Tag Archives: ιμπεριαλισμός

Ηχογράφηση ομιλίας στην εκδήλωση της Ταξικής Κίνησης για τις εξελίξεις στην Αν. Μεσόγειο και το ενδεχόμενο του πολέμου

Στο ακόλουθο βίντεο υπάρχει η ηχογράφηση της ομιλίας μου στην Εκδήλωση της Ταξικής Κίνησης για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και το ενδεχόμενο του πολέμου (27/4/2018)

Advertisement

Άρθρο μου στο Euro2day με τίτλο: Τρελοκομείον «Η Ωραία Ευρωπαϊκή Ένωσις»

Τρελοκομείον «Η Ωραία Ευρωπαϊκή Ένωσις»

του Σταύρου Δ. Μαυρουδέα(*)
Δημοσιεύθηκε: 07:45 – 12/01/12
Άλλη μία ευρωπαϊκή συμφωνία σωτηρίας του ευρώ (αυτή της 26ης Οκτωβρίου 2011) έχει πάρει τη γνωστή άγουσα που ακολούθησαν και οι προηγούμενές της. Και για άλλη μία φορά το γνωστό ντουέτο Μέρκελ – Σαρκοζί συναντιέται ακκιζόμενο για να ανανεώσει τους αμοιβαίους όρκους πίστης του (και ταυτόχρονα να ανταλλάξει και μερικές πισώπλατες μαχαιριές) και να τάξει στις αγορές ότι θα ξεζουμίσει ακόμη πιο αποτελεσματικά τους λαούς των ευρωπαϊκών χωρών.Νέες τηλεδιασκέψεις και συναντήσεις έπονται, γνωστά συστημικά φερέφωνα και κονδυλοφόροι θα θριαμβολογήσουν για άλλη μία «σωτηρία» και σύντομα η πραγματικότητα θα τους ανακαλέσει σκληρά στην τάξη. Βέβαια, όλα αυτά σε βάρος των λαών, που πληρώνουν ολοένα και πιο ακριβά τα σπασμένα του ευρωπαϊκού τσίρκου.

Το 2012 (όπως και το 2011) σημαδεύεται από την κρίση όχι μόνο του ευρώ αλλά και όλου του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ε.Ε. αποτέλεσε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα, καθώς οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις προσπάθησαν να φτιάξουν έναν ενιαίο πόλο και μάλιστα σε αυτήν την περιοχή της υδρογείου όπου ο καπιταλισμός γεννήθηκε κατ’ εξοχήν με τη μορφή του εθνικού κράτους.

Βέβαια, πίσω από τα φληναφήματα περί κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας υπάρχει ένα πυραμιδοειδές ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται λίγες ισχυρές χώρες. Ακολουθεί μία ενδιάμεση βαθμίδα με λιγότερο ισχυρές και ανεπτυγμένες οικονομίες. Τέλος, η βάση της πυραμίδας είναι οι χώρες της λεγόμενης ευρωπεριφέρειας, με πιο αδύναμες οικονομίες.

Στο εσωτερικό της πυραμίδας αυτής το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, δηλαδή υπάρχει μεταφορά πλούτου από τις πιο αδύναμες οικονομίες στις πιο ισχυρές. Το εγχείρημα αυτό πέρασε από αρκετές καμπές, τις οποίες κάθε φορά ξεπερνούσε με μία φυγή προς τα εμπρός. Όμως, η τρέχουσα οικονομική κρίση φέρνει στο προσκήνιο τις εγγενείς αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με τρόπο που καμία φυγή προς τα εμπρός δεν μπορεί πλέον να τις αντιμετωπίσει.

Οι ιθύνοντες κύκλοι, αφού απέτυχαν να προβλέψουν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, τη χαρακτήρισαν απλώς χρηματοπιστωτική (αγνοώντας τις ρίζες της στην πραγματική οικονομία) και επιπλέον έσπευσαν στρουθοκαμηλικά να εξαγγείλουν το ξεπέρασμά της. Βέβαια, ήδη γνωρίζουν ότι η κρίση επιστρέφει το 2012 με τόση ένταση που μπορεί να κάνει την προηγούμενη φάση της απλό αστείο.

Η οικονομική κρίση οξύνει τους διεθνείς ανταγωνισμούς. Εδώ η Ε.Ε προσπάθησε να παίξει ένα πονηρό παιχνίδι. Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης οι ΗΠΑ προχώρησαν σε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και σε μία πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική (με περίπου μηδενικά επιτόκια αλλά και διαδοχικά προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης).

Περίπου το ίδιο έκαναν και αρκετές οικονομίες της Λεκάνης του Ειρηνικού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κίνα, όπου εφαρμόστηκε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, αλλά με μία όχι πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική (καθώς η Κίνα δεν έχει πρόβλημα χρηματοδότησης).

Αντιθέτως, η Ε.Ε. ακολούθησε σφιχτή δημοσιονομική πολιτική και ταυτόχρονα πιο σφιχτή νομισματική πολιτική (καθώς οι μειώσεις των επιτοκίων ήταν πιο αργές και μικρότερες από αυτές της FED). Αυτό σήμαινε ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα «φουσκώνουν» τις οικονομίες τους για να αντιμετωπίσουν τον άμεσο κίνδυνο της κρίσης, αλλά ταυτόχρονα διακινδυνεύουν το σκάσιμο της «φούσκας» να τις κατακρημνίσει.

Από την άλλη, η Ε.Ε. επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας και στους μεν και στους δε), ενώ κρατά πιο νοικοκυρεμένη τη δική της οικονομία και φυσικά μην παρέχοντας αντίστοιχες διευκολύνσεις στους τελευταίους.

Ταυτόχρονα, ξεκίνησε μία «εσωτερική κινεζοποίηση» της Ευρωλάνδης βάζοντας την ευρωπεριφέρεια στη μέγκενη του χρέους. Δηλαδή, οι ηγεμονικές χώρες τεχνηέντως οδήγησαν σε έκρηξη του εξωτερικού χρέους των PIIGS έτσι ώστε να μπουν -έμμεσα ή άμεσα- σε μνημόνια, δηλαδή σε εκχώρηση της οικονομικής κυριαρχίας τους και σε υποβάθμιση στον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας.

Στόχος της κίνησης αυτής δεν είναι μόνο η μετατροπή τους σε πισθάγκωνα δεμένους οφειλέτες και η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων τους έναντι πινακίου φακής. Επιπλέον, είναι η μετατροπή τους σε… ευρωπαϊκές Κίνες, με μηδαμινούς μισθούς και άθλιες εργασιακές σχέσεις.

Όμως, το σχέδιο αυτό είναι πολύ πονηρό για να βγει αληθινό. Οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι δεν αφήνουν φυσικά την Ε.Ε. να παίξει ανενόχλητα σε βάρος τους. Έτσι -ιδιαίτερα μέσω των υποτιθέμενα ανώνυμων «αγορών» και των οίκων αξιολόγησης (δύο μηχανισμών που επηρεάζονται καθοριστικά από τις ΗΠΑ)- η κρίση χρέους της ευρωπεριφέρειας μετατράπηκε σε κρίση χρέους της Ε.Ε. συνολικά και σε κρίση του ευρώ.

Αυτό που ξεκίνησε ως ελεγχόμενη φωτιά εντός αντιπυρικών ζωνών εξελίχθηκε σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά. Οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι πιέζουν την Ε.Ε. να «φουσκώσει» και αυτή την οικονομία της – μέσω τόσο δανεισμού (ευρωομόλογο κ.λπ.) όσο και, κυρίως, μιας ευρωπαϊκής ποσοτικής χαλάρωσης (ιδιαίτερα με το τύπωμα χρήματος).

Φυσικά, κάτι τέτοιο θα αφήσει τον ευρωπαϊκό πόλο πίσω από τους βασικούς ανταγωνιστές του. Γι’ αυτό και η Γερμανία -έχοντας ήδη κάνει έγκαιρα τη δική της εσωτερική… κινεζοποίηση επί Σρέντερ με μείωση του μισθολογικού κόστους και ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων- ανθίσταται με νύχια και με δόντια στην προοπτική αυτή.

Όλα όμως τα διαδοχικά σχέδια σωτηρίας της Ε.Ε. τινάχτηκαν στο αέρα από τη «δυσπιστία των αγορών» ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Τα πρώτα σχέδια στόχευαν στο να δείξουν ότι η Ε.Ε. δεν θα αφήσει καμία οικονομία της να χρεοκοπήσει και ότι ο ηγεμονικός πυρήνας της θα βάλει κάποια λεφτά στο τραπέζι (αλλά όχι πολλά), ενώ η κινεζοποίηση της ευρωπεριφέρειας θα τρέξει πιο γρήγορα.

Αυτά ανατράπηκαν αμέσως καθώς οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι δεν σκόπευαν να αφήσουν την Ε.Ε. να ξεφύγει έτσι εύκολα και επιπλέον να κινεζοποιήσει μόνο για τον εαυτό της την ευρωπεριφέρεια. Το επόμενο σχέδιο προέβλεπε κάποια περισσότερα χρήματα από τον ηγεμονικό πυρήνα (την επιτάχυνση του EFSF και την αύξηση του ESM), που όμως θα προέκυπταν πουλώντας -και μάλιστα σε εποχή αυξημένης παγκόσμιας τοξικότητας- τοξικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα στους Ρώσους και στους Κινέζους. Και φυσικά οι τελευταίοι τα απέρριψαν σκαιά.

Η συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου 2011 δεν είχε καλύτερη τύχη και είναι και αυτή ήδη νεκρή. Ουσιαστικά, υπόσχεται μία πολύ μακροχρόνια λύση σε ένα πιεστικό βραχυχρόνιο πρόβλημα.

Δηλαδή, υπόσχεται ότι η Ευρωλάνδη θα κινεζοποιηθεί συνολικά και θα γίνει μία εξαιρετικά νοικοκυρεμένη ενοποιημένη οικονομία. Όμως, παραγνωρίζεται ότι αυτό δεν είναι εύκολο καθώς: (α) θα σημάνει την περαιτέρω ενίσχυση της γερμανικής ηγεμονίας (το οποίο ακόμη και η Γαλλία ολοένα και πιο δύσκολα ανέχεται), (β) οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι γνωρίζουν ότι αυτό θα στραφεί σε βάρος τους και (γ) είναι μία διαδικασία που απαιτεί αρκετό χρόνο για να εφαρμοστεί (ακόμη και με συνταγματικά πραξικοπήματα).

Ταυτόχρονα, το πρόβλημα του χρέους που χτυπά πλέον τον ευρωπαϊκό πυρήνα (από τη στιγμή όπου έθιξε την Ιταλία και πλέον και τη Γαλλία) απαιτεί άμεσες βραχυχρόνιες λύσεις. Το αγγλικό βέτο (που υποκρύπτει μέσω της γνωστής τσορτσιλιανής σχέσης τον αμερικανικό βραχίονα) δείχνει ότι οι άλλοι παγκόσμιοι πόλοι εξωθούν την Ε.Ε. στο μέχρι πρότινος αδιανόητο.

Ήδη η ECB εξαναγκάστηκε σε μία μορφή ποσοτικής χαλάρωσης (χωρίς όμως τύπωμα χρήματος) στις πρόσφατες δημοπρασίες ιταλικών ομολόγων, κάτι που φυσικά δεν έκανε στην ελληνική περίπτωση.

Η αλλαγή όμως αυτή οδηγεί τη Γερμανία σε κατάσταση υστερίας καθώς βλέπει ότι το Δ΄ Οικονομικό Ράιχ μπορεί να κατέκτησε οικονομικά την Ευρώπη χωρίς ντουφεκιά, κινδυνεύει παρ’ όλα αυτά με παταγώδη πλέον αποτυχία. Και μάλιστα θα χρειαστεί να πληρώσει και από αυτά που έχει υπεξαιρέσει. Γι’ αυτό και γίνεται ακόμη πιο άτεγκτο απέναντι στους υποδεέστερους «εταίρους» της Ε.Ε., τους οποίους έχει ήδη υποβιβάσει στη ζώνη της ευρωπαϊκής κινεζοποίησης.

Ο λαός μας δεν έχει κανένα συμφέρον από τη συμμετοχή σε όλο αυτό το ευρωπαϊκό τρελοκομείο. Ήδη συνειδητοποιεί ότι το ανάκτορο που του υποσχέθηκαν είναι στην πραγματικότητα ένα κάτεργο. Η μόνη διέξοδος είναι η απόδραση από αυτό.

* Ο κ. Σταύρος Δ. Μαυρουδέας είναι Αν. Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

 

Σχόλιο μου στην ΟΥΤΟΠΙΑ νο.92 με τίτλο «Η ελληνική κρίση, η ΕΕ και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις»

Η ελληνική κρίση, η ΕΕ

και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Παν. Μακεδονίας

 

ΟΥΤΟΠΙΑ, νο.92, 2010

 

Δεν έχει κλείσει χρόνος από την υπαγωγή της χώρας μας στα δεσμά του Μνημονίου που συνομολόγησε η ελληνική αστική τάξη με το ΔΝΤ και την ΕΕ και η οικονομία βυθίζεται σε ολοένα και βαθύτερη κρίση ενώ τα εργασιακά δικαιώματα και οι μισθοί έχουν ήδη πληγεί σοβαρά. Όμως παρόλη αυτή την από κοινού επίθεση του ελληνικού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου δεν φαίνεται διέξοδος για την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού. Το πρώτο Μνημόνιο έχει ήδη αποτύχει καθώς απέτυχαν ήδη οι ποσοτικοί στόχοι του, αλλά έχει επίσης αποτύχει και το δεύτερο (που προέκυψε κρυφίως μέσω της «επικαιροποίησης» του πρώτου) ενώ στον ίδιο δρόμο βαδίζει και το τρίτο που εφαρμόζεται σήμερα (με επίκεντρο τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις). Ο κίνδυνος της χρεοκοπίας όχι μόνο δεν εξαλείφεται αλλά εντείνεται και ήδη αρχίζουν τα σχέδια για επιμήκυνση του χρέους (φυσικά με νέα ανώτερα επιτόκια), για ελεγχόμενες χρεοκοπίες και φυσικά όχι για 4ετή αλλά για πολυετή μετατροπή της χώρας σε οικονομικό και εν τέλει πολιτικό προτεκτοράτο. Πως εξηγείται αυτή η συστηματική αποτυχία των αστικών σχεδιασμών παρόλη την προς το παρόν προφανή αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος να τους ανατρέψει;

Η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού είναι μια βαθειά δίδυμη κρίση. Αποτελεί τον συνδυασμό (α) της δομικής κρίσης του καπιταλισμού (όπως αυτή εκδηλώνονται τόσο διεθνώς όσο και εθνικά) με (β) τα ιδιαίτερα ελληνικά διαρθρωτικά προβλήματα που το μεγαλύτερο μέρος τους προκύπτει ακριβώς από την συμμετοχή του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Η σημερινή κρίση του καπιταλισμού δεν είναι αυτοτελής αλλά είναι συνέχεια της κρίσης του 1973-75 (δηλαδή της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου λόγω πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους) που σηματοδότησε την λειτουργική εξάντληση της προηγούμενης «αρχιτεκτονικής» του συστήματος (δομή της διαδικασίας παραγωγής, ειδικός τρόπος διασύνδεσης των καπιταλιστικών μερίδων, συγκεκριμένη οργάνωση του διεθνούς συστήματος κλπ.). Τα κύματα καπιταλιστικών  αναδιαρθρώσεων απάλυναν μεν την κρίση (ιδιαίτερα αυξάνοντας δραματικά την εκμετάλλευση της εργασίας) αλλά απέτυχαν να επιλύσουν το συστημικό πρόβλημα και απλά το μετέθεσαν πιο πίσω. Με αποτέλεσμα η τρέχουσα οικονομική κρίση – που και αυτή (αντίθετα με τις αστικές αλλά και ριζοσπαστικές απόψεις περί «χρηματιστικοποίησης») αποτελεί μία κρίση πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους – να είναι ακόμη πιο βαθειά και έντονη.

Η ελληνική παράμετρος της κρίσης έχει να κάνει αφενός με την καθυστέρηση εφαρμογής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (λόγω της ριζοσπαστικής έκρηξης της μεταπολίτευσης) και αφετέρου με τα προβλήματα που δημιουργεί στην ίδια την ελληνική αστική τάξη η «Μεγάλη Ιδέα» του τελευταίου τρίτου του 20ου αι., η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα» βοήθησε το ελληνικό κεφάλαιο να ξεπεράσει τον επικίνδυνο μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό, στη συνέχεια να προωθήσει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και τέλος να εκμεταλλευθεί ιμπεριαλιστικά άλλες χώρες (με πρώτο το Βαλκανικό Ελντοράντο του ελληνικού κεφαλαίου). Ταυτόχρονα όμως το άνοιγμα της οικονομίας και ο ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς» ενώ η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης οδήγησε στην εκχώρηση κρίσιμων πολιτικών αλλά και οικονομικών εξουσιών στα κέντρα της ΕΕ, που υπηρετούν τον σκληρό δυτικο-ευρωπαϊκό πυρήνα της, στερούν βαθμούς ελευθερίας του ελληνικού κεφαλαίου και υπάγουν τα συμφέροντα του σε αυτά των πρώτων. Ιδιαίτερα, μετά την ΟΝΕ ο εσωτερικός νεομερκαντιλιστικός χαρακτήρας της ΕΕ εκφράσθηκε καθαρότερα και ενισχύθηκε με αποτέλεσμα την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής ηγεμονίας του δυτικο-ευρωπαϊκού μητροπολιτικού κέντρου έναντι των περιφερειακών χωρών.

Το ξέσπασμα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης επιδείνωσε όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα. Τυπικά, η κρίση όξυνε τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των βασικών πόλων του διεθνούς συστήματος για το ποιος θα ισχυροποιηθεί μεταφέροντας δικά του βάρη σε άλλους πόλους και φυσικά σε πιο αδύναμες χώρες. Καθώς όλες σχεδόν οι καπιταλιστικές οικονομίες – εγκαταλείποντας τα νεοφιλελεύθερα θέσφατα – προσέφυγαν μαζικά σε κρατικά προγράμματα (νομισματικής αλλά και δημοσιονομικής πολιτικής) για την στήριξη του κεφαλαίου (τόσο του χρηματοπιστωτικού όσο και του παραγωγικού) τα δημοσιονομικά ελλείμματα σχεδόν όλων των χωρών εκτινάχθηκαν στα ύψη (με πρώτες και καλύτερες τις ΗΠΑ). Για να καλυφθεί το κόστος αυτών των προγραμμάτων χρειάζονται ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, πράγμα απίθανο καθώς η κρίση της πραγματικής οικονομίας όχι μόνο δεν φεύγει αλλά βαθαίνει (διπλή βουτιά) – και αυτό διαψεύδει ακόμη μία φορά τους οπαδούς της «χρηματιστικοποίησης». Εναλλακτικά, πρέπει να φορτωθούν άλλοι τα κόστη απάλυνσης της κρίσης (δηλαδή άλλοι ιμπεριαλισμοί και οι αδύναμες χώρες).

Για την ΕΕ (και τις ηγεμονικές δυνάμεις της) αυτή η όξυνση της κρίσης και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών βάζει σε κίνδυνο το βασικό όχημα της για την διεκδίκηση παγκόσμιας ηγεμονίας, το ευρώ. Και αυτό βάζει σε κίνδυνο εν τέλει την ίδια την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Γι’ αυτό εσπευσμένα προωθείται ένας προκρούστειος μηχανισμός εκμετάλλευσης των περιφερειακών χωρών. Ξαφνικά, με πραγματικά blitzkriegs, ακόμη και χώρες-θαύματα αναδεικνύονται σε «κλέφτρες» και χρεοκοπούσες και μετατρέπονται σε οικονομικά και πολιτικά προτεκτοράτα. Με αστραπιαία ταχύτητα επιβάλλονται αντιλαϊκά μέτρα και αδιανόητες προηγουμένως δομικές αλλαγές που τις βυθίζουν στην ύφεση και στην υπερχρέωση. Ταυτόχρονα, ο ηγεμονικός πυρήνας της ΕΕ αντλεί σημαντικά κέρδη από την υπερχρέωση τους (μόνο από το γεγονός ότι δανείζεται φθηνότερα από ότι τις δανείζει).

Η χώρα μας είναι από τα πρώτα θύματα αυτού του βρώμικου παιχνιδιού και ο λαός μας πληρώνει ήδη ένα βαρύτατο τίμημα που ήδη μεγαλώνει ανεξέλεγκτα. Η ελληνική αστική τάξη έχει συναινέσει σ’ αυτό αφενός γιατί από την μείωση των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων ωφελείται και η δική της κερδοφορία και αφετέρου γιατί δεν τολμά να αντιταχθεί στους ευρωπαίους ηγεμόνες. Όμως κινδυνεύει ταυτόχρονα από την στρατηγική υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού (σε χώρα υπό κηδεμονία) αλλά και την εξαγορά των επιχειρήσεων της από ξένα κεφάλαια κυριολεκτικά για ένα ξεροκόμματο (γι’ αυτό οι κλαυθμηρισμοί περί αφελληνισμού του τραπεζικού συστήματος).

Απέναντι στην καπιταλιστική κρίση και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ο κόσμος της εργασίας πρέπει να αντιτάξει την δική του προοπτική. Ο στρατηγικός ορίζοντας της δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν της ανατροπής του καπιταλισμού και της σοσιαλιστικής μετάβασης. Όσο και εάν λιδορείται από σύγχρονους «από καθέδρας σοσιαλιστές», η σημερινή κρίση δείχνει την εξάντληση των ιστορικών ορίων του συστήματος καθώς κάθε εφικτή παράταση ζωής του μόνο μία παλινόρθωση στην πρωτο-καπιταλιστική βαρβαρότητα μπορεί να φέρει.

Όμως η σοσιαλιστική προοπτική δεν γίνεται αυτόματα αλλά έχει αυστηρές προϋποθέσεις και προαπαιτήσεις που συγκροτούν ένα μεταβατικό πρόγραμμα. Ο κεντρικός πυλώνας ενός τέτοιου προγράμματος είναι η έξοδος από την ΕΕ καθώς αυτή η ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία μόνο αντιδραστικές λύσεις μπορεί να προσφέρει και, επιπλέον, αντιμάχεται ενεργά μία ριζοσπαστική προοπτική. Ακόμη και τεχνικά μία έξοδος από την ΟΝΕ, ιδιαίτερα για μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα σαν την Ελλάδα, είναι ατελέσφορη καθώς θα συνεχίσει να δεσμεύεται από την κοινή αγορά. Η θέση αυτή αποτελεί, στην σημερινή συγκυρία, «κόκκινη γραμμή» για το σύστημα και διαχωρίζει την οικόσιτη από την πραγματικά επαναστατική Αριστερά.

Η έξοδος από την ΕΕ και το ευρώ θα ξαναδώσει στη χώρα αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική κλπ.) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ. Η υποτίμηση του νέου νομίσματος μπορεί να γίνει με τρόπους που θα έχει πολύ χαμηλότερο κόστος για τους εργαζομένους και τα μικρο-μεσαία στρώματα από ότι η πολιτική του Μνημονίου. Η άρνηση του εξωτερικού χρέους (ακόμη και με μία μετέπειτα επαναδιαπραγμάτευση του) θα απελευθερώσει την χώρα από την δαμόκλεια σπάθη του (όπως δεν πρόκειται να κάνει η συζητούμενη στην ΕΕ αναδιάρθρωση του προς όφελος όμως των πιστωτών). Τα μέτρα αυτά οφείλουν να συνδυασθούν με (α) τον έλεγχο στη κίνηση των κεφαλαίων για να αποτραπεί η φυγή στο εξωτερικό, (β) την κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος για να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του και η φιλολαϊκή λειτουργία του και (γ) την φορολόγηση του κεφαλαίου για να εξασφαλισθούν οικονομικοί πόροι. Τέλος, το επιστέγασμα ενός τέτοιου προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας σε μία σοσιαλιστική κατεύθυνση (δηλαδή με την κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών οικονομικών κλάδων).