Tag Archives: ΠΡΙΝ

Η συμβολή του Ένγκελς στον Μαρξισμό και η προσπάθεια να τεθεί σε αντιπαράθεση με τον Μαρξ – ΠΡΙΝ 29/2/2020

ΠΡΙΝ

29 Φεβρουαρίου – 1 Μαρτίου 2020

Νο.1464

 

Η συμβολή του Ένγκελς στον Μαρξισμό και η προσπάθεια να τεθεί σε αντιπαράθεση με τον Μαρξ

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Μια σύντομη βιογραφία

To 2020 είναι η διακοσιοστή επέτειος από τη γέννηση του Φρ.Ένγκελς, συνιδρυτή της Mαρξιστικής παράδοσης. Προερχόταν από αστική οικογένεια με επιχειρήσεις στη Γερμανία και την Αγγλία. Σαν νεολαίος ακολούθησε την ριζοσπαστικοποίηση της γερμανικής φοιτητικής νεολαίας εκείνης της εποχής που, αν και προερχόταν από την αστική τάξη, ήταν βαθιά απογοητευμένη από την αποτυχία των αστικών δημοκρατικών επαναστάσεων στη τότε κατακερματισμένη Γερμανία. Αυτές οι επαναστάσεις για μια δημοκρατική κοινωνία ξεκινούσαν από την αστική τάξη που όμως εμπρός στην στρατιωτική απειλή σύντομα συμβιβαζόταν αφήνοντας τις λαϊκές τάξεις να πολεμήσουν μέχρι το πικρό τέλος. Ένα σημαντικό τμήμα της φοιτητικής νεολαίας – ανάμεσα τους οι Μαρξ και Ένγκελς – αμφισβήτησε την προοδευτικότητα της αστικής τάξης και αναζήτησε τον χειραφετητή της ανθρώπινης κοινωνίας στις λιγότερο μορφωμένες αλλά πιο αγωνιστικές λαϊκές τάξεις.

Ο Ένγκελς πρωτο-συναντήθηκε με τον Μαρξ το 1842, αλλά η διαχρονική φιλία και η επιστημονική και πολιτική συνεργασία τους ξεκίνησε το 1844. Είχε γίνει κομμουνιστής πριν από τον Μαρξ, με τον τελευταίο να ακολουθεί σύντομα. Συνέγραψαν το 1847 το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Συμμετείχε στις επαναστατικές εξεγέρσεις του 1849 στη Γερμανία και πολέμησε με ένα από τα καλύτερα επαναστατικά στρατιωτικά αποσπάσματα.

Μετά την ήττα των εξεγέρσεων επέστρεψε το 1850 στο Μάντσεστερ στην οικογενειακή επιχείρηση κλωστοϋφαντουργίας και είχε κυριολεκτικά μία «διπλή» ζωή: αφενός, ως διευθυντής εργοστασίου και αφετέρου ως κοινωνικός επαναστάτης. Την ίδια περίοδο ο Μαρξ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και η συνεργασία τους εντατικοποιήθηκε. Μεταξύ τους υπήρχε ένας συστηματικός καταμερισμός εργασίας, όπου ο Ένγκελς πρωταγωνίστησε κυρίως στις πολιτικές δραστηριότητες ενώ ο Μαρξ επικεντρώθηκε στη θεωρητική ανάλυση. Αυτό δεν μειώνει το θεωρητικό ανάστημα του Ένγκελς, καθώς συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση της Μαρξιστικής θεωρίας με τις δικές του συνεισφορές, την συν-συγγραφή έργων με τον Μαρξ και, πάνω απ’ όλα, με την τεράστια γνώση του για τις πραγματικές λειτουργίες της καπιταλιστικής οικονομίας. Όταν ο Ένγκελς τελικά αποχώρησε από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες το 1870, μετακόμισε κοντά στο Μαρξ στο Λονδίνο και η συνεργασία τους εντατικοποιήθηκε περαιτέρω.

Μετά τον θάνατο του Μάρξ το 1883, ο Ένγκελς ανέλαβε το ηράκλειο εγχείρημα του να επεξεργαστεί το αδημοσίευτο έργο του Μαρξ και ιδιαίτερα τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Επιπλέον, προώθησε δραστήρια τον Μαρξισμό και την δημιουργία επαναστατικών εργατικών κομμάτων.

 

Η συμβολή του Ένγκελς στη Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία

Η θεωρητική συνεισφορά του Ένγκελς καλύπτει πολλά πεδία. Ωστόσο, συνήθως παραμελείται η συμβολή του στην Πολιτική Οικονομία.

Το πρώτο οικονομικό έργο του, τα Περιγράμματα μιας Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, ώθησε τον Μαρξ στην Πολιτική Οικονομία. Σε αυτό προσφέρει μια κριτική ανάλυση της Θεωρίας της Αξίας της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και μελετά τους οικονομικούς κύκλους, την τάση συγκέντρωσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου, το ρόλο της κερδοσκοπίας και την εγγενή τάση του καπιταλισμού να δημιουργεί πλεονάζον εργατικό δυναμικό («εφεδρικό στρατό εργασίας»). Τέλος, επισημαίνει τον αναποτελεσματικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και την ανωτερότητα μιας σχεδιασμένης οικονομίας.

Στην Κατάστασή της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία διερευνά κρίσιμα ζητήματα που αργότερα αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά των Μαρξιστικών Οικονομικών της Εργασίας (αγορά εργασίας, προσδιορισμός μισθών και ανεργίας, διαδικασία εκβιομηχάνισης και τεχνικής αλλαγής). Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο τονισμός του κοινωνικού προσδιορισμού της αξίας της εργασιακής δύναμης (σε αντίθεση με τον Ρικαρδιανό απλά φυσικό προσδιορισμό της) και συνεπώς η διατηρησιμότητα των εργατικών κατακτήσεων. Στο θέμα αυτό επανέρχεται στο Στεγαστικό Ζήτημα.

Στο Anti-Duhring αφιερώνει ένα ολόκληρο τμήμα για την Πολιτική Οικονομία όπου αναλύει την επιστημονική μεθοδολογία, την θεωρία της υπεραξίας και την θεωρία της γαιοπροσόδου. Υπογραμμίζει δικαίως ότι η θεωρία της υπεραξίας (και φυσικά η υποκείμενη της Εργασιακή Θεωρία της Αξίας – ΕΘΑ) και ο Νόμος της Πτωτικής Τάσης του Ποσοστού Κέρδους (ΠΤΠΚ) αποτελούν τις βασικές αρχές της μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης και τον κορμό της διαφοροποίησης της από την Κλασική Πολιτική Οικονομία. Ένα συνήθως παραμελημένο πολύτιμο στοιχείο της συνεισφοράς του Ένγκελς στην Πολιτική Οικονομία είναι η επισήμανση από μέρους του της επίδρασης που έχει ο χρόνος περιστροφής του κεφαλαίου στην κερδοφορία. Με βάση τις βαθιές του γνώσεις για τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, επισημαίνει ότι είναι ένας αντεπιδρών παράγοντας στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αυτό είναι ένα ζήτημα που παραμένει μέχρι σήμερα ανεπαρκώς διερευνημένο στη Μαρξιστική οικονομική ανάλυση.

Όμως, η σημαντικότερη συμβολή του Ένγκελς στη Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία είναι το ηράκλειο κατόρθωμα του να εξομαλύνει τα σημειωματάρια του Μαρξ και να τα διαμορφώσει στον δεύτερο και τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Αυτό δεν απαιτούσε έναν σχολαστικό φιλολογικό επιμελητή αλλά έναν πολύ ικανό πολιτικό οικονομολόγο με βαθιά γνώση των ζητημάτων που διαπραγματευόταν. Ο Ένγκελς ήταν σε θέση να επιτύχει σε αυτό όχι μόνο επειδή είχε αυτή την ποιότητα, αλλά και επειδή ήταν «σάρκα και αίμα» της σκέψης του Μαρξ. Η οικονομική ανάλυση του Μαρξ δεν θα ήταν τόσο ισχυρή χωρίς την πολύ στενή αλληλεπίδραση και την συνύπαρξη με την βαθιά γνώση του Ένγκελς σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού και τις δικές του ισχυρές ικανότητες οικονομικής ανάλυσης.

 

 

Σχετικά με τις προσπάθειες αντιπαράθεσης του Ένγκελς στον Μαρξ

 

Συχνά ο Ένγκελς έχει υποστεί επιθέσεις κατηγορούμενος ότι παραμόρφωσε την σκέψη του Μαρξ. Το κοινό έδαφος τους είναι ότι έκανε τον Μαρξισμό μια πολιτική και θεωρητική δύναμη, προκαλώντας την οργή εχθρών αλλά αμφίβολων «φίλων», που προτιμούν τον Μαρξισμό σαν άμορφη «κριτική» προσέγγιση χωρίς πολιτική παρέμβαση.

Οι πρώτες σοβαρές επιθέσεις εκδηλώθηκαν στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 και επικεντρώθηκαν σε φιλοσοφικά και μεθοδολογικά ζητήματα. Ο Ένγκελς κατηγορήθηκε ότι παραμόρφωσε την διαλεκτική του Μαρξ μετατρέποντας την σε μια μηχανιστικά αντικειμενική μέθοδο και ότι προσπάθησε να φυλακίσει το ελεύθερο κριτικό πνεύμα του Μαρξ στο κλουβί ενός τυποποιημένου «συστήματος» (π.χ. McLellan, Carver). Αυτή η επίθεση είχε μερικές φορές μια υπερ-αριστερή χροιά, καθώς εκθείαζε την υποτιθέμενη απροσδιοριστία της ταξικής πάλης σε αντίθεση με τους αυστηρούς νόμους κίνησης της. Στην αντιπαράθεση που ακολούθησε αποδείχθηκε ότι, παρά ορισμένες μικρές διαφορές, ο Ένγκελς ήταν σύμφωνος με τον Μαρξ.

Το δεύτερο κύμα επιθέσεων εκδηλώθηκε από την δεκαετία του 1990 και επικεντρώθηκε στην Πολιτική Οικονομία. Βασικός πολιορκητικός κριός είναι η λεγόμενη «Νέα Ανάγνωση» (ΝΑ) και η συμπόρευση της με τους Σραφφιανούς. Η Γερμανική ΝΑ αντιτίθεται στην υποτιθέμενη ακαμψία της κλασικής Μαρξιστικής θεωρίας. Υποστηρίζει ότι ο Μαρξ είχε μία «νομισματική θεωρία της αξίας» (δηλαδή άμεση ταύτιση αξίας και χρήματος), όταν ο τελευταίος είχε ρητά επικρίνει αυτή την εσφαλμένη αντίληψη του Φράνκλιν. Επίσης, η ΝΑ αρνείται ότι το κράτος είναι όργανο της αστικής τάξης και υποστηρίζει ότι, παρόλο ότι υποστηρίζει τον καπιταλισμό, έχει σημαντικούς βαθμούς αυτονομίας. Έτσι καταλήγει στη ρεφορμιστική πολιτική. Τέλος, αμφισβητεί τον επαναστατικό χαρακτήρα της εργατικής τάξης. Ο Σραφφιανισμός απορρίπτει την ΕΘΑ και την ΠΤΠΚ και, όταν δεν απορρίπτει τον Μαρξισμό, επιδιώκει να τον αφομοιώσει μέσα στον νεο- Ρικαρδιανισμό. Πολιτικά απεχθάνεται την αυτοτελή οργάνωση και δράση της εργατικής τάξης και προτάσσει την υπαγωγή της σε ρεφορμιστικές Κεϋνσιανές πολιτικές.

 

Το βασικό εργαλείο της επίθεσης αυτής είναι ο έλεγχος της έκδοσης των έργων του Μαρξ και του Ένγκελς (MEGA), μετά την κατάρρευση της Σοβ. Ένωσης, από γερμανικά ιδρύματα σοσιαλδημοκρατικής επιρροής (με κρατική χρηματοδότηση). Ο βασικός ισχυρισμός αυτού του δεύτερου κύματος επιθέσεων είναι ότι ο Ένγκελς παραμόρφωσε το Κεφάλαιο κάνοντας αδικαιολόγητες παρεμβάσεις και παρουσιάζοντας το ως ένα ολοκληρωμένο έργο, ενώ πρόκειται απλώς για ένα ελλιπές και αντιφατικό ερευνητικό σχεδίασμα. Ιδιαίτερα, η επίθεση αυτή επικεντρώνεται στην αμφισβήτηση του ότι ο Μαρξ έχει μία γενική θεωρία της οικονομικής κρίσης με βάση την ΠΤΠΚ. Η τελευταία αποδίδεται από τους νέους αντι-Ενγκελσιονιστές σε παραποιήσεις του Ένγκελς καθώς διατείνονται ότι ο Μαρξ στα χειρόγραφα του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου εμφανίζεται να είχε αμφιβολίες και να είναι ουσιαστικά αγνωστικιστής.

Το κύριο μέτωπο τους είναι στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, αν και ολόκληρο το Κεφάλαιο υφίσταται την επίθεση τους ως αντιφατικό και μη-δυνάμενο να ολοκληρωθεί λόγω αντιφάσεων πόνημα. Βέβαια, δεν μπορούν να κατηγορήσουν τον Ένγκελς για πλαστογράφηση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, καθώς αυτό δημοσιεύθηκε από τον ίδιο τον Μαρξ. Βέβαια, δυστυχώς γι’ αυτούς, ένα μεγάλο τμήμα των θέσεων που συγκεντρώνουν την οργή τους (π.χ. ΕΘΑ, Θεωρία Χρήματος, ΠΤΠΚ) είναι ήδη σαφώς διατυπωμένες στον πρώτο τόμο. Επομένως, η κύρια προσπάθειά τους είναι να εισάγουν μια σφήνα μεταξύ του πρώτου και του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου, υποστηρίζοντας ότι ο Μαρξ είχε ανασκευάσει τις απόψεις του για τα ζητήματα αυτά κατά την συγγραφή του τρίτου τόμου και ότι ο Ένγκελς το απέκρυψε.

Ο M.Heincrich, εξέχων εκπρόσωπος της ΝΑ, υποστηρίζει ότι η παρέμβαση του Ένγκελς παραμόρφωσε το κείμενο του Μαρξ, παρουσιάζοντάς το ως συνεκτικό έργο, ενώ ήταν ένα ανολοκλήρωτο αλλά και μη-ολοκληρώσιμο έργο: η σκέψη του Μαρξ ήταν «πολύ πιο αμφίθυμη και πολύ λιγότερο ανεπτυγμένη», «είναι αμφίβολο αν τα υλικά ήταν διαθέσιμα για την ολοκλήρωση του Κεφαλαίου». Υπονοεί ακόμη και δόλιες προθέσεις, υποστηρίζοντας ότι ο Ένγκελς «δεν έδειξε με κανέναν τρόπο όλες τις παρεμβολές και αλλαγές που έκανε» στον τρίτο τόμο. Ως απόδειξη επικαλείται τους Vollgraf & Jungnickel. Μια προσεκτική εξέταση των αποδείξεών τους δείχνει ότι είναι αβάσιμοι φιλολογικοί σχολαστικισμοί με ουσιαστική άγνοια των αναλυόμενων οικονομικών ζητημάτων. Οι Vygodskii & Naron τους επέκριναν ευστοχότατα για το ότι δεν κατανοούν τον ιστορικό χαρακτήρα του Κεφαλαίου και ότι ουσιαστικά προσπαθούν, χωρίς να έχουν τα προσόντα, να υποκαταστήσουν τον Ένγκελς ως «σύγχρονοι» εκδότες του Κεφαλαίου.

Στα αναλυτικά θέματα, η κύρια εστίασή του δεύτερου αυτού κύματος αντι-Ενγκελσιονιστών είναι στη θεωρία των κρίσεων. Ο Heinrich προβάλλει το σόφισμα ότι μετά το 1865 «Παρόλο ότι ο Μαρξ δεν έκανε πλέον ρητή αναφορά στον« νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους», μια ισχυρή απόδειξη υποδηλώνει ότι ο Μαρξ δεν υποστήριζε πλέον αυτόν τον νόμο» . Η απόδειξη αυτή είναι ένα σημείο του τρίτου τόμου όπου ο Μαρξ εξετάζει αποκλίσεις μεταξύ της αξιακής (ΑΣΚ) και της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ΟΣΚ). Αυτό είναι ένα μελετημένο ζήτημα στην Μαρξιστική ανάλυση (Saad-Filho), που ο Heinrich αγνοεί επιδεικτικά. Όμως η ΠΤΠΚ του Μαρξ στηρίζεται στην ΟΣΚ.

Το επόμενο θεωρητικό ζήτημα που είναι η θεωρία του πιστωτικού συστήματος, όπου δηλώνει ότι ανακάλυψε προφανείς αποδείξεις Ενγκελσιανής παραποίησης του Μαρξ. Υποστηρίζει ότι ο Μαρξ δεν την συζητά στο επίπεδο υψηλής αφαίρεσης του Κεφαλαίου, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο που συνδέεται με ορισμένους ιστορικώς ειδικούς θεσμικούς παράγοντες. Υποστηρίζει μάλιστα ότι για τον Μαρξ «δεν μπορεί να υπάρξει μια γενική θεωρία πίστης». Στη συνέχεια, κατηγορεί τον Ένγκελς ότι παρουσίασε το ερευνητικό υλικό που βρήκε στο χειρόγραφο του Μαρξ ως γενική θεωρία. Αυτό είναι ένα εντελώς αβάσιμο επιχείρημα. Πρώτον, η ανάλυση της πίστης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της θεωρίας του χρήματος. Και η θεωρία του χρήματος του Μαρξ είναι ένα οργανικό μέρος της ανάλυσης του Κεφαλαίου. Δεύτερον, η ανάλυση του Μαρξ προχωρά από το αφηρημένο προς το συγκεκριμένο. Κατά συνέπεια, η ανάλυσή του για την πίστη ακολουθεί την ίδια διαδρομή και δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε κάποιο ενδιάμεσο επίπεδο.

Οι Σραφφιανοί συνεπικουρούν τη ΝΑ, αν και υποτίθεται ότι έχουν αντίθετες απόψεις για την θεωρία της αξίας. Ο H.Kurz, εξέχουσα προσωπικότητα του Σραφφιανισμού, επαινεί τα MEGA γιατί παρουσιάζουν τον Μαρξ ως «αναγεννησιακό άνθρωπο και homo universalis» παρά ως πολιτικό ακτιβιστή. Κατηγορεί τον Ένγκελς ότι «δεν ήταν, τουλάχιστον όχι εντελώς, ο αθώος εκδότης όπως αυτός ισχυρίσθηκε, αν και υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι αισθάνθηκε ότι ήταν». Θρηνεί γιατί τα MEGA δεν βρήκαν καμία υπαναχώρηση του Μαρξ από την ΕΘΑ (αν και ο διαβόητα επιπόλαιος D.Harvey έχει βιαστεί να δηλώσει κάτι τέτοιο). Όμως εκστασιάζεται όσον αφορά την ΠΤΠΚ, όπου ενστερνίζεται πρόθυμα όλους τους ισχυρισμούς της ΝΑ. Τα συμπεράσματά του είναι αποκαλυπτικά πολιτικά. Με βάση την αποδιάρθρωση του Μαρξισμού από τα MEGA καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Μαρξ είχε επιφυλάξεις σχετικά με το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού».

 

Αντιπαλεύουν την αυτοτελή πολιτική δράση του προλεταριάτου

Για τους αντι-Ενγκελσιονιστές που προσπαθούν να προβληθούν ως οι πραγματικοί διερμηνείς της σκέψης του Μαρξ, η ιστορία δεν αφήνει περιθώρια. Η στενή προσωπική σχέση του Μαρξ και του Ένγκελς, ο κοινός τρόπος σκέψης, ο καταμερισμός της εργασίας (τόσο θεωρητικός όσο και πολιτικός) είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση.

Ο λόγος που ο Ένγκελς προσελκύει τόσο μίσος είναι ότι συστηματοποίησε τον Μαρξισμό ως θεωρητικό σύστημα και τον μεταμόρφωσε σε ένα μαζικό πολιτικό κίνημα. Άλλωστε οι σύγχρονοι αντι-Ενγκελσιονιστές προτιμούν να μην έχει δημοσιευθεί το Κεφάλαιο: «είναι ένα ατελές και μη-δυνάμενο να ολοκληρωθεί έργο». Γι’ αυτόν τον λόγο, προσπαθούν να απεικονίσουν τον Μαρξ ως «φιλελεύθερο στοχαστή» (Carver) σε αντίθεση με τον «ύπουλο» κομμουνιστή Ένγκελς. Είναι αλήθεια ότι ο Ένγκελς έγινε κομμουνιστής πριν από τον Μαρξ. Είναι εξίσου αλήθεια ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς είναι συνιδρυτές του Μαρξισμού και του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτός ο δεσμός δεν μπορεί να καταλυθεί, παρά τις «φιλότιμες» προσπάθειες των αντι-Ενγκελσιονιστών.

 

ΣΥΡΙΖΑ & ΝΔ: Δύο πανομοιότυπα οικονομικά προγράμματα – Στ. Μαυρουδέας ΠΡΙΝ 23-6-2019

 

 

 

 

 

 

ΠΡΙΝ

23-6-2019

 

Οικονομικά προγράμματα ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ: λαγοί με πετραχήλια μέσα στην φυλακή των Μνημονίων

 

Στ. Μαυρουδέας

 

Προεκλογικές υποκρισίες

Εμπρός στις επερχόμενες εκλογές τα δύο βασικά κόμματα του αστικού πολιτικού συστήματος, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, επιδίδονται σε ένα κακόγουστο θέατρο με προγράμματα που υπόσχονται την βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας και των πολιτών. Κατ’ αρχήν κανένα από τα δύο δεν είναι οικονομικό πρόγραμμα με την πλήρη έννοια του όρου. Το οικονομικό πρόγραμμα του συστήματος είναι τα μνημονιακά Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής (ΠΟΠ) που δεσμεύουν την χώρα για πολλές δεκαετίες και που επιβάλλουν ασφυκτικούς στόχους και περιορισμούς για όλες τις βασικές μακροοικονομικές παραμέτρους. Επίσης επιβάλλουν μία συγκεκριμένη νεοσυντηρητική λογική για την διαχείριση της οικονομίας καθώς και για την παραγωγική διάρθρωση της που υπακούουν στις επιταγές της ΕΕ και στα συμφέροντα του κεφαλαίου. Συνεπώς, τα προγράμματα της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ είναι απλά συμπιλήματα υποσχέσεων μέσα στα μικρά περιθώρια ελευθερίας που αφήνουν τα μνημονιακά Προγράμματα στις εκάστοτε κυβερνήσεις της ελληνικής μπανανίας.

Δεύτερον, παρά τις φωνασκίες των δύο συστημικών αστικών κομμάτων, οι καρικατούρες προγραμμάτων τους είναι εξαιρετικά όμοιες όσον αφορά την μακροοικονομική δομή τους και διαφέρουν κυρίως στο ύψος των μέτρων και στον χρονισμό τους. Και οι δύο υπόσχονται μειώσεις φορολογίας (α) για τις επιχειρήσεις και (β) για τα νοικοκυριά καθώς και (γ) μεγέθυνση του ΑΕΠ μέσω «μεταρρυθμίσεων». Οι ομοιότητες στα δύο πρώτα είναι εξωφρενικές. Στο τρίτο, ενώ ουσιαστικά ακολουθούν και οι δύο τις επιταγές των μνημονίων εμφανίζονται να διαφοροποιούνται – αλλά μόνο λεκτικά – στην έκταση των ιδιωτικοποιήσεων και του εργασιακού μεσαίωνα.

 

Δύο πανομοιότυπα «προγράμματα»

Η μακροοικονομική δομή και των δύο «προγραμμάτων» είναι πανομοιότυπη. Στα πλαίσια των μνημονίων επιδιώκεται να υπάρξει ένας δημοσιονομικός χώρος, δηλαδή κάποια περιθώρια δημοσιονομικής πολιτικής – μέσα στα ασφυκτικά όρια των μακροχρόνια υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που απαιτούν τα ΠΟΠ – ώστε να μπορεί το κυβερνητικό κόμμα να καταπραΰνει με κάποια ψίχουλα την λαϊκή δυσαρέσκεια και να ενισχύσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τα οποία συνδέεται. Αυτός ο δημοσιονομικός χώρος μπορεί να προκύψει μέσω (α) μείωσης δημόσιων δαπανών, (β) αύξησης της φορολογίας και (γ) μεγέθυνσης του ΑΕΠ (που ενισχύει τα φορολογικά έσοδα) κυρίως μέσω μίας σειράς θεσμικών αλλαγών. Τα ΠΟΠ αφήνουν το περιθώριο, εφόσον επιτυγχάνονται οι στόχοι (κυρίως του πρωτογενούς πλεονάσματος) και εγκρίνει η τρόικα, να επιστραφεί η «υπεραπόδοση» με κάποια «αντίμετρα» που μετριάζουν τις υφεσιακές επιπτώσεις της λιτότητας που επιβάλλουν τα ΠΟΠ.

Όλες οι μέχρι τώρα μνημονιακές κυβερνήσεις μείωσαν δραματικά τις δημόσιες δαπάνες σε βαθμό δυσλειτουργίας βασικών υπηρεσιών (ιδιαίτερα στην υγεία, την εκπαίδευση και την άμυνα) και με την κυριολεκτική εξαϋλωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ – δηλαδή του μοναδικού εργαλείου επενδύσεων στον κρατικοδίαιτο ελληνικό καπιταλισμό). Μάλιστα επειδή, αντίθετα με τους διάφορους νεοφιλελεύθερους τσαρλατάνους, η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και ιδιαίτερα του ΠΔΕ είναι τέτοια που κινδυνεύουν βασικές λειτουργίες του αστικού κράτους και του ελληνικού καπιταλισμού, η ίδια η τρόικα απαιτεί την παύση εξαϋλωσης του ΠΔΕ.

Όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις επίσης επιδόθηκαν σε φοροεπιδρομή σε βάρος των μεσαίων στρωμάτων και των εργαζομένων. Η αύξηση της φορολογίας (άμεσης και έμμεσης) είναι επιταγή των μνημονίων καθώς είναι ο γρηγορότερος και ασφαλέστερος τρόπος εξασφάλισης της εξυπηρέτησης του χρέους. Η φοροεπιδρομή είχε ξεκινήσει ήδη από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις (π.χ. επιβολή ΕΝΦΙΑ, αντικειμενικά κριτήρια). Μάλιστα, αντίθετα με τις παραδοσιακές νεοφιλελεύθερες συνταγές, τα ΠΟΠ ενίσχυσαν την άμεση φορολογία έναντι της έμμεσης. Φυσικά η φοροεπιδρομή δεν αφορά το μεγάλο κεφάλαιο που μένει πάντα στο απυρόβλητο. Χαρακτηριστικά, το εφοπλιστικό κεφάλαιο (η κορωνίδα του ελληνικού καπιταλισμού) απολαμβάνει πάντα τις σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές του και πληρώνει τον γελοίο «εθελούσιο» (sic!) φόρο των περίπου 150 εκ. ετησίως. Σημειωτέον, ότι για την αποφυγή της φορολόγησης του – που προσπαθεί να επιβάλλει ιδιαίτερα η Γερμανία – οι μνημονιακές κυβερνήσεις όλων των συστημικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) δίνουν  λυσσώδεις μάχες που φυσικά δεν τις έδωσαν για κανένα από τα αντιλαϊκά μέτρα των μνημονίων. Άλλωστε οι αρχηγοί τους συναγελάζονται στις εφοπλιστικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις. Αντιθέτως, η φοροεπιδρομή πλήττει κυρίως τους εργαζόμενους (που όπως διαχρονικά δείχνουν τα στοιχεία σηκώνουν το βάρος της φορολογίας) και πλέον διάφορα ενδιάμεσα στρώματα.

Σήμερα η ΝΔ φωνασκεί υποκριτικά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αύξησε δραματικά τους φόρους. Αυτό που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι ενίσχυσε λίγο περισσότερο την φοροεπιδρομή απέναντι στην ψευδεπίγραφη «μεσαία τάξη» για να εξασφαλίσει τον δικό του πελατειακό δημοσιονομικό χώρο. Δηλαδή να μπορεί να επιστρέψει προεκλογικά κάποιες σταγόνες από την αφαίμαξη όλης της προηγούμενης περιόδου για την ενίσχυση της δικής του καπιταλιστικής διαπλοκής όσο και για την δημιουργία βραχύβιων πελατειακών σχέσεων εξαγοράς στρωμάτων εργαζομένων που βρίσκονται στο όριο της εξαθλίωσης. Έτσι μέσω μερικής και εποχικής απασχόλησης, με ανύπαρκτη ή μηδαμινή κοινωνική ασφάλιση, με άθλιες αμοιβές και συνθήκες εργασίας επέδειξε σχετική μείωση της ανεργίας.

Η φορολογική αυτή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε εκλογικά καθώς έχασε περισσότερους από όσους κέρδισε. Έτσι, μία από τις εκλογικές αιχμές της ΝΔ είναι η υπερφορολόγηση. Μάλιστα, αντιγράφει πιστά την ανάλογη προ-κυβερνητική αντι-φορομπηχτική ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ακριβώς επειδή σε αυτήν την κινούμενη άμμο των «μεσαίων στρωμάτων» βασίζεται η εκλογική στρατηγική και των δύο, το κέντρο βάρους και των δύο «προγραμμάτων» αφορά την φορολογία καθώς ερίζουν για το ποιος θα ελαφρώσει περισσότερο την λεγόμενη «μεσαία τάξη». Παρεμπιπτόντως, ο όρος αυτός είναι ένας εισαγόμενος παραπλανητικός αμερικανισμός προπαγανδιστικών επιτελείων. Ούτε ενιαία ούτε τάξη είναι, και ας αποφαίνεται αντίθετα ο γίγας «μαρξιστικής σκέψης» Ε.Τσακαλώτος. Ο ελληνικός καπιταλισμός – όπως και αρκετοί παρόμοιοι του ιστορικά και οικονομικά – χαρακτηρίζεται από μία μεγάλη κατηγορία ενδιάμεσων στρωμάτων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ένα τμήμα τους είναι παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα. Ένα άλλο όμως μεγάλο τμήμα τους είναι ουσιαστικά εργαζόμενοι που έχουν «αγοράσει την δουλειά τους». Το τελευταίο αφορά τόσο στρώματα διανοητικής εργασίας (μηχανικοί, γιατροί κλπ.) όσο και παραδοσιακά στρώματα χειρωνακτικής εργασίας. Αυτή η ιδιομορφία του ελληνικού καπιταλισμού διευκόλυνε σημαντικά τόσο την κερδοφορία του (καθώς μετατόπιζε κόστη) όσο και τις ταξικές συμμαχίες του (καθώς διαιρούσε την εργατική τάξη και επίσης μέσω των στρωμάτων αυτών επέβαλλε ευκολότερα την ηγεμονία του επάνω της). Ταυτόχρονα όμως είναι μία ιδιομορφία που πρέπει πλέον να εκλείψει αφενός γιατί σήμερα είναι βαρίδι και αφετέρου γιατί οι δυτικοί ιμπεριαλισμοί που  καθοδηγούν την σημερινή αναδιάρθρωση-εν-μέσω-κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού δεν δουλεύουν με αυτό τον τρόπο. Συνεπώς, η προλεταριοποίηση των «μεσαίων» στρωμάτων είναι μέσα στους βασικούς άρρητους στόχους των μνημονίων.

Μία συγκριτική ματιά στον βασικό κορμό των δύο οικονομικών «προγραμμάτων» αποκαλύπτει τις εξόφθαλμες ομοιότητες τους. O συναγωνισμός για την μείωση της φορολόγησης των κερδών του κεφαλαίου έχει ήδη αρχίσει από τον ΣΥΡΙΖΑ πριν δοθεί οποιαδήποτε φορολογική ελάφρυνση στους εργαζόμενους και τα «μεσαία» στρώματα. Ακολουθεί καθυστερημένος, χρονικά και ποσοτικά, ο συναγωνισμός στις φοροελαφρύνσεις στο εισόδημα (που και εκεί τα υψηλότερα εισοδήματα έχουν την τιμητική τους) και στην ιδιοκτησία.

 

ΣΥΡΙΖΑ ΝΔ
Φορολογία εισοδήματος μείωση του πρώτου φορολογικού συντελεστή στο 20%, μείωση των συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδήματα και διατήρηση του αφορολόγητου ορίου μείωση του εισαγωγικού συντελεστή από 22% στο 9% για εισοδήματα έως 10.000

μείωση του ανώτατου συντελεστή που ανέρχεται στο 45%.

αλλαγή των φορολογικών κλιμακίων που ενδεχομένως να φθάσουν τα 5-7 (για να περιορισθεί το κόστος από τη διατήρηση του αφορολόγητου ορίου)

Φορολογία επιχειρηματικών κερδών έχει ήδη νομοθετήσει μείωση της φορολογίας από 29% στο 25% το 2022 και την μείωση της φορολογίας στα μερίσματα στο 10%

αύξηση του συντελεστή αποσβέσεων στο 150%

μείωση από 29% στο 20% την επόμενη διετία από το 2020

μείωση της φορολογίας στα μερίσματα από 10% στο 5%

η πραγματική φορολογική επιβάρυνση θα διαμορφωθεί στο 24%

ΦΠΑ μείωση του χαμηλού συντελεστή από το 13% στο 11% μείωση από το 24% στο 22% και του χαμηλού συντελεστή από το 13% στο 11%
ΕΝΦΙΑ μείωση μεσοσταθμικά κατά 30% για το 2020 και 50% για τις χαμηλές και μεσαίες περιουσίες μείωση κατά 30% σε μικρούς και μεγάλους ιδιοκτήτες

αναστολή του ΦΠΑ στην οικοδομή για τα επόμενα 3 χρόνια

Εισφορά Αλληλεγγύης μηδενική εισφορά για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ και μείωση συντελεστών για μεγαλύτερα εισοδήματα σταδιακή κατάργηση
Τέλος επιτηδεύματος – Προκαταβολές φόρου μείωση κατά 50% κατάργηση σε βάθος 2 ετών

 

Βέβαια, η τρόικα παρακολουθεί πάντα ανήσυχη τους προεκλογικούς διαξιφισμούς και στέλνει τακτικά μηνύματα – και μέσω εγχώριων εκπροσώπων – για κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Η υπεκφυγή των δύο συστημικών μονομάχων είναι ότι ο δημοσιονομικός χώρος θα υπάρξει λόγω «ανάπτυξης». Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ προϋπολογίζει 2.5% ενώ η ΝΔ ένα εξωπραγματικό 4%. Οι υποθέσεις και των δύο είναι συνειδητά λανθασμένες. Ο ελληνικός καπιταλισμός παραμένει στο αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο που τον οδήγησε στην κρίση παρά την δραματική αύξηση της εργατικής εκμετάλλευσης. Ήδη εφέτος ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ μάλλον θα κλείσει χαμηλότερα από τον προβλεπόμενο. Οι αιτιάσεις κυρίως της ΝΔ ότι οι φοροελαφρύνσεις θα οδηγήσουν σε επενδυτική έκρηξη είναι υποκριτικές καθώς οι τελευταίες δεν οδηγούν απαραίτητα σε επενδύσεις ούτε σε τέτοιους ρυθμούς μεγέθυνσης. Η Κύπρος (γνωστός φορολογικός παράδεισος) έχει 3.2% μεγέθυνση ενώ ακόμη και η «μπάτε σκύλοι αλέστε» Ιρλανδία δεν έχει τέτοιες επιδόσεις. Επίσης, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή μείωσε την φορολογία κερδών (από 35% σε 29%) οι καπιταλιστές απλά ενθυλάκωσαν την αυξημένη κερδοφορία χωρίς να κάνουν επενδύσεις.

 

Θεσμικές αλλαγές προς όφελος του κεφαλαίου αλλά χωρίς αναπτυξιακές επιπτώσεις

Ανάλογα εξωπραγματικές είναι οι εκτιμήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ σχετικά με τις θεσμικές αλλαγές (που πολλές επιβάλλονται από τα μνημόνια) που θα ενισχύσουν την μεγέθυνση. Η ακόμη μεγαλύτερη απορρύθμιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας (που επαγγέλλεται η ΝΔ αλλά και υλοποιεί σιωπηρά ο ΣΥΡΙΖΑ, βλέπε προτάσεις Μάρδα περί ανοίγματος επιχείρησης με ένα email) σε συνθήκες κρίσης δεν θα οδηγήσει σε επενδυτική έκρηξη αλλά σε απογείωση της ανομίας (π.χ. πρόγραμμα Golden Visa). Οι φοροελαφρύνσεις προς τα (κατά πλειοψηφία) υπερχρεωμένα νοικοκυριά δεν θα βγουν στην κατανάλωση αλλά κυρίως στην κάλυψη χρεών. Η ενίσχυση των ιδιωτικοποιήσεων (που η ΝΔ διατυμπανίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ σιωπηλά προωθεί) δεν πρόκειται να φέρει – όπως δεν έφερε και μέχρι τώρα και επί κυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ – εισροή ξένων κεφαλαίων καθώς τα τελευταία αγοράζουν μόνο επιλεκτικά και «κοψοχρονιά». Άλλωστε, εκτός από το Ελληνικό, το επόμενο colpo grosso των ιδιωτικοποιήσεων είναι η ΔΕΗ με σοβαρότατες επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία και τα λαϊκά στρώματα.

Ανάλογης απάτης με το 4% της ΝΔ είναι η διακήρυξη ΣΥΡΙΖΑ περί 500.000 νέων θέσεων καλά αμειβόμενης εργασίας στην τετραετία 2019-2023). Δεν προκύπτει από πουθενά. Και ενώ στην τωρινή 4ετή διακυβέρνηση του δημιούργησε 380.000 κακής και ασταθούς απασχόλησης (με μόνο 100.000 από αυτές να είναι αξιοπρεπείς).

Οι προβλέψεις αυτές γίνονται ακόμη πιο εξωπραγματικές αν συνυπολογιστεί ότι η οικονομία της ΕΕ είναι ήδη σε κάμψη και επίσης οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας (αν συνυπολογιστούν μάλιστα και οι αυξανόμενες ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις) είναι γκρίζες.

Φυσικά, όπως πολύ καλά γνωρίζουν ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, ένας δημοσιονομικός εκτροχιασμός θα οδηγήσει στους γνωστούς οριζόντιους «κόφτες» λιτότητας που και οι δύο τους έχουν ψηφίσει.

 

Η μόνη ελπίδα για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα είναι η έξοδος από την φυλακή της ΕΕ

Η μεγάλη εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία της χώρας μας πρέπει να καταλάβει ότι δεν πρόκειται να διασωθεί από την σημερινή μιζέρια της διαλέγοντας έναν από τους δύο συστημικούς κυβερνητικούς διεκδικητές. Ούτε καταφεύγοντας στα συμπληρώματα τους στα δεξιά ή στα «αριστερά» και σε τυχοδιωκτικά μιντιακά κατασκευάσματα όπως το κόμμα Βαρουφάκη. Κανένα από αυτά τα σχήματα δεν σκοπεύει να συγκρουστεί με τους ξένους πάτρωνες της χώρας και την ελληνική ολιγαρχία. Αντίθετα, αποτελούν μέρος των μηχανισμών εκτόνωσης και ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας.

Πίσω από τα γυαλιστερά χαρτιά, τα διαγράμματα και τα νούμερα των «προγραμμάτων» τους κρύβεται η υποταγή στις επιταγές της ΕΕ και του κεφαλαίου. Όλοι τους, και ακόμη και οι πιο φωνακλάδες, δεν αμφισβητούν ουσιαστικά την υπαγωγή της χώρας στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Ούτε σκοπεύουν να κάνουν κάτι για το υπαγορευόμενο από την τελευταία στρεβλό παραγωγικό πρότυπο που μεταμορφώνει την Ελλάδα σε χώρα γκαρσονιών ξένων τουριστών και κακοπληρωμένων και δύστυχων εργαζόμενων.

Η μόνη ελπίδα για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα – την μεγάλη πλειοψηφία της χώρας μας – είναι να συνειδητοποιήσουν ότι μόνο με την έξοδο από την φυλακή της ΕΕ μπορούν να ξαναγίνουν κύριοι της τύχης τους και να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Διαλέγοντας διαχειριστή της μιζέριας τους δεν πρόκειται να δουν διέξοδο.

Είναι ευθύνη της κομμουνιστικής Αριστεράς να δείξει τα βήματα και να κάνει κατανοητό στις ευρύτερες λαϊκές μάζες τον δρόμο αυτό.

 

 

Ξανά για το κόμμα, το μέτωπο και το μαζικό κίνημα – ΠΡΙΝ 28-1-2018

 

Ξανά για το κόμμα, το μέτωπο και το μαζικό κίνημα

Σταύρος Μαυρουδέας

 

Η τρέχουσα τελματώδης κατάσταση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα επιβάλλει στους κομμουνιστές να υποβάλλουν στην αυστηρότερη κριτική τον εαυτό τους. Πως κατόρθωσαν ο ελληνικός καπιταλισμός (παρόλη την σημαντική υποχώρηση του μέσα στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική πυραμίδα και τους οξυμένους εσωτερικούς σκυλοκαβγάδες του) και οι ξένοι πάτρωνες του (παρά και τα δικά τους προβλήματα και ανταγωνισμούς) να ξεδοντιάσουν έτσι το λαϊκό κίνημα και να οδηγούν την χώρα ολοταχώς προς τα πίσω; Η απόδοση της ευθύνης στον ΣΥΡΙΖΑ (με τις πασίγνωστες ανεπάρκειες του πολιτικού του προσωπικού και την φαιδρή γείωση του στο κίνημα) είναι στρουθοκαμηλισμός. Αυτός ο οικτρός χώρος κατόρθωσε να αποκοιμίσει το μαζικό κίνημα, να καπηλευθεί και να εξευτελίζει χυδαία το όνομα της Αριστεράς επειδή κάποιοι άλλοι δεν έκαναν σωστά την δουλειά τους.

Σήμερα πληρώνονται μακρόχρονες αδυναμίες της ελληνικής Κομμουνιστικής Αριστεράς. Εμπρός της είναι ένα βαρύ τριπλό πρόβλημα: (1) δημιουργίας ενός σύγχρονου και πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος (του αναγκαίου συλλογικού διανοούμενου και οργανωτή της εργατικής τάξης), (2) συγκρότησης ενός μάχιμου πολιτικού μετώπου των δυνάμεων της εργασίας και των μικρο-μεσαίων στρωμάτων (στη βάση ενός αριστερού προγράμματος αποδέσμευσης από την ΕΕ που θα προτείνει λύσεις στα άμεσα λαϊκά προβλήματα και ταυτόχρονα θα παραβιάζει αυτό τον κρίσιμο συστημικό κόμβο ώστε να ανοίξει ο δρόμος της σοσιαλιστικής προοπτικής) και (3) της ανασυγκρότησης του μαζικού και συνδικαλιστικού κινήματος (από την σημερινή κατάπτωση του και την παράδοση του σε εξωνημένες γραφειοκρατικές ηγεσίες). Και στα τρία αυτά πεδία οι αδυναμίες είναι τρομακτικές. Είναι επίσης προφανές για τους κομμουνιστές ότι αν είχαν γίνει αποφασιστικά βήματα τις προηγούμενες δεκαετίες στο κομματικό ζήτημα θα είμασταν σε καλύτερη κατάσταση σήμερα και στο πολιτικό και στο μαζικό πεδίο.

Τι μπορεί να γίνει σήμερα εμπρός σε αυτή την άσχημη κατάσταση; Με το ξέσπασμα της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και την έκρηξη των λαϊκών αγώνων δόθηκε μία ιστορική ευκαιρία στις κομμουνιστικές δυνάμεις (που είναι άξιες του προσδιορισμού αυτού) να αλλάξουν την πορεία της χώρας. Αυτό απαιτούσε μία πραγματικά ανατρεπτική αριστερή πολιτική πρόταση και ένα αντίστοιχο λαϊκό μέτωπο (με κόμβο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, την αποδέσμευση της χώρας από την ΕΕ). Η ευκαιρία αυτή σήμερα έχει παρέλθει. Όμως γελιούνται άσχημα οι συστημικοί κονδυλοφόροι όλων των καθεστωτικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και τα παρελκόμενα τους) αν νομίζουν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός πέρασε από τις συμπληγάδες του. Όσα success stories και να κατασκευάσουν οι εκάστοτε κυβερνώντες και τα διάφορα επιχειρηματικά κέντρα, όσα φτιασιδώματα και να κάνουν οι ξένοι πάτρωνες (με τους δικούς τους ανταγωνισμούς) τα βαθύτερα αίτια και μηχανισμοί της κρίσης δεν έχουν επιλυθεί και αργά ή γρήγορα θα ξαναεμφανισθούν.

Είναι καθήκον των κομμουνιστών να μην είναι ξανά ανέτοιμοι. Η ιστορία δεν συγχωρεί αυτούς που δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς να παραγνωρίζεται η κεντρικότητα του μετώπου και της πολιτικής πρότασης (που παραμένουν κρίσιμα για να διατηρηθούν οι ρωγμές στο σύστημα και οι σπίθες της λαϊκής δυναμικής) είναι αναγκαίο να γίνουν βήματα στο κομματικό ζήτημα.

Τα βήματα αυτά δεν είναι απλά και έχουν να ξεπεράσουν συσσωρευμένα λάθη. Η υπόθεση της κομμουνιστικής πολιτικής συγκρότησης έχει αυστηρές απαιτήσεις για τις οποίες πρέπει να υπάρχει σαφής συνείδηση και συγκεκριμένες προτάσεις (μακριά από φλύαρες και χαοτικές διατριβές). Κατ’ αρχήν απαιτεί μία στοιχειώδη τουλάχιστον γείωση στην σύγχρονη εργατική τάξη, κάτι κάθε άλλο παρά δεδομένο. Επιπλέον απαιτεί (α) ιδεολογική, (β) προγραμματική και (γ) οργανωτική ενότητα.

Η ιδεολογική ενότητα σημαίνει όχι την αποπνικτική σιωπή αγράμματων γραφειοκρατικών ιερατείων αλλά την συνειδητή συμφωνία επάνω στις θεμελιακές αρχές του Μαρξισμού. Η συμφωνία αυτή, μακριά από μετα-μοντέρνους και μετα-μαρξιστικούς εκλεκτικισμούς αλλά και αποστεωμένες γραφειοκρατικές Βουλγάτες, πρέπει να αποτυπώνει τον επίκαιρο ρόλο του Μαρξισμού ως της μόνης ρεαλιστικής απελευθερωτικής θεωρίας για τον κόσμο της εργασίας και την ανθρωπότητα. Αυτός ο χαρακτήρας του Μαρξισμού κάνει περιττούς τους φλύαρους επιθετικούς προσδιορισμούς (π.χ. Επαναστατικός Μαρξισμός λες και υπάρχει και αντεπαναστατικός Μαρξισμός) αλλά και αντιμάχεται εκλεκτικιστικές αντιλήψεις περί του Μαρξισμού ως καλαθιού διαφόρων παραλλαγών του. Ταυτόχρονα η ιδεολογική ενότητα σημαίνει την πιο πλατιά και ζωντανή συζήτηση στο εσωτερικό της για την ανάπτυξη του Μαρξισμού.

Η προγραμματική ενότητα σημαίνει την συμφωνία σε ένα κομματικό (ευρύτερο από το μετωπικό) πρόγραμμα. Στόχος του είναι ο σχεδιασμός της δράσης των κομμουνιστών για την μετάβαση στο σοσιαλισμό (ο οποίος παραμένει πάντα ο πρώτος στόχος σε αντίθεση την απροσδιόριστη και παραπλανητική έννοια του αντι-καπιταλισμού αλλά και υπερ-αριστερες κομμουνιστικές βιασύνες). Κεντρικό στοιχείο του κομματικού προγράμματος είναι η εκτίμηση για το τρέχον ιστορικό στάδιο του καπιταλιστικού συστήματος και συνεπώς για τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μέτωπα της ταξικής πάλης. Είναι προφανές ότι ο καπιταλισμός – ένας εξαιρετικά δυναμικό σύστημα – εξελίσσεται και δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη. Οι κομμουνιστές πρέπει να μελετούν μεθοδικά και συστηματικά την εξέλιξη αυτή και να χαράζουν αντίστοιχα την στρατηγική και την τακτική τους. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να αποφεύγονται βιαστικές ονοματοδοσίες και αντιφατικές και πρόωρες θεωρήσεις (ιδιαίτερα όταν αυτές καταλήγουν σε εξωπραγματικές καταργήσεις των ενδο-ιμπεριαλιστικών και ενδο-καπιταλιστικών ανταγωνισμών, φλερτάρουν με λανθασμένες αντιλήψεις περί «παγκοσμιοποίησης» και ονειρεύονται παντού και πάντα μία αδιαμεσολάβητη και καθαρή εμφάνιση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας). Επιπλέον η προγραμματική ενότητα πρέπει να βασίζεται σε μία συγκροτημένη και ρεαλιστική ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Τέλος, πρέπει να καθορίζει την ανάλογη στρατηγική και τακτική των κομμουνιστών, με την πρώτη πάντα στο τιμόνι αλλά και την δεύτερη όχι σαν ένα παθητικό εξάρτημα.

Τέλος, η οργανωτική ενότητα συνεπάγεται την συμφωνία για τον τρόπο δράσης των κομμουνιστών. Το κόμμα νέου τύπου (και όχι φυσικά τα γραφειοκρατικά κακέκτυπα του) παραμένει πάντα επίκαιρο. Βασικό του στοιχείο είναι η δημοκρατική ενότητα στη δράση, δηλαδή ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός (πάλι σε σαφή διάκριση από ψευδεπώνυμες παραμορφώσεις του). Η κομμουνιστική οργάνωση δεν είναι όμιλος «φυλάρχων» ούτε λέσχη συζητήσεων (παρόλη την ανάγκη της πιο ζωντανής και έντονης συζήτησης στο εσωτερικό της) αλλά μάχιμος οργανισμός.

Τα προαναφερθέντα προφανώς δεν αποτελούν κάποιες νέες σοφίες. Και όμως τις προηγούμενες δεκαετίες χάθηκαν μέσα σε κυκεώνες αυθορμητιστικών και εκλεκτικιστικών δοξασιών που μόνο ζημιά έκαναν. Θα είναι αυτή την φορά διαφορετικά;

 

 

 

«Αριστερός ευρωσκεπτικισμός ή αριστερό μέτωπο κατά της ΕΕ;», ΠΡΙΝ 19-9-2015

Αριστερός ευρωσκεπτικισμός ή αριστερό μέτωπο κατά της ΕΕ;

 

Σταύρος Μαυρουδέας

 

ΠΡΙΝ, 19/9/2015

 

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2007-8 αποτελεί την πρώτη μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα. Το ξέσπασμα της αναστάτωσε την ούτως ή άλλως ανισόμετρη ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και όξυνε τις ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις μεταξύ των βασικών πόλων του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Η δομική κρίση της ευρωζώνης (και ευρύτερα της ΕΕ καθώς η προηγούμενη αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της τελευταίας) είναι μία από τις βασικές περιοχικές κρίσεις που εκδηλώνονται στον απόηχο της παγκόσμιας κρίσης. Σηματοδοτεί τα προβλήματα ενός από τους βασικούς ανταγωνιστικούς πόλους στην αμερικανική παγκόσμια ηγεμονία και έχει εκδηλωθεί με ιδιαίτερη ένταση αλλά και με άνισες επιπτώσεις στο σύνολο των χωρών της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ (οι χώρες του ευρω-κέντρου) έχει ξεφορτώσει μεγάλο μέρος των δικών του προβλημάτων στους ηγεμονευόμενους υπο-ιμπεριαλισμούς της ευρω-περιφέρειας με αποτέλεσμα η κρίση των δεύτερων να είναι οξύτερη. Η υπαγωγή πολλών από τις τελευταίες σε βάρβαρες πολιτικές αναδιάρθρωσης – ιδιαίτερα με προγράμματα προσαρμογής από τρόικες – έχει οξύνει δραματικά τις ταξικές εντάσεις σ’ αυτές, σε διάκριση με τις χώρες του ευρω-κέντρου που η κατάσταση είναι ηπιότερη.

diagram

Η προαναφερθείσα διαφορά έχει ορισμένες κρίσιμες πολιτικές επιπτώσεις. Τόσο για τους παραπάνω οικονομικούς λόγους όσο όμως και για όχι αμελητέους λόγους πολιτικής παράδοσης οι πολιτικές επιπτώσεις της κρίσης είναι διαφορετικές στις χώρες του ευρω-κέντρου και στις χώρες του Βορρά απ’ ότι στις χώρες της ευρω-περιφέρειας του Νότου. Γενικά, παρατηρείται ότι ο μεγάλος πολιτικός κερδισμένος στις πρώτες από την κρίση είναι η λεγόμενη «ριζοσπαστική Δεξιά» ενώ στις δεύτερες η ριζοσπαστική Αριστερά.

Σαν «ριζοσπαστική Δεξιά» χαρακτηρίζεται στις επίσημες συζητήσεις η μέχρι πρότινος εκτός επίσημου πολιτικού συστήματος ακροδεξιά. Η τελευταία κερδίζει γιατί εκτός από την παραδοσιακή ατζέντα της ξενοφοβίας κάνει πλέον κυρίαρχη στον πολιτικό της λόγο την αντίθεση στην ΕΕ. Στις χώρες του ευρω-κέντρου η Αριστερά – μετά από διαδοχικές ήττες κυρίως στη δεκαετία του 1980 – έχει ουσιαστικά καταθέσει τα όπλα και, ακόμη και όπου διατηρεί δυνάμεις, έχει συνήθως ενσωματωθεί στο σύστημα. Ιδιαίτερα έχει αποδεχθεί την βασική «κόκκινη γραμμή» του συστήματος αυτή την ιστορική περίοδο: την ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Έτσι η διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στον πλέον εξόφθαλμα αντιλαϊκό χαρακτήρα της ΕΕ δεν βρίσκει διέξοδο στην Αριστερά. Αντίθετα, η ακροδεξιά – υποστηριζόμενη από σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου που ανησυχούν για την αυξανόμενη γερμανική ηγεμονία – βάζει ολοένα και περισσότερο στην ατζέντα της την σύγκρουση με την ΕΕ και κατορθώνει να παραπλανά μεγάλα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα. Αφετέρου, στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η απεχθής μνήμη του ανύπαρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η ελεεινή μετέπειτα πορεία των κληρονόμων του εξοντώνει από τα γεννοφάσκια της κάθε προσπάθεια αριστερής αναγέννησης.

Αντίθετα, κυρίως στις χώρες της ευρω-περιφέρειας του Νότου, η κρίση ενίσχυσε την ριζοσπαστική Αριστερά (που στην επίσημη συζήτηση σηματοδοτεί την πέραν της κλασσικής σοσιαλδημοκρατίας Αριστερά). Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε ο κυρίαρχος ρόλος στην Αριστερά των περισσότερων από τις χώρες αυτές της κομμουνιστικής παράδοσης που διατήρησε – παρά τις όποιες ευρωκομμουνιστικές παρεκκλίσεις – την αντίθεση στην ΕΕ τουλάχιστον σε μεγάλα τμήματα της.

kokkinisimaiapoli

Αυτή η ιδιομορφία του ευρω-Νότου και τα συνακόλουθα μαζικά λαϊκά κινήματα στην περιοχή αυτή δεν έχουν περάσει καθόλου απαρατήρητα από τα ηγεμονικά ιμπεριαλιστικά κέντρα της ΕΕ και τις εγχώριες αστικές τάξεις. Η συζήτηση για την ανάγκη να μπει «τέλος στην ελληνική ιδιομορφία» (που ιδεολογικοί κονδυλοφόροι των ΗΠΑ και εγχώρια παπαγαλάκια φθάνουν υποκριτικά και βλακωδώς να βαφτίζουν «τελευταία σοβιετία») είναι χαρακτηριστική.

Εμπρός στην κατάσταση αυτή εκτός από την κυρίαρχη γραμμή του συστήματος – το κατά μέτωπο χτύπημα του αριστερού αντι-ΕΕ ρεύματος – αναπτύσσεται και μία άλλη γραμμή. Σημαντικά τμήματα της μέχρι πρότινος ευρώδουλης δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς (ιδιαίτερα στο Νότο), βλέποντας την απώλεια λαϊκής στήριξης και το ότι βαθαίνει συνεχώς (λόγω της διάρκειας και του βάθους της κρίσης) η βαρβαρότητα της ΕΕ, μετακινούνται στη γραμμή του αριστερού ευρωσκεπτικισμού. Η λειψή και καθυστερημένη αυτή γραμμή εκφράζεται είτε με την αφελή επίκληση ενός προοδευτικού μετασχηματισμού της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως σε ένα ήπιο Κεϋνσιανισμό) είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ευρωζώνη. Συνήθως όταν έχει ξεφτίσει η πρώτη πρόταση – μέσα από τα προφανή αδιέξοδα της – κάποια τμήματα αυτής της οικόσιτης Αριστεράς μετακινούνται στη δεύτερη. Βέβαια πρόκειται για μία εξίσου εθελοτυφλική με την προηγούμενη πρόταση. Βασίζεται στην αφελή πεποίθηση (ιδιαίτερα για ευρω-περιφερειακές χώρες) ότι φεύγοντας από την ΟΝΕ μπορείς να μείνεις και να παίξεις με καλύτερους όρους μέσα στην ΕΕ. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά φορτώσουν στην πλάτη της εργασίας τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας – με αποδιαρθρωμένες παραγωγικές δομές καθώς έχουν γίνει μεσαία και χαμηλά εξαρτήματα πανευρωπαϊκών αλυσίδων παραγωγής και λιγότερο ισχυρές αστικές τάξεις που ούτε αποτολμούν να αμφισβητήσουν τις εξαρτημένες σχέσεις τους με τους δυτικο-ευρωπαίους πάτρωνες τους – η πρόταση αυτή είναι απλά ανέφικτη χωρίς την ταυτόχρονη απόσχιση από την ΕΕ.

Και στις δύο αυτές εκδοχές αντί για μία ανεξάρτητη γραμμή της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, που φυσικά δεν θα αγνοεί τις και θα παρεμβαίνει στις ενδοαστικές αντιθέσεις, προκρίνεται μία γραμμή ακολουθητισμού και εξάρτησης από τις τελευταίες. Η γραμμή αυτή δεν οδηγεί σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση αυτών των τμημάτων της Αριστεράς, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται. Ούτε βοηθά στη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα είναι ένα καθυστερημένο σύρσιμο ποδιών πίσω από τις εξελίξεις, μπλεγμένο με τις αντιφάσεις του που αντί να οδηγεί την λαϊκή συνείδηση αποτελεί έρμα και εμπόδιο σε μελλοντικές εξελίξεις: ένα καθυστερημένο βήμα μπροστά που ακολουθείται δύο δειλά βήματα πίσω.

Αποτέλεσμα εικόνας για smash European Union

Ο μόνος δρόμος για την ανασυγκρότηση της Αριστεράς (που θέλει να είναι αντάξια του ονόματος της και πραγματικά ανατρεπτική) δεν περνά από τις ολισθηρές ατραπούς του ευρω-σκεπτικισμού. Η ανατρεπτική Αριστερά στις χώρες της ιμπεριαλιστικής ΕΕ πρέπει να έχει στην προμετωπίδα της πολιτικής πρότασης της την σύγκρουση με την ΕΕ και την αποδέσμευση από αυτή. Μέσα σ’ αυτό το «λάκκο των λεόντων» καμιά φιλολαϊκή εναλλακτική και καμιά δυνατότητα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δεν υπάρχει. Γι’ αυτό η ανατρεπτική Αριστερά πρέπει να αφήσει στην άκρη ιδεοληπτικές αγκυλώσεις – του τύπου ότι αν προφέρεις πολλές φορές κάποια επίθετα προσεγγίζεις την ουσία τους (σαν κάτι θρησκευτικές αιρέσεις) – και να επικεντρωθεί στο να είναι έμπρακτα επαναστατική: να ανατρέπει τους κρίσιμους κόμβους της κυρίαρχης κατάστασης πραγμάτων και να πλέκει το μακρύ κόκκινο νήμα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η πρόταση της ανατρεπτικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι μία πρόταση ιδεολογικής ενότητας (του τύπου «αντικαπιταλιστικό μέτωπο»). Οφείλει να είναι η πρόταση ενός αριστερού παλλαϊκού κοινωνικο-πολιτικού μετώπου για την αποδέσμευση από την ΕΕ. Το μέτωπο αυτό οφείλει να συγκροτηθεί πάνω σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα αποδέσμευσης από την ΕΕ που δεν θα κρύβει την σοσιαλιστική προοπτική του. Ταυτόχρονα όμως θα μπορεί να ενώσει υπό την σκέπη του ακόμη και δυνάμεις και ιδιαίτερα λαϊκές μερίδες που δεν είναι πεισμένες για την προοπτική αυτή αλλά αναγνωρίζουν στις προτάσεις του την μόνη δυνατότητα επιβίωσης τους. Η συγκρότηση ενός τέτοιου μετώπου μπορεί να παρέμβει και να ριζοσπαστικοποιήσει και τμήματα του αριστερού ευρω-σκεπτικισμού κι όχι να εγκλωβισθεί στα δικά τους αδιέξοδα.

Η μάχη των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 και η ενίσχυση συνεργασίας της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. με το Ε.Ε.Κ. και ανένταχτους αγωνιστές της αριστεράς πρέπει να αποτελέσει βήμα στην κατεύθυνση αυτή.

Ψήφο στη μετωπική ανατρεπτική Αριστερά