Tag Archives: Μαυρουδέας

Η επικαιρότητα και τα προβλήματα του μαρξισμού – Σταύρος Δ. Μαυρουδέας, Τετράδια Μαρξισμού νο.5

Το κείμενο του άρθρου μου στο 5ο τεύχος των ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ με θέμα «Η επικαιρότητα και τα προβλήματα του Μαρξισμού» μπορεί να διαβαστεί στους παρακάτω συνδέσμους:

https://www.scribd.com/document/366206587/%CE%97-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-150-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-%CE%9D%CE%BF5

https://www.researchgate.net/publication/321485392_E_epikairoteta_kai_ta_problemata_tou_Marxismou_150_chronia_meta_ten_ekdose_tou_Kephalaiou_51_theseis_gia_ton_Marxismo_semera_Tetradia_Marxismou_no5_Cheimonas_2017

 

https://www.academia.edu/35326427/%CE%91%CF%86%CE%B9%CE%AD%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1_150_%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF_-_%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CE%BD%CE%BF5.docx

 

Τετράδια Μαρξισμού νο.5

 

Η επικαιρότητα και τα προβλήματα του Μαρξισμού
150 χρόνια μετά την έκδοση του «Κεφαλαίου»
5+1 θέσεις για τον Μαρξισμό σήμερα

 Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

Περίληψη

Το κείμενο επισημαίνει τα βασικά και θεμελιακά στοιχεία της Μαρξιστικής ανάλυσης που εξακολουθούν να την κάνουν επίκαιρη σήμερα τόσο επιστημονικά όσο και πολιτικά. Ταυτόχρονα εξετάζει μία σειρά προβλήματα και προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο Μαρξισμός σήμερα.

 

Η επέτειος των εκατό πενήντα ετών από την πρώτη έκδοση του «Κεφαλαίου», του βασικότερου έργου του Κ. Μαρξ, αποτελεί πρόσκληση για τους Μαρξιστές και τους αγωνιστές της Κομμουνιστικής Αριστεράς στο να αναστοχαστούν για την σημερινή κατάσταση της θεωρίας επάνω στην οποία βασίζεται το ρεύμα τους. Οι παρακάτω θέσεις ευελπιστούν να συμβάλουν στην συζήτηση αυτή.

  1. Ο Μαρξισμός διατηρεί πάντα τον ρόλο του ως της βασικής κοσμοθεωρίας που θεμελιώνει και υποστηρίζει το αίτημα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και την δημιουργία μιας δίκαιης και ταυτόχρονα αποτελεσματικής κοινωνίας. Κανένα άλλο ρεύμα που διεκδίκησε τον ρόλο αυτό δεν έχει μπορέσει να τον υποκαταστήσει.

Βασικά προτερήματα του ρεύματος του Επιστημονικού Σοσιαλισμού είναι ακριβώς η σύζευξη πολιτικής δράσης και επιστημονικής ανάλυσης. Μακριά από την βουλησιαρχία και τον ουτοπισμό, σηματοδοτεί την απαίτηση γείωσης της επαναστατικής και απελευθερωτικής δράσης των κομμουνιστών στην ρεαλιστική ανάλυση της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας. Η αντίληψη αυτή διατηρεί πάντα την ζωτικότητα της καθώς αφενός δεν στενεύει σε ένα στείρο επιστημονισμό (που επαγγέλλεται μία υπερταξική αντικειμενικότητα) αλλά και αφετέρου δεν ξεπέφτει σε ένα βουλησιαρχικό (και εν τέλει ιδεαλιστικό) υποκειμενισμό. Αντίθετα, μπορεί να συνδυάσει τα ρεαλιστικά στοιχεία της επιστημονικής ανάλυσης με την ταξική σκοπιά του κόσμου της εργασίας. Αυτή η σύζευξη ταξικής σκοπιάς και επιστημονικής αναλυτικής δυνατότητας εφοδιάζει τον Μαρξισμό με εργαλεία που κανένα άλλο αντι-καπιταλιστικό ρεύμα δεν διαθέτει.

 

  1. Θεμελιακά στοιχεία, μεταξύ άλλων, αυτής της παραμένουσας επικαιρότητας του Μαρξισμού είναι η υλιστική διαλεκτική μεθοδολογία του, η σχέση θεωρίας και πράξης, η σύνδεση οικονομικού και πολιτικού (με πρωτεύοντα ρόλο στο πρώτο), η οικονομική και ταξική ανάλυση του και, πρώτα απ’ όλα, η έμφαση του στον πρωτεύοντα απελευθερωτικό ρόλο του κόσμου της εργασίας.

Χαρακτηριστικά, το «Κεφάλαιο» δίνει το γενικό πλαίσιο επιστημονικής ανάλυσης της καπιταλιστικής οικονομίας που είναι αναγκαία για την συγκρότηση του πολιτικού και ταξικού ρεύματος της απελευθέρωσης της εργασίας από την εκμετάλλευση. Ο ρόλος του αυτός βασίζεται στην εύστοχη θέση των κλασσικών του Μαρξισμού ήταν ότι αυτή η οικονομική λειτουργία αποτελεί την βάση πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η πολιτική και κοινωνική υπερ-κατασκευή του καπιταλισμού. Σε αντίθεση με τον μετα-μοντερνισμό, τον μετα-μαρξισμό καθώς και τους σύγχρονους διαστρεβλωτές της σκέψης του Α. Γκράμσι, αυτή η διαλεκτική σχέση βάσης και εποικοδομήματος διατηρεί πάντα την ενάργεια της και την αναλυτική της υπεροχή.

Αντίστοιχα, η μεθοδολογία του Διαλεκτικού Υλισμού (που προχωρά από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο μέσω διαδοχικών ενδιάμεσων επιπέδων ανάλυσης) διατηρεί πάντα την αναλυτική της υπεροχή τόσο έναντι τόσο των «ξύλινων» αφαιρέσεων της Ρικαρδιανής Κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας όσο και του εμπειρισμού των αστικών Οικονομικών. Αυτή η αναλυτική πληρότητα και η δομημένη σύνθεση γενικής ανάλυσης και συγκεκριμένης εμπειρικής μελέτης κάνει την Μαρξιστική προσέγγιση ισχυρότερη και στο εμπειρικό πεδίο έναντι των εμπειριστικά προσανατολισμένων αστικών θεωριών (με τις πολλαπλές και εξόφθαλμες προβλεπτικές αποτυχίες τους).

Το βασικότερο όμως στοιχείο, που απορρέει από όλους τους πόρους της Μαρξιστικής ανάλυσης, είναι το τέλος του ιστορικού ρόλου του καπιταλισμού και η ανάγκη ανατροπής του και οικοδόμησης της κοινωνίας της απελευθερωμένης από την εκμετάλλευση εργασίας. Με αυτή την έννοια, το «Κεφάλαιο» αποτελεί το άρρηκτο συμπλήρωμα του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος», δηλαδή της αυτοτελούς οργάνωσης των κομμουνιστών για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η θεώρηση αυτή συνδέει άρρηκτα την πάλη για τα άμεσα προβλήματα του κόσμου της εργασίας με τον στρατηγικό στόχο της σοσιαλιστικής μετάβασης μέσα από την ενότητα της κομμουνιστικής στρατηγικής και τακτικής και όπως αυτή οφείλει να αποτυπώνεται στο κομμουνιστικό πρόγραμμα. Η θεώρηση αυτή απαιτεί πάντα η στρατηγική να είναι στο τιμόνι αλλά ταυτόχρονα δεν υποτιμά ούτε εξοβελίζει τον ρόλο της τακτικής. Η αντίληψη αυτή βοήθησε τον Μαρξισμό να αποφύγει τα σφάλματα άλλων ρευμάτων που είτε κατέληξαν σε έναν ατελέσφερο και αυθορμητιστικό εξεγερτισμό είτε στην ενσωμάτωση των μικρών διεκδικήσεων στο σήμερα που δεν εντάσσονται σε ένα στρατηγικό ορίζοντα (είτε, πολλές φορές, στις παλινωδίες μεταξύ αυτών των δύο αδόκιμων στάσεων).

 

  1. Ο Μαρξισμός αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο με αυστηρές θεμελιακές ορίζουσες. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχουν πολλοί «μαρξισμοί» (πόσο μάλλον επαναστατικοί και μη-επαναστατικοί μαρξισμοί). Θεμελιακή ορίζουσα του Μαρξισμού είναι η επαναστατική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Με αυτή την έννοια είναι αντίφαση εν τοις όροις η επίκληση «μαρξιστικών» θεωριών που ευαγγελίζονται την επιδιόρθωση ή/και την υποστήριξη του καπιταλισμού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μέσα από το έδαφος του Μαρξισμού δεν έχουν εμφανισθεί ή δεν μπορεί να εμφανισθούν ρεύματα που εν τέλει να παρεκκλίνουν και να αποστοιχίζονται από αυτόν. Άλλωστε ήδη προαναφέρθηκαν ορισμένες. Τέτοιες παρεκκλίσεις εμφανίζονται μέσα σε κάθε μεγάλο κοσμοθεωρητικό και ταυτόχρονα ταξικό και πολιτικό ρεύμα. Κάθε τέτοιο εγχείρημα έχει δυναμικό χαρακτήρα δηλαδή διαμορφώνει αλλά και διαμορφώνεται από την ταξική πάλη. Ταυτόχρονα όμως δεν αποτελεί ένα χυλό που οτιδήποτε μπορεί να συμβεί στο εσωτερικό του. Επομένως, μέσα από τις αντιφάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας μπορεί να εμφανισθούν ρεύματα (ακόμη και κατά καιρούς πλειοψηφικά) που εν τέλει να αποσχίζονται από τον Μαρξισμό. Η ύπαρξη τους δεν έχει μπορέσει να ακυρώσει τις καταστατικές αρχές του τελευταίου και να τον συμπαρασύρει μαζί τους. Αντίθετα έχει οδηγήσει στην αποβολή τους από τις τάξεις του. Αυτή η ικανότητα αποκάθαρσης αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία της διατήρησης του Μαρξισμού σαν του κυρίαρχου απελευθερωτικού ρεύματος. Βάση αυτής της ικανότητας αποκάθαρσης αποτελεί η σύνδεση του με τον κόσμο της εργασίας (έστω και σαν μόνιμη απαίτηση ακόμη και όταν δεν υπάρχει στην πράξη) και η αταλάντευτη θέση του στην πάλη των τάξεων σαν αντίπαλου της αστικής τάξης αλλά και η ίδια η θεωρητική αρχιτεκτονική του.

 

  1. Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία διέσωσαν το Μαρξισμό ακόμη και μετά τις από μεγάλες ήττες του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος και αποστασίες σημαντικών ρευμάτων του.

Είναι γεγονός ότι, από την σύσταση του, ο Μαρξισμός πέρασε από πολλά κύματα και κακοποιήθηκε από εχθρούς και «φίλους». Δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς, καθώς η στενή του σύνδεση με την ταξική πάλη και τις διακυμάνσεις της τον επηρεάζει άμεσα. Σε κάθε περίπτωση όμως κατόρθωσε να ξανασταθεί στα πόδια του και να ξανασηκώσει το σοσιαλιστικό λάβαρο.

Ενδεικτικά, ο Μαρξισμός είχε την εσωτερική δύναμη για να υπερβεί την σοσιαλδημοκρατική αποστέωση του Κάουτσκυ και της Β΄ Διεθνούς. Μπόρεσε επίσης να ξεπεράσει την εξάντληση και την εσωτερική κατάρρευση της Σοβιετικής παράδοσης από τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Μάλιστα μετά από κάθε μία από τις προηγούμενες ιστορικές καμπές επέδειξε ισάριθμες λαμπρή ανάκαμψη τόσο πολιτικά όσο και θεωρητικά. Στην πρώτη περίπτωση με την Οκτωβριανή Επανάσταση και τα συνακόλουθα επαναστατικά σκιρτήματα παγκόσμια. Στην δεύτερη περίπτωση με την αντιφασιστική πάλη και την μεταπολεμική επαναστατική άνθηση τόσο στη Δύση όσο και ιδιαίτερα στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Στην πιο πρόσφατη περίοδο, από την δεκαετία του 1980 και μετά, ξεπέρασε τα «μολυβένια χρόνια» που ακολούθησαν τις ήττες του εργατικού κινήματος στη Δύση και την κατάρρευση των πρώτων σοσιαλιστικών εγχειρημάτων στην Ανατολή. Σ’ αυτή την περίοδο ο τότε θριαμβεύων νεοσυντηρητισμός είχε την ιδεοληπτική απρονοησία να εξαγγείλει ακόμη και τον τελεσίδικο θάνατο του Μαρξισμού, συμβοηθούμενος από το γεγονός ότι η πάλαι ποτέ Σοβιετική γραφειοκρατία είχε ήδη από πριν εγκαταλείψει τον Μαρξισμό αλλά και μεγάλα τμήματα της Δυτικής Αριστεράς, εμπρός στις ήττες του εργατικού κινήματος, νέρωσαν το κρασί τους στρεφόμενα στο μετα-μοντερνισμό και στις ετερόδοξες αστικές προσεγγίσεις. Παρόλη αυτή την δίσεκτη συγκυρία ο Μαρξισμός κατόρθωσε, ακόμη και με ένα συρρικνωμένο ρεύμα συγκροτημένης στήριξης, να κεντρίζει το ενδιαφέρον των πιο ανήσυχων τμημάτων της κοινωνίας. Γι’ αυτό άλλωστε και τα αμφισβητισιακά ξεσπάσματα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την κρίση του 2007-8 (την πρώτη μεγάλη παγκόσμια κρίση του καπιταλιστικού συστήματος στον 21ο αιώνα) αναζητούν κυρίως στο Μαρξισμό τις αναλύσεις και την έμπνευση τους.

Σε κάθε περίπτωση αυτή την αντοχή του Μαρξισμού βοήθησε τόσο η διαρκής επιστροφή των μεγάλων κρίσεων του καπιταλισμού (με πιο πρόσφατη αυτή του 2007-8) για τις οποίες ο Μαρξισμός συστηματικά μιλά και που γι’ αυτό άλλωστε έχει λοιδορηθεί τόσο από εχθρούς όσο και από άσπονδους «φίλους». Επίσης, γιατί κάθε μεγάλη κρίση φέρνει στο επίκεντρο το ζήτημα της εργασίας και του κόσμου της, για τα οποία ο Μαρξισμός παραμένει το μόνο ρεύμα που μπορεί να μιλήσει σε αναλυτικό βάθος και πολιτική επάρκεια.

 

  1. Όμως όλα τα προαναφερθέντα δεν συνεπάγονται ότι ο Μαρξισμός είναι σε εύρωστη κατάσταση σήμερα. Μπορεί να έχει κατορθώσει να επιβιώσει καταστροφών που θα είχαν διαλύσει άλλα ρεύματα, αλλά παρόλα αυτά σήμερα του λείπουν σημαντικά στοιχεία που απαιτούνται για να τροφοδοτήσει ένα νέο επαναστατικό κύμα στον 21ο αιώνα.

Σε διάφορες ιστορικές περιόδους συγκεκριμένα επαναστατικά ρεύματα και παραδόσεις έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του Μαρξισμού καθώς τον τροφοδότησαν με σημαντικές προβληματικές και εμπειρίες. Η Οκτωβριανή επανάσταση σηματοδοτεί ένα χαρακτηριστικό τέτοιο ρεύμα που η επίδραση του ξεπέρασε τα στενά γεωγραφικά όρια του και που τροφοδότησε την ανάπτυξη του Μαρξισμού.

Στην περίοδο από την δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα η Αριστερά στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες (στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η προ πολλού εξωνημένη σοσιαλδημοκρατία) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αναζωογόνηση και ανάπτυξη του Μαρξισμού. Σε μία κρίσιμη ιστορική στιγμή, πριν από τη μεγάλη κρίση του 1974 αλλά και ενώ το Ανατολικό μπλοκ και η στρατηγική του ρεύματος που το ακολουθούσε είχε ήδη δείξει τα όρια και τις αδυναμίες της, τα κινήματα που ξέσπασαν γύρω από το 1968 ξαναέφεραν το επαναστατικό πρόταγμα στο προσκήνιο. Από αυτή την έκρηξη γεννήθηκαν θεωρητικές συζητήσεις, ρεύματα ανάλυσης αλλά και προσπάθειες πολιτικής συγκρότησης. Ενδεικτικά, οι προβληματικές για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας, για τον Οικονομικό Σχεδιασμό, για τον Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας και τον Ιμπεριαλισμό, για την Θεωρία Σταδίων και για την Σύνθεση της Εργατικής Τάξης αποτέλεσαν μερικά από τα βασικά πεδία επεξεργασιών που αναπτύχθηκαν. Ένα κεντρικό στοιχείο όλων αυτών των προβληματικών ήταν η ανάδειξη της διαφορετικότητας και της υπεροχής του Μαρξισμού έναντι ετερόδοξων αστικών θεωρήσεων. Χαρακτηριστικά, στην Συζήτηση για της Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αναδείχθηκε η διαφορετικότητα και η αναλυτική υπεροχή της Μαρξιστικής προσέγγισης έναντι των νεο-Ρικαρδιανών απόψεων. Η θέση αυτή συγκρούσθηκε τόσο με την εκκινούσα από σοσιαλδημοκρατικές και κεϋνσιανές βάσεις προβολή του νεο-Ρικαρδιανισμού όσο και με την υπόκλιση πίσω από τον τελευταίο αρκετών φιλο-σοβιετικών απόψεων. Ένα συνακόλουθο πόρισμα αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η ανάγκη αυτοτελούς συγκρότησης του επαναστατικού ρεύματος σε αντιπαράθεση με την ενσωμάτωση στην Κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία ή στην φιλο-σοβιετική υποταγή σε αυτήν. Μέσα από αυτό το καζάνι προέκυψαν τόσο θεωρητικές προσεγγίσεις όσο και πολιτικά εγχειρήματα που επηρέασαν παγκόσμια την εξέλιξη του Μαρξισμού.

Σήμερα η Αριστερά στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες είναι εξαντλημένη θεωρητικά και πολιτικά και αδυνατεί να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε όλη την προηγούμενη περίοδο. Παρόλο ότι επαγγέλθηκε – τουλάχιστον τα σοβαρότερα τμήματα του – την σύνδεση με την εργατική τάξη, δεν κατόρθωσε να την επιτύχει (τουλάχιστον ικανοποιητικά). Παρόλο ότι τροφοδότησε και στήριξε μεγαλειώδεις μάχες ενάντια στην επελαύνουσα καπιταλιστική αντεπανάσταση του νεοφιλελευθερισμού, δεν κατόρθωσε να την σταματήσει. Το αποτέλεσμα είναι, μετά την κατίσχυση της καπιταλιστικής αντεπανάστασης το ρεύμα αυτό να είναι διαλυμένο και σε τέλμα. Βασικές θεωρητικές σχολές του είτε έκλεισαν είτε (απαρνούμενες τον παλιό εαυτό τους) εναγκαλίσθηκαν την αστική ετεροδοξία. Φυσικά δεν έλειψαν και οι κραυγαλέα εξωνημένες περιπτώσεις, όπως αυτή του Α. Νέγκρι.

Αυτό που απέμεινε από το ρεύμα αυτό είναι, πρώτον, κοινωνικά περιθωριοποιημένο σε κύκλους διανοουμένων και νεολαίας κυρίως και χωρίς σοβαρή επαφή με τον κόσμο της εργασίας. Χαρακτηριστικά, στην περίπτωση του Brexit χάθηκε στον αστικό κοσμοπολιτισμό (ασχολούμενο με κυριολεκτικά μπουρδο-φιλοσοφούντες τύπου Σλαβόι Ζίζεκ) και δεν κατανόησε τα προβλήματα της εργατικής τάξης (όπως την δικαιολογημένη ανησυχία από την καθοδηγούμενη από το κεφάλαιο διεθνή μετανάστευση). Τελικά – με εξαίρεση την μικρή, φιλότιμη αλλά ανεπαρκή προσπάθεια της καμπάνιας για την αριστερή έξοδο (Lexit) – άφησε τον κόσμο της εργασίας έρμαιο στις αστικές αντιπαραθέσεις. Έτσι, ακόμη και όταν η απόφαση της εξόδου από την ιμπεριαλιστική ΕΕ συντάραξε τις ισορροπίες μέσα στην αστική τάξη αυτό δεν έγινε λόγω της αυτοτελούς παρουσίας του εργατικού παράγοντα αλλά πήρε την μορφή την παραμορφωμένης έκφρασης του μέσα από τις αστικές διαμάχες. Και στη συνέχεια δεν μπόρεσε να δημιουργήσει έστω μία βάση αυτοτελούς συγκρότησης και παρέμβασης του εργατικού και λαϊκού παράγοντα αλλά σέρνεται πίσω από το εκ φύσεως ενσωματωμένο Εργατικό Κόμμα και έναν αδύναμο Κόρμπυν.

Δεύτερον, το ρεύμα αυτό είναι θεωρητικά τελματωμένο. Ταλαντεύθηκε ισχυρά από τον μετα-μοντερνισμό και τον μετα-μαρξισμό που υπονόμευσαν την οικονομική και ταξική ανάλυση προς χάριν ουσιαστικά ιδεαλιστικών θεωρήσεων περί ιδεολογίας. Με βάση τις τελευταίες οι θεμελιώδεις παράμετροι της οικονομίας και της ταξικής διάρθρωσης εξαϋλώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με διαταξικές θεωρίες περί ιδεολογίας. Έτσι, μέσα από αναλύσεις για πολλαπλές ταυτότητες και εξαγγελίες για το τέλος της εργασίας και της εργατικής τάξης, οι τάξεις και η ταξική πολιτική αντικαταστάθηκαν με διαταξικά πολιτικά υποκείμενα (αμφίβολης ή ανύπαρκτης οντότητας). Η ταξική πολιτική αντικαταστάθηκε από την «πολιτική ορθότητα» και η ουσία θυσιάσθηκε στο φαίνεσθαι.

Σήμερα, ακόμη και τα ρεύματα που δεν υπέκυψαν στις μετα-μοντέρνες και μετα-μαρξιστικές σειρήνες έχουν τρωθεί καίρια. Η κεντρικότητα της ταξικής ανάλυσης έχει υποκατασταθεί με αναλύσεις του συρμού για τον νεοφιλελευθερισμό, την παγκοσμιοποίηση και εσχάτως την χρηματιστικοποίηση. Οι αναλύσεις αυτές συνήθως χάνουν την αναλυτική συνοχή και ενάργεια τους καθώς θυσιάζουν κρίσιμες πλευρές της πραγματικότητας και της Μαρξιστικής ανάλυσης στην αναζήτηση της ακαδημαϊκής «πρωτοτυπίας» αλλά και σε αστικά δημοσιογραφικά στερεότυπα. Ενδεικτικά, στην περίπτωση της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης και την ίδια στιγμή που έχουμε μία έκρηξη των εθνικών ανταγωνισμών και των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, η συντριπτική πλειοψηφία των αναλύσεων αυτών εγκαταλείπουν την ανάλυση του Μαρξισμού για την σχέση εθνικού – διεθνικού και την θεωρία του ιμπεριαλισμού και γίνονται – στις καλύτερες περιπτώσεις – οπαδοί νεο-Καουτσκιανών απόψεων περί υπερ-ιμπεριαλισμού. Ανάλογα, η μεγάλη πλειοψηφία των αναλύσεων περί νεοφιλελευθερισμού – εκτός από μία σειρά αναλυτικές αστοχίες της – κατέληξε στην υποταγή σε ετερόδοξες αστικές απόψεις και πολιτικές μέσω διαταξικών αντι-νεοφιλελεύθερων μετώπων. Τέλος, η τρέχουσα μόδα της χρηματιστικοποίησης εγκαταλείπει τόσο την Μαρξιστική Εργασιακή Θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας όσο την αντίστοιχη θεωρία χρήματος προς χάριν μετα-κεϋνσιανών θεωριών και σοσιαλ-φιλελεύθερων αστικών πολιτικών.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, από την πλειοψηφία των ρευμάτων της Αριστεράς στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες εγκαταλείπεται η αυτοτέλεια της συγκρότησης και της δράσης των Μαρξιστών και των κομμουνιστών προς χάριν της σύμπλευσης με αστικές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις (συνήθως τιτλοφορούμενες ως «μαχητικός ρεφορμισμός»). Και μάλιστα την ίδια ώρα που ο μεταρρυθμισμός των τελευταίων είναι απλά μία σκιά του παλιού Κεϋνσιανού εαυτού τους. Όσο δε για την μαχητικότητα τους αυτή κάνει την σοσιαλδημοκρατία του Κάουτσκυ και του Μπερνστάιν να φαντάζει ως αδιάλλακτος μπολσεβίκος.

Υπό αυτή την έννοια, ο Μαρξισμός και η Κομμουνιστική Αριστερά είναι σε αναζήτηση ενός νέου ρεύματος που θα παίξει τον ρόλο του πρωταγωνιστή. Το που και πως θα προκύψει το ρεύμα αυτό δεν είναι ακόμη προφανές. Τα λατινοαμερικανικά εγχειρήματα της προηγούμενης δεκαετίας, παρά τις ενδιαφέρουσες εμπειρίες και προβληματισμούς τους, είναι εμφανώς εξαντλημένα και σε κρίση σήμερα. Την ίδια ώρα ενδιαφέρουσες θεωρητικές επεξεργασίες και πολιτικές και ταξικές εμπειρίες παρουσιάζονται σε πολλές άλλες περιοχές εκτός της γηραιάς ηπείρου. Όμως, τουλάχιστον ακόμη, πουθενά δεν έχει συγκροτηθεί ένα σχετικά συνεκτικό ρεύμα.

 

  1. Απέναντι σε όλες αυτές τις προκλήσεις, για τις ζωντανές και μαχόμενες δυνάμεις του κόσμου της εργασίας και της Αριστεράς το στοίχημα είναι η δημιουργική ανάπτυξη του Μαρξισμού και η γείωση του με το μαζικό κίνημα. Κρίσιμα θέματα μεταξύ άλλων είναι η μελέτη των σταδίων εξέλιξης του καπιταλισμού, της διαδικασίας των κρίσεων και της διαδικασίας παραγωγής και εργασίας καθώς και η επεξεργασία των εργαλείων εμπειρικής έρευνας της Μαρξιστικής θεωρίας. Το πιο κρίσιμο όμως απ’ όλα είναι η παραγωγή των αναγκαίων θεωρητικών και προγραμματικών επεξεργασιών που απαιτούνται για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού ρεύματος και την νικηφόρα ανάκαμψη του εργατικού κινήματος.

Μέσα από τον δρόμο αυτό θα μπορέσουν να ξεπηδήσουν νέα ρεύματα και νέες επαναστατικές διεργασίες που να ξανακάνουν την υπόθεση του σοσιαλισμού επίκαιρη.

 

Advertisements

Ούτε λέξη για την ταμπακιέρα … Μία οφειλόμενη απάντηση σε νέο σχόλιο της Iskra

 

 

Ούτε λέξη για την ταμπακιέρα …

Μία οφειλόμενη απάντηση σε νέο σχόλιο της Iskra

Σταύρος Μαυρουδέας

 

11/6/2017

Στις 10/6/2017 η Iskra δημοσίευσε την απάντηση μου σε προηγούμενο σχόλιο της μαζί με νέο δικό της σχόλιο («Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑ.Ε») με την δήλωση ότι «ότι είχε να πει το έγραψε στο σχόλιο της» και ότι δεν σκοπεύει να συμμετάσχει «σε ένα άκομψο σίριαλ ερωταπαντήσεων, σύνηθες στην Αριστερά, που συχνά δεν χρησιμεύει σε τίποτε άλλο παρά να καλλιεργεί «εξυπνάδες» και να δηλητηριάζει το κλίμα και τις σχέσεις».

Φίλοι της Iskra αν θεωρείτε ότι η μέχρι τώρα συζήτηση καλλιεργεί «εξυπνάδες» και «δηλητηριάζει» τότε δεν θα έπρεπε να μπείτε καν στον κόπο να την προκαλέσετε με επανειλημμένα σχόλια σας. Δεν ανοίγει κανείς μία συζήτηση όταν βιάζεται να αποδράσει από αυτήν.

Επίσης, τον προσωπικό τόνο και τις «εξυπνάδες» (τύπου Βρούτου) μάλλον πρέπει να τις αναζητήσετε στα κείμενα σας. Επίσης, ότι καλό είναι να συγκρατήσετε την ορμή σας και να φρεσκάρετε τις γλωσσικές σας γνώσεις. Το «παρακαλώ» μόνο επιτακτικό δεν είναι στην ελληνική γλώσσα.

Για την ουσία του ζητήματος, που είναι και το σημαντικότερο, δεν λέτε τίποτα ή μάλλον επιδίδεστε στις γνωστές διγλωσσίες στις οποίες διαπρέψατε – προς η ζημία σας – ιδιαίτερα στην περίοδο των εκλογών.

Ευτυχώς οι ανώνυμοι «κύκλοι της ΛΑΕ» αντικαθίστανται από το «γραφείο τύπου της ΛΑΕ». Φυσικά να δηλώσω προκαταβολικά ότι περιποιεί τιμή στην ασημαντότητα μου η ενασχόληση ενός τόσο βαρυσήμαντου οργάνου με τις απόψεις μου.

Το τελευταίο κατά πρώτον αντιπαρέρχεται μετά απαξίας «μικροπρεπείς χαρακτηρισμούς που αποδίδονται στην ΛΑΕ» και δεν απαντά σε «εύκολες μειωτικές κρίσεις για την παράταξη και για διαδρομές προσώπων και συλλογικοτήτων της». Εύγε φίλτατοι. Ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την αυτοκριτική για πράξεις και δηλώσεις σου είναι να υποδυθείς την προσβεβλημένη παρθένα. Αλήθεια, δεν θεωρεί η ΛΑΕ ότι οφείλει μία αυτοκριτική για τα μέχρι τώρα πεπραγμένα της (ιδιαίτερα στην περίοδο της συμμετοχής της στο ΣΥΡΙΖΑ); Ποιο από τα αναφερόμενα στο κείμενο μου είναι άστοχο και άδικο;

Στη συνέχεια το ερίτιμο γραφείο τύπου της ΛΑΕ δηλώνει ότι «συμφωνεί πλήρως με την θέση που διατυπώνει ο σ.Μαυρουδέας πως η έξοδος από την ΟΝΕ αποτελεί τμήμα της συνολικής και άμεσης αποδέσμευσης από την ΕΕ. Τελεία και παύλα.». Αυτό αποτελεί σίγουρα μία πρόοδο. Όμως μήπως θα έπρεπε να διατυπωθεί και στα επίσημα πολιτικά ντοκουμέντα της ΛΑΕ; Για παράδειγμα στην πρόσφατη απόφαση του ΠΣ της ΛΑΕ τίποτα ανάλογο δεν λέγεται αλλά μόνον επαναλαμβάνονται οι παλιές εσφαλμένες και ανεπαρκείς διατυπώσεις της ιδρυτικής διακήρυξης της ΛΑΕ.

Επίσης, το γραφείο τύπου της ΛΑΕ, αμέσως μετά την προαναφερθείσα θετική διατύπωση έρχεται να την «νερώσει» επαναλαμβάνοντας τα γνωστά τετριμμένα περί αμεσότητας της εξόδου από την ΟΝΕ. Πρόκειται περί κουτοπονηριάς. Όπως προσπάθησε να εξηγήσει το αρχικό κείμενο μου, άλλο τεχνικό πρόγραμμα και άλλες πολιτικές προκείμενες θέτει ένα μέτωπο αποδέσμευσης από την ΕΕ και άλλες ένα μέτωπο «εξόδου από την ΟΝΕ κατ’ αρχήν και βλέπουμε».

Φίλοι της ΛΑΕ, συγχωρήστε αυτή την εμμονή στην ακρίβεια αλλά οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Πόσο μάλλον αν κάποιοι έχουν υποστεί το ευτελές παιχνίδι διγλωσσίας, παραπλανητικών διατυπώσεων και καιροσκοπισμού στο οποίο επιδοθήκατε συλλήβδην (για να αφήσουμε στην άκρη ορισμένες συνιστώσες σας που έκαναν πρωταθλητισμό σ’ αυτό) στην περίοδο των εκλογών.

Αν πράγματι συμφωνείτε σε στη μετωπική συμπόρευση της Αριστεράς με βάση ένα πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ επιτέλους πείτε το καθαρά.

Παρέμβαση στη εκπομπή Θέσεις της Egnatia TV, 2-6-2017

Ακολουθεί το video της παρέμβασης μου στη εκπομπή Θέσεις της Egnatia TV στις 2-6-2017. Θέμα της συζήτησης με τον Χ.Καφτεράνη η οικονομική κατάσταση, το μνημονιακό πρόγραμμα αλλά και οι πολιτικές εξελίξεις.

 

 

Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑΕ»

Φιλικές συμβουλές προς «κύκλους της ΛΑΕ»

 

Σταύρος Μαυρουδέας

8/6/2017

 

 

 

 

 

 

 

Το κείμενο μου «Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;» (ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017) προκάλεσε την κριτική ανώνυμου σχολιογράφου της Iskra και επίσης ανώνυμων κύκλων της ΛΑΕ με τίτλο «Ο «δραχμισμός» και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» της ΛΑ.Ε. Και εσύ Βρούτε;». Με την πιο φιλική διάθεση θα ήθελα να κάνω ορισμένες επισημάνσεις και να προβώ σε αντίστοιχες συμβουλές.

 

 

 

Πρώτον, αυτή η οχύρωση πίσω από την ανωνυμία – πόσο μάλλον το σχήμα «κύκλοι της ΛΑΕ» που ανάγει σε κυβερνητικές μεθόδους συγκεκαλυμμένων διαρροών – δεν βοηθά την συζήτηση στην Αριστερά.

 

Δεύτερον, Βρούτους καλύτερα θα ήταν να αναζητούσατε στον δικό σας πολιτικό χώρο (όπου μάλλον έχετε πολλούς). Εξ όσων γνωρίζω ούτε στον ίδιο πολιτικό χώρο ανήκουμε, ούτε κοινή πολιτική διαδρομή είχαμε. Θα μπορούσε να κάνει κανείς αρκετά ειρωνικά σχόλια περί αμετροέπειας, Καισαρισμού κλπ. αλλά δεν θα συμβάλλουν στην ουσία της συζήτησης στην οποία το κείμενο μου θέλει να προκαλέσει.

 

Τρίτον, αποτελεί υπεκφυγή και ένδειξη αδυναμίας το να προσπαθείς να αντικρούσεις μία άποψη ταυτίζοντας την με κάποια άλλη. Εν προκειμένω η ταύτιση από μέρους σας της άποψης που διατύπωσα με την κριτική του ΚΚΕ στη ΛΑΕ (παρόλο ότι φευγαλέα αναγνωρίζονται οι διαφορές τους) είναι καθαρή υποκρισία.

 

Τέταρτον, το τρυκ το οποίο χρησιμοποιείται, δηλαδή το να παρουσιάζετε και σχολιάζετε απόψεις κατά το δοκούν (ή για να το πω ευγενικά παραποιώντας τες) χωρίς καν να τις παραθέτετε ή να παραπέμπετε τον αναγνώστη σ’ αυτές ανήκει στις χειρότερες παραδόσεις γραφειοκρατικών κύκλων της Αριστεράς και θα συνιστούσα θερμά να το αποφεύγετε.

 

Πέμπτον, αν πράγματι οι ανούσιες αδελφοκτόνες διαμάχες είναι μία γάγγραινα για την Αριστερά το ίδιο είναι και η σιωπή του κατώτατου κοινού όρου και το τέλμα της έλλειψης αντιπαράθεσης. Πίσω από τα τελευταία κρύβονται συνήθως καταστροφικές και δεξιόστροφες πολιτικές ατζέντες (όπως έδειξε η υπόθεση ΣΥΡΙΖΑ και για την οποία έχετε σοβαρότατες ευθύνες). Αντίθετα, η ανοικτή συζήτηση και κριτική αντιπαράθεση – ιδιαίτερα σε χαλεπούς καιρούς όπως τον τωρινό – είναι αναγκαία για την Αριστερά για να μπορέσει να παράγει νέες ιδέες και να ξεπεράσει τα σημερινά αδιέξοδα της.

 

Έκτον, για την πολιτική ουσία – που είναι και το πιο σημαντικό – δεν λέτε τίποτα. Επαναλαμβάνεται ότι τάσσεστε υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, κάτι που δεν λέγατε τον καιρό που συμμετείχατε στο ΣΥΡΙΖΑ και υπερασπίζατε ενθουσιωδώς όχι μόνον το δεξιόστροφο και αναποτελεσματικό πρόγραμμα του αλλά ακόμη και την φαιδρότητα που ονομάσθηκε «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». Όμως αυτή η καλοδεχούμενη μετατόπιση σας δεν παίζει κανένα ουσιαστικό ρόλο στα νέα προγράμματα που προτείνετε. Πρόκειται μόνο για ένα ευχολόγιο που ανάγεται σε ένα ακαθόριστο μέλλον και χάνεται μέσα σε φλύαρες διατυπώσεις που αποσκοπούν σε ακαθόριστα αντι-μνημονιακά μέτωπα με πρόσωπα και δυνάμεις καθόλα αφερέγγυες και που αρκετές δεν συμμερίζονται ούτε καν την έξοδο από την ΟΝΕ. Αυτό κάνατε στις τελευταίες εκλογές και είδατε τα αποτελέσματα, τόσο τότε όσο και μετά. Αυτό όμως συνεχίζετε να κάνετε και σήμερα.

 

Στα πιο συνεκτικά κείμενα σας προτείνεται ένα πρόγραμμα μετωπικής συμπόρευσης με κέντρο την έξοδο από την ΟΝΕ και μόνο. Υποστηρίζεται (όπως και στο σχόλιο σας για το κείμενο μου) ότι αυτό είναι το πολιτικά άμεσο που μάλιστα σε χρόνο dt θα οδηγήσει σε πλήρη αναδιαμόρφωση του οικονομικού τοπίου και στη συνέχεια, μετά από συγκρούσεις με την ΕΕ, θα οδηγήσει στο να τεθεί το ερώτημα της εξόδου από την ΕΕ σε δημοψήφισμα.

Ακριβώς αυτή την στρουθοκαμηλική αντίληψη επικρίνει το κείμενο μου. Συγκεκριμένα, δείχνει ότι η έξοδος από την ΟΝΕ είναι αδιέξοδη αν δεν αποτελεί τμήμα της συνολικής και άμεσης αποδέσμευσης από την ΕΕ. Για να το τεκμηριώσει αυτό προβάλει (όπως και άλλα πιο αναλυτικά κείμενα μου, π.χ. «Ανταγωνιστικές ερμηνείες και στρατηγικές εξόδου της ελληνικής κρίσης και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης» ΟΥΤΟΠΙΑ νο.115) συγκεκριμένα επιχειρήματα με πιο σημαντικό την υποτίμηση της προβληματικής παραγωγικής δομής της ελληνικής οικονομίας και την αδυναμία άμεσης και δραστικής αναδιάρθρωσης της εντός της ΕΕ. Επ’ αυτών έχετε να πείτε κάτι;

Η επίκληση ως απάντησης του φυλλαδίου της ΛΑΕ για την μετάβαση στο εθνικό νόμισμα – που στην καλύτερη περίπτωση είναι έκθεση ιδεών και ερωταποκρίσεις για πολιτικό καφενείο αλλά όχι συνεκτικό πρόγραμμα – επιβεβαιώνουν τα προαναφερθέντα επιχειρήματα.

Το πιο σημαντικό όμως απ’ όλα είναι η εμμονή σας σε πολιτικές αντιλήψεις τύπου ΣΥΡΙΖΑ και συγκεκριμένα στις ψευδαισθήσεις ότι (α) μπορεί να υπάρξει επιτυχής συγκρουσιακή διαπραγμάτευση μέσα στην ΕΕ και (β) «χαϊδεύοντας» τα αυτιά του κόσμου (ότι ο στόχος δεν είναι δύσκολος και επίπονος) θα προκύψουν εύκολα και γρήγορα πολιτικά αποτελέσματα. Η μακρά πορεία σας μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να σας είχε διδάξει για το αντίθετο.

Φίλοι της ΛΑΕ οι καθαροί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Αντίθετα υποκριτικοί κλαυθμυρισμοί (π.χ. «Η ΛΑ.Ε «περιορίζεται μόνο στο ευρώ») ούτε βοηθούν ούτε πείθουν.

 

Οι σύνδεσμοι των επίδικων κειμένων ακολουθούν:

Στ. Μαυρουδέας, Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;» (ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Iskra, Ο «δραχμισμός» και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» της ΛΑ.Ε. Και εσύ Βρούτε;

 

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός; – ΠΡΙΝ Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

 

 

ΠΡΙΝ

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017, φ.1333

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

 

Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθορίζει αποφασιστικά τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αυτή η σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί μία στρατηγική επιλογή που σταθεροποίησε την κυριαρχία της στην ταραγμένη μεταδικτατορική περίοδο και της έδωσε ελπίδες για αναβάθμιση μέσα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα (από ένα μεσαίου επιπέδου υπο-ιμπεριαλισμό σε έστω μικρό συνεταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ). Η συμμετοχή στην ΟΝΕ σηματοδότησε την απεγνωσμένη προσπάθεια να αναρριχηθεί στην πρώτη ταχύτητα αυτής της ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα», όπως και οι προηγούμενες, μόνο πόνο και δάκρυα προσφέρει στις υποτελείς τάξεις με την συγκεκαλυμμένη αρχικά (από το 1985) και εξόφθαλμη και ραγδαία σήμερα συμπίεση των λαϊκών δικαιωμάτων και εισοδημάτων.

Αρχίζει όμως να κοστίζει και στο κεφάλαιο. Η ένταξη στην Κοινή Αγορά αποδιάρθρωσε το προηγουμένως παραδοσιακό μεν αλλά σχετικά συνεκτικό και αποτελεσματικό παραγωγικό πρότυπο του ελληνικού καπιταλισμού. Ο ανταγωνισμός των πιο αναπτυγμένων δυτικών κεφαλαίων συρρίκνωσε τον αγροτικό και τον βιομηχανικό τομέα και διόγκωσε αφύσικα τις υπηρεσίες καθώς το ελληνικό κεφάλαιο «κρύφθηκε» σ’ αυτές εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες συγκεκαλυμμένου προστατευτισμού και κρατικο-μονοπωλιακής διαπλοκής που παρέχουν. Επίσης έχασε τα προνόμια της αυτόνομης χρήσης μιας σειράς κρίσιμων εργαλείων (π.χ. νομισματική πολιτική μετά την ένταξη στην ΟΝΕ). Αφετέρου βέβαια, ωφελήθηκε από τις δυνατότητες αποκόμισης ιμπεριαλιστικών υπερ-κερδών (ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων μετά το 1990) που έδωσε η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίσης του 2007-8 και η ανάδυση τόσο της πτωτικής τάσης της κερδοφορίας όσο και των διαρθρωτικών προβλημάτων γκρεμίζει πλέον την σύγχρονη αστική «Μεγάλη Ιδέα» και ο ελληνικός καπιταλισμός τίθεται υπό επιτροπεία, υποβαθμιζόμενος ραγδαία τόσο μέσα στον ευρωπαϊκό όσο και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ιδιαίτερα, ο ρόλος του ξένου κεφαλαίου αυξάνει δραστικά μετατρέποντας σταδιακά το ελληνικό σε φτωχό συγγενή (π.χ. αλλαγές στον κρίσιμο τραπεζικό τομέα). Όμως το τελευταίο δεν τολμά ούτε να σκεφθεί την ανεξαρτητοποίηση του καθώς είναι στενότατα δεσμευμένο στις οικονομικές διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τρέμει το κόστος της ανεξαρτητοποίησης του. Γι’ αυτό τον λόγο, σε αντίθεση με άλλες χώρες κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, δεν έχει εμφανιστεί καμία σοβαρή μερίδα του που να αμφισβητεί την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και αντιδρά λυσσαλέα σε κάθε πρόταση αποδέσμευσης από αυτήν. Οι πρόσφατες τυχοδιωκτικές πρωτοβουλίες επίδοξων και εκπεσόντων πολιτικών και προσωπικοτήτων (που ζητούν φιλικό διαζύγιο από την ΟΝΕ και επιστροφή στη δραχμή με την στήριξη της κυβέρνησης Τραμπ και φυσικά χωρίς κανένα φιλο-λαϊκό και αριστερό περιεχόμενο) δεν έχουν σοβαρή συστημική στήριξη. Προς το παρόν τουλάχιστον, αυτός ο αστικός «δραχμισμός» χρησιμοποιείται μόνο ως μέσο πίεσης προς την ΕΕ.

 

 

 

 

Η κρίση και ο «αριστερός ευρωσκεπτικισμός»

 

Η απουσία ενός σοβαρού τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης που να αμφισβητεί την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει συμβάλει ώστε η οικονομική κρίση έχει στρέψει τις λαϊκές μάζες κυρίως προς την Αριστερά. Η ισχυρή αντι-ΕΕ παράδοση της ελληνικής Αριστεράς (παρά τις όποιες ταλαντεύσεις και υπαναχωρήσεις τμημάτων της, όπως η πρόσφατη ανοικτή αποστασία του ΚΚΕ) έχει συμβάλλει δραστικά σ’ αυτό. Αντίθετα, σε πολλές Δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης που δυσφορούν με την Γερμανική κυριαρχία και σε συνδυασμό με προλεταριοποιούμενα (ή φοβούμενα την προλεταριοποίηση) μικρο και μεσο-αστικά στρώματα εμφανίζονται σαν ευρωσκεπτικιστές ή ακόμη και ολικοί αρνητές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το ακροδεξιό εθνικιστικό αυτό μπλοκ κερδίζει αξιοσημείωτη απήχηση στα λαϊκά και εργατικά στρώματα καθώς η συντριπτική πλειοψηφία της Αριστεράς στις χώρες αυτές, πολλές φορές μετά από συντριπτικές ήττες, έχει εκφυλιστεί σε ένα κοσμοπολίτικο, πολιτικά καθωσπρέπει χυλό που έχει εγκαταλείψει την ταξική πολιτική και έχει ενσωματωθεί (με ψευτο-διεθνιστικές ατάκες) στις πολιτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Αριστερά αυτή είναι ανίκανη να εκφράσει την λαϊκή οργή που γεννά η φτωχοποίηση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθώς ασπάσθηκε έναν αταξικό (στην ουσία του) κοσμοπολιτισμό, υποστήριξε την ευρωπαϊκή ενοποίηση εν ονόματι ενός ψευδεπίγραφου διεθνισμού (που υποτασσόταν στην καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση» και καμιά σχέση δεν είχε με τον προλεταριακό διεθνισμό), μετατράπηκε σε «αδελφή νοσοκόμα» του συστήματος (ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό ζήτημα) και αποκήρυξε κάθε προσπάθεια μίας ταξικής γραμμής στα ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας που ανακύπτουν από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Μία τέτοια εκφυλισμένη Αριστερά δεν έχει ακόμη κατορθώσει να κυριαρχήσει στη χώρα μας (αν και υπάρχουν ισχυρές πιέσεις). Από την άλλη όμως μέσα στην ελληνική Αριστερά καλλιεργούνται μία σειρά «δραχμιστικές» προτάσεις που δεν προσφέρουν αλλά αντίθετα υπονομεύουν την αντι-ΕΕ πάλη. Οι προτάσεις αυτές συνδέονται με την ανάδυση μέσα σε εκφυλισμένα τμήματα της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς ενός όψιμου ευρω-σκεπτικισμού. Εμπρός στον κίνδυνο πλήρους αποκοπής τους από τις λαϊκές μάζες αλλάζουν γραμμή και είτε επαγγέλλονται τον προοδευτικό μετασχηματισμό της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως με ένα ήπιο Κεϋνσιανισμό) είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ΟΝΕ και την διατήρηση της ΕΕ περίπου ως ζώνης εμπορίου. Βέβαια πρόκειται για εθελοτυφλικές προτάσεις καθώς ο προοδευτικός μετασχηματισμός της ΕΕ έχει αποδειχθεί ανέφικτος. Αλλά και η πεποίθηση ότι ιδιαίτερα οι ευρω-περιφερειακές χώρες μπορούν να παίξουν με καλύτερους όρους μέσα στην Κοινή Αγορά αγνοεί τόσο την ιστορική εμπειρία όσο και τους βασικούς κανόνες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας η παραμονή στην Κοινή Αγορά με τους μηχανισμούς ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που η τελευταία έχει δεν θα αλλάξει ουσιαστικά τα πράγματα.

Αυτός ο αδιέξοδος «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» εκφράζεται στη χώρα μας ιδιαίτερα από την ΛΑΕ και από μελέτες όπως αυτή του ΕΔΕΚΟΠ (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής), δια χειρός Λαπαβίτσα. Η τελευταία είναι ενδεικτική των προβλημάτων της πρότασης αυτής.

 

 

 

 

 

Κατ’ αρχήν ξεκινά με κλαυθμηρισμούς περί της ζημιάς που προκαλούν οι κυρίαρχες πολιτικές στην Ευρώπη και με επικλήσεις για την σωτηρία της. Πρόκειται για μία πολιτικά αφελή (;) εισαγωγή που παραγνωρίζει τα δομικά χαρακτηριστικά και την ιστορική εμπειρία της ευρωπαϊκής ενοποίησης (σαν μηχανισμού με οργανικά ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά). Η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης επίσης δεν έχει καμία σχέση με τον Μαρξισμό αλλά αναπαράγει και μάλιστα αδύναμα ετερόδοξες αλλά και ορθόδοξες αστικές προσεγγίσεις (π.χ. η εξόφθαλμα λανθασμένη θεωρία της ανταγωνιστικότητας με βάση τα ονομαστικά μοναδιαία κόστη εργασίας).

Στο τεχνικό τμήμα της πρόκειται ουσιαστικά για πρόταση συναινετικού διαζυγίου με την ΟΝΕ και παραμονής στην ΕΕ σε δύο παραλλαγές. Στην καθαρόαιμη εκδοχή της βασίζεται στην βοήθεια της ΕΕ (παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ κλπ.) και μάλιστα με αχρείαστη πολυπλοκότητα καθώς, σ’ αυτή την περίπτωση, ένα συναλλαγματικό swap με την ΕΚΤ (ή υπό την κάλυψη της) θα έλυνε εύκολα τα προβλήματα. Βέβαια, η εν λόγω καλή μελέτη συνειδητά αποσιωπά ότι αυτό είναι το plan B της Γερμανίας ήδη διατυπωμένο σε σχετικές μελέτες (π.χ. Deutsche Bank) και χρησιμοποιημένο από τον Schaeuble για να τρομοκρατήσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (στην οποία η σημερινή ΛΑΕ ασμένως συμμετείχε). Δεν είναι κρυφό ότι η Γερμανία, σε περίπτωση προϊούσας αποσύνθεσης της ΕΕ, προσανατολίζεται στη διατήρηση ενός σκληρού πυρήνα γύρω της που θα περιστοιχίζεται από ζώνες χωρών εξαρτημένες από αυτόν. Ο νομισματικός μηχανισμός αυτού του γερμανικού plan B προβλέπει την ένταξη των νομισμάτων των χωρών αυτών στον Ευρωπαϊκό Συναλλαγματικό Μηχανισμό ΙΙ (ή κάτι ανάλογο), όπου τα νομίσματα αυτά θα είναι εξαρτήματα του ευρώ (ή του Γερμανο-κεντρικού διαδόχου του) αλλά με μία μεγαλύτερη ευελιξία στη διακύμανση των ισοτιμιών τους (και συνεπώς στην απάλυνση των ανισορροπιών στο εξωτερικό εμπόριο και στο ισοζύγιο πληρωμών). Όμως αποκλείει τόσο την «ανταγωνιστική υποτίμηση» (δηλαδή μία επιθετική κίνηση) όσο και (λόγω της παραμονής στην Κοινή Αγορά) την εφαρμογή ενεργητικών βιομηχανικών πολιτικών (δηλαδή ριζικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας), που μόνο αυτές μπορούν να εξαλείψουν τις διαφορές ανταγωνιστικότητας και συνεπώς των εμπορικών και κεφαλαιακών ανισορροπιών. Ουσιαστικά, για τις ευρω-περιφερειακές οικονομίες το Γερμανικό plan B είναι διπλά καταστροφικό. Αφού έχουν περάσει την λαίλαπα των προγραμμάτων λιτότητας θα μεταταχθούν σε μία ζώνη ανοικτής υποτέλειας που θα διατηρεί τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξάρτησης τους από τον πυρήνα. Απλά θα υπάρχει η δυνατότητα, κατόπιν συμφωνίας του ευρω-κέντρου, μίας πιο ελαστικής διαχείρισης ακραίων καταστάσεων. Το κόστος όμως ακόμη και αυτών των διευκολύνσεων τελικά θα το επωμίζονται κυρίως αυτές.

Η συγκρουσιακή παραλλαγή της πρότασης του ΕΔΕΚΟΠ αποτελεί ουσιαστικά παραλλαγή της συναινετικής και ταυτόχρονα αναπαραγωγή της αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ (πριν την παράδοση άνευ όρων) ότι υπάρχουν οι δυνατότητες επιτυχίας μιας «άγριας» διαπραγμάτευσης εντός της ΕΕ. Φυσικά το αποτέλεσμα αυτής της κοντόφθαλμης και ταυτόχρονα υποκριτικής στρατηγικής είναι σήμερα γνωστό. Με αυτή την εθελοτυφλική γραμμή το ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει ότι μπορείς να πάψεις να πληρώνεις το χρέος και να περάσεις στη δραχμή χωρίς αυτό δεν να οδηγήσει σε ανοικτό πόλεμο με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο. Έτσι θα μπορείς να προχωρήσεις σε μία πολιτική εσωτερικής σταθεροποίησης μέσω μία αφελούς Κεϋνσιανής πολιτικής ενίσχυσης της ζήτησης και υποκατάστασης εισαγωγών. Η Μαρξιστική ανάλυση έχει δείξει ότι σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης (δηλαδή πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και όχι φυσικά φληναφημάτων περί ανύπαρκτης «χρηματιστικοποίησης») η τόνωση της ζήτησης δεν επιλύει αλλά επιδεινώνει το πρόβλημα υπερσυσσώρευσης.

Κατά το ΕΔΕΚΟΠ η τόνωση της ζήτησης θα προέλθει κατ’ αρχήν μέσω τυπώματος νομίσματος που υποστηρίζεται ότι θα έχει μικρή πληθωριστική επίπτωση κυρίως λόγω της μεγάλης υποαπασχόλησης παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας. Ο υπολογισμός της τελευταίας είναι καταφανώς υπερβολικός καθώς το μεγαλύτερο μέρος των «κλειστών» επιχειρήσεων – ιδιαίτερα της μεταποίησης – είναι χρόνια στην κατάσταση αυτή και έχει απαξιωθεί πλήρως. Συνεπώς, στα πλαίσια μίας οικονομία της αγοράς με περιορισμένη μόνο κρατική ρύθμιση (όπως το τοποθετεί το ΕΔΕΚΟΠ) μοιραία αυτό θα οδηγήσει σε έκρηξη του πληθωρισμού. Εφόσον μάλιστα αυτό γίνει με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο (που η κατανάλωση βασίζεται σε εισαγωγές) τότε αυτό θα είναι καταστροφικό για την αγοραστική δύναμη των μισθών.

 

Επίσης, η προτεινόμενη παραγωγική ανασυγκρότηση είναι επιεικώς ανεφάρμοστη. Υποθέτει ότι η ΕΕ θα δεχθεί εκτεταμένες «ρήτρες εξαίρεσης» από την απαγόρευση επιδοτήσεων και προστατευτισμού της Κοινή Αγοράς. Αυτό αποκλείεται γιατί θα κουρέλιαζε την τελευταία και θα άνοιγε την όρεξη και άλλων χωρών. Επίσης, υποθέτει ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο θα συνεργαστεί και μάλιστα έγκαιρα στην πολιτική υποκατάστασης εισαγωγών. Πρόκειται επίσης για αφέλεια. Σε περίπτωση πολέμου με την ΕΕ το ελληνικό κεφάλαιο είναι γνωστό με ποιόν θα συμμαχήσει, όπως έδειξε και η περίοδος του δημοψηφίσματος. Η ελληνική αστική τάξη έβγαλε και βγάζει συνεχώς τα κεφάλαια της στο εξωτερικό κρατώντας στη χώρα μόνο τα απολύτως αναγκαία. Έξω μπορεί να τα επενδύσει πολύ πιο ελεύθερα και κερδοφόρα απ’ ότι σε μία Ελλάδα σε κατάσταση οικονομικού πολέμου. Συνεπώς, μόνο μία παραγωγική ανασυγκρότηση βασισμένη σε υποχρεωτικό και καθολικό σχεδιασμό της οικονομίας μπορεί να ανασυγκροτήσει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση την ελληνική οικονομία. Όμως κάτι τέτοιο αποκλείεται εντός της Κοινής Αγοράς και φυσικά το ελληνικό κεφάλαιο δεν θα συναινέσει.

Οι ετερόδοξες αναλυτικές αδυναμίες στην ερμηνεία της ελληνικής κρίσεις και οι μεσοβέζικες πολιτικές επιλογές φαίνονται και στη μελέτη της κλαδικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Θεωρείται ότι στην κατάσταση «μισο-πολέμου» με την ΕΕ θα μπορεί να υπάρξει σταθεροποίηση της οικονομίας με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο. Έτσι, παρά την βούληση των συντακτών για ενίσχυση της εκβιομηχάνισης, στην περίοδο σταθεροποίησης τον βασικό ρόλο παίζουν κλάδοι του πρωτογενούς τομέα και των υπηρεσιών. Δηλαδή αναπαράγεται το υπάρχον καταφανώς αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο. Αγνοούνται βασικά προβλήματα των κλάδων αυτών (π.χ. η ασφυκτική εξάρτηση της έρευνας από ευρωπαϊκά κονδύλια, του τουρισμού από μεγάλα ξένα πρακτορεία). Επίσης η χρησιμοποιούμενη τεχνική μεθοδολογία επιλογής κλάδων είναι εξαιρετικά προβληματική καθώς είναι πολύ μακροσκοπική (για πολιτικές που αναγκαστικά έχουν επιτακτικά βραχυχρόνιο χαρακτήρα) και βασίζεται σε παλιά δεδομένα που παραγνωρίζουν τόσο την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας όσο και αυτή που θα υπάρξει σε μία σύγκρουση με την ΕΕ.

 

Ο «δραχμισμός» του «αριστερού ευρωσκεπτικισμού» οδηγεί σε αδιέξοδα και νέες ήττες την Αριστερά. Υποβαθμίζει το βάθος και την έκταση της ταξικής και διεθνούς σύγκρουσης που απαιτείται για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση. Θεωρεί ότι αυτή μπορεί να προκύψει είτε συναινετικά είτε με ένα «μισο-πόλεμο», δηλαδή δεν έχει διδαχθεί τίποτα από την καταστροφική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (για την οποία έχουν οι «αριστεροί δραχμιστές» σοβαρότατες ευθύνες). Αναζητεί ανέφικτες συμμαχίες με τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης και ταυτόχρονα έχει την ψευδαίσθηση (;) ότι αυτά θα δεχθούν την ηγεμονία της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Αν υπάρξουν τέτοια τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου θα επιδιώξουν την επιστροφή στη δραχμή με δικούς τους όρους, νέες διεθνείς εξαρτήσεις (κυρίως από τις ΗΠΑ) και σε βάρος των εργαζομένων.

Πολλές φορές όλα τα παραπάνω κρύβονται μέσα σε επιεικώς άστοχες πολιτικές διατυπώσεις του τύπου «ας γίνει πρώτα η έξοδος από την ΟΝΕ και μετά θα έλθει και η αποδέσμευση από την ΕΕ». Την ίδια ώρα βέβαια ακόμη και αυτό το μεσοβέζικο πρόγραμμα εξαϋλώνεται μέσα στις συμμαχίες με τυχοδιωκτικά προσωποπαγή μορφώματα με ένα θολό αντι-μνημονιακό και μόνο λόγο.

Οι κομμουνιστές δεν κρύβουν τις προθέσεις τους, όπως εμφατικά διακήρυξε ο Ένγκελς. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση περνά από ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής. Η τελευταία είναι ο στρατηγικός στόχος των κομμουνιστών και φυσικά δεν τον κρύβουν από τις λαϊκές μάζες. Άλλωστε ιδιαίτερα μετά την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ ο μόνος τρόπος για να σε ακούσουν είναι να τους μιλήσεις καθαρά, χωρίς να τάζεις λαγούς με πετραχήλια, και μιλώντας έντιμα για τις αναγκαίες θυσίες που πρέπει να γίνουν για να μπορέσει να «γυρίσει ο ήλιος».

Ο βασικός μεσοπρόθεσμος κόμβος αυτού του προγράμματος και η βάση για την συγκρότηση ενός ευρύτερου λαϊκού μετώπου είναι η συνολική αποδέσμευση από την ΕΕ. Χωρίς αυτήν καμία διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης αλλά και αντιμετώπισης των άμεσων λαϊκών προβλημάτων δεν μπορεί να υπάρξει. Μία έξοδος από την ΟΝΕ χωρίς την πλήρη αποδέσμευση είναι ατελέσφορη ή τμήμα αστικών σχεδίων. Στη βάση αυτού του μεσοπρόθεσμού κόμβου οι κομμουνιστές οφείλουν να συνεργαστούν ακόμη και με δυνάμεις που δεν είναι πεισμένες για την σοσιαλιστική προοπτική χωρίς όμως ποτέ να κρύψουν τις στρατηγικές επιδιώξεις τους και προβάλλοντας πάντα οι ίδιοι ένα ευρύτερο πρόγραμμα όπου η αποδέσμευση από την ΕΕ (και η ειδική περίοδος περίπου «πολεμικής» οικονομίας που θα την χαρακτηρίζει) θα ανοίξει τον δρόμο για την διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης.

Η υλοποίηση αυτού του πολιτικού σχεδίου είναι το κρίσιμο στοίχημα για τους Έλληνες κομμουνιστές σήμερα.

 

 

https://www.scribd.com/document/350279178/%CE%94%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D

https://www.researchgate.net/publication/317336451_Apodesmeuse_apo_ten_EE_e_Drachmismos

 

https://www.academia.edu/33317368/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%BC%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%95_%CE%AE_%CE%94%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_-_%CE%A0%CE%A1%CE%99%CE%9D.docx

 

Η ηχογράφηση και η παρουσίαση της εισήγησης στην διημερίδα της ΕΕΚΠ, 11-5-2017

Ακολουθούν οι σύνδεσμοι της ηχογράφησης και της παρουσίασης της εισήγησης μου με θέμα «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ, ΔΟΜΗ, ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ» στην διημερίδα της ΕΕΚΠ, «Κρίση και Κοινωνική Πολιτική στην Ελλάδα» στις 11-12 Μαΐου 2017 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

http://kiwi6.com/file/equbngmdzl

http://vocaroo.com/i/s0Vi3u2tnnka

http://vocaroo.com/player.swf?playMediaID=s0Vi3u2tnnka&autoplay=0

 

Κέρκυρα 28/04/2017 Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ: Μια Ιμπεριαλιστική Ολοκλήρωση σε Υπαρξιακή Κρίση – video εκδήλωσης

Στους παρακάτω συνδέσμους βρίσκεται το video της εκδήλωσης του Ομίλου Μελέτης Επαναστατικής Θεωρίας Κέρκυρας (28/04/2017) με εισηγητή τον Σταύρο Μαυρουδέα και θέμα «Η Πολιτική Οικονομία της ΕΕ: Μια Ιμπεριαλιστική Ολοκλήρωση σε Υπαρξιακή Κρίση»