Tag Archives: Μνημόνιο

Ο καραγκιόζ μπερντές της δεύτερης αξιολόγησης – Εφημερίδα των Συντακτών

Ο καραγκιόζ μπερντές της δεύτερης αξιολόγησης

Αλέξης Τσίπρας, Κυριάκος Μητσοτάκης

 

Εδώ και μήνες η χώρα «χορεύει» στο ρυθμό της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου στη σειρά των αποτυχημένων μνημονιακών προγραμμάτων που την έχουν καταστρέψει. Αντικείμενο της είναι η επιβολή ενός νέου πακέτου αντιλαϊκών μέτρων λιτότητας (περικοπές συντάξεων, διάλυση και ιδιωτικοποίηση ΔΕΗ, ακόμη μεγαλύτερος εργασιακός μεσαίωνας με απορρύθμιση των απολύσεων κλπ.) που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση την ελληνική οικονομία. Το πακέτο αυτό είναι αναγκαίο γιατί το μνημονιακό πρόγραμμα προσαρμογής επτά συναπτά χρόνια αποτυγχάνει συστηματικά και γι’ αυτό απαιτούνται διαρκείς παρεμβάσεις για την διάσωση του.

Η συνταγή της δημοσιονομικής λιτότητας που θα οδηγήσει σε ανάπτυξη –δηλαδή ότι ο ιδιωτικός τομέας θα υπερκαλύψει την συρρίκνωση του δημοσίου– αποδείχθηκε εντελώς αβάσιμη. Η ελληνική οικονομική ολιγαρχία έχει μάθει να αποκομίζει κέρδη με δημόσια λεφτά και ακίνδυνα. Γι’ αυτό δεν ρισκάρει να επενδύσει στο μνημονιακό υφεσιακό περιβάλλον αλλά μόνο αρπάζει κοψοχρονιά δημόσια φιλέτα.

Σύσσωμη η καθεστηκυία τάξη (φιλο-ΣΥΡΙΖΑ και αντι-ΣΥΡΙΖΑ) χοροπηδά, φωνασκεί και αλληλοκαθυβρίζεται για το γιατί δεν κλείνει η διαπραγμάτευση. Άλλωστε το κόστος της το πληρώνει ο εργαζόμενος λαός.

Σε αυτό το γελοίο θέατρο σκιών οι αντιμαχόμενοι καραγκιοζοπαίκτες κρύβουν συστηματικά τα πραγματικά επίδικα.

Η κυβέρνηση Τραμπ κινείται πολύ πιο μονομερώς και πιο επιθετικά έναντι της ΕΕ. Όχι μόνο το ΔΝΤ δεν έχει από το 2014 εκπληρώσει τις δικές του δανειακές υποχρεώσεις αλλά πλέον απειλεί ανοικτά με την αποχώρηση του από το πρόγραμμα. Οι ΗΠΑ πιέζουν στυγνά τον γερμανικό ιμπεριαλισμό ότι δεν θα συμμετέχουν οικονομικά και θα εκβιάζουν πολιτικά με νέα Brexit στο μαλακό νότιο υπογάστριο της γερμανικής ΕΕ εάν δεν υποκύψει στις γενικότερες απαιτήσεις τους. Γι’ αυτό η χρυσοπληρωμένη και ανίκανη γραφειοκρατία του ΔΝΤ – φοβούμενη για τις καρέκλες της – εγκαταλείπει την προηγουμένως συγκαταβατική στάση της έναντι της ΕΕ, υπονομεύει συστηματικά κάθε συμφωνία για τον «λογαριασμό» της αξιολόγησης και επαναφέρει συνεχώς την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (που ούτε θέλει να ακούσει η Γερμανία). Και γι’ αυτό τρενάρει την αξιολόγηση αλλάζοντας συνεχώς τις απαιτήσεις της.

Η Γερμανία προσπαθεί – εκμεταλλευόμενη τις ενδο-αμερικανικές διαμάχες – να δημιουργήσει τετελεσμένα και αν είναι δυνατόν να δεσμεύσει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα. Πολλές φορές τραβά τα πράγματα από τα μαλλιά με βλακώδεις κινήσεις που εντέλει επιδεινώνουν την θέση της. Θέλει τουλάχιστον μέχρι τις γερμανικές εκλογές (Σεπτέμβριος 2017) να αποφευχθεί μία πλήρης αποχώρηση του ΔΝΤ ή ακόμη και μία (πιθανότερη) δήλωση παραμονής του μόνο ως τεχνικού συμβούλου. Θέλει να κλείσει η αξιολόγηση αλλά καθώς δεν δεσμεύονται οι ΗΠΑ δεν μπορεί να υπολογίσει τον τελικό λογαριασμό που θα φορτωθεί στην Ελλάδα.

Ακριβώς επειδή τα δύο μεγάλα αφεντικά τσακώνονται γι΄αυτό δεν κλείνει και ο λογαριασμός της αξιολόγησης.

Ο καυγάς των αφεντικών οδηγεί στη σχιζοφρένεια τους νενέκους της ελληνικής ολιγαρχίας καθώς δεν ξέρουν που πρέπει να προσπέσουν. Βέβαια όλοι τρέμουν την κατάρρευση του μνημονιακού προγράμματος που θα δείξει στο λαό την απόλυτη γύμνια τους και θα διακινδυνεύσει τις καλά προστατευμένες περιουσίες τους. Έτσι ανέχονται αγόγγυστα ακόμη και την ρητή υπαγωγή του ελληνικού καπιταλισμού στην τελευταία από τις πολλαπλές ταχύτητες της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η μερίδα που εκφράζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, πίσω από το θέατρο της «σκληρής διαπραγμάτευσης», υπογράφει τα πάντα για να κλείσει η αντιλαϊκή αξιολόγηση. Το μόνο που διαπραγματεύεται είναι ο ετεροχρονισμός των μέτρων έτσι ώστε να μην πέσουν όλα μέσα στο επόμενο διάστημα για να μπορέσει να επιμηκύνει την παραμονή της στην κυβέρνηση και να φορτωθεί μέρος του κόστους η επόμενη κυβέρνηση. Άλλωστε το ίδιο έκαναν και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Η αντιπολιτευόμενη μερίδα συνυπογράφει επίσης οποιοδήποτε λογαριασμό φέρουν οι ξένοι πάτρωνες αλλά θέλει να εφαρμοσθεί άμεσα έτσι ώστε να τον χρεωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και να της αδειάσει την θέση στην κυβέρνηση μία ώρα αρχύτερα. Και κάποιοι κοντοτιέροι (π.χ. Στουρνάρας) ονειρεύονται χούντες τεχνοκρατών με τους εαυτούς τους επικεφαλής.

Αφήνοντας στην άκρη τον υποκριτικό σκυλοκαβγά των μερίδων της ελληνικής ολιγαρχίας, η αξιολόγηση που θα φορτώσει νέα δεινά στον ελληνικό λαό δεν κλείνει γιατί οι ξένοι πάτρωνες δεν τα βρίσκουν.

Αυτό το βρώμικο παιχνίδι έχει ημερομηνία λήξης. Περίπου στα τέλη Μαΐου πρέπει να υπάρξει κάποια λύση καθώς η Ελλάδα δεν μπορεί να αποπληρώσει τα περίπου 10,5 δισ. που λήγουν μέσα στο καλοκαίρι. Μέχρι τότε οι Γερμανοί πρέπει να αποφασίσουν αν μπορούν να συνεχίζουν να παίζουν καθυστέρηση ή θα σηκώσουν το ελληνικό πρόγραμμα μόνοι τους (μέσω του ESM όπως ήδη σχεδιάζεται) ή ακόμη και θα «εκτοξεύσουν» την Ελλάδα σε διπλό νόμισμα (φυσικά εξαρτημένο από το ευρώ).

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Αναδημοσιεύσεις

http://mignatiou.com/2017/04/o-karagkioz-berntes-tis-defteris-axiologisis/

Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βερολίνου 16/4/2016, 18:00: «Η Πολιτική Οικονομία των εναλλακτικών στρατηγικών στο μνημόνιο»

Αφίσα_Εκδήλωσης_OXI

Η «Κίνηση για το ΟΧΙ μέχρι το τέλος των μνημονίων» σε συνεργασία με την Ελληνική Κοινότητα Βερολίνου διοργανώνει εκδήλωση με θέμα «Η Πολιτική Οικονομία των εναλλακτικών στρατηγικών στο μνημόνιο».

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016, 18:00 στο Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βερολίνου, Mittelstr. 33

Ομιλητές:

  • Σταύρος Μαυρουδέας, καθ. Πολ. Οικον. Πανεπιστημίου Μακεδονίας
  • Κώστας Παπουλής, Μέλος του Πολ. Συμβ. του Σχεδίου Β’, Συντονιστής της Οικονομικής Επιτροπής

 

Υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές για την Ελλάδα από τα μνημόνια;
Εντός ή εκτός ΕΕ/Ευρωζώνης;
Σε διαπραγμάτευση ή ρήξη με την ΕΕ και τους δανειστές;
Μπορεί η Ελλάδα να τα καταφέρει εκτός ΕΕ/Ευρωζώνης;
Πόση θα ήταν η υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος σε περίπτωση εξόδου από την Ευρωζώνη;
Τί μπορεί να γίνει με το χρέος, τα κόκκινα δάνεια, και τις τράπεζες;
Τί μπορούμε να παράγουμε και πώς;
Πώς μπορεί να ξαναέρθει η πολυπόθητη ανάπτυξη και τί ανάπτυξη θα είναι αυτή;
Τί είδους οικονομικές και εμπορικές σχέσεις και με ποιές χώρες μπορεί να έχει η Ελλάδα εκτός ΕΕ/Ευρωζώνης, και τί τέτοιες σχέσεις έχει σήμερα;
Τί σημαίνει «ανταγωνιστικότητα» εντός και εκτός της ΕΕ, και πώς μπορεί η Ελλάδα να είναι «ανταγωνιστική» στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία;

 

Το powerpoint της ομιλίας μου βρίσκεται στον παρακάτω σύνδεσμο:

 

Δεν υπάρχει περιθώριο για φιλολαϊκές λύσεις μέσα στην ΕΕ, μόνο για μνημόνια

Ο Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Σταύρος Μαυρουδέας μίλησε στο απογευματινό μαγκαζίνο του Prisma 95,1 με τον Παναγιώτη Κουνιάκη αναφορικά με την εξέλιξη της χώρας και τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ.

 

 

Η τρόικα (συγγνώμην, οι θεσμοί) είναι οι αρχισυντάκτες της λίστας μεταρρυθμίσεων που τους πρότεινε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ;

Οι «υπερήφανες» διαπραγματεύσεις τελικά υπερήφανα εξευτελίζονται όταν δεν έχεις την διάθεση και τα κότσια ούτε καν να συγκρουστείς.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ, μετά την επονείδιστη υποταγή της στο ιερατείο της ΕΕ στο Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου 2015, είχε την υποχρέωση να καταθέσει μέσα σε ασφυκτικά περιθώρια (μέχρι την Δευτέρα 23/2/2015) την λίστα των μνημονιακών μεταρρυθμίσεων (συγγνώμην αλλά αυτό το «θεσμοί» δεν είναι εύηχο) που προτίθεται να υλοποιήσει.

Υπήρξε μάλιστα μία σχετική αγωνία αν θα προλάβει και κάποιες διαρροές ότι τελικά θα σταλεί τα ξημερώματα της Τρίτης 24/2/2015. Τελικά, ώ του θαύματος, πριν το ανακοινώσει καν η κυβέρνηση η «ξυνή» Ευρωπαϊκή Επιρτοπή περιχαρής ανακοίνωσε ότι την παρέλαβε έγκαιρα και ότι είναι ικανοποιητική. Οπότε τόσο οι κλασσικοί τροϊκανοί της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ και των διαπλεκόμενων ΜΜΕ  αλλά και οι όψιμοι «θεσμικοί» του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς ανέπνευσαν ανακουφισμένοι.

Η επιστολή (και η λίστα μεταρρυθμίσεων) είναι χειρότερη και από την επονείδιστη κοινή δήλωση του Eurogroup. Ακόμη και το ταλαίπωρο και κουτσό ανθρωπιστικό «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» μπαίνει στο ψυγείο, οι ιδιωτικοποιήσεις ρητά καλά κρατούν, ομνύεται πίστη στην ευελιξία της αγοράς εργασίας και επόνται αρκετά από τα καλούδια του e-mail Χαρδούβελη.

Όμως όταν κανείς υποτάσσεται συνήθως και εξευτελίζεται. Η ιστοσελίδα Zero Hedge δείχνει (χάρις σε ένα απλό ηλεκτρονικό ψάξιμο του Yannis Koutsomitis (https://twitter.com/YanniKouts/status/570212150381301760/photo/1 )) ότι το σχέδιο πάνω στο οποίο γράφθηκε η επιστολή Βαρουφάκη με την λίστα των μεταρρυθμίσεων έχει σαν συγγραφέα τον Declan Costello της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (και της τρόικας).

Αυτό επιβεβαιώνει πληροφορίες ότι μετά την «υπερήφανη» υποταγή στο Eurogroup η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε ένα σχέδιο στη «νικήτρια» κυβερνητική αντιπροσωπεία για να την διευκολύνει στο τι θα απαντήσει (επισείοντας και λίγο την απειλή του κακού Σόιμπλε σύμφωνα με το γνωστό κόλπο «καλός βασανιστής – κακός βασανιστή»). Το σχέδιο αυτό πήγε και ήρθε μερικές φορές μεταξύ Αθήνας και Βρυξελλών για να καταλήξει στο τέλος στον αρχικό του συντάκτη που δεν είχε και πολύ αγωνία για το περιεχόμενο του.

Το δίδαγμα είναι απλό. Με θεατρινισμούς και μέσα στα πλαίσια της δεν αντιμετωπίζεις την ευρω-φυλακή των λαών. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να εξευτελιστείς. Δεν υπάρχει φιλολαϊκός δρόμος μέσα στην ΕΕ. Ο δρόμος αυτός περνά με΄σα από την ρήξη και την αποδέσμευση από αυτή.

Ακολουθεί στα αγγλικά το κείμενο του Zero Hedge

—————————————————————————–

http://www.zerohedge.com/news/2015-02-24/stunning-reason-why-eurogroup-rushed-approve-greek-reform-package

 

The Reason Why The Eurogroup Rushed To Approve The Greek Reform Package?

Tyler Durden's picture


As we noted earlier today, there was some confusion over the plight of the Greek reform proposal document, which initially was said to have been delayed until today, only for the Troika, pardon, Institutions, to flip around and say they had actually received it before midnight on Monday. How could the two be possible? Courtesy of Yannis Koutsomitis, who had the simple but profound idea of looking at the properties tab in the leaked Varoufakis draft of the agreed to proposals, we now know.

As it turns out, the reason why not only the Troika received an agreed to version of the Greek reform proposals «before midnight on Monday», but rushed these through with a favorable agreement today, is that, drumroll, the European Commission drafted the entire letter!

declan costello letter_1_0

As for the actual author of the «Greek» reform package, a document which was created at 10:09 pm on Monday, February 23, 2015 (so technically, yes, before midnight on Monday) was one Declan Costello of the European Commission.

Who is Declan? Here is his bio courtesy of the CEPR’s Policy Portal, VOX:

Declan Costello

 

Declan Costello is an Economist working in the Directorate General for Economic and Financial Affairs of the European Commission since 1991. Currently he is Head of Unit in the department responsible for the ‘Coordination of structural refroms and of the economic service, which is involved in developing the economic framework for analysing progress with structural reforms at EU and Member State level towards raising growth potential (the so-called Lisbon strategy), and developing EU policies in response to the economic crisis. Prior to this, he was Head of Unit dealing with economic analysis of labour markets and social welfare systems, where he co-ordinated a project to make projections on the economic and budgetary impact of ageing populations for EU Member States. He has a degree in economics from Trinity College Dublin and a Masters degree for the College of Europe, Bruges. Representing the European Commission, Mr. Costello is also an alternate member of the Economic Policy Committee (EPC) which advises and prepares the EU’s Council of Economics and Finance Ministers (ECOFIN).

But the biggest joke in all this? As the FT’s Peter Spiegel revealed, the IMF, which is an integral part of the Institutional Troika, now pretends to not be on board with the very letter it helped draft (and one doesn’t need to believe the pdf story above for that: after all all parties have said they cooperated over the weekend when drafting the final version of the letter) just to give the process some aura of legitimacy.

IMF not happy_0

 

 

Για την επονείδιστη συμφωνία στο Eurogroup της 20/2/2015

 

Με την κοινή δήλωση του Eurogroup της 20/22/01 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ υποκύπτει στις απαιτήσεις του ευρω-ιερατείου

Σταύρος Μαυρουδέας

diagram

Η κοινή δήλωση του Eurogroup της 20/22/01, η συνέντευξης των εκπροσώπων του Eurogroup ης τρόικας των δανειστών αλλά ακόμη και τα υπολανθάνοντα πίσω από την συνέντευξη Βαρουφάκη και το non-paper του Μαξίμου (http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231387426 ) δείχνουν ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ υποκύπτει στις απαιτήσεις του ιερατείου της ΕΕ για ουσιαστική παράταση του Μνημονίου. Η υποχώρηση αυτή ανοίγει τον δρόμο για ακόμη μεγαλύτερες υποχωρήσεις στο άμεσο μέλλον.

Τα ουσιαστικά σημεία της κοινής δήλωσης του Eurogroup – που συνυπέγραψε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον, το Eurogroup δέχεται την αίτηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ για παράταση της Κύριας Συμφωνίας για Οικονομική Βοήθεια (Master Financial Assistance Facility Agreement (MFFA)) που συνοδεύεται από μία σειρά υποχρεώσεων (which is underpinned by a set of commitments). Ο σκοπός της παράτασης είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης (review) με βάση τις δεσμεύσεις της τρέχουσας συμφωνίας (on the basis of the conditions in the current arrangement). Δηλαδή η ολοκλήρωση της αξιολόγησης από τους δανειστές που εκκρεμούσε από πριν τις εκλογές. Οι πινελιές που μπαίνουν είναι, πρώτον, ότι αυτή η αξιολόγηση δεν θα γίνει τυπικά από την τρόικα (δηλαδή την συγκεκριμένη υπηρεσιακή ομάδα) αλλά από τα μέλη της (δηλαδή την ΕΕ αλλά και το ΔΝΤ και την ΕΚΤ). Αυτή η πινελιά έχει μόνον αισθητικό χαρακτήρα – εκτός και αν κανείς είναι αφελής και πιστεύει ότι οι υπάλληλοι που συμμετείχαν στην τρόικα έκαναν του κεφαλιού τους σε σχέση με τους πολιτικούς προϊσταμένους τους. Η δεύτερη πινελιά είναι ότι η αξιολόγηση θα γίνει κάνοντας χρήση της δεδομένης (στην τρέχουσα συμφωνία) ευελιξίας (best use of the given flexibility).

Δεύτερον, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ πρέπει μέχρι την Δευτέρα (23/2/2015) να παρουσιάσει ένα πρώτο κατάλογο μεταρρυθμίσεων βασισμένο στην τρέχουσα συμφωνία (based on the current arrangement) και τότε το ευρω-ιερατείο θα αποφανθεί εάν αυτά είναι επαρκώς πλήρης για να αποτελέσει ένα έγκυρο σημείο εκκίνησης για την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης (sufficiently comprehensive to be a valid starting point for a successful conclusion of the review). Εφόσον προχωρά η αξιολόγηση θα γίνεται και η τμηματική παροχή των υπολοίπων μνημονιακών δανείων. Δηλαδή, πρακτικά η ΕΕ θα μπορεί οποιαδήποτε στιγμή – όπως έκανε μέχρι τώρα – να εκβιάζει με την μη-καταβολή δανειακών δόσεων. Αυτό διαψεύδει εξόφθαλμα το γελοίο επιχείρημα ιδιαίτερα κάποιων νεοφανών συριζο-ταλιμπάν ότι τα (μνημονιακά) δάνεια δεν συνδέονται με (μνημονιακά) μέτρα. Επίσης είναι γελοιοδέστατο το επιχείρημα ότι τα μέτρα θα συμφωνηθούν από μηδενική βάση. Η δήλωση (και πολύ περισσότερο η συνέντευξη του Eurogroup) είναι σαφέστατη ότι βασίζονται στην υπάρχουσα συμφωνία (δηλαδή στο Μνημόνιο όπως επαναδιατυπώθηκε τον Νοέμβριο του 2012, όπως ρητά και επανειλημμένα τονίσθηκε).

Τρίτον, γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα εναπομείναντα κεφάλαια του ΤΧΣ – που τα έχει δανεισθεί ο ελληνικός λαός – και που το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να αξιοποιήσει για την αντιμετώπιση της «ανθρωπιστικής κρίσης» της ελληνικής κοινωνίας. Τα κεφάλαια αυτά θα κρατηθούν στον EFSF (δηλαδή εκτός ελληνικής δικαιοδοσίας, θα χρησιμοποιηθούν μόνο για τις τράπεζες και θα εκταμιεύονται μόνο με άδεια της ΕΚΤ (should be held by the EFSF, used for bank recapitalization, released on request by the ECB/SSM). Εν προκειμένω πρόκειται όχι μόνο για εξευτελισμό του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ αλλά για κυριολεκτικά αποικιοκρατικό όρο.

Τέταρτον, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ δεσμεύεται να τηρήσει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις (honour their financial obligations) προς τους δανειστές και να απόσχει από την ανατροπή μέτρων και την μονομερή αλλαγή πολιτικών και δομικών μεταρρυθμίσεων που θα επιδρούν αρνητικά στους δημοσιονομικούς στόχους, την οικονομική ανάκαμψη ή την χρηματοπιστωτική σταθερότητα «όπως τα εκτιμούν οι θεσμοί (της ΕΕ)» (refrain from any rollback of measures and unilateral changes to the policies and structural reforms that would negatively impact fiscal targets, economic recovery or financial stability, as assessed by the institutions). Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο βασικός κορμός των μνημονιακών αλλαγών (και όχι μόνο το 70% τους) θα παραμείνει ανέγγιχτος και οποιαδήποτε αλλαγή θα πρέπει να καλυφθεί από ισοδύναμα μέτρα και μάλιστα εφόσον συμφωνήσει το ιερατείο της ΕΕ.

Και φυσικά αυτή η τετράμηνη παράταση είναι μόνο η αρχή. Δεν πρόκειται να υπάρξει απεμπλοκή από τα δεσμά της ΕΕ αλλά θα γίνει διαπραγμάτευση για ένα νέο πρόγραμμα δανειοδότησης και δεσμεύσεων που – αντίθετα με τα αντιαισθητικά Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής για την Ελλάδα – θα έχει ένα πιο φανταιζί και μεγαλοσχήμονα τίτλο, π.χ. Σύμφωνο για την Ανάπτυξη. Σημειωτέον, ότι το μόνιμο ευρωπαϊκό μνημόνιο – που προϋπάρχει των μνημονίων για τα PIGS και αφορά όλες τις χώρες (αν και οι ηγεμονικές το παραβιάζουν κατά το δοκούν) – λέγεται Σύμφωνο για την Σταθερότητα και την Ανάπτυξη.

Επί της ουσίας, η σημερινή συμφωνία αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων προγραμματικών και πολιτικών κυβιστήσεων (κατά κόσμον κωλοτουμπών) του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, ενώ οι προηγούμενες αποτελούσαν μία σταδιακή διολίσθηση, τώρα πλέον γίνεται ένα καθοριστικό βήμα υποταγής στην ΕΕ. Αυτή η «Βάρκιζα» – αν και μάλλον πάει πολύ να παρομοιάζει κανείς τον ΣΥΡΙΖΑ με το ΕΑΜ – ανοίγει πλέον το δρόμο σε ένα ακόμη μεγαλύτερο κατήφορο. Αξίζει να θυμίσει κανείς ότι στην περίπτωση της Αργεντινής από την πτώση της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης Μένεμ και μέχρι την αστική αντιιμπεριαλιστική σταθεροποίηση του Κίρχνερ μεσολάβησαν πέντε λεκτικά αντινεοφιλελεύθερες και κεντροαριστερές κυβερνήσεις που εφάρμοσαν αντιλαϊκές πολιτικές και κάμποσες έφυγαν με ελικόπτερα.

Στο επόμενο διάστημα και μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια της ευρω-φυλακής ο ΣΥΡΙΖΑ θα προσπαθήσει – λίγο πιο ενεργητικά από την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που το μόνο που την ένοιαζε ήταν η εξυπηρέτηση της πολιτικο-οικονομικής διαπλοκής – να διαπραγματευθεί κάποια ψίχουλα φιλολαϊκών μέτρων για να εξασφαλίσει κοινωνικά ερείσματα. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα καταφέρει ακόμη και αυτό.

Αυτό που αποδεικνύει ο σημερινός τραγέλαφος είναι ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο φιλολαϊκής διεξόδου μέσα στην ΕΕ. Η τελευταία είναι το σφαγείο των λαϊκών δικαιωμάτων και αναγκών. Δεν αλλάζει, δεν μεταρρυθμίζεται. Όσοι κηρύσσουν στο λαό «ούτε ρήξη, ούτε υποταγή» με την ΕΕ μόνο επικίνδυνες ψευδαισθήσεις καλλιεργούν. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση περνά από την σύγκρουση, την ρήξη και την αποδέσμευση από την ΕΕ.

PyNvNjPaJrup5v62366X

————————————————————————————–

Eurogroup statement on Greece

http://www.consilium.europa.eu/en/press/press-releases/2015/02/150220-eurogroup-statement-greece/

 

The Eurogroup reiterates its appreciation for the remarkable adjustment efforts undertaken by Greece and the Greek people over the last years. During the last few weeks, we have, together with the institutions, engaged in an intensive and constructive dialogue with the new Greek authorities and reached common ground today.

The Eurogroup notes, in the framework of the existing arrangement, the request from the Greek authorities for an extension of the Master Financial Assistance Facility Agreement (MFFA), which is underpinned by a set of commitments. The purpose of the extension is the successful completion of the review on the basis of the conditions in the current arrangement, making best use of the given flexibility which will be considered jointly with the Greek authorities and the institutions. This extension would also bridge the time for discussions on a possible follow-up arrangement between the Eurogroup, the institutions and Greece.

The Greek authorities will present a first list of reform measures, based on the current arrangement, by the end of Monday February 23. The institutions will provide a first view whether this is sufficiently comprehensive to be a valid starting point for a successful conclusion of the review. This list will be further specified and then agreed with the institutions by the end of April.

Only approval of the conclusion of the review of the extended arrangement by the institutions in turn will allow for any disbursement of the outstanding tranche of the current EFSF programme and the transfer of the 2014 SMP profits. Both are again subject to approval by the Eurogroup.

In view of the assessment of the institutions the Eurogroup agrees that the funds, so far available in the HFSF buffer, should be held by the EFSF, free of third party rights for the duration of the MFFA extension. The funds continue to be available for the duration of the MFFA extension and can only be used for bank recapitalisation and resolution costs. They will only be released on request by the ECB/SSM.

In this light, we welcome the commitment by the Greek authorities to work in close agreement with European and international institutions and partners. Against this background we recall the independence of the European Central Bank. We also agreed that the IMF would continue to play its role.

The Greek authorities have expressed their strong commitment to a broader and deeper structural reform process aimed at durably improving growth and employment prospects, ensuring stability and resilience of the financial sector and enhancing social fairness. The authorities commit to implementing long overdue reforms to tackle corruption and tax evasion, and improving the efficiency of the public sector. In this context, the Greek authorities undertake to make best use of the continued provision of technical assistance.

The Greek authorities reiterate their unequivocal commitment to honour their financial obligations to all their creditors fully and timely.

The Greek authorities have also committed to ensure the appropriate primary fiscal surpluses or financing proceeds required to guarantee debt sustainability in line with the November 2012 Eurogroup statement. The institutions will, for the 2015 primary surplus target, take the economic circumstances in 2015 into account.

In light of these commitments, we welcome that in a number of areas the Greek policy priorities can contribute to a strengthening and better implementation of the current arrangement. The Greek authorities commit to refrain from any rollback of measures and unilateral changes to the policies and structural reforms that would negatively impact fiscal targets, economic recovery or financial stability, as assessed by the institutions.

On the basis of the request, the commitments by the Greek authorities, the advice of the institutions, and today’s agreement, we will launch the national procedures with a view to reaching a final decision on the extension of the current EFSF Master Financial Assistance Facility Agreement for up to four months by the EFSF Board of Directors. We also invite the institutions and the Greek authorities to resume immediately the work that would allow the successful conclusion of the review.

We remain committed to provide adequate support to Greece until it has regained full market access as long as it honours its commitments within the agreed framework.

 

Το βίντεο της εκδήλωσης της Μετωπικής Συμπόρευσης Κέρκυρας

Αναρτήθηκε από την Μετωπική Συμπόρευση Κέρκυρας το βίντεο της εκδήλωσης της με θέμα «Μνημόνια, ΕΕ και η προοπτική διεξόδου από την κρίση».
Ομιλητές: Σταύρος Μαυρουδέας, Δημήτρης Πατέλης, Διονύσης Πολίτης
Κέρκυρα 9/4/2014

 

https://www.youtube.com/watch?feature=player_detailpage&v=VECOyBnncEQ

 

Τετάρτη 9 Απριλίου και ώρα 19:00: Εκδήλωση της Μετωπικής Συμπόρευσης Κέρκυρας

 

ekdilosi-mnimonia

 

Η Μετωπική Συμπόρευση Κέρκυρας διοργανώνει εκδήλωση με θέμα «Μνημόνια-ΕΕ και η προοπτική διεξόδου από την κρίση».
Ομιλητές:

Σταύρος Μαυρουδέας / Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Δημήτρης Πατέλης / Αν. Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πολυτεχνείου Κρήτης
Διονύσης Πολίτης / Τραπεζικός Υπάλληλος

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 9 Απριλίου και ώρα 19:00 στην αίθουσα εκδηλώσεων στο Φαληράκι

 

ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 18-3-2014: Σχόλιο για το ακριβό ευρώ και τις εξαγωγές

Σχόλιο μου στη σημερινή ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ σε αφιέρωμα για τις επιπτώσεις του ακριβού ευρώ στις εξαγωγές. Δείχνεται ότι και στον τομέα αυτό η Μνημονιακή στρατηγική των ευρωπαϊκών αλλά και των εγχώριων ελιτ αποτυγχάνει εξαιτίας των ίδιων των βαθύτατων αντιφάσεων της και ταυτόχρονα αποδεικνύονται τα αδιέξοδα του ευρωπαϊκού λαβύρινθου (με τους μινώταυρους του) στον οποίο έχει εγκλεισθεί η Ελλάδα.

ναυτεμπορικη 18-3-2014.pdf

ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 18/3/2014

ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΞΑΓΕΙ ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ διαψεύδουν τα κυβερνητικά πυροτεχνήματα περί ‘success story’ και δείχνουν όχι μόνο την εξαγωγική κόπωση, αλλά και την έλλειψη εξαγωγικού προσανατολισμού της ελληνικής οικονομίας.

Είναι γεγονός ότι το σκληρό ευρώ κάνει δυσκολότερες τις εξαγωγές ιδιαίτερα σε χώρες εκτός ΟΝΕ.

Όμως ο εξαγωγικός προσανατολισμός της ελληνικής οικονομίας σε χώρες εκτός ΟΝΕ είναι ουσιαστικά τμήμα της Μνημονιακής στρατηγικής καθώς η Ελλάδα έχει μία οικονομία προσανατολισμένη στην παραγωγή προϊόντων χαμηλής τεχνολογίας και εισοδηματικής ελαστικότητας ζήτησης ενώ αντίθετα εισάγει προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και εισοδηματικής ελαστικότητας ζήτησης. Αυτή η παραγωγική διάρθρωση προέκυψε λόγω της ένταξης της Ελλάδας στην Κοινή Αγορά που οδήγησε στην ουσιαστική αποδιάρθρωση της εγχώριας παραγωγικής δομής. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τελικό μεγάλο χτύπημα στις παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας δόθηκε το 1993 με την κατάργηση και των τελευταίων προστατευτικών δομών για την εγχώρια παραγωγή. Έκτοτε οι τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών της ελληνικής οικονομίας περιορίσθηκαν δραματικά και υπήρξε στροφή στα μη διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και ιδιαίτερα τις υπηρεσίες. Συνεπώς η ένταξη της Ελλάδας στην Κοινή Αγορά επέφερε ένα συντριπτικό πλήγμα στην διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Σήμερα, εν μέσω της δραματικής κρίσης της ελληνικής οικονομίας, η Μνημονιακή στρατηγική επαγγέλλεται μία ανάπτυξη μέσω εξαγωγών. Όμως αυτές δεν μπορούν να γίνουν κυρίως προς την ΕΕ – καθώς τα περισσότερα ελληνικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά εκεί και επίσης δεν συμφέρει τις ηγέτιδες δυνάμεις της ΕΕ – αλλά πρέπει να προσανατολισθούν σε χώρες εκτός ΟΝΕ. Στην περίπτωση όμως αυτή το σκληρό ευρώ λειτουργεί εντελώς αποτρεπτικά.

Τι είναι (και τι δεν είναι) η Μνημονιακή στρατηγική και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά

Τι είναι (και τι δεν είναι) η Μνημονιακή στρατηγική

και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά

Σταύρος Μαυρουδέας

287330-australian-dollar-and-chinese-yuan

Ι. Εισαγωγή

 Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων. Η οικονομική κρίση του συνδέεται και επηρεάζει σημαντικά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και την συνδεόμενη με αυτή κρίση της ΕΕ.

Για να αντιμετωπισθεί η κρίση αυτή το σύστημα επέβαλλε την στρατηγική που αποκρυσταλλώνεται στα Μνημόνια «Κατανόησης» μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της τρόικα των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ. Τα διαδοχικά Μνημόνια και οι ενδιάμεσες αναθεωρήσεις τους εξειδικεύουν και υλοποιούν την γενικότερη αυτή στρατηγική.

Η Μνημονιακή πολιτική έχει βυθίσει την ελληνική οικονομία σε μία άνευ προηγουμένου κρίση. Από το 2009 μέχρι το 2013 έχει «χαθεί» σχεδόν το 25% του ΑΕΠ, η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία το 2013 φθάνει το 27.5% (με την ανεργία των νέων να αγγίζει το 65%) και τα εισοδήματα των εργαζομένων να έχουν υποστεί μείωση της τάξης του 40%. Επιπλέον τα Μνημόνια έχουν πέσει συστηματικά έξω στις προβλέψεις τους τόσο για τα επιμέρους κρίσιμα μεγέθη τους (ύφεση, πρωτογενές πλεόνασμα, λόγος εξωτερικού χρέους προς ΑΕΠ κλπ.) όσο και για το χρονικό ορίζοντα εξομάλυνσης της κρίσης. Είναι δηλαδή αδιαμφισβήτητο ότι η Μνημονιακή στρατηγική πέφτει συστηματικά έξω στις προβλέψεις της.

Υπάρχει μία αντι-μνημονιακή κριτική που εκπορεύεται από Κεϋνσιανές αντιλήψεις και την οποία ενστερνίζονται ακρίτως ελαφρόμυαλες και πανικόβλητες αριστερές απόψεις που υποστηρίζει ότι τα Μνημόνια είναι μία παράλογη νεοφιλελεύθερη στρατηγική που οδηγεί ακόμη και τον καπιταλισμό στην καταστροφή του. Συνεπώς χρειάζεται η ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των νουνεχών αντι-μνημονιακών δυνάμεων για την ανατροπή του νεοφιλελεύθερου παραλογισμού και την επιβολή μίας αποτελεσματικότερης (για τους Κεϋνσιανούς) και φιλολαϊκότερης (για την λαϊτ αριστερά) αστικής διαχείρισης. Η αντίληψη αυτή είναι είτε αφελής (γιατί δεν κατανοεί την βαθύτερη συστημική λογική) είτε εκ του πονηρού (δηλαδή επιδιώκει να ελέγξει τις λαϊκές αντιδράσεις μέσα στα πλαίσια της αστικής διαχείρισης. Η Μνημονιακή στρατηγική δεν είναι παράλογη. Αντιθέτως, απηχεί την «βαθειά» λογική τους συστήματος που κατανοεί ότι σε αντίθεση με την μεταπολεμική περίοδο οι Κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης δεν λύνουν αλλά αντίθετα επιδεινώνουν την κρίση φθίνουσας κερδοφορίας και υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Τα προβλήματα και οι αποτυχίες της Μνημονιακής στρατηγικής προκύπτουν επειδή είναι αναγκαστικά υπερφιλόδοξη: το σύστημα για να ξεπεράσει την κρίση του πρέπει να παραβιάσει κρίσιμα ιστορικά οικονομικά και κοινωνικά όρια του. Ιδιαίτερα, πρέπει να επιβάλλει μία αδιανόητη για τα δεδομένα του 20ου αιώνα μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης (δηλαδή τόσο του άμεσου όσο και του κοινωνικού μισθού), να αυξήσει δραματικά την εκμετάλλευση της εργασίας (μέσω της αύξησης της απλήρωτης εργασίας), να αυξήσει αποφασιστικά την ανεργία (για να επιβάλλει τα προηγούμενα) αλλά και να δεχθεί μία μαζική απαξίωση κεφαλαίων (δηλαδή χρεοκοπίες επιχειρήσεων) για να επιστρέψει το σύστημα σε ρεαλιστικά επίπεδα λειτουργίας. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για το καπιταλιστικό σύστημα. Όμως οι απαιτήσεις του είναι τόσο υπερβολικές και φιλόδοξες που παραβιάζουν βάναυσα θεμελιώδεις ιστορικούς (για τον 20 αιώνα) οικονομικούς και πολιτικούς ταξικούς συσχετισμούς όχι μόνο σε σχέση με την εργατική τάξη αλλά και με μεσαία στρώματα. Αυτό  όμως εγκυμονεί δραματικούς κινδύνους καθώς μαζεύει μία επικίνδυνη κρίσιμη μάζα κοινωνικών εκρήξεων. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα της Μνημονιακής στρατηγικής: το σύστημα είναι υποχρεωμένο να κάνει τέτοιες βαθιές τομές που μπορεί να μην τις αντέχει.

ΙΙ. Η ταξική βάση της Μνημονιακής Στρατηγικής

 

Ανισοβαρής συμβιβασμός της ελληνικής αστικής τάξης με το ευρω-κέντρο

Η στρατηγική των ελληνικών Μνημονίων αποτελεί έναν ανισοβαρή συμβιβασμό ανάμεσα στα συμφέροντα και τις επιλογές των ηγεμονικών χωρών της ΕΕ και σ’ αυτά της ελληνικής αστική τάξης. Ο συμβιβασμός είναι εξ ορισμού ανισοβαρής με την έννοια ότι από την σύσταση της η ΕΟΚ (και μετέπειτα η ΕΕ) είναι ένα ιεραρχικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ όπου οι ανώτερες βαθμίδες της ιμπεριαλιστικής αυτής πυραμίδας εκμεταλλεύονται τις κατώτερες και όλες μαζί (αλλά πάλι με την δέουσα ιεράρχηση) άλλες υποδεέστερες οικονομίες εκτός του μπλοκ αυτού[1]. Όμως το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης έχει οδηγήσει το ελληνικό κεφάλαιο σε μία ακόμη δυσμενέστερη θέση[2]. Όχι μόνο ευθύς εξ αρχής ήταν στις κατώτερες βαθμίδες της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής πυραμίδας αλλά και η θέση του ήδη πριν την κρίση επιδεινωνόταν μέσα στον ευρωπαϊκό και διεθνή καταμερισμό εργασίας. Το ξέσπασμα της κρίσης χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Η υποχώρηση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας έγινε ακόμη πιο έντονη και απότομη ενώ το ελληνικό κεφάλαιο μετατράπηκε σε επαίτη των ευρωπαίων πατρώνων του. Αυτή η ιεραρχική σχέση αποτυπώνεται σαφώς στα Μνημόνια. Τον πρώτο λόγο έχουν οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί και τον δεύτερο το ελληνικό κεφάλαιο που διαπραγματεύεται μεν τα συμφέροντα του αλλά από υποδεέστερη θέση. Και φυσικά όλο αυτό το παιχνίδι γίνεται στις πλάτες των εργαζόμενων.

Το ελληνικό κεφάλαιο βρίσκεται όντως σε μία δεινή θέση. Ενώ με την ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» ήλπιζε σε μία αναβάθμιση στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα βρέθηκε να υποβαθμίζεται. Με τα Μνημόνια μετατρέπεται σε ένα καπιταλισμό μειωμένης κυριαρχίας και αυτοτέλειας. Τα ηγεμονικά ευρωπαϊκά κεφάλαια αποκτούν ιδιαίτερα ισχυρό ρόλο μέσα στην ίδια την χώρα και θίγουν ακόμη και ζωτικά συμφέροντα του. Όμως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι τόσο στενά εμπλεγμένος στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ταυτόχρονα τόσο δομικά αδυνατισμένος (βλέπε Μαυρουδέας (2010β), Mavroudeas (2013)) που αδυνατεί ακόμη και να υποστηρίξει πιο συγκρουσιακά και μαχητικά τα συμφέροντα του* πόσο μάλλον να σκεφθεί την αποδέσμευση από την ΕΕ. Συνεπώς, επιλέγει να συμβιβασθεί με την στρατηγική των ηγεμονικών ευρωπαϊκών κεφαλαίων και, στα πλαίσια της, να επωφεληθεί από την επίθεση στους εργαζόμενους και να διαπραγματευθεί τουλάχιστον ορισμένα κρίσιμα συμφέροντα του (όπως το τραπεζικό σύστημα)[3]. Όπως θα δειχθεί αναλυτικά παρακάτω, βασικό στοιχείο της Μνημονιακής Στρατηγικής είναι η δραματική υποβάθμιση της αμοιβής και των σχέσεων εργασίας των εργαζομένων. Δηλαδή η μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και η αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας (με την μείωση των μισθών και την αύξηση του απλήρωτου χρόνου εργασίας). Αυτό αποτελεί την πιο βασική προϋπόθεση για την «Κινεζοποίηση» της ελληνικής οικονομίας που μόνον εάν επιτευχθεί μπορεί να ξαναρχίσει η καπιταλιστική ανάπτυξη (δηλαδή να ξαναρχίσουν να γίνονται επενδύσεις). Συνεπώς, η ελληνική αστική τάξη συναινεί στη Μνημονιακή Στρατηγική γιατί η μείωση του εργατικού κόστους ωφελεί και την δική της κερδοφορία. Επιπλέον, ελπίζει ότι βασικά στοιχεία της «διαπλοκής» (δηλαδή των φανερών και κρυφών δεσμών του κράτους με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους) δεν θα αλωθούν από τα ευρωπαϊκά κεφάλαια ή/και ότι τα τελευταία θα χρειάζονται πάντα συμμαχίες με ελληνικά κεφάλαια. Έτσι ο ελληνικός καπιταλισμός ελπίζει ότι θα ξεπεράσει την καταιγίδα και ενδεχομένως, στο μέλλον, θα μπορέσει να πάρει και κάτι πίσω από τα ευρωπαϊκά κεφάλαια.

Malevich

Ασταθείς ενδο-ιμπεριαλιστικές ισορροπίες και ανταγωνισμοί

Επιπλέον, στα ελληνικά Μνημόνια αποτυπώνονται και οι ασταθείς ισορροπίες και οι ανταγωνισμοί μεταξύ τριών βασικών ιμπεριαλιστικών πόλων: των ΗΠΑ, της ΕΕ και των αναδυόμενων χωρών. Η εμπλοκή των δύο τελευταίων τεχνικά σχετίζεται με την εμπλοκή του ΔΝΤ στο οποίο έχουν σημαντική βαρύτητα. Σχετίζεται όμως και πολιτικο-οικονομικά καθώς στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης» (δηλαδή της μετά το 1990 αυξημένης διεθνοποίησης του κεφαλαίου) οι δύο τελευταίοι πόλοι έχουν σημαντικά συμφέροντα στον ευρωπαϊκό χώρο (οι ΗΠΑ άλλωστε πάντα είχαν). Αυτό αποτυπώθηκε και στο τεχνικό επίπεδο καθώς, παρά τις αρχικές γκρίνιες ευρωπαϊκών κύκλων (περί απαράδεκτης εκχώρησης ρόλου στις ΗΠΑ και ότι οι ευρωπαϊκές «διασώσεις» θα έπρεπε να παραμείνουν ευρωπαϊκή υπόθεση), το ΔΝΤ αναγκαστικά έπρεπε να εμπλακεί στα ευρωπαϊκά προγράμματα «διάσωσης» γιατί είναι το μόνο που έχει την σχετική τεχνογνωσία για το πώς συγκροτείται και εκτελείται ένα τέτοιο πρόγραμμα. Επιπλέον, ιδιαίτερα ο ηγεμονικός πυρήνας της ΕΕ (γύρω από την Γερμανία) είναι εξαιρετικά «τσιγκούνης» και θέλει πάντα να βάζει τα ελάχιστα απαιτούμενα κεφάλαια ακόμη και για να διασφαλίσει την δική του ιμπεριαλιστική «πίσω αυλή».

Αυτή η εμπλοκή δίνει ακόμη ισχυρότερα εργαλεία (από αυτά που ήδη είχαν) στις ΗΠΑ για να παρεμβαίνουν τόσο στην ελληνική κρίση όσο και ευρύτερα στην κρίση της ΕΕ. Οι βασικοί στόχοι της αμερικανικής παρέμβασης δεν αφορούν το ελληνικό πρόβλημα αλλά το βασικό σημείο αντιπαράθεσης με την ΕΕ: τις πολιτικές αντιμετώπισης της τρέχουσας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, τι βάρη θα επωμισθεί ο κάθε ιμπεριαλιστικός πόλος και ποιος θα βγει κερδισμένος και ποιος χαμένος. Συνοπτικά[4], η οικονομική κρίση όξυνε και τους διεθνείς ανταγωνισμούς και ιδιαίτερα αυτούς μεταξύ των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Καθεμία από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις προσπαθεί να περάσει τα βάρη της κρίσης σε άλλες ιμπεριαλιστικές και μη χώρες και να είναι αυτή που στο τέλος της κούρσας θα βγει νικητής. Εδώ η ΕΕ προσπάθησε να παίξει ένα πονηρό παιχνίδι. Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης οι ΗΠΑ προχώρησαν σε μία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και μία πολύ χαλαρή νομισματική πολιτική (με περίπου μηδενικά επιτόκια αλλά και διαδοχικά προγράμματα Ποσοτικής Χαλάρωσης). Περίπου το ίδιο έκαναν και αρκετές άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες και ιδιαίτερα οι λεγόμενες «νεο-αναδυόμενες» αγορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κίνα όπου εφαρμόσθηκε μία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική αλλά με μία χαλαρή νομισματική πολιτική. Αντιθέτως, η ΕΕ ακολούθησε μία σφικτή δημοσιονομική πολιτική και ταυτόχρονα μία λιγότερο χαλαρή νομισματική πολιτική (καθώς οι μειώσεις επιτοκίων ήταν πιο αργές και μικρότερες από αυτές της FED). Αυτό σήμαινε ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα «φουσκώνουν» τις οικονομίες τους για να αντιμετωπίσουν τον άμεσο κίνδυνο της κρίσης αλλά ταυτόχρονα διακινδυνεύουν το σκάσιμο της «φούσκας» να τις κατακρημνίσει κυριολεκτικά. Από την άλλη η ΕΕ επιδιώκει να εκμεταλλευθεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας και στους μεν και στους δε) ενώ κρατά πιο νοικοκυρεμένη την δική της οικονομία και φυσικά μην παρέχοντας αντίστοιχες διευκολύνσεις στους τελευταίους. Ταυτόχρονα, η ΕΕ επιδιώκει την «κινεζοποίηση» των περιφερειακών μελών της (με πρώτα τα PIIGS – Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία) ρίχνοντας τα στη μέγγενη του χρέους. Δηλαδή οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί, εν πολλοίς τεχνηέντως, οδήγησαν σε έκρηξη του εξωτερικού χρέους των PIIGS έτσι ώστε να μπουν σε Μνημόνια, δηλαδή σε εκχώρηση της οικονομικής κυριαρχίας τους και σε υποβάθμιση στον διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Στόχος της κίνησης αυτής είναι η μετατροπή τους σε πισθάγκωνα δεμένους οφειλέτες και η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων τους έναντι πινακίου φακής και η μετατροπή τους σε «ευρωπαϊκές Κίνες» με μηδαμινούς μισθούς και άθλιες εργασιακές σχέσεις.

Όμως οι άλλοι μεγάλοι παγκόσμιοι ιμπεριαλιστικοί πόλοι δεν αφήνουν φυσικά την ΕΕ να παίξει ανενόχλητα σε βάρος τους. Έτσι – ιδιαίτερα μέσω των υποτιθέμενα ανώνυμων «αγορών» και των οίκων αξιολόγησης (δύο βασικών εργαλείων που επηρεάζονται καθοριστικά από τις ΗΠΑ) – η κρίση χρέους της ευρωπαϊκής περιφέρειας μετατράπηκε σε κρίση χρέους της ΕΕ συνολικά και σε κρίση του ευρώ. Αυτό που ξεκίνησε σαν μία ελεγχόμενη φωτιά εντός αντιπυρικών ζωνών εξελίχθηκε σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά. Έτσι οι άλλοι παγκόσμιοι ιμπεριαλιστικοί πόλοι πιέζουν την ΕΕ στο να «φουσκώσει» και αυτή την οικονομία της – τόσο μέσω δανεισμού (ευρω-ομόλογο κλπ.) όσο και κυρίως μέσω μίας ευρωπαϊκής Ποσοτικής Χαλάρωσης (ιδιαίτερα με το τύπωμα χρήματος). Φυσικά κάτι τέτοιο θα βάλει ταφόπλακα στα όνειρα για μία παγκόσμια ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ηγεμονία και θα αφήσει τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό πόλο πίσω από τους βασικούς ανταγωνιστές του.

Για τις ΗΠΑ η ελληνική περίπτωση είναι ένα βολικό εργαλείο για να διεμβολίζει συστηματικά την γερμανική στρατηγική. Έτσι οι αμερικανικές πιέσεις για διευκολύνσεις στην εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους («κούρεμα» ιδιαίτερα των κρατικών ευρωπαϊκών δανείων προς την Ελλάδα) είναι ένα εργαλείο ευρύτερων επιδιώξεων και όχι ένας τελικός στόχος. Αν οι ευρύτερες αμερικανικές επιδιώξεις ευοδωθούν τότε ακόμη και το «κούρεμα» θα πάει περίπατο. Γι’ αυτό το λόγο είναι είτε αφελείς είτε εκ του πονηρού πολιτικές προτάσεις (όπως αυτή των ΑΝΕΛΛ και των ηγετικών κλιμακίων του ΣΥΡΙΖΑ) και προτάσεις πανεπιστημιακών οικονομολόγων (αρκετών με ριζοσπαστική αναφορά και ακόμη και μαρξιστικά καρυκεύματα) που προσβλέπουν σε αμερικανική χείρα βοηθείας.

Από την άλλη η ισχυροποιούμενη μέσα στο ΔΝΤ ομάδα των «νεο-αναδυόμενων» οικονομιών πιέζει από μία παραπλήσια με τις ΗΠΑ σκοπιά την ΕΕ. Και αυτή χρησιμοποιεί το ελληνικό πρόβλημα ως μέσο. Επιπλέον, επειδή είναι λιγότερη ισχυρή από τις ΗΠΑ φοβάται ότι με δικά της λεφτά (κεφάλαια που διαθέτει στο ΔΝΤ) τελικά μπορεί να ενισχύεται ο ανταγωνιστικός ιμπεριαλιστικός πόλος της ΕΕ. Μέρος αυτού του ζητήματος είναι και η αντιπαράθεση σχετικά με την αύξηση των ψήφων (δηλαδή της διοικητικής βαρύτητας) των «νεο-αναδυόμενων» οικονομιών (σε αντιστοίχιση με την αυξημένη οικονομική συνεισφορά τους στο ΔΝΤ) που πρέπει να γίνει σε βάρος της ΕΕ και την οποία η τελευταία υπονομεύει συστηματικά. Γι’ αυτό οι πιο έντονες κριτικές στο ελληνικό Μνημόνιο ως μη-βιώσιμο γίνονται από την ομάδα αυτή (ιδιαίτερα από την Βραζιλία).

capitalist

ΙΙΙ. Η θεωρητική και πολιτική προέλευση της Μνημονιακής Στρατηγικής

Η θεωρητική και πολιτική προέλευση της Μνημονιακής Στρατηγικής και των ελληνικών Μνημονίων (Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής [Economic Adjustment Programmes]) βρίσκεται στα προγράμματα του ΔΝΤ έτσι όπως αυτά τυποποιήθηκαν ιδιαίτερα μετά την δεκαετία του 1980 (βλέπε Παπαδάτος (2013)). Tα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής (Structural Adjustment Programmes) του ΔΝΤ συγκροτήθηκαν από τα τέλη του 1980 εκφράζουν την προσπάθεια των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών πόλων (και φυσικά κυρίαρχα των ΗΠΑ) να διαχειρισθούν ζητήματα που προέκυπταν από την πολιτική της «παγκοσμιοποίησης»[5]. Μία σειρά οικονομίες κυρίως μεσαίου επιπέδου ανάπτυξης που είχαν αναπτυχθεί ραγδαία το προηγούμενο διάστημα – κερδίζοντας θέσεις στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας – έπρεπε να ελεγχθούν έτσι ώστε να μην απειλήσουν την δυτική ηγεμονία και ταυτόχρονα οι κρίσεις τις οποίες αντιμετώπιζαν να ελεγχθούν έτσι ώστε να μην πυροδοτήσουν γενικότερες αναφλέξεις αλλά και να ενισχύσουν την δυτική ηγεμονία.

Η θεωρητική βάση των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ δίνεται από την διαβόητη Συναίνεση της Ουάσιγκτον, δηλαδή το πλαίσιο συμφωνίας που επικράτησε στους μεγάλους παγκόσμιους οργανισμούς που εδρεύουν στην Ουάσιγκτον (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα) σχετικά με την διαχείριση των νέων παγκόσμιων προβλημάτων[6]. Σημειωτέον ότι η Συναίνεση της Ουάσιγκτον δεν είναι ένα ακραιφνώς νεοφιλελεύθερο δημιούργημα. Αντιθέτως, όπως επεσήμανε ο «νονός» του όρου J.Williamson, αποτελεί τα κοινά σημεία που επικράτησαν στους κύκλους των ορθόδοξων οικονομικών μετά την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων. Όμως αυτό δεν σήμαινε την εξάλειψη των κεϋνσιανών απόψεων αλλά αντίθετα την υποχώρηση τους (από την θέση της κυρίαρχης μεταπολεμικής οικονομικής θεωρίας) και τον συμβιβασμό τους με τη νέα ορθοδοξία. Έτσι, όπως και σε άλλους τομείς (π.χ. νέα μακρο-οικονομική συναίνεση) η πλειοψηφία του κεϋνσιανισμού συμβιβάσθηκε με την νέα ορθοδοξία (βλέπε νέος κεϋνσιανισμός).

Βασικά στοιχεία των πολιτικών της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον είναι (α) το άνοιγμα των οικονομιών στο διεθνές κεφάλαιο, (β) η ενίσχυση του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου τομέα και (γ) η μετατροπή χειμαζόμενων οικονομιών σε εξαγωγικές οικονομίες (export led growth).

Το άνοιγμα των οικονομιών στο διεθνές κεφάλαιο σημαίνει ότι προηγουμένως προστατευμένες καπιταλιστικές οικονομίες γίνονται τώρα πεδίο εκμετάλλευσης από τα κεφάλαια των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών πόλων. Αυτό φυσικά «στριμώχνει» τα εθνικά τους κεφάλαια και τα υποχρεώνει σε τουλάχιστον συνεταιρισμούς με τα κεφάλαια των διεθνών ιμπεριαλιστικών πόλων. Αφήνει φυσικά την ελπίδα (;) μίας αναβάθμισης των πρώτων μέσω της σύνδεσης με τα δεύτερα έστω και από υποδεέστερη θέση. Το διεθνές άνοιγμα της οικονομίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό για αρκετές κατηγορίες οικονομιών. Για πρώην «τριτοκοσμικές» οικονομίες σημαίνει ότι οι κρατικο-καπιταλιστικοί μηχανισμοί που είχαν οικοδομήσει – πολλοί συνδεόμενοι με το πάλαι ποτέ Ανατολικό μπλοκ – για να στήσουν την διαδικασία ανάπτυξης τους έπρεπε να κατεδαφισθούν γιατί εμπόδιζαν τα κεφάλαια των διεθνών ιμπεριαλιστικών πόλων[7]. Το ίδιο ισχύει και για απω-ανατολικού τύπου καπιταλισμούς (νεο-εκβιομηχανισμένες οικονομίες του 1980) που έχουν επίσης ένα πιο εθνικό και κρατικο-μονοπωλιακό πλαίσιο λειτουργίας από ότι ο δυτικός καπιταλισμός.

Η ενίσχυση του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου τομέα είναι συνέχεια του προηγούμενου στοιχείου. O δημόσιος τομέας εξάντλησε τη χρησιμότητα του από τη στιγμή που έθεσε τις βάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης και διασφάλισε την πορεία της (επωμιζόμενος και τα σχετικά αρχικά κόστη και κινδύνους π.χ. σε έργα υποδομής). Στη συνέχεια αυτά πρέπει να γίνουν πεδία ιδιωτικής κερδοφορίας. Με απλά λόγια μία σειρά οικονομικές δραστηριότητες που ενείχαν υψηλά αρχικά κόστη και κινδύνους έπρεπε να γίνουν από το κράτος ως συλλογικό κεφαλαιοκράτη (διασφαλιστή των συνολικών καπιταλιστικών συμφερόντων) έστω και αν αυτό σήμαινε ότι λειτουργούν με χαμηλό ή μηδαμινό ποσοστό κερδοφορίας και εργασιακής εκμετάλλευσης. Όμως από την στιγμή που οι οικονομικές αυτές δραστηριότητες εδραιώθηκαν και επιπλέον το σύστημα μπήκε σε κρίση υπερσυσσώρευσης (δηλαδή έλλειψης επαρκών πεδίων ικανοποιητικής κερδοφορίας), όπως μετά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1973, τότε πρέπει να παραδοθούν στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, τα ξένα κεφάλαια θα πρέπει να έχουν σημαντικό μερίδιο στην «πίτα» αυτή.

Η επίλυση της κρίσης χειμαζόμενων οικονομιών με την μετατροπή τους σε εξαγωγικές οικονομίες σημαίνει κυρίως τρία πράγματα. Πρώτον, το μισθολογικό κόστος πρέπει να μειωθεί δραματικά. Αυτό σημαίνει την μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και συνεπώς αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Δεύτερον, οι εργασιακές σχέσεις πρέπει να «απελευθερώνουν» δηλαδή να καταργηθεί κάθε σχεδόν προστασία της εργασίας και η εργασιακή διαδικασία να αφεθεί ελεύθερη στην πιο άγρια καπιταλιστική εκμετάλλευση. Τρίτον, οι «απελευθερωμένες» αυτές οικονομίες να γίνουν πεδίο εκμετάλλευσης τόσο των δικών τους κεφαλαίων αλλά και ιδιαίτερα των πολυεθνικών κεφαλαίων. Έτσι μέσω των «κοινωνικών χωματερών» (social dumping) δημιουργούνται νέα πεδία αυξημένης κερδοφορίας για το κεφάλαιο συνολικά και ιδιαίτερα για τα ασφυκτικά υπερσυσσωρευμένα πολυεθνικά κεφάλαια.

Υπάρχει άλλο ένα σημαντικό στοιχείο των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ που είναι σαφώς νεο-φιλελεύθερο. Τα Προγράμματα αυτά, όπως δείχνει η σχετική διεξοδικότατη μελέτη των Weisbrot et al. (2009), είναι σαφώς προ-κυκλικά* σε αντίθεση με τις Κεϋνσιανές αντιλήψεις. Η προ-κυκλικότητα πρακτικά σημαίνει ότι όταν μία οικονομία μπει σε κρίση η λύση είναι να βαθύνει η κρίση αυτή συνειδητά. Έτσι υποστηρίζεται ότι θα φθάσεις πιο γρήγορα στον «πάτο» και ταυτόχρονα η ανάκαμψη θα έρθει πολύ πιο γρήγορα και θα είναι επίσης πολύ ισχυρή (v-shaped recovery). Μάλιστα η άποψη αυτή υποστηρίζεται και από σχετικό στατιστικό εμπειρικό κανόνα (rule of thump). Η αντίληψη αυτή θα μπορούσε να παρομοιασθεί με ένα αεροπλάνο που κάνει βύθιση και υποτίθεται ότι όσο πιο απότομη είναι αυτή τόσο πιο απότομη θα είναι η άνοδος του στη συνέχεια. Με λίγα λόγια, η προ-κυκλική άποψη υποστηρίζει ότι άμεσα και εμπροσθοβαρώς πρέπει τόσο να αντιμετωπισθούν οικονομικές ανισορροπίες όσο και να διορθωθούν δομικά προβλήματα. Αντιθέτως, τα κεϋνσιανά οικονομικά υποστήριζαν ότι πρώτα πρέπει να παρθούν αντι-κυκλικά μέτρα – δηλαδή να απαλυνθεί η κρίση – και στη συνέχεια να γίνουν δομικές αλλαγές για την αποφυγή μελλοντικών κρίσεων. Ουσιαστικά η προ-κυκλική άποψη κατανοεί με ένα παραμορφωμένο και προβληματικό τρόπο την Μαρξιστική θεωρία της κρίσης. Η τελευταία υποστηρίζει ότι ο μόνος δρόμος για να βγει το σύστημα από την κρίση είναι η δραστική απαξίωση κεφαλαίου (δηλαδή η μείωση της οικονομίας μέχρι να ξεπεράσει την υπερσυσσώρευση και να επανέλθει σε «υγιή» επίπεδα συσσώρευσης).

img470

IV. Τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά των ελληνικών Μνημονίων

Τα ελληνικά Μνημόνια ακολουθούν αλλά με σημαντικές τροποποιήσεις τις κατευθυντήριες των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ. Οι τροποποιήσεις προκύπτουν γιατί πρώτη φορά ένα τόσο μεγάλο πρόγραμμα επιβάλλεται σε μία αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. Επίσης, πρώτη φορά ένα τέτοιο πρόγραμμα επιβάλλεται σε μία οικονομία που είναι μέλος μίας νομισματικής ένωσης σαν αυτή της ΟΝΕ). Τα στοιχεία αυτά, εκτός από τα πολιτικά προβλήματα, θέτουν και αρκετά τεχνικά ζητήματα.

Παραδοσιακά, τα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ είναι τριετή. Αντιθέτως, το ελληνικό Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής είναι τετραετές. Αυτό έγινε προφανώς γιατί το ελληνικό πρόβλημα είναι εξαιρετικά μεγάλο.

Επίσης, τα Προγράμματα του ΔΝΤ έχουν κλασσικά τους ακόλουθους άξονες:

(1)  Δημοσιονομική Προσαρμογή: δηλαδή μείωση του δημόσιου τομέα (ακόμη και όταν δεν υπάρχει σημαντικό δημόσιο χρέος)

(2)  Απελευθέρωση της Αγοράς Εργασίας: για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα

(3)  Υποτίμηση του νομίσματος: επίσης για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα

(4)  Άνοιγμα της οικονομίας στα διεθνή κεφάλαια

Οι δύο πρώτοι άξονες αποτελούν βασικούς πυλώνες των ελληνικών Μνημονίων. Ο τέταρτος άξονας δεν χρειάζεται τυπικά σημαντικές παρεμβάσεις καθώς η Ελληνική οικονομία στα πλαίσια της Κοινής Αγοράς είναι μία ανοικτή οικονομία. Βέβαια υπάρχει ο «σκοτεινός» τομέας (ιδιαίτερα των μη-διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών) όπου το ελληνικό κεφάλαιο με πραγματικά πανούργους τρόπους έχει καταφέρει (μέσω της «διαπλοκής») να κρατήσει απέξω τα διεθνή κεφάλαια. Στον τομέα αυτό τα ελληνικά Μνημόνια προβλέπουν μία σειρά στοχευμένα αλλά ταυτόχρονα προσεκτικά βήματα για να μην εξωθήσουν το ελληνικό κεφάλαιο στον τοίχο και του προκαλέσουν το «σύνδρομο της γάτας» (π.χ. η ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού τομέα).

Εκείνο όμως που λείπει από το ελληνικό Πρόγραμμα είναι ο τρίτος άξονας καθώς η χώρα είναι μέλος της Ευρωζώνης και συνεπώς δεν μπορεί από μόνη της να υποτιμήσει το νόμισμα της. Έτσι ένα τυπικό και αναγκαίο στοιχείο των προγραμμάτων του ΔΝΤ λείπει γεγονός που φορτώνει με ακόμη περισσότερα βάρη τους υπόλοιπους άξονες του προγράμματος. Ιδιαίτερα η αδυναμία συναλλαγματικής υποτίμησης οδηγεί σε ακόμη οξύτερες πολιτικές λιτότητας («εσωτερικής υποτίμησης») έτσι ώστε να αναταχθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Ένα άλλο στοιχείο των ελληνικών Μνημονίων ξεχωρίζει επίσης. Το ελληνικό Πρόγραμμα Προσαρμογής όχι μόνον είναι προ-κυκλικό αλλά είναι και εμπροσθοβαρές, δηλαδή ο μεγάλος όγκος των επώδυνων μέτρων του προβλέπεται για τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του. Αυτό, όπως έχει δημόσια δηλωθεί, έγινε κατ’ απαίτηση της ΕΕ και σε αντίθεση με την άποψη του ΔΝΤ. Το ΔΝΤ υποστήριζε ότι ένα υπερβολικά εμπροσθοβαρές πρόγραμμα θα βάθαινε την ύφεση περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Όμως η ΕΕ, θέλοντας να ξεμπερδεύει γρήγορα και να αποφύγει μετάδοση της κρίσης σε άλλες χώρες (κάτι που φυσικά για μία σειρά λόγους έγινε), επέβαλλε ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα.

Ο δεδηλωμένος στόχος των ελληνικών Μνημονίων είναι η αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης η οποία θεωρείται απλά ως μία κρίση χρέους (δηλαδή δεν συνδέεται με την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε το 2007)[8]. Δηλαδή το Πρόγραμμα θέλει να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους της ελληνικής οικονομίας που αποδίδεται πρωτίστως στα δημοσιονομικά ελλείμματα. Ταυτόχρονα όμως το πρόγραμμα θέλει να υλοποιήσει ένα δομικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας σύμφωνα με τα πρότυπα των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ: δηλαδή θέλει να μετασχηματίσει τον ελληνικό καπιταλισμό από ένα κρατικο-κεντρικό σύστημα σε ένα ιδιωτικο-κεντρικό. Συνεπώς, η Μνημονιακή Στρατηγική έχει διπλό στόχο: (α) θέλει να αντιμετωπίσει ένα άμεσο πρόβλημα ρευστότητας (λόγω χρέους) και (β) θέλει να μετασχηματίσει δομικά τον ελληνικό καπιταλισμό (που σχηματικά εκφράζεται με τον στόχο της αύξησης της ανταγωνιστικότητας). Και όλα αυτά εν μέσω μίας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και μίας συνδεόμενης με αυτήν κρίση της ΕΕ. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα εξαιρετικά δύσκολο στόχο που δυστυχώς (όπως όλα σχεδόν τα προβλήματα του καπιταλισμού) περνά πάνω από την πλάτη του κόσμου της εργασίας: όσο δυσκολότερα το πρόβλημα και οι επιδιώξεις του συστήματος τόσο μεγαλύτερα βάρη για τους εργαζόμενους.

Αυτή η Μνημονιακή Στρατηγική οργανώνεται μέσα από τα δύο Προγράμματα Προσαρμογής (Μνημόνια) και τις πάμπολλες ενδιάμεσες αναθεωρήσεις τους. Το πρώτο Μνημόνιο ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2010, έδινε δάνεια 110 δις ευρώ (80 δις διακρατικά ευρωπαϊκά δάνεια και 30 δις του ΔΝΤ) με επιτόκιο 5.5% για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους και τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και είχε ένα χρονικό ορίζοντα (όσον αφορά τα δάνεια) μέχρι το 2013 οπότε υποτίθεται η Ελλάδα δεν θα χρειαζόταν στήριξη και θα μπορούσε μόνη της να δανεισθεί στις διεθνείς αγορές. Δηλαδή το δανειακό πρόγραμμα προβλεπόταν τριετές για την περίοδο 2010-13. Επιπλέον, προβλεπόταν ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα το 2014 θα ήταν μικρότερο του 3% του ΑΕΠ. Επίσης προβλεπόταν ότι για τα πρώτα δύο χρόνια του προγράμματος θα υπήρχε συρρίκνωση της οικονομίας κατά περίπου 6.6% και θα ακολουθούσε αθροιστική μεγέθυνση 5,3% στην περίοδο 2012-14.

Πίνακας 3. Μακροοικονοµικό Πλαίσιο
2009 2010 2011 2012 2013 2014
(ετήσια µεταβολή)
Πραγµατική ανάπτυξη του ΑΕΠ

-2

-4.0 -2.6 1.1 2.1 2.1
Συµβολή εγχώριας ζήτησης -2.5 -7.5 -5.9 -0.7 0.8 1.0
Καθαρή εµπορική συµβόλη 0.7 3.5 3.2 1.7 1.4 1.1
              9.5 11.9 14.8 15.3 14.9 14.6
              1.3 1.9 -0.4 1.2 0.7 0.9

Ανεργία

HICP πληθωρισµός (µέσος όρος)

Πηγή: Ελληνικές αρχές και οι υπηρεσίες της Ευρ. Επιτροπής

The Economic Adjustment Programme for Greece, σ.18

Όμως ήδη από την πρώτη αναθεώρηση του πρώτου Μνημονίου φάνηκε ότι οι προβλέψεις του ήταν τραγικά εξωπραγματικές. Έτσι προέκυψε το δεύτερο Μνημόνιο τον Ιούλιο του 2011 το οποίο έδινε 130 δις δάνεια (από τον νεοσυγκροτημένο EFSF και το ΔΝΤ) σε δόσεις μέχρι και το 2014 (δηλαδή το πρόγραμμα έγινε συνολικά τετραετές: 2010-14). Προβλεπόταν ξανά ότι στο τέλος του 2014 η οικονομία, μετά από βαθύτερη ύφεση, θα είχε επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το χρέος θα ήταν υπό έλεγχο και η χώρα θα μπορούσε να επιστρέψει στο δανεισμό από τις διεθνείς αγορές.

Table 4. Macroeconomic scenario main features

Real GDP (growth rate) 2009 2010 2011 2012 2013 2014
-3.2 -3.5 -6.9 -4.7 0.0 2.5
Final domestic demand contribution* -3.6 -7.0 -10.0 -7.2 -1.4 1.5
Net trade contribution 3.1 3.1 2.8 2.3 1.4 1.2
Employment  (growth rate) -0.7 -1.9 -6.3 -4.8 -0.2 1.6
Unemployment rate (percent of labour force) 8.9 11.7 15.9 17.9 17.8 16.7
Compensation  of employees,  private sector per head 0.6 -0.3 -3.2 -13.0 -3.8 -2.2
Unit labour cost (growth rate) 4.3 -1.6 -1.0 -7.8 -1.3 -1.9
HICP inflation 1.3 4.7 3.1 -0.5 -0.3 0.1
HICP inflation at constant taxes 1.1 1.4 1.2 -1.2 -0.8 0.1
Current account balance (percent of GDP) -14.3 -12.3 -10.3 -6.9 -5.3 -4.6
Net borrowing vis-à-vis RoW (percent of GDP) -13.3 -10.6 -8.3 -4.8 -3.1 -2.4
Net external liabilities (percent of GDP) -112.9 -101.9 -116.0 -88.1 -90.0 -89.6
General Government  deficit (percent of GDP) -15.8 -10.6 -9.3 -7.3 -4.6 -2.1
General Government  primary surplus (percent of GDP) -10.6 -5.0 -2.4 -1.0 1.8 4.5
General Government  debt (percent of GDP) 129.3 144.9 165.3 161.4 165.4 162.1
* Excluding change in inventories and net acquisition of valuablesSource: European Commission

The Second Economic Adjustment Programme for Greece – March 2012, σ.18

Και οι προβλέψεις αυτές διαψεύσθηκαν γρήγορα, όπως έδειξαν και οι ενδιάμεσες επισκοπήσεις του προγράμματος, οπότε η τρόικα αναγκάσθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 να προχωρήσει στο «κούρεμα» του χρέους προς ιδιώτες της Ελλάδας (PSI) και ένα επιπλέον μικρό δάνειο προς την Ελλάδα για να μπορέσει η τελευταία να διαχειρισθεί τις εσωτερικές επιπτώσεις του «κουρέματος». Το νέο ορόσημο είναι το 2020 όπου υποτίθεται ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα είναι 120.5% του ΑΕΠ και ότι αυτό θα θεωρηθεί βιώσιμο χρέος από τις διεθνείς αγορές και συνεπώς θα ξαναρχίζουν να δανείζουν την Ελλάδα. Βέβαια το μέγεθος 120% είναι ένα «πολιτικό» μέγεθος καθώς εμπειρικά γνωρίζουμε ότι βιώσιμο είναι το χρέος της τάξης του 60-80% του ΑΕΠ. Το νούμερο 120% επιλέχθηκε γιατί τόσος είναι ο αντίστοιχος λόγος της Ιταλίας και η ΕΕ επ’ ουδενί δεν ήθελε να εμπλακεί η Ιταλία σε πρόγραμμα διάσωσης (για τον απλό λόγο γιατί η ΕΕ δεν διαθέτει τα αναγκαία κεφάλαια για μία τέτοιου επιπέδου «διάσωση»).

Marx graph

V. Οι συστηματικές αποτυχίες της Μνημονιακής στρατηγικής

Όπως είδαμε και παραπάνω, η Μνημονιακή Στρατηγική και τα προγράμματα υλοποίησης της αποτυγχάνουν συστηματικά στις προβλέψεις και στα χρονοδιαγράμματα τους. Ενδεικτικά, από τον Μάιο του 2010 έως τον Μάιο του 2013 χρειάσθηκε να αναθεωρηθούν επί τα χείρω οκτώ φορές οι προβλέψεις για τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Αντίστοιχα, η τρόικα χρειάσθηκε να αναθεωρήσει επτά φορές επίσης επί τα χείρω τις προβλέψεις της για την απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή: τα αρχικά μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας ήταν 25 δις ευρώ ενώ η πιο πρόσφατη εκτίμηση τα ανεβάζει αθροιστικά σε 66 δις ευρώ. Αντίστοιχη είναι η αποτυχία των προβλέψεων για το δημόσιο χρέος, τον λόγο εξωτερικού χρέους προς ΑΕΠ, το επίπεδο της ανεργίας κλπ. Πρόκειται για ένα επιεικώς απαράδεκτο αποτέλεσμα για ένα οικονομικό πρόγραμμα.

Ποιος είναι ο λόγος της αποτυχίας; Πρόσφατα η επίσημη συζήτηση άναψε μετά την μελέτη του O.Blanchard (διευθυντή του Τμήματος Μελετών του ΔΝΤ) που υποστήριξε ότι τα ελληνικά Προγράμματα υποτίμησαν τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή. Δηλαδή, σε απλά λόγια, θεώρησαν ότι οι δομικές αλλαγές (η μετατροπή της οικονομίας σε ιδιωτικο-κεντρική) και οι περικοπές στον δημόσιο τομέα (η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα) δεν θα είχαν τόσο μεγάλο υφεσιακό αποτέλεσμα όσο προέκυψε στην πραγματικότητα. Επιπλέον, παρόλο ότι αυτό δεν λέγεται στην επίσημη αυτή αντιπαράθεση, η κάλυψη των συρρικνούμενων δημόσιων οικονομικών δραστηριοτήτων από ιδιωτικές – το περιβόητο «μέρισμα μεγέθυνσης» (growth dividend) που παπαγάλισαν εγχώριοι ορθόδοξοι οικονομολόγοι και τα μόνο κατ’ όνομα ερευνητικά κέντρα των τραπεζών – δεν υλοποιήθηκε. Ο λόγος είναι πολύ απλός και προφανής αλλά αδυνατεί να τον συλλάβει η φτωχή και σχηματική λογική των ορθόδοξων οικονομικών: σε κατάσταση κρίσης (και μάλιστα εν μέσω παγκόσμιας κρίσης) και δομικών αλλαγών με αβέβαιο αποτέλεσμα κανένα ιδιωτικό κεφάλαιο (εκτός από τυχοδιώκτες και οικονομικούς κοντοτιέρους) δεν κάνει επενδύσεις. Βέβαια σύντομα μία άλλη μελέτη του ΔΝΤ ήρθε να διαψεύσει τον Blanchard. Το ενδιαφέρον είναι ότι η έννοια του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή είναι Κεϋνσιανή έννοια και ο ίδιος ο Blanchard ένας Νέος Κεϋνσιανός. Αυτό δείχνει, σε αντίθεση με τις φωνασκίες πολλών Κεϋνσιανών, ότι τα προγράμματα του ΔΝΤ δεν είναι ακραιφνώς νεοφιλελεύθερα αλλά είναι αντιπροσωπευτικά αυτού του μίγματος νεοφιλελευθερισμού και συντηρητικού κεϋνσιανισμού που τόσο η Συναίνεση της Ουάσιγκτον όσο και μετά-Ουάσιγκτον Συναίνεση αντιπροσωπεύουν. Όμως όλη αυτή η επίσημη αντιπαράθεση μεταξύ «γερακιών της λιτότητας» και «ομαλών διαχειριστών» (smooth operators) ευέλικτων συμβιβασμών είναι παραπλανητική. Το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο από την τεχνική του διάσταση, δηλαδή το εύρος ορισμένων τεχνικών παραμέτρων.

Το ουσιαστικό πρόβλημα της Μνημονιακής Στρατηγικής και των προγραμμάτων της είναι ότι είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει ταυτόχρονα τόσο στην διαχείριση άμεσων προβλημάτων (δημοσιονομικό έλλειμμα και εξωτερικό χρέος) και ταυτόχρονα να αλλάξει την δομή της οικονομίας. Και όλα αυτά εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Μεταφορικά, χρησιμοποιώντας ξανά την παρομοίωση του αεροπλάνου, είναι σαν να υποχρεώνεις ένα αεροπλάνο να κάνει βύθιση πιο απότομα από το φυσιολογικό και ταυτόχρονα να το μετασκευάζεις εν πτήσει ελπίζοντας ότι η άνοδος του θα έλθει πιο γρήγορα και θα είναι πιο απότομη. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα. Τόσο τα άμεσα μέτρα όσο και οι δομικές αλλαγές διαταράσσουν όλη την μεταπολεμική αρχιτεκτονική του ελληνικού καπιταλισμού και έχουν βαθιές πολιτικο-οικονομικές συνέπειες. Πρώτον, αλλάζουν βίαια την εσωτερική δομή του ελληνικού κεφαλαίου (εταιρικούς ομίλους, κλαδική και τομεακή διάρθρωση, εξαγωγικές και εισαγωγικές δραστηριότητες κλπ.). Αυτό σημαίνει ότι ισχυρά οικονομικά κέντρα του παρελθόντος κινδυνεύουν ενώ νέα προσπαθούν να αναδυθούν. Αυτό κάνει τις ενδοκαπιταλιστικές συγκρούσεις εξαιρετικά άγριες. Επιπλέον, η βαρύτητα και τα πεδία παρέμβασης ξένων κεφαλαίων διευρύνονται σε βάρος των εγχώριων. Δεύτερον, όλη αυτή η ζώνη μικρο-μεσαίας επιχειρηματικότητας (μικρομεσαίες επιχειρήσεις) και τα αντίστοιχα (εξαιρετικά μαζικά για τα δυτικά δεδομένα) μεσαία στρώματα συρρικνώνονται δραστικά καθώς η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου[9] προχωρά εξαιρετικά εντατικά. Αυτό όμως διαλύει μία από τις βασικές ταξικές συμμαχίες που στήριξαν το μεταπολεμικό μοντέλο του ελληνικού καπιταλισμού τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά και κοινωνικά. Αυτή η «προλεταριοποίηση» των μεσαίων στρωμάτων εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα. Επιπλέον όμως διαλύει κρίσιμες οικονομικές σχέσεις και λειτουργίες του συστήματος που όμως δεν αναπληρώνονται επαρκώς από άλλες σχέσεις. Τρίτον, πρέπει μέσα σε ελάχιστο χρόνο να μετατρέψει τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εργαζομένων από αυτές μίας ευρω-περιφερειακής χώρας σε αυτές μίας βαλκανικής ή και τριτοκοσμικής. Μόνο με μία τέτοια ραγδαία υποτίμηση τη αξίας της εργατικής δύναμης και αύξησης της εκμετάλλευσης της εργασίας μπορεί να ανακάμψει το ποσοστό κερδοφορίας. Μόνο με τον τρόπο αυτό – δηλαδή μεγάλη απαξίωση κεφαλαίων και αύξηση τη κερδοφορίας – μπορεί να βγει ο ελληνικός καπιταλισμός από την κρίση και να ξαναρχίσει η διαδικασία συσσώρευσης (δηλαδή η μεγέθυνση της οικονομίας). Αυτό όμως, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, απαιτεί μία βαθειά ύφεση. Επιπλέον, η επανεκκίνηση της ανάπτυξης δεν σημαίνει τέλος της λιτότητας αλλά το αντίθετο. Αυτή θα πρέπει να συνεχισθεί και να βαθύνει αλλιώς η ανάκαμψη της καπιταλιστικής συσσώρευσης θα διακοπεί ξανά και η ύφεση θα επιστρέψει. Τέλος, ακόμη και αν και όταν ξαναρχίσει η διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αυτό θα γίνει με τον ελληνικό καπιταλισμό υποβαθμισμένο μέσα στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα.

Όλο αυτό το σχέδιο είναι εξαιρετικά φιλόδοξο και παρακινδυνευμένο γιατί διαταράσσονται βίαια οικονομικές και ταξικές ισορροπίες και συσχετισμοί και αυτό οποιαδήποτε στιγμή (ακόμη και σε φάση ανάπτυξης) μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες (για το σύστημα) κοινωνικές και πολιτικές εκρήξεις. Βέβαια το σύστημα γνωρίζει ότι δεν έχει άλλο εναλλακτικό δρόμο. Η Κεϋνσιανή άποψη για αντι-κυκλική πολιτική και ήπια λιτότητα – γιατί και τα σοβαρά Κεϋνσιανά σενάρια προβλέπουν λιτότητα – έχει ήδη χρησιμοποιηθεί στο ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης και είναι γνωστό ότι δεν επιλύει την κρίση. Η δεξιά Κεϋνσιανή πολιτική τόνωσης της ζήτησης (α-λα Κρούγκμαν) – που είναι και η μόνη που συζητείται σε επίσημους κύκλους αλλά και σε κύκλους της λάιτ «αριστεράς της φαιδράς πορτοκαλέας» – δεν προβλέπει αναδιανομή εισοδήματος προς τα λαϊκά στρώματα (όπως οι προοδευτικές μεταπολεμικές Κεϋνσιανές πολιτικές) αλλά κυρίως αντι-υφεσιακά μέτρα που περιορίζουν την απαξίωση του κεφαλαίου. Αυτό είναι χρήσιμο στο απότομο ξέσπασμα της κρίσης γιατί αποφεύγεται ένα μαζικό και ανεξέλεγκτο κύμα χρεωκοπιών επιχειρήσεων που μπορεί να οδηγήσει στο σύστημα ακόμη και στην άμεση κατάρρευση. Όμως από τη στιγμή που το πρώτο αυτό κρίσιμο σημείο έχει ξεπερασθεί μετά η πολιτική αυτή δεν μπορεί να επιλύσει (αντίθετα μπορεί και να επιδεινώνει) το πρόβλημα υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και δεν αυξάνει επαρκώς την εκμετάλλευση της εργασίας και την μείωση των μισθών. Γι’ αυτό αυτός ο προ-κυκλικός δρόμος είναι ο μοναδικός για το σύστημα.

Τα προβλήματα αυτά φαίνονται καθαρά στην Μνημονιακή Στρατηγική ακόμη και σήμερα καθώς οι τεχνικές προβλέψεις και τα χρονοδιαγράμματα εξακολουθούν να πέφτουν έξω – παρά τις πολλαπλές αναθεωρήσεις και διορθωτικές παρεμβάσεις. Το μνημονιακό πολιτικο-οικονομικό μπλοκ (και η κυβέρνηση σαν βασικός εκφραστής του) προβάλλει ότι το 2013 έχει φανεί «φως στην άκρη του τούνελ». Έτσι οργανώνει όλη αυτή την φθηνή και φαιδρή προπαγάνδα περί success story. Όμως ακόμη και μία απλή εξέταση των τεχνικών πλευρών των Μνημονίων διαψεύδει αυτά τα επικοινωνιακά παραμύθια.

Το Μνημονιακό πρόγραμμα πρέπει:

α) Να κάνει το χρέος βιώσιμο: δηλαδή να μπορέσει ο ελληνικός καπιταλισμός να επιστρέψει στο δανεισμό από τις διεθνείς αγορές και μάλιστα σε ρεαλιστικά επιτόκια, δηλαδή τέτοια που να μπορούν να εξυπηρετηθούν από την ελληνική οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι το επιτόκιο πρέπει να αντιστοιχεί, χονδρικά, στον ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας.

β) Να μετατρέψει την οικονομία σε εξαγωγική (δηλαδή να προκύπτουν συστηματικά εμπορικά πλεονάσματα) έτσι ώστε και να ενισχύεται από το εξωτερικό ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ και να αντιμετωπίζονται τα προβλήματα ρευστότητας (ιδιαίτερα πληρωμών στο εξωτερικό) που αποτυπώνονται στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.

Υπάρχουν όπως είδαμε συγκεκριμένοι χρονικοί στόχοι και μεγέθη (milestones) σχετικά με τις αλληλεξαρτώμενες εν πολλοίς οικονομικές μεταβλητές που εμπλέκονται σε αυτό το πρόγραμμα.

Κατ’ αρχήν υποτίθεται αυθαίρετα ότι η προοπτική επίτευξης ενός λόγου εξωτ. χρέους προς ΑΕΠ της τάξης του 122,5% το 2022 θα ξανανοίξει – και μάλιστα από το 2014 – την πρόσβαση τις διεθνείς χρηματαγορές. Και αυτό γιατί η Ιταλία, με ένα τέτοιο λόγο, μπορεί και δανείζεται στις αγορές αυτές. Όπως είδαμε και προηγουμένως αυτή είναι μία προβληματική υπόθεση. Παραγνωρίζει τις ιδιαίτερες πολιτικο-οικονομικές δομές κάθε οικονομίας και τις ιδιαίτερες εσωτερικές και εξωτερικές ρυθμίσεις της. Υπάρχουν οικονομίες με μεγαλύτερο τέτοιο λόγο ή με μικρότερο λόγο αλλά με τερατωδώς πολλαπλάσια απόλυτα μεγέθη εξωτ. χρέους (τόσο δημόσιου όσο και ιδιωτικού) που για λόγους ιδιαίτερων εσωτερικών και εξωτερικών συσχετισμών αποφεύγουν προς το παρόν την κρίση χρέους. Υπάρχουν επίσης άλλες που με μικρότερους τέτοιους λόγους και απόλυτα μεγέθη έπεσαν ή κινδυνεύουν να πέσουν σε κρίση χρέους. Επιπλέον, γνωρίζουμε ότι η βιώσιμη μακροχρόνια διαχείριση του χρέους δεν μπορεί να γίνει παρά σε επίπεδα 60-80% του λόγου αυτού γιατί αλλιώς απαιτεί εξωφρενικούς και μη ρεαλιστικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Αυτό το πρόβλημα της μακροχρόνιας μη-βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους το τονίζουν έντονα όλοι οι διεθνείς ανταγωνιστές της ΕΕ και εκφράζεται με τις σημερινές ενστάσεις και επιφυλάξεις του ΔΝΤ.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εθνικολογιστικές σχέσεις η δημοσιονομική ευστάθεια (και άρα η βιωσιμότητα του δημοσιονομικού χρέους, δηλ. η ικανότητα διαχείρισης του) εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες:

(α) Το αρχικό ποσοστό χρέους προς ΑΕΠ: Αυτό είναι ιστορικά δεδομένο (ξεκίνησε από 120% στην αρχή της κρίσης), βαίνει αυξανόμενο (λόγω των δανείων της τρόικας) και επιδιώκεται να περιορισθεί κοντά στο 120% το 2022. Είναι όμως γνωστό ότι ακόμη και με το πιο αισιόδοξο σενάριο της τρόικας το χρέος θα είναι κοντά στο 124% του ΑΕΠ το 2022.

(β) Το ποσοστό του πρωτογενούς πλεονάσματος σε σχέση με το ΑΕΠ: Μόνο αυτό είναι υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης. Πρωτογενές πλεόνασμα σημαίνει ότι ο δημόσιος τομέας παύει να λειτουργεί ελλειμματικά και αντί να επιβαρύνει το χρέος αρχίζει να μπορεί να το αποπληρώνει και συνεπώς να το μειώνει. Η κυβέρνηση ακίζεται ότι από το 2013 θα υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα. Αυτό το κάνει με απίστευτες στατιστικές αλχημείες που είναι εν πλήρη γνώση των δανειστών. Καθώς ο στόχος δεν βγαίνει επιδίδεται συστηματικά σε μικρά και μεγάλα «κόλπα»: από την συγκεκαλυμμένη αύξηση φορολογίας (αυξήσεις παρακράτησης φόρων, προκαταβολές φόρων, κρυφοί καταναλωτικοί φόροι), την εγγραφή της επιστροφής των κερδών των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από την κερδοσκοπία με ελληνικά ομόλογα[10], τις ιδιωτικοποιήσεις-ξεπουλήματα[11], την εσωτερική στάση πληρωμής του δημοσίου (απλήρωτες ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου) μέχρι την εξωφρενική μείωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Με όλες αυτές τις αλχημείες η κυβέρνηση, με βάση τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, «χοροπηδά» για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος. Όμως, όπως δείχνουν τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας (που είναι πιο κοντά στην πραγματική ταμειακή κατάσταση του δημόσιου τομέα) το δημοσιονομικό έλλειμμα συνεχίζεται. Ο βασικός λόγος συνέχισης του δεν είναι φυσικά οι μισθοί των δημόσιων υπαλλήλων (που έχουν συρρικνωθεί δραματικά) αλλά οι φανερές και κρυφές επιδοτήσεις των ιδιωτικών επιχειρήσεων ακόμη και με εξώφθαλμες και «διαπλεκόμενες» φωτογραφικές ρυθμίσεις. Τέλος, πρέπει να τονισθεί ότι ακόμη και η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δημοσιονομικά ελλείμματα και συνεπώς πρόβλημα χρηματοδότησης καθώς τα τελευταία εξαρτώνται και από το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο. Το τελευταίο επιβαρύνεται δραματικά από τα τοκοχρεολύσια (δηλαδή το κόστος εξυπηρέτησης του εξωτερικού δανεισμού στον οποίο συμπεριλαμβάνονται τα δάνεια της τρόικας).

(γ) Το πραγματικό επιτόκιο δημόσιου δανεισμού: Αυτό εξαρτάται από την τρόικα των δανειστών και για την διάρκεια των Μνημονιακών δανείων (μέχρι και το 2014) υπολογίζεται σε περίπου 4.5%. Το πρόβλημα είναι τι θα γίνει μετά το τέλος των δανειακών δόσεων το 2014. Τότε το ελληνικό δημόσιο πρέπει να μπορεί να δανεισθεί με ρεαλιστικά επιτόκια (που εκτιμώνται ότι πρέπει να είναι μεταξύ 5% και 5.8%). Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτό κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι. Ακόμη και αν πετύχει η φημολογούμενη έκδοση μακροχρόνιου ομολόγου (π.χ. 10ετούς) αυτό θα γίνει με ειδικούς χειρισμούς[12] και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συνεχίσει να γίνεται στο μέλλον.

(δ) Το ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ: Αυτό το πιο σημαντικό μέγεθος καθώς επηρεάζει τους τρεις από τους τέσσερεις παράγοντες, ελέγχεται ελάχιστα πλέον από την κυβέρνηση καθώς βασικά εργαλεία (π.χ. ΠΔΕ) έχουν εκμηδενισθεί. Οι δε προσδοκίες για σχέδια Μάρσαλ κλπ. είναι απλά στρουθοκαμηλισμοί (π.χ. ο προϋπολογισμός της ΕΕ και το ΕΣΠΑ μειώνονται ενώ η απορρόφηση του τελευταίου είναι οικτρή λόγω αδυναμίας εθνικής οικονομικής συμμετοχής και διαδοχικών πετσοκομμάτων του ΠΔΕ ακόμη και μετά την σιωπηρή μείωση της ελληνικής εθνικής συμμετοχής στο 5% του κόστους των προγραμμάτων). Ταυτόχρονα η ελληνική οικονομία έχει βυθισθεί, λόγω Μνημονίου, σε ένα καθοδικό υφεσιακό σπιράλ. Τρία είναι τα συνεπακόλουθα αυτού του υφεσιακού σπιραλ. Πρώτον, ότι έχουμε μία δυσαναπλήρωτη σωρευτική απώλεια που υπερβαίνει το 20% του ΑΕΠ. Δεύτερον, ότι ακόμη και αν η ύφεση αρχίσει να αποκλιμακώνεται θα διαρκέσει τουλάχιστον ακόμη μία διετία και θα ξεπεράσει το 25% του ΑΕΠ. Αυτό επηρεάζει αρνητικά τις τρεις από τις τέσσερεις παραμέτρους της βιωσιμότητας του χρέους και συνεπώς οδηγεί στη λήψη νέων μέτρων λιτότητας στην πλάτη προφανώς των γνωστών υποζυγίων (καθώς το πρωτογενές πλεόνασμα είναι η μόνη παράμετρος στην οποία μπορεί να προσφύγει η κυβέρνηση). Τρίτον, γνωρίζουμε εμπειρικά ότι για να είναι βιώσιμο το χρέος πρέπει χονδρικά ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ να ισούται με το επιτόκιο δανεισμού. Είναι προφανές, ότι με αυτό το υφεσιακό σπιραλ κάτι τέτοιο είναι εξωπραγματικό.

Όμως και ο δεύτερος θεμελιακός Μνημονιακός άξονας της ενίσχυσης των εξαγωγών και της μετατροπής της ελληνικής οικονομίας σε εξαγωγικής έχει σοβαρά προβλήματα. Κατ’ αρχήν με την υπάρχουσα δομή της ελληνικής οικονομίας μέσω της μνημονιακής λιτότητας έχει επιτευχθεί μία βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου. Αυτή η βελτίωση όμως προέρχεται κυρίως από την ραγδαία μείωση των εισαγωγών. Αντιθέτως, οι εξαγωγές εμφανίζουν μία εξαιρετικά ασταθή πορεία. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης και το πρώτο ξάφνιασμα υπήρξε μία ασθενική ανάπτυξη τους που όμως δεν έχει σταθερότητα. Η ανάκαμψη προήλθε κυρίως από την εσπευσμένη προσπάθεια των εγχώριων κεφαλαίων να βρουν αγορές στο εξωτερικό καθώς η μνημονιακή ύφεση έπνιξε την εγχώρια κατανάλωση. Όμως η δυνατότητα ανάπτυξης των εξαγωγών με την υπάρχουσα παραγωγική δομή της ελληνικής οικονομίας είναι περιορισμένη. Αυτό φυσικά το γνωρίζουν οι εγκέφαλοι της Μνημονιακής στρατηγικής. Μία ριζική αναβάθμιση της εξαγωγικής επίδοσης της ελληνικής οικονομίας απαιτεί ρηξικέλευθους δομικούς μετασχηματισμούς που ακόμη και με την Μνημονιακή πολιτική «σοκ και δέους» απαιτούν χρόνο. Δηλαδή είναι μία μακροχρόνια διαδικασία που τα αποτελέσματα της εκδηλώνονται με σημαντικές χρονικές υστερήσεις και σε βάθος χρόνου. Έτσι η ανάπτυξη των εξαγωγών συνάντησε γρήγορα σοβαρά προβλήματα. Για παράδειγμα, μεγάλο μέρος των ελληνικών εξαγωγών εξαρτώνται από εισαγωγές ενδιάμεσων προϊόντων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των πετρελαιοειδών. Τα τελευταία αποτελούν το βασικότερο κορμό της αύξησης των ελληνικών εξαγωγών. Ενδεικτικά, οι ελληνικές εξαγωγές χωρίς τα πετρελαιοειδή τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2013 αυξήθηκαν μόλις κατά 0,8% σε σχέση με τα επίπεδα του 2012. Συνεπώς η κάμψη των εισαγωγών θέτει προβλήματα στην ανάπτυξη των εξαγωγών. Επίσης, η χρηματοπιστωτική δυστοκία (δηλαδή η αδυναμία εξεύρεσης ιδιωτικού δανεισμού, εξαγωγικών πιστώσεων, εγγυήσεων κλπ. λόγω της κρίσης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό) θέτει σοβαρά εμπόδια στην βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων.

Υπάρχει, τέλος, ένα άλλο εξαιρετικά σημαντικό εμπόδιο για την επιτυχία αυτού του δεύτερου πυλώνα της Μνημονιακής στρατηγικής. Αυτή στρατηγική μετατροπής σε εξαγωγική οικονομία επιβάλλεται και σε μια σειρά άλλες οικονομίες που είναι ανταγωνιστές του ελληνικού καπιταλισμού. Επομένως, δεν αρκεί μόνο ο τελευταίος να γίνει εξαγωγικός αλλά πρέπει να είναι και ανταγωνιστικός έναντι των άλλων. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στο ζήτημα της μείωσης των μισθών (τον ανταγωνισμό κόστους) όπου πέφτει το μεγαλύτερο βάρος του εξαγωγικού μετασχηματισμού. Η μείωση των ελληνικών μισθών δεν επαρκεί εφόσον και οι άμεσοι ανταγωνιστές μειώνουν τους δικούς τους.

Ένα επιπρόσθετο πρόβλημα που αφορά τόσο την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού καπιταλισμού όσο όμως και άλλες πλευρές των Μνημονιακών προγραμμάτων είναι ο αδύναμος αποπληθωρισμός τιμών της ελληνικής οικονομίας[13]. Η στρατηγική της προσανατολισμένης προς εξαγωγές οικονομίες απαιτεί τον ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή την γενική πτώση του επιπέδου των τιμών έτσι ώστε τα ελληνικά προϊόντα να γίνουν πιο ανταγωνιστικά στο εξωτερικό. Στο σημείο αυτό σημειώνεται άλλη μία παταγώδης αποτυχία των Μνημονιακών προγραμμάτων. Ενώ οι μισθοί έχουν «αποπληθωρισθεί» με εξαιρετική βαρβαρότητα οι τιμές πώλησης των προϊόντων δεν πέφτουν ή πέφτουν πολύ αργά. Ενδεικτικά μόλις το τρίτο τρίμηνο του 2013 εμφανίσθηκε μία ασθενής μείωση του γενικού επιπέδου τιμών. Ο βασικός λόγος αυτού του ελλιπούς αποπληθωρισμού είναι το γεγονός ότι τα ελληνικά κεφάλαια (ιδιαίτερα σε τομείς ειδών μαζικής λαϊκής κατανάλωσης αλλά και γενικότερα) οργανώνουν μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές σχέσεις και έτσι αυξάνουν την κερδοφορία τους εκμεταλλευόμενα την μείωση των μισθών την οποία δεν περνούν στις τιμές.

Υπάρχουν επίσης και ορισμένοι παράγοντες που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν «δώρα εξ ουρανού» (windfalls) και όπου οι σχεδιαστές της Μνημονιακής στρατηγικής επίσης στηρίζουν ελπίδες. Τα πιο σημαντικά από αυτά είναι ο τουρισμός, η εξεύρεση και αξιοποίηση φυσικών πόρων και οι ξένες επενδύσεις. Στο βαθμό που προκύψουν τέτοια «δώρα εξ ουρανού» θα βελτιώσουν το ΑΕΠ, θα απαλύνουν την πίεση του χρέους και θα διευκολύνουν τον δομικό μετασχηματισμό. Όμως και οι τρεις προαναφερθέντες παράγοντες είναι εξαιρετικά ασταθείς και αμφίβολοι. Ο τουρισμός εξαρτάται αποφασιστικά από το διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Μία παγκόσμια ύφεση (ή μία ανάλογη στις βασικές χώρες τουριστών) ή μία πολεμική περιπέτεια στην περιοχή της Μεσογείου μπορούν πολύ εύκολα να καταβαραθρώσουν τον τουρισμό. Αντίστοιχα, ακόμη και αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις για αποθέματα φυσικών πόρων η παραγωγική αξιοποίηση τους θα αργήσει αρκετά. Τέλος, όπως έχει φανεί καθαρά στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων τα ξένα κεφάλαια είναι διατεθειμένα να μπουν στην ελληνική οικονομία, υπό τις παρούσες συνθήκες, μόνον έναντι πινακίου φακής και συνεπώς με πολύ περιορισμένο οικονομικό αποτέλεσμα.

Όλα τα προαναφερθέντα τεχνικά ζητήματα δείχνουν ότι οι πολιτικο-οικονομικοί περιορισμοί θέτουν σοβαρά τεχνικά προβλήματα στην επίτευξη των Μνημονιακών προγραμμάτων.

Υπάρχει τέλος ένας άλλος σημαντικός περιορισμός (και λόγος συστηματικής αποτυχίας) της Μνημονιακής στρατηγικής. Αυτός ο περιορισμός είναι ότι η επίλυση της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού επιδιώκεται να γίνει μέσα στη βαθιά παγκόσμια ύφεση που ακολουθεί την κρίση του 2007-8 και που υποδηλώνει ότι η τελευταία κάθε άλλο παρά έχει επιλυθεί. Αυτό επηρεάζει πολλαπλά την υλοποίηση της Μνημονιακής στρατηγικής. Κατ’ αρχήν οι ηγεμονικοί ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί βιάζονται για μία λύση με αποτέλεσμα να πιέζουν πέραν του δέοντος πράγματα και καταστάσεις. Δεύτερον, επειδή πιέζονται και αυτοί οικονομικά δεν είναι διατεθειμένοι να πολυξοδευθούν ακόμη και όταν πρόκειται για την δική τους οικονομική «πίσω αυλή». Αυτό επίσης πιέζει τα πράγματα πέραν ρεαλιστικών ορίων. Τρίτον, η όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών κάνει ένα ήδη παρακινδυνευμένο «παιχνίδι» ακόμη πιο επισφαλές.

4433_1149619815649_1082199295_462868_570189_n

VI. Αντί επιλόγου

Η Μνημονιακή στρατηγική δεν αποτυγχάνει συστηματικά επειδή είναι εσφαλμένη, όπως υποστηρίζουν Κεϋνσιανές και αντι-νεοφιλελεύθερες (αλλά όχι αντι-καπιταλιστικές) απόψεις. Είναι πράγματι η μόνη στρατηγική με την οποία μπορεί το κεφάλαιο να ξεπεράσει την κρίση του. Ταυτόχρονα όμως είναι μία υπερβολικά φιλόδοξη στρατηγική και γι’ αυτό ενέχει πράγματι σοβαρούς κινδύνους για την καθεστηκυία τάξη.

Αυτό εξηγεί εν τέλει και την εμμονή της ελληνικής αστικής τάξης σε αυτή την κατεύθυνση παρόλα τα προβλήματα που της δημιουργεί και την υποβάθμιση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Αυτός είναι και ο λόγος που μία σειρά άλλες προτάσεις σωτηρίας του συστήματος – όπως οι Κεϋνσιανές αντι-κυκλικές πολιτικές – απορρίπτονται σκαιά. Η μόνη αξία χρήσης τους είναι μόνο σε επιμέρους ρυθμίσεις και ζητήματα ή για βραχυπρόθεσμες προσαρμογές.

Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι ρεαλιστικές και μία σειρά μεσοβέζικες ρεφορμιστικές προτάσεις οικονομικής διεξόδου όπως αυτές που εκφράζονται από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και από διανοούμενους μέσα και γύρω από τον χώρο αυτό. Αυτές οι μεσοβέζικες ρεφορμιστικές προτάσεις προσπαθούν να βρουν ένα έδαφος συμβιβασμού με την αστική τάξη ή τουλάχιστον με μερίδες της που απλά δεν υπάρχει. Το έδαφος αυτού του συμβιβασμού διερευνάται μέσα στα ακόλουθα πλαίσια:

(α) Αποδέχεται την ευρωπαϊκή «κόκκινη γραμμή» του συστήματος. Δηλαδή δεν θέτει ζήτημα απεμπλοκής από την μία από τις βασικές μήτρες του ελληνικού προγράμματος, την ΕΕ (δηλαδή δεν θέτει θέμα αποδέσμευσης από την ΕΕ). Αντιθέτως, προσπαθεί να ανακαλύψει μία ανυπόστατη και ανέφικτη προοδευτική λύση μέσα στα πλαίσια της.

(β) Στο βασικό πυρήνα του οικονομικού προγράμματος του υιοθετεί τις Κεϋνσιανές αντι-κυκλικές πολιτικές με κάποια μεγαλύτερα ή μικρότερα φιλολαϊκά επιχρίσματα. Αυτό σημαίνει, στην καλύτερη των περιπτώσεων, κάποια απάλυνση της λιτότητας σε βάρος των εργαζομένων αλλά σε καμία περίπτωση την επιστροφή έστω της αξίας της εργασιακής δύναμης και του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασίας στα προηγούμενα επίπεδα.

(γ) Στις ποιο ακραίες εκδοχές θέτει σεμνά ζήτημα αποχώρησης μόνον από το ευρώ. Αυτό φθάνει να αγγίζει την ευρωπαϊκή «κόκκινη γραμμή» του συστήματος αλλά δεν την ξεπερνά. Άλλωστε το ενδεχόμενο μίας υπαγωγής της Ελλάδας σε μία νομισματική ζώνη περιφερειακή και εξαρτημένη από το ευρώ είναι μέσα στα εναλλακτικά σχέδια των ηγεμονικών ευρωπαϊκών καπιταλισμών. Επίσης η έξοδος από την ΟΝΕ φλερτάρει με πολιτικές άλλων – ιδιαίτερα αγγλοσαξωνικών – ιμπεριαλιστικών κέντρων που θέλουν να εξασθενίσουν τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλιστικό πόλο. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, σε τεχνικό επίπεδο η υποτίμηση ΄του νομίσματος (την οποία κάνει εφικτή η έξοδος από την ΟΝΕ) είναι ένας από τους τυπικούς πυλώνες των προγραμμάτων δομικής προσαρμογής του ΔΝΤ.

Ο συμβιβασμός αυτός είναι ανέφικτος για ένα βασικό λόγο. Γιατί το σύστημα δεν έχει την πολυτέλεια επιλογής άλλου δρόμου πέραν του Μνημονιακού. Ο μόνος συστημικός δρόμος για την υπέρβαση του Μνημονίου είναι η με το καλό ή με το στανιό επιτυχία του (τουλάχιστον στο μεγαλύτερο τμήμα των προγραμμάτων του).

Το ζήτημα για τον κόσμο της εργασίας και τις δυνάμεις της πραγματικής Αριστεράς δεν είναι να ακκίζονται με ανέφικτους συμβιβασμούς. Αντίθετα, κατανοώντας την σιδερένια λογική του συστήματος πρέπει να επικεντρωθούν στο βασικό αδύνατο σημείο της: το γεγονός ότι πρέπει να διαταράξει όλη την προηγούμενη αρχιτεκτονική του και να διαλύσει βασικούς μηχανισμούς ισορροπίας του. Αυτό καταστρέφει τα μέχρι πρότινος συμμαχικά προς το σύστημα μεσαία στρώματα και μαζικοποιεί αλλά και εξαθλιώνει τους εργαζόμενους. Στόχος της Αριστεράς πρέπει να είναι η συγκρότηση όλων αυτών σε ένα ενιαίο μέτωπο ενάντια στο σύστημα με βάση ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής (βλέπε Μαυρουδέας (2012α, 20112β)).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μαυρουδέας Στ. (2010α), «Η ελληνική κρίση, η ΕΕ και οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις», Ουτοπία νο.92.

Μαυρουδέας Στ. (2010β), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος (2010), «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. Τόπος.

Μαυρουδέας Στ. (2011), «Η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ένωση: καπιταλιστική κρίση και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις» σε Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ), «Οικονομική κρίση και Ελλάδα», Αθήνα: Gutenberg.

Μαυρουδέας Στ. (2012α), «Η κρίση της ΕΕ, οι ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η Ελλάδα», Τετράδια Ανυπότακτης Θεωρίας νο.1, 2012

Μαυρουδέας Στ. (2012β), «Η κρίση της ΕΕ, η Ελλάδα και η Αριστερά», περιοδικό ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΩ τεύχος 90, Ιανουάριος 2012.

Μαυρουδέας Στ. (2012γ), «Η αρχή του τέλους του ελληνικού δράματος;»

Mavroudeas S. (2013), ‘Development and Crisis: The Turbulent Course of Greek Capitalism’, International Critical Thought vol.3 no.3.

Μαυρουδέας Στ. (2013α), «Έξοδος από την κρίση ή η τελική φάση της ελληνικής τραγωδίας;».

Μαυρουδέας Στ. (2013β), «Η ελληνική τραγωδία: ανταγωνιστικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης», Foreign Affairs Hellenic Edition, Αύγουστος 2013.

Μαυρουδέας Στ. & Μανιάτης Θ. (2013), «Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, το ελληνικό πρόβλημα και ο Μαρξισμός: ένα περίγραμμα ανάλυσης και συζήτησης» σε Όμιλος Μαρξιστικών Ερευνών – ΟΜΕ (2013), «Ο Μαρξισμός και η Ελληνική Οικονομική Κρίση», Αθήνα: Gutenberg.

Mavroudeas S. & Papadatos D. (2007), ‘Reform, reform the reforms or simply Regression? The “Washington Consensus” and its Critics’, Bulletin of Political Economy 1, no.1.

Παπαδάτος Δ. (2013), «Ο νεοσυντηρητικός μετασχηματισμός του ελληνικού καπιταλισμού εν μέσω παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Η στρατηγική του μνημονίου» σε Όμιλος Μαρξιστικών Ερευνών – ΟΜΕ (2013), «Ο Μαρξισμός και η Ελληνική Οικονομική Κρίση», Αθήνα: Gutenberg.

Weisbrot M., Ray R., Johnston J., Cordero JA. & Montecino JA. (2009), ‘IMF-supported macroeconomic policies and the world recession: a look at forty-one borrowing countries’, Washington D.C.: Center For Economic and Policy Research.


[1] Διεξοδικότερη ανάλυση της λειτουργίας της ΕΕ ως ενός πυραμιδοειδούς ιμπεριαλιστικού μπλοκ με σχέσεις (ιμπεριαλιστικής) οικονομικής εκμετάλλευσης των κατώτερων βαθμίδων του από τις ανώτερες δίνεται σε Μαυρουδέας (2013).

[2] Για τα προβλήματα της σύγχρονης «Μεγάλης Ιδέας» του ελληνικού κεφαλαίου για ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011).

[3] Για περισσότερα βλέπε Μαυρουδέας (2012γ).

[4] Για περισσότερα σχετικά με τους ενδο-ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μέσα στην σημερινή παγκόσμια καπιταλιστική κρίση βλέπε Μαυρουδέας (2010, 2011, 2012α, 2012β).

[5] Η «παγκοσμιοποίηση» είναι η πολιτική ραγδαίας διεθνοποίησης του κεφαλαίου που επιβλήθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 σε όλο σχεδόν τον κόσμο από τα παγκόσμια ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η ραγδαία αυτή διεθνοποίηση συνίσταται στην απελευθέρωση και ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, των κεφαλαιακών ροών και ιδιαίτερα στη μετατροπή λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών σε φθηνούς χώρους παραγωγής των πολυεθνικών εταιρειών. Η πολιτική αυτή ενεργοποιεί μία από τις βασικές αντίρροπες δυνάμεις στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Επιπλέον, η επιβολή του ανοίγματος προηγουμένως προστατευμένων οικονομιών αύξησε τα πεδία εκμετάλλευσης των πολυεθνικών εταιρειών (και ιδιαίτερα των δυτικών). Φυσικά, η «παγκοσμιοποίηση» σε καμία περίπτωση δεν σήμαινε την εξάλειψη του εθνικού κράτους, όπως υποστηρίζουν οι θεωρίες της παγκοσμιοποίησης. Το αντίθετο μάλιστα: τα εθνικά κράτη των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενδυναμώθηκαν αποφασιστικά σε βάρος αυτών των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών.

[6] Για μία διεξοδική ανάλυση της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον, των διάφορων κριτικών και τροποποιήσεων της και την κριτική της από τη σκοπιά του Μαρξισμού βλέπε Mavroudeas & Papadatos (2007).

[7] Άλλωστε σχεδόν όλες οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες στα πρώτα τους βήματα χρησιμοποίησαν κρατική οικονομική στήριξη. Αυτό αποτυπώθηκε στη Δύση σε μία ολόκληρη ιστορική περίοδο της μετάβασης από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό: αυτή της Εμποροκρατίας (Μερκαντιλισμός). Σε θεωρητικό επίπεδο το ζήτημα αυτό αναδείχθηκε εξαιρετικά εύστοχα από τον Gershenkron.

[8] Για τις αδυναμίες και τα προβλήματα των ορθόδοξων και ετερόδοξων ερμηνειών της ελληνικής κρίσης καθώς και για τα αναλυτικά και εμπειρικά προτερήματα της Μαρξιστικής ερμηνείας (δηλαδή ως κρίσης κερδοφορίας) βλέπε Μαυρουδέας (2013β).

[9] Μία βασική διαδικασία της καπιταλιστικής κρίσης είναι η εκκαθάριση των πιο αδύναμων κεφαλαίων. Αυτό οδηγεί σε αύξηση (υπό προϋποθέσεις) τόσο του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων όσο και σε περιορισμός του αριθμού της. Δηλαδή δημιουργία μία τάση αύξησης της μονοπωλιοποίησης της οικονομίας που βέβαια δεν σημαίνει κατάργηση του ανταγωνισμού αλλά αντιθέτως ακόμη μεγαλύτερη ένταση του (μονοπωλιακός ανταγωνισμός).

[10] Πρόκειται για τα περιβόητα ANFAs. Οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες αγόρασαν στη δευτερογενή αγορά ελληνικά ομόλογα σε πολύ μικρότερη τιμή από την ονομαστική τους (λόγω του φόβου της ελληνικής χρεωκοπίας) και συνεπώς ενέγραψαν σημαντικά κέρδη. Συμφωνήθηκε τα κέρδη αυτά – που υπολογίζονται περίπου στο 1.5 δις ευρώ – να επιστραφούν στην Ελλάδα. Όμως, παρά την συμφωνία αρκετές χώρες (με πρώτη και καλύτερη, τουλάχιστον μέχρι πρότινος, την Γαλλία) αντιδρούν και κωλυσιεργούν. Επιπλέον, τα ANFAs είναι εκτός των προβλέψεων του Μνημονιακού προγράμματος. Συνεπώς, χωρίς αυτό τον «μποναμά», με τα φυσιολογικά εργαλεία του το πρόγραμμα για άλλη μία φορά αποτυγχάνει τραγικά.

[11] Στην διεθνή βιβλιογραφία οι ιδιωτικοποιήσεις αυτές έχουν τον εύγλωττο τίτλο «πωλήσεις της πυρκαγιάς» (fire sales). Πρακτικά σημαίνουν ξεπούλημα. Το ελληνικό πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων έχει πέσει έξω για τον απλό λόγο ότι σε συνθήκες ύφεσης και αβεβαιότητας – και επιπλέον οξύτατων ενδο-καπιταλιστικών και ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και τρικλοποδιών – δεν βρίσκονται αγοραστές. Η περίπτωση του φυσικού αερίου (της ΔΕΠΑ) είναι χαρακτηριστική. Θεωρητικά, τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις προβλέπεται ότι θα μειώσουν με μαζικές αποπληρωμές το χρέος και συνεπώς θα οδηγήσουν σε δραστική αποκλιμάκωση του. Όμως ήδη τα προβλεπόμενα έσοδα για το 2013 υπολείπονται κατά περίπου 1.1 δις ευρώ. Γι’ αυτό η κυβέρνηση προχωρά σε σκανδαλώδη ξεπουλήματα με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του ΟΠΑΠ.

[12] Για παράδειγμα, συζητείται η περίπτωση «απειλής» της ΕΕ ότι όσο μέρους του δανείου δεν καλυφθεί σε λογικά επιτόκια από ιδιώτες θα αγορασθεί από ευρωπαϊκό μηχανισμό. Τέτοιοι χειρισμοί, για να συμπιεσθούν τα επιτόκια, έχουν γίνει και αλλού (π.χ. ιταλικό και ισπανικό χρέος). Όμως είναι γνωστό ότι δεν μπορούν να γίνονται συνεχώς και μάλιστα σε αυξανόμενη κλίμακα (για πολλές χώρες).

[13] Η μείωση του γενικού επιπέδου τιμών θα έκανε τα Μνημονιακά προγράμματα λιγότερο δυσβάστακτα για τους εργαζόμενους καθώς θα μπορούσαν να διατηρήσουν τουλάχιστον ένα μέρος του παλιού επιπέδου διαβίωσης τους. Αυτό θα όξυνε λιγότερες την κοινωνική δυσαρέσκεια έναντι των Μνημονίων και ταυτόχρονα θα μείωνε λιγότερο την εσωτερική ζήτηση.

———————————————-

 

Ο νεοσυντηρητικός μετασχηματισμός του ελληνικού καπιταλισμού εν μέσω παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του Φ.Παπαδάτου

Ημερίδα του Τμήματος Πολιτικής Οικονομίας του Ομίλου Μαρξιστικών Ερευνών

Αθήνα, 13-1-2013

capitalist

Ο νεοσυντηρητικός μετασχηματισμός του ελληνικού καπιταλισμού εν μέσω παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Η στρατηγική του μνημονίου.

Φάνης Παπαδάτος

Ο Ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας του καθώς για πρώτη φορά βρίσκεται στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού. Απέναντι σε αυτή την κρίση απαντά με μια προσπάθεια μετασχηματισμού του από έναν κρατικοδίαιτο καπιταλισμό σε ένα ιδιωτικοκεντρικό σύστημα μέσω της στρατηγικής του μνημονίου και μάλιστα εν μέσω παγκόσμιας κρίσης. Η εισήγηση αρχίζει με μια σύντομη περιγραφή του πλαισίου της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης εντός της οποίας και εξαιτίας της οποίας ο ελληνικός καπιταλισμός βιώνει τη δική του κρίση. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε το γενικότερο θεωρητικό και πολιτικό υπόβαθρο της στρατηγικής του μνημονίου καθώς αυτή εντάσσεται στο γενικότερο νεοφιλελεύθερο πρότυπο διαρθρωτικής προσαρμογής που εφαρμόζεται ανά τον κόσμο. Στην συνέχεια θα αναλύσουμε τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής μνημονιακής στρατηγικής και τις ιδιομορφίες της σε σχέση με το γενικότερο θεωρητικό και πολιτικό υπόβαθρο των νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων και τέλος τις αιτίες για τις οποίες εκτιμούμε ότι τείνει να αποτύχει.

Από το 2009, η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία βρίσκεται στη δίνη μιας παγκόσμιας κρίσης. Η κρίση αυτή όπως είναι γνωστό, ξεκίνησε το 2007 στις ΗΠΑ ως κρίση των λεγόμενων δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης. Τόσο η σημερινή κρίση της ελληνικής οικονομίας όσο και η κρίση της ευρωζώνης αποτελούν συνέχεια και συνέπεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-9, όταν αυτή μετατράπηκε σε δημοσιονομική. Περαιτέρω, η ίδια αυτή χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-9 αποτελεί με τη σειρά της τη συνέχεια και κορύφωση μιας ολόκληρης σειράς χρηματοπιστωτικών κρίσεων, που από την κρίση του αμερικανικού χρηματιστηρίου το 1987 και μετά, εκδηλώθηκαν με ασυνήθιστη συχνότητα (κρίση του μεξικανικού πέσο, ασιατική κρίση, κρίση του ρωσικού ρουβλίου, κρίσης της Αργεντινής, κρίση της Τουρκικής λίρας). Όλες δε οι παραπάνω κρίσεις με τη σειρά τους έχουν τη βαθύτερη ρίζα τους στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 1973 και τα προβλήματα κερδοφορίας που αυτή έφερε στο σύγχρονο καπιταλισμό όπως ήδη αναφέρθηκε και στην αρχική εισήγηση της σημερινής ημερίδας. Με άλλα λόγια, η βαθύτερη αιτία και των σημερινών κρίσεων βρίσκεται στο γεγονός ότι από το 1973 και μετά, η κερδοφορία του κεφαλαίου αν και κατά καιρούς ενισχύθηκε, ποτέ δεν κατάφερε να αγγίξει τα προ του 1973 επίπεδα της. Ο σαρωτικός μετασχηματισμός του καπιταλισμού τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται πλέον ξεκάθαρα ότι γεννιέται, διαπερνάται αλλά και κλονίζεται από ένα κύκλο μιάς ανώτερης ιστορικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος παρόλο μάλιστα το βάθος της διαδικασίας του καπιταλιστικού μετασχηματισμού που έχει συντελεστεί και συνεχίζει να συντελείται.

Οι Ευρωπαϊκοί αλλά πολύ περισσότερο ο ελληνικός καπιταλισμός ήταν λογικό και επόμενο να μην μείνουν αλώβητοι από τις παραπάνω εξελίξεις.

euro20mayri20trypa

1. Το θεωρητικό και πολιτικό υπόβαθρο της στρατηγικής του μνημονίου: Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της λεγόμενης εξωστρεφούς ανάπτυξης.

Το θεωρητικό και πολιτικό υπόβαθρο της στρατηγικής του μνημονίου έχει τις ρίζες του αρκετές δεκαετίες πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Εκείνη την περίοδο δημιουργήθηκε η λεγόμενη κρίση χρεών των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών, ως αποτέλεσμα και αυτό της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 1973. Η υποχώρηση της κερδοφορίας των ιμπεριαλιστικών χωρών του καπιταλιστικού κέντρου και η συνακόλουθη υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας και είχε συνέπειες που οδήγησαν σε σοβαρά ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών ιδιαίτερα των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών. Ταυτόχρονα, η αναθεώρηση της νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ προκειμένου να τιθασευτεί ο πληθωρισμός με την εφαρμογή των νομισματικών δογμάτων του μονεταρισμού, επιβάρυνε όσους δανείζονταν σε δολάρια, ξαφνικά, με την καταβολή τεράστιων τόκων επί των δανείων τους, τους οποίους δεν ήταν σε θέση να καταβάλουν λόγω της παγκόσμιας κάμψης και της απώλειας εισοδήματος από τις εξαγωγές τους. Η εκδήλωση του προβλήματος με τη μορφή κρίσης χρέους ξεκίνησε με την Μεξικανική κρίση του 1982 και εξαπλώθηκε με γρήγορους ρυθμούς σε ολόκληρο των αναπτυσσόμενο κόσμο, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική και σε πολλές αφρικανικές και ανατολικο-ευρωπαικές χώρες. Αυτή ήταν η αφορμή σε συνδυασμό και με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που οδήγησε στην άνοδο των δογμάτων και στην εφαρμογή των πολιτικών του νεοφιλευθερισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Στην επιβολή του νεοφιλελευθερισμού που πολλές κυρίως αναπτυσσόμενες χώρες έχουν ανοικτά καταγγείλει ως νέο ιμπεριαλισμό, ιδιαίτερο ρόλο έπαιξαν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα καθώς έθεσαν ως προαπαιτούμενο για τις αδύναμες οικονομίες που προσέτρεξαν στην «βοήθειά» τους την υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας..

Σύμφωνα με την άποψη των νεοφιλελεύθερων θεωρητικών το πρόβλημα χρέους σε πολλές χώρες στην πραγματικότητα ήταν πρόβλημα φερεγγυότητας- δεν μπορούσαν να καταβάλουν τους τόκους των χρεών τους χωρίς να προβούν σε μεγάλες οικονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και πολύ λιγότερο πρόβλημα ρευστότητας που θα μπορούσε να επιλυθεί με τη χορήγηση βραχυπρόθεσμων δανείων και την προσαρμογή της πολιτικής τους.

Πριν από την κρίση του 2007-2009, το δόγμα της νεοφιλελεύθερης διαρθρωτικής προσαρμογής βασιζόταν σε αυτό που ο John Williamson ονόμασε η «Συναίνεση της Ουάσιγκτον». Ο συγκεκριμένος όρος αναφέρεται στην αντίληψη του Williamson σχετικά με την ευρεία συμφωνία μεταξύ των αξιωματούχων και νεοφιλελεύθερων διανοουμένων τόσο στις βιομηχανικές οικονομίες όσο και στους διεθνείς θεσμούς ως προς τη σπουδαιότητα του νεοφιλελεύθερου προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη και την έμφαση τους στις ελεύθερες αγορές, στη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου και σε έναν πολύ περιορισμένο ρόλο του κράτους στην οικονομία. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι αυτά επιχειρήματα έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην προώθηση της σημερινής ατζέντας για διεθνή οικονομική ολοκλήρωση. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, καθώς οι αντιλήψεις αυτές ευθυγραμμίζονται με τα οικονομικά συμφέροντα των πιο επιθετικών μερίδων του διεθνούς και διεθνοποιημένου κεφαλαίου, όπως αυτά γίνονται αντιληπτά στους κύκλους των πολυεθνικών επιχειρήσεων για τη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής δομής εντός της οποίας θα μπορούν να εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντά τους έγιναν ενθουσιωδώς αποδεκτές. Έτσι δημιουργήθηκε μια συμμαχία μεταξύ επιχειρήσεων και ελίτ για την προώθηση της νεοφιλελεύθερης εταιρικής παγκοσμιοποίησης του καιρού μας με βασικά εργαλεία την επέκταση της τότε GATT οδηγώντας το 1996 στην δημιουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ-WTO).

Η πεποίθηση ότι ο ρόλος του κράτους στην οικονομία θα πρέπει να περιοριστεί δραστικά και ότι η οικονομία θα πρέπει να ανοίξει στον έξω κόσμο είναι ζωτικό στοιχεία αυτής της προσέγγισης, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να απορρυθμίσουν και να ιδιωτικοποιήσουν την οικονομία, καθώς και να μετατοπιστούν, εκεί που αυτή υπάρχει, από μια στρατηγική υποκατάστασης των εισαγωγών σε μια προσανατολισμένη στις εξαγωγές στρατηγική ανάπτυξης. Ένα άλλο στοιχείο της νεοφιλελεύθερης αντίληψης είναι ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ακολουθούν συνετές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές και ότι θα πρέπει απαραίτητα να διατηρούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς προκειμένου να εξαλείψουν τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι η οικονομία να «ορίζει σωστά τις τιμές» και να μην επιτρέπει στις κυβερνητικές πολιτικές να τις στρεβλώνουν. Υποστηρίζεται ότι μετά την πραγματοποίηση αυτών των μεταρρυθμίσεων είναι πιθανό να προκύψουν ιδιωτικές πρωτοβουλίες που να επιτύχουν επιθυμητά κοινωνικά αποτελέσματα. Τέλος οι νεοφιλελεύθεροι δεν παραλείπουν να τονίσουν ότι για να γίνουν τα παραπάνω εφικτά, τα κράτη παροτρύνονται να παραδεχτούν ότι η οικονομική ανάπτυξη χρήζει ενός «αποτελεσματικού» κράτους, δηλαδή μιας κυβέρνησης την οποία διοικούν «αδιάφθοροι» οικονομικοί τεχνοκράτες.

img470

2. Η Ελληνική Μνημονιακή Στρατηγική

Η Ελληνική Μνημονιακή Στρατηγική εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής που περιγράψαμε παραπάνω, έχοντας όμως ταυτόχρονα και σημαντικές ιδιομορφίες, τέτοιες που μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό πρόγραμμα είναι το πρώτο ενός νέου τύπου νεοφιλελεύθερου προγράμματος προσαρμογής.

Το πρόγραμμα του ελληνικού μνημονίου αποτελεί παραπέρα εξέλιξη του βασικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαρθρωτικής προσαρμογής καθώς αυτό μεταβάλλεται στην προσπάθεια που κάνουν οι φορείς εφαρμογής του (ΔΝΤ-Παγκόσμια Τράπεζα τώρα πια και ΕΕ) να ανταποκρίνεται τόσο στις ανάγκες του κεφαλαίου σε ένα υπό συνεχή αναδιαμόρφωση διεθνές οικονομικό περιβάλλον, όσο και στις τοπικές ιδιομορφίες.

Η τελευταία εξέλιξη του μοντέλου αυτού πριν από την ελληνική κρίση και το ελληνικό μνημόνιο, κατά τον Palley (2011) μπορεί να συνοψιστεί στην εμπειρία του Μεξικού. Η κυριότερη αλλαγή που εντοπίζεται στη Μεξικανική περίπτωση και έκτοτε ακολουθείται όπου παρεμβαίνουν οι οργανισμοί της «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον» είναι ότι πλέον οι χώρες, μέσω της διαρθρωτικής προσαρμογής που υφίστανται, μετατρέπονται ουσιαστικά σε πλατφόρμες παραγωγής εξαγώγιμων προϊόντων για λογαριασμό των διεθνοποιημένων πολυεθνικών επιχειρήσεων αντί να δημιουργούν αυτοχθόνως τη δική τους βιομηχανική υποδομή. Αυτή η νέα στρατηγική τόσο από την πλευρά των χωρών αυτών που γίνονται δέκτες της όσο και από την πλευρά του κεφαλαίου και των οργανισμών που το υπηρετούν επιβάλλοντάς την έγινε δυνατή χάρη στην αυξημένη κινητικότητα της τεχνολογίας και του κεφαλαίου.

Τα δε κυριότερα στοιχεία του είναι τα εξής:

(α) Η ολοκλήρωση της εθνικής οικονομίας στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας

(β) Η υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και η «περικοπή» του χρέους στην περίπτωση που εκτιμάται ότι αυτό δεν είναι βιώσιμο.

(γ) Η συμπίεση προς τα κάτω των μισθών και των κοινωνικών δαπανών του κράτους (υγεία, παιδεία, ποιότητα ζωής), δηλαδή η λιτότητα.

(δ) Η μείωση της παρουσίας του δημοσίου στην οικονομίας και η ενίσχυση της ιδιωτικής οικονομίας μέσω ιδιωτικοποιήσεων.

Ο στόχος είναι να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα έτσι ώστε η χώρα να γίνει θελκτική για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις ως προορισμός ξένων άμεσων επενδύσεων με σκοπό την παραγωγή προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών) προς εξαγωγή.

Στην Ελληνική περίπτωση, η μνημονιακή στρατηγική αποτελεί σύμφυση των επιλογών τόσο (α) των δυτικο-ευρωπαικών ηγεμονικών καπιταλισμών που θέλουν να διατηρήσουν εντός του πλαισίου της ΕΕ (αν και όχι απαραιτήτως και στο κοινό νόμισμα) τα λεγόμενα γουρουνάκια (PIGS) της νότιας Ευρώπης (Πορτογαλία, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα), αφού όμως πρώτα θα έχουν μετατραπεί σε μια «ΚΙΝΑ» της Ευρώπης, όσο και (β) της ίδιας της ελληνικής αστικής τάξης που επιθυμεί να παραμείνει στο κοινό Ευρωπαϊκό νόμισμα, όχι όμως με μια δικιά της στρατηγική. Το μνημονιακό πρόγραμμα, στοχεύει στον δομικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας εν μέσω παγκόσμιας κρίσης και ταυτόχρονα στο να υπηρετήσει το στόχο της «διάσωσης» της χώρας από τα λεγόμενα δίδυμα ελλείμματα (Δημοσιονομικό έλλειμμα και έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών). Ο δομικός μετασχηματισμός αφορά τον μετασχηματισμό του κρατικοδίαιτου καπιταλισμού σε έναν καπιταλισμό με ατμομηχανή τον ιδιωτικό τομέα και μάλιστα με αυξημένο αν όχι κυρίαρχο σε αυτό τον μετασχηματισμό το ρόλο του ξένου κεφαλαίου. Αν το πρόγραμμα του ελληνικού μνημονίου που αποτελεί και πιλοτική εφαρμογή της πολιτικής κινεζοποίησης κατ’ αρχήν ολόκληρου του Ευρωπαϊκού νότου ολοκληρωθεί με επιτυχία, τότε οι ηγεμονικοί Ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί θα έχουν λεηλατήσει τη χώρα εισπράττοντας τοκογλυφικούς τόκους, στύβοντας τον Ελληνικό λαό με την υπέρογκη φορολογία και λεηλατώντας τα περιουσιακά στοιχεία και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Παράλληλα, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα έχουν μετατραπεί σε μια άμορφη μάζα απελπισμένων ανθρώπων, χωρίς δικαιώματα, έτοιμων να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη έναντι πινακίου φακής, εξασφαλίζοντας φθηνό εργατικό δυναμικό προς εκμετάλλευση. Αυτό όμως δεν είναι κάτι καινούργιο. Ήδη πριν από την κρίση χρέους που άρχισε με το τέλος της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-9, βρισκόταν σε εξέλιξη μια σημαντική για το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο προσπάθεια, η λεγόμενη “στρατηγική της Λισσαβόνας” που σκοπό είχε να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της Ε.Ε, έναντι των ανταγωνιστών της και κυρίως των ΗΠΑ και της ΚΙΝΑΣ. Η κρίση κρατικών χρεών της Ελλάδας λειτούργησε ως ευκαιρία για την ανανέωση της παραπάνω στρατηγικής, που προορίζεται για το σύνολο της Ευρωζώνης, με πρώτο υποψήφιο πειραματόζωο, δυστυχώς τον ελληνικό λαό. Υπενθυμίζουμε, ότι βασικό συστατικό των λεγόμενων διαρθρωτικών αλλαγών που προβλέπει το μνημόνιο είναι η μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας και τα ασφαλιστικά δικαιώματα, ώστε αυτές να καταστούν ευέλικτες, με τον ουσιαστικό περιορισμό ή και απαγόρευση, αν γίνουν οι “κατάλληλες” αλλαγές στα συντάγματα, των εργατικών συνδικάτων και την κατάργηση του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων που “προκαλούν “αγκυλώσεις” στην αγορά και επιδρούν αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα”. Επιπλέον, στο ίδιο αυτό πλαίσιο προβλέπεται και η μεταρρύθμιση των ασφαλιστικών συστημάτων, οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και η κατάργηση των επιβαρυντικών για τα κέρδη του κεφαλαίου λειτουργιών του κράτους που δεν μπορούν να ιδιωτικοποιηθούν.

Ο μετασχηματισμός αυτός επιδιώκεται να υλοποιηθεί μέσω μιας προ-κυκλικής πολιτικής. Δηλαδή, σύμφωνα με μια πολιτική η φιλοσοφία της οποίας είναι ότι όσο πιο βαθειά μπαίνουμε στην κρίση, τόσο πιο γρήγορα θα βγούμε από αυτή. Ο προ-κυκλικός χαρακτήρας προκύπτει ιδιαίτερα από το γεγονός ότι εν μέσω κρίσης μειώνονται οι δημόσιες δαπάνες, δηλαδή ένας αντι-κυκλικός παράγοντας. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, η πολιτική αυτή έχει τους εξής πυλώνες:

(α) Την πολιτική αντιπληθωρισμού, δηλαδή την «εσωτερική υποτίμηση» με μείωση μισθών και πολιτική λιτότητας που υποτίθεται ότι θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών και στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της αγοράς με την εγκαθίδρυση των «σωστών τιμών».

(β) Μείωση του δημόσιου τομέα και ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα (ιδιωτικοποιήσεις).

Αυτή, σε γενικές γραμμές, είναι η προοπτική που χωρίς κανένα ενδοιασμό και εντελώς συνειδητά συμφώνησαν τόσο η Ελληνικές κυβερνήσεις όσο και η κυρίαρχη μερίδα του Ελληνικού κεφαλαίου καθώς η αρχική τους εκτίμηση για τη στρατηγική της Λισσαβόνας ήταν ότι παρά τη συμμετοχή τους σε αυτό το εγχείρημα από υποδεέστερη θέση έναντι των δυτικο-ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών θα μπορούσε να διατηρηθεί η αυτοτέλεια τους και ταυτόχρονα να ξεπεράσουν μια σειρά από εσωτερικές κοινωνικές αντιστάσεις για την αντιμετώπιση των οποίων είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αυτές περιόριζαν την κερδοφορία του κεφαλαίου πατώντας πάνω στις «οδηγίες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με αυτό το πνεύμα αποδέχτηκαν και το Μνημόνιο.

Όμως, ο διεθνής χαρακτήρας της κρίσης και οι αλλαγές που αυτή επιφέρει στο συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλισμών που συμμετέχουν στην ΕΕ έχουν επιδράσει δυσμενώς στον ελληνικό καπιταλισμό καθώς έχουν οδηγήσει σε μεγάλη υποβάθμιση του ειδικού βάρους του στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Η κρίση κρατικών χρεών της ευρωζώνης σήμανε και την αποτυχία της σύγχρονης «Μεγάλης Ιδέας» της Ελληνικής αστικής τάξης για την αναβάθμιση της μέσα από την ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Η απαξίωση κεφαλαίων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αφήνει αλώβητο το ελληνικό κεφάλαιο, ιδιαίτερα καθώς εξ’ αρχής συμμετείχε σε αυτήν από θέση υποτελούς. Ακόμη και τα «άγια δισκοπότηρά του» μπαίνουν στο στόχαστρο: Βλέπε σχετικό άρθρο της WSJ για τη φοροδιαφυγή των εταιριών πετρελαιοειδών Βαρδινογιάννη και Λάτση, την έκθεση Κομισιόν για τις αδιανόητες φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών, τις πιέσεις όσον αφορά την επανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, τις βολές Γιούνκερ και Μέρκελ για πλούσιους που δεν υποφέρουν κλπ. Έτσι, το ελληνικό κεφάλαιο ενώ σε ότι αφορά το θέμα της εσωτερικής λιτότητας είναι σε απόλυτη συμφωνία με τη μνημονιακή στρατηγική εκεί που φαίνεται να έχει σοβαρότατα πλέον προβλήματα με αυτή είναι από τη στιγμή που το πρόγραμμα προχωρά στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών και των δομικών μεταρρυθμίσεων και πιο συγκεκριμένα όχι αυτές που αφορούν την αγορά εργασίας αλλά τις υπόλοιπες αγορές και την ίδια τη δομή του κράτους. Ό λόγος είναι ότι εκεί βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο το μαλακό υπογάστριο του ελληνικού καπιταλισμού. Ο Ελληνικός καπιταλισμός ακολουθώντας ένα πρότυπο τύπου Gershenkron δηλαδή ισχυρού παρεμβατικού κράτους, που οδήγησε σε έναν κρατικοδίαιτο καπιταλισμό με ισχυρή διαπλοκή. Αυτός ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού ακόμα και μετά το άνοιγμα της οικονομίας με την ένταξη στην πάλαι ποτέ ΕΟΚ κατάφερε να προστατεύσει ιδιαίτερους τομείς και μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου, π.χ. τράπεζες, ΜΜΕ, κατασκευές. Ακριβώς αυτοί οι τομείς είναι που πλέον αρχίζουν να κινδυνεύουν προκαλώντας βαθύτατη ανησυχία στους κόλπους του ελληνικού κεφαλαίου. Όμως λόγω της υποδεέστερης θέσης του που έχει πλέον επιδεινωθεί περαιτέρω μετά την κρίση 2007-9, αισθάνεται ότι δεν μπορεί να σταθεί ανεξάρτητα και έτσι προσπαθεί να διαβρώσει τη στρατηγική του μνημονίου ως προς αυτά τα σημεία εκ των έσω. Αυτή την περίοδο, η ελληνική αστική τάξη φαίνεται ότι δίνει μία μάχη με τους ξένους «εταίρους», μόνο για δύο ζητήματα: Πρώτον, για τον έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και Δεύτερον για τις ιδιωτικοποιήσεις που επιβάλλονται από το Μνημόνιο. Ουσιαστικά, το ελληνικό κεφάλαιο προσπαθεί να διατηρήσει τις κρίσιμες πολιτικές και οικονομικές θέσεις του μέσα στην καταιγίδα και ευελπιστεί σε μία «φιλική» μεταχείριση από τους δυτικό-ευρωπαίους ηγεμόνες.

diagram

3. Γιατί αποτυγχάνει η μνημονιακή στρατηγική.

Όμως μέχρι στιγμής το ελληνικό πρόγραμμα παρά την άγρια λιτότητα που έχει επιβληθεί στον ελληνικό λαό, παρά το γεγονός ότι οι αντιστάσεις από την πλευρά του εργατικού κινήματος χωρίς να λείπουν οι μεμονωμένοι ηρωικοί αγώνες δεν είναι στο ύψος που απαιτούν οι περιστάσεις, εντούτοις και το μνημόνιο φαίνεται να αποτυγχάνει. Η πρόσφατη διαμάχη για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μεταξύ ΕΕ και ΔΝΤ και την ανάγκη για νέο ουσιαστικό κούρεμα του ελληνικού χρέους που υποστηρίχτηκε από την πλευρά του ΔΝΤ, η εξακολουθητική υποχώρηση του ελληνικού ΑΕΠ και η εκτόξευση της ανεργίας σε αδιανόητα για την μεταπολιτευτική Ελλάδα επίπεδα μαρτυρούν σαφώς ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Αντίθετα με τα τυπικά προγράμματα του ΔΝΤ που περιέγραψα το ελληνικό δεν έχει τον αναγκαίο πυλώνα της υποτίμησης καθώς δεν υπάρχει εθνικό νόμισμα, αυτό έχει ως αποτέλεσμα η πίεση από τις αρνητικές συνέπειες του να ασκείται μονομερώς στην εργασία με τον κίνδυνο διάλυσης του κοινωνικού ιστού και δημιουργίας ανεξέλεγκτων καταστάσεων στην κοινωνία. Η αδυναμία του δηλαδή βρίσκεται στο ότι: (α) Δεν διαθέτει τον πυλώνα της συναλλαγματικής υποτίμησης και επιπροσθέτως (β) γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί μέσα στη βαθιά παγκόσμια ύφεση που ξέσπασε το 2007-8. Επιπλέον, η εφαρμογή του καθίσταται ακόμα πιο δυσχερής από το γεγονός ότι λόγω του ότι οι συσχετισμοί και τα συμφέροντα των ηγεμονικών δυνάμεων στο πλαίσιο της ΕΕ δεν κατέστησαν δυνατό να γίνει ένα πραγματικό κούρεμα του χρέους. Γι’ αυτό πέφτει συνέχεια έξω στα ρητά και άρρητα χρονοδιαγράμματά του και επίσης υποτιμά συστηματικά το βάθος της κοινωνικής αναταραχής που το ίδιο προκαλεί, γεγονός που ενέχει κινδύνους για το ίδιο το σύστημα. Ιδιαίτερα πρέπει να τονιστεί η αντίσταση που προέβαλαν οι τιμές και η δυσκολία να επιτευχθεί ανταγωνιστικός αποπληθωρισμός εξαιτίας των ολιγοπωλιακών δομών του ελληνικού καπιταλισμού παρά την καταβαράθρωση του εργατικού κόστους αλλά και ο ρόλος που έπαιξε και παίζει στην ακαμψία των τιμών η φοροεπιδρομή. Ακριβώς ο προ-κυκλικός χαρακτήρας του προγράμματος που είναι και βασικό δομικό χαρακτηριστικό του ευθύνεται για την βαθύτερη του αναμενόμενου ύφεση που καθιστά πολύ πιο επώδυνους και τους όρους του επιδιωκόμενου μετασχηματισμού της οικονομίας. Αυτό γιατί καθώς ανατρέπονται οι δείκτες δεν μπορούν να εισέλθουν στη χώρα και επενδύσεις με τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων. Έτσι, παρόλο που μπορεί να δημιουργείται σιγά-σιγά μια ιδιωτικοκεντρική δομή στην οικονομία η επενδυτική αποχή συνεχίζεται και αυτή η ιδιωτικοκεντρική δομή δεν μπορεί να αξιοποιηθεί. Όσο δε χάνεται χρόνος, τόσο επιδεινώνονται τα δεδομένα εξαιτίας και εξωγενών παραγόντων που έχουν να κάνουν και με την κακή προοπτική της Ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας εν γένει για την προσεχή τουλάχιστον διετία. Το επιχείρημα δε ότι η ανάκαμψη μπορεί να έρθει μέσω των εξαγωγών δεν ευσταθεί διότι η βελτίωση που εμφανίζεται στα στοιχεία του ισοζυγίου οφείλεται κυρίως στην μεγάλη μείωση των εισαγωγών λόγω της κατάρρευσης της εγχώριας κατανάλωσης. Συμπερασματικά, η στρατηγική του μνημονίου δεν αποτυγχάνει λόγω κάποιου σφάλματος στη γενική της λογική ως πολιτική απαξίωσης και καταστροφής κεφαλαίου, αλλά εξαιτίας του χρονικού της ορίζοντα και της έκτασης της καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων που απαιτείται για να είναι αποτελεσματική, κάτι που ιστορικά μπορούμε να πούμε ότι είναι υπεραισιόδοξο. Ο χρονικός ορίζοντας της δημοσιονομικής συστολής μαζί με τον δομικό μετασχηματισμό είναι υπερβολικά σύντομος ως αποτέλεσμα των πιέσεων που ασκούν οι ηγεμονικοί ιμπεριαλισμοί της ΕΕ οι οποίοι πιέζονται με τη σειρά τους από την γενικότερη εξέλιξη της κρίσης και την όξυνση των ανταγωνισμών με τα άλλα μεγάλα κέντρα του καπιταλισμού (ΗΠΑ, ΚΙΝΑ, ΙΑΠΩΝΙΑ). Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα κόστος περαιτέρω χρηματοδότησης της Ελληνικής οικονομίας που οι Ευρωπαίοι μέχρι πρόσφατα δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να επωμιστούν και να αποδεσμεύσουν αρκετά κεφάλαια για διάφορους λόγους ενώ η πρόσφατη ανάσα αν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια η παροχή νέων δόσεων δόθηκε μόνο υπό αίρεση και δείχνει απλά να δίνει πίστωση χρόνου μέχρι της Γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013. Τόσο το ελληνικό όσο και τα Ευρωπαϊκά κεφάλαια προσπαθούν να αποφύγουν την καταστροφή κεφαλαίου στην έκταση που είναι απαραίτητη για την βιώσιμη ανάκαμψη της κερδοφορίας και το ξεπέρασμα της κρίσης. Αυτό σημαίνει ότι όλο το βάρος των προσαρμογών πέφτει πάνω στην εργατική τάξη και τα μεσαία στρώματα πράγμα που συνεπάγεται υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης σε περίπου τριτοκοσμικά επίπεδα και μαζική καταστροφή των μεσαίων στρωμάτων βασικού μεταπολεμικού συμμάχου της ελληνικής αστικής τάξης. Είναι ένας μετασχηματισμός που ξεπερνά κατά πολύ τα κοινωνικά και ιστορικά όρια του ελληνικού καπιταλισμού και γι’ αυτό το λόγο δημιουργεί στην ελληνική κοινωνία της αντικειμενικές προϋποθέσεις μιας επαναστατικής διαδικασίας.