Tag Archives: αποδέσμευση

«Η πολιτική οικονομία της ΕΕ: Ένα ιμπεριαλιστικό εγχείρημα σε κρίση», ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ νο.2 (κείμενο)

Το κείμενο του άρθρου μου στο 2ο τεύχος των ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ με θέμα «Η πολιτική οικονομία της ΕΕ: Ένα ιμπεριαλιστικό εγχείρημα σε κρίση» μπορεί να διαβαστεί στους παρακάτω συνδέσμους:

https://www.scribd.com/document/330841521/%CE%97-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%A4%CE%B7%CF%82-%CE%95%CE%95-%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

 

https://www.academia.edu/29260837/%CE%97_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%95%CE%95_-_%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

https://www.researchgate.net/publication/309259447_E_Politike_Oikonomia_tes_EE_-_Tetradia_Marxismou

Advertisement

Η προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ και τα καθήκοντα της Αριστεράς

Η προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ και τα καθήκοντα της Αριστεράς

Σταύρος Μαυρουδέας

elpida2-530x353

Σαν έτοιμος από καιρό τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ διέβη τον Μνημονιακό Ρουβίκωνα. Εγκατέλειψε τις αντι-μνημονιακές πομφόλυγες για να προχωρήσει στην επιβολή ενός 3ου Μνημονίου πάνω στη δύσμοιρη χώρα μας και το λαό της. Μετά από άπειρους θεατρινισμούς και κουτοπονηριές κατέληξε να προδώσει ανερυθρίαστα το λαϊκό αντι-μνημονιακό αίσθημα με βάση το οποίο κατόρθωσε από κόμμα του 3% να γίνει κυβέρνηση. Μάλιστα το έκανε με τον πιο χυδαίο τρόπο προδίδοντας την αμέσως επόμενη μέρα το περήφανο λαϊκό ΟΧΙ στους ιταμούς εκβιασμούς του ευρωιερατείου.

Όχι μόνο αυτό αλλά επιπλέον προσθέτει και ύβρη επάνω στην προδοσία. Ο συστημικός ΣΥΡΙΖΑ σκυλεύει το όνομα της Αριστεράς για να καλύψει την προδοσία των λαϊκών προσδοκιών. Με τον τρόπο αυτό παρέχει διπλή υπηρεσία στο σύστημα. Αφενός προβάλλει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από αυτό των Μνημονίων. Αφετέρου προσπαθεί να εξευτελίσει την Αριστερά παρουσιάζοντας την σαν συνένοχη στο έγκλημα.

Το νέο Μνημόνιο θα βαθύνει ακόμη περισσότερο την φτωχοποίηση της μεγάλης εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας, την υποτέλεια στα ηγεμονικά κέντρα της ΕΕ και την «κινεζοποίηση» της ελληνικής οικονομίας. Θα υποθηκεύσει το μέλλον της χώρας για ακόμη περισσότερα χρόνια απ’ ότι τα προηγούμενα.

Μπροστά σ’ αυτή την θλιβερή προοπτική, τώρα είναι η ώρα της ευθύνης για όλα τα βασικά ρεύματα της ελληνικής Αριστεράς. Όχι μόνο οφείλουν να σώσουν την τιμή της ελληνικής Αριστεράς αλλά πάνω απ’ όλα πρέπει να δείξουν ότι ένας άλλος πραγματικά φιλολαϊκός δρόμος διεξόδου υπάρχει και να αγωνιστούν για να τον επιβάλλουν. Ιδιαίτερα, μπροστά στην προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να μην αφήσουν τις λαϊκές μάζες έρμεες σε συστημικά παιχνίδια και ακροδεξιά εγχειρήματα. Πρέπει να αξιοποιήσουν και να οδηγήσουν στη αντικειμενική του κατάληξη το πάνδημο ΟΧΙ ενάντια στους εγχώριους νενέκους και στους πάτρωνες τους της ΕΕ.

Αφήνοντας στην άκρη την συστημική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ που καμία σχέση δεν έχει πλέον με την Αριστερά, τώρα είναι η ώρα της ευθύνης για την ανατρεπτική Αριστερά, για τις δυνάμεις μέσα και γύρω από το ΚΚΕ που αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο της γραμμής του και για την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ.

Η ανατρεπτική Αριστερά πρέπει να αφήσει στην άκρη ιδεοληπτικές πολιτικές (κρατώντας όμως σφικτά την Μαρξιστική θεωρία και πολιτική) και να προτείνει θαρρετά την μόνη πραγματικά ρεαλιστική και ταυτόχρονα εν τοις πράγμασι επαναστατική πολιτική πρόταση: την αποδέσμευση από την ΕΕ (και όχι μόνο μία λειψή και από μόνη της αναποτελεσματική έξοδος από την ΟΝΕ). Πρέπει να αξιοποιήσει την αξιοσημείωτη παρουσία της στους μαζικούς χώρους για μία κυριολεκτική πορεία προς το λαό. Να μιλήσει στις χειμαζόμενες πληβειακές μάζες για τη μόνη φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση και να πρωτοστατήσει στην οικοδόμηση του παλλαϊκού μετώπου πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που θα αγωνιστεί γι’ αυτήν. Ιδιαίτερα η Πολιτική Συνεργασία δυνάμεων και αγωνιστών ΑΝΤΑΡΣΥΑ – ΜΑΡΣ πρέπει να συμβάλλει καθοριστικά σ’ αυτό.

Οι δυνάμεις μέσα και γύρω από το ΚΚΕ και ιδιαίτερα οι αγωνιστές της βάσης του πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εκ των έσω διόρθωσης της κατάστασης μέσα στο ΚΚΕ. Μόνο η συγκρότηση και η μαζική παρουσία ενός παλλαϊκού μετώπου της αποδέσμευσης από την ΕΕ μπορεί να δημιουργήσει τους όρους για την αναγκαία ανάταξη του κομμουνιστικού εγχειρήματος στη χώρα μας. Και αυτό αφορά όλες τις δυνάμεις κομμουνιστικής αναφοράς σε όλα τα ρεύματα της ελληνικής Αριστεράς.

Οι δυνάμεις και οι αγωνιστές της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει σήμερα να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Οφείλουν να αναλογιστούν κατ’ αρχήν τις ευθύνες τους για την «υπόθεση ΣΥΡΙΖΑ», ενός εγχειρήματος από την αρχή υπονομευμένου πολιτικά και προγραμματικά. Το τοπίο στην ελληνική Αριστερά και στην κοινωνία θα ήταν πολύ καλύτερο σήμερα αν δεν είχαν στέρξει στην «υπόθεση ΣΥΡΙΖΑ». Επίσης, τι νόημα έχει η καταψήφιση των μνημονιακών μέτρων και η στήριξη της Μνημονιακής συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ; Πόσο ενδιαφέρουν τις λαϊκές μάζες οι εσωκομματικοί σκυλοκαβγάδες του ΣΥΡΙΖΑ; Τι νόημα έχει η παρατεταμένη εμπλοκή στο εσωκομματικό παιχνίδι όταν το αντιλαϊκό τσουνάμι ήδη αρχίζει να χτυπά τους εργαζόμενους; Πρέπει επίσης να ξεκαθαρίσουνι την θέση τους απέναντι στην ΕΕ και ιδιαίτερα να παραμερίσουν ψευδαισθήσεις περί «προοδευτικής» ανάταξης της.

Για όλες τις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος τώρα είναι η ώρα της ευθύνης. Πρέπει να πρωτοστατήσουν στην πανελλαδική συγκρότηση του ΠΑΛΛΑΪΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ. Που πρέπει να αναπτύξει το λαϊκό κίνημα και να διεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία (στηριγμένο στο προηγούμενο και σαν βήμα για ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές).

Οι βασικοί άξονες του προγράμματος του μετώπου αυτού είναι γνωστοί και ευρύτερα αποδεκτοί μέσα στους κόλπους του λαϊκού κινήματος:

  • Καταγγελία του Μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων και κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων.
  • Άρνηση πληρωμών και μονομερής διαγραφή του εξωτερικού χρέους.
  • Έξοδος από την ΟΝΕ και την ΕΕ.
  • Έλεγχος στην κίνηση των κεφαλαίων εκτός της χώρας.
  • Σύστημα προοδευτικής φορολογίας για να πληρώσει η ολιγαρχία και να βελτιωθεί η θέση του λαού και των μικρομεσαίων στρωμάτων.
  • Εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος για την διάσωση του και την χρησιμοποίηση του προς όφελος μίας φιλολαϊκής αναπτυξιακής πορείας.
  • Κοινωνικά σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας για να ανασυγκροτηθεί η οικονομία με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες και υπό λαϊκό έλεγχο. Εθνικοποίηση των τομέων κοινής ωφέλειας και των μεγάλων παραγωγικών μονάδων σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, Κοινωνικός έλεγχος των βασικών οικονομικών κλάδων, Ενεργητική βιομηχανική πολιτική (δημιουργίας, προστασίας και στήριξης συγκεκριμένων κλάδων).
  • Φιλολαϊκή εισοδηματική πολιτική (μισθοί και συντάξεις που εξασφαλίζουν την ευημερία της μεγάλης εργαζόμενης κοινωνικής πλειονότητας) και ανόρθωση της κοινωνικής πρόνοιας (υγεία, ασφάλιση) και της δωρεάν εκπαίδευσης.
  • Σχεδιασμένη και πολυδιάστατη εξωτερική οικονομική και εμπορική πολιτική.
  • Ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας.

Κάθε καθυστέρηση στην συγκρότηση αυτού του παλλαϊκού μετώπου είναι πολλαπλά επιζήμια. Οι καιροί ου μενετοί.

Για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ

Προγραμματικές δηλώσεις κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ: Ένα σχόλιο για σκεπτόμενους αριστερούς και όχι μόνο

2C02B1DB7AC0EEE975740DE82C0D5115

Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ έχουν δημιουργήσει μία ευφορία σε πλατειά λαϊκά στρώματα γιατί δεν υπέκυψαν στις ασφυκτικές πιέσεις του ιερατείου της ΕΕ για άνευ όρων αποδοχή της συνέχειας του Μνημονίου και της τρόικας. Όμως οι αριστεροί αλλά και οι εργαζόμενοι που θέλουν να κοιτάζουν πιο μακριά – γιατί οι σημερινοί καιροί τιμωρούν σκληρά την μυωπία – θα πρέπει να σκεφθούν σοβαρά ορισμένα πράγματα.

Πρώτη παρατήρηση. Στην πολιτική σπάνια αυτό που φαίνεται είναι και αυτό που είναι. Ιδιαίτερα σε εκείνους τους τύπους πολιτικής που ο λαός είναι ακόλουθος, χειροκροτητής και όχι ενεργό, συγκροτημένο υποκείμενο. Και εδώ δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ (άσχετα από τις προθέσεις τμημάτων του αλλά και σύμφωνα με τις προθέσεις των ισχυρών κέντρων του) ακολουθεί τους πρώτους τύπους πολιτικής.

Δεύτερη παρατήρηση. Σε προγραμματικό επίπεδο ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μία διαρκή δεξιά διολίσθηση, που ξεκίνησε όσο πλησίαζε στην κυβερνητική εξουσία και έχει επιταχυνθεί εξαιρετικά έκτοτε. Ξεκίνησε με το «καμία θυσία για το ευρώ» που πλέον έχει γίνει παραμονή στο ευρώ και στην ΕΕ πάση θυσία. Ακολούθως μετατοπίσθηκε στη «διαγραφή του μεγαλύτερου τμήματος του χρέους» με μονομερείς ενέργειες (βλέπε τον αλήστου μνήμης αν και πλήρως ατελέσφορο στην πράξη «λογιστικό έλεγχο») για να οπισθοχωρήσει στη συνέχεια στη συναινετική διαγραφή μέρους του χρέους (μέσω μιας διεθνούς διάσκεψης) και στην απόταξη μετά βδελυγμίας των μονομερών ενεργειών. Εγκατέλειψε και το τελευταίο (πριν αρχίσει καν κάποια τυπική διαπραγμάτευση με την ΕΕ) για να διολισθήσει στην «έξυπνη μηχανική του χρέους», δηλαδή στην επιμήκυνση του με κάποιες πρόσθετες ενδεχομένως ελαφρύνσεις (σύνδεση εξυπηρέτησης χρέους με ρυθμό ανάπτυξης κλπ.). Επιπλέον, έχει εξαφανισθεί πλέον η δήλωση ότι με την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας με ένα νόμο θα ακυρωθεί άμεσα το Μνημόνιο και όλες οι εφαρμοστικές διατάξεις του. Αντίθετα πλέον συζητείται τι θα κρατηθεί και τι θα καταργηθεί ή τροποποιηθεί. Σε άλλα κρίσιμα επίσης σημεία του προγράμματος του έχει επίσης υποχωρήσει. Χαρακτηριστική περίπτωση το ζήτημα της κρατικοποίησης των (με δημόσιο δανεισμό ξελασπωμένων) τραπεζών. Ακόμη και αυτή η συνεδριακά ψηφισμένη θέση έχει εξαφανισθεί και αντικατασταθεί με τον κυβερνητικό έλεγχο της Εθνικής, την στενότερη εποπτεία των άλλων τραπεζών από το ΤΧΣ και την δημιουργία μιας ειδικής αναπτυξιακής τράπεζας.

Τρίτη παρατήρηση. Αυτή η δεξιά προγραμματική διολίσθηση αποκρυσταλλώθηκε με το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» όπου η κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ διχοτομήθηκε περίπου σχιζοειδώς στο τμήμα της αντιμετώπισης του μη-βιώσιμου χρέους (που αφέθηκε στην συναινετική διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» της ΕΕ) και στο τμήμα της αντιμετώπισης της λεγόμενης ανθρωπιστικής κρίσης (δηλαδή στην αντιμετώπιση άμεσων προβλημάτων των πιο χτυπημένων από την κρίση λαϊκών στρωμάτων). Δεν χρειάζεται δραματικές οικονομικές γνώσεις για να καταλάβει κανείς ότι το δεύτερο τμήμα είναι σαφώς εξαρτημένο από το πρώτο. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες του δεύτερου είχαν υποκοστολογηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και είχαν αντίστοιχα υπερκοστολογηθεί από την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για λόγους ευνόητους. Το ουσιαστικό σημείο είναι ότι μέσα στα πλαίσια της ΟΝΕ και της ΕΕ δεν μπορείς να κάνεις παρά ελάχιστα πράγματα στο σκέλος της λεγόμενης ανθρωπιστικής κρίσης καθώς οι χρηματοδοτικές σου δυνατότητες εξαρτώνται από το χρέος σου και από τον άμεσο και έμμεσο ασφυκτικό έλεγχο της ΕΕ πάνω στους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς (η πρόσφατη ιστορία με τον μηχανισμό έκτακτης παροχής ρευστότητας (ELA) και το περιθώριο έκδοσης έντοκων γραμματίων είναι χαρακτηριστική).

Τέταρτη παρατήρηση. Μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας και πριν αρχίσει καν τυπικά η διαπραγμάτευση με το ευρω-ιερατείο έχουμε το ακόλουθο φαινόμενο. Το μεν ευρω-ιερατείο (αφού εγκατέλειψε προεκλογικά στην τύχη του το ψόφιο άλογο των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) ανεβάζει συνεχώς τον πήχη των απαιτήσεων του (επέκταση του Μνημονίου, αποδοχή της τρόικα, καμία υποχώρηση στις αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις (ακόμη και στα φορολογικά ζητήματα). Αντιθέτως, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ αφενός ανεβάζει την ρητορική της ότι θα αντισταθεί και δεν θα υποκύψει αλλά αφετέρου κατεβάζει συνεχώς τον δικό της πήχη. Μετά την εγκατάλειψη της διαγραφής του χρέους και την αποδοχή της επιμήκυνσης του (που με ομολογουμένως ελεεινό τρόπο ορισμένοι προσπάθησαν να ταυτίσουν βαφτίζοντας το κρέας ψάρι) πλέον υποχωρεί και στο θέμα των μεταρρυθμίσεων. Η δήλωση Βαρουφάκη περί 67% καλών μεταρρυθμίσεων είναι σαφής αποδοχή του Μνημονίου σαν το έδαφος της διαπραγμάτευσης. Οι μετέπειτα προσπάθειες υπεκφυγής είναι το λιγότερο οικτρές. Ο ίδιος ο Γ.Βαρουφάκης είναι εξαιρετικά καλός οικονομολόγος ώστε να γνωρίζει ότι ένα πρόγραμμα έχει μία λογική και οργανική συνοχή και δεν τεμαχίζεται κατά το δοκούν. Οι «αριστερές» κωλοτούμπες μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ (τύπου Λαπαβίτσα με αρχικές δηλώσεις ότι «είναι εκτός γραμμής» και «θα τον ρωτήσω τι εννοούσε» και στη συνέχεια «ότι παρανοήθηκε») μόνο οίκτο προκαλούν.

euro-handcuffs_wide_280_151

Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ κινήθηκαν μέσα στο πλαίσιο που περιγράφουν οι παραπάνω παρατηρήσεις.

Από την μία πλευρά, είχαν μία πολύ φορτισμένη ρητορική σχετικά με την ανεξαρτησία της χώρας, την καταστροφή που έχει επιφέρει το Μνημόνιο και το νενεκισμό της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Ήταν εξίσου έντονες στην διακήρυξη ότι δεν θα γίνει αποδεκτή μία παράταση του Μνημονίου (παρόλο ότι προεκλογικά μερικές μάλλον μη-σώφρονες φωνές μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ είχαν βγει να το προτείνουν) και αντίθετα επιδιώκεται μία συμφωνία-γέφυρα μέχρι την τελική διαπραγμάτευση και συμφωνία. Τέλος ήταν σαφείς ότι δεν πρόκειται να γίνει συζήτηση με την τρόικα (δηλαδή την συγκεκριμένη άτυπη υπηρεσιακή δομή ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ με τον προσβλητικό τρόπο λειτουργίας της) αλλά με τους θεσμούς που την απαρτίζουν. Στην πράξη οι συζητήσεις όχι μόνο με την ΕΕ και την ΕΚΤ αλλά και με το ΔΝΤ έχουν ανοίξει για τα καλά. Κατακλείδα αυτής της ρητορικής ήταν το θέμα των γερμανικών πολεμικών δανείων και αποζημιώσεων.

Από την άλλη πλευρά, όμως, με τις προγραμματικές δηλώσεις ακόμη και αυτό το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» διχοτομήθηκε περαιτέρω. Το πρώτο τμήμα του που αφορά το χρέος είναι ακόμη πιο αδύναμο καθώς ξεχνιόνται οι αναφορές σε διαγραφή χρέους, ρήτρες ανάπτυξης, μορατόριουμ πληρωμών κλπ. και εμπεριέχεται μόνο μία φευγαλέα και θολή αναφορά σε «απομοίωση» χρέους μαζί με διαβεβαιώσεις για «αποπληρωμή» του και ότι «η Ελλάδα θέλει να εξυπηρετήσει το χρέος της». Ταυτόχρονα αναλώνεται σε δηλώσεις του τύπου «δεν πρόκειται να διαταραχθούν οι ισορροπίες της Ευρώπης», «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» κλπ. Ιδιαίτερη μνεία χρήζει η ρητή αποδοχή «των δημοσιονομικών στόχων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης» που στρουθοκαμηλικά αποστοιχίζεται από την λιτότητα. Δεν χρειάζονται επίσης ιδιαίτερες οικονομικές γνώσεις για να γνωρίζει κανείς ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης βασίζεται σε στη λογική της λιτότητας.

Το δεύτερο τμήμα του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης» (που αφορά την λεγόμενη ανθρωπιστική κρίση) είναι που διχοτομείται πλέον σε ένα τμήμα που θα υλοποιηθεί άμεσα και ένα δεύτερο που πάει για το μέλλον. Ουσιαστικά κρατιούνται όσα μέτρα έχουν μικρό σχετικά δημοσιονομικό κόστος και αναβάλλονται τα ακριβότερα. Συγκεκριμένα, από τους τέσσερεις βασικούς πυλώνες του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης» (αντιμετώπιση ανθρωπιστικής κρίσης, επανεκκίνηση οικονομίας, μείωση ανεργίας (με 200.000 – 300.000 θέσεις εργασίας) και θεσμικές αλλαγές) ο τρίτος πηγαίνει στις καλένδες. Για τους άλλους τρεις εξαγγέλλονται κάποια άμεσα μέτρα. Τα βασικότερα οικονομικά μέτρα είναι:

  • Παροχή δωρεάν σίτισης, ρεύματος, στέγης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στα τμήματα του πληθυσμού που δεν καλύπτουν τις ανάγκες τους. Δεν διευκρινίζεται ποια είναι τα σχετικά κριτήρια και πόσους αφορούν.
  • Επαναπρόσληψη των αντισυνταγματικά απολυμένων από τον δημόσιο τομέα, των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών, των σχολικών φυλάκων και των διοικητικών υπαλλήλων των ΑΕΙ. Δεν λέγεται τίποτα για μεγάλα τμήματα απολυμένων ιδιαίτερα στην εκπαίδευση.
  • Περιορισμός της σπατάλης στο δημόσιο με περικοπές σε μία σειρά όντως εξωφρενικά προνόμια της ανώτερης κρατικής γραφειοκρατίας.
  • Φορολογικές και ποινικές ρυθμίσεις (ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές, χρέη στο δημόσιο) με έμφαση στη φοροδιαφυγή και την φοροαποφυγή (τριγωνικές τιμολογήσεις κλπ.). Ιδιαίτερης σημασίας είναι η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και η αντικατάσταση με φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Αφορολόγητο στα 12.000 ευρώ. Δημιουργία ενδιάμεσου φορέα για τα «κόκκινα δάνεια». Νομοθέτηση προοδευτικού φορολογικού συστήματος (που τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του εκκρεμούν).
  • Σχετικά με τις συντάξεις εξαγγέλθηκαν: καμία αύξηση ορίων ηλικίας, καμία μείωση επικουρικών συντάξεων,. 13η σύνταξη στο τέλος του 2015 για συντάξεις κάτω από 700 ευρώ και δημιουργία ειδικού ταμείου (με έσοδα από την αξιοποίηση του δημόσιου πλούτου) για στήριξη των ασφαλιστικών ταμείων.
  • Ασάφεια σχετικά με τον τραπεζικό τομέα. Θα τροποποιηθεί ο νόμος για το ΤΧΣ για να ενισχυθεί η εποπτεία του δημοσίου πάνω στις συστημικές τράπεζες αλλά λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των μετόχων. Θα ιδρυθεί αναπτυξιακή τράπεζα.
  • Επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και της διαιτησίας. Καταργείται η μισθολογική διάκριση για τους νέους κάτω των 25 ετών.

Η πιο χτυπητή υπαναχώρηση από το ανθρωπιστικό τμήμα του προγράμματος είναι η μετάθεση της αύξησης του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ από άμεσα σε σταδιακά μέχρι το 2016 και μάλιστα σε διάλογο με τους εργοδότες (πράγμα που ήδη διαρρέεται ότι θα καλυφθεί με φοροαπαλλαγές κλπ.). Επίσης στο θεσμικό επίπεδο η κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ και του ΤΧΣ πάει περίπατο και απλά ανακαλείται η ποινική ασυλία τους και αλλάζει ο τρόπος τραπεζικής εποπτείας του δεύτερου.

Η υπαναχώρηση σχετικά με το ΤΑΙΠΕΔ συνδέεται με την ήδη εμφανή οπισθοχώρηση στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων. Οι προγραμματικές δηλώσεις δεσμεύονται ότι δεν θα ιδιωτικοποιηθούν δίκτυα, ορυκτός πλούτος και υποδομές. Δεν λένε λέξη για αναστροφή των ήδη πραγματοποιημένων ιδιωτικοποιήσεων. Και κλείνουν διακριτικά το μάτι σε πιο ευέλικτες μορφές ιδιωτικής παρέμβασης «για αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας… στο βαθμό που υπάρχουν εγγυήσεις σεβασμού της εργατικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας, καθώς και επιχειρησιακό πλάνο που αποδεικνύει ότι αυτή θα λειτουργεί υπέρ και όχι εναντίον του δημοσίου συμφέροντος».

Malevich

Τι συμπεράσματα μπορεί να εξαχθούν από όλο αυτό το σκηνικό;.

Στη διαπραγμάτευση με την ΕΕ το ευρω-ιερατείο έχει όλα τα βασικά οικονομικά εργαλεία πίεσης ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ προσέρχεται με μόνη την λαϊκή απόρριψη του Μνημονίου. Όμως η αντιπαράθεση αυτή δεσμεύεται να γίνει μέσα στα αποπνικτικά πλαίσια και διαδικασίες της ΕΕ. Είναι σαν να θέλεις να κερδίσεις τον Μινώταυρο μέσα στο Λαβύρινθο του και να ελπίζεις στην εμφάνιση μιας (υπερατλαντικής;) Αριάδνης που έχει τους δικούς της σκοπούς και επιλογές. Γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ κατεβάζει συνεχώς τον πήχη των θέσεων του και το ευρω-ιερατείο τον ανεβάζει συνεχώς. Η λαϊκή ετυμηγορία δεν είναι ένα πράγμα σοβαρό για τέτοια κέντρα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την ταπεινωτική επανάληψη του ιρλανδικού δημοψηφίσματος για να ανατραπεί η αρχική απόρριψη της Συνθήκης της Λισσαβόνας.

Υπό αυτές τις συνθήκες όποια συμφωνία και να επιτευχθεί μέσα στα πλαίσια της ευρω-φυλακής των λαών θα είναι ετεροβαρής. Θα διατηρεί την βασική δομή και λογική του Μνημονίου και θα τροποποιεί δευτερεύουσες πλευρές του. Μπορεί να δίνει κάποια απάλυνση αλλά όχι ακύρωση ή αντιστροφή της λιτότητας. Μπορεί να ελαφραίνει την τρέχουσα εξυπηρέτηση του χρέους αλλά θα κρατά πάντα την δαμόκλεια σπάθη του πάνω από την χώρα. Ιδιαίτερα, δεν θα αφήνει κανένα περιθώριο για να πάψει η Ελλάδα να αποτελεί ένα χαμηλής σημασίας ακροτελεύτιο εξάρτημα δυτικο-ευρωπαϊκών πολυεθνικών οικονομικών αλυσίδων και να εφαρμοσθεί μία άλλη πολιτική προς όφελος του λαού και της χώρας.

Οι προβληματισμένοι αριστεροί και εργαζόμενοι πρέπει να σκεφθούν αν ένας τέτοιος ανισοβαρής συμβιβασμός (είτε με κάποια φύλλα συκής είτε, στη χειρότερη των περιπτώσεων, ταπεινωτικός) αξίζει τον κόπο. Κανείς δεν μπορεί να υποτιμά ακόμη και μικρές ανάσες για τους εργαζόμενους* ιδιαίτερα στη σημερινή δίσεκτη συγκυρία. Κανείς όμως δεν πρέπει να υπερτιμά τέτοιες ανάσες ούτε να αγνοεί τα πολλαπλάσια μακροπρόθεσμα κόστη που μπορεί να τις συνοδεύουν. Για παράδειγμα, η όποια απάλυνση της λιτότητας υπάρξει θα είναι σε συνάρτηση με την επιμήκυνση του χρέους (δηλαδή θα πληρώνεται μακροπρόθεσμα). Αυτό σημαίνει ότι ίσως να σου κάνουν λίγο πιο ευρύχωρο το κελί της φυλακής σου αλλά πρόκειται να παραμείνεις εσαεί έγκλειστος. Και πάντα θα υπάρχουν οι εποπτικοί μηχανισμοί (σύμφωνα σταθερότητας, δημοσιονομικά σύμφωνα κλπ.) που θα καθορίζουν την ενδιαίτηση σου αυξομειώνοντας την πίεση επάνω σου. Μία μικρή ανάσα σήμερα εύκολα μπορεί να ξαναγίνει μεγάλος πόνος αύριο.

Αν κάτι φαίνεται πιο ξεκάθαρα παρά ποτέ από όλη αυτή την διελκυστίνδα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία φιλολαϊκή διέξοδος μέσα στο «λάκκο των λεόντων» της ΕΕ. Ενδόμυχα αυτό γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρο στις πλατειές λαϊκές μάζες – όπως δείχνει η εκτίναξη των ποσοστών αντίθεσης στην ΕΕ ακόμη και σε επίσημες δημοσκοπήσεις – ακόμη και όταν η ουσιαστική συνειδητοποίηση του τρομάζει. Σωστά ειπώθηκε ότι «όλα βοούν αποδέσμευση». Μόνο η απεμπλοκή από την ευρω-φυλακή μπορεί να επιτρέψει την φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση. Αυτό όμως απαιτεί να ξεπεραστούν οι ψευδαισθήσεις για «προοδευτική συμφωνία» μέσα στην ΕΕ.

Ποσοτική χαλάρωση, Σαμαράς και Τσίπρας: Ποιος δουλεύει ποιόν;

Ποσοτική χαλάρωση, Σαμαράς και Τσίπρας: Ποιος δουλεύει ποιόν;

Σταύρος Μαυρουδέας

22/1/2015

 

Η σημερινή ανακοίνωση του Μ.Ντράγκι σχετικά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και οι πρόνοιες του σχετικά με την Ελλάδα αποτέλεσαν άλλο ένα πεδίο σκιαμαχίας μεταξύ της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ.

Ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα; Ο Μ.Ντράγκι, με απόφαση της μεγάλης πλειοψηφίας του ΔΣ της ΕΚΤ, εξάγγειλε ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με στόχο την καταπολέμηση του αποπληθωρισμού και την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης στην ευρωζώνη. Το πρόγραμμα είναι συνολικού ύψους περίπου 1,14 τρις ευρώ (60 δισ. μηνιαία) και θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016 μέχρι να διορθωθεί αισθητά το ποσοστό πληθωρισμού στην ευρωζώνη. Με τα ποσά αυτά θα αγοράζονται ομόλογα που εκδίδουν τα κράτη-μέλη της ΟΝΕ αλλά και ιδιωτικές επιχειρήσεις όσο ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη είναι μικρότερος του 2%. Τα ομόλογα που θα αγοράζονται θα πρέπει να είναι αξιόχρεα (δηλαδή να διαθέτουν αξιολόγηση), αλλιώς (όπως ισχύει με τα ελληνικά) θα ισχύουν πρόσθετα κριτήρια επιλεξιμότητας. Θα μπορούν να αγοράζονται μόνο το 33% ανά εκδότη χρέους και το 25% ανά έκδοση. Επίσης, ο κίνδυνος θα επιμερίζεται σε 20% για την ΕΚΤ και 80% για τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες που θα πραγματοποιήσουν τις αγορές. Τον κεντρικό συντονισμό θα έχει η ΕΚΤ. Τα χρήματα που θα πάρουν οι ιδιωτικοί και δημόσιοι φορείς από τις αγορές ομολόγων θα μπορούν είτε να επενδυθούν είτε να κατατεθούν στην ΕΚΤ, με αρνητικό όμως επιτόκιο (έτσι ώστε να δίνεται κίνητρο για τη χρηματοδότηση της οικονομίας).

Ειδικά για κράτη-μέλη της ΟΝΕ που βρίσκονται μέσα σε προγράμματα χρηματοδοτικής βοήθειας (δηλαδή σε Μνημόνια), όπως η Ελλάδα, το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα εφαρμόζεται με ειδικά κριτήρια, θα σταματά κατά την διάρκεια των περιοδικών αξιολογήσεων του προγράμματος από τις εποπτεύουσες αρχές (επί του προκειμένου την Τρόικα) και θα ξαναρχίζουν μόνον αν η αξιολόγηση είναι θετική.

diagram

Μετά τις εξαγγελίες Ντράγκι ξέσπασε μία ήδη κυοφορούμενη (εν αναμονή τους) σκιαμαχία μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με αυτές. Η μεν ΝΔ υποστήριξε ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που θα συγκρουόταν με τα Μνημόνια θα έθετε την χώρα εκτός του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και των ευεργετημάτων του. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ πανηγυρίζει ότι ο Ντράγκι, με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, στρέφεται ενάντια στο νεο-φιλελευθερισμό και ότι το πρόγραμμα αυτό θα αξιοποιηθεί από μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ουσιαστικά και οι δύο κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό.

Πρώτον, η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης δεν είναι μία προοδευτική πολιτική, όπως βλακωδέστατα έχει ισχυρισθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η πολιτική αυτή είναι μία νεοσυντηρητική ανορθόδοξη νομισματική πολιτική που δεν προέρχεται από τον καθαρόαιμο νεοφιλελευθερισμό αλλά από την Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση (δηλαδή την σύμμειξη νεοφιλελευθερισμού και δεξιού Κεϋνσιανισμού). Η βασική της ιδέα είναι ότι μία ενεργητική νομισματική πολιτική μπορεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς και τελεσίδικα τις οικονομικές (και ιδιαίτερα τις χρηματοοικονομικές) κρίσεις. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις – όπως μετά την κρίση του 2007-8 – που παρά την μείωση των επιτοκίων σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα η οικονομία δεν έχει ανακάμψει. Στην περίπτωση αυτή (που τα επιτόκια δεν μπορούν να μειωθούν περαιτέρω) προτείνεται η ανορθόδοξη πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης, δηλαδή ένας έμμεσος τρόπος περαιτέρω μείωσης του κόστους του δανεισμού. Φυσικά, οι πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις διαφωνούν με αυτή την πρόταση εξ ου και η ρεπουμπλικανική αντίθεση στην πολιτική αυτή στις ΗΠΑ. Όμως εμπρός στα προβλήματα της καπιταλιστικής οικονομίας οι ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις μπήκαν στην άκρη από τα ίδια τα συστημικά κέντρα.

Ο μηχανισμός που προτείνει η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης είναι ο ακόλουθος. Οι κεντρικές τράπεζες δημιουργούν χρήμα (κυρίως πιστωτικό) με το οποίο αγοράζουν μετοχές και ομόλογα με αποτέλεσμα την μείωση των επιτοκίων. Η τελευταία έχει διευκολύνει την αύξηση του δανεισμού που οδηγεί σε αύξηση της κατανάλωσης και της επένδυσης με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της οικονομίας.

Η νεοσυντηρητική αυτή συνταγή αγνοεί εντελώς την πραγματική οικονομία και φυσικά το πρόβλημα της φθίνουσας κερδοφορίας του κεφαλαίου (που πολύ εύστοχα επισημαίνει η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία). Όταν ο καπιταλισμός βρίσκεται εν μέσω μίας κρίσης υπερσυσσώρευσης λόγω φθίνουσας κερδοφορίας τότε, ακόμη και εάν με ευρηματικούς τρόπους μειωθεί το κόστος δανεισμού, δεν θα γίνουν επενδύσεις ακριβώς λόγω της χαμηλής κερδοφορίας. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις απλά θα κοιτάξουν να εξισορροπήσουν τους ισολογισμούς τους. Χαρακτηριστικά, ενώ το δεκαετές κόστος δημόσιου δανεισμού είναι μικρότερο από 1% στη Γερμανία και την Γαλλία και μικρότερο από 2% στην Ιταλία και την Ισπανία η ευρωζώνη σέρνεται με αμελητέους ρυθμούς ανάπτυξης. Ουσιαστικά η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης ετεροχρονίζει τα προβλήματα της κρίσης (καθώς διευκολύνει την αποφυγή των αναγκαίων χρεωκοπιών) και ενδεχομένως τα περνά στις πλάτες άλλων χωρών (εφόσον αυτό είναι εφικτό).

Η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης δεν ευνοεί τους εργαζόμενους καθώς δεν έχει σοβαρές επιπτώσεις στην απασχόληση και τα εισοδήματα τους ούτε διευκολύνει τον δανεισμό τους (καθώς οι τράπεζες κατά κύριο λόγο βελτιώνουν τους ισολογισμούς και την κεφαλαιακή επάρκεια τους αντί να αυξάνουν τις χορηγήσεις τους). Οι μόνοι κερδισμένοι είναι οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις που βελτιώνουν την χρηματοοικονομική κατάσταση τους και οι κερδοσκόποι.

Υπό αυτή την έννοια, βασικές κερδισμένες της εφαρμογής της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης είναι οι ΗΠΑ που, καθώς βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και εκδίδουν το διεθνές αποθεματικό νόμισμα, μεταφέρουν μέρος των δικών τους προβλημάτων σε ξένες πλάτες. Αντίθετα, η Γερμανία προσπαθεί μέχρι τώρα να την αποφύγει γιατί δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες και επιπλέον θα αποτελέσει μάλλον ταφόπλακα για τις προσδοκίες ενός παγκόσμιου ηγεμονικού ρόλου για το ευρώ. Όμως πλέον οι άλλες ισχυρές οικονομίες της ΕΕ δεν μπορούν να ακολουθήσουν την Γερμανική κούρσα (που άλλωστε τις σέρνει πλέον πίσω της) και γι’ αυτό – με την κατάλληλη αμερικανική βοήθεια (καθώς αυτό υποβαθμίζει τις ηγεμονικές φιλοδοξίες του ευρώ) – και μέσω του Μ.Ντράγκι οδήγησαν τα πράγματα στην σημερινή απόφαση της ΕΚΤ. Προς το παρόν αυτό που μένει στη Γερμανία είναι μία μάχη οπισθοφυλακής και περιορισμού της έκτασης της εφαρμογής της πολιτικής αυτής.

Marx graph

Δεύτερον, η ΝΔ θα επιθυμούσε ελάχιστες μέρες πριν τις εκλογές η ΕΚΤ να εξαιρέσει ρητά την Ελλάδα από το πρόγραμμα αυτό. Έτσι θα μπορούσε να κινδυνολογήσει κατά την προσφιλή της μέθοδο. Όμως οι ηγεμόνες της ΕΕ θεωρούν τον Σαμαρά καμένο χαρτί και συνεπώς δεν τον διευκόλυναν. Είναι ενδιαφέρον ότι πλέον ούτε και τα ΜΜΕ της ελληνικής ολιγαρχίας έπαιξαν το σενάριο αυτό.

Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ υποκριτικά ισχυρίζεται ότι το πρόγραμμα είναι προς όφελος των εργαζομένων και επίσης ότι δεν τρέχει τίποτα όσον αφορά τις δεσμεύσεις που το συνοδεύουν. Το πρώτο είναι ένα κατάφωρο ψεύδος. Η ποσοτική χαλάρωση δεν έχει σχέση με παλιότερες προοδευτικές Κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης μέσω αναδιανομής του εισοδήματος προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Είναι μία νεοσυντηρητική πολιτική χρηματοοικονομικής διευκόλυνσης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Τίποτα ή μόνο ψίχουλα από αυτή την διαδικασία (που θα έχει κόστος για το ελληνικό δημόσιο καθώς το 80% του κινδύνου θα τον επωμισθεί η Τράπεζα της Ελλάδας) θα πάνε στους εργαζόμενους. Το δεύτερο είναι επίσης κατάφωρο ψεύδος. Τα Ελληνικά χρεόγραφα θα συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα μόνον εφόσον (α) καλύπτονται από πρόγραμμα της ΕΕ (δηλαδή Μνημόνιο) και (β) καλύπτουν επιπρόσθετα κριτήρια που η ΕΚΤ δεν έχει ακόμη προσδιορίσει. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο καθώς η Ελλάδα δεν μπορεί να μπει στο πρόγραμμα εφόσον εφέτος λήγουν αρκετές δανειακές δόσεις και αυτές θα πρέπει να αποπληρωθούν πρώτα (γι’ αυτό η πρόβλεψη περί δυνατότητας συμμετοχής της Ελλάδας μόνο από τον Ιούλιο 2015). Όμως αυτές δεν μπορούν να αποπληρωθούν χωρίς την δόση 7,5 δις του Μνημονίου που εκκρεμεί λόγω μη-αξιολόγησης. Συνεπώς, η ΕΕ έχει ακόμη ένα ισχυρό εργαλείο για να πιέσει για νέο Μνημόνιο (είτε λέγεται έτσι είτε αλλιώς) μία ενδεχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που διολισθαίνει συνεχώς προς τα δεξιά και που έχει σαν σημαία της τον ευρωμονόδρομο.

Τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό. Βέβαια και τους δύο τους κοροϊδεύουν οι ηγεμόνες της ΕΕ που παίζουν τα μεταξύ τους παιχνίδια αλλά ταυτόχρονα βάζουν ολοένα και πιο βαριά δεσμά στους πειθήνιους «εταίρους» και υπηκόους τους. Δυστυχώς τα βάρη από τα δεσμά αυτά τα πληρώνει η μεγάλη εργαζόμενη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Για την τελευταία ο μόνος δρόμος για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση είναι η ρήξη με την ΕΕ και η αποδέσμευση από αυτή.

Ποιους νομίζει ότι κοροϊδεύει η ηγεσία του ΚΚΕ;

Ποιους νομίζει ότι κοροϊδεύει η ηγεσία του ΚΚΕ;

sinistra-socialista_414x290

Όσο πλησιάζουν οι εκλογές η ηγεσία του ΚΚΕ χάνει κάθε ψυχραιμία και ντροπή. Επιτίθεται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ – ΜΑΡΣ διαστρεβλώνοντας ξεδιάντροπα τις θέσεις της και προσπαθώντας να την ταυτίσει με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ιδιαίτερα διαστρεβλώνει τις θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ – ΜΑΡΣ σχετικά με την ΕΕ και την ΟΝΕ προσπαθώντας να κρύψει τις δικές της κωλοτούμπες.

Τα πράγματα είναι απλά και ξεκάθαρα. Η Πολιτική Συνεργασία δυνάμεων και αγωνιστών που συγκρότησαν ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΜΑΡΣ προτείνει σε όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς, τους ανένταχτους αριστερούς αλλά και σε όλες τις ζωντανές δυνάμεις του εργατικού κινήματος την συμπόρευση στους αγώνες αλλά και στην κεντρική πολιτική μέσα από ένα μέτωπο που θα παλεύει για την άμεση αποδέσμευση της χώρας τόσο από την ΟΝΕ όσο και από την ΕΕ. Μόνο ένα μέτωπο με αυτό το πρόγραμμα μπορεί να δώσει μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση. Τα βασικά οικονομικά σημεία της πρότασης αυτής είναι σαφέστατα:

  • Ριζική αναδιανομή του πλούτου υπέρ της εργασίας
  • Μονομερής κατάργηση των μνημονίων
  • Στάση πληρωμών, μη αναγνώριση και διαγραφή του χρέους
  • Έξοδος από το ευρώ, η ρήξη και έξοδος από την ΕΕ
  • Εθνικοποιήσεις των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας χωρίς αποζημίωση, λειτουργία τους με εργατικό-λαϊκό έλεγχο και στα πλαίσια ενός δημόσιου σχεδιασμού

Το μεταβατικό αυτό πρόγραμμα δίνει λύσεις στα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων και ταυτόχρονα ανοίγει τον δρόμο για την μετάβαση στο σοσιαλισμό. Στη βάση αυτού του προγράμματος θα συνεργαστούμε με όποια δύναμη και αγωνιστή συμφωνεί ακόμη και εάν δεν είναι πεισμένος για την ανάγκη της σοσιαλιστικής προοπτικής. Θα αγωνιστούμε όμως να τον πείσουμε γι’ αυτό και θεωρούμε ότι αυτός τελικά είναι ο μόνος δρόμος.

Τι λέει απέναντι στην πρόταση αυτή η ηγεσία του ΚΚΕ; Υποστηρίζει (όπως σε πρόσφατη ομιλία Κουτσούμπα και αρθρογραφία του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ) ότι η αποδέσμευση από την ΟΝΕ/ΕΕ έχει νόημα μόνο όταν θα έχει ανατραπεί ο καπιταλισμός, διαφορετικά είναι τυχοδιωκτισμός! Μέχρι τότε – και εφόσον δεν ανατρέπεται ο άτιμος – το κίνημα θα κάνει μόνο διεκδικητικούς αγώνες για να υπερασπίσει δικαιώματα και ενδεχομένως να τα διευρύνει. Ουσιαστικά με την θέση αυτή διευκολύνει τον ΣΥΡΙΖΑ. Ερωτήματα κρίσιμα προς την ηγεσία του ΚΚΕ:

Πρώτον, ως δια μαγείας θα έρθει ο σοσιαλισμός; Πως ανοίγει ο δρόμος γι’ αυτόν;

Δεύτερον, πως μπορούν να υπάρξουν νικηφόροι αγώνες μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια της ΕΕ; Αν δεν αποδεσμευθείς από αυτήν τότε τι κάνεις; Απλά κάνεις αγώνες που ξέρεις ότι δεν μπορούν να κερδίσουν για να διαπαιδαγωγήσεις τις μάζες;

Ας αφήσει το θέατρο η ηγεσία του ΚΚΕ. Δεν έχει, γιατί δεν θέλει να έχει, μία μάχιμη πρόταση φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση και σοσιαλιστικής προοπτικής. Ξέρει ότι αυτό είναι επικίνδυνο και κοστίζει στους καιρούς αυτούς. Όπως έλεγε ο Μαρξ, την εκκλησία της Αγγλίας δεν την ενοχλεί να αμφισβητείς όλα τα άρθρα πίστης της αλλά την εξαγριώνει να αμφισβητήσεις το ένα εκατοστό της περιουσίας της. Τα μεγάλα αντικαπιταλιστικά λόγια δεν κοστίζουν. Αυτό που κοστίζει είναι η μάχιμη αντιπαράθεση με το σύστημα.

Και στο σημείο αυτό η ηγεσία του ΚΚΕ είναι βαθύτατα ελλειμματική. Δεν συνέβαλε και αντίθετα διέσπασε κάθε μεγάλο μαζικό αγώνα. Παρακολούθησε εξ αποστάσεως και με παπαδίστικες κριτικές κάθε πρόσφατο μεγάλο αγωνιστικό ξέσπασμα του λαού μας. Σε κρίσιμες στιγμές συνέβαλε καθοριστικά στην υπονόμευση του φρονήματος του και στην τροφοδότηση αντιδραστικών επιχειρημάτων. Ποιος ξεχνά την κατάπτυστη δήλωση Παπαρήγα (Μάης 2012) «ότι θα ήταν καταστροφή μία έξοδος από το ευρώ»;

Τα ψέματα έχουν κοντά ποδάρια. Η πρόκληση είναι σαφής τόσο προς την ηγεσία του ΚΚΕ όσο όμως και κυρίως προς την λαϊκή βάση του που αποτελείται από αγωνιστές που πονούν για αυτό τον λαό και αυτό τον τόπο: σήμερα να συμφωνήσουμε σε αυτό το πρόγραμμα πάλης ενάντια στην ΕΕ είτε κεντρικά είτε ακόμη και μέσα στους μαζικούς χώρους. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

 

Ρούσης Γιώργος

Μαυρουδέας Σταύρος

Καραχάλιος Γιάννης

 

Άρθρο μου με τίτλο «Αποδέσμευση από την ΕΕ: κρίσιμη προϋπόθεση για το άνοιγμα μιας διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης στη χώρα μας» σε προσεχές αφιέρωμα της ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Αποδέσμευση από την ΕΕ:

κρίσιμη προϋπόθεση για το άνοιγμα μιας διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης στη χώρα μας

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ

 

Η Ελλάδα και η «ευρωπαϊκή ενοποίηση»

 

Η στάση απέναντι στην ΕΟΚ (παλιότερα) και στην ΕΕ (σήμερα) αποτελεί κυριολεκτικά την διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυνάμεων που περιορίζονται στα όρια της αστικής στρατηγικής και αυτών που επιδιώκουν να την ανατρέψουν. Το κριτήριο αυτό έχει σημαδέψει όλη την μεταπολιτευτική περίοδο και σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ.

Η λεγόμενη «ευρωπαϊκή ενοποίηση» – ή ακριβέστερα η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού μπλοκ – αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα αλλά και βολονταριστικά μεταπολεμικά εγχειρήματα του καπιταλισμού. Ξεκίνησε μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο, με αμερικανικές ευλογίες, για να αντιμετωπίσει τον ανατολικό κίνδυνο και ταυτόχρονα να δεσμεύσει την απαραίτητη γερμανική ανασυγκρότηση έτσι ώστε να μην ξεφύγει σε μία τρίτη (μετά από αυτές των δύο παγκ. πολέμων) διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας. Άρχισε από ένα πυρήνα αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών αλλά μετά από διαδοχικές διευρύνσεις κατέληξε να συμπεριλάβει και μία σειρά λιγότερο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Με αυτή την έννοια η «ευρωπαϊκή ενοποίηση» δεν αποτέλεσε ποτέ το κοινό σπίτι των λαών της Ευρώπης – αντίθετα με ότι εκ του πονηρού διάφορες «αριστερές» απόψεις πρόβαλλαν – και ούτε φυσικά μπορεί να μετεξελιχθεί σε κάτι τέτοιο. Από τον ίδιο τον γονότυπο της είναι μία λυκοσυμμαχία μεταξύ κρατών και των εθνικών κεφαλαίων τους (που όσο και εάν διαχύθηκαν και αλληλοδιαπλέχθηκαν ποτέ δεν έχασαν την εθνική βάση τους, όπως περίτρανα αποδεικνύει η σημερινή συγκυρία). Η λυκοσυμμαχία αυτή στοχεύει να αντιμετωπίσει άλλους ιμπεριαλισμούς και να εκμεταλλευθεί άλλες χώρες. Όσο υποχωρούσε ο ανατολικός κίνδυνος, με καθοριστική στιγμή την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ μετά το 1989, τόσο οι αυτοτελείς φιλοδοξίες ιδιαίτερα της Γερμανίας άρχισαν να αυτονομούνται από τις αμερικανικές επιταγές. Έτσι σταδιακά η «ευρωπαϊκή ενοποίηση» απέκτησε την σημερινή δομή και χαρακτήρα της. Δηλαδή, πρώτον, συγκροτήθηκε στο ένα από τους τρεις μεταπολεμικούς πυλώνες του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος (οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία αποτελούσαν τους άλλους δύο) και άρχισε να διεκδικεί μερίδια ισχύος από τους άλλους. Δεύτερον, εκτός από την ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση άλλων χωρών, δημιούργησε και στο εσωτερικό της σχέσεις ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης καθώς απέκτησε μία πυραμιδοειδή δομή όπου οι χώρες των ανώτερων βαθμίδων εκμεταλλεύονταν τις υπόλοιπες αλλά και όλες μαζί εκμεταλλεύονταν (φυσικά με διαφορετικούς τρόπους και βαθμούς) άλλες χώρες. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε με την Κοινή Αγορά και αναβαθμίσθηκε δραστικά με την ΟΝΕ. Έχει εύστοχα χαρακτηρισθεί ως μία νέο-μερκαντιλιστική δομή όπου τα εμπορικά πλεονάσματα των ηγεμονικών χωρών αντιστοιχούν εν πολλοίς στα εμπορικά ελλείμματα των περιφερειακών χωρών της «ενοποίησης». Όμως όλο αυτό το εγχείρημα έχει σοβαρότατα δομικά προβλήματα, που τα περισσότερα πηγάζουν από δύο συναφή στοιχεία: (α) επιδιώκει να ενώσει σε μία υπερεθνική πολιτική δομή χώρες οι οποίες γεννήθηκαν με βάση το έθνος-κράτος και που οι περισσότερες από αυτές είχαν ή/και έχουν ισχυρούς αυτοτελείς ιμπεριαλιστικούς ρόλους και (β) οι οικονομίες των χωρών-μελών διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους (δηλαδή έχουν άνισα επίπεδα ανάπτυξης). Η σημερινή οικονομική κρίση – η πρώτη μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα, η οποία δεν είναι μία απλή χρηματοπιστωτική κρίση (όπως διατείνονται οι επίσημες θεωρίες αλλά και οι ριζοσπαστικές θεωρίες περί χρηματιστικοποίησης) αλλά μία κρίση της πραγματικής καπιταλιστικής οικονομίας (βλέπε Μαυρουδέας (2009, 2011)) – έρχεται και οξύνει όλα αυτά τα προβλήματα και θέτει σε κίνδυνο την ίδια την βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής λυκοσυμμαχίας.

Ο ελληνικός καπιταλισμός προσχωρώντας στην λυκοσυμμαχία αυτή έβαζε ουσιαστικά ένα στοίχημα προσδοκώντας οφέλη αλλά και αναλαμβάνοντας κινδύνους. Κατ’ αρχήν, διασφάλισε το σύστημα στην επικίνδυνη πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Επιπλέον, διευκολύνθηκαν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις για την αντιμετώπιση της δομικής οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1973 (βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011)). Τέλος, και σημαντικότερο, προσδοκάται η αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού από δεύτερης γενιάς, μεσαίου βεληνεκούς καπιταλισμού με περιορισμένες ικανότητες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης άλλων χωρών σε εταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ. Δείγματα του τελευταίου δόθηκαν ιδιαίτερα με τις αυξημένες δυνατότητες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης των γειτονικών Βαλκανικών χωρών όλο το προηγούμενο διάστημα.

Όμως και οι κίνδυνοι είναι αξιοσημείωτοι. Το άνοιγμα της οικονομίας και ο ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς». Επιπρόσθετα, η εκχώρηση πολιτικών και οικονομικών εξουσιών στα κέντρα της ΕΕ, που υπηρετούν τον ηγεμονικό δυτικο-ευρωπαϊκό πυρήνα της, περιόρισαν την ελευθερία του ελληνικού κεφαλαίου και υπήγαγαν τα συμφέροντα του σε αυτά των πρώτων. Τέλος, και σημαντικότερο, η σημερινή κρίση και η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών θέτει εν κινδύνω την τρίτη προσδοκία, που αποτελεί και τον βασικό στρατηγικό στόχο του ελληνικού κεφαλαίου. Η σημερινή ελληνική κρίση και ο κίνδυνος χρεοκοπίας δεν είναι αποτέλεσμα της αβελτηρίας και της διαφθοράς των ελλήνων αλλά είναι μια βαθειά δίδυμη κρίση. Αποτελεί τον συνδυασμό (α) της δομικής κρίσης του καπιταλισμού (όπως αυτή εκδηλώνονται τόσο διεθνώς όσο και εθνικά) με (β) τα ιδιαίτερα ελληνικά διαρθρωτικά προβλήματα που το μεγαλύτερο μέρος τους προκύπτει ακριβώς από την συμμετοχή του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση (βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011).

Το ξέσπασμα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης όξυνε τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των βασικών πόλων του διεθνούς συστήματος για το ποιος θα ισχυροποιηθεί μεταφέροντας δικά του βάρη σε άλλους πόλους και φυσικά σε πιο αδύναμες χώρες. Όλες οι καπιταλιστικές οικονομίες προσέφυγαν μαζικά σε κρατικά προγράμματα για την στήριξη του κεφαλαίου με συνέπεια τα δημοσιονομικά ελλείμματα να εκτιναχθούν στα ύψη. Για να καλυφθεί το κόστος αυτών των προγραμμάτων χρειάζονται ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, πράγμα απίθανο καθώς η κρίση της πραγματικής οικονομίας όχι μόνο δεν φεύγει αλλά βαθαίνει. Εναλλακτικά, πρέπει να φορτωθούν άλλοι ιμπεριαλισμοί και αδύναμες χώρες τα κόστη της κρίσης.

Για τις ηγεμονικές δυνάμεις της ΕΕ η όξυνση της κρίσης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών βάζει σε κίνδυνο το βασικό όχημα τους για την διεκδίκηση παγκόσμιας ηγεμονίας, το ευρώ και, εν τέλει, αυτή την ίδια την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Γι’ αυτό εσπευσμένα στήθηκε ένας μηχανισμός εκμετάλλευσης των περιφερειακών χωρών της ΕΕ που μετατρέπονται σε οικονομικά και πολιτικά προτεκτοράτα. Με αστραπιαία ταχύτητα επιβάλλονται αντιλαϊκά μέτρα και αντιδραστικές δομικές αλλαγές που τις βυθίζουν στην ύφεση και στην υπερχρέωση. Η χώρα μας είναι από τα πρώτα θύματα αυτού του βρώμικου παιχνιδιού. Η ελληνική αστική τάξη συναινεί σ’ αυτό αφενός γιατί από την μείωση των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων ωφελείται και η δική της κερδοφορία και αφετέρου γιατί δεν τολμά να αντιταχθεί στους ευρωπαίους ηγεμόνες. Όμως κινδυνεύει ταυτόχρονα από την στρατηγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού σε χώρα υπό κηδεμονία και την εξαγορά των επιχειρήσεων και των πλουτοπαραγωγικών πόρων της από ξένα κεφάλαια έναντι πενιχρού αντιτίμου.

Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο καπιταλισμός και οι ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπλέκουν στο ίδιο το δόκανο τους. Η λεγόμενη κρίση χρέους ξεφεύγει από εργαλείο εκμετάλλευσης των αδύναμων χωρών και επιστρέφει να χτυπήσει το κέντρο του συστήματος καθώς η πραγματική βάση της οικονομικής κρίσης (η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου) δεν επιλύεται και οι ηγεμόνες του συστήματος στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου πολλές φορές με τυφλό και κυριολεκτικά αυτοκαταστροφικό τρόπο. Έτσι το ξεζούμισμα των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών, σε συνδυασμό με τον αυξανόμενο ανταγωνισμό της ΕΕ με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, φέρνει στο χείλος του γκρεμού πλέον και βασικές δυνάμεις (όπως την Ιταλία) και βάζει σε κίνδυνο το ίδιο το ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό μπλοκ.

 

 

Η Αριστερά και η ΕΕ

Φυσικά και έχει μία αξία να δει τι έχει πει και κάνει κάθε χώρος της ελληνικής Αριστεράς σχετικά με το ζήτημα της ΕΟΚ και της ΕΕ. Ιδιαίτερα, είναι σημαντικό να επισημαίνονται οι ευθύνες είτε της ευρώδουλης «Αριστεράς» είτε χώρων που ταλαντεύθηκαν ή και συνεχίζουν να ταλαντεύονται σε σχέση με τη στάση απέναντι της. Όμως το σημαντικότερο σήμερα είναι να δει κανείς – εφόσον αναγνωρίζει ότι η μία από τις δύο βασικές αιτίες της ελληνικής κρίσης είναι η ΕΕ – με ποια πολιτική πρόταση και ποιο πρόγραμμα θα απαντήσει στην κρίση από τη σκοπιά της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων.

Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαρισθεί είναι ότι η σημερινή κρίση – τόσο στη διεθνή όσο και στην ελληνική διάσταση της – καταδεικνύει τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος. Σε μία περίοδο πλήρους κυριαρχίας του και με το εργατικό κίνημα γονατισμένο ο καπιταλισμός, δέσμιος των εγγενών αντιφάσεων του που εναργέστατα ανέλυσε ο Μαρξ, μπήκε σε μία σοβαρότατη κρίση που, παρά την χρήση των πολυάριθμων και πολυσχιδών εργαλείων διαχείρισης της, αδυνατεί να ξεπεράσει τουλάχιστον με σχετικά ομαλό τρόπο. Πλέον, η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου δεν αντιμετωπίζεται μόνο με την βάρβαρη υποτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης αλλά απαιτεί την μαζική καταστροφή κεφαλαίων, δηλαδή να πονέσει σοβαρά και το ίδιο το σύστημα. Η απάντηση της Αριστεράς (ιδιαίτερα της κομμουνιστικής) σ’ αυτό δεν μπορεί να είναι η προσφυγή σε συμμαχίες με χειμαζόμενα τμήματα του κεφαλαίου και του συστήματος για μια δήθεν φιλάνθρωπη μεταρρύθμιση του συστήματος (με ολίγο φραστικό αντικαπιταλισμό για καρύκευμα). Οι διάφορες αντινεοφιλελεύθερες συμμαχίες που στοιχίζονται πίσω από νεο-κεϋνσιανές προτάσεις (δεξιότατες ακόμη και για τα μέτρα του ίδιου του Κέυνς) και επικλήσεις μίας τάχα μου φιλολαϊκής ΕΕ είναι είτε βαθύτατα υποκριτικές είτε εθελοτυφλούν. Η πολιτική Ομπάμα δείχνει τα αδιέξοδα της νεο-κεϋνσιανής και αντι-νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Όσο για την μετατροπή της ΕΕ σε Ευρώπη των λαών και της αλληλεγγύης (sic!) αυτό πλέον δεν κάνει ούτε για παιδικό παραμύθι.

Η πρόταση της Αριστεράς πρέπει να ξεκινά από την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Όσο και αν αυτό, σε τέτοιες συνθήκες ήττας του εργατικού κινήματος, να ακούγεται εξωπραγματικό είναι η μόνη ιστορικά βάσιμη διέξοδος στο αδιέξοδο που έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός. Η Αριστερά οφείλει να προβάλει ευθαρσώς το στρατηγικό ζήτημα αυτό και να μην υποκύπτει σε κοντόθωρες οπτικές που βάζουν την τακτική μπροστά από την στρατηγική. Ταυτόχρονα όμως η μετάβαση στο σοσιαλισμό δεν είναι μία στιγμιαία πράξη, μία ηρωική έφοδος αλλά είναι μία διαδικασία με προϋποθέσεις, βήματα και καμπές. Γι’ αυτό δεν αρκεί να επικαλείται κανείς την σοσιαλιστική διέξοδο αλλά πρέπει να δείχνει με βάση ένα μεταβατικό πρόγραμμα πως θα πραγματοποιηθεί αυτή. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι η γέφυρα μεταξύ της στρατηγικής και τακτικής με βάση τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, όπως υποδειγματικά έχει δείξει ο Λένιν. Και φυσικά δεν συνιστά κανένα ενδιάμεσο ιστορικό στάδιο, όπως διάφορες παιδαριώδεις αριστερίστικες αντιλήψεις υποστηρίζουν.

Ο βασικός κόμβος ενός τέτοιου μεταβατικού προγράμματος είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ ακριβώς γιατί συμπυκνώνει στη σημερινή συγκυρία (και όχι σε κάποια ιδεατή άλλη) το σύνολο των αντιθέσεων και διαχωρίζει την αστική από την προλεταριακή στρατηγική. Η ελληνική αστική τάξη, παρόλα τα εξόφθαλμα πλέον αδιέξοδα της, είναι δεσμευμένη στην ΕΕ και, παρά και τις δικές της ζημιές, δεν τολμά να αντιπαρατεθεί στους ηγεμόνες της ΕΕ θεωρώντας ότι το κόστος θα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Όσο και εάν μερίδες της διαμαρτύρονται και απαιτούν ακόμη και μία σκληρότερη διαπραγμάτευση, η αποδέσμευση από την ΕΕ αποτελεί την κόκκινη γραμμή που όποιος την διαβεί (πραγματικά και όχι φραστικά και για διαπραγματευτικούς λόγους) είναι αντίπαλος. Μπορεί κάποια στιγμή, αλλά όχι σήμερα, είτε η ελληνική αστική τάξη είτε οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκή ιμπεριαλισμοί – αντιπαραθετικά ή συναινετικά – να προχωρήσουν σε κάτι τέτοιο. Και φυσικά το κόστος θα το πληρώσουν πάλι οι εργαζόμενοι. Όμως, σήμερα κάτι τέτοιο απαγορεύεται. Εάν, μετά από αδιέξοδα και καταστροφές, η αστική τάξη καταλήξει σ’ αυτήν – αλλά με άλλο μίγμα πολιτικής και επιμερισμού του κόστους – θα είναι από θέσεις πολιτικής και ταξικής αδυναμίας και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Η Αριστερά οφείλει, σήμερα που είναι «απαγορευμένη», να διατυπώσει την πρόταση της με πληρότητα και σαφήνεια. Η αποδέσμευση από την ΕΕ είναι προϋπόθεση για την εκκίνηση της διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης καθώς στα πλαίσια της αλλά και για την πιο απλή απάλυνση των δεινών των εργαζομένων. Η απλή έξοδος από την ΟΝΕ, αλλά όχι από την ΕΕ, είναι ανεπαρκής και ατελέσφορη. Πρώτον, η ΕΕ δεν θα το επιτρέψει στην παρούσα συγκυρία για ευνόητους λόγους. Όμως και από την σοσιαλιστική σκοπιά αυτό δεν είναι σημαντικό καθώς θα συντηρήσει ψευδαισθήσεις. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι για μία σχετικά μικρή ανοικτή οικονομία σαν την Ελλάδα η ανάκτηση της συναλλαγματικής και εν μέρει της νομισματικής πολιτικής ενώ συνεχίζει να δεσμεύεται από την κοινή αγορά δεν λύνει κανένα ουσιαστικό πρόβλημα. Από την άλλη, η προβολή ως κόμβου ενός μεταβατικού προγράμματος της στάσης πληρωμών είναι ακόμη πιο αδιέξοδη γιατί το πρόβλημα του χρέους είναι παράγωγο της οικονομικής κρίσης και όχι η αιτία. Άλλωστε πλέον το ίδιο το κεφάλαιο – με καυγάδες και αντιφάσεις – την έχει θέσει επί τάπητος. Παρόμοια προβλήματα έχουν και διάφορα αμφίβολης πολιτικής και πρακτικής αξίας πυροτεχνήματα (όπως η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου).

 

 

Ένα πρόγραμμα για την αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ και την σοσιαλιστική μετάβαση 

Η αποδέσμευση από την ΕΕ θα ξαναδώσει στη χώρα αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική κλπ.) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ. Όμως η πρόταση της Αριστεράς για την αποδέσμευση πρέπει αναγκαία να συμπληρώνεται από:

(1) Την άρνηση του εξωτερικού χρέους που θα απαλλάξει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του εξωτερικού χρέους. Άλλωστε, όπως έδειξε και η περίπτωση της Αργεντινής, οι περισσότεροι ξένοι δανειστές θα τρέξουν γρήγορα να διαπραγματευθούν την διευθέτηση των χρεών.

(2) Την εισαγωγή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων έτσι ώστε να αποφευχθεί η φυγή στο εξωτερικό.

(3) Την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (που ούτως ή άλλως στηρίζεται σκανδαλωδώς από το δημόσιο) έτσι ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του και να χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση της οικονομίας.

(4) Την δημιουργία ενός πραγματικού συστήματος προοδευτικής φορολογίας έτσι ώστε να τονωθεί η ζήτηση των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων και να ενισχυθεί έτσι η οικονομία με το ταυτόχρονο κυνήγι της φοροδιαφυγής και ιδιαίτερα αυτής που καμία κυβέρνηση δεν αγγίζει (των μεγάλων επιχειρήσεων και των ευκατάστατων στρωμάτων) για να εξευρεθούν πόροι για την αναπτυξιακή ενίσχυση της οικονομίας.

(5) Την ελεγχόμενη διολίσθηση της ισοτιμίας του νομίσματος, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εμπορική ανταγωνιστικότητα σε συνδυασμό με ένα σύστημα ελέγχου των τιμών έτσι ώστε να μην υπάρξουν αδικαιολόγητες πληθωριστικές αυξήσεις ιδιαίτερα στα είδη μαζικής κατανάλωσης. Η πολιτική αυτή θα διευκολύνει επίσης την βιομηχανική και παραγωγική αναγέννηση της οικονομίας.

Το πιο κρίσιμο όμως στοιχείο της πρότασης και το επιστέγασμα ενός τέτοιου προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας σε σοσιαλιστική βάση (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών οικονομικών κλάδων). Όλα τα προηγούμενα μέτρα είναι κυρίως «αμυντικού» χαρακτήρα που διευκολύνουν αλλά δεν επιλύουν από μόνα τους τον πυρήνα του προβλήματος, την οικονομική κρίση. Για να ξαναπάρει μπροστά η ελληνική οικονομία, να ξεπερασθεί η αποβιομηχάνιση και η διάλυση της παραγωγικής δομής και για να αξιοποιηθούν οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι προς όφελος του λαού χρειάζεται ένα συγκροτημένο σχέδιο στόχων και πολιτικών. Καμία ιδιωτική πρωτοβουλία δεν θα επωμισθεί το κόστος και τον κίνδυνο μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης, ιδιαίτερα μέσα σε συνθήκες οξυμένης ταξικής σύγκρουσης. Μόνο ένα ρεαλιστικό σχέδιο σοσιαλιστικής οικονομικής οικοδόμησης μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Μαυρουδέας Στ. (2009), «Η κρίση, τα αίτια της και η ελληνική οικονομία» σε κείμενα ημερίδας της ΚΕ του ΚΚΕ, Σύγχρονη Εποχή.

 

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος, «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», Αθήνα: Τόπος.

 

Μαυρουδέας Στ. (2011), «Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση: καπιταλιστική κρίση και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» σε Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ), «Οικονομική κρίση και Ελλάδα», Αθήνα: Gutenberg.