Tag Archives: Μαυρουδέας

Ποσοτική Χαλάρωση και άλλα παραμύθια …

Οι διάφοροι συστημικοί παράγοντες χαλούν τον κόσμο για να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ. Και γι’ αυτό καλούν τον ελληνικό λαό σε νέες θυσίες.

Ο εμβριθής οικονομολόγος – και θαυμαστής της Σκάρλετ Γιόχανσον – Ευκλείδης Τσακαλώτος διατείνεται ότι «θα είναι μια συμφωνία με δυσκολίες και θετικές εκπλήξεις η οποία υπό όρους , αν ανοίξει το δρόμο για το QE, θα δώσει χώρο επιστροφής σε βιώσιμη ανάπτυξη».

Είχε προηγηθεί ο εξίσου εμβριθής οικονομολόγος και επισήμως αντίπαλος (αλλά ανεπισήμως φίλος) Γιάννης Στουρνάρας που απαίτησε να δοθεί γη και ύδωρ στους δανεισττές για να κλείσει η αξιολόγηση και να μπει η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης.

Από κοντά και οι τραπεζίτες όπου αντιπροσωπεία της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών σε επαφές με τον SSM και την ΕΚΤ εκπλιαρούν επίσης για αυτή την συμμετοχή. Φυσικά με αντίτιμο τις λαϊκές θυσίες.

Πρόκειται για γελοία καραγκιοζιλίκια. Όπως εξηγεί και το ακόλουθο σύντομο άρθρο (που θα δημοσιευθεί στο ΠΡΙΝ της Κυριακής), η Ποσοτική Χαλάρωση έχει αμελητέα επίπτωση στο ελληνικό πρόβλημα.

Επίσης, παραβλέπουν όλοι οι προαναφερθέντες ιθύνοντες ότι η διεθνής οικονομία μπαίνει σιγά-σιγά σε κύκλο αύξησης των επιτοκίων ξεκινόντας από την αμερικανική Fed. Επίσης ότι αυξάνουν οι γερμανικές πιέσεις για τον τερματισμό του προγράμματος της ΕΚΤ (ιδιαίτερα με τις φωνές περί αύξησης του ευρωπαϊκού πληθωρισμού). Και φυσικά η τάση αύξησης των επιτοκίων συνεπάγεται τον τερματισμό των ανορθόδοξων νομισματικών πολιτικών τύπου Ποσοτικής Χαλάρωσης.

Το ερώτημα είναι οι συστημικοί ιδύνοντες είναι ανόητοι ή θεωρούν όλους τους υπόλοιπους εμάς ανόητους.


 

 

Κυριακή 19/3/2017, φ.1322

 

Παραμύθι η ωφέλεια της χώρας από την ένταξη

στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

 

Τα προγράμματα Ποσοτικής Χαλάρωσης αποτελούν μία ανορθόδοξη νομισματική πολιτική που εφαρμόζει το αστικό κράτος εν μέσω βαθιάς κρίσης και ενώ έχει ήδη εφαρμόσει όλες τις παραδοσιακές νομισματικές πολιτικές (δηλαδή έχει ουσιαστικά μηδενίσει τα επιτόκια έτσι ώστε να κάνει φθηνή την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και να αποφευχθεί η επιδείνωση της κρίσης με μαζικές χρεωκοπίες). Με την Ποσοτική Χαλάρωση η κεντρική τράπεζα αγοράζει δημόσια και ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία (κυβερνητικά και εταιρικά ομόλογα κλπ.) που αλλιώς δεν θα αγοραζόντουσαν καθόλου λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης με χρήμα και έτσι ενισχύει την ρευστότητα των κρατών και των επιχειρήσεων ώστε να μην χρεωκοπήσουν. Δεν αποτελεί μία φιλολαϊκή πολιτική (όπως κακαρίζουν διάφοροι σοσιαλφιλελεύθεροι πολιτικοί και οικονομολόγοι και στη χώρα μας ο ΣΥΡΙΖΑ) αλλά για μία νεο-συντηρητική πολιτική έκτακτης ανάγκης. Η ρευστότητα αυτή πηγαίνει ελάχιστα στις τσέπες των εργαζομένων. Κυρίως διευκολύνει τους ισολογισμούς κρατών και επιχειρήσεων. Μάλιστα για να αποφευχθεί μία «αναζωπύρωση του πληθωρισμού» (πρακτικά δηλαδή να διαρρεύσει ευρύτερα η ρευστότητα αυτή) εφαρμόζονται ταυτόχρονα και πολιτικές «αποστείρωσης».

Η Ποσοτική Χαλάρωση χρησιμοποιείται από την αστική εξουσία για να ετεροχρονίσει και να απαλύνει την οξύτητα της καπιταλιστικής κρίσης. Δεν μπορεί να την επιλύσει αλλά μπορεί να «απλώσει» στο χρόνο ορισμένες επιπτώσεις της και ιδιαίτερα να αποφύγει την συσσώρευση μίας «κρίσιμης μάζας» τους σε μία επικίνδυνη στιγμή. Ταυτόχρονα όμως έχει και χρονικά και ποσοτικά όρια γιατί η υπερσυσσώρευση μη-εμπορεύσιμων ιδιοκτησιακών τίτλων στο ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας μπορεί να την οδηγήσει στην χρεωκοπία.

Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8 η Ποσοτική Χαλάρωση πρωτο-εφαρμόσθηκε από τις ΗΠΑ καθώς η παγκόσμια υπερ-δύναμη έχει το προνόμια να περνά μέρος από τα δικά της βάρη στους υποκείμενους καπιταλισμούς. Η ΕΕ – και ιδιαίτερα η Γερμανία – προσπάθησε να την αποφύγει έτσι ώστε να διατηρήσει ισχυρό το ευρώ και να μπορέσει να απειλήσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Τελικά όμως, κάτω από τις έντονες πιέσεις των ΗΠΑ και την ραγδαία επιδείνωση της κρίσης της ευρωζώνης, αναγκάστηκε να την εφαρμόσει. Από την εφαρμογή της όμως εξαιρέθηκαν οι χώρες που βρίσκονται υπό μνημονιακά προγράμματα (όπως η Ελλάδα).

Έκτοτε, η ένταξη στη Ποσοτική Χαλάρωση επισείεται από όλες τις αστικές πριμαντόνες (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και λοιπές) ως έπαθλο για την συμμόρφωση της χώρας στα μνημονιακά προγράμματα. Προβάλλεται ότι με αυτή θα μειωθεί το χρέος και θα βελτιωθεί η ρευστότητα στην οικονομία. Επομένως χαλάλι οι νέες θυσίες και η πρόσθετη λιτότητα.

Πρόκειται για ένα άθλιο και συνειδητό ψέμα. Γνωρίζουν καλά οι συστημικές πριμαντόνες ότι ακόμη και αν αύριο ενταχθεί η χώρα στην Ποσοτική Χαλάρωση το ύψος της παρεχόμενης ρευστότητας θα ήταν της τάξης το πολύ των 3-4 δις ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για αστείο μέγεθος σε σχέση με τον όγκο του ελληνικού χρέους. Το σχετικό μέγεθος είναι γνωστό τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην Τράπεζα της Ελλάδας. Αυτό προκύπτει γιατί όχι μόνο το ύψος του προγράμματος της ΕΚΤ είναι μικρό (60δις μηνιαία που αυξήθηκαν σε 80δις) αλλά και διέπεται από αυστηρούς κανόνες σχετικά με το πόσα (εξαρτάται από το ποσοστιαίο μερίδιο της κάθε εθνικής κεντρικής τράπεζας στο συνολικό ύψος του προγράμματος, 2.9% για την Ελλάδα) και τι περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αγορασθούν (πρέπει να είναι υψηλής πιστοληπτικής αποτίμησης και μάλιστα ένα ποσοστό από αυτά). Έτσι προκύπτει ένα αμελητέο μηνιαίο ποσό που δεν υπερβαίνει τα 2δις, ενώ αθροιστικά (μέσω των αναχρηματοδοτήσεων) δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4δις.

Συγκριτικά, μόνο τα νέα μέτρα λιτότητας που ετοιμάζεται να συνομολογήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για να κλείσει η τρέχουσα μνημονιακή αξιολόγηση είναι της τάξης των 3.5δις.

Με λίγα λόγια ο λαός καλείται να ματώσει ξανά για να μπορέσει η εγχώρια αστική τάξη να πάρει τα λίγα ματωμένα αργύρια της.


 

Μπορεί να χρεωκοπήσει μία Κεντρική Τράπεζα λόγω Ποσοτικής Χαλάρωσης;

Στο παραπάνω άρθρο υποστηρίζεται ότι η υπερβολική Ποσοτική Χαλάρωση μπορεί να οδηγήσει σε χρεωκοπία την ΕΚΤ. Η διατύπωση ήταν αναγκαστικά συνοπτική λόγω του περιορισμού έκτασης των δημοσιογραφικών κειμένων. Αυτό είναι ένα λεπτό ζήτημα γιατί κανονικά μία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να χρεωκοπήσει καθώς έχει το εκδοτικό προνόμιο (δηλαδή μπορεί να «κόψει χρήμα» και συνεπώς να καλύψει τις ζημιές της).

Βέβαια καμία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να επιβαρύνει ανεξέλεγκτα τον ισολογισμό της με προβληματικά χρεώγραφα και μετά να αυξάνει την κυκλοφορία του χρήματος για να καλύψει τις ζημιές της καθώς αυτό συναντά έναν εξωτερικό περιορισμό. Δηλαδή η υπερβολική Ποσοτική Χαλάρωση (σαν υποκατάστατο της μείωσης των επιτοκίων) θα επηρεάσει πτωτικά την συναλλαγματική ισοτιμία και, υπό προϋποθέσεις, το ισοζύγιο κεφαλαίου (δηλαδή θα υπάρξει φυγή κεφαλαίων) με συνέπειες στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.

Όμως στην περίπτωση της ΕΚΤ τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα καθώς η τελευταία δεν είναι μία τυπική Κεντρική Τράπεζα γιατί δεν έχει ένα ενιαίο κράτος πίσω της αλλά μία διακρατική ενότητα. Επομένως ο περιορισμός της κεφαλαιακής της βάσης είναι ακόμη οξύτερος καθώς δεν είναι βέβαιο ότι τα κράτη που την «προίκισαν» με το μετοχικό κεφάλαιο της θα συμβάλλουν επίσης στην ανακεφαλαιοποίηση της. Συνεπώς η επιβάρυνση του ισολογισμού της με προβληματικά χρεώγραφα λόγω Ποσοτικής Χαλάρωσης μπορεί να την οδηγήσει ευκολότερα από τις κλασσικές Κεντρικές Τράπεζες σε αδιέξοδο.

Αντίστοιχα προβλήματα έχουν οι Κεντρικές Τράπεζες που είναι μέλη του ευρω-συστήματος της ΕΚΤ καθώς δεν είναι πλέον αυτοτελείς αλλά έχουν εκχωρήσει το εκδοτικό προνόμιο στην ΕΚΤ. Επίσης οι τράπεζες αυτές, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, έχουν χρέη τόσο προς την ΕΚΤ (π.χ. ELA) όσο και προς τον ESM (λόγω Μνημονιακού δανείων) αλλά και ιδιώτες κεφαλαιούχους (π.χ. στους ιδιώτες μετόχους της καθώς ιδιωτική μετοχική σύνθεση).

Συνοψίζοντας, καμία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να επιδοθεί ανεξέλεγκτα σε ανορθόδοξες νομισματικές πολιτικές τύπου Ποσοτικής Χαλάρωσης λόγω του εξωτερικού περιορισμού. Επιπλέον, ιδιόμορφες Κεντρικές Τράπεζες όπως η ΕΚΤ έχουν επιπρόσθετους περιορισμούς καθώς δεν έχουν μία απεριόριστη κρατική εγγύηση πίσω τους αλλά βασίζονται μόνο στη δεδομένη «προίκα» τους.

 

 

 

 

Advertisements

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας – Εφημερίδα των Συντακτών

https://www.efsyn.gr/arthro/i-kyvernitiki-eyresitehnia-tis-dimosionomikis-oydeterotitas-ton-neon-metron-litotitas

2017-03-05_11-01-26

 

 

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κυβερνητική ευρεσιτεχνία της «δημοσιονομικής ουδετερότητας» των νέων μέτρων λιτότητας

 

Αίθουσα συνεδριάσεων Eurogroup

Και άλλα παραμύθια της Χαλιμάς… | © European Union

03.03.2017, 23:15 | Ετικέτες:  ΔΝΤ, Eurogroup, ΣΥΡΙΖΑ, κυβέρνηση

Συντάκτης:

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας*

Το προ-σύμφωνο που συνομολόγησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο τελευταίο Eurogroup φορτώνει νέα μέτρα λιτότητας στις πλάτες του ελληνικού λαού.

Τα μέτρα αυτά θα τα πληρώσουν ξανά οι εργαζόμενοι μέσω νέων φοροεπιδρομών (με την μείωση του αφορολογήτου), της περαιτέρω απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων (αύξηση ποσοστού επιτρεπόμενων ομαδικών απολύσεων κλπ.) και κατακρεούργησης του ασφαλιστικού συστήματος (με ακόμη μικρότερες νέες συντάξεις και μείωση των «προσωπικών διαφορών» στις παλιές). Επίσης η δαμόκλειος σπάθη του «κόφτη» (δηλαδή των οριζόντιων μειώσεων στο δημόσιο τομέα) επεκτείνεται για όσα χρόνια υπάρχει ο φόβος εκτροχιασμού του Μνημονιακού προγράμματος (και συνεπώς εμφάνισης «χρηματοδοτικού κενού», δηλαδή αδυναμίας της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους ξένους δανειστές της).

Έτσι η επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων των «θεσμών» γίνεται με εξαιρετικά άγριες διαθέσεις.

Εμπρός σ’ αυτό το φιάσκο ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται στο μόνο που γνωρίζει, δηλαδή στην κατασκευή και προσπάθεια πώλησης παραμυθιών. Η καινούρια μυθοπλαστική ευρεσιτεχνία του λέγεται «δημοσιονομικά ουδέτερη» επίπτωση των νέων μέτρων λιτότητας. Πρόκειται βέβαια για μία χονδροειδή κακοποίηση όχι μόνο της οικονομικής ανάλυσης αλλά και της κοινής λογικής.

Δημοσιονομικά ουδέτερα χαρακτηρίζονται τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση (φόροι, δαπάνες κλπ.) που δεν επηρεάζουν την οικονομική συμπεριφορά των πολιτών  – ή στην πιο κεϋνσιανή παραλλαγή δεν επηρεάζουν την ζήτηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να πείσει ότι τα νέα μέτρα λιτότητας που συνομολογεί με τους ξένους πάτρωνες δεν θα είναι μέτρα λιτότητας. Σύμφωνα με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο «εάν είναι ένα πακέτο 1 δισ. που θα είναι μέτρα που περιορίζουν τη ζήτηση, θα υπάρχει και 1 δισ. μέτρα θετικά, που θα επιστρέφουν στην οικονομία».

Τα νέα μέτρα που διαπραγματεύεται ο κ.Τσακαλώτος και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ξένους πάτρωνες αφορούν το «χρηματοδοτικό κενό» που προβλέπεται να εμφανίσει το Μνημονιακό πρόγραμμα από το 2018. Το «χρηματοδοτικό κενό» αυτό προκύπτει γιατί τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται για να συνεχίσει να εξυπηρετείται το ελληνικό χρέος εκτινάσσονται στο 3.5% και πρέπει να διατηρηθούν εκεί για αρκετά χρόνια (έναν πανθομολογουμένως εξωπραγματικό στόχο). Για να επιτευχθεί αυτός ο απίθανος στόχος και να διατηρηθεί η επίφαση βιωσιμότητας του Μνημονιακού προγράμματος απαιτούνται τα νέα πρόσθετα μέτρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη αποδεχθεί τον «κόφτη» (δηλαδή τα οριζόντια καθολικά μέτρα λιτότητας) μέχρι και το 2019. Τώρα στο τραπέζι είναι η επέκταση του και για μετά. Γνωρίζει καλά ότι μία ενεργοποίηση του «κόφτη» θα οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη και στην εκπαραθύρωση του από τους ζεστούς και πλουσιοπάροχους κυβερνητικούς θώκους. Γι’ αυτό αποδέχεται μεν τα πιο σκληρά μέτρα λιτότητας αλλά προσπαθεί να τα ετεροχρονίσει για την θητεία της επόμενης κυβέρνησης που γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα είναι δικό του.

Από την άλλη το ΔΝΤ πιέζει για νέα μέτρα λιτότητας της τάξης του 2% του ΑΕΠ από το 2019, πολλά από τα οποία όμως θα εφαρμοσθούν από το 2018 αν δεν πιαστεί τότε ο στόχος του 3.5%. Ο στόχος του είναι να πιέσει περαιτέρω την ΕΕ αυξάνοντας τα προβλήματα στην Ελλάδα και φλερτάροντας ακόμη και με τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης.

Το ευρω-ιερατείο δεν ενοχλείται άμεσα που το ΔΝΤ τον αναλαμβάνει τον ρόλο του «κακού» και πιέζει σε μεγαλύτερο ξεζούμισμα της άμοιρης χώρας μας. Κρατά όμως ορισμένες επιφυλάξεις όσον αφορά το ύψος της πίεσης καθώς αν οι απαιτήσεις ανέβουν πάρα πολύ τότε τα αδιέξοδα του Μνημονιακού προγράμματος θα γίνουν ακόμη πιο εξόφθαλμα. Αυτό θα θέσει επί τάπητος το ζήτημα της διαγραφής χρέους (κάτι που η ΕΕ δεν θέλει ούτε να ακούσει) και την κοινωνική έκρηξη (η αποφυγή της οποίας είναι ο μοναδικός λόγος που αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση καθώς σ’ αυτό έχει προσφέρει ασυναγώνιστες υπηρεσίες).

Τέλος, συζητιούνται κάποια αντίμετρα που δεν θα κάνουν λιγότερο επώδυνες τις περικοπές αλλά που θα λειτουργήσουν αντικυκλικά. Γύρω από αυτά τα αντίμετρα στήνει ο ΣΥΡΙΖΑ το παραμυθάκι της δημοσιονομικής ουδετερότητας. Το ΔΝΤ, ιδιαίτερα μετά τον εξευτελισμό του στην κρίση της Αργεντινής, προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα του αλλά και να διορθώσει τα προγράμματα του. Έτσι προσπάθησε να αμβλύνει τον βαθιά υφεσιακό (προ-κυκλικό) χαρακτήρα των προγραμμάτων του εισάγοντας στοχευμένες παρεμβάσεις. Στο νέο πλαίσιο παραμένουν τα οριζόντια μέτρα λιτότητας, οι ιδιωτικοποιήσεις και η περιστολή του δημόσιου τομέα αλλά συνδυάζονται με διακριτικές πολιτικές για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και (δευτερευόντως και ως φύλλο συκής) για την ακραία φτώχεια. Βέβαια, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μελέτες, τα προγράμματα του ΔΝΤ παρέμειναν βαθύτατα υφεσιακά, δηλαδή δεν είναι δημοσιονομικά ουδέτερα. Αυτό γιατί τα μέτρα λιτότητας (σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων) και η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα (που είναι ο βασικότερος πάροχος απασχόλησης) οδηγούν σε βαθιά ύφεση. Τα αντίμετρα δεν κατορθώνουν να την αποτρέψουν καθώς ο ιδιωτικός τομέας δεν αναλαμβάνει τον κίνδυνο επενδύσεων εν μέσω βαθιάς ύφεσης και η συνολική κατανάλωση των πλουσίων στρωμάτων πάντα υπολείπεται της αντίστοιχης των φτωχότερων στρωμάτων. Αντίστοιχα, στο μέτωπο της φτώχειας τα αντίμετρα δεν μειώνουν την φτώχεια αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, αμβλύνουν τις οξύτερες εκδηλώσεις της.

Υπό αυτό το πρίσμα το ΔΝΤ, προτείνει αντίμετρα όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια καθώς και για την επιχειρηματική δραστηριότητα (λες και η ελληνική ολιγαρχία πλήρωνε ποτέ φόρους). Τα αντιμέτρα αυτά είναι, πρώτον, βαθύτατα ταξικά και, δεύτερον, σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάλι αντιπροτείνει την μείωση του ΕΝΦΙΑ για τους μικροϊδιοκτήτες και του ΦΠΑ σε φάρμακα και ηλεκτρισμό προσπαθώντας να διασώσει κάτι από την λαϊκή απήχηση του.

Η όλη διαπραγμάτευση είναι μία καρικατούρα ακόμη και των τυπικών προγραμμάτων του ΔΝΤ γιατί ο στόχος της είναι καθαρά εισπρακτικός. Ο στόχος του νέου πακέτου μέτρων είναι η άμεση άντληση φορολογικών εσόδων και η μείωση δαπανών. Μόνο έτσι μπορεί να καλυφθεί το «χρηματοδοτικό κενό». Εάν τα νέα μέτρα λιτότητας υπεραποδώσουν τότε μπορεί να επιστραφούν κάποια ψίχουλα στους «πτωχούς ιθαγενείς». Σε κάθε περίπτωση, τα αντιμέτρα είναι σαφώς μικρότερα από τις περικοπές. Δεν θα είχε νόημα και αλλιώς.

Συνεπώς οι κυβερνητικές δηλώσεις περί δημοσιονομικής ουδετερότητας είναι συνειδητά και άθλια παραμύθια.

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

 

broken-euro

Πρόσφατα το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης (IEO) του ΔΝΤ κατόρθωσε, μετά πολλών βασάνων, να εκπονήσει την έκθεση αξιολόγησης των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής (ΠΟΠ) που εφάρμοσε ή εφαρμόζει ακόμη (στην περίπτωση της Ελλάδας) η τρόικα ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ σε χώρες της ευρωζώνης (ΕΖ).

Για την ακρίβεια, όσον αφορά την Ελλάδα, το ΙΕΟ εξετάζει μόνο το 1ο ΠΟΠ που επισήμως έχει θεωρηθεί ως αποτυχημένο, διακόπηκε πριν ολοκληρωθεί για να συνεχισθεί αμέσως με το 2ο ΠΟΠ και σήμερα με το 3ο που συνομολόγησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπώς αξιολογεί το περιεχόμενο και τις διαδικασίες εκπόνησης και εφαρμογής ενός προγράμματος που ρητά έπεσε έξω. Βέβαια, επί της ουσίας, το 2ο και το 3ο ΠΟΠ αποτελούν συνέχεια (με μη ουσιώδεις αναπροσαρμογές) της στρατηγικής και των μέτρων του 1ου. Και μόνον αυτό – δηλαδή να αξιολογείς ένα ρητά αποτυχημένο πρόγραμμα το οποίο συνεχίζεται μερικά τροποποιημένο και αφήνοντας στην άκρη την εξίσου αποτυχημένη εξέλιξη των διαδόχων του – αποτελεί καταφανή γελοιότητα.

Φυσικά αυτό προφανώς δεν διαφεύγει από τους έγκριτους αξιολογητές του ΙΕΟ ούτε από το ΔΝΤ που τους ανέθεσε το σχετικό πόνημα (επίσης προφανώς έναντι αδράς αμοιβής). Συνεπώς άλλος είναι ο στόχος του εν λόγω πονήματος και όχι η ουσιαστική συζήτηση για ένα πρόγραμμα που έχει καταστρέψει την χώρα μας και τον λαό της (και αντίστοιχα άλλες χώρες και λαούς).

H έκθεση του ΙΕΟ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων στην χώρα μας και στο εξωτερικό γύρω από αυτήν αποτελούν ένα κραυγαλέο υπόδειγμα θεσμικής υποκρισίας. Στόχος της έκθεσης δεν είναι η εξέταση του προβλήματος αλλά η δικαίωση κάποιων επιλογών, η εκ των υστέρων κριτική σε κάποιες άλλες και κυρίως το κέρδισμα πόντων του μεγάλου αφεντικού του ΔΝΤ (των ΗΠΑ) στην αντιπαράθεση τους με την ΕΕ. Κατ’ αντιστοιχία τα κόμματα της ελληνικής ολιγαρχίας (τυπικοί εκπρόσωποι της λογικής της που τρέχει πίσω από ξένους πάτρωνες και ταυτόχρονα η μία συμμορία της σκυλοκαβγαδίζει με την άλλη) ακολουθούν ασθμαίνοντα την αντιπαράθεση αυτή ρίχνοντας το ένα στο άλλο τις κοινές ευθύνες τους και προσπαθώντας το καθένα να πλασαριστεί σαν πιστός υπηρέτης του ισχυρότερου αφεντικού.

 

2C02B1DB7AC0EEE975740DE82C0D5115

 

 

 

 

Το ΔΝΤ, ο ρόλος του και οι ανταγωνισμοί στο εσωτερικό του

 

Για να κατανοηθεί καλύτερα η εν λόγω έκθεση και οι αντιπαραθέσεις γύρω από αυτήν χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις όσον αφορά το ΔΝΤ.

Πρώτον, το ΔΝΤ είναι ένας παγκόσμιος οργανισμός που εκφράζει τα συμφέροντα των κορυφών του ιμπεριαλιστικού συστήματος (μέσα από το οποίο οργανώνεται το διεθνές σύστημα του καπιταλισμού). Εδώ χρειάζεται μία υπόμνηση προς πολλούς «αριστερούς» κεϋνσιανούληδες και ιδιαίτερα προς αυτούς που αφενός καταγγέλλουν το σύστημα αυτό αλλά αφετέρου επαγγέλλονται την ανέφικτη μεταρρύθμιση του (και όπου όχι σπάνια το κάνουν με το οικονομικό και πολιτικό προσωπικό τους αζημίωτο). Το ΔΝΤ – έστω και χωρίς το bancor – ήταν έμπνευση του Κέυνς. Το πώς λειτούργησε και λειτουργεί – και που γι’ αυτό δικαιολογημένα έχει καταγραφεί στην δημόσια συζήτηση ως φόβητρο και αρχάγγελος καταστροφών – δεν είναι άσχετο με τις ιδέες του εμπνευστή του. Το ΔΝΤ λειτουργεί περίπου σαν εταιρεία όπου την διεύθυνση έχουν οι μεγάλοι μέτοχοι. Εν προκειμένω δηλαδή οι ΗΠΑ, δευτερευόντως η ΕΕ και ακολουθούν οι Νεο-αναδυόμενες Οικονομίες (ΝΑΟ). Μάλιστα, στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 και της συνακόλουθης κρίσης της ΕΖ, οι τελευταίες αύξησαν την συμμετοχή τους και η ΕΕ καθυστερούσε θρασύτατα να τους παραχωρήσει τις θέσεις που τους αναλογούσαν (και αντίστοιχα να μειώσει τις δικές της). Αυτός είναι ένας – μεταξύ άλλων – λόγος για τον οποίο εκπρόσωποι των ΝΑΟ έχουν κατά καιρούς αντιδράσει οξύτατα στα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ. Μέσα σε αυτό τον «εταιρικό» ιμπεριαλιστικό οργανισμό – όπως και τον δίδυμο του, την Παγκόσμια Τράπεζα –διαγκωνίζονται για τα συμφέροντα, τους ανταγωνισμούς και τις μεταξύ τους ισορροπίες οι βασικοί παίκτες του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Και φυσικά όλο αυτό το παιχνίδι γίνεται στις πλάτες λαών και χωρών. Το παιχνίδι αυτό έχει βέβαια και κανόνες. Έτσι την θέση του διευθύνοντος συμβούλου παίρνει συνήθως ένας ευρωπαίος αλλά της επιλογής των ΗΠΑ – όπως το αντίστροφο γίνεται στην Παγκόσμια Τράπεζα (ξανά όμως με την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ). Αξίζει να επισημανθεί άλλο ένα στοιχείο της λειτουργίας του ΔΝΤ. Όπως στις εταιρείες, στο διοικητικό του συμβούλιο οι συζητήσεις είναι πιο «πολιτικές», εκφράζοντας πιο «πλουραλιστικά» τις πλευρές και τις απόψεις του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος. Με άλλα λόγια, οι «μικρομέτοχοι» έχουν κάποιο λόγο. Αντίθετα, στο επίπεδο του προσωπικού και της διεύθυνσης αποτυπώνονται πολύ πιο αυστηρά οι επιλογές των κυρίαρχων «μετόχων». Αυτό στην περίπτωση των πρόσφατων ευρωπαϊκών προγραμμάτων έχει μία ιδιαίτερη σημασία καθώς μία σειρά κρίσιμες επιλογές και τροποποιήσεις κανονισμών ουσιαστικά πέρασαν «κάτω από το τραπέζι» (μέσω επιλογών του προσωπικού και της διεύθυνσης και παρακάμπτοντας, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία το διοικητικό συμβούλιο).

Δεύτερον, σε κάθε ιδιαίτερη ιστορική περίοδο το ΔΝΤ διαμορφώνει και εκφράζει την κυρίαρχη αστική προσέγγιση για την διεθνή οικονομία. Και φυσικά μέσα από αυτές αποτυπώνονται και οι ισορροπίες και οι συσχετισμού μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Έτσι στην τρέχουσα περίοδο ακολουθεί την λεγόμενη «Προσέγγιση της Ουάσιγκτον» και του διάδοχου της («μετα-Προσέγγιση της Ουάσιγκτον») [βλέπε «Μεταρρύθμιση, μεταρρύθμιση της μεταρρύθμισης ή αναπαλαίωση; Η Συναίνεση της Ουάσιγκτον και η κριτική της»]. Ουσιαστικά οι προσεγγίσεις αυτές – που επί της ουσίας δεν διαφέρουν – είναι ένα μίγμα ήπιου νεοφιλελευθερισμού (καθώς οι ιδεοληπτικές ακρότητες του τελευταίου είναι καλές για να στραβώνουν φοιτητές σε πανεπιστήμια και να τις παπαγαλίζουν πολιτικοί και αργυρώνητοι κονδυλοφόροι αλλά καταστροφικές σε επίπεδο πολιτικής) και του συντηρητικού Νέου Κεϋνσιανισμού (που καταλαβαίνει καλύτερα πότε το σύστημα πρέπει να βάλει και λίγο νερό στο κρασί του γιατί αλλιώς κινδυνεύει να ανατιναχθεί). Τόσο ο προηγούμενος (Ο.Μπλανσαρ) όσο και ο τωρινός (M.Ομπστφελντ) επιστημονικός διευθυντής του ΔΝΤ είναι τυπικοί εκπρόσωποι τους. Χονδρικά η προσέγγιση αυτή διευκολύνει την διεθνή οικονομική ισχύ και παρέμβαση των δυτικών ιμπεριαλισμών (και προνομιακά των ΗΠΑ) και εξαναγκάζει τις ατυχείς χώρες που πέφτουν στα δίχτυα του ΔΝΤ να αναπροσαρμοσθούν βιαίως ανάλογα. Τα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ ακολουθούν πιστά την λογική αυτή. Από την άλλη όμως, το ΔΝΤ όπως και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν είναι ιδεολόγοι. Αυτά είναι για τους «παπάδες» του συστήματος και για την κοινή γνώμη. Είναι πρακτικά προσανατολισμένοι σε προβλήματα, πολιτικές και συσχετισμούς. Γι’ αυτό και ποτέ τα προγράμματα του ΔΝΤ δεν διατυπώνουν με σαφήνεια την θεωρία και την αναλυτική δομή που κρύβεται πίσω τους. Αυτό είναι πασίγνωστο (μάλιστα η ίδια η έκθεση του ΙΕΟ και τα συνοδευτικά της κείμενα το αναφέρουν) αλλά εξίσου παραγνωρισμένο. Ο λόγος που αποκρύπτεται η θεωρητική βάση και η αναλυτική δομή – ενώ υπάρχουν – είναι διπλός. Κατ’ αρχήν δεν χρειάζεται να μπαίνουν ενδεχομένως απωθητικές ιδεολογικές ταμπέλες. Επιπλέον, επειδή συχνά-πυκνά χρειάζεται να γίνουν μικρο-ρυθμίσεις που δεν είναι συνεπείς με την θεωρία και την ανάλυση, η ρητή θεωρητική προσήλωση δεν είναι βολική.

Τρίτον, υπάρχει μία συστηματική προσπάθεια του ΔΝ – μετά ιδιαίτερα την αποτυχία της Αργεντινής – να κάνει λιγότερο απεχθή την εικόνα του. Ξεκινώντας με τον πολυπράγμονα Ντ.Στρως-Καν (και συνυπολογίζοντας τις πολιτικές φιλοδοξίες του) και συνεχίζοντας με την Κ.Λαγκάρντ το ΔΝΤ προσπαθεί να δείξει ότι έχει αλλάξει και δεν είναι στυγνά νεοσυντηρητικό και αντιλαϊκό. Η κίνηση αυτή βέβαια αποτελεί μία κραυγαλέα υποκρισία. Το ΔΝΤ παραμένει ένας βαθύτατα αντιλαϊκός ιμπεριαλιστικός οργανισμός. Στην ουσία τίποτα δεν έχει αλλάξει στο πολιτικο-οικονομικό παράδειγμα που διαμορφώνει και επιβάλλει. Οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει είναι είτε επειδή ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός είναι πρακτικά ατελέσφορος και συνεπώς πρέπει να μπολιασθεί με ελεγχόμενες δόσεις συντηρητικού Κεϋνσιανισμού (π.χ. η συζήτηση για αντι-κυκλικούς αυτόματους σταθεροποιητές της οικονομίας εφόσον η ύφεση που επιτείνουν τα προγράμματα του ΔΝΤ ξεφύγει από τον έλεγχο καθώς και η χρήση κεφαλαιακών περιορισμών [capital controls]) είτε είναι εντελώς διακοσμητικές και ανούσιες (π.χ. οι κλαυθμυρισμοί για τις εισοδηματικές ανισότητες και την ανάγκη πολιτικών κοινωνικής προστασίας).

Τέταρτον, στο ζήτημα της κρίσης της ΕΖ και της ΕΕ οι δύο βασικοί «μέτοχοι» του ΔΝΤ έχουν διαφορετικά και εν μέρει ανταγωνιστικά συμφέροντα. Το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8, καθώς στην αρχή εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ, πυροδότησε τις φιλοδοξίες του ευρω-ιερατείου για παγκόσμια ηγεμονία. Αυτό βέβαια πολύ σύντομα αποδείχθηκε φρούδα ελπίδα καθώς η κρίση πτωτικής τάσης της κερδοφορίας εκδηλώθηκε και στην ΕΕ. Ακολούθως, και μέσα στη εσπευσμένη εγκατάλειψη των νεοφιλελεύθερων συνταγών και την χρησιμοποίηση δεξιών Κεϋνσιανών πολιτικών (δηλαδή αντικυκλικής χαλαρής νομισματικής και επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής) από όλους τους μεγάλους πόλους του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (προεξαρχόντων των ΗΠΑ), η ΕΕ προσπάθησε να κάνει την «πονηρή» (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί»). Χρησιμοποίησε τέτοιες πολιτικές πολύ λιγότερο και για μικρότερο χρονικό διάστημα από τους υπόλοιπους εκτιμώντας ότι οι αντικυκλικές πολιτικές δεν λύνουν την κρίση υπερσυσσώρευσης αλλά απλά την ετεροχρονίζουν και την κάνουν οξύτερη. Αυτό είναι ορθό αλλά υπολόγιζε χωρίς τους ανταγωνιστές της, που δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν την ΕΕ να «πάρει κεφάλι» σε βάρος τους. Συγκεκριμένα, η ΕΕ στόχευε να εκμεταλλευθεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας κυρίως τα γερμανικά προϊόντα) και ταυτόχρονα να αποφύγει η ίδια το επώδυνο σπάσιμο τους. Έτσι όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου τότε η ΕΕ θα αναδεικνυόταν ως ο βασικός πυλώνας σταθερότητας του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος (και αντίστοιχα το ευρώ θα ενισχυόταν έναντι του δολαρίου στο ρόλο του ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα). Συμπληρωματικό στοιχείο της στρατηγικής αυτής είναι το «νοικοκύρεμα του οίκου» της, δηλαδή η ένταξη των ευάλωτων οικονομιών του ευρω-Νότου σε οικονομικούς ζουρλομανδύες. Απώτερη στόχευση της κίνησης αυτής είναι η μετατροπή της ευρω-περιφέρειας σε «τριτοκοσμική» ζώνη (δηλαδή οικονομίες φθηνών μισθών, περιουσιακών στοιχείων και χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης) που θα δίνει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στις πολυεθνικές εταιρείες της ΕΕ. Φυσικά τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν άφησαν την ΕΕ να παίξει το παιχνίδι αυτό και αντίθετα μάλιστα κατόρθωσαν η ΕΕ να είναι ο «μεγάλος ασθενής» της παγκόσμιας κρίσης (με σοβαρότατα δομικά προβλήματα, χαμηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης, οξύτατα προβλήματα χρέους και μόχλευσης κλπ.). Κεντρικό στοιχείο ιδιαίτερα της αμερικανικής αντίδρασης είναι η επιβολή ανάλογων με τις δικές τους χαλαρών πολιτικών στην ΕΕ (κυρίως με την μορφή της διαγραφής χρεών και της ποσοτικής χαλάρωσης μέσω της ΕΚΤ). Φυσικά κάτι τέτοιο θάβει τελεσίδικα τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της ΕΕ (βλέπε «Ευρωπαϊκή Ένωση: Ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση και κρίση»). Ιδιαίτερα στην περίπτωση των χωρών της ευρω-περιφέρειας και μάλιστα αυτών που μπήκαν σε ΠΟΠ οι ΗΠΑ πιέζουν συστηματικά για διαγραφή ή έστω αναδιάρθρωση του χρέους – φυσικά όχι από αλληλεγγύη στην ευρω-περιφέρεια αλλά για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Βέβαια, οι ΗΠΑ δεν έριξαν την πρόταση της διαγραφής ή αναδιάρθρωσης του χρέους από την αρχή στο τραπέζι – όπως επανειλημμένα επισημαίνεται και στην έκθεση και τα κείμενα του ΙΕΟ – καθώς τότε φοβόντουσαν τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν και οι ίδιες. Από την στιγμή όμως που κυρίως το ελληνικό χρέος πέρασε σε κρατικά χέρια της ΕΕ και θεώρησαν ότι η δική τους οικονομία ανοσοποιήθηκε εντελώς σε ενδεχόμενες επιπτώσεις του, ξαφνικά ανακάλυψαν ότι χωρίς κάποιας μορφής αναδιάρθρωση του χρέους τα ΠΟΠ δεν είναι ρεαλιστικά.

Πέμπτον, αποτέλεσμα αυτών των ισορροπιών μεταξύ των «μεγαλομετόχων» του ΔΝΤ είναι η συμμετοχή του τελευταίου στα ΠΟΠ της ΕΖ. Συγκεκριμένα, η ΕΕ αποφάσισε ότι πρέπει να συμμετέχει τον ΔΝΤ για δύο λόγους. Ο βασικός λόγος είναι πολιτικός: εφόσον ούτως ή άλλως οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν στην Ευρώπη τότε είναι προτιμότερο να εμπλακούν και θεσμικά και να γίνουν συνυπεύθυνοι παρά να παίζουν ανεξέλεγκτα από έξω. Ιδιαίτερα η δέσμευση κεφαλαίων του ΔΝΤ – δηλαδή και δικών τους χρημάτων – θεωρήθηκε ότι θα τους δέσμευε περισσότερο. Ο δεύτερος λόγος είναι τεχνικός: η ΕΕ χρειαζόταν κατεπειγόντως την τεχνική εμπειρία του ΔΝΤ καθώς η ίδια δεν διέθετε και καθώς αν το ΔΝΤ δεν συμμετείχε με δάνεια αλλά ήταν απλά τεχνικός σύμβουλος θα ήταν πιο ανεξέλεγκτο παίκτης. Από την άλλη και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να συμμετέχει το ΔΝΤ γιατί σε εκείνη την φάση δεν διακινδύνευαν να κάνουν ανεξέλεγκτες κινήσεις και επίσης προτιμούσαν να έχουν μία θεσμοποιημένη εμπλοκή στα ευρωπαϊκά πράγματα. Σήμερα όμως φαίνεται ότι πολλά από αυτά έχουν αλλάξει. Οι ΗΠΑ νιώθουν πιο σίγουρες και ταυτόχρονα πιο πιεσμένες να εκβιάσουν την ΕΕ. Έτσι το χαρτί της αναδιάρθρωσης χρέους ξαφνικά ανασύρθηκε και πετιέται ολοένα και πιο πιεστικά στο τραπέζι.

Τελευταίο σημείο. Οι ΝΑΟ είναι οι γκρινιάρηδες κομπάρσοι αλλά και ενδεχομένως οι ριγμένοι «μικρομέτοχοι» του παιχνιδιού αυτού μέσα στο ΔΝΤ. Ενώ έχουν αυξήσει την συμμετοχή τους στα κεφάλαια του ΔΝΤ, υπέστησαν την προσβολή της μη απόδοσης των ανάλογων διοικητικών θέσεων και ταυτόχρονα βλέπουν τεράστια κεφάλαια του ΔΝΤ να διακινδυνεύονται στο μπορντέλο της ΕΕ. Γι’ αυτό σε διάφορες φάσεις εκπρόσωποι των χωρών αυτών άσκησαν οξύτατη κριτική στα ΠΟΠ αι στους χειρισμούς του ΔΝΤ. Γι’ αυτό και πολλές κρίσιμες διαδικαστικές τροποποιήσεις (όπως η απάλυνση του κριτηρίου της βιωσιμότητας του χρέους της δανειζόμενης χώρας και ο συνυπολογισμός των «ευρύτερων συστημικών κινδύνων») και επιλογές πέρασαν «κάτω από το τραπέζι». Δηλαδή δεν συζητήθηκαν σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου αλλά αποφασίσθηκαν σε επίπεδο διεύθυνσης (πράγμα για το οποίο η έκθεση του ΙΕΟ κλαυθμηρίζει λελογισμένα εκ των υστέρων).

diagram

 

Η έκθεση του ΙΕΟ και τα συμπαρομαρτούμενα της

 

Κατ’ αρχήν πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι το IEO είναι τόσο ανεξάρτητο όσο και ο πάπας της Ρώμης κινέζος. Όπως όλοι σχεδόν αυτοί οι δήθεν ανεξάρτητοι οργανισμοί αποτελεί ένα φύλλο συκής για τον οργανισμό τον οποίο αξιολογεί. Συνεπώς τα πονήματα του προσπαθούν να αποκρυσταλλώνουν προσεκτικά τους συσχετισμούς δύναμης. Τους αποτυπώνουν προσεκτικά γιατί, όπως κάθε γραφειοκρατικός οργανισμός, πρέπει να προφυλάσσει την συνέχεια και την εσωτερική συνοχή του. Συνεπώς οι ανταγωνισμοί μπορεί να φθάνουν μέχρι ανακτορικά προνουντσιαμέντα αλλά δεν μπορεί να παίρνουν την μορφή εμφύλιων συρράξεων (εκτός οριακών καταστάσεων). Αντίστοιχα οι αξιολογητές τέτοιων οργανισμών σπάνια προβαίνουν σε αιχμηρές θέσεις καθώς κάτι τέτοιο θα τους στερούσε προνομιούχες θέσεις. ¨όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται και στην επιστημονική ποιότητα των σχετικών κειμένων που είναι επιεικώς αμφίβολη.

Η συγκεκριμένη έκθεση πλαισιώνεται από αρκετά κείμενα υποδομής (background papers) που εξετάζουν επιμέρους θέματα χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται εξ ολοκλήρου στην έκθεση. Παρουσιάσθηκε επίσης σε μία υψηλού επιπέδου συμβουλευτική επιτροπή (High Level Advisory Panel) που την έκανε κατά βάση αποδεκτή. Τέλος δόθηκε στην εσωτερική ιεραρχία του ΔΝΤ αλλά επέσυρε και τις αντιδράσεις της ΕΕ.

Επί της ουσίας τόσο η έκθεση όσο και τα κείμενα αυτά είναι τυπικά δείγματα βαθύτατα πληκτικής γραφειοκρατικής γραφής. Με εξαίρεση ελάχιστα κείμενα υποδομής – που παρεμπιπτόντως είναι υπερ-συντηρητικά – όλα χαρακτηρίζονται από την απουσία ενός στιβαρού επιχειρήματος και της συνακόλουθης τεκμηρίωσης της. Αντιθέτως, πλατειάζουν προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στα διαφορετικά συμφέροντα που υπάρχουν μέσα στο ΔΝΤ και να εκφράσουν κυρίως την κυρίαρχη άποψη (αυτή των ΗΠΑ) χωρίς όμως να θίξουν υπερβολικά τις άλλες πλευρές.

Πριν συζητήσουμε για την έκθεση αυτή καθ’ αυτή χρειάζεται να επισημανθεί ότι σε όλη την έκθεση και τα συμπαρομαρτούμενα της την τιμητική έχει το ελληνικό ΠΟΠ. Δικαιολογημένα άλλωστε καθώς αποτελεί την πιο κραυγαλέα αποτυχία της τρόικα.

Η έκθεση περισσότερο ασχολείται με μία σειρά διαδικαστικά ζητήματα (αν καλώς το ΔΝΤ ενεπλάκη στην κρίση της ΕΖ, αν τηρήθηκαν οι κανόνες του ΔΝΤ για τα προγράμματα, αν υπήρχε διαφάνεια στις διαδικασίες του ΔΝΤ, αν το ΔΝΤ ήταν ο «μικρός συνεταίρος» (junior partner) που σερνόταν πίσω από τις επιλογές της ΕΕ κλπ.) παρά με την ουσία του προγράμματος (αν είναι αποτελεσματικό). Πίσω από αυτή την ηθελημένα κοντόφθαλμη οπτική – που είχε προκαθορισθεί από την επιλογή να εξετασθεί μόνο το 1ο ΠΟΠ – κρύβεται η στόχευση της έκθεσης στο να παίξει ένα συγκρατημένο παιχνίδι θέσεων μέσα στους συσχετισμούς και τις ισορροπίες του ΔΝΤ αλλά και στους ανταγωνισμούς ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΟ (λελογισμένα προς όφελος των πρώτων).

Έτσι, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση κατ’ αρχήν γκρινιάζει για το ότι το ΙΕΟ δεν είχε πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία. Αυτό όμως είναι περισσότερο φύλλο συκής παρά κάτι ουσιαστικό. Ακολούθως, επισημαίνει ότι πολλές αποφάσεις ελήφθησαν σε επίπεδο διεύθυνσης και όχι διοικητικού συμβουλίου και καλεί σε μεγαλύτερη διαφάνεια και υποχρέωση λογοδοσίας για το μέλλον (ιδιαίτερα αναφέρεται στην απάλυνση του όρου για της βιωσιμότητα του χρέους και στην μετέπειτα σιωπηρή ελαστικοποίηση του). Αυτό είναι κυρίως για να διασκεδαστούν οι γκρίνιες των ΝΑΟ. Επίσης, ζητά λιγότερες πολιτικές επιρροές επάνω σε τεχνικές αποφάσεις για το μέλλον. Αυτό είναι ένα πάρθιο βέλος προς την ΕΕ καθώς έμμεσα δείχνεται, σε πολλά σημεία της έκθεσης και των συνοδευτικών κειμένων, ότι μία σειρά προβληματικές τεχνικές επιλογές (π.χ. καθυστερημένη αναδιάρθρωση του χρέους, πάρα πολλές δομικές μεταρρυθμίσεις) οφείλονται σε αυτή. Μάλιστα η σύνοψη των συμπερασμάτων της συμβουλευτικής Επιτροπής (High Level Advisory Panel) στην οποία παρουσιάσθηκε η έκθεση είναι ακόμη πιο επιθετική απέναντι στους Ευρωπαίους υποστηρίζοντας ότι η ισχυρή θέση τους μέσα στο ΔΝΤ επηρέασε πολιτικά τις επιλογές του τελευταίου στα ΠΟΠ. Ακόμη, γκρινιάζει για την αποτυχία του ΔΝΤ να προβλέψει την κρίση της ΕΖ. Φυσικά το κάνει μετριασμένα καθώς λέει ότι είχε μεν διαγνώσει τα αίτια αλλά δεν τα επεσήμανε δεόντως. Και βέβαια αποδίδει την «αβλεψία» αυτή σε κακό group thinking (που εμμέσως πλην σαφώς προέρχεται από την ΕΕ και την ιδέα ότι η ΕΖ δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών). Όμως, παρά τις γκρίνιες αυτές, η έκθεση εν τέλει αποφαίνεται ότι το ΔΝΤ δεν ήταν «μικρός» αλλά ισότιμος συνεταίρος της ΕΕ και επίσης ότι το ΔΝΤ αρίστευσε στην δράση του μέσα στα ΠΟΠ της ΕΖ (παρά κάποια μικροζητήματα). Συγκεφαλαιώνοντας, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση του ΙΕΟ χαϊδεύει ανούσια τους ΝΑΟ, ρίχνει κάμποσα πάρθια βέλη στην ΕΕ και παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ (που θέλουν τώρα να αυξήσουν την πίεση στην ΕΕ όσον αφορά το ζήτημα του χρέους και τη γενικότερη οικονομική πολιτική της τελευταίας).

Όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα των ΠΟΠ (δηλαδή την θεωρητική προσέγγιση, τον τεχνικό σχεδιασμό και τα αποτελέσματα τους) η έκθεση αφενός είναι βαθύτατα νεοσυντηρητική και αφετέρου επιδίδεται σε προσεγμένα μισόλογα (πάντα παίζοντας με ισορροπίες και συσχετισμούς).

Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνει τις γνωστές ανούσιες νεοσυντηρητικές διαγνώσεις της κρίσης (για την ελληνική περίπτωση βλέπε «Η ελληνική τραγωδία: ανταγωνιστικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης»). Η μόνη – ήδη γνωστή – πινελιά οικονομικής ετεροδοξίας που προσθέτει είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη ότι δεν μπορούσαν να υπάρξουν κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών στην ΕΖ (λόγω απότομων διακοπών (sudden stops) στην χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές) προέρχεται  από την προσκόλληση στη νεοκλασσική ποσοτική θεωρία του χρήματος (που κρυπτογραφικά παρουσιάζεται με το υπόδειγμα Meade για το πως αυτή υποτίθεται ότι λειτουργεί μέσα σε μία νομισματική ένωση). Αυτή η πινελιά συμπληρώνεται με αναφορές στην παραγνώριση του δεσμού μεταξύ κινδύνου χρεωκοπίας τραπεζών και χωρών, του κατακερματισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος ανά κράτη και στην ελλειπή γνώση του TARGET (δηλαδή του συστήματος πληρωμών της ΕΖ).

Κατά τα άλλα η ελληνική κρίση, τυπικά, αποδίδεται σε δημοσιονομικές υπερβάσεις και μάλιστα λόγω υπερβολικής αύξησης των μισθών. Φυσικά, αυτό που έπεται από αυτήν την νεοσυντηρητική ενσυνείδητη ανοησία είναι ότι η γενική κατεύθυνση των ΠΟΠ (δηλαδή η λιτότητα) είναι ορθή. Αυτό που κλαυθμηρίζεται είναι ότι αυτή έπρεπε να είχε γίνει πριν την κρίση (όταν τα οικονομικά δεδομένα ήταν καλύτερα και οι ρυθμοί μεγέθυνσης καλύτεροι). Βέβαια στην ελληνική περίπτωση – και όχι μόνον – αυτό είναι μία καταφανής ηλιθιότητα γιατί αν δεν υπήρχε η δημοσιονομική υπερεπέκταση της περιόδου εκείνης – που μπούκωσε με υπερκέρδη τον ιδιωτικό τομέα (βλέπε για παράδειγμα Ολυμπιάδα 2004) – τότε δεν θα υπήρχαν και αυτοί οι ρυθμοί μεγέθυνσης. Και φυσικά το ίδιο ισχύει και για την κυβέρνηση Καραμανλή και την πρώτη φάση της κρίσης.

Μία άλλη απαλή πινελιά που προστίθεται είναι ότι όταν η κρίση – στην ελληνική περίπτωση που έχει την τιμητική της – ξέφυγε δεν ενεργοποιήθηκαν αυτόματοι σταθεροποιητές (δηλαδή χαλαρότερη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική). Θα άξιζε να μας πουν οι εμβριθείς μελετητές του ΙΕΟ πως μπορεί αυτό να γίνει σε ένα προ-κυκλικό και εξαιρετικά εμπροσθοβαρές πρόγραμμα και με μία νομισματική πολιτική που καθορίζεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από την ΕΚΤ.

Από εκεί και πέρα η έκθεση επιδίδεται σε ατελείωτες κουτοπονηριές για το ζήτημα του κουρέματος του ελληνικού χρέους. Ενώ αναγνωρίζει ότι χωρίς αυτό το ΠΟΠ γινόταν εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό από την άλλη – και ενώ ρίχνει έμμεσα ευθύνες στην ΕΕ που ρητά δεν το ήθελε – εν τέλει αναγνωρίζει ότι όλοι (και οι ΗΠΑ) συμφώνησαν στο να μην υπάρξει. Επίσης δεν λέει λέξη για την γελοιότητα της αναδιάρθρωσης (PSI) που ενώ ξελάσπωσε ουσιαστικά τους ιδιώτες δανειστές (μεταφέροντας τα δάνεια στα κράτη της ΕΕ) ταυτόχρονα γονάτισε την ελληνική οικονομία (ξεπατώνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες αλλά και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα) με μηδαμινό καθαρό αποτέλεσμα από το κούρεμα αυτό καθ’ αυτό (όπως καταγράφηκε στον αμέσως επακολουθήσαντα προϋπολογισμό). Το μόνο που μηρυκάζει η έκθεση είναι ότι το ΔΝΤ, εφόσον συμφώνησε αρχικά να μην γίνει αναδιάρθρωση χρέους, θα έπρεπε να πιέσει αργότερα για να γίνει ενωρίτερα από ότι τελικά έγινε. Και μόνη η διατύπωση δηλώνει την υποκρισία του επιχειρήματος. Πίσω από αυτές τις κουτοπονηριές η έκθεση παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ που τώρα – αλλά όχι τότε – θέλουν να εκβιάσουν την ΕΕ στο ζήτημα του χρέους.

Η έκθεση είναι πιο διεξοδική στο ότι ιδιαίτερα το ελληνικό ΠΟΠ είναι υπεραισιόδοξες προβλέψεις και ήταν αρκετά ανελαστικό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται το ζήτημα της υποτίμησης των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών καθώς και της καθυστερημένης αναθεώρησης των στόχων (μόνο στην 5η αξιολόγηση το 2011). Το ερώτημα είναι οι ειδήμονες του ΔΝΤ (την τεχνική επάρκεια των οποίων η έκθεση επαινεί σε πάμπολλα σημεία) δεν έβλεπαν ενωρίτερα αυτό που ήταν καταφανές; Προφανώς ναι, αλλά οι πολιτικές επιλογές (και του ΔΝΤ) ήταν διαφορετικές τότε. Γι’ αυτό και ακόμη και στην έκθεση λέγεται ότι η αρχική εκκίνηση του ΠΟΠ ήταν εντυπωσιακά επιτυχής αλλά στην συνέχεια – για όχι ιδιαίτερα ευκρινείς λόγους – κόλλησε στην λάσπη. Και εδώ αρχίζει το πέταγμα της ευθύνης στην ΕΕ και στο ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα που δεν ήταν επαρκώς αιμοβόρο στην εφαρμογή του προγράμματος (αυτό κατ΄ ευφημισμόν λέγεται «ιδιοκτησία του προγράμματος»).

Η έκθεση, μεταξύ άλλων, έχει μία ενδιαφέρουσα γκρίνια του ΔΝΤ ότι η ΕΕ είναι αυτή που επέβαλλε μία πολύ μεγάλη, πολύ λεπτομερή και μη-ρεαλιστική λίστα προαπαιτούμενων στην Ελλάδα και ότι το ΔΝΤ θα προτιμούσε κάτι πιο λιτό και ταυτόχρονα πιο λειτουργικό (καθώς υποστηρίζεται ότι ο μεγάλος αριθμός μέτρων μπέρδευε). Μάλλον πρόκειται για άλλο ένα φύλλο συκής του ΔΝΤ. Από την μία γκρινιάζει για «ανεπαρκή ιδιοκτησία» του προγράμματος (που πως αλλιώς θα αντιμετωπισθεί αν όχι με λεπτομερή δέσμευση και εποπτεία) και ρίχνει ευθύνες στην ελληνική ολιγαρχία. Αφετέρου το ΔΝΤ – στα πλαίσια της πρόσφατης προσπάθειας ανακαίνισης της εικόνας του -δοκιμάζει να βγάλει από επάνω του το άγος των αντιλαϊκών πολιτικών και της προ-κυκλικότητας (που ως γνωστόν περνούν κατ’ εξοχήν μέσω των προαπαιτουμένων [conditionality] των προγραμμάτων του).

Εν παρόδω – για να ευλογήσει τα γένια του ΔΝΤ αλλά ταυτόχρονα επιτείνοντας το ερώτημα του γιατί δεν έκανε κάτι στα επόμενα ελληνικά ΠΟΠ – η έκθεση επικαλείται ότι ήδη από το 2013 σχετική εμπιστευτική εσωτερική αξιολόγηση του ΔΝΤ είχε αναγνωρίσει τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα προβλήματα (και ότι η ΕΕ είχε αντιδράσει άκομψα).

Τελικά, η έκθεση ενώ βγάζει ως επιτυχημένα τα ΠΟΠ της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αποφαίνεται σεμνά και βιαστικά ότι «δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο» για το ελληνικό πρόγραμμα. Κοινώς η έκθεση ώδινεν όρος και έτεκεν μυν.

thessaly2

 

 

 

 

 

 

Ο σκυλοκαβγάς της ελληνικής ολιγαρχίας και των κομμάτων της

 

Αν η έκθεση του ΙΕΟ αποτελεί ένα υπόδειγμα υποκρισίας και ίντριγκας μέσα σε ένα από τα βασικά ανάκτορα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, η διαχείριση της από την ελληνική αστική τάξη και τα κόμματα της δεν υπολείπεται σε υποκρισία. Μόνο που πρόκειται για την υποκρισία και τους σκυλοκαβγάδες των παρακατιανών των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων που τσακώνονται για κάποιο κόκκαλο που θα παραπέσει από το τραπέζι των αφεντικών.

Πρακτικά η ελληνική αστική τάξη είναι σε ένα από τα χειρότερα σημεία της ιστορίας της. Από την στιγμή που η ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» της που θα την αναβάθμιζε μέσα στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα μετατράπηκε σε καταστροφή για την χώρα (όπως και οι προηγούμενες «μεγάλες ιδέες» της), προσπαθεί να σώσει το τομάρι της θυσιάζοντας τον λαό αυτής της χώρας. Συναίνεσε στα ΠΟΠ θεωρώντας ότι μπορεί να έχασε την ευκαιρία της αναβάθμισης (και να μετατράπηκε σε καπιταλισμό υπό εποπτεία, δηλαδή να υποβαθμίζεται στον διεθνή καταμερισμό εργασίας) αλλά τουλάχιστον θα σώσει τον εαυτό της θυσιάζοντας τους εργαζόμενους της Ελλάδας. Όμως, καθώς τα ΠΟΠ καρκινοβατούν, οι ξένοι πάτρωνες (που βλέπουν τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα να κινδυνεύουν) απαιτούν να συμμετάσχει πλέον στα κόστη και η ελληνική ολιγαρχία. Έτσι, έχει χάσει πλέον την κορωνίδα της (τις τράπεζες). Έχει επίσης η ίδια, ήδη από πριν την κρίση (λόγω λαιμαργίας, εθισμού στις σίγουρες «αρπαχτές» και απαρέσκειες σε επίφοβες δεσμεύσεις), αδυνατίσει την μεταποίηση και τον πρωτογενή τομέα. Αργά αλλά σταθερά χάνει έδαφος και στην υποτιθέμενη «νέα βαριά βιομηχανία», τον τουρισμό (και την ελπίδα της να γίνουμε μία χώρα γεμάτη ξενοδοχεία με έλληνες ξενοδόχους που τρέφονται από ενισχύσεις του δημοσίου και της ΕΕ, ξένους τουρίστες και του έλληνες εργαζόμενους σαν «ευλύγιστα», κακοπληρωμένα και ανασφάλιστα γκαρσόνια). Ακόμη και το ιερό δισκοπότηρο της, η χρυσοπληρωμένη και μονίμως φοροδιαφεύγουσα ναυτιλία (με τα βασικά της πόδια και χρήματα στο εξωτερικό και χρησιμοποιούσα την Ελλάδα κυρίως σαν πολιτικό απάγκιο), καλείται να κάνει το αδιανόητο για τους «καπετάνιους» της: να περάσει από το ταμείο.

Μέσα σ’ αυτή την ζοφερή κατάσταση η ελληνική αστική τάξη προσπαθεί να διασώσει το τομάρι της γλύφοντας τους ξένους πάτρωνες και αλληλοσπαρασσόμενη στο εσωτερικό της. Και πάντα βέβαια επιδιώκοντας να φορτώσει την ζημιά στους εργαζόμενους. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το πρόγραμμα προσαρμογής είναι εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό. Ταυτόχρονα όμως δεν διανοείται να πάει κόντρα στις επιλογές των ξένων πατρώνων. Προτιμά να παίζει σε κάποιες από τις μεταξύ τους αντιθέσεις (πάντα σεμνά μήπως και της θυμώσουν). Έτσι στον εντεινόμενο ανταγωνισμό ΗΠΑ και ΕΕ κοιτάζει δίβουλη μία από την μία και μία από την άλλη προσπαθώντας να διασώσει τα συμφέροντα της. Θα ήθελε μία χαλάρωση των φιλόδοξων στόχων του προγράμματος και μία αναδιάρθρωση του χρέους καθώς αυτά θα απάλυναν την πίεση να πληρώσει και αυτή για την κρίση. Ταυτόχρονα όμως φοβάται να εκφρασθεί ανοικτά υπέρ της αμερικανικής πλευράς καθώς κάτι τέτοιο θα θύμωνε την Γερμανία. Από την άλλη τρέμει αρκετές από τις δομικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί το ΔΝΤ. Φυσικά όχι αυτές που φορτώνουν βάρη στις πλάτες της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, αλλά εκείνες που σπάνε θεσμικά προνόμια της και ιδιαίτερα το σύστημα της διαπλοκής (κράτος – τράπεζες – επιχειρήσεις) που οχύρωνε και ευνοούσε τους έλληνες καπιταλιστές έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους.

Μέσα σ’ αυτό το ασαφές πλαίσιο κινούνται και οι πολιτικοί υπάλληλοι της ελληνικής ολιγαρχίας.

Ο νεο-μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ χοροπηδά ότι η νεοφιλελεύθερη και άκρως αντιλαϊκή έκθεση του Γραφείου τον δικαιώνει και ότι τώρα πρέπει να υπάρξει κάποια ελεημοσύνη στο ζήτημα του χρέους, υπονοώντας ότι για χάρη της μπορεί να περάσει το νέο κύμα αντιλαϊκών αλλαγών που απαιτεί η τρόικα. Επίσης δοκιμάζει να ξαναφορέσει λίγο την αντι-μνημονιακή λεοντή καταγγέλλοντας ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για τυφλή αποδοχή των ΠΟΠ. Φυσικά κρύβοντας ότι ο ίδιος έχει υπογράψει τα προγράμματα αυτά και αποδεικνύεται σε έναν από τους πιο πειθήνιους και βολικούς διαχειριστές τους. Επίσης ξεχνώντας ότι η έκθεση και το ΔΝΤ επιμένουν περισσότερο απ’ όλους σε βάρβαρες – ιδιαίτερα για τα λαϊκά στρώματα – δομικές μεταρρυθμίσεις. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζει να χρησιμοποιήσει την έκθεση του ΙΕΟ σαν δική του αντι-μνημονιακή λεοντή στο εσωτερικό αν και η έκθεση είναι μνημονιακή με την βαθύτερη έννοια του όρου. Επίσης, γνέφει φιλικά προς τις ΗΠΑ – από τις οποίες εξαρτάται με πολυποίκιλους δεσμούς – ελπίζοντας σε κάποια βοήθεια στο ζήτημα του χρέους και στην αμφίβολη δική του πολιτική επιβίωση. Δεν κάνει όμως την έκθεση και σημαία στα όργανα της ΕΕ γιατί κάτι τέτοιο θα θύμωνε την τελευταία.

Από την άλλη η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (και ανάλογα οι λοιποί συνοδοιπόροι του ευρω-νενεκισμού) ποιούν τη νήσσα καθώς η έκθεση δείχνει ότι οι κυβερνήσεις τους σύρθηκαν πειθήνια στα κελεύσματα των ξένων πατρώνων χωρίς να διαπραγματεύονται ούτε αμελητέα ζητήματα. Και αντίθετα φωνασκούν για τις υπαρκτές ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ (με τους τυχοδιωκτισμούς του) στην επιδείνωση της οικονομίας και για το 3ο ΠΟΠ. Ιδιαίτερα η ΝΔ προσπαθεί να αναδείξει τον εαυτό της σαν τον πιο συνεπή και αξιόπιστο διαχειριστή των όποιων επιλογών κάνουν οι ξένοι πάτρωνες.

Ο ελληνικός λαός δεν έχει να κερδίσει τίποτα από όλους αυτούς τους σκυλοκαβγάδες τόσο των ξένων πατρώνων όσο και της ελληνικής ολιγαρχίας. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου περνά μέσα από την αποδέσμευση από την ΕΕ.


Αναδημοσιευμένο

(1) στο site του Μ.Ιγνατίου:

http://mignatiou.com/2016/08/h-ekthesi-tou-grafiou-axiologisis-tou-dnt-ipodigma-pollaplis-thesmikis-ipokrisias/

H έκθεση του Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

(2) στην Pandiera.gr

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

3) στον ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

http://www.ergatikosagwnas.gr/arthra/economy/1094-ena-ypodeigma-pollaplis-thesmikis-ypokrisias

Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

4) στην ιστοσελίδα της ΠΕΝΕΝ

http://penen.gr/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/item/2842-h-%CE%AD%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%BD%CF%84-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση – ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ νο.1 – σύνδεσμοι

Στους ακόλουθους συνδέσμους μπορεί να διαβαστεί το κείμενο μου με θέμα «Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση»

Η «χρηματιστικοποίηση», η μετατροπή της εργασίας σε κεφάλαιο και η ελληνική περίπτωση

https://www.academia.edu/25910959/%CE%97_%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%83%CE%B5_%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7

 

https://www.researchgate.net/publication/303814106_E_chrematistikopoiese_e_metatrope_tes_ergasias_se_kephalaio_kai_e_ellenike_periptose

 

https://www.scribd.com/document/322265564/%CE%97-%CE%A7%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%B7-%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE-%CE%A4%CE%B7%CF%82-%CE%95%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%A3%CE%B5-%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%9A%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%A4%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

 

Παρέμβαση στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων 19-4-2015

Παρέμβαση στην εκπομπή του Γ.Γκόντζου «Εκτός των Τειχών» στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων 19-4-2015 με θέμα την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ελληνική κρίση και την αποδέσμευση από την ΕΕ

 

Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βερολίνου 16/4/2016, 18:00: «Η Πολιτική Οικονομία των εναλλακτικών στρατηγικών στο μνημόνιο»

Αφίσα_Εκδήλωσης_OXI

Η «Κίνηση για το ΟΧΙ μέχρι το τέλος των μνημονίων» σε συνεργασία με την Ελληνική Κοινότητα Βερολίνου διοργανώνει εκδήλωση με θέμα «Η Πολιτική Οικονομία των εναλλακτικών στρατηγικών στο μνημόνιο».

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016, 18:00 στο Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βερολίνου, Mittelstr. 33

Ομιλητές:

  • Σταύρος Μαυρουδέας, καθ. Πολ. Οικον. Πανεπιστημίου Μακεδονίας
  • Κώστας Παπουλής, Μέλος του Πολ. Συμβ. του Σχεδίου Β’, Συντονιστής της Οικονομικής Επιτροπής

 

Υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές για την Ελλάδα από τα μνημόνια;
Εντός ή εκτός ΕΕ/Ευρωζώνης;
Σε διαπραγμάτευση ή ρήξη με την ΕΕ και τους δανειστές;
Μπορεί η Ελλάδα να τα καταφέρει εκτός ΕΕ/Ευρωζώνης;
Πόση θα ήταν η υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος σε περίπτωση εξόδου από την Ευρωζώνη;
Τί μπορεί να γίνει με το χρέος, τα κόκκινα δάνεια, και τις τράπεζες;
Τί μπορούμε να παράγουμε και πώς;
Πώς μπορεί να ξαναέρθει η πολυπόθητη ανάπτυξη και τί ανάπτυξη θα είναι αυτή;
Τί είδους οικονομικές και εμπορικές σχέσεις και με ποιές χώρες μπορεί να έχει η Ελλάδα εκτός ΕΕ/Ευρωζώνης, και τί τέτοιες σχέσεις έχει σήμερα;
Τί σημαίνει «ανταγωνιστικότητα» εντός και εκτός της ΕΕ, και πώς μπορεί η Ελλάδα να είναι «ανταγωνιστική» στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία;

 

Το powerpoint της ομιλίας μου βρίσκεται στον παρακάτω σύνδεσμο:

 

Ο I.I.Rubin, η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και το χρήμα ή γιατί οι εργασιακές αξίες δεν ταυτίζονται αδιαμεσολάβητα με το χρήμα

 

Ο I.I.Rubin, η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας και το χρήμα

ή

γιατί οι εργασιακές αξίες δεν ταυτίζονται αδιαμεσολάβητα με το χρήμα

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας αποτελεί την καρδιά της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας και το βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί τα εργαλεία και την ανάλυση της από τις άλλες οικονομικές θεωρίες. Η βασική της θέση είναι ότι το καπιταλιστικό σύστημα συγκροτείται από διακριτές αλλά και συνδεόμενες σφαίρες: την παραγωγή, την κυκλοφορία και την διανομή (συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου). Η σφαίρα της παραγωγής είναι θεμελιακή καθώς καθορίζει τις υπόλοιπες αλλά ταυτόχρονα μεταξύ των σφαιρών αυτών υπάρχουν σχέσεις ανάδρασης (βλέπε Fine & Harris (1979)). Στο καπιταλιστικό σύστημα η παραγωγή οργανώνεται από ιδιωτικές επιχειρήσεις (ατομικά κεφάλαια) που το καθένα χαράζει την δική του πορεία με βάση τα ιδιοτελή συμφέροντα του. Η «χαοτική» αυτή οικονομία συντονίζεται και γίνεται ενιαίο σύνολο στη σφαίρα της κυκλοφορίας που οργανώνεται μέσω του μηχανισμού της αγοράς (εμπορευματική ανταλλαγή). Στη σφαίρα της κυκλοφορίας όλα τα ανεξάρτητα παραγόμενα προϊόντα μετατρέπονται σε εμπορεύματα που αντιμετωπίζουν το ένα το άλλο (μέσω του ενδοκλαδικού και του διακλαδικού ανταγωνισμού). Στη σφαίρα της κυκλοφορίας κάθε εμπόρευμα αποκτά μία «τιμή» (δηλαδή μία αναλογία στην οποία ανταλλάσσεται με άλλα εμπορεύματα). Η τιμή αυτή εν τέλει είναι χρηματική τιμή (δηλαδή αποτίμηση στο νόμισμα, δηλαδή το γενικό ισοδύναμο όλων των εμπορευμάτων κατά τον Marx), αν και στα πρώτα βήματα ή σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να είναι και μία αναλογία αντιπραγματισμού. Συνεπώς, στη σφαίρα της κυκλοφορίας συγκροτείται το σύστημα των τιμών. Ο Μαρξισμός και η Εργασιακή Θεωρία της Αφηρημένης Εργασίας (δηλαδή η ειδική εκδοχή Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας που πρότεινε ο Marx) υποστηρίζει ότι το σύστημα των τιμών δεν είναι αυτοκαθοριζόμενο, όπως υποστηρίζουν τα Ορθόδοξα Οικονομικά (νεοκλασικά και κεϋνσιανά). Αντιθέτως, το σύστημα των τιμών (δηλαδή τα δεδομένα της σφαίρας της κυκλοφορίας) καθορίζονται από την θεμελιακή σφαίρα της οικονομίας (δηλαδή από τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής). Ο Μαρξισμός υποστηρίζει ότι ο βασικός δημιουργός του πλούτου είναι η ανθρώπινη εργασία. Δηλαδή η ανθρώπινη δράση είναι υπέρτερη και δεν εξισώνεται με τεχνικούς παράγοντες (π.χ. τεχνολογία, γη) όπως υποστηρίζει η θεωρία των παραγωγικών συντελεστών των Ορθόδοξων Οικονομικών. Συνεπώς, τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής είναι ο χρόνος εργασίας που ξοδεύεται για να κατασκευασθούν τα διάφορα προϊόντα. Αυτά ονομάζονται εργασιακές αξίες. Ο Μαρξισμός και η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας υποστηρίζουν ότι το σύστημα των αξιών καθορίζει το σύστημα των τιμών (και συνεπώς τα δεδομένα της σφαίρας της παραγωγής καθορίζουν τα δεδομένα της σφαίρας της κυκλοφορίας). Αυτή η διαδικασία προσδιορισμού είναι μία σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία όπου οι αξίες μετασχηματίζονται σε τιμές παραγωγής και εντέλει σε τιμές αγοράς (που στην πλήρη και πιο αναπτυγμένη μορφή τους είναι χρηματικές τιμές).

Αυτή η διαδικασία προσδιορισμού και οι αναλυτικές και τεχνικές πλευρές της έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιπαράθεσης τόσο μεταξύ του Μαρξισμού και των άλλων οικονομικών ρευμάτων όσο και μέσα στους κόλπους του Μαρξισμού. Ιδιαίτερα το διαβόητο μη-πρόβλημα του μετασχηματισμού βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης αυτής.

Δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να αναλύσει την διαδρομή και τις πολυποίκιλες συζητήσεις της εργασιακής Θεωρίας της Αξίας (για μία αναλυτική επισκόπηση βλέπε Μαυρουδέας (1998)). Αντικείμενο του είναι να εξετάσει μία συγκεκριμένη άποψη μέσα στην Μαρξιστική ανάλυση που ταυτίζει την εργασιακή αξία με το χρήμα και που συνήθως αποδίδει εσφαλμένα την πατρότητα της ιδέας αυτής σε ένα σημαντικότατο Μαρξιστή Σοβιετικό οικονομολόγο τον Isaac Ilich Rubin. Ο τελευταίος πρότεινε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία της αξιακής θεωρίας της αφηρημένης εργασίας που συνδύαζε το τεχνικό και το κοινωνικό στοιχείο στον προσδιορισμό της τελευταίας.

Στη δεκαετία του 1970 η συζήτηση για την Εργασιακή Θεωρία της Αξίας σημαδεύθηκε από την Σραφφιανή απάντηση στο λεγόμενο «πρόβλημα του μετασχηματισμού». Η τελευταία ξεκινούσε από τα φυσικά δεδομένα της παραγωγής και συγκροτούσε ένα μοντέλο ισορροπίας εξισώσεων εισροών – εκροών όπου η σχέση των τιμών με τα φυσικά μεγέθη ήταν εντελώς ανεξάρτητη από τις αξίες. Αυτή η έμφαση στα τεχνικά χαρακτηριστικά της παραγωγής έκανε την κατηγορία «αξία» σχεδόν περιττή. Εύλογα, οι Μαρξιστικές απαντήσεις στην Σραφφιανή πρόκληση επικεντρώθηκαν στην αφηρημένη εργασία, σαν την έννοια που διαφοροποιεί τον Marx από την ρικαρδιανή θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας. Οι περισσότερες από τις απαντήσεις αυτές προσπερνούσαν το τεχνικιστικό και στατικό Σραφφιανό πλαίσιο και στόχευαν στην συγκρότηση ενός κοινωνικού παραδείγματος. Ο στόχος αυτός εμπεριέχει μία κρίσιμη ερώτηση: με ποιο τρόπο εκφράζεται η αφηρημένη εργασία στην πραγματικότητα; Οι Μαρξιστικές απαντήσεις συνδυάζουν το τεχνικό και το κοινωνικό στοιχείο με ένα συγκροτημένο και ιεραρχημένο τρόπο. Σ’ αυτό βοήθησε καθοριστικά το έργο του Rubin που δημοσιεύθηκε με καθυστέρηση στη Δύση στη δεκαετία του 1970.

Όμως, ορισμένες προσεγγίσεις οδηγήθηκαν στην άκριτη έμφαση στην κοινωνική διάσταση με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο άλλο άκρο από τον σραφφιανό τεχνικισμό. Έτσι, αναζήτησαν εσφαλμένα έναν άμεσο και αδιαμεσολάβητο αντιπρόσωπο της αφηρημένης εργασίας στο χρήμα. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι είναι η λεγόμενη «σχολή Rubin» (Benetti-Berthomieu-Cartelier (1975), Benetti (1974), Cartelier (1976) και De Vroey (1982)) και η «Νέα Λύση» (ή «Νέα Ερμηνεία») στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού (Dumenil G. [(1980), (1983-84), Foley D. (1982)). Το κοινό τους στοιχείο είναι η αναγνώριση του χρήματος ως της άμεσης και αποκλειστικής ενσάρκωσης της αφηρημένης εργασίας. Βέβαια η Νέα Λύση μέσω της αξίας του χρήματος κάνει πιο σύνθετη, λιγότερο χοντροκομμένη αλλά εξίσου εσφαλμένη την ταύτιση αυτή (βλέπε «Απεικόνιση της Αφηρημένης Εργασίας στο Χρήμα: Θεωρίες και Προβλήματα – Η περίπτωση της «Νέας Λύσης» στο Πρόβλημα του Μετασχηματισμού»).

Στον πρόλογο μιας παλιάς μετάφρασης μου των διαλέξεων του Rubin στο σοβιετικό Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών (Μαυρουδέας (1993)) είχα δείξει τα ακόλουθα:

Η «σχολή Rubin» αποσκοπεί στην συγκρότηση ενός κοινωνικού υποδείγματος, σε αντιπαράθεση τόσο με τον Σραφφιανο τεχνικισμο όσο και με θεωρήσεις όπως αυτές των Dobb και Meek. Αυτό το κοινωνικό παράδειγμα βασίζεται στην θεωρία της αφηρημένης εργασίας, εν αντιθέσει με την νεο-Ρικαρντιανη και Σραφφιανη έμφαση στην ενσωματωμένη εργασία. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εγκαλείται ως πηγή έμπνευσης και αναφοράς το έργο του Rubin. Το χρήμα θεωρείται ως αναπόσπαστο στοιχείο και ως η υλική έκφραση του μετασχηματισμού του ιδιωτικού σε κοινωνικό κεφάλαιο και ως η κοινωνική ενσάρκωση της αξίας-εν-διαδικασία (value-in-process). Ακολούθως υποστηρίζεται ότι μόνο διάμεσου της ανταλλαγής εμπορευμάτων με χρήμα αξιοποιείται (validated) η ιδιωτική εργασία και γίνεται αφηρημένη εργασία. Χαρακτηριστικό, κατά τους Benetti (1974) και Cartelier (1976) η αξία, αντί να συνδέεται με μια απλή ενσωμάτωση εργασίας – ένα αποκλειστικά και μόνον τεχνικό προτσές κατά την γνώμη τους – προκύπτει από αυτήν την αξιοποίηση της ιδιωτικής εργασίας μέσω της ανταλλαγής της με χρήμα.

Το θεμελιακό σφάλμα των απόψεων αυτών είναι ότι προσπαθώντας να αντιπαρέλθουν τις τεχνικιστικές και φυσικιστικές παρεκκλίσεις και να αποδώσουν την κοινωνική διάσταση καταλήγουν στην κυκλοφοριακή (circulationist) παρέκκλιση. Τα αίτια του σφάλματος τους είναι δυο. Αφενός αναζητούν μια άμεση, μη-διαμεσολαβούμενη ενσάρκωση της διάστασης αυτής, γεγονός που ουσιαστικά ισοπεδώνει, διαμελίζει και τελικά αναιρεί την ανάλυση της μορφής-αξίας. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της «έκφρασης της αξίας» (πχ. την αναπτυγμένη ή την χρηματική έκφραση) και της «μορφής της αξίας» (που αναφέρεται στις διαφορές θέσεις που παίρνουν τα εμπορεύματα μέσα στην έκφραση αύτη, πχ. σχετική και ισοδύναμη μορφή), απορρίπτοντας την ενιαία αντιμετώπιση τους από τον Marx ως μορφές της αξίας. Αφετέρου ανακαλύπτουν αύτη την ενσάρκωση της κοινωνικής διάστασης στο χρήμα, με αποτέλεσμα να αναιρούν την πρωτοκαθεδρία της παραγωγής και να κάνουν την αξία μια κατηγορία της σφαίρας της ανταλλαγής.

Οι θέσεις αυτές αντίκεινται στην Μαρξική θεωρία της αξίας. Κατά τον Marx, στην ανταλλαγή γίνεται ορατή η εσωτερική αντίθεση που ενυπάρχει μέσα στην παραγωγή καθ’ εαυτή, δηλαδή η αντίφαση μεταξύ των ιδιωτικών προτσές εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Η αντίθεση αύτη είναι εσωτερική στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας του καπιταλισμού ο όποιος εδράζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μεσών παραγωγής και την ιδιωτική (από την πλευρά της αστικής τάξης) ιδιοποίηση του προϊόντος (και του υπερπροϊόντος) της εργασίας. Γι’ αυτό άλλωστε η αξία – η οποία αποτελεί τον κεντρικό άξονα των κοινωνικών σχέσεων – δημιουργείται στην παραγωγή και ορίζεται πριν και ανεξάρτητα από το χρήμα. Με αύτη την έννοια ο Marx χρησιμοποιεί την Αξιακή θεωρία, στον 1ο Τόμο του «Κεφαλαίου» για να αναλύσει την σφαίρα της παραγωγής σε αφαίρεση από αυτές της ανταλλαγής και της διανομής. Φυσικά για τον Marx το χρήμα είναι αναπόσπαστο στοιχειό του καπιταλισμού, σε αντίθεση με την Κλασσική Πολιτική Οικονομία που τον αντιμετωπίζει ως ένα σύστημα αντιπραγματισμού. Όμως είναι μια δευτερεύουσα, προκύπτουσα και εξαρτημένη παράμετρος. Η ανταλλακτική ισοδυναμία μεταξύ των εμπορευμάτων προκύπτει πρώτα και κύρια από τον κοινό χαρακτήρα τους, δηλαδή το ότι είναι προϊόντα της εργασίας. Αυτό κάνει τα εμπορεύματα σύμμετρα καθ’ εαυτά. Το χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαμεσολαβούν την ισοδυναμία αύτη αλλά δεν είναι οι πρωταρχικοί προσδιοριστικοί παράγοντες. Το χρήμα δεν προηγείται του εμπορεύματος – στην γενετική του αναγκαιότητα και λειτουργία – αλλά γεννάται από την διαφοροποίηση μέσα στην εμπορευματική ανταλλαγή, όταν η τελευταία έχει αναπτυχτεί επαρκώς.

Αντίθετα, η αυτοαποκαλούμενη «σχολή Rubin» αντιστρέφει και τελικά αρνείται την Μαρξική προσέγγιση. Ξεκίνα σωστά απορρίπτοντας την θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας. Ακολούθως όμως σπάζει οποιοδήποτε δεσμό μεταξύ του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας και της συγκεκριμένης εργασίας που ξοδεύτηκε σε ένα ιδιαίτερο προτσές εργασίας και εκφράζεται σε ένα εμπόρευμα. Η εργασία θεωρείται ως η ουσία της αξίας στο γενικό επίπεδο (ως συνολική αφηρημένη εργασία) αλλά η σχέση μεταξύ των ιδιαίτερων, αυτόνομων προτσές παραγωγής και των εμπορευματικών αξίων (βασισμένων και διαμεσολαβούντων από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας και την συγκεκριμένη εργασία) υποτιμάται καθοριστικά. Συνεπώς η αποδοχή της σχέσης αυτής στο επίπεδο της κοινωνίας συνολικά ανοίγει τον δρόμο για την ανατροπή της στα επιμέρους, αυτόνομα τμήματα της: η εργατική δύναμη που ξοδεύτηκε σε όλα τα αυτόνομα προτσές εγκαθιστά την «συμμετρικότητα» (commensurability) των προϊόντων των προτσές αυτών γενικά. Το χρήμα θεωρείται ως ο αναγκαίος και επαρκής παράγοντας, η αληθινή ενσάρκωση της σχέσης αυτής. Στην συνεχεία το χρήμα εκτοπίζει τον χρόνο εργασίας ως βασικό προσδιοριστικό στο επίπεδο της ανταλλαγής των ιδιαίτερων εμπορευμάτων. Η αφηρημένη εργασία και η αξία γίνονται κατηγορίες της ανταλλαγής και μέτρο της αφηρημένης εργασίας θεωρείται το χρήμα. Κατά συνέπεια είναι πλέον το χρήμα το όποιο παρέχει ουσιαστικά αύτη την «συμμετρικότητα» (μέσω συνήθως μιας αμφίβολης σύνδεσης του στο συνολικό επίπεδο με την αφηρημένη εργασία γενικά) και αποτελεί το μέτρο της.

Τα σφάλματα αυτά οδήγησαν την «σχολή Rubin» στον κυκλοφορισμό (circulationism), δηλαδή στην προτεραιοποίηση της σφαίρας της κυκλοφορίας και στην υποβάθμιση της σφαίρας της παραγωγής μέσα στο συνολικό κύκλωμα του κεφαλαίου. Στη συνέχεια εγκατέλειψε εντελώς την θεωρία της αξίας σαν κάτι περιττό εφόσον υπάρχει το χρήμα.

Ο Rubin είχε ρητά διαχωριστεί από τις απόψεις αυτές. Σε πάμπολλα σημεία δηλώνει ότι μπορούμε να μελετήσουμε την αξία χωρίς να μελετήσουμε το χρήμα (πχ. Rubin (1978), σ.36). Επίσης καταδικάζει ρητά την θέση ότι η αξία δημιουργείται στην ανταλλαγή. Δολώνει πολύ καθαρά ότι «η αφηρημένη εργασία και η αξία δημιουργούνται ή «προέρχονται» (come about), «γίνονται» (become) στο προτσές της άμεσης παραγωγής (πιο συχνά ο Marx χρησιμοποιούσε την έκφραση ‘werden’ για το προτσές αυτό) και μόνο πραγματοποιούνται (realised) στο προτσές της ανταλλαγής» (Rubin (1978), σ.125). Επιπλέον απορρίπτει εξίσου ρητά την άποψη ότι το μέγεθος (το μέτρο) της αξίας μετράται από τις σχέσεις ανταλλαγείς αντί του χρόνου εργασίας (Rubin (1972), σ.154):

Από μια πρώτη ματιά μπορεί να φαινόταν ότι εάν η αφηρημένη εργασία είναι το αποτέλεσμα της κοινωνικής εξισοποίησης της εργασίας δια μέσου της εξισοποιησης των προϊόντων της εργασίας, το μόνο κριτήριο της ισότητας ή της ανισότητας των δυο δαπανών εργασίας είναι το γεγονός της ισότητας (ή ανισότητας) στο προτσές ανταλλαγής. Από αυτή την οπτική γωνία δεν μπορούμε να μιλάμε για ισότητα ή ανισότητα των δυο δαπανών εργασίας πριν την στιγμή της κοινωνικής εξισοποιησης τους μέσω του προτσές ανταλλαγής. Από την άλλη μεριά, εάν στο προτσές ανταλλαγής αυτές οι δαπάνες εργασίας είναι κοινωνικά εξισωμένες, θα πρέπει να τις θεωρήσουμε ως ίσες παρόλο ότι δεν είναι ίσες (για παράδειγμα, όσον αφορά τον αριθμό των ωρών εργασίας) στο προτσές της άμεσης παραγωγής… Μια τέτοια υπόθεση θα οδηγούσε σε λάθος συμπεράσματα. Μας αποστερεί το δικαίωμα να πούμε ότι στο προτσές ανταλλαγής ίσες ποσότητες εργασίας, και μερικές φορές πολύ άνισες ποσότητες… εξισώνονται κοινωνικά… Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι η κοινωνική εξισοποίηση της εργασίας στο προτσές ανταλλαγής επιτελείται σε απομόνωση εξάρτησης από ποσοτικές πλευρές οι όποιες χαρακτηρίζουν την εργασία στο προτσές άμεσης παραγωγής (για παράδειγμα, το μήκος, την ένταση, το μήκος της εκπαίδευσης για ένα δεδομένο επίπεδο ειδίκευσης κλπ.) και επομένως, η κοινωνική αξιοποίηση δεν θα είχε καμιά κανονικότητα εφόσον θα προσδιοριζόταν αποκλειστικά από τον αυθορμητισμό της αγοράς.

 

Βιβλιογραφία

Aglietta M. (1979), A Theory of Capitalist Regulation, NLB, London.

Benetti C.-Berthomieu C.-Cartelier J. (1975), Economie classique, economie vulgaire, Presses Universitaires de Grenoble-Maspero.

De Vroey M. (1981), ‘Value, Production and Exchange’ in Steedman, I.-Sweezy, P. (eds.) The Value Controversy, Verso, London.

Dumenil G. (1980), ‘De la valeur aux prix de production’, Economica.

Dumenil G. (1983‑84), ‘Beyond the transformation riddle: a labour theory of value’, Science & Society, vol.33, no.4.

Dumenil G. – Levy D. (2000), ‘Technology and Distribution: Historical Trajectories a la Marx’, CEPREMAP

Fine B. & Harris L. (1979), Rereading Capital, London: Macmillan.

Foley D. (1982), ‘The value of money, the value of labour-power and the Marxian transformation problem’, Review of Radical Political Economics, vol.14, no.2.

Foley D. (1986a), Money, Accumulation and Crisis, Harwood Academic, New York.

Foley D. (1986b), Understanding Capital, Harvard University Press, London.

Μαυρουδέας Στ. (1993), «Ο Ι.Ι.Rubin και η συνεισφορά του στη Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία», Θέσεις νο.44.

Μαυρουδέας Στ. (1998), «Η Εργασιακή Θεωρία της Αξίας: μία επισκόπηση», Ουτοπία νο.28.

Rubin I.I. (1972), Essays on Marx’s Theory of Value, Black Rose Books, New York.

Rubin I.I. (1978), ‘Abstract labour and value in Marx’s system’, Capital & Class, no.5.

 

———————————————

Ακολουθούν προς διευκόλυνση η μετάφραση μου της διάλεξης του Rubin στο Ινστιτούτο Κόκκινων Καθηγητών και ο προλογισμός μου σ’ αυτή.