Tag Archives: Ευρωπαϊκή Ένωση

Στ Μαυρουδέας Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ συνέντευξη στο Corfu TV, 27-4-2017

Σταύρος Μαυρουδέας – Συνέντευξη στο Corfu TV στις 27-4-2017 με αφορμή την εκδήλωση στον Όμιλο Μελέτης Επαναστατικής Θεωρίας «Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ: Μια Ιμπεριαλιστική Ολοκλήρωση σε Υπαρξιακή Κρίση» (Κέρκυρα 28/04/2017)

Ακολουθούν οι σύνδεσμοι της συνέντευξης

 

 

Advertisement

Κέρκυρα 28/04/2017 Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ: Μια Ιμπεριαλιστική Ολοκλήρωση σε Υπαρξιακή Κρίση – video εκδήλωσης

Στους παρακάτω συνδέσμους βρίσκεται το video της εκδήλωσης του Ομίλου Μελέτης Επαναστατικής Θεωρίας Κέρκυρας (28/04/2017) με εισηγητή τον Σταύρο Μαυρουδέα και θέμα «Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ: Μια Ιμπεριαλιστική Ολοκλήρωση σε Υπαρξιακή Κρίση»

 

 

«Η πολιτική οικονομία της ΕΕ: Ένα ιμπεριαλιστικό εγχείρημα σε κρίση», ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ νο.2 (κείμενο)

Το κείμενο του άρθρου μου στο 2ο τεύχος των ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ με θέμα «Η πολιτική οικονομία της ΕΕ: Ένα ιμπεριαλιστικό εγχείρημα σε κρίση» μπορεί να διαβαστεί στους παρακάτω συνδέσμους:

https://www.scribd.com/document/330841521/%CE%97-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%A4%CE%B7%CF%82-%CE%95%CE%95-%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

 

https://www.academia.edu/29260837/%CE%97_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%95%CE%95_-_%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

https://www.researchgate.net/publication/309259447_E_Politike_Oikonomia_tes_EE_-_Tetradia_Marxismou

Εκδήλωση της ΔιΕΕξόδου: «Ευρωπαϊκή Ένωση και Κρίση» Παρασκευή 4 Νοέμβρη, 18.30, ΑΣΟΕΕ

https://dieexodos.wordpress.com/2016/10/30/%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%ce%b5%ce%be%cf%8c%ce%b4%ce%bf%cf%85-%ce%b5%cf%85%cf%81%cf%89%cf%80%ce%b1%cf%8a%ce%ba%ce%ae-%ce%ad%ce%bd/

%ce%b4%ce%b9%ce%b5%ce%b5%ce%be%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-4-11-2016

Εκδήλωση της ΔιΕΕξόδου:

«Ευρωπαϊκή Ένωση και Κρίση»
Παρασκευή 4 Νοέμβρη, 18.30, ΑΣΟΕΕ

Ομιλητές:

Σταύρος Μαυρουδέας, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Άρης Χατζηστεφάνου, δημοσιογράφος, δημιουργός του ντοκυμαντέρ «This is not a coup»

 

Θα ακολουθήσει συζήτηση

Πρωτοβουλία αποδέσμευσης από την ΕΕ ΔιΕΕξοδος

Η εκδήλωση στο facebook https://www.facebook.com/events/328404807529622/

Υπογράψτε τη διακήρυξη της πρωτοβουλίας εδώ https://dieexodos.wordpress.com/about/

Διαβάστε για τις δράσεις και τα νέα μας εδώ: https://dieexodos.wordpress.com/

Παρέμβαση στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων 19-4-2015

Παρέμβαση στην εκπομπή του Γ.Γκόντζου «Εκτός των Τειχών» στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων 19-4-2015 με θέμα την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ελληνική κρίση και την αποδέσμευση από την ΕΕ

 

Το video της εκπομπής «Οικονομία & Αντιθέσεις» στην ΕΓΝΑΤΙΑ TV (Πέμπτη 3/3/2016, 9μμ)

71537_532542630104316_793410294_n

Το video της εκπομπής «Οικονομία & Αντιθέσεις» στην ΕΓΝΑΤΙΑ TV (Πέμπτη 3/3/2016, 9μμ) με θέμα την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.

 

Η αρχή του τέλους του ελληνικού δράματος;

Η αρχή του τέλους του ελληνικού δράματος;

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

Από την υπαγωγή της στο Μνημόνιο που συνομολόγησε η ελληνική αστική τάξη με την ΕΕ και το ΔΝΤ η ελληνική κοινωνία – και ιδιαίτερα η μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία της – βιώνει ένα δράμα. Λαϊκές κατακτήσεις ετών εξαφανίζονται εν ριπή οφθαλμού, εργασιακά δικαιώματα καταβαραθρώνονται και το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων (αλλά και των εκτεταμένων μεσοστρωμάτων) απομειώνεται ταχύτατα.

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 2007-8 – μία κρίση που είναι βαθειά και δομική ξεκινώντας από τον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής και όχι απλά μία χρηματοπιστωτική κρίση όπως οι αστικές απόψεις αλλά και αρκετές ψευδεπίγραφα ριζοσπαστικές διατείνονται – έπληξε ιδιαίτερα τους καπιταλισμούς μεσαίου και χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης που ανήκουν στην ΕΕ. Όχι μόνο γιατί η καπιταλιστική κρίση εκδηλώθηκε και σε αυτές αλλά, επιπλέον, γιατί φορτώθηκαν και βάρη από τους ηγεμονικούς καπιταλισμούς της ΕΕ. Η υπαγωγή των ευρω-περιφερειακών οικονομιών σε μνημόνια (είτε ρητά [βλέπε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία] είτε υπόρρητα [βλέπε Ισπανία]) σηματοδοτεί την υποβάθμιση τους μέσα στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα.

Μπροστά στις εξελίξεις αυτές η ελληνική αστική τάξη δειλή, μοιραία και άβουλη αδυνατεί να διαπραγματευθεί σοβαρά με τους ηγεμονικούς ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς. Ίσως ιστορικά να βρίσκεται στις χειρότερες και πιο αδύναμες στιγμές της μέσα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα (μηδέ της Μικρασιατικής καταστροφής εξαιρούμενης). Παρόλο ότι βλέπει την υποβάθμιση της, είναι βαθύτατα δεσμευμένη οικονομικά και πολιτικά στο ευρωπαϊκό μπορντέλο (κατά Economist). Οι συστηματικές υποχωρήσεις που έχει κάνει στο οικονομικό επίπεδο – όπως έφθασε να παραδεχθεί μέχρι και ο Στ.Ψυχάρης στο ΒΗΜΑ (12/8/2012) – έχουν υποβαθμίσει την παραγωγική δομή της ελληνικής οικονομίας και, κυρίως, την έχουν δέσει πολυσχιδώς στις ηγεμονικές ευρωπαϊκές οικονομίες. Όλα αυτά κάνουν το οικονομικό κόστος μιας αυτονόμησης του ελληνικού καπιταλισμού δυσθεώρητο, χωρίς φυσικά να συνυπολογισθούν τα γεωπολιτικά προβλήματα που θα προέκυπταν. Γι’ αυτό το ελληνικό κεφάλαιο κάνει το στανιό φιλότιμο και κοιτάζει να μεταφέρει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα «σπασμένα» στη ράχη των εργαζόμενων μειώνοντας δραματικά τους μισθούς, καταργώντας ασφαλιστικά δικαιώματα και κατακρεουργώντας τις εργασιακές σχέσεις. Για δύο ζητήματα μόνο φαίνεται ότι δίνει, αυτή την περίοδο, μία μάχη με τους ξένους «εταίρους».

Το πρώτο ζήτημα είναι ο έλεγχος του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το τελευταίο αποτελεί την σύγχρονη κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού. Πίσω από τον «αγγελικό» κόσμο των τραπεζιτών κρύβονται όλες σχεδόν οι βασικές μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου (από τους εφοπλιστές, ξενοδόχους, κατασκευαστές και καναλάρχες μέχρι τους απροκάλυπτα μαφιόζους). Αποτέλεσε βασική αιχμή της Βαλκανικής ιμπεριαλιστικής επέκτασης του ελληνικού καπιταλισμού και ταυτόχρονα το βασικό εργαλείο για μία σειρά «νόμιμες» λοβιτούρες στο εσωτερικό. Την κορωνίδα αυτή δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να αλώσει ικανοποιητικά το ξένο κεφάλαιο παρά την είσοδο ξένων κεφαλαίων στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όχι μόνο αυτό αλλά σήμερα, μέσα στην κρίση, πολλά από τα ξένα κεφάλαια τα μαζεύουν και φεύγουν. Η σημερινή άρον-άρον φυγή της Credit Agricole από την Εμπορική Τράπεζα και αντίστοιχες κινήσεις της Societe Generale στην Γενική Τράπεζα είναι ενδεικτικές. Όπως θα εξηγηθεί και στο επόμενο σημείο, οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν δομές, πρακτικές, διασυνδέσεις και ένα τέτοιο ιδιότυπο επιχειρηματικό κλίμα που οι Δυτικοί δεν μπορούν να χειρισθούν άνετα. Έτσι ακόμη και εκεί που έχουν την ιδιοκτησία και την διεύθυνση ουσιαστικά αδυνατούν να εξασκήσουν πλήρως το διευθυντικό δικαίωμα και είναι υποχρεωμένοι να προσφεύγουν στις υπηρεσίες εγχώριων κεφαλαίων (συνήθως των πρώην ιδιοκτητών των εξαγορασμένων εταιρειών). Με τον τρόπο αυτό οι τελευταίοι ουσιαστικά παραμένουν διευθυντές και προσπορίζονται νόμιμα ή παράνομα σημαντικά οικονομικά οφέλη (με υπεργολαβίες, μοιρασιές δουλειών, μίζες κλπ.). Αυτή η κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού – με την οποία στήνονταν σχεδόν όλες οι υπόλοιπες «δουλειές» στην οικονομία – σήμερα κινδυνεύει να χαθεί. Όχι από το ελληνικό Δημόσιο –  όπως θα έπρεπε καθώς έχει χρυσοπληρώσει την διάσωση των ελληνικών τραπεζών – αλλά από τους ξένους «εταίρους». Οι τρύπες των τραπεζών και η ανακεφαλαιοποίηση τους από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας οδηγούν στις υστερικές οιμωγές περί κινδύνου «αφελληνισμού» του χρηματοπιστωτικού συστήματος που ξέσπασαν όταν για μία στιγμή οι δυτικοί «εταίροι» είπαν ότι η επανακεφαλαιοποίηση πρέπει να γίνει με κοινές μετοχές, δηλαδή οι χρυσοκάνθαροι έλληνες τραπεζίτες να χάσουν τον έλεγχο των τραπεζών όπως θα έπρεπε καθώς τα μετοχικά μερίδια τους έχουν μειωθεί δραματικά (καθώς βγάζουν τα προσωπικά λεφτά τους σε φορολογικούς παραδείσους του εξωτερικού αντί να τα βάζουν στις τράπεζες τους). Αυτό προς το παρόν αποφεύχθηκε με σκανδαλώδη τρόπο: το Δημόσιο δανείσθηκε, επανακεφαλαιοποίησε τις τράπεζες αλλά τους άφησε την διοίκηση και άρα την δυνατότητα για τα γνωστά βρώμικα παιχνίδια τους. Όμως ο κίνδυνος δεν έχει εκλείψει καθώς οι τρύπες των ελληνικών τραπεζών αυξάνουν και επικρέμεται η νέα απειλή της Τραπεζικής Ένωσης της ΕΕ όπου οι δυτικοί θα πάρουν άμεσα σχεδόν τον έλεγχο των τραπεζών. Και αυτή τη φορά, με την αλλαγή οικονομικών και λογιστικών προτύπων έτσι ώστε να ταιριάζουν με τα δυτικά αλλά και με τις ριζικές αλλαγές ιδιοκτησίας που απειλούνται, το ελληνικό κεφάλαιο μπορεί να μην μπορέσει να παίξει κρυφτούλι με τα δυτικά κεφάλαια και να αναγκαστεί να εκχωρήσει την κορωνίδα του. Υπάρχει και άλλο ένα καθόλου ευκαταφρόνητο στοιχείο σε αυτή την οικονομική διελκυστίνδα: το ελληνικό δημόσιο έχει γεμίσει από ομογενείς οφικιάλιους που προέρχονται από μεγάλους δυτικούς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (Αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ κλπ.) που λειτουργούν ουσιαστικά σαν εκφραστές – αν όχι σαν κάτι χειρότερο – των δυτικών συμφερόντων.

Το δεύτερο ζήτημα είναι συναφές με το πρώτο και αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις που επιβάλλονται από το Μνημόνιο. Το ελληνικό κεφάλαιο είναι ίσως από τα πιο ευρηματικά παγκοσμίως στο να κάνει μπίζνες με δημόσια χρήματα. Έτσι πίσω από και μέσα στις δημόσιες επιχειρήσεις λειτουργούν ισχυρότατα ιδιωτικά συμφέροντα που, με τον έλεγχο διοικητικών συμβουλίων και την πολιτική διαπλοκή, απομυζούν παχυλά συμβόλαια και υπεργολαβίες. Πρόκειται ουσιαστικά για ιδιωτικές μπίζνες όπου οι ιδιώτες επικαρπωτές δεν επωμίζονται κανένα σχεδόν βασικό πάγιο κόστος αλλά ξεκοκαλίζουν όλα τα φιλέτα. Ουσιαστικά δηλαδή πίσω από το δημόσιο κέλυφος κρύβονται ισχυρά – άλλοτε συνεργαζόμενα και άλλοτε ανταγωνιστικά – ιδιωτικά συμφέροντα. Εάν οι δημόσιες αυτές επιχειρήσεις ιδιωτικοποιηθούν και μάλιστα καταλήξουν σε ξένα κεφάλαια τότε τα ελληνικά κεφάλαια κινδυνεύουν να χάσουν αυτές τις χρυσοτόκες όρνιθες καθώς οι νέοι ξένοι ιδιοκτήτες δύσκολα θα ανεχθούν να τους «δαγκώνουν» οικονομικά οι εγχώριοι επιχειρηματίες όπως έκαναν προηγουμένως στις δημόσιες επιχειρήσεις. Μέχρι τώρα, σε μία σειρά ιδιωτικοποιήσεις (ή και σε εξαγορές ιδιωτικών επιχειρήσεων – βλέπε, για παράδειγμα, την περίπτωση του τηλεοπτικού σταθμού Alpha, την αγορά του από την RTL που ποτέ δεν μπόρεσε να αυτονομηθεί από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη Κοντομηνά και που τελικά φέτος έδωσε το σταθμό πίσω σ’ αυτόν) που ενεπλάκησαν ξένα κεφάλαια τα τελευταία σπάνια κατάφεραν να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο των επιχειρήσεων αυτών και ουσιαστικά παρέμειναν δέσμια των ελληνικών κεφαλαίων που τις έλεγχαν προηγουμένως. Όμως μία του κλέφτη, δύο του κλέφτη που λέει και ο λαός μας …

Μπορεί το ελληνικό κεφάλαιο να δίνει αυτές τις δύο μάχες για το τομάρι του αλλά είναι φανερό ότι συνολικά η ελληνική οικονομία πορεύεται προς την άβυσσο. Το Μνημόνιο, δηλαδή η κυρίαρχη στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης που συνομολογήθηκε από την ελληνική αστική τάξη και τους ηγεμονικούς δυτικούς ιμπεριαλισμούς, είναι σαφές ότι δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας (για τους λόγους αποτυχίας του Μνημονίου βλέπε «Το νέο Μνημόνιο οδηγεί στην καταστροφή – Μόνη διέξοδος η αποδέσμευση από την ΕΕ», https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2012/02/12/%CF%84%CE%BF-%CE%BD%CE%AD%CE%BF-%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BF-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CE%AF-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86/). Αυτό γίνεται πλέον και δημόσια παραδεκτό, βλέπε πρόσφατες δηλώσεις του έλληνα εκπροσώπου στο ΔΝΤ Π.Ρουμελιώτη ότι το τελευταίο γνώριζε από την αρχή ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν πρόκειται να πετύχει. Μάλιστα γίνεται και ένας μικρός σκυλοκαβγάς γι’ αυτό που προφανώς εμπλέκεται στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ ΗΠΑ, ΕΕ και «νεο-αναδυόμενων» οικονομιών. Το ΔΝΤ προσπαθεί να βγάλει την ουρά του έξω από την διαφαινόμενη ελληνική αποτυχία για μία σειρά λόγους. Πρώτον, προσπαθεί να μην λερώσει κι άλλο το ούτως ή άλλως αμαυρωμένο όνομα του με μία ακόμη παταγώδη αποτυχία. Δεύτερον, μέσω αυτού οι ΗΠΑ πιέζουν την ΕΕ για τις δικές τους στρατηγικές επιλογές (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί», https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2011/10/29/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4/). Τρίτον, γιατί πιέζουν την ΕΕ και οι «νεο-αναδυόμενες» οικονομίες, που άλλωστε το μερίδιο τους στα κεφάλαια του ΔΝΤ έχει αυξηθεί και φυσικά δεν σκοπεύουν να το ξοδέψουν ξελασπώνοντας την ΕΕ. Είναι φανερό πλέον ότι ο μόνος στόχος συνέχισης της Μνημονιακής στρατηγικής είναι το κέρδισμα χρόνου για την ΕΕ μέχρι να δουν οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί τι γίνεται με την παγκόσμια οικονομική κρίση και τους ανταγωνισμούς τους με τα άλλα παγκόσμια ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Υπό την πίεση αυτών των διλημμάτων η τριμερής φιλο-μνημονιακή κυβέρνηση (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ) – που η ελληνική αστική τάξη μαζί με τους ξένους «εταίρους» της πειθαναγκαστικά επέβαλε στις τελευταίες εκλογές – δεν κρατά πλέον κανένα πρόσχημα παρά τα επικοινωνιακά εσωτερικά ψευτο-καυγαδάκια της. Δεν κρατά καμία από τις προεκλογικές υποσχέσεις της περί επαναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου και προχωρά να το εφαρμόσει παίρνοντας νέα βαριά αντιλαϊκά μέτρα. Χρησιμοποιώντας όλο το οπλοστάσιο παραπληροφόρησης και διαστροφής της πραγματικότητας που διαθέτει – ιδιαίτερα με τα ΜΜΕ της διαπλοκής που παρεμπιπτόντως δεν πληρώνουν τίποτα για τις κρατικές συχνότητες που έχουν ιδιωτικοποιήσει (άλλο ένα εξαίσιο παράδειγμα ιδιωτικοποίησης) – και που θα το ζήλευε και ο Γ.Γκαίμπελς. Παρόλα αυτά, με όλα τα κόλπα και την προσπάθεια τους να προκαλέσουν έναν εσωτερικό κοινωνικό εμφύλιο (στρέφοντας την μία κοινωνική ομάδα ενάντια στην άλλη και, τελευταία, ενεργοποιώντας τον ρατσισμό) δεν πρόκειται να σώσουν την οικονομία. Γνωρίζουν ότι ο «λογαριασμός» δεν βγαίνει καθώς έχουν αποτύχει σε όλους τους ποσοτικούς στόχους τους (εκτός από τον αδήλωτο στόχο της αύξησης της εργατικής εκμετάλλευσης). Δεν έχει επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα καθώς τα δημοσιονομικά έσοδα (λόγω ύφεσης και αδυναμίας δομικού μετασχηματισμού του ελληνικού καπιταλισμού μέσα σ’ αυτήν) μονίμως υστερούν ενώ η αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της δεν περικόπτουν επ’ ουδενί τις δικές τους σπατάλες. Εξ ου και οι εν μέρει πραγματικές εν μέρει υποκριτικές ευρωπαϊκές κραυγές (βλέπε Γιουνκέρ) ότι βλέπουν πολλούς έλληνες φτωχούς να υποφέρουν αλλά κανένα πλούσιο. Η ανταγωνιστικότητα και οι εξαγωγές καρκινοβατούν γιατί η ανάκαμψη μέσω αυτών είναι μία μακροχρόνια διαδικασία και επιπλέον η αποδιάρθρωση της οικονομίας λόγω Μνημονίου τις υπονομεύουν (χαρακτηριστικό παράδειγμα η δυσκολία απόκτησης εμπορικών πιστώσεων). Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ δεν πρόκειται να πετύχει τους ορισμένους στόχους (άλλωστε και το 120% το 2015 δεν είναι ένα βιώσιμο επίπεδο και συνεπώς δεν λύνει το πρόβλημα το χρέους). Τέλος, και πιο σημαντικό απ’ όλα, η ελληνική οικονομία έχει μπει σε ένα υφεσιακό σπιράλ που συνεχίζεται αδιάπτωτο εξευτελίζοντας τόσο τις δηλωμένες όσο και τις αδήλωτες προβλέψεις του Μνημονίου. Χαρακτηριστικά, είναι πλέον προφανές  ότι – ακόμη και με τις γνωστές αλχημείες – η ύφεση εφέτος θα ξεπεράσει τα περσινά επίπεδα και φυσικά οι βλακώδεις προβλέψεις για ανάκαμψη από το 2013 είναι απλό κουτόχορτο.

Σε τι ελπίζει λοιπόν η ελληνική αστική τάξη; Απλά σε κάποια κόκκαλα από τους δυτικούς ηγεμόνες και ίσως σε κάποιο υπερατλαντικό από μηχανής θεό. Τα κόκκαλα έχουν να κάνουν με τον φόβο της ΕΕ για τις συνέπειες από μία ελληνική κατάρρευση. Ο υπερατλαντικός από μηχανής θεός εντάσσεται στις γενικότερες πιέσεις των ΗΠΑ για ποσοτική χαλάρωση και στην ΕΕ (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί», https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2011/10/29/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B4/) καθώς και στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς τους. Με λίγα λόγια, η ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της κοιτάνε μυωπικά το τομάρι τους και ταυτόχρονα εκλιπαρούν για στήριξη. Σε καμία περίπτωση δεν φαίνονται ικανοί να διαμορφώσουν ένα δικό τους αυτοτελές σχέδιο και εξαρτώνται πλέον ασφυκτικά από τις επιλογές των ξένων «εταίρων» τους.

Τι όμως προσπαθούν να κάνουν οι ηγεμόνες της ΕΕ; Και εδώ φαίνεται ότι κάθε αυτοπεποίθηση και σιγουριά έχει χαθεί και πλέον παλεύουν και αυτοί με τις αντιφάσεις τους ενώ πλέον εμφανίζονται και σημαντικές διαφωνίες και ρωγμές. Η ατιμωτική εκδίωξη του Ν.Σαρκοζύ από την γαλλική αστική τάξη (ο πρώτος Γάλλος πρόεδρος που δεν επιτυγχάνει δεύτερη θητεία) και οι βρώμικες (γιατί γίνονται στην πλάτη των ευρω-περιφερειακών οικονομιών) εκ νέου διαπραγματεύσεις με την Γερμανία είναι ενδεικτικές: ο γαλλο-γερμανικός άξονας τίθεται υπό διαπραγμάτευση και δεν είναι πλέον εκ προοιμίου δεδομένος. Τα γαλλικά παιχνίδια με τις ΗΠΑ είναι χαρακτηριστικά ενώ ο άλλος αμερικανικός εταίρος – η Αγγλία – προσπαθεί να επανατοποθετηθεί στο ευρωπαϊκό παιχνίδι αν και η οικονομία της είναι σε άθλια κατάσταση (και οι πολιτικές λιτότητας του Κάμερον την χειροτερεύουν ήδη). Ακόμη περισσότερο οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στη Γερμανία, που μέσα στην κρίση έχει ισχυροποιηθεί μεν ιδιαίτερα (λόγω καλύτερης οικονομικής κατάστασης, που φυσικά την έχουν πληρώσει οι γερμανοί εργαζόμενοι και η ευρω-περιφέρεια) αλλά ταυτόχρονα καλείται να πληρώσει και την λυπητερή.

Οι ευρωπαίοι ηγεμόνες – ο καθένας για το εαυτό του και όλοι μαζί – προσπαθούν να αξιολογήσουν την κατάσταση και να χαράξουν γραμμή πλεύσης. Το βασικό δίλλημα του γαλλο-γερμανικού άξονα είναι αν θα αναγκαστούν να προχωρήσουν σε μία ποσοτική χαλάρωση α-λα-ΗΠΑ (δηλαδή με κατευθείαν αγορές κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ και τύπωμα χρήματος) που όμως θα θάψει τις ελπίδες για μία αμφισβήτηση της ηγεμονίας του δολαρίου και ταυτόχρονα θα διασαλεύσει τις πολιτικές λιτότητας τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στην κινεζοποιούμενη ευρω-περιφέρεια. Κάτι τέτοιο γνωρίζουν ότι απλά θα απομακρύνει την κρίση χωρίς να την επιλύσει και ταυτόχρονα ότι έχουν προσπαθήσει μέχρι τώρα με την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση θα πάει περίπατο. Επιπλέον, τσακώνονται για το κόστος μίας τέτοιας επιλογής καθώς είναι προφανές ότι θα το επωμιστεί ιδιαίτερα η Γερμανία (και οι χώρες γύρω από αυτήν), κάτι φυσικά αδιανόητο γι’ αυτήν. Ήδη, τόσο με τα LTRO (μακροχρόνιες διαδικασίες επαναχρηματοδότησης) όσο και με τα προγράμματα ELA (παροχή έκτακτης ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες σε ιδιωτικές), μία περιορισμένη και ελεγχόμενη πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης έχει προωθηθεί. Όμως αυτή είναι περιορισμένη, βραχυπρόθεσμη και ακόμη πραγματικά λεφτά δεν έχουν μπει στο τραπέζι καθώς όλα αυτά τα παιχνίδια γίνονται με μόχλευση, δηλαδή «τοξικά» εν τέλει (καθώς είναι «φούσκες») εργαλεία. Ουσιαστικά τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα παίζουν κρυφτούλι  μεταξύ τους. Προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κρίση υπερσυσσώρευσης αυξάνοντας την εκμετάλλευση (πράγμα που επιδρά θετικό στο ποσοστό κέρδους) αλλά διστάζοντας να προχωρήσουν δραστικά στην απαξίωση κεφαλαίων (δηλαδή στην απο-συσσώρευση κεφαλαίου) καθώς φοβούνται ότι έτσι θα ανοίξουν πύλες της κολάσεως αντίστοιχες (αν όχι χειρότερες) με αυτές της κρίσης του 1929. Έτσι το κάθε ένα διεθνές ιμπεριαλιστικό κέντρο προσπαθεί να φορτώσει στο άλλο ιδιαίτερα το κόστος της απαξίωσης κεφαλαίων.

Πως εμπλέκονται αυτοί οι ιμπεριαλιστικοί σκυλοκαβγάδες με την ελληνική τραγωδία; Μα φυσικά άμεσα. Η χώρα μας έχει την ατυχία, ιδιαίτερα χάρη στη σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής αστικής τάξης για ένταξη στην ΕΕ (βλέπε «Η κρίση της ΕΕ, η Ελλάδα και η Αριστερά», https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2012/01/11/%CE%B7-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B5-%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC/), να έχει βρεθεί κυριολεκτικά στο μάτι του κυκλώνα. Μαζί με τις υπόλοιπες ευρω-περιφερειακές χώρες ωθήθηκε στη ζώνη της εσωτερικής ευρωπαϊκής «κινεζοποίησης» (δηλαδή οικονομίες-παρίες χαμηλού εργασιακού κόστους) έτσι ώστε να στηριχθεί η κερδοφορία τόσο του ελληνικού κεφαλαίου όσο, και κυρίως, του ξένου. Όταν το εγχείρημα αυτό ξέφυγε από τον έλεγχο και, χάρις και στους διεθνείς ενδο-ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, η ΕΕ στο σύνολο της μπήκε στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης τότε η χώρα μας έγινε όχι μόνο ένα πειραματόζωο αλλά και ένας δυνητικός αποδιοπομπαίος τράγος. Για τους ηγεμονικούς ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς, στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τη συνταγή της ποσοτικής χαλάρωσης και της ιμπεριαλιστικής υποβάθμισης, το δίλημμα είναι το ακόλουθο: μία τελετουργική θυσία ορισμένων χωρών (με την Ελλάδα πρώτη και καλύτερη μεταξύ αυτών) θα καταπράυνε τους διεθνείς ανταγωνιστές τους ή θα τους άνοιγε περισσότερο την όρεξη; Και επιπλέον, μία τέτοια κίνηση θα ήταν τεχνικά ελεγχόμενη ή θα οδηγούσε σε ένα ντόμινο ατυχημάτων που θα οδηγήσουν σε ολοκληρωτική καταστροφή. Με περισσότερο τεχνικούς όρους: μία ελληνική (κατ’ αρχήν) χρεωκοπία και έξοδος από την ΟΝΕ θα έπειθε τις διεθνείς αγορές ότι η ΕΕ συγυρίζει τα του οίκου της και γίνεται μία βιώσιμη οντότητα ή θα σηματοδοτούσε την έκρηξη των εγγενών αντιφάσεων της (ανισόμετρες και αποκλίνουσες οικονομίες, μη-βέλτιστη νομισματική περιοχή κλπ.) που θα επεξέτεινε το πρόβλημα στο σύνολο της ΕΕ και θα οδηγούσε τελικά στη διάλυση της;

Το δίλημμα αυτό μελετούν οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί ο καθένας για λογαριασμό του και με βάση τις δικές του οικονομικές και γεωπολιτικές προτεραιότητες. Το μελετά ιδιαίτερα ο γερμανικός καπιταλισμός που έχει και τον πρώτο λόγο καθώς έχει κερδίσει αλλά και κινδυνεύει να χάσει τα περισσότερα από την υπόθεση της ΕΕ. Το ερώτημα είναι δύσκολο καθώς εκτός από το άμεσο κόστος μίας ελληνικής τελετουργικής θυσίας (που ο Economist αποτίμησε σε 320 δις ευρώ – βλέπε http://www.euro2day.gr/specials/topics/135/articles/718673/Article.aspx) και ακόμη και αν θεωρηθεί ότι έχουν ελεγχθεί εντελώς οι όποιες «τοξικές» παρενέργειες στο ευρωπαϊκό και διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα με την πρόσφατη ελεγχόμενη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (το «κούρεμα» μετέθεσε το ελληνικό χρέος κυρίως σε κρατικά χέρια) τίποτα δεν διαβεβαιώνει ότι στη συνέχεια δεν θα μπουν στο επίκεντρο (γιατί στο στόχαστρο ήδη είναι) η Ισπανία και η Ιταλία. Στην περίπτωση αυτή κανένα Μνημόνιο δεν μπορεί να υπάρξει γιατί απλά δεν υπάρχουν τα πραγματικά απαιτούμενα ποσά για μία «διάσωση» και φυσικά οι γεωπολιτικοί τριγμοί θα είναι συγκλονιστικοί.

Όσο επεξεργάζονται το δίλημμα αυτό οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί προβληματίζονται για μία σειρά ενδιάμεσες λύσεις. Η πρώτη είναι μία νέα ελεγχόμενη χρεωκοπία μέσα στο ευρώ. Αυτή θα αφορά τα δάνεια από την ΕΚΤ και τις χώρες-μέλη της ΟΝΕ. Στην κατεύθυνση αυτή πιέζει το ΔΝΤ (και για τους λόγους που προαναφέραμε). Όμως, στην περίπτωση αυτή για πρώτη φορά από την αρχή της ελληνικής κρίσης θα «πονέσουν» πραγματικά οι ηγεμονικές ευρωπαϊκές οικονομίες καθώς θα χάσουν χρήματα, ενώ μέχρι τώρα δάνειζαν με κέρδος ή έδιναν αέρα κοπανιστό με μόχλευση και εγγυήσεις. Η δεύτερη λύση είναι η επιμήκυνση του ελληνικού προγράμματος και φυσικά ο επιπρόσθετος δανεισμός (για να καλυφθεί η χρονική καθυστέρηση) καθώς πλέον ούτε τα παπαγαλάκια των ελληνικών ΜΜΕ της διαπλοκής δεν μπορούν πλέον να τιτιβίσουν ότι μπορεί να πετύχει και να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Και η λύση αυτή έχει κόστος γιατί θα πρέπει – έστω με δανεισμό και μόχλευση – να δοθούν κάποια χρήματα (που ξεκίνησαν από 20 δις ευρώ και συνεχώς ο λογαριασμός ανεβαίνει όσο το Μνημονιακό πρόγραμμα πέφτει περισσότερο έξω). Και φυσικά, τώρα ιδιαίτερα που η ΕΕ μπαίνει σε ύφεση και η κρίση και οι ανταγωνισμοί αγριεύουν, κανένας από τους ούτως ή άλλως σφιχτοχέρηδες «εταίρους» μας δεν θέλει να δώσει. Βέβαια, όπως δημοσίευσαν οι Financial Times («Διετή παράταση χωρίς νέα δάνεια από εταίρους», http://www.euro2day.gr/ftcom_gr/194/articles/719438/ArticleFTgr.aspx), η οικτρή σημερινή ελληνική κυβέρνηση σκοπεύει να ζητήσει απλά την χρονική επιμήκυνση του Μνημονιακού προγράμματος (δηλαδή την μετάθεση της χρονικής επίτευξης των ούτως ή άλλως ανέφικτων στόχων) κατά δύο χρόνια χωρίς νέα δάνεια. Μένει φυσικά να δούμε αν οι ευρωπαίοι «εταίροι» θα την δώσουν έστω και αυτό το φύλλο συκής για να δικαιολογήσει το νέο γδάρσιμο του ελληνικού λαού που ετοιμάζει για τον Σεπτέμβριο.

Φυσικά υπάρχει και η περίπτωση του συνδυασμού αυτών των δύο λύσεων. Όμως και στις 2+1 αυτές περιπτώσεις (και ακόμη και στην παραλλαγή επαιτείας του Σαμαρά) η λιτότητα όχι μόνο δεν θα χαλαρώσει αλλά θα ενταθεί γιατί, εφόσον «πονέσουν» λίγο οι ξένοι και έλληνες καπιταλιστές θα απαιτήσουν ακόμη μεγαλύτερο πόνο από το λαό μας. Επίσης, όσα φληναφήματα και να ειπωθούν περί ανάπτυξης (δηλαδή χάδια για το ελληνικό κεφάλαιο) δεν θα υπάρξει τίποτα γιατί απλά τόσο η Μνημονιακή στρατηγική όσο και η σημερινή κατάσταση δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο.

Αν αυτές οι ενδιάμεσες λύσεις δεν ευοδωθούν τότε απεργάζονται πιο ρηξικέλευθες κινήσεις. Αυτή που σιγά-σιγά διαρρέεται προς τα έξω και προετοιμάζεται το έδαφος γι’ αυτήν είναι η εισαγωγή διπλού νομίσματος στην Ελλάδα και η έξοδος της από την ΟΝΕ σε μία παραλλαγή του παλιού «φιδιού στο τούνελ» (με το ECU) ή του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), δηλαδή των αποτυχημένων συστημάτων νομισματικής σύνδεσης που προηγήθηκαν της ΟΝΕ. Οι απόψεις αυτές, συζητημένες ήδη εν κρυπτώ αλλά και δημόσια παλιότερα, επαναδιατυπώθηκαν πρόσφατα από τον H.Sinn («Έξοδος μετ’ επιστροφής από ευρώ», http://www.euro2day.gr/ftcom_gr/194/articles/717217/ArticleFTgr.aspx).

Η αρχική κίνηση μάλλον θα είναι το ελληνικό δημόσιο να αρχίσει να πληρώνει μέρος των υποχρεώσεων με τη μορφή κάποιου χαρτιού IOY (αυτό έγινε κατά κόρον ιδιαίτερα από τις ομοσπονδιακές πολιτείες στην Αργεντινή πριν το σπάσιμο της δολαριοποίησης). Δηλαδή θα δημιουργηθεί ουσιαστικά ένα δεύτερο εσωτερικό νόμισμα που η ισοτιμία του θα κυμαίνεται και θα εξαρτάται από το ευρώ. Φυσικά άμεσα σχεδόν η ισοτιμία αυτή θα κατρακυλήσει καθώς η αξιοπιστία του εκδότη (δηλαδή του ελληνικού Δημοσίου) θα καταρρέει. Συνεπώς αυτό το IOY θα είναι ένα χαρτί εσωτερικής κυκλοφορίας και φθίνουσας αγοραστικής δύναμης που θα εντείνει τα προβλήματα επιβίωσης όσον αμείβονται με αυτό. Όμως ένα τέτοιο σύστημα διπλού νομίσματος είναι εγγενώς ασταθές για πάρα πολλούς λόγους και μπορεί να λειτουργήσει μόνο βραχυχρόνια. Αναγκαστικά θα οδηγήσει στην έξοδο από το ευρώ.

Εδώ θα ακολουθήσει η επόμενη κίνηση δηλαδή η έξοδος της Ελλάδας από την ΟΝΕ. Όμως η έξοδος αυτή δεν θα οδηγήσει στην ανεξαρτητοποίηση της χώρας από την ευρωπαϊκή μέγγενη. Αντιθέτως, πιθανά με κάποιο καρότο μίας «αναπτυξιακής» βοήθειας και της υπόσχεσης επιστροφής στο ευρώ αν είμαστε καλά παιδιά, το νέο νόμισμα θα είναι ένας δορυφόρος του ευρώ. Με λίγα λόγια, η συναλλαγματική ισοτιμία του θα κυμαίνεται μέσα σε ένα φάσμα διακύμανσης γύρω από το ευρώ. Και φυσικά το ελληνικό κράτος δεν θα μπορεί να ρυθμίσει την συναλλαγματική ισοτιμία αυτοβούλως (ακόμη και μέσα σ’ αυτά τα ελεγχόμενα περιθώρια) αλλά πάντα σε συμφωνία με τους ευρωπαίους δανειστές και επικυρίαρχους. Το σύστημα του «φιδιού στο τούνελ» και του ΕΝΣ ουσιαστικά εξαρτά ένα νόμισμα από ένα άλλο (καθώς η συναλλαγματική ισοτιμία του πρώτου επιτρέπεται να κινηθεί μέσα σε ένα συν-πλην φάσμα διακύμανσης από αυτή του δεύτερου). Πρακτικά το πρώτο νόμισμα γίνεται ένα φθηνό εξάρτημα του δεύτερου, η χώρα του αποκτά κάποιες δυνατότητες υποτίμησης που όμως είναι, είτε άμεσα είτε έμμεσα, υπό τον έλεγχο της χώρας του δεύτερου. Στην ελληνική περίπτωση θα είναι άμεσα καθώς η χώρα θα είναι δέσμια των δανειστών της. Συνεπώς, όλα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής (δημοσιονομική, νομισματική, συναλλαγματική, εμπορική και βιομηχανική) θα παραμείνουν δέσμιες των ευρωπαίων ηγεμόνων. Απλά η διαχείριση τους θα μπορεί να είναι πιο ελαστική. Σε καμία περίπτωση η χώρα δεν θα αποκτήσει τη δυνατότητα αυτόνομης χάραξης πολιτικής. Με την μέθοδο αυτή θα επιδιωχθεί να διατηρηθεί ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ φτιάχνοντας και τυπικά μία μαλακή περιφέρεια γύρω του εξαρτημένη από αυτόν και πιο αδύναμη από πριν. Γι’ αυτό και η ελληνική αστική τάξη όταν είχαν πρωτοπροβληθεί, επί Σημίτη, οι απόψεις περί ΕΕ δύο ταχυτήτων είχε αντιδράσει υστερικά διακηρύσσοντας ότι θα είναι στην πρώτη ταχύτητα ότι θυσίες και να χρειασθούν. Φαίνεται πλέον ότι θα υποβιβασθεί όχι στη δεύτερη αλλά σε ακόμη χαμηλότερη ταχύτητα και θα το καταπιεί κάνοντας το στανιό φιλότιμο και ξεσπώντας στον ελληνικό λαό για να βγάλει κάποια από τα σπασμένα. Φυσικά σε μία τέτοια εξέλιξη η χώρα και ο λαός θα έχουν ήδη υποβαθμισθεί σε περίπου τριτοκοσμικά επίπεδα. Απλά η ελληνική αστική τάξη, όπως και στις προηγούμενες καταστροφές από τις παλιότερες «Μεγάλες Ιδέες» της, θα κρύψει και διασφαλίσει τον συσσωρευμένο πλούτο της και θα επιδιώξει να διασφαλίσει την κυριαρχία της – χρησιμοποιώντας «αριστερούληδες» ή ακροδεξιούς διαχειριστές εκτάκτων καταστάσεων – ελπίζοντας να μπορέσει να επανακάμψει στο μέλλον.

Είναι φανερό πλέον ότι όλες οι εξελίξεις οδηγούν σε αυτό που είναι το βασικό δίλημμα για την ελληνική κοινωνία και χωρίζει τα συμφέροντα των βασικών τάξεων της: μέσα ή έξω από την ΕΕ. Όχι απλά κάποια αναδιάρθρωση του χρέους ή έξοδος από την ΟΝΕ – όπως διατείνονται «αριστερούλικες» φωνές – καθώς αυτά είναι εργαλεία που ήδη χρησιμοποίησε ή πρόκειται να χρησιμοποιήσει η αστική τάξη και οι δυτικοί «εταίροι» της προς όφελος τους. Η βασική κόκκινη γραμμή, αυτή που χωρίζει τους φίλους και τους αντιπάλους του συστήματος, είναι η συνολική στάση απέναντι στην ΕΕ. Μία Αριστερά που σέβεται το εαυτό της, δεν στρουθοκαμηλίζει, δεν σκιαμαχεί (και μεταξύ της) και δεν ονειρεύεται να γίνει διαχειριστής του συστήματος οφείλει να διατυπώσει ένα συνεκτικό και ρεαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα με βασικό άξονα την αποδέσμευση από την ΕΕ. Το μεταβατικό αυτό πρόγραμμα αναγκαστικά θα είναι πρόγραμμα σοσιαλιστικής μετάβασης που ταυτόχρονα θα απαντά ρεαλιστικά στα πιεστικά και άμεσα λαϊκά προβλήματα (αναλυτικότερα βλέπε «Αποδέσμευση από την ΕΕ: κρίσιμη προϋπόθεση για το άνοιγμα μιας διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης στη χώρα μας», https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/wp-admin/post.php?post=958&action=edit). Δυστυχώς, μέχρι τώρα όλα τα βασικά ρεύματα της ελληνικής Αριστεράς αδυνατούν να συγκροτήσουν ένα τέτοιο ρεαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα και εξασκούνται, εκτός από ανούσιους διαξιφισμούς, είτε σε στρουθοκαμηλικά σχέδια διαχείρισης του συστήματος είτε σε φωνακλάδικα επαναστατικά κηρύγματα που όμως δεν φέρνουν καμία επανάσταση. Και όλα αυτά όταν ο τόπος χρειάζεται περισσότερο από ποτέ μία ριζική ανατροπή. Είτε για να αποφευχθούν τα χειρότερα είτε, εάν έρθουν τα χειρότερα, για να υπάρξει αχτίδα φωτός για το ταλαίπωρο λαό μας στο μέλλον.

Στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες στο τέλος επέρχεται η κάθαρση, δηλαδή μία ριζική λύση. Η κάθαρση επίσης συνήθως συνδέεται με την έννοια της απόδοσης δικαιοσύνης. Μένει να δούμε τι θα γίνει στη σημερινή ελληνική τραγωδία. Η τραγωδία απλά θα έχει μία τραγική κατάληξη ή, αν δεν αποφευχθεί, τουλάχιστον θα φέρει την κάθαρση και την δικαιοσύνη; Μόνο στη δεύτερη περίπτωση μπορεί ξανά να ελπίζει σε ένα μέλλον ο κόσμος της εργασίας. Μένει να φανεί εάν ο τελευταίος έχει τις δυνάμεις να υπερβεί ανεπαρκείς γραμμές και σχηματισμούς και να χαράξει ένα τέτοιο μέλλον.

Άρθρο μου στο Euro2day με τίτλο: Τρελοκομείον «Η Ωραία Ευρωπαϊκή Ένωσις»

Τρελοκομείον «Η Ωραία Ευρωπαϊκή Ένωσις»

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα(*)
Δημοσιεύθηκε: 07:45 – 12/01/12
Άλλη μία ευρωπαϊκή συμφωνία σωτηρίας του ευρώ (αυτή της 26ης Οκτωβρίου 2011) έχει πάρει τη γνωστή άγουσα που ακολούθησαν και οι προηγούμενές της. Και για άλλη μία φορά το γνωστό ντουέτο Μέρκελ – Σαρκοζί συναντιέται ακκιζόμενο για να ανανεώσει τους αμοιβαίους όρκους πίστης του (και ταυτόχρονα να ανταλλάξει και μερικές πισώπλατες μαχαιριές) και να τάξει στις αγορές ότι θα ξεζουμίσει ακόμη πιο αποτελεσματικά τους λαούς των ευρωπαϊκών χωρών.Νέες τηλεδιασκέψεις και συναντήσεις έπονται, γνωστά συστημικά φερέφωνα και κονδυλοφόροι θα θριαμβολογήσουν για άλλη μία «σωτηρία» και σύντομα η πραγματικότητα θα τους ανακαλέσει σκληρά στην τάξη. Βέβαια, όλα αυτά σε βάρος των λαών, που πληρώνουν ολοένα και πιο ακριβά τα σπασμένα του ευρωπαϊκού τσίρκου.

Το 2012 (όπως και το 2011) σημαδεύεται από την κρίση όχι μόνο του ευρώ αλλά και όλου του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ε.Ε. αποτέλεσε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα, καθώς οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις προσπάθησαν να φτιάξουν έναν ενιαίο πόλο και μάλιστα σε αυτήν την περιοχή της υδρογείου όπου ο καπιταλισμός γεννήθηκε κατ’ εξοχήν με τη μορφή του εθνικού κράτους.

Βέβαια, πίσω από τα φληναφήματα περί κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας υπάρχει ένα πυραμιδοειδές ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται λίγες ισχυρές χώρες. Ακολουθεί μία ενδιάμεση βαθμίδα με λιγότερο ισχυρές και ανεπτυγμένες οικονομίες. Τέλος, η βάση της πυραμίδας είναι οι χώρες της λεγόμενης ευρωπεριφέρειας, με πιο αδύναμες οικονομίες.

Στο εσωτερικό της πυραμίδας αυτής το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, δηλαδή υπάρχει μεταφορά πλούτου από τις πιο αδύναμες οικονομίες στις πιο ισχυρές. Το εγχείρημα αυτό πέρασε από αρκετές καμπές, τις οποίες κάθε φορά ξεπερνούσε με μία φυγή προς τα εμπρός. Όμως, η τρέχουσα οικονομική κρίση φέρνει στο προσκήνιο τις εγγενείς αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με τρόπο που καμία φυγή προς τα εμπρός δεν μπορεί πλέον να τις αντιμετωπίσει.

Οι ιθύνοντες κύκλοι, αφού απέτυχαν να προβλέψουν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, τη χαρακτήρισαν απλώς χρηματοπιστωτική (αγνοώντας τις ρίζες της στην πραγματική οικονομία) και επιπλέον έσπευσαν στρουθοκαμηλικά να εξαγγείλουν το ξεπέρασμά της. Βέβαια, ήδη γνωρίζουν ότι η κρίση επιστρέφει το 2012 με τόση ένταση που μπορεί να κάνει την προηγούμενη φάση της απλό αστείο.

Η οικονομική κρίση οξύνει τους διεθνείς ανταγωνισμούς. Εδώ η Ε.Ε προσπάθησε να παίξει ένα πονηρό παιχνίδι. Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης οι ΗΠΑ προχώρησαν σε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και σε μία πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική (με περίπου μηδενικά επιτόκια αλλά και διαδοχικά προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης).

Περίπου το ίδιο έκαναν και αρκετές οικονομίες της Λεκάνης του Ειρηνικού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κίνα, όπου εφαρμόστηκε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, αλλά με μία όχι πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική (καθώς η Κίνα δεν έχει πρόβλημα χρηματοδότησης).

Αντιθέτως, η Ε.Ε. ακολούθησε σφιχτή δημοσιονομική πολιτική και ταυτόχρονα πιο σφιχτή νομισματική πολιτική (καθώς οι μειώσεις των επιτοκίων ήταν πιο αργές και μικρότερες από αυτές της FED). Αυτό σήμαινε ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα «φουσκώνουν» τις οικονομίες τους για να αντιμετωπίσουν τον άμεσο κίνδυνο της κρίσης, αλλά ταυτόχρονα διακινδυνεύουν το σκάσιμο της «φούσκας» να τις κατακρημνίσει.

Από την άλλη, η Ε.Ε. επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας και στους μεν και στους δε), ενώ κρατά πιο νοικοκυρεμένη τη δική της οικονομία και φυσικά μην παρέχοντας αντίστοιχες διευκολύνσεις στους τελευταίους.

Ταυτόχρονα, ξεκίνησε μία «εσωτερική κινεζοποίηση» της Ευρωλάνδης βάζοντας την ευρωπεριφέρεια στη μέγκενη του χρέους. Δηλαδή, οι ηγεμονικές χώρες τεχνηέντως οδήγησαν σε έκρηξη του εξωτερικού χρέους των PIIGS έτσι ώστε να μπουν -έμμεσα ή άμεσα- σε μνημόνια, δηλαδή σε εκχώρηση της οικονομικής κυριαρχίας τους και σε υποβάθμιση στον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας.

Στόχος της κίνησης αυτής δεν είναι μόνο η μετατροπή τους σε πισθάγκωνα δεμένους οφειλέτες και η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων τους έναντι πινακίου φακής. Επιπλέον, είναι η μετατροπή τους σε… ευρωπαϊκές Κίνες, με μηδαμινούς μισθούς και άθλιες εργασιακές σχέσεις.

Όμως, το σχέδιο αυτό είναι πολύ πονηρό για να βγει αληθινό. Οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι δεν αφήνουν φυσικά την Ε.Ε. να παίξει ανενόχλητα σε βάρος τους. Έτσι -ιδιαίτερα μέσω των υποτιθέμενα ανώνυμων «αγορών» και των οίκων αξιολόγησης (δύο μηχανισμών που επηρεάζονται καθοριστικά από τις ΗΠΑ)- η κρίση χρέους της ευρωπεριφέρειας μετατράπηκε σε κρίση χρέους της Ε.Ε. συνολικά και σε κρίση του ευρώ.

Αυτό που ξεκίνησε ως ελεγχόμενη φωτιά εντός αντιπυρικών ζωνών εξελίχθηκε σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά. Οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι πιέζουν την Ε.Ε. να «φουσκώσει» και αυτή την οικονομία της – μέσω τόσο δανεισμού (ευρωομόλογο κ.λπ.) όσο και, κυρίως, μιας ευρωπαϊκής ποσοτικής χαλάρωσης (ιδιαίτερα με το τύπωμα χρήματος).

Φυσικά, κάτι τέτοιο θα αφήσει τον ευρωπαϊκό πόλο πίσω από τους βασικούς ανταγωνιστές του. Γι’ αυτό και η Γερμανία -έχοντας ήδη κάνει έγκαιρα τη δική της εσωτερική… κινεζοποίηση επί Σρέντερ με μείωση του μισθολογικού κόστους και ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων- ανθίσταται με νύχια και με δόντια στην προοπτική αυτή.

Όλα όμως τα διαδοχικά σχέδια σωτηρίας της Ε.Ε. τινάχτηκαν στο αέρα από τη «δυσπιστία των αγορών» ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Τα πρώτα σχέδια στόχευαν στο να δείξουν ότι η Ε.Ε. δεν θα αφήσει καμία οικονομία της να χρεοκοπήσει και ότι ο ηγεμονικός πυρήνας της θα βάλει κάποια λεφτά στο τραπέζι (αλλά όχι πολλά), ενώ η κινεζοποίηση της ευρωπεριφέρειας θα τρέξει πιο γρήγορα.

Αυτά ανατράπηκαν αμέσως καθώς οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι δεν σκόπευαν να αφήσουν την Ε.Ε. να ξεφύγει έτσι εύκολα και επιπλέον να κινεζοποιήσει μόνο για τον εαυτό της την ευρωπεριφέρεια. Το επόμενο σχέδιο προέβλεπε κάποια περισσότερα χρήματα από τον ηγεμονικό πυρήνα (την επιτάχυνση του EFSF και την αύξηση του ESM), που όμως θα προέκυπταν πουλώντας -και μάλιστα σε εποχή αυξημένης παγκόσμιας τοξικότητας- τοξικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα στους Ρώσους και στους Κινέζους. Και φυσικά οι τελευταίοι τα απέρριψαν σκαιά.

Η συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου 2011 δεν είχε καλύτερη τύχη και είναι και αυτή ήδη νεκρή. Ουσιαστικά, υπόσχεται μία πολύ μακροχρόνια λύση σε ένα πιεστικό βραχυχρόνιο πρόβλημα.

Δηλαδή, υπόσχεται ότι η Ευρωλάνδη θα κινεζοποιηθεί συνολικά και θα γίνει μία εξαιρετικά νοικοκυρεμένη ενοποιημένη οικονομία. Όμως, παραγνωρίζεται ότι αυτό δεν είναι εύκολο καθώς: (α) θα σημάνει την περαιτέρω ενίσχυση της γερμανικής ηγεμονίας (το οποίο ακόμη και η Γαλλία ολοένα και πιο δύσκολα ανέχεται), (β) οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι γνωρίζουν ότι αυτό θα στραφεί σε βάρος τους και (γ) είναι μία διαδικασία που απαιτεί αρκετό χρόνο για να εφαρμοστεί (ακόμη και με συνταγματικά πραξικοπήματα).

Ταυτόχρονα, το πρόβλημα του χρέους που χτυπά πλέον τον ευρωπαϊκό πυρήνα (από τη στιγμή όπου έθιξε την Ιταλία και πλέον και τη Γαλλία) απαιτεί άμεσες βραχυχρόνιες λύσεις. Το αγγλικό βέτο (που υποκρύπτει μέσω της γνωστής τσορτσιλιανής σχέσης τον αμερικανικό βραχίονα) δείχνει ότι οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι εξωθούν την Ε.Ε. στο μέχρι πρότινος αδιανόητο.

Ήδη η ECB εξαναγκάστηκε σε μία μορφή ποσοτικής χαλάρωσης (χωρίς όμως τύπωμα χρήματος) στις πρόσφατες δημοπρασίες ιταλικών ομολόγων, κάτι που φυσικά δεν έκανε στην ελληνική περίπτωση.

Η αλλαγή όμως αυτή οδηγεί τη Γερμανία σε κατάσταση υστερίας καθώς βλέπει ότι το Δ΄ Οικονομικό Ράιχ μπορεί να κατέκτησε οικονομικά την Ευρώπη χωρίς ντουφεκιά, κινδυνεύει παρ’ όλα αυτά με παταγώδη πλέον αποτυχία. Και μάλιστα θα χρειαστεί να πληρώσει και από αυτά που έχει υπεξαιρέσει. Γι’ αυτό και γίνεται ακόμη πιο άτεγκτο απέναντι στους υποδεέστερους «εταίρους» της Ε.Ε., τους οποίους έχει ήδη υποβιβάσει στη ζώνη της ευρωπαϊκής κινεζοποίησης.

Ο λαός μας δεν έχει κανένα συμφέρον από τη συμμετοχή σε όλο αυτό το ευρωπαϊκό τρελοκομείο. Ήδη συνειδητοποιεί ότι το ανάκτορο που του υποσχέθηκαν είναι στην πραγματικότητα ένα κάτεργο. Η μόνη διέξοδος είναι η απόδραση από αυτό.

* Ο κ. Σταύρος Δ. Μαυρουδέας είναι Αν. Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

 

Άρθρο μου με τίτλο «Αποδέσμευση από την ΕΕ: κρίσιμη προϋπόθεση για το άνοιγμα μιας διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης στη χώρα μας» σε προσεχές αφιέρωμα της ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Αποδέσμευση από την ΕΕ:

κρίσιμη προϋπόθεση για το άνοιγμα μιας διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης στη χώρα μας

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ

 

Η Ελλάδα και η «ευρωπαϊκή ενοποίηση»

 

Η στάση απέναντι στην ΕΟΚ (παλιότερα) και στην ΕΕ (σήμερα) αποτελεί κυριολεκτικά την διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δυνάμεων που περιορίζονται στα όρια της αστικής στρατηγικής και αυτών που επιδιώκουν να την ανατρέψουν. Το κριτήριο αυτό έχει σημαδέψει όλη την μεταπολιτευτική περίοδο και σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρο παρά ποτέ.

Η λεγόμενη «ευρωπαϊκή ενοποίηση» – ή ακριβέστερα η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού μπλοκ – αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα αλλά και βολονταριστικά μεταπολεμικά εγχειρήματα του καπιταλισμού. Ξεκίνησε μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο, με αμερικανικές ευλογίες, για να αντιμετωπίσει τον ανατολικό κίνδυνο και ταυτόχρονα να δεσμεύσει την απαραίτητη γερμανική ανασυγκρότηση έτσι ώστε να μην ξεφύγει σε μία τρίτη (μετά από αυτές των δύο παγκ. πολέμων) διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας. Άρχισε από ένα πυρήνα αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών αλλά μετά από διαδοχικές διευρύνσεις κατέληξε να συμπεριλάβει και μία σειρά λιγότερο αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Με αυτή την έννοια η «ευρωπαϊκή ενοποίηση» δεν αποτέλεσε ποτέ το κοινό σπίτι των λαών της Ευρώπης – αντίθετα με ότι εκ του πονηρού διάφορες «αριστερές» απόψεις πρόβαλλαν – και ούτε φυσικά μπορεί να μετεξελιχθεί σε κάτι τέτοιο. Από τον ίδιο τον γονότυπο της είναι μία λυκοσυμμαχία μεταξύ κρατών και των εθνικών κεφαλαίων τους (που όσο και εάν διαχύθηκαν και αλληλοδιαπλέχθηκαν ποτέ δεν έχασαν την εθνική βάση τους, όπως περίτρανα αποδεικνύει η σημερινή συγκυρία). Η λυκοσυμμαχία αυτή στοχεύει να αντιμετωπίσει άλλους ιμπεριαλισμούς και να εκμεταλλευθεί άλλες χώρες. Όσο υποχωρούσε ο ανατολικός κίνδυνος, με καθοριστική στιγμή την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ μετά το 1989, τόσο οι αυτοτελείς φιλοδοξίες ιδιαίτερα της Γερμανίας άρχισαν να αυτονομούνται από τις αμερικανικές επιταγές. Έτσι σταδιακά η «ευρωπαϊκή ενοποίηση» απέκτησε την σημερινή δομή και χαρακτήρα της. Δηλαδή, πρώτον, συγκροτήθηκε στο ένα από τους τρεις μεταπολεμικούς πυλώνες του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος (οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία αποτελούσαν τους άλλους δύο) και άρχισε να διεκδικεί μερίδια ισχύος από τους άλλους. Δεύτερον, εκτός από την ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση άλλων χωρών, δημιούργησε και στο εσωτερικό της σχέσεις ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης καθώς απέκτησε μία πυραμιδοειδή δομή όπου οι χώρες των ανώτερων βαθμίδων εκμεταλλεύονταν τις υπόλοιπες αλλά και όλες μαζί εκμεταλλεύονταν (φυσικά με διαφορετικούς τρόπους και βαθμούς) άλλες χώρες. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε με την Κοινή Αγορά και αναβαθμίσθηκε δραστικά με την ΟΝΕ. Έχει εύστοχα χαρακτηρισθεί ως μία νέο-μερκαντιλιστική δομή όπου τα εμπορικά πλεονάσματα των ηγεμονικών χωρών αντιστοιχούν εν πολλοίς στα εμπορικά ελλείμματα των περιφερειακών χωρών της «ενοποίησης». Όμως όλο αυτό το εγχείρημα έχει σοβαρότατα δομικά προβλήματα, που τα περισσότερα πηγάζουν από δύο συναφή στοιχεία: (α) επιδιώκει να ενώσει σε μία υπερεθνική πολιτική δομή χώρες οι οποίες γεννήθηκαν με βάση το έθνος-κράτος και που οι περισσότερες από αυτές είχαν ή/και έχουν ισχυρούς αυτοτελείς ιμπεριαλιστικούς ρόλους και (β) οι οικονομίες των χωρών-μελών διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους (δηλαδή έχουν άνισα επίπεδα ανάπτυξης). Η σημερινή οικονομική κρίση – η πρώτη μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα, η οποία δεν είναι μία απλή χρηματοπιστωτική κρίση (όπως διατείνονται οι επίσημες θεωρίες αλλά και οι ριζοσπαστικές θεωρίες περί χρηματιστικοποίησης) αλλά μία κρίση της πραγματικής καπιταλιστικής οικονομίας (βλέπε Μαυρουδέας (2009, 2011)) – έρχεται και οξύνει όλα αυτά τα προβλήματα και θέτει σε κίνδυνο την ίδια την βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής λυκοσυμμαχίας.

Ο ελληνικός καπιταλισμός προσχωρώντας στην λυκοσυμμαχία αυτή έβαζε ουσιαστικά ένα στοίχημα προσδοκώντας οφέλη αλλά και αναλαμβάνοντας κινδύνους. Κατ’ αρχήν, διασφάλισε το σύστημα στην επικίνδυνη πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Επιπλέον, διευκολύνθηκαν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις για την αντιμετώπιση της δομικής οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1973 (βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011)). Τέλος, και σημαντικότερο, προσδοκάται η αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού από δεύτερης γενιάς, μεσαίου βεληνεκούς καπιταλισμού με περιορισμένες ικανότητες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης άλλων χωρών σε εταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ. Δείγματα του τελευταίου δόθηκαν ιδιαίτερα με τις αυξημένες δυνατότητες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης των γειτονικών Βαλκανικών χωρών όλο το προηγούμενο διάστημα.

Όμως και οι κίνδυνοι είναι αξιοσημείωτοι. Το άνοιγμα της οικονομίας και ο ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς». Επιπρόσθετα, η εκχώρηση πολιτικών και οικονομικών εξουσιών στα κέντρα της ΕΕ, που υπηρετούν τον ηγεμονικό δυτικο-ευρωπαϊκό πυρήνα της, περιόρισαν την ελευθερία του ελληνικού κεφαλαίου και υπήγαγαν τα συμφέροντα του σε αυτά των πρώτων. Τέλος, και σημαντικότερο, η σημερινή κρίση και η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών θέτει εν κινδύνω την τρίτη προσδοκία, που αποτελεί και τον βασικό στρατηγικό στόχο του ελληνικού κεφαλαίου. Η σημερινή ελληνική κρίση και ο κίνδυνος χρεοκοπίας δεν είναι αποτέλεσμα της αβελτηρίας και της διαφθοράς των ελλήνων αλλά είναι μια βαθειά δίδυμη κρίση. Αποτελεί τον συνδυασμό (α) της δομικής κρίσης του καπιταλισμού (όπως αυτή εκδηλώνονται τόσο διεθνώς όσο και εθνικά) με (β) τα ιδιαίτερα ελληνικά διαρθρωτικά προβλήματα που το μεγαλύτερο μέρος τους προκύπτει ακριβώς από την συμμετοχή του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση (βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011).

Το ξέσπασμα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης όξυνε τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των βασικών πόλων του διεθνούς συστήματος για το ποιος θα ισχυροποιηθεί μεταφέροντας δικά του βάρη σε άλλους πόλους και φυσικά σε πιο αδύναμες χώρες. Όλες οι καπιταλιστικές οικονομίες προσέφυγαν μαζικά σε κρατικά προγράμματα για την στήριξη του κεφαλαίου με συνέπεια τα δημοσιονομικά ελλείμματα να εκτιναχθούν στα ύψη. Για να καλυφθεί το κόστος αυτών των προγραμμάτων χρειάζονται ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, πράγμα απίθανο καθώς η κρίση της πραγματικής οικονομίας όχι μόνο δεν φεύγει αλλά βαθαίνει. Εναλλακτικά, πρέπει να φορτωθούν άλλοι ιμπεριαλισμοί και αδύναμες χώρες τα κόστη της κρίσης.

Για τις ηγεμονικές δυνάμεις της ΕΕ η όξυνση της κρίσης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών βάζει σε κίνδυνο το βασικό όχημα τους για την διεκδίκηση παγκόσμιας ηγεμονίας, το ευρώ και, εν τέλει, αυτή την ίδια την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Γι’ αυτό εσπευσμένα στήθηκε ένας μηχανισμός εκμετάλλευσης των περιφερειακών χωρών της ΕΕ που μετατρέπονται σε οικονομικά και πολιτικά προτεκτοράτα. Με αστραπιαία ταχύτητα επιβάλλονται αντιλαϊκά μέτρα και αντιδραστικές δομικές αλλαγές που τις βυθίζουν στην ύφεση και στην υπερχρέωση. Η χώρα μας είναι από τα πρώτα θύματα αυτού του βρώμικου παιχνιδιού. Η ελληνική αστική τάξη συναινεί σ’ αυτό αφενός γιατί από την μείωση των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων ωφελείται και η δική της κερδοφορία και αφετέρου γιατί δεν τολμά να αντιταχθεί στους ευρωπαίους ηγεμόνες. Όμως κινδυνεύει ταυτόχρονα από την στρατηγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού σε χώρα υπό κηδεμονία και την εξαγορά των επιχειρήσεων και των πλουτοπαραγωγικών πόρων της από ξένα κεφάλαια έναντι πενιχρού αντιτίμου.

Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο καπιταλισμός και οι ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπλέκουν στο ίδιο το δόκανο τους. Η λεγόμενη κρίση χρέους ξεφεύγει από εργαλείο εκμετάλλευσης των αδύναμων χωρών και επιστρέφει να χτυπήσει το κέντρο του συστήματος καθώς η πραγματική βάση της οικονομικής κρίσης (η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου) δεν επιλύεται και οι ηγεμόνες του συστήματος στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου πολλές φορές με τυφλό και κυριολεκτικά αυτοκαταστροφικό τρόπο. Έτσι το ξεζούμισμα των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών, σε συνδυασμό με τον αυξανόμενο ανταγωνισμό της ΕΕ με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, φέρνει στο χείλος του γκρεμού πλέον και βασικές δυνάμεις (όπως την Ιταλία) και βάζει σε κίνδυνο το ίδιο το ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό μπλοκ.

 

 

Η Αριστερά και η ΕΕ

Φυσικά και έχει μία αξία να δει τι έχει πει και κάνει κάθε χώρος της ελληνικής Αριστεράς σχετικά με το ζήτημα της ΕΟΚ και της ΕΕ. Ιδιαίτερα, είναι σημαντικό να επισημαίνονται οι ευθύνες είτε της ευρώδουλης «Αριστεράς» είτε χώρων που ταλαντεύθηκαν ή και συνεχίζουν να ταλαντεύονται σε σχέση με τη στάση απέναντι της. Όμως το σημαντικότερο σήμερα είναι να δει κανείς – εφόσον αναγνωρίζει ότι η μία από τις δύο βασικές αιτίες της ελληνικής κρίσης είναι η ΕΕ – με ποια πολιτική πρόταση και ποιο πρόγραμμα θα απαντήσει στην κρίση από τη σκοπιά της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων.

Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να ξεκαθαρισθεί είναι ότι η σημερινή κρίση – τόσο στη διεθνή όσο και στην ελληνική διάσταση της – καταδεικνύει τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος. Σε μία περίοδο πλήρους κυριαρχίας του και με το εργατικό κίνημα γονατισμένο ο καπιταλισμός, δέσμιος των εγγενών αντιφάσεων του που εναργέστατα ανέλυσε ο Μαρξ, μπήκε σε μία σοβαρότατη κρίση που, παρά την χρήση των πολυάριθμων και πολυσχιδών εργαλείων διαχείρισης της, αδυνατεί να ξεπεράσει τουλάχιστον με σχετικά ομαλό τρόπο. Πλέον, η υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου δεν αντιμετωπίζεται μόνο με την βάρβαρη υποτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης αλλά απαιτεί την μαζική καταστροφή κεφαλαίων, δηλαδή να πονέσει σοβαρά και το ίδιο το σύστημα. Η απάντηση της Αριστεράς (ιδιαίτερα της κομμουνιστικής) σ’ αυτό δεν μπορεί να είναι η προσφυγή σε συμμαχίες με χειμαζόμενα τμήματα του κεφαλαίου και του συστήματος για μια δήθεν φιλάνθρωπη μεταρρύθμιση του συστήματος (με ολίγο φραστικό αντικαπιταλισμό για καρύκευμα). Οι διάφορες αντινεοφιλελεύθερες συμμαχίες που στοιχίζονται πίσω από νεο-κεϋνσιανές προτάσεις (δεξιότατες ακόμη και για τα μέτρα του ίδιου του Κέυνς) και επικλήσεις μίας τάχα μου φιλολαϊκής ΕΕ είναι είτε βαθύτατα υποκριτικές είτε εθελοτυφλούν. Η πολιτική Ομπάμα δείχνει τα αδιέξοδα της νεο-κεϋνσιανής και αντι-νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Όσο για την μετατροπή της ΕΕ σε Ευρώπη των λαών και της αλληλεγγύης (sic!) αυτό πλέον δεν κάνει ούτε για παιδικό παραμύθι.

Η πρόταση της Αριστεράς πρέπει να ξεκινά από την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Όσο και αν αυτό, σε τέτοιες συνθήκες ήττας του εργατικού κινήματος, να ακούγεται εξωπραγματικό είναι η μόνη ιστορικά βάσιμη διέξοδος στο αδιέξοδο που έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός. Η Αριστερά οφείλει να προβάλει ευθαρσώς το στρατηγικό ζήτημα αυτό και να μην υποκύπτει σε κοντόθωρες οπτικές που βάζουν την τακτική μπροστά από την στρατηγική. Ταυτόχρονα όμως η μετάβαση στο σοσιαλισμό δεν είναι μία στιγμιαία πράξη, μία ηρωική έφοδος αλλά είναι μία διαδικασία με προϋποθέσεις, βήματα και καμπές. Γι’ αυτό δεν αρκεί να επικαλείται κανείς την σοσιαλιστική διέξοδο αλλά πρέπει να δείχνει με βάση ένα μεταβατικό πρόγραμμα πως θα πραγματοποιηθεί αυτή. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι η γέφυρα μεταξύ της στρατηγικής και τακτικής με βάση τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, όπως υποδειγματικά έχει δείξει ο Λένιν. Και φυσικά δεν συνιστά κανένα ενδιάμεσο ιστορικό στάδιο, όπως διάφορες παιδαριώδεις αριστερίστικες αντιλήψεις υποστηρίζουν.

Ο βασικός κόμβος ενός τέτοιου μεταβατικού προγράμματος είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ ακριβώς γιατί συμπυκνώνει στη σημερινή συγκυρία (και όχι σε κάποια ιδεατή άλλη) το σύνολο των αντιθέσεων και διαχωρίζει την αστική από την προλεταριακή στρατηγική. Η ελληνική αστική τάξη, παρόλα τα εξόφθαλμα πλέον αδιέξοδα της, είναι δεσμευμένη στην ΕΕ και, παρά και τις δικές της ζημιές, δεν τολμά να αντιπαρατεθεί στους ηγεμόνες της ΕΕ θεωρώντας ότι το κόστος θα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Όσο και εάν μερίδες της διαμαρτύρονται και απαιτούν ακόμη και μία σκληρότερη διαπραγμάτευση, η αποδέσμευση από την ΕΕ αποτελεί την κόκκινη γραμμή που όποιος την διαβεί (πραγματικά και όχι φραστικά και για διαπραγματευτικούς λόγους) είναι αντίπαλος. Μπορεί κάποια στιγμή, αλλά όχι σήμερα, είτε η ελληνική αστική τάξη είτε οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκή ιμπεριαλισμοί – αντιπαραθετικά ή συναινετικά – να προχωρήσουν σε κάτι τέτοιο. Και φυσικά το κόστος θα το πληρώσουν πάλι οι εργαζόμενοι. Όμως, σήμερα κάτι τέτοιο απαγορεύεται. Εάν, μετά από αδιέξοδα και καταστροφές, η αστική τάξη καταλήξει σ’ αυτήν – αλλά με άλλο μίγμα πολιτικής και επιμερισμού του κόστους – θα είναι από θέσεις πολιτικής και ταξικής αδυναμίας και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Η Αριστερά οφείλει, σήμερα που είναι «απαγορευμένη», να διατυπώσει την πρόταση της με πληρότητα και σαφήνεια. Η αποδέσμευση από την ΕΕ είναι προϋπόθεση για την εκκίνηση της διαδικασίας σοσιαλιστικής μετάβασης καθώς στα πλαίσια της αλλά και για την πιο απλή απάλυνση των δεινών των εργαζομένων. Η απλή έξοδος από την ΟΝΕ, αλλά όχι από την ΕΕ, είναι ανεπαρκής και ατελέσφορη. Πρώτον, η ΕΕ δεν θα το επιτρέψει στην παρούσα συγκυρία για ευνόητους λόγους. Όμως και από την σοσιαλιστική σκοπιά αυτό δεν είναι σημαντικό καθώς θα συντηρήσει ψευδαισθήσεις. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι για μία σχετικά μικρή ανοικτή οικονομία σαν την Ελλάδα η ανάκτηση της συναλλαγματικής και εν μέρει της νομισματικής πολιτικής ενώ συνεχίζει να δεσμεύεται από την κοινή αγορά δεν λύνει κανένα ουσιαστικό πρόβλημα. Από την άλλη, η προβολή ως κόμβου ενός μεταβατικού προγράμματος της στάσης πληρωμών είναι ακόμη πιο αδιέξοδη γιατί το πρόβλημα του χρέους είναι παράγωγο της οικονομικής κρίσης και όχι η αιτία. Άλλωστε πλέον το ίδιο το κεφάλαιο – με καυγάδες και αντιφάσεις – την έχει θέσει επί τάπητος. Παρόμοια προβλήματα έχουν και διάφορα αμφίβολης πολιτικής και πρακτικής αξίας πυροτεχνήματα (όπως η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου).

 

 

Ένα πρόγραμμα για την αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ και την σοσιαλιστική μετάβαση 

Η αποδέσμευση από την ΕΕ θα ξαναδώσει στη χώρα αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική κλπ.) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ. Όμως η πρόταση της Αριστεράς για την αποδέσμευση πρέπει αναγκαία να συμπληρώνεται από:

(1) Την άρνηση του εξωτερικού χρέους που θα απαλλάξει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του εξωτερικού χρέους. Άλλωστε, όπως έδειξε και η περίπτωση της Αργεντινής, οι περισσότεροι ξένοι δανειστές θα τρέξουν γρήγορα να διαπραγματευθούν την διευθέτηση των χρεών.

(2) Την εισαγωγή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων έτσι ώστε να αποφευχθεί η φυγή στο εξωτερικό.

(3) Την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (που ούτως ή άλλως στηρίζεται σκανδαλωδώς από το δημόσιο) έτσι ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του και να χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση της οικονομίας.

(4) Την δημιουργία ενός πραγματικού συστήματος προοδευτικής φορολογίας έτσι ώστε να τονωθεί η ζήτηση των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων και να ενισχυθεί έτσι η οικονομία με το ταυτόχρονο κυνήγι της φοροδιαφυγής και ιδιαίτερα αυτής που καμία κυβέρνηση δεν αγγίζει (των μεγάλων επιχειρήσεων και των ευκατάστατων στρωμάτων) για να εξευρεθούν πόροι για την αναπτυξιακή ενίσχυση της οικονομίας.

(5) Την ελεγχόμενη διολίσθηση της ισοτιμίας του νομίσματος, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εμπορική ανταγωνιστικότητα σε συνδυασμό με ένα σύστημα ελέγχου των τιμών έτσι ώστε να μην υπάρξουν αδικαιολόγητες πληθωριστικές αυξήσεις ιδιαίτερα στα είδη μαζικής κατανάλωσης. Η πολιτική αυτή θα διευκολύνει επίσης την βιομηχανική και παραγωγική αναγέννηση της οικονομίας.

Το πιο κρίσιμο όμως στοιχείο της πρότασης και το επιστέγασμα ενός τέτοιου προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας σε σοσιαλιστική βάση (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών οικονομικών κλάδων). Όλα τα προηγούμενα μέτρα είναι κυρίως «αμυντικού» χαρακτήρα που διευκολύνουν αλλά δεν επιλύουν από μόνα τους τον πυρήνα του προβλήματος, την οικονομική κρίση. Για να ξαναπάρει μπροστά η ελληνική οικονομία, να ξεπερασθεί η αποβιομηχάνιση και η διάλυση της παραγωγικής δομής και για να αξιοποιηθούν οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι προς όφελος του λαού χρειάζεται ένα συγκροτημένο σχέδιο στόχων και πολιτικών. Καμία ιδιωτική πρωτοβουλία δεν θα επωμισθεί το κόστος και τον κίνδυνο μιας τέτοιας αναδιάρθρωσης, ιδιαίτερα μέσα σε συνθήκες οξυμένης ταξικής σύγκρουσης. Μόνο ένα ρεαλιστικό σχέδιο σοσιαλιστικής οικονομικής οικοδόμησης μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Μαυρουδέας Στ. (2009), «Η κρίση, τα αίτια της και η ελληνική οικονομία» σε κείμενα ημερίδας της ΚΕ του ΚΚΕ, Σύγχρονη Εποχή.

 

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος, «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», Αθήνα: Τόπος.

 

Μαυρουδέας Στ. (2011), «Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση: καπιταλιστική κρίση και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» σε Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ), «Οικονομική κρίση και Ελλάδα», Αθήνα: Gutenberg.