες) ώρες έχουν μειωθεί μεταξύ 1965 και 1995. Αυτό προκάλεσε μια διαμάχη γύρω από τις μεθόδους μέτρησης. Οι Robinson & Godbey (1997) υποστήριξαν ότι τα χρονικά ημερολόγια μετρούν τις πραγματικές ώρες της εργασίας ακριβέστερα από τις αυτο-αναφορικές καταγραφές του CPS και της PSID, όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να υπερεκτιμήσουν το χρόνο εργασίας τους (παραδείγματος χάριν, με την συστηματική παραμέληση του ελεύθερου χρόνου κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας). Στο επιχείρημα αυτό η Schor και άλλοι (π.χ. Jacobs & Gerson (1998)) ανταπάντησαν ότι τα χρονικά ημερολόγια υποτιμούν για διάφορους λόγους – προκατάληψη του «απασχολημένου προσώπου», πιθανή παραμέληση των πολλαπλών καθηκόντων κατά την εργασία, λειτουργικός χαρακτήρας του απασχολημένου ελεύθερου χρόνου κατά τη διάρκεια της εργασίας – τον πραγματικό χρόνο εργασίας.

Αντιθέτως, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα των υπερωριών, για την αμερικανική περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυξάνονται από το 1982 και μετά, θέτοντας κατά μέρος ακόμη και τις κυκλικές διακυμάνσεις (Hetrick (2000)). Υπάρχει μια άλλη κρίσιμη πτυχή των συνολικών υπερωριών. Αυτές περιλαμβάνουν εκτός από τις πληρωμένες υπερωρίες και τις απλήρωτες υπερωρίες (βλέπε Bell, Hart, Hubler, & Schwerdt (2000)). Σε πολλές περιπτώσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταγραφούν οι δεύτερες για διάφορους λόγους (π.χ. νομικές συνέπειες). Εντούτοις, είναι ολοένα και περισσότεροι σήμερα οι εργαζόμενοι που αναγκάζονται να παράσχουν απλήρωτη υπερωριακή εργασία λόγω της πίεσης των οικονομικών δυσκολιών και του φόβου απώλειας της απασχόλησης τους σε μία δύσκολη περίοδο. Όπως αναφέρουν οι Bell & Hart (1998) οι απλήρωτες υπερωρίες είναι σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερες από τις πληρωμένες, με βάση τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού (Labour Force Survey) για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Όσον αφορά το ευρωπαϊκό σκέλος της συζήτησης, κάποιες μελέτες (π. χ. Basso (2003)), δικαιολογημένα ίσως, υποστηρίζουν ότι το Αμερικανικό πρότυπο δείχνει τον δρόμο και στην Ευρώπη. Μάλιστα ο Basso (2003: 140-147), αναφερόμενος σε στοιχεία – ιδιαίτερα από την Δεύτερη Ευρωπαϊκή Έρευνα σχετικά με τις Συνθήκες Εργασίας (Second European Surveys on Working Conditions), που διεξήχθη από τα τέλη του 1995 μέχρι τις αρχές του 1996 – υποστηρίζει ότι ήδη συσσωρεύονται ισχυρές ενδείξεις ότι η τάση αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου εμφανίζεται πλέον και στην Ευρώπη. Μάλιστα, όπως υποστηρίζει τόσο ο Basso (2003, σ.144-145) αλλά και οι Mutari & Figart (2000), η τάση αυτή είναι πολύ πιο ορατή στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ και ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία). Στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος εργασίας έχει σταματήσει να μειώνεται ενώ σε κάποιες χώρες της Ευρώπης αλλά και στις ΗΠΑ άρχισε να αυξάνει καταλήγει και ο Bosch (1999), τονίζοντας ότι σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχουν παίξει οι εισοδηματικές ανισότητες που είναι πιο έντονες σε αυτές τις χώρες.

3. Τάσεις του πραγματικού χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία

3.1 Προβλήματα μέτρησης

Η μέτρηση του πραγματικού χρόνου εργασίας στην ελληνική οικονομία έχει σημαντικά τεχνικά προβλήματα (που παρόμοια αναφέρονται από τον Basso (2003: 21-22)) για μία σειρά άλλες οικονομίες και ιδιαίτερα την Ιταλική). Τα επίσημα στατιστικά δεδομένα έχουν σημαντικούς περιορισμούς και τείνουν να υποεκτιμούν τον πραγματικό χρόνο εργασίας. Παρόλα αυτά, ακόμη και αυτά τα δεδομένα δίνουν ισχυρές ενδείξεις που επιβεβαιώνουν την θέση για αύξηση του χρόνου εργασίας.

Το πρώτο πρόβλημα έχει σχέση με τις αλλαγές στη δομή της απασχόλησης και την τάση για μεγαλύτερη ευελιξία και απορύθμιση της αγοράς εργασίας που έχει επικρατήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Με την ενίσχυση της μερικής απασχόλησης, της δεύτερης δουλειάς και την αύξηση των υπερωριών τείνουμε ολοένα και περισσότερο προς μη κανονικές εργάσιμες εβδομάδες και εργάσιμα έτη. Αυτό δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την στατιστική μέτρηση του πραγματικού χρόνου εργασίας. Μάλιστα, όταν η ευελιξία και η απορύθμιση της αγοράς εργασίας συνδυάζεται με και λαμβάνει χώρα ιδιαίτερα σε έναν εκτεταμένο άτυπο, «μαύρο» τομέα της οικονομίας που κινείται στα όρια της νομιμότητας – όπως συμβαίνει στην Ελλάδα αλλά και άλλού – τότε η αύξηση του χρόνου εργασίας υποεκτιμάται συστηματικά καθώς σπάνια συμβαίνει με πλήρως νόμιμο τρόπο και γι’ αυτό δεν καταγράφεται αντικειμενικά από τα επίσημα στοιχεία.

Δεύτερον, υπάρχει μια εντοπισμένη αύξηση στη δεύτερη απασχόληση τα τελευταία χρόνια. Η δεύτερη δουλειά συνήθως δεν δηλώνεται, για να αποφευχθούν φόροι και ασφαλιστικές εισφορές. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος της δεύτερης εργασίας παρατηρείται στον προαναφερθέντα «μαύρο τομέα» της οικονομίας, που είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην Ελλάδα και φυσικά δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί σωστά. Υπάρχουν όμως στοιχεία που δείχνουν ότι όχι μόνο αυξάνει η μερική απασχόληση, αλλά και μεγάλο ποσοστό της αφορά δεύτερη εργασία. Αυτές οι ώρες πρέπει να συνυπολογίζονται στον επίσημα καταμετρημένο χρόνο εργασίας και πολλές φορές υποεκτιμώνται.

Ένα τρίτο πρόβλημα προέρχεται από ένα βασικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής οικονομίας: την ύπαρξη μεγάλων τομέων οικονομικής δραστηριότητας όπου η αυτοαπασχόληση είναι ο κύριος τρόπος απασχόλησης. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στους τομείς αυτούς ουσιαστικά «αγοράζουν» τις δουλειές τους. Τα τελευταία χρόνια αυτός ο τρόπος απασχόλησης, που ήταν εξαιρετικά εκτεταμένος από παλιά, επεκτάθηκε σε νέους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας και έχει πάρει και νέες μορφές. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι εργαζόμενοι δουλεύουν κατά τεκμήριο περισσότερες ώρες. Η επέκταση αυτού του τρόπου απασχόλησης δείχνει μια αύξηση στον πραγματικό χρόνο εργασίας, που δεν μετριέται συνήθως από τα επίσημα στοιχεία. Η Ελληνική αυτή ιδιαιτερότητα ενισχύεται από την παγκόσμια τάση για χαλάρωση των ορίων μεταξύ χρόνου εργασίας και χρόνου μη-εργασίας. Αυτή η διαδικασία – που επηρεάζει επίσης και το τυπικό παραδοσιακό εργατικό δυναμικό – έχει ακόμη μεγαλύτερη επίπτωση σε αυτήν την κατηγορία, που αναδεικνύεται σε πρωταθλητή της αύξησης του εργάσιμου χρόνου.

3.2 Γυναικεία εργασία

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας αύξησης του χρόνου εργασίας είναι η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας (Πίνακας 1). Αυτή η συμμετοχή κατευθύνεται περισσότερο προς ελαστικές μορφές απασχόλησης και σε πολλές περιπτώσεις ανήκει στον ανεπίσημο, «μαύρο» τομέα της οικονομίας και γι αυτό είναι δύσκολο να μετρηθεί. Η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό συνεπάγεται μια μεγάλη αύξηση στο χρόνο εργασίας που είναι απαραίτητος για την αναπαραγωγή της εργατικής οικογένειας, αφού ακόμη ένα μέλος της χρειάζεται να εργαστεί για το σκοπό αυτό. Έτσι, ολόκληρος ο χρόνος εργασίας της γυναίκας που πριν δεν εργαζόταν, είναι απόλυτη αύξηση στο συνολικό χρόνο εργασίας της οικογένειας. Την ίδια στιγμή βέβαια προσθέτει επιπλέον εργασία (πληρωμένη και απλήρωτη) στο καπιταλιστικό σύστημα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1:Ποσοστιαία διάρθρωση του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα κατά φύλο

Έτος

1980 1990 1995 2000
Γυναίκες (% επί του συνόλου) 28 35 37 38
Άνδρες(% επί του συνόλου) 72 65 63 62

Πηγή: World Bank (http://devdata.worldbank.org/genderstats)

3.3 Στατιστικά στοιχεία για το χρόνο εργασίας

Στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον χρόνο εργασίας συλλέγονται από διάφορες έρευνες της ΕΣΥΕ. Στοιχεία για τον πραγματικό χρόνο εργασίας ανά εργαζόμενο έχουν συγκεντρωθεί από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας (ΕΣΥΕ) από το 1974 και μετά. Από το 1981 συγκεντρώνονται με βάση τους κανόνες της Eurostat, οι οποίοι αναθεωρήθηκαν το 1983. Όμως μόνο από το έτος 1987 και μετά υπολογίζεται ο μέσος πραγματικός χρόνος εργασίας, κάνοντας έτσι αδύνατη τη σύγκριση με την κατάσταση των προηγούμενων ετών. Οι μελέτες της Eurostat, του ILO (Διεθνής Οργανισμός Εργασίας) και του ΟΟΣΑ στηρίζονται σε αυτά τα δεδομένα. Η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ είναι μια έρευνα σε νοικοκυριά που καλύπτει όλη τη χώρα και διενεργείται κάθε χρόνο. Οι ώρες εργασίας αφορούν τις ώρες που πραγματικά παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της εβδομάδας αναφοράς στην κύρια απασχόληση. Περιλαμβάνουν και τις υπερωρίες, ανεξάρτητα από το αν είναι πληρωμένες ή όχι. Άτομα που έχουν δουλέψει και στο σπίτι (π.χ. δάσκαλοι που ετοιμάζουν μαθήματα) ζητήθηκε να περιλάβουν και αυτές τις ώρες. Οι κάθε φύσης εκπαιδευόμενοι ζητήθηκε να μην περιλάβουν τις ώρες που πέρασαν στο σχολείο ή σε κέντρο εκπαίδευσης. Τα δεδομένα παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1. Πραγματικές ώρες εργασίας στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας

Έτος Εβδομαδιαίες ώρες εργασίας
1987 40
1988 40
1989 41
1990 41
1991 42
1992 42
1993 42
1994 42
1995 41
1996 41
1997 41
1998 41
1999 41
2000 41
2001 41
2002 41

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι επαρκείς για την εξαγωγή συμπερασμάτων καθώς είναι λίγες και ιδιαίτερα δεν καλύπτουν τα έτη πριν το 1987 όπου υπάρχει εκτίμηση ότι σημειώθηκε η αναστροφή της προηγούμενης τάσης μείωσης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου.

Περισσότερα στοιχεία για τον χρόνο εργασίας έχουμε από τις Στατιστικές Εργασίας της ΕΣΥΕ. Πρόκειται για τριμηνιαίες δειγματοληπτικές έρευνες για την απασχόληση και την αμοιβή της εργασίας στην Βιομηχανία & Βιοτεχνία, στα Ορυχεία, στην Ενέργεια, στο Εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) και στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα. Στις στατιστικές αυτές περιλαμβάνονται στοιχεία για τον εργάσιμο χρόνο αλλά μόνο για τις πληρωμένες ώρες εργασίας στην μεταποίηση (Πίνακας 2). Δηλαδή δεν εμφανίζονται οι ώρες εργασίας που έχουν πιθανά παρασχεθεί αλλά δεν έχουν πληρωθεί. Εάν ευσταθεί η υπόθεση ότι υπάρχει σήμερα μία τάση αύξησης του απλήρωτου χρόνου εργασίας τότε οι στατιστικές αυτές σαφώς θα υποεκτιμούν την τάση αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου, καθώς δεν συμπεριλαμβάνουν τον απλήρωτο χρόνο εργασίας. Για να γίνει μία οικονομετρική αποτίμηση των τάσεων του εργάσιμου χρόνου στην Ελλάδα θα χρησιμοποιήσουμε τα δεδομένα των Στατιστικών Εργασίας (κρατώντας την προηγούμενη επισήμανση), αφού τα δεδομένα για τον πραγματικό χρόνο εργασίας της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού δεν καλύπτουν παρά τα έτη μετά το 1987, μη επιτρέποντας να διερευνήσουμε την ύπαρξη σημείου καμπής προγενέστερα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα δεδομένα των Στατιστικών Εργασίας σταματούν στο έτος 1998. Επίσης, με αυτά τα στατιστικά στοιχεία υπάρχει το πρόβλημα ότι δεν υπάρχει εικόνα συνολικά για την ελληνική οικονομία αλλά μόνο για την μεταποίηση. Βέβαια, από την Μαρξιστική οπτική αυτό είναι συνεπέστερο καθώς τα συνολικά στοιχεία περιλαμβάνουν και τις ώρες εργασίας άλλων κατηγοριών που είτε δεν είναι εργάτες (π.χ. διευθυντικά στελέχη) είτε είναι άλλες ενδιάμεσες ταξικές ομάδες (π.χ. πολλές κατηγορίες των αυτοαπασχολούμενων).

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Μέσος πληρωμένος χρόνος εργασίας στην ελληνική μεταποίηση

Έτος Μέσες εβδομαδιαίες ώρες
1962 44,08
1963 43,38
1964 43,95
1965 43,78
1966 43,3
1967 43,55
1968 43,7
1969 43,8
1970 44,63
1971 44,13
1972 44,58
1973 43,73
1974 43,8
1975 42,7
1976 41,83
1977 41,05
1978 41,25
1979 41,18
1980 40,7
1981 39,53
1982 38,6
1983 38,53
1984 38,18
1985 39,25
1986 39,2
1987 39,25
1988 41,13
1989 41,1
1990 41,08
1991 41,08
1992 41,08
1993 41,09
1994 41,85
1995 41,13
1996 41,18
1997 40,87
1998 41,13

Πηγή: Στατιστικές Εργασίας ΕΣΥΕ, σε ΟΟΣΑ (βάση δεδομένων: OECD Statistical Compedium)

 

3.4 Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας

Υποθέτουμε ότι αν ο χρόνος εργασίας παρουσιάζει χρονική τάση αυτή θα είναι ντετερμινιστική και όχι στοχαστική. Κι αυτό γιατί ένα μεγάλο ποσοστό των κινητήριων δυνάμεων αυτής της διαδικασίας είναι εξωτερικές στο οικονομικό σύστημα σαν αποτέλεσμα σχεδιασμού που συνήθως γίνεται από τις κυβερνήσεις και/ή τις ενώσεις των εργοδοτών (σε μεγάλη συσχέτιση με την αντίσταση της εργατικής τάξης). Αυτή η υπόθεση δεν είναι φυσικά αδιαμφισβήτητη, αφού η τάση μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα αθροιστικών διαταραχών που συμβαίνουν στο επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης.

Υπό αυτή την υπόθεση θα δείξουμε ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική χρονική τάση στο χρόνο εργασίας στην Ελλάδα και επίσης υπάρχει δομική αλλαγή που επηρεάζει την κατεύθυνση αυτής της τάσης.

Τα στοιχεία για το χρόνο εργασίας φαίνονται στο Διάγραμμα 1. Μπορούμε οπτικά να αναγνωρίσουμε δύο πιθανά σημεία δομικών αλλαγών, το πρώτο τα έτη 1972-1973 και το δεύτερο μεταξύ 1984 και 1985. Αυτά τα δυο πιθανά σημεία δομικών αλλαγών συγχρονίζονται με σημαντικά γεγονότα που επηρέασαν την οικονομία, όπως η πετρελαϊκή κρίση το 1973 και η αλλαγή της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ το 1985 επί το συντηρητικότερο, μετά την δεύτερη εκλογική του νίκη. Επειδή ο στόχος μας είναι να δείξουμε την άνοδο του χρόνου εργασίας τα τελευταία χρόνια, θα ελέγξουμε μόνο το δεύτερο πιθανό σημείο δομικής αλλαγής.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 2. Πληρωμένος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας στην Ελληνική μεταποίηση.

Η εξίσωση που θα χρησιμοποιήσουμε είναι γραμμική σαν η πιο απλή και περιεκτική εξειδίκευση και αφού δεν έχουμε κάποιο οικονομικό λόγο να υποθέσουμε πολυώνυμο ανώτερης τάξης. Αυτό μας υποδεικνύει και η γραφική παράσταση στο Διάγραμμα 1.

(1)                                Yt= C(1) + C(3)*t + et

Όπου Yt είναι ο χρόνος εργασίας

t ο χρόνος

et η διαταραχή

C(1), C(3) είναι οι προς υπολογισμό σταθερός όρος και συντελεστής του χρόνου.

Για να ελέγξουμε για πιθανές δομικές αλλαγές θα χρησιμοποιήσουμε μια ψευδομεταβλητή που είναι ίση με μηδέν για τα χρόνια πριν το 1985 και ίση με τη μονάδα από εκεί και έπειτα. Έτσι η εξίσωση παίρνει τη μορφή:

(2)                                Yt= C(1) + C(2)*d + C(3)*t + C(4)*t*d + et

όπου C(2) και C(4) είναι οι συντελεστές που συνδέονται με την ψευδομεταβλητή d.

Το δείγμα που χρησιμοποιήσαμε είναι από το 1972 μέχρι το 1998. Αγνοήσαμε τα προηγούμενα έτη γιατί θέλουμε κυρίως να ελέγξουμε τη συμπεριφορά του χρόνου εργασίας μετά την κρίση του 1973, αφού η υπόθεση μας είναι ότι η αυξητική τάση στο χρόνο εργασίας γεννήθηκε εξαιτίας των μόνιμων επιπτώσεών της και της προσπάθειας ξεπεράσματός της. Αυτή η υπόθεση θα μας βοηθήσει επίσης να χρησιμοποιήσουμε μόνο μια ψευδομεταβλητή, αποφεύγοντας προβλήματα υπερπροσδιορισμού.

Στον Πίνακα 3 μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα της εκτίμησης της εξίσωσης (2).

ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Συντελεστής Τυπ. σφάλμα Στατιστική t Πιθαν.
C(1) 44.39714 0.280604 158.2199 0.0000
C(2) -6.394000 0.760432 -8.408381 0.0000
C(3) -0.532088 0.039683 -13.40832 0.0000
C(4) 0.672659 0.053241 12.63427 0.0000
R-τετράγωνο 0.897070 Μέσος εξαρτημ. μεταβλητής 40.96593
Προσαρμ. R-τετράγωνο 0.883644 Τυπ. Απόκλ. εξαρτημ. μεταβλ. 1.569459
Τυπ. Σφ. παλινδρόμισης 0.535358 Akaike info κριτήριο 1.724193
Άθροισμα τετρ. καταλοίπων 6.591998 Κριτήριο Schwarz 1.916169
Λογ πιθανοφάνεια -19.27661 Στατ.-Durbin-Watson 1.155560

Όπως φαίνεται στον πίνακα, όλοι οι συντελεστές είναι στατιστικά διαφορετικοί από το μηδέν, ακόμη και σε επίπεδο σημαντικότητας 99%. Οι πρώτοι δυο συντελεστές (C(1), C(2)) αντιπροσωπεύουν τον σταθερό όρο και δεν έχουν καμιά οικονομική σημασία. Ο C(3), που είναι η κλίση της ευθείας μέχρι τη δομική αλλαγή, είναι αρνητικός, όπως θα περιμέναμε από το Διάγραμμα 2. Τέλος ο C(4) πρέπει να προστεθεί στον C(3), για να δώσει την κλίση της ευθείας μετά το 1985. Η προσαρμογή της ευθείας με τα δεδομένα είναι πάρα πολύ καλή. Η τελική εκτιμημένη μορφή της εξίσωσης πριν και μετά το 1985 είναι η εξής:

(3)                                Yt= 44,39714 – 0,532088*t + et (για t πριν το 1985)

και

(4)                                Yt= 38,00314 + 0,140571*t + et (για t μετά το 1985)

Από τις εξισώσεις (3) και (4) συμπεραίνουμε ότι υπήρχε μια στατιστικά σημαντική πτωτική τάση του χρόνου εργασίας από το 1973 μέχρι την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής το 1985. Μετά από αυτό το έτος η τάση αλλάζει πρόσημα (παραμένοντας σημαντική), αλλά η κίνηση προς τα πάνω είναι τώρα σε μικρότερο βαθμό. Αυτό ήταν αναμενόμενο, αφού για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους είναι πιο εύκολο να μειωθεί παρά να αυξηθεί ο χρόνος εργασίας. Εκτός αυτού έχουμε ήδη εκτιμήσει ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της αύξησης του χρόνου εργασίας είναι τις περισσότερες φορές αόρατο για τις επίσημες στατιστικές και επίσης υλοποιείται μέσω και άλλων δρόμων όπως η δεύτερη απασχόληση, η αύξηση του αριθμού των εργαζομένων σε κάθε οικογένεια κλπ.

Από τα ευρήματα αυτά μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την υπόθεση ότι υπάρχει αυξητική τάση του χρόνου εργασίας στον ελληνικό μεταποιητικό τομέα.

3.5 Τάσεις του πραγματικού χρόνου εργασίας στους βασικούς παραγωγικούς τομείς της Ελληνικής Οικονομίας

Σε αυτό το τμήμα εξετάζουμε τα διαθέσιμα στοιχεία για τον πραγματικό χρόνο εργασίας για τρεις κύριους παραγωγικούς τομείς της Ελληνικής οικονομίας: μεταποίηση, κατασκευές και μεταφορές – επικοινωνίες. Η επιλογή αυτών των τομέων είναι σημαντική για τη Μαρξιστική προσέγγιση, που δίνει ιδιαίτερο βάρος στους τομείς όπου συντελείται η παραγωγική εργασία (σε αντίθεση με τη μη παραγωγική). Είναι σε αυτούς τους τομείς που παράγεται η υπεραξία και γι αυτό η αύξηση του χρόνου εργασίας εκεί έχει ιδιαίτερη σημασία.

Τα στοιχεία που θα χρησιμοποιηθούν είναι από τις Έρευνες Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ. Στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό θα συγκριθούν με τα αντίστοιχα στοιχεία των Στατιστικών Εργασίας. Είναι ενδεικτικό ότι για το 1997 οι Στατιστικές Εργασίας δίνουν 40,87 πληρωμένες ώρες εργασίας στην μεταποίηση ενώ η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού δίνει 42 ώρες εργασίας που πραγματικά παρασχέθηκαν . Τα δεδομένα από τις δυο διαφορετικές έρευνες συγκρίνονται στον Πίνακα 4.

 

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 4. Σύγκριση των στοιχείων για τις ώρες εργασίας

Έτος 

 

 

 

Μέσες εβδομαδιαίες ώρες πληρωμένης εργασίας στη μεταποίηση (Στατιστικές Εργασίας) 

 

Μέσες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας που πραγματικά παρασχέθηκε στη μεταποίηση (Έρευνα Εργατικού Δυναμικού)
1987 39,25 40
1988 41,13 41
1989 41,1 41
1990 41,08 41
1991 41,08 42
1992 41,08 43
1993 41,09 42
1994 41,85 42
1995 41,13 42
1996 41,18 42
1997 40,87 42
1998 41,13 42

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, Στατιστικές Εργασίας, ΕΣΥΕ

Παρά το πρόβλημα συγκρισιμότητας λόγω της διαφορετικής στρογγυλοποίησης, αλλά και λόγω των διαφορετικών δειγμάτων των δυο ερευνών,  παρατηρούμε ότι όπως περιμέναμε, ο πραγματικός χρόνος εργασίας είναι μεγαλύτερος από αυτόν που έχει πληρωθεί.

Φυσικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα είχε και η μελέτη και άλλων τομέων της οικονομίας, καθώς υπάρχουν εμπειρικές ενδείξεις ότι η αύξηση του χρόνου εργασίας επηρεάζει και αυτούς. Αυτό για δύο σημαντικούς λόγους. Πρώτον, γιατί κάποιες δραστηριότητες που παραδοσιακά εντάσσονταν στις υπηρεσίες και στη μη παραγωγική εργασία έχουν αλλάξει χαρακτήρα. Δεύτερον, γιατί και οι μη παραγωγικές δραστηριότητες έχουν σημαντικές μακροοικονομικές επιδράσεις, αφού επιτρέπουν στους αντίστοιχους κεφαλαιοκράτες να διεκδικήσουν μερίδιο από τη συνολική υπεραξία που παράγεται στην οικονομία. Ωστόσο τα στατιστικά δεδομένα για την Ελλάδα είναι εξαιρετικά προβληματικά για τους τομείς αυτούς, αφού η ταξινόμησή τους έχει αλλάξει ριζικά αρκετές φορές.

Η μέθοδος που θα χρησιμοποιήσουμε για την μελέτη των τριών προαναφερθέντων τομέων είναι ίδια με αυτή που χρησιμοποιήθηκε για το σύνολο της οικονομίας. Στους Πίνακες 5 έως 10 που ακολουθούν παρουσιάζονται τα δεδομένα και η οικονομετρική τους εκτίμηση.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5. Πραγματικός χρόνος εργασίας στη Μεταποίηση

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 40
1988 41
1989 41
1990 41
1991 42
1992 43
1993 42
1994 42
1995 42
1996 42
1997 42
1998 42
1999 42
2000 43
2001 42
2002 42

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 6. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στη Μεταποίηση

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 41.05147 0.283510 144.7972 0.0000
C(2) 0.101471 0.032205 3.150812 0.0071
R-τετράγωνο 0.414902 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 41.81250
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.373109 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 0.750000
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.593823 Akaike info κριτήριο 1.911999
Άθροισμα Τετρ.καταλ 4.936765 Κριτήριο Schwarz 2.008572
Λογ. πιθανοφάνεια -13.29599 Στατ. Durbin-Watson 1.164439

ΠΙΝΑΚΑΣ 7. Πραγματικός χρόνος εργασίας στις Κατασκευές

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 36
1988 38
1989 39
1990 38
1991 40
1992 39
1993 40
1994 40
1995 40
1996 40
1997 40
1998 40
1999 41
2000 41
2001 41
2002 41

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 8. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στις Κατασκευές

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 37.77206 0.337524 111.9091 0.0000
C(2) 0.247059 0.038340 6.443860 0.0000
R-τετράγωνο 0.747854 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 39.62500
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.729843 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 1.360147
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.706958 Akaike info κριτήριο 2.260778
Άθροισμα Τετρ.καταλ 6.997059 Κριτήριο Schwarz 2.357352
Λογ. πιθανοφάνεια -16.08623 Στατ. Durbin-Watson 1.635685

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 9. Πραγματικός χρόνος εργασίας στις Μεταφορές-Επικοινωνίες

Έτος

Πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας

1987 44
1988 44
1989 44
1990 44
1991 45
1992 45
1993 46
1994 46
1995 46
1996 46
1997 46
1998 46
1999 46
2000 46
2001 46
2002 45

Πηγή: Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, ΕΣΥΕ

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 10. Οικονομετρική εκτίμηση της τάσης του χρόνου εργασίας στις Μεταφορές-Επικοινωνίες

Μέθοδος: Ελαχίστων Τετραγώνων
Δείγμα: 1987 2002
Συντελεστ. Τυπ.Σφ. t-Στατ. Πιθαν.
C(1) 44.28676 0.287535 154.0220 0.0000
C(2) 0.136765 0.032662 4.187296 0.0009
R-τετράγωνο 0.556027 Μέσος εξαρτ. μεταβλ. 45.31250
Προσαρμ. R-τετράγ. 0.524315 Τυπ.Απόκλ. εξαρτ. μετ. 0.873212
Τυπικό Σφ. Παλινδρ. 0.602254 Akaike info κριτήριο 1.940194
Άθροισμα Τετρ.καταλ 5.077941 Κριτήριο Schwarz 2.036768
Λογ. πιθανοφάνεια -13.52155 Στατ. Durbin-Watson 0.592177

Όπως παρατηρούμε, τα δεδομένα είναι στρογγυλοποιημένα στη μονάδα. Αυτό προκαλεί μείωση της απαιτούμενης για την επεξεργασία ακρίβειας. Ένα μεγάλο μέρος της διακύμανσης του χρόνου εργασίας δεν υπολογίζεται εξ αιτίας αυτού του γεγονότος. Ένα δεύτερο πρόβλημα με τα δεδομένα είναι η μικρή χρονική περίοδος την οποία καλύπτουν, ιδίως όταν λείπουν σημαντικά έτη, όπως φαίνεται από τα στοιχεία για το σύνολο της οικονομίας. Επίσης, η αλλαγή του συστήματος ταξινόμησης του 1993, αν και περιορισμένη για τους εξεταζόμενους τομείς, επιδρά στη συνέχεια των δεδομένων.

Η τεχνική είναι η ίδια που χρησιμοποιήθηκε στη γενική περίπτωση, χωρίς όμως να ψάχνουμε για σημείο καμπής. Οι συντελεστές C(1) δεν έχουν οικονομική σημασία. Οι συντελεστές C(2) είναι και στις τρεις περιπτώσεις στατιστικά σημαντικοί, ακόμη και σε επίπεδο σημαντικότητας 99%. Αυτό δείχνει ότι ο χρόνος εργασίας αυξάνει και στους τρεις τομείς. Αυτή η κοινή για τους διαφορετικούς τομείς τάση δείχνει το γενικό χαρακτήρα της τάσης αύξησης του χρόνου εργασίας και ότι αυτή δεν οφείλεται σε αλλαγές που συμβαίνουν σε ένα μόνο κομμάτι της οικονομίας. Η στατιστική R τετράγωνο δείχνει μια καλή αλλά όχι απόλυτη προσαρμογή με τα δεδομένα, ειδικά στον τομέα της μεταποίησης. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την αλλαγή στον τρόπο ταξινόμησης και στην στρογγυλοποίηση, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Πιθανόν όμως να σημαίνει και αλλαγή στην κλίση της ευθείας παλινδρόμησης μετά από κάποια χρονιά. Όμως ο μικρός αριθμός των παρατηρήσεων δεν επιτρέπει τον έλεγχο αυτής της υπόθεσης.

Το γενικό συμπέρασμα είναι, ότι παρά τις αδυναμίες λόγω στατιστικών στοιχείων, υπάρχουν και για τους τομείς αυτούς σοβαρές ενδείξεις τάσεων αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου.

4. Συμπεράσματα

Υπάρχουν δύο κρίσιμα ερωτήματα γύρω από την πολιτικο-οικονομική ερμηνεία αυτών των τάσεων αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας που διαπιστώνεται σε πολλές χώρες. Το πρώτο ερώτημα είναι εάν αυτές οι τάσεις είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων χωρών και δεν συνιστούν ένα γενικό παγκόσμιο πρότυπο ή έστω μία αντίστοιχη τάση. Το δεύτερο ερώτημα είναι, σε κάθε μία από τις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, πως μπορούν να ερμηνευθούν οι τάσεις αυτές.

Στην Αμερικανική συζήτηση μάλλον επικρατεί η άποψη ότι η τάση προς υπερεργασία (overworking) αποτελεί ένα μάλλον ειδικό Αμερικανικό φαινόμενο και μάλιστα αντιπαρατίθεται σε ένα πιο κοινωνικά ευαίσθητο Ευρωπαϊκό πρότυπο. Έτσι η Schor (1991: 107) αποδίδει την τάση αυτή στον υπερκαταναλωτισμό των Αμερικανών εργατών. Αυτή είναι μάλλον μία αδύναμη και περιορισμένη ερμηνεία – παρόλο ότι η δομή της ζήτησης είναι όντως σημαντική – καθώς δίνει τον πρώτο ρόλο στην πλευρά της ζήτησης και όχι στην σφαίρα της παραγωγής. Εξάλλου δεν αρκεί να εξηγήσει γιατί ενώ ο υπερκαταναλωτισμός των Αμερικανών εργατών – όπως και να ερμηνευθεί αυτός – είναι αρκετά παλιό φαινόμενο, η αύξηση του εργάσιμου χρόνου είναι σχετικά πρόσφατο χαρακτηριστικό.

Οι Bluestone & Rose – στο ίδιο γενικό κλίμα με την Schor – δίνουν μία πιο συγκροτημένη ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανικός καπιταλισμός έχει προχωρήσει σε μία δομική αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας καθώς έχει δημιουργήσει ένα νέο καθεστώς προσφοράς εργασίας (labor supply regime). Θεωρούν ότι η διεθνοποίηση των αγορών, η αποδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων και η αναδιαρθρωτική μείωση των διαστάσεων των επιχειρήσεων λόγω κρίσης (downsizing) έχουν προκαλέσει μία ισχυρότερη αίσθηση εργασιακής ανασφάλειας και μία στασιμότητα – εάν όχι μείωση – του εισοδήματος των εργατικών οικογενειών. Από την άλλη πλευρά, ο πληθωρισμός έχει ελεγχθεί καθώς η αύξηση της ζήτησης εργασίας στις φάσεις επέκτασης της οικονομίας καλύπτεται με την αύξηση της προσφοράς ωρών εργασίας των ήδη απασχολούμενων εργατών (απλήρωτων ή φθηνά πληρωμένων, δηλαδή χωρίς τις παλιές αμοιβές των υπερωριών). Έτσι οι εργάτες δουλεύουν – και μάλιστα στα τρέχοντα επίπεδα μισθών – όσο περισσότερες ώρες μπορούν όταν οι δουλειές είναι άφθονες γιατί φοβούνται μελλοντικές περικοπές. Επιπλέον, τα μειούμενα ωρομίσθια εξαναγκάζουν πολλές εργατικές οικογένειες να αυξήσουν τις συνολικές ώρες εργασίας τους ακριβώς για να διατηρήσουν το συνολικό τους εισόδημα. Όλα αυτά συνιστούν, κατά τους Bluestone & Rose, ένα διαφορετικό καθεστώς προσφοράς εργασίας από αυτό που επικρατούσε στη δεκαετία του ’70, όπου στις φάσεις ανόδου της οικονομίας έπρεπε να προσληφθούν επιπρόσθετοι εργάτες και αυτό συνήθως συνεπαγόταν μία αύξηση των μισθών.

Αντίθετα με τις παραπάνω απόψεις, ο Basso (2003) υποστηρίζει εύστοχα ότι η τάση για υπερεργασία δεν είναι ένα ιδιαίτερο Αμερικανικό φαινόμενο αλλά μάλλον μία καθολική τάση. Και μάλιστα ότι αυτή η τάση έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται και να ενισχύεται και στην Ευρώπη. Εύστοχα επίσης επισημαίνει ότι το ξεκίνημα της τάσης αυτής πρέπει να εντοπισθεί στις προσπάθειες επίλυσης της δομικής κρίσης του 1974-75 (Basso (2003: 45). Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν δίνει μία συνεκτική ερμηνεία εκτός του ότι έτσι ενισχύεται η καπιταλιστική κερδοφορία και ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε συνδυασμό με τις Ιαπωνικές μεθόδους παραγωγής (Toyotism, just-in-time κλπ.) οδηγούν στην κατεύθυνση αυτή. Υπάρχουν δύο σοβαρές αδυναμίες στην ερμηνεία αυτή. Πρώτον, οι Ιαπωνικές μέθοδοι παραγωγής είναι αρκετά παλιότερες από το σημερινό φαινόμενο της υπερεργασίας[1] και, επιπλέον δεν είναι ούτε τόσο διαδεδομένες όσο υποστηρίζει ο Basso. Δεύτερον, η τάση αύξησης του πραγματικού χρόνου εργασίας είναι λάθος να ταυτίζεται με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Κατ΄ αρχήν, δεν αφορά μόνο τις χώρες και τα χρονικά διαστήματα που εφαρμόσθηκαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές αλλά και χώρες και χρονικά διαστήματα που εφαρμόσθηκαν άλλες πολιτικές. Επιπλέον, οι αλλαγές στον χρόνο εργασίας – καθώς αγγίζουν την συνολική διάρθρωση της ζωής των ανθρώπων – δεν είναι εύκολες και λαμβάνουν χώρα σχετικά μακροπρόθεσμα. Επομένως υπερβαίνουν συνήθως τον ορίζοντα ακόμη και των πιο μακροσκοπικών πολιτικών και αποτελούν την συμπύκνωση μακροχρόνιων κοινωνικών τάσεων που μπορεί να διαπερνούν ακόμη και μερικά αντίθετες οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές.

Σε μία σειρά εργασιών (Ιωαννίδης & Μαυρουδέας (2000), Mavroudeas & Ioannides (2002)) έχουμε υποστηρίξει ότι η αύξηση του πραγματικού εργάσιμου χρόνου συνδέεται με μακροχρόνιες δομικές αλλαγές στο καπιταλιστικό σύστημα. Οι αλλαγές αυτές μπορούν και πρέπει να μελετηθούν μέσα από το πρίσμα της θεωρίας σταδίων του καπιταλισμού. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή το καπιταλιστικό σύστημα περνά συνολικά από διάφορα στάδια. Κατά την άποψη μας κάθε ένα από αυτά βασίζεται σε έναν ιστορικά ιδιαίτερο συνδυασμό των διαδικασιών υπεξαίρεσης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Οι συνδυασμοί αυτοί βέβαια βασίζονται σε μία αντίστοιχη διάρθρωση πρώτα και κύρια της σφαίρας της παραγωγής (δομή της παραγωγής, εργασιακά πρότυπα κλπ.) και κατ’ επέκταση των υπόλοιπων σφαιρών της κυκλοφορίας και της διανομής (μορφές ανταγωνισμού και επιχειρησιακής οργάνωσης, μορφές και ρόλος του χρήματος, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της κρατικής οικονομικής παρέμβασης και του διεθνούς συστήματος κλπ.). Και φυσικά όλα αυτά συνδέονται στενά με αντίστοιχες μορφές του πολιτικού εποικοδομήματος. Υπό το πρίσμα αυτό, η δομική κρίση του 1973 σηματοδότησε την κατάρρευση του προηγούμενου σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος και το άνοιγμα μίας μακράς περιόδου αναδιαρθρώσεων όπου κεφάλαιο – τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς -αγωνίζεται να μετασχηματίσει το σύστημα του έτσι ώστε να εγκαινιάσει ένα νέο στάδιο ανάπτυξης του. Το νέο στάδιο βασίζεται πάνω σε μία νέα σύνθεση των διαδικασιών απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό αυτού του νέου σταδίου είναι ότι παράλληλα με την ενίσχυση της σχετικής υπεραξίας αναβαθμίζεται ακόμη περισσότερο – και για πρώτη φορά μετά τον 20ο αιώνα – ο ρόλος της απόλυτης υπεραξίας. Αυτήν ακριβώς την αναβάθμιση του ρόλου της απόλυτης υπεραξίας εκφράζουν οι τάσεις αύξησης του πραγματικού εργάσιμου χρόνου. Για την ελληνική περίπτωση αυτή η δομική αναβάθμιση της απόλυτης υπεραξίας γίνεται ακόμη εντονότερη εξαιτίας των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Όπως έχει δείξει ο Carchedi (1999), η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση εξαναγκάζει τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες να ενισχύσουν την εξαγωγή υπεραξίας γενικά και απόλυτης υπεραξίας ειδικότερα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ελληνόγλωσση

Ιωαννίδης, Α. & Μαυρουδέας, Στ. (2000), Στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Eίναι εν εξελίξει ένα νέο στάδιο της σήμερα;, στον τόμο του 7ου συνεδρίου του ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ με θέμα ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα.

 

2. Ξενόγλωσση

Basso, P. (2003), Modern Times, Ancient Hours, London: New Left Books.

Bell, D.& Hart, R. (1999), Unpaid Work, Economica 66,271-90

Bell, D., Hart, R., Hubler, O. & Schwerdt, W. (2000), Paid and unpaid overtime working in Germany and in the UK, IZA Discussion Paper No. 133.

Bluestone, B. & Rose, S. (1998), The Unmeasured Labor Force, Jerome Levy Policy Briefs no. 39A, May.

Bluestone, B. & Rose, S. (2000) The enigma of working time trends, σε Golden, L. & Figart, D. (eds.) Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Bosch, G. (1999), Working time: tendencies and emerging issues, International Labour Review, Vol. 138 , No. 2, pp. 131-149

Carchedi, G. (1999), The euro and Europe’s labour, σε Bellofiore, R. ed. (1999), Global Money, Capital Restructuring and the Changing Patterns of Labour, London: Edward Elgar.

Golden, L. & Figart, D. eds. (2000a), Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Golden, L. & Figart, D. (2000b), Doing something about long hours, Challenge, 43 (6).

Heath, J., Ciscel, D. & Sharp, D. (1998), The Work of Families: The Provision of Market and Household Labor and the Role of Public Policy, Review of Social Economy, Vol. LVI, No4, Winter 1998

Hetrick, R. (2000), Analyzing the Upward Surge in Overtime Hours, Monthly Labor Review no.123.

ILO-International Labour Organization (1999), statistical base ‘Key Indicators of the Labour Market-KILM’, Geneva: ILO.

Ioannides, A., Karagianni, S. & Mavroudeas, S. (2002), Overworked Greeks? Working time trends in Greece, International Working Party on Labour Market Segmentation, 23rd International Conference: ‘The Quality of Work’, Spetses, 17-20 July.

Jacobs, J. & Gerson, K., (1998), Who Are the Overworked Americans? Review of Social Economy, LVI (4).

Leete, L. & Schor, J. (1992), The great American time squeeze, Economic Policy Institute, Washington D.C.

Leete, L. & Schor, J. (1994), Assessing the time squeeze hypothesis: estimates of market and non market hours in the United States, 1969-1989, Industrial Relations 33(1): 25-43

Mavroudeas, S. & Ioannides, A. (2002), Stages of Capitalist Development: Is there a new stage in process? European Society for the History of Economic Thought (ESHET) 6th Annual Conference University of Crete, Rethymno, 14-17 March.

Mishel, L.& Bernstein, J. (1994), The State of Working America 1994-95, Armonk, New York: M.E. Sharpe

Mishel, L., Bernstein, J. & Schmitt, J. (1999), The State of Working America 1998-99, Ithaca, NY: Cornell University Press

Mutari E. & Figart D. (2 000), The social implications of European work time policies: promoting gender equity? σε Golden & Figart (2000a) Working Time: International trends, theory and policy perspectives, London: Routledge.

Robinson J. & Godbey G. (1997), Time for Life: The Surprising Ways Americans Use Their Time, Pennsylvania: Pennsylvania State University Press.

Schor, J. (1991), The Overworked American: the unexpected decline of leisure, New York: HarperCollins.

Schor, J. (2000), Working hours and time pressure: the controversy about trends in time use, in Lonnie Golden and Deborah Figart (eds): Working Time: International trends, theory and policy perspectives, Routledge, 2000, London and New York.


[1] Μάλιστα σήμερα υπάρχει το εξαιρετικά περίεργο φαινόμενο ότι οι ιαπωνικές ώρες εργασίας, ενώ ήταν και παραμένουν αρκετά ψηλές, να δείχνουν τάσεις μείωσης. Φυσικά αυτό δεν είναι άσχετο τόσο με το ήδη πολύ υψηλό επίπεδο τους αλλά και με την υπερδεκαετή στασιμότητα της Ιαπωνικής οικονομίας.

————————————————————————————————–

 

RELATIONS BETWEEN THE TWO DEPARTMENTS OF PRODUCTION AND THE PROBLEM OF THE SO-CALLED «MOTIVE IMPULSES» – Spoudai vol.42 no.2

RELATIONS BETWEEN THE TWO DEPARTMENTS OF PRODUCTION AND THE PROBLEM OF THE SO-CALLED «MOTIVE IMPULSES»

By

Stavros D. Mavroudeas

University of London

Spoudai vol.42 no.2

Abstract

Certain growth and macroeconomic theories support the popular perception that there is a primacy of the Dept. I over the Dept. II, both in actual historical reality as well as in the Marxian theory. Among the never theories, the Regulation Approach is a well known representative of this case. The paper reviews the theoretical foundations of this thesis and argues that it is erroneous both on theoretical and empirical grounds.

1. Introduction

One of the fundamental theoretical tenets of the Regulation Approach is based on the misty dictum that the «motive impulses» in the transformation of the forces of production derive from Dept. I. Aglietta advanced, in his first work (Aglietta (1979)) the initial theorisation which was constructed around the con­cept of the norm of consumption’. It is the only detailed analysis of this area provided by Regulation. And, although it lays the background for the construc­tion of its major concepts, it does not belong to the set of articles of faith of Regulation usually repeated in every paper. Nevertheless, this limits neither its content nor its importance.

He begins with the law of accumulation (organised through the wage-relation), which he defines as based on the increasing significance of relative surplus-value2. The latter is mainly effected via the transformation of the condi­tions of production (and, fundamentally, through technological changes affect­ing the levels of labour productivity). He combines this process with the valori­sation process, which is defined as:

C + VA = VE

where:

C = constant capital

VA = total abstract labour

VE = total value of product

This leads him to distinguish between the combination of production pro­cesses that forms the departments producing means of production (Dept. I) and hence those commodities that are elements of constant capital, and the combina­tion of production processes that produces means of consumption (Dept. II)3. He argues that this distinction is of fundamental importance since the motive impulses in the transformation of the forces of production derive from Dept. I (Aglietta (1979), p. 56). There is, therefore, a tendency for the two departments to develop unevenly as a result of the internal accumulation of Dept. I, which is inscribed into the structure of social capital via the increase in the organic composition of capital (OCC). However, because relatively surplus-value is effected through a reduction in the time needed to reconstitute social labour-power, it can only be produced by transforming the conditions of production of the commodities produced in Dept. II. This requires that Dept. II must be able to absorb the commodities produced in Dept. I and incorporate them as con­stant capital in those production processes that lower the value of means of consumption. If this condition is not met then the uneven development of Dept. II exercises a depressing influence on the accumulation of capital. It is only by revolutionising the conditions of existence of the wage-earning class that this barrier, which is always latent, can be raised and, hence, a harmonious develop­ment of the two departments can be achieved, at least tendentially4. This requires both a domination of commodity goods over non-commodity goods in wage-earners’ consumption and the mass production of these commodities to lower their value and, hence, to lower the cost of reproduction of labour power. The growing social demand for consumer goods, previously considered as luxur­ies, assures that these can now be produced by capital and, therefore, move from sub-Dept. IIa to Dept. II as a whole (Aglietta (1979), p. 88). This leads to a qualitative change: all technological progress can now be deployed in the trans­formation of the social conditions of production, advances in productivity in Dept. I find their outlets in the expansion of Dept. II, and the fall in unit exchange-value of Dept. II sufficiently increases the production of relative surplus-value to enable real wage to rise. Accumulation can, thus, proceed rapidly in both departments and commodity production invades the entire life of society (all social relations become commodity relations).

The predominantly extensive regime of accumulation is that in which the two departments are not organically integrated. By contrary, in the regime of intensive accumulation, the mode of life of the wage-earning class comes under the absolute control of capitalism and the co-ordinated development of the two departments is accomplished. Actually, the whole passage from the extensive to the intensive regime is effected when the accumulation of capital finds its content no longer simply in a transformation of the reproduction of the labour process, but above all in a transformation of the reproduction of labour-power (Aglietta (1979), p. 80).

It is evident that all this thesis is based on a very vague assumption since no one has been bothered to elaborate on what exactly is meant by those «motive impulses» and furthermore to explain why these are the driving force. It is something usually taken for granted by both the regulationists and many of their critics5. This is not inexplicable since it is a very popular assumption. Notwith­standing, it is an erroneous hypothesis on both theoretical and empirical grounds. With regards to the former, it lays claim to a certain Marxian pedigree; however, Marx did not made that assumption. On the empirical ground, many of the industries that were instrumental in the birth, and for the first steps, of capitalism belonged to Dept. II and many of the crucial technological changes thereafter originated in it. Despite these criticisms, it is indeed a very widespread hypothesis and has, though in different forms and contexts, a quite a long history behind it.

2. The debate of the’20s

Luxemburg (1971, p. 127) has given a wider version of this argument by suggesting that Marx’s schemes of reproduction implied that «accumulation in Department II is completely determined and dominated by accumulation in Department I… that Department I has taken the initiative and actively carries out the whole process of accumulation while Department II is merely a passive appendage». She begins by examining the first scheme of expanded reproduction where she maintains that:

Accumulation in Department II appears only as a consequence of accumulation in Department I: absorbing, in the first place, the other’s surplus means of production and supplying it, secondly, with the neces­sary surplus of consumer goods for its additional labour. Department I retains the initiative all the time. Department II being merely a passive follower.

(Luxemburg (1971), p. 122)

As a result, accumulation in Dept. II takes an erratic course, without maintaining a constant ratio. In any case, Luxemburg argues, accumulation in Dept. II lags behind that in Dept. I. She even disputes Marx’s (1978, p. 588) pointing out at some stage of the first scheme that «if things are to proceed normally, accumulation in department II must take place quicker that in department I, since the part of I (v+s) that has to be exchanged for commodities IIc would otherwise grow more quickly than IIc, which is all that it can be exchanged for». So, she concludes that «those precise logical rules that lay down the relations of accumulation in Department I, seem to have been gained at the cost of any kind of principle in construing these relations for Department II» (Luxemburg (1971), p. 122). Then she goes over to the second scheme where she admits that «in contrast to the previous example, the capital of both departments is here seen to have the same composition, i.e. constant and variable capital are in a ratio of 5 to 1» (Luxemburg (1971), p. 123). Hence, she is obliged to accept that:

Accumulation in both departments here proceeds uniformly, in marked difference from the first example. From the second year onw­ards, both departments capitalise half their surplus value and consume the other half. A bad choice of figures in the first example thus seems to be responsible for its arbitrary appearance.

(Luxemburg (1971), p. 124-5)

But then she returns by widening her argument and insisting that what matters is not the arithmetic but the structure of the models. So the fact that, for her, Marx’s general rule of accumulation is that Dept. II must always enlarge its constant capital by precisely the amount by which Dept. I increases (a) the proportion of surplus value for consumption and (b) its variable capital proves that accumulation in Dept. II is always subservient to that in Dept. I (Luxem­burg (1971), p. 127) justifies her accusation of Dept. II being sacrificed to Dept. I.

Rosdolsky (1977, p. 448)’, answering Luxemburg’s criticism, has correctly pointed out that there is no reason why the impulse to accumulation should come primarily from Dept. I and also that Marx had not suggested so. Robin­son, in her introduction to Luxemburg’s «Accumulation of Capital» (Luxemburg (1971), p. 19) argues that the arithmetic in Marx’s second scheme of reproduc­tion is perfectly meutral between the two departments. Rosdolsky (1977, p. 448-9) goes further and shows that even her criticism of the first paradigm is unjustified and based on a mathematical error. He proves that accumulation is not so erratic as Luxemburg maintained. If the first year is disregarded, it can be

seen that Dept. I constantly accumulates 50% of the surplus-value and Dept. II 30%. This divergence in the rates of accumulation is the necessary result of the difference in the OCC in each of the departments. However, it can be algebrai­cally shown that – if the rate of surplus-value is the same in both departments and does not change in the course of reproduction – the necessary condition for equilibrium in expanded reproduction

ell + bell = vl + al + bvl

where:

c: constant capital v: variable capital

bv: part of s-v capitalised as variable capital . be: part of s-v capitalised as constant capital a: part of s-v for personal consumption of capitalists s: surplus-value

requires a strict correlation between the rate of accumulation and the OCC. Moreover, if it is assumed – following Marx – that the OCC and the rate of accumulation remain the same in succeeding periods of production, then the rates of accumulation in both departments must move in inverse proportion to the rates of OCC:

bl/sl: bll/sll = vll/ (ell + vll): vl/ (cl + vl)

Then he shows that this condition is being upheld in the first scheme (Rosdolsky (1977), p. 449). Therefore, accumulation in Dept. II is not variable nor completely dominated by accumulation in Dept. I, but it follows a regular pattern7.

Luxemburg’s assertions on this subject are only one of many versions of the popular belief of the dominance of accumulation in Dept. I over that in Dept. II. Many of her critics, either from the «neo-harmonist» reformist or from the Bolshevik side resorted to some formula based on this belief. For example. Otto Bauer but also Bukharin (following Lenin) made that error. There was, however, a significant change in the underlying assumptions. Whereas Marx’s schemes of reproduction are based on the assumption of constant conditions of production and constant OCC, rate of surplus-value and rate of accumulation -hence, consciously abstracting from technical changes and increases in labour produc­tivity — almost all the subsequent formulations presuppose the changeability of these conditions. However, since Marx’s strict assumptions are relaxed it is

obvious, as Rosdolsky (1977, p. 495) argues that the formula cll+bcll = vl+al+bvl does no longer hold and the conditions of equilibrium are disturbed.

Otto Bauer, setting out to prove the possibility of an undisturbed process of accumulation even with a constantly rising OCC, allows Dept. II, which is left with an undisposable remainder of commodities as a result of the technical changes caused by the rising OCC, to «invest» each year a sum of money corres­ponding to the value of this remainder in Dept. I. In order to accomplish this, he drops (like Tugan-Baranovsky) one of the basic underlying assumptions of the Marxian schemes: namely the one that the only relation between the two departments is the mutual exchange of their respective commodities. This leads him to assume —contrary to Marx— that the rate of growth of constant capital is much higher than that of variable capital and that accumulation in Dept. I grows faster than Dept. II, which moreover subsidises and depends upon the former. Henryk Grossmann has shown that an extension of his scheme after the initial time horizon of four years results in a breakdown in the 35th year, since the relation of surplus-value to capital employed would have fallen so much that capitalists could no longer accumulate.

Bukharin (1972), on the other hand, in his wide-ranging critique of Luxem­burg not only fails to confront her position about the relations between the two departments but even reasserts it by referring to an excerpt from Lenin (1968, p. 58-59):

In actual fact, the analysis of realization showed that the formation of a home market for capitalism owes less to articles of consumption than to means of production. From this it follows that Dept. I of social production (the production of means of production) can and must develop more rapidly than Dept. II (the production of articles of con­sumption). Obviously, it does not follow from this that the production of means of production can develop in complete independence of the production of articles of consumption and outside of all connection with it.

Lenin, aiming to prove the possibility of the realisation of surplus-value (as analysed in Vol. II), connects it with the law of the increasing composition of capital (as expounded in Vol. Ill): «… according to the general law of capitalist production constant capital grows faster than variable… Consequently the department of social production which makes the means of production must grow faster than the one which produces the means of consumption. Thus, for capitalism, the growth of the internal market is to a certain extent «independent»

of the growth of individual consumption» (Lenin (1960-70, vol. 3, p. 56). Rosdolsky proved that Marx has not made this assumption and he attributes Lenin’s fault to two factors:

a) The fact that his views were formed in the context of the specific situation in Russia during the early period of capitalism in which the industrialisation of the still semi-feudal country seemed to provide an unlimited market for the means of production, since it was building its industrial base. In the case of such countries, passing the stage of initial industrialisation, Lenin’s conception is correct (Rosdolsky (1977), p. 476).

b) When Lenin formulated his position on the realisation problem neither the Theories of Surplus-Value» nor the «Grundrisse» were known to him. Con­sequently, he ignored important methodological aspects of Marx’s theory and tended to consider the analysis of the schemes of reproduction (the Part III of Vol. II) as Marx’s final word on the reproduction of capitalism. However, we now know that Marx planned the first two volumes as the analysis of «capital in general» and that their conclusions had to be concretised and supplemented at a later stage by the analysis of «capital in concrete reality». The confusion between these two levels of analysis leads him to attempt to incorporate within the schemes of reproduction —i.e. Marx’s investigation of the relations of equili­brium of capitalist reproduction under constant conditions of production, and, therefore, in abstraction from all the elements which alter these conditions-factors that introduce changes in these conditions. Marx’s schemes were not supposed to be a «true reflection» of the concrete capitalist world. If one attempts to incorporate within Marx’s model of expanded reproduction as many factors as possible from capitalist reality, he will very soon come up against the barriers which are set to capitalist production by the nature of capitalism itself and, therefore, the possibility of unhindered reproduction will be refuted in the long-run since capitalism is a crisis-ridden system. In this sense, technical change and the increase in the OCC cannot be integrated within these schemes. A misunderstanding of this Marxian position and its methodological pre­suppositions and implications lies behind Luxemburg’s critique, the «neo-Harmonist» formulations but also Lenin’s position.

3. Mandel on the relations between the two departments of production

More recently, Mandel (1978, p. 62-69) adopted an eclecticist and but equally erroneous position. On the one hand, he accepts Bauer’s analysis, which he also attributes to Marx:

It follows that the reproduction schemas which imply competition assume as a rule the existence of different, rather than equal rates of accumulation in the two departments, only occasionally leading to equalization of the rate of profit. This corresponds to the real modus operand! of the capitalist system. It also points the way to a solution of the technical problem seen by Luxemburg in the fact that the «unsalea­ble» portion of commodities of department II embodies part of the surplus-value created in that department. As a matter of fact, Luxem­burg dismissed out of hand Marx’s convincing solution, which was later developed in length by Otto Bauer. Part of the surplus-value produced in department II is periodically transferred to department I, precisely when (and because) department exhibits, over a considerable length of time, a higher organic composition of capital than that of department II.

(Mandel (1978), p. 64-65)

In order to facilitate this formulation, he maintains wrongly that while Marx assumed an equal rate of exploitation in both departments, he did not assume either that the OCC will remain the same or that the rate of surplus-value will stay the same (Mandel (1978), p. 68). Rosdolsky proved that this a misconception of Marx’s position. Therefore, for Mandel —and despite his admission of the fact that Marx’s equilibrium formula of expanded reproduction (vl+al+bvl = cll+bcll) implies an identity of the rate of growth of demand for consumer goods generated by Dept. I and the rate of growth of constant capital in Dept. II— the rise in the OCC entails that the demand for consumer good generated in Dept. I will normally grow more slowly than constant capital in that sector. As a result, the precondition of equilibrium is a rate of growth of constant capital in Dept. II lower than that in Dept. I (Mandel (1978), p. 67).

On the other hand, he maintains that «it does not follow at all from the evident truth that department I is the primum movens of the accumulation process, that department II is somehow «sacrificed to» or «dependent upon» department I, in contradiction to the laws of private property and competition» (Mandel (1978), p. 64). A rate of growth of constant capital in Dept. II which is permanently lower than that in Dept. I is incompatible with these mysterious «laws», since there is no reason why the capitalists of Dep. II should forever abstain from employing modernised technology and machinery and reducing their costs of production (Mandel (1978), p. 67). He is at least cavalier in the way he introduces those «laws of private property and competition» as a deus ex machina which brings his assertions closer to reality. However, the Marxian

schemes are constructed at the level of «capital in general» and in abstraction from the competition among capitals. Furthermore, this should take into account the evolution of the rate of profit in each department. Why should the capitalists of Dept. II invest (i.e. transfer) a part of their surplus-value in Dept. I, since its higher OCC implies a lower rate of profit? The only possible explana­tion is that the fall in the rate of profit is compensated for by the increase in relative surplus-value (a factor not considered in Bauer’s model). However, there are two objections. First, that there is no reason why the increase in relative surplus-value cannot take place also in Dept. II and therefore nullify any differ­ential with Dept. I. Second, as Rosdolsky argues for Bauer’s scheme (Rosdolsky (1977), p. 503), Marx in the «Grundrisse» showed that the increase of relative surplus-value cannot extend indefinitely, since technical progress implies a fall of the paid portion of the working day and of the relation of total living labour to the labour objectified in the means of production and, therefore, a fall in the rate of profit is inevitable:

The larger the surplus-value of capital before the increase of produc­tive force, the larger the amount of presupposed surplus labour, or surplus-value of capital; or the smaller the fractional part of the work­ing day which forms the equivalent of the worker, which expresses necessary labour, the smaller is the increase in surplus-value which capital obtains from the increase of productive force. Its surplus-value rises, but in an ever smaller relation to the development of productive force. Thus the more developed capital already is … the more terribly must it develop the productive force in order to valorise itself, i.e. to add surplus-value to itself, even to a slight degree — because its barrier always remains the relation between the fractional part of the day which expresses necessary labour, and the entire working day. It can move only within these boundaries.

(Marx (1981), p. 340)

It is difficult to see how expanded reproduction can be sustained, under Mandel’s contradictory assumptions; although he somehow transforms the con­text of the problem from that of the Marxian schemes (the ability of capitalism to reproduce itself under unchanged conditions of production) to that of actual realisation of capital within concrete historical reality. Obviously, Bauer’s scheme does not hold. Furthermore, if Mandel wanted to incorporate these periodic transfers of surplus-value from Dept. II to Dept. I and the consequent erratic movement of the rate of accumulation in each department as an integral element, and not as an exogenous (?) variable, in a model of unhindered and

sustained reproduction of capitalism he should have proposed a regulating mechanism (perhaps the rate of profit?). However, he does not do so and also Grossmann has proved that Bauer’s model results in a breakdown of capitalism because of the collapse in the rate of profit. Instead of this, Mandel patches together his argument by saying that because of these periodic transfers of surplus-value from Dept.II to Dept. I and the consequent fluctuations in the rate of accumulation in each department it is impossible to avoid periodic crises (Mandel (1978), p. 67-68). Of course; but this is no longer a scheme of reproduc­tion. Essentially, his errors derive from the same methodological misconceptions-that characterised many of his predecessors. He understands Marx’s method as a «successive approximation to the ‘appearances’ of day-to-day capitalist econ­omy» (Mandel (1978), p. 68); a view that differs very little (only for this reference to «appearances» and hence a hint of dialectics of form and essence) from Sweezy’s identification of the Marxian dialectical method with the successive approximation method of orthodox economics8. He, therefore, understands the Marxian schemes of reproduction not as an identical reflection of actual capital­ist reality but as an abstraction from it. So far, so good. But he is not clear at all with regards to the level of this abstraction. Consequently, he commits the same mistake for which he correctly accuses Luxemburg: he confuses the levels of abstraction. Their difference lays in the specific form of their misconceptions. Luxemburg rejects the Marxian schemes as a poor and erroneous representation of actual capitalist reality, whereas Mandel believes that, although they do not incorporate the «laws of motion» of capital (i.e. the rising OCC, technological change etc.), they could be made to incorporate them (Mandel (1978), p. 63). The result is a highly eclecticist mix which neither represents a scheme of repro­duction (in the sense of the Marxian analysis) nor solves the problem of realisa­tion and responds to Luxemburg’s incorrect formulations.

4. Again on Regulation and the «motive impulses»

Confronted with the theoretical grandeur and structural coherence of the contributions of those implicated in the debates around the Marxian schemes of reproduction, despite their shortcomings, Regulation Approach shows a poor record. Not only it is a «middle-range» tehory9, its performance is also of a middle-brow rating. If a central problem of most of the older contributors was the misconception of the methodological aspect of the problem Marx set out to solve with his schemes, Aglietta makes a mess of it. If his predecessors have ill-defined levels of abstraction, he is almost totally unable to distinguish and define these levels properly. It is, therefore, not clear at all at what level he constructs his theory of departments of production and their interrelationship.

Obviously, it is not that highly abstract level of the Marxian schemes. Is it then the actual, concrete historical reality of capitalist development? His «middle-range» method points to some middle-of-the-road methodological choice, the constitutive assumptions of which are not clear at all. He introduces technical change, increase in the OCC and relative surplus-value and bases all these on the dominance of Dept. I over Dept. II, during the regimes of accumulation prior to Fordism. His position in a nutshell is the following:

The Marxist theory of accumulation is thus indeed a theory of the contradictory development of capitalist relations of production. It is quite contrary to any dialectical procedure to seek a general formal law of evolution of the rate of return10. Capitalist accumulation necessarily comes up against obstacles. It derives its impulse from the uneven development of Department I. But this uneven development meets a barrier in the course of accumulation. This barrier, which is always latent, can only be raised if capitalist production revolutionizes the conditions of existence of the wage-earning class. It is only by this social transformation that commodity production can achieve a rhythm of expansion which permits at least a tendential realization of that har­monious development of the two departments which is a necessary condition for a regular rhythm of accumulation. As we shall show later on, this gives us a theoretical basis for characterizing the historical epoch that has arisen since the First World War as a new stage in the development of capitalism. It also gives us an analytical instrument for interpreting the cyclical crises of capitalist accumulation.

(Aglietta (1979), p. 60-1)

Aglietta begins with a caricature of the Marxist theory of accumulation, which at that initial stage was supposed to provide the general theory behind Regulation Approach’s intermediate formulations. It is trivial to say that the Marxist theory of accumulation is a theory of the contradictory development of capitalist relations of production. However, it is not at all contrary to dialectics to formulate an analysis of the general tendency of the rate of profit. On the contrary, Marx provides such an analysis with his theory of the Tendency of the Rate of Profit to Pall (TRPF). On the other hand, we have shown that Marx does not assume that the uneven development of capitalism is based on the faster development of Dept. I (and especially at the expence of Dept. II). Then, Aglietta constructs a model which claims to represent, at the same time and at the same level of abstraction, a general theory of capitalist accumulation and a characterisation of the historical trends and development of capitalism. How­ever, it is difficult to see how oh this ground can be justified the hypothesis of the

dominance of Dept. I over Dept. II. If this is not correct within the highly abstract and very strict framework of the Marxian schemes of reproduction, obviously it does not hold at all in concrete historical reality. The actual day-to­day workings of capitalism, even for the «pre-Fordist» periods, do not show any proof of subservience of the department producing means of consumption to that producing means of production nor a faster development of the former (apart from periods of initial industrialisation).

Moreover, Aglietta advances a milder, but even more questionable and erroneous, version of Luxemburg’s thesis: the motive impulses for the transfor­mation of the productive forces derive from Dept. I. In other words, technical innovation and the employment of the extraction of relative surplus-value take place primarily and exclusively in Dept. I. This is a unsustainable hypothesis. However, Aglietta does not bother to justify it and treats it as self-evident. We have already shown that Mandel. who subscribed to a more flexible and quali­fied version of this hypothesis (namely that although accumulation and technical change proceed faster in Dept. I in general, there are periodic variations of this pattern in favour of Dept. II and also capitalists in Dept. II will not abstain forever from innovating and employing relative surplus-value extraction), is wrong. The same reasons hold for the regulationist version; and more forcefully since the latter does not allow even for Mandel’s periodic variations in the rates of growth and the interrelationship of the two departments. It seems there is a simplistic and linear identification, on behalf of the Regulation Approach, of the transformation of the productive forces (i.e. changes in the organisation of the labour-process, technological innovation etc.). with the production of new mod­ernised means of production. Obviously, this is not the case. Relative surplus-value can increase with the re-organisation of the labour-process and the latter does not always require new machinery, but rather a re-arrangement of previous technological systems. Furthermore, if this is the justification for the regulation­ist thesis, then there is no reason why it should hold only for the «pre-Fordist» regimes and not for Fordism as well. But then Regulation Approach’s very concept of Fordism breaks into smithereens, since its major representative, the automobile industry from which it takes its name and where the alleged radical change in the labour-process took place belongs to Dept. II (to the extent that it produces vehicles for mass consumption and not means of transport for the production of commodities).

Concluding, Regulation Approach’s foundation on the primacy of the Dept. I is completely unfounded on both theoretical (its Marxist credentials) and empirical (its relevance to reality) grounds. Moreover, the methodology and the underlying assumptions of the regulationist argument are profoundly wrong.

Notes

1. For a critique of Regulation’s theory of consumption see Mavroudeas (1990, ch. III).

2. The restatement of Regulation’s definition of certain terms is necessary here:

Absolute surplus-value is the effect in the homogeneous field of value of the wage relation as a general process of separation between individuals, and separation of the power of disposal over the means of producing their conditions of existence (Aglietta (1979), p. 69). The distinction between absolute and relative surplus-value denotes an articulation of social relations that induce different but complementary practices (Aglietta (1979), p. 68) and, therefore, these are inseparable from one another.

The regime of accumulation is a form of social transformation that increases relative surplus-value under the stable constraints of the most general norms that define absolute surplus-value (Aglietta (1979), p. 68).

3. Dept. II is further divided in two sub-departments. Subdepartment IIa produces means of consumption (mainly luxury goods) for the capitalists and sub-department IIb produces means of consumption for the wage-earning class.

4. Aglietta maintains, also, that the uneven development of the two departments has a significant effect on the devalorisation of capital. According to Aglietta capitalist production is founded on the transformation of conditions of production, whose origin is the creation of new means of production and the lowering of the value of those means that replace those that have been consumed (Aglietta (1979), p. 102). However, there is no reason why the pace of transformation of the productive forces should be adapted to the pace of replacement of fixed capital which satisfies the conservation of the value of constant capital. This is an irreconcilable contradiction. On the one hand capitalism, as a commodity-producing society, in order to reproduce the conditions of pro­duction has to conserve the value of all commodities in exchange. On the other hand, because capitalism is founded on the antagonism of the wage relation, it cannot reproduce its constitutive relation except by revolutionising the conditions of productions. There results a devalorisation of capital (Aglietta (1979), p. 103). Inasmuch as the tendency towards the uneven development of the two departments is not offset by the general penetration of capitalist production into Dept. II, then the devalorisation of capital is expressed as a recurrent movement formed by successive phases of massive increase in gross fixed capital formation and phases of deep depression (Aglietta (1979), p. 104). If the transformation of the conditions of existence of the wage-earning class contributes to the harmonious development of the two departments, then the devalorisation of capital becomes a permanent process, structurally incorporated into the rhythm of capital formation.

5. For example Clarke (1988), despite complaining about the vague character of Aglietta’s assertion on this matter, does not question its overall validity.

6. Joan Robinson (1971), also, in her introduction to Luxemburg’s book has raised a similar objection.

7. Rosdolsky (o.p.p. 449) points out that the cause of this confusion in the mathematical aspect of Marx’s schemes is the fact that in both schemes accumulation in the initial year does not

follow the rule which guides it in the succeeding years. He attributes this shortcoming to a possible preliminary attempt which Marx found no time to correct.

8. For a critique of this method see Rosdolosky (1977, p. 453) and Fine (1980, ch. 1).

9. We suggest that Regulation belongs to this breed of theories that neglect or oppose to the «grand theoretical» methodology (i.e. a theory covering the whole spectrum from the more abstract laws and concepts to the empirical analysis) and substitute it with intermediate concepts with an almost immediate identification with the most concrete phenomena or with empirical perceptions believed to be self-evident. A vocal supporter of this methodology was Merton (1968). For a critique of this methodology, with reference to the Flexible Specialisation thesis and Regulation see Fine (1987) and Mavroudeas (1990).

10. He refers to the rate of profit: s/(c+v). His assertion amounts, essentially, to a denial of the existence in capitalism of a tendency of the rate of profit to fall (co-existing with its counter-acting forces).

References

Aglietta M. (1979), «A Theory of Capitalist Regulation», New Left Books.

Bukharin N. (1972), «Imperialism and the Accumulation of Capital» in Buharin N. -Luxemburg R. (1972) «Imperialism and the Accumulation of Capital», Penguin.

ClarkeS. (1988), «Overaccumulation, Class Struggle and the Regulation Approach», mimeo.

Fine B. (1980), «Ideology and Economic Theory».

Fine B. (1987), «Segmented Labour Market theory; a critical assesment», Birkbeck College Discus­sion Paper. Fine B. – Harris L. (1979), «Rereading Capital», Columbia University Press.

Lenin V. I. (1968), «A note on the Question of the Market Theory» in Collected Works vol. 4, Lawrence and Wishart.

Luxembrug R. (1971), «The Accumulation of Capital», Routledge.

MandelE. (1978), Introduction to Vol. II of Capital, Penguin.

Mavroudeas S. (1990), «Regulation Approach: A Critical Appraisal», Ph. D. thesis, Univ. of London,

Merton K. (1968), «Social Theory and Social Structure», The Free Press.

Robinson J. (1971), «Introduction» in Luxemburg (1971), «The Accumulation of Capital», RKP.

Rosdolsky R. (1977), «The Making of Marx’s «Capital», Pluto.

——————————————————

 

Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μία επισκόπηση – Ουτοπία νο.28, 1998

Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μία επισκόπηση

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τμήμα Οικονομικών

Ουτοπία νο.28, 1998

Ι. Εισαγωγή

Η Αξιακή θεωρία αποτέλεσε την βάση συγκρότησης της πρώτης εκδοχής μίας αυτοτελούς επιστήμης των οικονομικών σχέσεων στα τέλη του 18ου αιώνα με την μορφή του θεωρητικού παραδείγματος της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, έτσι όπως αυτό διατυπώθηκε κυρίως μέσα από τα έργα των Adam Smith και David Ricardo. Ο ρόλος της αυτός εκπήγαζε από την βαθιά εδραιωμένη πεποίθηση των κλασικών ότι πίσω από την διαδικασία ανταλλαγής εμπορευμάτων – που διεξάγεται με βάση ανταλλακτικές ισοδυναμίες μεταξύ τους και τιμές – υποκρύπτεται μία διαδικασία παραγωγής όπου τον πρώτο και καθοριστικό ρόλο έχει η ανθρώπινη εργασία. Τα υπόλοιπα στοιχεία που υπεισέρχονται στην παραγωγική διαδικασία – συνήθως η γη, οι μηχανές και οι πρώτες ύλες – δεν έχουν έναν ισότιμο και, πολύ περισσότερο, αυτοτελή ρόλο στην παραγωγή αλλά κινητοποιούνται υπό τον έλεγχο της ανθρώπινης εργασίας. Άλλωστε όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν δημιουργήματα ανθρώπινης εργασίας προηγούμενων περιόδων. Κατά συνέπεια τα προϊόντα κάθε παραγωγικής διαδικασίας, πριν αποτιμηθούν σε όρους εγχρήματων τιμών πρέπει να αποτιμηθούν σε όρους εργασίας. Ο χρόνος εργασίας αποτελεί το μέτρο της τελευταίας. Επομένως, κατά την κλασική Πολιτική Οικονομία, πριν και πίσω από τις τιμές (που εκφράζουν ανταλλακτικές ισοδυναμίες μεταξύ εμπορευμάτων που τελικά λαμβάνουν την μορφή των χρηματικών τιμών) βρίσκονται εργασιακά μεγέθη, δηλαδή ποσότητες χρόνου (ανθρώπινης) εργασίας. Τα μεγέθη αυτά αποτελούν  τις αξίες των εμπορευμάτων. Η οικονομική ανάλυση δεν πρέπει, επομένως, να περιορισθεί στην μορφή εμφάνισης των πραγμάτων αλλά πρέπει να ανακαλύψει τις υποκρυπτόμενες ουσιακές σχέσεις, γιατί με βάση τις τελευταίες επιτυγχάνεται ο συντονισμός και η ρύθμιση των οικονομικών σχέσεων.

Αυτή η εν πολλοίς κοινή προβληματική των κλασικών οδήγησε στην εγκαθίδρυση της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας ως του πλαισίου οικονομικής ανάλυσης της Πολιτικής Οικονομίας και αποτέλεσε κατά τον Marx ένα από τα πιο λαμπρά αλλά και αντιφατικά επιτεύγματα της αστικής σκέψης. Στην συνέχεια, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, η Πολιτική Οικονομία και ιδιαίτερα η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας εκτοπίζονται από το κέντρο της οικονομικής ανάλυσης και ως νέα ορθοδοξία συγκροτήθηκαν πλέον τα Οικονομικά. Τα τελευταία εγκαταλείπουν τόσο την Αξιακή θεωρία όσο και την συνυφασμένη με αυτήν πρωτοκαθεδρία στης σφαίρας της παραγωγής και στρέφονται στην μελέτη της σφαίρας της ανταλλαγής και των τιμών. Στην πρώτη φάση η απόρριψη του πλαισίου ανάλυσης της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας βασίσθηκε στην προβολή μίας υποκειμενικής Αξιακής Θεωρίας, σε αντιπαράθεση με την αντικειμενική Εργασιακή Θεωρία της Αξίας. Το ρεύμα εκείνο που ο Marx χαρακτήρισε “χυδαία Πολιτική Οικονομία” υποστήριξε ότι εάν υπάρχουν κάποιες υπολανθάνουσες αξίες πίσω από τις τιμές, αυτές δεν εκφράζουν εργασιακά παραγωγικά μεγέθη αλλά υποκειμενικές καταναλωτικές προτιμήσεις. Με τον τρόπο αυτό συγκροτήθηκε το πρώτο θεμελιακό στοιχείο της Οριακής θεωρίας, δηλαδή η έννοια της οριακής χρησιμότητας. Στην συνέχεια, με την συγκρότηση και της δεύτερης βασικής έννοιας της Οριακής ανάλυσης, της οριακής παραγωγικότητας, και την θεωρία των παραγωγικών συντελεστών  – δηλαδή με την αυτονόμηση των υπόλοιπων παραγωγικών στοιχείων από την ανθρώπινη εργασία και την εξομοίωση τους όσον αφορά την συνεισφορά τους στην παραγωγή – καταργήθηκε η ανάγκη οποιασδήποτε μορφής Αξιακής Θεωρίας και κατασκευάσθηκαν τα Οικονομικά, ως το νέο κυρίαρχο θεωρητικό παράδειγμα[1].

Η προβληματική της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας συνεχίσθηκε, ως ετεροδοξία πλέον μέσα στην οικονομική σκέψη, μέσα από την Μαρξιστική παράδοση της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (επί μίας ριζικά διαφοροποιημένης βάσης) αλλά και την επανανακάλυψη της κλασικής προβληματικής από μία σειρά άλλα ρεύματα, όπως την μετα-Κεϋνσιανή και την νεο-Ρικαρδιανή παράδοση. Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτέλεσε το βασικό θεμέλιο όλων αυτών των αναλύσεων και συνεχίζει να αποτελεί την ένα εξαιρετικά γόνιμο και παραγωγικό πλαίσιο οικονομικής ανάλυσης.

Το δεύτερο μέρος της μελέτης αυτής αναλύει τον ρόλο της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας στην συγκρότηση της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και ιδιαίτερα την πιο συνεκτική διατύπωση της στην Αξιακή Θεωρία της Ενσωματωμένης Εργασίας του D.Ricardo. Το τρίτο μέρος μελετά την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του K.Marx, την συνδεόμενη με αυτή Αξιακή Θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας καθώς και τις πρώτες κριτικές της (ιδιαίτερα από τον Bohm-Bawerk) αλλά και την διατύπωση του λεγόμενου προβλήματος του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές (από τους Bortkiewicz και Dmitriev).  Το τέταρτο τμήμα επισκοπεί την κατάσταση πραγμάτων στο πεδίο της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας στην “ενδιάμεση περίοδο”, που σηματοδοτήθηκε από το έργο των Sweezy, Dobb και Meek αλλά και την σημαίνουσα συνεισφορά του Sraffa, που οδήγησε στην συγκρότηση του νεο-Ρικαρδιανού ρεύματος. Το πέμπτο τμήμα παρουσιάζει την Συζήτηση για την Αξία (Value Debate) της δεκαετίας του 1970 ανάμεσα στους νεο-ρικαρδιανούς και τις μαρξιστικές θεωρήσεις, που σημάδεψαν όλη την σύγχρονη προβληματική. Το έκτο μέρος μελετά τα σύγχρονα ρεύματα καθώς και τα νέα πεδία έρευνας που έχουν εμφανισθεί τις τελευταίες δεκαετίες στο έδαφος της Αξιακής Θεωρίας.

ΙΙ. Η εργασιακή αξία, θεμελιακή κατηγορία της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας

Η άνοδος του καπιταλιστικού συστήματος βασίσθηκε αφενός στην αποξένωση των άμεσων παραγωγών από τα μέσα παραγωγής και την συνακόλουθη μετατροπή της ικανότητας τους προς εργασία (εργασιακής δύναμης) σε εμπόρευμα και αφετέρου στην απελευθέρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων από τις φεουδαλικές ρυθμίσεις και περιορισμούς. Η εμπορευματοποίηση των βασικών όρων παραγωγής[2] συνοδεύθηκε με την γενίκευση της εμπορευματικής ανταλλαγής ως της βασικής διαδικασίας κυκλοφορίας των παραγόμενων προϊόντων. Με την κατάργηση των αυταρχικών φεουδαλικών κανόνων που, με αυστηρό και περιοριστικό τρόπο, εξασφάλιζαν στο προηγούμενο σύστημα τον συντονισμό των οικονομικών (παραγωγικών και μη) δραστηριοτήτων η αγορά και η εμπορευματική ανταλλαγή κατέλαβε τον ρόλο αυτό.

Οι μετασχηματισμοί αυτοί οδήγησαν σε κρίσιμες κοινωνικές αλλαγές. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η φετιχιστική διάσπαση στο επίπεδο της μορφής των ενιαίων κοινωνικών σχέσεων στις διακριτές επιμέρους σφαίρες της οικονομίας και της πολιτικής. Για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας η οικονομία αναδείχθηκε σε ένα ξεχωριστό και αυτοτελές πεδίο κοινωνικών δραστηριοτήτων, όπου η αγορά αποτελούσε τον πιο προφανή τρόπο έκφρασης του. Ταυτόχρονα η απελευθέρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων από τις βασισμένες σε αυστηρούς ταξικούς διαχωρισμούς ρυθμίσεις οδήγησε στην εμφάνιση της αγοράς ως ενός χώρου ελευθερίας, αλλά όχι φυσικά ισότητας. Από την άλλη, η σφαίρα της πολιτικής – δηλαδή η διαχείριση της κοινωνίας – βασίσθηκε όχι μόνο στην απελευθέρωση από μία σειρά απαγορεύσεις και περιορισμούς που αφορούσαν τις κατώτερες τάξεις αλλά και στην -σταδιακή και μετά από έντονες συγκρούσεις – εισαγωγή της τυπικής ισότητας, με την γενίκευση των πολιτικών δικαιωμάτων για όλες τις κοινωνικές τάξεις. Το αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών ήταν η φετιχιστική (στο επίπεδο της μορφής) διάσπαση της ενότητας των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν το καπιταλιστικό σύστημα, οι οποίες βασίζονται στην θεμελιακή διαίρεση της κοινωνίας σε δύο βασικές κοινωνικές τάξεις, το κεφάλαιο και την εργασία, και στην εκμετάλλευση της δεύτερης από την πρώτη. Οι κοινωνικές σχέσεις αυτές εμφανίζονται στο μεν πεδίο της οικονομίας ως σχέση μεταξύ ελεύθερα συμβαλλόμενων (αν και άνισων) ατόμων, στο δε πολιτικό πεδίο ως σχέσεις μεταξύ ίσων πολιτών. Με τον τρόπο αυτό η προφανής σε άλλα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα ενότητα των κοινωνικών σχέσεων διασπάσθηκε σε επιμέρους πεδία και ανέκυψε η ανάγκη διακριτών επιστημονικών κλάδων για την μελέτη τους.

Το θεωρητικό πρόγραμμα της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, ως της πρώτης εκδοχής μίας διακριτής επιστήμης των οικονομικών σχέσεων, συγκροτήθηκε επάνω σε δύο θεμελιώδεις άξονες. Ο πρώτος άξονας μελετούσε τις οικονομικές σχέσεις ως διακριτό πεδίο των γενικότερων κοινωνικών σχέσεων αλλά σε συνάφεια με τις δεύτερες. Ο προσδιορισμός “πολιτική” (δηλαδή συνολική κοινωνική) απηχεί αυτή την διάσταση του θεωρητικού παραδείγματος της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Η αναγνώριση τού ρόλου των κοινωνικών τάξεων καθώς και των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων και θεσμών αποτελεί περίτρανο δείγμα αυτής της λογικής, που εξοβελίσθηκε στην συνέχεια από τα Οικονομικά. Ο δεύτερος άξονας αφορούσε την αναζήτηση των βαθύτερων σχέσεων που εξασφαλίζουν την ενότητα και τον συντονισμό μίας καπιταλιστικής εμπορευματικής οικονομίας, όπου η κοινωνική παραγωγή διενεργείται από ανεξάρτητες επιχειρήσεις. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό επιδιώχθηκε να δοθεί ακριβώς με την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

Στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής η σφαίρα της παραγωγής συγκροτείται από αυτόνομες επιχειρήσεις,  που η κάθε μία αποτελεί ένα ιδιωτικό εγχείρημα με στόχο την ανταλλαγή για κέρδος και που οι παραγωγικές διαδικασίες τους δεν διέπονται από κανένα εκ των προτέρων συντονισμό. Όμως τόσο οι προϋποθέσεις όσο και τα αποτελέσματα κάθε μίας από αυτές τις ανεξάρτητες δραστηριότητες προαπαιτούν την ύπαρξη των υπόλοιπων, και μάλιστα ότι θα λάβουν χώρα στον κατάλληλο χρόνο και στις σωστές αναλογίες. Συνεπώς κάθε ιδιωτική και αυτόνομη διαδικασία παραγωγής προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Επιπλέον, για να μπορεί αυτή η προϋπόθεση να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει στο τέλος οι ιδιωτικές και αυτόνομες αυτές παραγωγικές διαδικασίες να ενοποιούνται μέσα σε αυτό τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Η διαδικασία αυτή όμως επιτελείται σε μία άλλη σφαίρα, αυτή της ανταλλαγής, καθώς εκεί η φαινομενική ανεξαρτησία κάθε ιδιωτικής παραγωγικής διαδικασίας συσχετίζεται με την ουσιακή αλληλεξάρτηση που είναι εγγενής στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Συνεπώς, ο κοινωνικός δεσμός εμφανίζεται μόνο στην σφαίρα της ανταλλαγής, όπου τα αποτελέσματα της παραγωγής (εμπορεύματα) ανταλλάσσονται μεταξύ τους και οι αντιφάσεις της εμπορευματικής παραγωγής εμφανίζονται και ταυτόχρονα επιλύονται. Εάν η ανταλλαγή εμπορευμάτων – βάσει ανταλλακτικών ισοδυναμιών ή σχετικών τιμών μεταξύ τους – είναι αυτή η οποία επιτελεί το έργο του συντονισμού της κοινωνικής παραγωγής, είναι φανερό ότι αυτές οι ανταλλακτικές ισοδυναμίες δεν μπορεί να είναι οποιοσδήποτε αλλά οφείλουν να είναι σαφώς καθορισμένες. Εν ολίγοις, οι προδήλως ευμετάβλητες ανταλλακτικές ισοδυναμίες θα πρέπει να κυβερνώνται από κάποιους θεμελιώδεις νόμους-σχέσεις. Η κλασική Πολιτική Οικονομία, σε αντίθεση με την προηγηθείσα Εμποροκρατία, αποπειράθηκε ορθά να ανακαλύψει τους νόμους αυτούς στην σφαίρα της παραγωγής και όχι στην ανταλλαγή. Επιπλέον, υποστήριξε ότι ο κρίσιμος παράγων της παραγωγής – αυτός που αποτελεί το sine qua non στοιχείο για την δημιουργία του κοινωνικού πλούτου – είναι η ανθρώπινη εργασία. Κατά συνέπεια, οι νόμοι που διέπουν την σφαίρα της παραγωγής αφορούν πρωτίστως την εργασία. Ήταν, επομένως, η απάντηση στο ερώτημα περί της πηγής δημιουργίας του κοινωνικού πλούτου αυτή που οδήγησε την κλασική Πολιτική Οικονομία στην παραγωγή και στην εργασία.

Ο A.Smith – οικοδομώντας επάνω σε προϋπάρχουσες υβριδικές αντιλήψεις όπως αυτή του W.Petty (“η εργασία είναι ο πατέρας και η ενεργός αρχή του πλούτου και η γη η μητέρα του”), που είχαν υπερκεράσει τις Φυσιοκρατικές προκαταλήψεις με την αγροτική εργασία – διατύπωσε μία εκδοχή της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας. Έχοντας διακρίνει μεταξύ της αξίας χρήσης και της αξίας ανταλλαγής ενός εμπορεύματος και υποστηρίζοντας ότι η οικονομική ανάλυση πρέπει να εστιάσει στην δεύτερη, αναγνώρισε ως περιεχόμενο της την εργασία:

η αναλογία ανάμεσα στις ποσότητες της εργασίας που χρειάζεται για την απόκτηση διαφόρων αντικειμένων… είναι η μόνη ρύθμιση, που μπορεί να προσφέρει κάποιο κανόνα γιά την ανταλλαγή του ενός εμπορεύματος με το άλλο… Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων, όλο το προϊόν της εργασίας ανήκει στον εργάτη, και η ποσότητα της εργασίας που απασχολείται συνήθως γιά την απόκτηση ή παραγωγή κάθε εμπορεύματος είναι το μόνο δεδομένο που μπορεί να καθορίσει την ποσότητα της εργασίας που πρέπει, συνήθως, να αγορασθεί, να απαιτηθεί ή να ανταλλαχθεί με αυτήν».

(Smith (1986), σ.150-1)

Συνεπώς, η ενσωματωμένη εργασία σε ένα εμπόρευμα ορίζει μία “φυσική τιμή” (όπως ονομάζει την αξία ο Smith) που αποτελεί τον πυρήνα γύρω από τον οποίο κυμαίνονται συνεχώς οι τιμές όλων των εμπορευμάτων. Oμως η διατύπωση της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας από τον Smith δεν ήταν άμοιρη προβλημάτων. Η ισχύς της περιορίσθηκε σε κάποιο (μυθικό) προκαπιταλιστικό στάδιο όπου ο κάθε παραγωγός κατείχε τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής του και αντάλλασε το προϊόν του. Ομως, όπως βιάσθηκε να πανηγυρίσει ο Samuelson (1971, σ.404), «μόλις συσσωρευθεί κάποιο απόθεμα στα χέρια ιδιαίτερων προσώπων, είναι φυσικό ορισμένα από αυτά να το χρησιμοποιήσουν βάζοντας εργατικούς ανθρώπους να δουλέψουν, κι εφοδιάζοντας τους με υλικά και μέσα συντήρησης, ώστε να πραγματοποιήσουν κέρδος με την πώληση της εργασίας τους ή με όσα η εργασία τους προσθέτει στην αξία των υλικών». Υπό αυτές τις συνθήκες η αξία που προσθέτει ο εργάτης στα υλικά αναλύεται σε δύο μέρη, στους μισθούς και στο κέρδος. «Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων το συνολικό προϊόν δεν ανήκει πάντα στον εργάτη. Aυτός πρέπει στις περισσότερες περιπτώσεις να το μοιράζεται με τον κάτοχο του αποθέματος που τον απασχολεί». Συνεπώς, «στην τιμή των εμπορεύματων… το κέρδος του αποθέματος αποτελεί συστατικό μέρος απόλυτα διαφορετικό από τους μισθούς εργασίας, και καθορίζεται από εντελώς διαφορετικές αρχές» (Smith (1986, σ.152-3). Με τον τρόπο αυτό o Smith μετακινήθηκε από την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας προς μία προσθετική θεωρία της αξίας βασισμένη στα εισοδηματικά μερίδια. Η αξία δεν καθοριζόταν πλέον από την εργασία αλλά από την γαιοπρόσοδο, το κέρδος και τον μισθό εργασίας.

Ενα άλλο πρόβλημα, δείγμα των αντιφατικών και ανεπεξέργαστων πολλές φορές απόψεων του Smith, είναι ότι σε άλλα μέρη του έργου του συγχέει την αξία ως έκφραση της ξοδευμένης για να παραχθεί ένα εμπόρευμα εργασίας με την ποσότητα εργασίας που μπορεί να αγοράσει το εμπόρευμα αυτό όταν ανταλλαχθεί (δηλαδή με την εξουσιαζόμενη εργασία [labour commanded] στην ανταλλαγή). Οπως έδειξε όμως ο Ricardo, οι δύο αυτές ποσότητες εργασίας μόνον υπό ειδικές συνθήκες είναι ταυτόσιμες.

Με τον D.Ricardo η Πολιτική Οικονομία ολοκληρώθηκε ως θεωρητικό παράδειγμα με αυστηρή συνοχή και μεθοδολογία και η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτέλεσε την βάση της οικονομικής της ανάλυσης. Θεωρόντας ότι η επιστήμη δεν μπορεί να λειτουργήσει πλέον μόνον με την «περιγραφή» αφενός και την «ανάλυση» αφετέρου, αναζήτησε γενικούς νόμους κίνησης του καπιταλισμού. Αναγνώρισε ως την βασική αρχή λειτουργίας του συστήματος τον προσδιορισμό της αξίας από την ενσωματωμένη εργασία και επιδίωξε να ανάγει όλες τις εξωτερικές εμφανίσεις σε αυτήν, θέση την οποία ο Μarx χαρακτήρισε ως την «μεγάλη συνεισφορά του Ricardo στην επιστήμη». Ομως, η μέθοδος του χαρακτηρίσθηκε από τον εμπειρισμό καθώς, ενώ ξεκίνησε ορθά από τον προσδιορισμό της αξίας (και των τιμών) από την εργασία, μετά προσπάθησε να ανάγει άμεσα όλα τα φαινόμενα σε αυτόν, ακόμη και αυτά που αντιφάσκουν. Ετσι οι αφαιρέσεις του ήταν λανθασμένες, «βίαιες» όπως τις χαρακτηρίζει ο Μarx. Ενώ διέκρινε μεταξύ εμπειρικής επιφάνειας και ουσίας, κατανοούσε την τελευταία ως κάτι σταθερό και αμετάβλητο και την πρώτη ως απλές και άμεσες φαινομενικές μορφές της δεύτερης. Επομένως αδυνατούσε να συλλάβει τον δυναμικό και ιστορικό χαρακτήρα τους, τους μετασχηματισμούς αλλά και την ενότητα τους. Αυτός ο κληροδοτημένος από τον Locke εμπειρισμός τον οδήγησε αφενός να θεωρήσει τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής ως υπεριστορική μορφή, αφετέρου να αποπειραθεί να αντιμετωπίσει άμεσα, αδιαμεσολάβητα όλα τα φαινόμενα που αντίκεινται στον προσδιορισμό των τιμών από τις αξίες και την ενσωματωμένη εργασία.

Οπως είναι γνωστό, το ενδιαφέρον του Ricardo – ξεκινώντας με μία, αντίστοιχη με την Σμιθιανή, πεποίθηση ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα αποτελεί μία φυσική τάξη πραγμάτων που προσιδιάζει στην ανθρώπινη φύση και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αλλαγής του παρά τα όποια προβλήματα του – επικεντρώθηκε στην ποσοτική διάσταση της αξίας. Αυτό τον διαφοροποίησε τόσο από τον Smith όσο και με τον Marx, Ο πρώτος εστίαζε το ενδιαφέρον του στην κατάδειξη της προέλευσης του κοινωνικού πλούτου από την εργασία και σαφώς λιγότερο στην κατάδειξη της ποσοτικής αντιστοιχίας και του καθορισμού των τιμών από τις αξίες. Οι αντιφάσεις της Σμιθιανής προσέγγισης προήλθαν εν πολλοίς ακριβώς από την in passim αντιμετώπιση της δεύτερης διάστασης. Αντιθέτως ο Ricardo, έχοντας δεδομένες τις απαντήσεις αλλά και τις αντιφάσεις του Smith, επεδίωξε να δείξει πως οι εργασιακές αξίες αποτελούν τον βασικό οδηγό λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Δηλαδή ότι οι σχετικές τιμές των εμπορευμάτων είναι αναλογική έκφραση της ενσωματωμένης εργασίας σε αυτά.

Αναιρώντας την Σμιθιανή σύγχυση ενσωματωμένης και ελεγχόμενης εργασίας, ο Ricardo διευκρίνισε ότι είναι η πρώτη που προσδιορίζει την αξία. Επιπλέον, κατανοούσε πληρέστερα τον προσδιορισμό της σφαίρας της ανταλλαγής από την παραγωγή και. μάλιστα από την εργασία υπό συνθήκες παρουσίας του κεφαλαίου, του «συσσωρευμένου αποθέματος» που εκτροχίασε την εργασιακή θεωρία της αξίας του Α.Smith. «Οχι μόνον η εργασία η εφαρμοσμένη άμεσα στα εμπορεύματα επηρεάζει την αξία τους, αλλά επίσης η εργασία η οποία είναι εναποθετημένη στα μέσα, τα εργαλεία, και τα κτίρια, με τα οποία μία τέτοια εργασία υποβοηθείται». Ομως, παρόλο που αναγνώριζε τα μέσα παραγωγής ως συσσωρευμένη παρελθούσα εργασία, περιοριζόταν να τα θεωρεί ως φυσικά αντικείμενα και όχι ως κεφάλαιο, δηλαδή μία κοινωνική σχέση. Βέβαια δεν κάνει αυτό το σφάλμα στην θεωρία του περί διανομής (η οποία όμως είναι διαχωρισμένη από την θεωρία της αξίας του (βλέπε Gerstein Ι. (1986, σ.50)).

Η πρώτη προσπάθεια του – με το περίφημο δοκίμιο του 1815 (‘Ενα Δοκίμιο πάνω στην επίδραση μίας χαμηλής τιμής του σίτου πάνω στα κέρδη του αποθέματος’) – περιστράφηκε γύρω από την ανεύρεση ενός αμετάβλητου μέτρου της αξίας συνδέοντας την αξία της εργασίας (της εργασιακής δύναμης, ορθότερα κατα τον Marx) με τον αγροτικό τομέα και την Μαλθουσιανή θεωρία περί πληθυσμού. Θεώρησε ότι η η εργατική τάξη δεν είναι ενεργός κοινωνικά – δεν έχει μία κοινωνική και πολιτική βαρύτητα – και αποτελεί απλά έναν ζωικό πληθυσμό που η αναπαραγωγή του (και το κόστος της) ρυθμίζονται από φυσικά δεδομένα και διασφαλίζουν μόνιμη ισορροπία. Τότε η εργασιακή θεωρία της αξίας γίνεται ταυτόσημη με μία θεωρία όπου το μέτρο της αξίας είναι τα μέσα διατροφής του ζωικού αυτού πληθυσμού: όπου «εργασία» μπορούμε να βάλουμε τον όρο «αναγκαία μέσα διατροφής». Αν ένα γεωργικό προϊόν (τα δημητριακά) αποτελεί το βασικό είδος διατροφής του εργατικού πληθυσμού, τότε συνδέεται η εργασία [εργασιακή δύναμη], σαν μία ποσότητα πόρων που αναπαράγεται σε συνθήκες ισορροπίας, με την παραγωγή σε φυσικές μονάδες ενός τομέα της οικονομίας, του αγροτικού. Ο πληθυσμός που απασχολείται σε αυτόν παράγει δημητριακά, ο δε αγροτικός τομέας που παράγει δημητριακά αναπαράγει τον πληθυσμό. Εάν ακολούθως υποτεθεί ότι ο τομέας αυτός έχει σαν εισροή μόνον εργασία και σπόρους δημητριακών (προϊόντα πρηγούμενης παραγωγής του ίδιου τομέα) τότε – με δεδομένη την αξία της εργασίας σε δημητριακά (από την Μαλθουσιανή θεωρία και τον «σιδηρούν νόμο των μισθών») – η εκροή του αγροτικού τομέα διαιρούμενη με το άθροισμα των δύο εισροών (εργασίας και σπόρων δημητριακών) μετρά την απόδοση του τομέα ανεξάρτητα από τις φυσικές διαστάσεις του προϊόντος. Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό κέρδους στον αγροτικό τομέα – δηλαδή η σχέση μεταξύ τμήματος του συνολικού αγροτικού προϊόντος που πλεονάζει και εκείνου που καταναλώνεται για να συντηρηθεί  ο εργαζόμενος πληθυσμός – μπορούσε να υπολογισθεί άμεσα, χωρίς παρέκβαση στις τιμές των αγαθών, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτής της σχέσης ήταν φυσικά ομοιογενείς. Συνεπώς, στον αγροτικό τομέα το ποσοστό κέρδους δεν κυμαινόταν ως αποτέλεσμα αλλαγών στους πραγματικούς μισθούς. Επειδή το ποσοστό κέρδους πρέπει να εξισωθεί μεταξύ των διαφόρων τομέων παραγωγής, το σύστημα τιμών όφειλε να είναι τέτοιο ώστε να επιβάλει την εξίσωση των ποσοστών κέρδους των υπόλοιπων τομέων με αυτό του βασικού τομέα, δηλαδή του αγροτικού. Στην επακολουθείσασα συζήτηση ο Malthus εξέθεσε μία σημαντική αδυναμία της Ρικαρδιανής επιχειρηματολογίας δείχνοντας ότι δεν υπάρχει τομέας της οικονομίας όπου τόσο το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο όσο και τα παραγώμενα προϊόντα είναι ομογενή. Οι εργάτες καταναλώνουν και προϊόντα του δευτερογενούς τομέα και συνεπώς ο υπολογισμός του ποσοστού κέρδους εμπλέκει την σύγκριση ενός αθροίσματος ετερογενών αγαθών και απαιτεί την ύπαρξη μίας κοινής μονάδας μέτρησης.

Αποδεχόμενος το πρόβλημα αυτό ο Ricardo επεδίωξε να ανακαλύψει μία τέτοια μονάδα μέτρησης της ετερογενούς μάζας των παραγώμενων προϊόντων που να τα μετατρέπει σε μία ομογενή διάσταση και να εκφράζεται στην ανταλλαγή μεταξύ τους στην αγορά διαμέσου των σχετικών τιμών. Βασικό στοιχείο αυτής της δεύτερης και γενικότερης προσέγγισης υπήρξε η αναζήτηση ενός αμετάβλητου μέτρου της αξίας, με την  μορφή είτε ενός πραγματικού εμπορεύματος είτε ενός σταθμισμένου καλαθιού πραγματικών εμπορευμάτων. Απαραίτητο στοιχείο αυτού του αμετάβλητου μέτρου έπρεπε να ήταν το ότι δεν θα απέκλινε η τιμή του από την αξία του εξαιτίας διανεμητικών επιδράσεων. Η προσπάθεια αυτή συγκεφαλαιώθηκε στην διατύπωση μίας Αξιακής Θεωρίας της Ενσωματωμένης Εργασίας. Ομως στο σημείο αυτό ανέκυψε ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα καθώς οι τιμές εξαρτώνται από το ποσοστό κέρδους αλλά επίσης γιατί δεν αντανακλούν επακριβώς τις αξίες. Τα προβλήματα αυτά ήταν γνωστά στον Ricardo, ο οποίος τελικά αναγνώρισε ότι ‘ένα τέτοιο [αμετάβλητο] μέτρο είναι αδύνατον να αποκτηθεί, επειδή δεν υπάρχει κανένα εμπόρευμα το οποίο δεν είναι εκτεθειμένο στις ίδιες διακυμάνσεις όπως τα πράγματα των οποίων την αξία πρέπει να επιβεβαιώσει* δηλαδή, δεν υπάρχει κανένα το οποίο δεν υπόκειται στο να απαιτήσει περισσότερη ή λιγότερη εργασία για την παραγωγή του’ (Ricardo (1972, σ.27)).

Οπως έδειξε ο Marx αργότερα, η Ρικαρδιανή θεωρία – εν πολλοίς εξαιτίας της εσφαλμένης μεθοδολογίας της αλλά και της περιορισμένης κοινωνικής οπτικής της – υποπίπτει σε μία σειρά καθοριστικά σφάλματα. Πρώτον, συγχέει την υπεραξία με μία από τις μορφές εμφάνισης της, το κέρδος. Αυτό προκύπτει από την λανθασμένη αντίληψη της για τα μέσα παραγωγής τα οποία βλέπει μόνο στην άμεση μορφή τους ως «συσσωρευμένη εργασία». Καταλήγει συνεπώς σε μία θεωρία του πλεονάσματος. Στο ερώτημα από που προέρχεται το κέρδος (η πρόσοδος που εισπράττουν οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής), τελικά, δεν δίνεται καμμία απάντηση. Το κέρδος είναι η διαφορά μεταξύ της συνολικής εργασίας και της εργασίας που απαιτείται γιά να αναπαραχθεί αυτή η συνολική εργασία. Αυτό εξαρτάται από τον λόγο παραγωγής προς κατανάλωση. Η πηγή του πλεονάσματος δεν είναι λοιπόν συνδεδεμένη με την θεωρία της αξίας. Το πλεόνασμα είναι ένα καθαρό υπόλοιπο, που περιέρχεται στα χέρια των κεφαλαιοκρατών αφού αφαιρεθούν τα τρέχοντα έξοδα τους γιά την παραγωγή. Δεύτερον, δεν κατανοεί ότι οι τιμές ποτέ δεν ταυτίζονται με τις αξίες αλλά μετασχηματίζονται σε τιμές παραγωγής γύρω από τις οποίες κυμαίνονται οι τιμές, ανάλογα με την προσφορά και την ζήτηση. Τρίτον, έχει μία αδύναμη θεωρία του ανταγωνισμού, που καταλήγει να θεωρεί την διαμόρφωση του – κατά Marx – γενικού μέσου ποσοστού κέρδους ως μία περίπου αυτόματη διαδικασία.

Στο θεωρητικό πεδίο η Αξιακή Θεωρία της Ενσωματωμένης Εργασίας του Ricardo σκόνταψε ακριβώς στον βασικό της στόχο, δηλαδή στην ανάλυση της ποσοτικής διάστασης της αξίας. Ομως η υποχώρηση της από το επιστημονικό προσκήνιο δεν οφείλεται στις θεωρητικές της αδυναμίες αλλά στην προϊούσα πλέον ασυμβατότητα της με τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις. Η ωρίμανση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και η ανάδυση των εγγενών αντιφάσεων του, και ιδιαίτερα της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, την κατέστησε εξαιρετικά απρόσφορη καθώς εύκολα μπορούσε να οδηγήσει στην ανακάλυψη των κεφαλαιοκρατικών εκμεταλλευτικών σχέσεων. Η Οριακή θεωρία ξεκίνησε από την αδυναμία της Ρικαρδιανής ανάλυσης να ερμηνεύσει την σχέση αξιών-τιμών αλλά το κύριο κέντρο βάρους της ήταν στην αμφισβήτηση του ιδιαίτερου ρόλου της εργασίας και στην αντικατάσταση του από την θεωρία των παραγωγικών συντελεστών. Η συνέχεια είναι γνωστή. Στα χέρια των Walras, Menger, Jevons, και J.B.Clark ο προσδιορισμός “Πολιτική” (που υποδήλωνε την συνολική κοινωνική και σε συνάρτηση με τις πολιτικές σχέσεις θεώρηση της οικονομίας) εξαλείφθηκε και το νέο επιστημονικό παράδειγμα που δημιουργήθηκε από τους επιγόνους τους – τα Οικονομικά – επικεντρώθηκαν στην μελέτη ατομιστικώς δρώντων υποκειμένων. Μόνον εκ των υστέρων και αθροίζοντας με έναν εξαιρετικά προβληματικό τρόπο τα υποκείμενα αυτά θεωρείται η οικονομία ως σύνολο. Φυσικά απουσιάζουν οι κοινωνικές τάξεις και οτιδήποτε (εργασιακές σχέσεις, πολιτικές σχέσεις, θεσμοί κλπ.) μπορεί να παραπέμπει σε αυτές. Εκτοτε η Αξιακή θεωρία είναι ένα ανύπαρκτο ζήτημα για τα Οικονομικά που περιορίζονται απλά και μόνο στην θεωρία των τιμών.

ΙΙΙ. Η Αξιακή Θεωρία του Marx και οι πρώτες αντιπαραθέσεις

Με την κατάρρευση της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και την εκθρόνιση της από τα Οικονομικά συγκροτήθηκε και ένα άλλο θεωρητικό ρεύμα, η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του Marx. Εάν η κλασική Πολιτική Οικονομία αποτέλεσε ένα από τα πιο λαμπρά θεωρητικά επιτεύγματα της αστικής σκέψης, η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας βασίσθηκε ακριβώς στον άλλο – αλλά και ανταγωνιστικό – πόλο της αστικής κοινωνίας, την εργατική τάξη. Δεν είναι παράξενο επομένως το ότι η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτέλεσε επίσης το πλαίσιο οικονομικής ανάλυσης και του ρεύματος αυτού. Για το οικονομικό θεωρητικό παράδειγμα της ανερχόμενης αστικής τάξης πραγμάτων, την κλασική Πολιτική Οικονομία, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα παραδοχής ότι η εργασία έχει έναν ιδιαίτερο και αναντικατάστατο ρόλο στην δημιουργία του κοινωνικού πλούτου. Η τελευταία καθορίσθηκε από την πεποίθηση ότι οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις αποτελούν μία φυσική τάξη πραγμάτων που επανόρθωνε τις προηγηθείσες παρά φύσει καταστάσεις – ιδιαίτερα του φεουδαλισμού – απελευθερώνοντας την ανθρώπινη δράση από αυταρχικούς περιορισμούς και οδηγώντας σε μία ραγδαία και πρωτόγνωρη αύξηση του κοινωνικού πλούτου. Επομένως η κλασική Πολιτική Οικονομία, ενώ είχε πλήρη επίγνωση των κοινωνικών αντιθέσεων και της ταξικής πάλης (ιδιαίτερα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας), υπέθετε ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα αποτελεί κάποιου τύπου “τέλος της ιστορίας” εφόσον δεν μπορεί να υπάρξει υπέρβαση της φυσικής τάξης πραγμάτων. Η εργασία, υπό την αναγκαία όμως καθοδήγηση του κεφαλαίου, δημιουργεί τον πλούτο αυτό και, συνεπώς, οι βασικοί νόμοι συντονισμού και ρύθμισης των οικονομικών σχέσεων αναφέρονται σε αυτήν. Η ωρίμανση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και η εκρηκτική ανάδειξη των εγγενών αντιθέσεων και προβλημάτων του οδήγησε στην ανάγκη θεωρητικής συγκάλυψης των θεμελιακών σχέσεων του και του θεωρητικού πρίσματος που μπορεί να τα αποκαλύψει και να τα μελετήσει. Για τον ίδιο όμως λόγο αλλά και με ριζικά διαφορετικό σκοπό η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας υιοθέτησε την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

Ο Marx, ξεπερνώντας την αγκύλωση της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας με την υποτιθέμενα φυσική τάξη πραγμάτων, έθεσε το πρόβλημα των κοινωνικών σχέσεων με ένα πολύ πιο καθαρό τρόπο: οι κοινωνικές αντιφάσεις παραμένουν πάντα εν λειτουργία, η Ιστορία παραμένει ανοικτή, η ανθρωπότητα μπορεί – και πρέπει – να βαδίσει στην κατάργηση των ταξικών κοινωνιών (που αποτελούν την Προϊστορία της) και στην συγκρότηση της αταξικής κοινωνίας (που με αυτήν θα αρχίσει η πραγματική Ιστορία της). Επομένως η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας δεν αποτελεί απλά μία θεωρητική κριτική του προϋπάρχοντος θεωρητικού πλαισίου αλλά επιπλέον συνδέεται με ένα κοινωνικό ρεύμα και αποσκοπεί σε πρακτικά κοινωνικά αποτελέσματα[3]. Δεν πρόκειται γιά την επιστήμη της υποστηριζόμενης μέλλουσας αταξικής κοινωνίας, γιατί αυτή η επιστήμη δεν μπορεί παρά να είναι δημιούργημα της ίδιας εκείνης της κοινωνίας. Είναι όμως η ριζική κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας και της πιό διεισδυτικής θεωρίας της και η σύνδεση αυτής της κριτικής με αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις που μέσα στην υπάρχουσα κοινωνική πραγματικότητα αγωνίζονται γιά την δημιουργία της νέας κοινωνίας. Η καθοριστική θεωρητική τομή της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας σε σχέση με την προκάτοχο της  – και πολύ δε περισσότερο με τα Οικονομικά – είναι διπλή. Πρώτον, αποκαλύπτει την κυρίαρχη – αλλά και ταυτόχρονα συσκοτιζόμενη – κοινωνική σχέση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και το ότι αυτή είναι μία σχέση εκμετάλλευσης. Την ύπαρξη και την ουσία της σχέσης αυτής είχε ψηλαφήσει η Κλασική Πολιτική Οικονομία αλλά δεν ήταν μέσα στην κοινωνική οπτική της – δεν μπορούσε και δεν ήθελε – η αναγνώριση της. Δεύτερον, δεν ανακαλύπτει μόνο πίσω από τις επιφανειακές μορφές τις κρυμμένες ουσίες αλλά και επιδιώκει να καταδείξει γιατί και με ποιό τρόπο αυτές οι ουσίες εκφράζονται με εκείνες τις μορφές.

Γιά όλους τους παραπάνω λόγους, το θεωρητικό έργο του Marx δεν αποτελεί την θεμελίωση της Πολιτικής Οικονομίας ως προλεταριακής επιστήμης (όπως, γιά παράδειγμα, ισχυρίζεται ο Hilferding (1993, σ.288) αλλά την κριτική ανατροπή της και την τοποθέτηση των βάσεων γιά τον μελλοντικό σχηματισμό από την αταξική κοινωνία της δικής της αυτοτελούς κοινωνικής επιστήμης και όχι τον θεωρητικό μετασχηματισμό της επιστήμης της προηγούμενης αστικής κοινωνίας. Από αυτή την άποψη ο υπότιτλος του «Κεφαλαίου» («Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας») είναι σαφής και κατηγορηματικός.

Στα πλαίσια της Μαρξικής Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας απόκτησε έναν αναντικατάστατο αλλά και σαφώς διαφορετικό από ότι στα πλαίσια της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας ρόλο. Βασικός στόχος της είναι η κατάδειξη των κοινωνικών σχέσεων του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, της εκμεταλλευτικής φύσης τους και του ιστορικά δυνάμενου να υπερκερασθεί χαρακτήρα τους. Εάν για τον Smith η ποιοτική διάσταση της αξίας περιοριζόταν στο ερώτημα περί της πηγής δημιουργίας του κοινωνικού πλούτου – σε διάκριση με την έμφαση του Ricardo στον ποσοτικό προσδιορισμό των αξιών – για τον Marx επεκτείνεται σε όλα τα προαναφερθέντα ζητήματα. Επιπλέον ο τελευταίος, έχοντας ένα υπέρτερο φιλοσοφικό υπόβαθρο, αντιμετώπισε με έναν αρτιότερο τρόπο μία σειρά σημαντικά μεθοδολογικά ζητήματα. Ιδιαίτερης σημασίας, όσον αφορά την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, είναι η κατανόηση από τον Marx όχι μόνο της διαφοράς μορφής-περιεχομένου αλλά και των διαλεκτικών σχέσεων ανάδρασης μεταξύ της δεύτερης (καθορίζουσας) και της πρώτης (καθοριζόμενης) πλευράς, σε αντίθεση με τις “βίαιες αφαιρέσεις” του Ricardo (βλέπε Zeleny (1980, σ.23)).

Στην θέση της Αξιακής Θεωρίας της Ενσωματωμένης Εργασίας, που περιοριζόταν στην θεώρηση των τεχνικών όρων εργασίας, ο Marx διατύπωσε αυτήν της Αφηρημένης Εργασίας με ένα διπλό σκοπό. Αφενός να συλλάβει την κοινωνική διάσταση της παραγωγικής διαδικασίας και των όρων εργασίας και συνεπώς τις ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Αφετέρου να εξηγήσει με αρτιότερο τρόπο την σχέση παραγωγής-κυκλοφορίας-ανταλλαγής-διανομής, δηλαδή τις διαδικασίες ανταγωνισμού μεταξύ των επιμέρους κεφαλαίων. Aξιοποιόντας την υπέρτερη διαλεκτική μεθοδολογία του, προχώρησε στην διατύπωση της ανάλυσης της μορφής της αξίας (value-form) και μέσω αυτής στην παραγωγή της εννοίας της υπεραξίας, που αποτυπώνει πως η παραγωγή αξίας από την εργασία οδηγεί στην εκμεταλλευτική ιδιοποίηση της από το κεφάλαιο. Με τον τρόπο αυτό υπερκέρασε την θολή Ρικαρδιανή κατηγορία του πλεονάσματος, που αδυνατούσε να αποκαλύψει την πηγή προέλευσης του:

Μιά από τις βασικές ελλείψεις της κλασικής πολιτικής οικονομίας είναι ότι δεν κατάφερε ποτέ από την ανάλυση του εμπορεύματος και ειδικότερα της αξίας του εμπορεύματος να βρεί τη μορφή εκείνη της αξίας που τη μετατρέπει ακριβώς σε ανταλλακτική αξία. Ισα-ισα οι καλύτεροι εκπρόσωποι της, όπως ο Α.Σμιθ και ο Ρικάρντο, πραγματεύονται τη μορφή της αξίας σαν κάτι τελείως το αδιάφορο ή σαν κάτι το εξωτερικό γιά την ίδια τη φύση του εμπορεύματος. Η αιτία γι΄ αυτό δε βρίσκεται μόνο στο ότι την προσοχή τους την απόρροφά ολότελα η ανάλυση του μεγέθους της αξίας. Η αιτία βρίσκεται βαθύτερα. Η μορφή αξίας του προϊόντος της εργασίας είναι η πιο αφηρημένη, μα και η πιό γενική μορφή του αστικού τρόπου παραγωγής, που έτσι χαρακτηρίζεται σαν ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικής παραγωγής κι επομένως χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα και ιστορικά. Οταν λοιπόν την πάρει κανείς κατά λάθος γιά την αιώνια φυσική μορφή της κοινωνικής παραγωγής, παραβλέπει αναγκαστικά και το ειδικό της μορφής του εμπορεύματος, και την παραπέρα εξέλιξη, της μορφής του χρήματος, της μορφής του κεφαλαίου κλπ. Γιαυτό βρίσκουμε στους οικονομολόγους που συμφωνούν απόλυτα ότι ο χρόνος εργασίας είναι το μέτρο του μεγέθους της αξίας, τις πιό παρδαλές και πιό αντιφατικές αντιλήψεις γιά το χρήμα, δηλ. γιά την ολοκληρωμένη μορφή του γενικού ισοδυνάμου.

(Μarx (1978), τομ.Ι σ.94)

Μέσα από αυτό το θεωρητικό πρίσμα, ο Μarx ξεπέρασε και μία σειρά άλλες αδυναμίες της Ρικαρδιανής θεώρησης. Η τελευταία ποτέ δεν κατόρθωσε να ενοποιήσει την εργασιακή θεωρία της αξίας με την θεωρία χρήματος της, καθώς αποδεχόταν την ποσοτική θεωρία του χρήματος (που διχοτομεί την οικονομία σε έναν «πραγματικό» και έναν «ονομαστικό» τομέα). Aντιθέτως, ο Μarx απέρριψε την τελευταία και πρότεινε μία ενιαία θεωρία της εργασίας, της αξίας και του χρήματος όπου η πρώτη αποτελεί το περιεχόμενο της αξίας (και το μέτρο της, ο χρόνος εργασίας, το ενδοφυές μέτρο της αξίας) ενώ το δεύτερο είναι η εξωτερική της έκφραση (και το μέτρο του είναι το εξωτερικό μέτρο της αξίας). Επίσης, διευκρίνησε ότι η αξία ενός εμπορεύματος δεν καθορίζεται απλά από την ξοδευμένη για να παραχθεί εργασία αλλά από την κοινωνικά αναγκαία εργασία[4].

Οσον αφορά το πρόβλημα της έκφρασης των αξιών σε τιμές, η Μαρξική ανάλυση εισήγαγε ένα πολύ πιο σύνθετο θεωρητικό πλαίσιο. Σύμφωνα με την Ρικαρδιανή πεποίθηση οι τιμές απλά κυμαίνονται γύρω από τις εργασιακές αξίες, που αποτελούν το «κέντρο βάρους» τους[5]. Αντιθέτως ο Μarx έδειξε ότι αναγκαστικά οι τιμές, παρόλο που καθορίζονται, θα διαφέρουν από τις αξίες. Πρόκειται, συνεπώς, όχι απλά για μία διαδικασία καθορισμού αλλά για μία διαδικασία μετασχηματισμού σε αρκετά στάδια όπου το αποτέλεσμα της αναγκαία διαφέρει από την αιτία δημιουργίας του. Την διαδικασία αυτή μελέτησε, σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης – και κατά συνέπεια με διαφορετικές αφετηριακές υποθέσεις – ιδιαίτερα στον πρώτο και στον τρίτο τόμο του κεφαλαίου[6]. Η βασική ιδέα του Μarx ήταν ότι ο κεφαλαιοκρατικός ανταγωνισμός αναδιανέμει την παραχθείσα αξία από τον ένα κλάδο και παραγωγό στον άλλο χωρίς όμως να αλλάζει ούτε την συνολικά παραχθείσα αξία (δηλαδή το άθροισμα των τιμών ισούται με το άθροισμα των αξιών) ούτε το επίπεδο εκμετάλλευσης (δηλαδή το άθροισμα της υπεραξίας ισούται με το άθροισμα των κερδών)[7]. Η διαδικασία αυτή ξεκινά από τις εργασιακές αξίες (δηλαδή την ξοδευμένη κοινωνικά αναγκαία εργασία), περνά στις τιμές παραγωγής (δηλαδή σε «μετασχηματισμένες αξίες» που εξασφαλίζουν την εξίσωση των ποσοστών κέρδους) και καταλήγει στις τιμές αγοράς (που είναι οι τελικές παρατηρήσιμες εγχρήματες τιμές).

Μία πρώτη, και ίσως η πιο ισχυρή μέχρι σήμερα, επίθεση ενάντια στην Μαρξική θεωρία εξαπολύθηκε από τον Bohm-Bawerk (1975). Κατά τον Kay (1979) η ανωτερότητα της, σε σχέση με άλλες κριτικές, έγκειται σε δύο παράγοντες

(α) στην στενή προσοχή που έδωσε ο Bohm-Bawerk στο κείμενο του “Κεφαλαίου”, δείχνοντας μία συστηματική προσπάθεια όχι για μία πολεμική αλλά για την αντιμετώπιση του Marx στο ίδιο το έδαφος του

(β) στην ρητή σύνδεση της κριτικής του με την θετικιστική απόρριψη της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου: “ο Marx δεν εξήγαγε από γεγονότα τις θεμελιώδεις αρχές του συστήματος του, είτε μέσω ενός ορθού εμπειρισμού είτε μέσω μίας συμπαγούς οικονομικο-φυσιολογικής ανάλυσης* τις θεμελιώνει σε κανένα περισσότερο σταθερό έδαφος από την μορφική διαλεκτική. Αυτό είναι το μεγάλο ριζικό σφάλμα του Μαρξικού συστήματος από την γέννηση του: από αυτό όλα τα υπόλοιπα απορρέουν αναγκαία” (Bohm-Bawerk (1975), σ.101).

Η κριτική του βασιζόταν στην Οριακή θεωρία, δηλαδή σε ένα θεωρητικό πλαίσιο τελείως διαφορετικό από αυτό της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας αλλά και του Marx. Οι τελευταίοι θεωρούσαν ότι η οικονομική διαδικασία βασίζεται πρωταρχικά επάνω στην ανθρώπινη εργασία και οδηγεί στην δημιουργία ενός υπερπροϊόντος (υπεραξίας) που ιδιοποιείται με την μορφή του κέρδους, του τόκου και της γαιοπροσόδου. Οι Οριακοί αντιθέτως θεωρούσαν ότι η διαδικασία αυτή αφορά την παραγωγή διαμέσου της αμοιβαίας συνεργασίας διαφόρων “συντελεστών παραγωγής”, ο καθένας από τους οποίους εισπράττει την ανάλογη με την συνεισφορά του πρόσοδο, δηλαδή ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ασυμμετρίας μεταξύ της εργασίας και των λοιπών “συντελεστών”. Ξεκινώντας από μία θετικιστική-εμπειριστική οπτική, ο Bohm-Bawerk επέκρινε την Μαρξική μέθοδο της ανακάλυψης της φύσης της αξίας ως “μία καθαρά λογική απόδειξη” χωρίς κανένα δόκιμο και απτό περιεχόμενο. Απεύθυνε τρεις επικρίσεις εναντίον του Marx.

Πρώτον, ότι ο Marx αγνόησε σημαντικούς συντελεστές, όπως τα “δώρα της φύσης” (γη, φυσικοί πόροι, ορυκτά, δένδρα κλπ.). Υπό αυτή την έννοια, το Μαρξικό “εμπόρευμα” (ως δημιούργημα της εργασίας) δεν είναι αντιπροσωπευτικό των εμπορευμάτων που στην πράξη ανταλλάσσονται στην αγορά. Οπως έδειξε, ήδη από πολύ νωρίς και εξαιρετικά εύστοχα, ο Hilferding (1975, σ.156), “το λάθος του Bohm-Bawerk είναι ότι συγχέει την αξία με την τιμή, και οδηγείται στην σύγχυση αυτή από την ίδια την θεωρία του. Πολλά πράγματα έχουν μία τιμή όμως δεν έχουν όλα μία αξία. Ο Marx αλλά και η κλασική Πολιτική Οικονομία διευκρίνισαν από την αρχή ότι ο δημιουργός του ανθρώπινου κοινωνικού πλούτου είναι η εργασία και, κατά συνέπεια, μόνο τα πράγματα που έχουν δημιουργηθεί από την εργασία έχουν αξία. Επιπρόσθετα, σε κάθε ταξική κοινωνία είναι η εργασία που υπόκειται σε εκμετάλλευση. Σε αυτές τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες οι κατέχουσες (κοινωνικό πλούτο) τάξεις ιδιοποιούνται τον πλούτο αυτό διαμέσου της εκμετάλλευσης του δημιουργού του (δηλαδή της ιδιοποίησης υπερ-εργασίας). Στον καπιταλισμό η διαδικασία αυτή λαμβάνει την μορφή της εκμετάλλευσης της εργασίας μέσα στην καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή. Γι’ αυτό τον λόγο για τον Marx τα πράγματα τα οποία “αξίζουν” (δηλαδή έχουν αξία) είναι αυτά που δημιουργούνται από την εργασία.

Η δεύτερη επίκριση του Bohm-Bawerk (1975, σ.75) αναφερόταν σε αυτούς τους παραγνωρισμένους συντελεστές που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την εργασία ως κοινός παράγων:

εάν απορριφθεί η αξία χρήσης των εμπορευμάτων τότε απομένει μόνο μία άλλη ιδιότητα, αυτή του ότι είναι προϊόντα της εργασίας… Είναι έτσι;… Υπάρχει μόνο μία άλλη ιδιότητα; Δεν είναι η ιδιότητα του να σπανίζουν σε σχέση με την ζήτηση επίσης κοινή σε όλα τα ανταλλάξιμα αγαθά; ‘Η ότι είναι υποκείμενα της προσφοράς και της ζήτησης; ‘Η ότι τα ιδιοποιούνται; ‘Η ότι είναι φυσικά προϊόντα;… ‘Η είναι η ιδιότητα ότι κοστίζουν στους παραγωγούς τους … κοινή σε όλα τα ανταλλάξιμα αγαθά; … δεν μπορεί η αρχή της αξίας να κατοικεί σε οποιαδήποτε από αυτές τις κοινές ιδιότητες όπως στην ιδιότητα του να είναι προϊόντα της εργασίας;

Η τρίτη κατηγορία είναι ότι η αξία χρήσης μπορεί να αντικαταστήσει την εργασία. Όμως, αυτό που αποτελεί την σπονδυλική στήλη της κριτικής του Bohm-Bawerk είναι η επίκληση του λεγόμενου προβλήματος του μετασχηματισμού. Υποστήριξε ότι υπάρχει ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του πρώτου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου» καθώς «η θεωρία του μέσου ποσοστού κέρδους και των τιμών παραγωγής δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με την θεωρία της αξίας (Bohm-Bawerk (1975), σ.30).

Η κανονική εκκίνηση των αντιπαραθέσεων πάνω στην Μαρξική Αξιακή θεωρία και το ζήτημα του μετασχηματισμού δόθηκε το 1907 με το γνωστό άρθρο του Bortkiewicz (1952, 1975). Ο τελευταίος, ακολουθώντας ένα διαφορετικό δρόμο από αυτόν του Bohm-Bawerk, την θεώρηση του πλεονάσματος της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας – και με παραπλήσια επιχειρηματολογία με εκείνη του λιγότερο γνωστού V.K.Dmitriev (1974) – επεσήμανε μία ασυνέπεια στα αριθμητικά παραδείγματα μετασχηματισμού αξιών σε τιμές που έδινε ο Marx. Συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι ενώ οι εισροές στην παραγωγή υπολογίζονταν σε αξιακά μεγέθη, οι εκροές υπολογίζονταν σε όρους τιμών παραγωγής. Ειρήσθω εν παρόδω ότι φαίνεται ότι ο Marx (1978, τομ.ΙΙΙ, κεφ.9) είχε επίγνωση του προβλήματος αλλά το θεωρούσε απλά τεχνικό ζήτημα που δεν έθιγε την ουσία της άποψης του. Ο ίδιος πρότεινε μία μαθηματική διόρθωση βάσει ενός συστήματος ταυτόχρονων εξισώσεων (και όχι αριθμητικών πινάκων), όπου και οι εισροές υπολογίζονται σε όρους τιμών παραγωγής. Όμως η διόρθωση αυτή έχει μία σειρά σημαντικές παρενέργειες. Πρώτον, σε αντίθεση με τον Marx, το ενιαίο ποσοστό κέρδους σχηματίζεται μόνο από τους τομείς παραγωγής μέσων παραγωγής και κατανάλωσης (δηλαδή εξαιρείται ο τομέας των ειδών πολυτελείας). Δεύτερον, στο σύστημα τιμών παραγωγής δεν υφίσταται κανένα λόγος ώστε να ισχύουν γενικά οι δύο Μαρξικές ισότητες (δηλαδή η ισότητα μεταξύ του συνόλου των τιμών και του συνόλου των αξιών και η ισότητα μεταξύ του συνόλου της υπεραξίας και του συνόλου των κερδών). Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τιμές παραγωγής αποστοιχίζονται από τις αξίες και μπορούν πλέον να υπολογισθούν ανεξάρτητα από αυτές.

ΙV. Η ενδιάμεση περίοδος: Sweezy, Dobb, Meek και Sraffa

Το θεωρητικό ενδιαφέρον για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας παρουσίασε μία έντονη κάμψη στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, μετά τις πρώτες αντιπαραθέσεις γύρω από την Μαρξική Κριτική της. Σε αυτό που μπορεί να αποκληθεί ως ενδιάμεση περίοδο – μετά τους κλασικούς και πριν στην σύγχρονη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος – οι Sweezy (1968), Dobb (1968, 1973) και Meek (1973, 1977) ήταν οι μοναχικές φωνές που διατήρησαν ζωντανή την παράδοση της Μαρξιστικής θεωρίας και την μελέτη της Αξιακής Θεωρίας. Άλλωστε η τελευταία είχε πλέον γίνει αποκλειστικό χαρακτηριστικό της Μαρξιστικής παράδοσης καθώς τα ορθόδοξα Οικονομικά είχαν χάσει κάθε ενδιαφέρον γι’ αυτή.

Όμως αυτή η υπεράσπιση του Μαρξισμού και της Αξιακής θεωρίας δεν ήταν άμοιρη προβλημάτων. Στην πραγματικότητα, μέχρι την δεκαετία του 1960 η Αξιακή θεωρία της Ενσωματωμένης Εργασίας κυριαρχούσε μέσα στην Μαρξιστική οικονομική θεωρία. Λίγο-πολύ όλοι αυτοί οι συγγραφείς ταύτιζαν την Μαρξική Αξιακή θεωρία με την Ρικαρδιανή. Η ταύτιση αυτή ήταν ρητή στην περίπτωση του Dobb, ο οποίος μιλούσε για μία κοινή προσέγγιση Ricardo-Marx. Ηταν μερική στην περίπτωση του Meek, καθώς ο τελευταίος διαφοροποιούσε την Μαρξική από την Ρικαρδιανή άποψη. Παρόλα αυτά η διαφοροποίηση του υπήρξε αδύναμη και μη-ουσιαστική καθώς η όλη θεώρηση του χαρακτηριζόταν από τεχνικισμό. Η αξία συνδεόταν με την δυσκολία παραγωγής και το αντικείμενο της θεωρίας ήταν η οικονομία θεωρούμενη ως ένα τεχνικό και όχι κοινωνικό σύστημα παραγωγής. Παρά την αναγνώριση της διαφοροποίησης του Marx από τον Ricardo, τα δύο βασικά στοιχεία της – δηλαδή η μορφή της αξίας και η αφηρημένη εργασία (ως περιεχόμενο της αξίας) – ήταν εμφανώς υποβαθμισμένα. Η μορφή της αξίας ήταν κενή οποιουδήποτε ουσιαστικού περιεχομένου καθώς η σφαίρα της κυκλοφορίας και το χρήμα απουσίαζαν. Αφετέρου, η ουσία της αξίας παραγνωριζόταν καθώς η αφηρημένη εργασία γινόταν κατανοητή – με έναν αδύνατο τρόπο – απλά ως εργασία εν γένει (δηλαδή σε αφαίρεση από τους διαφορετικούς ειδικούς τύπους συγκεκριμένης εργασίας) και όχι – με την ισχυρότερη έννοια – των κοινωνικών σχέσεων μέσω των οποίων η εργασία κατανέμεται και ελέγχεται.

Όσον αφορά το ζήτημα του μετασχηματισμού, η οπτική του Bortkiewicz αναπτύχθηκε από τον Sweezy (1968) και αργότερα από τους Winternitz (1948), Seton (1957) και Meek (1956), οι οποίοι πρότειναν παραλλαγές της επεκτείνοντας την ανάλυση από το τριτομεακό μοντέλο (μέσα παραγωγής, μέσα κατανάλωσης, είδη πολυτελείας) σε πολυτομεακά μοντέλα μέσω της χρήσης πινάκων εισροών-εκροών και γραμμικής άλγεβρας.

Μία καθοριστική καμπή σημειώθηκε στην δεκαετία του 1960 με το έργο του Sraffa (1960). Ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας την ανάλυση εισροών-εκροών συγκρότησε μία κριτική της νεο-κλασικής οριακής θεωρίας και έδειξε ότι η θεωρία κεφαλαίου της είναι μη-συνεκτική. Η κριτική αυτή συνδυάστηκε με την επιστροφή στην προβληματική της Πολιτικής Οικονομίας – κυρίως στην Ρικαρδιανή εκδοχή της, καθώς ο Sraffa ήταν επιμελητής της επανέκδοσης των έργων του Ricardo. Οι κοινωνικές τάξεις αναγνωρίσθηκαν ως οι βασικοί φορείς, αν και η Σραφιανή κατανόηση τους (ως διαχωρισμό στην σφαίρα της διανομής του εισοδήματος κυρίως) απέχει από την Μαρξική έννοια (που το κέντρο βάρους της είναι στην σφαίρα της παραγωγής). Αυτή η επιστροφή στην Πολιτική Οικονομία είχε εξαιρετικά σημαντικές επιδράσεις, παρόλο ότι ο Sraffa δεν αναφέρθηκε ρητά στην Μαρξική Αξιακή θεωρία. Ξεκίνησε από τις φυσικές ποσότητες της παραγωγής και την αλληλοσυσχέτιση τους και κατασκεύασε ένα μοντέλο εξισώσεων εισροών-εκροών όπου η σχέση των τιμών με τα φυσικά μεγέθη ήταν τελείως ανεξάρτητη των αξιών (μία θεώρηση που είχε ήδη υποδειχθεί από τον Seton (1957)). Ουσιαστικά ξαναδοκίμασε την άγονη Ρικαρδιανή αναζήτηση ενός αμετάβλητου μέτρου της αξίας μέσω ενός τυπικού εμπορεύματος (standard commodity). Το τελευταίο εκλαμβανόταν ως ένα σύνθετο αγαθό και στην συνέχεια χρησιμοποιούνταν για να μετρήσει την διανομή εισοδήματος σε μία οικονομία που παρήγαγε αναπαραγόμενα αγαθά. Ακολούθως ανέλυσε τις επιπτώσεις μίας διακύμανσης των μισθών επάνω στις τιμές και στο ποσοστό κέρδους, έχοντας προϋποθέσει ότι έχει υπάρξει εξίσωση των ποσοστών κέρδους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το τυπικό εμπόρευμα παίζει τον ίδιο ρόλο με τον Ρικαρδιανό σίτο, και με την βοήθεια του ο Sraffa επέλυσε τμήμα του προβλήματος του Ricardo. Όμως, ενώ ο τελευταίος αναζητούσε ένα μέτρο ανεπηρέαστο τόσο από τις αλλαγές στις συνθήκες παραγωγής όσο και από αυτές στις συνθήκες διανομής (υπό σταθερές συνθήκες παραγωγής) και γι’ αυτό η αναζήτηση του ακόμη και για ένα σύνθετο εμπόρευμα απέτυχε, ο Sraffa εγκατέλειψε τον πρώτο περιορισμό και διατήρησε μόνο τον δεύτερο.

Στο μεθοδολογικό επίπεδο, παρά την κυρίως εξωτερική κριτική της νέο-κλασικής θεωρίας γενικής ισορροπίας, ο Sraffa (και οι Σραφιανοί) κατέφυγαν στο ίδιο στατικό πλαίσιο γενικής ισορροπίας[8]. Βασισμένες επάνω στο έργο του Sraffa ακολούθησαν μία σειρά συνεισφορών με κυριότερες αυτές των A.Garegnani, A.Medio και M.Morishima. Γενικά, η Σραφιανή θεωρία συνδέθηκε με μία ευρύτερη τάση μέσα στην τότε κυρίαρχη Κεϋνσιανή θεωρία που στόχευε στην επανανακάλυψη της προβληματικής της Πολιτικής Οικονομίας. Η τάση αυτή υπαγορευόταν εν μέρει από το γεγονός ότι η αποκατάσταση από τον Keynes του προβλήματος της κρίσης (δηλαδή η αποτυχία των υποτιθέμενα τέλειων ρυθμιστικών μηχανισμών του συστήματος αλλά βέβαια λόγω υποκατανάλωσης) δεν διέθετε ένα βαθύτερο θεωρητικό πλαίσιο. Επομένως, οι υποστηρικτές του – και ιδιαίτερα αυτό που αργότερα ονομάσθηκε μετα-Κεϋνσιανό ρεύμα – προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο πλαίσιο. Εάν στο έργο του Keynes η οπτική της Πολιτικής Οικονομίας επαναναδύθηκε – αλλά με μία λανθάνουσα και συγκεκαλυμμένη μορφή, υπό τα ενδύματα της ορθόδοξης θεωρίας – με τους μετα-Κεϋνσιανούς παρουσιάσθηκε μία πραγματική αναγέννηση. Οι συνεισφορές του Sraffa (1960), Kalecki (1971) και Robinson (1969) παρείχαν την βάση για την σύνδεση του Κεϋνσιανισμού με την κλασική Πολιτική Οικονομία[9]. Εξαιρετικής σημασίας ήταν τα δοκίμια των Garegnani (1983) και Eatwell (1983), που επιτέθηκαν στην νεο-κλασική ορθοδοξία στις θεωρίες του προϊόντος και της απασχόλησης. Επικεντρώθηκαν στην σχέση μεταξύ των θεωριών αυτών και της θεμελίωσης τους στις νεο-κλασικές αντιλήψεις για την αξία και την διανομή και ανέπτυξαν μία κριτική τους που αναφερόταν κυρίως στην ανεπαρκή αντιμετώπιση του κεφαλαίου. Αυτή ήταν η βάση της Αντιπαράθεσης για το Κεφάλαιο μεταξύ των δύο Καίμπριτζ (της Αγγλίας και των ΗΠΑ).

Οι μέχρι τότε κυρίαρχες απόψεις μέσα στον Δυτικό Μαρξισμό (και ιδιαίτερα οι Dobb και Meek) πρόσφεραν την υποστήριξη τους στον Sraffa. Ο Dobb (1973) χαιρέτισε την αποκατάσταση του Marx από τον Sraffa, καθώς άλλωστε συμπεριλάμβανε ρητά τον πρώτο στις τάξεις της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Ο Meek (1973, σ.256) επίσης εξέφρασε την ίδια υποστήριξη ισχυριζόμενος ότι δεν έβλεπε κανένα ιδεολογικό αμάρτημα στο να πάρουμε τα μοντέλα του Sraffa ως στοιχεία μίας γενικής τεχνικής βάσης για την ανάλυση μας στην οποία χρειάζεται μόνο να προσδιορίσουμε ότι επιπλέον θεσμικά στοιχεία είναι αναγκαία. Κατέληγε δε ότι η διαδικασία του Sraffa αντανακλούσε την βασική Μαρξική ιδέα – δηλαδή ότι τιμές και εισοδήματα καθορίζονται, σε τελική ανάλυση, από τις σχέσεις παραγωγής – με μεγαλύτερη ακρίβεια και περισσότερο αποτελεσματικά από ότι ο Marx.

V. Η Συζήτηση για την Αξία

Στην δεκαετία του ’60, με την έκρηξη του ριζοσπαστισμού στα πανεπιστήμια, υπηρξε μία αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Αξιακή θεωρία που οδήγησε σε αυτό που έγινε γνωστό ως η σύγχρονη Συζήτηση για την Αξία (Value Debate) του ‘70. Οι εμφάνιση μίας σειράς νέων ρευμάτων έθεσε το έδαφος της συζήτησης αυτής.

Η πρώτη τάση που εμφανίσθηκε οδηγήθηκε από τον Steedman (1977) και εμπνεύσθηκε από το έργο του Sraffa. Οι βάσεις της μπορούν να βρεθούν στους Bortkiewicz και Dmitriev και κατέληξε στην θεώρηση της Αξιακής θεωρίας ως περιττής. Ο Steedman (1981, σ.12-13) υποστήριξε ότι «η συχνή ταύτιση της αντίθεσης σε μία «εργασιακή θεωρία της αξίας» με την αντίθεση σε μία θεωρία της οικονομικής διαδικασίας με βάση την «ιδιοποίηση πλεονάσματος» – μία ταύτιση που ξεπήδησε αρκετά φυσικά από το έργο των Bohm-Bawerk και Wicksteed – μπορεί τώρα να δειχθεί ότι είναι εσφαλμένη. Απόρριψη κάθε είδους «εργασιακής θεωρίας της αξίας» μπορεί, ακολουθόντας το έργο των Dmitriev, Bortkiewicz και Sraffa, να ριζώσει σταθερά μέσα στην προσέγγιση πλεονάσματος καθ’ εαυτή».

Το ρεύμα αυτό ονομάσθηκε νεο-Ρικαρδιανισμός επειδή κατανοούσε την αξία μέσα από την θεωρία της Ενσωματωμένης Εργασίας του Ricardo[10], αν και έθεσε και μία ισχυρή βάση στην Μαρξιστική θεωρία (συχνά επονομαζόμενο ως Σραφιανός Μαρξισμός). Οι νεο-Ρικαρδιανοί υποστήριζαν ότι παρόλο ότι ο Μαρξισμός είναι μία δόκιμη θεωρία για κοινωνική και πολιτική ανάλυση, στην οικονομική θεωρία έχει ξεπερασθεί από εξελίξεις στις μαθηματικές τεχνικές και στα ορθόδοξα οικονομικά και γι΄αυτό χρειάζεται ριζική ανανέωση. Ακολουθόντας την τεχνικιστική οπτική της ενσωματωμένης εργασίας αποδέχθηκαν ότι η αξία ενός εμπορεύματος είναι, εξ ορισμού, η άμεση και έμμεση εργασία που ξοδεύθηκε για να παραχθεί υπό τις τρέχουσες παραγωγικές συνθήκες. Με βάση αυτήν κατέληξαν ότι η αξία είναι περιττή καθώς οι τιμές παραγωγής (καθοριζόμενες από τα φυσικά-τεχνικά δεδομένα της παραγωγικής διαδικασίας) προσδιορίζουν το σύστημα χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή στις αξίες. Μαζί με την απόρριψη της αξίας συμπέραναν ότι μία σειρά άλλων Μαρξικών επιχειρημάτων (όπως η διάκριση παραγωγικής-μη παραγωγικής εργασίας, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους κλπ.) είναι επίσης άστοχα και θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. Το υπόλοιπο μέρος της Μαρξικής ανάλυσης υποτίθεται ότι αποτελεί την ουσία της θεωρίας του και μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί μέσα σε ένα σύγχρονο πλαίσιο στην υποτιθέμενα κοινή παράδοση Ricardo-Marx-Sraffa-Keynes-Kalecki (Steedman (1977), σ.205-7). Πιό συγκεκριμένα, προώθησαν δύο θεμελιακές θέσεις:

1) Ο κεντρικός στόχος των Μαρξικών οικονομικών είναι, πάνω από όλα, η συγκρότηση μίας προσδιορισμένης θεωρίας των τιμών. Συνεπώς, η Μαρξιστική Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας θα πρέπει να μετασχηματισθεί σε μία θεωρία γενικής ισορροπίας εκφρασμένη σε ένα επιλύσιμο σύνολο ταυτόχρονων εξισώσεων.

2) Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η αξία είναι μία περιττή τεχνική παράμετρος. Η μόνη χρησιμότητα της είναι ότι αποκαλύπτει την πηγή προέλευσης της υπεραξίας και τον ταξικό-εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, αν και ακόμη και αυτός ο ρόλος της δεν είναι άνευ προβλημάτων.

Ο πυρήνας του νεο-Ρικαρδιανού επιχειρήματος είναι ο ακόλουθος. Το κόστος παραγωγής κάθε εμπορεύματος ισούται με το σύνολο των τιμών των αναγκαίων υλικών εισροών συν τους απαιτούμενους μισθούς. Οταν αυτό το κόστος πολλαπλασιασθεί επί το ενιαίο ποσοστό κέρδους δίνει την μάζα των κερδών. Το άθροισμα του συνολικού κόστους και του συνολικού κέρδους δίνει την τιμή του συνολικού προϊόντος. Εάν είναι δεδομένη η ποσότητα υλικών εισροών και εργασίας που χρησιμοποιείται σε κάθε διαδικασία παραγωγής, μπορεί να διατυπωθεί ένας αριθμός εξισώσεων ίσος με τον αριθμό των διαδικασιών παραγωγής. Για να μπορεί να επιλυθεί το σύστημα πρέπει ο αριθμός των διαδικασιών παραγωγής (εκφρασμένος στις αντίστοιχες εξισώσεις) να είναι ίσος με τον αριθμό των προϊόντων. Στο σύστημα εξισώσεων αυτό οι άγνωστοι είναι οι τιμές, το ποσοστό των μισθών και το ποσοστό κέρδους. Εάν ορισθεί άλλη μία εξίσωση που να προσδιορίζει ένα ειδικό εμπόρευμα ή ένα καλάθι εμπορευμάτων ως αποτιμητή (numeraire) τότε έχουμε έναν άγνωστο περισσότερο από τις εξισώσεις. Ενας τρόπος επίλυσης του προβλήματος, που μπορεί να έχει οικονομικό νόημα, είναι να απαλειφθούν όλες οι τιμές και να κρατηθεί μόνο μία εξίσωση η οποία να συνδέει το ποσοστό κέρδους με το ποσοστό των μισθών εκφρασμένα στον επιλεγμένο αποτιμητή. Η αποδοχή είτε ενός δεδομένου ποσοστού μισθών είτε ενός δεδομένου ποσοστού κέρδους επιτρέπει, τότε, τον υπολογισμό της άλλης παραμέτρου.

Η κρίσιμη ιδέα, πίσω από τις νεο-Ρικαρδιανές θέσεις, είναι μία ειδικού τύπου κατανόηση της σχέσης μεταξύ των σφαιρών οικονομικής δραστηριότητας (παραγωγή-κυκλοφορία-ανταλλαγή-διανομή). Η σφαίρα της παραγωγής κατανοείται ως η περιοχή όπου η εργασία τίθεται σε δράση με την χρήση μέσων παραγωγής και με σκοπό την δημιουργία προϊόντων. Οι σχέσεις διανομής καθορίζουν την κατανόμη του προϊόντος μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών τάξεων. Οι σχέσεις αυτές επομένως υπερκαθορίζουν την παραγωγή ως το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η υλική παραγωγή λαμβάνει χώρα. Ομως η παραγωγή καθ΄εαυτή δεν είναι μία κοινωνική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι πράγματι η προαναφερθείσα προσέγγιση πλεονάσματος του Ricardo, σε αντίθεση με την προσέγγιση υπεραξίας του Marx.

Στις Σραφιανές θέσεις εναντιώθηκε μία ομάδα συγγραφέων (όπως οι Pilling (1986), Fine-Harris (1979), Fine (1986), Elson (1979), Gerstein (1986), Weeks (1981), Himmelweit-Mohun (1978), Shaikh (1977) κλπ.) που υποστήριξαν την Μαρξιστική Αξιακή θεωρία[11]. Στην κατεύθυνση αυτή αμφισβήτησαν πολλά από τα βασικά σημεία της Μαρξιστικής ορθοδοξίας της ενδιάμεσης περιόδου[12]. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη, από την δεκαετία του ΄70, μίας προσέγγισης που ασπαζόταν την Αξιακή θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας. Η τελευταία αποτελεί την κοινωνική υπόσταση που εκφράζεται στις αξίες των εμπορευμάτων. Επειδή αυτή η εργασία είναι πάνω από όλα μία ιδιόμορφη κοινωνική διαδικασία, όχι απλά μία τεχνολογική προϋπόθεση. η εργασία που αντανακλάται σε ένα εμπόρευμα δεν είναι απαραίτητα ίση με την εργασία που ξοδεύθηκε για την παραγωγή του. Αντί επομένως να εξάγεται αναλυτικά από τις τρέχουσες τεχνικές συνθήκες παραγωγής, η αξία συλλαμβάνεται ως “μία αυτο-κινούμενη υπόσταση… αξία-εν-διαδικασία”, εξαγόμενη σε ιστορικό χρόνο μέσω της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Κατά τον Fine (1986) η τάση αυτή, ξεκινόντας με την απόρριψη της φιλο-Ρικαρδιανής θέσης των Dobb-Meek – που βασίσθηκε στην κριτική του Pilling (1986) (βλέπε την συζήτηση μεταξύ Pilling (1973) και Meek (1973b)) – και της φιλο-Κεϋνσιανής άποψης του Sweezy (βλέπε Weeks (1982)), βασίσθηκε στους εξής άξονες:

1) Μία ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ της Αξιακής θεωρίας της Ενσωματωμένης Εργασίας του Ricardo και αυτής της Αφηρημένης Εργασίας του Marx.

2) Την απόδοση ειδικής έμφασης στην σημαντικότητα της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου του Marx και ιδιαίτερα στην σχέση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, ουσίας και εμφάνισης, ιστορικά συγκεκριμένου και αφηρημένου (δηλαδή μία έμφαση στα Εγελιανά στοιχεία του Marx).

3) Την αναγνώριση της κεντρικότητας της Αξιακής θεωρίας – και των ζητημάτων που απορρέουν από αυτήν (την διαδικασία μετασχηματισμού, την διάκριση παραγωγικής-μη παραγωγικής εργασίας, την θεωρία κρίσης και την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους) – για την ανάλυση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αλλά και την αντιπαράθεση με τα ορθόδοξα Οικονομικά.

4) Την επιστροφή στα Μαρξικά κείμενα και ιδιαίτερα σε ορισμένα έργα (όπως τα Grudrisse και το μετέπειτα ανέκδοτο κεφάλαιο για την Αξιακή Μορφή της πρώτης έκδοσης του “Κεφαλαίου”) καθώς και στην επανανακάλυψη ορισμένων παραγνωρισμένων συγγραφέων (όπως του Rubin (1973, 1978) και του Rosdolsky (1977)).

Οι νεο-Ρικαρδιανοί κατηγορήθηκαν ότι αποτυγχάνουν να συλλάβουν την αφηρημένη εργασία ως κοινωνική εργασία και το μέγεθος της αξίας ως κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Αντίθετα, τοποθετήθηκαν σε ένα πιό χαμηλό επίπεδο αφαίρεσης καθώς ασχολήθηκαν μόνο με τις τιμές παραγωγής, υποθέτοντας ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαίων λειτουργεί περίπου αυτόματα επιβάλλοντας ένα ενιαίο ποσοστό κέρδους. Αγνόησαν ότι την διαλεκτική μέθοδο του Marx και ότι ο τελευταίος ξεκίνησε από το υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης – αυτό του κεφαλαίου εν γένει, στον πρώτο τόμο – στοχεύοντας να δείξει τις γενικές τάσεις του συστήματος που βασίζονται στην θεμελιακή σχέση του (την σχέση κεφαλαίου-εργασίας) και ακολούθως, στην βάση των προηγούμενων, προχώρησε στην μελέτη του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Αναφορικά με το ζήτημα της εκμετάλλευσης, η νεο-Ρικαρδιανή άποψη αποδείχθηκε επίσης εσφαλμένη καθώς υποστήριζε ότι η απόδειξη της εκμετάλλευσης της εργασίας στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία δεν προκύπτει από την Αξιακή θεωρία αλλά από την έννοια του πλεονάσματος, το οποίο κατανοείται ως φυσικο-τεχνικό αποτέλεσμα. Η διαδικασία παραγωγής (και τα συναφή ζητήματα της επιλογής τεχνολογίας, του τρόπου και της έντασης της εργασίας κλπ.) θεωρείται ότι οργανώνεται χωρίς κοινωνικές επιρροές και περίπου εν απουσία ταξικής πάλης. Το αποτέλεσμα της είναι η παραγωγή ενός πλεονάσματος το οποίο στην συνέχεια διανέμεται μεταξύ κοινωνικών τάξεων και πλέον εκεί αναφύεται η εκμετάλλευση καθώς η κοινωνική παραγωγή (και το πλεονάζον τμήμα της) δημιουργούνται από την εργασία αλλά διανέμονται μεταξύ αυτής και του κεφαλαίου. Συνεπώς, η εκμετάλλευση ορίζεται στο έδαφος της διανομής και όχι, όπως για την Μαρξική θεωρία, στο έδαφος της παραγωγής. Γι’ αυτό άλλωστε αποτυγχάνουν να κατανοήσουν ότι η Μαρξική Αξιακή θεωρία δεν αποτελεί πρωτίστως ένα μέσο προσδιορισμού των τιμών ισορροπίας αλλά μία θεώρηση σχεδιασμένη για να ερμηνεύσει την ιστορική ιδιαιτερότητα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Όμως η αντίδραση στον νεο-Ρικαρδιανό τεχνικισμό δεν δημιούργησε ένα ενιαίο ρεύμα αλλά μάλλον άνοιξε τον δρόμο για μία σειρά νέες συζητήσεις σχετικά με την κατασκευή ενός κοινωνικού αξιο-θεωρητικού παραδείγματος. Παραδείγματος χάριν, ενώ η ανάλυση της αξιακής μορφής αποτέλεσε θεμελιακό στοιχείο κάθε σχεδόν άποψης που υποστηρίζει την Αξιακή θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας, τα τελευταία χρόνια προβλήθηκε ως μία ιδιαίτερη τάση από ορισμένους συγγραφείς (όπως οι Backhaus (1990, 1993), Eldred-Hanlon (1981), Eldred-Hanlon-Kleiber-Roth (1982, 1983, 1984, 1985), και Hansen-Pedersen-Stenderup (1984). Η αρχική πηγή έμπνευσης τους ήταν μία σημαντική εργασία του Backhaus (1969), ο οποίος προσπάθησε να απομακρύνει πλήρως την Μαρξική Αξιακή θεωρία από αυτή του Ricardo. Σύμφωνα με τον Backhaus (1969), ο Marx στοχευε σε πολλά από τα γραπτά του (1859 «Κριτική», 1867 «Κεφάλαιο», κεφ.1ο και σε διάφορα μέρη στα Grundrisse και στις «Θεωρίες της Υπεραξίας») να αποστασιοποιηθεί από την Ρικαρδιανή Αξιακή θεωρία. Βέβαια, κατά τον Backhaus, ένα  μεγάλο μέρος της θεωρίας των τριών τόμων του «Κεφαλαίου» επιστρέφει στον Ρικαρδιανισμό. Η θέση αυτή υιοθετήθηκε από τους Eldred, Hanlon, Kleiber και Roth που προσπάθησαν να ανακαλύψουν μία απόκλιση όσον αφορά την ανάλυση της αξιακής μορφής μεταξύ Marx και Engels (που υπήρξε ο επιμελητής του δεύτερου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου»). Η τελική κατάληξη ήταν η πλήρης άρνηση κάθε εργασιακής θεωρίας της αξίας[13].

VI. Σύγχρονες προβληματικές για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας

Χρήμα και Αφηρημένη Εργασία

Οι νεώτερες συζητήσεις για την Αξιακή θεωρία έχουν σημαδευθεί από τις αντιπαραθέσεις σχετικά με την φύση και την μορφή ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας. Μία εξαιρετικά δημοφιλής γραμμή απάντησης στο ερώτημα αυτό ορίζει το χρήμα ως την ενσάρκωση και το μοναδικό μέτρο της αφηρημένης εργασίας και καταλήγει σε μία βασισμένη στην αγορά και στην κυκλοφορία αντίληψη της αξίας. Μία άλλη άποψη προσπαθεί να ανακαλύψει μία αδιαμεσολάβητη και απτή ύπαρξη της (δηλαδή υπάρχουσα χωρίς να χρήζει διαμεσολαβούμενης εμφάνισης) μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Δηλαδή θεωρεί ότι στον σύγχρονο καπιταλισμό ολοένα και περισσότερο επικρατεί μία γενικά κοινή μορφή αδιαφοροποίητης εργασίας. Και οι δύο θεωρήσεις αυτές είναι προβληματικές καθώς πάσχουν από ένα λανθάνοντα εμπειρισμό και αδυνατούν να κατανοήσουν ορθά την διαλεκτική μορφής και περιεχομένου. Θεωρούν ότι περιεχόμενο πρέπει να είναι αυτοτελώς απτό, αλλιώς δεν υφίσταται. Όμως για τον Marx  το αφηρημένο δεν είναι αναγκαία και αυτοτελώς απτό, αλλά συνήθως χρειάζεται να έχει μία διαμεσολαβημένη μορφή έκφρασης. Αυτό όμως δεν το καθιστά λιγότερο πραγματικό.

Η πρώτη άποψη αναφέρεται συνήθως ως «σχολή Rubin», αν και η σχέση της με τον Ρώσο θεωρητικό είναι το λιγότερο προβληματική[14]. Eνα τυπικό δείγμα της αποτελεί το έργο συγγραφέων όπως οι Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), Cartelier (1976) και De Vroey (1982) που προσπάθησαν να επεξεργασθούν μια θεωρία της αφηρημένης εργασίας στη βάση ενός κοινωνικού παραδείγματος, εν αντιθέσει με το τεχνολογικό Σραφιανό. Για το σκοπό αυτό τόνιζαν εμφατικά την αναγκαιότητα σύνδεσης της φυσικο-τεχνικής διάστασης με την κοινωνική διάσταση των οικονομικών δραστηριοτήτων. Tο χρήμα θεωρήθηκε ως η έκφραση του μετασχηματισμού του ιδιωτικού σε κοινωνικό κεφάλαιο και ως η κοινωνική ενσωμάτωση της αξίας-εν-διαδικασία (value-in-process) και συνεπώς ότι μόνο διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα η ιδιωτική εργασία αξιοποιείται και γίνεται αφηρημένη κοινωνική εργασία.  Kατ’ αυτούς η αξία αντί να συνδέεται με μια απλή ενσωμάτωση εργασίας – ένα τεχνικό προτσές – αναφέρεται σε αυτή την αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας διαμέσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα.  Eπομένως αποδέχθηκαν ότι η ανάλυση της μορφής-αξίας (value-form) είναι θεμελιακή για την οικοδόμηση ενός κοινωνικού παραδείγματος. Yποστήριξαν ότι σκοπός της Aξιακής θεωρίας θα έπρεπε να είναι να ερμηνεύσει την ειδική λειτουργία μιας αποκεντρωμένης οικονομίας στην οποία δεν είναι νοητή μια a priori κοινωνική συνοχή, παρά ο προσδιορισμός της ισορροπίας των μεγεθών ανταλλαγής.  Ως συνεπακόλουθο, η ποιοτική πλευρά της Aξιακής θεωρίας διαχωρίζεται από την ποσοτική και, ενώ η πρώτη αναβαθμίζεται, η σημασία της δεύτερης μειώνεται.  Στο πλαίσιο αυτό οι Benetti και Cartelier υποστήριξαν ότι οι αξίες και οι τιμές είναι «μη-σύμμετροι» (incommensurable) παράγοντες και επιτέθηκαν στο Marx για την προσπάθειά του να κατασκευάσει σχέσεις του τύπου «το σύνολο των τιμών ισούται με το σύνολο των αξιών», εφόσον αυτές συνδέουν αυτούς τους «μη σύμμετρους» παράγοντες.

Tα προβλήματα της θεώρησης αυτής είναι σημαντικά και τα αποτελέσματά τους φάνηκαν στη μετέπειτα εξέλιξή της η οποία κατέληξε για πολλούς από τους υποστηρικτές της στην ολοκληρωτική ανατροπή των αρχικών θέσεών τους, την απόρριψη της αξίας και την αντικατάστασή τους με το χρήμα ως την καθοριστική παράμετρο του θεωρητικού συστήματός τους.  Παραδείγματος χάριν, οι Benetti και Cartelier (1980) όπως και ο Deleplace (1981), ενώ εξακολουθούν να υποστηρίζουν το κοινωνικό παράδειγμα, απορρίπτουν κάθε αναφορά στην αξία.  Απορρίπτουν το εμπόρευμα ως το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης της σύνδεσης των φυσικών και κοινωνικών πλευρών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και κρατούν μόνο την κοινωνική πλευρά υποστηρίζοντας ότι τα οικονομικά δεν μπορούν να πουν τίποτα για τη φυσική διάσταση.  Tο νέο σημείο εκκίνησης είναι το χρήμα επειδή είναι η μόνη κοινωνική σχέση η οποία στο αποκεντρωμένο σύστημα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι άμεσα κοινωνική. Όμως το χρήμα δεν συνδέεται πλεόν με την αφηρημένη εργασία και την αξία. Μετακινήθηκαν επομένως από μια θεωρία που συνδέει τις φυσικές και κοινωνικές διαστάσεις σε μια που θεωρεί μόνο τις τελευταίες καθώς υποστηρίζουν ότι οι κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούν να αναλύσουν τη συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία αλλά μόνο τις μορφές κοινωνικοποίησης. Tο χρήμα λειτουργεί ταυτόχρονα ως η ουσία και η μορφή της κοινωνικοποίησης. H αξιακή αποτίμηση των εμπορευμάτων είναι απλά η χρηματική ισοδυναμία τους.

Tο καθοριστικό σφάλμα των αρχικών θεωριών των συγγραφέων αυτών είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των θεωριών της λεγόμενης «σχολής Rubin»[15]. H όχι αδικαιολόγητη έμφαση τους με την κοινωνική διάσταση, σε αντίθεση με τις τεχνικιστικές και φυσικιστικές παρεκκλίσεις, καταλήγει σε μια απόπειρα να θεμελιωθεί ένας εκπρόσωπος της διάστασης αυτής ως η απόλυτη ενσάρκωση της. Aυτός ανακαλύπτεται στο χρήμα, το οποίο ως γενικό ισοδύναμο κάθε εμπορεύματος και επομένως ως ο γενικός διαμεσολαβητής όλων των εμπορευματικών ανταλλαγών, έχει έναν προφανή κοινωνικό χαρακτήρα.  Όμως η θεοποίηση του γενικού ισοδύναμου ως της αποκλειστικής και απόλυτης έκφρασης της κοινωνικής διάστασης αποτελεί μια υπεραπλοποίηση και, επιπλέον, έχει τις δικές της φετιχιστικές προεκτάσεις.  Yποβαθμίζει βέβαια τον ενδοφυή κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής σε ένα κατακερματισμένο σύνολο ιδιωτικών προτσές, κατανοητών από μία βασικά τεχνική οπτική γωνία και συνδεομένων μόνο μέσω της ανταλλαγής.  Aυτό είναι μια καρικατούρα της θεωρίας του Marx για τον αναρχικό χαρακτήρα του καπιταλισμού γιατί αγνοεί τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (ή τον κατανοεί με μια κυκλοφοριακή έννοια) και έχει ισχυρές ομοιότητες με τα ορθόδοξα οικονομικά της ανταλλαγής.  Kατά το Marx, στην ανταλλαγή γίνεται ορατή η αντίθεση που είναι εσωτερική στην παραγωγή καθ’ εαυτή, δηλαδή η αντίθεση μεταξύ της ιδιωτικής εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. H αντίθεση αυτή είναι εσωτερική, ενδοφυής στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας καθ’ εαυτό. Eπομένως, η κοινωνική διάσταση προκύπτει και υπάρχει πρώτα και κύρια στην παραγωγή. Eπιπρόσθετα στο Mαρξικό πλαίσιο η αξία, η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα των κοινωνικών σχέσεων, δημιουργείται στην παραγωγή και ορίζεται πριν και ανεξάρτητα από το χρήμα[16].  Φυσικά, για το Marx το χρήμα είναι αναπόσπαστο στοιχείο του καπιταλισμού, σε αντίθεση με την κλασική Πολιτική Οικονομία που τον θεωρούσε ουσιαστικά ως σύστημα εμπράγματης ανταλλαγής. Όμως η εμπορευματική ανταλλαγή προηγείται λογικά της κατηγορίας του χρήματος και η ανταλλακτική ισοδυναμία μεταξύ των εμπορευμάτων προκύπτει πρώτα και κύρια από τον κοινό ενδοφυή χαρακτήρα τους, δηλαδή το ότι είναι προϊόντα εργασίας.  Aυτό κάνει τα εμπορεύματα σύμμετρα καθ’ εαυτά.  Tο χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαμεσολαβούν την ισοδυναμία αυτή, αλλά δεν είναι οι πρωταρχικοί προσδιοριστικοί παράγοντες[17]. Tο χρήμα δεν προηγείται του εμπορεύματος αλλά γεννάται από τη διαφοροποίηση μέσα στην εμπορευματική ανταλλαγή. H αξία, επομένως, δημιουργείται στην παραγωγή και αξιοποιείται στην ανταλλαγή. H κρίσιμη διάκριση είναι αυτή μεταξύ αξίας χρήσης (εκφράζουσας την υλική θεμελίωση της παραγωγής) και αξίας (της κοινωνικής μορφής). H παραγωγή και η κυκλοφορία αξιών χρήσης δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: μια συγκεκριμένη προσδιορισμένη ποσότητα αξιών χρήσης πρώτα παράγεται και μετά ανταλλάσεται. Eπιπλέον η παραγωγή και η κυκλοφορία της αξίας δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα: ο χρόνος εργασίας ξοδεύεται στην παραγωγή αλλά αξιοποιείται κοινωνικά στην ανταλλαγή.  Συνεπώς η αφηρημένη εργασία και η αξία προηγούνται του χρήματος. H αφηρημένη εργασία δημιουργεί αξία στο άμεσο προτσές παραγωγής, πριν την ανταλλαγή. H κατηγορία του χρήματος εξάγεται από την κατηγορία του εμπορεύματος μόνο όταν η κατηγορία της αξίας έχει επαρκώς αναπτυχθεί.

Mια κοινή συνέπεια αυτών των θέσεων της σχολής «Rubin» είναι η εκφυγή στον κυκλοφορισμό και η υποβάθμιση της πρωτοκαθεδρίας της στιγμής της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου (total circuit of capital).  Tα σφάλματα αυτά διάνοιξαν το δρόμο για την εκθρόνιση, σε ένα μετέπειτα στάδιο, της αξίας από το χρήμα. O υπερκριτικισμός και της αρχικής περιόδου και ο απολυτοποιημένος διαχωρισμός μεταξύ των ποιοτικών και ποσοτικών πλευρών της αξίας (με στόχο την εδραίωση της σημαντικότητας της κοινωνικής διάστασης) οδήγησαν αργότερα σε ένα συνεπακόλουθο πλήρες διαζύγιο μεταξύ της φυσικής και της κοινωνικής διάστασης. Tο χρήμα τότε αποτέλεσε μια εύκολη, αλλά επίσης εξαιρετικά στενή και αδόμητη, λύση στο δίλημμα αυτό.  Aφενός, δεν μπορεί να του προσαφθεί η κατηγορία του τεχνικισμού εφόσον τοποθετείται άμεσα στο επίπεδο του κοινωνικού (συνήθως μέσω της εξαγωγής του από τις λειτουργίες του κράτους, εν αντιθέσει με τη Mαρξική εξαγωγή του από το εμπόρευμα. Aφετέρου, έχει μια άμεση και αδιαμεσολάβητη φυσική παρουσία.  Eπομένως, η διασπασμένη σχέση κοινωνικού και φυσικού επανεδραιώνεται, κατά κάποιο τρόπο, μέσω μιας αυθαίρετης μορφοποίησης γύρω από το χρήμα και με κόστος την αχρήσευση της αξίας.  H αρχική βύθιση στο κοινωνικό και το βασίλειο της ουσίας κατέληξε σε μια συγκεκαλυμμένη επιστροφή στο φυσικά παρατηρήσιμο και στο επίπεδο της εμφάνισης.

Αντίθετα με την λεγόμενη «σχολή Rubin», μία άλλη άποψη υποστήριξε ότι η αφηρημένη εργασία προκύπτει με έναν άμεσα ορατό τρόπο μέσα στην άμεση διαδικασία παραγωγής. Η άποψη του Gleicher (1983, 1985, 1985-6) είναι αντιπροσωπευτική αυτής της οπτικής. Ο τελευταίος προσπάθησε «να σχεδιάσει μία εναλλακτική οντολογία της αξίας ως αφηρημένης εργασίας… η οποία να περιλαμβάνει ταυτόχρονα παραδοσικά Μαρξιστικά, όπως και Σραφιανά στοιχεία, ενώ επίσης απορρίπτει στοιχεία και από τις δύο αυτές προσεγγίσεις». Συνέδεσε την αντίληψη του Uno (1980) για την αξία (η οποία βασίζεται στην ανάλυση του «εμπορεύματος καθ΄εαυτού», δηλαδή χωρίς να συνδέεται η εμπορευματική ανταλλαγή με κάποιον κοινωνικό τρόπο παραγωγής) καθώς και την ανάλυση της καπιταλιστικής εργασικακής διαδικασίας των Braverman (1974) και Aglietta (1979).

Στην ουσία ο Gleicher υιοθέτησε μία ενδιάμεση θέση, υποστηρίζοντας ότι οι όροι που χρησιμοποιούν οι Σραφιανοί – οι τεχνικές παράμετροι και το ποσοστό των μισθών – προσδιορίζουν τις τιμές παραγωγής μόνο πρώτον, μέσω της ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας ως ενός πραγματικού κοινωνικού φαινομένου το οποίο στοιχειοθετεί τις εμπορευματικές αξίες και, δεύτερον, του σχηματισμού της υπεραξίας. Ανακάλυψε δε αυτή την μορφή ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας ως απτή-φυσική παρουσία μέσα στην διαδικασία παραγωγής επειδή – κατά τον Babbage και τον Braverman – ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει την τάση να αποειδικεύει την εργασία[18]. Συνεπώς, ο εργάτης-μάζα (δηλαδή μία γενική και αδιαφοροποίητη μορφή συγκεκριμένης εργασίας) τείνει να γίνει η κυρίαρχη φιγούρα της κοινωνικής παραγωγής. Αρα η καπιταλιστική ανάπτυξη καταλήγει στην ιστορική αφαίρεση της εργασίας, όπου η αφηρημένη εργασία είναι πλέον πραγματική (συγκεκριμένη) εργασία η οποία ανεξαρτητοποιείται από διάφορες αξίες χρήσης και είναι ομογενής σε ολο το φάσμα τους[19]. Όταν αντιμετώπισε δικαιολογημένες επικρίσεις, καθώς η θέση περί αποειδίκευσης έχει εμπειρικά απορριφθεί και αντιθέτως ο σύγχρονος καπιταλισμός εμφανίζει συνδυασμούς ειδίκευσης-αποειδίκευσης, ο Gleicher (1985-6, σ.466) μετακίνησε το επιχείρημα του από την οργάνωση της παραγωγής στο σύστημα ιεραρχίας. Υποστήριξε ότι η τάση αποειδίκευσης ισχύει αλλά ταυτόχρονα η ιεραρχία των ειδικεύσεων δεν έχει εξαλειφθεί. Όμως έχει αλλάξει χαρακτήρα καθώς δεν προκύπτει από την άμεση αλληλεπίδραση του εργάτη με το παραγόμενο εμπόρευμα αλλά από διαφοροποιήσεις στην λειτουργία, συντήρηση και σχεδιασμό μηχανημάτων. Οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι κοινές για ένα ευρύ φάσμα κλάδων. Επομένως ακόμη και εξαιρετικά εξειδικευμένες εργασίες γίνονται αφηρημένες. Κατέληξε δε ότι η ιεραρχία των ειδικεύσεων δεν απηχεί την σχετική παραγωγικότητα (μονάδες αξίας χρήσης ανά ώρα εργασίας) των επιμέρους εργατών και ο καθένας από τους τελευταίους – ασχέτως της θέσης που κατέχει στην ιεραρχία των ειδικεύσεων, δεν είναι παραγωγός μίας αξίας χρήσης αλλά η εργασία του είναι αφηρημένη (Gleicher (1983), p.115-6). Tο επιχείρημα αυτό είναι ακατανόητο καθώς ακόμη και οι πιο απλοϊκές απόψεις δεν υποστηρίζουν ότι η ιεραρχία των ειδικεύσεων αντιστοιχεί στην ιεράρχηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Όμως το πρόβλημα με την θέση περί αποειδίκευσης δεν προκύπτει επειδή εξακολουθεί να υπάρχει η ιεραρχία των ειδικεύσεων αλλά επειδή η διαφοροποίηση των εργασιακών καθηκόντων (πολλές φορές άσχετα από την διοικητική θεσμοθέτηση της) παραμένει ένα χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Η διαφοροποίηση αυτή συμπεριλαμβάνει άλλες διαδικασίες παραγωγής που ο εσωτερικός καταμερισμός εργασίας γίνεται πιο απλός και άλλες που αντιθέτως γίνεται πιο σύνθετος. Επίσης, δεν υπάρχει μία ορατή τάση όλες αυτές οι αντιφατικές διαφοροποιήσεις να είναι ομοιόμορφες σε όλους τους κλάδους αλλά αντίθετα παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές.

Ένα τελευταίο λάθος του Gleicher είναι ότι συμπεριλαμβάνει αδιάκριτα και αδικαιολόγητα, υπό τον τίτλο «σχολή Rubin» σχεδόν κάθε συγγραφέα που υποστηρίζει την ανάλυση της αξιακής μορφής (όπως τους Pilling, Rowthorn, Arthur, Gerstein, Kay, Fine, Harris, Himmelweit, Mohun, Elson, Eldred, Hanlon, De Vroey, Foley, Lipietz) ασχέτως των διαφορών τους και εάν αποδέχονται το χρήμα ως την ενσάρκωση και το μοναδικό μέτρο της αξίας. Παραδείγματος χάριν, οι Foley, De Vroey και Lipietz εμπίπτουν δικαιολογημένα στην κατηγορία αυτή. Οι Eldred και Hanlon υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές και επίσης απορρίπτουν κάθε εργασιακό περιεχόμενο της αξίας* όμως αναγνωρίζουν ότι ο Rubin διαφωνούσε ρητά με την άποψη αυτή. Οι Himmelweit και Mohun κρατούν μία ενδιάμεση θέση, καθώς υποστηρίζουν ότι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας προσδιορίζεται στην σφαίρα της ανταλλαγής. Όμως, από την άλλη πλευρά, οι Elson[20], Fine, Harris, Pilling και Gerstein. δεν αποδέχονται ότι το χρήμα είναι η μοναδική και άμεση ενσάρκωση της αφηρημένης εργασίας και διακρίνουν ρητά – ακολουθόντας τον Marx – μεταξύ του ενδοφυούς (χρόνος εργασίας) και του εξωτερικού (χρήμα) μέτρου της αξίας.

Οι σημερινές συζητήσεις σχετικά με την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας κινούνται σε συναφές έδαφος. Η μεν προσέγγιση τύπου Gleicher έχει σαφώς περιθωριοποιηθεί εξαιτίας των εμφανών αδυναμιών της. Αντιθέτως μία σειρά θεωρίες δοκιμάζουν να αναδιατυπώσουν την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας γύρω από την έννοια του χρήματος -όχι απαραίτητα ταυτιζόμενες με την «σχολή Rubin». Η «Νέα Λύση» στο πρόβλημα του μετασχηματισμού αποτελεί τον πιο επιφανή εκπρόσωπο της κατεύθυνσης αυτής. Επίσης, μία σειρά άλλες προσεγγίσεις όπως η επονομαζόμενη “υπερκαθοριστική” (overdeterminist) λύση (Wolff-Roberts-Callari (1982)) και το Προσωρινό Ενιαίο Σύστημα (Carchedi-Freeman (1996)) ακολουθούν παραπλήσιους δρόμους.

Η “Νέα Λύση” στο πρόβλημα του μετασχηματισμού

Η «Νέα Λύση» (Dumenil (1980), (1983-84), Foley (1982)) έχει ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω της απήχησης της αλλά και γιατί δείχνει με τον πιο συνεκτικό ίσως τρόπο τα θετικά αλλά και τα αρνητικά στοιχεία μίας αντιμετώπισης του προβλήματος της αξίας με την προσφυγή στο χρήμα. Κατ’ αρχήν υποστηρίζει ότι η αφηρημένη εργασία εκφράζεται άμεσα και αποκλειστικά στο χρήμα. Η συσχέτιση αυτή τοποθετείται άμεσα στο επίπεδο των συνολικών μεγεθών μίας καπιταλιστικής οικονομίας. Το καθαρό προϊόν θεωρείται το κατάλληλο πεδίο εφαρμογής της συσχέτισης – καθώς το ακαθάριστο προϊόν παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα – και, επομένως, εξισώνεται η συνολική αξία του με την συνολική ζωντανή εργασία.

Οι τεχνικές συνθήκες παραγωγής συγκεφαλαιώνονται από το διάνυσμα του ακαθάριστου προϊόντος x, του καθαρού προϊόντος y, και της τεχνολογίας παραγωγής που δίνεται από την μήτρα των εισροών A.

(1)                          y = x – Ax

Το διάνυσμα των αξιών λ, εξαρτάται από την μήτρα των εισοών A, και το διάνυσμα της ζωντανής εργασίας l.

(2)                          λ = λA + l

Από τις δύο προηγούμενες σχέσεις έπεται ότι η αξία του καθαρού προϊόντος ισούται με την συνολική ζωντανή εργασία που ξοδεύθηκε στην διαδικασία παραγωγής.

(3)                          λy = lx

Οι σχέσεις (1)-(3), είναι εν γένει αποδεκτές από κάθε εκδοχή της Εργασιακής θεωρίας της Αξίας. Δεδομένου ενός οποιουδήποτε διανύσματος τιμών p, το καθαρό προϊόν σε όρους τιμών είναι py.

Το επόμενο βήμα της ανάλυσης είναι να χρησιμοποιηθεί η αδιαμφισβήτητη, σε Μαρξιστικά πλαίσια συσχέτιση της τιμής με την αξία για να ορισθεί ένας μετασχηματιστής των μονάδων χρόνου εργασίας (το ενδογενές μέτρο της αξίας) σε μονάδες χρήματος (το εξωτερικό μέτρο της αξίας) ή αντίθετα. Αυτός ορίζεται είτε ως η Νομισματική Εκφραση της Εργασίας – ΝΕΕ (Monetary Εxpression of Labour – MEL)  είτε ως η Εργασιακή Εκφραση του Χρήματος-ΕΕΧ (Labour Expression of Money-LEM) ή “αξία του χρήματος” (αναφερόμενη σε μία πιό κλασική Μαρξική έννοια). Για την υπόλοιπη ανάλυση θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο l* που υποδηλώνει δολλάρια/ώρα. Επομένως,

(4)                          λyl* = py                            ή             l* = py / λy

Στο σημείο αυτό η “Νέα Λύση” διαχωρίζεται ριζικά από την Μαρξική θεωρία χρησιμοποιόντας το l* (την ΝΕΕ) για να μεταφράσει τα αξιακά μεγέθη σε χρηματικά. Η βασική θέση της είναι ότι η έκφραση της αξίας του καθαρού προϊόντος στην τιμή του λαμβάνει χώρα άμεσα μέσω της ΝΕΕ.

Επεται άμεσα από τις εξισώσεις (3) και (4) ότι,

(5)                          l* = py / lx           ΝΕΕ

Συνεπώς η ΝΕΕ υπολογίζεται άμεσα εφόσον το lx μπορεί να προσεγγισθεί μέσω του μεγέθους του εργατικού δυναμικού και του μήκους της εργάσιμης ημέρας, και το py είναι η λογιστική αποτίμηση της προστιθέμενης αξίας από τις στατιστικές των Εθνικών Λογαριασμών.

Το πρόβλημα του μετασχηματισμού, ως γνωστόν, ανακύπτει μετά την εξίσωση (3), όταν το διάνυσμα των τιμών παραγωγής P, εξάγεται από τις τεχνικές συνθήκες παραγωγής A, x, l, υπό την συνθήκη της εξίσωσης του ποσοστού κέρδους για όλα τα ανταγωνιζόμενα κεφάλαια. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να συσχετισθεί το διάνυσμα P με το διάνυσμα των αξιών, με τέτοιο τρόπο ώστε να ικανοποιούνται οι δύο Μαρξικές “συνθήκες αμεταβλητότητας”.

Η “Νέα Λύση” ουσιαστικά παραγνωρίζει το πρόβλημα υποστηρίζοντας ότι και οι δύο συνθήκες αμεταβλητότητας ισχύουν μέσω της ΝΕΕ. Οσον αφορά την ισότητα συνολικών τιμών με συνολικές αξίες, αυτή θεωρείται ότι ισχύει μονο για το καθαρό προϊόν (δηλαδή αναγνωρίζεται μόνο η ισότητα της συνολικής τιμής του καθαρού προϊόντος με την συνολική αξία του αλλά όχι του ακαθάριστου προϊόντος). Ταυτόχρονα το μοντέλο της δεν καθορίζει το επίπεδο τιμών αλλά είναι συμβατό με οποιοδήποτε τέτοιο επίπεδο. Για να εξασφαλισθεί η δεύτερη συνθήκη αμεταβλητότητας πρέπει να καθορισθεί η αξία της εργασιακής δύναμης VLP, η πηγή της αξίας και της υπεραξίας. Εδώ η “Νέα Λύση” διαχωρίζεται επίσης από τον κλασικό καθορισμό της (τόσο για τον Marx όσο και για τον Ricardo) ως ίσης με την αξία ενός καλαθιού μισθιακών αγαθών b. Αντιθετα ορίζεται ως:

(6)                          VLP = w(1 / l*)

Επομένως η αξία της εργασιακής δύναμης είναι απλά η μετάφραση του ονομαστικού μισθού w σε αξιακούς όρους μέσω του ΕΕΧ, δηλαδή του αντίστροφου του ΝΕΕ (της εξουσιαζόμενης εργασίας από το χρήμα). Από την (5) προκύπτει ότι η αξία της εργασιακής δύναμης ισούται με το μερίδιο των μισθών στο καθαρό προϊόν:

(7)                          VLP = wlx / py

Τα κέρδη (σε όρους τιμών) και η συνολική υπεραξία δίνονται αντίστοιχα από τις (8) και (9):

(8)                          P = py – wlx

(9)                          S = (1 – VLP)lx

Πολλαπλασιάζοντας την (8) επί (1 / l*) προκύπτει ότι:

(10)                       P(1 / l*) = S

Με τον τρόπο αυτό το πρόβλημα του μετασχηματισμού αντί να επιλυθεί μάλλον ξεπερνιέται.

Το πρόβλημα με την «Νέα Λύση» δεν βρίσκεται τόσο στον μαθηματικό φορμαλισμό όσο στα θεωρητικά της θεμέλια (βλέπε Lapavitsas-Mavroudeas (1997)). Αφήνοντας στην άκρη το ζήτημα του καθαρού προϊόντος, οι δύο βασικοί πυλώνες της – η ΝΕΕ (ή η αξία του χρήματος) και η αντίληψη της για την αξία της εργασιακής δύναμης – είναι εξαιρετικά προβληματικοί. Κατ’ αρχήν η ΝΕΕ είναι απλά μία εξ ορισμού σχέση που δεν έχει κανένα αιτιακό περιεχόμενο. Για να εξαχθεί θα πρέπει να γνωρίζουμε την συνολική τιμή. Η «Νέα Λύση» θεωρεί τις τιμές δεδομένες (συνήθως μέσω θεσμικών και ιστορικο-συγκυριακών παραγόντων), εν αντιθέσει με τον Marx που καθόριζε τις τιμές μέσω της αξίας του εμπορευματικού χρήματος. Όμως για την «Νέα Λύση» στον σύγχρονο καπιταλισμό η αξία του χρήματος δεν εξάγεται έστω και έμμεσα από το εμπορευματικό χρήμα. Επιπλέον, ενώ η ΝΕΕ μπορεί να ορισθεί μόνον ex post, χρησιμοποιείται ex ante για να συσχετισθούν οι αξίες με τις τιμές.  Mέσω της ΝΕΕ το χρήμα αντιπροσωπεύει την αξία άμεσα και αδιαμεσολάβητα. Όμως τόσο στην Μαρξική θεωρία όσο και στην καπιταλιστική οικονομία ισχύει το αντίθετο. Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας (η ουσία της αξίας) εκφράζεται σε χρηματικές μονάδες (την τιμιακή μορφή της αξίας) μέσω μίας σειράς διαμεσολαβήσεων, οι οποίες περιέχουν ενδογενώς την δυνατότητα ανισορροπίας. Η ισοπέδωση της διαμεσολαβημένης έκφρασης της αξίας στην τιμή στον λόγο της ΝΕΕ χάνει τόσο την πολυπλοκότητα της διαδικασίας αυτής όσο και την δυνατότητα πρόκλησης ανισορροπίας. Μία σειρά προβλήματα ανακύπτουν από τα παραπάνω που συνδέονται άμεσα με τον δεύτερο πυλώνα της, την αξία της εργασιακής δύναμης. Πρώτον, η εμπορευματική φύση της εργασιακής δύναμης απορρίπτεται. Δεύτερον, ο ορισμός της αξίας της από την «Νέα Λύση» παραπέμπει στην Σμιθιανή ελεγχόμενη εργασία. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να συλλάβει τις επιπτώσεις των διαφοροποιήσεων της παραγωγικότητας της εργασίας πάνω στην αξία της εργασιακής δύναμης.

Tο χαρακτηριστικό στοιχείο του καπιταλισμού είναι ότι μετατρέπει το χρήμα και την εργασιακή δύναμη σε ιδιόμορφα εμπορεύματα. Ο Marx (αλλά και ο Ricardo) προσπάθησαν να αναπτύξουν μία Εργασιακή Θεωρία της Αξίας βασισμένη στην αντίληψη ότι η αξία δημιουργείται στην παραγωγή και ενσωματώνεται στα εμπορεύματα η οποία αφορά και τα δύο αυτά ιδιόμορφα εμπορεύματα. Φυσικά λόγω της ιδιομορφίας τους η εφαρμογή της σε αυτά παρουσιάζει μία σειρά ειδικές πλευρές. Όμως το να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα αυτό με την προσφυγή στην οπτική της ελεγχόμενης εργασίας αδυνατίζει την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας.

Επίλογος

Το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, με όλα τα συναφή προβλήματα και αντιπαραθέσεις, αποτελεί ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο της ανάγκης ύπαρξης μίας θεώρησης των οικονομικών σχέσεων που να ξεπερνά την μυωπική αντίληψη των ορθόδοξων Οικονομικών. Ο αδιαμφισβήτητος ρόλος της εργασίας στην δημιουργία του κοινωνικού πλούτου – παρά τις νέο-κλασικές αλλά και τις σύγχρονες μετα-μοντερνίζουσες συγκαλύψεις – την καθιστά το πιο δόκιμο θεωρητικό πρίσμα.

Βιβλιογραφία

Βackhaus H.G. (1969), “Zur Dialektik der Wertform” in “Beitrage zur marxschen Erkenntnistheorie”, hrsg. von A.Schmidt, Frankfurt – [English translation Eldred-Roth (1980), “On the Dialectics of the Value-form”, Thesis Eleven no.1]

Βackhaus H.G. (1990), “Για την διαλεκτική της αξιακής μορφής”, Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας νο.7 – greek translation of Backhaus (1969)

Βackhaus H.G. (1993), “Το μαρξικό σχέδιο για μια “διαλεκτική μέθοδο ανάπτυξης” ως θεματοποίηση του εσωτερικού στοιχείου της πολιτικής οικονομίας”,  Αξιολογικά νο.5

Baran P.-Sweezy P. (1968), “Monopoly Capital”, Penguin

Benetti C. (1974), «Valeur et Repartition», Presses Universiterais de Grenoble-Maspero

Benetti C.-Berthomieu C.-Cartelier J. (1975), «Economie classique, economie vulgaire», Presses Universitaires de Grenoble-Maspero

Benetti C.-Cartelier J. (1980), «Marchands, salaries et capitalistes», Presses   Universiterais de Grenoble-Maspero

Bohm-Bawerk E. (1891), “The Positive Theory of Capital”, Macmillan

Bohm-Bawerk E. (1975), “Karl Marx and the Close of his System”, Merlin Press [edited by P.Sweezy and including R.Hilferding’s reply, entitled “Bohm-Bawerk’s Criticism of Marx” and L.Bortkievicz’s solution]

Bortkievicz L. (1952), “Value and Price in the Marxian System”, International Economic Papers no.2

Bortkievicz L. (1975), “On the Correction of the Fundamentals of Marx’s Theoretical Construction in Volume 3 of Capital”, in von Bohm-Bawerk E. (1975), “Karl Marx    and the Close of his System”, Merlin Press [von Bortkievicz L. (1907), “Zur      Berichtigung der grundlegenden theoritischen Konstruktion von Marx im dritten Band des Kapitals”, Jahrbucher fur Nationalokonomie and Statistik, July]

Βullock P. (1973),’Categories of Labour Power for Capital’, CSEB τομ.ΙΙ

Βullock P. (1974),’Defining Productive Labour for Capital’, CSEB τομ.ΙΙΙ

Βullock P. – Yaffe D. (1975),’Inflation, Crisis and the post-war boom’, Revolutionary Communist νο.3-4

Cartelier J. (1976), «Surproduit et reproduction sociale», Presses Universiterais de Grenoble-Maspero

De Vroey M. (1981), “Value, Production and Exchange” in Steedman-Sweezy eds.   (1981), “The Value Controversy”, Verso

De Vroey M. (1982), “On the Obsolescence of the Marxian Theory of Value: A Critical Review”, Capital & Class no.17

De Vroey M. (1984), “Inflation: a non-monetarist monetary interpretation”, Cambridge Journal of Economics vol.8

Dmitriev V.K. (1974), “Economic Essays”, Cambridge

Dobb M. (1968), “Political Economy and Capitalism: some essays in economic tradition”, Routledge

Dobb M. (1973), “Theories of value and distribution since Adam Smith: Ideology and economic theory”, Cambridge University Press

Dumenil G. (1980), “De la valeur aux prix de production”, Economica

Eatwell J. (1983), Theories of value, output and employment”, in Eatwell -Milgate (1983), “Keynes’s Economics and the Theory of Value and Distribution”, Duckworth

Eatwell J.-Milgate M. (1983), “Keynes’s Economics and the Theory of Value and Distribution”, Duckworth

Eldred M.-Hanlon M. (1981), Reconstructing Value-Form Analysis”, Capital & Class no.13

Eldred M.-Hanlon M.-Kleiber L.-Roth M. (1982-85), “Reconstructing Value-Form Analysis”, Thesis Eleven, nos. 4 (1982), 7 (1983), 9 (1984), 11 (1985)

Eldred M. (1984), “A reply to Gleicher; history: universal concept dissolves any concept!”, Capital & Class no.23

Elson D. ed. (1979), “Value: The Representation of Labour in Capitalism”, CSE Books

Elson D. (1979), “The Value Theory of Labour” in Elson ed. (1979), “Value: The Representation of Labour in Capitalism”, CSE Books

Faccarello G. (1982), “Sraffa versus Ricardo: the Historical Irrelevance of the “corn- profit” model”, Economy & Society vol.11 no.2

Fine B.-Harris L. (1986), “Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο”, Gutenberg

Fine B. ed. (1986), “The Value Dimension”, Routledge

Foley D. (1982), “The value of money, the value of labour-power and the Marxian Transformation Problem”, Review of Radical Political Economics vol.14 no.2

Foley D. (1997), ‘Recent developments in the Labor Theory of Value’, paper presented at the Eastern Economic Association, Washington DC

Garegnani P. (1982), “On Hollander’s Interpretation of Ricardo’s Early Theory of Profits”, Cambridge Journal of Economics, vol.6 no.1

Garegnani P. (1983), “Ricardo’s Early Theory of Profits and its “Rational Foundation”: a Reply to Professor Hollander”, Cambridge Journal of Economics vol.7 no.2

Garegnani P. (1983b), “Notes on consumption, investment and effective demand”, in Eatwell-Milgate eds. (1983), “Keynes’s Economics and the Theory of Value and Distribution”, Duckworth

Gerstein I. (1986), “Production, circulation and value” in Fine ed. (1986), “The Value Dimension”, Routledge

Gleicher D. (1983), “A historical approach to the question of abstract labour “, Capital & Class no.21

Gleicher D. (1985), “A rejoinder to Eldred: Abstract Labour, the Rubin School and the Marxist Theory of Value”, Capital & Class no.24

Gleicher D. (1985-6), “The ontology of labor values: remarks on the Science & Society value symposium”, Science & Society vol.XLIV no.4

Gramm W. (1988), “The movement from real to abstract value theory, 1817-1959”, Cambridge Journal of Economics vol.12

Hansen L.-Pedersen K.-Stenderup T. (1984), “On methodological problems in economic theory: a critique of aprioristic value theory”, Institut for Socialvidenskab Roskilde Universitetscenter, Instituttets skriftserie no.15

Hilferding R. (1975), “Bohm-Bawerk’s Criticism of Marx” in von Bohm-Bawerk E. (1975), “Karl Marx and the Close of his System”, Merlin Press

Himmelweit S.-Mohun S. (1978), “The Anomalies of Capital”, Capital & Class no.6

Himmelweit S.-Mohun S. (1981), “Real Abstractions and Anomalous Assumptions” in Steedman I.-Sweezy P. (1981), “The Value Controversy”, Verso

Hollander S. (1979), “The Economics of David Ricardo”, Heinemann

Hollander S. (1983), “Professor Garegnani’s Defence of Sraffa on the Material Rate of Profit”, Cambridge Journal of Economics vol.7 no.2

Kalecki M. (1971), “Essays on the dynamics of the Capitalist Economy”, Cambridge University Press

Kay G. (1979), “Why Labour is the starting point of capital”, in Elson ed. (1979), “Value: The Representation of Labour in Capitalism”, CSE Books

Kliman A.-McGlone T. (1988), «The transformation non-problem and the non-transformation problem», Capital & Class no.35

Lapavitsas C.-Mavroudeas S. (1997), ‘The ‘New Solution’ of the transformation problem: some issues regarding the treatment of value’, paper presented at the Eastern Economic Association, Washington DC

Lipietz A. (1982), “The So-Called “Transformation Problem” Revisited”, Journal of Economic Theory no.26

Mandel E.-Freeman A. eds. (1984), “Ricardo, Marx, Sraffa”, Verso

Marx K. (1859), “Zur Kritik der Politischen Okonomie”, MEW 13, Dietz Verlag, Berlin 1974 – English edn. Dobb (1971) -translation S.W.Ryazanskaya, “A Contribution to the Critique of Political Economy”, Lawrence & Wishart

Marx K. (1867), “Das Kapital, Kritik der politischen Okonomie”, Band I, “Die Wertform” (pp. 764-784, dropped in subsequent editions) – English translation Roth-Suchting (1978), “The Value-form”, Capital & Class no.4

Marx Κ. (1978), «Κεφάλαιο», τομ.Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, Σύγχρονη Εποχή

Mavroudeas S. (1990), “Regulation Approach: a Critical Appraisal”, Ph.D. thesis, Birkbeck College, University of London

Μαυρουδέας Σ. (1992), “Η Θεωρία της Αξίας και η Ρύθμιση”, Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών νο.9

Μαυρουδέας Σ. (1993), “Ο I.I.Rubin και η συνεισφορά του στην Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία”, Θέσεις νο.44

Medio A. (1977), “Neo-classiques, neo-Ricardiens et Marx”, in Faccarello G.-de Lavergne P. eds. (1977), “Une Nouvelle Approche en Economie Politique?”, Economica, Paris

Meek R. (1956), “Some Notes on the Transformation Problem”, The Economic Journal, March [also in Meek R. (1967), “Economics and Ideology and Other Essays”, London]

Meek R. (1973), “Studies in the Labour Theory of Value”, Lawrence & Wishart

Meek R. (1973b), “Reply to Pilling”, Economy & Society vol.2

Meek R. (1977), “Value in the History of Economic Thought” in Meek (1977), “Smith, Marx and After: Ten Essays in the Development of Economic Thought”, Chapman & Hall

Morishima M. (1973), “Marx’s Economics”, Cambridge

Pilling G. (1973), “Reply to Meek”, Economy & Economy vol.2

Pilling G. (1986), “The law of value in Ricardo and Marx” in Fine B. (1986), “The Value Dimension”, Routledge

Reuten G.-Williams M. (1989), “Value-Form and the State”, Routledge

Ricardo D. (1972), “Principles of Political Economy and Taxation”, London

Rosdolsky R. (1977), “The making of Marx’s “Capital”, Pluto Press

Rubin I.I. (1973), “Essays on Marx’s theory of value”, Black & Rose

Rubin I.I. (1978), “Abstract labour and value in Marx’s system”, Capital & Class no.5

Samuelson P. (1971), ‘Understanding the Marxian Notion of Exploitation: A Summary of the So-Called Transformation Problem between Marxian Values and Competitive Prices’, Journal of Economic Literature, vol.9 June. p.404

Seton F. (1957), “The Transformation Problem”, Review of Economic Studies, June

Shaikh A. (1977), “Marx’s Theory of Value and the “Transformation Problem””, in Schwartz J. (1977), “The Subtle Anatomy of Capitalism”, Santa Monica, California

Smith A. (1986), ‘The Wealth of Nations’, Penguin

Sraffa P. (1960), “Production of Commodities by Means of Commodities: Prelude to a Critique of Economic Theory”, Cambridge University Press

Steedman I. (1977), “Marx after Sraffa”, New Left Books

Steedman I.-Sweezy P. eds. (1981), “The Value Controversy”, Verso

Sweezy P. (1968), “The Theory of Capitalist Development”, Modern Reader Paperbacks [first edn. 1942]

Sweezy P. (1981), “Marxian Value Theory and Crises”, in Steedman-Sweezy eds. (1981), “The Value Controversy”, Verso

Uno K. (1980), “The Principles of Political Economy”, London

Weeks J. (1981), “Capital and Exploitation”, Edward Arnold

Weeks J. (1982), “A Note on the Underconsumptionist Theory and the Labour Theory of Value”, Science & Society vol.XLVI

Winternitz J. (1948), “Values and Prices: A Solution of the So-called Transformation Problem”, The Economic Journal, June

Wolff R. – Roberts B. – Callari  (1982), «Marx’s (not Ricardo’s) «Transformation Problem»: A Radical Reconceptualization», History of Political Economy vol.14 no.4

Yaffe D. (1972), ‘The Marxian theory of Crisis, Capital and the State’, CSEB τομ.II νο.2

Yaffe D. (1973), ‘The crisis of profitability: A critique of the Glyn-Sutcliffe thesis’, New Left Review νο.80

Yaffe D. (1975), ‘Value and Price in Marx’s Capital’, Revolutionary Communist τομ.I

Zeleny J. (1980), ‘The logic of Marx’, Blackwel


[1] Ο Gramm (1988) διακρίνει -από μία Κεϋνσιανή και φιλο-νεορικαρδιανή σκοπιά – δύο φάσεις στην απάλειψη του ενδιαφέροντος για την Αξιακή θεωρία. Η πρώτη (1870-1920) καλύπτεται από τις Υποκειμενικές θεωρίας της Αξίας και την χαρακτηρίζει ως το ενδιάμεσο στάδιο της νέο-κλασικής μετάβασης. Κατά την δεύτερη φάση (1920-1959) κυριαρχεί η θεωρία της γενικής ισορροπίας και εξαλείφεται πλήρως κάθε Αξιακή θεωρία.

Πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι ο Gramm χρησιμοποιεί τους παραπλανητικούς όρους πραγματική και αφηρημένη αξία. Σε αυτή την κατανόηση της δεύτερης ως κάτι ουσιαστικά μεταφυσικό ακολουθεί την Robinson (1962, σ.26): «Όπως όλες οι μεταφυσικές έννοιες, όταν προσπαθείς να την εντοπίσεις αποδεικνύεται απλά μία λέξη… Παρόλα αυτά προβλήματα που ανέκυψαν κατά την αναζήτηση των αιτιών της αξίας δεν είναι καθόλου κενά περιεχομένου». Αποστασιοποιείται μόνον εν μέρει καθώς υποστηρίζει ότι τα προβλήματα αυτά είναι μεστά σημασίας: «πέραν της βασικής επιβίωσης, τα πιο σημαντικά στοιχεία της ανθρώπινης ευημερίας (πχ. αγάπη, εξουσία, φόβος, φθόνος) είναι μεταφυσικά στον χαρακτήρα τους αλλά πλήρη από αξία». Η θεώρηση αυτή είναι σχεδόν τυπικά θετικιστική-εμπειριστική αλλά με έναν ανεστραμμένο τρόπο. Στην κλασική της έκφραση το μη-απτό δεν υφίσταται και είναι μη-σημαντικό. Στην εκδοχή του Gramm εξακολουθεί να παραμένει μεταφυσικό αλλά είναι σημαντικό στο ηθικό κυρίως επίπεδο.

[2] Στο καπιταλιστικό σύστημα εμπορευματοποιήθηκαν δύο βασικές παραγωγικές δυνάμεις, η εργασιακή δύναμη και η γη, που στην φεουδαλική οικονομία παρέμεναν εκτός της εμπορευματικής σφαίρας.

[3] Κατά την γνωστή ρήση του Marx, η πραγμάτωση της φιλοσοφίας είναι η ενοποίηση της με την κοινωνική δράση του εργατικού κινήματος, σε μία οργανική ενότητα, με στόχο την κοινωνική αλλαγή.

[4] Ο καθορισμός της αξίας απλά από την πρώτη οδηγεί στο παράλογο συμπέρασμα ότι όταν το συγκεκριμένο εμπόρευμα παραχθεί με παρωχυμένες παραγωγικές διαδικασίες (που δεν εξοικονομούν επαρκώς την εργασιακή δύναμη) θα αξίζει περισσότερο. Αντιθέτως, ο Μarx υποστήριξε ότι η αξία του καθορίζεται από την εργασία που απαιτείται για την παραγωγή του υπό τις μέσες συνθήκες παραγωγής που κυριαρχούν στον κλάδο.

[5] Κατά τον Smith ο ανταγωνισμός οδηγεί στην μετακίνηση κεφαλαίων από τους λιγότερο στους περισσότερο κερδοφόρους κλάδους. Η κίνηση αυτή, διαμέσου της αυξομοίωσης της προσφοράς και της ζήτησης, αυξάνει τις τιμές (και κατ’ επέκταση τα κέρδη) στους λιγότερο κερδοφόρους κλάδους και αντιστοίχως τις μειώνει στους περισσότερο κερδοφόρους. Η κίνηση αυτή οδηγεί στην τάση εξίσωση των ποσοστών κέρδους, η οποία βέβαια ποτέ δεν πραγματοποιείται πλήρως. Επομένως, οι τιμές αγοράς διακυμαίνονται γύρω από τις «φυσικές τιμές» που αποτελούν τον μακροχρόνιο μέσο όρο τους. Όπως είναι προφανές, το σύστημα τιμών που εξασφαλίζει την εξίσωση των ποσοστών κέρδους θα είναι αντίστοιχο των αξιών μόνον εάν όλοι οι κλάδοι έχουν την ίδια οργανική σύνθεση κεφαλαίου (δηλαδή αναλογία σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο). Τον γρίφο αυτό προσπάθησε, αποτυχημένα, να λύσει ο Ricardo μέσω του αμετάβλητου μέτρου της αξίας. Παρά την αποτυχία του θεωρούσε ότι το πρόβλημα αυτό είναι απλά ένα ζήτημα σταδιακής προσέγγισης των τιμών στις υπολανθάνουσες αξίες.

[6] Μία πειστική ερμηνεία των επιπέδων αφαίρεσης του πρώτου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου» προτάθηκε από τον Rosdolsky (1977). Μία ακριβής παρουσίαση των διαφορετικών απόψεων πάνω στο θέμα αυτό, καθώς και η υποστήριξη μίας άλλης άποψης από αυτή του Rosdolsky, δίνεται από τον Foley (1997).

[7] Οι υποθέσεις αυτές χαρακτηρίσθηκαν αργότερα ως συνθήκες αμεταβλητότητας.

[8] Ο Medio (1977) παρουσιάζει μία αυτοκριτική του Σραφιανού ρεύματος στο ζήτημα αυτό.

[9] Παρόλα αυτά οι Fine-Harris (1979) διακρίνουν τους μετα-Κεϋνσιανούς από τους μετα-Ρικαρδιανούς όσον αφορά την Αξιακή θεωρία, καθώς οι πρώτοι διατηρούσαν ένα (σχετικά αδύναμο) ρόλο για αυτήν ενώ οι δεύτεροι κατέληγαν να την θεωρούν περιττή.

[10] Είναι αλήθεια ότι οι Σραφιανοί, λόγω της επιμέλειας της επανέκδοσης των έργων του Ricardo από τον Sraffa, είχαν κάτι σαν επικυριαρχία επάνω στην Ρικαρδιανή παράδοση. Όμως υπάρχουν ισχυρές αμφισβητήσεις της τόσο από την Μαρξιστική όσο και από την νέο-κλασική σκοπιά. Από την πλευρά της πρώτης, ο Faccarello (1982) αμφισβήτησε την πιστότητα της σραφιανής ερμηνείας πριν από την προσήλωση της σε μία αξιακή θεωρία βασισμένη στον χρόνο εργασίας. Επισης, ο Fine (1983, 1986, σ.13) επέκτεινε την αμφισβήτηση αυτή στην σραφιανή ερμηνεία του προβληματος της Ρικαρδιανής Αξιακής θεωρίας και στην λύση του. Από την νέο-κλασική πλευρά, ο Hollander (1979) αμφισβήτησε την σχέση Ricardo-Sraffa και ακολούθησε μία έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Garegnani (1982, 1983) και Hollander (1983).

[11] Η πρώτη φάση της βρατανικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους νέο-Ρικαρδιανούς, τους Φονταμενταλιστές (Yaffe (1972, 1973, 1975), Bullock (1973, 1974) Bullock-Yaffe (1975)) και την προσέγγιση του συνολικού κυκλώματος του κεφαλαίου των Fine-Harris παρουσιάζεται διεξοδικά από τους Fine-Harris (1986).

[12] Η υπόκλιση αυτής της Μαρξιστικής ορθοδοξίας στον νεο-Ρικαρδιανισμό ήταν εμφανής ακόμη και στην πιό επιφυλακτική στάση του Sweezy απέναντι στον Sraffa. Παρόλο ότι δεν εκθείασε τις θέσεις του, ήταν ο πρώτος που προώθησε την άποψη του Bortkiewicz και πρότεινε – μαζί με τον Baran (Baran-Sweezy (1968)) – την προσέγγιση του πλεονάσματος. Ταυτόχρονα όμως προχώρησε σε μία μετριασμένη κριτική του Steedman. Ο Sweezy (1981, σ.23) υποστήριξε ότι “είναι μέσω του παντρέματος της ποιοτικής με την ποσοτική αξιακή θεωρία που ο Marx κατόρθωσε να φωτίσει την ιστορία του καπιταλισμού” και επομένως η Μαρξική θεωρία δεν είναι κυρίως μία θεωρία του προσδιορισμού των τιμών. Δεύτερον, υποστήριξε ότι – αντίθετα με την άποψη του Steedman – υπάρχει ένας τρόπος να συνδεθούν οι αξίες με τις τιμές παραγωγής είτε μέσω του δρόμου του Bortkiewicz είτε μέσω της επαναληπτικής λύσης του Shaikh’s (1977). Τρίτον, “ότι η κρίσιμη έννοια και μεταβλητή της ανάλυσης, το κέντρο βάρους που κρατά τα πάντα στην θέση τους, είναι το ποσοστό υπεραξίας, και είναι ακριβώς τ ποσοστό υπεραξίας που εξαφανίζεται, χάνεται χωρίς ίχνη, από μία ανάλυση που γίνεται σε όρους τιμών” (Sweezy (1981), σ.26). Στο σημείο αυτό ο Sweezy (1981, σ.26 υπ.8) παραδέχθηκε ότι οι προηγούμενες μελέτες του στο θέμα αυτό – ιδιαίτερα το 5ο (“Η Σημασία του Υπολογισμού της Τιμής”) και 6ο τμήμα (“Γιατί δεν αρχίζουμε με τον υπολογισμό της τιμής;”) του κεφαλαίου πάνω στο πρόβλημα του μετασχηματισμού της “Θεωρίας της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης” – “ενώ δεν ήταν εσφαλμένες, δεν έφθαναν στην καρδιά του θέματος, η οποία είναι ο κρίσιμος ρόλος του ποσοστού υπεραξίας για όλη την Μαρξική θεωρία του καπιταλισμού”. Τέλος, υποστήριξε ότι αντίθετα με τους επικριτές του καθώς και αυτούς του Baran, η ανάλυση των μονοπωλιακών τιμών δεν υπονοεί την απώθηση της θεωρίας της αξίας επειδή αυτές είναι μετασχηματισμένες τιμές παραγωγής με την ίδια ακριβώς έννοια που οι τιμές παραγωγής είναι μετασχηματισμένες αξίες (Sweezy (1981), σ.27 και υπ.9).

[13] Μία ενδιάμεση θεωρία – δηλαδή μία ανάλυση της αξιακής μορφής κατά τους Eldred κ.α. (1982-85) αλλά χωρίς να απορρίπτει την Εργασιακή θεωρία της Αξίας – προτάθηκε από τους Reuten-Williams (1989).

[14] Ο Ι.Ι. Rubin κάθε άλλο παρά συμφωνούσε με τις απόψεις των σύγχρονων υποστηρικτών του (βλέπε Μαυρουδέας (1993)). Σε πολλά σημεία επιβεβαίωσε ότι η αξία μπορεί να μελετηθεί χωρίς να έχει προϋποτεθεί το χρήμα (Rubin (1978), σ.36) και επίσης απέρριψε την άποψη ότι η πρώτη δημιουργείται στην κυκλοφορία. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι η αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργούνται στην διαδικασίας της άμεσης παραγωγής και μόνο πραγματώνονται στην διαδικασία της ανταλλαγής (Rubin (1978), σ.125). Επίσης, αναφερόμενος στον ποσοτικό προσδιορισμό της αφηρημένης εργασίας, διευκρίνησε ότι θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η κοινωνική εξισοποίηση της εργασίας στην διαδικασία της ανταλλαγής διεξάγεται σε απομόνωση από την εξάρτηση της από την παραγωγή (πχ. μήκος, ένταση, βαθμός εκπαίδευσης κλπ.) καθώς θα χανόταν κάθε κανονικότητα και το μόνο που θα απέμενε θα ήταν η άναρχη κίνηση της αγοράς (Rubin (1973, σ.154).

[15] Αντίστοιχη είναι η προσέγγιση του De Vroey και των Ρυθμιστών (Lipietz κλπ.), βλέπε Μαυρουδέας (1992).

[16] Mε αυτή την έννοια ο Marx χρησιμοποιεί την Aξιακή θεωρία, στον πρώτο τόμο του «Kεφαλαίου», για να αναλύσει την παραγωγή ενώ κάνει αφαίρεση της ανταλλαγής και της διανομής.  H ανταλλαγή θεωρείται μόνο στην απλή μορφή της σχέσης εργάτη-καπιταλιστή.  Tο γεγονός ότι η ανταλλαγή, η οποία στην αναπτυγμένη μορφή της συνεπάγεται το επίπεδο των «πολλών κεφαλαίων», δεν είναι παρούσα δεν εμποδίζει το Marx από του να χρησιμοποιήσει την Aξιακή θεωρία στην ανάλυση της παραγωγής σε αφαίρεση από τις άλλες σφαίρες.

[17] Ο Marx επικρίνει διεξοδικά τον Bailey για αυτό το σφάλμα.

[18] Ο Babbage υποστήριξε ότι υπάρχει μία τάση απλοποίησης του συλλογικού εργάτη. Ο Braverman (1974, p.81) υιοθέτησε την άποψη αυτή για να τεκμηριώσει την θέση του περί από-ειδίκευσης της εργασίας στον καπιταλισμό. Οι περισσότερες δε αναλύσεις της δεκαετίας του ’70 για την διαδικασία εργασίας – και ανάμεσα σε αυτές η Ρύθμιση και ο Aglietta – ασπάσθηκαν την άποψη αυτή για να θεμελιώσουν τις έννοιες του Ταιηλορισμού και του Φορντισμού.

[19] Η θέση αυτή βασίζεται επάνω στον εξαιρετικά προβληματικό ορισμό της αφηρημένης εργασίας ως «η υποκειμενική δραστηριότητα παραγωγής αξίας χρήσης η οποιά δεν είναι ειδική για μία συγκεκριμένη αξία χρήσης αλλά αντιπροσωπεύει την δυνατότητα παραγωγής μίας ευρείας ποικιλίας αξιών χρήσης» (Gleicher (1983), p.107). Ο ορισμός αυτός συμπλέκει αδόκιμα την αφηρημένη με την συγκεκριμένη εργασία.

[20] Η Elson (1979), ιδιαίτερα, όχι μόνο αποστασιοποιείται από τον Rubin αλά τον κατηγορεί επίσης για την ίδια τεχνικιστική παρέκκλιση όπως αυτή των Sweezy, Dobb, Meek, Althusser etc. Για έναν σχολιασμό της κριτικής της βλέπε Μαυρουδέας (1993).

———————————————————————-