Tag Archives: Αριστερά

Κέρκυρα 28/04/2017 Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ: Μια Ιμπεριαλιστική Ολοκλήρωση σε Υπαρξιακή Κρίση – video εκδήλωσης

Στους παρακάτω συνδέσμους βρίσκεται το video της εκδήλωσης του Ομίλου Μελέτης Επαναστατικής Θεωρίας Κέρκυρας (28/04/2017) με εισηγητή τον Σταύρο Μαυρουδέα και θέμα «Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ: Μια Ιμπεριαλιστική Ολοκλήρωση σε Υπαρξιακή Κρίση»

 

 

«Η πολιτική οικονομία της ΕΕ: Ένα ιμπεριαλιστικό εγχείρημα σε κρίση», ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ νο.2 (κείμενο)

Το κείμενο του άρθρου μου στο 2ο τεύχος των ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ με θέμα «Η πολιτική οικονομία της ΕΕ: Ένα ιμπεριαλιστικό εγχείρημα σε κρίση» μπορεί να διαβαστεί στους παρακάτω συνδέσμους:

https://www.scribd.com/document/330841521/%CE%97-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%A4%CE%B7%CF%82-%CE%95%CE%95-%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

 

https://www.academia.edu/29260837/%CE%97_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%95%CE%95_-_%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

https://www.researchgate.net/publication/309259447_E_Politike_Oikonomia_tes_EE_-_Tetradia_Marxismou

Παρέμβαση στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων 19-4-2015

Παρέμβαση στην εκπομπή του Γ.Γκόντζου «Εκτός των Τειχών» στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων 19-4-2015 με θέμα την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ελληνική κρίση και την αποδέσμευση από την ΕΕ

 

«Εναλλακτικά σενάρια δομικής προσαρμογής στην Ελλάδα και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης»

Εισήγηση στο Συνέδριο «Παραγωγική Ανασυγκρότηση της Ελλάδας: Μελετώντας το Παρελθόν Σχεδιάζουμε το Μέλλον»

27-8 Νοεμβρίου 2015

Τμήμα Οικονομικών ΑΠΘ

Τμήμα Οικονομικών Παν. Μακεδονίας

ΙΚΕ Δημήτρης Μπάτσης

https://www.researchgate.net/publication/292285046_Enallaktika_senaria_domikes_prosarmoges_sten_Ellada_kai_to_problema_tes_paragogikes_anasynkroteses

https://www.academia.edu/21216596/%CE%95%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AE%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF_%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82

 

«Το αντι-ΕΕ μέτωπο ως κύριος πόλος συσπείρωσης της Αριστεράς», 25-10-2015

Η συλλογικότητα «Κοινωνική και Οικονομική Αυτοδιάθεση» οργανώνει συζήτηση με θέμα «Το αντι-ΕΕ μέτωπο ως κύριος πόλος συσπείρωσης της Αριστεράς», την Κυριακή 25-10-2015 στις 6μμ, Δαυλείας 18 & Δωρίδος, Αιγάλεω.

Ομιλητές:

Σταύρος Μαυρουδέας & Παναγιώτης Μαυροειδής

 

Εκδήλωση 25-10-2105

«Αριστερός ευρωσκεπτικισμός ή αριστερό μέτωπο κατά της ΕΕ;», ΠΡΙΝ 19-9-2015

Αριστερός ευρωσκεπτικισμός ή αριστερό μέτωπο κατά της ΕΕ;

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

ΠΡΙΝ, 19/9/2015

 

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2007-8 αποτελεί την πρώτη μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα. Το ξέσπασμα της αναστάτωσε την ούτως ή άλλως ανισόμετρη ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και όξυνε τις ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις μεταξύ των βασικών πόλων του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Η δομική κρίση της ευρωζώνης (και ευρύτερα της ΕΕ καθώς η προηγούμενη αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της τελευταίας) είναι μία από τις βασικές περιοχικές κρίσεις που εκδηλώνονται στον απόηχο της παγκόσμιας κρίσης. Σηματοδοτεί τα προβλήματα ενός από τους βασικούς ανταγωνιστικούς πόλους στην αμερικανική παγκόσμια ηγεμονία και έχει εκδηλωθεί με ιδιαίτερη ένταση αλλά και με άνισες επιπτώσεις στο σύνολο των χωρών της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ (οι χώρες του ευρω-κέντρου) έχει ξεφορτώσει μεγάλο μέρος των δικών του προβλημάτων στους ηγεμονευόμενους υπο-ιμπεριαλισμούς της ευρω-περιφέρειας με αποτέλεσμα η κρίση των δεύτερων να είναι οξύτερη. Η υπαγωγή πολλών από τις τελευταίες σε βάρβαρες πολιτικές αναδιάρθρωσης – ιδιαίτερα με προγράμματα προσαρμογής από τρόικες – έχει οξύνει δραματικά τις ταξικές εντάσεις σ’ αυτές, σε διάκριση με τις χώρες του ευρω-κέντρου που η κατάσταση είναι ηπιότερη.

diagram

Η προαναφερθείσα διαφορά έχει ορισμένες κρίσιμες πολιτικές επιπτώσεις. Τόσο για τους παραπάνω οικονομικούς λόγους όσο όμως και για όχι αμελητέους λόγους πολιτικής παράδοσης οι πολιτικές επιπτώσεις της κρίσης είναι διαφορετικές στις χώρες του ευρω-κέντρου και στις χώρες του Βορρά απ’ ότι στις χώρες της ευρω-περιφέρειας του Νότου. Γενικά, παρατηρείται ότι ο μεγάλος πολιτικός κερδισμένος στις πρώτες από την κρίση είναι η λεγόμενη «ριζοσπαστική Δεξιά» ενώ στις δεύτερες η ριζοσπαστική Αριστερά.

Σαν «ριζοσπαστική Δεξιά» χαρακτηρίζεται στις επίσημες συζητήσεις η μέχρι πρότινος εκτός επίσημου πολιτικού συστήματος ακροδεξιά. Η τελευταία κερδίζει γιατί εκτός από την παραδοσιακή ατζέντα της ξενοφοβίας κάνει πλέον κυρίαρχη στον πολιτικό της λόγο την αντίθεση στην ΕΕ. Στις χώρες του ευρω-κέντρου η Αριστερά – μετά από διαδοχικές ήττες κυρίως στη δεκαετία του 1980 – έχει ουσιαστικά καταθέσει τα όπλα και, ακόμη και όπου διατηρεί δυνάμεις, έχει συνήθως ενσωματωθεί στο σύστημα. Ιδιαίτερα έχει αποδεχθεί την βασική «κόκκινη γραμμή» του συστήματος αυτή την ιστορική περίοδο: την ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Έτσι η διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στον πλέον εξόφθαλμα αντιλαϊκό χαρακτήρα της ΕΕ δεν βρίσκει διέξοδο στην Αριστερά. Αντίθετα, η ακροδεξιά – υποστηριζόμενη από σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου που ανησυχούν για την αυξανόμενη γερμανική ηγεμονία – βάζει ολοένα και περισσότερο στην ατζέντα της την σύγκρουση με την ΕΕ και κατορθώνει να παραπλανά μεγάλα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα. Αφετέρου, στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η απεχθής μνήμη του ανύπαρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η ελεεινή μετέπειτα πορεία των κληρονόμων του εξοντώνει από τα γεννοφάσκια της κάθε προσπάθεια αριστερής αναγέννησης.

Αντίθετα, κυρίως στις χώρες της ευρω-περιφέρειας του Νότου, η κρίση ενίσχυσε την ριζοσπαστική Αριστερά (που στην επίσημη συζήτηση σηματοδοτεί την πέραν της κλασσικής σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά). Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε ο κυρίαρχος ρόλος στην Αριστερά των περισσότερων από τις χώρες αυτές της κομμουνιστικής παράδοσης που διατήρησε – παρά τις όποιες ευρωκομμουνιστικές παρεκκλίσεις – την αντίθεση στην ΕΕ τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματα της.

kokkinisimaiapoli

Αυτή η ιδιομορφία του ευρω-Νότου και τα συνακόλουθα μαζικά λαϊκά κινήματα στην περιοχή αυτή δεν έχουν περάσει καθόλου απαρατήρητα από τα ηγεμονικά ιμπεριαλιστικά κέντρα της ΕΕ και τις εγχώριες αστικές τάξεις. Η συζήτηση για την ανάγκη να μπει «τέλος στην ελληνική ιδιομορφία» (που ιδεολογικοί κονδυλοφόροι των ΗΠΑ και εγχώρια παπαγαλάκια φθάνουν υποκριτικά και βλακωδώς να βαφτίζουν «τελευταία σοβιετία») είναι χαρακτηριστική.

Εμπρός στην κατάσταση αυτή εκτός από την κυρίαρχη γραμμή του συστήματος – το κατά μέτωπο χτύπημα του αριστερού αντι-ΕΕ ρεύματος – αναπτύσσεται και μία άλλη γραμμή. Σημαντικά τμήματα της μέχρι πρότινος ευρώδουλης δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς (ιδιαίτερα στο Νότο), βλέποντας την απώλεια λαϊκής στήριξης και το ότι βαθαίνει συνεχώς (λόγω της διάρκειας και του βάθους της κρίσης) η βαρβαρότητα της ΕΕ, μετακινούνται στη γραμμή του αριστερού ευρωσκεπτικισμού. Η λειψή και καθυστερημένη αυτή γραμμή εκφράζεται είτε με την αφελή επίκληση ενός προοδευτικού μετασχηματισμού της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως σε ένα ήπιο Κεϋνσιανισμό) είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ευρωζώνη. Συνήθως όταν έχει ξεφτίσει η πρώτη πρόταση – μέσα από τα προφανή αδιέξοδα της – κάποια τμήματα αυτής της οικόσιτης Αριστεράς μετακινούνται στη δεύτερη. Βέβαια πρόκειται για μία εξίσου εθελοτυφλική με την προηγούμενη πρόταση. Βασίζεται στην αφελή πεποίθηση (ιδιαίτερα για ευρω-περιφερειακές χώρες) ότι φεύγοντας από την ΟΝΕ μπορείς να μείνεις και να παίξεις με καλύτερους όρους μέσα στην ΕΕ. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά φορτώσουν στην πλάτη της εργασίας τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας – με αποδιαρθρωμένες παραγωγικές δομές καθώς έχουν γίνει μεσαία και χαμηλά εξαρτήματα πανευρωπαϊκών αλυσίδων παραγωγής και λιγότερο ισχυρές αστικές τάξεις που ούτε αποτολμούν να αμφισβητήσουν τις εξαρτημένες σχέσεις τους με τους δυτικο-ευρωπαίους πάτρωνες τους – η πρόταση αυτή είναι απλά ανέφικτη χωρίς την ταυτόχρονη απόσχιση από την ΕΕ.

Και στις δύο αυτές εκδοχές αντί για μία ανεξάρτητη γραμμή της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, που φυσικά δεν θα αγνοεί τις και θα παρεμβαίνει στις ενδοαστικές αντιθέσεις, προκρίνεται μία γραμμή ακολουθητισμού και εξάρτησης από τις τελευταίες. Η γραμμή αυτή δεν οδηγεί σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση αυτών των τμημάτων της Αριστεράς, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται. Ούτε βοηθά στη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα είναι ένα καθυστερημένο σύρσιμο ποδιών πίσω από τις εξελίξεις, μπλεγμένο με τις αντιφάσεις του που αντί να οδηγεί την λαϊκή συνείδηση αποτελεί έρμα και εμπόδιο σε μελλοντικές εξελίξεις: ένα καθυστερημένο βήμα μπροστά που ακολουθείται δύο δειλά βήματα πίσω.

Αποτέλεσμα εικόνας για smash European Union

Ο μόνος δρόμος για την ανασυγκρότηση της Αριστεράς (που θέλει να είναι αντάξια του ονόματος της και πραγματικά ανατρεπτική) δεν περνά από τις ολισθηρές ατραπούς του ευρω-σκεπτικισμού. Η ανατρεπτική Αριστερά στις χώρες της ιμπεριαλιστικής ΕΕ πρέπει να έχει στην προμετωπίδα της πολιτικής πρότασης της την σύγκρουση με την ΕΕ και την αποδέσμευση από αυτή. Μέσα σ’ αυτό το «λάκκο των λεόντων» καμιά φιλολαϊκή εναλλακτική και καμιά δυνατότητα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δεν υπάρχει. Γι’ αυτό η ανατρεπτική Αριστερά πρέπει να αφήσει στην άκρη ιδεοληπτικές αγκυλώσεις – του τύπου ότι αν προφέρεις πολλές φορές κάποια επίθετα προσεγγίζεις την ουσία τους (σαν κάτι θρησκευτικές αιρέσεις) – και να επικεντρωθεί στο να είναι έμπρακτα επαναστατική: να ανατρέπει τους κρίσιμους κόμβους της κυρίαρχης κατάστασης πραγμάτων και να πλέκει το μακρύ κόκκινο νήμα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η πρόταση της ανατρεπτικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι μία πρόταση ιδεολογικής ενότητας (του τύπου «αντικαπιταλιστικό μέτωπο»). Οφείλει να είναι η πρόταση ενός αριστερού παλλαϊκού κοινωνικο-πολιτικού μετώπου για την αποδέσμευση από την ΕΕ. Το μέτωπο αυτό οφείλει να συγκροτηθεί πάνω σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ που δεν θα κρύβει την σοσιαλιστική προοπτική του. Ταυτόχρονα όμως θα μπορεί να ενώσει υπό την σκέπη του ακόμη και δυνάμεις και ιδιαίτερα λαϊκές μερίδες που δεν είναι πεισμένες για την προοπτική αυτή αλλά αναγνωρίζουν στις προτάσεις του την μόνη δυνατότητα επιβίωσης τους. Η συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου μπορεί να παρέμβει και να ριζοσπαστικοποιήσει και τμήματα του αριστερού ευρω-σκεπτικισμού κι όχι να εγκλωβισθεί στα δικά τους αδιέξοδα.

Η μάχη των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 και η ενίσχυση συνεργασίας της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. με το Ε.Ε.Κ. και ανένταχτους αγωνιστές της αριστεράς πρέπει να αποτελέσει βήμα στην κατεύθυνση αυτή.

Ψήφο στη μετωπική ανατρεπτική Αριστερά

Αντιφάσεις και αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της ΛΑΕ

Αντιφάσεις και αδιέξοδα του οικονομικού προγράμματος της ΛΑΕ

Σταύρος Μαυρουδέας

Μετά από αρκετές παλινωδίες η ΛΑΕ ξεκαθαρίζει σιγά-σιγά το οικονομικό πρόγραμμα της.

Μία πρώτη παρατήρηση είναι ότι η ΛΑΕ αντιμετωπίζει το πρόγραμμα απλά σαν ένα προπαγανδιστικό εργαλείο που είναι συνειδητά ασαφές για να επιτρέπει την πολυγλωσσία και την πολυσυλλεκτικότητα και επιπλέον είναι κάτι ευμετάβλητο με βάση φευγαλέες πολιτικές σκοπιμότητες. Πρόκειται για μία καθαρά αστική αντίληψη που ελάχιστη σχέση έχει με την παράδοση ιδιαίτερα της κομμουνιστικής Αριστεράς.

Χαρακτηριστικά, όταν η ΛΑΕ απευθύνεται στο ευρύ κοινό υποβαθμίζει την θέση περί εξόδου από το ευρώ σε εργαλείο (και όχι στόχο) τελευταίας καταφυγής. Αντίστοιχα κρύβεται πίσω από το δάκτυλο της σχετικά με το ζήτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ καθώς δηλώνει ότι δεν αποτελεί στόχο της και εάν προκύψουν προβλήματα τότε θα θέσει το ερώτημα σε δημοψήφισμα (χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει τι θα προτείνει η ίδια). Αυτό την διευκολύνει στις σχέσεις και διαπραγματεύσεις της με πολιτικούς παράγοντες όπως η Ζ. Κωνσταντοπούλου, ο Μ. Γλέζος, η Ρ. Μακρή αλλά και ο Γ. Ρωμανιάς. Αντίθετα, όταν απευθύνεται ψευδο-ενωτικά στην Αριστερά και ιδιαίτερα στην ανατρεπτική Αριστερά παρουσιάζει κείμενα με θολές ριζοσπαστικότερες διατυπώσεις.

Alexander Rodchenko, Red and Yellow

Αφήνοντας στην άκρη αυτούς τους κουτοπόνηρους χειρισμούς, έχει ενδιαφέρον να εξετασθεί αυτό που φαίνεται να είναι η ουσία του προγράμματος της ΛΑΕ.

Κατ’ αρχήν, ο γενικός προσανατολισμός του είναι ένας αριστερός ευρω-σκεπτικισμός και όχι ένα αριστερό αντι-ΕΕ μέτωπο. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την εμμονή σε συναινετικές λύσεις με την ΕΕ καθώς και στην εμμονή στην παραμονή σε αυτήν (Κ.Λαπαβίτσας: «δεν είναι στόχος μας η έξοδος από την ΕΕ»). Ουσιαστικά θεωρείται ότι μέσα στην ΕΕ αλλά εκτός του υποτιθέμενα ασφυκτικότερου πλαισίου της ΟΝΕ μπορεί να υπάρξει μία φιλολαϊκή προοπτική καθώς υπάρχουν τόσο τα θεσμικά περιθώρια όσο και οι δυνητικές συμμαχίες γι’ αυτό.

Αν δοκιμαστεί να διακριβωθεί – μέσα από την πολυγλωσσία της ΛΑΕ – το οικονομικό της πρόγραμμα φαίνεται ότι αυτό έχει τους ακόλουθους άξονες:

(α) ακύρωση των μνημονίων: τερματισμός της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων, κατάργηση μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις, σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων

(β) στάση πληρωμών και έναρξη διαπραγματεύσεων για την διαγραφή μέρους του χρέους

(γ) εθνικοποίηση των τραπεζών και δημιουργία τριών τραπεζών ειδικού σκοπού (αγροτική τράπεζα, τράπεζα επενδύσεων και ταχυδρομικό ταμιευτήριο).

(δ) παραγωγική αναδιάρθρωση με δημόσιο έλεγχο των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και επικουρία του ιδιωτικού τομέα

(ε) έξοδο από την ΟΝΕ

Η τελευταία αποτελεί τον κεντρικό άξονα καθώς από αυτό εξαρτάται η εισοδηματική πολιτική, η αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά και της πραγματικής οικονομίας και η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Στο πρόγραμμα αυτό αποδίδεται υπέρμετρη σημασία στην δυνατότητα της νομισματικής αλλαγής να αντιμετωπίσει το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων της οικονομίας και μάλιστα εγκαίρως. Συνακόλουθα παραγνωρίζεται ότι ακόμη και με εθνικό νόμισμα μία σειρά άλλες κρίσιμες αλλαγές προσκρούουν στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ.

Πρόσφατες συνεντεύξεις του Κ. Λαπαβίτσα αναδεικνύουν – εκτός ορισμένων θετικών στοιχείων – τις βαθύτατες αντιφάσεις του προγράμματος αυτού.

Πρώτον, αντί για άρνηση του χρέους προτείνει στάση πληρωμών και στη συνέχεια διαπραγμάτευση για την συναινετική διαγραφή μέρους του χρέους. Αυτό σημαίνει ουσιαστικά – και πέραν φληναφημάτων περί «απεχθούς χρέους» κ.λπ. – ότι αναγνωρίζεις το χρέος αλλά δηλώνεις ότι δεν μπορείς να το πληρώσεις. Όμως η πρόταση αυτή προτάθηκε ήδη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και απορρίφθηκε ρητά από την ΕΕ. Για ποιο λόγο στο άμεσο μέλλον το ευρω-ιερατείο θα αλλάξει θέση;

Δεύτερον, η ανατροπή των μνημονιακών ρυθμίσεων θα είναι σταδιακή καθώς αναγνωρίζεται εμμέσως πλην σαφώς ότι η ανεργία θα παραμείνει σχετικά υψηλή για σημαντικό χρονικό διάστημα και συνεπώς δεν θα συμβάλλει σε πληθωριστικές τάσεις λόγω υποτίμησης του νέου νομίσματος. Το ίδιο προφανώς εξυπονοείται – αλλά δεν λέγεται – για την αύξηση των μισθών. Ουσιαστικά κλείνεται το μάτι προς διάφορες πλευρές ότι δεν θα υπάρξει μία άμεση ανατροπή των μισθολογικών μειώσεων και συνεπώς τα περιθώρια κερδοφορίας θα βρουν χρόνο να προσαρμοσθούν. Επίσης ότι η λελογισμένη επαναφορά των μισθών δεν θα δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις (σε συνδυασμό με την ύπαρξη μεγάλης υποαπασχόλησης των παραγωγικών πόρων). Η θέση αυτή φαλκιδεύει τις διαβεβαιώσεις περί άμεσης κατάργησης των Μνημονίων. Επιπλέον, το ερώτημα είναι πώς με μία τέτοια σταδιακή αύξηση της εσωτερικής ζήτησης θα επιστρέψει η οικονομική ανάπτυξη; Αρκούν οι δημόσιες δαπάνες και πώς; Υποστηρίζει η ΛΑΕ ότι αυτή θα προέλθει από το εξωτερικό (με αύξηση εξαγωγών ή/και εισροή κεφαλαίων) και πώς;

Τρίτον, η αλλαγή του νομίσματος θα γίνει σε σχέση 1 προς 1 και αργότερα θα υποτιμηθεί. Η πρόταση αυτή είναι το λιγότερο αξιοπερίεργη τεχνικά. Κατ’ αρχήν δεν διευκρινίζεται αν θα υπάρχει ελεύθερη μετατρεψιμότητα του νέου νομίσματος στο διάστημα αυτό. Εάν υπάρχει τότε λογικά θα υπάρξει μία δραματική εκροή συναλλαγματικών διαθεσίμων που θα γονατίσει την χώρα. Εάν δεν υπάρχει μετατρεψιμότητα τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος η μετατροπή να μην γίνει κατευθείαν στην (υποτιμημένη) νέα ισοτιμία. Επιπλέον, δεν διευκρινίζεται το ύψος της υποτίμησης. Αν αυτή ακολουθήσει το ύψος του πληθωρισμού (που υποτίθεται κατά τον Κ. Λαπαβίτσα ότι δεν θα ξεπεράσει το 10% τον πρώτο χρόνο) δεν αρκεί για να ανατάξει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών. Αν είναι μεγαλύτερη υπάρχει ένα επιπρόσθετο πρόβλημα καθώς θα συνεπάγεται εισαγόμενο πληθωρισμό. Ο τελευταίος μπορεί να περιορισθεί στο σκέλος της καταναλωτικής ζήτησης (καθώς τα εισοδήματα δεν θα έχουν ανακάμψει από τις Μνημονιακές μειώσεις) αλλά θα επηρεάσει άμεσα τις εισαγόμενες ενδιάμεσες εισροές εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων. Ιδιαίτερα θα επηρεάσει αρνητικά μεγάλο μέρος των εξαγωγών (π.χ. πετρελαιοειδή) καθώς αυτές εξαρτώνται από εισαγωγές. Υπάρχει λύση στο πρόβλημα αυτό αλλά αυτή απαιτεί πολύ πιο ρηξικέλευθες επιλογές από αυτές του μεσοβέζικου αριστερού ευρωσκεπτικισμού. Ένα αριστερό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ μπορεί να προχωρήσει σε ένα αυστηρό εσωτερικό διοικητικό καθορισμό τιμών (για τον έλεγχο της ιδιωτικής κερδοσκοπίας), σε μη-μετατρεψιμότητα του εθνικού νομίσματος (τουλάχιστον για ένα κρίσιμο διάστημα) και σε ένα σύστημα πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών όπως πολλές χώρες (π.χ. Βενεζουέλα, Ιράν) έχουν κάνει.

Τέταρτον, θεωρεί ότι η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (που προέκυψε λόγω της κατάρρευσης της ζήτησης εξαιτίας της Μνημονιακής λιτότητας) θα συνεχισθεί και σύντομα θα γίνει πλεονασματικό. Δύο σημεία αξίζουν προσοχής εδώ. Το πρώτο σημείο είναι ότι η σημερινή εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών βασίζεται στις υπηρεσίες (και ιδιαίτερα στα τουριστικά και ναυτιλιακά έσοδα). Αν μπεις σε μία τροχιά σύγκρουσης, έστω και ελεγχόμενης, με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο είναι σαφές ότι τα έσοδα αυτά θα πληγούν (π.χ. στον τουρισμό υπάρχει ασφυκτική εξάρτηση από λίγους ευρωπαϊκούς παρόχους τουριστικών υπηρεσιών). Αυτό το πρόβλημα ένα συνεπές και συνεκτικό αριστερό πρόγραμμα δεν μπορεί να το υπεκφεύγει ούτε να καλλιεργεί ψευδαισθήσεις στο λαό γι’ αυτό. Αντιθέτως πρέπει να προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης του. Το δεύτερο σημείο αφορά το εμπορικό ισοζύγιο (δηλαδή ένα ακόμη προβληματικό τμήμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών). Προφανώς υπονοείται ότι λόγω της εισαγωγής του νέου νομίσματος θα υπάρξει υποκατάσταση εισαγωγών η οποία μάλιστα θα οδηγήσει επίσης σε κλαδική αναδιάρθρωση την οικονομία (με ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα σε βάρος της σημερινής τριτογενοποίησης). Η κλαδική αυτή αναδιάρθρωση θα γίνει με λοκομοτίβα τον δημόσιο τομέα αλλά και την δραστική συμβολή του ιδιωτικού τομέα. Όλα αυτά στα πλαίσια μίας νέας βιομηχανικής πολιτικής που ευθαρσώς παραδέχθηκε ο Κ. Λαπαβίτσας ότι δεν είναι επεξεργασμένη.

poster-1920qbeathewhites_190x130

Αυτό το τελευταίο σημείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι επιπόλαιες θεωρίες της χρηματιστικοποίησης (τις οποίες υιοθετεί ο Κ. Λαπαβίτσας) αποδίδουν ελάχιστη σημασία στην πραγματική οικονομία. Η ελληνική εμπειρία δεν έχει καμία σχέση με τις θεωρίες αυτές (βλέπε «Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση»). Η ελληνική κρίση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις στρεβλώσεις της παραγωγικής δομής της χώρας που προκάλεσε η ένταξη της στην ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση και στην επιδείνωση των σχέσεων εξαρτημένης ανάπτυξης που προϋπήρχαν. Η ένταξη στην ΟΝΕ επιδείνωσε την κατάσταση αυτή περαιτέρω. Τα προβλήματα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι παράγωγα των στρεβλώσεων της πραγματικής οικονομίας. Για την ανάταξη τους δεν αρκεί μία ανταγωνιστική υποτίμηση ούτε απλά μία λίγο πιο επεμβατική δημόσια βιομηχανική πολιτική. Απαιτείται ένα μακροχρόνιο συνολικό πλάνο δομικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας του τύπου των κλασσικών πεντάχρονων πλάνων. Το πλάνο αυτό πρέπει να καλύπτει το σύνολο της οικονομίας και να έχει υποχρεωτική ισχύ. Είναι προφανές ότι θα είναι δημόσιο και θα πρέπει να διαμορφωθεί με την δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων και του λαού. Επίσης για την επιτυχή εκτέλεση του απαιτείται η ενεργητική συμμετοχή, ο έλεγχος και η πρωτοβουλία του λαϊκού παράγοντα. Βασικός βραχίονας του θα είναι οι δημόσιες επενδύσεις και η δημόσια ιδιοκτησία ενώ ο ιδιωτικός τομέας θα έχει συμπληρωματικό ρόλο. Αυτό γιατί, πέραν ιδεολογικών λόγων, ο ιδιωτικός τομέας ούτε θέλει σε συνθήκες κρίσης να αναλάβει τα κόστη και τον κίνδυνο ενός τέτοιου γιγάντιου εγχειρήματος αλλά ούτε και μπορεί να το κάνει. Και στο βαθμό που θα το κάνει θα απαιτεί εξευτελιστικά αντίτιμα. Όμως μία τόσο δραστική δημόσια πολιτική (με επιδότηση και προστασία κλάδων κλπ.) αντίκειται σαφώς στις συνθήκες της ευρωπαϊκής κοινής αγοράς και όχι απλά στην ΟΝΕ. Πώς μπορεί αυτό να γίνει παραμένοντας μέσα στην ΕΕ;

Συνοψίζοντας, το πρόβλημα της Ελλάδας ξεκινά από την μη-βιώσιμη (ακόμη και σε καπιταλιστικούς όρους) παραγωγική δομή της που προέκυψε εν πολλοίς από την ένταξη της στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Υπάρχουν δύο διαφορετικοί δρόμοι για να αναταχθεί το πρόβλημα αυτό καθώς και τα παράγωγα του προβλήματα (ανισορροπίες σε δημοσιονομικό ισοζύγιο, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και εμπορικό ισοζύγιο, χαμηλή παραγωγικότητα κλπ.). Ο πρώτος είναι μέσα στην ΕΕ και είναι ο δρόμος των Μνημονίων και κανένας άλλος: μετατροπή της Ελλάδας σε μία «κινεζοποιημένη» οικονομία εξευτελιστικών μισθών, φθηνών περιουσιακών στοιχείων, χαμηλής προστιθέμενης αξίας και τεχνολογικής εξειδίκευσης στην εξώτερη περιφέρεια της ΕΕ. Ο δομικός αυτός μετασχηματισμός βασίζεται στον ιδιωτικό τομέα (και μάλιστα με αυξημένο τον ρόλο του ξένου κεφαλαίου) με την σιδηρά φυσικά στήριξη του αστικού κράτους. Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός της εκκίνησης μίας διαδικασίας ριζοσπαστικών αλλαγών με άμεσο κεντρικό άξονα την αποδέσμευση από την ΕΕ με βάση ένα συνολικό δημόσιο σχέδιο οικονομικής αναδιάρθρωσης (στη βάση της δημόσιας ιδιοκτησίας) και προοπτική τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Ο δομικός μετασχηματισμός του δεύτερου δρόμου είναι διαφορετικός από αυτόν του πρώτου τόσο όσον αφορά τα ταξικά συμφέροντα που θα εξυπηρετεί όσο όμως και την τεχνική του διάσταση (κλαδική αναδιάρθρωση, εργαλεία οικονομικής πολιτικής κλπ.). Και φυσικά θα πρέπει να βασίζεται σε μία διαφορετική πολιτική εξουσία και ένα άλλο δημόσιο τομέα.

Η βασική αντίφαση του προγράμματος της ΛΑΕ, που το κάνει να είναι μία ακόμη μη-ρεαλιστική εναλλακτική, είναι ότι προσπαθήσει να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο αυτούς δρόμους. Θέλει να συγκρουστεί με πλευρές της κυρίαρχης κατάστασης πραγμάτων αλλά ταυτόχρονα τρέμει την συνολική ρήξη. Σε άλλους καιρούς – όπως με το ΠΑΣΟΚ – κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Σήμερα με το βάθος και την διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης το να στέκεσαι πάνω στο φράκτη είναι απλά αδιέξοδο.

Η αντίφαση αυτή αναδεικνύεται όταν εξετάσει κανείς την έξοδο από την ΟΝΕ με ταυτόχρονη παραμονή στην ΕΕ. Ο δρόμος αυτός μπορεί να είναι είτε συναινετικός είτε συγκρουσιακός. Στην πρώτη περίπτωση – και δεδομένου του συσχετισμού δυνάμεων (καθώς η Ελλάδα δεν είναι ούτε Αγγλία ούτε Σουηδία) – ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι τύπου σχεδίου Σόιμπλε (δηλαδή επιδεινώνοντας περαιτέρω την θέση της χώρας και εντείνοντας την εξάρτηση από την ΕΕ). Στην δεύτερη περίπτωση η σύγκρουση μοιραία θα οδηγήσει τόσο για οικονομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους στην έξοδο από την ΕΕ.

Η θέση της ΛΑΕ απέναντι στην ΕΕ είναι επίσης μνημείο υπεκφυγής. Γιατί, όταν είναι προφανές ότι ακόμη και αυτά τα λειψά προγραμματικά της στοιχεία θα την οδηγήσουν σε σύγκρουση με την ΕΕ, αρνείται να το αναγνωρίσει; Γιατί επίσης, εφόσον προκύψει το πρόβλημα, θα το παραπέμψει σε δημοψήφισμα ενώ για την έξοδο από την ΟΝΕ θα αρκεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Και επίσης, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, γιατί δεν δηλώνει τι θα υποστηρίξει η ΛΑΕ;

Συγκεφαλαιώνοντας, το οικονομικό πρόγραμμα της ΛΑΕ δεν μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο μετωπικής συσπείρωσης και δράσης των υποτελών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας. Απέναντι σε κρίσιμες επιλογές στέκεται δίβουλο και αναποφάσιστο. Αντί να λειτουργεί προωθητικά για την λαϊκή συνείδηση σέρνεται πίσω της και πολλές φορές, στο βαθμό που την επηρεάζει, αποτελεί έρμα.

red train

Η Αριστερά της ανατροπής και ο πρωτοπόρος κόσμος της εργασίας δεν έχουν ανάγκη μία τέτοια πρόταση δισταγμών και μισών βημάτων. Μόνο σε νέες ήττες και αδιέξοδα μπορούν να οδηγήσουν. Αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη είναι ένα στιβαρό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ και σοσιαλιστικής προοπτικής και η συγκρότηση ενός παλλαϊκού κοινωνικο-πολιτικού μετώπου για την εφαρμογή του.