Tag Archives: Ελληνική οικονομία

Ομιλία στην ημερίδα της ΠΕΝΕΝ: Εφοπλιστικό κεφάλαιο: στυγνός εκμεταλλευτής της χώρας και των εργαζομένων

Ομιλία στην ημερίδα της

ΠΕΝΕΝ (Πανελλήνια Ένωση Ναυτών Εμπορικής Ναυτιλίας)

4/3/2017, Πειραιάς

 

 

 

Εφοπλιστικό κεφάλαιο:

στυγνός εκμεταλλευτής της χώρας και των εργαζομένων

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

e-mail: smavro@uom.gr

web: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

 

 

 

Ι. Η ιστορική διαδρομή του εφοπλιστικού κεφαλαίου:

διαχρονικό παράσιτο στην πλάτη της χώρας

 

Από την συγκρότηση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα το εφοπλιστικό κεφάλαιο αποτελεί την κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού και αποτυπώνει τα ισχυρότερα και ταυτόχρονα πιο χυδαία χαρακτηριστικά του. Αποτελεί μία από τις λίγες βασικές μήτρες γένεσης του ελληνικού καπιταλισμού καθώς είχε αναπτυχθεί ήδη σημαντικά μέσα στα πλαίσια της οικονομίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μάλιστα σαν βασικός κόμβος των σχέσεων της ιδιαίτερα με την Δύση. Ακριβώς λόγω του ρόλου του στο διακρατικό εμπόριο και μεταφορές ήταν από τα πρώτα βήματα του εξαιρετικά διεθνοποιημένο, δηλαδή είχε σχέσεις και κέντρα στο εξωτερικό. Από την συγκρότηση του ελληνικού κράτους αυτή η διεθνοποίηση και η υπέρμετρη ανάπτυξη (συγκριτικά με τα περιορισμένα δεδομένα του ελληνικού καπιταλισμού) του προσέδωσε έχει μία ιδιόμορφη σχέση ανταγωνισμού και εξάρτησης με τους πιο αναπτυγμένους ηγεμονικούς δυτικούς καπιταλισμούς. Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο επιδιώκει πάντα να πατρωνεύεται από τον ισχυρότερο Δυτικό καπιταλισμό. Ταυτόχρονα όμως, και λόγω της υπερ-ανάπτυξης του, αναπτύσσει αυτοτελείς στρατηγικές και δεν διστάζει ακόμη και να συγκρουστεί – σε επιμέρους ζητήματα – όχι μόνο με άλλους καπιταλισμούς αλλά ακόμη και με τους πάτρωνες του.

 

Η μεταπολεμική διαδρομή του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου είναι χαρακτηριστική. Ανδρώθηκε υπό την αμερικανική πατρωνία εκμεταλλευόμενο τις θυσίες του ελληνικού λαού και ιδιαίτερα των ναυτεργατών (με την ισχυρότατη και ηρωική κομμουνιστική παράδοση). Βάσεις της ανάπτυξης του έδωσε η σκανδαλώδης απόκτηση των 100 Λίμπερτυς (και μερικών δεξαμενοπλοίων) μετά των Β΄ Παγκ. Πόλεμο έναντι πινακίου φακής και με εγγύηση του ελληνικού κράτους και η αμερικανική υποστήριξη στη μείωση των διεθνών ναύλων (μέσω συμπίεσης του ναυτεργατικού κόστους και αγοράς «κουρελών», δηλαδή αμφίβολα αξιόπλοων μεταχειρισμένων πλοίων). Με τον τρόπο αυτό ο ελληνικός εφοπλισμός κατόρθωσε να υποσκελίσει τους αντίστοιχους ισχυρότερων καπιταλισμών (π.χ. αγγλικός, νορβηγικός). Οι Έλληνες εφοπλιστές ξεκίνησαν μεταπολεμικά κυριολεκτικά σαν οι «πειρατές» της διεθνούς ναυτιλίας (κάνοντας βρώμικες δουλειές που άλλοι απέφευγαν, βλέπε σπάσιμο αποκλεισμού Ροδεσίας). Ταυτόχρονα δεν δίστασαν να «δαγκώσουν» ακόμη και τους πάτρωνες τους (π.χ. συμφωνίες Κουλουκουντή για το σπάσιμο του αποκλεισμού της Κούβας, καταδίκες πολλών για παράνομη αγορά αμερικανικών καραβιών).

 

Όσον αφορά την Ελλάδα το εφοπλιστικό κεφάλαιο την χρησιμοποιεί σαν μία αναγκαία βάση πολιτικής και οικονομικής στήριξης. Ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο χρειάζεται μία εθνική βάση ακόμη και όταν αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό εκτός χώρας και βασίζεται σε ξένη πατρωνία. Χωρίς την κρατική στήριξη στις διεθνείς σχέσεις και οργανισμούς από ένα μεσαίας ανάπτυξης και ισχύος εθνικό κράτος (όπως το ελληνικό) και μόνο με ξένους πάτρωνες οι Έλληνες εφοπλιστές κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή από ξένες επιβουλές. Η εθνική βάση του δίνει πολλαπλή πολιτική στήριξη (π.χ. στην υπόθεση των Λίμπερτυς), φιλικό νηογνώμονα, προνομιακό καθεστώς φοροαπαλλαγών καθώς και μία ισχυρή ναυτική παράδοση. Άλλωστε το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο γνωρίζει καλά ότι «απάτριδες» πλην όμως πλούσιοι εφοπλιστές εύκολα ανοίγουν τις ορέξεις σε ξένα κράτη εγκατάστασης τους. Γι’ αυτό το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει πάντα ισχυρό έλεγχο και παρέμβαση στα εγχώρια πολιτικά και οικονομικά πράγματα (ενδεικτικά ακόμη και στο ΓΣ της Τράπεζας της Ελλάδας συμμετέχει συνήθως θεσμικά εκπρόσωπος του). Επίσης το εφοπλιστικό κεφάλαιο έχει ισχυρές θέσεις και σε πολλούς άλλους σημαντικού κλάδους της ελληνικής οικονομίας (βιομηχανία πετρελαιοειδών, τουρισμός, τραπεζικό σύστημα κλπ.) καθώς επενδύει σ’ αυτές και πολλές δραστηριότητες του διασυνδέονται στενά με αρκετές από αυτές. Όσον αφορά την πολιτική έχει πάντα ισχυρή επιρροή στα καθεστωτικά κόμματα. Επίσης αναπτύσσει και αυτοτελείς πολιτικές βάσεις όπως μεταπολιτευτικά με την απόκτηση ποδοσφαιρικών και αθλητικών ομάδων (όπου εκτός από «μπίζνες» στρατολογούνται και ορδές μπράβων) και πρόσφατα με τον έλεγχο σημαντικών δήμων από εφοπλιστικά ψηφοδέλτια.

 

Ταυτόχρονα βέβαια το εφοπλιστικό κεφάλαιο απαξιοί να διαμείνει στην Ψωροκώσταινα και προτιμά να κατοικοεδρεύει σε μητροπολιτικά κέντρα του εξωτερικού  τόσο λόγω του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα του και της ανάγκη εγγύτητας σε διεθνή κέντρα αποφάσεων αλλά επίσης και για λόγους κραυγαλέας φοροδιαφυγής. Επίσης σε χώρες του εξωτερικού (Ελβετία, ΗΠΑ, Βρετανία κλπ.) συσσωρεύει το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο των κερδών του, αφήνοντας μόνο ψίχουλα στην ελληνική οικονομία. Ίσως η πιο πρόσφατη χυδαία έκφραση αυτής της κυριαρχικής και ταυτόχρονα απαξιωτικής στάσης του εφοπλισμού απέναντι στην χώρα και τον λαό της είναι η μετατροπή του ιστορικού θωρηκτού «Αβέρωφ» σε προσωπικό κλαμπ για τα πάρτυ και τις δεξιώσεις του εφοπλισμού έναντι της «ευεργεσίας» των ψιχίων της συντήρησης του.

 

ΙΙ. Η μεταπολεμική οργάνωση του εφοπλιστικού κεφαλαίου:

φοροδιαφυγή και εκμετάλλευση

 

Οι έδρες των δραστηριοτήτων του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου αλλάζουν κατά καιρούς ανάλογα με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, το εφοπλιστικό κεφάλαιο μετέφερε αρκετές δραστηριότητες του στην Ελλάδα. Ο λόγος ήταν ότι η Βρετανία επέβαλλε φορολογία στους ξένους εφοπλιστές που έδρευαν εκεί. Βέβαια το λονδρέζικο City παραμένει πάντα η βάση του Committee των Ελλήνων εφοπλιστών (δηλαδή του βασικού διεθνούς lobby τους) τόσο για ουσιαστικούς λόγους (βασικό κέντρο ναυτιλιακών συναλλαγών) όσο και για λόγους παράδοσης. Την παράδοση αυτή δεν την έσπασε ούτε η σύντομη μετακόμιση του αντίστοιχου σχήματος στη Νέα Υόρκη στη διάρκεια του Β΄ Παγκ. Πολέμου για να γλυτώσουν οι Έλληνες εφοπλιστές τα δεινά του πολέμου την ίδια ώρα που θησαύριζαν από τις πολεμικές ναυτιλιακές μεταφορές που τις «πλήρωναν» με αίμα και θυσίες οι Έλληνες ναυτεργάτες στα πλοία τους.

 

Φυσικά το εφοπλιστικό κεφάλαιο προετοίμασε κατάλληλα την επιστροφή μέρους των δραστηριοτήτων του στην Ελλάδα με την κατ’ εντολή του νομοθέτηση από το πολιτικό υπηρετικό προσωπικό του μίας τεράστιας σωρείας σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών και χαριστικών ρυθμίσεων. Αυτές ξεκίνησαν ήδη από τις αρχές του 1950 με τον πρώτο νόμο που μάλιστα πήρε και συνταγματική ισχύ. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι μέχρι σήμερα από όλες τις κυβερνήσεις (με τελευταίο άθλιο δείγμα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ). Η πιο κορυφαία στιγμή αυτού του κυριολεκτικού εξανδραποδισμού της χώρας και της αντιμετώπισης της σαν μπανανίας είναι η ένταξη των χαριστικών ρυθμίσεων στο Καραμανλικό σύνταγμα του 1975. Ιδιαίτερη ελληνική ευρεσιτεχνία – και σκανδαλώδης μέθοδος φοροαπαλλαγής και αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι ξένων κεφαλαίων – είναι η φορολογία με βάση την χωρητικότητα των πλοίων (με πολύ διαφορετικούς κανόνες από αυτούς που ισχύουν σε άλλες χώρες που υιοθέτησαν το σύστημα αυτό).

 

Από την μετακίνηση μέρους των δραστηριοτήτων του στην Ελλάδα και μετά το εφοπλιστικό κεφάλαιο έκανε ακόμη πιο περίπλοκη και αδιαφανή την ούτως ή άλλως «βυζαντινή» οργάνωση των δραστηριοτήτων του. Έχει τον στόλο του κυρίως σε ξένες σημαίες «φορολογικών παραδείσων» (Λιβερία, Παναμάς, Νησιά Μάρσαλ κλπ.) και κρατά μόνο ένα μικρό τμήμα με ελληνική σημαία (ενώ ουκ ολίγοι μεγαλο-εφοπλιστές δεν έχουν κανένα πλοίο με ελληνική σημαία). Κάθε πλοίο είναι και μία ξεχωριστή εταιρεία για λόγους φοροαπαλλαγών, μείωσης κινδύνων και βρώμικων χρηματοπιστωτικών παιχνιδιών. Οι ιδιοκτήτριες εταιρείες βρίσκονται κυρίως στους προαναφερθέντες «φορολογικούς παραδείσους». Η πραγματική ιδιοκτησία των πλοίων κρύβεται μέσα από δαιδαλώδεις τίτλους ιδιοκτησίας (που μπορεί να φθάνουν μέχρι και 20-25 διαφορετικά «χέρια»). Στην Ελλάδα βρίσκονται κυρίως οι λεγόμενες διαχειριστικές εταιρείες (δηλαδή αυτές που διαχειρίζονται τις ναυλομεσιτίες, την τροφοδοσία και την συντήρηση των πλοίων) που είναι ουσιαστικά θυγατρικές των ιδιοκτητριών εταιρειών αλλά εμφανίζονται ως ανεξάρτητες (και που μπορεί να διαχειρίζονται και πλοία άλλων μικρότερων εφοπλιστών). Αυτή η εκ του πονηρού διαφοροποίηση ιδιοκτησίας και διαχείρισης αποτυπώνεται στην εξωφρενική διαφορά μεταξύ των πρώτων και των δεύτερων. Χαρακτηριστικά, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία του 2015 (και το «διαθέσιμα» έχει σημασία καθώς οι Έλληνες εφοπλιστές είναι «δάσκαλοι» στην απόκρυψη ενοχλητικών στατιστικών), οι ελληνικές διαχειρίστριες εταιρείες διαχειρίζονται περισσότερα από 4000 πλοία αξίας 108.2 δις δολαρίων. Αντίθετα, τα υπό ελληνική σημαία πλοία είναι λιγότερα από 900 και αξίας μόλις 27 δις δολαρίων.

 

Το σκόπιμα περίπλοκο αυτό σύστημα λειτουργεί ως εξής. Οι δουλειές των πλοίων κλείνονται από την διαχειρίστρια εταιρεία (στην Ελλάδα). Τα έσοδα από τις δουλειές μοιράζονται άνισα μεταξύ της ιδιοκτήτριας εταιρείας (που στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων εδρεύει στο εξωτερικό και παίρνει την μερίδα του λέοντος) και της διαχειρίστριας εταιρείας (που βρίσκεται στην Ελλάδα και παίρνει ένα πολύ μικρό τμήμα μόνο των εσόδων). Δηλαδή, αποτέλεσμα αυτής της διάρθρωσης του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου είναι ότι μόνο ένα μικρό τμήμα του τζίρου των δραστηριοτήτων του περνά μέσα από την ελληνική οικονομία. Επιπλέον, ούτε καν το τελευταίο μένει ολόκληρο στην ελληνική οικονομία καθώς περίπου το 70% επανεξάγεται με διάφορους τρόπους στο εξωτερικό. Πρόκειται για μία τεράστια ποσοστιαία διαρροή που υποδηλώνει ότι το εφοπλιστικό κεφάλαιο εκπατρίζει ξανά ακόμη και αυτό το μικρό μερίδιο των εσόδων του.

 

 

ΙΙΙ. Η συμβολή της ναυτιλίας στο ΑΕΠ:

εφοπλιστικά και κυβερνητικά παραμύθια

 

Το εφοπλιστικό κεφάλαιο, με την αγαστή συνεργασία των ελληνικών κυβερνήσεων, κατακλύζει την χώρα με διατεταγμένες μελέτες και δημοσιεύματα που διατυμπανίζουν την κολοσσιαία συμβολή του στην ελληνική οικονομία. Και φυσικά έναντι αυτής της υποτιθέμενης συμβολής όχι μόνο απαιτεί να μην αγγιχθούν οι σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές του αλλά ζητά ακόμη περισσότερα (όπως σήμερα την κατάργηση της ελληνικής ναυτεργατικής σύμβασης εργασίας και την υποβάθμιση της στα επίπεδα της τριτοκοσμικής σύμβασης του ITF).

 

Η μελέτη του ΙΟΒΕ (2013) [«Συμβολή της ποντοπόρου ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία»] αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα της προαναφερθείσας κατηγορίας μελετών. Ακολουθεί, σε όχι μεγάλη απόσταση η μελέτη της Boston Consulting (2013) [«Εκτίμηση του αντίκτυπου της Ναυτιλίας στην Ελληνική οικονομία και κοινωνία»]. Και φυσικά τα συμπεράσματα και των δύο αναπαράγονται περίπου αυτολεξεί στην έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2013-4 της Τράπεζας της Ελλάδος. Και στη συνέχεια τα «συνταρακτικά» πορίσματα αυτών των φαιδρών μελετών αναπαράγονται με φουσκωμένους τίτλους από τα ΜΜΕ που ανήκουν στους εφοπλιστές. Χαρακτηριστικά, στην παρουσίαση της μελέτη του ΙΟΒΕ ο τότε υπουργεύων Γ.Στουρνάρας πέταξε την απίθανη μπαρούφα ότι οι άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας που μπορούν να προκύψουν από τη δραστηριότητα της ναυτιλίας μπορούν να φθάσουν ακόμα και τις 370.000 (http://www.skai.gr/news/finance/article/230287/stournaras-sto-iove-i-nautilia-borei-dosei-37000-theseis-ergasias-/#ixzz4ZmwXsowj). Και ακολούθησε ο αρχηγεύων της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών Θ.Βενιάμης που ούτε λίγο ούτε πολύ υποστήριξε ότι η ναυτιλία μπορεί να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση αρκεί να μην πειραχτούν. Φυσικά και οι δύο διατυμπάνισαν ότι προϋπόθεση για όλα αυτά τα «συνταρακτικά» είναι η κατάργηση της ελληνικής ναυτεργατικής σύμβασης και η προσχώρηση σε αυτή του ITF.

 

Όλες αυτές οι κραυγαλέα αναξιόπιστες διατεταγμένες μελέτες για να καταλήξουν στα ανυπόστατα συμπεράσματα τους φουσκώνουν εξωφρενικά την συμβολή της ναυτιλίας τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση κάνοντας φαιδρές υποθέσεις (π.χ. μετρώντας το σύνολο των ναύλων των εφοπλιστών και όχι αυτό που μένει μέσα στη χώρα, θεωρώντας πάμπολλους κλάδους της οικονομίας απλά εξαρτήματα της ναυτιλίας). Χαρακτηριστικά, συνδέουν με τη ναυτιλία δραστηριότητες σχετικές με ακίνητη περιουσία, ξενοδοχεία και εστιατόρια, χονδρικό εμπόριο, λιανικό εμπόριο, αγροτικά προϊόντα, συμβουλευτικές, νομικές και λοιπές υπηρεσίες, τρόφιμα/ποτά, υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες εκπαίδευσης, εμπόριο και συντήρηση οχημάτων. Στη συνέχεια παίρνουν τους πίνακες εισροών/εκροών και κατασκευάζουν συνειδητά παραφουσκωμένους πολλαπλασιαστές αξίας και απασχόλησης και καταλήγουν σε γελοία συμπεράσματα όπως αυτό της μελέτης του ΙΟΒΕ (ότι η ναυτιλία το 2009 δημιούργησε συνολικά (άμεσα και έμμεσα) 13,3 δις ευρώ. εγχώρια προστιθέμενη αξία, δηλαδή περίπου 6.1% του ΑΕΠ). Μάλιστα η μελέτη της Boston Consulting υπερακοντίζει εαυτόν και προσμετρά ακόμη και την «κοινωνική συνεισφορά» (ευεργεσίες κλπ.).

 

Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμη και η ΕΛΣΤΑΤ δεν βγάζει ένα τέτοιο απίθανο νούμερο. Σημειωτέον ότι και η ΕΛΣΤΑΤ φουσκώνει τα ναυτιλιακά μεγέθη καθώς δεν μετρά μόνο τις πληρωμές σε ελληνικές εταιρείες και πρόσωπα αλλά προσθέτει και άλλα στοιχεία (που οι άλλες στατιστικές υπηρεσίες ορθά δεν προσμετρούν). Για το 2009 τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της ΤτΕ δίνουν καθαρά έσοδα (εισπράξεις μείον πληρωμές) από τις Θαλάσσιες Μεταφορές της τάξης των 7.5 δις ευρώ ή περίπου 3.2% του ΑΕΠ. Αν μάλιστα υπολογιζόταν κανονικά η συμβολή των Θαλάσσιων Μεταφορών τότε αυτή θα έπεφτε περίπου στο 1% του ΑΕΠ.

 

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι τα μεγέθη αυτά συρρικνώθηκαν από το 2012 με την υποχώρηση του διεθνούς εμπορίου και την κατάρρευση των ναύλων ιδιαίτερα στα πλοία χύδην φορτίου και κατέρρευσαν κυριολεκτικά μετά την επιβολή των capital controls (καθώς πλέον πολλές εφοπλιστικές δραστηριότητες δεν περνούν καν από την χώρα).

 

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμη και από αυτά τα έσοδα της ναυτιλίας δεν μένει στη χώρα το σύνολο τους αλλά κατ’ εκτίμηση μόνο στο 30% καθώς το μεγαλύτερο τμήμα διαρρέει στο εξωτερικό.

 

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι, μέχρι την επιβολή των capital controls το 2015, η διακίνηση των εφοπλιστικών κεφαλαίων γινόταν σε μεγάλο βαθμό μέσω του ελληνικού τραπεζικού συστήματος (καθώς το εφοπλιστικό κεφάλαιο συμμετείχε ή/και είχε τον έλεγχο πολλών από τις ελληνικές τράπεζες). Αυτό βόλευε το εφοπλιστικό κεφάλαιο που είχε μικρότερα κόστη από την χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και επίσης ενίσχυε με κεφάλαια τις δικές του τράπεζες. Το τελευταίο του έδινε πολλαπλές δυνατότητες να παίζει χρηματοπιστωτικά παιχνίδια και ακόμη και να βγάζει κέρδη με «αέρα κοπανιστό». Μετά τα capital controls και τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών (που ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος περνά σε ξένα χέρια) αυτή η διακίνηση κεφαλαίων μειώνεται δραματικά και, κατά συνέπεια, μειώνεται δραματικά και η συμβολή στο ΑΕΠ. Έτσι μετά τα capital controls αυτό που κυρίως μένει στην ελληνική οικονομία είναι οι δαπάνες για την τροφοδοσία (τρόφιμα, καύσιμα, λιπαντικά και μισθοδοσία).

 

 

 

 

 

IV. H δημοσιονομική συμβολή του εφοπλισμού:

ψίχουλα και κραυγαλέα φοροδιαφυγή

 

Η φορολογική συμβολή του εφοπλισμού είναι αστεία. Οι εφοπλιστές χαίρουν ενός τεράστιου αριθμού φοροαπαλλαγών την ίδια ώρα που τα συνήθη «μισθωτά υποζύγια» ματώνουν κυριολεκτικά από τις φορο-επιδρομές των Μνημονιακών κυβερνήσεων (με πρώτη και καλύτερη αυτή του ΣΥΡΙΖΑ).

 

Η λίστα των φοροαπαλλαγών του εφοπλισμού είναι ατελείωτη. Αξίζει να αναφερθούν μερικές ενδεικτικά και μόνο. Οι εφοπλιστές απαλλάσσονται από οποιονδήποτε φόρο εισοδήματος τα κέρδη από την εκμετάλλευση πλοίων. Επίσης, δεν φορολογούνται τα έσοδα από πωλήσεις πλοίων (μία δουλειά που οι Έλληνες εφοπλιστές γνωρίζουν καλά και τους αποφέρει τεράστια ποσά), εισπράξεις ασφαλιστικών αποζημιώσεων κλπ. Δεν πληρώνουν φόρους ούτε καν για τα έσοδα που έχουν από άλλες δραστηριότητες εκτός από την εκμετάλλευση πλοίων (έτσι δημιουργούν ψεύτικες εταιρείες που εμφανίζονται ως ναυτιλιακές και παρα-ναυτιλιακές και ουσιαστικά δραστηριοποιούνται σε άλλους κλάδους). Απαλλάσσονται από φορολογία οι ναυπηγήσεις των πλοίων τους (αν και έχουν να «χτίσουν» καράβι σε ελληνικό ναυπηγείο δεκαετίες). Απαλλάσσεται από κάθε φορολογία το εισόδημα γραφείων ή υποκαταστημάτων ξένων ναυτιλιακών επιχειρήσεων. Απαλλάσσεται από κάθε φορολογία το εισόδημα από την εκμετάλλευση πλοίου στο εξωτερικό. Δεν πληρώνουν κανένα φόρο για τα εισοδήματα που αποκτώνται από εταιρείες χαρτοφυλακίου που κατέχουν αποκλειστικά μετοχές εταιρειών πλοιοκτητριών που βρίσκονται υπό ελληνική σημαία. Δεν πληρώνουν ΦΠΑ για εισαγωγές πλοίων καθώς και για καύσιμα.

 

Όλες αυτές οι φοροαπαλλαγές δίνουν τεράστια ασυλία από φορολόγηση στους εφοπλιστές. Για παράδειγμα, στα μερίσματα των ναυτιλιακών εταιρειών δεν γίνεται διάκριση του εισοδήματος που προκύπτει από θαλάσσια μεταφορά (καθαρά εφοπλιστική δραστηριότητα) από αυτό που προκύπτει από αγοραπωλησίες πλοίων, τίτλων στα χρηματιστήρια ή άλλες στεριανές επιχειρηματικές δραστηριότητες (π.χ. ακίνητα). Πολλές φορές, τα κέρδη από όλα αυτά ενσωματώνονται στο μέρισμα που μοιράζει η ναυτιλιακή εταιρεία στους μετόχους της, το οποίο είναι αφορολόγητο ως εισόδημα από ναυτιλιακή δραστηριότητα.

 

Ο μόνος φόρος που πλήρωναν μέχρι το 2014 οι εφοπλιστές ήταν ο ελληνικής εφεύρεσης φόρος με βάση την χωρητικότητα και την ηλικία του πλοίου που νομοθετήθηκε το 1975. Τον φόρο αυτό αντέγραψαν στη συνέχεια και άλλες χώρες (π.χ. η Γερμανία το 1999). Όμως ακόμη και έτσι η ελληνική εκδοχή του έχει διάφορες «πονηρά» παραθυράκια που ευνοούν ακόμη περισσότερο το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο. Τα έσοδα από τον φόρο αυτό είναι κυριολεκτικά αστεία: το 2013 ήταν 14 εκ., το 2014 ήταν 13.1 εκ. και το 2015 17.6 εκ.

 

Από το 2014 – και μετά από πιέσεις της ΕΕ και εβραίικο παζάρι με την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (που έπρεπε να ισορροπήσει μεταξύ των ξένων πατρώνων και των εγχώριων αφεντικών) – επιβλήθηκε επιπρόσθετα ο απίθανης γελοιότητας «εθελούσιος φόρος». Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι τα τελευταία χρόνια το εφοπλιστικό κεφάλαιο αντιμετωπίζει την αυξανόμενη πίεση των ηγεμόνων της ΕΕ (κυρίως της Γερμανίας και των χωρών περί αυτήν). Ο γερμανικός εφοπλισμός έχει υποφέρει πολλαπλά από τον ελληνικό καθώς ο τελευταίος τον «έγδυσε» κυριολεκτικά τόσο μετά το τέλος του Α΄ Παγκ. Πολέμου όσο και στις αρχές του 2010 (αγοράζοντας κοψοχρονιά υπερσύγχρονα και καινούργια γερμανικά καράβια και βελτιώνοντας έτσι τον άθλιο προηγουμένως μέσο όρο ηλικίας του ελληνικού εφοπλιστικού στόλου). Με την ενίσχυση του ρόλου του ξένου παράγοντα με τα Μνημόνια το γερμανικό κεφάλαιο (και άλλα εφοπλιστικά κεφάλαια όπως της Δανίας) επιδιώκει να πάρει το αίμα του πίσω επιβάλλοντας την περιστολή των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του ελληνικού εφοπλισμού. Φυσικά ο τελευταίος, με την πλήρη υποστήριξη όλου του καθεστωτικού πολιτικού συστήματος (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ κλπ.) προσπαθεί να διαφύγει με ικανότητες που θα ζήλευε και ο υδράργυρος.

 

Λόγω των πιέσεων της ΕΕ η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ προχώρησε σε ένα αστείο νέο φόρο στο εφοπλιστικό κεφάλαιο. Το ύψος του είναι κυριολεκτικά ασήμαντο. Αλλά ούτε αυτό δεν έγινε εύκολα αποδεκτό από τους εφοπλιστές και χρειάσθηκαν συντονισμένες πιέσεις από την ηγεσία τους για να τον αποδεχθούν με το επιχείρημα ότι έτσι θα αποφύγουν τα χειρότερα. Μάλιστα απαίτησαν – και ο «εθναμύντορας» γίγας της πολιτικής Α.Σαμαράς συναίνεσε – ο νέος φόρος να δηλωθεί ως «εθελοντικός» (δηλαδή ότι τον δίνουν από την καλή καρδιά τους) και δεν αναιρεί τις συνταγματοποιημένες φορο-απαλλαγές τους. Δύσκολα θα τον χαρακτήριζε κανείς νομοθέτημα. Είναι μάλλον κάτι σαν ιδιωτικό συμφωνητικό των ναυτιλιακών εταιρειών με την κυβέρνηση της χώρας για μια ορισμένου χρόνου έκτακτη εισφορά που δίνεται στο κράτος επειδή το θέλουν οι ίδιοι οι εφοπλιστές. Προβλέπει ότι σε τρία χρόνια το δημόσιο θα εισπράξει 420 εκ. ευρώ (140 εκατ. τον χρόνο).

 

Οι εισπράξεις του «εθελούσιου» (sic!) φόρου είναι γελοίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία το 2014 ο εφοπλισμός κατέβαλε 40.1 εκ ευρώ και το 2015 45.4 εκ ευρώ. Μάλιστα δεν είναι βέβαιο αν όλες οι ναυτιλιακές εταιρείες πλήρωσαν το μερίδιο τους. Αν διαιρέσει τα ποσά αυτά κανείς με τον αριθμό των ελληνόκτητων πλοίων τότε προκύπτει η «τεράστια» φορολόγηση των περίπου 10 ευρώ την ημέρα (για την οποία μάλιστα οι εφοπλιστές κλαυθμηρίζουν ότι οκταπλασιάσθηκε σε σχέση με προηγουμένως). Η μέση ετήσια φορολογική επιβάρυνση της κάθε ναυτιλιακής εταιρίας είναι 86.700. Ουσιαστικά δηλαδή οι φόροι που πληρώνουν οι Έλληνες ναυτεργάτες και οι λοιποί εργαζόμενοι σε ναυτιλιακές και παρα-ναυτιλιακές δραστηριότητες (ιδιαίτερα αν αποδεχθούμε τα φουσκωμένα στοιχεία του εφοπλισμού) είναι μάλλον περισσότεροι.

 

Αξίζει επίσης να τονισθεί ότι στην διαβόητη λίστα Λαγκάρντ – που η διερεύνηση της προχωρά πιο αργά και από το γιοφύρι της Άρτας – περιλαμβάνει 24 εφοπλιστές.

 

Τέλος, οι πιέσεις από την ΕΕ συνεχίζονται καθώς οι ξένοι πάτρωνες γνωρίζουν καλά ότι τα κατά Ωνάση ελληνικά «σκυλόψαρα» (βλέπε επιστολή Ωνάση προς Κουλουκουντή, 1953) δεν έχουν θιχθεί στο παραμικρό. Έτσι εστιάζουν σήμερα κυρίως στο γεγονός ότι η φορολογία με την χωρητικότητα φορο-απαλλάσσει έσοδα από παρα-ναυτιλιακές και άλλες δραστηριότητες. Βέβαια τα συστημικά κόμματα προσπαθούν να προστατεύσουν τους εφοπλιστές. Χαρακτηριστικά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ (με γνωστούς δεσμούς αμφότεροι με τον εφοπλισμό) εγκατέλειψε εν μία νυκτί τους προεκλογικούς δεκάρικους περί φορολόγησης του εφοπλισμού. Έτσι ο Α.Τσίπρας ποζάρει στα εφοπλιστικά συνέδρια «γλύφοντας» εμετικά τον εφοπλισμό και η κυβέρνηση του πασάρει στις Βρυξέλλες περίπου αυτολεξεί τα δικολαβικά κατασκευάσματα των νομικών γραφείων του εφοπλιστικού κεφαλαίου.

 

IV. Η απασχόληση στον εμπορικό στόλο:

φύκια για μεταξωτές κορδέλες

 

Τμήμα των ψευδέστατων μελετών των εφοπλιστικών και κυβερνητικών κύκλων για την συμβολή της ναυτιλίας είναι και το ξεδιάντροπο φούσκωμα της συμβολής στην απασχόληση. Σύμφωνα με τους κύκλους αυτούς η άμεση και έμμεση συνεισφορά της ναυτιλίας στην απασχόληση είναι τεράστια. Έτσι η μελέτη του ΙΟΒΕ (2013), ενώ αρχικά αναγνωρίζει ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ η απασχόληση Ελλήνων στη ναυτιλία μειώθηκε, στη συνέχεια προχωρά σε ένα απίθανο μαγείρεμα στοιχείων και υποθέσεων και – ούτε λίγο ούτε πολύ – αποφαίνεται ότι «παρόλα αυτά, το συνολικό όφελος για την ελληνική οικονομία από τις θαλάσσιες μεταφορές σε όρους απασχόλησης – από την ανάγκη εξυπηρέτησης της ζήτησης για θαλάσσιες μεταφορές καθώς και από την κατανάλωση που οφείλεται στο εισόδημα των εργαζομένων κατά μήκος της αλυσίδας αξίας των θαλάσσιων μεταφορών – είναι πολύ σημαντικό, καθώς εκτιμάται με τη χρήση του υποδείγματος εισροών-εκροών της ελληνικής οικονομίας του ΙΟΒΕ ότι το 2009 ξεπέρασε τα 192 χιλ. άτομα». Φυσικά πίσω από την μακρόσυρτη και επιτηδευμένα φρασεολογία κρύβεται ένα κραυγαλέο ψέμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑ η άμεση καταγεγραμμένη συνεισφορά των Θαλάσσιων μεταφορών στην απασχόληση για το 2009 ήταν μόλις 34.000. Μάλιστα το ΙΟΒΕ έχει το θράσος να διατείνεται ότι η ΕΛΣΤΑΤ υποεκτιμά την συνολική απασχόληση καθώς υπολογίζει μόνο τα συμβεβλημένα με το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ) πλοία και όχι όλα τα ελληνόκτητα (δηλαδή και τα ξένης σημαίας). Πρόκειται για άλλο ένα αισχρό παραμύθι. Όπως είναι πασίγνωστο – και φαίνεται και στον παρακάτω πίνακα – η ελληνική απασχόληση στα πλοία αυτά είναι σχεδόν αμελητέα.

 

Φυσικά η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική από αυτή που παρουσιάζουν τα κατά Ωνάση «σκυλόψαρα» του ελληνικού εφοπλισμού (βλέπε επιστολή Ωνάση προς Κουλουκουντή) και τα φερέφωνα τους.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής ναυτεργατικού δυναμικού που διενήργησε το 2014 η ΕΛΣΤΑΤ (και δημοσιεύθηκε με τεράστια καθυστέρηση μόλις προχθές!) η απασχόληση στη ναυτιλία μειώνεται για τα ελληνικά πληρώματα. Ο ακόλουθος πίνακας από την σχετική ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικός. Οι 13.026 Έλληνες ναυτικούς που εργάζονταν το 2012 μειώνονται σε 12.663 το 2014, ενώ η συνολική απασχόληση αυξάνει από 22.880 σε 22.925. Η μείωση αυτή εκφράζει μία διαχρονική τάση – που είναι ακόμη πιο καθαρή αν δούμε ακόμη παλιότερες απογραφές. Είναι αποτέλεσμα τόσο της υποκατάστασης των Ελλήνων ναυτεργατών από φθηνότερα πληρώματα άλλων χωρών (τόσο κατώτερων από τριτοκοσμικές χώρες όσο και ανώτερων από Ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες) όσο και της συνεχούς μείωσης των οργανικών συνθέσεων των πλοίων (δηλαδή της μείωσης του ναυτεργατικού δυναμικού ανά πλοίο).

 

Έλληνες και ξένοι ναυτικοί που υπηρετούσαν σε ελληνικά και ελληνόκτητα εµπορικά πλοία µε ξένη σηµαία συµβεβληµένα µε το ΝΑΤ, 100 ΚΟΧ και άνω, κατά τις απογραφές των ετών 2012 και 2014

 

Αριθµός ναυτικών                     Μεταβολή (%)                 Ποσοστιαία συµµετοχή (%)

 

20-9-2012 20-9-2014 2014/2012 20-9-2012 20-9-2014
Σύνολο ναυτικών που υπηρετούσαν σε ελληνικά και ελληνόκτητα πλοία  

 

22.880

 

 

22.925

 

 

0,2

 

 

100,0

 

 

100,0

Έλληνες 13.026 12.663 -2,8 56,9 55,2
Ξένοι 9.854 10.262 4,1 43,1 44,8
Σύνολο ναυτικών που υπηρετούσαν σε ελληνικά πλοία  

 

21.582

 

 

21.315

 

 

-1,2

 

 

100,0

 

 

100,0

Έλληνες 12.209 11.801 -3,3 56,6 55,4
Ξένοι 9.373 9.514 1,5 43,4 44,6
Σύνολο ναυτικών που υπηρετούσαν σε ελληνόκτητα πλοία  

 

1.298

 

 

1.610

 

 

24,0

 

 

100,0

 

 

100,0

Έλληνες 817 862 5,5 62,9 53,5
Ξένοι 481 748 55,5 37,1 46,5

 

Όμως η θρασύτητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου δεν σταματά στην παραποίηση των στοιχείων της απασχόλησης. Ήδη από το 2013 προσπαθεί να προωθήσει την κατάργηση της ελληνικής ναυτεργατικής συλλογικής σύμβασης και την αντικατάσταση της με την τριτοκοσμική του ITF με το υποκριτικό επιχείρημα ότι έτσι θα αυξήσουν την απασχόληση Ελλήνων ναυτεργατών. Όλα τα σενάρια που προτείνει η μελέτη του ΙΟΒΕ (2013) και αναπαράγει η έκθεση της ΤτΕ βασίζονται στην μισθολογική καταβαράθρωση των Ελληνικών πληρωμάτων σε τριτοκοσμικά επίπεδα. Μόνο έτσι ο εφοπλισμός είναι διατεθειμένος να εξασκήσει τον «εθνοσωτήριο» ρόλο του. Πάντα εν ονόματι του «εθνευεργετικού» ρόλου του άλλωστε έχει συρρικνώσει δραματικά την ελληνική ναυτεργατική απασχόληση όλες τις προηγούμενες δεκαετίες.

 

Όμως ακόμη και αυτό το επιχείρημα είναι ψευδέστατο. Είναι πασίγνωστο ότι η έστω και έμμεση απορρύθμιση της αγοράς εργασίας σε συνθήκες αυξανόμενης φτώχειας και ανεργίας οδηγεί σε ένα «αγώνα προς τον πάτο» (race to the bottom): οι πιο φτωχοί εργαζόμενοι θα ρίξουν ακόμη περισσότερο τις μισθολογικές απαιτήσεις τους για να μπορέσουν να βρουν δουλειά. Έτσι η επόμενη σύμβαση του ITF θα είναι ακόμη μικρότερη και φυσικά αυτό θα συμπεριλάβει τόσο τους Έλληνες όσο και τους αλλοδαπούς ναυτεργάτες. Επιπλέον, σε ένα τέτοιο σκηνικό «αγώνα προς τον πάτο» – και ταυτόχρονα συστηματικών προσπαθειών του εφοπλιστικού κεφαλαίου να μειώσει περαιτέρω τις συνθέσεις των πλοίων – τίποτα δεν εξασφαλίζει αύξηση της τριτοκοσμικά αμοιβόμενης (υπό τις συνθήκες αυτές) Ελληνικής ναυτεργασίας. Άλλωστε ο μόνος πατριωτισμός που γνωρίζουν οι Έλληνες εφοπλιστές είναι αυτός της αδηφάγου τσέπης τους.

 

 

 

 

 

 

 

V. Το εργατικό και λαϊκό κίνημα απέναντι στο ναυτιλιακό κεφάλαιο

 

Για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά καμία ανακωχή δεν μπορεί να υπάρξει με την ληστοσυμμορία του εφοπλισμού. Η τελευταία αντιμετωπίζει την χώρα σαν φέουδο και τους εργαζόμενους σαν υποζύγια. Εκμεταλλεύεται την πολλαπλή και με κόστος πολιτική και οικονομική στήριξη που απολαμβάνει και σαν αντίτιμο δεν δίνει παρά ψυχία. Τα κόστη που επωμίζεται η ελληνική οικονομία για την υποστήριξη τους είναι πολλαπλάσια των εόδων που αποφέρουν. Όπως εύγλωττα είχε γράψει ένας επιφανής εκπρόσωπος τους σε ένα καυγά μεταξύ τους «Πολλά, τα πάντα οφείλετε εις το Έθνος, αυτό δε όχι μόνον δεν σας οφείλει τίποτε, αλλά σας έχει χαρισθεί σκανδαλωδώς» (επιστολή Ωνάση προς Κουλουκουντή, 1953).

 

Η χώρα και ο λαός δεν έχει κανένα λόγο να παρέχει αυτή την σκανδαλώδη στήριξη στον εφοπλισμό και να μην εισπράττει τίποτα. Ένα μεταβατικό πρόγραμμα άμεσης φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση αλλά και σοσιαλιστικής προοπτικής πρέπει να προτάξει:

(α) την άμεση κατάργηση των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών του εφοπλισμού και την δραστική αναδρομική φορολόγηση του

(β) την ενίσχυση των ναυτεργατικών αμοιβών και δικαιωμάτων και την επέκταση τους σε όλες τις κατηγορίες πληρωμάτων

(γ) την σχεδιασμένη ανάπτυξη υπό δημόσιο έλεγχο τόσο της ναυτιλίας όσο και του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα

 

Εφόσον ο ελληνικός εφοπλισμός είναι τέτοια τεράστια διεθνής οικονομική δύναμη ας καταβάλλει στη χώρα αυτά που της οφείλει. Η απειλή του ότι θα πάρει τα καράβια και θα φύγει είναι επιεικώς γελοία. Και που μένει τι αλήθεια συνεισφέρει πραγματικά; Ψίχουλα. Και μάλιστα έναντι κόστους καθώς η χώρα θα μπορούσε να αξιοποιήσει αλλιώς τόσο το «πολιτικό» κεφάλαιο όσο και τους πόρους που δαπανά για την υποστήριξη του εφοπλισμού. Επιπλέον, τα εφοπλιστικά «σκυλόψαρα» δεν μένουν στη χώρα από την καλή τους καρδιά αλλά γιατί τους συμφέρει. Αν θέλουν μπορούν να δοκιμάσουν το ρόλο των «Παλαιστήνιων εφοπλιστών» (δηλαδή χωρίς εθνική βάση στήριξης και να δούμε πόσο θα αντέξουν μέσα στο άγριο διεθνές περιβάλλον και με όλες τις αντιπαλότητες που έχουν δημιουργήσει. Άλλωστε η απειλή της φυγής δεν είναι τόσο εύκολη όσο λένε (και η επιστολή Ωνάση προς Κουλουκουντή έχει επίσης ορισμένες ενδιαφέρουσες συστάσεις σχετικά). Αλλά ακόμη και έτσι στην περίπτωση αυτή ο ελληνικός λαός θα απαλλοτριώσει και το τελευταίο εσώβρακο που έχουν μέσα στη χώρα και ότι μπορεί να πάρει στο εξωτερικό. Και δεν έχουν λίγα περιουσιακά στοιχεία μέσα στην χώρα.

 

Στην εξέλιξη του μεταβατικού προγράμματος στην σοσιαλιστική προοπτική του ούτως ή άλλως ο ναυτιλιακός τομέας θα πρέπει να περάσει όχι μόνο σε δημόσιο έλεγχο αλλά και σε ιδιοκτησία.

 

https://www.scribd.com/document/342512444/%CE%95%CF%86%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%A0%CE%95%CE%9D%CE%95%CE%9D-4-3-2017

https://www.researchgate.net/publication/315759850_Elleniko_ephoplistiko_kephalaio

 

https://www.academia.edu/32227162/%CE%A4%CE%BF_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%B5%CF%86%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF

 

Video της ημερίδας του Τμήματος Πολιτικής Οικονομίας του Ομίλου Μαρξιστικών Ερευνών

Στο κανάλι του YouTube (http://www.youtube.com/user/omilosmarx?feature=watch) του Ομίλου Μαρξιστικών Ερευνών (ΟΜΕ) έχουν αναρτηθεί τα video όλων των εισηγήσεων του πρώτου μέρους της ημερίδας του Τμήματος Πολιτικής Οικονομίας του ΟΜΕ με θέμα «Η καπιταλιστική κρίση, ο ελληνικός καπιταλισμός και η Αριστερά», που έγινε την Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013 στο Ακροατήριο – Auditorium στην Αθήνα.

Οι επιμέρους σύνδεσμοι είναι οι παρακάτω:

1. Καλοσώρισμα εκ μέρους του ομίλου από το συντονιστή Γιώργο Μανιάτη

2. «Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, το ελληνικό πρόβλημα και ο Μαρξισμός — ένα περίγραμμα ανάλυσης και συζήτησης»
εισηγητής: Σταύρος Μαυρουδέας (Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας)
(α’ μέρος)

«Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, το ελληνικό πρόβλημα και ο Μαρξισμός — ένα περίγραμμα ανάλυσης και συζήτησης» (β’ μέρος)
εισηγητής: Σταύρος Μαυρουδέας (Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας)

«Συσσώρευση κεφαλαίου και κρίση στην παγκόσμια και την ελληνική οικονομία: μια μαρξιστική ανάλυση»
εισηγητής: Θανάσης Μανιάτης (Επίκουρος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών)
(α’ μέρος)

«Συσσώρευση κεφαλαίου και κρίση στην παγκόσμια και την ελληνική οικονομία: μια μαρξιστική ανάλυση»
εισηγητής: Θανάσης Μανιάτης (Επίκουρος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών)
(β’ μέρος)

«Κερδοφορία και κρίση στην ελληνική οικονομία (1960-2012)»
εισηγητές: Γιώργος Οικονομάκης (Επίκουρος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών), Γιώργος Ανδρουλάκης (Επίκουρος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών),
Μαρία Μαρκάκη (Υποψήφια διδάκτορας, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο)

 

Ένα πολύ καλό άρθρο που διαλύει το παραμύθι ότι τα δημ. έσοδα δεν καλύπτουν τις πληρωμές μισθών και συντάξεων

ΜΥΘΟΣ  ΟΤΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΗΡΧΑΝ ΛΕΦΤΑ ΓΙΑ ΜΙΣΘΟΥΣ-ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ!  

http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3462:2011-05-25-12-49-04&catid=55:an-oikonomia&Itemid=283

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΡΕΜΕΤΗ*

«Χωρίς το μνημόνιο δεν θα μπορούσαμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις».

Πρόκειται για ένα «αποστομωτικό» επιχείρημα που συνεχίζει να δημιουργεί σύγχυση ακόμη και στις γραμμές του αριστερού κινήματος. Όπως τεκμηριώνεται με τα στοιχεία του συνημμένου πίνακα, η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική:

Α) Τα συνολικά έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης (Κεντρική Δημ. Διοίκηση, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και Κοινωνική Ασφάλιση) ήταν, σε όλη τη διάρκεια της ενδεκαετίας 2000-2010, υψηλότερα από τις δαπάνες που απαιτήθηκαν για την πληρωμή μισθών των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα και πάσης φύσεως συντάξεων.

Β) Τα έσοδα αρκούσαν και αρκούν για τους μισθούς και τις συντάξεις. Για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους δεν αρκούν!1

Πηγή: Eurostat για τα συνολικά έσοδα και τους τόκους, EΛΛΣΤΑΤ για μισθούς και συντάξεις – επεξεργασία δική μας.

Γ) Το 2009, κατ’ εξαίρεση, – λόγω της σημαντικής υποχώρησης των δημοσίων εσόδων (-7,3%) σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση της δαπάνης για μισθούς (+10,5%), συντάξεις (+6,7%) και τόκους (+7,5%) – ανακύπτει για πρώτη φορά πρόβλημα επάρκειας των τρεχόντων εσόδων για την πληρωμή και όλων των τόκων του Δ.Χ..

Δ) Η εξόφληση των χρεολυσίων, σε όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου γινόταν κατά βάση με «αναχρηματοδότηση» – δηλαδή με νέο δανεισμό.

Συνεπώς όποιος υιοθετεί το επιχείρημα ότι «δεν θα είχαμε να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις» υπονοεί ότι αφού θα είχαμε εξοφλήσει κατά προτεραιότητα τα οφειλόμενα για την ετήσια εξυπηρέτηση του Δ.Χ. (τόκους και χρεολύσια), δεν θα έμεναν επαρκή έσοδα για να πληρωθούν όλοι οι μισθοί και οι συντάξεις. Αλλά εάν είχαμε ζητήσει την αναδιαπραγμάτευση του ΔΧ, πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι οι τρέχουσες υποχρεώσεις σε τόκους και χρεολύσια δεν θα τακτοποιούνταν ούτε όλες, ούτε εξ ολοκλήρου.

Η αδυναμία αυτή θα ίσχυε, βεβαίως, στο βαθμό που δεν θα μπορούσαμε να αντλήσουμε πιστώσεις ούτε καν με βραχυχρόνιο δανεισμό (όπως εξακολουθεί να γίνεται ακόμη και τώρα που ο μακροχρόνιος δανεισμός έχει απαγορευτικό κόστος).

Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές ότι πίσω από την επιχειρηματολογία αυτή υπάρχει ως θεμελιώδης παραδοχή η απόλυτη και αποκλειστική προτεραιότητα των υποχρεώσεων έναντι κάθε είδους πιστωτών. Όλες οι άλλες υποχρεώσεις (μισθοί-συντάξεις) έρχονται δεύτερες και καλύπτονται μόνο εάν περισσεύουν ή βρεθούν λεφτά…

Το ίδιο επιχείρημα επανέρχεται και πάλι, στο πλαίσιο της συζήτησης για την αναδιάρθρωση – η οποία ταυτίζεται με τη χρεοκοπία και με ότι το ζοφερό αυτή σημαίνει για καθένα, μέσα στη γενικευμένη σύγχυση που καλλιεργείται.

Σε συνθήκες ενδεχόμενης «αναστολής» των πληρωμών για τόκους και χρεολύσια, βέβαια δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει την πρόκληση φαινομένων πανικού με επίκεντρο τις τραπεζικές καταθέσεις. Τέτοια φαινόμενα θα μπορούσαν με τη συνδρομή ορισμένων αστοχιών να ωθήσουν σε κατάρρευση τις τράπεζες και, στην προέκτασή τους τα έσοδα και το δημόσιο ταμείο – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πληρωμή μισθών και συντάξεων (αλλά και όλη την αγορά, πλήττοντας το δίκτυο εφοδιασμού της χώρας από το εξωτερικό σε καύσιμα, τρόφιμα και ό,τι άλλο αγοράζεται με πίστωση).

Την ισχυρότερη εγγύηση ότι μια τέτοια εκτροπή δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί αποτελεί η συστηματική χρήση τρομοκρατικών τερατολογιών όπως η ανωτέρω: η φοβική διέγερση της κοινής γνώμης με συστηματικό τρόπο, αν και γίνεται για προπαγανδιστικούς λόγους, ταυτόχρονα προετοιμάζει τις πανικόβλητες αντιδράσεις και τις καθιστά πολύ πιθανότερες.

Όλοι οι κυβερνητικοί προπαγανδιστές – από τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό Οικονομικών, τον Διοικητή της Τ.Ε. μέχρι και τα μιντιακά «βαποράκια» – με την καταχρηστική επίκληση τέτοιου είδους επιχειρημάτων εξαντλούν τα περιθώρια καθοδήγησης και προσανατολισμού των αντιδράσεων της κοινής γνώμης σε έκτακτες περιστάσεις. Εμφανιζόμενοι διαρκώς να έχουν μόλις και μετά βίας κατορθώσει να αποτρέψουν το «κακό» στην πραγματικότητα το προπαρασκευάζουν.

1 Ο σχολιασμός του ερωτήματος υιοθετεί την άρρητη υπόθεση στην οποία στηρίζεται το ίδιο το επιχείρημα: την υπόθεση δηλαδή ότι «όλα τα δημόσια έσοδα μπαίνουν στο ίδιο πορτοφόλι και από αυτό γίνονται κι όλες οι πληρωμές». Πρόκειται για μια τραβηγμένη απλούστευση. Υπάρχουν κατηγορίες εσόδων που δεν προσφέρονται για οποιαδήποτε πληρωμή και έχουν απολύτως προσδιορισμένο εκ του νόμου προορισμό. Για λόγους απλοποίησης θεωρείται ότι έχουν αντιμετωπισθεί κάθε είδους τριβές και προβλήματα χρηματοδότησης σε όλο το δίκτυο των ενδοκυβερνητικών συναλλαγών.


* Ο Δημήτρης Σερεμέτης ειναι Αναπληρωτής Καθηγητής Εφηρμοσμένης Οικονομικής, στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Σχόλιο μου στην ΟΥΤΟΠΙΑ νο.92 με τίτλο «Η ελληνική κρίση, η ΕΕ και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις»

Η ελληνική κρίση, η ΕΕ

και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ, νο.92, 2010

 

Δεν έχει κλείσει χρόνος από την υπαγωγή της χώρας μας στα δεσμά του Μνημονίου που συνομολόγησε η ελληνική αστική τάξη με το ΔΝΤ και την ΕΕ και η οικονομία βυθίζεται σε ολοένα και βαθύτερη κρίση ενώ τα εργασιακά δικαιώματα και οι μισθοί έχουν ήδη πληγεί σοβαρά. Όμως παρόλη αυτή την από κοινού επίθεση του ελληνικού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου δεν φαίνεται διέξοδος για την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού. Το πρώτο Μνημόνιο έχει ήδη αποτύχει καθώς απέτυχαν ήδη οι ποσοτικοί στόχοι του, αλλά έχει επίσης αποτύχει και το δεύτερο (που προέκυψε κρυφίως μέσω της «επικαιροποίησης» του πρώτου) ενώ στον ίδιο δρόμο βαδίζει και το τρίτο που εφαρμόζεται σήμερα (με επίκεντρο τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις). Ο κίνδυνος της χρεοκοπίας όχι μόνο δεν εξαλείφεται αλλά εντείνεται και ήδη αρχίζουν τα σχέδια για επιμήκυνση του χρέους (φυσικά με νέα ανώτερα επιτόκια), για ελεγχόμενες χρεοκοπίες και φυσικά όχι για 4ετή αλλά για πολυετή μετατροπή της χώρας σε οικονομικό και εν τέλει πολιτικό προτεκτοράτο. Πως εξηγείται αυτή η συστηματική αποτυχία των αστικών σχεδιασμών παρόλη την προς το παρόν προφανή αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος να τους ανατρέψει;

Η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού είναι μια βαθειά δίδυμη κρίση. Αποτελεί τον συνδυασμό (α) της δομικής κρίσης του καπιταλισμού (όπως αυτή εκδηλώνονται τόσο διεθνώς όσο και εθνικά) με (β) τα ιδιαίτερα ελληνικά διαρθρωτικά προβλήματα που το μεγαλύτερο μέρος τους προκύπτει ακριβώς από την συμμετοχή του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Η σημερινή κρίση του καπιταλισμού δεν είναι αυτοτελής αλλά είναι συνέχεια της κρίσης του 1973-75 (δηλαδή της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου λόγω πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους) που σηματοδότησε την λειτουργική εξάντληση της προηγούμενης «αρχιτεκτονικής» του συστήματος (δομή της διαδικασίας παραγωγής, ειδικός τρόπος διασύνδεσης των καπιταλιστικών μερίδων, συγκεκριμένη οργάνωση του διεθνούς συστήματος κλπ.). Τα κύματα καπιταλιστικών  αναδιαρθρώσεων απάλυναν μεν την κρίση (ιδιαίτερα αυξάνοντας δραματικά την εκμετάλλευση της εργασίας) αλλά απέτυχαν να επιλύσουν το συστημικό πρόβλημα και απλά το μετέθεσαν πιο πίσω. Με αποτέλεσμα η τρέχουσα οικονομική κρίση – που και αυτή (αντίθετα με τις αστικές αλλά και ριζοσπαστικές απόψεις περί «χρηματιστικοποίησης») αποτελεί μία κρίση πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους – να είναι ακόμη πιο βαθειά και έντονη.

Η ελληνική παράμετρος της κρίσης έχει να κάνει αφενός με την καθυστέρηση εφαρμογής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (λόγω της ριζοσπαστικής έκρηξης της μεταπολίτευσης) και αφετέρου με τα προβλήματα που δημιουργεί στην ίδια την ελληνική αστική τάξη η «Μεγάλη Ιδέα» του τελευταίου τρίτου του 20ου αι., η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα» βοήθησε το ελληνικό κεφάλαιο να ξεπεράσει τον επικίνδυνο μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό, στη συνέχεια να προωθήσει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και τέλος να εκμεταλλευθεί ιμπεριαλιστικά άλλες χώρες (με πρώτο το Βαλκανικό Ελντοράντο του ελληνικού κεφαλαίου). Ταυτόχρονα όμως το άνοιγμα της οικονομίας και ο ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς» ενώ η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης οδήγησε στην εκχώρηση κρίσιμων πολιτικών αλλά και οικονομικών εξουσιών στα κέντρα της ΕΕ, που υπηρετούν τον σκληρό δυτικο-ευρωπαϊκό πυρήνα της, στερούν βαθμούς ελευθερίας του ελληνικού κεφαλαίου και υπάγουν τα συμφέροντα του σε αυτά των πρώτων. Ιδιαίτερα, μετά την ΟΝΕ ο εσωτερικός νεομερκαντιλιστικός χαρακτήρας της ΕΕ εκφράσθηκε καθαρότερα και ενισχύθηκε με αποτέλεσμα την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής ηγεμονίας του δυτικο-ευρωπαϊκού μητροπολιτικού κέντρου έναντι των περιφερειακών χωρών.

Το ξέσπασμα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης επιδείνωσε όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα. Τυπικά, η κρίση όξυνε τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των βασικών πόλων του διεθνούς συστήματος για το ποιος θα ισχυροποιηθεί μεταφέροντας δικά του βάρη σε άλλους πόλους και φυσικά σε πιο αδύναμες χώρες. Καθώς όλες σχεδόν οι καπιταλιστικές οικονομίες – εγκαταλείποντας τα νεοφιλελεύθερα θέσφατα – προσέφυγαν μαζικά σε κρατικά προγράμματα (νομισματικής αλλά και δημοσιονομικής πολιτικής) για την στήριξη του κεφαλαίου (τόσο του χρηματοπιστωτικού όσο και του παραγωγικού) τα δημοσιονομικά ελλείμματα σχεδόν όλων των χωρών εκτινάχθηκαν στα ύψη (με πρώτες και καλύτερες τις ΗΠΑ). Για να καλυφθεί το κόστος αυτών των προγραμμάτων χρειάζονται ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, πράγμα απίθανο καθώς η κρίση της πραγματικής οικονομίας όχι μόνο δεν φεύγει αλλά βαθαίνει (διπλή βουτιά) – και αυτό διαψεύδει ακόμη μία φορά τους οπαδούς της «χρηματιστικοποίησης». Εναλλακτικά, πρέπει να φορτωθούν άλλοι τα κόστη απάλυνσης της κρίσης (δηλαδή άλλοι ιμπεριαλισμοί και οι αδύναμες χώρες).

Για την ΕΕ (και τις ηγεμονικές δυνάμεις της) αυτή η όξυνση της κρίσης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών βάζει σε κίνδυνο το βασικό όχημα της για την διεκδίκηση παγκόσμιας ηγεμονίας, το ευρώ. Και αυτό βάζει σε κίνδυνο εν τέλει την ίδια την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Γι’ αυτό εσπευσμένα προωθείται ένας προκρούστειος μηχανισμός εκμετάλλευσης των περιφερειακών χωρών. Ξαφνικά, με πραγματικά blitzkriegs, ακόμη και χώρες-θαύματα αναδεικνύονται σε «κλέφτρες» και χρεοκοπούσες και μετατρέπονται σε οικονομικά και πολιτικά προτεκτοράτα. Με αστραπιαία ταχύτητα επιβάλλονται αντιλαϊκά μέτρα και αδιανόητες προηγουμένως δομικές αλλαγές που τις βυθίζουν στην ύφεση και στην υπερχρέωση. Ταυτόχρονα, ο ηγεμονικός πυρήνας της ΕΕ αντλεί σημαντικά κέρδη από την υπερχρέωση τους (μόνο από το γεγονός ότι δανείζεται φθηνότερα από ότι τις δανείζει).

Η χώρα μας είναι από τα πρώτα θύματα αυτού του βρώμικου παιχνιδιού και ο λαός μας πληρώνει ήδη ένα βαρύτατο τίμημα που ήδη μεγαλώνει ανεξέλεγκτα. Η ελληνική αστική τάξη έχει συναινέσει σ’ αυτό αφενός γιατί από την μείωση των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων ωφελείται και η δική της κερδοφορία και αφετέρου γιατί δεν τολμά να αντιταχθεί στους ευρωπαίους ηγεμόνες. Όμως κινδυνεύει ταυτόχρονα από την στρατηγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού (σε χώρα υπό κηδεμονία) αλλά και την εξαγορά των επιχειρήσεων της από ξένα κεφάλαια κυριολεκτικά για ένα ξεροκόμματο (γι’ αυτό οι κλαυθμηρισμοί περί αφελληνισμού του τραπεζικού συστήματος).

Απέναντι στην καπιταλιστική κρίση και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ο κόσμος της εργασίας πρέπει να αντιτάξει την δική του προοπτική. Ο στρατηγικός ορίζοντας της δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν της ανατροπής του καπιταλισμού και της σοσιαλιστικής μετάβασης. Όσο και εάν λιδορείται από σύγχρονους «από καθέδρας σοσιαλιστές», η σημερινή κρίση δείχνει την εξάντληση των ιστορικών ορίων του συστήματος καθώς κάθε εφικτή παράταση ζωής του μόνο μία παλινόρθωση στην πρωτο-καπιταλιστική βαρβαρότητα μπορεί να φέρει.

Όμως η σοσιαλιστική προοπτική δεν γίνεται αυτόματα αλλά έχει αυστηρές προϋποθέσεις και προαπαιτήσεις που συγκροτούν ένα μεταβατικό πρόγραμμα. Ο κεντρικός πυλώνας ενός τέτοιου προγράμματος είναι η έξοδος από την ΕΕ καθώς αυτή η ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία μόνο αντιδραστικές λύσεις μπορεί να προσφέρει και, επιπλέον, αντιμάχεται ενεργά μία ριζοσπαστική προοπτική. Ακόμη και τεχνικά μία έξοδος από την ΟΝΕ, ιδιαίτερα για μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα σαν την Ελλάδα, είναι ατελέσφορη καθώς θα συνεχίσει να δεσμεύεται από την κοινή αγορά. Η θέση αυτή αποτελεί, στην σημερινή συγκυρία, «κόκκινη γραμμή» για το σύστημα και διαχωρίζει την οικόσιτη από την πραγματικά επαναστατική Αριστερά.

Η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ θα ξαναδώσει στη χώρα αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική κλπ.) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ. Η υποτίμηση του νέου νομίσματος μπορεί να γίνει με τρόπους που θα έχει πολύ χαμηλότερο κόστος για τους εργαζομένους και τα μικρο-μεσαία στρώματα από ότι η πολιτική του Μνημονίου. Η άρνηση του εξωτερικού χρέους (ακόμη και με μία μετέπειτα επαναδιαπραγμάτευση του) θα απελευθερώσει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του (όπως δεν πρόκειται να κάνει η συζητούμενη στην ΕΕ αναδιάρθρωση του προς όφελος όμως των πιστωτών). Τα μέτρα αυτά οφείλουν να συνδυασθούν με (α) τον έλεγχο στη κίνηση των κεφαλαίων για να αποτραπεί η φυγή στο εξωτερικό, (β) την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος για να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του και η φιλολαϊκή λειτουργία του και (γ) την φορολόγηση του κεφαλαίου για να εξασφαλισθούν οικονομικοί πόροι. Τέλος, το επιστέγασμα ενός τέτοιου προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας σε μία σοσιαλιστική κατεύθυνση (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών οικονομικών κλάδων).