Tag Archives: ΝΔ

ΣΥΡΙΖΑ & ΝΔ: Δύο πανομοιότυπα οικονομικά προγράμματα – Στ. Μαυρουδέας ΠΡΙΝ 23-6-2019

 

 

 

 

 

 

ΠΡΙΝ

23-6-2019

 

Οικονομικά προγράμματα ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ: λαγοί με πετραχήλια μέσα στην φυλακή των Μνημονίων

 

Στ. Μαυρουδέας

 

Προεκλογικές υποκρισίες

Εμπρός στις επερχόμενες εκλογές τα δύο βασικά κόμματα του αστικού πολιτικού συστήματος, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, επιδίδονται σε ένα κακόγουστο θέατρο με προγράμματα που υπόσχονται την βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας και των πολιτών. Κατ’ αρχήν κανένα από τα δύο δεν είναι οικονομικό πρόγραμμα με την πλήρη έννοια του όρου. Το οικονομικό πρόγραμμα του συστήματος είναι τα μνημονιακά Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) που δεσμεύουν την χώρα για πολλές δεκαετίες και που επιβάλλουν ασφυκτικούς στόχους και περιορισμούς για όλες τις βασικές μακροοικονομικές παραμέτρους. Επίσης επιβάλλουν μία συγκεκριμένη νεοσυντηρητική λογική για την διαχείριση της οικονομίας καθώς και για την παραγωγική διάρθρωση της που υπακούουν στις επιταγές της ΕΕ και στα συμφέροντα του κεφαλαίου. Συνεπώς, τα προγράμματα της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ είναι απλά συμπιλήματα υποσχέσεων μέσα στα μικρά περιθώρια ελευθερίας που αφήνουν τα μνημονιακά Προγράμματα στις εκάστοτε κυβερνήσεις της ελληνικής μπανανίας.

Δεύτερον, παρά τις φωνασκίες των δύο συστημικών αστικών κομμάτων, οι καρικατούρες προγραμμάτων τους είναι εξαιρετικά όμοιες όσον αφορά την μακροοικονομική δομή τους και διαφέρουν κυρίως στο ύψος των μέτρων και στον χρονισμό τους. Και οι δύο υπόσχονται μειώσεις φορολογίας (α) για τις επιχειρήσεις και (β) για τα νοικοκυριά καθώς και (γ) μεγέθυνση του ΑΕΠ μέσω «μεταρρυθμίσεων». Οι ομοιότητες στα δύο πρώτα είναι εξωφρενικές. Στο τρίτο, ενώ ουσιαστικά ακολουθούν και οι δύο τις επιταγές των μνημονίων εμφανίζονται να διαφοροποιούνται – αλλά μόνο λεκτικά – στην έκταση των ιδιωτικοποιήσεων και του εργασιακού μεσαίωνα.

 

Δύο πανομοιότυπα «προγράμματα»

Η μακροοικονομική δομή και των δύο «προγραμμάτων» είναι πανομοιότυπη. Στα πλαίσια των μνημονίων επιδιώκεται να υπάρξει ένας δημοσιονομικός χώρος, δηλαδή κάποια περιθώρια δημοσιονομικής πολιτικής – μέσα στα ασφυκτικά όρια των μακροχρόνια υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που απαιτούν τα ΠΟΠ – ώστε να μπορεί το κυβερνητικό κόμμα να καταπραΰνει με κάποια ψίχουλα την λαϊκή δυσαρέσκεια και να ενισχύσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τα οποία συνδέεται. Αυτός ο δημοσιονομικός χώρος μπορεί να προκύψει μέσω (α) μείωσης δημόσιων δαπανών, (β) αύξησης της φορολογίας και (γ) μεγέθυνσης του ΑΕΠ (που ενισχύει τα φορολογικά έσοδα) κυρίως μέσω μίας σειράς θεσμικών αλλαγών. Τα ΠΟΠ αφήνουν το περιθώριο, εφόσον επιτυγχάνονται οι στόχοι (κυρίως του πρωτογενούς πλεονάσματος) και εγκρίνει η τρόικα, να επιστραφεί η «υπεραπόδοση» με κάποια «αντίμετρα» που μετριάζουν τις υφεσιακές επιπτώσεις της λιτότητας που επιβάλλουν τα ΠΟΠ.

Όλες οι μέχρι τώρα μνημονιακές κυβερνήσεις μείωσαν δραματικά τις δημόσιες δαπάνες σε βαθμό δυσλειτουργίας βασικών υπηρεσιών (ιδιαίτερα στην υγεία, την εκπαίδευση και την άμυνα) και με την κυριολεκτική εξαϋλωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ – δηλαδή του μοναδικού εργαλείου επενδύσεων στον κρατικοδίαιτο ελληνικό καπιταλισμό). Μάλιστα επειδή, αντίθετα με τους διάφορους νεοφιλελεύθερους τσαρλατάνους, η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και ιδιαίτερα του ΠΔΕ είναι τέτοια που κινδυνεύουν βασικές λειτουργίες του αστικού κράτους και του ελληνικού καπιταλισμού, η ίδια η τρόικα απαιτεί την παύση εξαϋλωσης του ΠΔΕ.

Όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις επίσης επιδόθηκαν σε φοροεπιδρομή σε βάρος των μεσαίων στρωμάτων και των εργαζομένων. Η αύξηση της φορολογίας (άμεσης και έμμεσης) είναι επιταγή των μνημονίων καθώς είναι ο γρηγορότερος και ασφαλέστερος τρόπος εξασφάλισης της εξυπηρέτησης του χρέους. Η φοροεπιδρομή είχε ξεκινήσει ήδη από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις (π.χ. επιβολή ΕΝΦΙΑ, αντικειμενικά κριτήρια). Μάλιστα, αντίθετα με τις παραδοσιακές νεοφιλελεύθερες συνταγές, τα ΠΟΠ ενίσχυσαν την άμεση φορολογία έναντι της έμμεσης. Φυσικά η φοροεπιδρομή δεν αφορά το μεγάλο κεφάλαιο που μένει πάντα στο απυρόβλητο. Χαρακτηριστικά, το εφοπλιστικό κεφάλαιο (η κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού) απολαμβάνει πάντα τις σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές του και πληρώνει τον γελοίο «εθελούσιο» (sic!) φόρο των περίπου 150 εκ. ετησίως. Σημειωτέον, ότι για την αποφυγή της φορολόγησης του – που προσπαθεί να επιβάλλει ιδιαίτερα η Γερμανία – οι μνημονιακές κυβερνήσεις όλων των συστημικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) δίνουν  λυσσώδεις μάχες που φυσικά δεν τις έδωσαν για κανένα από τα αντιλαϊκά μέτρα των μνημονίων. Άλλωστε οι αρχηγοί τους συναγελάζονται στις εφοπλιστικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις. Αντιθέτως, η φοροεπιδρομή πλήττει κυρίως τους εργαζόμενους (που όπως διαχρονικά δείχνουν τα στοιχεία σηκώνουν το βάρος της φορολογίας) και πλέον διάφορα ενδιάμεσα στρώματα.

Σήμερα η ΝΔ φωνασκεί υποκριτικά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αύξησε δραματικά τους φόρους. Αυτό που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι ενίσχυσε λίγο περισσότερο την φοροεπιδρομή απέναντι στην ψευδεπίγραφη «μεσαία τάξη» για να εξασφαλίσει τον δικό του πελατειακό δημοσιονομικό χώρο. Δηλαδή να μπορεί να επιστρέψει προεκλογικά κάποιες σταγόνες από την αφαίμαξη όλης της προηγούμενης περιόδου για την ενίσχυση της δικής του καπιταλιστικής διαπλοκής όσο και για την δημιουργία βραχύβιων πελατειακών σχέσεων εξαγοράς στρωμάτων εργαζομένων που βρίσκονται στο όριο της εξαθλίωσης. Έτσι μέσω μερικής και εποχικής απασχόλησης, με ανύπαρκτη ή μηδαμινή κοινωνική ασφάλιση, με άθλιες αμοιβές και συνθήκες εργασίας επέδειξε σχετική μείωση της ανεργίας.

Η φορολογική αυτή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε εκλογικά καθώς έχασε περισσότερους από όσους κέρδισε. Έτσι, μία από τις εκλογικές αιχμές της ΝΔ είναι η υπερφορολόγηση. Μάλιστα, αντιγράφει πιστά την ανάλογη προ-κυβερνητική αντι-φορομπηχτική ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ακριβώς επειδή σε αυτήν την κινούμενη άμμο των «μεσαίων στρωμάτων» βασίζεται η εκλογική στρατηγική και των δύο, το κέντρο βάρους και των δύο «προγραμμάτων» αφορά την φορολογία καθώς ερίζουν για το ποιος θα ελαφρώσει περισσότερο την λεγόμενη «μεσαία τάξη». Παρεμπιπτόντως, ο όρος αυτός είναι ένας εισαγόμενος παραπλανητικός αμερικανισμός προπαγανδιστικών επιτελείων. Ούτε ενιαία ούτε τάξη είναι, και ας αποφαίνεται αντίθετα ο γίγας «μαρξιστικής σκέψης» Ε.Τσακαλώτος. Ο ελληνικός καπιταλισμός – όπως και αρκετοί παρόμοιοι του ιστορικά και οικονομικά – χαρακτηρίζεται από μία μεγάλη κατηγορία ενδιάμεσων στρωμάτων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ένα τμήμα τους είναι παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα. Ένα άλλο όμως μεγάλο τμήμα τους είναι ουσιαστικά εργαζόμενοι που έχουν «αγοράσει την δουλειά τους». Το τελευταίο αφορά τόσο στρώματα διανοητικής εργασίας (μηχανικοί, γιατροί κλπ.) όσο και παραδοσιακά στρώματα χειρωνακτικής εργασίας. Αυτή η ιδιομορφία του ελληνικού καπιταλισμού διευκόλυνε σημαντικά τόσο την κερδοφορία του (καθώς μετατόπιζε κόστη) όσο και τις ταξικές συμμαχίες του (καθώς διαιρούσε την εργατική τάξη και επίσης μέσω των στρωμάτων αυτών επέβαλλε ευκολότερα την ηγεμονία του επάνω της). Ταυτόχρονα όμως είναι μία ιδιομορφία που πρέπει πλέον να εκλείψει αφενός γιατί σήμερα είναι βαρίδι και αφετέρου γιατί οι δυτικοί ιμπεριαλισμοί που  καθοδηγούν την σημερινή αναδιάρθρωση-εν-μέσω-κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού δεν δουλεύουν με αυτό τον τρόπο. Συνεπώς, η προλεταριοποίηση των «μεσαίων» στρωμάτων είναι μέσα στους βασικούς άρρητους στόχους των μνημονίων.

Μία συγκριτική ματιά στον βασικό κορμό των δύο οικονομικών «προγραμμάτων» αποκαλύπτει τις εξόφθαλμες ομοιότητες τους. O συναγωνισμός για την μείωση της φορολόγησης των κερδών του κεφαλαίου έχει ήδη αρχίσει από τον ΣΥΡΙΖΑ πριν δοθεί οποιαδήποτε φορολογική ελάφρυνση στους εργαζόμενους και τα «μεσαία» στρώματα. Ακολουθεί καθυστερημένος, χρονικά και ποσοτικά, ο συναγωνισμός στις φοροελαφρύνσεις στο εισόδημα (που και εκεί τα υψηλότερα εισοδήματα έχουν την τιμητική τους) και στην ιδιοκτησία.

 

ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ
Φορολογία εισοδήματος μείωση του πρώτου φορολογικού συντελεστή στο 20%, μείωση των συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδήματα και διατήρηση του αφορολόγητου ορίου μείωση του εισαγωγικού συντελεστή από 22% στο 9% για εισοδήματα έως 10.000

μείωση του ανώτατου συντελεστή που ανέρχεται στο 45%.

αλλαγή των φορολογικών κλιμακίων που ενδεχομένως να φθάσουν τα 5-7 (για να περιορισθεί το κόστος από τη διατήρηση του αφορολόγητου ορίου)

Φορολογία επιχειρηματικών κερδών έχει ήδη νομοθετήσει μείωση της φορολογίας από 29% στο 25% το 2022 και την μείωση της φορολογίας στα μερίσματα στο 10%

αύξηση του συντελεστή αποσβέσεων στο 150%

μείωση από 29% στο 20% την επόμενη διετία από το 2020

μείωση της φορολογίας στα μερίσματα από 10% στο 5%

η πραγματική φορολογική επιβάρυνση θα διαμορφωθεί στο 24%

ΦΠΑ μείωση του χαμηλού συντελεστή από το 13% στο 11% μείωση από το 24% στο 22% και του χαμηλού συντελεστή από το 13% στο 11%
ΕΝΦΙΑ μείωση μεσοσταθμικά κατά 30% για το 2020 και 50% για τις χαμηλές και μεσαίες περιουσίες μείωση κατά 30% σε μικρούς και μεγάλους ιδιοκτήτες

αναστολή του ΦΠΑ στην οικοδομή για τα επόμενα 3 χρόνια

Εισφορά Αλληλεγγύης μηδενική εισφορά για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ και μείωση συντελεστών για μεγαλύτερα εισοδήματα σταδιακή κατάργηση
Τέλος επιτηδεύματος – Προκαταβολές φόρου μείωση κατά 50% κατάργηση σε βάθος 2 ετών

 

Βέβαια, η τρόικα παρακολουθεί πάντα ανήσυχη τους προεκλογικούς διαξιφισμούς και στέλνει τακτικά μηνύματα – και μέσω εγχώριων εκπροσώπων – για κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Η υπεκφυγή των δύο συστημικών μονομάχων είναι ότι ο δημοσιονομικός χώρος θα υπάρξει λόγω «ανάπτυξης». Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ προϋπολογίζει 2.5% ενώ η ΝΔ ένα εξωπραγματικό 4%. Οι υποθέσεις και των δύο είναι συνειδητά λανθασμένες. Ο ελληνικός καπιταλισμός παραμένει στο αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο που τον οδήγησε στην κρίση παρά την δραματική αύξηση της εργατικής εκμετάλλευσης. Ήδη εφέτος ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ μάλλον θα κλείσει χαμηλότερα από τον προβλεπόμενο. Οι αιτιάσεις κυρίως της ΝΔ ότι οι φοροελαφρύνσεις θα οδηγήσουν σε επενδυτική έκρηξη είναι υποκριτικές καθώς οι τελευταίες δεν οδηγούν απαραίτητα σε επενδύσεις ούτε σε τέτοιους ρυθμούς μεγέθυνσης. Η Κύπρος (γνωστός φορολογικός παράδεισος) έχει 3.2% μεγέθυνση ενώ ακόμη και η «μπάτε σκύλοι αλέστε» Ιρλανδία δεν έχει τέτοιες επιδόσεις. Επίσης, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή μείωσε την φορολογία κερδών (από 35% σε 29%) οι καπιταλιστές απλά ενθυλάκωσαν την αυξημένη κερδοφορία χωρίς να κάνουν επενδύσεις.

 

Θεσμικές αλλαγές προς όφελος του κεφαλαίου αλλά χωρίς αναπτυξιακές επιπτώσεις

Ανάλογα εξωπραγματικές είναι οι εκτιμήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ σχετικά με τις θεσμικές αλλαγές (που πολλές επιβάλλονται από τα μνημόνια) που θα ενισχύσουν την μεγέθυνση. Η ακόμη μεγαλύτερη απορρύθμιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας (που επαγγέλλεται η ΝΔ αλλά και υλοποιεί σιωπηρά ο ΣΥΡΙΖΑ, βλέπε προτάσεις Μάρδα περί ανοίγματος επιχείρησης με ένα email) σε συνθήκες κρίσης δεν θα οδηγήσει σε επενδυτική έκρηξη αλλά σε απογείωση της ανομίας (π.χ. πρόγραμμα Golden Visa). Οι φοροελαφρύνσεις προς τα (κατά πλειοψηφία) υπερχρεωμένα νοικοκυριά δεν θα βγουν στην κατανάλωση αλλά κυρίως στην κάλυψη χρεών. Η ενίσχυση των ιδιωτικοποιήσεων (που η ΝΔ διατυμπανίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ σιωπηλά προωθεί) δεν πρόκειται να φέρει – όπως δεν έφερε και μέχρι τώρα και επί κυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ – εισροή ξένων κεφαλαίων καθώς τα τελευταία αγοράζουν μόνο επιλεκτικά και «κοψοχρονιά». Άλλωστε, εκτός από το Ελληνικό, το επόμενο colpo grosso των ιδιωτικοποιήσεων είναι η ΔΕΗ με σοβαρότατες επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία και τα λαϊκά στρώματα.

Ανάλογης απάτης με το 4% της ΝΔ είναι η διακήρυξη ΣΥΡΙΖΑ περί 500.000 νέων θέσεων καλά αμειβόμενης εργασίας στην τετραετία 2019-2023). Δεν προκύπτει από πουθενά. Και ενώ στην τωρινή 4ετή διακυβέρνηση του δημιούργησε 380.000 κακής και ασταθούς απασχόλησης (με μόνο 100.000 από αυτές να είναι αξιοπρεπείς).

Οι προβλέψεις αυτές γίνονται ακόμη πιο εξωπραγματικές αν συνυπολογιστεί ότι η οικονομία της ΕΕ είναι ήδη σε κάμψη και επίσης οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας (αν συνυπολογιστούν μάλιστα και οι αυξανόμενες ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις) είναι γκρίζες.

Φυσικά, όπως πολύ καλά γνωρίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, ένας δημοσιονομικός εκτροχιασμός θα οδηγήσει στους γνωστούς οριζόντιους «κόφτες» λιτότητας που και οι δύο τους έχουν ψηφίσει.

 

Η μόνη ελπίδα για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα είναι η έξοδος από την φυλακή της ΕΕ

Η μεγάλη εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία της χώρας μας πρέπει να καταλάβει ότι δεν πρόκειται να διασωθεί από την σημερινή μιζέρια της διαλέγοντας έναν από τους δύο συστημικούς κυβερνητικούς διεκδικητές. Ούτε καταφεύγοντας στα συμπληρώματα τους στα δεξιά ή στα «αριστερά» και σε τυχοδιωκτικά μιντιακά κατασκευάσματα όπως το κόμμα Βαρουφάκη. Κανένα από αυτά τα σχήματα δεν σκοπεύει να συγκρουστεί με τους ξένους πάτρωνες της χώρας και την ελληνική ολιγαρχία. Αντίθετα, αποτελούν μέρος των μηχανισμών εκτόνωσης και ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας.

Πίσω από τα γυαλιστερά χαρτιά, τα διαγράμματα και τα νούμερα των «προγραμμάτων» τους κρύβεται η υποταγή στις επιταγές της ΕΕ και του κεφαλαίου. Όλοι τους, και ακόμη και οι πιο φωνακλάδες, δεν αμφισβητούν ουσιαστικά την υπαγωγή της χώρας στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Ούτε σκοπεύουν να κάνουν κάτι για το υπαγορευόμενο από την τελευταία στρεβλό παραγωγικό πρότυπο που μεταμορφώνει την Ελλάδα σε χώρα γκαρσονιών ξένων τουριστών και κακοπληρωμένων και δύστυχων εργαζόμενων.

Η μόνη ελπίδα για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα – την μεγάλη πλειοψηφία της χώρας μας – είναι να συνειδητοποιήσουν ότι μόνο με την έξοδο από την φυλακή της ΕΕ μπορούν να ξαναγίνουν κύριοι της τύχης τους και να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Διαλέγοντας διαχειριστή της μιζέριας τους δεν πρόκειται να δουν διέξοδο.

Είναι ευθύνη της κομμουνιστικής Αριστεράς να δείξει τα βήματα και να κάνει κατανοητό στις ευρύτερες λαϊκές μάζες τον δρόμο αυτό.

 

 

Advertisement

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων γύρω από αυτήν: ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

 

broken-euro

Πρόσφατα το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης (IEO) του ΔΝΤ κατόρθωσε, μετά πολλών βασάνων, να εκπονήσει την έκθεση αξιολόγησης των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής (ΠΟΠ) που εφάρμοσε ή εφαρμόζει ακόμη (στην περίπτωση της Ελλάδας) η τρόικα ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ σε χώρες της ευρωζώνης (ΕΖ).

Για την ακρίβεια, όσον αφορά την Ελλάδα, το ΙΕΟ εξετάζει μόνο το 1ο ΠΟΠ που επισήμως έχει θεωρηθεί ως αποτυχημένο, διακόπηκε πριν ολοκληρωθεί για να συνεχισθεί αμέσως με το 2ο ΠΟΠ και σήμερα με το 3ο που συνομολόγησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπώς αξιολογεί το περιεχόμενο και τις διαδικασίες εκπόνησης και εφαρμογής ενός προγράμματος που ρητά έπεσε έξω. Βέβαια, επί της ουσίας, το 2ο και το 3ο ΠΟΠ αποτελούν συνέχεια (με μη ουσιώδεις αναπροσαρμογές) της στρατηγικής και των μέτρων του 1ου. Και μόνον αυτό – δηλαδή να αξιολογείς ένα ρητά αποτυχημένο πρόγραμμα το οποίο συνεχίζεται μερικά τροποποιημένο και αφήνοντας στην άκρη την εξίσου αποτυχημένη εξέλιξη των διαδόχων του – αποτελεί καταφανή γελοιότητα.

Φυσικά αυτό προφανώς δεν διαφεύγει από τους έγκριτους αξιολογητές του ΙΕΟ ούτε από το ΔΝΤ που τους ανέθεσε το σχετικό πόνημα (επίσης προφανώς έναντι αδράς αμοιβής). Συνεπώς άλλος είναι ο στόχος του εν λόγω πονήματος και όχι η ουσιαστική συζήτηση για ένα πρόγραμμα που έχει καταστρέψει την χώρα μας και τον λαό της (και αντίστοιχα άλλες χώρες και λαούς).

H έκθεση του ΙΕΟ και η αντιπαράθεση των αστικών κέντρων στην χώρα μας και στο εξωτερικό γύρω από αυτήν αποτελούν ένα κραυγαλέο υπόδειγμα θεσμικής υποκρισίας. Στόχος της έκθεσης δεν είναι η εξέταση του προβλήματος αλλά η δικαίωση κάποιων επιλογών, η εκ των υστέρων κριτική σε κάποιες άλλες και κυρίως το κέρδισμα πόντων του μεγάλου αφεντικού του ΔΝΤ (των ΗΠΑ) στην αντιπαράθεση τους με την ΕΕ. Κατ’ αντιστοιχία τα κόμματα της ελληνικής ολιγαρχίας (τυπικοί εκπρόσωποι της λογικής της που τρέχει πίσω από ξένους πάτρωνες και ταυτόχρονα η μία συμμορία της σκυλοκαβγαδίζει με την άλλη) ακολουθούν ασθμαίνοντα την αντιπαράθεση αυτή ρίχνοντας το ένα στο άλλο τις κοινές ευθύνες τους και προσπαθώντας το καθένα να πλασαριστεί σαν πιστός υπηρέτης του ισχυρότερου αφεντικού.

 

2C02B1DB7AC0EEE975740DE82C0D5115

 

 

 

 

Το ΔΝΤ, ο ρόλος του και οι ανταγωνισμοί στο εσωτερικό του

 

Για να κατανοηθεί καλύτερα η εν λόγω έκθεση και οι αντιπαραθέσεις γύρω από αυτήν χρειάζονται ορισμένες διευκρινήσεις όσον αφορά το ΔΝΤ.

Πρώτον, το ΔΝΤ είναι ένας παγκόσμιος οργανισμός που εκφράζει τα συμφέροντα των κορυφών του ιμπεριαλιστικού συστήματος (μέσα από το οποίο οργανώνεται το διεθνές σύστημα του καπιταλισμού). Εδώ χρειάζεται μία υπόμνηση προς πολλούς «αριστερούς» κεϋνσιανούληδες και ιδιαίτερα προς αυτούς που αφενός καταγγέλλουν το σύστημα αυτό αλλά αφετέρου επαγγέλλονται την ανέφικτη μεταρρύθμιση του (και όπου όχι σπάνια το κάνουν με το οικονομικό και πολιτικό προσωπικό τους αζημίωτο). Το ΔΝΤ – έστω και χωρίς το bancor – ήταν έμπνευση του Κέυνς. Το πώς λειτούργησε και λειτουργεί – και που γι’ αυτό δικαιολογημένα έχει καταγραφεί στην δημόσια συζήτηση ως φόβητρο και αρχάγγελος καταστροφών – δεν είναι άσχετο με τις ιδέες του εμπνευστή του. Το ΔΝΤ λειτουργεί περίπου σαν εταιρεία όπου την διεύθυνση έχουν οι μεγάλοι μέτοχοι. Εν προκειμένω δηλαδή οι ΗΠΑ, δευτερευόντως η ΕΕ και ακολουθούν οι Νεο-αναδυόμενες Οικονομίες (ΝΑΟ). Μάλιστα, στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 και της συνακόλουθης κρίσης της ΕΖ, οι τελευταίες αύξησαν την συμμετοχή τους και η ΕΕ καθυστερούσε θρασύτατα να τους παραχωρήσει τις θέσεις που τους αναλογούσαν (και αντίστοιχα να μειώσει τις δικές της). Αυτός είναι ένας – μεταξύ άλλων – λόγος για τον οποίο εκπρόσωποι των ΝΑΟ έχουν κατά καιρούς αντιδράσει οξύτατα στα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ. Μέσα σε αυτό τον «εταιρικό» ιμπεριαλιστικό οργανισμό – όπως και τον δίδυμο του, την Παγκόσμια Τράπεζα –διαγκωνίζονται για τα συμφέροντα, τους ανταγωνισμούς και τις μεταξύ τους ισορροπίες οι βασικοί παίκτες του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Και φυσικά όλο αυτό το παιχνίδι γίνεται στις πλάτες λαών και χωρών. Το παιχνίδι αυτό έχει βέβαια και κανόνες. Έτσι την θέση του διευθύνοντος συμβούλου παίρνει συνήθως ένας ευρωπαίος αλλά της επιλογής των ΗΠΑ – όπως το αντίστροφο γίνεται στην Παγκόσμια Τράπεζα (ξανά όμως με την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ). Αξίζει να επισημανθεί άλλο ένα στοιχείο της λειτουργίας του ΔΝΤ. Όπως στις εταιρείες, στο διοικητικό του συμβούλιο οι συζητήσεις είναι πιο «πολιτικές», εκφράζοντας πιο «πλουραλιστικά» τις πλευρές και τις απόψεις του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος. Με άλλα λόγια, οι «μικρομέτοχοι» έχουν κάποιο λόγο. Αντίθετα, στο επίπεδο του προσωπικού και της διεύθυνσης αποτυπώνονται πολύ πιο αυστηρά οι επιλογές των κυρίαρχων «μετόχων». Αυτό στην περίπτωση των πρόσφατων ευρωπαϊκών προγραμμάτων έχει μία ιδιαίτερη σημασία καθώς μία σειρά κρίσιμες επιλογές και τροποποιήσεις κανονισμών ουσιαστικά πέρασαν «κάτω από το τραπέζι» (μέσω επιλογών του προσωπικού και της διεύθυνσης και παρακάμπτοντας, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία το διοικητικό συμβούλιο).

Δεύτερον, σε κάθε ιδιαίτερη ιστορική περίοδο το ΔΝΤ διαμορφώνει και εκφράζει την κυρίαρχη αστική προσέγγιση για την διεθνή οικονομία. Και φυσικά μέσα από αυτές αποτυπώνονται και οι ισορροπίες και οι συσχετισμού μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Έτσι στην τρέχουσα περίοδο ακολουθεί την λεγόμενη «Προσέγγιση της Ουάσιγκτον» και του διάδοχου της («μετα-Προσέγγιση της Ουάσιγκτον») [βλέπε «Μεταρρύθμιση, μεταρρύθμιση της μεταρρύθμισης ή αναπαλαίωση; Η Συναίνεση της Ουάσιγκτον και η κριτική της»]. Ουσιαστικά οι προσεγγίσεις αυτές – που επί της ουσίας δεν διαφέρουν – είναι ένα μίγμα ήπιου νεοφιλελευθερισμού (καθώς οι ιδεοληπτικές ακρότητες του τελευταίου είναι καλές για να στραβώνουν φοιτητές σε πανεπιστήμια και να τις παπαγαλίζουν πολιτικοί και αργυρώνητοι κονδυλοφόροι αλλά καταστροφικές σε επίπεδο πολιτικής) και του συντηρητικού Νέου Κεϋνσιανισμού (που καταλαβαίνει καλύτερα πότε το σύστημα πρέπει να βάλει και λίγο νερό στο κρασί του γιατί αλλιώς κινδυνεύει να ανατιναχθεί). Τόσο ο προηγούμενος (Ο.Μπλανσαρ) όσο και ο τωρινός (M.Ομπστφελντ) επιστημονικός διευθυντής του ΔΝΤ είναι τυπικοί εκπρόσωποι τους. Χονδρικά η προσέγγιση αυτή διευκολύνει την διεθνή οικονομική ισχύ και παρέμβαση των δυτικών ιμπεριαλισμών (και προνομιακά των ΗΠΑ) και εξαναγκάζει τις ατυχείς χώρες που πέφτουν στα δίχτυα του ΔΝΤ να αναπροσαρμοσθούν βιαίως ανάλογα. Τα πρόσφατα ευρωπαϊκά προγράμματα του ΔΝΤ ακολουθούν πιστά την λογική αυτή. Από την άλλη όμως, το ΔΝΤ όπως και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν είναι ιδεολόγοι. Αυτά είναι για τους «παπάδες» του συστήματος και για την κοινή γνώμη. Είναι πρακτικά προσανατολισμένοι σε προβλήματα, πολιτικές και συσχετισμούς. Γι’ αυτό και ποτέ τα προγράμματα του ΔΝΤ δεν διατυπώνουν με σαφήνεια την θεωρία και την αναλυτική δομή που κρύβεται πίσω τους. Αυτό είναι πασίγνωστο (μάλιστα η ίδια η έκθεση του ΙΕΟ και τα συνοδευτικά της κείμενα το αναφέρουν) αλλά εξίσου παραγνωρισμένο. Ο λόγος που αποκρύπτεται η θεωρητική βάση και η αναλυτική δομή – ενώ υπάρχουν – είναι διπλός. Κατ’ αρχήν δεν χρειάζεται να μπαίνουν ενδεχομένως απωθητικές ιδεολογικές ταμπέλες. Επιπλέον, επειδή συχνά-πυκνά χρειάζεται να γίνουν μικρο-ρυθμίσεις που δεν είναι συνεπείς με την θεωρία και την ανάλυση, η ρητή θεωρητική προσήλωση δεν είναι βολική.

Τρίτον, υπάρχει μία συστηματική προσπάθεια του ΔΝ – μετά ιδιαίτερα την αποτυχία της Αργεντινής – να κάνει λιγότερο απεχθή την εικόνα του. Ξεκινώντας με τον πολυπράγμονα Ντ.Στρως-Καν (και συνυπολογίζοντας τις πολιτικές φιλοδοξίες του) και συνεχίζοντας με την Κ.Λαγκάρντ το ΔΝΤ προσπαθεί να δείξει ότι έχει αλλάξει και δεν είναι στυγνά νεοσυντηρητικό και αντιλαϊκό. Η κίνηση αυτή βέβαια αποτελεί μία κραυγαλέα υποκρισία. Το ΔΝΤ παραμένει ένας βαθύτατα αντιλαϊκός ιμπεριαλιστικός οργανισμός. Στην ουσία τίποτα δεν έχει αλλάξει στο πολιτικο-οικονομικό παράδειγμα που διαμορφώνει και επιβάλλει. Οι όποιες αλλαγές έχουν γίνει είναι είτε επειδή ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός είναι πρακτικά ατελέσφορος και συνεπώς πρέπει να μπολιασθεί με ελεγχόμενες δόσεις συντηρητικού Κεϋνσιανισμού (π.χ. η συζήτηση για αντι-κυκλικούς αυτόματους σταθεροποιητές της οικονομίας εφόσον η ύφεση που επιτείνουν τα προγράμματα του ΔΝΤ ξεφύγει από τον έλεγχο καθώς και η χρήση κεφαλαιακών περιορισμών [capital controls]) είτε είναι εντελώς διακοσμητικές και ανούσιες (π.χ. οι κλαυθμυρισμοί για τις εισοδηματικές ανισότητες και την ανάγκη πολιτικών κοινωνικής προστασίας).

Τέταρτον, στο ζήτημα της κρίσης της ΕΖ και της ΕΕ οι δύο βασικοί «μέτοχοι» του ΔΝΤ έχουν διαφορετικά και εν μέρει ανταγωνιστικά συμφέροντα. Το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8, καθώς στην αρχή εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ, πυροδότησε τις φιλοδοξίες του ευρω-ιερατείου για παγκόσμια ηγεμονία. Αυτό βέβαια πολύ σύντομα αποδείχθηκε φρούδα ελπίδα καθώς η κρίση πτωτικής τάσης της κερδοφορίας εκδηλώθηκε και στην ΕΕ. Ακολούθως, και μέσα στη εσπευσμένη εγκατάλειψη των νεοφιλελεύθερων συνταγών και την χρησιμοποίηση δεξιών Κεϋνσιανών πολιτικών (δηλαδή αντικυκλικής χαλαρής νομισματικής και επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής) από όλους τους μεγάλους πόλους του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (προεξαρχόντων των ΗΠΑ), η ΕΕ προσπάθησε να κάνει την «πονηρή» (βλέπε «ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί»). Χρησιμοποίησε τέτοιες πολιτικές πολύ λιγότερο και για μικρότερο χρονικό διάστημα από τους υπόλοιπους εκτιμώντας ότι οι αντικυκλικές πολιτικές δεν λύνουν την κρίση υπερσυσσώρευσης αλλά απλά την ετεροχρονίζουν και την κάνουν οξύτερη. Αυτό είναι ορθό αλλά υπολόγιζε χωρίς τους ανταγωνιστές της, που δεν είναι διατεθειμένοι να αφήσουν την ΕΕ να «πάρει κεφάλι» σε βάρος τους. Συγκεκριμένα, η ΕΕ στόχευε να εκμεταλλευθεί τις «φούσκες» των ανταγωνιστών της (πουλώντας κυρίως τα γερμανικά προϊόντα) και ταυτόχρονα να αποφύγει η ίδια το επώδυνο σπάσιμο τους. Έτσι όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου τότε η ΕΕ θα αναδεικνυόταν ως ο βασικός πυλώνας σταθερότητας του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος (και αντίστοιχα το ευρώ θα ενισχυόταν έναντι του δολαρίου στο ρόλο του ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα). Συμπληρωματικό στοιχείο της στρατηγικής αυτής είναι το «νοικοκύρεμα του οίκου» της, δηλαδή η ένταξη των ευάλωτων οικονομιών του ευρω-Νότου σε οικονομικούς ζουρλομανδύες. Απώτερη στόχευση της κίνησης αυτής είναι η μετατροπή της ευρω-περιφέρειας σε «τριτοκοσμική» ζώνη (δηλαδή οικονομίες φθηνών μισθών, περιουσιακών στοιχείων και χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης) που θα δίνει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στις πολυεθνικές εταιρείες της ΕΕ. Φυσικά τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν άφησαν την ΕΕ να παίξει το παιχνίδι αυτό και αντίθετα μάλιστα κατόρθωσαν η ΕΕ να είναι ο «μεγάλος ασθενής» της παγκόσμιας κρίσης (με σοβαρότατα δομικά προβλήματα, χαμηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης, οξύτατα προβλήματα χρέους και μόχλευσης κλπ.). Κεντρικό στοιχείο ιδιαίτερα της αμερικανικής αντίδρασης είναι η επιβολή ανάλογων με τις δικές τους χαλαρών πολιτικών στην ΕΕ (κυρίως με την μορφή της διαγραφής χρεών και της ποσοτικής χαλάρωσης μέσω της ΕΚΤ). Φυσικά κάτι τέτοιο θάβει τελεσίδικα τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της ΕΕ (βλέπε «Ευρωπαϊκή Ένωση: Ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση και κρίση»). Ιδιαίτερα στην περίπτωση των χωρών της ευρω-περιφέρειας και μάλιστα αυτών που μπήκαν σε ΠΟΠ οι ΗΠΑ πιέζουν συστηματικά για διαγραφή ή έστω αναδιάρθρωση του χρέους – φυσικά όχι από αλληλεγγύη στην ευρω-περιφέρεια αλλά για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Βέβαια, οι ΗΠΑ δεν έριξαν την πρόταση της διαγραφής ή αναδιάρθρωσης του χρέους από την αρχή στο τραπέζι – όπως επανειλημμένα επισημαίνεται και στην έκθεση και τα κείμενα του ΙΕΟ – καθώς τότε φοβόντουσαν τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν και οι ίδιες. Από την στιγμή όμως που κυρίως το ελληνικό χρέος πέρασε σε κρατικά χέρια της ΕΕ και θεώρησαν ότι η δική τους οικονομία ανοσοποιήθηκε εντελώς σε ενδεχόμενες επιπτώσεις του, ξαφνικά ανακάλυψαν ότι χωρίς κάποιας μορφής αναδιάρθρωση του χρέους τα ΠΟΠ δεν είναι ρεαλιστικά.

Πέμπτον, αποτέλεσμα αυτών των ισορροπιών μεταξύ των «μεγαλομετόχων» του ΔΝΤ είναι η συμμετοχή του τελευταίου στα ΠΟΠ της ΕΖ. Συγκεκριμένα, η ΕΕ αποφάσισε ότι πρέπει να συμμετέχει τον ΔΝΤ για δύο λόγους. Ο βασικός λόγος είναι πολιτικός: εφόσον ούτως ή άλλως οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν στην Ευρώπη τότε είναι προτιμότερο να εμπλακούν και θεσμικά και να γίνουν συνυπεύθυνοι παρά να παίζουν ανεξέλεγκτα από έξω. Ιδιαίτερα η δέσμευση κεφαλαίων του ΔΝΤ – δηλαδή και δικών τους χρημάτων – θεωρήθηκε ότι θα τους δέσμευε περισσότερο. Ο δεύτερος λόγος είναι τεχνικός: η ΕΕ χρειαζόταν κατεπειγόντως την τεχνική εμπειρία του ΔΝΤ καθώς η ίδια δεν διέθετε και καθώς αν το ΔΝΤ δεν συμμετείχε με δάνεια αλλά ήταν απλά τεχνικός σύμβουλος θα ήταν πιο ανεξέλεγκτο παίκτης. Από την άλλη και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να συμμετέχει το ΔΝΤ γιατί σε εκείνη την φάση δεν διακινδύνευαν να κάνουν ανεξέλεγκτες κινήσεις και επίσης προτιμούσαν να έχουν μία θεσμοποιημένη εμπλοκή στα ευρωπαϊκά πράγματα. Σήμερα όμως φαίνεται ότι πολλά από αυτά έχουν αλλάξει. Οι ΗΠΑ νιώθουν πιο σίγουρες και ταυτόχρονα πιο πιεσμένες να εκβιάσουν την ΕΕ. Έτσι το χαρτί της αναδιάρθρωσης χρέους ξαφνικά ανασύρθηκε και πετιέται ολοένα και πιο πιεστικά στο τραπέζι.

Τελευταίο σημείο. Οι ΝΑΟ είναι οι γκρινιάρηδες κομπάρσοι αλλά και ενδεχομένως οι ριγμένοι «μικρομέτοχοι» του παιχνιδιού αυτού μέσα στο ΔΝΤ. Ενώ έχουν αυξήσει την συμμετοχή τους στα κεφάλαια του ΔΝΤ, υπέστησαν την προσβολή της μη απόδοσης των ανάλογων διοικητικών θέσεων και ταυτόχρονα βλέπουν τεράστια κεφάλαια του ΔΝΤ να διακινδυνεύονται στο μπορντέλο της ΕΕ. Γι’ αυτό σε διάφορες φάσεις εκπρόσωποι των χωρών αυτών άσκησαν οξύτατη κριτική στα ΠΟΠ αι στους χειρισμούς του ΔΝΤ. Γι’ αυτό και πολλές κρίσιμες διαδικαστικές τροποποιήσεις (όπως η απάλυνση του κριτηρίου της βιωσιμότητας του χρέους της δανειζόμενης χώρας και ο συνυπολογισμός των «ευρύτερων συστημικών κινδύνων») και επιλογές πέρασαν «κάτω από το τραπέζι». Δηλαδή δεν συζητήθηκαν σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου αλλά αποφασίσθηκαν σε επίπεδο διεύθυνσης (πράγμα για το οποίο η έκθεση του ΙΕΟ κλαυθμηρίζει λελογισμένα εκ των υστέρων).

diagram

 

Η έκθεση του ΙΕΟ και τα συμπαρομαρτούμενα της

 

Κατ’ αρχήν πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι το IEO είναι τόσο ανεξάρτητο όσο και ο πάπας της Ρώμης κινέζος. Όπως όλοι σχεδόν αυτοί οι δήθεν ανεξάρτητοι οργανισμοί αποτελεί ένα φύλλο συκής για τον οργανισμό τον οποίο αξιολογεί. Συνεπώς τα πονήματα του προσπαθούν να αποκρυσταλλώνουν προσεκτικά τους συσχετισμούς δύναμης. Τους αποτυπώνουν προσεκτικά γιατί, όπως κάθε γραφειοκρατικός οργανισμός, πρέπει να προφυλάσσει την συνέχεια και την εσωτερική συνοχή του. Συνεπώς οι ανταγωνισμοί μπορεί να φθάνουν μέχρι ανακτορικά προνουντσιαμέντα αλλά δεν μπορεί να παίρνουν την μορφή εμφύλιων συρράξεων (εκτός οριακών καταστάσεων). Αντίστοιχα οι αξιολογητές τέτοιων οργανισμών σπάνια προβαίνουν σε αιχμηρές θέσεις καθώς κάτι τέτοιο θα τους στερούσε προνομιούχες θέσεις. ¨όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται και στην επιστημονική ποιότητα των σχετικών κειμένων που είναι επιεικώς αμφίβολη.

Η συγκεκριμένη έκθεση πλαισιώνεται από αρκετά κείμενα υποδομής (background papers) που εξετάζουν επιμέρους θέματα χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται εξ ολοκλήρου στην έκθεση. Παρουσιάσθηκε επίσης σε μία υψηλού επιπέδου συμβουλευτική επιτροπή (High Level Advisory Panel) που την έκανε κατά βάση αποδεκτή. Τέλος δόθηκε στην εσωτερική ιεραρχία του ΔΝΤ αλλά επέσυρε και τις αντιδράσεις της ΕΕ.

Επί της ουσίας τόσο η έκθεση όσο και τα κείμενα αυτά είναι τυπικά δείγματα βαθύτατα πληκτικής γραφειοκρατικής γραφής. Με εξαίρεση ελάχιστα κείμενα υποδομής – που παρεμπιπτόντως είναι υπερ-συντηρητικά – όλα χαρακτηρίζονται από την απουσία ενός στιβαρού επιχειρήματος και της συνακόλουθης τεκμηρίωσης της. Αντιθέτως, πλατειάζουν προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στα διαφορετικά συμφέροντα που υπάρχουν μέσα στο ΔΝΤ και να εκφράσουν κυρίως την κυρίαρχη άποψη (αυτή των ΗΠΑ) χωρίς όμως να θίξουν υπερβολικά τις άλλες πλευρές.

Πριν συζητήσουμε για την έκθεση αυτή καθ’ αυτή χρειάζεται να επισημανθεί ότι σε όλη την έκθεση και τα συμπαρομαρτούμενα της την τιμητική έχει το ελληνικό ΠΟΠ. Δικαιολογημένα άλλωστε καθώς αποτελεί την πιο κραυγαλέα αποτυχία της τρόικα.

Η έκθεση περισσότερο ασχολείται με μία σειρά διαδικαστικά ζητήματα (αν καλώς το ΔΝΤ ενεπλάκη στην κρίση της ΕΖ, αν τηρήθηκαν οι κανόνες του ΔΝΤ για τα προγράμματα, αν υπήρχε διαφάνεια στις διαδικασίες του ΔΝΤ, αν το ΔΝΤ ήταν ο «μικρός συνεταίρος» (junior partner) που σερνόταν πίσω από τις επιλογές της ΕΕ κλπ.) παρά με την ουσία του προγράμματος (αν είναι αποτελεσματικό). Πίσω από αυτή την ηθελημένα κοντόφθαλμη οπτική – που είχε προκαθορισθεί από την επιλογή να εξετασθεί μόνο το 1ο ΠΟΠ – κρύβεται η στόχευση της έκθεσης στο να παίξει ένα συγκρατημένο παιχνίδι θέσεων μέσα στους συσχετισμούς και τις ισορροπίες του ΔΝΤ αλλά και στους ανταγωνισμούς ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΟ (λελογισμένα προς όφελος των πρώτων).

Έτσι, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση κατ’ αρχήν γκρινιάζει για το ότι το ΙΕΟ δεν είχε πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία. Αυτό όμως είναι περισσότερο φύλλο συκής παρά κάτι ουσιαστικό. Ακολούθως, επισημαίνει ότι πολλές αποφάσεις ελήφθησαν σε επίπεδο διεύθυνσης και όχι διοικητικού συμβουλίου και καλεί σε μεγαλύτερη διαφάνεια και υποχρέωση λογοδοσίας για το μέλλον (ιδιαίτερα αναφέρεται στην απάλυνση του όρου για της βιωσιμότητα του χρέους και στην μετέπειτα σιωπηρή ελαστικοποίηση του). Αυτό είναι κυρίως για να διασκεδαστούν οι γκρίνιες των ΝΑΟ. Επίσης, ζητά λιγότερες πολιτικές επιρροές επάνω σε τεχνικές αποφάσεις για το μέλλον. Αυτό είναι ένα πάρθιο βέλος προς την ΕΕ καθώς έμμεσα δείχνεται, σε πολλά σημεία της έκθεσης και των συνοδευτικών κειμένων, ότι μία σειρά προβληματικές τεχνικές επιλογές (π.χ. καθυστερημένη αναδιάρθρωση του χρέους, πάρα πολλές δομικές μεταρρυθμίσεις) οφείλονται σε αυτή. Μάλιστα η σύνοψη των συμπερασμάτων της συμβουλευτικής Επιτροπής (High Level Advisory Panel) στην οποία παρουσιάσθηκε η έκθεση είναι ακόμη πιο επιθετική απέναντι στους Ευρωπαίους υποστηρίζοντας ότι η ισχυρή θέση τους μέσα στο ΔΝΤ επηρέασε πολιτικά τις επιλογές του τελευταίου στα ΠΟΠ. Ακόμη, γκρινιάζει για την αποτυχία του ΔΝΤ να προβλέψει την κρίση της ΕΖ. Φυσικά το κάνει μετριασμένα καθώς λέει ότι είχε μεν διαγνώσει τα αίτια αλλά δεν τα επεσήμανε δεόντως. Και βέβαια αποδίδει την «αβλεψία» αυτή σε κακό group thinking (που εμμέσως πλην σαφώς προέρχεται από την ΕΕ και την ιδέα ότι η ΕΖ δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών). Όμως, παρά τις γκρίνιες αυτές, η έκθεση εν τέλει αποφαίνεται ότι το ΔΝΤ δεν ήταν «μικρός» αλλά ισότιμος συνεταίρος της ΕΕ και επίσης ότι το ΔΝΤ αρίστευσε στην δράση του μέσα στα ΠΟΠ της ΕΖ (παρά κάποια μικροζητήματα). Συγκεφαλαιώνοντας, στα διαδικαστικά ζητήματα η έκθεση του ΙΕΟ χαϊδεύει ανούσια τους ΝΑΟ, ρίχνει κάμποσα πάρθια βέλη στην ΕΕ και παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ (που θέλουν τώρα να αυξήσουν την πίεση στην ΕΕ όσον αφορά το ζήτημα του χρέους και τη γενικότερη οικονομική πολιτική της τελευταίας).

Όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα των ΠΟΠ (δηλαδή την θεωρητική προσέγγιση, τον τεχνικό σχεδιασμό και τα αποτελέσματα τους) η έκθεση αφενός είναι βαθύτατα νεοσυντηρητική και αφετέρου επιδίδεται σε προσεγμένα μισόλογα (πάντα παίζοντας με ισορροπίες και συσχετισμούς).

Κατ’ αρχήν επαναλαμβάνει τις γνωστές ανούσιες νεοσυντηρητικές διαγνώσεις της κρίσης (για την ελληνική περίπτωση βλέπε «Η ελληνική τραγωδία: ανταγωνιστικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης»). Η μόνη – ήδη γνωστή – πινελιά οικονομικής ετεροδοξίας που προσθέτει είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη ότι δεν μπορούσαν να υπάρξουν κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών στην ΕΖ (λόγω απότομων διακοπών (sudden stops) στην χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές) προέρχεται  από την προσκόλληση στη νεοκλασσική ποσοτική θεωρία του χρήματος (που κρυπτογραφικά παρουσιάζεται με το υπόδειγμα Meade για το πως αυτή υποτίθεται ότι λειτουργεί μέσα σε μία νομισματική ένωση). Αυτή η πινελιά συμπληρώνεται με αναφορές στην παραγνώριση του δεσμού μεταξύ κινδύνου χρεωκοπίας τραπεζών και χωρών, του κατακερματισμού του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος ανά κράτη και στην ελλειπή γνώση του TARGET (δηλαδή του συστήματος πληρωμών της ΕΖ).

Κατά τα άλλα η ελληνική κρίση, τυπικά, αποδίδεται σε δημοσιονομικές υπερβάσεις και μάλιστα λόγω υπερβολικής αύξησης των μισθών. Φυσικά, αυτό που έπεται από αυτήν την νεοσυντηρητική ενσυνείδητη ανοησία είναι ότι η γενική κατεύθυνση των ΠΟΠ (δηλαδή η λιτότητα) είναι ορθή. Αυτό που κλαυθμηρίζεται είναι ότι αυτή έπρεπε να είχε γίνει πριν την κρίση (όταν τα οικονομικά δεδομένα ήταν καλύτερα και οι ρυθμοί μεγέθυνσης καλύτεροι). Βέβαια στην ελληνική περίπτωση – και όχι μόνον – αυτό είναι μία καταφανής ηλιθιότητα γιατί αν δεν υπήρχε η δημοσιονομική υπερεπέκταση της περιόδου εκείνης – που μπούκωσε με υπερκέρδη τον ιδιωτικό τομέα (βλέπε για παράδειγμα Ολυμπιάδα 2004) – τότε δεν θα υπήρχαν και αυτοί οι ρυθμοί μεγέθυνσης. Και φυσικά το ίδιο ισχύει και για την κυβέρνηση Καραμανλή και την πρώτη φάση της κρίσης.

Μία άλλη απαλή πινελιά που προστίθεται είναι ότι όταν η κρίση – στην ελληνική περίπτωση που έχει την τιμητική της – ξέφυγε δεν ενεργοποιήθηκαν αυτόματοι σταθεροποιητές (δηλαδή χαλαρότερη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική). Θα άξιζε να μας πουν οι εμβριθείς μελετητές του ΙΕΟ πως μπορεί αυτό να γίνει σε ένα προ-κυκλικό και εξαιρετικά εμπροσθοβαρές πρόγραμμα και με μία νομισματική πολιτική που καθορίζεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο από την ΕΚΤ.

Από εκεί και πέρα η έκθεση επιδίδεται σε ατελείωτες κουτοπονηριές για το ζήτημα του κουρέματος του ελληνικού χρέους. Ενώ αναγνωρίζει ότι χωρίς αυτό το ΠΟΠ γινόταν εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό από την άλλη – και ενώ ρίχνει έμμεσα ευθύνες στην ΕΕ που ρητά δεν το ήθελε – εν τέλει αναγνωρίζει ότι όλοι (και οι ΗΠΑ) συμφώνησαν στο να μην υπάρξει. Επίσης δεν λέει λέξη για την γελοιότητα της αναδιάρθρωσης (PSI) που ενώ ξελάσπωσε ουσιαστικά τους ιδιώτες δανειστές (μεταφέροντας τα δάνεια στα κράτη της ΕΕ) ταυτόχρονα γονάτισε την ελληνική οικονομία (ξεπατώνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες αλλά και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα) με μηδαμινό καθαρό αποτέλεσμα από το κούρεμα αυτό καθ’ αυτό (όπως καταγράφηκε στον αμέσως επακολουθήσαντα προϋπολογισμό). Το μόνο που μηρυκάζει η έκθεση είναι ότι το ΔΝΤ, εφόσον συμφώνησε αρχικά να μην γίνει αναδιάρθρωση χρέους, θα έπρεπε να πιέσει αργότερα για να γίνει ενωρίτερα από ότι τελικά έγινε. Και μόνη η διατύπωση δηλώνει την υποκρισία του επιχειρήματος. Πίσω από αυτές τις κουτοπονηριές η έκθεση παίζει το παιχνίδι των ΗΠΑ που τώρα – αλλά όχι τότε – θέλουν να εκβιάσουν την ΕΕ στο ζήτημα του χρέους.

Η έκθεση είναι πιο διεξοδική στο ότι ιδιαίτερα το ελληνικό ΠΟΠ είναι υπεραισιόδοξες προβλέψεις και ήταν αρκετά ανελαστικό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται το ζήτημα της υποτίμησης των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών καθώς και της καθυστερημένης αναθεώρησης των στόχων (μόνο στην 5η αξιολόγηση το 2011). Το ερώτημα είναι οι ειδήμονες του ΔΝΤ (την τεχνική επάρκεια των οποίων η έκθεση επαινεί σε πάμπολλα σημεία) δεν έβλεπαν ενωρίτερα αυτό που ήταν καταφανές; Προφανώς ναι, αλλά οι πολιτικές επιλογές (και του ΔΝΤ) ήταν διαφορετικές τότε. Γι’ αυτό και ακόμη και στην έκθεση λέγεται ότι η αρχική εκκίνηση του ΠΟΠ ήταν εντυπωσιακά επιτυχής αλλά στην συνέχεια – για όχι ιδιαίτερα ευκρινείς λόγους – κόλλησε στην λάσπη. Και εδώ αρχίζει το πέταγμα της ευθύνης στην ΕΕ και στο ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα που δεν ήταν επαρκώς αιμοβόρο στην εφαρμογή του προγράμματος (αυτό κατ΄ ευφημισμόν λέγεται «ιδιοκτησία του προγράμματος»).

Η έκθεση, μεταξύ άλλων, έχει μία ενδιαφέρουσα γκρίνια του ΔΝΤ ότι η ΕΕ είναι αυτή που επέβαλλε μία πολύ μεγάλη, πολύ λεπτομερή και μη-ρεαλιστική λίστα προαπαιτούμενων στην Ελλάδα και ότι το ΔΝΤ θα προτιμούσε κάτι πιο λιτό και ταυτόχρονα πιο λειτουργικό (καθώς υποστηρίζεται ότι ο μεγάλος αριθμός μέτρων μπέρδευε). Μάλλον πρόκειται για άλλο ένα φύλλο συκής του ΔΝΤ. Από την μία γκρινιάζει για «ανεπαρκή ιδιοκτησία» του προγράμματος (που πως αλλιώς θα αντιμετωπισθεί αν όχι με λεπτομερή δέσμευση και εποπτεία) και ρίχνει ευθύνες στην ελληνική ολιγαρχία. Αφετέρου το ΔΝΤ – στα πλαίσια της πρόσφατης προσπάθειας ανακαίνισης της εικόνας του -δοκιμάζει να βγάλει από επάνω του το άγος των αντιλαϊκών πολιτικών και της προ-κυκλικότητας (που ως γνωστόν περνούν κατ’ εξοχήν μέσω των προαπαιτουμένων [conditionality] των προγραμμάτων του).

Εν παρόδω – για να ευλογήσει τα γένια του ΔΝΤ αλλά ταυτόχρονα επιτείνοντας το ερώτημα του γιατί δεν έκανε κάτι στα επόμενα ελληνικά ΠΟΠ – η έκθεση επικαλείται ότι ήδη από το 2013 σχετική εμπιστευτική εσωτερική αξιολόγηση του ΔΝΤ είχε αναγνωρίσει τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα προβλήματα (και ότι η ΕΕ είχε αντιδράσει άκομψα).

Τελικά, η έκθεση ενώ βγάζει ως επιτυχημένα τα ΠΟΠ της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αποφαίνεται σεμνά και βιαστικά ότι «δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο» για το ελληνικό πρόγραμμα. Κοινώς η έκθεση ώδινεν όρος και έτεκεν μυν.

thessaly2

 

 

 

 

 

 

Ο σκυλοκαβγάς της ελληνικής ολιγαρχίας και των κομμάτων της

 

Αν η έκθεση του ΙΕΟ αποτελεί ένα υπόδειγμα υποκρισίας και ίντριγκας μέσα σε ένα από τα βασικά ανάκτορα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, η διαχείριση της από την ελληνική αστική τάξη και τα κόμματα της δεν υπολείπεται σε υποκρισία. Μόνο που πρόκειται για την υποκρισία και τους σκυλοκαβγάδες των παρακατιανών των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων που τσακώνονται για κάποιο κόκκαλο που θα παραπέσει από το τραπέζι των αφεντικών.

Πρακτικά η ελληνική αστική τάξη είναι σε ένα από τα χειρότερα σημεία της ιστορίας της. Από την στιγμή που η ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» της που θα την αναβάθμιζε μέσα στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα μετατράπηκε σε καταστροφή για την χώρα (όπως και οι προηγούμενες «μεγάλες ιδέες» της), προσπαθεί να σώσει το τομάρι της θυσιάζοντας τον λαό αυτής της χώρας. Συναίνεσε στα ΠΟΠ θεωρώντας ότι μπορεί να έχασε την ευκαιρία της αναβάθμισης (και να μετατράπηκε σε καπιταλισμό υπό εποπτεία, δηλαδή να υποβαθμίζεται στον διεθνή καταμερισμό εργασίας) αλλά τουλάχιστον θα σώσει τον εαυτό της θυσιάζοντας τους εργαζόμενους της Ελλάδας. Όμως, καθώς τα ΠΟΠ καρκινοβατούν, οι ξένοι πάτρωνες (που βλέπουν τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα να κινδυνεύουν) απαιτούν να συμμετάσχει πλέον στα κόστη και η ελληνική ολιγαρχία. Έτσι, έχει χάσει πλέον την κορωνίδα της (τις τράπεζες). Έχει επίσης η ίδια, ήδη από πριν την κρίση (λόγω λαιμαργίας, εθισμού στις σίγουρες «αρπαχτές» και απαρέσκειες σε επίφοβες δεσμεύσεις), αδυνατίσει την μεταποίηση και τον πρωτογενή τομέα. Αργά αλλά σταθερά χάνει έδαφος και στην υποτιθέμενη «νέα βαριά βιομηχανία», τον τουρισμό (και την ελπίδα της να γίνουμε μία χώρα γεμάτη ξενοδοχεία με έλληνες ξενοδόχους που τρέφονται από ενισχύσεις του δημοσίου και της ΕΕ, ξένους τουρίστες και του έλληνες εργαζόμενους σαν «ευλύγιστα», κακοπληρωμένα και ανασφάλιστα γκαρσόνια). Ακόμη και το ιερό δισκοπότηρο της, η χρυσοπληρωμένη και μονίμως φοροδιαφεύγουσα ναυτιλία (με τα βασικά της πόδια και χρήματα στο εξωτερικό και χρησιμοποιούσα την Ελλάδα κυρίως σαν πολιτικό απάγκιο), καλείται να κάνει το αδιανόητο για τους «καπετάνιους» της: να περάσει από το ταμείο.

Μέσα σ’ αυτή την ζοφερή κατάσταση η ελληνική αστική τάξη προσπαθεί να διασώσει το τομάρι της γλύφοντας τους ξένους πάτρωνες και αλληλοσπαρασσόμενη στο εσωτερικό της. Και πάντα βέβαια επιδιώκοντας να φορτώσει την ζημιά στους εργαζόμενους. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το πρόγραμμα προσαρμογής είναι εξαιρετικά μη-ρεαλιστικό. Ταυτόχρονα όμως δεν διανοείται να πάει κόντρα στις επιλογές των ξένων πατρώνων. Προτιμά να παίζει σε κάποιες από τις μεταξύ τους αντιθέσεις (πάντα σεμνά μήπως και της θυμώσουν). Έτσι στον εντεινόμενο ανταγωνισμό ΗΠΑ και ΕΕ κοιτάζει δίβουλη μία από την μία και μία από την άλλη προσπαθώντας να διασώσει τα συμφέροντα της. Θα ήθελε μία χαλάρωση των φιλόδοξων στόχων του προγράμματος και μία αναδιάρθρωση του χρέους καθώς αυτά θα απάλυναν την πίεση να πληρώσει και αυτή για την κρίση. Ταυτόχρονα όμως φοβάται να εκφρασθεί ανοικτά υπέρ της αμερικανικής πλευράς καθώς κάτι τέτοιο θα θύμωνε την Γερμανία. Από την άλλη τρέμει αρκετές από τις δομικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί το ΔΝΤ. Φυσικά όχι αυτές που φορτώνουν βάρη στις πλάτες της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, αλλά εκείνες που σπάνε θεσμικά προνόμια της και ιδιαίτερα το σύστημα της διαπλοκής (κράτος – τράπεζες – επιχειρήσεις) που οχύρωνε και ευνοούσε τους έλληνες καπιταλιστές έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους.

Μέσα σ’ αυτό το ασαφές πλαίσιο κινούνται και οι πολιτικοί υπάλληλοι της ελληνικής ολιγαρχίας.

Ο νεο-μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ χοροπηδά ότι η νεοφιλελεύθερη και άκρως αντιλαϊκή έκθεση του Γραφείου τον δικαιώνει και ότι τώρα πρέπει να υπάρξει κάποια ελεημοσύνη στο ζήτημα του χρέους, υπονοώντας ότι για χάρη της μπορεί να περάσει το νέο κύμα αντιλαϊκών αλλαγών που απαιτεί η τρόικα. Επίσης δοκιμάζει να ξαναφορέσει λίγο την αντι-μνημονιακή λεοντή καταγγέλλοντας ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για τυφλή αποδοχή των ΠΟΠ. Φυσικά κρύβοντας ότι ο ίδιος έχει υπογράψει τα προγράμματα αυτά και αποδεικνύεται σε έναν από τους πιο πειθήνιους και βολικούς διαχειριστές τους. Επίσης ξεχνώντας ότι η έκθεση και το ΔΝΤ επιμένουν περισσότερο απ’ όλους σε βάρβαρες – ιδιαίτερα για τα λαϊκά στρώματα – δομικές μεταρρυθμίσεις. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζει να χρησιμοποιήσει την έκθεση του ΙΕΟ σαν δική του αντι-μνημονιακή λεοντή στο εσωτερικό αν και η έκθεση είναι μνημονιακή με την βαθύτερη έννοια του όρου. Επίσης, γνέφει φιλικά προς τις ΗΠΑ – από τις οποίες εξαρτάται με πολυποίκιλους δεσμούς – ελπίζοντας σε κάποια βοήθεια στο ζήτημα του χρέους και στην αμφίβολη δική του πολιτική επιβίωση. Δεν κάνει όμως την έκθεση και σημαία στα όργανα της ΕΕ γιατί κάτι τέτοιο θα θύμωνε την τελευταία.

Από την άλλη η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (και ανάλογα οι λοιποί συνοδοιπόροι του ευρω-νενεκισμού) ποιούν τη νήσσα καθώς η έκθεση δείχνει ότι οι κυβερνήσεις τους σύρθηκαν πειθήνια στα κελεύσματα των ξένων πατρώνων χωρίς να διαπραγματεύονται ούτε αμελητέα ζητήματα. Και αντίθετα φωνασκούν για τις υπαρκτές ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ (με τους τυχοδιωκτισμούς του) στην επιδείνωση της οικονομίας και για το 3ο ΠΟΠ. Ιδιαίτερα η ΝΔ προσπαθεί να αναδείξει τον εαυτό της σαν τον πιο συνεπή και αξιόπιστο διαχειριστή των όποιων επιλογών κάνουν οι ξένοι πάτρωνες.

Ο ελληνικός λαός δεν έχει να κερδίσει τίποτα από όλους αυτούς τους σκυλοκαβγάδες τόσο των ξένων πατρώνων όσο και της ελληνικής ολιγαρχίας. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου περνά μέσα από την αποδέσμευση από την ΕΕ.


Αναδημοσιευμένο

(1) στο site του Μ.Ιγνατίου:

http://mignatiou.com/2016/08/h-ekthesi-tou-grafiou-axiologisis-tou-dnt-ipodigma-pollaplis-thesmikis-ipokrisias/

H έκθεση του Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

(2) στην Pandiera.gr

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

3) στον ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

http://www.ergatikosagwnas.gr/arthra/economy/1094-ena-ypodeigma-pollaplis-thesmikis-ypokrisias

Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

4) στην ιστοσελίδα της ΠΕΝΕΝ

http://penen.gr/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/item/2842-h-%CE%AD%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%BD%CF%84-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82

H έκθεση του Ανεξάρτητου Γραφείου Αξιολόγησης του ΔΝΤ -Ένα υπόδειγμα πολλαπλής θεσμικής υποκρισίας

Ποσοτική χαλάρωση, Σαμαράς και Τσίπρας: Ποιος δουλεύει ποιόν;

Ποσοτική χαλάρωση, Σαμαράς και Τσίπρας: Ποιος δουλεύει ποιόν;

Σταύρος Μαυρουδέας

22/1/2015

 

Η σημερινή ανακοίνωση του Μ.Ντράγκι σχετικά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και οι πρόνοιες του σχετικά με την Ελλάδα αποτέλεσαν άλλο ένα πεδίο σκιαμαχίας μεταξύ της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ.

Ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα; Ο Μ.Ντράγκι, με απόφαση της μεγάλης πλειοψηφίας του ΔΣ της ΕΚΤ, εξάγγειλε ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με στόχο την καταπολέμηση του αποπληθωρισμού και την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης στην ευρωζώνη. Το πρόγραμμα είναι συνολικού ύψους περίπου 1,14 τρις ευρώ (60 δισ. μηνιαία) και θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016 μέχρι να διορθωθεί αισθητά το ποσοστό πληθωρισμού στην ευρωζώνη. Με τα ποσά αυτά θα αγοράζονται ομόλογα που εκδίδουν τα κράτη-μέλη της ΟΝΕ αλλά και ιδιωτικές επιχειρήσεις όσο ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη είναι μικρότερος του 2%. Τα ομόλογα που θα αγοράζονται θα πρέπει να είναι αξιόχρεα (δηλαδή να διαθέτουν αξιολόγηση), αλλιώς (όπως ισχύει με τα ελληνικά) θα ισχύουν πρόσθετα κριτήρια επιλεξιμότητας. Θα μπορούν να αγοράζονται μόνο το 33% ανά εκδότη χρέους και το 25% ανά έκδοση. Επίσης, ο κίνδυνος θα επιμερίζεται σε 20% για την ΕΚΤ και 80% για τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες που θα πραγματοποιήσουν τις αγορές. Τον κεντρικό συντονισμό θα έχει η ΕΚΤ. Τα χρήματα που θα πάρουν οι ιδιωτικοί και δημόσιοι φορείς από τις αγορές ομολόγων θα μπορούν είτε να επενδυθούν είτε να κατατεθούν στην ΕΚΤ, με αρνητικό όμως επιτόκιο (έτσι ώστε να δίνεται κίνητρο για τη χρηματοδότηση της οικονομίας).

Ειδικά για κράτη-μέλη της ΟΝΕ που βρίσκονται μέσα σε προγράμματα χρηματοδοτικής βοήθειας (δηλαδή σε Μνημόνια), όπως η Ελλάδα, το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα εφαρμόζεται με ειδικά κριτήρια, θα σταματά κατά την διάρκεια των περιοδικών αξιολογήσεων του προγράμματος από τις εποπτεύουσες αρχές (επί του προκειμένου την Τρόικα) και θα ξαναρχίζουν μόνον αν η αξιολόγηση είναι θετική.

diagram

Μετά τις εξαγγελίες Ντράγκι ξέσπασε μία ήδη κυοφορούμενη (εν αναμονή τους) σκιαμαχία μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με αυτές. Η μεν ΝΔ υποστήριξε ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που θα συγκρουόταν με τα Μνημόνια θα έθετε την χώρα εκτός του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και των ευεργετημάτων του. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ πανηγυρίζει ότι ο Ντράγκι, με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, στρέφεται ενάντια στο νεο-φιλελευθερισμό και ότι το πρόγραμμα αυτό θα αξιοποιηθεί από μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ουσιαστικά και οι δύο κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό.

Πρώτον, η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης δεν είναι μία προοδευτική πολιτική, όπως βλακωδέστατα έχει ισχυρισθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η πολιτική αυτή είναι μία νεοσυντηρητική ανορθόδοξη νομισματική πολιτική που δεν προέρχεται από τον καθαρόαιμο νεοφιλελευθερισμό αλλά από την Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση (δηλαδή την σύμμειξη νεοφιλελευθερισμού και δεξιού Κεϋνσιανισμού). Η βασική της ιδέα είναι ότι μία ενεργητική νομισματική πολιτική μπορεί να αντιμετωπίσει επιτυχώς και τελεσίδικα τις οικονομικές (και ιδιαίτερα τις χρηματοοικονομικές) κρίσεις. Όμως υπάρχουν περιπτώσεις – όπως μετά την κρίση του 2007-8 – που παρά την μείωση των επιτοκίων σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα η οικονομία δεν έχει ανακάμψει. Στην περίπτωση αυτή (που τα επιτόκια δεν μπορούν να μειωθούν περαιτέρω) προτείνεται η ανορθόδοξη πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης, δηλαδή ένας έμμεσος τρόπος περαιτέρω μείωσης του κόστους του δανεισμού. Φυσικά, οι πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις διαφωνούν με αυτή την πρόταση εξ ου και η ρεπουμπλικανική αντίθεση στην πολιτική αυτή στις ΗΠΑ. Όμως εμπρός στα προβλήματα της καπιταλιστικής οικονομίας οι ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις μπήκαν στην άκρη από τα ίδια τα συστημικά κέντρα.

Ο μηχανισμός που προτείνει η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης είναι ο ακόλουθος. Οι κεντρικές τράπεζες δημιουργούν χρήμα (κυρίως πιστωτικό) με το οποίο αγοράζουν μετοχές και ομόλογα με αποτέλεσμα την μείωση των επιτοκίων. Η τελευταία έχει διευκολύνει την αύξηση του δανεισμού που οδηγεί σε αύξηση της κατανάλωσης και της επένδυσης με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της οικονομίας.

Η νεοσυντηρητική αυτή συνταγή αγνοεί εντελώς την πραγματική οικονομία και φυσικά το πρόβλημα της φθίνουσας κερδοφορίας του κεφαλαίου (που πολύ εύστοχα επισημαίνει η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία). Όταν ο καπιταλισμός βρίσκεται εν μέσω μίας κρίσης υπερσυσσώρευσης λόγω φθίνουσας κερδοφορίας τότε, ακόμη και εάν με ευρηματικούς τρόπους μειωθεί το κόστος δανεισμού, δεν θα γίνουν επενδύσεις ακριβώς λόγω της χαμηλής κερδοφορίας. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις απλά θα κοιτάξουν να εξισορροπήσουν τους ισολογισμούς τους. Χαρακτηριστικά, ενώ το δεκαετές κόστος δημόσιου δανεισμού είναι μικρότερο από 1% στη Γερμανία και την Γαλλία και μικρότερο από 2% στην Ιταλία και την Ισπανία η ευρωζώνη σέρνεται με αμελητέους ρυθμούς ανάπτυξης. Ουσιαστικά η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης ετεροχρονίζει τα προβλήματα της κρίσης (καθώς διευκολύνει την αποφυγή των αναγκαίων χρεωκοπιών) και ενδεχομένως τα περνά στις πλάτες άλλων χωρών (εφόσον αυτό είναι εφικτό).

Η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης δεν ευνοεί τους εργαζόμενους καθώς δεν έχει σοβαρές επιπτώσεις στην απασχόληση και τα εισοδήματα τους ούτε διευκολύνει τον δανεισμό τους (καθώς οι τράπεζες κατά κύριο λόγο βελτιώνουν τους ισολογισμούς και την κεφαλαιακή επάρκεια τους αντί να αυξάνουν τις χορηγήσεις τους). Οι μόνοι κερδισμένοι είναι οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις που βελτιώνουν την χρηματοοικονομική κατάσταση τους και οι κερδοσκόποι.

Υπό αυτή την έννοια, βασικές κερδισμένες της εφαρμογής της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης είναι οι ΗΠΑ που, καθώς βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και εκδίδουν το διεθνές αποθεματικό νόμισμα, μεταφέρουν μέρος των δικών τους προβλημάτων σε ξένες πλάτες. Αντίθετα, η Γερμανία προσπαθεί μέχρι τώρα να την αποφύγει γιατί δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες και επιπλέον θα αποτελέσει μάλλον ταφόπλακα για τις προσδοκίες ενός παγκόσμιου ηγεμονικού ρόλου για το ευρώ. Όμως πλέον οι άλλες ισχυρές οικονομίες της ΕΕ δεν μπορούν να ακολουθήσουν την Γερμανική κούρσα (που άλλωστε τις σέρνει πλέον πίσω της) και γι’ αυτό – με την κατάλληλη αμερικανική βοήθεια (καθώς αυτό υποβαθμίζει τις ηγεμονικές φιλοδοξίες του ευρώ) – και μέσω του Μ.Ντράγκι οδήγησαν τα πράγματα στην σημερινή απόφαση της ΕΚΤ. Προς το παρόν αυτό που μένει στη Γερμανία είναι μία μάχη οπισθοφυλακής και περιορισμού της έκτασης της εφαρμογής της πολιτικής αυτής.

Marx graph

Δεύτερον, η ΝΔ θα επιθυμούσε ελάχιστες μέρες πριν τις εκλογές η ΕΚΤ να εξαιρέσει ρητά την Ελλάδα από το πρόγραμμα αυτό. Έτσι θα μπορούσε να κινδυνολογήσει κατά την προσφιλή της μέθοδο. Όμως οι ηγεμόνες της ΕΕ θεωρούν τον Σαμαρά καμένο χαρτί και συνεπώς δεν τον διευκόλυναν. Είναι ενδιαφέρον ότι πλέον ούτε και τα ΜΜΕ της ελληνικής ολιγαρχίας έπαιξαν το σενάριο αυτό.

Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ υποκριτικά ισχυρίζεται ότι το πρόγραμμα είναι προς όφελος των εργαζομένων και επίσης ότι δεν τρέχει τίποτα όσον αφορά τις δεσμεύσεις που το συνοδεύουν. Το πρώτο είναι ένα κατάφωρο ψεύδος. Η ποσοτική χαλάρωση δεν έχει σχέση με παλιότερες προοδευτικές Κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης μέσω αναδιανομής του εισοδήματος προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Είναι μία νεοσυντηρητική πολιτική χρηματοοικονομικής διευκόλυνσης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Τίποτα ή μόνο ψίχουλα από αυτή την διαδικασία (που θα έχει κόστος για το ελληνικό δημόσιο καθώς το 80% του κινδύνου θα τον επωμισθεί η Τράπεζα της Ελλάδας) θα πάνε στους εργαζόμενους. Το δεύτερο είναι επίσης κατάφωρο ψεύδος. Τα Ελληνικά χρεόγραφα θα συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα μόνον εφόσον (α) καλύπτονται από πρόγραμμα της ΕΕ (δηλαδή Μνημόνιο) και (β) καλύπτουν επιπρόσθετα κριτήρια που η ΕΚΤ δεν έχει ακόμη προσδιορίσει. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο καθώς η Ελλάδα δεν μπορεί να μπει στο πρόγραμμα εφόσον εφέτος λήγουν αρκετές δανειακές δόσεις και αυτές θα πρέπει να αποπληρωθούν πρώτα (γι’ αυτό η πρόβλεψη περί δυνατότητας συμμετοχής της Ελλάδας μόνο από τον Ιούλιο 2015). Όμως αυτές δεν μπορούν να αποπληρωθούν χωρίς την δόση 7,5 δις του Μνημονίου που εκκρεμεί λόγω μη-αξιολόγησης. Συνεπώς, η ΕΕ έχει ακόμη ένα ισχυρό εργαλείο για να πιέσει για νέο Μνημόνιο (είτε λέγεται έτσι είτε αλλιώς) μία ενδεχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που διολισθαίνει συνεχώς προς τα δεξιά και που έχει σαν σημαία της τον ευρωμονόδρομο.

Τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό. Βέβαια και τους δύο τους κοροϊδεύουν οι ηγεμόνες της ΕΕ που παίζουν τα μεταξύ τους παιχνίδια αλλά ταυτόχρονα βάζουν ολοένα και πιο βαριά δεσμά στους πειθήνιους «εταίρους» και υπηκόους τους. Δυστυχώς τα βάρη από τα δεσμά αυτά τα πληρώνει η μεγάλη εργαζόμενη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Για την τελευταία ο μόνος δρόμος για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση είναι η ρήξη με την ΕΕ και η αποδέσμευση από αυτή.

Η κοκορομαχία ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ για τον ELA ή αλλιώς αλήθειες και ψέματα για σκληρές και ημίσκληρες διαπραγματεύσεις με την ΕΕ

Η κοκορομαχία ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ για τον ELA

ή αλλιώς

αλήθειες και ψέματα για σκληρές και ημίσκληρες διαπραγματεύσεις με την ΕΕ

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Μία νέα κοκορομαχία μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ πυροδότησαν οι δηλώσεις της Ραχήλ Μακρή (όψιμης μεταγραφής του ΣΥΡΙΖΑ από τους δεξιούς ΑΝΕΛΛ) ότι σε περίπτωση κοψίματος της χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μπορεί η Ελλάδα (πάντα παραμένοντας εντός ΟΝΕ) να χρηματοδοτηθεί με «κόψιμο» χρήματος από την Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ) μέσω του μηχανισμού της παροχής έκτακτης ρευστότητας (Emegency Liquidity Assistance – ELA) ύψους έως 100 δις (http://www.huffingtonpost.gr/2015/01/15/politiki-makrh-kopsoume-eyro_n_6478986.html?utm_hp_ref=greece). Η ΝΔ ειρωνεύθηκε την εν λόγω υποψήφια και τον ΣΥΡΙΖΑ ότι αν αυτό ήταν εφικτό τότε η Ελλάδα θα μπορούσε να «κόψει» χρήμα και να πληρώσει το εξωτερικό χρέος της και προχώρησε στην γνωστή καταστροφολογία της. Τέλος, ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ «άδειασε» ευγενικά την υποψήφια του (http://www.huffingtonpost.gr/2015/01/16/politiki-raxil-makri-tupoma-euro_n_6484714.html?1421402174) και έδωσε για άλλη μία φορά διαβεβαιώσεις ότι δεν πρόκειται να προβεί σε μονομερείς ενέργειες αν και διατήρησε την δυνατότητα χρήσης του ELA σε περίπτωση ανάγκης.

2C02B1DB7AC0EEE975740DE82C0D5115

Όλη αυτή η αντιπαράθεση είναι μία σκιαμαχία που και οι δύο συμμετέχοντες κοροϊδεύουν συνειδητά.

Η ΝΔ συγχέει συνειδητά τον ELA με το τύπωμα χρήματος όταν γνωρίζει ότι δεν είναι ακριβώς το ίδιο και επίσης ενώ οι κυβερνήσεις της ίδιας τον έχουν χρησιμοποιήσει κατά κόρον. Η πρόσφατη σχετική αίτηση των AlphaBank και EuroBank προς την ΕΚΤ και οι σχετικές προληπτικές συστάσεις Στουρνάρα προς όλες τις τράπεζες (http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=667760) είναι χαρακτηριστικά δείγματα.

Ο ELA προβλέπεται από την συνθήκη της ΕΚΤ (παρ. 14.4) που επιτρέπει στις εθνικές Κεντρικές Τράπεζες, υπό ειδικές συνθήκες, να εκτελέσουν και «ανορθόδοξες» λειτουργίες (πέραν του καταστατικού του Ευρωσυστήματος). Όμως το ΔΣ της ΕΚΤ μπορεί, με πλειοψηφία δύο τρίτων, να μην τις επιτρέψει εφόσον αποφανθεί ότι αντίκεινται στις λειτουργίες του Ευρωσυστήματος. Η χρηματοδότηση μέσω ELA αξιοποιείται σε έκτακτες περιπτώσεις (όταν φερέγγυα πιστωτικά ιδρύματα δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ρευστότητα με τις συνήθεις διαδικασίες) και έχει προσωρινό χαρακτήρα (μέχρι 6 μήνες). Γίνεται από τις εθνικές Κεντρικές Τράπεζες (εν προκειμένω την ΤτΕ) αλλά με τη σύμφωνη γνώμη της ΕΚΤ (η ΤτΕ ενημερώνει την ΕΚΤ για τα ιδρύματα που αφορά και την πιστοληπτική ικανότητα τους, τα ποσά, τον χρόνο επιστροφής τους, τους λόγους παροχής, ευρύτερες συστημικές επιδράσεις κλπ.). Στην περίπτωση που η παροχή ELA ξεπερνά τα 500 εκ. ευρώ τότε απαιτείται η εκ των προτέρων ενημέρωση της ΕΚΤ. Επίσης η χρηματοδότηση μέσω ELA επιφέρει επιτόκιο ψηλότερο από αυτό της χρηματοδότησης από την ΕΚΤ (επί του παρόντος 1,55% έναντι 0,05%). Τέλος, οι πράξεις ELA δεν συμπεριλαμβάνονται στο ενεργητικό της ΕΚΤ (καθώς είναι κινήσεις υψηλού κινδύνου) και βαραίνουν τους ισολογισμούς μόνο των εθνικών Κεντρικών Τραπεζών. Σχετικά με όλα τα παραπάνω οι σχετικές οδηγίες της ΕΚΤ είναι σαφέστατες (https://www.ecb.europa.eu/pub/pdf/other/201402_elaprocedures.el.pdf?aff1e040170c6a576639e18181e228a5).

Ουσιαστικά ο ELA αποτελεί ένα βραχυχρόνιο μηχανισμό όπου οι εθνικές Κεντρικές Τράπεζες αναλαμβάνουν να ξελασπώσουν πιστωτικά ιδρύματα σε κίνδυνο αναλαμβάνοντας αυτές ένα κίνδυνο αλλά και έναντι ενός υψηλότερου (του κανονικού) επιτοκίου. Το κάνουν όχι απαραίτητα τυπώνοντας χρήματα (όπως για λόγους γραφικότητας ισχυρίζεται η προπαγάνδα της ΝΔ) αλλά ανοίγοντας πιστωτικούς λογαριασμούς σε αυτές τις ίδιες (δηλαδή στις Κεντρικές Τράπεζες) για λογαριασμό των βοηθούμενων πιστωτικών ιδρυμάτων.

Δύο είναι τα βασικά στοιχεία της διαδικασίας του ELA: πρώτον είναι προσωρινή και, δεύτερον, είναι υπό τον έλεγχο και την συμφωνία της ΕΚΤ. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να τον χρησιμοποιήσει μία χώρα μακροχρόνια για να χρηματοδοτήσει πλευρές της οικονομίας της παρά μόνο με την συμπαιγνία της ΕΚΤ.

Συνεπώς, η προπαγάνδα της ΝΔ που υπονοεί ότι μία προσφυγή στον ELA θα οδηγήσει σε ανεξέλεγκτους πληθωρισμούς, σεισμούς, λοιμούς και καταποντισμούς (σύμφωνα με την γνωστή της καταστροφολογία) είναι επιεικώς παραπλανητική.

Αντίστοιχα όμως οι «αγωνιστικές» εξυπνάδες που εκτοξεύονται από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ περί σκληρής διαπραγμάτευσης αλλά εντός των πλαισίων της ΕΕ και της ΟΝΕ είναι εξίσου παραπλανητικές. Αν συγκρουστείς με την ΕΕ, τις τρόικες και τα μνημόνια της τότε δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις εργαλεία του συστήματος της (όπως ο ELA) γιατί είναι έτσι κατασκευασμένα ώστε να είναι πλήρως ελεγχόμενα.euro-handcuffs_wide_280_151

Σε πολιτικό επίπεδο η ΝΔ, αφού στις προηγούμενες εκλογές έψαλε και αυτή υμνωδίες περί σκληρής διαπραγμάτευσης εντός των πλαισίων της ΕΕ (καταγγέλλοντας το μαλακό ΠΑΣΟΚ), στη συνέχεια πέρασε αμέσως (μαζί με το ΠΑΣΟΚ) στον πλήρη νενεκισμό. Και αυτό γιατί οι δομές και οι λειτουργίες της ΕΕ εκ κατασκευής δεν αφήνουν περιθώρια για τους εργαζόμενους και τις πιο αδύναμες χώρες.

Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ προχωρά ήδη σε μία ραγδαία οπισθοχώρηση. Από την σύγκρουση με τα Μνημόνια και την σκληρή διαπραγμάτευση με την ΕΕ έχει, ήδη από πριν τις εκλογές, υποχωρήσει στη συναινετική διαπραγμάτευση όπου οι ευρωπαίοι πάτρωνες έγιναν εξαίφνης εταίροι που θα πεισθούν με βάση «την λογική και τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα». Αυτή η παραμυθία αναβιώνει τον πολλαπλά εξευτελισμένο από την κρίση της ευρωζώνης μύθο περί κοινού ευρωπαϊκού σπιτιού, κοινής ταυτότητας, αλληλεγγύης κλπ. Αν έχει δείξει κάτι περίτρανα η κρίση της ευρωζώνης είναι ότι ποτέ δεν υπήρξε κάτι τέτοιο αλλά, αντιθέτως, υπήρχαν πάντα συσχετισμοί δύναμης και συμφέροντα που καθορίζουν την λειτουργία της ΕΕ. Και μέσα σ’ αυτά οι εργαζόμενοι και οι αδύναμες χώρες είναι εξ ορισμού τα θύματα.

Αν κάτι αναδεικνύει αυτή η κοκορομαχία ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία σκληρή διαπραγμάτευση εντός των πλαισίων της ΕΕ. Τα πλαίσια και οι δομές της είναι απαγορευτικά γι’ αυτό. Όσοι επαγγέλλονται σκληρές διαπραγματεύσεις μέσα σ’ αυτά είναι απλά για χυδαίους ψηφοθηρικούς λόγους και σύντομα μεταλλάσσονται σε ημίσκληρους διαπραγματευόμενους και συχνά, στο τέλος, σε νενέκους.

Δεν υπάρχει καμία προοπτική φιλολαϊκών λύσεων και διεξόδου από την κρίση μέσα στα πλαίσια της ΟΝΕ/ΕΕ. Έξι χρόνια κρίσης και μνημονίων αλλά και σκληρών, ημίσκληρων διαπραγματεύσεων το έχουν αποδείξει περίτρανα. Ο μόνος δρόμος για την διέξοδο από την κρίση προς όφελος του λαού είναι η σύγκρουση με και η αποδέσμευση από την ευρωφυλακή.