Tag Archives: οικονομική κρίση

«Η πανδημία του κοροναϊου και η υγιειονομική και οικονομική κρίση», Στ. Μαυρουδέας

Η πανδημία του κοροναϊου και η υγιειονομική και οικονομική κρίση

 

Σταύρος Δ. Μαυρουδέας

Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

Πάντειο Πανεπιστήμιο

Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής

e-mail: s.mavroudeas@panteion.gr

blog: https://stavrosmavroudeas.wordpress.com

facebook: https://www.facebook.com/stavros.mavroudeas

twitter: @StavMavroudeas

 

Αθήνα, 24/3/2020

 

Διπλή κρίση: υγειονομική και οικονομική

Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται στη δίνη της πανδημίας του κοροναϊού με συνέπεια μία τεράστια υγειονομική κρίση. Ταυτόχρονα όμως η παγκόσμια οικονομία μπαίνει σε μία υφεσιακή τροχιά που πλέον από όλες σχεδόν τις πλευρές χαρακτηρίζεται ως οικονομική κρίση. Δικαιολογημένα λοιπόν μπορούμε να μιλήσουμε για μία διπλή κρίση, τόσο υγειονομική όσο και οικονομική. Προφανώς η πρώτη έχει άμεση προτεραιότητα καθώς συνεπάγεται μαζικές απώλειες ανθρώπινων ζωών. Όμως εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις της σε ανθρώπινες ζωές έχει επίσης και σημαντικότατες οικονομικές επιπτώσεις. Αυτές οι οικονομικές επιπτώσεις έχουν σημαντικές συνέπειες στην κοινωνική ευημερία, και αυτό έχει επίσης έμμεσες συνέπειες – αν και όχι άμεσα θανάσιμες – στην υγεία.

Ένα πρώτο ερώτημα είναι πως συνδέεται η υγειονομική και η οικονομική κρίση. Είναι προφανές ότι διαπλέκονται στενά αλλά ταυτίζονται ή όχι; Και πιο συγκεκριμένα, είναι η υγειονομική κρίση το αίτιο ή απλά η αφορμή για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης;

Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά το ποιος πληρώνει το κόστος της διπλής αυτής κρίσης. Είναι επίσης προφανές ότι επειδή οι σημερινές κοινωνίες απαρτίζονται από κοινωνικές τάξεις με εν πολλοίς αντιτιθέμενα συμφέροντα, το οικονομικό κόστος των υγειονομικών και των οικονομικών επιλογών αποτελεί αντικείμενο διαπάλης μεταξύ τους. Είναι επίσης αναμενόμενο, αν αφήσει στην άκρη κανείς τις υποκριτικές α-κοινωνικές αναλύσεις των Ορθόδοξων Οικονομικών, ότι η κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη επιδιώκει να μετακυλήσει τουλάχιστον το μεγαλύτερο τμήμα των βαρών αυτής της διπλής κρίσης στις πλάτες του της μεγάλης εργαζόμενης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Μόνο με τον τρόπο αυτό δεν θα θιχθεί καίρια η κερδοφορία της, δηλαδή ο βασικός λόγος λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος.

Το τρίτο κρίσιμο ζήτημα είναι ποια πρέπει να είναι η στάση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος απέναντι σε αυτή την διπλή κρίση και τα παρεπόμενα της.

 

Η πανδημία δεν είναι το αίτιο αλλά η αφορμή της οικονομικής κρίσης

Τις ημέρες αυτές τα παγκόσμια χρηματιστήρια καταρρέουν και η πραγματική οικονομία ήδη δείχνει να επιστρέφει στην κρίση παρά τις πανικόβλητες προσπάθειες των περισσότερων κυβερνήσεων να τα στηρίζουν. Ήδη οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν μείωση της παραγωγής και αύξηση της ανεργίας.

Τα σημερινά Ορθόδοξα Οικονομικά (δηλαδή η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση[1]) διατείνονται ότι αυτή η επιστροφή της ύφεσης (και ενδεχομένως και της κρίσης, π.χ. El Erian (2020)) οφείλεται στο εξωγενές γεγονός της πανδημίας του κοροναϊου. Χαρακτηριστικά, όλοι οι βασικοί διεθνείς οικονομικού οργανισμοί προέβλεπαν για το 2020 σταθερή αν όχι αυξανόμενη μεγέθυνση (π.χ. η πρόβλεψη του Ιανουαρίου του ΔΝΤ έβλεπε αύξηση του ρυθμού μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας από 2.9% το 2019 σε 3.3% το 2020). Με το ξέσπασμα της πανδημίας όλες αυτές οι προβλέψεις αναθεωρούνται προς τα κάτω και πλέον προβλέπονται αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης. Όπως προ-ειπώθηκε, για τα Ορθόδοξα Οικονομικά αυτή η προβλεπόμενη ύφεση (ή και κρίση) δεν προκύπτει από οργανικά προβλήματα των καπιταλιστικών οικονομιών αλλά από τον εξωγενή παράγοντα της πανδημίας. Άλλωστε η απόδοση των κρίσεων σε εξωγενείς παράγοντες είναι ο βασικός τρόπος ερμηνείας των οικονομικών κρίσεων εκ μέρους τους.

Όμως, πιο προσεκτικές αναλύσεις, όπως αυτές τις Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας, επισημαίνουν ότι η σημερινή πανδημία αποτελεί την αφορμή για την έκρηξη προϋπαρχόντων προβλημάτων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η κρίση του 2008 προκλήθηκε από την φθίνουσα καπιταλιστική κερδοφορία και την συνακόλουθη υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, δηλαδή την υπερβολική συσσώρευση κεφαλαίων που δεν μπορούν πλέον να επενδυθούν επαρκώς κερδοφόρα (Carchedi & Roberts (2018)). Της κρίσης είχε προηγηθεί μία περίοδος οικονομικής ευφορίας που βασίσθηκε ιδιαίτερα στην λειτουργία του πλασματικού κεφαλαίου[2]. Το καπιταλιστικό σύστημα προσπάθησε να υπερβεί την κρίση αυτή εγκαταλείποντας το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα ότι η αγορά εξισορροπείται μόνη της και προσφεύγοντας στον κρατικό παρεμβατισμό. Ο τελευταίος εκδηλώθηκε μέσω τόσο της χαλαρής νομισματικής πολιτικής (δηλαδή της μείωσης των επιτοκίων και της αύξησης της προσφοράς χρήματος) όσο και της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής (δηλαδή της αύξησης των δημόσιων δαπανών και επενδύσεων). Η δεύτερη περιορίσθηκε αισθητά μετά το ξεπέρασμα της κρίσης και επέστρεψε η δημοσιονομική λιτότητα καθώς τα δημοσιονομικά ελλείμματα για την στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας είχαν εκτιναχθεί στα ύψη. Η χαλαρή νομισματική πολιτική συνεχίσθηκε μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα της . Έτσι μετά τον πρακτικό μηδενισμό των επιτοκίων, άρχισαν οι ανορθόδοξες νομισματικές πολιτικές (ποσοτική χαλάρωση κλπ.) και όταν αυτές εξαντλήθηκαν υιοθετήθηκαν τα αρνητικά επιτόκια. Το αποτέλεσμα ήταν η εντελώς παράδοξη κατάσταση όπου το μεν χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) αυξανόταν ενώ ταυτόχρονα ανέβαιναν συνεχώς τα χρηματιστήρια (δηλαδή οι προσδοκίες για καλύτερες προοπτικές της οικονομίας στο μέλλον, ή σε Μαρξιστικούς όρους για αυξανόμενη εξαγωγή υπεραξίας και συνεπώς κερδών στο μέλλον). Η πραγματική οικονομία όμως έδειξε ότι αδυνατούσε να εκπληρώσει το στοίχημα αυτό. Χαρακτηριστικά, ο βιομηχανικός τομέας είχε μπει ήδη σε ύφεση αρκετά πριν το ξέσπασμα της πανδημίας.

Η πανδημία αποτέλεσε την αφορμή για την εκρηκτική ανάδυση όλων αυτών των προϋπαρχόντων προβλημάτων. Οι λόγοι είναι προφανείς. Η μαζική και ανεξέλεγκτη απώλεια ανθρώπινων ζωών μειώνει το εργατικό δυναμικό και έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση. Επιπλέον, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας έχουν σοβαρότατες οικονομικές επιπτώσεις. Ιδιαίτερα η λεγόμενη «κοινωνική αποστασιοποίηση» και το συνακόλουθο σταμάτημα – ή υπο-λειτουργία – του μεγαλύτερο τμήματος της οικονομίας έχουν προφανείς αρνητικότατες συνέπειες.

 

Η πολιτική οικονομία του κοροναϊού: εξομάλυνση ποιας καμπύλης;

Για το επικρατούν καπιταλιστικό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα υπάρχει μία αντιθετική σχέση ανάμεσα στα υγειονομικά μέτρα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση της κρίσης και τις οικονομικές επιπτώσεις τους, ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής αστάθειας. Αυτό έχει αναγνωρισθεί ρητά από πάμπολλους Ορθόδοξους αναλυτές. Χαρακτηριστικά, τόσο ο Economist (2020) όσο και ο El Erian (2020) επισημαίνουν ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας έχουν ένα μεγάλο οικονομικό κόστος που επιδεινώνει την ύφεση. Η ερμηνεία είναι προφανής. Στην περίπτωση μιας επιδημίας επιβάλλεται ο περιορισμός ή και το ολοκληρωτικό σταμάτημα πολλών οικονομικών διαδικασιών, γεγονός που συνεπάγεται μείωση του παραγόμενου προϊόντος.

Ανάμεσα στους Ορθόδοξους οικονομολόγους υπάρχει μία τυπική διαμάχη κατά πόσο το εκτεταμένο χρονικά σταμάτημα πολλών οικονομικών δραστηριοτήτων επιδρά στην οικονομία μέσω της προσφοράς ή μέσω της ζήτησης. Η Μαρξιστική πολιτική Οικονομία ξεπερνά αυτό το παραπλανητικό δίλημμα που θυμίζει το αντίστοιχο για το αυγό του Κολόμβου. Το εκτεταμένο σταμάτημα οικονομικών δραστηριοτήτων οδηγεί σε μείωση της κερδοφορίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων καθώς παράγονται λιγότερα προϊόντα. Η μείωση αυτή επιτείνεται περαιτέρω καθώς συνακόλουθα μειώνεται η κατανάλωση καθώς συρρικνώνονται τα διαθέσιμα εισοδήματα και συνεπώς ακόμη και η μειούμενη παραγωγή δεν βρίσκει επαρκεί αγοραστές. Επιπρόσθετα, τα προβλήματα αυτά της πραγματικής οικονομίας έχουν πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και στα δημόσια οικονομικά[3].

Την αντιθετική αυτή σχέση διατύπωσε εξαιρετικά εύστοχα ο Gurinchas (2020): «η ομαλοποίηση της καμπύλης μόλυνσης οδηγεί αναπόφευκτα στην επιδείνωση της καμπύλης μακροοικονομικής ύφεσης».

Οι Baldwin & Weder di Mauro (2020) συνδύασαν τις δύο καμπύλες του Gurinchas στο παρακάτω ενιαίο διάγραμμα:

Στον οριζόντιο άξονα μετριέται ο χρόνος από την εκδήλωση του πρώτου κρούσματος. Στον κάθετο άξονα μετριέται στο θετικό τμήμα του ο αριθμός των κρουσμάτων της επιδημίας και στο αρνητικό τμήμα του η επιδείνωση της οικονομικής ύφεσης. Στο επάνω τμήμα του διαγράμματος δείχνεται ότι στην περίπτωση που δεν εφαρμοσθούν περιοριστικά υγειονομικά μέτρα τότε τα κρούσματα θα είναι πολύ περισσότερα αλλά η ύφεση της επιδημίας θα έρθει γρηγορότερα. Αντιθέτως, τα περιοριστικά υγειονομικά μέτρα οδηγούν σε πολύ λιγότερα κρούσματα αλλά ταυτόχρονα επιμηκύνουν την διάρκεια της επιδημίας. Στην βάση αυτής της υπόθεσης βρίσκεται η αντίληψη περί «ανοσίας αγέλης»[4]. Βέβαια, τόσο ο Gourinchas και οι & Baldwin Weder di Mauro υποστηρίζουν ότι η επιλογή της εφαρμογής περιοριστικών υγειονομικών μέτρων είναι μονόδρομος καθώς στην αντίθετη περίπτωση το κόστος σε ανθρώπινες ζωές θα ήταν υπέρμετρο. Στο κάτω τμήμα του διαγράμματος παρουσιάζεται η υπόθεση ότι τα περιοριστικά υγειονομικά μέτρα εντείνουν την οικονομική ύφεση ενώ η απουσία τους την κάνει ηπιότερη.

Υπάρχουν μία σειρά προβλήματα με την προαναφερθείσα ανάλυση, που είναι χαρακτηριστικά της μονοσήμαντης και βαθύτατα κοινωνικά συντηρητικής αντίληψης των Ορθόδοξων Οικονομικών.

Πρώτον, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η οικονομική ύφεση θα ήταν ηπιότερη χωρίς περιοριστικά υγειονομικά μέτρα. Τα μαζικά κρούσματα – και επιπλέον οι θάνατοι – έχουν σοβαρή επίπτωση τόσο στο διαθέσιμο εργατικό δυναμικό όσο και στην ικανότητα του να επιτελεί παραγωγική εργασία. Η διατήρηση ανοικτών των επιχειρήσεων εν μέσω πανδημίας με την προφανή αύξηση των ασθενούντων αλλά και των θνησκόντων δεν θα αφήσει ανεπηρέαστο και το υπόλοιπο εργατικό δυναμικό στην επιτέλεση της εργασίας του. Αντιθέτως, είναι πιθανότερο να οδηγήσει αφενός σε αποφυγή εργασίας και αφετέρου σε οξύτατες συνδικαλιστικές αντιδράσεις με πιθανό αποτέλεσμα το χειρότερο σενάριο: επιδείνωση της επιδημίας και ταυτόχρονα σταμάτημα της οικονομίας.

Δεύτερον, η ανάλυση αυτή παραγνωρίζει την πολιτικο-οικονομική διάσταση του προβλήματος και ιδιαίτερα το γεγονός ότι διαφορετικά κοινωνικο-οικονομικά συστήματα έχουν διαφορετικές δυνατότητες στην αντιμετώπιση τέτοιων επιδημιών. Αυτό έχει μία άμεση επίπτωση στην διαπιστωμένη αδυναμία του ιδιωτικού τομέα υγείας έναντι του δημόσιου τομέα υγείας στο να αντιμετωπίσει την κρίση.

Το όριο αντοχής της καπιταλιστικής οικονομίας σε ένα επιβεβλημένο για υγειονομικούς λόγους σταμάτημα της οικονομίας είναι σαφώς μικρότερο από αυτό είτε μιας σοσιαλιστικής οικονομίας είτε ακόμη και ενός κρατικού καπιταλισμού. Στην πρώτη περίπτωση οι ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις μοιραία οδηγούνται στην χρεοκοπία εφόσον δεν παράγουν κέρδη. Συνεπώς, δεν μπορεί να επωμισθούν μακροχρόνια το βάρος της λειτουργίας τους έστω και σε συνθήκες κάλυψης απλά του κόστους λειτουργίας τους (πόσο μάλλον με ζημιές). Αντιθέτως, μία σοσιαλιστική οικονομία μπορεί να επιβιώσει χωρίς την επίτευξη πλεονάσματος (κερδών) καλύπτοντας απλά τα κόστη παραγωγής. Για τους ίδιους λόγους μπορεί να επιβιώσει περισσότερο ακόμη και με οικονομικές απώλειες. Επίσης, το σοσιαλιστικό κράτος μπορεί να επωμισθεί πολύ μεγαλύτερα βάρη απ’ ότι το αντίστοιχο του στον καπιταλισμό καθώς το πρώτο έχει πολύ μεγαλύτερο οικονομικό μέγεθος και ισχύ. Η περίπτωση του κρατικού καπιταλισμού είναι ενδιάμεση. Στην περίπτωση αυτή ο καπιταλιστικό κράτος επωμίζεται μέρος των βαρών των ιδιωτικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων και συνεπώς επιδοτεί ουσιαστικά την επιβίωση τους υπό συνθήκες οικονομικής πίεσης. Συνεπώς, στην σοσιαλιστική περίπτωση η απόσταση των δύο καμπυλών (οικονομική δυσπραγία με ή χωρίς περιοριστικά υγειονομικά μέτρα) λογικά είναι αισθητά μικρότερη. Η περίπτωση του κρατικού καπιταλισμού είναι ενδιάμεση των δύο προαναφερθέντων.

Η συνέπεια των προαναφερθέντων είναι ότι κοινωνικο-οικονομικά συστήματα που λειτουργούν με βάση ένα δημόσιο τομέα υγείας ανταπεξέρχονται καλύτερα στο πρόβλημα της επιδημίας. Κατ’ αναλογία, καπιταλιστικές οικονομίες που έχουν ένα μεγάλο και αποτελεσματικό δημόσιο σύστημα υγείας αντιμετωπίζουν καλύτερα το πρόβλημα σε σχέση με αυτές που έχουν ένα αδύναμο δημόσιο σύστημα υγείας και βασίζονται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα υγείας (π.χ. ΗΠΑ).

 

Οικονομικό κόστος και Πολιτική Υγείας: καταστολή ή απάλυνση της πανδημίας;

Η προαναφερθείσα Ορθόδοξη ανάλυση θέτει το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητούνται οι πολιτικές υγείας για την αντιμετώπιση της επιδημίας του κοροναϊου. Το πλαίσιο της συζήτησης έχει δοθεί εξαιρετικά καθαρά από την πρόσφατη μελέτη επιδημιολογικής ερευνητικής ομάδας του Imperial College (2020). Στην μελέτη αυτή διακρίνονται δυο εναλλακτικές πολιτικές υγείας.

Η πρώτη πολιτική ονομάζεται Καταστολή (suppression) και αποσκοπεί στο να σταματήσει με δραστικά μέτρα την επιδημία. Βασικά εργαλεία της είναι το εκτεταμένο κλείσιμο οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δραστηριοτήτων (π.χ. κλεισίματα επιχειρήσεων και υπηρεσιών εκτός των απολύτως αναγκαίων, απαγόρευση κυκλοφορίας).

Η δεύτερη πολιτική ονομάζεται Απάλυνση (mitigation) και αποσκοπεί στο να κάνει ηπιότερη την εκδήλωση της επιδημίας. Βασικά εργαλεία της είναι το στοχευμένο σταμάτημα συγκεκριμένων δραστηριοτήτων και όχι γενικευμένες απαγορεύσεις. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η δεύτερη πολιτική συνδυάζεται με την υπόθεση της «ανοσίας αγέλης».

Όμως η μελέτη του Imperial College, παρόλη την υποστήριξη που παρέχει στην πρώτη πολιτική, επισημαίνει η επιδημία μπορεί αρχικά να κατασταλεί αλλά, εφόσον δεν έχει βρεθεί φάρμακο ή/και εμβόλιο θεραπείας της, να επιστρέψει όταν αρθούν τα περιοριστικά υγειονομικά μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα θα πρέπει να ξαναεφαρμόσει περιοριστικά μέτρα και με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος επιβολής και άρσης περιοριστικών υγειονομικών μέτρων.

Μέχρι τώρα υπάρχουν διαφορετικά δείγματα γραφής από διαφορετικές χώρες όσον αφορά τις εφαρμοζόμενες πολιτικές υγείας. Η Κίνα, που πρώτη αντιμετώπισε την επιδημία, προχώρησε πολύ γρήγορα στην εφαρμογή της πολιτικής της Καταστολής με αποτέλεσμα να εμφανίζει σήμερα σχεδόν πλήρη περιορισμό της. Οι περισσότερες Δυτικές χώρες στην αρχή υποτίμησαν το πρόβλημα – παρά το πρόδρομο παράδειγμα της Κίνας – και κινήθηκαν περισσότερο στη λογική της πολιτικής Απάλυνσης. Όμως, γρήγορα η τραγική περίπτωση της Ιταλίας οδήγησε τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες στην επιλογή της πολιτικής Καταστολής. Μόνο κυρίως οι αγγλο-σαξωνικές χώρες (ΗΠΑ, ΗΒ) εξακολούθησαν στο δρόμο αυτό. Αν και πλέον τουλάχιστον το ΗΒ αναγκάζεται να αλλάξει κατεύθυνση εμπρός στο ανθρώπινο κόστος της επιδημίας. Ανάλογα, οι ΗΠΑ φαίνεται να σύρονται με χρονική υστέρηση στον ίδιο δρόμο.

Όμως οι δεύτερες σκέψεις παραμένουν πάντα. Χαρακτηριστικά, ο Economist (2020) διατείνεται ότι «η πολιτική Απάλυνσης κοστίζει παρά πολλές ανθρώπινες ζωές ενώ η πολιτική Καταστολής μπορεί να είναι οικονομικά μη-βιώσιμη». Μάλιστα, ο Economist (2020), στο τμήμα του Briefing το θέτει ακόμη πιο εμφατικά: «οι στρατηγικές καταστολής μπορεί να δουλεύουν για λίγο». Με τον τρόπο αυτό προετοιμάζει για την εναλλακτική: μπορεί σήμερα να είναι πολιτικά ανέφικτο οι κυβερνήσεις να προχωρήσουν στη λογική της Απάλυνσης και να μειώσουν τους περιορισμούς στις οικονομικές δραστηριότητες, όμως αν το οικονομικό σύστημα κινδυνεύει να καταρρεύσει τότε δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή.

Με βάση το επιχείρημα αυτό υποστηρίζει ότι, εάν δεν βρεθεί σύντομα θεραπεία για την επιδημία του κοροναϊού, τότε αναγκαστικά θα υπάρξει μία στροφή στην πολιτική Απάλυνσης.

Υπάρχει και μία δευτερεύουσα αλλά καθόλου ασήμαντη διάσταση στις προαναφερθείσες συζητήσεις. Αυτή αφορά την ικανότητα του συστήματος υγείας να διαχειρισθεί την επιδημία είτε με πολιτική Καταστολής είτε με πολιτική Απάλυνσης. Ο Gourinchas (2020) την επισημαίνει εύστοχα στο ακόλουθο διάγραμμα.

Η ικανότητα αποτελεσματικής εφαρμογής οποιασδήποτε από τις δύο προαναφερθείσες πολιτικές υγείας εξαρτάται από την «χωρητικότητα» του συστήματος υγείας (δηλαδή, πρακτικά, τον αριθμό των ΜΕΘ και του νοσηλευτικού προσωπικού). Επίσης, μία άλλη σημαντική παράμετρος είναι ο βαθμός προστασίας του νοσηλευτικού προσωπικού (δηλαδή το ποσοστό του που μολύνεται από την επιδημία και βγαίνει πρακτικά εκτός μάχης). Είναι προφανές από τα προαναφερθέντα αλλά αποδεικνύεται και έμπρακτα στην τρέχουσα επιδημία ότι χώρες με ισχυρότερα και μεγαλύτερα δημόσια συστήματα υγείας είναι σε καλύτερη θέση από χώρες με αδύναμα ιδιωτικοποιημένα συστήματα υγείας[5]. Έχει ενδιαφέρον ότι αυτή η διάσταση δημόσιου – ιδιωτικού απουσιάζει σχεδόν εντελώς από τις σημερινές Ορθόδοξες οικονομικές συζητήσεις.

 

 

Οικονομική Πολιτική και Πολιτική Υγείας: το τέλος του Νεοφιλελευθερισμού και η συνέχιση του νεοσυντηρητισμού με άλλα μέσα

Ο σημερινός συντονισμός οικονομικής κρίσης και υγειονομικής κρίσης οδηγεί στην εξαγωγή ορισμένων κρίσιμων συμπερασμάτων.

Πρώτον, είναι φανερό ότι ο Νεοφιλελευθερισμός έχει αποτύχει παταγωδώς. Στην οικονομική πολιτική η αντίληψη του ότι η αγορά αυτορυθμίζεται και το κράτος πρέπει να αποσυρθεί από την οικονομία κατόρθωσε μεν να αυξήσει τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας (δηλαδή το ποσοστό υπεραξίας σε Μαρξιστικούς όρους) αλλά δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων και να ανορθώσει επαρκώς το ποσοστό κέρδους. Επιπλέον, η επίκληση του ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι εξωγενείς έκανε τον Νεοφιλελευθερισμό ιδιαίτερα ανίκανο να διαμορφώσει οικονομικές πολιτικές αντιμετώπισης των κρίσεων. Κατ’ αναλογία, στον τομέα της υγείας η προσπάθεια του να ιδιωτικοποιήσει τα δημόσια συστήματα υγείας (είτε άμεσα είτε έμμεσα κατακερματίζοντας τα και δημιουργώντας συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των τμημάτων τους και ενισχύοντας τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) έχει τραυματίσει καίρια τα συστήματα υγείας.

Η αποτυχία του Νεοφιλελευθερισμού εμπρός στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 σηματοδότησε με εμφατικό τρόπο την διαδοχή του από την σοσιαλ-φιλελεύθερης κοπής Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση. Η σημερινή κρίση κάνει ακόμη πιο εμφανή την διαδοχή αυτή. Με τα πρώτα σημάδια της επερχόμενης κρίσης υιοθετούνται πλέον όχι μόνο χαλαρές νομισματικές πολιτικές αλλά πλέον το κέντρο βάρους περνά σε επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές. Είναι χαρακτηριστική, στην περίπτωση της ΕΕ, η ουσιαστική απελευθέρωση των δημόσιων δαπανών και ελλειμμάτων από τους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης με αφορμή την επιδημία του κοροναϊού. Είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική η χαλάρωση των περιορισμών για τις χώρες της ευρω-περιφέρειας που βρίσκονται μέσα σε Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (όπως η Ελλάδα).

Μάλιστα, εμπρός στην εξάντληση των νομισματικών πολιτικών το κέντρο βάρους περνά στη δημοσιονομική πολιτική καθώς εξαγγέλλονται εκτεταμένα δημοσιονομικά πακέτα στήριξης της οικονομίας. Μάλιστα ήδη διατυπώνονται δι’ επισήμων χειλέων απόψεις για κρατικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας[6].

Επιπρόσθετα, επιστρέφει πλέον και ρητά η βιομηχανική πολιτική[7] και μάλιστα με εξαιρετικά ενεργή και διακριτική μορφή. Χαρακτηριστικά, με αφορμή την επιδημική κρίση μεγάλα κονδύλια κατευθύνονται στον τομέα υγείας και διατυπώνονται αντίστοιχοι προβληματισμοί για κάθετη βιομηχανική πολιτική. Σημειωτέον ότι ο μεν Νεοφιλελευθερισμός αποτάσσεται συλλήβδην την βιομηχανική πολιτική ενώ ο διάδοχος του (η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση), αρχικά τουλάχιστον έβλεπε μόνο οριζόντιες βιομηχανικές πολιτικές.

Δεύτερον, διαφαίνεται όμως και η επερχόμενη αποτυχία της διάδοχης Ορθοδοξίας, δηλαδή της Νέας Μακροοικονομικής Συναίνεσης. Οι πολιτικές που προωθεί – με την επιστροφή ενός ελεγχόμενου κρατικού παρεμβατισμού και την συστηματική αντι-κυκλική χρήση όλων των κρατικών πολιτικών – μπορεί να απέφυγε την καταστροφή στην παγκόσμια κρίση του 2008 αλλά δεν κατόρθωσε να ανατάξει τις πολύ βαθιές αντιφάσεις και τα προβλήματα της καπιταλιστικής οικονομίας. Τα προβλήματα αυτά ήδη διαφαίνονται με την αδυναμία των οικονομικών πολιτικών της να αποσοβήσουν την οικονομική κρίση που επέρχεται με αφορμή την επιδημία του κοροναϊου. Επιπλέον, στον τομέα των πολιτικών υγείας ουσιαστικά δεν έδωσε κάποιο σημαντικό διαφορετικό δείγμα γραφής από τον προκάτοχο της και πρακτικά συνέχισε την πολιτική λιτότητας και άμεσης και έμμεσης ιδιωτικοποίησης του συστήματος υγείας.

Τρίτον, η αντιμετώπιση της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης έχει σοβαρότατο οικονομικό κόστος. Στις ταξικά διαιρεμένες κοινωνίες της εποχής μας το ποιος θα επωμισθεί το κόστος αυτό είναι πεδίο έντονων συγκρούσεων. Για την κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη ο συνδυασμός αυτός των δύο κρίσεων αποτελεί κίνδυνο αλλά και ταυτόχρονα ευκαιρία. Αποτελεί κίνδυνο γιατί κάθε τέτοιος συνδυασμός απειλεί τις θεμελιώδεις λειτουργίες της καπιταλιστικής οικονομίας. Όμως αποτελεί και ευκαιρία καθώς το σύστημα πειραματίζεται με νέες μορφές εργασιακών σχέσεων και αμοιβών. Η τηλε-εργασία (για όσες κατηγορίες εργασίας είναι αυτή εφικτή και αποτελεσματική χωρίς να μειώνει την παραγωγικότητα), η μείωση του μισθολογικού κόστους (με ευέλικτες μορφές απασχόλησης και μείωση των μισθών, ενδεχομένως με αμοιβή με το κομμάτι κλπ.) και η περαιτέρω απορρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας είναι ήδη πεδία τέτοιων δοκιμών.

Σε πρώτη φάση βέβαια το οικονομικό κόστος της αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης περνά στο κράτος και συνεπώς μετακυλίεται (συνήθως άνισα) και στις άλλες κοινωνικές τάξεις μέσω της φορολογίας. Έτσι το κράτος επιδοτεί τις επιχειρήσεις που κλείνουν ή δουλεύουν περιορισμένα. Επίσης αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων που υπολειτουργούν ή κλείνουν μέσω διαφόρων εργατικών επιδομάτων (που υπολείπονται του μισθού). Ταυτόχρονα όμως ουσιαστικά φαλκιδεύεται η εργατική νομοθεσία ιδιαίτερα όσον αφορά τις απολύσεις[8].

Μεσοπρόθεσμα, ο προβληματισμός του συστήματος είναι πως θα καλυφθούν τα αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέος που δημιουργούνται στην προσπάθεια αντιμετώπισης του συνδυασμού των δύο κρίσεων. Μακροπρόθεσμα όμως το κέντρο βάρους περνά στις βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές που μπορεί να καλύψουν τις απώλειες του συστήματος και να ανατάξουν την καπιταλιστική κερδοφορία.

Είναι προφανές ότι για τον κόσμο της εργασίας, δηλαδή την μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία των κοινωνιών μας, αυτή η «νέα νέα κανονικότητα» που διερευνάται και επιδιώκεται να επιβληθεί με αφορμή την επιδημία του κοροναϊου υπόσχεται ένα μέλλον ενδεχομένως πιο δυστοπικό και από την επιδημία αυτή καθ’ εαυτή.

Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα απέναντι στη διπλή κρίση

Για τους κομμουνιστές, την Αριστερά και το εργατικό κίνημα η σημερινή συγκυρία θέτει σοβαρότατα ζητήματα προσανατολισμού.

Πρώτον, απέναντι στην υγειονομική κρίση η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη παρά ότι πρέπει να εφαρμοσθούν τα πιο δραστικά μέτρα ασχέτως του οικονομικού κόστους τους. Το κεφάλαιο εμπρός στην οικονομική κρίση έχει διακηρύξει ότι οι αστικές κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν «οτιδήποτε χρειάζεται» (‘whatever it takes’). Απέναντι όμως στην υγειονομική κρίση έχει πάντα δεύτερες σκέψεις. Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να απαιτήσουν τον περιορισμό ή και το κλείσιμο όσων οικονομικών δραστηριοτήτων επιβάλλεται. Ταυτόχρονα, στις απαραίτητες οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να τηρούνται τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας.

Δεύτερον, το οικονομικό κόστος της διπλής κρίσης να μην το επωμισθεί η εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία αλλά το κεφάλαιο. Το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα στο οποίο ζούμε ανήκει στο δεύτερο. Μεγάλο τμήμα των σύγχρονων ασθενειών και επιδημιών έχει και κοινωνικά αίτια που απορρέουν από την λειτουργία του κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Και τέλος, η κυρίαρχη τάξη έχει συσσωρεύσει όλες τις πρόσφατες δεκαετίες τεράστια αποθέματα πλούτου που, αδυνατώντας να τα επενδύσει επαρκώς κερδοφόρα, τα «παίζει» στη σφαίρα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αντίθετα, το μερίδιο των μισθών στο συνολικό προϊόν έχει μειωθεί σταθερά και σημαντικότατα όλες αυτές τις δεκαετίες. Συνεπώς την κρίση οφείλουν και μπορούν να πληρώσουν «οι έχοντες και κατέχοντες».

Τρίτον, για να μην πληρώσει την κρίση ο κόσμος της εργασίας (που άλλωστε είναι ήδη σε οικτρή κατάσταση) η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να δει καθαρά ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλος. Οι αντι-Νεοφιλελεύθερες οιμωγές και οι γονυπετείς παρακλήσεις περί περισσότερου κράτους αποτελούν μυωπική στάση. Ο Νεοφιλελευθερισμός έχει πεθάνει και το (αστικό) κράτος – που ποτέ δεν έφυγε όσον αφορά τα καίρια ζητήματα – έχει ήδη επιστρέψει. Όμως η σημερινή σοσιαλ-φιλελεύθερη Ορθοδοξία απλά υπόσχεται κάποιες περισσότερες ασπιρίνες στους κοινωνικο-οικονομικούς καρκίνους που δημιουργεί το σύστημα. Είναι ο επιστρέφων κρατικός παρεμβατισμός που στηρίζει αφειδώς το κεφάλαιο και επιδιώκει να μετακυλήσει τα βάρη στους εργαζόμενους. Και είναι οι κυρίαρχες σήμερα νεο-Κεϋνσιανές πολιτικές και αντιλήψεις που αποτελούν το όχημα αυτής της αλλαγής. Απέναντι σε όλα αυτά η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να αγωνιστεί για βαθιές δομικές αλλαγές. Κατ’ αρχήν τα κόστη της διπλής κρίσης να τα επωμισθεί το κεφάλαιο. Επιπλέον, βασικοί τομείς της οικονομικής δραστηριότητας να από-εμπορευματοποιηθούν και να οργανωθεί η παροχή των προϊόντων και των υπηρεσιών τους με βάση δημόσια και καθολικά συστήματα. Η περίπτωση της υγείας είναι η πιο χαρακτηριστική και στο επίκεντρο της σημερινής διπλής κρίσης. Η επιβολή δημόσιων συστημάτων υγείας και ισχυρή χρηματοδότηση και στελέχωση και απεξαρτημένων από έμμεσες μορφές ιδιωτικοποίησης είναι άμεση ανάγκη, ιδιαίτερα με την συχνότητα που πλέον εμφανίζονται μεγάλα επιδημικά κύματα. Η χρηματοδότηση των συστημάτων αυτών πρέπει να βασίζεται σε ισχυρά προοδευτικά συστήματα φορολογίας (δηλαδή με μεγάλη φορολογική κλιμάκωση όσο αυξάνουν τα εισοδήματα και με αντίστοιχη αυξημένη φορολογία των επιχειρηματικών κερδών και με σύλληψη της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής του κεφαλαίου).

Τέταρτον, η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να σταθούν αποφασιστικά ενάντια στη «νέα νέα κανονικότητα» που προσπαθεί να επιβάλλει το κεφάλαιο. Δεν πρέπει να γίνει ανεκτή η ανατροπή της εργατικής νομοθεσίας και η τελευταία πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω, μετά την εκτεταμένη απορρύθμιση της όλη την τελευταία περίοδο. Ιδιαίτερα πρέπει να αντιμετωπισθεί η επιδιωκόμενη αλλαγή των εργασιακών σχέσεων μέσω της τηλε-εργασίας και οι νέες μορφές ελέγχου και εντατικοποίησης της εργασίας που επιδιώκει να επιβάλλει το κεφάλαιο (βλέπε Manacourt (2020)).

Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό. Η πανδημία του κοροναϊου και η επιβεβλημένη «κοινωνική αποστασιοποίηση» έφερε σοβαρότατους περιορισμούς σε πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Είναι ήδη εμφανές ότι το σύστημα πειραματίζεται, με βάση αυτούς τους περιορισμούς, τόσο για την γενικότερη εφαρμογή τους όσο και για νέες μορφές ιδεολογικής χειραγώγησης της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα πρέπει να αποκρούσουν αποφασιστικά τις προσπάθειες αυτές.

 

Βιβλιογραφία

 

Baldwin R. & Weder di Mauro B. (2020), Introduction σε Baldwin R. & Weder di Mauro B. (eds.), Mitigating the COVID Economic Crisis, London: CEPR Press

 

Carchedi G. & Roberts M. (2018), World in Crisis, Chicago: Haymarket Books.

 

Economist (2020), ‘Closed by covid-19: Paying to stop the pandemic’, Economist 19 March

 

El Erian M. (2020), ‘The Coming Coronavirus Recession and the Uncharted Territory Beyond’, Foreign Affairs 17 March

 

Gourinchas P-O. (2020), ‘Flattening the Pandemic and Recession Curves’ σε Baldwin R. & Weder di Mauro B. (eds.), Mitigating the COVID Economic Crisis, London: CEPR Press

 

Imperial College (2020), COVID-19 Response Team https://www.imperial.ac.uk/news/196234/covid19-imperial-researchers-model-likely-impact/

 

Manacourt V. (2020), ‘Working from home? Your boss is watching’, Politico 3/18/20 https://www.politico.eu/article/working-from-home-your-boss-is-watching/

 

Mavroudeas S. & Papadatos F. (2018), ‘Is the Financialisation Hypothesis a theoretical blind alley?’, World Review of Political Economy vol.9 no.4. https://stavrosmavroudeas.wordpress.com/2020/03/11/is-the-financialization-hypothesis-a-theoretical-blind-alley-s-mavroudeas-d-papadatos-world-review-of-political-economy/

[1] Η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση έχει διαδεχθεί σταδιακά από τα τέλη του 20ου αι. τον Νεοφιλελευθερισμό μετά την αποτυχία του τελευταίου να αντιμετωπίσει τα μακροχρόνια προβλήματα της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η κυριαρχία της ισχυροποιήθηκε μετά την παγκόσμια κρίση του 2008, που σε μεγάλο βαθμό επισφράγισε την αποτυχία του Νεοφιλελευθερισμού. Η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση συνδυάζει τον Νέο Κεϋνσιανισμό (που αναγνωρίζει την πιθανότητα εκδήλωσης βραχυχρόνιων ανισορροπιών λόγω ανελαστικοτήτων κάποιων παραγωγικών συντελεστών) με στοιχεία του Νεοφιλελευθερισμού (ορθολογικές προσδοκίες, μακροχρόνια τάση εξισορρόπησης των αγορών). Η Νέα Μακροοικονομική Συναίνεση, σε αντίθεση με το Νεοφιλελευθερισμό, θεωρεί ότι οι βραχυχρόνιες ανισορροπίες απαιτούν κρατική οικονομική παρέμβαση. Υποστηρίζει ότι χρειάζεται ένας επιτελικός οικονομικός ρόλος του κράτους σε αντίθεση τόσο με το παραδοσιακό Κεϋνσιανό παρεμβατικό κράτος όσο και με την Νεοφιλελεύθερη θέση της πλήρους απόσυρσης του κράτους από την οικονομία. Στα πλαίσια αυτά θεωρεί ότι βραχυχρόνια η νομισματική πολιτική ο κύριος βραχίονας ενώ η δημοσιονομική πολιτική έχει κυρίως υποστηρικτικό ρόλο. Όμως σταδιακά, τόσο μετά την κρίση του 2008 και πλέον με την επερχόμενη ύφεση, ο ρόλος της δημοσιονομικής πολιτικής αναβαθμίζεται συνεχώς. Επιπλέον, αναγνωρίζεται και η ανάγκη κάθετης και διακριτικής βιομηχανικής πολιτικής.

[2] Το πλασματικό κεφάλαιο ουσιαστικά είναι προεξόφληση στο σήμερα μελλοντικών οικονομικών αποδόσεων (για μία διεξοδικότερη ανάλυση βλέπε Mavroudeas & Papadatos (2018)). Λειτουργεί βασικά μέσω των κεφαλαιαγορών. Πρακτικά είναι στοίχημα σε μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία. Εφόσον οι σχετικές προσδοκίες είναι θετικές τότε οδηγεί σε μία αύξηση των επενδύσεων. Εάν όμως η πραγματική οικονομία διαψεύσει τις προσδοκίες αυτές τότε προκαλείται οικονομικό κραχ.

[3] Οι κακές αποδόσεις ή/και η χρεοκοπία παραγωγικών επιχειρήσεων επιδρά αρνητικά τόσο στον τραπεζικό τομέα (καθώς αυξάνονται τα «κόκκινα δάνεια») όσο και στην κεφαλαιαγορά (καθώς καταρρέουν οι τιμές των μετοχών). Αντίστοιχα, η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας συνεπάγεται μείωση των δημόσιων εσόδων και, στους σημερινούς καιρούς, αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αδυναμία πληρωμής του δημόσιου χρέους.

[4] Η υπόθεση της «ανοσίας αγέλης» υποστηρίζει ότι η γρηγορότερη εξάπλωση μιάς επιδημίας θα οδηγήσει στην γρηγορότερη δημιουργία αντισωμάτων από τον ανθρώπινο πληθυσμό. Θα έχει μεν ένα μεγάλο αρχικό ανθρώπινο κόστος αλλά θα φέρει γρηγορότερα τον περιορισμό της επιδημίας.

[5] Είναι χαρακτηριστικό ότι η έμμεση ιδιωτικοποίηση του ιταλικού δημόσιου συστήματος υγείας μέσω του κατακερματισμού του σε ξεχωριστές περιφέρειες (σε οιωνεί ανταγωνισμό μεταξύ τους) προκάλεσε σοβαρά προβλήματα συνεννόησης και περιφερειακές ανισορροπίες ιδιαίτερα στα πρώτα κρίσιμα στάδια της επιδημίας.

[6] Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της κρατικοποίησης της Alitalia στην Ιταλία.

[7] Ο όρος Βιομηχανική Πολιτική περιγράφει ένα ευρύ φάσμα κρατικών στόχων και δράσεων για την προώθηση της οικονομικής αποδοτικότητας και της βιωσιμότητας συγκεκριμένων κλάδων της εγχώριας οικονομίας. Είναι από την φύση της εξαιρετικά παρεμβατική. Ο Νεοφιλελευθερισμός υποστηρίζει ότι είναι αναποτελεσματική και μάλιστα επιβάλλεται να μην υπάρχει καθώς «παραμορφώνει την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς». Διακρίνονται δύο ευρύτερες κατηγορίες Βιομηχανικής Πολιτικής: (α) η οριζόντια (γενικές ρυθμίσεις και πολιτικές για το σύνολο της οικονομίας χωρίς να επηρεάζεται η ισορροπία μεταξύ των επιμέρους κλάδων της οικονομίας) και (β) κάθετη (εστιάζει σε συγκεκριμένους κλάδους και εφαρμόζει διακριτικές (δηλαδή διαφοροποιημένες) ρυθμίσεις και πολιτικές που αλλάζουν την ισορροπία μεταξύ των επιμέρους κλάδων της οικονομίας).

 

[8] Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας ήδη αναφέρεται μία μείωση της απασχόλησης της τάξης των 40.000 θέσεων εργασίας. Επιπλέον, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για μαζική μετατροπή συμβάσεων πλήρους σε μερικής απασχόλησης.

 

 

https://www.researchgate.net/publication/340117767_O_koronaios_kai_e_ygieionomike_kai_oikonomike_krise_-_blog

https://www.academia.edu/42305003/%CE%9F_%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%8A%CE%BF%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CF%85%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7_-_blog

 

Αχ Εξουσία! 22-1-2019 Συζήτηση με τον Στ. Μαυρουδέα για τις θεωρίες για την οικονομική κρίση και την ελληνική περίπτωση

 

 

 

 

Στην εκπομπή του ilioupolisonline.gr Αχ Εξουσία!   (22-1-2019)  συζήτηση με τον Σταύρο Μαυρουδέα για τις θεωρίες για την οικονομική κρίση και την ελληνική περίπτωση

http://ilioupolisonline.gr/component/muscol/A/13-ax-eksousia/74-ax-eksousia-2018-2019/449-22-1-2019-syzitisi-me-ton-stayro-mavroudea-gia-tis-theories-gia-tin-oikonomiki-krisi-kai-tin-elliniki-periptosi.html?Itemid=901&fbclid=IwAR2jJ9HYXmPen885psbcgKrwvXFSU-vL84c182P4gsja0avYwSyQ0Zeo8dk

 

 

Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά – 3ο μέρος

Αυτό είναι το 3ο (και τελευταίο) μέρος του κειμένου «Η Αργεντινή, η Ελλάδα και η Αριστερά».

————————————————————————————————————–

332456917argentinazo2

 

  1. Η ελληνική Αριστερά και η Αργεντινή: παθήματα που δεν γίνονται μαθήματα;

Η περίπτωση της Αργεντινής προσφέρει μία σειρά πολύτιμα μαθήματα για την ελληνική Αριστερά λόγω των πολλών ομοιοτήτων μεταξύ των δύο χωρών (χωρίς να υποβαθμίζονται οι σημαντικές επίσης διαφορές τους) καθώς και της χρονικής εγγύτητας της κρίσης τους. Δυστυχώς, ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί. Οι βασικές σχετικές προβληματικές μέσα στην ελληνική Αριστερά είναι επιπόλαιες, παραγνωρίζουν σημαντικές πλευρές της αργεντίνικης εμπειρίας και κυρίως στοχεύουν να δικαιολογήσουν τις κοντόθωρες και αδιέξοδες πολιτικές των φορέων τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται συστηματικά σε διάφορα αριστερούλικα πυροτεχνήματα για το τι καλά τα κατάφερε η Αργεντινή (με χαρακτηριστικές σχετικές δηλώσεις του Α.Τσίπρα) αλλά δεν ξεκαθαρίζει ούτε τι έκανε σωστά η Αργεντινή ούτε ποια είναι τα ενδεχόμενα λάθη ή παραλείψεις της. Έτσι στηρίζει άκριτα τον Κιρχνερισμό χωρίς όμως να δηλώνει κάποια ουσιαστική προγραμματική δέσμευση. Σκιαμαχεί με τα συστημικά και μνημονιακά πολιτικά και δημοσιογραφικά παπαγαλάκια αλλά δεν δηλώνει το δικό του πρόγραμμα. Δύο είναι τα βασικότερα προβλήματα στις πολυποίκιλες παρεμβάσεις από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος προγραμματικά δεν δεσμεύεται έστω σε αυτό που τόλμησε ο Κιρχνερισμός: την σύγκρουση (έστω και ελεγχόμενη) με το δυτικό διεθνές σύστημα (και εν προκειμένω με την ΕΕ). Ο Κιρχνερισμός αποτόλμησε να συγκρουστεί και αυτό τον διαφοροποίησε και τον έσωσε πολιτικά σε σχέση με όλες τις άλλες αντι-νεοφιλελεύθερες πλατφόρμες και προεδρίες πριν από αυτόν που κατέρρεαν σωρηδόν και ταχύτατα λόγω της κοινωνικής αγανάκτησης. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχεται την κόκκινη γραμμή της ΕΕ και ευελπιστεί σε μία συναινετική επαναδιαπραγμάτευση μαζί της: «η παρθένα με τον σατανά» όπως έλεγε και ένα παλιό άσμα. Βέβαια, την ίδια ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ λεονταρίζει απέναντι στα συστημικά φερέφωνα οι πιο «ψύχραιμες» φωνές στο εσωτερικό του κλείνουν το μάτι ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν θα προβεί σε εξαλλοσύνες με τους ευρωπαίους «εταίρους». Θα είχε αλήθεια ενδιαφέρον να εξηγηθεί ποιες από τις οικονομικές πολιτικές του Κιρχνερισμού (π.χ. ανταγωνιστική ισοτιμία, διακριτική βιομηχανική πολιτική, προστατευτισμός κλπ.) μπορούν να εφαρμοσθούν μέσα στα πλαίσια της ΕΕ. Ουσιαστικά καμία σχεδόν. Το δεύτερο πρόβλημα των τοποθετήσεων του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν διευκρινίζει σε τι διαφέρει, στο βαθμό που ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ως Αριστερά, από τον κεντρο-αριστερό Κιρχνερισμό. Αποδέχεται τον στόχο του «σοβαρού καπιταλισμού» (όπως διάφορα φραστικά πυροτεχνήματα του Α.Τσίπρα υπαινίσσονται); Η πολιτική του πρόταση έχει, έστω κατά τάση, μία σοσιαλιστική προοπτική; Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν λέγεται και απλά αφήνονται οι αριστερές συνιστώσες να παίζουν τον ρόλο της οπισθοφυλακής.

Η ηγεσία του ΚΚΕ και στο θέμα της Αργεντινής ακολουθεί την σεκταριστική και λικβινταριστική πολιτική που έχει όλα αυτά τα χρόνια. Με μία σειρά παλιότερων και πρόσφατων άρθρων (που διακρίνονται για την ασύγγνωστη άγνοια της αργεντίνικης κατάστασης) εξισώνει βλακωδώς τον Κιρχνερισμό με τον νεο-φιλελευθερισμό σαν πολιτικές αστικής διαχείρισης και θεωρεί ότι η εργατική τάξη είναι το ίδιο άσχημα είτε με τον ένα είτε με τον άλλο. Και φυσικά καταλήγει ότι μόνη λύση είναι ο σοσιαλισμός για τον οποίο όμως δεν λέει κουβέντα – είτε στην περίπτωση της Αργεντινής είτε στην Ελλάδα – για το πώς μπορεί να έρθει. Στην πράξη μάλιστα, στην αντιπαράθεση για το ζήτημα της Αργεντινής με τα συστημικά φερέφωνα ουσιαστικά έριξε νερό στο μύλο τους (όπως άλλωστε έχει κάνει και σε πάρα πολλά άλλα ζητήματα). Με τον τρόπο αυτό σπέρνει την απογοήτευση, την ηττοπάθεια και την διάλυση μέσα στις λαϊκές μάζες και στο κίνημα.

Η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (και ιδιαίτερα οι «μεγάλες κυρίες» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) δείχνει χαμένη κάπου στη μετάφραση, ταλαντευόμενη ανάμεσα σε κινηματίστικες και συναισθηματικές υποστηρίξεις της Αργεντινής (χωρίς κριτικές στον Κιρχνερισμό) και χιλιαστικές αναλύσεις ανάλογες με αυτές του Περισσού (αλλά διατυπωμένες με μία πιο κινηματιστική «ευαισθησία»).

Όμως σοβαρά προβλήματα έχουν και οι αναλύσεις μίας σειράς διανοουμένων με δημοφιλία μέσα στο αντι-μνημονιακό κίνημα. Συνήθως χαρακτηρίζονται από μία συναισθηματική στήριξη στην Αργεντινή απέναντι στα συστημικά φερέφωνα που όμως δεν βλέπει τις αντιφάσεις και τα προβλήματα του Κιρχνερισμού. Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις του Γ.Βαρουφάκη και του Κ.Λαπαβίτσα για το ζήτημα της Αργεντινής.

Ο Γ.Βαρουφάκης, σε μία σειρά τοποθετήσεις του, υποστήριξε την Αργεντινή και την άρνηση της να συμμορφωθεί με την απόφαση Griesa. Όμως, μέσα στις τοποθετήσεις του υπήρχαν και δύο άλλα ενδιαφέροντα και εξαιρετικά προβληματικά στοιχεία. Πρώτον, επέκρινε την πολιτική εθνικοποιήσεων της κυβέρνησης Κίρχνερ χωρίς να αιτιολογεί περαιτέρω την κριτική του. Δεύτερον, υποστήριξε ότι σύμφωνα με αμερικανικές πληροφορίες που του δόθηκαν η απόφαση Griesa μπορεί να είναι και για καλό καθώς «κάνει πάσα» στην αμερικανική κυβέρνηση για να διορθώσει το πτωχευτικό δίκαιο που είναι υπέρμετρα ευνοϊκό έναντι των δανειστών.

Όσον αφορά την κριτική στην υποτιθέμενη «σοσιαλμανία» του Κιρχνερισμού – όποια και αν είναι η αιτιολογία της (π.χ. επιδείνωση των σχέσεων με το διεθνές σύστημα ή/και αντι-παραγωγικές επιπτώσεις στο εσωτερικό) είναι λανθασμένη. Όπως δείχθηκε στην ενότητα 3 («Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού) δεν υπάρχει κάποια «σοσιαλμανία» αλλά περισσότερο κάποιες αναγκαστικές κινήσεις για να εξασφαλισθεί ένα συνεκτικό εθνικό παραγωγικό μοντέλο. Οι κινήσεις αυτές συνοδεύονται από προσπάθειες συνδιαλλαγής με τους ιδιοκτήτες των εθνικοποιούμενων επιχειρήσεων. Επιπλέον, από την σκοπιά της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας, η απουσία ενός τέτοιου βραχίονα (δηλαδή ενός προγράμματος εθνικοποίησης τουλάχιστον των βασικών στρατηγικών κλάδων) είναι που φορτώνει βάρη στους εργαζόμενους και στρατηγικά λειτουργεί για την σταθεροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος. Βέβαια, ο Γ.Βαρουφάκης δεν μίλησε ποτέ από τη σκοπιά μίας σοσιαλιστικής προοπτικής. Όμως και σε πρακτικό επίπεδο η απουσία ενός τέτοιου προγράμματος (έστω στα επίπεδα του παραδοσιακού Περονισμού) είναι που οξύνει τις εσωτερικές αντιφάσεις του Κιρχνερισμού και θέτει επί τάπητος το ζήτημα του τέλους του.

Όσον αφορά την απόφαση Griesa, η θέση του Γ.Βαρουφάκη καλλιεργεί ψευδαισθήσεις για το ρόλο και την λειτουργία των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι η αμερικανική πολιτική έχει πολλά πρόσωπα και μιλάει – ανάλογα με τον συνομιλητή – με πολλές φωνές. Όμως είναι ψευδαίσθηση να αγνοείται ότι έχει κεντρικό άξονα και βασική συνισταμένη για τους οποίους δουλεύουν (ακόμη και ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους) οι επιμέρους φωνές και πρόσωπα. Παρά τις δηλώσεις ή νεύματα του φιλελεύθερου (δηλαδή, με την αμερικανική έννοια, του κεντρο-αριστερού) τμήματος του αμερικανικού κατεστημένου (το οποίο άλλωστε είναι στην κυβέρνηση με τον Μπ. Ομπάμα) η βασική συνισταμένη της αμερικανικής πολιτικής είναι ότι δεν συγχωρούνται οι μονομερείς ενέργειες και η σύγκρουση με το ηγεμονευόμενο από τις ΗΠΑ διεθνές σύστημα. Στο τέλος της ενότητας 3 («Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Κιρχνερισμού) εξηγήθηκε πως κινούνται οι ΗΠΑ όσον αφορά το ζήτημα των χρεωκοπιών εθνικών κρατών. Η καλλιέργεια ψευδαισθήσεων σχετικά με τον ρόλο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού – που στην χώρα μας εκφράζεται από κύκλους του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛΛ και άλλους ως η προσδοκία ότι οι ΗΠΑ θα συγκρουσθούν με την ΕΕ για χάρη της Ελλάδας – μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει στα λαϊκά συμφέροντα. Είναι άλλο πράγμα να χρησιμοποιήσεις τις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και άλλο πράγμα να πιστέψεις σε κάποια πλευρά τους.

Οι τοποθετήσεις του Κ.Λαπαβίτσα είναι πιο απλές αλλά όχι λιγότερο προβληματικές – πόσο μάλλον όταν ο τελευταίος ενίοτε αναφέρεται και στη σοσιαλιστική προοπτική. Καλώς υποστήριξε την Αργεντινή στην αντιπαράθεση της με την απόφαση Griesa. Όμως σε όλες τις τοποθετήσεις του δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο κριτικής στον Κιρχνερισμό. Καμία λέξη ότι δεν αποτελεί αριστερή αλλά κεντρο-αριστερή πρόταση. Ούτε μία αναφορά στον στόχο του περί «σοβαρού καπιταλισμού» και στις αντιλαϊκές πλευρές κάποιων πολιτικών του. Αντίθετα υπάρχει μία άκριτη στήριξη του Κριχνερισμού επιεικώς απαράδεκτη για κάποιον που θέλει να ανήκει στην Αριστερά. Αυτή μάλιστα συνοδεύεται από φαιδρές «αγιογραφίες» κάποιων επιφανών οικονομικών παραγόντων του Κιρχνερισμού (κυρίως του πρώην Μαρξιστή A.Kiciloff αλλά ακόμη και της κεντρώας Mercedes Del Ponte). Ιδιαίτερα το τελευταίο αποτελεί καρικατούρα μίας αριστερής προσέγγισης. Αν την πολιτική και την ταξική πάλη τις διαμόρφωναν καθοριστικά φιλικά μας ή ακόμη και αριστερά πρόσωπα σε κρίσιμες θέσεις τότε η ιστορία της ανθρωπότητας θα ήταν διαφορετική. Όμως δεν είναι έτσι. Οι λογικές αυτές μόνο σε ρόλο ουράς σε αστικά σχέδια μπορεί να οδηγήσουν το λαϊκό κίνημα, με φυσική κατάληξη την ήττα.

argentinazo

Πέρα από όλες αυτές τις αδιέξοδες τοποθετήσεις είναι ανάγκη οι ζωντανές τουλάχιστον δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος να μελετήσουν σοβαρά την περίπτωση της Αργεντινής. Ποια είναι τα σημαντικότερα συμπεράσματα που μπορούν να αποκομισθούν από την αργεντίνικη εμπειρία;

Το πρώτο συμπέρασμα είναι η διάψευση διάφορων κουτών απόψεων του τύπου ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί σήμερα να κάνει παραχωρήσεις στην εργατική τάξη και συνεπώς την εξωθεί αναγκαστικά στην εξαθλίωση και αυτό θα την οδηγήσει στην εξέγερση. Μπορεί ο καπιταλισμός να μην μπορεί να κάνει σήμερα τις παραχωρήσεις που έκανε μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο (με το ξεπέρασμα της κρίσης υπερσυσσώρευσης του 1929 και την μεταπολεμική «χρυσή εποχή» του). Όμως, μετά από μία περίοδο βαθειάς εξαθλίωσης (και εφόσον δεν υπάρξουν οι πολιτικές δυνάμεις που θα οδηγήσουν στη εξέγερση) τότε μπορεί να δώσει πίσω κάτι από αυτά που υφάρπαξε. Αυτό, όπως δείχνει η περίπτωση της Αργεντινής, μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης σε αστικές διαχειριστικές πολιτικές. Πολύ δε περισσότερο όταν την κρίσιμη στιγμή της βαθύτερης εξαθλίωσης δεν ηγεμονεύσουν οι δυνάμεις της αλληλεγγύης και της επαναστατικής προοπτικής αλλά αφεθούν οι εργαζόμενοι στην απελπισία και στην προσπάθεια ατομικής διεξόδου. Τότε ακόμη και τα ψίχουλα παραχωρήσεων φαντάζουν υπερπολύτιμα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν οι δυνατότητες για κάποιες αστικές ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές. Όμως οι δυνατότητες αυτές σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από το πόσο πολύ συμπίεσε προηγουμένως η νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα την εργατική τάξη.

Το δεύτερο μάθημα είναι ότι – εφόσον δεν διατυπώνεται μία ρεαλιστική επαναστατική πολιτική πρόταση – τότε το σύστημα κατορθώνει να διατηρεί την πρωτοβουλία κινήσεων. Αυτό του δίνει την δυνατότητα να διορθώνει τα λάθη του και να αποφεύγει την κατάρρευση ακόμη και περνώντας από το ένα αδιέξοδο στο άλλο. Η περίοδος αστάθειας 2001-3 στη Αργεντινή είναι διδακτική. Το σύστημα χρησιμοποιεί απίθανους πολιτικούς συνδυασμούς και ετερόκλητες πολιτικές συμμαχίες για να μπορέσει να διατηρήσει τον έλεγχο. Πάμπολλες παραλλαγές κυρίως κεντρο-αριστερών και αντι-νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων εμφανίσθηκαν για να καταρρεύσουν γρήγορα μέσα στα αδιέξοδα τους και την λαϊκή οργή. Όμως όσο δεν υπήρχε μία ρεαλιστική αριστερή πολιτική πρόταση διεξόδου το σύστημα κατόρθωνε να επανέρχεται με νέα σχέδια και νέες πολιτικές εφεδρείες. Και όλα αυτά με τον κόσμο στους δρόμους (και όχι με την σημερινή κινηματική άπνοια που υπάρχει στην Ελλάδα).

Το πιο μεγάλο και ταυτόχρονα πικρό μάθημα είναι αυτό που αναφέρθηκε ήδη στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις. Χωρίς ένα ρεαλιστικό επαναστατικό πρόγραμμα που να χαράζει ένα μακρύ δρόμο ριζικών αλλαγών και να απαντά στα άμεσα προβλήματα επιβίωσης των εργαζομένων συνδέοντας τα με την σοσιαλιστική προοπτική δεν μπορεί να υπάρξει άλλος δρόμος εκτός από τον συστημικό. Από μόνο του το κίνημα και οι λαϊκές αντιστάσεις δεν επαρκούν για να δώσουν άλλη προοπτική. Το δυστύχημα ήταν ότι η αργεντίνικη Αριστερά φάνηκε δραματικά κατώτερη των περιστάσεων. Κατ’ αρχήν ήταν πάντα στη σκιά του Περονισμού ενώ όταν απογαλακτίσθηκε μερικώς αρκέσθηκε στην παγίδα της καταγγελίας της περονιστικής διαφθοράς και ταλαντεύθηκε με τους αντιπάλους της. Το μεγαλύτερο τμήμα της (του ΚΚ Αργεντινής συμπεριλαμβανομένου, που παρεμπιπτόντως είναι ένα κόμμα πιο ρεφορμιστικό από το ΙΚΚ του Μπερλιγκουέρ) ταλαντεύθηκε με διάφορους λαϊκιστές αστούς πολιτικούς και διαχειριστικά αιτήματα. Από την άλλη οι οργανώσεις εκείνες που έθεσαν πιο ριζοσπαστικά ζητήματα και ιδιαίτερα το ζήτημα της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας το έκαναν με ένα γενικόλογο διακηρυκτικό τρόπο και χωρίς να μπορούν να το συνδέσουν με τις πιεστικές άμεσες ανάγκες των εργαζομένων που κυριολεκτικά πεινούσαν. Το αποτέλεσμα ήταν ο σοσιαλισμός να ακούγεται μάλλον σαν ευχολόγιο παρά σαν μία συγκροτημένη ρεαλιστική πρόταση. Έτσι δόθηκε χρόνος και περιθώριο για κυριολεκτικά μία «επανάσταση» μέσα στην αστική τάξη. Η τρίτη βαθμίδα του επίσημου πολιτικού συστήματος, συγκροτημένη γύρω από τους Περονιστές κυβερνήτες πολιτειών και προβάλλοντας τον N.Kirchner, αμφισβήτησε με περίπου ακροαριστερούς όρους όχι το σύστημα γενικά αλλά την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική του γύρω από το άνοιγμα της οικονομίας, την δολαριοποίηση και τις σχέσεις με το ξένο κεφάλαιο. Ξαναενθυμούμενο το ριζοσπαστικό πολιτικό παρελθόν το – άλλωστε οι Κίρχνερ είχαν σχέσεις στο παρελθόν με τους Μοντονέρος – το νέο αυτό προσωπικό με το ριζοσπαστικό του πρόγραμμα κατόρθωσε να ηγεμονεύσει πάνω στις εξεγερμένες μάζες.

Όπως εύστοχα τονίζει η ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας για την Αριστερή Μετωπική Συμπόρευση (http://aristerisymporefsi.gr/index.php/component/k2/item/75-argentina ) αυτό είναι το πολυτιμότερο δίδαγμα της Αργεντινής και το βασικό καθήκον σήμερα για τις ζωντανές δυνάμεις της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Είναι άμεση ανάγκη η συγκρότηση ενός μεγάλου κοινωνικο-πολιτικού μετώπου στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το σύστημα. Ενός προγράμματος που θα βαδίζει στον δρόμο της εξέγερσης της Αργεντινής αλλά και θα τον βαθαίνει θετικά παραμερίζοντας και ξεπερνώντας τους διάφορους Κίρχνερ.

 

Βιβλιογραφία

Beccaria L. et al (2007), ‘Crisis y recuperacion. Efectos sobra el Mercado del trabajo y la distribution del ingreso’, Universidad Nacional del General Sarmiento, Argentina.

Godio, J. (2003) ‘Los Movimientos Piqueteros ante una Seria Disyuntiva Política’, Diario C, www.diarioc.com.ar/lanota/10-01-2004

Godio, J. (2004) ‘The “Argentine Anomaly”: From Wealth through Collapse to Neo-Developmentalism’, Internationale Politik und Gesellschaft, N.2. http://www.fes.de/ipg/IPG2_2004/ARTGODIO.PDF

Helleiner, E. (2003) ‘Economic Liberalism and Its Critics: the Past as Prologue?’, Review of International Political Economy vol. 10 no. 4.

Krueger Α. (2002), ‘A New Approach to Sovereign Debt Restructuring’, International Monetary Fund http://www.imf.org/external/pubs/ft/exrp/sdrm/eng/ .

Μαυρουδέας Στ. (1996), «Οικονομικές πολιτικές στην Αργεντινή μετά τον Β΄ Παγκ. Πόλεμο», Θέσεις νο.54.

Μαυρουδέας Στ. (2010), «Ανάπτυξη και κρίσεις: Η ταραγμένη διαδρομή του ελληνικού καπιταλισμού» σε Τόπος (2010), «Ο χάρτης της κρίσης: Το τέλος της αυταπάτης», εκδ. Τόπος.

Munck R. (1985), ‘Democratization and Demilitarization in Argentina’, Bulletin of Latin American Research, vol. 4, no. 2.

Petras J. (2006), ‘Centre-Left regimes in Latin America: History repeating itself as farce?’, Journal of Peasant Studies vol. 22 no. 2.

Reddy N. (2014), ‘Argentina: The End of Kirchnerism?’, New Politics Vol. XV No. 1, Whole Number 57

Wylde C. (2010), ‘Argentina, Kirchnerismo and Desarrollismo: Argentine Political Economy under the administration of Nestor Kirchner 2003-7’, Documento de Trabajo, FLACSO Argentina.

Δύο ομιλίες στο Σύλλογο Ελλήνων Επιστημόνων Βερολίνου – Βραδεμβούργου

Ο Σύλλογος Ελλήνων Επιστημόνων Βερολίνου-Βραδεμβούργου διοργανώνει σειρά εκδηλώσεων με θέμα «Ο σύγχρονος κόσμος και η θέση της Ελλάδας σε αυτόν. Κρίση, διέξοδος, προοπτικές.»  Στα πλαίσια αυτά θα μιλήσω το Σάββατο 3/5, 18:00, με θέμα «Η παγκόσμια οικονομική κρίση και η Ελλάδα. ‘Μνημονιακή’ και εναλλακτικές στρατηγικές με το βλέμμα στο μέλλον». Επίσης την Παρασκευή 02/05, 18:30 θα υπάρξει ελεύθερη συζήτηση-μάθημα Πολιτικής Οικονομίας. Όλες οι εκδηλώσεις θα γίνουν στους χώρους του ΕΠΚ.

 

ProsklisiMavroudeas

Το πρόγραμμα του 3ου Συνεδρίου της Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας, Παν.Πατρών 14-15/1/2014

3ο Συνέδριο ΕΕΠΟ

Το 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ θα διεξαχθεί στις 14-15/1/2014 στο Παν. Πατρών με την υποστήριξη του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων.

Θα ξεκινήσει στις 14/1/2014 με την εναρκτήρια συνεδρίαση και τους χαιρετισμούς. Θα ακολουθήσουν οι διαδικασίες του συνεδρίου που θα διεξαχθούν με εργαστήρια που θα διεξαχθούν σε δύο παράλληλες συνεδρίες.

Παρακάτω παρατίθενται (α) τα εργαστήρια και (β) το πρόγραμμα διεξαγωγής του συνεδρίου.

econguys

Εργαστήρια

(1) Ιστορία Οικονομικής Σκέψης (προεδρεύων: Στ. Μαυρουδέας)

  • Zouboulakis Michel S.: “Risky behavior in Classical Political Economy, Marx and beyond”
  • Milonakis Dimitris: “Mathematics and Formalism in Economic Discourse: A Potted History with Some Partial Explanation”
  • Προδρομίδης Νίκος: «Adam Smith και νεοφιλελευθερισμός»
  • Φουρίκος Κώστας: «Από το χρηματιστικό κεφάλαιο στο ολοκληρωτικό κράτος. Μια αναφορά σε κρίσιμα χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού μέσα από το έργο του Rudolf Hilferding»

 

(2) Ανθρώπινοι και ενεργειακοί πόροι (προεδρεύων: Λ. Μαρούδας)

  • Ασπράγκαθος Νίκος Α.: «Η καπιταλιστική κρίση και η κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση του επιστημονικού πλούτου»
  • Νικολακάκη Μαρία: «Καπιταλιστική αναδιάρθρωση, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και δημόσιο πανεπιστήμιο»
  • Βελεγράκης Γιώργος & Μάργαρης Γιάννης: «Ιστορίες Υφαρπαγής [Ενέργεια, Εξορύξεις, Δημόσια Αγαθά]»
  • Βιδάκης Ιωάννης: «Γεωπολιτική, Γεωοικονομία Γεωενέργεια και Πολιτική Οικονομία: Υπόδειγμα διασύνδεσης και ερμηνεία της ελληνικής κρίσης»

 

(3) Υποδείγματα Καπιταλισμού, Φασισμός, Πατριαρχία και Τεχνοκρατία (προεδρεύων: Κ. Συριόπουλος)

  • Zarotiadis Grigoris: “International Technocracy goes Local: Evidence from Southern Europe”
  • Μαρκέτος Σπύρος: «Πρωταρχική συσσώρευση και πολιτική της έντασης»
  • Σωτηροπούλου Ειρήνη: «Η ελληνική οικονομία ως μια αποτυχία της καπιταλιστικής πατριαρχίας και η επιλογή της δυστοπίας»
  • Χάρδας Αναστάσιος: «Μοντέλα Καπιταλισμού, θεσμικές συμπληρωματικότητες και η ελληνική πολιτική οικονομία»

 

(4) Οικονομική Ανάλυση (προεδρεύων: Θ. Μαριόλης)

  • Ροδουσάκης Νικόλαος: «Γενίκευση του Υποδείγματος Θηρευτή-Θηράματος του Goodwin βάσει της Συνάρτησης Επενδύσεων à la Bhaduri-Marglin: Η Περίπτωση της Συνάρτησης Παραγωγής Σταθερής Ελαστικότητας Υποκατάστασης»
  • ΠαρασκευοπούλουΧριστίνα & Τσουλφίδης Λευτέρης: “The Leontief Paradox Revisited”
  • Μαρσέλλου Αιμιλία: «Οι επιπτώσεις των πολιτικών μισθολογικής μετριοπάθειας στη συναθροιστική ζήτηση της Ελληνικής Οικονομίας»
  • Ζάννης Παναγιώτης: «Ο Τρίτος Τομέας στην Πολιτική Οικονομία: Μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της χώρας μας; Αν ναι, με ποιον τρόπο;»

 

(5) Αγορά Εργασίας (προεδρεύων: Λ. Τσουλφίδης)

  • Δεδουσόπουλος Απόστολος: «Από την εσωτερική υποτίμηση στη δημιουργική (;) καταστροφή: Η αγορά εργασίας στην εποχή των μνημονίων»
  • Ιωαννίδης Αλέξης: «Η αγορά εργασίας στην Ελλάδα της κρίσης»
  • Κουτρούκης Θεόδωρος: «Επιπτώσεις της εργατικής πολιτικής την εποχή των Μνημονίων»
  • Gialis Stelios E.: “Flexi-curity’ policies and employment in Southern EU: a critical political economy perspective”

 

(6) Εργασιακές Σχέσεις (προεδρεύων: Δ. Μυλωνάκης)

  • Ζησιμόπουλος Γιάννης, Καρολίδης Γιώργος, Ανδρουλάκης Γιώργος & Οικονομάκης Γιώργος: «Συμμετοχή στα συνδικάτα και δομικοί προσδιοριστικοί παράγοντες την περίοδο της κρίσης: μια εμπειρική διερεύνηση»
  • Μαρούδας Λεωνίδας & Ριζόπουλος Γιώργος: «Προϋποθέσεις ακύρωσης του «σιδηρού νόμου της ολιγαρχίας» στους εργατικούς συνεταιρισμούς»
  • Σταμπουλής Γεώργιος & Γεωργίου Απόστολος: «Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων ως απάντηση στα προβλήματα  εντολέα-εντολοδόχου»
  • Τασιόπουλος Σταύρος: «Νέοι εργαζόμενοι και κατώτατος μισθός»

 

(7) Κοινωνική και Δημοσιονομική Πολιτική (προεδρεύων: Α. Δεδουσόπουλος)

  • Παπαθεοδώρου Χρίστος: «Οικονομική κρίση, φτώχεια και αποστέρηση στην Ελλάδα. Οι καταστροφικές συνέπειες των νεοφιλελεύθερων συνταγών»
  • Σταμπουλής Γεώργιος: «Με τα Ταμεία ή με τους Συνταξιούχους; Η δυναμική του συνταξιοδοτικού συστήματος και μια ριζοσπαστική εναλλακτική»
  • Ανδρίτσος Θάνος: «Πουθενά δεν είναι πουθενά: Η γεωγραφία της εχεμύθειας»
  • Repousis Spyridon: “Is there banks stocks’ manipulation around announcement of national elections and how can detect and recover ill-gotten assets? The case of Greece”

 

(8) Μνημόνια και Οικονομική Πολιτική (προεδρεύων: Γ. Οικονομάκης)

  • Λαπατσιώρας Σπύρος & Σωτηρόπουλος Δημήτρης: «Στρατηγικές διαχείρισης της Παγκόσμιας Κρίσης του 2008: Ευρωπαϊκή στρατηγική και η περίπτωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού»
  • Παπαδάτος Δημοφάνης: «Τα Μνημόνια ΕΕ-ΔΝΤ για την Ελλάδα: Μια προβληματική στρατηγική για τη διάσωση του Ελληνικού καπιταλισμού»
  • Μπουσούνης Εμμανουήλ & Οικονομίδης Χαράλαμπος: «Δομικές αλλαγές που προκύπτουν από την εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 για την ελληνική οικονομία»
  • Παπαδάκης Βασίλης: «Κρίση και τεχνολογία: οι περιορισμένες δυνατότητες των τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων  στην αντιμετώπιση της κρίσης του συστήματος»

 

(9) Κρίση του ελληνικού καπιταλισμού Ι (προεδρεύων: Ν. Θεοχαράκης)

  • Μαυρουδέας Σταύρος: «Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση»
  • Maniatis Thanasis & Passas Costas: “The Law of the Falling Rate of Profit in the postwar Greek Economy”
  • Μαριόλης Θεόδωρος & Σώκλης Γιώργος: «Ο Σραφφαϊανός Πολλαπλασιαστής της Ελληνικής Οικονομίας:  Ευρήματα από τον Πίνακα Προσφοράς-Χρήσεων του έτους 2010»
  • Δουράκης Γιώργος: «Η Γερμανική Ευρώπη και ο Σινο-γερμανικός Άξονας»

 

(10) Κρίση του ελληνικού καπιταλισμού ΙΙ (προεδρεύων: Θ. Μανιάτης)

  • Konstantakis Konstantinos N., Michaelides Panayotis G., Demertzi Aggeliki A. & Milios John G.: «The Determinants of Credit Ratio in Greece: An Empirical Investigation (1960-2011)»
  • Μαρκάκη Μαρία, Μπελεγρή-Ρομπόλη Αθηνά & Κρητικίδης Γιώργος: «Η Οικονομική Κρίση, η Ανεργία και οι Επιπτώσεις στην Παραγωγή: Η Ελληνική Οικονομία (2008-2013)»
  • Trachanas Emmanouil, Tsaliki Persefoni, Tsoulfidis Lefteris & Vardalachakis Ioannis: “Jobless growth and Job-destructive Recession. The asymmetric effect of Business Cycle to Unemployment in Greece”
  • Χήτα Ελένη & Ζέρβας Ευθύμιος: «Η Ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτων σε περίοδο οικονομικής κρίσης»
  • Λαγός Δημήτρης.: «Οικονομική κρίση και ελληνικός τουρισμός»

IMG_1262

 

Πρόγραμμα Συνεδρίου

 

Τρίτη 14/1/2014

 

12:30μμ – 1:30μμ

Εναρκτήρια συνεδρίαση

2μμ – 4μμ (3) Υποδείγματα Καπιταλισμού, Φασισμός, Πατριαρχία και Τεχνοκρατία (πρ. Κ. Συριόπουλος) (4) Οικονομική Ανάλυση (πρ. Θ. Μαριόλης)
4μμ – 5μμ

Διάλειμμα

5μμ – 7μμ (1) Ιστορία Οικονομικής Σκέψης (πρ. Στ. Μαυρουδέας) (2) Ανθρώπινοι και ενεργειακοί πόροι (πρ. Λ. Μαρούδας)

 

Τετάρτη 15/1/2014

 

10μμ – 12μμ (6) Εργασιακές Σχέσεις (πρ. Δ. Μυλωνάκης) (9) Κρίση του ελληνικού καπιταλισμού Ι (πρ. Ν.  Θεοχαράκης)
12μμ – 1μμ

Διάλειμμα

1μμ – 3μμ (5) Αγορά Εργασίας (πρ.Λ. Τσουλφίδης) (10) Κρίση του ελληνικού καπιταλισμού ΙΙ (πρ. Θ. Μανιάτης)
3μμ – 5μμ (7) Κοινωνική και Δημοσιονομική Πολιτική (πρ. Α. Δεδουσόπουλος) (8) Μνημόνια και Οικονομική Πολιτική (πρ. Γ. Οικονομάκης)