Tag Archives: Μαυρουδέας

Συνέντευξη για την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας στον Prisma 91.6 FM της Πρέβεζας, 29-11-2018

Συνέντευξη για την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας στον Prisma 91.6 FM της Πρέβεζας, 29-11-2018

Σταύρος Μαυρουδέας στον Prisma 91,6: “Μετά από οκτώ χρόνια Μνημονίων η χώρα δεν έχει βγει από την κρίση.”

Τις πολιτικές εξελίξεις σχολίασε στο απογευματινό μαγκαζίνο ο καθηγητής οικονομίας, στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Σταύρος Μαυρουδέας.

Όπως ανέφερε οι ψευδαισθήσεις για μία άλλη Ευρώπη, πιο ανθρώπινη και με κοινωνικό πρόσωπο δεν υπάρχει.

Όσοι εδώ και δεκαετίες πίστευαν ότι μπορεί να αλλάξει Ευρώπη, ήταν χρήσιμοι ηλίθιοι σε αυτούς που κάνουν κουμάντο στην πραγματική Ευρώπη η ήταν απλά ηλίθιοι, ή εκ του πονηρού που είναι ακόμα χειρότερο.

Σχολιάζοντας την περίπτωση της Ιταλίας,  που ήρθε σε αντιπαράθεση με την Ευρώπη σχετικά με τον προϋπολογισμό της, είπε ότι είναι χαρακτηριστική περίπτωση, καθώς σαν χώρα αναγκάζεται να συμβιβαστεί, όχι με τον τρόπο που έγινε στην Ελληνική περίπτωση με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ,  διαπραγματεύεται , βεβαίως θα κάνει και αυτή του συμβιβασμούς της, δεν  θα τον παραξένευε όμως  μία αναζωπύρωση των Συγκρούσεων.

“Η Ιταλία είναι μία μεγάλη οικονομία και η ιταλική Ελίτ που δεν είναι η καλύτεροι στον κόσμο όπως όλες οι ελίτ, κοιτάνε τον εαυτό τους και όχι το τι συμφέρει τον κόσμο και τη χώρα, είναι αρκετά ισχυρή για να υποταχθεί με τον τρόπο που υποτάχθηκε ελληνική ελίτ και ουσιαστικά να γίνει μία παραδουλεύτρα.

Είναι σαφές ότι στο ευρώ ιερατείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συγχωρούν, πιέζουν αφόρητα μη αφήνοντας κανένα περιθώριο για ψευδαισθήσεις.”

Μάλιστα ακόμα και το περιβόητο σχέδιο Μακρόν, που υποτίθεται ότι θα έφερνε έναν μεγάλο προϋπολογισμό που κάπως θα μπορούσε να παρέμβει, μόλις πριν από μία εβδομάδα έγινε κουρελόχαρτο από τους Γερμανούς.

Το σχέδιο Μακρόν, ήταν υποτίθεται  ήταν μια ασπιρίνη στον καρκίνο και δεν έγινε αποδεκτό, με τον ίδιο να τσακώνεται, με τους ιπποκόμους  και δορυφόρους της Γερμανίας που έχουν συνασπιστεί με αρχηγούς τους Ολλανδούς.

Σχολιάζοντας την υποτιθέμενη παραίνεση Τσίπρα προς τους Ιταλούς ώστε να κάνουν πίσω, την χαρακτήρισε στα όρια της φάρσας και της γελοιότητας και αν όντως έγινε, δείχνει τη δουλοπρέπεια του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα.

Στο ερώτημα για τον οδικό χάρτη της χώρας και το  ποιος είναι, είπε ότι δεν έχει σχέση με αυτά που ακούγονται από την πλευρά  της ευρωπαϊκής ένωσης και της κυβέρνησης Συριζα, δεν έχει να κάνει ούτε με τις αθλιότητες της αντιπολίτευσης, της Νέας Δημοκρατίας, η οποία εμφανίζονται σαν τον τρελό δολοφόνο με το πριόνι, που λέει γιατί δεν τους κόβεται κι άλλο τώρα.

Η πραγματικότητα είναι ότι μετά από οκτώ και πλέον χρόνια προγραμμάτων προσαρμογής και μνημονίων, η χώρα δεν έχει βγει από την κρίση, τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας παραμένουν και έχουν χειροτερέψει με την παρέμβαση των μνημονίων, καθώς η Αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου της Ελλάδας παραμένει και είναι ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό που προκύπτει από αυτήν την αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου, είναι η έκρηξη του χρέους και αυτό είναι το μόνο που ενδιαφέρει την Ευρωπαϊκή Ένωση, για αυτήν εφαρμόζουμε τα μνημόνια και τα προγράμματα προσαρμογής και έχουμε αποτύχει τραγικά.

Ξεκινήσαμε με 123% του χρέους το 2010 και είμαστε περίπου στο 180% σήμερα και προβλέπεται αποκλιμάκωση πολύ αργά, με ρυθμούς ανάπτυξης παραμυθένιους, καθώς και παραμυθένια πλεονάσματα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το πρόγραμμα αυτό δεν βγαίνει.

https://prismaradio.gr/2018/11/30/%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%8d%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%bc%ce%b1%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%ad%ce%b1%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-prisma-916-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%ac-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%ce%bf%ce%ba/

https://www.prevezatoday.gr/stayros-mayroydeas-ston-prisma-91-6-meta-apo-okto-chronia-mnimonion-i-chora-den-echei-vgei-apo-tin-krisi/

 

 

 

 

Advertisements

«Ο μύθος της εξόδου από την κρίση», ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 2018 νο.33

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιοδικό ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ

2018, Νο. 33

 

Ο μύθος της εξόδου από την κρίση

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Το ελληνικό πρόβλημα, τα ΠΟΠ και η Αριστερά

 Τον Αύγουστο 2018 εξαγγέλθηκε από την ΕΕ και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ η ολοκλήρωση, μετά κόπων και βασάνων, του τρίτου από τα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής – ΠΟΠ (τα κοινώς λεγόμενα Μνημόνια). Ταυτόχρονα, δηλώθηκε ότι η ελληνική κρίση έχει επιτέλους επιλυθεί. Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι τα ελληνικά ΠΟΠ έχουν μία μακρά ιστορία αποτυχιών. Ξεκίνησαν με το πρώτο ΠΟΠ το 2010 που προέβλεπε την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος εντός τετραετίας με μία μικρή μείωση του ΑΕΠ της χώρας. Απέτυχε πριν καν ολοκληρωθεί και αντικαταστάθηκε από το δεύτερο ΠΟΠ, το οποίο είχε την ίδια τύχη και γι’ αυτό συμπληρώθηκε από το τρίτο ΠΟΠ[1]. Καθένα σημαδευόταν και από μία κυβερνητική αλλαγή.

Η εξαγγελία της ολοκλήρωσης του κατά κοινή ομολογία πιο προβληματικού προγράμματος του ΔΝΤ και της ΕΕ δεν έγινε χωρίς αναταράξεις. Η μεν ΕΕ – και τα διάφορα κέντρα και ηγεμονικές δυνάμεις στο εσωτερικό της – προβληματίσθηκαν είτε για την ανάγκη ενός τέταρτου ΠΟΠ είτε μίας πιο ήπιας εκδοχής του (με την μορφή της προληπτικής πιστωτικής γραμμής). Τελικά η ΕΕ κατέληξε – για γεωπολιτικούς και οικονομικούς λόγους – στην ανακήρυξη της ολοκλήρωσης των ΠΟΠ αλλά επισημαίνοντας ότι η εποπτεία της Ελλάδας θα συνεχισθεί με νέους μηχανισμούς. Το δε ΔΝΤ – απηχώντας τις αμερικανικές απόψεις – επιφυλάχθηκε σαφώς να εξαγγείλει την επιτυχία του προγράμματος και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αμφισβητεί καθοριστικές πλευρές του (και ιδιαίτερα την επίτευξη βιωσιμότητας του χρέους)[2]. Σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο από αυτό των «μεγάλων αφεντικών», τοποθετούνται και το εγχώριο συστημικό πολιτικό υπηρετικό προσωπικό. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ διασαλπίζει ότι είναι αυτός που έλυσε το ελληνικό πρόγραμμα, ότι η χώρα αποκτά την οικονομική (και όχι μόνο) ανεξαρτησία της και ότι σταδιακά θα βελτιωθεί το βάρβαρα υποβαθμισμένο επίπεδο ζωής του ελληνικού λαού. Τα βασικά επιχειρηματικά κέντρα υποστηρίζουν επίσης ότι η χώρα βγαίνει από την κρίση (γιατί έτσι ελπίζουν σε μία βελτίωση προσδοκιών που θα επηρεάσει θετικά κάποια οικονομικά μεγέθη) αν και ταυτόχρονα ψαλιδίζουν τις θριαμβολογίες του ΣΥΡΙΖΑ (υπενθυμίζοντας ότι αυτός προκάλεσε προβλήματα στο παρελθόν στην υλοποίηση των ΠΟΠ που σήμερα πανηγυρίζει για την επιτυχημένη ολοκλήρωση τους). Τέλος, η ΝΔ γκρινιάζει (γιατί φοβάται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται καλύτερος υπηρέτης των ξένων και εγχώριων αφεντικών) και ταυτόχρονα αμφισβητεί την έξοδο από την κρίση (σε μεγάλο βαθμό αντιγράφοντας παλιότερα ανάλογα επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ).

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι οι συστημικές δυνάμεις βρίσκονται σήμερα σε μία κατάσταση σύγχυσης, με αντικρουόμενες τάσεις και κατευθύνσεις. Δυστυχώς όμως το ίδιο συμβαίνει και για την ελληνική Αριστερά. Η αδυναμία της να εκμεταλλευθεί το ρήγμα στο σύστημα που παρουσιάσθηκε με την κρίση και το σημερινό τέλμα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε σοβαρότατα ελλείματα τόσο της ανάλυσης της όσο και της στρατηγικής και της τακτικής της. Για την ελληνική Αριστερά και ιδιαίτερα το κομμουνιστικό ρεύμα της είναι σημαντικό να συγκροτηθεί ένα ρεαλιστικό και μάχιμο πολιτικό σχέδιο – κάτι που έλειψε δραματικά όλα τα προηγούμενα χρόνια – που να μπορεί στην πράξη να αμφισβητήσει και να ανατρέψει την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Για την επεξεργασία του είναι αναγκαίο να ξεπερασθούν οι χειροτεχνισμοί των φωνακλάδικων καταγγελιών και των αόριστων γενικολογιών και να οικοδομηθεί μία συγκροτημένη και τεκμηριωμένη αντίληψη για το που πραγματικά βρίσκονται τα πράγματα στη χώρα μας.

 

 

Τι ακριβώς είναι η ελληνική κρίση;

 Για να εκτιμηθεί εάν υπάρχει έξοδος από την κρίση πρέπει πρώτα να ξεκαθαρισθεί ο χαρακτήρας της.

Οι κυρίαρχες Ορθόδοξες προσεγγίσεις υιοθετούν μία ταυτόχρονα μυωπική και υποκριτική ερμηνεία. Υποκριτική γιατί δεν θέλει να αποδεχθεί ότι τα θεμελιώδη αίτια της κρίσης συνδέονται με τα δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος, γιατί κάτι τέτοιο θα αμφισβητούσε το τελευταίο. Μυωπική γιατί εστιάζει στα επιφαινόμενα ακριβώς γιατί προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το άμεσο πρόβλημα αλλά δεν θέλουν ούτε μπορούν να θίξουν τις δομικές πλευρές του. Υποστηρίζουν ότι είναι απλά μία κρίση χρέους που εκφράζεται στα δίδυμα ελλείμματα (του δημοσιονομικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών). Τα τελευταία προέκυψαν λόγω των υποτιθέμενων υπερβολικών μισθολογικών αυξήσεων κυρίως στο δημόσιο (στις οποίες αποδίδεται το δημοσιονομικό έλλειμμα) και δευτερευόντως στον ιδιωτικό τομέα (στις οποίες αποδίδεται το εμπορικό έλλειμμα). Επομένως, δεν σχετίζεται – τουλάχιστον καταρχήν – με την αποτυχία του παραγωγικού μοντέλου της χώρας (που άλλωστε διαμορφώθηκε καθοριστικά από την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση).

Οι Ετερόδοξες ερμηνείες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από καθαρόαιμες Κεϋνσιανές και μετα-Κεϋνσιανές θεωρίες μέχρι Μαρξίζουσες. Τον βασικό τόνο τον δίνουν οι πρώτες ενώ οι Μαρξίζουσες αποτελούν τους φτωχούς συγγενείς. Επίσης αποφεύγουν να διακρίνουν δομικά συστημικά αίτια στην κρίση. Επιπλέον, αποσκοπούν ρητά – είτε στις Μαρξίζουσες εκδοχές μέσω της στρατηγικής των σταδίων – στην μεταρρύθμιση του συστηματος σε πιο φιλολαϊκή μορφή. Συμφωνούν με την Ορθοδοξία ότι η ελληνική είναι απλά μία κρίση χρέους, αλλά δεν την αποδίδουν κυρίως στο δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά στο εμπορικό έλλειμμα. Για το τελευταίο επιρρίπτουν την ευθύνη στις πολιτικές λιτότητας του ευρω-κέντρου (που μέσω της υποτιθέμενα νεο-μερκαντιλιστικής δομής της ΟΝΕ, διογκώνουν τα εμπορικά ελλείμματα της ευρω-περιφέρειας και την οδηγούν στην υπερχρέωση). Επιπλέον, οι περισσότερες Ετερόδοξες ερμηνείες βασίζονται στην προβληματική θεωρία της χρηματιστικοποίησης (για την κριτική της βλέπε Μαυρουδέας (2016β)).

Τόσο οι Ορθόδοξες όσο και οι Ετερόδοξες ερμηνείες έχουν σοβαρά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα (μερικά από τα οποία είναι κοινά) και δεν κατανοούν τον βαθύ δομικό χαρακτήρα της ελληνικής κρίσης (βλέπε Mavroudeas (2015)).

Σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες και τις Ετερόδοξες θεωρήσεις, οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι τα δίδυμα ελλείμματα δεν είναι δημιούργημα το ένα του άλλου (όπως ερίζουν οι δύο πρώτες) αλλά αποτέλεσμα της φθίνουσας κερδοφορίας του κεφαλαίου η οποία επιτάθηκε από το προβληματικό παραγωγικό μοντέλο της χώρας που υπαγορεύθηκε από την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Συνεπώς, το ελληνικό πρόβλημα ξεκινά από την σφαίρα της παραγωγής (διάρθρωση και κερδοφορία) και επηρεάζει την σφαίρα της κυκλοφορίας (οδηγώντας στο πρόβλημα του χρέους). Χωρίς την αναδιάρθρωση της πρώτης δεν πρόκειται να επιλυθούν τελεσίδικα τα προβλήματα της δεύτερης.

Από τις ερμηνείες αυτές προκύπτουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές στρατηγικές διεξόδου από την κρίση, καθώς εκφράζουν ανταγωνιστικές ταξικές οπτικές. Οι Ορθόδοξες θεωρήσεις υποστηρίζουν ρητά το κεφάλαιο, ενώ οι Ετερόδοξες προτιμούν ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Επιπλέον, και οι δύο εντάσσουν τις προτάσεις τους στη θεμελιακή ταξική επιλογή των κυρίαρχων τάξεων για παραμονή της χώρας μέσα στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Εξαιρούνται ορισμένες Ορθόδοξες απόψεις που εκφράζουν τον αντιπαλότητα των ΗΠΑ στην ΟΝΕ καθώς και κάποιες (ολοένα και συρρικνούμενες μετά την άνευ όρων παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ) Ετερόδοξες απόψεις που πρότασσαν την έξοδο μόνον από την ΟΝΕ αλλά την παραμονή στην ΕΕ (για μία κριτική των τελευταίων βλέπε Μαυρουδέας (2017)). Αντίθετα, μόνο οι Μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι μία φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση (και φυσικά όχι μία διέξοδος προς όφελος του κεφαλαίου) περνά αναγκαστικά από την συνολική αποδέσμευση από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Πρακτικά, οι Ορθόδοξες αναλύσεις στοιχίζονται πίσω από την στρατηγική των ΠΟΠ (με εξαίρεση κάποιες φιλοαμερικανικές απόψεις που προβάλλουν την έξοδο από την ΟΝΕ). Αντίθετα, οι περισσότερες Ετερόδοξες αναλύσεις υποστηρίζουν την αναδιάρθρωση των ΠΟΠ με την προσθήκη κάποιων μέτρων αντι-κυκλικής πολιτικής και αναδιάρθρωσης του χρέους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έχει βγει σήμερα ο ελληνικός καπιταλισμός από την κρίση;

Προφανώς, οι διαφορετικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης οδηγούν και σε διαφορετικές εκτιμήσεις για το εάν επιλύεται ή όχι.

Για τις Ορθόδοξες και Ετερόδοξες αναλύσεις το βασικό κριτήριο είναι η βιωσιμότητα του χρέους. Δηλαδή εάν ο λόγος χρέους/ΑΕΠ κατέρχεται σε κάποιο επίπεδο στο οποίο οι διεθνείς αγορές είναι διατεθειμένες να δανείζουν συστηματικά το ελληνικό κράτος. Αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του ΑΕΠ καθώς ήταν η μη-αναμενόμενη κατακόρυφη πτώση του τελευταίου που επιδείνωσε τόσο τον καθοριστικό δείκτη χρέους/ΑΕΠ όσο όμως και άλλες κρίσιμες μεταβλητές (π.χ. την φορολογική επίδοση). Η ανάκαμψη του ΑΕΠ θεωρείται ότι σηματοδοτεί ότι η οικονομική δραστηριότητα επιστρέφει σε κανονικούς ρυθμούς. Άλλωστε οι αναλύσεις αυτές χρησιμοποιούν σαν τεκμήριο εξόδου από την κρίση το απλοϊκό κριτήριο της ύπαρξης μερικών διαδοχικών τριμήνων θετικού ρυθμού μεγέθυνσης.

Σε αντίθεση με τις παραπάνω θεωρήσεις, η Μαρξιστική ανάλυση κοιτάζει πολύ πιο θεμελιακές μεταβλητές (που αφορούν την κερδοφορία και την συσσώρευση του κεφαλαίου). Επιπλέον, εστιάζει περισσότερο σε δομικά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και έχει επίγνωση ότι μία ανάκαμψη της οικονομίας δεν συνεπάγεται έξοδο από την κρίση καθώς η καπιταλιστική οικονομία λειτουργεί με κυκλικές διακυμάνσεις (που τροποποιούνται από βαθιές κρίσεις).

Με βάση τα παραπάνω, για την Μαρξιστική ανάλυση τα δομικά προβλήματα που προκάλεσαν την ελληνική κρίση (δηλαδή η ανεπαρκής κερδοφορία του κεφαλαίου και επιπλέον οι μεταφορές αξίας από τον λιγότερο αναπτυγμένο ελληνικό καπιταλισμό προς τους πιο αναπτυγμένους δυτικούς «εταίρους» του), δεν έχουν αναταχθεί επαρκώς (αναλυτικότερα βλέπε Μαυρουδέας (2018)). Παρά την βάρβαρη μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης η καπιταλιστική κερδοφορία δεν ανατάχθηκε ικανοποιητικά καθώς το σύστημα απέφυγε να εκκαθαρίσει επαρκώς τα μη-κερδοφόρα κεφάλαια. Ένδειξη αυτής της αδυναμίας αποτελεί η υστέρηση των επενδύσεων. Χαρακτηριστικά, παρά τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου σχεδίου δημοσιονομικής στρατηγικής για αύξηση 11,1% για το 2018, για δύο συνεχόμενα τρίμηνα υπάρχει εντυπωσιακή υποχώρηση (Ιανουάριος-Μάρτιος -10,3%, Απρίλιος-Ιούνιος -5,4%). Οι μόνες επενδύσεις που γίνονται είναι είτε σκανδαλώδεις ιδιωτικοποιήσεις (σε κραυγαλέα χαριστικές αποτιμήσεις) είτε επενδύσεις στον τουρισμό (που εξελίσσεται προοπτικά σε νέο «δράκο» της οικονομίας με άθλιες επιδόσεις στην απασχόληση, πρόκληση υψηλών εισαγωγών και επικίνδυνες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις).

Επιπρόσθετα, οι επαγγελλόμενοι «από μηχανής θεοί» της αύξησης των ξένων επενδύσεων και των εξαγωγών εξακολουθούν να μην λειτουργούν. Οι ξένες επενδύσεις είναι περιορισμένες, αφορούν κυρίως ιδιωτικοποιήσεις και χρηματοδοτούνται εν πολλοίς με ελληνικό τραπεζικό δανεισμό (βλέπε επένδυση Fraport, εξαγορά Hilton κλπ.). Αντίστοιχα,

Αντίστοιχα, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων δεν έχει βελτιωθεί ουσιαστικά. Οι εξαγωγές παρά την τεράστια μείωση των μισθών καρκινοβατούν καθώς, παρά τις Ορθόδοξες υποκρισίες, δεν εξαρτώνται κυρίως από το μισθολογικό κόστος και επιπλέον οι Έλληνες καπιταλιστές απλά αύξησαν το περιθώριο κέρδους τους (τσεπώνοντας την μισθολογική μείωση). Αρκεί μόνο να αναφερθεί ότι το βασικότερο εξαγωγικό προϊόν (πετρελαιοειδή) αναγκαστικά συνεπιφέρει αύξηση των εισαγωγών. Επίσης η σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών παραμένει κατά βάση η ίδια εφόσον το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει (καθώς υπαγορεύεται από τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης). Όλα αυτά αποτυπώνονται και στο εμπορικό ισοζύγιο το οποίο έχει εξισορροπηθεί μόνο λόγω της μείωσης των εισαγωγών. Από την άλλη – και αυτό είναι ενδεικτικό – κάθε μικρή άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας μοιραία φέρνει μαζί της και μία αύξηση των εισαγωγών (καθώς το υπάρχον παραγωγικό πρότυπο εξαρτάται καθοριστικά από τις εισαγωγές ενδιάμεσων εισροών).

 

 

Έχουν επιτύχει τα ΠΟΠ;

 

Όμως ακόμη και με το δικό τους κριτήριο της βιωσιμότητας του χρέους τα ΠΟΠ δεν έχουν επιτύχει. Στο σημείο αυτό έχουν γίνει ήδη αρκετές λαθροχειρίες. Πρώτη, η τοποθέτηση ενός τεχνητού ορόσημου στο 120%. Είναι γνωστό ότι τίποτα δεν διασφαλίζει ότι σε ένα τέτοιο επίπεδο θα υπάρξει μόνιμος δανεισμός και επίσης ότι η επιλογή του έγινε για καθαρά πολιτικούς λόγους (την μη-συμπερίληψη της Ιταλίας σε ΠΟΠ). Δεύτερη, η εφαρμογή εκτός του μεσοπρόθεσμου κριτηρίου του 120% και ενός βραχυπρόθεσμού κριτηρίου βιωσιμότητας (που θεωρεί ότι βραχυχρόνια είναι βιώσιμο το χρέος εάν απλά μπορεί να εξυπηρετείται). Επιπλέον στο τομέα αυτό τα ΠΟΠ έχουν εξόφθαλμα αποτύχει μέχρι τώρα. Το ελληνικό χρέος ξεκίνησε από περίπου 125% και σήμερα, αντί να μειώνεται, έχει αυξηθεί σε περίπου 178%.

Όσον αφορά το μακροχρόνιο κριτήριο, στην τελευταία μελέτη βιωσιμότητας το ΔΝΤ, χρησιμοποιώντας σαφώς σοβαρότερη μεθοδολογία από αυτή της ΕΕ, αποφαίνεται ότι δεν είναι βιώσιμο και μάλιστα ότι θα συνεχίσει να αυξάνει τα επόμενα χρόνια. Αλλά ακόμη και η βραχυπρόθεσμη βιωσιμότητα είναι εξασφαλισμένη μόνο μέχρι περίπου το 2022 που δεν έχουν αρχίσει η αποπληρωμές δανείων αλλά υπάρχει μόνο η εξυπηρέτηση του χρέους.

Αυτό φαίνεται και από τα προβλήματα που υπάρχουν στις περιορισμένες και κατασκευασμένες εξόδους του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς αγορές. Ξεκινώντας από την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και συνεχίζοντας με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το ΠΟΠ προβλέπει ένα σταδιακό ξεκίνημα του ιδιωτικού δανεισμού του ελληνικού δημοσίου τόσο για τεχνικούς λόγους (δημιουργία καμπύλης αποτιμήσεων) όσο, κυρίως, για πολιτικούς λόγους. Οι εκδόσεις ελληνικού χρέους είναι μικρών ποσών και κυρίως μικρής χρονικής διάρκειας, που χαρακτηριστικά δεν ξεπερνά την περίοδο που είναι διασφαλισμένη η εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους. Τα επιτόκια τους εξακολουθούν να είναι πολύ ακριβά (και ουσιαστικά επιβαρύνουν την δομή χρέους της χώρας). Επιπλέον, είναι εντελώς «στημένες» από την ΕΕ και μερικούς βασικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Μάλιστα σε κάθε κλυδωνισμό της παγκόσμιας οικονομίας – όπως την περίοδο αυτή με την αντιπαράθεση της Ιταλίας με την ΕΕ – σταματούν καθώς τα επιτόκια ξεφεύγουν επικίνδυνα προς τα επάνω.

Για να διατηρηθεί η ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί και να αποπληρώνει το χρέος της είναι αναγκαίο να μπορεί για μία μη-ρεαλιστική μακροχρόνια περίοδο να επιτυγχάνει ανεδαφικά υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ (μεσοσταθμικά της τάξης του 2%) και αντίστοιχα ανεδαφικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (της τάξης του 3.5%). Το ίδιο το ΔΝΤ έχει αμφισβητήσει την ρεαλιστικότητα αυτής της τροχιάς.

Συγκεφαλαιώνοντας, η ΕΕ αποφάσισε για καθαρά πολιτικούς λόγους να διακηρύξει την ολοκλήρωση των ελληνικών ΠΟΠ και πίσω της έτρεξε σαν πιστός σκύλος η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια η ολοκλήρωση αφορά μόνο το σκέλος των δανείων καθώς υποτίθεται ότι το «μαξιλάρι» των υπαρχόντων δανείων μαζί με τις νέες εκδόσεις ελληνικού χρέους εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση του τελευταίου για τα λίγα επόμενα χρόνια. Οι μνημονιακές υποχρεώσεις όμως δεν έληξαν καθώς υπάρχει μακρά λίστα εκκρεμοτήτων. Επίσης, όπως δήλωσε ανοικτά η ΕΕ, η εποπτεία θα συνεχισθεί για πολλά χρόνια. Απλά θα πάρει διαφορετικές, αλλά όχι λιγότερο αυστηρές, μορφές. Επίσης, έχει πάντα τιμωρητικούς μηχανισμούς, όπως είναι η άρνηση εκταμίευσης εναπομεινάντων δανείων, η άρνηση μέτρων ελάφρυνσης του χρέους (π.χ. επιστροφή των κερδών από τα ευρωπαϊκά δάνεια προς την Ελλάδα) κλπ. Και βέβαια, σε περίπτωση αποτυχίας εκπλήρωσης των στόχων, υπάρχουν πάντα οι θεσμοθετημένοι αυτόματοι «κόφτες» που η «αγωνιστική» (sic!) διαπραγμάτευση Βαρουφάκη-ΣΥΡΙΖΑ έχει συνομολογήσει.

 

 

Το ηφαίστειο της κρίσης παραμένει ενεργό

Συνοψίζοντας, το ελληνικό ηφαίστειο παραμένει πάντα ενεργό. Τα ΠΟΠ δεν έχουν επιτύχει αλλά ούτε καν ολοκληρωθεί αφού ο στόχος τους παραμένει ανεκπλήρωτος.. Η ΕΕ απλά σπρώχνει τα προβλήματα παρακάτω ελπίζοντας σε κάποιες ευνοϊκές μελλοντικές συγκυρίες. Οι δε ΗΠΑ επωφελούνται να ενισχύσουν τις οικονομικές και πολιτικές θέσεις τους στην Ελλάδα και ταυτόχρονα πιέζουν σε επιμέρους ζητήματα την ΕΕ. Η ελληνική αστική τάξη, ανήμπορη για οποιαδήποτε αυτόνομη κίνηση, απλά επιδιώκει να διασώσει το τομάρι της μεταφέροντας τα βάρη στην πλάτη των εργαζόμενων και των μεσαίων στρωμάτων. Οι πολιτικοί διαχειριστές της – ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ – κοκκορομαχούν για τριτεύοντα ζητήματα επιδιώκοντας την πολιτική επιβίωση και την κυβερνητική εξουσία.

Ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να γίνει ένα νέο ΠΑΣΟΚ χωρίς καν την περιορισμένη αναδιανομή εισοδήματος του τελευταίου αλλά απλά μοιράζοντας την φτώχεια. Ταυτόχρονα προσφέρει μία μακροπρόθεσμη υπηρεσία στο σύστημα δυσφημώντας το όνομα της Αριστεράς.

Το κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική Αριστερά κι ιδιαίτερα για τους κομμουνιστές είναι εάν θα επιτρέψει την συνέχιση αυτής της ζοφερής κατάστασης. Εδώ θα φανεί εάν έμαθε από τα λάθη της και την αδυναμία της να εκμεταλλευθεί την προηγούμενη οκταετία της κρίσης και κάνει αποφασιστικά βήματα για να τα διορθώσει. Αλλιώς, είτε θα παραμείνει θεατής στο λιμάνι καραβιών που φεύγουν (αλλά ποτέ επιβάτης τους) είτε θα καταντήσει σαν την δυτική Αριστερά ένα οικόσιτο του συστήματος.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Μαυρουδέας Στ. (2012), «Η κρίση της ΕΕ, οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η Ελλάδα», Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας νο.1.

Mavroudeas S. (2015), ‘The Greek saga: Competing explanations of the Greek crisis’, Kingston University London Economics Discussion Paper Series 2015-1.

Μαυρουδέας Στ. (2016α), «Ανταγωνιστικές ερμηνείες και στρατηγικές εξόδου της ελληνικής κρίσης και το πρόβλημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης», Ουτοπία νο.115.

Μαυρουδέας Στ. (2016β), «Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση», Τετράδια Μαρξισμού νο.1.

Mavroudeas S. (2017), ‘Troika’s Economic Adjustment Programmes for Greece: Why do they Systematically Fail’ σε Marangos, J., (ed.), The Internal Impact and External Influence of the Greek Financial Crisis, Palgrave Macmillan, New York

Μαυρουδέας Στ. (2017), «Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;». εφημερίδα ΠΡΙΝ νο.1333, 3-6-2017.

Μαυρουδέας Στ. (2018), «Έξοδος από την κρίση ή στο ίδιο έργο θεατές;», Τετράδια Μαρξισμού νο.6

 

* Ο Στ. Μαυρουδέας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

[1] Για την ιστορική διαδρομή, την προέλευση, τα ειδικά χαρακτηριστικά και τις αδυναμίες των ελληνικών ΠΟΠ βλέπε Μαυρουδέας (2016α), Mavroudeas (2017).

[2] Για τις ιμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις γύρω από το ελληνικό πρόβλημα βλέπε Μαυρουδέας (2012).

Αμφισβητώντας την Οικονομική Ορθοδοξία: Διεθνές Συνέδριο Πολιτικής Οικονομίας 2018 – Μαργκινάλια

https://marginalia.gr/arthro/amfisvitontas-tin-oikonomiki-orthodoxia-diethnes-synedrio-politikis-oikonomias-2018/

ΜΑΡΓΚΙΝΑΛΙΑ

ΕπικαιραΤευχος #6

1

Αμφισβητώντας την Οικονομική Ορθοδοξία: Διεθνές Συνέδριο Πολιτικής Οικονομίας 2018

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Πρόσφατα (στις 6–9 Σεπτεμβρίου 2018) διεξήχθη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το διεθνές συνέδριο ICOPEC (Διεθνές Συνέδριο Πολιτικής Οικονομίας) που συνδιοργάνωσε η Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ) και το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Στο συνέδριο έλαβαν μέρος περίπου 100 πανεπιστημιακοί ενώ το παρακολούθησαν επίσης και πολλοί φοιτητές. Με την συν-διοργάνωση του συνεδρίου αυτού η ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας επιδιώκει να συμβάλει στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος για την Πολιτική Οικονομία. Η τελευταία αποτελεί την βασική εναλλακτική προσέγγιση στα σημερινά κυρίαρχα Οικονομικά. Σε αντίθεση με τον μεθοδολογικό ατομισμό των τελευταίων (που υποστηρίζει ότι η οικονομία είναι διαδικασία μεταξύ ατόμων), η Πολιτική Οικονομία αναλύει την οικονομία ως μία κοινωνική διαδικασία, της οποίας τα βασικά δρώντα υποκείμενα είναι κοινωνικές τάξεις με διαφορετικά και συγκρουόμενα συμφέροντα και ρόλους. Επίσης, η ανάλυση της Πολιτικής Οικονομίας συνδέει τις οικονομικές με τις κοινωνικές και τις πολιτικές σχέσεις και διαδικασίες, σε αντίθεση με τη μυωπική θεώρηση των κυρίαρχων Οικονομικών που αδιαφορούν για τις υπόλοιπες και επιπλέον εστιάζουν μόνο σε έναν τομέα των οικονομικών σχέσεων (τις οικονομικές σχέσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσια της αγοράς). Συνακόλουθα, οι βασικές προσεγγίσεις της Πολιτικής Οικονομίας επικεντρώνουν στο σύνολο των οικονομικών σχέσεων (και όχι μόνο στις σχέσεις ανταλλαγής) και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη σφαίρα της παραγωγής (κάτι που τα κυρίαρχα Οικονομικά από τη σύσταση τους υποτιμούν). Για όλους αυτούς τους λόγους η προσέγγιση της Πολιτικής Οικονομίας είναι πιο ρεαλιστική και διαθέτει μεγαλύτερες ερμηνευτικές δυνατότητες. Ταυτόχρονα όμως είναι και πιο ενοχλητική για κατεστημένα συμφέροντα καθώς αναδεικνύει τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που υπάρχουν μέσα στο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα.

Το κεντρικό θέμα του φετινού συνεδρίου της ICOPEC ήταν «Δέκα χρόνια μετά τη Μεγάλη Ύφεση: Η Ορθόδοξη απέναντι στην Ετερόδοξη Οικονομική». Παράλληλα με το κεντρικό θέμα έλαβαν χώρα ομιλίες και συζητήσεις για πολλές επιμέρους θεματικές ενότητες που καλύπτουν όλα σχεδόν τα βασικά πεδία έρευνας και μελέτης της σύγχρονης Πολιτικής Οικονομίας (κρίση, κερδοφορία, μακροοικονομική ανάλυση, χρηματοπιστωτικό σύστημα, διανομή εισοδήματος και ανισότητες, οικονομικά της Εργασίας κ.α.).

Το συνέδριο ξεκίνησε με την ολομελειακή συνεδρία που είχε ως αντικείμενο το κεντρικό θέμα του συνεδρίου. Στη συνεδρία αυτή εισηγήθηκαν ως προσκεκλημένοι ομιλητές οι Γ.Μηλιός (καθηγητής ΕΜΠ) με θέμα ‘Heterodox Economics vis-à-vis Crisis and Finance. Speculation of the ‘absentee rentier’ or Mechanism of disciplining social action?’), Β.Δρουκόπουλος (επίτιμος καθηγητής ΕΚΠΑ) με θέμα ‘Just tweaking around the edges? and/or A bit of repair at the seams?’ και Hun Joo Park (καθηγητής KDI School of Public Policy and Management) με θέμα ‘Triumph and Crisis of Korean Political Economy: Paradigms, Development, and Systemic Resilience’.

Το κεντρικό θέμα του συνεδρίου εστίασε σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ζήτημα. Εφέτος κλείνουν δέκα χρόνια από την μεγάλη παγκόσμια κρίση του 2008 που συγκλόνισε και εξακολουθεί και σήμερα να επηρεάζει με τις συνέπειές της την παγκόσμια οικονομία. Κατά κοινή ομολογία, η κυρίαρχη σήμερα αντίληψη των Οικονομικών απέτυχε δραματικά να προβλέψει την έλευση της κρίσης και ακόμη και την προηγουμένη της εξέδιδε αναλύσεις υποσχόμενες ένα λαμπρό μέλλον για την παγκόσμια οικονομία. Η σημερινή Ορθοδοξία, σε αντίθεση με απλοϊκές θεωρήσεις, δεν είναι ένας καθαρόαιμος Νεοφιλελευθερισμός (καθώς ο δογματισμός του τελευταίου τον κάνει πλήρως αδόκιμο για την άσκηση οικονομικής πολιτικής) αλλά η συνένωση μιας μετριασμένης εκδοχής του με τον εξαιρετικά συντηρητικό Νέο Κεϋνσιανισμό. Το υβρίδιο αυτό αποδέχεται στοιχεία της Κεϋνσιανής ανάλυσης βραχυχρόνια (κυρίως ότι μπορεί να μην εκκαθαρίζονται οι αγορές και ότι η νομισματική κυρίως πολιτική είναι αποτελεσματική) και της Νέας Κλασσικής ανάλυσης μακροχρόνια. Η σύνθεση αυτή έχει αποκληθεί Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση και κυριαρχεί στα βασικά οικονομικά και πολιτικά κέντρα εξουσίας ιδιαίτερα του Δυτικού κόσμου. Όπως προειπώθηκε, η σύγχρονη Οικονομική Ορθοδοξία απέτυχε να προβλέψει και να αποτρέψει την κρίση. Εξίσου προβληματική είναι η επίδοση της στην διαχείριση της κρίσης καθώς σύντομα ακολούθησε η αποκληθείσα δεύτερη «βουτιά» ενώ οι φόβοι για μία νέα παραμένουν μέχρι σήμερα λόγω των ανεπίλυτων δομικών προβλημάτων της οικονομίας.

Σχεδόν όλες οι προηγούμενες μεγάλες δομικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος συνοδεύθηκαν από αντίστοιχες αποτυχίες της εκάστοτε κυρίαρχης οικονομικής αντίληψης. Και σε όλες τις περιπτώσεις αυτό οδήγησε στην αποκαθήλωση της εκάστοτε Ορθοδοξίας και την αντικατάσταση της από ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα. Το παράδοξο είναι ότι παρά την παταγώδη αποτυχία των Ορθόδοξων Οικονομικών η κυριαρχία τους στον πολιτικό και ακαδημαϊκό χώρο όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντιθέτως έγινε ακόμη πιο ασφυκτική. Ιδιαίτερα στον ακαδημαϊκό χώρο επιδίδεται κυριολεκτικά σε μακαρθικές πρακτικές απέναντι σε κάθε άλλη εναλλακτική αντίληψη και ιδιαίτερα απέναντι στην παράδοση της Πολιτικής Οικονομίας. Το φαινόμενο αυτό είναι εξαιρετικά έντονο και στη χώρα μας καθώς τα τμήματα Οικονομικών σπουδών πρακτικά εκκαθαρίζονται από κάθε εναλλακτική άποψη για να επιβληθεί αποκλειστικά η Κυρίαρχη άποψη που επιπλέον ευθύνεται για την ελληνική οικονομική κρίση και την κατάπτωση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Το παράδοξο αυτό αποτελεί αντικείμενο πολλών σύγχρονων συζητήσεων. Η ΕΕΠΟ, προτείνοντας το ως το βασικό θέμα του συνεδρίου ICOPEC 2018, επιδιώκει να το αναδείξει ως ένα καθοριστικό ζήτημα η η εξέλιξη του οποίου επηρεάζει τόσο την πορεία της επιστήμης της οικονομίας όσο όμως και ευρύτερα τις κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις.

Κατά την γνώμη μου η συνεχιζόμενη κυριαρχία των Ορθόδοξων προσεγγίσεων βασίζεται στις αδυναμίες των αντιπάλων τους στο να προσδιορίσουν τόσο τον αντίπαλο τους όσο και όσο και τις εναλλακτικές που προτείνουν. Οι Ετερόδοξες προσεγγίσεις στοχοποιούν ένα μυθικό Νεοφιλελευθερισμό και παραγνωρίζουν εθελοτυφλώντας ότι η σύγχρονη Ορθοδοξία είναι ένα μίγμα ήπιου Νεοφιλελευθερισμού και συντηρητικού Νεου Κεϋνσιανισμού. Η αδυναμία αυτή προκύπτει γιατί οι Ετερόδοξες προσεγγίσεις κυριαρχούνται από Κεϋνσιανές και μετα-Κεϋνσιανές αντιλήψεις με υπαρκτούς δεσμούς με τον Νέο Κεϋνσιανισμό και με μοναδική φιλοδοξία την μεταρρύθμιση του συστήματος. Αντίθετα, ο Μαρξισμός έχει πλήρως περιθωριοποιηθεί ενώ, στις Δυτικές εκδοχές του, πολλά ρεύματα του έχουν καταντήσει πτωχοί συγγενείς του μετα-Κεϋνσιανισμού. Αυτό οδηγεί την Ετεροδοξία να μην μπορεί να συνδεθεί με τον κόσμο της εργασίας και να αποτελεί έναν αδύναμο επαίτη του συστήματος. Το παράδοξο γίνεται ακόμη εντονότερο όταν διαπιστώνεται ότι το καπιταλιστικό σύστημα, αμέσως μετά το ξέσπασμα της κρίσης, χρησιμοποίησε εργαλεία της κεϋνσιανής Ετεροδοξίας (επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, χαλαρή νομισματική πολιτική κλπ.) για να ξεπεράσει το άμεσο πρόβλημα. Αμέσως όμως μετά επανήλθε στην προηγούμενη πεπατημένη του. Ο επαμφοτερισμός αυτός δεν είναι δύσκολο να ερμηνευθεί, τουλάχιστον από την σκοπιά της Μαρξιστικής ανάλυσης. Το σύστημα γνωρίζει καλά ότι μία σοβαρή κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με το Νεοφιλελεύθερο πρόταγμα «να αφήσουμε την αγορά να εκκαθαρισθεί από μόνη της» καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην οικονομική καταστροφή και την κοινωνική έκρηξη. Ταυτόχρονα όμως γνωρίζει ότι εμπρός σε μία δομική κρίση κερδοφορίας και υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου τα κεϋνσιανά εργαλεία το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ετεροχρονίσουν την κρίση και τα συστημικά προβλήματα που την δημιούργησαν, αλλά όχι να την επιλύσουν.

Για να ξεπερασθεί το αδιέξοδο του προαναφερθέντος παραδόξου είναι αναγκαία μία ριζική ανατροπή και μέσα στο χώρο των Ετερόδοξων οικονομικών προσεγγίσεων. Αντί να εστιάζουν στην παροχή συμβουλών και βραχύβιων μεταρρυθμίσεων του καπιταλιστικού συστήματος θα πρέπει να επικεντρωθούν στην πιο ανηλεή κριτική του και στη διερεύνηση διεξόδου από αυτό. Αυτό απαιτεί την εγκατάλειψη του ρόλου των συστημικών συμβούλων και τη σύνδεση με τον μεγάλο σιωπηλό ακόμη παράγοντα, τον κόσμο της εργασίας. Η Μαρξιστική παράδοση αποτελεί πάντα το βασικό όχημα μιας τέτοιας πορείας.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Δειτε ολα τα κειμενα

1  Σταύρος Μαυρουδέας

Ο Σταύρος Μαυρουδέας είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Οι προπτυχιακές σπουδές του στα Οικονομικά έγιναν στο ΕΚΠΑ, οι μεταπτυχιακές στο SOAS (University of London) ενώ έλαβε το διδακτορικό του από το Birkbeck College (University of London). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν: Πολιτική Οικονομία, Μακροοικονομική, Ιστορία Οικονομικής Σκέψης, Μεγέθυνση και Οικονομική Ανάπτυξη, Ελληνική Οικονομία. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε πολλά διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά και διατελεί μέλος της συντακτικής επιτροπής, της συμβουλευτικής επιτροπής ή/και κριτή σε αρκετά. Έχει συγγράψει αρκετά βιβλία και κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Αγγλικά. Είναι ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας. Έχει συμμετάσχει σε πολλά ακαδημαϊκά συνέδρια ως εισηγητής, προεδρεύων, μέλος της οργανωτικής ή/και της επιστημονικής επιτροπής και έχει δώσει πολλές ακαδημαϊκές διαλέξεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει ακόμη διατελέσει επισκέπτης ερευνητής και καθηγητής σε αρκετά πανεπιστήμια του εξωτερικού.

 

Συνέντευξη για τις οικονομικές σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ – SPUTNIKNEWS.GR

Στις 28-9-2018 δημοσιεύθηκε στην ελληνική ιστοσελίδα του SPUTNIK NEWS κείμενο βασισμένο σε συνέντευξεις ελλήνων οικονομολόγων σχετικά με τις πολιτικές εξελίξεις και τις οικονομικές σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ. Επειδή κείμενα αυτού του τύπου είναι συντετμημένα, ακολουθεί παρακάτω (α) το πλήρες κείμενο των απαντήσεων μου και (β) το κείμενο στην ιστοσελίδα του SPUTNIKNEWS.GR

 

SPUTNIKNEWS.GR

 

Συνέντευξη

  • Πιστεύετε ότι θα επηρεαστούν οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ, σε περίπτωση επικύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών;

Παρά τις πολιτικές και διπλωματικές αντιπαραθέσεις οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ είναι εξαιρετικά αναπτυγμένες. Ήδη από το 1995, με την ενδιάμεση συμφωνία Ελλάδας – ΠΓΔΜ εκδηλώθηκε έντονη ελληνική επενδυτική δραστηριότητα στη μικρή και αδύναμη οικονομία της γειτονικής χώρας. Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των πέντε πρώτων χωρών προέλευσης Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στην ΠΓΔΜ, με σημαντική παρουσία τους κλάδους των τραπεζών (ΕΤΕ μέσω της Stopanska Banka), των πετρελαιοειδών (ΕΛΠΕ μέσω της ΟΚΤΑ), της μεταποίησης (ιδιαίτερα στην κλωστοϋφαντουργία αλλά και ο Τιτάνας μέσω της Cementarnica και η ΣΙΔΕΝΟΡ μέσω της Dojran Steel), της εξόρυξης και των λατομείων (Παυλίδης Μάρμαρα με τη Mermeren Kombinat), στο λιανεμπόριο (Veropoulos), στον κατασκευαστικό τομέα (ΑΚΤΩΡ) κ.α.

Επίσης οι εμπορικές σχέσεις είναι εξαιρετικά αναπτυγμένες. Ενδεικτικά, η Ελλάδα το 2016 ήταν ο τέταρτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΠΓΔΜ (μετά την Γερμανία, την Βρετανία και την Σερβία). Το εμπορικό ισοζύγιο ΠΓΔΜ-Ελλάδας είναι εξαιρετικά ελλειμματικό καθώς οι ελληνικές εξαγωγές είναι σχεδόν διπλάσιες από τις αντίστοιχες της ΠΓΔΜ. Επίσης, αρκετές από τις εξαγωγές της ΠΓΔΜ στην Ελλάδα – κυρίως στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας – προέρχονται από ελληνικών συμφερόντων επιχειρήσεις που εισάγουν στην Ελλάδα χαμηλής ποιότητας προϊόντα για να βελτιωθούν εδώ και στην συνέχεια να πωληθούν στο εξωτερικό. Επιπλέον, η ΠΓΔΜ εξαρτάται αποφασιστικά τόσο στο διαμετακομιστικό εμπόριο (από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης) όσο και στην ενέργεια (ο βασικός προμηθευτής πετρελαίου είναι ουσιαστικά τα ΕΛΠΕ) από την Ελλάδα. Αφετέρου, βέβαια, με το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης παρουσιάσθηκε το φαινόμενο μετεγκατάστασης ελληνικών επιχειρήσεων στην ΠΓΔΜ για φορολογικούς λόγους καθώς η τελευταία αποτελεί ουσιαστικά ένα «φορολογικό παράδεισο» με χαμηλή φορολογία και μεγάλες δυνατότητες φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής. Επιπλέον, στα χρόνια της ελληνικής κρίσης, εντάθηκε το φαινόμενο Έλληνες καταναλωτές – από την Βόρεια Ελλάδα – να πηγαίνουν στη ΠΓΔΜ για αγορές κυρίως καταναλωτικών προϊόντων αλλά και για υπηρεσίες, λόγω χαμηλότερων τιμών. Η εκροή αυτή υπολογίζεται σε περίπου 800 εκ. ευρώ ετησίως.

Συνεπώς, οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι εξαιρετικά ανεπτυγμένες με μεγάλο ωφελημένο το ελληνικό κεφάλαιο. Αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο. Η ΠΓΔΜ είναι μία μικρή και λιγότερο αναπτυγμένη οικονομία. Το άνοιγμα της ιδιαίτερα στα Δυτικά κεφάλαια (των ελληνικών συμπεριλαμβανομένων) έδωσε στα τελευταία τεράστιες δυνατότητες παρέμβασης και ελέγχου της. Φυσικά, αυτό πολύ λίγο ωφέλησε τον εγχώριο πληθυσμό καθώς το βιοτικό του επίπεδο και το κατά κεφαλή εισόδημα του παραμένει εξαιρετικά χαμηλό.

Οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών, ακριβώς επειδή είναι ήδη εξαιρετικά αναπτυγμένες, μόνο περιορισμένα μπορεί να επηρεασθούν από την ενδεχόμενη επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών.

Η γειτονική χώρα είναι εξαιρετικά αδύναμη, με μία κυρίαρχη τάξη και ένα πολιτικό σύστημα απόλυτα εξαρτημένα από την Δύση αλλά και ταυτόχρονα εξαιρετικά ασταθής λόγω εσωτερικών αντιθέσεων. Είναι ήδη ένα «ξέφραγο» αμπέλι για κυρίως δυτικά οικονομικά συμφέροντα. Η ενδεχόμενη ένταξη της στην ΕΕ απλά θα επισημοποιήσει αυτό που ήδη συμβαίνει.

Η μόνη περίπτωση να αλλάξει κάτι στις διμερείς οικονομικές σχέσεις, στην περίπτωση της ένταξης της ΠΓΔΜ στην ΕΕ, είναι να ενταθεί ο ρόλος και η παρουσία των μεγαλύτερων δυτικο-ευρωπαϊκών οικονομιών σ’ αυτή. Κάτι τέτοιο μπορεί να σημαίνει περιορισμό του ρόλου του ελληνικού κεφαλαίου. Άλλωστε αυτό το σενάριο έχει ήδη διαδραματισθεί στις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες, που αποτέλεσαν στην δεκαετία του 1990 ένα πραγματικό Ελντοράντο για το ελληνικό κεφάλαιο. Όμως με το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης του 2008 και στη συνέχεια την ελληνική κρίση το ελληνικό κεφάλαιο υποχώρησε αισθητά στις χώρες αυτές εκτοπιζόμενο από ισχυρότερα δυτικο-ευρωπαϊκά και αμερικανικά κεφάλαια.

  • Πιστεύετε ότι θα επηρεαστούν οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ, σε περίπτωση μη επικύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών;

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της μη-επικύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν πρόκειται, υπό φυσιολογικές συνθήκες, να αλλάξει ουσιαστικά τις διμερείς οικονομικές σχέσεις. Η μόνη περίπτωση για κάτι τέτοιο, είναι εάν η μη επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών εγκαινιάσει δυναμικές που να απομακρύνουν την ΠΓΔΜ από την Δυτική σφαίρα επιρροής. Στην περίπτωση αυτή είναι αναμενόμενο η ελληνική οικονομική επιρροή στην ΠΓΔΜ να μειωθεί.

  • Υπάρχουν προοπτικές περαιτέρω σύσφιγξης των οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών;

Εξαρτάται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν οι δύο χώρες. Στην περίπτωση του υπάρχοντος πλαισίου οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών έχουν, όπως προειπώθηκε, αναπτυχθεί ήδη εξαιρετικά. Όμως στα πλαίσια της Δυτικής επικυριαρχίας και ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο αδύναμος εταίρος (η ΠΓΔΜ) είναι προνομιακό πεδίο οικονομικής δράσης για το ελληνικό κεφάλαιο. Όμως και οι δύο εντέλει τελούν υπό την Δυτική επιτροπεία και υπόκεινται στα συμφέροντα της. Αυτό μπορεί να έχει αποφέρει οφέλη στις ελίτ των δύο χωρών αλλά δεν έχει ωφελήσει σε τίποτα τους λαούς και των δύο χωρών.

Διαφορετικά πράγματα θα μπορούσαν να συμβαίνουν σε ένα άλλο πλαίσιο που θα εξασφάλιζε την φιλία και την ισότιμη συνεργασία των λαών των δύο χωρών. Όμως αυτό, προς το παρόν, είναι ένα μόνον υποθετικό σενάριο.

  • Ποια από τις δύο χώρες θα ωφεληθεί περισσότερο, από οικονομικής άποψης, σε ενδεχόμενη επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών;

Το ελληνικό κεφάλαιο είναι σε ισχυρότερη θέση για να επωφεληθεί περισσότερο από μία πιο στενή οικονομική σχέση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα μπορεί να εκμεταλλεύεται πιο εύκολα την έστω και μικρή δεξαμενή φθηνού εργατικού δυναμικού και αγορά της γειτονικής χώρας. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αναπτυχθεί ουσιαστικά η οικονομία της ΠΓΔΜ ούτε ότι θα βελτιωθεί το βιοτικό και εισοδηματικό επίπεδο του λαού της.

Δεν σημαίνει επίσης ότι ο ελληνικός λαός θα αποκομίσει οφέλη από κάτι τέτοιο. Τα ενδεχόμενα κέρδη της ελληνικής ελίτ δεν δίνουν ούτε καν ψίχουλα στην μεγάλη κοινωνική πλειονότητα, του εργαζόμενους της χώρας. Είναι πολύ πιθανόν, η ένταξη της ΠΓΔΜ στην ΕΕ να διευκολύνει την χρήση της σαν μιας περιοχής μετεγκατάστασης παραγωγικών δραστηριοτήτων λόγω κυρίως φθηνού εργατικού κόστους. Οι βάσεις γι’ αυτό ήδη μισο-υπάρχουν και προβλέπεται να αναπτυχθούν περαιτέρω. Οι ήδη υπάρχουσες και οι σχεδιαζόμενες (περίπου πέντε) Τεχνολογικές και Βιομηχανικές Αναπτυξιακές Ζώνες παρέχουν στις επιχειρήσεις τεράστια φορολογικά κίνητρα και ταυτόχρονα πλήρη ανυπαρξία εργασιακών δικαιωμάτων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην μαζική μετεγκατάσταση επιχειρήσεων (ή τμημάτων των εργασιών τους) από την Ελλάδα στην ΠΓΔΜ με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας και την συμπίεση των μισθών ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα. Το σενάριο αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο καθώς έχει ήδη συμβεί τις προηγούμενες της κρίσης δεκαετίες με την Βουλγαρία. Το άνοιγμα της βουλγαρικής οικονομίας στα δυτικά κεφάλαια οδήγησε στην καταστροφή των υπολειμμάτων της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας λόγω μετεγκατάστασης της στη χώρα αυτή. Η μετεγκατάσταση αυτή αύξησε σημαντικά την ανεργία και επηρέασε πτωτικά τους μισθούς αλλά ταυτόχρονα αύξησε την κερδοφορία των ελληνικών κεφαλαίων που προχώρησαν στην κίνηση αυτή. Μάλιστα, η μετεγκατάσταση αυτή επιδοτήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση (επί υπουργίας Γιάννου Παπαντωνίου και πρωθυπουργίας Κ.Σημίτη).

 

 

https://sputniknews.gr/oikonomia/201809281008487-ellada-skopia-oikonomia-dimopsifisma-skopiano/

Ελλάδα – πΓΔΜ: Οι οικονομικές σχέσεις και τι θα γίνει αν δεν υπάρξει συμφωνία

© AFP 2018 / Maja Zlatevska

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

15:55 28.09.2018(ΕΝΗΜΕΡΩΘΗΚΕ 18:07 28.09.2018)

Γεράσιμος Χιόνης

Στο δημοψήφισμα της 30ης Σεπτεμβρίου, η ΠΓΔΜ καλείται να προλειάνει το έδαφος για την ολοκλήρωση της συμφωνίας των Πρεσπών. Ποιες θα είναι οι οικονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης. Τι θα συμβεί σε περίπτωση ναυαγίου. Και γιατί Αθήνα και Σκόπια, σε οικονομικό επίπεδο, δεν φαίνεται να περιμένουν πολλά από την επίλυση της χρόνιας διαφωνίας.

Οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ δεν περιμένουν τη συμφωνία των Πρεσπών προκειμένου να «ανθίσουν». Αυτό, άλλωστε, πιστοποιείται και από τους καθ’ ύλιν αρμόδιους, στους οποίους απευθύνθηκε το Sputnik, εν όψει του δημοψηφίσματος της Κυριακής που θα καθορίσει εν πολλοίς τη μοίρα της πρόσφατης συμφωνίας μεταξύ του Αλέξη Τσίπρα και του Ζόραν Ζάεφ.

Ενδεικτικά, ο Σταύρος Μαυρουδέας, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, παραδέχεται ότι «οι οικονομικές σχέσεις, ακριβώς επειδή είναι ήδη εξαιρετικά αναπτυγμένες, μόνο περιορισμένα μπορούν να επηρεαστούν από ενδεχόμενη επικύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών».

 

© Φωτογραφία : Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Νέο σποτ για το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ μιλά για «το δικαίωμα να λεγόμαστε Μακεδόνες»

«Οι οικονομικές σχέσεις είναι ιδιαίτερα στενές, καθώς ήδη μεγάλες ελληνικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην ΠΓΔΜ, μαζί με περισσότερες από 200 μικρότερες επιχειρήσεις, ελληνικών συμφερόντων» υπερθεματίζει, από την πλευρά του, ο Λευτέρης Τσουλφίδης, διευθυντής του εργαστηρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Έρευνας και καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Η επενδυτική έκρηξη

Οι διμερείς οικονομικές σχέσεις, μετά τα «ψυχρά» χρόνια των πρώτων ετών ίδρυσης του γειτονικού κράτους, εισήλθαν σε μία περίοδο σταθερής ανάπτυξης και ευρωστίας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι από το 1995 και μετέπειτα, εκδηλώθηκε μια έντονη ελληνική επενδυτική δραστηριότητα στην οικονομία της ΠΓΔΜ.

Σήμερα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πέντε πρώτες χώρες προέλευσης Άμεσων Ξένων Επενδύσεων στη γειτονική χώρα, με ισχυρή παρουσία σε μία σειρά κλάδων, όπως τα πετρελαιοειδή, η μεταποίηση, οι εξορύξεις, το λιανεμπόριο και οι κατασκευές.

Συνολικά, τα ελληνικά κεφάλαια που βρίσκονται στην ΠΓΔΜ υπερβαίνουν το 1 δισεκατομμύριο ευρώ, δημιουργώντας πάνω από 25.000 θέσεις εργασίας και παρέχοντας ισχυρή ώθηση στην κατά τ’ άλλα αδύναμη και ασθενική οικονομία της βαλκανικής χώρας.

Υπερ-τριπλάσιες οι εξαγωγές από τις εισαγωγές

Εξαιρετικά αναπτυγμένες είναι παράλληλα, και οι εμπορικές σχέσεις, όπως παρατηρεί εύστοχα ο κ. Μαυρουδέας. Η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του 2017, ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΠΓΔΜ, μετά τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ενδεικτικά, το προηγούμενο έτος, ο όγκος του διμερούς εμπορίου παρουσίασε αύξηση της τάξης του 22% και εκτινάχθηκε στα 726 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 546 εκατ. ευρώ αφορούσαν εξαγωγές ελληνικών προϊόντων και μόλις τα 180.000 ευρώ συνίσταντο στις εισαγωγές από την ΠΓΔΜ.

© AFP 2018 / Robert Atanasovski

Αποτυχία του δημοψηφίσματος βλέπει η αντιπολίτευση της ΠΓΔΜ

Όπως προκύπτει ανερυθρίαστα, το εμπορικό ισοζύγιο είναι σημαντικά πλεονασματικό για τη χώρα μας, καθώς οι εξαγωγές υπερβαίνουν κατά σχεδόν τρεις φορές τις εισαγωγές, παράγοντας πλεόνασμα 366 εκατ. ευρώ. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές εισαγωγές από την ΠΓΔΜ προέρχονται από εταιρείες… ελληνικών συμφερόντων.

Στα… πόδια της Χαλκιδικής οι Σκοπιανοί

Παρά τις τεταμένες σχέσεις και τον μόνιμο «βραχνά» του ονόματος, η Ελλάδα συνιστά ήδη τον νούμερο «1» τουριστικό προορισμό των πολιτών της ΠΓΔΜ. Οι Σκοπιανοί, όπως αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία της γειτονικής χώρας, έχουν ως κύρια κατεύθυνση το πρώτο και το δεύτερο «πόδι» της Χαλκιδικής.

Αγνοώντας στη συναλλαγματική ισοτιμία αλλά και την αύξηση στις τιμές των καταλυμάτων, ο αριθμός των διελεύσεων από τις συνοριακές διόδους με την Ελλάδα, διαμορφώθηκε το προηγούμενο έτος σε 1.072.882, παρουσιάζοντας άλμα 10% σε σχέση με το 2016 και 16% σε σχέση με το 2015.

Το παράδειγμα δίνει άλλωστε ο ίδιος ο Ζόραν Ζάεφ, ο οποίος διατηρεί εξοχική κατοικία σε δημοφιλές τουριστικό θέρετρο της βόρειας Ελλάδας, πραγματοποιώντας αρκετά συχνά το δρομολόγιο Σκόπια-Χαλκιδική.

Το παράδειγμα της… Βουλγαρίας

Ωστόσο, δεν είναι όλα ρόδινα. Και οι πρώτες ανησυχίες έχουν ήδη διατυπωθεί.

«Το ιδιαίτερα χαμηλό εργατικό κόστος στην ΠΓΔΜ, σε συνδυασμό με τη χαμηλή φορολογία, έχουν ήδη καταστήσει την ΠΓΔΜ επενδυτικό παράδεισο ή έστω, ασφαλές καταφύγιο, για πλήθος ελληνικών επιχειρήσεων» παραδέχεται χαρακτηριστικά ο κ. Τσουλφίδης, με τον κ. Μαυρουδέα να υπολογίζει την επιχειρηματική εκροή στο μη ευκαταφρόνητο ποσό των 800 εκατομμυρίων ευρώ.

Η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας και η προοπτική ένταξης της γειτονικής χώρας στην Ε.Ε., σύμφωνα με τον κ. Μαυρουδέα, θα συμβάλλει στην περαιτέρω μεγέθυνση του συγκεκριμένου φαινομένου.

Αυτό, κατά τον ίδιο, θα συνεπάγεται την αύξηση της ανεργίας στην Ελλάδα, αλλά και τη συμπίεση των μισθών. Μάλιστα, προς επίρρωση, παραπέμπει στο πρόσφατο παράδειγμα της επίσης γειτονικής Βουλγαρίας, η οποία εισήχθη στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007.

© Φωτογραφία : Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Τι δείχνει νέα δημοσκόπηση για Σκοπιανό, εκλογές, οικονομία

«Το «άνοιγμα» της βουλγαρικής οικονομίας στα δυτικά κεφάλαια οδήγησε στην καταστροφή των υπολειμμάτων της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας, καθώς αρκετές επιχειρήσεις του κλάδου μετακινήθηκαν βόρεια των συνόρων.

«Η μετεγκατάσταση αυτή αύξησε σημαντικά την ανεργία και επηρέασε πτωτικά τους μισθούς στη βόρεια Ελλάδα, παρότι ενίσχυσε την κερδοφορία των ελληνικών κεφαλαίων» αναλύει, χαρακτηριστικά.

Το πρόβλημα των «μακεδονικών» προϊόντων

Την ίδια ώρα, όπως αναφέρει στο Sputnik ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων Βόρειας Ελλάδας (ΣΕΒΕ), η συμφωνία των Πρεσπών «περισσότερο κακό θα φέρει, παρά καλό». Και ο λόγος δεν είναι άλλος, από τα ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με τον χαρακτηρισμό «μακεδονικό».

Όπως εξηγεί χαρακτηριστικά, υψηλόβαθμο στέλεχος του ΣΕΒΕ, το brand name «μακεδονικό» θα χάσει κάθε αίγλη και δυναμική, καθώς πλέον, με την ίδια ονομασία θα κυκλοφορούν και τα προϊόντα της γειτονικής χώρας.

«Αυτό θα προκαλεί σύγχυση στους καταναλωτές, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρξουν φαινόμενα εκμετάλλευσης του ελληνικού brand name από επιτήδειους στα Σκόπια» σπεύδει να προσθέσει.

Ο… αντίλογος

Από την πλευρά του, ωστόσο, ο κ. Τσουλφίδης παραθέτει μια διαφορετική άποψη, εκτιμώντας ότι το «άνοιγμα» της οικονομίας της ΠΓΔΜ θα συνεπάγεται οφέλη για την Ελλάδα. «Η επικύρωση της συμφωνίας θα συνεπάγεται την επιτάχυνση και την περαιτέρω ενδυνάμωση των οικονομικών σχέσεων, οι οποίες είναι ήδη σε εξέλιξη και έχουν εκατέρωθεν οφέλη» εκτιμάει χαρακτηριστικά.

Και εξηγεί: «Η επικύρωση θα ενεργοποιήσει δυνάμεις και δυναμικές, οι οποίες μέχρι τώρα δεν έχουν εκδηλωθεί στις πλήρεις διαστάσεις τους, λόγω του ασφυκτικού κλίματος, αλλά και της έλλειψης συμφωνίας, η οποία αποθαρρύνει την περαιτέρω ενίσχυσή τους».

Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η τοποθέτηση του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ), ο οποίος διαβλέπει οικονομικές προοπτικές για το λιμάνι της συμπρωτεύουσας, από την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Σύμφωνα με τον κ. Τουλφίδη, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης θα ενισχύσει των όγκο των μεταφορών δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στην πόλη για όλα τα Βαλκάνια.

Τι θα συμβεί αν δεν υπάρξει συμφωνία;

Τι θα συμβεί ωστόσο, αν η διαδικασία επικύρωσης της συμφωνίας αντιμετωπίσει αναπάντεχες δυσχέρειες και έρθει ενώπιον διάφορων προσκομμάτων; Σύμφωνα με τους οικονομικούς αναλυτές, η απάντηση είναι… «σχεδόν τίποτα».

«Σχεδόν», γιατί σύμφωνα με τον κ. Τσουλφίδη, «τυχόν μη επικύρωση της συμφωνίας θα λειτουργήσει ως έναν βαθμό περιοριστικά ή και αποτρεπτικά στην περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών».

© Sputnik / Aleksey Nikolskyi

Θα απέχει από το δημοψήφισμα ο πρόεδρος της πΓΔΜ Ιβάνοφ

«Το οικονομικό κλίμα θα έχει υποστεί βλάβη, καθώς συμφωνίες και επιχειρηματικά σχέδια θα συνάπτονται με βραχυχρόνιο ορίζοντα, λαμβάνοντας υπόψη το εύθραυστο πολιτικό κλίμα» σπεύδει να συμπληρώσει.

Πάντως, ο αναλυτής αποφαίνεται ότι «μια αρνητική απόφαση ασφαλώς και δεν θα αναστείλει την περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων, οι οποίες διαμορφώθηκαν αυθόρμητα σ’ ένα περιβάλλον κάθε άλλο παρά ενισχυτικό».

Υπερθεματίζοντας, ο κ. Μαυρουδέας διαβεβαιώνει ότι ενδεχόμενο ναυάγιο δεν πρόκειται «να αλλάξει τις διμερείς οικονομικές σχέσεις». Μάλιστα, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, εκτιμά ότι η μόνη περίπτωση επιδέινωσης των τρεχουσών οικονομικών σχέσεων συνίσταται στην πιθανότητα ένταξης της γειτονικής χώρας στην Ε.Ε.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, όπως προειδοποιεί ενδεικτικά, ο ρόλος των δυτικο-ευρωπαϊκών εταιρειών θα ενταθεί και θα γιγαντωθεί, έχοντας ως απόρροια τον περιορισμό του ρόλου της Ελλάδας στην οικονομία της ΠΓΔΜ, συρρικνώνοντας τα κέρδη των ελληνικών επιχειρήσεων.

 

 

 

Δέκα Χρόνια από την Μεγάλη Ύφεση – Ελεύθερος Τύπος 8-9-2018

Ελεύθερος Τύπος 8-9-2018

 

Δέκα χρόνια από τη μεγάλη ύφεση

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

και πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας

Πολιτικής Οικονομίας

 

Αυτές τις ημέρες κλείνουν δέκα χρόνια από την μεγάλη παγκόσμια κρίση του 2008 που συγκλόνισε την παγκόσμια οικονομία και που οι επιπτώσεις της εξακολουθούν να την κατατρύχουν. Όπως θα ήταν αναμενόμενο, μία τέτοια μεγάλη παγκόσμια κρίση πυροδότησε μία σειρά συζητήσεων και αντιπαραθέσεων σε μία μεγάλη γκάμα θεμάτων οικονομικής ανάλυσης και πολιτικής μεταξύ των βασικών ρευμάτων της οικονομικής σκέψης.

Κατά κοινή ομολογία, η Ορθόδοξη σήμερα οικονομική αντίληψη απέτυχε δραματικά να προβλέψει την έλευση της κρίσης και ακόμη και την προηγουμένη της εξέδιδε αναλύσεις υποσχόμενες ένα λαμπρό μέλλον για την παγκόσμια οικονομία. Η σημερινή Ορθοδοξία, σε αντίθεση με απλοϊκές θεωρήσεις, δεν είναι ένα καθαρόαιμος Νεοφιλελευθερισμός (καθώς ο δογματισμός του τελευταίου τον κάνει πλήρως αδόκιμο για την άσκηση οικονομικής πολιτικής) αλλά η συνένωση μιας μετριασμένης εκδοχής του με τον εξαιρετικά συντηρητικό Νέο Κεϋνσιανισμό. Εξίσου προβληματική είναι η επίδοση της Ορθοδοξίας στην διαχείριση της κρίσης καθώς σύντομα ακολούθησε η αποκληθείσα δεύτερη «βουτιά» ενώ οι φόβοι για μία νέα παραμένουν μέχρι σήμερα λόγω των ανεπίλυτων δομικών προβλημάτων της οικονομίας.

Το παράδοξο είναι ότι παρά την παταγώδη αποτυχία των Ορθόδοξων οικονομικών η κυριαρχία τους στον πολιτικό και ακαδημαϊκό χώρο όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντιθέτως έγινε ακόμη πιο ασφυκτική. Ιδιαίτερα στον ακαδημαϊκό χώρο η μονήρης αντίληψη τους που αγνοεί πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις, περιορίζει την οικονομική ανάλυση στις σχέσεις αγοράς και μόνο και την φτωχαίνει μέσω της κυριαρχίας του μαθηματικού φορμαλισμού επιδίδεται κυριολεκτικά σε Μακαρθικές πρακτικές απέναντι σε κάθε άλλη αντίληψη και ιδιαίτερα απέναντι στην παράδοση της Πολιτικής Οικονομίας. Η τελευταία μελετά την οικονομία θεωρώντας ότι είναι μία κοινωνική και όχι μία ατομιστική διαδικασία, δεν περιορίζεται στις οικονομικές σχέσεις που αναπτύσσονται μόνο στα πλαίσια της αγοράς αλλά συμπεριλαμβάνει το σύνολο των οικονομικών σχέσεων (παραγωγή, κυκλοφορία, διανομή) και, επιπλέον, εντάσσει οργανικά στην ανάλυσή της τις πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται σε μία κοινωνία. Όλα αυτά κάνουν την προσέγγιση της Πολιτικής Οικονομίας πιο ρεαλιστική και με μεγαλύτερες ερμηνευτικές δυνατότητες. Ταυτόχρονα όμως την κάνουν πιο ενοχλητική για κατεστημένα συμφέροντα καθώς αναδεικνύει τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που υπάρχουν μέσα στο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα.

Τα ζητήματα αυτά βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων στα πλαίσια του διεθνούς συνεδρίου ICOPEC 2018 που συνδιοργανώνει η Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ). Τόσο η ΕΕΠΟ όσο και το διεθνές συνέδριο ICOPEC προβάλλουν την ανάγκη μίας κοινωνικής ανάλυσης της οικονομίας σε αντίθεση με τα Ορθόδοξα θέσφατα. Το συνέδριο «ICOPEC 2018» με θέμα «Δέκα χρόνια μετά τη Μεγάλη Ύφεση: Η Ορθόδοξη απέναντι στην Ετερόδοξη Οικονομική» διεξάγεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και θα ολοκληρωθεί στις 9 Σεπτεμβρίου.

 

Απάντηση σε μία απρόσκλητη εισδοχή

Πριν από μερικές ημέρες συνέγραψα με τον Σέρτζιο Τσεζαρράτο μια απάντηση στον λίβελλο του Μάρκο Ρέβελλι εναντίον των αριστερών επικριτών του ΣΥΡΙΖΑ που θρασύτατα τους χαρακτήριζε ψευδοαριστερούς. Η απάντησή μας δείχνει την παραπλανητικότητα των επιχειρημάτων του Revelli.

Πριν από λίγες ημέρες, αντί του Μ. Ρεβέλι, «αναδύθηκε» εξαίφνης ο Κ. Καλλωνιάτης με ένα κείμενο που επικρίνει το άρθρο μας για την ακαδημαϊσμό. Το κείμενο του δημοσιεύθηκε στη συνέχεια από την ΑΥΓΗ (επίσημη εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ).

Ακολουθεί η απάντησή μου στην ιστοσελίδα BRAVE NEW EUROPE.

 

Πριν ο αλέκτωρ φωνήσαι … ο Καλλωνιάτης αντί του Ρεβέλι

Επειδή τα φερέφωνα του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να έχουν συνήθεια να χρησιμοποιούν ευαγγελικά ρητά, ταιριάζει στην περίπτωση το ακόλουθο: πριν ο αλέκτωρ φωνήσαι … ο Καλλωνιάτης αναδύθηκε πίσω από το Revelli με μια βιαστική απάντηση στην κριτική μας, η οποία δεν μπήκε καν τον κόπο να μεταφράσει αρκετές αναφορές που έμεινα στα ελληνικά αντί της αγγλικής. Γιατί μια τέτοια βιασύνη; Δεν είναι ο Revelli σε θέση να απαντήσει μόνος του; Ή υπάρχει μια λανθάνουσα σχέση μεταξύ του Revelli και ενός δημοσιογράφου του ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου τακτική δουλειά είναι να προσπαθεί να αποστομώσει κάθε αριστερή κριτική του ΣΥΡΙΖΑ και ο οποίος από την αρχή υποστήριζε την υποταγή στην τρόικα και την ΕΕ;

Η συζήτηση και η κριτική δεν είναι μόνο απαραίτητες, αλλά ουσιαστικό μέρος της κουλτούρας και της λειτουργίας της Αριστεράς. Όμως η ανοικτή, ειλικρινής και ανιδιοτελής κριτική. Αν ο M.Revelli είναι πρόθυμος να συμμετάσχει σε κάτι τέτοιο είναι περισσότερο από ευπρόσδεκτος. Ωστόσο, οι έμμισθοι κονδυλοφόροι – όπως ο Καλλωνιάτης – δεν είναι. Ιδιαίτερα όταν όχι πριν πολύ καιρό δεν είχαν σχέση με την Αριστερά αλλά με το ΠΑΣΟΚ. Επιπλέον, τα επιχειρήματα του Καλλωνιάτη είναι παραπλανητικά, η χρήση των δεδομένων είναι επιλεκτική (και μερικές φορές υποκείμενη σε μασάζ). Η δε κατηγορία του για αντι-επιστημονικότητα είναι, τουλάχιστον, αλαζονική.

Ωστόσο, σε ένα προσεχές άρθρο θα ασχοληθούμε λεπτομερώς με τα ακόλουθα θέματα: (α) την ανεργία, (β) την κατανομή του εισοδήματος και (γ) την υγεία. Σε όλα αυτά τα πεδία, σε αντίθεση με τα φερέφωνα του ΣΥΡΙΖΑ, οι επιδόσεις του τελευταίου είναι θλιβερές.

ΥΓ. Ο Τσίπρας μπορεί να μην είναι προδότης, αφού αυτός και ο σκληρός πυρήνας του κόμματός του ποτέ στην ουσία δεν ανήκαν στην υπόθεση του λαού και πάντα είχαν συστημικούς δεσμούς και εξαρτήσεις. Παρ’ όλα αυτά, είναι σίγουρα κραυγαλέοι ψεύτες και δημαγωγοί που πρόδωσαν όλες τις επαγγελίες τους και τις υποσχέσεις τους στον ελληνικό λαό.

Ένα σχόλιο στο PRESS TV News σχετικά με την υποτιθέμενη ελληνική έξοδο από το πρόγραμμα της τρόικας

Χθες (21/8/2018) έκανα ένα σύντομο σχόλιο στην PRESS TV News σχετικά με την υποτιθέμενη ελληνική έξοδο από το πρόγραμμα της τρόικας (ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ).

Τα βασικά σημεία του σχολίου είναι τα εξής.

Η υποτιθέμενη έξοδος από το πρόγραμμα της τρόικας είναι μια απάτη. Το πρόγραμμα συνεχίζεται ουσιαστικά καθώς υπάρχουν επιπρόσθετα μέτρα λιτότητας που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια, η αποπληρωμή των δανείων της τρόικας θα διαρκέσει αρκετές δεκαετίες (και δεν είναι εξασφαλισμένη, συνεπώς μία ενδεχόμενη μελλοντική ελληνική χρεωκοπία είναι πάντα στην ατζέντα) και η εποπτεία τουλάχιστον από την ΕΕ (αν το ΔΝΤ εγκαταλείψει το πρόγραμμα όπως αναμένεται) θα συνεχιστεί και για πολλά χρόνια.

Το πρόγραμμα είναι αποτυχία. Ο δηλωμένος στόχος του (μολονότι μπορεί να είναι μυωπικός) ήταν να καταστήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος βιώσιμο. Δεν το πέτυχε, καθώς ο τρέχων δείκτης χρέους/ΑΕΠ είναι υψηλότερος από ότι στην αρχή του προγράμματος. Επιπλέον, η λιτότητα έχει αποδυναμώσει την ελληνική οικονομία, καθιστώντας τις αναπτυξιακές δυνατότητες της αμφίβολες.

Οι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και της ΕΕ για την δήθεν επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος είναι μία σκηνοθετημένη απάτη για φτηνούς πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.

Ο ελληνικός λαός θα συνεχίσει να σηκώνει το βάρος αυτού του αντιλαϊκού προγράμματος και των πολιτικών που βρίσκονται πίσω του για πολλά χρόνια.

Το βίντεο της συνέντευξης ακολουθεί.