Tag Archives: δραχμισμός

«Επιτακτική η αποδέσμευση από την ΕΕ» – Στ.Μαυρουδέας ΠΡΙΝ 21-4-2019

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΡΙΝ 21-4-2019

Νο. 1423

 

Είκοσι χρόνια μετά την εισαγωγή του ευρώ η ευρωπαϊκή ενοποίηση βρίσκεται σε βαθύτατη κρίση

Η πάλη για την αποδέσμευση από την ΕΕ βασικός κόμβος της επαναστατικής στρατηγικής

 

Σήμερα η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί τον σύγχρονο «μεγάλο ασθενή». Αυτό το σημαντικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού διαπερνάται από βαθύτατες και ασυμφιλίωτες αντιφάσεις. Οι αστικές τάξεις του εμφανίζονται ολοένα και πιο διαιρεμένες απέναντι στις προοπτικές της. Οι λαοί οι οποίοι είναι εγκλεισμένοι σε αυτό το απεχθάνονται ολοένα και περισσότερο. Και οι άλλοι ανταγωνιστικοί ιμπεριαλιστικοί πόλοι του διεθνούς καπιταλισμού το υπονομεύουν συστηματικά αλλά ταυτόχρονα, σε διαφορετικούς βαθμούς ο καθένας, δεν επιθυμούν μία ανεξέλεγκτη κατάρρευση του καθώς αυτό θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο στρατηγικό κενό.

Υπό αυτές τις συνθήκες η ΕΕ αποτελεί δυνητικά έναν από τους πιο αδύναμους κρίκους του καπιταλιστικού συστήματος και μία χρυσή ευκαιρία για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα στις χώρες της για να κερδίσουν στρατηγικές νίκες έναντι των αστικών τάξεων τους. Και όμως αυτό δεν συμβαίνει. Στις χώρες του Βορρά η λαϊκή δυσαρέσκεια εγκλωβίζεται σε επικίνδυνες εθνικιστικές και ακροδεξιές μορφές και γίνεται έρμαιο των ενδοαστικών ανταγωνισμών. Βασικός λόγος γι’ αυτό είναι η ενσωμάτωση της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς (;), μετά τις ήττες του 1980, στο αστικό σύστημα και η μετατροπή της σε ουρά ολοένα και πιο συντηρητικών και δειλών αστικών ρεφορμιστικών ρευμάτων. Όμως και στις χώρες του Νότου, όπου αφενός η ιστορική παράδοση του κομμουνιστικού ρεύματος είναι ισχυρότερη και αφετέρου οι κοινωνική αγανάκτηση εξακολουθεί να κοιτάζει στα αριστερά, λείπει ένα συγκροτημένο ιδεολογικά και προγραμματικά αριστερό και εργατικό ρεύμα που να μπορέσει να την οργανώσει και να την οδηγήσει σε αποφασιστικές νίκες. Η οικοδόμηση του αποτελεί το πιο βασικό καθήκον για την επαναστατική Αριστερά στη χώρα μας.

 

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση: ένα ιμπεριαλιστικό μπλοκ σε κρίση

Στην ήδη παρερχόμενη εποχή της ψευδεπίγραφης «παγκοσμιοποίησης» οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις, αλλά και για μία αρχική περίοδο οι ΗΠΑ (για να αντιμετωπίσουν την απειλή του Ανατολικού μπλοκ), πρόβαλλαν την ευρωπαϊκή ενοποίηση σαν μία αντικειμενική και τελεσίδικη εξέλιξη. Η μεγάλη μάζα της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς προσχώρησε ασμένως στην αντίληψη αυτή – συνήθως κακοποιώντας την Γκραμσιανή σκέψη – και καλλιέργησε την φαιδρή ιδέα της «κοινωνικής Ευρώπης». Ακόμη και σήμερα, που ο βαθύτατα αντιλαϊκός και αντιδημοκρατικός χαρακτήρας της ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει κατανοηθεί εμπειρικά από τις λαϊκές τάξεις, συνεχίζει με έναν ανεδαφικό ευρωσκεπτικιστικό μεταρρυθμισμό (που τυπικές εκφράσεις του είναι στη χώρα μας το κόμμα- μαριονέττα Βαρουφάκη και η αθεράπευτα ακολουθητική στον αστικό μεταρρυθμισμό ΛΑΕ). Η καλλιέργεια αυτών των ανεδαφικών και καταστροφικών αντιλήψεων δεν είναι μόνο συνέπεια του ιδεολογικού εκπεσμού της Δυτικής Αριστεράς σε ένα πολιτικά καθωσπρεπιστικό, ψευτο-υπερδιεθνιστικό, δικαιωματικό ρεύμα με δυσκόλως υποκρυπτόμενη απέχθεια στην ταξική πολιτική και στην εργατική λαϊκότητα. Είναι και αποτέλεσμα αντικειμενικών δεσμεύσεων που προκύπτουν από την οργανική ενσωμάτωση βασικών τμημάτων της (ιδιαίτερα στη Γερμανία αλλά όχι μόνο) στο αστικό σύστημα. Αυτά αποξενώνουν την μεγάλη πλειοψηφία της δυτικο-ευρωπαϊκής από τις λαϊκές και εργατικές μάζες και αφήνουν τις τελευταίες – σήμερα που η πολιτική της «παγκοσμιοποίησης» έχει εξαντλήσει την προσφορά της στο κεφάλαιο και οι αστικές τάξεις ερίζουν στο εσωτερικό τους αλλά και διεθνών για την επιστροφή στον οικονομικό και πολιτικό εθνικισμό – έρμαια των εθνικιστικών και ακροδεξιών αστικών κομμάτων.

Στην ελληνική Αριστερά οι αντιλήψεις αυτές είναι ακόμη αρκετά αδύναμες. Η ιστορική παράδοση και διαδρομή της, παρόλες τις ήττες και τις αδυναμίες, εμπόδισε την επικράτηση τους. Αφετέρου, η δραματική αποτυχία της σύγχρονης «Μεγάλης Ιδέας» της ελληνικής αστικής τάξης (δηλαδή το σχέδιο αναβάθμισης μέσα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα από ένα μεσαίου επιπέδου υπο-ιμπεριαλισμό σε έστω μικρό συνεταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ) έχει ήδη αποτύχει παταγωδώς. Η Ελλάδα των μνημονίων – που φυσικά πληρώνονται από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα – σηματοδοτεί την διεθνή υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού και δεν αφήνει περιθώρια ψευδαισθήσεων.

Βέβαια, η ελληνική αστική τάξη και οι βασικοί πολιτικοί της φορείς (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και ΚΙΝΑΛ) εξακολουθεί να μηρυκάζει βλακωδώς τον ξεπερασμένο μύθο του «παραδείσου της ΕΕ» νομίζοντας ότι έτσι αποκοιμίζει τις λαϊκές μάζες. Ο ελληνικός υπο-ιμπεριαλισμός, εν μέσω της διαρκούς υποβάθμισης του στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα και έχοντας απωλέσει τους περισσότερους βαθμούς ελευθερίας κίνησης έναντι των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, είναι πλήρως ανίκανος να κινηθεί ανεξάρτητα από τους ξένους πάτρωνες του. Γι’ αυτό απουσιάζει στη χώρα μας ένα σοβαρό τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης που να αμφισβητεί την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αυτό κάνει τον ελληνικό αστισμό ακόμη πιο αδύναμο και ανίκανο να μπορέσει να ενσωματώσει και να καταστείλει την λαϊκή αγανάκτηση. Το σιωπηρό λαϊκό τσουνάμι που οδήγησε στο συντριπτικό ΟΧΙ του δημοψηφίσματος (παρά την αντικειμενική υπονόμευση του από το ΚΚΕ και την αναμενόμενη προδοσία του από τον ΣΥΡΙΖΑ) αποδεικνύει τα παραπάνω. Ταυτόχρονα όμως η αποτυχία της επαναστατικής Αριστεράς να κεφαλαιοποιήσει αυτή την αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση και να την μετατρέψει σε νικηφόρο κοινωνικο-πολιτικό ρεύμα αποδεικνύει ότι δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και η αγωνιστικότητα αλλά απαιτείται ξεκάθαρη ιδεολογική αντίληψη και συνεκτικό και ρεαλιστικό πρόγραμμα. Χωρίς αυτά η λαϊκή αγανάκτηση αφήνεται έρμαιο τυχοδιωκτών και, εάν αύριο οι ενδο-αστικές και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις το επιτρέψουν, ενός ακροδεξιού εθνικιστικού ρεύματος.

Σ’ αυτή την ρωγμή του χρόνου καλείται η ελληνική επαναστατική Αριστερά και ιδιαίτερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αναμετρηθεί με τον εαυτό της και να αποδείξει ότι μπορεί να επιτελέσει τον ανατρεπτικό ρόλο της. Ο στόχος της Αποδέσμευσης από την ΕΕ πρέπει να προβληθεί με τον πιο επιτακτικό τρόπο σαν υπόθεση της Αριστεράς και να αποτυπωθεί σαν κεντρικός στόχος της επαναστατικής στρατηγικής.

Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει κατ’ αρχήν να μιλήσει κανείς απλά αλλά και καθαρά στις λαϊκές και εργατικές μάζες. Να αφήσει στην άκρη επιθετικούς προσδιορισμούς της Αποδέσμευσης από την ΕΕ που το μόνο που κάνουν είναι να αδυνατίζουν την ουσία. Αυτά ανήκουν είτε σε υπεραριστερές ομαδούλες επιδιδόμενες σε θρησκευτικού τύπου διαμάχες για λόγους μυωπικής αυτό-αναπαραγωγής είτε στο συστημικό ιερατείο του Περισσού για να αποφύγει την σύγκρουση με το κεφάλαιο. Η Αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΕ δεν διεκδικείται από κανένα τμήμα της αστικής τάξης. Η Αποδέσμευση ή θα είναι υπόθεση της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος ή δεν θα υπάρξει καθόλου. Και αντίστροφα, καμία σοσιαλιστική προοπτική δεν μπορεί να διανοιχθεί μέσα στη φυλακή της ΕΕ. Τα δε φληναφήματα περί ταυτόχρονης σοσιαλιστικής επανάστασης (που μάλιστα δεν θα σπάσει ούτε μία τζαμαρία) και Αποδέσμευσης από την ΕΕ είναι ανεδαφικά και εκ του πονηρού. Με αυτή την λογική η Αριστερά στο μεταπολιτευτικό δημοψήφισμα για τον βασιλιά θα έπρεπε να απέχει γιατί πάλι καπιταλισμό θα είχαμε. Ο στόχος της Αποδέσμευσης από την ΕΕ πρέπει να αποτελεί κόμβο μίας ενιαίας στρατηγικής για την μετάβαση στο σοσιαλισμό αλλά ταυτόχρονα να ξεχωρίζει σαν αυτοτελής στόχος. Αυτό δεν συνιστά σε καμία περίπτωση στρατηγική σταδίων και οι κουτοπόνηρες κριτικές ιδιαίτερα από όψιμους αντιπάλους της τελευταίας μόνο υποκριτικές και εκ του περισ(σ)ού είναι.

Πρέπει επίσης να ξεχωρίσει από τον υποστηρικτικό στο σύστημα και ψευδεπίγραφο «αριστερό ευρωσκεπτικισμό» και δραχμισμό της ΛΑΕ. Η πανικόβλητη αυτή λογική δεν διαθέτει στρατηγική και προγραμματική ρεαλιστικότητα και συνοχή ενώ αναπαράγει ψευδαισθήσεις και οδηγεί τελικά σε γελοίες συμπράξεις με φαιδρά ρετάλια του αστικού πολιτικού συστήματος. Ο συγχρωτισμός μαζί τους δεν θα πολλαπλασιάσει δυνάμεις αλλά θα βαθύνει διαιρέσεις και, πάνω απ’ όλα, θα θολώσει τόσο την προγραμματική στόχευση όσο και την λαϊκή απεύθυνση. Οι αγωνιστικές δυνάμεις που βρίσκονται στο χώρο αυτό θα πρέπει να καταλάβουν ότι με διγλωσσίες, πολιτική και προγραμματική αστάθεια και εγκλωβισμό στην επιβίωση μέσω του κοινοβουλευτισμού δεν προσφέρουν στην υπόθεση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Αλλά και γενικότερα πρέπει να είναι κατανοητό ότι, ιδιαίτερα σήμερα, συνενώσεις στη βάση ασαφών και αντιφατικών προγραμματικών στοχεύσεων δεν βοηθούν. Η αποτελεσματικότητα της γραμμής της επαναστατικής Αριστεράς δεν θα κριθεί σε ασταθείς και ασαφείς συνενώσεις οργανώσεων αλλά στο κατά πόσο το προγραμματικό της μήνυμα γίνει κτήμα των λαϊκών μαζών.

Το σημαντικότερο όμως καθήκον της ελληνικής επαναστατικής Αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η διατύπωση ενός συγκροτημένου και ρεαλιστικού μεταβατικού πολιτικού προγράμματος.

 

Ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής με κεντρικό άξονα την αποδέσμευση

Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα πρέπει να διευκρινίζει τόσο τον στρατηγικό στόχο του όσο και τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ορόσημα και εργαλεία του. Για την επαναστατική Αριστερά ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει να αποτελεί την συνολική προγραμματική της πρόταση. Ταυτόχρονα όμως, σε μετωπικό επίπεδο, θα μπορεί να συμπορευθεί στο κίνημα αλλά όχι μόνο και με δυνάμεις και ιδιαίτερα λαϊκές μάζες που δεν είναι πεισμένες για τον τελικό στόχο αλλά συμφωνούν στον αναγκαίο κρίσιμο κόμβο της Αποδέσμευσης από την ΕΕ.

Βασική είναι η κατεύθυνση στην δημιουργία ενός υποδείγματος αυτόκεντρης (αλλά όχι κλειστής) ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (σε αντιδιαστολή με την εξαρτημένη ανάπτυξη εντός ΕΕ), που απαιτεί την δημιουργία μίας νέας και ριζικά διαφορετικής παραγωγικής δομής με εσωτερική συνοχή (ισχυρές διακλαδικές διασυνδέσεις προς τα εμπρός και προς τα πίσω), με οδηγό τις ανάγκες του λαού και του τόπου και αυτοτελή και διακριτική εξωτερική οικονομική πολιτική.

Το μεταβατικό αυτό πρόγραμμα οφείλει να διακρίνει φάσεις στην ανάπτυξη του:

(α) την αρχική ειδική περίοδο, χαρακτηρισμένη από έντονη σύγκρουση με την ΕΕ και την Δύση και συγκροτημένη με έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης άμεσων αναγκών

(β) την περίοδο σταθεροποίησης, με κεντρικό χαρακτηριστικό την παγίωση μίας οικονομίας με κατά βάση κρατικο-καπιταλιστικές σχέσεις αλλά και ένα διευρυνόμενο σοσιαλιστικό τομέα

(γ) την περίοδο σοσιαλιστικής μετάβασης με την ισορροπημένη και βιώσιμη ενίσχυση του σοσιαλιστικού τομέα και τον αντίστοιχο περιορισμό του ιδιωτικού τομέα.

 

Οι βραχυχρόνιοι άξονες της ειδικής περιόδου είναι:

(1) Η αποδέσμευση από την ΕΕ.

(2) Η διαγραφή του εξωτερικού χρέους.

(3) Η επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων (για να αποφευχθεί η φυγή κεφαλαίων).

(4) Η κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (για την εξασφάλιση της επιβίωσης του και της χρηματοδότησης της οικονομίας).

(5) Ένα σύστημα έντονα προοδευτικής φορολογίας (δηλαδή τα βάρη στα πλούσια στρώματα για να βελτιωθεί η θέση των λαϊκών στρωμάτων και να εξευρεθούν πόροι για αναπτυξιακή πολιτική).

(6) Η ελεγχόμενη διαχείριση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νέου νομίσματος, (μέσα ενδεχομένως από ένα σύστημα πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών ή ένα βραχύβιο πρόγραμμα διπλού νομίσματος) έτσι ώστε να υποβοηθηθεί η ανταγωνιστικότητα και να αντιμετωπισθούν οι ανάγκες της χώρας σε συνδυασμό με ένα εκτεταμένο σύστημα ελέγχου των τιμών (ώστε να αποφευχθούν πληθωριστικές αυξήσεις).

Ο πιο κρίσιμος όμως μακροχρόνιος άξονας του προγράμματος αυτού είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας σε βάση τον δημόσιο τομέα (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών οικονομικών κλάδων) μέσω της δημοκρατικής εκπόνησης πενταετών προγραμμάτων για το σύνολο της οικονομίας. Βασικός πυλώνας τους θα είναι ο δημόσιος τομέας (με την δημόσια ιδιοκτησία των βασικών στρατηγικών κλάδων της οικονομίας) αλλά με υποχρεωτική εφαρμογή και στον ιδιωτικό τομέα. Βασικός στόχος τους οφείλει να είναι η ανάπτυξη του παραγωγικού τμήματος της οικονομίας (με επανεκκίνηση του πρωτογενούς τομέα, επανεκβιομηχάνιση και αντίστοιχο σχετικό περιορισμό των υπηρεσιών). Αυτή η παραγωγική αναδιάρθρωση δεν μπορεί να υποταχθεί στη σημερινή παραγωγική διάρθρωση η οποία έχει αποτύχει αλλά πρέπει να κινηθεί ρηξικέλευθα και καινοτόμα. Επίσης, βασικό στοιχείο αυτού του προγράμματος είναι η πλήρης αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού (δηλαδή η πλήρης απασχόληση). Αναγκαία συμπληρώματα της είναι αντίστοιχη νομισματική και εισοδηματική πολιτική καθώς και μία ανεξάρτητη διεθνή οικονομική πολιτική. Αυτό το μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής αποτελεί τον μόνο δρόμο για να οικοδομηθεί μία βιώσιμη οικονομία προς όφελος του λαού.

* Ο Σταύρος Μαυρουδέας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Advertisement

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός; – ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

 

 

ΠΡΙΝ

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017, φ.1333

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

 

Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθορίζει αποφασιστικά τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αυτή η σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί μία στρατηγική επιλογή που σταθεροποίησε την κυριαρχία της στην ταραγμένη μεταδικτατορική περίοδο και της έδωσε ελπίδες για αναβάθμιση μέσα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα (από ένα μεσαίου επιπέδου υπο-ιμπεριαλισμό σε έστω μικρό συνεταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ). Η συμμετοχή στην ΟΝΕ σηματοδότησε την απεγνωσμένη προσπάθεια να αναρριχηθεί στην πρώτη ταχύτητα αυτής της ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα», όπως και οι προηγούμενες, μόνο πόνο και δάκρυα προσφέρει στις υποτελείς τάξεις με την συγκεκαλυμμένη αρχικά (από το 1985) και εξόφθαλμη και ραγδαία σήμερα συμπίεση των λαϊκών δικαιωμάτων και εισοδημάτων.

Αρχίζει όμως να κοστίζει και στο κεφάλαιο. Η ένταξη στην Κοινή Αγορά αποδιάρθρωσε το προηγουμένως παραδοσιακό μεν αλλά σχετικά συνεκτικό και αποτελεσματικό παραγωγικό πρότυπο του ελληνικού καπιταλισμού. Ο ανταγωνισμός των πιο αναπτυγμένων δυτικών κεφαλαίων συρρίκνωσε τον αγροτικό και τον βιομηχανικό τομέα και διόγκωσε αφύσικα τις υπηρεσίες καθώς το ελληνικό κεφάλαιο «κρύφθηκε» σ’ αυτές εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες συγκεκαλυμμένου προστατευτισμού και κρατικο-μονοπωλιακής διαπλοκής που παρέχουν. Επίσης έχασε τα προνόμια της αυτόνομης χρήσης μιας σειράς κρίσιμων εργαλείων (π.χ. νομισματική πολιτική μετά την ένταξη στην ΟΝΕ). Αφετέρου βέβαια, ωφελήθηκε από τις δυνατότητες αποκόμισης ιμπεριαλιστικών υπερ-κερδών (ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων μετά το 1990) που έδωσε η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίσης του 2007-8 και η ανάδυση τόσο της πτωτικής τάσης της κερδοφορίας όσο και των διαρθρωτικών προβλημάτων γκρεμίζει πλέον την σύγχρονη αστική «Μεγάλη Ιδέα» και ο ελληνικός καπιταλισμός τίθεται υπό επιτροπεία, υποβαθμιζόμενος ραγδαία τόσο μέσα στον ευρωπαϊκό όσο και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ιδιαίτερα, ο ρόλος του ξένου κεφαλαίου αυξάνει δραστικά μετατρέποντας σταδιακά το ελληνικό σε φτωχό συγγενή (π.χ. αλλαγές στον κρίσιμο τραπεζικό τομέα). Όμως το τελευταίο δεν τολμά ούτε να σκεφθεί την ανεξαρτητοποίηση του καθώς είναι στενότατα δεσμευμένο στις οικονομικές διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τρέμει το κόστος της ανεξαρτητοποίησης του. Γι’ αυτό τον λόγο, σε αντίθεση με άλλες χώρες κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, δεν έχει εμφανιστεί καμία σοβαρή μερίδα του που να αμφισβητεί την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και αντιδρά λυσσαλέα σε κάθε πρόταση αποδέσμευσης από αυτήν. Οι πρόσφατες τυχοδιωκτικές πρωτοβουλίες επίδοξων και εκπεσόντων πολιτικών και προσωπικοτήτων (που ζητούν φιλικό διαζύγιο από την ΟΝΕ και επιστροφή στη δραχμή με την στήριξη της κυβέρνησης Τραμπ και φυσικά χωρίς κανένα φιλο-λαϊκό και αριστερό περιεχόμενο) δεν έχουν σοβαρή συστημική στήριξη. Προς το παρόν τουλάχιστον, αυτός ο αστικός «δραχμισμός» χρησιμοποιείται μόνο ως μέσο πίεσης προς την ΕΕ.

 

 

 

 

Η κρίση και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός»

 

Η απουσία ενός σοβαρού τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης που να αμφισβητεί την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει συμβάλει ώστε η οικονομική κρίση έχει στρέψει τις λαϊκές μάζες κυρίως προς την Αριστερά. Η ισχυρή αντι-ΕΕ παράδοση της ελληνικής Αριστεράς (παρά τις όποιες ταλαντεύσεις και υπαναχωρήσεις τμημάτων της, όπως η πρόσφατη ανοικτή αποστασία του ΚΚΕ) έχει συμβάλλει δραστικά σ’ αυτό. Αντίθετα, σε πολλές Δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης που δυσφορούν με την Γερμανική κυριαρχία και σε συνδυασμό με προλεταριοποιούμενα (ή φοβούμενα την προλεταριοποίηση) μικρο και μεσο-αστικά στρώματα εμφανίζονται σαν ευρωσκεπτικιστές ή ακόμη και ολικοί αρνητές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το ακροδεξιό εθνικιστικό αυτό μπλοκ κερδίζει αξιοσημείωτη απήχηση στα λαϊκά και εργατικά στρώματα καθώς η συντριπτική πλειοψηφία της Αριστεράς στις χώρες αυτές, πολλές φορές μετά από συντριπτικές ήττες, έχει εκφυλιστεί σε ένα κοσμοπολίτικο, πολιτικά καθωσπρέπει χυλό που έχει εγκαταλείψει την ταξική πολιτική και έχει ενσωματωθεί (με ψευτο-διεθνιστικές ατάκες) στις πολιτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Αριστερά αυτή είναι ανίκανη να εκφράσει την λαϊκή οργή που γεννά η φτωχοποίηση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθώς ασπάσθηκε έναν αταξικό (στην ουσία του) κοσμοπολιτισμό, υποστήριξε την ευρωπαϊκή ενοποίηση εν ονόματι ενός ψευδεπίγραφου διεθνισμού (που υποτασσόταν στην καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση» και καμιά σχέση δεν είχε με τον προλεταριακό διεθνισμό), μετατράπηκε σε «αδελφή νοσοκόμα» του συστήματος (ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό ζήτημα) και αποκήρυξε κάθε προσπάθεια μίας ταξικής γραμμής στα ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας που ανακύπτουν από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Μία τέτοια εκφυλισμένη Αριστερά δεν έχει ακόμη κατορθώσει να κυριαρχήσει στη χώρα μας (αν και υπάρχουν ισχυρές πιέσεις). Από την άλλη όμως μέσα στην ελληνική Αριστερά καλλιεργούνται μία σειρά «δραχμιστικές» προτάσεις που δεν προσφέρουν αλλά αντίθετα υπονομεύουν την αντι-ΕΕ πάλη. Οι προτάσεις αυτές συνδέονται με την ανάδυση μέσα σε εκφυλισμένα τμήματα της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς ενός όψιμου ευρω-σκεπτικισμού. Εμπρός στον κίνδυνο πλήρους αποκοπής τους από τις λαϊκές μάζες αλλάζουν γραμμή και είτε επαγγέλλονται τον προοδευτικό μετασχηματισμό της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως με ένα ήπιο Κεϋνσιανισμό) είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ΟΝΕ και την διατήρηση της ΕΕ περίπου ως ζώνης εμπορίου. Βέβαια πρόκειται για εθελοτυφλικές προτάσεις καθώς ο προοδευτικός μετασχηματισμός της ΕΕ έχει αποδειχθεί ανέφικτος. Αλλά και η πεποίθηση ότι ιδιαίτερα οι ευρω-περιφερειακές χώρες μπορούν να παίξουν με καλύτερους όρους μέσα στην Κοινή Αγορά αγνοεί τόσο την ιστορική εμπειρία όσο και τους βασικούς κανόνες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας η παραμονή στην Κοινή Αγορά με τους μηχανισμούς ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που η τελευταία έχει δεν θα αλλάξει ουσιαστικά τα πράγματα.

Αυτός ο αδιέξοδος «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» εκφράζεται στη χώρα μας ιδιαίτερα από την ΛΑΕ και από μελέτες όπως αυτή του ΕΔΕΚΟΠ (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής), δια χειρός Λαπαβίτσα. Η τελευταία είναι ενδεικτική των προβλημάτων της πρότασης αυτής.

 

 

 

 

 

Κατ’ αρχήν ξεκινά με κλαυθμηρισμούς περί της ζημιάς που προκαλούν οι κυρίαρχες πολιτικές στην Ευρώπη και με επικλήσεις για την σωτηρία της. Πρόκειται για μία πολιτικά αφελή (;) εισαγωγή που παραγνωρίζει τα δομικά χαρακτηριστικά και την ιστορική εμπειρία της ευρωπαϊκής ενοποίησης (σαν μηχανισμού με οργανικά ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά). Η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης επίσης δεν έχει καμία σχέση με τον Μαρξισμό αλλά αναπαράγει και μάλιστα αδύναμα ετερόδοξες αλλά και ορθόδοξες αστικές προσεγγίσεις (π.χ. η εξόφθαλμα λανθασμένη θεωρία της ανταγωνιστικότητας με βάση τα ονομαστικά μοναδιαία κόστη εργασίας).

Στο τεχνικό τμήμα της πρόκειται ουσιαστικά για πρόταση συναινετικού διαζυγίου με την ΟΝΕ και παραμονής στην ΕΕ σε δύο παραλλαγές. Στην καθαρόαιμη εκδοχή της βασίζεται στην βοήθεια της ΕΕ (παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ κλπ.) και μάλιστα με αχρείαστη πολυπλοκότητα καθώς, σ’ αυτή την περίπτωση, ένα συναλλαγματικό swap με την ΕΚΤ (ή υπό την κάλυψη της) θα έλυνε εύκολα τα προβλήματα. Βέβαια, η εν λόγω καλή μελέτη συνειδητά αποσιωπά ότι αυτό είναι το plan B της Γερμανίας ήδη διατυπωμένο σε σχετικές μελέτες (π.χ. Deutsche Bank) και χρησιμοποιημένο από τον Schaeuble για να τρομοκρατήσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (στην οποία η σημερινή ΛΑΕ ασμένως συμμετείχε). Δεν είναι κρυφό ότι η Γερμανία, σε περίπτωση προϊούσας αποσύνθεσης της ΕΕ, προσανατολίζεται στη διατήρηση ενός σκληρού πυρήνα γύρω της που θα περιστοιχίζεται από ζώνες χωρών εξαρτημένες από αυτόν. Ο νομισματικός μηχανισμός αυτού του γερμανικού plan B προβλέπει την ένταξη των νομισμάτων των χωρών αυτών στον Ευρωπαϊκό Συναλλαγματικό Μηχανισμό ΙΙ (ή κάτι ανάλογο), όπου τα νομίσματα αυτά θα είναι εξαρτήματα του ευρώ (ή του Γερμανο-κεντρικού διαδόχου του) αλλά με μία μεγαλύτερη ευελιξία στη διακύμανση των ισοτιμιών τους (και συνεπώς στην απάλυνση των ανισορροπιών στο εξωτερικό εμπόριο και στο ισοζύγιο πληρωμών). Όμως αποκλείει τόσο την «ανταγωνιστική υποτίμηση» (δηλαδή μία επιθετική κίνηση) όσο και (λόγω της παραμονής στην Κοινή Αγορά) την εφαρμογή ενεργητικών βιομηχανικών πολιτικών (δηλαδή ριζικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας), που μόνο αυτές μπορούν να εξαλείψουν τις διαφορές ανταγωνιστικότητας και συνεπώς των εμπορικών και κεφαλαιακών ανισορροπιών. Ουσιαστικά, για τις ευρω-περιφερειακές οικονομίες το Γερμανικό plan B είναι διπλά καταστροφικό. Αφού έχουν περάσει την λαίλαπα των προγραμμάτων λιτότητας θα μεταταχθούν σε μία ζώνη ανοικτής υποτέλειας που θα διατηρεί τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξάρτησης τους από τον πυρήνα. Απλά θα υπάρχει η δυνατότητα, κατόπιν συμφωνίας του ευρω-κέντρου, μίας πιο ελαστικής διαχείρισης ακραίων καταστάσεων. Το κόστος όμως ακόμη και αυτών των διευκολύνσεων τελικά θα το επωμίζονται κυρίως αυτές.

Η συγκρουσιακή παραλλαγή της πρότασης του ΕΔΕΚΟΠ αποτελεί ουσιαστικά παραλλαγή της συναινετικής και ταυτόχρονα αναπαραγωγή της αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ (πριν την παράδοση άνευ όρων) ότι υπάρχουν οι δυνατότητες επιτυχίας μιας «άγριας» διαπραγμάτευσης εντός της ΕΕ. Φυσικά το αποτέλεσμα αυτής της κοντόφθαλμης και ταυτόχρονα υποκριτικής στρατηγικής είναι σήμερα γνωστό. Με αυτή την εθελοτυφλική γραμμή το ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει ότι μπορείς να πάψεις να πληρώνεις το χρέος και να περάσεις στη δραχμή χωρίς αυτό δεν να οδηγήσει σε ανοικτό πόλεμο με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο. Έτσι θα μπορείς να προχωρήσεις σε μία πολιτική εσωτερικής σταθεροποίησης μέσω μία αφελούς Κεϋνσιανής πολιτικής ενίσχυσης της ζήτησης και υποκατάστασης εισαγωγών. Η Μαρξιστική ανάλυση έχει δείξει ότι σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης (δηλαδή πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και όχι φυσικά φληναφημάτων περί ανύπαρκτης «χρηματιστικοποίησης») η τόνωση της ζήτησης δεν επιλύει αλλά επιδεινώνει το πρόβλημα υπερσυσσώρευσης.

Κατά το ΕΔΕΚΟΠ η τόνωση της ζήτησης θα προέλθει κατ’ αρχήν μέσω τυπώματος νομίσματος που υποστηρίζεται ότι θα έχει μικρή πληθωριστική επίπτωση κυρίως λόγω της μεγάλης υποαπασχόλησης παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας. Ο υπολογισμός της τελευταίας είναι καταφανώς υπερβολικός καθώς το μεγαλύτερο μέρος των «κλειστών» επιχειρήσεων – ιδιαίτερα της μεταποίησης – είναι χρόνια στην κατάσταση αυτή και έχει απαξιωθεί πλήρως. Συνεπώς, στα πλαίσια μίας οικονομία της αγοράς με περιορισμένη μόνο κρατική ρύθμιση (όπως το τοποθετεί το ΕΔΕΚΟΠ) μοιραία αυτό θα οδηγήσει σε έκρηξη του πληθωρισμού. Εφόσον μάλιστα αυτό γίνει με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο (που η κατανάλωση βασίζεται σε εισαγωγές) τότε αυτό θα είναι καταστροφικό για την αγοραστική δύναμη των μισθών.

 

Επίσης, η προτεινόμενη παραγωγική ανασυγκρότηση είναι επιεικώς ανεφάρμοστη. Υποθέτει ότι η ΕΕ θα δεχθεί εκτεταμένες «ρήτρες εξαίρεσης» από την απαγόρευση επιδοτήσεων και προστατευτισμού της Κοινή Αγοράς. Αυτό αποκλείεται γιατί θα κουρέλιαζε την τελευταία και θα άνοιγε την όρεξη και άλλων χωρών. Επίσης, υποθέτει ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο θα συνεργαστεί και μάλιστα έγκαιρα στην πολιτική υποκατάστασης εισαγωγών. Πρόκειται επίσης για αφέλεια. Σε περίπτωση πολέμου με την ΕΕ το ελληνικό κεφάλαιο είναι γνωστό με ποιόν θα συμμαχήσει, όπως έδειξε και η περίοδος του δημοψηφίσματος. Η ελληνική αστική τάξη έβγαλε και βγάζει συνεχώς τα κεφάλαια της στο εξωτερικό κρατώντας στη χώρα μόνο τα απολύτως αναγκαία. Έξω μπορεί να τα επενδύσει πολύ πιο ελεύθερα και κερδοφόρα απ’ ότι σε μία Ελλάδα σε κατάσταση οικονομικού πολέμου. Συνεπώς, μόνο μία παραγωγική ανασυγκρότηση βασισμένη σε υποχρεωτικό και καθολικό σχεδιασμό της οικονομίας μπορεί να ανασυγκροτήσει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση την ελληνική οικονομία. Όμως κάτι τέτοιο αποκλείεται εντός της Κοινής Αγοράς και φυσικά το ελληνικό κεφάλαιο δεν θα συναινέσει.

Οι ετερόδοξες αναλυτικές αδυναμίες στην ερμηνεία της ελληνικής κρίσεις και οι μεσοβέζικες πολιτικές επιλογές φαίνονται και στη μελέτη της κλαδικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Θεωρείται ότι στην κατάσταση «μισο-πολέμου» με την ΕΕ θα μπορεί να υπάρξει σταθεροποίηση της οικονομίας με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο. Έτσι, παρά την βούληση των συντακτών για ενίσχυση της εκβιομηχάνισης, στην περίοδο σταθεροποίησης τον βασικό ρόλο παίζουν κλάδοι του πρωτογενούς τομέα και των υπηρεσιών. Δηλαδή αναπαράγεται το υπάρχον καταφανώς αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο. Αγνοούνται βασικά προβλήματα των κλάδων αυτών (π.χ. η ασφυκτική εξάρτηση της έρευνας από ευρωπαϊκά κονδύλια, του τουρισμού από μεγάλα ξένα πρακτορεία). Επίσης η χρησιμοποιούμενη τεχνική μεθοδολογία επιλογής κλάδων είναι εξαιρετικά προβληματική καθώς είναι πολύ μακροσκοπική (για πολιτικές που αναγκαστικά έχουν επιτακτικά βραχυχρόνιο χαρακτήρα) και βασίζεται σε παλιά δεδομένα που παραγνωρίζουν τόσο την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας όσο και αυτή που θα υπάρξει σε μία σύγκρουση με την ΕΕ.

 

Ο «δραχμισμός» του «αριστερού ευρωσκεπτικισμού» οδηγεί σε αδιέξοδα και νέες ήττες την Αριστερά. Υποβαθμίζει το βάθος και την έκταση της ταξικής και διεθνούς σύγκρουσης που απαιτείται για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση. Θεωρεί ότι αυτή μπορεί να προκύψει είτε συναινετικά είτε με ένα «μισο-πόλεμο», δηλαδή δεν έχει διδαχθεί τίποτα από την καταστροφική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (για την οποία έχουν οι «αριστεροί δραχμιστές» σοβαρότατες ευθύνες). Αναζητεί ανέφικτες συμμαχίες με τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης και ταυτόχρονα έχει την ψευδαίσθηση (;) ότι αυτά θα δεχθούν την ηγεμονία της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Αν υπάρξουν τέτοια τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου θα επιδιώξουν την επιστροφή στη δραχμή με δικούς τους όρους, νέες διεθνείς εξαρτήσεις (κυρίως από τις ΗΠΑ) και σε βάρος των εργαζομένων.

Πολλές φορές όλα τα παραπάνω κρύβονται μέσα σε επιεικώς άστοχες πολιτικές διατυπώσεις του τύπου «ας γίνει πρώτα η έξοδος από την ΟΝΕ και μετά θα έλθει και η αποδέσμευση από την ΕΕ». Την ίδια ώρα βέβαια ακόμη και αυτό το μεσοβέζικο πρόγραμμα εξαϋλώνεται μέσα στις συμμαχίες με τυχοδιωκτικά προσωποπαγή μορφώματα με ένα θολό αντι-μνημονιακό και μόνο λόγο.

Οι κομμουνιστές δεν κρύβουν τις προθέσεις τους, όπως εμφατικά διακήρυξε ο Ένγκελς. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση περνά από ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής. Η τελευταία είναι ο στρατηγικός στόχος των κομμουνιστών και φυσικά δεν τον κρύβουν από τις λαϊκές μάζες. Άλλωστε ιδιαίτερα μετά την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ ο μόνος τρόπος για να σε ακούσουν είναι να τους μιλήσεις καθαρά, χωρίς να τάζεις λαγούς με πετραχήλια, και μιλώντας έντιμα για τις αναγκαίες θυσίες που πρέπει να γίνουν για να μπορέσει να «γυρίσει ο ήλιος».

Ο βασικός μεσοπρόθεσμος κόμβος αυτού του προγράμματος και η βάση για την συγκρότηση ενός ευρύτερου λαϊκού μετώπου είναι η συνολική αποδέσμευση από την ΕΕ. Χωρίς αυτήν καμία διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης αλλά και αντιμετώπισης των άμεσων λαϊκών προβλημάτων δεν μπορεί να υπάρξει. Μία έξοδος από την ΟΝΕ χωρίς την πλήρη αποδέσμευση είναι ατελέσφορη ή τμήμα αστικών σχεδίων. Στη βάση αυτού του μεσοπρόθεσμού κόμβου οι κομμουνιστές οφείλουν να συνεργαστούν ακόμη και με δυνάμεις που δεν είναι πεισμένες για την σοσιαλιστική προοπτική χωρίς όμως ποτέ να κρύψουν τις στρατηγικές επιδιώξεις τους και προβάλλοντας πάντα οι ίδιοι ένα ευρύτερο πρόγραμμα όπου η αποδέσμευση από την ΕΕ (και η ειδική περίοδος περίπου «πολεμικής» οικονομίας που θα την χαρακτηρίζει) θα ανοίξει τον δρόμο για την διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης.

Η υλοποίηση αυτού του πολιτικού σχεδίου είναι το κρίσιμο στοίχημα για τους Έλληνες κομμουνιστές σήμερα.

 

 

https://www.scribd.com/document/350279178/%CE%94%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D

https://www.researchgate.net/publication/317336451_Apodesmeuse_apo_ten_EE_e_Drachmismos

 

https://www.academia.edu/33317368/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%95_%CE%AE_%CE%94%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_-_%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D.docx