Tag Archives: αποδέσμευση από την ΕΕ

Παρέμβαση στη εκπομπή Θέσεις της Egnatia TV, 2-6-2017

Ακολουθεί το video της παρέμβασης μου στη εκπομπή Θέσεις της Egnatia TV στις 2-6-2017. Θέμα της συζήτησης με τον Χ.Καφτεράνη η οικονομική κατάσταση, το μνημονιακό πρόγραμμα αλλά και οι πολιτικές εξελίξεις.

 

 

Advertisements

Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑΕ»

Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑΕ»

 

Σταύρος Μαυρουδέας

8/6/2017

 

 

 

 

 

 

 

Το κείμενο μου «Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;» (ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017) προκάλεσε την κριτική ανώνυμου σχολιογράφου της Iskra και επίσης ανώνυμων κύκλων της ΛΑΕ με τίτλο «Ο «δραχμισμός» και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» της ΛΑ.Ε. Και εσύ Βρούτε;». Με την πιο φιλική διάθεση θα ήθελα να κάνω ορισμένες επισημάνσεις και να προβώ σε αντίστοιχες συμβουλές.

 

 

 

Πρώτον, αυτή η οχύρωση πίσω από την ανωνυμία – πόσο μάλλον το σχήμα «κύκλοι της ΛΑΕ» που ανάγει σε κυβερνητικές μεθόδους συγκεκαλυμμένων διαρροών – δεν βοηθά την συζήτηση στην Αριστερά.

 

Δεύτερον, Βρούτους καλύτερα θα ήταν να αναζητούσατε στον δικό σας πολιτικό χώρο (όπου μάλλον έχετε πολλούς). Εξ όσων γνωρίζω ούτε στον ίδιο πολιτικό χώρο ανήκουμε, ούτε κοινή πολιτική διαδρομή είχαμε. Θα μπορούσε να κάνει κανείς αρκετά ειρωνικά σχόλια περί αμετροέπειας, Καισαρισμού κλπ. αλλά δεν θα συμβάλλουν στην ουσία της συζήτησης στην οποία το κείμενο μου θέλει να προκαλέσει.

 

Τρίτον, αποτελεί υπεκφυγή και ένδειξη αδυναμίας το να προσπαθείς να αντικρούσεις μία άποψη ταυτίζοντας την με κάποια άλλη. Εν προκειμένω η ταύτιση από μέρους σας της άποψης που διατύπωσα με την κριτική του ΚΚΕ στη ΛΑΕ (παρόλο ότι φευγαλέα αναγνωρίζονται οι διαφορές τους) είναι καθαρή υποκρισία.

 

Τέταρτον, το τρυκ το οποίο χρησιμοποιείται, δηλαδή το να παρουσιάζετε και σχολιάζετε απόψεις κατά το δοκούν (ή για να το πω ευγενικά παραποιώντας τες) χωρίς καν να τις παραθέτετε ή να παραπέμπετε τον αναγνώστη σ’ αυτές ανήκει στις χειρότερες παραδόσεις γραφειοκρατικών κύκλων της Αριστεράς και θα συνιστούσα θερμά να το αποφεύγετε.

 

Πέμπτον, αν πράγματι οι ανούσιες αδελφοκτόνες διαμάχες είναι μία γάγγραινα για την Αριστερά το ίδιο είναι και η σιωπή του κατώτατου κοινού όρου και το τέλμα της έλλειψης αντιπαράθεσης. Πίσω από τα τελευταία κρύβονται συνήθως καταστροφικές και δεξιόστροφες πολιτικές ατζέντες (όπως έδειξε η υπόθεση ΣΥΡΙΖΑ και για την οποία έχετε σοβαρότατες ευθύνες). Αντίθετα, η ανοικτή συζήτηση και κριτική αντιπαράθεση – ιδιαίτερα σε χαλεπούς καιρούς όπως τον τωρινό – είναι αναγκαία για την Αριστερά για να μπορέσει να παράγει νέες ιδέες και να ξεπεράσει τα σημερινά αδιέξοδα της.

 

Έκτον, για την πολιτική ουσία – που είναι και το πιο σημαντικό – δεν λέτε τίποτα. Επαναλαμβάνεται ότι τάσσεστε υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, κάτι που δεν λέγατε τον καιρό που συμμετείχατε στο ΣΥΡΙΖΑ και υπερασπίζατε ενθουσιωδώς όχι μόνον το δεξιόστροφο και αναποτελεσματικό πρόγραμμα του αλλά ακόμη και την φαιδρότητα που ονομάσθηκε «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Όμως αυτή η καλοδεχούμενη μετατόπιση σας δεν παίζει κανένα ουσιαστικό ρόλο στα νέα προγράμματα που προτείνετε. Πρόκειται μόνο για ένα ευχολόγιο που ανάγεται σε ένα ακαθόριστο μέλλον και χάνεται μέσα σε φλύαρες διατυπώσεις που αποσκοπούν σε ακαθόριστα αντι-μνημονιακά μέτωπα με πρόσωπα και δυνάμεις καθόλα αφερέγγυες και που αρκετές δεν συμμερίζονται ούτε καν την έξοδο από την ΟΝΕ. Αυτό κάνατε στις τελευταίες εκλογές και είδατε τα αποτελέσματα, τόσο τότε όσο και μετά. Αυτό όμως συνεχίζετε να κάνετε και σήμερα.

 

Στα πιο συνεκτικά κείμενα σας προτείνεται ένα πρόγραμμα μετωπικής συμπόρευσης με κέντρο την έξοδο από την ΟΝΕ και μόνο. Υποστηρίζεται (όπως και στο σχόλιο σας για το κείμενο μου) ότι αυτό είναι το πολιτικά άμεσο που μάλιστα σε χρόνο dt θα οδηγήσει σε πλήρη αναδιαμόρφωση του οικονομικού τοπίου και στη συνέχεια, μετά από συγκρούσεις με την ΕΕ, θα οδηγήσει στο να τεθεί το ερώτημα της εξόδου από την ΕΕ σε δημοψήφισμα.

Ακριβώς αυτή την στρουθοκαμηλική αντίληψη επικρίνει το κείμενο μου. Συγκεκριμένα, δείχνει ότι η έξοδος από την ΟΝΕ είναι αδιέξοδη αν δεν αποτελεί τμήμα της συνολικής και άμεσης αποδέσμευσης από την ΕΕ. Για να το τεκμηριώσει αυτό προβάλει (όπως και άλλα πιο αναλυτικά κείμενα μου, π.χ. «Ανταγωνιστικές ερμηνείες και στρατηγικές εξόδου της ελληνικής κρίσης και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης» ΟΥΤΟΠΙΑ νο.115) συγκεκριμένα επιχειρήματα με πιο σημαντικό την υποτίμηση της προβληματικής παραγωγικής δομής της ελληνικής οικονομίας και την αδυναμία άμεσης και δραστικής αναδιάρθρωσης της εντός της ΕΕ. Επ’ αυτών έχετε να πείτε κάτι;

Η επίκληση ως απάντησης του φυλλαδίου της ΛΑΕ για την μετάβαση στο εθνικό νόμισμα – που στην καλύτερη περίπτωση είναι έκθεση ιδεών και ερωταποκρίσεις για πολιτικό καφενείο αλλά όχι συνεκτικό πρόγραμμα – επιβεβαιώνουν τα προαναφερθέντα επιχειρήματα.

Το πιο σημαντικό όμως απ’ όλα είναι η εμμονή σας σε πολιτικές αντιλήψεις τύπου ΣΥΡΙΖΑ και συγκεκριμένα στις ψευδαισθήσεις ότι (α) μπορεί να υπάρξει επιτυχής συγκρουσιακή διαπραγμάτευση μέσα στην ΕΕ και (β) «χαϊδεύοντας» τα αυτιά του κόσμου (ότι ο στόχος δεν είναι δύσκολος και επίπονος) θα προκύψουν εύκολα και γρήγορα πολιτικά αποτελέσματα. Η μακρά πορεία σας μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να σας είχε διδάξει για το αντίθετο.

Φίλοι της ΛΑΕ οι καθαροί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Αντίθετα υποκριτικοί κλαυθμυρισμοί (π.χ. «Η ΛΑ.Ε «περιορίζεται μόνο στο ευρώ») ούτε βοηθούν ούτε πείθουν.

 

Οι σύνδεσμοι των επίδικων κειμένων ακολουθούν:

Στ. Μαυρουδέας, Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;» (ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Iskra, Ο «δραχμισμός» και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» της ΛΑ.Ε. Και εσύ Βρούτε;

 

Στ Μαυρουδέας Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ συνέντευξη στο Corfu TV, 27-4-2017

Σταύρος Μαυρουδέας – Συνέντευξη στο Corfu TV στις 27-4-2017 με αφορμή την εκδήλωση στον Όμιλο Μελέτης Επαναστατικής Θεωρίας «Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ: Μια Ιμπεριαλιστική Ολοκλήρωση σε Υπαρξιακή Κρίση» (Κέρκυρα 28/04/2017)

Ακολουθούν οι σύνδεσμοι της συνέντευξης

 

 

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

 

broken-euro

Πρόσφατα το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης (IEO) του ΔΝΤ κατόρθωσε, μετά πολλών βασάνων, να εκπονήσει την έκθεση αξιολόγησης των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής (ΠΟΠ) που εφάρμοσε ή εφαρμόζει ακόμη (στην περίπτωση της Ελλάδας) η τρόικα ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ σε χώρες της ευρωζώνης (ΕΖ).

Για την ακρίβεια, όσον αφορά την Ελλάδα, το ΙΕΟ εξετάζει μόνο το 1ο ΠΟΠ που επισήμως έχει θεωρηθεί ως αποτυχημένο, διακόπηκε πριν ολοκληρωθεί για να συνεχισθεί αμέσως με το 2ο ΠΟΠ και σήμερα με το 3ο που συνομολόγησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπώς αξιολογεί το περιεχόμενο και τις διαδικασίες εκπόνησης και εφαρμογής ενός προγράμματος που ρητά έπεσε έξω. Βέβαια, επί της ουσίας, το 2ο και το 3ο ΠΟΠ αποτελούν συνέχεια (με μη ουσιώδεις αναπροσαρμογές) της στρατηγικής και των μέτρων του 1ου. Και μόνον αυτό – δηλαδή να αξιολογείς ένα ρητά αποτυχημένο πρόγραμμα το οποίο συνεχίζεται μερικά τροποποιημένο και αφήνοντας στην άκρη την εξίσου αποτυχημένη εξέλιξη των διαδόχων του – αποτελεί καταφανή γελοιότητα.

Φυσικά αυτό προφανώς δεν διαφεύγει από τους έγκριτους αξιολογητές του ΙΕΟ ούτε από το ΔΝΤ που τους ανέθεσε το σχετικό πόνημα (επίσης προφανώς έναντι αδράς αμοιβής). Συνεπώς άλλος είναι ο στόχος του εν λόγω πονήματος και όχι η ουσιαστική συζήτηση για ένα πρόγραμμα που έχει καταστρέψει την χώρα μας και τον λαό της (και αντίστοιχα άλλες χώρες και λαούς).

H έκθεση του ΙΕΟ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων στην χώρα μας και στο εξωτερικό γύρω από αυτήν αποτελούν ένα κραυγαλέο υπόδειγμα θεσμικής υποκρισίας. Στόχος της έκθεσης δεν είναι η εξέταση του προβλήματος αλλά η δικαίωση κάποιων επιλογών, η εκ των υστέρων κριτική σε κάποιες άλλες και κυρίως το κέρδισμα πόντων του μεγάλου αφεντικού του ΔΝΤ (των ΗΠΑ) στην αντιπαράθεση τους με την ΕΕ. Κατ’ αντιστοιχία τα κόμματα της ελληνικής ολιγαρχίας (τυπικοί εκπρόσωποι της λογικής της που τρέχει πίσω από ξένους πάτρωνες και ταυτόχρονα η μία συμμορία της σκυλοκαβγαδίζει με την άλλη) ακολουθούν ασθμαίνοντα την αντιπαράθεση αυτή ρίχνοντας το ένα στο άλλο τις κοινές ευθύνες τους και προσπαθώντας το καθένα να πλασαριστεί σαν πιστός υπηρέτης του ισχυρότερου αφεντικού.

 

2C02B1DB7AC0EEE975740DE82C0D5115

 

 

 

 

Το ΔΝΤ, ο ρόλος του και οι ανταγωνισμοί στο εσωτερικό του

 

Για να κατανοηθεί καλύτερα η εν λόγω έκθεση και οι αντιπαραθέσεις γύρω από αυτήν χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις όσον αφορά το ΔΝΤ.

Πρώτον, το ΔΝΤ είναι ένας παγκόσμιος οργανισμός που εκφράζει τα συμφέροντα των κορυφών του ιμπεριαλιστικού συστήματος (μέσα από το οποίο οργανώνεται το διεθνές σύστημα του καπιταλισμού). Εδώ χρειάζεται μία υπόμνηση προς πολλούς «αριστερούς» κεϋνσιανούληδες και ιδιαίτερα προς αυτούς που αφενός καταγγέλλουν το σύστημα αυτό αλλά αφετέρου επαγγέλλονται την ανέφικτη μεταρρύθμιση του (και όπου όχι σπάνια το κάνουν με το οικονομικό και πολιτικό προσωπικό τους αζημίωτο). Το ΔΝΤ – έστω και χωρίς το bancor – ήταν έμπνευση του Κέυνς. Το πώς λειτούργησε και λειτουργεί – και που γι’ αυτό δικαιολογημένα έχει καταγραφεί στην δημόσια συζήτηση ως φόβητρο και αρχάγγελος καταστροφών – δεν είναι άσχετο με τις ιδέες του εμπνευστή του. Το ΔΝΤ λειτουργεί περίπου σαν εταιρεία όπου την διεύθυνση έχουν οι μεγάλοι μέτοχοι. Εν προκειμένω δηλαδή οι ΗΠΑ, δευτερευόντως η ΕΕ και ακολουθούν οι Νεο-αναδυόμενες Οικονομίες (ΝΑΟ). Μάλιστα, στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 και της συνακόλουθης κρίσης της ΕΖ, οι τελευταίες αύξησαν την συμμετοχή τους και η ΕΕ καθυστερούσε θρασύτατα να τους παραχωρήσει τις θέσεις που τους αναλογούσαν (και αντίστοιχα να μειώσει τις δικές της). Αυτός είναι ένας – μεταξύ άλλων – λόγος για τον οποίο εκπρόσωποι των ΝΑΟ έχουν κατά καιρούς αντιδράσει οξύτατα στα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ. Μέσα σε αυτό τον «εταιρικό» ιμπεριαλιστικό οργανισμό – όπως και τον δίδυμο του, την Παγκόσμια Τράπεζα –διαγκωνίζονται για τα συμφέροντα, τους ανταγωνισμούς και τις μεταξύ τους ισορροπίες οι βασικοί παίκτες του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Και φυσικά όλο αυτό το παιχνίδι γίνεται στις πλάτες λαών και χωρών. Το παιχνίδι αυτό έχει βέβαια και κανόνες. Έτσι την θέση του διευθύνοντος συμβούλου παίρνει συνήθως ένας ευρωπαίος αλλά της επιλογής των ΗΠΑ – όπως το αντίστροφο γίνεται στην Παγκόσμια Τράπεζα (ξανά όμως με την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ). Αξίζει να επισημανθεί άλλο ένα στοιχείο της λειτουργίας του ΔΝΤ. Όπως στις εταιρείες, στο διοικητικό του συμβούλιο οι συζητήσεις είναι πιο «πολιτικές», εκφράζοντας πιο «πλουραλιστικά» τις πλευρές και τις απόψεις του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος. Με άλλα λόγια, οι «μικρομέτοχοι» έχουν κάποιο λόγο. Αντίθετα, στο επίπεδο του προσωπικού και της διεύθυνσης αποτυπώνονται πολύ πιο αυστηρά οι επιλογές των κυρίαρχων «μετόχων». Αυτό στην περίπτωση των πρόσφατων ευρωπαϊκών προγραμμάτων έχει μία ιδιαίτερη σημασία καθώς μία σειρά κρίσιμες επιλογές και τροποποιήσεις κανονισμών ουσιαστικά πέρασαν «κάτω από το τραπέζι» (μέσω επιλογών του προσωπικού και της διεύθυνσης και παρακάμπτοντας, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία το διοικητικό συμβούλιο).

Δεύτερον, σε κάθε ιδιαίτερη ιστορική περίοδο το ΔΝΤ διαμορφώνει και εκφράζει την κυρίαρχη αστική προσέγγιση για την διεθνή οικονομία. Και φυσικά μέσα από αυτές αποτυπώνονται και οι ισορροπίες και οι συσχετισμού μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Έτσι στην τρέχουσα περίοδο ακολουθεί την λεγόμενη «Προσέγγιση της Ουάσιγκτον» και του διάδοχου της («μετα-Προσέγγιση της Ουάσιγκτον») [βλέπε «Μεταρρύθμιση, μεταρρύθμιση της μεταρρύθμισης ή αναπαλαίωση; Η Συναίνεση της Ουάσιγκτον και η κριτική της»]. Ουσιαστικά οι προσεγγίσεις αυτές – που επί της ουσίας δεν διαφέρουν – είναι ένα μίγμα ήπιου νεοφιλελευθερισμού (καθώς οι ιδεοληπτικές ακρότητες του τελευταίου είναι καλές για να στραβώνουν φοιτητές σε πανεπιστήμια και να τις παπαγαλίζουν πολιτικοί και αργυρώνητοι κονδυλοφόροι αλλά καταστροφικές σε επίπεδο πολιτικής) και του συντηρητικού Νέου Κεϋνσιανισμού (που καταλαβαίνει καλύτερα πότε το σύστημα πρέπει να βάλει και λίγο νερό στο κρασί του γιατί αλλιώς κινδυνεύει να ανατιναχθεί). Τόσο ο προηγούμενος (Ο.Μπλανσαρ) όσο και ο τωρινός (M.Ομπστφελντ) επιστημονικός διευθυντής του ΔΝΤ είναι τυπικοί εκπρόσωποι τους. Χονδρικά η προσέγγιση αυτή διευκολύνει την διεθνή οικονομική ισχύ και παρέμβαση των δυτικών ιμπεριαλισμών (και προνομιακά των ΗΠΑ) και εξαναγκάζει τις ατυχείς χώρες που πέφτουν στα δίχτυα του ΔΝΤ να αναπροσαρμοσθούν βιαίως ανάλογα. Τα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ ακολουθούν πιστά την λογική αυτή. Από την άλλη όμως, το ΔΝΤ όπως και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν είναι ιδεολόγοι. Αυτά είναι για τους «παπάδες» του συστήματος και για την κοινή γνώμη. Είναι πρακτικά προσανατολισμένοι σε προβλήματα, πολιτικές και συσχετισμούς. Γι’ αυτό και ποτέ τα προγράμματα του ΔΝΤ δεν διατυπώνουν με σαφήνεια την θεωρία και την αναλυτική δομή που κρύβεται πίσω τους. Αυτό είναι πασίγνωστο (μάλιστα η ίδια η έκθεση του ΙΕΟ και τα συνοδευτικά της κείμενα το αναφέρουν) αλλά εξίσου παραγνωρισμένο. Ο λόγος που αποκρύπτεται η θεωρητική βάση και η αναλυτική δομή – ενώ υπάρχουν – είναι διπλός. Κατ’ αρχήν δεν χρειάζεται να μπαίνουν ενδεχομένως απωθητικές ιδεολογικές ταμπέλες. Επιπλέον, επειδή συχνά-πυκνά χρειάζεται να γίνουν μικρο-ρυθμίσεις που δεν είναι συνεπείς με την θεωρία και την ανάλυση, η ρητή θεωρητική προσήλωση δεν είναι βολική.

Τρίτον, υπάρχει μία συστηματική προσπάθεια του ΔΝ – μετά ιδιαίτερα την αποτυχία της Αργεντινής – να κάνει λιγότερο απεχθή την εικόνα του. Ξεκινώντας με τον πολυπράγμονα Ντ.Στρως-Καν (και συνυπολογίζοντας τις πολιτικές φιλοδοξίες του) και συνεχίζοντας με την Κ.Λαγκάρντ το ΔΝΤ προσπαθεί να δείξει ότι έχει αλλάξει και δεν είναι στυγνά νεοσυντηρητικό και αντιλαϊκό. Η κίνηση αυτή βέβαια αποτελεί μία κραυγαλέα υποκρισία. Το ΔΝΤ παραμένει ένας βαθύτατα αντιλαϊκός ιμπεριαλιστικός οργανισμός. Στην ουσία τίποτα δεν έχει αλλάξει στο πολιτικο-οικονομικό παράδειγμα που διαμορφώνει και επιβάλλει. Οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει είναι είτε επειδή ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός είναι πρακτικά ατελέσφορος και συνεπώς πρέπει να μπολιασθεί με ελεγχόμενες δόσεις συντηρητικού Κεϋνσιανισμού (π.χ. η συζήτηση για αντι-κυκλικούς αυτόματους σταθεροποιητές της οικονομίας εφόσον η ύφεση που επιτείνουν τα προγράμματα του ΔΝΤ ξεφύγει από τον έλεγχο καθώς και η χρήση κεφαλαιακών περιορισμών [capital controls]) είτε είναι εντελώς διακοσμητικές και ανούσιες (π.χ. οι κλαυθμυρισμοί για τις εισοδηματικές ανισότητες και την ανάγκη πολιτικών κοινωνικής προστασίας).

Τέταρτον, στο ζήτημα της κρίσης της ΕΖ και της ΕΕ οι δύο βασικοί «μέτοχοι» του ΔΝΤ έχουν διαφορετικά και εν μέρει ανταγωνιστικά συμφέροντα. Το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8, καθώς στην αρχή εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ, πυροδότησε τις φιλοδοξίες του ευρω-ιερατείου για παγκόσμια ηγεμονία. Αυτό βέβαια πολύ σύντομα αποδείχθηκε φρούδα ελπίδα καθώς η κρίση πτωτικής τάσης της κερδοφορίας εκδηλώθηκε και στην ΕΕ. Ακολούθως, και μέσα στη εσπευσμένη εγκατάλειψη των νεοφιλελεύθερων συνταγών και την χρησιμοποίηση δεξιών Κεϋνσιανών πολιτικών (δηλαδή αντικυκλικής χαλαρής νομισματικής και επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής) από όλους τους μεγάλους πόλους του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (προεξαρχόντων των ΗΠΑ), η ΕΕ προσπάθησε να κάνει την «πονηρή» (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί»). Χρησιμοποίησε τέτοιες πολιτικές πολύ λιγότερο και για μικρότερο χρονικό διάστημα από τους υπόλοιπους εκτιμώντας ότι οι αντικυκλικές πολιτικές δεν λύνουν την κρίση υπερσυσσώρευσης αλλά απλά την ετεροχρονίζουν και την κάνουν οξύτερη. Αυτό είναι ορθό αλλά υπολόγιζε χωρίς τους ανταγωνιστές της, που δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν την ΕΕ να «πάρει κεφάλι» σε βάρος τους. Συγκεκριμένα, η ΕΕ στόχευε να εκμεταλλευθεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας κυρίως τα γερμανικά προϊόντα) και ταυτόχρονα να αποφύγει η ίδια το επώδυνο σπάσιμο τους. Έτσι όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου τότε η ΕΕ θα αναδεικνυόταν ως ο βασικός πυλώνας σταθερότητας του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος (και αντίστοιχα το ευρώ θα ενισχυόταν έναντι του δολαρίου στο ρόλο του ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα). Συμπληρωματικό στοιχείο της στρατηγικής αυτής είναι το «νοικοκύρεμα του οίκου» της, δηλαδή η ένταξη των ευάλωτων οικονομιών του ευρω-Νότου σε οικονομικούς ζουρλομανδύες. Απώτερη στόχευση της κίνησης αυτής είναι η μετατροπή της ευρω-περιφέρειας σε «τριτοκοσμική» ζώνη (δηλαδή οικονομίες φθηνών μισθών, περιουσιακών στοιχείων και χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης) που θα δίνει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στις πολυεθνικές εταιρείες της ΕΕ. Φυσικά τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν άφησαν την ΕΕ να παίξει το παιχνίδι αυτό και αντίθετα μάλιστα κατόρθωσαν η ΕΕ να είναι ο «μεγάλος ασθενής» της παγκόσμιας κρίσης (με σοβαρότατα δομικά προβλήματα, χαμηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης, οξύτατα προβλήματα χρέους και μόχλευσης κλπ.). Κεντρικό στοιχείο ιδιαίτερα της αμερικανικής αντίδρασης είναι η επιβολή ανάλογων με τις δικές τους χαλαρών πολιτικών στην ΕΕ (κυρίως με την μορφή της διαγραφής χρεών και της ποσοτικής χαλάρωσης μέσω της ΕΚΤ). Φυσικά κάτι τέτοιο θάβει τελεσίδικα τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της ΕΕ (βλέπε «Ευρωπαϊκή Ένωση: Ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση και κρίση»). Ιδιαίτερα στην περίπτωση των χωρών της ευρω-περιφέρειας και μάλιστα αυτών που μπήκαν σε ΠΟΠ οι ΗΠΑ πιέζουν συστηματικά για διαγραφή ή έστω αναδιάρθρωση του χρέους – φυσικά όχι από αλληλεγγύη στην ευρω-περιφέρεια αλλά για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Βέβαια, οι ΗΠΑ δεν έριξαν την πρόταση της διαγραφής ή αναδιάρθρωσης του χρέους από την αρχή στο τραπέζι – όπως επανειλημμένα επισημαίνεται και στην έκθεση και τα κείμενα του ΙΕΟ – καθώς τότε φοβόντουσαν τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν και οι ίδιες. Από την στιγμή όμως που κυρίως το ελληνικό χρέος πέρασε σε κρατικά χέρια της ΕΕ και θεώρησαν ότι η δική τους οικονομία ανοσοποιήθηκε εντελώς σε ενδεχόμενες επιπτώσεις του, ξαφνικά ανακάλυψαν ότι χωρίς κάποιας μορφής αναδιάρθρωση του χρέους τα ΠΟΠ δεν είναι ρεαλιστικά.

Πέμπτον, αποτέλεσμα αυτών των ισορροπιών μεταξύ των «μεγαλομετόχων» του ΔΝΤ είναι η συμμετοχή του τελευταίου στα ΠΟΠ της ΕΖ. Συγκεκριμένα, η ΕΕ αποφάσισε ότι πρέπει να συμμετέχει τον ΔΝΤ για δύο λόγους. Ο βασικός λόγος είναι πολιτικός: εφόσον ούτως ή άλλως οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν στην Ευρώπη τότε είναι προτιμότερο να εμπλακούν και θεσμικά και να γίνουν συνυπεύθυνοι παρά να παίζουν ανεξέλεγκτα από έξω. Ιδιαίτερα η δέσμευση κεφαλαίων του ΔΝΤ – δηλαδή και δικών τους χρημάτων – θεωρήθηκε ότι θα τους δέσμευε περισσότερο. Ο δεύτερος λόγος είναι τεχνικός: η ΕΕ χρειαζόταν κατεπειγόντως την τεχνική εμπειρία του ΔΝΤ καθώς η ίδια δεν διέθετε και καθώς αν το ΔΝΤ δεν συμμετείχε με δάνεια αλλά ήταν απλά τεχνικός σύμβουλος θα ήταν πιο ανεξέλεγκτο παίκτης. Από την άλλη και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να συμμετέχει το ΔΝΤ γιατί σε εκείνη την φάση δεν διακινδύνευαν να κάνουν ανεξέλεγκτες κινήσεις και επίσης προτιμούσαν να έχουν μία θεσμοποιημένη εμπλοκή στα ευρωπαϊκά πράγματα. Σήμερα όμως φαίνεται ότι πολλά από αυτά έχουν αλλάξει. Οι ΗΠΑ νιώθουν πιο σίγουρες και ταυτόχρονα πιο πιεσμένες να εκβιάσουν την ΕΕ. Έτσι το χαρτί της αναδιάρθρωσης χρέους ξαφνικά ανασύρθηκε και πετιέται ολοένα και πιο πιεστικά στο τραπέζι.

Τελευταίο σημείο. Οι ΝΑΟ είναι οι γκρινιάρηδες κομπάρσοι αλλά και ενδεχομένως οι ριγμένοι «μικρομέτοχοι» του παιχνιδιού αυτού μέσα στο ΔΝΤ. Ενώ έχουν αυξήσει την συμμετοχή τους στα κεφάλαια του ΔΝΤ, υπέστησαν την προσβολή της μη απόδοσης των ανάλογων διοικητικών θέσεων και ταυτόχρονα βλέπουν τεράστια κεφάλαια του ΔΝΤ να διακινδυνεύονται στο μπορντέλο της ΕΕ. Γι’ αυτό σε διάφορες φάσεις εκπρόσωποι των χωρών αυτών άσκησαν οξύτατη κριτική στα ΠΟΠ αι στους χειρισμούς του ΔΝΤ. Γι’ αυτό και πολλές κρίσιμες διαδικαστικές τροποποιήσεις (όπως η απάλυνση του κριτηρίου της βιωσιμότητας του χρέους της δανειζόμενης χώρας και ο συνυπολογισμός των «ευρύτερων συστημικών κινδύνων») και επιλογές πέρασαν «κάτω από το τραπέζι». Δηλαδή δεν συζητήθηκαν σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου αλλά αποφασίσθηκαν σε επίπεδο διεύθυνσης (πράγμα για το οποίο η έκθεση του ΙΕΟ κλαυθμηρίζει λελογισμένα εκ των υστέρων).

diagram

 

Η έκθεση του ΙΕΟ και τα συμπαρομαρτούμενα της

 

Κατ’ αρχήν πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι το IEO είναι τόσο ανεξάρτητο όσο και ο πάπας της Ρώμης κινέζος. Όπως όλοι σχεδόν αυτοί οι δήθεν ανεξάρτητοι οργανισμοί αποτελεί ένα φύλλο συκής για τον οργανισμό τον οποίο αξιολογεί. Συνεπώς τα πονήματα του προσπαθούν να αποκρυσταλλώνουν προσεκτικά τους συσχετισμούς δύναμης. Τους αποτυπώνουν προσεκτικά γιατί, όπως κάθε γραφειοκρατικός οργανισμός, πρέπει να προφυλάσσει την συνέχεια και την εσωτερική συνοχή του. Συνεπώς οι ανταγωνισμοί μπορεί να φθάνουν μέχρι ανακτορικά προνουντσιαμέντα αλλά δεν μπορεί να παίρνουν την μορφή εμφύλιων συρράξεων (εκτός οριακών καταστάσεων). Αντίστοιχα οι αξιολογητές τέτοιων οργανισμών σπάνια προβαίνουν σε αιχμηρές θέσεις καθώς κάτι τέτοιο θα τους στερούσε προνομιούχες θέσεις. ¨όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται και στην επιστημονική ποιότητα των σχετικών κειμένων που είναι επιεικώς αμφίβολη.

Η συγκεκριμένη έκθεση πλαισιώνεται από αρκετά κείμενα υποδομής (background papers) που εξετάζουν επιμέρους θέματα χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται εξ ολοκλήρου στην έκθεση. Παρουσιάσθηκε επίσης σε μία υψηλού επιπέδου συμβουλευτική επιτροπή (High Level Advisory Panel) που την έκανε κατά βάση αποδεκτή. Τέλος δόθηκε στην εσωτερική ιεραρχία του ΔΝΤ αλλά επέσυρε και τις αντιδράσεις της ΕΕ.

Επί της ουσίας τόσο η έκθεση όσο και τα κείμενα αυτά είναι τυπικά δείγματα βαθύτατα πληκτικής γραφειοκρατικής γραφής. Με εξαίρεση ελάχιστα κείμενα υποδομής – που παρεμπιπτόντως είναι υπερ-συντηρητικά – όλα χαρακτηρίζονται από την απουσία ενός στιβαρού επιχειρήματος και της συνακόλουθης τεκμηρίωσης της. Αντιθέτως, πλατειάζουν προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στα διαφορετικά συμφέροντα που υπάρχουν μέσα στο ΔΝΤ και να εκφράσουν κυρίως την κυρίαρχη άποψη (αυτή των ΗΠΑ) χωρίς όμως να θίξουν υπερβολικά τις άλλες πλευρές.

Πριν συζητήσουμε για την έκθεση αυτή καθ’ αυτή χρειάζεται να επισημανθεί ότι σε όλη την έκθεση και τα συμπαρομαρτούμενα της την τιμητική έχει το ελληνικό ΠΟΠ. Δικαιολογημένα άλλωστε καθώς αποτελεί την πιο κραυγαλέα αποτυχία της τρόικα.

Η έκθεση περισσότερο ασχολείται με μία σειρά διαδικαστικά ζητήματα (αν καλώς το ΔΝΤ ενεπλάκη στην κρίση της ΕΖ, αν τηρήθηκαν οι κανόνες του ΔΝΤ για τα προγράμματα, αν υπήρχε διαφάνεια στις διαδικασίες του ΔΝΤ, αν το ΔΝΤ ήταν ο «μικρός συνεταίρος» (junior partner) που σερνόταν πίσω από τις επιλογές της ΕΕ κλπ.) παρά με την ουσία του προγράμματος (αν είναι αποτελεσματικό). Πίσω από αυτή την ηθελημένα κοντόφθαλμη οπτική – που είχε προκαθορισθεί από την επιλογή να εξετασθεί μόνο το 1ο ΠΟΠ – κρύβεται η στόχευση της έκθεσης στο να παίξει ένα συγκρατημένο παιχνίδι θέσεων μέσα στους συσχετισμούς και τις ισορροπίες του ΔΝΤ αλλά και στους ανταγωνισμούς ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΟ (λελογισμένα προς όφελος των πρώτων).

Έτσι, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση κατ’ αρχήν γκρινιάζει για το ότι το ΙΕΟ δεν είχε πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία. Αυτό όμως είναι περισσότερο φύλλο συκής παρά κάτι ουσιαστικό. Ακολούθως, επισημαίνει ότι πολλές αποφάσεις ελήφθησαν σε επίπεδο διεύθυνσης και όχι διοικητικού συμβουλίου και καλεί σε μεγαλύτερη διαφάνεια και υποχρέωση λογοδοσίας για το μέλλον (ιδιαίτερα αναφέρεται στην απάλυνση του όρου για της βιωσιμότητα του χρέους και στην μετέπειτα σιωπηρή ελαστικοποίηση του). Αυτό είναι κυρίως για να διασκεδαστούν οι γκρίνιες των ΝΑΟ. Επίσης, ζητά λιγότερες πολιτικές επιρροές επάνω σε τεχνικές αποφάσεις για το μέλλον. Αυτό είναι ένα πάρθιο βέλος προς την ΕΕ καθώς έμμεσα δείχνεται, σε πολλά σημεία της έκθεσης και των συνοδευτικών κειμένων, ότι μία σειρά προβληματικές τεχνικές επιλογές (π.χ. καθυστερημένη αναδιάρθρωση του χρέους, πάρα πολλές δομικές μεταρρυθμίσεις) οφείλονται σε αυτή. Μάλιστα η σύνοψη των συμπερασμάτων της συμβουλευτικής Επιτροπής (High Level Advisory Panel) στην οποία παρουσιάσθηκε η έκθεση είναι ακόμη πιο επιθετική απέναντι στους Ευρωπαίους υποστηρίζοντας ότι η ισχυρή θέση τους μέσα στο ΔΝΤ επηρέασε πολιτικά τις επιλογές του τελευταίου στα ΠΟΠ. Ακόμη, γκρινιάζει για την αποτυχία του ΔΝΤ να προβλέψει την κρίση της ΕΖ. Φυσικά το κάνει μετριασμένα καθώς λέει ότι είχε μεν διαγνώσει τα αίτια αλλά δεν τα επεσήμανε δεόντως. Και βέβαια αποδίδει την «αβλεψία» αυτή σε κακό group thinking (που εμμέσως πλην σαφώς προέρχεται από την ΕΕ και την ιδέα ότι η ΕΖ δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών). Όμως, παρά τις γκρίνιες αυτές, η έκθεση εν τέλει αποφαίνεται ότι το ΔΝΤ δεν ήταν «μικρός» αλλά ισότιμος συνεταίρος της ΕΕ και επίσης ότι το ΔΝΤ αρίστευσε στην δράση του μέσα στα ΠΟΠ της ΕΖ (παρά κάποια μικροζητήματα). Συγκεφαλαιώνοντας, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση του ΙΕΟ χαϊδεύει ανούσια τους ΝΑΟ, ρίχνει κάμποσα πάρθια βέλη στην ΕΕ και παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ (που θέλουν τώρα να αυξήσουν την πίεση στην ΕΕ όσον αφορά το ζήτημα του χρέους και τη γενικότερη οικονομική πολιτική της τελευταίας).

Όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα των ΠΟΠ (δηλαδή την θεωρητική προσέγγιση, τον τεχνικό σχεδιασμό και τα αποτελέσματα τους) η έκθεση αφενός είναι βαθύτατα νεοσυντηρητική και αφετέρου επιδίδεται σε προσεγμένα μισόλογα (πάντα παίζοντας με ισορροπίες και συσχετισμούς).

Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνει τις γνωστές ανούσιες νεοσυντηρητικές διαγνώσεις της κρίσης (για την ελληνική περίπτωση βλέπε «Η ελληνική τραγωδία: ανταγωνιστικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης»). Η μόνη – ήδη γνωστή – πινελιά οικονομικής ετεροδοξίας που προσθέτει είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη ότι δεν μπορούσαν να υπάρξουν κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών στην ΕΖ (λόγω απότομων διακοπών (sudden stops) στην χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές) προέρχεται  από την προσκόλληση στη νεοκλασσική ποσοτική θεωρία του χρήματος (που κρυπτογραφικά παρουσιάζεται με το υπόδειγμα Meade για το πως αυτή υποτίθεται ότι λειτουργεί μέσα σε μία νομισματική ένωση). Αυτή η πινελιά συμπληρώνεται με αναφορές στην παραγνώριση του δεσμού μεταξύ κινδύνου χρεωκοπίας τραπεζών και χωρών, του κατακερματισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος ανά κράτη και στην ελλειπή γνώση του TARGET (δηλαδή του συστήματος πληρωμών της ΕΖ).

Κατά τα άλλα η ελληνική κρίση, τυπικά, αποδίδεται σε δημοσιονομικές υπερβάσεις και μάλιστα λόγω υπερβολικής αύξησης των μισθών. Φυσικά, αυτό που έπεται από αυτήν την νεοσυντηρητική ενσυνείδητη ανοησία είναι ότι η γενική κατεύθυνση των ΠΟΠ (δηλαδή η λιτότητα) είναι ορθή. Αυτό που κλαυθμηρίζεται είναι ότι αυτή έπρεπε να είχε γίνει πριν την κρίση (όταν τα οικονομικά δεδομένα ήταν καλύτερα και οι ρυθμοί μεγέθυνσης καλύτεροι). Βέβαια στην ελληνική περίπτωση – και όχι μόνον – αυτό είναι μία καταφανής ηλιθιότητα γιατί αν δεν υπήρχε η δημοσιονομική υπερεπέκταση της περιόδου εκείνης – που μπούκωσε με υπερκέρδη τον ιδιωτικό τομέα (βλέπε για παράδειγμα Ολυμπιάδα 2004) – τότε δεν θα υπήρχαν και αυτοί οι ρυθμοί μεγέθυνσης. Και φυσικά το ίδιο ισχύει και για την κυβέρνηση Καραμανλή και την πρώτη φάση της κρίσης.

Μία άλλη απαλή πινελιά που προστίθεται είναι ότι όταν η κρίση – στην ελληνική περίπτωση που έχει την τιμητική της – ξέφυγε δεν ενεργοποιήθηκαν αυτόματοι σταθεροποιητές (δηλαδή χαλαρότερη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική). Θα άξιζε να μας πουν οι εμβριθείς μελετητές του ΙΕΟ πως μπορεί αυτό να γίνει σε ένα προ-κυκλικό και εξαιρετικά εμπροσθοβαρές πρόγραμμα και με μία νομισματική πολιτική που καθορίζεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από την ΕΚΤ.

Από εκεί και πέρα η έκθεση επιδίδεται σε ατελείωτες κουτοπονηριές για το ζήτημα του κουρέματος του ελληνικού χρέους. Ενώ αναγνωρίζει ότι χωρίς αυτό το ΠΟΠ γινόταν εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό από την άλλη – και ενώ ρίχνει έμμεσα ευθύνες στην ΕΕ που ρητά δεν το ήθελε – εν τέλει αναγνωρίζει ότι όλοι (και οι ΗΠΑ) συμφώνησαν στο να μην υπάρξει. Επίσης δεν λέει λέξη για την γελοιότητα της αναδιάρθρωσης (PSI) που ενώ ξελάσπωσε ουσιαστικά τους ιδιώτες δανειστές (μεταφέροντας τα δάνεια στα κράτη της ΕΕ) ταυτόχρονα γονάτισε την ελληνική οικονομία (ξεπατώνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες αλλά και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα) με μηδαμινό καθαρό αποτέλεσμα από το κούρεμα αυτό καθ’ αυτό (όπως καταγράφηκε στον αμέσως επακολουθήσαντα προϋπολογισμό). Το μόνο που μηρυκάζει η έκθεση είναι ότι το ΔΝΤ, εφόσον συμφώνησε αρχικά να μην γίνει αναδιάρθρωση χρέους, θα έπρεπε να πιέσει αργότερα για να γίνει ενωρίτερα από ότι τελικά έγινε. Και μόνη η διατύπωση δηλώνει την υποκρισία του επιχειρήματος. Πίσω από αυτές τις κουτοπονηριές η έκθεση παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ που τώρα – αλλά όχι τότε – θέλουν να εκβιάσουν την ΕΕ στο ζήτημα του χρέους.

Η έκθεση είναι πιο διεξοδική στο ότι ιδιαίτερα το ελληνικό ΠΟΠ είναι υπεραισιόδοξες προβλέψεις και ήταν αρκετά ανελαστικό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται το ζήτημα της υποτίμησης των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών καθώς και της καθυστερημένης αναθεώρησης των στόχων (μόνο στην 5η αξιολόγηση το 2011). Το ερώτημα είναι οι ειδήμονες του ΔΝΤ (την τεχνική επάρκεια των οποίων η έκθεση επαινεί σε πάμπολλα σημεία) δεν έβλεπαν ενωρίτερα αυτό που ήταν καταφανές; Προφανώς ναι, αλλά οι πολιτικές επιλογές (και του ΔΝΤ) ήταν διαφορετικές τότε. Γι’ αυτό και ακόμη και στην έκθεση λέγεται ότι η αρχική εκκίνηση του ΠΟΠ ήταν εντυπωσιακά επιτυχής αλλά στην συνέχεια – για όχι ιδιαίτερα ευκρινείς λόγους – κόλλησε στην λάσπη. Και εδώ αρχίζει το πέταγμα της ευθύνης στην ΕΕ και στο ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα που δεν ήταν επαρκώς αιμοβόρο στην εφαρμογή του προγράμματος (αυτό κατ΄ ευφημισμόν λέγεται «ιδιοκτησία του προγράμματος»).

Η έκθεση, μεταξύ άλλων, έχει μία ενδιαφέρουσα γκρίνια του ΔΝΤ ότι η ΕΕ είναι αυτή που επέβαλλε μία πολύ μεγάλη, πολύ λεπτομερή και μη-ρεαλιστική λίστα προαπαιτούμενων στην Ελλάδα και ότι το ΔΝΤ θα προτιμούσε κάτι πιο λιτό και ταυτόχρονα πιο λειτουργικό (καθώς υποστηρίζεται ότι ο μεγάλος αριθμός μέτρων μπέρδευε). Μάλλον πρόκειται για άλλο ένα φύλλο συκής του ΔΝΤ. Από την μία γκρινιάζει για «ανεπαρκή ιδιοκτησία» του προγράμματος (που πως αλλιώς θα αντιμετωπισθεί αν όχι με λεπτομερή δέσμευση και εποπτεία) και ρίχνει ευθύνες στην ελληνική ολιγαρχία. Αφετέρου το ΔΝΤ – στα πλαίσια της πρόσφατης προσπάθειας ανακαίνισης της εικόνας του -δοκιμάζει να βγάλει από επάνω του το άγος των αντιλαϊκών πολιτικών και της προ-κυκλικότητας (που ως γνωστόν περνούν κατ’ εξοχήν μέσω των προαπαιτουμένων [conditionality] των προγραμμάτων του).

Εν παρόδω – για να ευλογήσει τα γένια του ΔΝΤ αλλά ταυτόχρονα επιτείνοντας το ερώτημα του γιατί δεν έκανε κάτι στα επόμενα ελληνικά ΠΟΠ – η έκθεση επικαλείται ότι ήδη από το 2013 σχετική εμπιστευτική εσωτερική αξιολόγηση του ΔΝΤ είχε αναγνωρίσει τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα προβλήματα (και ότι η ΕΕ είχε αντιδράσει άκομψα).

Τελικά, η έκθεση ενώ βγάζει ως επιτυχημένα τα ΠΟΠ της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αποφαίνεται σεμνά και βιαστικά ότι «δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο» για το ελληνικό πρόγραμμα. Κοινώς η έκθεση ώδινεν όρος και έτεκεν μυν.

thessaly2

 

 

 

 

 

 

Ο σκυλοκαβγάς της ελληνικής ολιγαρχίας και των κομμάτων της

 

Αν η έκθεση του ΙΕΟ αποτελεί ένα υπόδειγμα υποκρισίας και ίντριγκας μέσα σε ένα από τα βασικά ανάκτορα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, η διαχείριση της από την ελληνική αστική τάξη και τα κόμματα της δεν υπολείπεται σε υποκρισία. Μόνο που πρόκειται για την υποκρισία και τους σκυλοκαβγάδες των παρακατιανών των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων που τσακώνονται για κάποιο κόκκαλο που θα παραπέσει από το τραπέζι των αφεντικών.

Πρακτικά η ελληνική αστική τάξη είναι σε ένα από τα χειρότερα σημεία της ιστορίας της. Από την στιγμή που η ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» της που θα την αναβάθμιζε μέσα στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα μετατράπηκε σε καταστροφή για την χώρα (όπως και οι προηγούμενες «μεγάλες ιδέες» της), προσπαθεί να σώσει το τομάρι της θυσιάζοντας τον λαό αυτής της χώρας. Συναίνεσε στα ΠΟΠ θεωρώντας ότι μπορεί να έχασε την ευκαιρία της αναβάθμισης (και να μετατράπηκε σε καπιταλισμό υπό εποπτεία, δηλαδή να υποβαθμίζεται στον διεθνή καταμερισμό εργασίας) αλλά τουλάχιστον θα σώσει τον εαυτό της θυσιάζοντας τους εργαζόμενους της Ελλάδας. Όμως, καθώς τα ΠΟΠ καρκινοβατούν, οι ξένοι πάτρωνες (που βλέπουν τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα να κινδυνεύουν) απαιτούν να συμμετάσχει πλέον στα κόστη και η ελληνική ολιγαρχία. Έτσι, έχει χάσει πλέον την κορωνίδα της (τις τράπεζες). Έχει επίσης η ίδια, ήδη από πριν την κρίση (λόγω λαιμαργίας, εθισμού στις σίγουρες «αρπαχτές» και απαρέσκειες σε επίφοβες δεσμεύσεις), αδυνατίσει την μεταποίηση και τον πρωτογενή τομέα. Αργά αλλά σταθερά χάνει έδαφος και στην υποτιθέμενη «νέα βαριά βιομηχανία», τον τουρισμό (και την ελπίδα της να γίνουμε μία χώρα γεμάτη ξενοδοχεία με έλληνες ξενοδόχους που τρέφονται από ενισχύσεις του δημοσίου και της ΕΕ, ξένους τουρίστες και του έλληνες εργαζόμενους σαν «ευλύγιστα», κακοπληρωμένα και ανασφάλιστα γκαρσόνια). Ακόμη και το ιερό δισκοπότηρο της, η χρυσοπληρωμένη και μονίμως φοροδιαφεύγουσα ναυτιλία (με τα βασικά της πόδια και χρήματα στο εξωτερικό και χρησιμοποιούσα την Ελλάδα κυρίως σαν πολιτικό απάγκιο), καλείται να κάνει το αδιανόητο για τους «καπετάνιους» της: να περάσει από το ταμείο.

Μέσα σ’ αυτή την ζοφερή κατάσταση η ελληνική αστική τάξη προσπαθεί να διασώσει το τομάρι της γλύφοντας τους ξένους πάτρωνες και αλληλοσπαρασσόμενη στο εσωτερικό της. Και πάντα βέβαια επιδιώκοντας να φορτώσει την ζημιά στους εργαζόμενους. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το πρόγραμμα προσαρμογής είναι εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό. Ταυτόχρονα όμως δεν διανοείται να πάει κόντρα στις επιλογές των ξένων πατρώνων. Προτιμά να παίζει σε κάποιες από τις μεταξύ τους αντιθέσεις (πάντα σεμνά μήπως και της θυμώσουν). Έτσι στον εντεινόμενο ανταγωνισμό ΗΠΑ και ΕΕ κοιτάζει δίβουλη μία από την μία και μία από την άλλη προσπαθώντας να διασώσει τα συμφέροντα της. Θα ήθελε μία χαλάρωση των φιλόδοξων στόχων του προγράμματος και μία αναδιάρθρωση του χρέους καθώς αυτά θα απάλυναν την πίεση να πληρώσει και αυτή για την κρίση. Ταυτόχρονα όμως φοβάται να εκφρασθεί ανοικτά υπέρ της αμερικανικής πλευράς καθώς κάτι τέτοιο θα θύμωνε την Γερμανία. Από την άλλη τρέμει αρκετές από τις δομικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί το ΔΝΤ. Φυσικά όχι αυτές που φορτώνουν βάρη στις πλάτες της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, αλλά εκείνες που σπάνε θεσμικά προνόμια της και ιδιαίτερα το σύστημα της διαπλοκής (κράτος – τράπεζες – επιχειρήσεις) που οχύρωνε και ευνοούσε τους έλληνες καπιταλιστές έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους.

Μέσα σ’ αυτό το ασαφές πλαίσιο κινούνται και οι πολιτικοί υπάλληλοι της ελληνικής ολιγαρχίας.

Ο νεο-μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ χοροπηδά ότι η νεοφιλελεύθερη και άκρως αντιλαϊκή έκθεση του Γραφείου τον δικαιώνει και ότι τώρα πρέπει να υπάρξει κάποια ελεημοσύνη στο ζήτημα του χρέους, υπονοώντας ότι για χάρη της μπορεί να περάσει το νέο κύμα αντιλαϊκών αλλαγών που απαιτεί η τρόικα. Επίσης δοκιμάζει να ξαναφορέσει λίγο την αντι-μνημονιακή λεοντή καταγγέλλοντας ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για τυφλή αποδοχή των ΠΟΠ. Φυσικά κρύβοντας ότι ο ίδιος έχει υπογράψει τα προγράμματα αυτά και αποδεικνύεται σε έναν από τους πιο πειθήνιους και βολικούς διαχειριστές τους. Επίσης ξεχνώντας ότι η έκθεση και το ΔΝΤ επιμένουν περισσότερο απ’ όλους σε βάρβαρες – ιδιαίτερα για τα λαϊκά στρώματα – δομικές μεταρρυθμίσεις. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζει να χρησιμοποιήσει την έκθεση του ΙΕΟ σαν δική του αντι-μνημονιακή λεοντή στο εσωτερικό αν και η έκθεση είναι μνημονιακή με την βαθύτερη έννοια του όρου. Επίσης, γνέφει φιλικά προς τις ΗΠΑ – από τις οποίες εξαρτάται με πολυποίκιλους δεσμούς – ελπίζοντας σε κάποια βοήθεια στο ζήτημα του χρέους και στην αμφίβολη δική του πολιτική επιβίωση. Δεν κάνει όμως την έκθεση και σημαία στα όργανα της ΕΕ γιατί κάτι τέτοιο θα θύμωνε την τελευταία.

Από την άλλη η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (και ανάλογα οι λοιποί συνοδοιπόροι του ευρω-νενεκισμού) ποιούν τη νήσσα καθώς η έκθεση δείχνει ότι οι κυβερνήσεις τους σύρθηκαν πειθήνια στα κελεύσματα των ξένων πατρώνων χωρίς να διαπραγματεύονται ούτε αμελητέα ζητήματα. Και αντίθετα φωνασκούν για τις υπαρκτές ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ (με τους τυχοδιωκτισμούς του) στην επιδείνωση της οικονομίας και για το 3ο ΠΟΠ. Ιδιαίτερα η ΝΔ προσπαθεί να αναδείξει τον εαυτό της σαν τον πιο συνεπή και αξιόπιστο διαχειριστή των όποιων επιλογών κάνουν οι ξένοι πάτρωνες.

Ο ελληνικός λαός δεν έχει να κερδίσει τίποτα από όλους αυτούς τους σκυλοκαβγάδες τόσο των ξένων πατρώνων όσο και της ελληνικής ολιγαρχίας. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου περνά μέσα από την αποδέσμευση από την ΕΕ.


Αναδημοσιευμένο

(1) στο site του Μ.Ιγνατίου:

http://mignatiou.com/2016/08/h-ekthesi-tou-grafiou-axiologisis-tou-dnt-ipodigma-pollaplis-thesmikis-ipokrisias/

H έκθεση του Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

(2) στην Pandiera.gr

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

3) στον ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

http://www.ergatikosagwnas.gr/arthra/economy/1094-ena-ypodeigma-pollaplis-thesmikis-ypokrisias

Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

4) στην ιστοσελίδα της ΠΕΝΕΝ

http://penen.gr/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/item/2842-h-%CE%AD%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%BD%CF%84-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

«Αριστερός ευρωσκεπτικισμός ή αριστερό μέτωπο κατά της ΕΕ;», ΠΡΙΝ 19-9-2015

Αριστερός ευρωσκεπτικισμός ή αριστερό μέτωπο κατά της ΕΕ;

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

ΠΡΙΝ, 19/9/2015

 

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2007-8 αποτελεί την πρώτη μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα. Το ξέσπασμα της αναστάτωσε την ούτως ή άλλως ανισόμετρη ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και όξυνε τις ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις μεταξύ των βασικών πόλων του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Η δομική κρίση της ευρωζώνης (και ευρύτερα της ΕΕ καθώς η προηγούμενη αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της τελευταίας) είναι μία από τις βασικές περιοχικές κρίσεις που εκδηλώνονται στον απόηχο της παγκόσμιας κρίσης. Σηματοδοτεί τα προβλήματα ενός από τους βασικούς ανταγωνιστικούς πόλους στην αμερικανική παγκόσμια ηγεμονία και έχει εκδηλωθεί με ιδιαίτερη ένταση αλλά και με άνισες επιπτώσεις στο σύνολο των χωρών της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ (οι χώρες του ευρω-κέντρου) έχει ξεφορτώσει μεγάλο μέρος των δικών του προβλημάτων στους ηγεμονευόμενους υπο-ιμπεριαλισμούς της ευρω-περιφέρειας με αποτέλεσμα η κρίση των δεύτερων να είναι οξύτερη. Η υπαγωγή πολλών από τις τελευταίες σε βάρβαρες πολιτικές αναδιάρθρωσης – ιδιαίτερα με προγράμματα προσαρμογής από τρόικες – έχει οξύνει δραματικά τις ταξικές εντάσεις σ’ αυτές, σε διάκριση με τις χώρες του ευρω-κέντρου που η κατάσταση είναι ηπιότερη.

diagram

Η προαναφερθείσα διαφορά έχει ορισμένες κρίσιμες πολιτικές επιπτώσεις. Τόσο για τους παραπάνω οικονομικούς λόγους όσο όμως και για όχι αμελητέους λόγους πολιτικής παράδοσης οι πολιτικές επιπτώσεις της κρίσης είναι διαφορετικές στις χώρες του ευρω-κέντρου και στις χώρες του Βορρά απ’ ότι στις χώρες της ευρω-περιφέρειας του Νότου. Γενικά, παρατηρείται ότι ο μεγάλος πολιτικός κερδισμένος στις πρώτες από την κρίση είναι η λεγόμενη «ριζοσπαστική Δεξιά» ενώ στις δεύτερες η ριζοσπαστική Αριστερά.

Σαν «ριζοσπαστική Δεξιά» χαρακτηρίζεται στις επίσημες συζητήσεις η μέχρι πρότινος εκτός επίσημου πολιτικού συστήματος ακροδεξιά. Η τελευταία κερδίζει γιατί εκτός από την παραδοσιακή ατζέντα της ξενοφοβίας κάνει πλέον κυρίαρχη στον πολιτικό της λόγο την αντίθεση στην ΕΕ. Στις χώρες του ευρω-κέντρου η Αριστερά – μετά από διαδοχικές ήττες κυρίως στη δεκαετία του 1980 – έχει ουσιαστικά καταθέσει τα όπλα και, ακόμη και όπου διατηρεί δυνάμεις, έχει συνήθως ενσωματωθεί στο σύστημα. Ιδιαίτερα έχει αποδεχθεί την βασική «κόκκινη γραμμή» του συστήματος αυτή την ιστορική περίοδο: την ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Έτσι η διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στον πλέον εξόφθαλμα αντιλαϊκό χαρακτήρα της ΕΕ δεν βρίσκει διέξοδο στην Αριστερά. Αντίθετα, η ακροδεξιά – υποστηριζόμενη από σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου που ανησυχούν για την αυξανόμενη γερμανική ηγεμονία – βάζει ολοένα και περισσότερο στην ατζέντα της την σύγκρουση με την ΕΕ και κατορθώνει να παραπλανά μεγάλα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα. Αφετέρου, στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η απεχθής μνήμη του ανύπαρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η ελεεινή μετέπειτα πορεία των κληρονόμων του εξοντώνει από τα γεννοφάσκια της κάθε προσπάθεια αριστερής αναγέννησης.

Αντίθετα, κυρίως στις χώρες της ευρω-περιφέρειας του Νότου, η κρίση ενίσχυσε την ριζοσπαστική Αριστερά (που στην επίσημη συζήτηση σηματοδοτεί την πέραν της κλασσικής σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά). Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε ο κυρίαρχος ρόλος στην Αριστερά των περισσότερων από τις χώρες αυτές της κομμουνιστικής παράδοσης που διατήρησε – παρά τις όποιες ευρωκομμουνιστικές παρεκκλίσεις – την αντίθεση στην ΕΕ τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματα της.

kokkinisimaiapoli

Αυτή η ιδιομορφία του ευρω-Νότου και τα συνακόλουθα μαζικά λαϊκά κινήματα στην περιοχή αυτή δεν έχουν περάσει καθόλου απαρατήρητα από τα ηγεμονικά ιμπεριαλιστικά κέντρα της ΕΕ και τις εγχώριες αστικές τάξεις. Η συζήτηση για την ανάγκη να μπει «τέλος στην ελληνική ιδιομορφία» (που ιδεολογικοί κονδυλοφόροι των ΗΠΑ και εγχώρια παπαγαλάκια φθάνουν υποκριτικά και βλακωδώς να βαφτίζουν «τελευταία σοβιετία») είναι χαρακτηριστική.

Εμπρός στην κατάσταση αυτή εκτός από την κυρίαρχη γραμμή του συστήματος – το κατά μέτωπο χτύπημα του αριστερού αντι-ΕΕ ρεύματος – αναπτύσσεται και μία άλλη γραμμή. Σημαντικά τμήματα της μέχρι πρότινος ευρώδουλης δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς (ιδιαίτερα στο Νότο), βλέποντας την απώλεια λαϊκής στήριξης και το ότι βαθαίνει συνεχώς (λόγω της διάρκειας και του βάθους της κρίσης) η βαρβαρότητα της ΕΕ, μετακινούνται στη γραμμή του αριστερού ευρωσκεπτικισμού. Η λειψή και καθυστερημένη αυτή γραμμή εκφράζεται είτε με την αφελή επίκληση ενός προοδευτικού μετασχηματισμού της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως σε ένα ήπιο Κεϋνσιανισμό) είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ευρωζώνη. Συνήθως όταν έχει ξεφτίσει η πρώτη πρόταση – μέσα από τα προφανή αδιέξοδα της – κάποια τμήματα αυτής της οικόσιτης Αριστεράς μετακινούνται στη δεύτερη. Βέβαια πρόκειται για μία εξίσου εθελοτυφλική με την προηγούμενη πρόταση. Βασίζεται στην αφελή πεποίθηση (ιδιαίτερα για ευρω-περιφερειακές χώρες) ότι φεύγοντας από την ΟΝΕ μπορείς να μείνεις και να παίξεις με καλύτερους όρους μέσα στην ΕΕ. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά φορτώσουν στην πλάτη της εργασίας τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας – με αποδιαρθρωμένες παραγωγικές δομές καθώς έχουν γίνει μεσαία και χαμηλά εξαρτήματα πανευρωπαϊκών αλυσίδων παραγωγής και λιγότερο ισχυρές αστικές τάξεις που ούτε αποτολμούν να αμφισβητήσουν τις εξαρτημένες σχέσεις τους με τους δυτικο-ευρωπαίους πάτρωνες τους – η πρόταση αυτή είναι απλά ανέφικτη χωρίς την ταυτόχρονη απόσχιση από την ΕΕ.

Και στις δύο αυτές εκδοχές αντί για μία ανεξάρτητη γραμμή της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, που φυσικά δεν θα αγνοεί τις και θα παρεμβαίνει στις ενδοαστικές αντιθέσεις, προκρίνεται μία γραμμή ακολουθητισμού και εξάρτησης από τις τελευταίες. Η γραμμή αυτή δεν οδηγεί σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση αυτών των τμημάτων της Αριστεράς, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται. Ούτε βοηθά στη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα είναι ένα καθυστερημένο σύρσιμο ποδιών πίσω από τις εξελίξεις, μπλεγμένο με τις αντιφάσεις του που αντί να οδηγεί την λαϊκή συνείδηση αποτελεί έρμα και εμπόδιο σε μελλοντικές εξελίξεις: ένα καθυστερημένο βήμα μπροστά που ακολουθείται δύο δειλά βήματα πίσω.

Αποτέλεσμα εικόνας για smash European Union

Ο μόνος δρόμος για την ανασυγκρότηση της Αριστεράς (που θέλει να είναι αντάξια του ονόματος της και πραγματικά ανατρεπτική) δεν περνά από τις ολισθηρές ατραπούς του ευρω-σκεπτικισμού. Η ανατρεπτική Αριστερά στις χώρες της ιμπεριαλιστικής ΕΕ πρέπει να έχει στην προμετωπίδα της πολιτικής πρότασης της την σύγκρουση με την ΕΕ και την αποδέσμευση από αυτή. Μέσα σ’ αυτό το «λάκκο των λεόντων» καμιά φιλολαϊκή εναλλακτική και καμιά δυνατότητα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δεν υπάρχει. Γι’ αυτό η ανατρεπτική Αριστερά πρέπει να αφήσει στην άκρη ιδεοληπτικές αγκυλώσεις – του τύπου ότι αν προφέρεις πολλές φορές κάποια επίθετα προσεγγίζεις την ουσία τους (σαν κάτι θρησκευτικές αιρέσεις) – και να επικεντρωθεί στο να είναι έμπρακτα επαναστατική: να ανατρέπει τους κρίσιμους κόμβους της κυρίαρχης κατάστασης πραγμάτων και να πλέκει το μακρύ κόκκινο νήμα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η πρόταση της ανατρεπτικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι μία πρόταση ιδεολογικής ενότητας (του τύπου «αντικαπιταλιστικό μέτωπο»). Οφείλει να είναι η πρόταση ενός αριστερού παλλαϊκού κοινωνικο-πολιτικού μετώπου για την αποδέσμευση από την ΕΕ. Το μέτωπο αυτό οφείλει να συγκροτηθεί πάνω σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ που δεν θα κρύβει την σοσιαλιστική προοπτική του. Ταυτόχρονα όμως θα μπορεί να ενώσει υπό την σκέπη του ακόμη και δυνάμεις και ιδιαίτερα λαϊκές μερίδες που δεν είναι πεισμένες για την προοπτική αυτή αλλά αναγνωρίζουν στις προτάσεις του την μόνη δυνατότητα επιβίωσης τους. Η συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου μπορεί να παρέμβει και να ριζοσπαστικοποιήσει και τμήματα του αριστερού ευρω-σκεπτικισμού κι όχι να εγκλωβισθεί στα δικά τους αδιέξοδα.

Η μάχη των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 και η ενίσχυση συνεργασίας της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. με το Ε.Ε.Κ. και ανένταχτους αγωνιστές της αριστεράς πρέπει να αποτελέσει βήμα στην κατεύθυνση αυτή.

Ψήφο στη μετωπική ανατρεπτική Αριστερά

Μπορεί να υπάρξει εναλλακτική πολιτική στα Μνημόνια εντός της ΕΕ; (Μερικά σχόλια με αφορμή το πρόγραμμα της ΛΑΕ και μία συνέντευξη του Κ.Λαπαβίτσα)

ΜπορεΙ να υπΑρξει εναλλακτικΗ πολιτικΗ στα ΜνημΟνια εντΟς της ΕΕ;

(Μερικά σχόλια με αφορμή το πρόγραμμα της ΛΑΕ και μία συνέντευξη του Κ.Λαπαβίτσα)

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Η χώρα μας διατρέχει τον έβδομο χρόνο οικονομικής κρίσης και τον έκτο υπό τα δεσμά της Μνημονιακής πολιτικής. Η τελευταία επιβλήθηκε ουσιαστικά στη χώρα από την συμπαιγνία της εγχώριας ελίτ με τα ηγεμονικά κέντρα της ΕΕ χωρίς καμία ουσιαστική δημοκρατική διαβούλευση και μέσω εκβιασμών και παραπληροφόρησης. Πρόκειται για μία συνειδητά υφεσιακή πολιτική δομικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εγχώριας ελίτ και του ευρω-ιερατείου. Η πολιτική αυτή είναι σαφώς αντιλαϊκή (καθώς το κόστος της το επωμίζονται οι εργαζόμενοι και τα μικρομεσαία στρώματα), ενώ η προοπτική που υπόσχεται είναι επιεικώς ζοφερή. Η ενδεχόμενη επιστροφή της ανάπτυξης μπορεί να γίνει μόνο αν η χώρα μετασχηματισθεί σε μία «κινεζοποιημένη» οικονομία εξευτελιστικών μισθών, φθηνών περιουσιακών στοιχείων, χαμηλής προστιθέμενης αξίας και τεχνολογικής εξειδίκευσης στην εξώτερη περιφέρεια της ΕΕ. Είναι μία υπερφιλόδοξη πολιτική καθώς απαιτεί δραματικές κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές που διακινδυνεύουν ανεξέλεγκτες (για το σύστημα) κοινωνικές εκρήξεις. Επιπλέον όμως έχει και σοβαρότατα τεχνικά προβλήματα (υπερβολικά εμπροσθοβαρής και αισιόδοξη, χωρίς μία αποτελεσματική αναδιάρθρωση χρέους και χωρίς την διευκόλυνση της συναλλαγματικής υποτίμησης) που προέκυψαν κυρίως λόγω πολιτικών επιταγών της ΕΕ. Τόσο λόγω της κοινωνικής αναταραχής όσο και λόγω των τεχνικών προβλημάτων της, η Μνημονιακή πολιτική αποτυγχάνει συστηματικά και απαιτεί συνεχώς νέες διορθώσεις, δάνεια και δεσμεύσεις. Όμως για το ευρω-ιερατείο και την εγχώρια ελίτ δεν υπάρχει άλλος δρόμος (βλέπε «Τι είναι (και τι δεν είναι) η Μνημονιακή στρατηγική και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά»).

Καθώς όμως η Μνημονιακή πολιτική έχει βυθίσει την χώρα στην κρίση και την εξαθλίωση ξεκίνησε ακόμη και σε επίσημους κύκλους η συζήτηση για τις εναλλακτικές πολιτικές της. Αρχικά η επίσημη συζήτηση επικεντρώθηκε στην αναδιαπραγμάτευση και τροποποίηση των Μνημονίων. Αυτό εκφράσθηκε με τα Ζάππεια προγράμματα της ΝΔ που ουσιαστικά ζητούσαν μία πιο ήπια και λιγότερο εμπροσθοβαρή προσαρμογή. Χρησιμοποιήθηκαν σαν πρόγραμμα αλίευσης ψήφων και εγκαταλείφθηκαν την αμέσως επομένη της κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας καθώς η ΕΕ ξεκαθάρισε ότι δεν δέχεται οποιαδήποτε τροποποίηση. Το ίδιο έργο επαναλήφθηκε με τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ πλειοδότησε προβάλλοντας την πλήρη κατάργηση της Μνημονιακής πολιτικής και την διαγραφή του χρέους (ενώ ψέλλισε ακόμη και το «καμία θυσία για το ευρώ» για να το αποσύρει πολύ γρήγορα). Υποσχέθηκε επίσης ότι αυτή η εναλλακτική είναι εφικτή μέσα στα πλαίσια της ΕΕ. Και αυτός με την σειρά του, εμπρός στην κατηγορηματική αντίθεση της ΕΕ, πρώτα υποχώρησε από την διαγραφή του χρέους στην επιμήκυνση του. Στη συνέχεια έκανε την μεγάλη κωλοτούμπα και όχι μόνο δεν ανέτρεψε τις Μνημονιακές πολιτικές λιτότητας αλλά συμφώνησε σε ένα τρίτο βάρβαρο και υφεσιακό Μνημόνιο.

Όλες αυτές οι παλινωδίες αποδεικνύουν ότι για την ΕΕ τα Μνημόνια είναι μονόδρομος. Καμία μικρή ή μεγάλη τροποποίηση τους δεν γίνεται αποδεκτή από το ευρω-ιερατείο και αυτό γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι μια βάρβαρη ταξική πολιτική για την αντιμετώπιση της κρίσης της ευρωζώνης και την διατήρηση των ελπίδων της για διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας από τις ΗΠΑ που δεν επιδέχεται ελαστικές οικονομικές πολιτικές (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί»). Αυτός είναι ο βασικός λόγος που το ευρω-ιερατείο επιμένει σε μία οικονομική πολιτική που εντείνει τους πολιτικούς και οικονομικούς τριγμούς στο εσωτερικό της ΕΕ.

Επιπρόσθετα, είναι πλέον προφανές ακόμη και στους πιο αδαείς ότι δεν υπάρχουν περιθώρια μετασχηματισμού του οικοδομήματος της ΕΕ. Η τελευταία συγκροτείται με βάση συγκεκριμένα κοινωνικο-οικονομικά και κρατικά συμφέροντα και δεν είναι μία εν γένει ένωση των ευρωπαϊκών χωρών. Σε όλη την μακρόχρονη διαδρομή της τα συμφέροντα αυτά αποτυπώνουν την ηγεμονία τους και επιβάλλουν τις επιλογές τους και, κατ’ αντιστοιχία, διαψεύδονται οι ψευδαισθήσεις περί εναλλακτικών δυνατοτήτων μέσα στα πλαίσια της.

Η πρόσφατη αποκάλυψη της απάτης του ΣΥΡΙΖΑ (περί εναλλακτικής εντός της ΕΕ όταν, παρά τα εκ των υστέρων υποκριτικά λεγόμενα, γνώριζε καλά ότι αυτό είναι ανέφικτο) εξώθησε την αριστερή πτέρυγα του να αποσκιρτήσει και να δημιουργήσει την ΛΑΕ. Η τελευταία, με αρκετές ομολογουμένως παλινωδίες μεταξύ κειμένων και δημόσιων τοποθετήσεων (βλέπε «Το μετέωρο βήμα της ΛΑΕ»), προτείνει ένα πρόγραμμα ανατροπής του Μνημονίου που βασίζεται στην έξοδο από την ΟΝΕ αλλά στην παραμονή στην ΕΕ. Μάλιστα σε συνεντεύξεις του Κ.Λαπαβίτσα η έξοδος από την ΟΝΕ δεν θεωρείται λύση ύστατης ανάγκης (όπως σε άλλες δηλώσεις στελεχών της ΛΑΕ) αλλά κεντρικός άξονας του οικονομικού προγράμματος της. Συγκεκριμένα, προτείνεται (α) ακύρωση των μνημονίων, τερματισμό της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων, κατάργηση μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων), (β) διαγραφή μέρους του χρέους, (γ) εθνικοποίηση των τραπεζών, (δ) δημόσιο έλεγχο των επιχειρήσεων με στρατηγική σημασία, (ε) παραγωγική αναδιάρθρωση και (στ) έξοδο από το ευρώ. Το τελευταίο αποτελεί τον κεντρικό άξονα καθώς από αυτό εξαρτάται η εισοδηματική πολιτική, η αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και της πραγματικής οικονομίας και η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Μία πρώτη παρατήρηση είναι ότι αποδίδεται υπέρμετρη σημασία στην δυνατότητα της νομισματικής αλλαγής να αντιμετωπίσει το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων της οικονομίας και μάλιστα εγκαίρως. Συνακόλουθα παραγνωρίζεται ότι ακόμη και με εθνικό νόμισμα μία σειρά άλλες κρίσιμες αλλαγές προσκρούουν στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ.

Ορισμένες επιπρόσθετες διευκρινήσεις του Κ.Λαπαβίτσα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αναδεικνύουν – εκτός ορισμένων θετικών στοιχείων – τις βαθύτατες αντιφάσεις του προγράμματος αυτού.

Πρώτον, προτείνει στάση πληρωμών και στη συνέχεια διαπραγμάτευση για την συναινετική διαγραφή μέρους του χρέους. Όμως η πρόταση αυτή προτάθηκε ήδη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και απορρίφθηκε ρητά από το ευρω-ιερατείο. Για ποιο λόγο στο άμεσο μέλλον το ευρω-ιερατείο θα αλλάξει θέση;

Δεύτερον, η ανατροπή των μνημονιακών ρυθμίσεων θα είναι σταδιακή καθώς αναγνωρίζεται εμμέσως πλην σαφώς ότι η ανεργία θα παραμείνει σχετικά υψηλή για σημαντικό χρονικό διάστημα και συνεπώς δεν θα συμβάλλει σε πληθωριστικές τάσεις λόγω υποτίμησης του νέου νομίσματος. Το ίδιο προφανώς εξυπονοείται – αλλά δεν λέγεται – για την αύξηση των μισθών. Η θέση αυτή φαλκιδεύει τις διαβεβαιώσεις περί άμεσης κατάργησης των Μνημονίων.

Τρίτον, η αλλαγή του νομίσματος θα γίνει σε σχέση 1 προς 1 και αργότερα θα υποτιμηθεί. Η πρόταση αυτή είναι το λιγότερο αξιοπερίεργη τεχνικά. Κατ’ αρχήν δεν διευκρινίζεται αν θα υπάρχει ελεύθερη μετατρεψιμότητα του νέου νομίσματος στο διάστημα αυτό. Εάν υπάρχει τότε λογικά θα υπάρξει μία δραματική εκροή συναλλαγματικών διαθεσίμων που θα γονατίσει την χώρα. Εάν δεν υπάρχει μετατρεψιμότητα τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος η μετατροπή να μην γίνει κατευθείαν στην (υποτιμημένη) νέα ισοτιμία. Επιπλέον, δεν διευκρινίζεται το ύψος της υποτίμησης.

Τέταρτον, θεωρεί ότι η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (που προέκυψε λόγω της κατάρρευσης της ζήτησης εξαιτίας της Μνημονιακής λιτότητας) θα συνεχισθεί και σύντομα θα γίνει πλεονασματικό. Προφανώς υπονοείται ότι το τελευταίο θα συμβεί λόγω της υποκατάστασης εισαγωγών που θα γίνει εξαιτίας της εισαγωγής του νέου νομίσματος. Μάλιστα η υποκατάσταση εισαγωγών θα οδηγήσει επίσης σε κλαδική αναδιάρθρωση την οικονομία (με ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα σε βάρος της σημερινής τριτογενοποίησης). Η κλαδική αυτή αναδιάρθρωση θα γίνει με λοκομοτίβα τον δημόσιο τομέα αλλά και την δραστική συμβολή του ιδιωτικού τομέα. Όλα αυτά στα πλαίσια μίας νέας βιομηχανικής πολιτικής που ευθαρσώς παραδέχθηκε ο Κ.Λαπαβίτσας ότι δεν είναι επεξεργασμένη.

Αυτό το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι επιπόλαιες θεωρίες της χρηματιστικοποίησης (τις οποίες υιοθετεί ο Κ.Λαπαβίτσας) αποδίδουν ελάχιστη σημασία στην πραγματική οικονομία. Η ελληνική εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με τις θεωρίες αυτές (βλέπε «Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση»). Η ελληνική κρίση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις στρεβλώσεις της παραγωγικής δομής της χώρας που προκάλεσε η ένταξη της στην ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση και στην επιδείνωση των σχέσεων εξαρτημένης ανάπτυξης που προϋπήρχαν (που η ένταξη στην ΟΝΕ επιδείνωσε περαιτέρω). Τα προβλήματα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι παράγωγα των στρεβλώσεων της πραγματικής οικονομίας. Για την ανάταξη τους δεν αρκεί μία ανταγωνιστική υποτίμηση ούτε απλά μία λίγο πιο επεμβατική δημόσια βιομηχανική πολιτική. Απαιτείται ένα μακροχρόνιο συνολικό πλάνο δομικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας υποχρεωτικής ισχύος που προφανώς θα είναι δημόσιο και ο βασικός βραχίονας του θα είναι οι δημόσιες επενδύσεις και η δημόσια ιδιοκτησία. Ο ιδιωτικός τομέας ούτε θέλει σε συνθήκες κρίσης να επωμισθεί τέτοιο κίνδυνο ούτε μπορεί να το κάνει. Όμως μία τόσο δραστική δημόσια πολιτική (με επιδότηση και προστασία κλάδων κλπ.) αντίκειται σαφώς στις συνθήκες της ευρωπαϊκής κοινής αγοράς και όχι απλά στην ΟΝΕ. Πως μπορεί αυτό να γίνει παραμένοντας μέσα στην ΕΕ;

Το παραπάνω ζήτημα αποτελεί και την βασική αντίφαση του προγράμματος της ΛΑΕ και που το κάνει να είναι μία ακόμη μη-ρεαλιστική εναλλακτική. Η Λυδία λίθος του ελληνικού προβλήματος είναι η σχέση της με την ΕΕ συνολικά.

Η αντίφαση αυτή αναδεικνύεται όταν εξετάσει κανείς την έξοδο από την ΟΝΕ με ταυτόχρονη παραμονή στην ΕΕ. Ο δρόμος αυτός μπορεί να είναι είτε συναινετικός είτε συγκρουσιακός. Στην πρώτη περίπτωση – και δεδομένου του συσχετισμού δυνάμεων (καθώς η Ελλάδα δεν είναι ούτε Αγγλία ούτε Σουηδία) – ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι τύπου σχεδίου Σόιμπλε (δηλαδή επιδεινώνοντας περαιτέρω την θέση της χώρας και εντείνοντας την εξάρτηση από την ΕΕ). Στην δεύτερη περίπτωση η σύγκρουση μοιραία θα οδηγήσει τόσο για οικονομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους στην έξοδο από την ΕΕ. Κατά την ταπεινή μου γνώμη αυτή είναι η μόνη επίπονη μεν αλλά ελπιδοφόρα δε ρεαλιστική εναλλακτική στη Μνημονιακή βαρβαρότητα (βλέπε «Έξοδος από την ΕΕ: η μόνη λύση στο αδιέξοδο»).

Δημοσιεύθηκε στο euro2day.gr στις 14/9/2015 με τίτλο:

«Γιατί δεν βγαίνει το σχέδιο Λαφαζάνη για δραχμή»

http://www.euro2day.gr/specials/opinions/article/1360905/giati-den-vgainei-to-shedio-lafazanh-gia-drahmh.html

Αντιφάσεις και αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της ΛΑΕ

Αντιφάσεις και αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της ΛΑΕ

Σταύρος Μαυρουδέας

Μετά από αρκετές παλινωδίες η ΛΑΕ ξεκαθαρίζει σιγά-σιγά το οικονομικό πρόγραμμα της.

Μία πρώτη παρατήρηση είναι ότι η ΛΑΕ αντιμετωπίζει το πρόγραμμα απλά σαν ένα προπαγανδιστικό εργαλείο που είναι συνειδητά ασαφές για να επιτρέπει την πολυγλωσσία και την πολυσυλλεκτικότητα και επιπλέον είναι κάτι ευμετάβλητο με βάση φευγαλέες πολιτικές σκοπιμότητες. Πρόκειται για μία καθαρά αστική αντίληψη που ελάχιστη σχέση έχει με την παράδοση ιδιαίτερα της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Χαρακτηριστικά, όταν η ΛΑΕ απευθύνεται στο ευρύ κοινό υποβαθμίζει την θέση περί εξόδου από το ευρώ σε εργαλείο (και όχι στόχο) τελευταίας καταφυγής. Αντίστοιχα κρύβεται πίσω από το δάκτυλο της σχετικά με το ζήτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ καθώς δηλώνει ότι δεν αποτελεί στόχο της και εάν προκύψουν προβλήματα τότε θα θέσει το ερώτημα σε δημοψήφισμα (χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει τι θα προτείνει η ίδια). Αυτό την διευκολύνει στις σχέσεις και διαπραγματεύσεις της με πολιτικούς παράγοντες όπως η Ζ. Κωνσταντοπούλου, ο Μ. Γλέζος, η Ρ. Μακρή αλλά και ο Γ. Ρωμανιάς. Αντίθετα, όταν απευθύνεται ψευδο-ενωτικά στην Αριστερά και ιδιαίτερα στην ανατρεπτική Αριστερά παρουσιάζει κείμενα με θολές ριζοσπαστικότερες διατυπώσεις.

Alexander Rodchenko, Red and Yellow

Αφήνοντας στην άκρη αυτούς τους κουτοπόνηρους χειρισμούς, έχει ενδιαφέρον να εξετασθεί αυτό που φαίνεται να είναι η ουσία του προγράμματος της ΛΑΕ.

Κατ’ αρχήν, ο γενικός προσανατολισμός του είναι ένας αριστερός ευρω-σκεπτικισμός και όχι ένα αριστερό αντι-ΕΕ μέτωπο. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την εμμονή σε συναινετικές λύσεις με την ΕΕ καθώς και στην εμμονή στην παραμονή σε αυτήν (Κ.Λαπαβίτσας: «δεν είναι στόχος μας η έξοδος από την ΕΕ»). Ουσιαστικά θεωρείται ότι μέσα στην ΕΕ αλλά εκτός του υποτιθέμενα ασφυκτικότερου πλαισίου της ΟΝΕ μπορεί να υπάρξει μία φιλολαϊκή προοπτική καθώς υπάρχουν τόσο τα θεσμικά περιθώρια όσο και οι δυνητικές συμμαχίες γι’ αυτό.

Αν δοκιμαστεί να διακριβωθεί – μέσα από την πολυγλωσσία της ΛΑΕ – το οικονομικό της πρόγραμμα φαίνεται ότι αυτό έχει τους ακόλουθους άξονες:

(α) ακύρωση των μνημονίων: τερματισμός της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων, κατάργηση μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων

(β) στάση πληρωμών και έναρξη διαπραγματεύσεων για την διαγραφή μέρους του χρέους

(γ) εθνικοποίηση των τραπεζών και δημιουργία τριών τραπεζών ειδικού σκοπού (αγροτική τράπεζα, τράπεζα επενδύσεων και ταχυδρομικό ταμιευτήριο).

(δ) παραγωγική αναδιάρθρωση με δημόσιο έλεγχο των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και επικουρία του ιδιωτικού τομέα

(ε) έξοδο από την ΟΝΕ

Η τελευταία αποτελεί τον κεντρικό άξονα καθώς από αυτό εξαρτάται η εισοδηματική πολιτική, η αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και της πραγματικής οικονομίας και η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Στο πρόγραμμα αυτό αποδίδεται υπέρμετρη σημασία στην δυνατότητα της νομισματικής αλλαγής να αντιμετωπίσει το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων της οικονομίας και μάλιστα εγκαίρως. Συνακόλουθα παραγνωρίζεται ότι ακόμη και με εθνικό νόμισμα μία σειρά άλλες κρίσιμες αλλαγές προσκρούουν στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ.

Πρόσφατες συνεντεύξεις του Κ. Λαπαβίτσα αναδεικνύουν – εκτός ορισμένων θετικών στοιχείων – τις βαθύτατες αντιφάσεις του προγράμματος αυτού.

Πρώτον, αντί για άρνηση του χρέους προτείνει στάση πληρωμών και στη συνέχεια διαπραγμάτευση για την συναινετική διαγραφή μέρους του χρέους. Αυτό σημαίνει ουσιαστικά – και πέραν φληναφημάτων περί «απεχθούς χρέους» κ.λπ. – ότι αναγνωρίζεις το χρέος αλλά δηλώνεις ότι δεν μπορείς να το πληρώσεις. Όμως η πρόταση αυτή προτάθηκε ήδη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και απορρίφθηκε ρητά από την ΕΕ. Για ποιο λόγο στο άμεσο μέλλον το ευρω-ιερατείο θα αλλάξει θέση;

Δεύτερον, η ανατροπή των μνημονιακών ρυθμίσεων θα είναι σταδιακή καθώς αναγνωρίζεται εμμέσως πλην σαφώς ότι η ανεργία θα παραμείνει σχετικά υψηλή για σημαντικό χρονικό διάστημα και συνεπώς δεν θα συμβάλλει σε πληθωριστικές τάσεις λόγω υποτίμησης του νέου νομίσματος. Το ίδιο προφανώς εξυπονοείται – αλλά δεν λέγεται – για την αύξηση των μισθών. Ουσιαστικά κλείνεται το μάτι προς διάφορες πλευρές ότι δεν θα υπάρξει μία άμεση ανατροπή των μισθολογικών μειώσεων και συνεπώς τα περιθώρια κερδοφορίας θα βρουν χρόνο να προσαρμοσθούν. Επίσης ότι η λελογισμένη επαναφορά των μισθών δεν θα δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις (σε συνδυασμό με την ύπαρξη μεγάλης υποαπασχόλησης των παραγωγικών πόρων). Η θέση αυτή φαλκιδεύει τις διαβεβαιώσεις περί άμεσης κατάργησης των Μνημονίων. Επιπλέον, το ερώτημα είναι πώς με μία τέτοια σταδιακή αύξηση της εσωτερικής ζήτησης θα επιστρέψει η οικονομική ανάπτυξη; Αρκούν οι δημόσιες δαπάνες και πώς; Υποστηρίζει η ΛΑΕ ότι αυτή θα προέλθει από το εξωτερικό (με αύξηση εξαγωγών ή/και εισροή κεφαλαίων) και πώς;

Τρίτον, η αλλαγή του νομίσματος θα γίνει σε σχέση 1 προς 1 και αργότερα θα υποτιμηθεί. Η πρόταση αυτή είναι το λιγότερο αξιοπερίεργη τεχνικά. Κατ’ αρχήν δεν διευκρινίζεται αν θα υπάρχει ελεύθερη μετατρεψιμότητα του νέου νομίσματος στο διάστημα αυτό. Εάν υπάρχει τότε λογικά θα υπάρξει μία δραματική εκροή συναλλαγματικών διαθεσίμων που θα γονατίσει την χώρα. Εάν δεν υπάρχει μετατρεψιμότητα τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος η μετατροπή να μην γίνει κατευθείαν στην (υποτιμημένη) νέα ισοτιμία. Επιπλέον, δεν διευκρινίζεται το ύψος της υποτίμησης. Αν αυτή ακολουθήσει το ύψος του πληθωρισμού (που υποτίθεται κατά τον Κ. Λαπαβίτσα ότι δεν θα ξεπεράσει το 10% τον πρώτο χρόνο) δεν αρκεί για να ανατάξει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών. Αν είναι μεγαλύτερη υπάρχει ένα επιπρόσθετο πρόβλημα καθώς θα συνεπάγεται εισαγόμενο πληθωρισμό. Ο τελευταίος μπορεί να περιορισθεί στο σκέλος της καταναλωτικής ζήτησης (καθώς τα εισοδήματα δεν θα έχουν ανακάμψει από τις Μνημονιακές μειώσεις) αλλά θα επηρεάσει άμεσα τις εισαγόμενες ενδιάμεσες εισροές εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων. Ιδιαίτερα θα επηρεάσει αρνητικά μεγάλο μέρος των εξαγωγών (π.χ. πετρελαιοειδή) καθώς αυτές εξαρτώνται από εισαγωγές. Υπάρχει λύση στο πρόβλημα αυτό αλλά αυτή απαιτεί πολύ πιο ρηξικέλευθες επιλογές από αυτές του μεσοβέζικου αριστερού ευρωσκεπτικισμού. Ένα αριστερό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ μπορεί να προχωρήσει σε ένα αυστηρό εσωτερικό διοικητικό καθορισμό τιμών (για τον έλεγχο της ιδιωτικής κερδοσκοπίας), σε μη-μετατρεψιμότητα του εθνικού νομίσματος (τουλάχιστον για ένα κρίσιμο διάστημα) και σε ένα σύστημα πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών όπως πολλές χώρες (π.χ. Βενεζουέλα, Ιράν) έχουν κάνει.

Τέταρτον, θεωρεί ότι η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (που προέκυψε λόγω της κατάρρευσης της ζήτησης εξαιτίας της Μνημονιακής λιτότητας) θα συνεχισθεί και σύντομα θα γίνει πλεονασματικό. Δύο σημεία αξίζουν προσοχής εδώ. Το πρώτο σημείο είναι ότι η σημερινή εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών βασίζεται στις υπηρεσίες (και ιδιαίτερα στα τουριστικά και ναυτιλιακά έσοδα). Αν μπεις σε μία τροχιά σύγκρουσης, έστω και ελεγχόμενης, με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο είναι σαφές ότι τα έσοδα αυτά θα πληγούν (π.χ. στον τουρισμό υπάρχει ασφυκτική εξάρτηση από λίγους ευρωπαϊκούς παρόχους τουριστικών υπηρεσιών). Αυτό το πρόβλημα ένα συνεπές και συνεκτικό αριστερό πρόγραμμα δεν μπορεί να το υπεκφεύγει ούτε να καλλιεργεί ψευδαισθήσεις στο λαό γι’ αυτό. Αντιθέτως πρέπει να προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης του. Το δεύτερο σημείο αφορά το εμπορικό ισοζύγιο (δηλαδή ένα ακόμη προβληματικό τμήμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών). Προφανώς υπονοείται ότι λόγω της εισαγωγής του νέου νομίσματος θα υπάρξει υποκατάσταση εισαγωγών η οποία μάλιστα θα οδηγήσει επίσης σε κλαδική αναδιάρθρωση την οικονομία (με ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα σε βάρος της σημερινής τριτογενοποίησης). Η κλαδική αυτή αναδιάρθρωση θα γίνει με λοκομοτίβα τον δημόσιο τομέα αλλά και την δραστική συμβολή του ιδιωτικού τομέα. Όλα αυτά στα πλαίσια μίας νέας βιομηχανικής πολιτικής που ευθαρσώς παραδέχθηκε ο Κ. Λαπαβίτσας ότι δεν είναι επεξεργασμένη.

poster-1920qbeathewhites_190x130

Αυτό το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι επιπόλαιες θεωρίες της χρηματιστικοποίησης (τις οποίες υιοθετεί ο Κ. Λαπαβίτσας) αποδίδουν ελάχιστη σημασία στην πραγματική οικονομία. Η ελληνική εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με τις θεωρίες αυτές (βλέπε «Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση»). Η ελληνική κρίση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις στρεβλώσεις της παραγωγικής δομής της χώρας που προκάλεσε η ένταξη της στην ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση και στην επιδείνωση των σχέσεων εξαρτημένης ανάπτυξης που προϋπήρχαν. Η ένταξη στην ΟΝΕ επιδείνωσε την κατάσταση αυτή περαιτέρω. Τα προβλήματα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι παράγωγα των στρεβλώσεων της πραγματικής οικονομίας. Για την ανάταξη τους δεν αρκεί μία ανταγωνιστική υποτίμηση ούτε απλά μία λίγο πιο επεμβατική δημόσια βιομηχανική πολιτική. Απαιτείται ένα μακροχρόνιο συνολικό πλάνο δομικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας του τύπου των κλασσικών πεντάχρονων πλάνων. Το πλάνο αυτό πρέπει να καλύπτει το σύνολο της οικονομίας και να έχει υποχρεωτική ισχύ. Είναι προφανές ότι θα είναι δημόσιο και θα πρέπει να διαμορφωθεί με την δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων και του λαού. Επίσης για την επιτυχή εκτέλεση του απαιτείται η ενεργητική συμμετοχή, ο έλεγχος και η πρωτοβουλία του λαϊκού παράγοντα. Βασικός βραχίονας του θα είναι οι δημόσιες επενδύσεις και η δημόσια ιδιοκτησία ενώ ο ιδιωτικός τομέας θα έχει συμπληρωματικό ρόλο. Αυτό γιατί, πέραν ιδεολογικών λόγων, ο ιδιωτικός τομέας ούτε θέλει σε συνθήκες κρίσης να αναλάβει τα κόστη και τον κίνδυνο ενός τέτοιου γιγάντιου εγχειρήματος αλλά ούτε και μπορεί να το κάνει. Και στο βαθμό που θα το κάνει θα απαιτεί εξευτελιστικά αντίτιμα. Όμως μία τόσο δραστική δημόσια πολιτική (με επιδότηση και προστασία κλάδων κλπ.) αντίκειται σαφώς στις συνθήκες της ευρωπαϊκής κοινής αγοράς και όχι απλά στην ΟΝΕ. Πώς μπορεί αυτό να γίνει παραμένοντας μέσα στην ΕΕ;

Συνοψίζοντας, το πρόβλημα της Ελλάδας ξεκινά από την μη-βιώσιμη (ακόμη και σε καπιταλιστικούς όρους) παραγωγική δομή της που προέκυψε εν πολλοίς από την ένταξη της στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Υπάρχουν δύο διαφορετικοί δρόμοι για να αναταχθεί το πρόβλημα αυτό καθώς και τα παράγωγα του προβλήματα (ανισορροπίες σε δημοσιονομικό ισοζύγιο, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και εμπορικό ισοζύγιο, χαμηλή παραγωγικότητα κλπ.). Ο πρώτος είναι μέσα στην ΕΕ και είναι ο δρόμος των Μνημονίων και κανένας άλλος: μετατροπή της Ελλάδας σε μία «κινεζοποιημένη» οικονομία εξευτελιστικών μισθών, φθηνών περιουσιακών στοιχείων, χαμηλής προστιθέμενης αξίας και τεχνολογικής εξειδίκευσης στην εξώτερη περιφέρεια της ΕΕ. Ο δομικός αυτός μετασχηματισμός βασίζεται στον ιδιωτικό τομέα (και μάλιστα με αυξημένο τον ρόλο του ξένου κεφαλαίου) με την σιδηρά φυσικά στήριξη του αστικού κράτους. Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός της εκκίνησης μίας διαδικασίας ριζοσπαστικών αλλαγών με άμεσο κεντρικό άξονα την αποδέσμευση από την ΕΕ με βάση ένα συνολικό δημόσιο σχέδιο οικονομικής αναδιάρθρωσης (στη βάση της δημόσιας ιδιοκτησίας) και προοπτική τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Ο δομικός μετασχηματισμός του δεύτερου δρόμου είναι διαφορετικός από αυτόν του πρώτου τόσο όσον αφορά τα ταξικά συμφέροντα που θα εξυπηρετεί όσο όμως και την τεχνική του διάσταση (κλαδική αναδιάρθρωση, εργαλεία οικονομικής πολιτικής κλπ.). Και φυσικά θα πρέπει να βασίζεται σε μία διαφορετική πολιτική εξουσία και ένα άλλο δημόσιο τομέα.

Η βασική αντίφαση του προγράμματος της ΛΑΕ, που το κάνει να είναι μία ακόμη μη-ρεαλιστική εναλλακτική, είναι ότι προσπαθήσει να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο αυτούς δρόμους. Θέλει να συγκρουστεί με πλευρές της κυρίαρχης κατάστασης πραγμάτων αλλά ταυτόχρονα τρέμει την συνολική ρήξη. Σε άλλους καιρούς – όπως με το ΠΑΣΟΚ – κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Σήμερα με το βάθος και την διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης το να στέκεσαι πάνω στο φράκτη είναι απλά αδιέξοδο.

Η αντίφαση αυτή αναδεικνύεται όταν εξετάσει κανείς την έξοδο από την ΟΝΕ με ταυτόχρονη παραμονή στην ΕΕ. Ο δρόμος αυτός μπορεί να είναι είτε συναινετικός είτε συγκρουσιακός. Στην πρώτη περίπτωση – και δεδομένου του συσχετισμού δυνάμεων (καθώς η Ελλάδα δεν είναι ούτε Αγγλία ούτε Σουηδία) – ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι τύπου σχεδίου Σόιμπλε (δηλαδή επιδεινώνοντας περαιτέρω την θέση της χώρας και εντείνοντας την εξάρτηση από την ΕΕ). Στην δεύτερη περίπτωση η σύγκρουση μοιραία θα οδηγήσει τόσο για οικονομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους στην έξοδο από την ΕΕ.

Η θέση της ΛΑΕ απέναντι στην ΕΕ είναι επίσης μνημείο υπεκφυγής. Γιατί, όταν είναι προφανές ότι ακόμη και αυτά τα λειψά προγραμματικά της στοιχεία θα την οδηγήσουν σε σύγκρουση με την ΕΕ, αρνείται να το αναγνωρίσει; Γιατί επίσης, εφόσον προκύψει το πρόβλημα, θα το παραπέμψει σε δημοψήφισμα ενώ για την έξοδο από την ΟΝΕ θα αρκεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Και επίσης, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, γιατί δεν δηλώνει τι θα υποστηρίξει η ΛΑΕ;

Συγκεφαλαιώνοντας, το οικονομικό πρόγραμμα της ΛΑΕ δεν μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο μετωπικής συσπείρωσης και δράσης των υποτελών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας. Απέναντι σε κρίσιμες επιλογές στέκεται δίβουλο και αναποφάσιστο. Αντί να λειτουργεί προωθητικά για την λαϊκή συνείδηση σέρνεται πίσω της και πολλές φορές, στο βαθμό που την επηρεάζει, αποτελεί έρμα.

red train

Η Αριστερά της ανατροπής και ο πρωτοπόρος κόσμος της εργασίας δεν έχουν ανάγκη μία τέτοια πρόταση δισταγμών και μισών βημάτων. Μόνο σε νέες ήττες και αδιέξοδα μπορούν να οδηγήσουν. Αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη είναι ένα στιβαρό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ και σοσιαλιστικής προοπτικής και η συγκρότηση ενός παλλαϊκού κοινωνικο-πολιτικού μετώπου για την εφαρμογή του.